Posts Tagged ‘Πολιτική

19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

Advertisements
08
Ιαν.
18

Θανάσης Γιαλκέτσης – Η σοφία των άλλων. Κριτικές αναγνώσεις

Χρηστική βίβλος βιβλίων στοχασμού και δράσης

Όπως και η προηγούμενη συλλογή κειμένων του, το Σημειωματάριο ιδεών [Εκδ. Πόλις, 2012, ανατύπ. 2013], έτσι και η νέα αυτή συλλογή του Γιαλκέτση αποτελεί μια χρηστική βίβλο πολύτιμων βιβλίων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης. Ο συγγραφέας επιλέγει εξαιρετικά μη μυθοπλαστικά / δοκιμιακά βιβλία που αποτελούν σημαντικές συμβολές στην έρευνα του εκάστοτε θέματος και τα παρουσιάζει με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό. Η Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγονται έργα από πολλούς και διαφορετικούς στοχαστές. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της πολυεδρικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και προστατευόμαστε  από τα λάθη που προκαλούν οι εύκολες βεβαιότητες. Η θεματική ποικιλία, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του, πολλαπλασιάζει τα σημεία παρατήρησης και μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση των οριζόντων και της προοπτικής. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί και παρουσιάζει το απόσταγμα σύνθετων και εκτεταμένων έργων μέσα στα στενά όρια μιας βιβλιοκριτικής δεν μπορεί παρά να είναι αξιοθαύμαστο.

Ζούμε την σημερινή παγκόσμια κρίση, γράφει ο Γιαλκέτσης, ως μια διαδοχή των δραματικών συμβάντων που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε και να αποτρέψουμε. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές θεωρητικές συμβουλές που μας βοηθούν να δώσουμε νόημα και ορθολογική εξήγηση σε αυτή την χαοτική ροή γεγονότων. Ένα παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Παράπλευρες απώλειες του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν [Zygmunt Bauman]. Εδώ οι παράπλευρες απώλειες είναι ανθρώπινα θύματα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης η οποία καθοδηγείται από το κυνήγι του  αχαλίνωτου κέρδους και οι στρατιές των εξαθλιωμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η οικονομική ανάπτυξη τελικά όχι μόνο δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ισότητας, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έκρηξη των ανισοτήτων. Το σύγχρονο κράτος, αφού έχει αθετήσει την δέσμευσή του να προστατεύει τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας προσπαθεί να στηρίξει στην νομιμοποίησή του στην υπόσχεση της διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών. Τελικά όμως η κυριότερη επίπτωση αυτής της ψύχωσης για ασφάλεια είναι η αναπαραγωγή αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, εχθρότητας και αμοιβαίας καχυποψίας.

 «Η δημοκρατία σε δοκιμασία» αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Marcel Gauchet Η άνοδος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία υπό την δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914 – 1974, όπου ο γάλλος φιλόσοφος προτείνει μια σφαιρική φιλοσοφική ερμηνεία του 20ού αιώνα και αναλύει τους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας που προέκυψαν ως απάντηση στην πρόκληση των ολοκληρωτισμών. Μπορεί σήμερα να κατανοούμε την θρησκεία σαν μια πίστη, λησμονώντας ότι, ιστορικά, αυτή υπήρξε πρώτα απ’ όλα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι ακριβώς η βαθμιαία εγκατάλειψη της ετερονομίας στην οποία η θρησκεία καθόριζε και διαμόρφωνε την πολιτική και η μετάβαση σε μια αυτονομία κοινωνία που χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητα.

Ο Γκοσέ ερμηνεύει τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα ως απόπειρες αναδημιουργίας της προηγούμενης θρησκευτικής μορφής της κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός διαθέτουν μια έντονα θρησκευτική διάσταση, παρόλο που παρουσιάζονται ως αντιθρησκευτικά κινήματα. Οι ολοκληρωτικές τους ιδεολογίες επιδίωκαν να καλύψουν κάθε πεδίο της πραγματικότητας, να δώσουν ένα νόημα σε όλα και να αναδημιουργήσουν κάτι που μοιάζει με την οργανική κοινότητα του παρελθόντος. Η ενότητα των πνευμάτων γύρω από μια κοινή σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αναρχία των φιλελεύθερων κοινωνιών όπου ο καθένας υποστηρίζει την δική του γνώμη. Ενώ η περίοδος του ολοκληρωτισμού σημαδεύτηκα από μια υπερπολιτικοποίηση της συλλογικής ζωής, η δημοκρατία καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη απειλή: την ριζική αποπολιτικοποίηση.

Και ποιοι είναι άραγε οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας, όπως τιτλοφορείται το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ [Tzvetan Todorov]; Ο συγγραφέας κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό· χαρακτηρίζονται δε εσωτερικοί επειδή είναι τέκνα της δημοκρατίας και επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές. Ο πολιτικός μεσσιανισμός αγνοεί το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο κι ότι είναι ένα ατελές καθεστώς για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά πάντως διαθέτει τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται. Αντίθετα, προβάλλει την μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες και την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου· και στο όνομα αυτού του «μεγαλειώδους» σκοπού δικαιολογεί την χρήση κάθε μέσου.

Ο υπερφιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία του νόμου. Όταν η ιδιωτική οικονομική εξουσία δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών αλλά και υπαγορεύει την βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και φορτώνει την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Στο βιβλίο του Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο ο Terry Eagleton αντικρούει δέκα από τα κυριότερα επιχειρήματα των σύγχρονων επικριτών του μαρξισμού. Ας περιοριστούμε σε τρία: α. Η άποψη ότι ο Μαρξ ανήκει οριστικά στο παρελθόν εφόσον άλλαξε βαθιά ο καπιταλισμός αντικρούεται από το γεγονός ότι η βαθύτερη λογική του συστήματος – το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους εις βάρος των κοινωνικών αναγκών και οι αβυσσαλέες ανισότητες και αδικίες του – δεν έχει μεγάλη διαφορά με τον άγριο καπιταλισμό της βικτοριανής εποχής· β. Η επίκληση του σταλινικού τρόμου και η δημιουργία τυραννικών καθεστώτων κατά τον Ίγκλετον δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τον Μαρξ, που άσκησε σκληρή κριτική σε κάθε μορφή πολιτική καταπίεσης· γ. Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως ουτοπικού στοχαστή που παραγνώρισε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης δεν ευσταθεί, εφόσον η βασική του ανάλυση δεν εστιαζόταν στον σχεδιασμό ενός ουτοπικού μέλλοντος ούτε πίστευε στην μαγική μεταμόρφωση των ανθρώπων. Αντίθετα επεδίωκε την επίλυση αντιφάσεων του παρόντος και τις κοινωνικές μεταβολές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διαπίστωση του Γιαλκέτση, ότι ο μαρξιστής Ίγκλετον παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις της μαρξιστικής σκέψης και προσπερνάει χωρίς αυτοκριτικό προβληματισμό το γεγονός ότι καμία σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση δεν προβλέπεται σήμερα στον κόσμο, ακόμα και στις ζώνες της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Ενώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική κρίση του καπιταλισμού, η μαρξιστική αριστερά δείχνει να μην διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής.

Ο συγγραφέας επιλέγει βιβλία «ένα κι ένα» στο είδος τους ή, έστω, στον προβληματισμό ή τον διάλογο που προκαλούν: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του φιλελευθερισμού, Πιερ Μανάν, Οι μεταμορφώσεις της πόλεως, Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής, Μαρκ Μαζάουερ, Κυβερνώντας τον κόσμο, Αλέν Ερενμπέργκ, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Martha Nussbaum Όχι για το κέρδος, Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο – λαϊκισμός, Πιερ Ροζανβαλόν, Η κοινωνία των ίσων, Εμίλ Ντιρκέμ, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης κ.ά. Τα κείμενά Γιαλκέτση συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και εκτείνονται σε πυκνές και ευανάγνωστες προσωπογραφίες σπουδαίων στοχαστών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ενώ τιμώνται και έργα πλέον κλασικά, όπως Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

Το προαναφερθέν έργο του Μαρκούζε σήμερα μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα και την κριτική σκέψη. Στην μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία και ελευθερία. Ο σύγχρονος «μονοδιάστατος» άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει την μοίρα του.

Όμως υπάρχει πάντα διέξοδος. Η ίδια η κρίση, όπως γράφει ο Γιαλκέτσης, μπορεί να ενθαρρύνει τον κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό, που αποτελεί και την αφετηρία για την αναζήτηση νέων λύσεων και να απελευθερώσει μια πνευματική δημιουργικότητα ικανή να θέσει σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού. Και είναι εμφανές, προσθέτουμε εμείς, ότι όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συνειδητοποίησης, στοχασμού και δράσης.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος.

Η προηγούμενη συλλογή κριτικών κειμένων του Θανάση Γιαλκέτση εδώ.

Στις εικόνες: Zygmund Bauman, Marcel Gauchet, Tzvetan Todorov, Terry Eagleton, Martha Nussbaum, Herbert Marcuse.

15
Δεκ.
17

Μιχάλης Μητσός – Οι ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα ημερολόγιο του 2014

Θησαυρίσματα βίων και αποκόμματα ιδεών

Όταν η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τρις Ο’ Κέιν ερευνούσε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Γουατεμάλα, και έβλεπε τους ξένους οικολόγους να έρχονται για να μετρήσουν τους πληθυσμούς των πουλιών, το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια. Ύστερα μετακόμισε στην Νέα Ορλεάνη λίγο πριν τον κυκλώνα Κατρίνα. Όταν μερικούς μήνες μετά επέστρεψε στην κατεστραμμένη, σιωπηλή πόλη είδε έκπληκτη μικρούς καφέ σπουργίτες στα κάτισχνα δέντρα. Αναρωτήθηκε πού είχαν πάει κατά την διάρκεια του κυκλώνα και πώς επέζησαν και βρήκε μόνη της την απάντηση: τα πουλιά ικανοποιούσαν τις άμεσες ανάγκες τους. Όταν έχαναν μια φωλιά, έφτιαχναν άλλη. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια να στενοχωρηθούν. Δέκα χρόνια αργότερα διδάσκει ορνιθολογία, ο κύκλος των μαθημάτων της έχει τον τίτλο Birding to Change the World και χρησιμοποιεί τα πουλιά για να δείξει πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα.  [σ. 339]

Πρόκειται για μια από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες έως συναρπαστικές ιστορίες που εντάσσει ο συγγραφέας στο «ημερολόγιό» του, που απαρτίζεται από τις στήλες μιας ολόκληρης χρονιάς στο διεθνές τμήμα της εφημερίδας Τα Νέα. Τι είναι αυτό που κάνει αξιανάγνωστο ένα τέτοιο βιβλίο; Ο συγγραφέας διαβάζει τα σημαντικότερα διεθνή έντυπα, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, αποθησαυρίζει πολύτιμα αποκόμματα από τα πολιτιστικά και λογοτεχνικά τους ένθετα, αλιεύει όλα τα ενδιαφέροντα θέματα που προκάλεσαν κάποια συζήτηση και αξίζουν ακόμα περισσότερες και παραθέτει γνώμες και αντιγνωμίες που ζυγίζουν το ίδιο. Ανοίγει διάλογο πάνω σε λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά έργα, προβληματίζεται σχετικά με τα συμπεράσματα εκδόσεων πολιτικής, φιλοσοφίας ή οικονομίας, και δεν παράγει – όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος – αλλά μεταγράφει για χάρη μας μιας σειρά  ιδεών που πάντα αξίζει να διαβάσουμε. Ο ίδιος διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διατυπώνει τις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι πάντα αναμενόμενες ή «ευρέως αποδεκτές», αυτοβιογραφείται με περισσή ειλικρίνεια και συχνά ολοκληρώνει το σημείωμά του με μια έξυπνη, ενίοτε χιουμοριστική φράση.

Το σημείωμα της 29ης Ιανουαρίου αφιερώνεται στον αποθανόντα Pete Seeger, για τον οποίον η Guardian θυμίζει μια ελάχιστα γνωστή ιστορία: η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σίγκερ δεν έχει σχέση ούτε με την μουσική ούτε με την πολιτική: είναι η σωτηρία του ποταμού Χάντσον. Την δεκαετία του 40 ο Σίγκερ έφτιαξε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του. Ο Χάντσον ήταν τότε ένας ανοιχτός βόθρος, γεμάτος με τοξικά απόβλητα από τα εργοστάσια. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός δεν ζήτησε την παρέμβαση των αρχών, ούτε κατέφυγε στην δικαιοσύνη. Πίστευε ότι τέτοια προβλήματα λύνονται μόνο από την βάση, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής. Κατασκεύασε την δική του ξύλινη βάρκα, πήρε την κιθάρα του κι άρχισε να ζητά με τον δικό του τρόπο από τους ψαράδες να σώσουν το ποτάμι. Έτσι έγραψε και το τραγούδι Sailing up my dirty stream. Σήμερα ο Χάντσον ανήκει σε όλους.

Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου σαφώς αποτελούν μια πρόσφορη αφορμή για το ημερήσιο σημείωμα. Κι εκεί δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι απέγινε η κληρονομιά σημαντικών προσωπικοτήτων όπως στην περίπτωση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπου οι αναφορές εκτός Ιταλίας ήταν ακόμα λιγότερες. Ο δημοσιογράφος ανατρέχει στο πρώτο τεύχος του Αντί (και με την ευκαιρία διαπιστώνει πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα). Ήταν μόνο 1984 όταν ο Μπερλινγκουέρ διαπίστωνε ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ομάδες και οι συγγενείς συντηρητικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν να βρουν μια θετική λύση για την κρίση. Το σήμα κινδύνου ανάβουν τα 13 εκατομμύρια άνεργοι της Κοινότητας. Το τεράστιο δυναμικό ανθρώπινης ενέργειας, φυσικής και διανοητικής, παραμένει ανενεργό και δεν γνωρίζουν τρόπους αξιοποίησής του. Από την κριτική του σπουδαίου ηγέτη δεν γλιτώνουν και τα εργατικά, σοσιαλιστικά και λαϊκά κινήματα, που «έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στην υπεράσπιση των κεκτημένων δικαιωμάτων, χωρίς να διακρίνουν καθαρά το μέλλον που μας περιμένει». Και, σκέφτομαι, ήταν μόνο 1984…

Η εκατοστή επέτειος της δολοφονίας του Ζαν Ζορές επίσης δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον αριστερό τύπο, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ίσως η απάντηση να είναι ότι ο μεγάλος ειρηνιστής και ανεπανάληπτος ρήτορας μπορεί να υπήρξε το ενοποιητικό στοιχείο του γαλλικού σοσιαλισμού, αλλά είχε σοβαρές διαφωνίες τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν. Επικριτής του καπιταλισμού, ήταν την ίδια στιγμή αντίθετος στον αυταρχισμό και τον δογματισμό που χαρακτήριζαν την σοσιαλιστική ορθοδοξία. Ένα άρθρο στην El Pais από έναν Ισπανό διπλωμάτη ίσως διαφωτίζει περισσότερο: σε μια από τις ιδεολογικές διαμάχες που απασχόλησαν την προπολεμική Αριστερά ο Ζορές δεν πήγε με το «ρεύμα». Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεωρητικούς της επανάστασης και της ρήξης με τα αστικά κόμματα, από την μια πλευρά, και στο πραγματικό στρατόπεδο που αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη, εκείνος τάχτηκε με τους δεύτερους, ενώ στην δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση της εποχής, ανάμεσα στον διεθνισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, επεδίωξε μια σύνθεση: «Λίγος διεθνισμός σε απομακρύνει από την πατρίδα, αλλά λίγο περισσότερος σε φέρνει πιο κοντά σ’ αυτήν».

Μια άλλη αιρετική μορφή του κομμουνισμού, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με αφορμή την ταινία του Φεράρα Παζολίνι. Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Αρίας δυσκολεύεται να επιλέξει αν ήταν καλύτερος σκηνοθέτης ή ποιητής ή αν ήταν ένας αναλυτής ή ένας πολιτικός προφήτης. Χωρίς αμφιβολία, πάντως, ήταν ένας διανοούμενος που προέβλεψε την βία των εργατικών συνοικιών και κατήγγειλε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το κόμμα του, επειδή εγκατέλειψε το προλεταριάτο που ζούσε στην περιφέρεια αλλά κι επειδή «παραβίαζε και χειραγωγούσε την πραγματικότητα των σωμάτων». Ένας από τους καλούς του φίλους, ο συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει πως ήταν τελευταίος άνθρωπος στον οποίο οι Ιταλοί μπορούσαν να απευθύνονται, για καλό ή για κακό. Μέχρι την δεκαετία του 70 ο κόσμος στρεφόταν ακόμα στους ποιητές για να μάθει το μυστικό της ζωής. Και ο Παζολίνι πίστευε σε αυτόν τον ρόλο, δηλαδή στην δημόσια λειτουργία του ποιητή.

Άλλα σημειώματα μας μεταφέρουν σε ωραίες ιδέες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας εφημερίδας ή και αυτοτελείς εκδόσεις. Το περιοδικό Le Point ρώτησε είκοσι «γέρους» τι τους έμαθε η ζωή. Σταχυολογώ από το κείμενο του ενενηνταδυάχρονου Ενγκάρ Μορέν: Εναπέθεσα τις ελπίδες μου στο απίθανο, που μερικές φορές πραγματοποιήθηκε, όπως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η πτώση του Γ΄ Ράιχ έμοιαζε κι αυτή απίθανη όταν εντάχτηκα στην Αντίσταση […] Αν ειχα ένα σύνθημα να μοιραστώ, αυτό θα ήταν: Να περιμένετε το απρόβλεπτο! Η ελπίδα δεν βρίσκεται στην βεβαιότητα, αυτό μου έμαθε η ζωή.

«Το κοινοβούλιο των αόρατων» αποτέλεσε ιδέα του ιστορικού Πιέρ Ροζανβαλόν, ο οποίος παρατηρούσε ότι πολλοί Γάλλοι είναι αποκλεισμένοι από τον κόσμο των θεσμών και των μίντια, και νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει καμία σημασία. Είναι αόρατοι και δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Ο σχετικός τόμος περιλαμβάνει μαρτυρίες και ανακαλεί στην ουσία ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Πιέρ Μπουρντιέ αλλά και στην προ-κοινωνιολογική έρευνα που είχε κάνει ο Τσαρλ Μπουθ στο East End του Λονδίνου και το πρόγραμμα προφορικής ιστορίας στο Σικάγο του ’50.

Ο ιστότοπος Edge.org κάθε χρόνο θέτει και ένα προκλητικό ερώτημα, καλώντας τους διανοούμενους να το απαντήσουν. Το ερώτημα της χρονιάς: Ποια επιστημονική ιδέα είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη; Ο Ίαν Μακγιούαν απαντά πως μια μεγάλη επιστημονική παράδοση θα πρέπει να εμμένει σε οτιδήποτε διαθέτει. Η αλήθεια δεν είναι το μόνο μέτρο. Υπάρχουν τρόπο να κάνεις λάθος που βοηθούν άλλους να κάνουν το σωστό. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μια παλιά ιδέα. Μπορεί να ανακύψει ξανά μια μέρα για να βελτιώσει μια προοπτική που το παρόν δεν μπορεί να φανταστεί. Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Μεγάλη μερίδα ύλης αφιερώνεται σε σπουδαίες προσωπικότητες, γνωστές ή άγνωστες, αλλά και σε γεγονότα μιας άγνωστης Ιστορίας. Η δημοσιογραφία είναι η τέχνη τού να φτάνεις πολύ αργά όσο το δυνατόν νωρίτερα, έγραφε ο Στιγκ Ντάγκερμαν, που βρέθηκε ως δημοσιογράφος στην μεταπολεμική Γερμανία, το 1946. Ο σπουδαίος Σουηδός αυτόχειρας ποιητής δεν άρχισε, όπως οι άλλοι ξένοι ανταποκριτές, να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες αλλά έμπαινε ο ίδιος στα σπίτια των Γερμανών και έγραφε για την αφόρητη καθημερινότητά τους σε μια ερειπωμένη Γη. Σε μια περίοδο που όλοι θεωρούσαν την Γερμανία συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, εκείνος έγραφε για τον ανθρώπινο πόνο και τα ηθικά διλήμματα της δικαιοσύνης.

Η πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ Η Γυναίκα στον αριθμό 6: Η Μουσική έσωσε τη ζωή μου Άλις Χερτς – Σόμερ, η γηραιότερη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, δεν πρόλαβε να χαρεί την βράβευσή του· έφυγε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν ως προπαγανδιστικό μέσο για να δείξουν ότι δήθεν φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Επέτρεπαν συνεπώς συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Η ίδια ήταν παρούσα σε όλες τις συναυλίες, είτε ως μουσικός είτε ως κοινό. Η καλύτερη στιγμή της ήταν όταν έπαιξε στο πιάνο το Ρέκβιεμ του Βέρντι. Ο πλούτος της ήταν ο ίδιος ο πόνος. Όπως είπε χαρακτηριστικά: Οι πλούσιοι είναι γελοίοι. Νομίζουν πως έχουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν τίποτα. Εμείς που επιζήσαμε στο Ολοκαύτωμα έχουμε τον πόνο που βιώσαμε, την μουσική που μας αποσπούσε από αυτόν τον πόνο, και αυτό μας κάνει πιο πλούσιους από οποιονδήποτε πλούσιο.

Ο Μητσός μας συστήνει και σε σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς, όπως ο Ζαν Ντανιέλ, ιδρυτής του Nouvel Observateur, που έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Αλγερίου, έγραψε δεκάδες βιβλία, έχει τακτική και ενεργή σχέση με τους αναγνώστες του μέσα από το εβδομαδιαίο άρθρο του περιοδικού του. Στα ενενήντα τέσσερά του ο Ντανιέλ δηλώνει ένας μανιακός του αισθησιασμού, του αφιερώνει μερικές έξοχες φράσεις: η σεξουαλικότητα είναι η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Η συμβουλή του προς τους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους είναι η αναζήτηση της ψυχής των λαών μέσα στην λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. «Για να γίνετε δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς».

Μπορεί το καλοκαίρι να μην υπάρχουν πάντα ειδήσεις, αλλά συμβάντα που ποτέ δεν θα περνούσαν στον τύπο της επικαιρότητας. Την 15η Ιουλίου του 1976 άρχισε να ηχογραφείται ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Tom Waits, το Tom Traubert’s Blues, που μερικές φορές αναφέρεται ως Waltzing Matilda, παραπέμποντας στην γνωστή Αυστραλιανή μπαλάντα για το ταξίδι με τα πόδια ενός ανθρώπου που κουβαλάει στην πλάτη τον σάκο με τα υπάρχοντά του. Ο Γουέιτς χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό τραγούδι για να αναφερθεί στις δικές του περιπέτειες με το αλκοόλ. Υπήρχε πράγματι μια Ματίλντα, μια Δανή τραγουδίστρια και βιολονίστρια, με την οποία μοιράστηκε πολλά βαλς κι άλλα τόσα οινοπνευματώδη. Στην Ευρώπη ο Γουέιτς αισθανόταν σαν στρατιώτης μακριά από το σπίτι του, άφραγκος και μεθυσμένος. Στο σπαρακτικό τραγούδι ο βραχνός τραγουδοποιός αναρωτιέται πού είναι τα χέρια που με αγκάλιαζαν και αποδείκνυαν κάποτε την αγάπη της και συντρίβεται κάτω από την ίδια του την εξομολόγηση: Της έδωσα την χρυσή υπόσχεση / ότι δεν θα χωρίζαμε ποτέ / έδωσα στην αγάπη μου ένα μενταγιόν / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά [μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς – Πάνος Τομαράς].

Βρισκόμαστε ήδη στην αχανή επικράτεια του έρωτα κι εκεί μαθαίνουμε για μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομτ-Σπονβίλ στο βιβλίο του Ούτε σεξ ούτε θάνατος. Τρία δοκίμια για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα αναφέρει για την διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες φιλίας και τις ιστορίες έρωτα. «Δεν υπάρχει κάποιο αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και την φιλία. Τα όρια ανάμεσά τους πάντα μου φαίνονταν θολά, πορώδη, ρευστά. Στην πραγματικότητα, έβλεπα μια ευρεία ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβάνει (όπως κάνει η φιλία, στον Αριστοτέλη, με τον έρωτα) ακόμα και τα άκρα που χωρίζει ή ενώνει. Υπάρχουν ερωτικές φιλίες και φιλικοί έρωτες που μας διδάσκουν περισσότερα για την πράξη και το πάθος της αγάπης από τις υπερβολικά ευφυείς φιλίες ή τους υπερβολικά έντονους έρωτες».

Σε κάπως εκτενέστερα κομμάτια μπορεί να ζωντανεύουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως εκείνη μεταξύ του Τόνι Νέγκρι και του Νοτιοκορεάτη φιλόσοφου, συγγραφέα της Ψυχοπολιτικής και πρώην … μεταλλουργού Μπιουνγκ-σουλ Χαν, σε ένα θέατρο στο Βερολίνο. Ο πρώτος υποστήριξε, όπως πάντα, την ιδέα της παγκόσμιας αντίστασης στην αυτοκρατορία, στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Ο δεύτερος προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αντίσταση αυτή είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου και εξαντλείται πολύ εύκολα. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα κυριαρχίας, υποστήριξε, δεν χρησιμοποιεί την καταστολή αλλά την άσκηση γοητείας. Έτσι δεν είναι εμφανής ο εχθρός που καταστέλλει την ελευθερία, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον του. Ο καταπιεσμένος εργάτης μετατρέπεται σε επιχειρηματία, σε εργοδότη του εαυτού του· κι αν αποτύχει, αυτόν κατηγορεί. Ο κομφορμισμός και η συναίνεση συνοδεύονται από μια ευρέως διαδεδομένη κατάθλιψη και τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα «πλήθος» που να μπορεί να μετατραπεί σε μια παγκόσμια εξεγερμένη μάζα.

Σε πολλές περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανυπομονεί να μοιραστεί μερικά πολύτιμα αποστάγματα της σκέψης που συλλέγει από τα καθημερινά του διαβάσματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το βιβλίο του Σλοβένου διανοητή Λούκα Ζέβνικ σχετικά με τις Κριτικές προοπτικές για την αναζήτηση της ευτυχίας. Φαίνεται πως αγνοούμε ότι οι περισσότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις για την ευτυχία παραπέμπουν στην καλή τύχη. Η παράλογη πεποίθηση ότι αυτό το δώρο μπορεί να μετατραπεί σε μια μόνιμη κατάσταση όπου μπορεί να φτάσει ο καθένας δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Ο Πολ Ντόλαν, καθηγητής συμπεριφορικής επιστήμης, στο δικό του βιβλίο Ο σχεδιασμός της ευτυχίας γράφει πως η ευτυχία αποτελεί άμεσο προϊόν όχι αυτών που μας συμβαίνουν αλλά της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Αρκεί να βρούμε δηλαδή τι μας κάνει στιγμιαία ευτυχισμένους και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

Τέλος, όπως είναι αναμενόμενο, στα πιο αυτοβιογραφικά κομμάτια, είναι εμφανής η συγκίνηση εκείνου που επιθυμεί να διασώσει την μνήμη σημαντικών συνεργατών και αναρωτιέται αν τήρησε τις πολύτιμες συμβουλές τους. Η αποδημία του Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός αληθινού διανοούμενου, του οποίου η άρνηση να υποκύψει σε πιέσεις έχει μείνει παροιμιώδης, αποτελεί αφορμή για να θυμηθεί τα λόγια του Καμύ, πως «η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, όπως φαίνεται και από το ότι έχουν λίγους εραστές». Αλλά ένα άλλο κείμενο μου χάρισε κι εμένα ιδιαίτερη συγκίνηση: η ενθύμηση μιας σπάνιας προσωπικότητας, του δημοσιογράφου των Νέων και της ΕΡΤ Κώστα Γαλανόπουλου, που ήταν συχνός επισκέπτης στο καθιστικό μας, ως οικογενειακός φίλος, πίσω στην δεκαετία του ’70. Ο συγγραφέας διασώζει ένα σημείωμά του από το 2002, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του: «Ακόμα και μια λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται».

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 539, με εξασέλιδο σημειώσεων.

Στις εικόνες: Pete Seeger στον ποταμό Hudson,  Εnrico Βerlinguer, Jean Jaurès, Pier Paolo Pasolini, Εdgar Μorin, Ian McEwan, Stig Dagerman, o Stig Dagerman στην βομβαρδισμένη Φρανκφούρτη [1946], Tom Waits, Ang Kiukok – Lovers [1981], Toni Negri, Byung-Chul Han, Κώστας Γαλανόπουλος.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 222, υπό τον τίτλο The stories of the blues, παραφρασμένο τίτλος από έναν πολυαγαπημένο ιστοριοσυλλέκτη, εδώ

22
Αυγ.
17

Το έρμα, τεύχος 02 (Ιούνιος 2017)

Αναρωτιέμαι τι με τράβηξε περισσότερο στο δεύτερο τεύχος του νέου εξαιρετικού περιοδικού (το πρώτο κυκλοφόρησε το 2016, βλ. εδώ). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία (από την πολιτική, την φιλοσοφία και την επανάσταση μέχρι την θεολογία, την εσχατολογία και τον έρωτα), οι υπογραφές σύγχρονων Ελλήνων στοχαστών και δοκιμιογράφων ή τα παλαιά αλλά αδιάβαστα μεταφρασμένα διηγήματα από δυο εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων, του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ιασαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση, όλα προτάσσονται και προτείνονται στο εξώφυλλο,  – μια επιλογή που θεωρώ ιδανική, όχι μόνο λόγω αισθητικής αλλά και αποκάλυψης της ταυτότητας του εκάστοτε τεύχους – συνεπώς υπήρξαν απόλυτα θέλγητρα.

Ο Νίκος Κατσιαούνης ανοίγει το ερεθιστικότατο θέμα της εσχατολογικής προσδοκίας και των θεολογικών διαστάσεων του πολιτικού, που άλλωστε επανέρχεται συνεχώς στις σύγχρονες κοινωνίες. Το «ποθεινό» ενός άλλου κόσμου υπήρξε πάντοτε μια σταθερή ιστορική συνθήκη και η υπέρβαση υφιστάμενη τάξη του Είναι αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αλλαγών και της ανθρώπινης δημιουργίας. Όταν πριν περίπου δυο αιώνες η ανθρώπινη σκέψη διακήρυξε τον θάνατο του Θεού και τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου η διάβρωση της θεολογίας έπρεπε να καλυφθεί από νέες θεωρήσεις ολικής αντίληψης για τον κόσμο. Η κατά Βολταίρο καθοδηγητική αρχή δεν είναι πλέον η θεία βούληση και πρόνοια αλλά η ανθρώπινη βούληση και ο Λόγος. Η Ιστορία τώρα συγκροτείται στη βάση ενός τελεολογικού και εσχατολογικού οχήματος και αποκτά ένα νόημα κι έναν σκοπό.

Ο συγγραφέας εδώ προβαίνει σε μια επισκόπηση των σχετικών αντιλήψεων, αρχής γενομένης από τον κύκλο των αρχαίων Ελλήνων και το έσχατον των Χριστιανών, ο Θεός των οποίων κατευθύνει την ιστορία της ανθρωπότητας προς έναν τελικό σκοπό. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος προσπάθησε να συνθέσει μια παγκόσμια ιστορία στην οποία ενυπήρχε ένα τέλος, ένας σκοπός. Η ιδέα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού επί της γης αποτέλεσε ένα συχνό μοτίβο στη σκέψη πολλών θεολόγων και πιστών, ενώ το αίτημα για την αλλαγή του κόσμου θα αποτελέσει στον Ύστερο Μεσαίωνα κοινό τόπο σε μεγάλες μερίδες του ευρωπαϊκού πληθυσμού μέσα από την «ουτοπική συνείδηση» των χιλιαστικών ρευμάτων. Μπορεί η ιδέα της επανάστασης των νεωτερικών χρόνων να απέχει από αυτές τις οργιαστικές και εκστατικές δυνάμεις, όμως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση της «συνειδητής σύμπραξης» για την διαμόρφωση του κόσμου. Έτσι η «τόλμη και η δύναμη για το αδύνατο», κατά την φράση του Τόμας Πίντσερ μετασχημάτισε τον ποθεινό χρόνο σε χώρο πραγμάτωσης των ανθρώπινων επιθυμιών.

Μπορεί η πίστη στην υπερβατική θεία πρόνοια σταδιακά να αντικαθίσταται από την πίστη σε μια εμμενή πρόοδο, όμως πολλά δομικά στοιχεία της παλιάς μεταφυσικής μετουσιώθηκαν στις ορθολογικές θεωρήσεις που αντιμάχονταν τον παλαιό κόσμο. Το εσχατολογικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα του χριστιανισμού εξακολουθεί να υφίσταται στον αθεϊστικό ανθρωπισμό της εποχής των επαναστάσεων. Με τον Χέγκελ η θεολογία της ιστορίας μετατρέπεται σε φιλοσοφία της Ιστορίας στην οποία η κοσμικότητα της ιστορίας ιεροποιείται και η ιερή ιστορία υποβιβάζεται. Στην θεωρία του Μαρξ αλλά και πολλών αναρχικών στοχαστών είναι έκδηλος ένας μεσσιανισμός για την εκπλήρωση του βασιλείου της ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ βρήκε τη υλική του πραγματοποίηση στην μαρξιστική θεωρία, γράφει ο Κατσιαούνης, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα.

Ο Γιώργος Μερτίκας ερευνά την αισθητική της επανάστασης στον Εμανουέλ Σεγιές, η σκέψη του οποίου, με αποκορύφωμα την συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας, όχι απλώς υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού αλλά έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης. Ο ιδεολόγος αβάς Σεγιές υπήρξε μέτοχος όλων των μεγάλων στιγμών της γαλλικής επανάστασης και άφησε ως πνευματική κληρονομιά μια σειρά επαναστατικών φυλλαδίων που διεύρυναν την θεωρία της λαϊκής και της εθνικής κυριαρχίας Σε αντίθεση με τον μηχανιστικό ορθολογισμό του Χομπς, για τον οποίο ο Λεβιάθαν / το κράτος είναι ένας θνητός θεός και μια τεχνητή μηχανή, ο Σεγιές υποστηρίζει στρέφεται στην αισθητική του κράτους ως έργου τέχνης και υποστηρίζει ότι υπόδειγμα της πολιτικής είναι το μυθιστόρημα που στόχο του έχει να ταιριάξει τα γεγονότα στις επιθυμίες και στα γούστα μας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης βούλησης στην πολιτική, η αναπλήρωση της θεϊκής παντοδυναμίας με την ανθρώπινη είναι ιδρυτικό γνώρισμα όχι μόνο του ρομαντισμού αλλά και της νεωτερικότητας εν γένει.

Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής στο κείμενό του Ο παλιός και νέος κόσμος των κοινών: ζητήματα εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, παρουσιάζει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων συλλογικής αυτοδιαχείρισης και μοιράσματος συλλογικών πόρων. Εκατοντάδες ανά τον κόσμο κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν αγαθά από κοινού μέσα από την συλλογική συμμετοχή και εκτός λογικής της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους. Οι κοινότητες αυτές με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς και παράγουν την δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία· ανοικοδομούν συλλογικές δράσεις και συνεργασίες ανοιχτές στην ετερότητα, χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα.

Πρόκειται, ωστόσο, για διάσπαρτες και περιορισμένες κινήσεις που δεν αθροίζονται σε έναν διευρυμένο «τρίτο πόλο» παρά παραμένουν μειονοτικοί μικροχώροι, άγνωστοι στους πολλούς. Συχνά μάλιστα αφομοιώνονται από τα κυρίαρχα ρεύματα μέσα από «συμπράξεις και χρηματοδοτήσεις που υπονομεύουν την πραγματική αυτοδιαχείριση και το πρόταγμα μιας άλλης οικονομικής λογικής πέραν την κερδοσκοπίας και του ανταγωνισμού. Στο ακανθώδες αυτό ζήτημα συνεισφέρει ο συγγραφέας τους προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις του, με αφορμή αλλά και με πλείστες ενδιαφέρουσες διαφωνίες με το βιβλίο του Γ. Λιερού, Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στα Στοιχεία για μια θεωρία της αποσυντάσσουσας δύναμης, κείμενο μιας διάλεξης του 2013 με αφορμή πρόσφατες κατοχές και εξεγέρσεις από το Κάιρο και την Ισταμπούλ μέχρι το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, εμπλουτίζει και επεκτείνει την αρχαιολογία της πολιτικής που πρότεινε στο μείζον έργο του Homo Sacer) και ο Στέφανος Ροζάνης επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα Φαντασία και δημιουργία, με μια άλλη, πλαγιότερη ματιά σε ένα θέμα ενός βιβλίου του που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Φιλήμονα Πατσάκη Το σύνταγμα δεν μεταρρυθμίζεται, Χρήστου Μαρσέλλου Παναγιώτης Κονδύλης ΙΙ, Αλέξανδρου Σχισμένου Σημειώσεις για τον ερωτικό χρόνο και Ορέστη Τάτση Το Εγώ και η Ετερότητα αλλά κι ένας εκτενής διάλογος για την Λογοτεχνία, ιδίως για την γραφή και την ανάγνωση ως δυνατότητες της ελευθερίας, μεταξύ των Άρη Μαραγκόπουλου, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, ενώ ο τελευταίος καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο Σαλτιμπάγκοι και νευρόσπαστα, όπου και τυπολογεί τις αποτυπώσεις ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοούμενων σε παλαιότερες και νεότερες ελληνικές ταινίες. Οι Χρήστος Νάκος, Μαρία Μάζη και Πελαγία Φυτοπούλου καταθέτουν τα ποιήματά τους, ενώ ο Αχιλλέας Χρηστίδης «ζωγραφίζει» στο εικαστικό αφιέρωμα του τεύχους.

Τα διηγήματα των Σίνγκερ και Ονέτι είναι απλά αριστουργήματα (σε μετάφραση από τον Σπύρο Γιανναρά και την Έφη Γιαννοπούλου αντίστοιχα). Ιδίως ο προσφιλέστατός μου Ονέτι λογοτεχνεί για άλλη μια φορά μια πρόζα όπου ένα πολυγραφημένο τεύχος, η τυραννία ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, «η παμπάλαια συνήθεια του ψεύδους και της ωραιοποίησης», η εξαφάνιση μιας γυναίκας, η ανάθεση σε έναν ντέτεκτιβ – του έδωσα την φωτογραφία χωρίς θλίψη, εν μέρει με μια παράλογη αίσθηση απελευθέρωσης και η μνήμη μιας ερωτικής ιστορίας συνθέτουν μια καθαρά ονετική σύλληψη.

[Εκδ. Εξάρχεια, σελ. 215]

Στις εικόνες: Ιερός Αυγουστίνος [έργο του Antonio Rodríguez], Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Emmanuel Joseph Sieyès, Giorgio Agamben, Juan Carlos Onetti.

26
Απρ.
17

Γιώργος Χρονάς – Μια στιγμή Πιέρ Πάολο Παζολίνι

«Καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…»

Συγγραφέας, ποιητής, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, δημοσιογράφος, πολιτικός, με μια διαγραφή από το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πολίτης με τριάντα τρεις δικαστικές διώξεις, ο Παζολίνι υπήρξε ένας πολλαπλώς αιρετικός δημιουργός και μια ασυμβίβαστη, θυελλώδης προσωπικότητα· ένας τραγικός που, αιώνες μετά τους αρχαίους τραγικούς, ετοιμαζόταν να γυρίσει την Ορέστεια στην Αφρική με χορό τους γηγενείς της. Η έκδοση περιέχει πολλά είδη κειμένων – πεζά και ποιήματα του Γιώργου Χρονά, σύντομα γραπτά άλλων πάνω στον Παζολίνι και σύντομες λογοτεχνικές και δοκιμιακές καταθέσεις του ίδιου του Παζολίνι.

Ο Παζολίνι δημιούργησε μια εντελώς καινούργια κινηματογραφική γλώσσα. Τα παγκόσμια θύματα της βιαστικής αισθητικής δεν μπορούν εδώ να πάρουν την δόση τους, γράφει ο Χρονάς. Οι Θρύλοι του Καντέρμπουρυ, οι Χίλιες και μια Νύχτες, το Δεκαήμερο, η Μήδεια ήταν «όστιες τέχνης» για όλους έτσι ώστε το Σαλό ή Οι 120 μέρες των Σοδόμων να είναι το οριστικό τέλος του ονείρου. Το φθινόπωρο του 1975 τελείωσε το γύρισμα και άρχισαν οι απαγορεύσεις της προβολής, λίγο πριν την άγρια δολοφονία του στο λιμάνι της Όστιας, σ’ ένα τοπίο όπως στις ταινίες του· «ένα βιαστικό σκηνικό του τέλους». Κανείς δεν πίστευε πως πραγματικά δολοφονήθηκε από έναν δεκαεφτάχρονο νεαρό. Οι κυριακάτικες εφημερίδες είχαν ήδη τυπωθεί, κι έτσι η είδηση περίμενε τον τύπο της Δευτέρας. Ο επίσημος δολοφόνος του είπε πως έσωσε την Ρώμη από ένα περίεργο και χυδαίο υποκείμενο· ο χωροφύλακας που σκότωσε τον Λόρκα στα χωράφια της Γρανάδας λέγεται πως είπε σκότωσα τον ομοφυλόφιλο ποιητή· το ίδιο και οι δολοφόνοι του αρχαίου ποιητή Ίβυκου στην Κόρινθο, το ίδιο και το γκαρσόνι που σκότωσε τον αρχαιολόγο Βίνκελμαν.

Ο Χρονάς επιστρέφει στο Ακατόνε – πρώτη του ταινία αλλά και συνοικία όπου έζησε, καθώς η μουσική του Μπαχ σκεπάζει τα πλινθοκεραμένια σπίτια. Βλέπει τριγύρω παντού μικρά παιδιά, ενώ στις αρχαίες τραγωδίες μόνο στον Ευρυπίδη ο μικρός Αστυάναξ στις Τρωάδες και τα παιδιά της Μήδειας εμφανίζονται στην σκηνή. Εδώ κυριαρχούν παντού. Ο Ακατόνε ιερουργεί μέσα στην καταστροφή του χαμόσπιτου. Όταν ο Παζολίνι έφτιαξε την ταινία ήταν ήδη ένας συγγραφέας πολλών ποιητικών συλλογών και ενός πεζού. Κι αν η Μάμα Ρόμα είναι η Μεγάλη Παρασκευή, ο Ακατόνε είναι η Μεγάλη Πέμπτη του.

Και πώς βρέθηκε ο Παζολίνι στην Θεσσαλονίκη; Σε ένα όνειρο του Χρονά, την εποχή του μεγάλου σεισμού, έμειναν μόνοι να ανεβαίνουν στα κάστρα κι εκείνος του είπε καλύτερα να ήμουνα δάσκαλος σε κάποιο άγνωστο χωριό, στα περίχωρα της Πεσκάρας. Μόνος, σ’ ένα γυμνό ενοικιαζόμενο δωμάτιο με Πλάτωνα κι Αριστοτέλη στο κομοδίνο και Δάντη στο πάτωμα. Όταν έφτασαν στον Όσιο Δαυίδ του εξομολογήθηκε ότι πολλοί τον αγάπησαν αλλά κανείς δεν τον κατάλαβε. Του είπε κι άλλα και στο τέλος του ζήτησε έναν «ειδικό» κινηματογράφο· άλλωστε οι πεθαμένοι δεν θέλουν πολυτέλειες.

Σε άλλο κεφάλαιο επανέρχεται στον θάνατό του, μια υψηλής ποιότητας ταινία φρίκης. Από μια άποψη, έπεσε θύμα ενός από τους χαρακτήρες που δραματοποίησε στις ταινίες του, είπε ο Αντονιόνι, για την «τέλεια τραγωδία». Για τον Ίταλο Καλβίνο η δολοφονία ήταν η επιβεβαίωση της νέας και χωρίς οίκτο βίας που ο Παζολίνι έβλεπε στα μάτια της νέας γενιάς.  Λίγο αργότερα ανοίγουμε τις μεγάλες σελίδες της μιας Παέζε Σέρα του 1962. Ο Παζολίνι συνομιλεί με την Άννα Μανιάνι· για τα πλάνα που την δυσκόλεψαν, για την πλάσιμό της στα χέρια του σκηνοθέτη· του εξομολογείται ότι στο Μάμα Ρόμα ένιωσε σαν μια καινούργια ηθοποιός που όμως έχασε την ισορροπία της. Εκείνος επιμένει για μια σκηνή: δεν ήθελα να υπάρχει, πριν εκραγεί η τραγωδία σου, η παραμικρή θλίψη ή μελαγχολία στο γέλιο σου.

«Η ιδεολογική διαθήκη» του Παζολίνι είναι η ομιλία που θα έκανε στο Συνέδριο του ιταλικού Ριζοσπαστικού Κόμματος στην Φλωρεντία, ένα κείμενο που έγραψε στην γραφομηχανή του λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, μια συνοπτική παρουσίαση όλων των θαρραλέων μαχών που έδωσε από πολλές διαφορετικές επάλξεις – και από τις σελίδες των περιοδικών και των εφημερίδων. Περιλαμβάνονται ακόμα άλλα δυο κείμενά του (Ναρκωτικά και κουλτούρα, Μια κραυγή που θα διαταράξει και θα ερεθίσει). Η Sandra Petrignani γράφει για το Petrolio, το τελευταίο μυθιστόρημα του Pier Paolo Pazolini, ένα μεγαλειώδες σχέδιο δύο χιλιάδων σελίδων όπου άφηνε ξέχειλη την οργή του για τις παρεκκλίσεις της εξουσίας και τα καταστρεπτικά λάθη μιας εκφυλισμένης χώρας. Η αποφυγή της μεταθανάτιας έκδοσης κρίθηκε ότι θα συγκέντρωνε όλη την προσοχή κι αφήνει ακόμα ανοιχτό ερώτημα τι θα μπορούσε να ήταν στα χρόνια του ’70 αυτό το βιβλίο. Και ο Σέρτζιο Τσίτι δακτυλογραφεί για την «ευρηματικότητα του Παζολίνι, που κάποτε είπε «καταβροχθίζω την ύπαρξή μου με μια βουλιμία άπληστη…».

Σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κείμενο [Π. Π. Παζολίνι: Η Πολιτική (θεωρία) της Αίρεσης] ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος εστιάζει στο επεισόδιο της επίσκεψής του Παζολίνι στο Πανεπιστήμιο Βενσέν (1974), το οποίο ενσάρκωνε τις αξίες του Μάη του 1968. Εκεί ο συγγραφέας αντιμετώπισε την αισχρή συμπεριφορά των μαοϊκών, όταν τόλμησε να υπενθυμίσει ότι ο φασισμός υπάρχουν παντού, υπάρχει ακόμα, υπάρχει σε όλους. Εκείνο που ενοχλούσε γενικότερα ήταν η απόλυτη «αιρετικότητά» του. Στο πρόσωπό του συνυπήρχαν τέσσερις αιρέσεις: η αποκάλυψη των φασισμού και νεοφασισμού του τότε παρόντος, η καταδίκη της εθνικιστικής καταδίκης των τοπικών ιταλικών διαλέκτων προς όφελος μιας «εθνικής» τηλεοπτικής γλώσσας, η θρησκευτική του ελευθερία, ο κομμουνισμός του που διαλογιζόταν μόνο με την σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι.

Από άλλη σκοπιά, ο  ψυχαναλυτής Ροζέ Νταντούν ξεχώρισε τρεις χώρους αίρεσης στην ζωή και το έργο του Παζολίνι: την πολιτική (πρώτα την εγγραφή του στο κόμμα, ύστερα την κριτική του στάση και το πλησίασμα του αναρχισμού κ.ά.), την σεξουαλική (η σεξουαλικότητα είναι αφ’ εαυτής αίρεση, πόσο μάλλον η ομοφυλοφιλία) και την καλλιτεχνική αίρεση (η ίδια η τέχνη του, με την εκρηκτική παρουσία του σώματος, τις τοπικές διαλέκτους, την κουλτούρα των ορίων και του ερωτισμού). Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οτιδήποτε νέο και διαφοροποιό φέρει αναγκαστικά την σφραγίδα της αίρεσης

Ο Παζολίνι δεν έπαυε να ενοχλεί και τότε και μετά τον θάνατό του. Ο συγγραφέας Φιλίπ Σολλέρς θεωρεί ότι η ιταλική κοινωνία ήταν συνυπεύθυνη για το μεταθανάτιο λιντσάρισμα του Παζολίνι: το εξογκωμένο πτώμα του χρησιμοποιήθηκε στα μέσα ενημέρωσης. Όταν μια κοινωνία δίνει στον εαυτό της την αναπαράσταση ενός από τους μεγαλύτερους ποιητές της σαν υπερεκτεθειμένο πτώμα, υποστηρίζει, δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε πάνω στην συμβολική εκδίκηση που αυτό αντιπροσωπεύει….Τριάντα έτη μετά την δολοφονία του ο φάκελος Παζολίνι άνοιξε ξανά. Η περίπτωσή του παρουσιάστηκε επισήμως ως «υπόθεσις ηθών» αλλά δεν αποκλείστηκε και το ενδεχόμενο πολιτικού εγκλήματος: λίγο καιρό πριν δολοφονηθεί είχε δεχτεί απειλές από την άκρα Δεξιά για τον Σαλό, όπου κατήγγειλε με σφοδρότητα τον ιταλικό φασισμό στην τελευταία φάση του (1943 – 45)

Ο Χρονάς είναι από τους ελάχιστους που «δικαιούται» να μιλά και να γράφει για τον Αφρικανό και ανατολίτη Ιταλό, όπως ονομάζει τον Παζολίνι· και το κάνει με τον απόλυτα δικό του αισθαντικό και απροκάλυπτο τρόπο, με την τρυφερότητα ενός φίλου, την γραφή ενός ποιητή και την σκληρότητα ενός φίλου, την άγρια κατανόηση ενός μακρινού συγγενή. Γράφει πεζά σαν ποίηση και αφήγηση σαν ρεπορτάζ. Άλλωστε από τις δικές του εκδόσεις τον πρωτοδιαβάσαμε, δεκαετίες πριν. Τώρα τον αποχαιρετά για άλλη μια φορά με ένα πολύ ιδιαίτερο ποίημα (Ο Παζολίνι στη Ραφήνα), αφού νωρίτερα πεζογράφησε την αγαπημένη του Μαρία Κάλλας στη Ραφήνα και τους Πεταλιούς. Το βιβλίο κλείνει με το κινηματογραφικό και λογοτεχνικό του έργο.

Εκδ. Οδός Πανός, 2016, B΄ έκδ.  με προσθήκες, αλλαγές, διορθώσεις [Α΄ έκδ. Μπιλιέτο, 2004], σ. 143.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 216, εδώ.

Στις εικόνες: με την Άννα Μανιάνι στα γυρίσματα του Mamma Roma το 1962, με την μητέρα του Susanna Colussi το 1963, με την Μαρία Κάλλας το 1970.

12
Μαρ.
17

Στάθης Γουργουρής – Ενδεχομένως αταξίες. Κείμενα ποιητικής και πολιτικής

Τα ηρεμιστικά του βάλτου και οι στοχασμοί της αφύπνισης

Στοχάζεται η λογοτεχνία; αναρωτιόταν ο συγγραφέας σε παλαιότερη συλλογή κειμένων (που παρουσιάσαμε εδώ)· αυτή τη φορά το πεδίο μετατοπίζεται στην ποιητική και την πολιτική και όσα μύρια περικλείουν αλλά κατά κάποιο τρόπο το ερώτημα παραμένει ίδιο. Άλλωστε οι επιμέρους τομείς της τέχνης του λόγου ή της σκέψης, της πολιτικής ή της ιστορίας, δεν αποτελούν παρά ενδεικτικές διαγραμμίσεις σ’ έναν ενιαίο χάρτη όπου όλα συνδέονται. Και ακριβώς αυτή είναι η αρετή των περισσότερων κειμένων του συγγραφέα: από την μία επικεντρώνουν σε ένα θέμα με πλήρη αυτονομία και από την άλλη το ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σε δοχεία συγκοινωνούντα που καταλήγουν σε μια ευρύτερη δεξαμενή. Και, βέβαια, το ερώτημα είναι πάντα έτοιμο να αντιστραφεί: τι στοχαζόμαστε εμείς μέσα από την πεζογραφία, την ποίηση, την πολιτική, την φιλοσοφία, την επικαιρότητα, την τρέχουσα καθημερινότητα.

Ας ξεκινήσω από την ανάγνωση μιας συγγραφέως που δεν έχει διαβαστεί αρκετά, της Μιμίκας Κρανάκη, και του σημαντικού της βιβλίου Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Ο Γουργουρής εκκινεί από τον Μπρεχτ που έλεγε ότι το πιο θλιβερό για μια κοινωνία είναι να έχει ανάγκη από ήρωες. Είναι μια κοινωνία που νοσεί: η ανάγκη της για ήρωες και ηρωισμούς υποδηλώνει την αδυναμία της να δράσει σύσσωμη και να μοιράσει την ευθύνη σε όλα της τα μέλη. Έτσι θυσιάζει κάποια επίλεκτα μέλη της στο βωμό της επωνύμου δόξας (συνήθως μεταθανάτιας), για να συγκαλύψει την συλλογική της ανεπάρκεια.

Στο επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης ηρώων η λογοτεχνία συμβαδίζει με την «πραγματικότητα», αλλά και μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται οι κοινωνίες τους ήρωές τους· πώς τους ανταμείβουν και πώς τους απωθούν; Και το εκτενές τόλμημα γραφής της Κρανάκη αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάδυσης στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία όπου ηρωισμός και θλίψη αναπόφευκτα συνυφαίνονται. Το μυθιστόρημα αφορά τους αριστερούς (κυρίως) επιστήμονες, διανοούμενους και καλλιτέχνες που διασώθηκαν κατά τον Εμφύλιο χάρη στην πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης να τους χορηγήσει υποτροφίες για σπουδές στο Παρίσι (1945).

Η συγγραφέας ήταν μια από τους υποτρόφους αλλά εδώ το αναμφισβήτητο αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν εμφανίζεται παρά ως σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο τα πάντα λάμπουν ως μύθοι: όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και ο ίδιος ο Εμφύλιος, η μετανάστευση, η διασπορά, η Ευρώπη κ.ό.κ., και τυλιγμένος γύρω τους ο ίδιος ο μύθος της Αριστεράς. Οι ήρωές του είναι πραγματικά θλιμμένοι, όχι τόσο γιατί κουβαλούν το βαρύ πεπρωμένο του μετεμφυλιακού ελληνισμού όσο γιατί αναγνωρίζουν ότι αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα μιας ανεπαρκούς μυθολογίας. Και εφόσον η πλοκή του μυθιστορήματος στηρίζεται σε αυτό το τεράστιο χάος που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς, η συγγραφέας παραδίδεται στον γνωστό αφοριστικό λόγο αυτών που είδαν τα οράματά τους να διαπομπεύονται από τους ίδιους τους συντρόφους τους εν ονόματι μιας μίζερης πολιτικής σκοπιμότητας.

Τελικά αυτοί οι ήρωες γίνονται υπότροφοι μιας αέναης μετατόπισης· μιας ιστορίας όπου η εξορία – ξενιτιά δεν είναι απλώς μια μόνιμη (εγ)κατάσταση αλλά και μια ολοένα και πιο α-νόητη σημασία. Οι πάτριες αναμνήσεις τους εναλλάσσονται με τους απάτριδες στοχασμούς και χωρίς ακριβώς να παύουν να είναι Έλληνες, γίνονται Φιλέλληνες. Όπως γράφει η συγγραφέας: Φιλέλληνες, όπως λες φιλό-σοφος ή φιλό-μουσος, αγαπάς τη σοφία, τη μουσική, χωρίς ούτε σοφός ούτε μουσικός να ’σαι. Εξ’ αποστάσεως. Άλλοι θα φτειάχνουνε τον κόσμο, τη ζωή, και συ, μακρινός εραστής, θα κάθεσαι να βλέπεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη φωνή μέσα στο μυθιστόρημα, πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ξένος. Η αρνητική γραμματική της πιο οικουμενικής κατάφασης: Ξένος ουδείς, συνεπώς ούτε Οδυσσέας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Πλανόδιου γνωρίζουμε τον συγγραφέα από τις ανεξάντλητες «πίσω» σελίδες του περιοδικού, όπου μαζί με άλλους ερευνητές, δοκιμιογράφους και συγγραφείς άνοιγε ακριβώς αυτή την βεντάλια των στοχασμών· στην προκείμενη περίπτωση με την στήλη Διαβατήρια, πέντε από τα οποία αναδημοσιεύονται εδώ. Το πρώτο μας ταξιδεύει στο «μετεμφυλιακό Βελιγράδι», στο τιτοϊκό ξενοδοχείο Μετροπόλ και σε μια αξέχαστη συνύπαρξη πρώην Γιουγκοσλάβων όλων των «εθνοτήτων», ανθρώπων που είχαν μάθει να ζουν με την απώλεια της χώρας τους· που περιφρόνησαν το καινούργιο τους διαβατήριο και δεν περιφέρονταν σαν ζωντανοί νεκροί στο νεκροταφείο των οραμάτων τους. Κανείς τους, αν και ά-εθνος ή άπατρις δεν ένοιωθε άπολις. Η συνάντηση δεν αποσκοπούσε σε κάποια ιεροτελεστία συμφιλίωσης. Τίποτα δεν χώριζε αυτούς τους ανθρώπους για να χρειάζεται να επαναστήσουν γέφυρες. Ή μάλλον, ό,τι τώρα τους χωρίζει – η αμείλικτη αλήθεια της Ιστορίας – τους είναι ξένο, επιβεβλημένο από κάποιους άλλους. Έχει φτάσει να τους ανήκει μόνο και μόνο επειδή τους αποκαλεί – τους αποκλείει ονομάζοντάς τους – Σέρβους, Κροατες, Μαυροβούνιους, Βόσνιους, Σλοβένους, Μακεδόνες, και εκεί ακριβώς έγκειται η εναντίωσή τους: στο βάπτισμα στο οποίο, παρά τη θέλησή τους, τους εξαναγκάζει ο εθνικισμός. [σ. 241 – 242]

Το τρίτο διαβατήριο αφιερώνεται στον τρομπετίστα Μάζεν Κερμπάτζ που το 20006 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να παίξει τρομπέτα ντουέτο με τις βόμβες που έπεφταν στον απέναντι λοφίσκο [συμπληρώνοντας την τέχνη εν καιρώ πολέμω με τις εικαστικές και ιστολογιακές ανταποκρίσεις του] αλλά θα σταθώ περισσότερο στο δεύτερο, που αφορά τον Φιλ Όουκς, εκκινώντας από την τραγική εμφάνιση του στο Κάρνεγκι Χολ το 1969. Ο πιο στρατευμένος στιχουργός της παρέας των φολκ τροβαδούρων Ντύλαν και Μπαέζ, ο πιο πολιτικοποιημένος τραγουδοποιός της γενιάς του, απαγορευμένος σε κάθε ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναμετάδοση, κατέρρευσε μετά το τραυματικό 1968 και τα πρωτοφανή επίπεδα βίας, πολιτικού διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης, ύστερα από τα οποία η στρατευμένη αριστερά της αμερικανικής φολκ φαινόταν αδύναμη και αφελής. Άλλωστε ήταν ο μοναδικός μουσικός της επαναστατημένης νεολαίας που ήταν παρών στο μακελειό κατά την Συνέλευση του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο.

Στην σκηνή δεν ανέβηκε ο άλλοτε προκλητικός και σαρκαστικός Όουκς αλλά ένας νεκροζώντανος άντρας με την λαμέ αμφίεση του Έλβις· ήταν η τελευταία του εμφάνιση προτού προχωρήσει στην ψυχασθένεια και την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας αναζητά τα διαβατήριά του: την ανέστια ζωή του μοναχικού που αναζητά το πλήθος που άλλοτε τον επευφημεί και άλλοτε τον αποπέμπει, την μοναξιά που είναι ελεύθερος αέρας και αβάσταχτο βάρος συνάμα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Πατριώτη και τον Προδότη (όπως τιτλοφορούσε ένα 45άρι του) όταν η ηγεσία έχει προδώσει τις βασικές αξίες της χώρας και η προδοσία είναι η απώτατη πατριωτική πράξη; Ο Όουκς δεν σταματούσε να τραγουδά κατά του θανάτου εν ονόματι των νεκρών του Βιετνάμ με το άλλοθι μιας επικείμενης επανάστασης. Όμως οι συνεχείς δολοφονίες των ηγετών κάθε εστίας αντίστασης και η εξάπλωση της βίας τον έφεραν ενώπιον μιας αλήθειας: η αμερικανική κοινωνία στην ουσία της είναι μια κοινωνία θανάτου, μια κοινωνία φαντασμάτων που εξοντώνει οτιδήποτε θετικό. Και εξάγει θάνατο παντού γιατί τον παράγει εν αφθονία. Ο ίδιος έγραψε ως ημερομηνία θανάτου του το 1968, κι ας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, βλέποντας την δολοφονία του Βίκτορ Χάρα στην Χιλή, κυνηγημένος και επιτηρούμενος από τους πράκτορες του FBI, λογοκριμένος από τα Μέσα, ξεχασμένος από την Αμερική.

«Τα ηρεμιστικά του βάλτου» εκκινούν από την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, άρα και της ψυχροπολεμικής σύλληψης της Ιστορίας. Η επανάσταση μεταδόθηκε από την τηλεόραση, άρα δεν γλίτωσε από το ζάπινγκ των θεατών και μετά από μερικά τρίλεπτα σπασμωδικού τηλεοργασμού χάθηκε στην γκρίζα άβυσσο πίσω από το προσωπείο της οθόνης. Τα τείχη γκρεμίστηκαν χωρίς ήχο κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της «σύγχρονης» κοινωνίας που θεσμοθετείται ως σύγχρονη βάσει των ιδεών του λεγόμενου Διαφωτισμού, έγκειται δηλαδή σε μια αδιάλλακτη ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Παύουμε λοιπόν να ψάχνουμε το νόημα της ύπαρξής μας σε κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη χώρο στα χέρια ενός παντοκράτορος Άλλου και το ψηλαφούμε μέσα στις σκέψεις και τις πράξεις μας ως αναπόφευκτα κοινωνικά και ιστορικά όντα.

Πρόκειται για μια δραματική στροφή στην ανθρώπινη φαντασία που μας επαναθέτει την δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής αυτονομίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι τα «σύγχρονα» επαναστατικά κινήματα βασίστηκαν ακριβώς σε αυτό το πρόταγμα της αυτονομίας αλλά και απέτυχαν επειδή η ίδια η κοινωνία «δεν έχει καταφέρει ακόμα να σηκώσει το βάρος της τεράστιας ευθύνης που θέτει η αυτονομία της, προδίδοντας στα ίδια της τα ευρήματα ιδιότητες θείες: την ορθολογικότητα ως υπέρτατο ον, την επιστήμη ως αλήθεια της Φύσης, το Έθνος ή το Κράτος ως εγγύηση πρόνοιας, το Κόμμα ως κλειδοκράτορα των νόμων…». Αλλά το πιο επαναστατικό παράδειγμα της διαφωτιστικής παράδοσης είναι ακριβώς η δυνατότητα της αυτοκριτικής! Τι συμβαίνει λοιπόν και η κοινωνία κλονίζεται από κάθε λογής εκρήξεις φανατισμού ο οποίος διακρίνεται από μια ενσυνείδητη επιλογή μεταφυσικών αξιών και οραμάτων αντί μιας στοχαστικής αναμέτρησης με την ιστορική περιστασιακότητα της ζωής; Η διανόηση και ο στοχασμός, γράφει ο Γουργουρής, είναι διαμετρικά αντίθετοι με τον μαζικό φανατισμό εν ονόματι μιας υπερβατικής ιδέας (εθνικισμός, φονταμενταλισμός κ.λπ.) και την μαζική παραίτηση από τα κοινά εν ονόματι μιας αυτοέγκλειστης τελετουργίας (καταναλωτισμός, τηλεχαύνωση κ.λπ.).

Με ανοιχτό τον προβληματισμό για την αυτονομία της κοινωνίας, φυλλομετρώ τον τόμο και στέκομαι στο κείμενο για την σημασιακή σχέση πόλης και ποίησης στον Χάιντεγγερ. Ποια είναι η πολιτική σημασία της ποίησης ιδιαίτερα μετά τις φιλοσοφικές συνέπειες του πλατωνικού διατάγματος για την απαραίτητη εξορία των ποιητών από την πόλη; Ο όρος «κοινωνία των πολιτών» χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοια του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας της πόλης. Μπορεί ο φιλόσοφος να παραποίησε την αρχαιοελληνική σκέψη αλλά ταυτόχρονα και την επέκτεινε και την εμβάθυνε ριζικά. Η χαϊντεγγεριανή θεώρηση της αρχαίας σκέψης αποδίδει στην ποίηση θεμελιώδη στοχαστικό ρόλο. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανακοίνωσε το τέλος της φιλοσοφίας, ολόκληρο το έργο του καταπιάνεται με τον πρωταρχικό όρο ύπαρξής της, την πολιτική: ο συνεχής προβληματισμός της καθημερινής ζωής έξω από κάθε μεταφυσική υπέρβαση, μέσω της αυτονομίας της πόλης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχουν «Οι αντιφάσεις και αμφιθυμίες του Άγγελου Ελεφάντη». Ο άρτια καταρτισμένος ιστορικός και θεωρητικός της πολιτικής που έδρασε, μεταξύ άλλων, ως στοχαστής, συγγραφέας, σχολιαστής και μεταφραστής γαλούχησε τρεις τουλάχιστον γενιές με το περιοδικό Ο Πολίτης. Ο Πολίτης υπήρξε το κατεξοχήν φόρουμ ειδών όπου η πιο σύγχρονη τότε λογοτεχνική θεωρία ερχόταν σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και την ελληνική λογοτεχνία αυτή καθαυτήν. Ο Γουργουρής (που, σημειωτέον, υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και δημοσίευε κείμενα με τα οποία διαφωνούσε ο Ελεφάντης αλλά ουδέποτε διανοήθηκε να μην δημοσιεύσει) θεωρεί ότι η δεινή αφοσίωση του Ελεφάντη στις αρχές του Διαφωτισμού και την μορφή του έθνους ως κύριο έδαφος συλλογικής πολιτικής πρακτικής τού κατέστησε δύσκολο να εκτιμήσει την ονομαζόμενη μεταμοντέρνα ή μεταδομική σκέψη.

Για τον Ελεφάντη το έθνος υπήρξε κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λειτούργησαν ως μαγματικές πηγές όλων των ευρωπαϊκών εθνικών φαντασιακών. Η επιτυχία των Γάλλων στοχαστών (Αλτουσέρ, Λακάν, Φουκώ, Ντερινά) στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο τού ήταν ανυπόφορη. Την έβλεπε σαν ιμπεριαλιστική πραγματικότητα, ένα είδος αναρρόφησης της αληθινής σκέψης από ένα αποστειρωμένο θεσμικό πλαίσιο που παρήγαγε ιδεολογικές μορφές προς όφελος των δομών της αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όταν η αμφισβήτηση άγγιξε τον Διαφωτισμό, την καρτεσιανή λογική, την μορφή του έθνους και του πολίτη και όλα όσα απελευθέρωσαν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης ο Ελεφάντης αντιτάχθηκε σε αυτού του είδους τον ριζοσπαστισμό και δεν είχε υπομονή για τις διάφορες μετα – εθνικές κατηγορίες, για την μετα – αποικιακή σκέψη ή τις «φαντασιακές κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον και βέβαια παρέμενε συνεπής σε μια γκραμσιανή «αισιοδοξία της βούλησης». Και αναρωτιέται ο Γουργουρής…

…. πώς ένας στρατευμένος διεθνιστής – ως κομμουνιστής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο – δίσταζε μπροστά σε νέες ιδέες και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και τις εθνικές ταυτότητες. Αναρωτιέται κανείς πώς ένας στοχαστής, ρασιοναλιστής σίγουρα αλλά με εξαίσια και λεπτή αίσθηση του ποιητικού, που ως ακτιβιστής ήταν γκραμσιανός, που ανδρώθηκε πολιτικά στους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του ’68 με το σύνθημα «Η φαντασία στην εξουσία» έδειχνε τέτοια δυσπιστία προς την έννοια του φαντασιακού; [σ. 324]

Το κείμενο «Βάλτερ Μπένγιαμιν: φυσιοδίφης και φωτογράφος της ιστορίας» εστιάζει σε δυο ιδιαίτερες εκδόσεις για τον σπουδαίο στοχαστή, μια εκ των οποίων θα παρουσιάσουμε σύντομα (πρόκειται για την σημαντική ανάγνωση της διαλεκτικής του περί φωτογραφίας από τον Εντουάρντο Καντάβα, που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ερευνητής μέσα από ένα ιδιαίτερο λεξικό εννοιών καταδεικνύει ότι η φωτογραφία είναι φύσει «μπενγιανική» στην σχέση της με την ιστορία: είναι ταυτόχρονα σημείο σύνδεσης και διάρρηξης, ένας φωτοδιακόπτης μεταξύ ανάμνησης και θανάτου. «Το θεμελιακό ψευδές δίλημμα του Λούκατς», η Αμερική που είναι «αναπόφευκτα μερική», το Ιράκ που καθρεφτίζει το αμερικανικό σύμπλεγμα, η τηλεκατευθυνόμενη κοινωνία και τα θηράματά της, η νέα τάξη θυμάτων, ο «παράδοξος και τακτικός» Σεφέρης, ο «αλογάριαστος» Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Χουλιάρας και ο Τάκης Σιμώτας, οι τσαρλατάνοι του ύφους, το «ασύλληπτο μυθιστόρημα» της εγχώριας τρομοκρατίας είναι μερικά ακόμη από τα θέματα πάνω στα οποία προβληματίζεται η ευρύτατη ματιά του συγγραφέα. Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Πλανόδιον, Σχεδία), εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή, Το Βήμα), συλλογικά θεματικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και αλλού· άλλα υπήρξαν αντικείμενο διαλέξεων ή ήταν μέχρι σήμερα ανέκδοτα.

Εκδ. Νήσος, 2016 [Πολιτείες, 36], σελ. 404.

Στις εικόνες: Μιμίκα Κρανάκη [έργο της Άννας Φιλίνη], αναμνηστική φωτογραφία των διανοουμένων – επιβατών του πλοίου Ματαρόα το 1945 [Παρίσι, 1946 (Πανεπιστημιούπολη). Από αριστερά: Μέμος Μακρής, Γιώργος Καρούζος, Κατερίνα Καχραμάνη, Κώστας Παπαϊωάννου, N. Καχραμάνη, Ντούντα – Ζίζικα, άγνωστος, Μέμος Αλίκουλης (Αρχείο Μάνου Ζαχαρία)], Mazen Kerbaj, Phil Ochs, Martin Heidegger, Άγγελος Ελεφάντης [1976], Τριακοστός Πολίτης, Walter Benjamin κι ένα ξενοδοχείο πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, μετέπειτα υπερεθνικής συνύπαρξης.

25
Φεβ.
17

Βασιλική Πέτσα – Όταν γράφει το μολύβι. Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία

petsa_otan-grafei-to-molibi_

Αναμέμνοντας την λογοτεχνία της ένοπλης βίας

Θυμάμαι πόσο με είχαν συνεπάρει αλλά και αιφνιδιάσει Οι πολίτες της σιωπής, ένα παλαιότερο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Νένης Ευθυμιάδη. Ήταν η πρώτη λογοτεχνική μου ανάγνωση ενός πολιτικού μυθιστορήματος με θέμα την τρομοκρατία. Εδώ η πολιτική βία εμφανίζεται κυρίως ως απειλή της επικείμενης εμφάνισής της, όπως γράφει η ερευνήτρια κάπου στη μέση του βιβλίου. Η ένοπλη ομάδα «Μηδέν» με την ανατίναξη μιας σειράς αγαλμάτων στρέφεται εναντίον συμβόλων εθνικής ταυτότητας· με την απανθράκωση σταθμευμένων αστικών λεωφορείων στηλιτεύει την σχετική κρατική ανεπάρκεια· με το χτύπημα ενός ναού θέτει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας. Η δολοφονία αστυνομικού, στρατιωτικού και αλλοδαπού αξιωματικού πλήττουν εξίσου θεμελιώδεις βεβαιότητες ή προκαταλήψεις. Η οργάνωση αναπροσαρμόζει την στρατηγική της για να αποφύγει την ταύτισή της με τις καθιερωμένες ερμηνείες και εμμένει στην συμβολική διάσταση των χτυπημάτων ως αυτόνομων εκφρασιακών ενεργημάτων.

Η στροφή εναντίον πολιτών είναι ζήτημα χρόνου κι έτσι σχεδιάζεται η ανατίναξη μιας αστικής πολυκατοικίας, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τον εφησυχασμένο μεταπολιτευτικό modus vivendi. Ολόκληρο το χωροθετημένο συγκρότημα μετατρέπεται ως πεδίο επιτήρησης και ελέγχου, μια σύγχρονη εκδοχή του στρατοπέδου, του κατεξοχήν χώρου μιας κατάστασης εξαίρεσης. Αλλά και η ίδια η επίδοξη βομβίστρια – γειτονική ανθοπώλισσα καθίσταται αντικείμενο επιτήρησης από την μικρή Χριστίνα και τους άλλους και καθώς αναπτύσσουν πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις η πίστη της στους σκοπούς της οργάνωσης αρχίζει να κλονίζεται. Η εξανθρώπιση των στόχων μέσω της διαπροσωπικής επαφής προκαλεί στην ηρωίδα κρίσεις συνείδησης και εγκλωβίζεται σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο από το οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Οι βεβαιότητές της για την αναγκαιότητα της βίας κλονίζονται και η ίδια αναλογίζεται μια εναλλακτική πορεία ζωής. Δεν επιλέγει όμως την παράδοση αλλά την συντριβή του εαυτού της.

faranda

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα από τα δεκάδες έργα που μελέτησε η ερευνήτρια για να συγκροτήσει μια μελέτη που καλύπτει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό και θέτει ως ερευνητικό στόχο την συγκριτική αποτίμηση των μυθοπλαστικών κειμένων της ιταλικής και της ελληνικής λογοτεχνίας στα οποία αναπαρίστανται ή και αναδιαμορφώνονται μυθοπλαστικά εκφάνσεις της ένοπλης βίας των δυο χωρών. Η αντιπαραβολή των αντίστοιχων έντεχνων λόγων τόσο ως προς την επιλογή των θεματικών και αφηγηματικών τεχνικών όσο και ως προς την ιδεολογική οργάνωση την οδηγούν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την ευρύτατη πολιτισμική επεξεργασία της ένοπλης βίας πολιτικών οργανώσεων και την κοινωνική επίδραση που άσκησε ως φαινόμενο.

Το ερευνητικό της πεδίο καλύπτει αποκλειστικά την δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, αντικαθεστωτικών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Το ένα μέρος του βιβλίου λοιπόν εστιάζει στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κρίσιμη μεταβατική περίοδο προς μια δημοκρατικότερη πολιτειακή συνθήκη και σηματοδότησε το τελευταίο στάδιο του «κοινωνικού δράματος» του Εμφυλίου. Ωστόσο για ένα σκέλος της αντισυστημικής Αριστεράς, οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μειοψηφικές ομάδες αντιτάχθηκαν στην ηγεμονική ιστορική αφήγηση και συσπειρώθηκαν γύρω από μια εναλλακτική πολιτική ταυτότητα που εστίασε στο «συμβάν» – λαϊκή εξέγερση.

1151

Ως προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές και αφηγηματικές τάσεις των ελληνικών μυθοπλαστικών έργων διαπιστώνεται το σχετικά περιορισμένο εύρος και η ελλιπής κριτική αναγνώρισή του που συσχετίζεται με την αδυναμία ευρείας επικράτησης συναινετικών πολιτικών αφηγήσεων για την ένοπλη πολιτική βία. Από την άλλη παρατηρείται η επικέντρωση σε ατομικές (και όχι συλλογικές) αφηγηματικές υποκειμενικότητες και η απουσία ρεαλιστικής αναπαράστασης στη διάπραξη βιαιοτήτων. Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας εντοπίζει δυο κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα: την τραγική αφήγηση και την οικογενειακή μυθιστορία.

Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική στην εργογραφία του Δημήτρη Νόλλα (Το πέμπτο γένος, Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, Ο καιρός του καθενός), οι χαρακτήρες λειτουργούν ως αυτοκαταστροφικοί «αντι – ήρωες», εμφορούμενοι από την ηθική της μελαγχολίας, ενώ η βία παραμένει απούσα. Στα έργα του Νόλλα ο ρόλος της θυσίας είναι κομβικός ενώ η τραγωδία έγκειται ακριβώς στην εξαφάνιση των προϋποθέσεων του τραγικού, στην κατάργηση των οριακών αντιθέσεων και στην εγκατάλειψη των ουτοπικών οραμάτων. Ειδική περίπτωση τραγικής αφήγησης αποτελεί και το έργο του Τάσου Δαρβέρη Μια ιστορία της νύχτας (1967 – 1974). Στην δεύτερη περίπτωση η πολιτική βία ερμηνεύεται είτε ως «αντι – βία» της Αριστεράς απέναντι στην δομική βία του συντηρητικού μεσοπολεμικού κράτους είτε ως βία που στοχοποιεί τις παγιωμένες συνήθειες της μεσοαστικής τάξης. Εδώ εξετάζονται τα βιβλία Τέσσερις ελληνικοί φόνοι του Αλέξη Πανσέληνου, Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι του Λευτέρη Μαυρόπουλου και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου.

maragopoulos-400

Η Πέτσα δεν εξαντλείται στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων κάτω από την ερευνητική προβληματική της αλλά και εμβαθύνει στο ευρύτερο φιλοσοφικό και θεωρητικό υπόβαθρό τους. Αυτό αποτελεί ένα από τα ακαταμάχητα θέλγητρα της έρευνάς της. Στο μυθιστόρημα της Ευθυμιάδη, για παράδειγμα, η τρομοκράτισσα, χαρακτηρίζεται ως άλλη Αντιγόνη μεταξύ δυο θανάτων, του συμβολικού και του πραγματικού. Η Χριστίνα από την άλλη ενσαρκώνει μια εναλλακτική εκδοχή αντίστασης στην εξουσία, βασισμένη όχι στην κατά μέτωπο αμφισβήτηση, αλλά στη φανέρωση της βίας που προϋποθέτει η κυριαρχία της. Η στάση της, και με τις δυο σημασίες της ακινησίας και της επανάστασης, καταδεικνύει την κατά Weber δύναμη της αδυναμίας και την αδυναμία της δύναμης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνομιλεί με τις σχετικές θέσεις του Agamben, ενώ η πράξη της Χριστίνας οράται και υπό το πρίσμα της κατά Benjamin «ασθενικής μεσσιανικής δύναμης». Η αγάπη για τον πλησίον και ο φετιχισμός του πένθους δεν μπορεί παρά να διαπερνούν το έργο των Φρόυντ, Κίργκεγκωρ, τις απόψεις του Ζίζεκ κ.ό.κ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην αντίστοιχη ιταλική πεζογραφική παραγωγή. Η σύγχρονη κοινωνικο – πολιτική ιστορία της Ιταλίας διακρίνεται από περιόδους έντονης συγκρουσιακότητας και μαζικής συμμετοχής στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, ενώ η ένοπλη βία ασκήθηκε από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ή άκρας Αριστεράς. Το σχετικό εισαγωγικό κείμενο εστιάζει στην ιστορία της ταραγμένης περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», που ξεκινούν με την σφαγή της Πλατείας Φοντάνα το 1969 (βλ. Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, του Ντάριο Φο σε δυο παλαιότερες δημοσιεύσεις του Πανδοχείου εδώ και εδώ) και τελειώνουν στην εξάρθρωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1982, ενώ είναι εμφανές ότι τα εξεταζόμενα βιβλία παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον εφόσον δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας.

natalia-ginzburg

Το νεανικό εξεγερσιακό πνεύμα του 1968 δεν αφορούσε μόνο το πεδίο της αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών αλλά προέταξε ως αίτημα και την επανεξέταση των διαπροσωπικών σχέσεων και της συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας. Οι γυναίκες και οι νέοι βγήκαν ως υποκείμενα αυτόνομα και ξεχωριστά από τον οικογενειακό πυρήνα. Έτσι το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα που εντοπίζεται στην σχετική ιταλική λογοτεχνία αφορά μια οιδιπόδεια ή ευρύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση. Η ρήξη σχετίζεται με την πατροκτονία ή αδελφοκτονία και λαμβάνει την μορφή της απόπειρας επούλωσης του τραύματος που προξένησε στην οικογένεια η συμμετοχή ενός μέλους σε ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση.

Στο επιστολικό μυθιστόρημα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ Αγαπητέ μου Μικέλε η περιγραφή της πολιτικής βίας υποβιβάζεται και η ίδια η ύποπτη δράση του γιου περιθωριοποιείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το βιβλικό υπόστρωμα του «άσωτου υιού» συνδυάζεται με την απόρριψη της πατρικής κληρονομιάς, ενώ η υποχώρηση της ανδρικής κυριαρχίας επιτείνει την έλλειψη νοήματος στην ζωή των γυναικών. Η νεότερη γενιά αδιαφορεί για το παρελθόν ή το μέλλον και προσηλώνεται στο παρόν. Αυτή η στάση, γράφει η Πέτσα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκούσια άρνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά σχετίζεται με τις ανεπάρκειες της προηγούμενης γενιάς, η οποία αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της ως πρότυπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αμυντική απάρνηση ενός τραυματικού παρελθόντος, η μνήμη του οποίου βαραίνει τις προηγούμενες γενιές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα από την συλλογή του Αντόνιο Ταμπούκι, Το παιχνίδι της αντιστροφής (για το βιβλίο βλ. εδώ).

il-paese-delle-meraviglie

Σε μια σειρά έργων η αφήγηση του τραύματος συγκροτεί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Η χώρα των θαυμάτων [Il paese delle meraviglie] του Giuseppe Culicchia αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας και προς την πολιτική συνειδητοποίηση του ήρωα που πληροφορείται τον θάνατο της αδελφής του κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης λόγω της συμμετοχής της σε ένοπλη οργάνωση. Η επαρχιακή πόλη όπου ζει ο νέος είναι καταδικασμένη σε ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο παρόν και δεν επιδέχεται ιστορικοποίηση. Οι πολιτικές εξελίξεις φτάνουν μόνο μέσω της μιντιακής ενημέρωσης και η απώλεια της Αλίτσε σηματοδοτεί την απώλεια της προοπτικής μιας «χώρας των θαυμάτων».

Ο πόλεμος των παιδιών [La Guerra dei figli] της Lidia Ravera εστιάζει σε δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων διακόπτει κάθε οικογενειακή σχέση και περνάει στην παρανομία και στοχοποιεί τον πιθανό πατέρα του παιδιού της άλλης. Η ένταξή της στην τρομοκρατική οργάνωση προκύπτει ως εναντίωση στην οικογένεια που μοιάζει με «δικτατορία» και ως αντίδραση στην ασφυκτική καταπίεση της μητέρας της. Είναι ενδιαφέρον ότι και εδώ οι ρόλοι της Αντιγόνης και της Ισμήνης μοιάζουν μοιρασμένοι, ενώ η αποσιώπηση της τραγικής είδησης από την δεύτερη αδελφή μοιάζει με συμβολική απόπειρα διαγραφής γεγονότων από την Ιστορία. Αυτή η συλλογική φαντασίωση της επανόρθωσης περιλαμβάνεται και στην ταινία Καλημέρα, νύχτα [Buongiorno notte] του Μάρκο Μπελόκιο, όπου ο Άλντο Μόρο δεν δολοφονείται, όπως συνέβη στην πραγματικότητα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αλλά κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από την ομηρία και να μείνει ζωντανός.

lidia-ravera

Στο μυθιστόρημα Ανατομία της μάχης [Anatomia della battaglia] του Giacomo Sartori ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ευρύτερο οικογενειακό και προσωπικό του παρελθόν και καταφεύγει στην αυτοεξορία σε μια χώρα της Αφρικής. Ενδιαφέρουσα μορφολογική επιλογή αποτελεί εδώ η απόδοση της εμφανούς ετερογλωσσίας των δυο κόσμων με διαφορετικές ιδιόλεκτους και χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων για την μια πλευρά. Ο συγγραφέας αναζητά τα κενά της Ιστορίας και αγγίζει την «αμνηστία Τολιάτι», σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των παρτιζάνων δεν χαρακτηρίστηκαν ως πολιτικά αλλά ποινικά εγκλήματα, αποδεικνύοντας τελικά ότι η πραγματική συμφιλίωση με τα αιματηρά γεγονότα εκείνης της εποχής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής μνήμης που αποσιωπά πτυχές της εθνικής ιστορίας.

Παρουσιάζονται ακόμα τα μυθιστορήματα Tuo figlio [Ο γιος σου] του Gian Mario Villalta, Libera I miei nemici [Απελευθερώστε τους εχθρούς μου] του Rocco Carbone, Piove all’ insu [Βρέχει προς τα πάνω] του Luca Rastello,  Piombo [Μολύβι. Στο τελευταίο νησί, 1980 και τριγύρω  [Nell’ ultima isola, 1980 e dintorni] του Duccio Cimatti και 1977, Εξέγερση [1977, Insurrezione] του Paolo Pozzi. Με τα δυο τελευταία βρισκόμαστε σε μια άλλη περιοχή, της βιωμένης εμπειρίας αλλά και των γλωσσικών πειραματισμών. Και ακόμα πιο βαθιά, η επική εκδοχή της μνήμης «εκπροσωπείται» με τα καταρρακτώδη έργα του Νάννι Μπαλεστρίνι Τα θέλουμε όλα, La violenza illustrate, Οι αόρατοι και Εκδότης (τρία εκ των οποίων έχουν κατ’ εξαίρεση μεταφραστεί στη γλώσσα μας). Η στρατευμένη λογοτεχνία του Μπαλεστρίνι εμφανίζεται ως μια βίαιη πράξη, όπου η γραφή διαμορφώνεται ως δράση δημιουργικής καταστροφικότητας, έναυσμα για την σύλληψη μιας καινούργιας τάξης πραγμάτων.

ballestrini_

Στο πρώτο μυθιστόρημα ο ανώνυμος προλετάριος πρωταγωνιστής ενσωματώνει το μοναδιαίο ατομικιστικό «εγώ» του στη συλλογική αγωνιστική υποκειμενικότητα ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η βία σε επίπεδο έκφρασης, με μια παράθεση διαφορετικών περί βίας λόγων. Η κατάργηση των σημείων στίξης διατηρείται και στο τρίτο έργο, που αποκτά μάλιστα την επική μορφή μεσαιωνικού ηρωικού ποιήματος. Αλλά οι κρατούμενοι θα είναι για άλλη μια φορά «αόρατοι», ενώ παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι στην ελπίδα:

… σε μια ορισμένη ώρα μέσα στη νύχτα όλοι μαζί ανάβαμε το λάδι στις δάδες έκλαιγαν πολύ ώρα θα πρέπει να ήταν ωραίο θέαμα απ’ έξω όλες εκείνες οι φωτιές που έτρεμαν επάνω στο μαύρο τοίχο της φυλακής μέσα σ’ εκείνο τον απέραντο κάμπου αλλά οι μόνοι που μπορούσαν να δουν τους πυρσούς ήταν οι λιγοστοί αυτοκινητιστές που τρέχουν μικροσκοπικοί […]  ή κάποιος αεροπλάνο ίσως που περνά πάνω ψηλά αλλά αυτά πετούν πολύ ψηλά εκεί πάνω στο μαύρο σιωπηλό ουρανό και δεν βλέπουν τίποτα… [σ. 251].

renault-moro_

Είναι ενδιαφέρον ότι στην ιταλική περίπτωση στη θέση των μελών έχουμε τους συγγενείς του θύτη ή του θύματος, συνεπώς η έμφαση αποδίδεται στους «θεατές» του κοινωνικού δράματος και όχι στους πρωταγωνιστές. Η σκοπιά αυτή της κοινής γνώμης απηχεί τον ισχυρισμό της Χάνα Άρεντ ότι η δημόσια σφαίρα συγκροτείται από τους θεατές και όχι από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής. Κατά βάθος όμως η συγκεκριμένη αυτή αφηγηματική επιλογή αποσκοπεί στην απόκρυψη του συμβάντος, μια στόχευση που απηχεί τη γενική ιδεολογία της μεταπολιτικής συνθήκης. Έτσι το παρελθόν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις πληγές του, συνεπώς, συμπεραίνει η Πέτσα, εντοπίζοντας και καταγράφοντας τις πρωτογενείς παθογένειες που το σημάδεψαν ίσως τότε να κατορθώσει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπήρξε αλλά είναι πλέον νεκρό και έτσι να ζητήσει την οριστική ταφή – την ανάστασή του.

Η μελέτη δεν ολοκληρώνεται με τα εκτενή συμπεράσματα. Το επίμετρο περιλαμβάνει μια παράπλευρη έρευνα πάνω σε θεμελιώδη θεωρητικά έργα που σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω ζητήματα (Ζιράρ, Ίγκλετον, Μπένγιαμιν, Σαρτρ, Καμύ, Άρεντ, Μερλώ – Ποντύ, Λούκατς, Μπαντιού, Ζίζεκ κ.ά) αλλά και σημαντικές έννοιες όπως η νοσταλγία, ο παροντισμός, ο αφηγηματικός φετιχισμός, η μελαγχολική γραφή (που σε αντίθεση με την πένθιμη γραφή αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια ως γεγονός) κ.ά. Στο παράρτημα δημοσιεύονται τρεις συνεντεύξεις: με την Adriana Faranda, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία συμμετείχε στην απαγωγή του Άλντο Μόρο, με τον Νάννι Μπαλεστρίνι και με τον Γιώργο Μομφερράτο, γιο του δολοφονηθέντα εκδότη Νικόλαου Μομφερράτου από την 17Ν.

protest-rue-saint-jacques-paris-6-may-1968

Η πρώτη, που είναι και η εκτενέστερη, είναι πραγματικά συγκλονιστική. Η Φαράντα περιγράφει πόσο σταδιακά και αδιόρατα, «φυσικά» για εκείνη την εποχή, γλιστρούσε κανείς στο επαναστατικό κίνημα, αναλαμβάνει το κομμάτι της συλλογικής ευθύνης που της αναλογεί, παρά την διαφωνία της τότε για την δολοφονία, κρίνει το παρελθόν της και υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς, τα πάντα εκτός από τον ένοπλο αγώνα. Σήμερα, λέει κάπου αλλού, «καμία ομάδα και καμία δύναμη δεν έχει στο μυαλό της μια επαναστατική διαδρομή, υπάρχουν όμως πλήθη στις πλατείες που μπορούν να εκραγούν».

Η Πέτσα τιμά τόσο την δοκιμιακή γραφή, αυτή την πλούσια παράδοση ύφους και σκέψης, όσο και την ερευνητική εργασία, γράφοντας ένα συναρπαστικό στην ανάγνωση μελέτημα που κατορθώνει ταυτόχρονα να ανοίξει ένα από δεκαετίες κλειστό παράθυρο σε μια ελάχιστα ερευνημένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε μια εξίσου άγνωστη λογοτεχνία αλλά και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όλων των ακάνθινων θεμάτων της.

balestrini-1971-vogliamo-tutto_

Εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 387. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με πρωτογενείς πηγές (λογοτεχνία, μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, χρονικά, ταινίες και ντοκιμαντέρ) και κριτική βιβλιογραφία (βιβλία και μελέτες, άρθρα, ημερήσιος τύπος, άλλα ντοκουμέντα και πηγές στο διαδίκτυο).

Στις εικόνες: Adriana Faranda, Natalia Ginzburg, Lidia Ravera, Nanni Ballestrini, το Ρενώ όπου βρέθηκε νεκρός ο Άλντο Μόρο, Οδός Saint-Jacques, Παρίσι, 6 Μαΐου 1968.




Ιουνίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 925,020 hits

Αρχείο

Advertisements