Posts Tagged ‘Πορνογραφία

06
Οκτ.
14

Ευγένιος Αρανίτσης – Ιστορία των ηδονών

aranitsis_

Η ταξινόμηση των ηδονών φυτρώνει πάνω στην ανάγκη να τις οικειοποιηθούμε: απ’ τη στιγμή που απαριθμούμε τα μέρη του όλου, αυτό το όλο γίνεται κατανοητό και κατοικήσιμο. Για τον ταξινομητή αυτού του είδους, η περιοχή των απολαύσεων δεν είναι πια ένας ρευστός, μυστηριώδης περίγυρος αλλά ένας σοφός, πλήρης και κλειστός κατάλογος ονομάτων. [σ. 401]

Σε οριακές προσωπικές περιόδους όπως αυτή, η επιστροφή στα ράφια της βιβλιοθήκης με τα προσωπικά θησαυρίσματα είναι δεδομένη. Αναζητώντας και πάλι τις σκέψεις που θα δικαιολογήσουν και θα αντιλογήσουν στις αντίστοιχες δικές μου, ανοίγω για άλλη μια φορά την κειμενική αυτή βίβλο του συγγραφέα. Θυμάμαι καλά πως στο τελευταίο μέρος βρίσκονται οι γνωστές, εκτενείς θεματικές συνθέσεις του: Ιστορία των ονομάτων, των φετίχ, των παιχνιδιών, του αλκοόλ και εξίσου μεγάλα κείμενα για την τεμπελιά, το τέλος της μυθολογίας του ρούχου και την ταξινόμηση των ηδονών. Διαβάζω λοιπόν για άλλη μια φορά μια Ιστορία των φετίχ, χωρισμένη σε ευλαβικά αριθμημένες ενότητες: εδώ βρίσκονται τα βιβλία και το μαχαίρι (στα οποία μας μύησε ο Μπόρχες), τα αντικείμενα που έρχονται από τα βάθη του χρόνου, το παρελθόν το ίδιο, τα σύμβολα, τα πράγματα και τα έπιπλα, τα υφάσματα και τα υλικά, οι κούκλες και τα αγάλματα, το μετάξι και τα εσώρουχα, τα μαλλιά, τα παπούτσια και τα πόδια…

Dorina Costras

Η Λολίτα και η Όλγα του Ναμπόκοφ, η Ελβετία του Πίτερ Μπίξελ και η Καραϊβική του Χέμινγουέη, ένα όνειρο του Χέλντερλιν, τα παραμύθια φρίκης του Χάουαρντ Λόβεκραφτ και τα αφηγήματα του Ντάσιελ Χάμμετ, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Γκρίμ, ο Λευκάδιος Χερν και ο Σλαβομίρ Μρόζεκ, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι και ο συγγραφέας Γούντυ Άλλεν κ.ά. έχουν περίοπτη θέση σε αυτή την σαφώς ατελή, όπως γράφει ο ιστοριογράφος της στον επίλογο, Ιστορία, που ξετυλίγεται σε πέντε μεγάλα κεφάλαια [1. Οι αφηγήσεις, 2. Η ποίηση, 3. Η έρευνα, 4. Το μυστήριο και το γέλιο, 5. Οι μύθοι]. Και βέβαια το βιβλίο είναι γεμάτο με κείμενα για βιβλία.

Antonio López García, Atocha, 1964

Το Βιβλίο των Ηδονών του ρομαντικού επαναστάτη Ραούλ Βανεγκέμ είναι ένα συναρπαστικό μανιφέστο και δοκίμιο μαζί, όπου η εκλογή του καθαρού υλισμού κάνει τον συγγραφέα με τις σιτουασιονιστικές καταβολές να μοιάζει με καθαρόαιμο απόγονο όχι πια του Κροπότκιν, του Μάρξ ή του Στίρνερ   αλλά του Σάντ, τού Φουριέ και τού Ντιντερό. Εδώ η επανάσταση (αγαπημένη λέξη των Γάλλων) δεν εκφράζει την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου ούτε την ισότητα και την δικαιοσύνη αλλά τον έρωτα, την ποίηση, την χίμαιρα, την μέθη και την γιορτή – Την Απόλαυση. Το Αμερικάνικο Όνειρο, από την άλλη, το χαρακτηριστικότερο βιβλίο του Μέιλερ, φανερώνει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο όχι το ηθικό ή το βιολογικό, αλλά το στρατηγικό περιεχόμενο του έρωτα, με δυο λόγια το παιχνίδι του αδιέξοδου (Ματ, καλέ μου φίλε, ψιθυρίζουνε οι νεράιδες στον ήρωα): να διαλέξεις ανάμεσα στην ήττα ή την μοναξιά, ανάμεσα σε δυο χαμένες θέσεις.

Thérèse του Balthus

Στο κείμενό του Φερντυντούρκε, το ποίημα της εφηβείας ο Αρανίτσης διακρίνει την οριακή τριάδα του μείζονος αυτού έργου. Σαν ερωτικός συγγραφέας ο Γκόμπροβιτς στριφογυρίζει γύρω από ένα και μοναδικό αντικείμενο: την εφηβεία. Η εφηβεία είναι βέβαια ανώριμη, κι αυτό είναι που συγκινεί τον μυ­θιστοριογράφο και ίσως ανταμείβει τον αναγνώστη, γιατί η ανωριμότητα είναι το σχήμα που δίνουμε σ’ αυτή την σύντομη άνοιξη τού κορμιού, είναι ο δρόμος απ’ όπου ή επιθυμία μπορεί να περνάει καθαρή σαν χρυσάφι και ειλικρινής σαν εξομολόγηση. […] Η εφηβεία δεν είναι μια περίοδος τής ανθρώπινης ζωής αλλά μια παράσταση πού παίζεται σε ρυθμό γενι­κού εξευτελισμού των πάντων. Ύστερα, ο μύθος του Φερντυντούρκε είναι ακριβώς ο μύθος της ηρωικής επιστροφής στην παιδική ηλικία. Ένας συγγραφέας ξαναγυρίζει στα θρανία του γυμνασίου για να διδαχτεί απ’ την αρχή τη γραμματική και τη γλώσσα Αλλά τα θρανία είναι στην πραγματι­κότητα πηγές σκανδάλων και προστυχιάς. Και τέλος, η μορφή του Φ. αποτελεί μια …παρωδία της μορφής και η περίεργη σχέση πού καλλιεργεί αυτός ο σκυθρωπός Πολωνός ανάμεσα στο δράμα της μορφής και στο δράμα της εφηβείας (δράμα για όσους τη βλέπουν απέξω) είναι ακριβώς η κλειδαριά των μυστικών του Φερντυντούρκε.

Julien Pacaud, Butterfly Factory

Εφόσον παραμένουμε σε επικράτειες παιδικής ηλικίας, επόμενο είναι να συναντήσουμε τον πολυδιαβασμένο όλων ημών Νάσο Θεοφίλου, της γενιάς του ’70. Μόνο που αυτός ο όρος, γράφει ο Αρανίτσης, δεν στεγάζει παρά χίλιες λυπηρά διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ορισμένοι θεωρητικοί του παραμυθιού της «Γενιάς» επιμένουν να μιλάνε για ένα είδος συλλογικής λoγoτεχνικής εξόρμησης πού θυμίζει κάπως την Απόβαση στη Νορμανδία – και τελικά «το ταλέντο (τρυφερό και ανέμελο Παιδί τής Μοναξιάς) είναι τελικά περισσότερο δυσεύρετο απ’ όσο φαντάζονται». Κι όμως, εμείς το θυμόμαστε καλά και συμφωνούμε απόλυτα: ο σουρεαλισμός του Ερημόπολη είναι ακριβώς ένα παιδι­κό όνειρο (ο ποιητής, όπως και ο ερωτευμένος, σώζει μέ­σα του ανέπαφο το Παιδί), ένα μακρύ δοκίμιο πάνω στο χιμαιρικό πεπρωμένο τής παιδικής ηλικίας. Αυτός ο Παράδεισος (όπως όλοι οι Παράδεισοι) είναι κατά κάποιο τρόπο απαλλαγμένος απ’ την ενοχή, κι έτσι στον μονα­χικό του κάτοικο δεν απομένει παρά να γεύεται κατά βούληση όλα τα απαγορευμένα φρούτα των παράδοξων συνδυασμών. Και η πρόζα του συγγραφέα συσσωρεύεται μια μοναδική στιγμή της λoγoτεχνίας: η βλάστηση τής Λέξης. Γιατί η Λέξη εδώ είναι πραγματικά ένα φυτό που βλασταίνει.

9782290305959FS

Παραπλεύρως της [μη] ενοχής, στις Έντεκα χιλιάδες βέργες του Απολλιναίρ η ποίηση και η πορνογραφία μοιράζονται διακριτικά ορισμένα ύποπτα ενδιαφέροντα: το κυνήγι της ανώριμης ομορφιάς, μία πονηρή εκτίμηση της εφηβείας, τον εξωτισμό, μία εσωτερική ροπή προς τη χλιδή, μία ρομαντική και λιγάκι γελοία εκμετάλλευση της αθωότητας και μία κάπως ανατολίτικη εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις της φαντασίας να εκπληρώσει τους πιο υπερβολικούς πόθους. Ο κατάλογος του Αρανίτση είναι ακριβής, όπως και η διαπίστωσή του, πως τόσο ο ποιητής όσο και ο πορνογράφος γράφουν την Ιστορία του σώματός τους, κάποτε απαριθμώντας τις άγονες απολαύσεις της σάρκας.

Αλλά εδώ υπάρχει και μια άλλη ερεθιστική βεβαιότητα: το σεξ στον Απολλιναίρ είναι πολύ πιο μοντέρνο και ηδονικό απ’ ότι, για παράδειγμα, στον Σαντ, γιατί είναι θεμελιωμένο και στην ενοχή. Και η ενοχή – παρά­ξενη μοίρα που ποτίζει τη φαντασία με την πολύτιμη ζάχαρη τής λίμπιντο και ανάβει μέσα στην εφευρετικότητα των απολαύσεων τη γλυκιά φλόγα της ανασφάλειας και της ανυπομονησίας – δεν εμποδίζει βέβαια καθόλου τον Απολλιναίρ να μετατρέψει τις Έντεκα χιλιάδες βέργες σε μια μικρή αλλά έγκυρη πορνογραφική εγκυκλοπαί­δεια που, αντίθετα απ’ το Κάμα Σούτρα δεν περιφρονεί καμιά απ’ τις ηδονές. Ένας ακόμα κατάλογος ακολουθεί, με τις σημαντικότερες από αυτές, που μοιάζουν συνδέσεις λογοτεχνίας και κόλασης, ευθύτερες από τους πόθους των Ζενέ και Μπατάιγ.

ZAZIE DANS LE METRO 3

Πίσω στην παιδική ηλικία και στην Ζαζί στο μετρό. Όσο κι αν υπήρξε παρωδία κάθε Πολυάννας ή Δυο ορφανών, η Ζαζί είναι αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρει τι της γίνεται, εφευρετική στις ζαβολιές της, δαιμόνια στον τρόπο να φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση, ανταποκρινόμενη, θαρρείς, σε μια αξιοπερίεργη, κυνική ευτυχισμένη αντίληψη για τη ζωή. Και όσο εκείνη ρίχνει τους μνηστήρες της σε διασκεδαστικές παγίδες σκανδαλιάρικης διπλωματίας, ο συγγραφέας της Ραιημόν Καινώ τα βγάζει πέρα με την σειρά του, πλέκοντας σε ένα τόσο «χοντροκομμένο» θέμα μια πλήρη δαντέλα ειρωνικών τεχνασμάτων.

zazi

Η Ζαζί είναι μια προσπάθεια να δούμε την τρέλα του σύγχρονου κόσμου απ’ την κωμική της πλευρά, τονίζει ο συγγραφέας, και αυτή η επικίνδυνη προσπάθεια πετυχαίνει χάρη στην κρυφή απόσταση από την οποία ο Καινώ βλέπει το θέμα του, οχυρωμένος πίσω απ’ το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης. Και αν είναι αλήθεια ότι οι πιο ρεαλιστικές στιγμές του έργου είναι εκείνες ακριβώς που διακηρύσσουν μια έλλειψη πίστης στην πραγματικότητα, και αν σκεφτούμε λογικά (οπότε η τέχνη παύει να μας ενδιαφέρει) ότι η αθλιότητα δεν έχει τίποτα το αστείο, και πάλι θα παραδεχτούμε ότι στα χέρια του Καινώ όλα αυτά σε μετατρέπονται σε λόγο, διασκέδαση και μυστικό έρωτα με το πονηρό χαμόγελο της Ζαζί.

Εκδ. Άκμων, 1982, [Άκμων/Λογοτεχνία, 15], σελ. 436.

Σημ. Όπως πάντα χρησιμοποιούμε την ορθογραφία και τους τονισμούς του εκάστοτε συγγραφέα.

Advertisements
17
Ιον.
14

Μαρκήσιος ντε Σαντ – Ζυστίν ή οι δυστυχίες της αρετής

Οι deSade-justine-coverPRπολλαπλές αναγνώσεις του σαδισμού

Αποδείξαμε ότι οι μοναχικές αποκλίνουσες ηδο­νές είναι εξίσου απολαυστικές με τις άλλες και, μά­λιστα, πολύ πιο εξασφαλισμένες. Επομένως, η από­λαυση, αν την εξετάσουμε ανεξάρτητα από το αντι­κείμενο που μας χρησιμεύει, όχι μόνον απέχει πολύ απ’ οτιδήποτε μπορεί να αρέσει στο αντικείμενο, αλλά είναι και αντίθετη προς τις δικές του ηδονές. Προχωρώ ένα βήμα παραπέρα: η απόλαυση μπορεί να αντληθεί κατ’ εξοχήν μέσω της πρόκλησης πό­νου στον άλλο, μέσω της κακομεταχείρισής του και της υποβολής του σε μαρτύρια – μη σου φαίνεται παράξενο-, με μόνο σκοπό την αύξηση της ηδονής του αφέντη που προστάζει τέτοιες πρακτικές. Ας προ­σπαθήσουμε τώρα να το αποδείξουμε. [σ. 272]

DesadeJustine1Μπορεί σήμερα να διαβαστεί το έργο του ντε Σαντ και με ποιους τρόπους μας αφορά; Είναι δυνατόν η ανάγνωσή του να μας προσφέρει μια πλήρη εικόνα του κόσμου την εποχή κατά την οποία γράφτηκε; Συνομιλεί καθόλου με την σύγχρονη συγκυρία ή αποτελεί απλώς ένα μνημειωμένο έργο αναφοράς; Τι είδους αναγνωστικό ενδιαφέρον και τι πνευματικό νόημα μπορεί να έχει η ιστορία της Ιουστίνης, μιας νεαρής γυναίκας που εκτίθεται ανυπεράσπιστη στην κοινωνία, γίνεται υποχείριο εκμετάλλευσης και εξευτελισμών και καταλήγει σ’ ένα μοναστήρι όπου υφίσταται πάσης φύσεως βιασμούς, σεξουαλικά βασανιστήρια και ψυχολογικές ταπεινώσεις, που υποβάλλεται σε κάθε είδους διαστροφές και «διαστροφές»; Κι όμως, είναι ακριβώς σήμερα όπου η Ιουστίνη είναι ανοιχτή σε πολλαπλές αναγνώσεις. Μπορεί λοιπόν ο αναγνώστης…

Marquis_De_Sade_by_ScreetownGhost…να διαβάσει το βιβλίο ως οργανικό μέρος του προ- και νεωτερικού διαλόγου για την ανθρώπινη φύση· ενός διαλόγου που μέχρι σήμερα ταλανίζει την ερμηνεία του κακού· να διχαστεί ανάμεσα στο κατά Χομπς έμφυτο του κακού στην ανθρώπινη φύση και στην ακριβώς αντίθετη θέση του Ρουσσώ. Να ανοίξει τα μάτια του απέναντι στο φοβερό ενδεχόμενο της επιλογής του κακού από αμέτρητους ανθρώπους, στην οποία σήμερα συνεχίζουμε να εθελοτυφλούμε. Να συλλογιστεί πάνω στα μη- όρια της ανθρώπινης φύσης και στην απόλυτη σχετικότητα θεμελιωδών εννοιών όπως η αρετή, η απόκλιση, η διαστροφή, ο έρωτας, η ευχαρίστηση, η υποταγή. Να τεθεί στο μέσο της διαμάχης ανάμεσα στην επικράτηση του ενστίκτου ή του ορθού λόγου, στην υπηρέτηση του πάθους ή την υπηρεσία του ιδανικού, ανάμεσα στις δυο αντιδιαμετρικά αντίθετες στάσεις ζωής, ανάμεσα στην αρετή και την ακολασία, την εγκαρτέρηση και την έκλυση.

MessenoireΝα το διαβάσει ως κείμενο που βρίσκεται στον αντίποδα της θρησκείας, που συνάμα την παρωδεί με ανελέητο τρόπο, ακόμα και με την ίδια την μορφή της γραφής: ως ένα χριστιανικό μαρτυρολόγιο (το μοναστήρι ως τόπος, οι βασανιστές ως διάβολοι, τα μαρτύρια ως δοκιμασία, οι εξαντλητικές περιγραφές τους ως θεμελίωση της διδασκαλίας) αλλά και ως μια ειρωνική αγιολογία της Ζυστίν που ακριβώς λόγω της καρτερίας και της καθαρότητάς της παρά την υποταγή της εμπνέει για ιδιαίτερη λατρεία – άλλη μια ομοιότητα με την αγιογραφίες των μαρτύρων των περισσότερων θρησκειών. Και πάνω απ’ όλα ως καυστική κριτική για την υποτίμηση και τον εξευτελισμό του σώματος στην χριστιανική κοσμοθεωρία αλλά και τον μισογυνισμό της χριστιανικής εκκλησίας.

Η συγκίνηση της λαγνείας δεν είναι τίποτε άλλο πα2875417_bukobjectρά ένα είδος δόνησης που παράγεται στην ψυχή μας μέσω των παλμών τους οποίους η φαντασία προκαλεί στις αισθήσεις μας με την ανάμνηση του αντικειμένου της λαγνείας…Έτσι, η λαγνεία μας, αυτό το ανεξήγητο γαργαλητό που μας οδηγεί σε παρεκτροπές, που μας με­ταφέρει στην ψηλότερη κορυφή ευτυχία; όπου μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, μπορεί να προκληθεί με δύο τρόπους. Είτε όταν αντιληφθούμε ότι το αντικείμενο που χρησιμοποιούμε διαθέτει πραγματικά ή στη φαντασία μας το είδος της ομορφιάς που μας ευφραίνει περισσότερο, είτε όταν δούμε αυτό το αντικεί­μενο να βιώνει την ισχυρότερη δυνατή αίσθηση. Κι όμως, αίσθηση πιο ζωηρή από τον πόνο δεν υπάρχει. Οι εντυπώσεις που προκαλεί ο πόνος είναι βέβαιες, δεν είναι καθόλου παραπλανητικές όπως οι εντυπώσεις της ηδονής, που μονίμως τις υποκρίνονται …[σ. 273]

Justine_ou_les_Malheurs_de_la_vertu_(ménage_à_trois)Να αντιληφθεί τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται ο ερωτισμός και οι πρότυπες συμπεριφορές του· να δει ξεκάθαρα την σκοτεινή δίοδο που συνδέει τον ερωτισμό με την βία αλλά και το ενδεχόμενο της αδυναμίας της απόλαυσης της σάρκας εξαιτίας των αιωνόβιων απαγορεύσεων και καταπιέσεων. Να αποδεχτεί, ανεξάρτητα από την δική του θέση, την σεξουαλικότητα ως μια απόλυτη αλήθεια σε κάθε άνθρωπο· να αντιληφθεί το ανθρώπινο σώμα ως τόπο όπου δεν χωρεί ο ορθός λόγος και οι ηθικές επιταγές.

Να συλλογιστεί πάνω στην φιλοσοφία του Ντε Σαντ ως απόλυτη κατάφαση της προσωπικής ηδονής του κάθε ανθρώπου, μιας ηδονής που δεν γνωρίζει άλλη ηθική από την δική της και δεν λογοδοτεί πουθενά, προτείνοντας ακόμα – σε αντίθεση με ό,τι συχνά φαίνεται και παρά τις εμφανείς αντιφάσεις– ακόμα και την πλήρη ισότητα και αμοιβαιότητα ανάμεσα στην επικράτηση των ατομικών επιθυμιών. Να επεκτείνει την παραπάνω φιλοσοφική παραδοχή ως μόνη και απόλυτη tumblr_m3bmdt1W981r62zy2προϋπόθεση πλήρους ελευθερίας, που αγνοεί κάθε είδους κοινωνικό θεσμό και κάθε μορφή εξουσίας και καταναγκασμού, ως το ενδεχόμενο της ανυπακοής σε κάθε εκτός σώματος επιταγή.

Να το διαβάσει ως ανάγνωσμα που επανήλθε στα ελευθέρια τέλη της δεκαετίας του ’60, όπου η σεξουαλική απελευθέρωση είτε στους δρόμους του επαναστατημένου Παρισιού, είτε στα κοινόβια των απανταχού χίππις και ψυχεδελιστών αναζητούσε ανάλογα έργα. Να αναζητήσει τα κείμενα των διανοητών που την ίδια εποχή αλλά και προγενέστερα θεωρητικοποίησαν τα διονυσιασμένα πάθη και τις μύριες παρεκτροπές τους, από τον Φουκό και τον Λακάν, μέχρι τον Μπλανσό και τον Μπατάιγ, τον Κλοσόφσκι και τον Ονφρέ.

Να το διαβάσει ως απόλυτα καλλιγJustineραφημένο λογοτέχνημα, αναζητώντας εντός του και τους κανόνες της ερωτικής λογοτεχνίας, της ψυχολογίας, του γοτθικού μυθιστορήματος ή του μυθιστορήματος τρόμου, της φιλοσοφικής πραγματείας, της πολιτικής καταγγελίας, της πορνογραφίας, της αισθησιακής αισθητικής. Να το απολαύσει ως εξαιρετικό λογοτέχνημα, που τηρεί μια σειρά τεχνικών ώστε να ελκύει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Να το διαβάσει ως δική του αναγνωστική, ψυχολογική και συνειδησιακή δοκιμασία, δοκιμάζοντας τις αντοχές του απέναντι στα ίδια τα γραφόμενα αλλά και στην απόλαυση των περιγραφομένων από τους ίδιους τους φορείς.

quillsΝα το διασχίσει ως μια ιστορία του σώματος, των παθών της σάρκας και των βασάνων που υφίσταται σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία. Ή ως μια απροκάλυπτη πρόκληση στα ήθη και στα πρέποντα, ακόμα και ως εγχειρίδιο πάνω στο ακρότατο είδος ηδονής, εκείνο που αφορά την καταστροφή της ίδιας της ζωής και την τελετουργία του θανάτου. Να συμπαθήσει την Ιουστίνη ως υποκείμενο απόλυτης ψυχικής αντίστασης σε κάθε είδους βιασμό και εξαχρείωση, ακόμα και όταν – ή κυρίως όταν – η άρνηση της υποταγής της ακριβώς αυξάνει τους βασανισμούς και την κακομεταχείριση.

tumblr_mji7g6d9251s4pbxso1_1280Να επιστρέψει στην περίοδο που γράφτηκε και να το διαβάσει ως ένα μνημείο λόγου μιας εποχής όπου η Ιστορία ετοιμαζόταν να αλλάξει οριστικά την οπίσθια πορεία της, ως ένα λογοτέχνημα που γράφτηκε λίγο πριν την Γαλλική Επανάσταση, υπονοώντας εκείνα που την προκάλεσαν και προοιωνίζοντας εκείνα που θα αλλάξουν. Να μην αγνοήσει την εντός του έργου αντανάκλαση του συγγραφέα, ως ένα κάτοπτρο των δικών του διώξεων, εξευτελισμών και φυλακίσεων που αποτέλεσαν το τίμημα του ελεύθερου λόγου του και της επιθυμία για συνέπεια λόγων και πράξεων· ως το ύστατο μέσο έκφρασης της αλήθειας ενός συγγραφέα που έζησε κυνηγημένος, καταδικασμένος σε θάνατο, έγκλειστος σε άσυλα, μισητός τοις πάσι.

Η Ζυστίν/Ιουστίνη αποτελεί την τελική εκδοχή ενός έργου που άρχισε να γράφεται το 1787 στην Βαστίλη και ολοκληρώθηκε ως Νέα Ιουστίνη το 1791. Η έκδοση του βιβλίου οδήγησε οδηγώντας τον συγγραφέα ξανά στη φυλακή και το βιβλίο στην καταστροφή. Η έκδοση περιλαμβάνει τις γκραβούρες του 1797.

«Σας 1041129426ξαναρωτώ: είμαστε μήπως κύριοι των γού­στων μας; Δεν οφείλουμε να υποκύπτουμε στις ορέ­ξεις που μας έχει δώσει η φύση, όπως το περήφανο κεφάλι της βαλανιδιάς λυγίζει στη μανία της θύελ­λας; Αν η φύση προσβαλλόταν από αυτά τα γούστα, δεν θα μας τα ενέπνεε. Είναι αδύνατον να μας έχει δώσει ένα συναίσθημα φτιαγμένο για να την προ­σβάλλει. Και με την ίδια απόλυτη βεβαιότητα μπο­ρούμε να αφεθούμε στα πάθη μας, όποια κι αν είναι, όσο βίαια κι αν είναι, σίγουροι ότι κάθε ατυχής αντίκτυπός τους ανήκει αναπόφευκτα στα σχέδια της φύσης, της οποίας δεν είμαστε παρά άβουλα όργανα. Και τι μας αφορούν οι επιπτώσεις; Όταν κάνεις κάτι και θέλεις να το χαρείς, δεν τίθεται ζή­τημα επιπτώσεων» [σ. 274 – 275]

Εκδ. Νεφέλη [Ερωτική λογοτεχνία], 2011, μτφ. Δημήτρης Γκινοσάτης, 544 σελ. [Μarquis de Sade, Justineou les Malheurs de la vertu, 1791]

30
Οκτ.
09

Ριού Μουρακάμι – Σχεδόν διάφανο γαλάζιο

Έβαζα τα δυνατά μου ν’ ανασάνω αλλά μετά βίας έπαιρνα λίγο, ελάχιστο αέρα, κι αυτός ακόμη έμοιαζε να μην μπαίνει από τη μύτη ή το στόμα μου, αλλά σαν να περνούσε από μια μικρή τρυπούλα στο στήθος μου. Οι μηροί μου είχαν κι αυτοί μουδιάσει τόσο που σχεδόν δεν μπορούσα να κουνηθώ. Κάθε τόσο ένας πόνος μου έσφιγγε την καρδιά. Οι πρησμένες φλέβες στα μηνίγγια μου συσπούνταν. Με το που έκλεισα τα μάτια μου, ένιωσα να με πιάνει πανικός, σαν να με ρουφούσε μέσα του με τρομερή ταχύτητα ένας χλιαρός στρόβιλος. Κολλώδη χάδια διέτρεχαν όλο μου το κορμί, κι άρχισα να λιώνω σαν το τυρί στο χάμπουργκερ. Πώς είναι όταν έχεις στάλες λάδι σε νερό έτσι ένιωθα έντονα διακριτές περιοχές κρύου και ζέστης να μετατοπίζονται στο σώμα μου. Στο κεφάλι μου και στο λαρύγγι μου και στην καρδιά μου και στον πούτσο μου μετακινούνταν κύματα πυρετού. [σ. 27]

Πριν ακόμα φτάσουμε εκεί, ήδη από την πρώτη εικόνα με την γυμνή ιδρωμένη γυναικεία πλάτη, το κραγιονισμένο τσιγάρο, κόκκινο φως, πόδια που ξεκαλτσώνονται κι ένα μπουκάλι κρασί έτοιμο να χυθεί, αντιλαμβάνεται κανείς πως αυτές οι σχεδόν διάφανες γαλάζιες σελίδες δεν θα κρύψουν τίποτα από τα ενδότερα ενός ιδιαίτερου κόσμου. Ο κεντρικός χαρακτήρας Ριού (παραδοχή αυτοβιογράφησης;) κολυμπάει καθημερινά σε ναρκωτικές θάλασσες και αλκοολούχα νερά, μαζί με μια σειρά άλλων προσώπων με τα οποία συνουσιάζεται, συνφτιάχνεται, συνομιλεί και συνταράζεται. Το περιβάλλον τους είναι μια τερατώδης αστυγραφία, ένας ασφυκτικός περίγυρος καταναλωτισμού και βίαιης εκδυτικοποίησης, μια Ιαπωνία που ούτως ή άλλως ιλιγγιώνεται μια φαντασμαγορική τεχνολογική κούρσα, πιστή ακόλουθος της αμερικανικής ιδέας (η στρατιωτική βάση και τα πιόνια της βρίσκονται πάντα σε απόσταση αναπνοής). Τι άλλο (καλύτερο) υπάρχει λοιπόν να κάνει κανείς από το να λιώνει με τους ομοίους του στην λαγνεία, τον αλληλοβιασμό, τις ουσίες, το διαρκές «χάσιμο», τον σωματικό πόνο, τις πάσης φύσεως εκτονώσεις και εκκρίσεις;

Καθώς η ναυτία εναλλάσσεται με τον οργασμό, οι πόσεις με τους εμετούς, οι εκστάσεις με τις καταπτώσεις, οι μορφασμοί με τα γέλια, όλοι τους μοιάζουν να ζουν καθυστερημένα τα 60ς, ανεστραμμένα πλέον στην απόλυτη απομόνωση και την αυτοκαταστροφική τοξικομανία. Η κοινότητα εδώ είναι εύκολα ανατινάξιμη: Ό, τι τους συνδέει μπορεί να τους χωρίσει. Από την άλλη δεν αγνοούν απλώς, αλλά φτύνουν μια ιαπωνική κοινωνία που μόλις βγαίνει υπερήφανα, αν και τρεκλίζοντας, από το ένδοξο παρελθόν και τρέχει να βγει πρώτη στην καταιγιστική κούρσα της ανάπτυξης. Από την αρχαιότητα των σαμουράι ως την απόλυτη μοντερνοποίηση η απόσταση λες και διανύθηκε σε κλάσματα φωτός.

 Η περιφερειακή πλοκή αδυνατεί να σταθεί σε κάποιο σημείο, οπότε αναλαμβάνει ο εικονολάγνος κινηματογραφικός φακός του Μ. να ακολουθήσει λαχανιαστά τις παρεκτροπές των χαρακτήρων που ζαλισμένοι απ’ τα Nibrole και αναίσθητοι / παραίσθητοι από τα Philopon και τις κάψουλες μεσκαλίνης σέρνονται σε βρώμικα δωμάτια, ανάμεσα στα πεταμένα εσώρουχα, γόβες με στάχτες, απομεινάρια φαγητών, έντομα, μπουκάλια, σπέρματα. Όμως να μην πει κανείς πως η παθητικότητα των χαρακτήρων είναι αποκλειστικό προνόμιο της παραιτημένης νεότητας, εφόσον αποτελεί καθολικό χαρακτηριστικό όλων των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών όπου οι πάντες ανέχονται τα πάντα. Ακόμα κι έτσι αυτοί εδώ έχουν περισσότερες πιθανότητες να ζήσουν έστω και επιθανάτιες κορυφώσεις. Και στις φωτεινές τους διαλείψεις μπορούν να δουν πολύ περισσότερα, και ιδίως ο Ριού, ήρωας και δημιουργός του, που όταν οι άλλοι μέσα στην παραζάλη και τις παρενέργειες ίσα που μπορούν να ακούσουν στα πικάπ Doors, Hendrix, Stones, It’s a Beautiful Day, Mal Waldron, το σάουντρακ του Orfeu Negro, τις σάμπες του Luiz Bonfá και τους …Osibisa, εκείνος αντιλαμβάνεται τις ανατάσεις που κρύβονται εκεί μέσα, αποστασιοποιείται, μοιάζει να κρατά σημειώσεις και να παρατηρεί τον κόσμο όπως όταν ήταν μικρός.

Φώτα νέον που σου τρυπούσαν τα μάτια και προβολείς απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα που κόβανε το σώμα στα δυο, φορτηγά που περνούσαν μ’ ένα βουητό όμοιο με τις κραυγές τεράστιων υδρόβιων πτηνών, μεγάλα δέντρα που ξεφύτρωναν ξαφνικά μπροστά μας κι ερημωμένα, ρημαγμένα σπίτια στην άκρη του δρόμου, φάμπρικες με παράξενα μηχανήματα αραδιασμένα το ένα πλάι στο άλλο, τσιμινιέρες που ξερνούσαν φωτιά ψηλά στον ουρανό – ο δρόμος ξετυλιγόταν μπροστά μας σα λιωμένο ατσάλι που χύνεται απ’ το καμίνι. Το φουσκωμένο σκοτεινό ποτάμι που έκλαιγε σαν κάτι ζωντανό, ψηλό χορτάρι δίπλα στο δρόμο να χορεύει στον αέρα, ένας ηλεκτρικός σταθμός μ’ έναν μεγάλο μετασχηματιστή περιφραγμένο μ’ αγκαθωτό σύρμα να ξεφυσά ατμούς, κι η Λίλυ να γελά, να γελά τρελά… [σ. 104]

Ήταν το πρώτο σοκ με το οποίο ο συγγραφέας (γενν. 1952, συνώνυμος πλην άσχετος με τον Χαρούκι Μουρακάμι) φιλοδώρησε την ιαπωνική κοινωνία, επιφυλάσσοντάς της μερικά ακόμα τόσο με μυθιστορήματά του, όπως το Coin Locker Βabies, σχετικά με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στις θυρίδες των σιδηροδρομικών σταθμών, το απολύτως ροκ εντ ρολλ 69, όντας και ο ίδιος ρόκερ, το Kyoko (το μόνο μέχρι στιγμής εδώ μεταφρασμένο, ως Η Κυόκο στη Νέα Υόρκη), όσο και με τον κινηματογράφο του, βασική ασχολία που άσκησε σεναριακά και σκηνοθετικά, από το περίφημο Τokyo Decadence (γνωστό και ως Topaz, με μουσική Ryuchi Sakamoto) έως τα Αudition και Raffles Ηotel.

Ανεξάρτητα από συσχετίσεις με Ντε Σαντ, Ζενέ, Μπουκόφσκι, Μίσιμα, Μίλλερ, Μπρετ Ιστον Ελις, Παλανιούκ, την «Γλώσσα του φιδιού» της Χιτόμι Κανεχάρα και τα Bushido εγχειρίδια, πέρα από τίτλους του «απόκρυφου ευαγγελίου» της ιαπωνικής νεολαίας και του κορυφαίου απωανατολικού «καλτ» μυθιστορήματος, ετούτο το απόλυτο ιαπωνικό sex, drugs and rock ΄n΄ roll μας είναι εξαιρετικά οικείο και για έναν ακόμα λόγο: συνομιλεί με τον Νίκο Νικολαΐδη, από την Γλυκειά Συμμορία στο Singapore Sling, και γι’ αυτό εκτός από αναγνωστικές, μας γέμισε με ψυχικές συγκινήσεις.

Συντεταγμένες: Εκδ. Printa, 2008 [Σειρά Σύγχρονοι Πεζογράφοι], μτφ. Αλέξανδρος Καρατζάς, επιμ. Νάσια Ντινοπούλου, προλογ. σημείωμα Πόπη Μουσουράκη, σελ. 205, με χρησιμότατες σημειώσεις του μεταφραστή (Ryu Murakami, Kagirinaku tomei ni chikai buru, 1976 / Αγγλ. τίτλος Almost transparent blue).

Επισκεπτήρια – κλειδαρότρυπες: http://latemag.com/tokyo-decadence-clips, http://www.youtube.com/watch?v=47HEgmcXpoQ

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.

26
Φεβ.
09

Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ

Για να πλουτίσετε το σεξιλόγιό σας!

Ο Νίκος Πλατής (Πειραιάς, 1951) είναι ο ιδανικός λεξικογράφος των πραγμάτων που θέλγουν κι εμπνέουν, πρώτα τον ίδιο, μα και πολλούς από εμάς. Τα θεματικά του λεξικά διαβάζονται ροφηματοειδώς από το άλφα έως το ωμέγα, κυριολεκτικά. Μετά τα Πεζικό οικολογικό λεξικό (Πυρ-Αίας, 1996), Blackout – Το μαύρο λεξικό (Άγρα, 1999), Αθωνικό λεξικό (Άγκυρα, 2001), Γενειάδος εγκώμιον (Opera, 2002), και Μπαχαρικό λεξικό (Κέδρος, 2003), κι ενώ έχει εκδόσει πάσης φύσεως λογοτεχνία από το 1973 κι έπειτα (ενδεικτικά: Το γαλάζιο παραμύθι της γαλαζιανής περαχώρας (Χαρακίρι, 1975), Χάρτινοι Θρύλοι (Ars Longa, 1986), Νυχτολόγιο (Underground, 2003), Οκτώ ανατριχιαστικές ιστορίες με επτά γάτες κι έναν Αθηναίο σκύλο (2007) και το περίφημο Κάμα τσούχτρα (Εξάντας, 1983/83/04)), έχει συντάξει ένα πλήρες Λεξικό του Σεξ που βαφτίστηκε Ουαλικό και όχι Libido Λεξικό όπως ήταν ο αρχικός τίτλος, επειδή… η απάντηση βρίσκεται στην αυτοανακριτική απολαυστική εισαγωγή.

Δεν μπορώ να φανταστώ πόση δουλειά χρειάστηκε ο λημματάρχης μας κατά την διάρκεια της τετραετούς σύνταξής του, πέρα από την πρακτική εξάσκηση βεβαίως…Μπορώ όμως να χαρώ που το καταιγιστικό τελικό αποτέλεσμα αλατίζεται με πλείστες δια – λημματικές συνδέσεις, προσωπικές του εμπειρίες, ατάκες από αγαπημένες ή θείες, και εν γένει μια πολύ ορθάνοιχτη εξομολογητική διάθεση. Αν, όπως γράφει, αυτή η οικοτεχνία του περιλαμβάνει την ομάδα των ονείρων του, τότε θα βρεθούμε όλοι στο τεραίν, Νικόλαε!

Προς το παρόν εδώ μέσα συνευρίσκονται ο Απολιναίρ, ο Νταλί και η Γκαλά, η πορνοποιήτρια Ελεφαντίνη και η εταίρα Ερμάνοσα (με πρακτικές οδηγίες να δώσουμε έναν θείο προσανατολισμό στη σωματική ηδονή), οι μυραλείφτες των θερμών και οι μουσουλμανίδες αγαπώσες, διαφθορείς, διονυσιαστές κι ερωτοδιωματάρες, γκέι μύγες, η Λούλου, η Λολίτα, η Λόλα κι η Λούλα (του Ραπτόπουλου), το τρίγωνο του Ίψεν και το κουαρτέτο του Δουμά, οι γκέισες της Άνω Πόλης κι η Ευδοκία, η Λίντα Λαβλεϊς, και το μοντέλο Μ 732 της φουσκωτής Bangkok Lady, θρυλικές πόρνες, μαντάμ και τραβεστί, ο Δρ Σεξ Άλφρεντ Κίνσεϋ, ο Γιώργης Μελίκης με τα αντρικά μουνάτα του, ο Όσιμα, ο Μανάρα κι o Φασμπίντερ, η Γραμματέας, οι θλιμμένες πουτάνες του Μαρκές, η ακτιβίστρια Λεόνα Γιόχανσον που οργάσθηκε δημοσίως παρέα με έναν του συγκροτήματος Fuck for Forest, οι επιβάτες του Shortbus, η Σάνδη κι ο Σαντ, η καμαριέρα του Μιρμπώ, η Ντρούνα και η Ιρέν του Αραγκόν και το Μουνί της, ο φανατικός του αγοραίου έρωτα και βορά στο θεό της σύφιλης κυρ Μωπασάν.

Μαθαίνουμε υπέροχες λέξεις όπως η αισθησιαρχία, αφροδισιασμός, ενήβωση, ερωτιδεύς, ευπαρεύν(ε)ια (ταυτόχρονος οργασμός), ηδονοθήκη, λαγνομανία, κάθυγρος, σπερματομαντεία, φωνοσπασμία του οργασμού και ωαγωγοί, κλίσεις όπως η αγαλματο-, βλεφαρο- , στοματο- ή λεξι – λαγνεία, επιστημονικούς όρους όπως η ερωτοπάθεια, η σατυρίαση και η τσοντογραφία, και λεκτικά επινοήματα όπως ο κοινομουνισμός (από την μετάφραση του Βολανάκη στις Εκκλησιάζουσες!).

Περιδιαβαίνουμε ξενοδοχεία, μπουρδέλα, πορνοσινεμά και καφέ σαντάν, τα Αράπικα της Αλεξάνδρειας, τα Καλυβάκια της Ερμούπολης και τους Φούρνους του Πεκίνου, τα περίφημα Βούρλα της Δραπετσώνας (γνωστά από το Καραγάτσειο 10) με τον ολοδικό τους αστυνομικό σταθμό, αρχαία βαλανεία και δεικτήρια (ναι, τόποι προς δείξιν πράγματος), την Βηρυτό του ’70 και το αεροπλανοφόρο Ρούσβελτ (όπου μπαινοβγαίνουν 30 πόρνες με εξάμηνη σύμβαση συν δυνατότητα ανανέωσης), τα Τάνγκο μπουρδέλα του Μαλτέζε, The House of the Rising Sun και το Σπίτι των Κοιμισμένων Κοριτσιών. Άξια λήμματα του Λεξικού φράσεις όπως Ααα (αχ)!, Θεέ μου, ο άντρας μου!, Θέλετε το στόμα μου;, πληροφορίες για μύριες αρχαίες τελετές κι αιρέσεις, το βούτυρο του Μάρλον Μπράντο και το οργάσματρο του Γούντι Άλλεν, εγχειρίδια μαστιγώματος ή Πουτανικής Τέχνης, το περίφημο ωμέγα με υπογεγραμμένη του Χριστιανόπουλου.

Ξανανοίγονται για λίγο το Ερωτικόν του Γιατρομανωλάκη και το Φετίχ του Αρανίτση, το Γαβριέλλα η ζωή μου της Γαβριέλα Ουσάκοβα, η Γκαμιανί του ντε Μυσσέ, το Εγκώμιον ωρίμων γυναικών του Βιζίνσεϋ, οι 11.000 βέργες του Απολιναίρ, ο Εραστής της Ντιράς κι ο Έρωτας στα κόπρια του Παπαδιαμάντη, η Venus in furs, η Ταβέρνα του Ζολά και η Ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, η Παλατινή Ανθολογία και το Μπουντουάρ του Ντε Σαντ, το Μυστικό Ημερολόγιο του Πούσκιν, το Πηγάδι της μοναξιάς της Ράντκλιφ Χωλ, ο Εμπειρίκος κι ο Παζολίνι, ο Ζενέ κι η Κολέτ, ο Μίλλερ κι ο Σιμενόν, ο Κρατίνος κι ο Ρουφίνος, κι οι δεκάδες ανώνυμοι ερωτογραφείς.

Κι όλα ετούτα εικονογραφούνται πλουσιοπαρόχως και ποικιλοτρόπως με γελοιογραφίες, πίνακες, προσωπογραφίες, ασπρόμαυρες καλλιτεχνικότατες αλλά και … οικογενειακές φωτογραφίες, κινηματογραφικές σκηνές, λιθογραφίες και ξυλογραφίες, κόμικς (Αλτάν, Ταμπουρίνι, η Φωτεινή της νύχτας κ.ά.), πρωτοσέλιδα, διαφημίσεις, καρτ ποστάλ, γκραβούρες και χαρακτικά, εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων (σε ποιο πόζαρε ο Γκουζγκούνης;), μια σελίδα απ’ το μπλοκάκι ενός μαγαζάτορα sex shop, προσωπογραφίες.

Αντιλαμβάνεστε βέβαια πως ένα τόσο ευρύ θέμα δεν μπορεί να καλύπτει μόνο τις αποκλειστικά ευχάριστες, ηδονικές ή ξεκαρδιστικές πλευρές του. Δεν είναι δυνατό να αποφευχθούν και τα δυσάρεστα λήμματα, εφόσον ακριβώς το λεξικό αποτελεί έναν πλήρη και αληθινό χάρτη του Σεξ του Παρελθόντος αλλά και του Παρόντος. Γι’ αυτό και ο τόμος αποτελεί ταυτόχρονα και μια εικονογραφημένη Ιστορία της Ερωτικής Ορολογίας, Μυθολογίας, Λογοτεχνίας, Γεωγραφίας και Τέχνης, μια προσωπική Ανθολογία και πάνω απ’ όλα μια θαυμαστή Εγκυκλοπαίδεια του Ωραιότερου (αλλά και Αστειότερου, για όσους έχουν την ατυχία να αγνοούν την ευτράπελη πλευρά του) Πράγματος του Κόσμου!

Συντεταγμένες: Νίκος Πλατής – Ουαλικό λεξικό του σεξ. Με τα παντός είδους μυστικά και όλα τ’ άλλα σχετικά για τον σαρκικό έρωτα ανθρώπων, αλλά και ζώων (ομαλών τε και ανωμάλων). Εκδόσεις Κέδρος, 2007, σελ. 788.

Λέγε τώρα:

Λεξικά Μαύρου Χρώματος, Γενειάδας, Μπαχαρικών, Σεξ. Τι μας περιμένει στη συνέχεια Λεξικογράφε των Ωραίων;

Ευχαριστώ για την προσφώνηση (μου θυμίζει το «Οι βασιλείς των ορέων» του Έντμοντ Αμπού, αυτό το «Λεξικογράφε των Ωραίων», όμορφα ακούγεται). Επανέρχομαι στο ερώτημά σου, αγαπητέ Λάμπρο. Για τα επόμενα τρία χρόνια σάς περιμένω… στη γωνία με τρία, ακόμα, βιβλία μου: Το «Γατικό Λεξικάκι», το «Presto o Tardi (το λεξικάκι που παίζει με το θάνατο)» και (το… παιδάκι του Presto), το «…Αντί στεφάνου». Το «Γατικό» είναι το τελευταίο ογκώδες λεξικό μου (τρίδυμο, ας πούμε, με το «Μπαχαρικό» και το «Ουαλικό»). Το «Presto o Tardi» είναι το πρώτο από τα «μικρής» έκτασης λεξικά μου. Το «…Αντί στεφάνου» είναι μια… μαύρη ανθολογία. Το «Γατικό Λεξικάκι» θα κυκλοφορήσει το ερχόμενο φθινόπωρο, από τις εκδόσεις «Κέδρος». Τα άλλα δύο γράφονται ακόμα…

Ποιο λεξικό θα ήθελες να συντάξεις αλλά το βλέπεις από αδύνατο έως ουτοπικό να γίνει;

Το «Λεξικό του τίποτα»..! Μπα, αστειεύομαι! Δεν έχω λεξικογραφικά… απωθημένα. Κάθε άλλο, μάλιστα, είμαι πλήρης λεξιλαγνικών και λεξικογραφικών ημερών. Μετά από 20 περίπου χρόνια συνεχούς, καθημερινής, συστηματικής ενασχόλησης με τα διάφορα λέξικά μου θα έλεγα, μάλλον, πως έπαθα οβερντόουζ και…πρέπει να μπω σε κάποιο πρόγραμμα απεξάρτησης, να βγω… καθαρός στη ζωή μου, να ζήσω και κάτι άλλο συγκλονιστικό· ένα ιστορικό μυθιστόρημα ας πούμε, να γράψω στίχους αμανετζίδικων (ή τζαζ) τραγουδιών, να ερωτευτώ καμιά κομψή κυρία με ωραίο μακρύ λαιμό και παθιάρικο βλέμμα ή και να μην κάνω τίποτα απολύτως (δεν είναι καθόλου άσχημη ιδέα, τώρα που το καλοσκέφτομαι)…

Έχεις συγκεκριμένο τρόπο συγκέντρωσης και οργάνωσης των λημμάτων; Ανοίγεις λίγο την κουρτίνα να δούμε το εργαστήρι σου;

Ναι, βέβαια! Αντλώ (ως… τρελός υπό το φως της πανσελήνου) πληροφορίες από παντού (βιβλιοθήκες, αρχεία διάφορα, ζωντανές μαρτυρίες, κινηματογραφικές ταινίες, καρτούν, μουσεία, ιντερνέτ, γκράφιτι, εφημερίδες, σκουπιδοτενεκέδες, παντός είδους περιοδικά, κουβέντες ανθρώπων στο μετρό κ.τλ.). Τις αποδελτιώνω και στη συνέχεια τις επεξεργάζομαι, τις κτίζω. Υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα για την παραγωγή του κάθε λεξικού μου. Κάθε μέρα ξέρω τι πρέπει να παράξω, δεν δουλεύω στην τύχη (αν πάλι, κάποιες μέρες… εκτραχηλιστώ, τις αμέσως επόμενες μου βγαίνει κατά τα κοινώς λεγόμενα…ο πάτος, μέχρι να ξανάρθω πάλι στα ίσια μου). Τα λήμματα μου είναι σκηνοθετημένα. Όταν λόγου χάρη έχω ένα σερί από κάπως «βαριά» λήμματα (θεματολογικά), βάζω ανάμεσά τους ένα πιο χαλαρό λήμμα, ένα «κείμενο ανάσας» ή γελαστικό, δεν θέλω να τον βαρύνω τον αναγνώστη πέραν του δέοντος (είναι για μένα τα βιβλία μου μια ψυχαγωγική παράσταση, και ως εκ τούτου πρέπει να αισθάνεται κανείς χαλαρά και άνετα διαβάζοντάς τα).

Τι θα απαντήσεις στους παραπονεμένους πως έμειναν τα βίτσια τους εκτός λημμάτων;

Να συνεχίσουν απτόητοι. Οι… ρεπόρτερ του «Ουαλικού λεξικού του Σεξ» θα τους ανακαλύψουν κι αυτούς, και θα τους… αποκαταστήσουν σε κάποια μελλοντική έκδοση.

Οι φάκελοί μας σε έχουν εκδιδόμενο από το 1973. Είναι σωστοί; Μπορούμε να έχουμε λίγα λόγια για την κάθε σου στάση ή έστω για κάποιες από αυτές;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν το «Περίπτωση αχρωματοψίας». Κυκλοφόρησε πριν από 36 χρόνια, στα 1973 δηλαδή (άρα είναι σωστό το…φακέλωμα σας κι αρκούντως αποκαλυπτικό του μη νεαρού της ηλικίας μου). Με λίγα λόγια η περαιτέρω συγγραφική μου πορεία (επιλεκτικά, όχι αναλυτικά). 1976: Το «Γκουντ μπάι μίστερ Παπ» (μια μυθιστορία πανικού) ήταν το πρώτο μου βιβλίο που εξαντλήθηκε (800 αντίτυπα σε 2-3 μήνες μέσα, βοήθησε το γεγονός ότι ήταν πόκετ και έμπαινε εύκολα στις τσέπες των κλεπτομανών βιβλιόφιλων).

1983: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Εξάντας» το «Κάμα Τσούχτρα», είναι το βιβλίο που με έκανε ευρέως γνωστό. Έγινε μπεστ σέλερ, για κάποιες… στιγμές μάλιστα πήρε και την πρωτιά από τις «Ώρες ευθύνης» του πρώην πρωθυπουργού «μας» που την ίδια εποχή …έσπαζαν τα ταμεία των βιβλιοπωλείων. Το «Κάμα Τσούχτρα» ήταν, κατ’ ουσίαν, το … παρθενικό μου λεξικό (άμα δεις τη δομή του, θα το καταλάβεις, κι εγώ εκ των υστέρων το αντελήφθην).

1999: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άγρα» το «Black Out/Το Μαύρο Λεξικό» μου. Ήταν για μένα μεγάλη χαρά η συνεργασία μου με τον καλύτερο εκδοτικό μας οίκο, δεν συνέχισα όμως με την «Άγρα», γιατί έχει πολύ αργούς χρόνους παραγωγής, πρέπει να περιμένεις χρόνια για να βγει το βιβλίο σου, κι εγώ είμαι και παραγωγικός συγγραφέας και …επαγγελματίας («ζω» από τα συγγραφικά δικαιώματα, τρόπον τινά).

2004: Κυκλοφορεί από τον «Κέδρο» το «Μπαχαρικό Λεξικό»: «Ένα παρ’ ολίγον σοφό βιβλίο κουζινικού, γιατροσοφιστικού, λογοτεχνικού, λαογραφικού, (ελαφρώς) βιοχημικού και (στο έπακρο) ιστορικού περιεχομένου», σύμφωνα με τον υπότιτλό του. Στα βιβλιοπωλεία διχάστηκαν,τριχάστηκαν μάλλον, δεν ήξεραν που να το βάλουν ακριβώς· άλλοι το έβαζαν στα λεξικά, άλλοι στην ελληνική λογοτεχνία, και άλλοι στα κουζινοβιβλία, έγινε όμως επιτυχία, ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να γράφουν κριτικές παρουσιάσεις γι’ αυτό, εξακολουθεί να έχει μία σταθερή ροή πωλήσεων, φοιτητές κάποιας σχολής το…έχουν υπό μάλης για κάποιο μάθημά τους…

Εδώ αγαπούμε τις λίστες, όσο εσύ τα λήμματα. Η ερώτηση του Λίσταρχου λοιπόν: μερικοί τίτλοι αγαπημένων σου μυθιστορημάτων, διηγημάτων, ποιημάτων.

Γιάννη Βλαχογιάννη «Της τέχνης τα φαρμάκια» (διήγημα), Στρατή Δούκα «Η ιστορία ενός αιχμάλωτου» (ένα σπουδαίο αφήγημα, σωστό λεκτικό ντοκιμαντέρ), Εμμανουήλ Ροΐδης «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» (η… Βίβλος, ας πούμε, της δημοσιοϋπαλληλίας), Μάριου Χάκκα «Περίπτωση θανάτου» και «Οι άφαντοι» (δύο εξαιρετικά διηγήματα), Νίκος Τσιφόρος (κυρίως οι ατμοσφαιρικές πικροφιλοσοφέ εισαγωγές του), Ηλίας Βενέζης «Γαλήνη», «Αιολική γη» (μα και τ’ άλλα του). Αυτά μου έρχονται πρόχειρα.
«Διαχρονικές» αγάπες μου: Παπαδιαμάντης, Πιραντέλο, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ντέιβιτ Λόουτζ, Ίρβιν Γιάλομ, Κωστάκης Καβάφης, Λιουις Στίβενσον, Αρκάς, Φίλιπ Ντικ, Τζέιμς Ελρόι, Καραγάτσης, Αλμπέρ Καμί…
Πρόσφατες μου ανακαλύψεις: Τζόις Κάρολ Όουτς («Η κόρη του νεκροθάφτη»), Μαξ Φρις («Στίλερ»), Percival Everet («Αμερικάνικη έρημος», «Πληγωμένοι»), Λουκρήτιος («Για την φύση των πραγμάτων»), Απ. Δοξιάδης-Χρ. Παπαδημητρίου(«Logicomix)».

Και, για να μην μας απολύσει ο εκδότης του mic.gr, αγαπημένες μουσικές;

Εν γένει τα σάουντρακ (όλα της Καραϊνδρου, «Paris-Texas» «The Hours», «Pulp Fiction», λόγου χάρη) . Είναι τα συμφωνικά κομμάτια, η… κλασική μουσική της εποχής μας (ο Μπετόβεν, ο Μπραμς και ο Μόζαρτ αν έγραφαν μουσική στις μέρες μας δεν θα έγραφαν παρά για τον κινηματογράφο). Μ’ αρέσουν όμως και οι: Μανού Ντιμπάνκο, Κινγκ Σάνι Αντέ, Τσιτσάνης, Πουλικάκος, Μάνος Χατζιδάκης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, διάφοροι έθνικ μουσικοί κ.ά. Πρόσφατα «ανακάλυψα» ένα ενδιαφέροντα δικό μας τζαζίστα (τον Κοντραφούρη), καθώς και κάτι πιτσιρικάδες στο Παγκράτι (τους «Night On Earth»), το κομμάτι τους «Ντεκαντάνς» είναι καταπληκτικό· αν είχα την δυνατότητα να βάλω και ήχους και μουσικές στο «Ουαλικό Λεξικό του Σεξ» σίγουρα θα ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου επιλογές…

 Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

04
Νοέ.
08

Εμμανιέλ Πιερά – Βιομηχανία του σεξ και του τηγανητού ψαριού

Δύο δεκαοχτάχρονες δίδυμες αδελφές, η Γκαέλ και η Γκουεναέλ, ναυτικοί σε ψαροχώρι της Βρετάνης αναπτύσσουν ένα εντονότατο ερωτικό αισθητήριο πλημμυρισμένο περιέργεια και φιλομάθεια. Όμως το περιβάλλον όπου ζουν είναι το πλέον ακατάλληλο για την ικανοποίηση της ακόρεστης δίψας τους για μόρφωση. Η μύησή τους στον κόσμο του σεξ γίνεται από άθλια πρόσωπα με ακόμα πιο άθλιους τρόπους (βιασμός ανάμεσα σε ψαροκασέλες ή αυνανισμός με ένα μουγκρί) και οι ταχυδρομικές παραγγελίες των σεξουαλικών γκάτζετς τίποτα τις αφήνουν ανικανοποίητες (οι πολλαπλές μπίλιες της γκέισας ερμάτιζαν το δίχτυ για τον μπακαλιάρο, το λιπαντικό κατέληξε να λιπαίνει την τροχαλία της τράτας). Έχοντας εντρυφήσει στις απείρως παραλλασσόμενες μεθόδους αναπαραγωγής των θαλάσσιων ειδών περιμένουν κάτι τουλάχιστον εξίσου συναρπαστικό.Αποκαρδιωμένες (ή καλύτερα αποσωματισμένες) από την αντιστοιχία σπέρματος και εγκεφάλου των διαθέσιμων ανδρών της παραθαλάσσιας βρετονικής πανίδας οι νεαρές αυνανίστριες εγκαταλείπουν το άνυδρο ερωτικά υδάτινο περιβάλλον τους και αναχωρούν για την πόλη του φωτός, και ερωτικού όπως ελπίζουν. Αν τα ψάρια ασκούνται όλα τα είδη σεξουαλικότητας όπως έχουν δει και μελετήσει, τότε το Παρίσι θα είναι ο δικός τους ωκεανός οργίων, ο τόπος όπου η πλούσια θεωρητική τους κατάρτιση θα συμπληρωθεί όπως πρέπει από την πρακτική της ολοκλήρωση. Εκεί τις περιμένει ο εξάδελφος Γιαν, ιδιοκτήτης sex shop (ενδιαφέρουσα η σύνδεση των πωλούμενων items με την νοσταλγία του γενέθλιου τόπου) και μέντορας πρόθυμος να αραδιάσει μπροστά τους ολόκληρο τον χάρτη του έκλυτου Παρισιού και των απανταχού λαγνότοπών του.Εκεί θα δοκιμάσουν ή θα πλησιάσουν σε απόσταση οργασμού «ανωμαλίες» και «παρεκκλίσεις» όπως την επιδειξιομανία κατ’ οίκον (στο μπαλκόνι ή σε ντελιβεράδες πίτσας, υδραυλικούς και πυροσβέστες) αλλά και σε μοναστήρια, το μπανιστήρι και την ουρο-κοπρο-λαγνεία. Σειρά έχουν η ζωοφιλία, η νεκροφιλία, ο σαπφισμός, η αιμομιξία, η αμφιφυλία, ο σαπφισμός και φυσικά ο φετιχισμός, ο σαδομαζοχισμός, οι πληρωμένοι έρωτες και τα ομαδικά όργια. Θα εξαντλήσουν την λίστα πασών των δυνατοτήτων σεξουαλικής συνεύρεσης; Αν όμως το κανονικό και το φυσιολογικό είναι βαρετά και προβλέψιμα, όπως φοβούνται, ποιος εγγυάται πως δεν θα ακολουθήσουν και τα άλλα;

Πρόκειται για το τρίτο μυθιστόρημα του σαραντάχρονου … δικηγόρου Εμμανιέλ Πιερά, ειδικού των πνευματικών δικαιωμάτων, μελετητή της ιστορίας των ηθών και της λογοκρισίας (αξιοσημείωτα έργα του: Le sexe et la loi (Το σεξ και ο νόμος), Le Livre des livres erotiques (Η βίβλος των ερωτικών βιβλίων), Le Livre noir de la censure (Η μαύρη βίβλος της λογοκρισίας)) αλλά και αφοσιωμένου ερωτογράφου και επιμελητή δυσεύρετων έργων παρόμοιας φύσης.

Ο ερωτογράφος μας με κομψευόμενο τρόπο και έξυπνα λογοπαίγνια τολμά μια εκ όψεως πρωτότυπη συσχέτιση: η ερήμωση των βυθών εξαιτίας της τρομακτικής βιομηχανοποίησης της αλιείας, με πλοία – εργοστάσια έξω από τα χωρικά ύδατα και πάνω από τα κοπάδια των ψαριών να αποθηκεύουν χιλιάδες τόνους ψάρια, καθαρισμένα, πακεταρισμένα κι έτοιμα για κατανάλωση, δεν έχει και μεγάλες διαφορές από την αντίστοιχη εξάπλωση της πορνοβιομηχανίας. Και εδώ η λίμπιντο συσκευάζεται, η ερωτική επιθυμία καταναλώνεται μηχανικά και μαζικά, οι αισθήσεις περνούν σε τέταρτη μοίρα. Στους ναούς της ερωτικής βιομηχανίας (από τα νυχτερινά κέντρα ως το διαδίκτυο) τα πάντα προσφέρονται από επαγγελματίες, αρκεί να πληρώσεις. Στο τέλος τρως άγευστο ψάρι και κάνεις άψυχο σεξ.

Από την άλλη, αν τέλος πάντων το σεξ έχει ήδη λογοτεχνηθεί, τότε κάποιος πρέπει να σχεδιάσει και την σύγχρονη γεωχαρτογραφία βίτσιων, εμπορευμάτων και γηπέδων του έρωτα αλλά και να ξεγυμνώσει (τι ειρωνεία) την κατάντια της. Υπάρχει και μια ακόμα πικρότερη αλήθεια: οι φαντασιώσεις συχνά αποδεικνύονται κατώτερες των προσδοκιών, η λαγνεία δεν είναι πάντα όπως την περιγράφουν οι ερωτομανείς συγγραφείς, ο πόθος είναι ισχυρότερος από την πραγματοποίησή του. Βέβαια στο τέλος οι αδελφές θα την βρουν τη λύση, αλλά νωρίτερα θα έχουν πει: υπήρχε μια απόσταση ανάμεσα σ’ αυτό που διεγείρει στο χαρτί και αυτό που απογοητεύει στην πραγματικότητα. (σ. 49).

Emmanuel Pierrat – L’ industrie du sexe et du poisson pane, 2004 / Εκδόσεις Άγρα, 2008, μετφ. Νατάσσα Χασιώτη, σελ. 169.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092. Στις φωτογραφίες: Οι Milo Manara και Guido Crepax έχουν ήδη κομικογραφήσει φιλομαθείς δεσποινίδες.
12
Οκτ.
08

Πιέρ Λουίς – Τα τραγούδια της Βιλιτώς

Παραμένουμε στην επικράτεια των ερωτογραφημάτων (όπου βρεθήκαμε με πλοηγό τον Φαρφουλά – βλ. προηγούμενη ανάρτηση) και υποκλινόμαστε για άλλη μια φορά στον κατεξοχήν μετρ της σκανδαλώδους πλην λογοτεχνικότατης ερωτικής γραφής, Πιέρ Λουίς (1870-1925). Για πολλούς από εμάς η πρώτη επαφή με τον Λουίς έγινε μέσω δυο μνημειωδών ταινιών: Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου (Μπουνιουέλ, 1977) και Ο διάβολος είναι γυναίκα (Στένμπεργκ, 1934), καθώς αμφότερα βασίστηκαν στο βιβλίο του Η γυναίκα και το νευρόσπαστο. Μετά τον αναζητήσαμε σε διάσπαρτες ύποπτες ελληνικές εκδόσεις (Θυγατέρες από σπίτι, Εγχειρίδιο καλής συμπεριφοράς κορασίδων για οικοτροφεία, Ανοιξιάτικη νύχτα κ.ά.).

Σήμερα έχουμε τη δυνατότητα όχι απλώς να τον απολαύσουμε σε έργο ξεχασμένο και παραμελημένο αλλά και να σκανδαλιστούμε με την μέγιστη λογοτεχνική απάτη που διέπραξε ο ίδιος: δημιουργώντας τον πλαστό χαρακτήρα της Βιλιτώς αποδίδοντάς της σειρά αισθησιακότατων ποιημάτων, ισχυριζόμενος τον απλό μεταφραστή τους. Έτσι οι αναγνώστες της εποχής θεωρούσαν πως διαβάζουν τα συναρπαστικά χαμένα ερωτικά επιγράμματα μιας αρχαίας Ελληνίδας ποιήτριας από την Παµφυλία, ιερής εταίρας, φίλης και ερωμένης της Σαπφούς.

Λογοτέχνης του ύστερου συμβολισμού, ο Λουίς στάθηκε έξω από τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του, αλλά αποτέλεσε πρότυπο ακόμα και για τους André Gide και Paul Valéry. Έζησε τις τελευταίες δύο δεκαετίες της ζωής του αποτραβηγμένος από τον κόσμο, μισότυφλος, αλλά πάντα δοσμένος στην συγγραφή τέτοιων κειμένων, όπως αποκαλύφθηκε από την πώληση των χειρογράφων του από τη χήρα του. Ω, μεταθανάτια αναγνώριση, σε βρίσκουμε και πάλι εδώ: τα τολμηρά και άσεμνα πορνογραφήματά του όχι απλώς εκδόθηκαν αλλά και αποτέλεσαν μέγιστη επιρροή στις θεωρίες και τις ιδέες περί σεξουαλικότητας κατά τον 20ό αιώνα!

Ο Λουίς σκάρωσε την φάρσα του ύστερα από επισταμένη έρευνα και μέσα από όλα αυτά τα επίπλαστα αυτοβιογραφικά σπαράγματα, το καθένα με στιγμιότυπα και περιστατικά από την ερωτική ζωή της Βιλιτώς, αναπαριστάνει θαυμάσια μια εποχή πλήρους ελευθεριότητας και παγανιστικού αισθησιασμού. Έναν άλλο κόσμο όπου ο έρωτας αποτελούσε αυτονόητη απόλαυση, χωρίς όμως να παύει να συνορεύει με τον θάνατο. Ορισμένα από τα «ποιήματά» μελοποιήθηκαν από τον Claude Debussy (1896-7). Μείνε πλαγιασμένο, ω σώμα μου, σύμφωνα με τη φιλήδονη αποστολή σου! Απόλαψε την καθημερινή ηδονή και τις χωρίς αύριο επιθυμίες. Μην αφήνεις ούτε μια χαρά άγνωστη, για να μεταμεληθείς πως δεν την εδοκίμασες την ημέρα του θανάτου. (σ. 126).

Συντεταγμένες: Pierre Louÿs, Les chansons de Bilitis, 1894 / Τα τραγούδια της Βιλιτώς, εκδ. Φαρφουλάς, 2008, σελ. 192, μετφ. Γκρέκο, εισαγωγή – επιμέλεια – σημειώσεις: Νίκος Ταμπάκης.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=15989.



Σεπτεμβρίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30  

Blog Stats

  • 995.254 hits

Αρχείο

Advertisements