Posts Tagged ‘Σάουντρακς

10
Δεκ.
14

Το ξενοδοχείο κάτω από το βουνό

gkua

[9] Κάποτε κατέγραφα και τους πιο παράξενους τρόπους με τους οποίους γνώρισα έναν καλλιτέχνη – και ίσως ακόμα το κάνω, με την έννοια ότι συνεχίζω να βρίσκομαι σε αναμονή για κάποιο νέο, απροσδόκητο κομμάτι της συλλογής. Τα σχετικά περιστατικά είναι ατέλειωτα: μια παρανόηση ονόματος, μια πρόταση από μια τυχαία γνωριμία λίγων λεπτών, μια μελωδία που άκουσα ως περαστικός από το ραδιόφωνο ενός παλιού καταστήματος, μια κασέτα που βρήκα στο δάπεδο του γκαράζ ενός πλοίου, πεσμένη προφανώς από ιταλούς ταξιδιώτες που την είχαν συμπεριλάβει στα παραθεριστικά τους απαραίτητα.

2deandre

Δεν γνωρίζω αν και με ποιο τρόπο θα γνώριζα τον Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ σε άλλη περίσταση, αλλά το άκουσμα του La mal di luna ήταν ακαριαίο. Αναζήτησα την μουσική του και βρέθηκα μπροστά σε μια ιδιάζουσα περίπτωση. Μέχρι σήμερα μάλιστα κρατώ το Canzone dell amore perduto ως απόλυτη ακουστική εκδοχή μιας χαμένης αγάπης, τόσο στην αρχική του εκτέλεση, υπό την ατμόσφαιρα μιας αργής, στοιχειωτικής μπαλάντας της δεκαετίας του ’60 έως την ακόμα πιο απλή, κιθαριστική μορφή στην διαχρονική παράδοση των σπουδαίων ιταλών τραδουδοποιών. Συνομιλώντας κάποτε με δυο ιταλούς αδελφούς που ζούσαν τα καλοκαίρια τους στο Κάστρο της Σίφνου, κάνοντας όποια δουλειά μπορεί κανείς να φανταστεί, θυμάμαι την έκπληξή τους όταν με άκουσαν να αραδιάζω μια σειρά ονομάτων αγαπημένων ιταλών τραγουδιστών και να ζητώ πληροφορίες για τον καθένα τους. Τότε άκουσα για πρώτη φορά για την απαγωγή του καλλιτέχνη στη Σαρδηνία. Η ιστορία από μόνη της ήταν αδιανόητη – για μια τέτοια φωνή περίμενες να ακούσεις άλλου είδους ιστορίες, δημιουργίας και δημοφιλίας.

FabrizioDeAndre_v.4

Άλλες εποχές…χωρίς την δυνατότητα προσφυγής στις ηλεκτρονικές καρτελοθήκες του διαδικτύου, επεδίωκα κάθε καλοκαίρι να συμπληρώνω την ιστορία ρωτώντας όποιον Ιταλό γνώριζα στους τόπους των δικών τους διακοπών και της δικής μου εργασίας. Τώρα που έχω διαβάσει την ιστορία του, επιθυμώ με την σειρά μου να σιωπήσω· είναι από εκείνες τις ιστορίες που προτιμάς να κρατήσεις στο μυαλό σου παρά να αναπαράγεις με ένα κείμενο αναπόφευκτης δημοσιογραφικής υφής. Όμως, ένα ιδιαίτερο τραγούδι κι ένας ολόκληρος δίσκος γράφτηκαν μετά από την αδιανόητη περιπέτεια και μπορούν να βιωθούν διαφορετικά.

1979_08_29_unione_sarda_01_2048

Ο Φ.ν.Α. απήχθη τον Αύγουστο του 1979 μαζί με την σύντροφό του τραγουδίστρια Dori Ghezzi και κρατήθηκε στο βουνό Supramonte για τέσσερις μήνες, μέχρι την καταβολή λύτρων. Όταν οι απαγωγείς συνελήφθησαν εκείνος τους συγχώρεσε (όχι όμως και τους οργανωτές του εγχειρήματος) επειδή του φέρθηκαν αξιοπρεπώς και επειδή έφτασαν στο έσχατο αυτό σημείο λόγω ανέχειας· δήλωσε δε ότι οι πραγματικοί φυλακισμένοι ήταν εκείνοι. Η οριακή αυτή εμπειρία αλλά και η σκληρή ζωή των κατοίκων της Σαρδηνίας ενέπνευσαν τον ούτως ή άλλως πολιτικά ανήσυχο τραγουδοποιό στον άτιτλο δίσκο του 1981. Στο εξώφυλλο η εικόνα ενός Ινδιάνου συνδέει την κοινή μοίρα των δυο λαών, ανάμεσα στην περιθωριοποίηση, την υποδούλωση και την χρόνια ετικέτα του ξένου και του διαφορετικού. Στο τραγούδι Hotel Supramonte μια γυναίκα κι ένας άντρας βρίσκονται μόνοι, ένα γράμμα αληθεύει το βράδυ και λαθεύει την ημέρα κι ένας τραγουδιστής ευχαριστεί το θεό επειδή έχει ένα τραίνο να χάσει και μια πρόσκληση για το Ξενοδοχείο Σουπραμόντε, όπου είδε το χιόνι στο σώμα της, τόσο γλυκό στην πείνα, τόσο γλυκό στη δίψα.

Fabrizio_Dori_

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 201 – 202 (Δεκέμβριος 2014), ως μέρος μιας σειράς κειμένων για τους συνειρμούς μνήμης, μουσικής, κινηματογράφου και λογοτεχνίας. To αμέσως προηγούμενο κείμενο [αρ. 8] εδώ. Τα έξι πρώτα κείμενα και μια πρώιμη, εκτός αρίθμησης δοκιμή εδώ: https://pandoxeio.com/2014/01/01/synergasies_me_to_dentro/.Τα υπόλοιπα κείμενα στις επόμενες αναρτήσεις, και όλα μαζί στον παραπάνω σύνδεσμο.

22
Ιολ.
14

Η μουσική του χάους

8

[5] Όλοι εμείς οι ταπεινοί θεατές της κινηματογραφημένης ζωής των άλλων άπραγοι παρόντες και παθητικοί συμπαριστάμενοι μα ποτέ συμπαραστάτες, έχουμε τουλάχιστο ένα προνόμιο απέναντι στους χαρακτήρες του σελλιλόιντ: την μουσική που ενίοτε αγκαλιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις τους – μια συνθήκη που συνειδητοποίησα καιρό αργότερα. Αλλά στο ταβιανικό Χάος η σιωπή των σικελικών βουνών δεν μπορούσε να γεμίσει μόνο από το βουητό του αέρα ή τα καμπανίσματα των κοπαδιών. Οι χαρακτήρες έπρεπε να επινοήσουν την μουσική κι ένας απλός βοσκός έδεσε σ’ ένα κοράκι το μικρό του καμπανάκι για να σκορπίσει στους αιθέρες την ευφορία μιας μελωδίας.

4

Η μουσική ως στιγμιαία διαφυγή από την καθημερινότητα του μόχθου ζωγράφισε την έκπληξη και το μάγεμα στα πρόσωπα των χωρικών – όπως αργότερα ο ήχος του τεράστιου πιθαριού θύμισε σε κάποιον έκπληκτο εργάτη «την καμπάνα του Πάσχα». Στο ίδιο εκείνο αίθριο του φεουδαρχικού υποστατικού ο ερχομός του καμπούρη που ερχόταν με την θαυματουργή κόλλα να ενώσει τα δυο σπασμένα μισά του τεράστιου πιθαριού – δείγματος επίδειξης του μεγαλοκτηματία – συνοδεύτηκε από ένα έγχορδο θέμα ανάλογης μεγαλοπρέπειας (ή ειρωνείας). Το ίδιο αυτό θέμα [La Jarre: Don Lolo] αποκορύφωσε το ύψωμα του μαγικού φιαλιδίου μπροστά στη σιωπή των εργατών που ανατράφηκαν με τον μύθο – μόνο ένας ψιθύρισε: il mastice!

giara

Αν υπήρχε μια στιγμή όπου το Χάος έμοιαζε να φωτίζει – παρά τη νυχτερινή λήψη – ένα μέλλον ελπιδοφόρο, αυτή ήταν η στιγμή της συγκέντρωσης εκείνων των εργατών γύρω από το πιθάρι όπου είχε εγκλωβιστεί ο τεχνίτης, μπροστά στην άρνηση του ιδιοκτήτη να το σπάσει για να τον ελευθερώσει. Στο φωτισμένο από το φεγγάρι αίθριο οι σύγχρονοι δουλοπάροικοι κυκλώνουν το αιχμάλωτο της giara με τελετουργικό χορό πανσέληνης κατάνυξης, χτυπώντας τις πέτρες – κρόταλα στον ρυθμό μια μουσικής που μόνο εμείς ακούμε αλλά εκείνοι έχουν ήδη μέσα τους. Το μεθυστικό μαρς διακόπτεται από τον μαινόμενο γαιοκτήμονα που συντρίβει το πιθάρι, από το οποίο βγαίνει με αργές, σχεδόν ειρωνικές κινήσεις ο τεχνίτης, και συνεχίζεται, καθώς οι χωρικοί τον σηκώνουν στα χέρια και βγαίνουν από την αυλή, σε μια έξοδο που αγνοεί εκείνον που παύει να αποτελεί κτήτορά τους.

6

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ, εδώ, εδώ και εδώ και ολοκληρώνεται εδώ.

21
Ιολ.
14

Ο κοινός λόγος

kaos pirandello

[4] Το Χάος είναι ακριβώς από τις ταινίες όπου η σκηνοθεσία των Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι βρίσκεται σε τέτοια διαλεκτική με την μουσική του Νικόλα Πιοβάνι ώστε τελικά δημιουργείται ένας απόλυτα κοινός λόγος. Θα ήθελα να έχω δει την ταινία στα ανοιχτά στάδια της έβδομης τέχνης και όχι σε χειμέρια σκοτεινή αίθουσα· όμως ακόμα διατηρώ την εντύπωση της πρώτης φοράς, σε οικιακή προβολή. Η τηλεοπτική συσκευή είχε στραφεί προς την βεράντα, στην καθιερωμένη βραδινή ψυχαγωγία των αθηναϊκών κυψελών. Θυμάμαι τα αερόβια πλάνα των σικελικών χωριών όπως κρέμονταν στις άκρες απότομων υψωμάτων· ήταν τέτοια η αίσθηση του ιλίγγου, που πίσω μου ένοιωθα στην άκρη του ρετιρέ να χάσκουν οι άβυσσοι μιας φύσης αχανούς και ολόφωτης. Είχα εκπλαγεί από την ποιητικότητα των εικόνων που αγκάλιαζαν τις σκληρές ιστορίες· ακόμα και η αναζήτηση της ταφής ενός μικρού παιδιού από τον πατέρα του θαρρείς και αναζητούσε την ποιητική της μετάπλαση: ένα τυλιγμένο δέμα γλίστρησε από τα χέρια του αλαφιασμένου χωρικού που έτρεχε στα κακοτράχαλα βουνά και κατέληξε στην άκρη ενός μικρού λάκκου με στάσιμα νερά, αποκαλύπτοντας ένα μικρό ξύλινο κουτί – φέρετρο με ανάγλυφο σταυρό.

kaos 2

Παρά την, έστω και ψευδαισθητική, ελευθερία της δικής μου θέασης, όπως «εν πτήσει» έβλεπα τα σπίτια από ψηλά, μπορούσα να αντιληφθώ τον εγκλεισμό των κατοίκων τους, που τους έλαχε να αντικρίζουν τη ζωή από εκείνα τα μικρά, σχεδόν αρχαία παράθυρα. Ακόμα και στο κυκλωτικό στροβίλισμα της κάμερας πάνω από έναν περίπτερο ναό, που μου φάνηκε πως γνώριζα από τις σικελικές σελίδες της εγκυκλοπαίδειας Δομή, αισθάνθηκα πως η ποθητή αυτή γη περιείχε εντός της ένα ανελέητο χάος…Ήταν άραγε το ίδιο μ’ εκείνο που όριζε ως καταγωγή του ο Λουίτζι Πιραντέλο στην «προμετωπίδα» της ταινίας που βασίστηκε στις δικές του Νουβέλες για ένα χρόνο; Το συγγραφικό επίγραμμα και οι πανοραμικές λήψεις των τίτλων της αρχής ενδύονταν με μια μαγευτική μουσική, προετοιμάζοντας την εμπλοκή του θυμικού.

91S29vCXtoL

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και εκεί και συνεχίζεται  εκεί και πιο μακριά.

20
Ιολ.
14

Η φίλτατη φιλμουσική

questo sporco mondo meraviglioso

[3] Όλα αυτά τα χρόνια η μουσική των ταινιών λειτουργεί ως ανεκτίμητο θησαυροφυλάκιο μνημών και εικόνων, ως ένα προσωπικό αρχείο που τηρείται σε τριπλά βιβλία: ένα για τις κινηματογραφικές εικόνες που τελεσίδικα έντυσε, αποτελώντας κάθε φορά μια ανεπανάληπτη συμβίωση εικόνας και ήχου· ένα δεύτερο για τις σκέψεις που ενέπνευσαν εκείνες οι εικόνες, η επιρροή των οποίων συχνά καθόρισε προσωπικές διαδρομές· και ένα τρίτο, ως ημερολόγιο των συγκεκριμένων παρακολουθήσεων και ακροάσεων στον προσωπικά βιωμένο χωροχρόνο.

piccioni - 74 - il dio sotto la pelle - Α

Κάποτε σ’ ένα αυτοσχέδιο περιοδικό που χειροτεχνούσε ένας κύκλος φίλων, είχα σχεδιάσει ένα εκτεταμένο ημερολόγιο ακριβώς για την μουσική που έζησε στα φιλμ αλλά και διέφυγε από τα όριά τους για να ζήσει δίπλα μας. Ο κορεσμός από τις γνωστές διαθέσιμες λέξεις μας οδηγούσε σε συνεχείς λεξιπλασίες· την ονόμασα λοιπόν «φιλμουσική», εκμεταλλευόμενος το θετικό πρόσημο των τριών πρώτων γραμμάτων και προκρίνοντας την παιδική κατασκευαστική λέξεων από το άτεχνο και ξενικό «σάουντρακ» ή το περιφραστικό «κινηματογραφική μουσική», προς αποφυγή κατάχρησης κινηματογραφικών επιθέτων.

Riz-Ortolani-Mondo-Candido

Σήμερα η μουσική των ταινιών μπορεί να επαναφέρει ακόμα και την αίσθηση της παρθενικής εμβάπτισης στην αντίληψη του γυναικείου σώματος, της αντρικής τιμής· σε εκδοχές του έρωτα, της σκέψης, του θεάματος, του γέλιου, μια άλλη γνώση του κόσμου εν γένει· μπορεί και να μ’ εμποτίζει στην ολιστική εκείνη ευφορία, κάποτε άγνωστης πηγής, που οδηγούσε στο αξέχαστο εσώτερο σκίρτημα κατά την παρακολούθηση ορισμένων σκηνών. Δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο απόθεμα να πάει χαμένο, δεν του αξίζει ο περιορισμός στην σχετική ανταλλαγή μνημών στην ομήγυρη των σινεφίλων. Σε τέτοιες συλλογές, μοναδικές όπως και ο συλλέκτης του, κρύβονται απαντήσεις σε χάσκοντα ερωτήματα, δείκτες πορείας, προτάσεις περισυλλογής, χειρονομίες παραμυθίας, νεύματα ηθικής, πάσης φύσεως καθαρμοί – είμαι βέβαιος. Όχι, δεν είμαι βέβαιος, γι’ αυτό και θα φροντίσω, για καλό και για κακό, να επιφορτίσω έναν μυθιστορηματικό ήρωα, ώστε να χρεωθεί σε αυτόν η πιθανή αποτυχία του σχεδίου.

timanfaya

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 199-200 (Ιούλιος 2014)

Συνεχίζει, κατά κάποιο τρόπο μνημονικών συνειρμών, από εδώ και εδώ και συνεχίζεται εδώ και ως τη μουσική του χάους και τα κινηματογραφικά μετακείμενα

Στις εικόνες τα εξώφυλλα μιας εποχής, τα σάουντρακ μιας μνήμης. Ένας εκθαμβωτικός κόσμος, όπως του Piero Umiliani.

14
Νοέ.
11

Πέτρος Δραγουμάνος – Κατάλογος Ελληνικής Δισκογραφίας 1950 – 2007

Οι ελληνικοί δίσκοι που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα και το εξωτερικό

It’s a dirty job but…

Το όνομα του Πέτρου Δραγουμάνου είναι εδώ και χρόνια ταυτόσημο με την καταγραφή και την καταλογογράφηση του αχανούς σύμπαντος της ελληνικής δισκογραφίας. Σε κάθε πολιτισμικό γαλαξία υπάρχει συνήθως κι ένας μοναχικός καταγραφέας που κάνει ακριβώς αυτή την λεπτολογική, εξουθενωτική δουλειά (όπως ακριβώς συνέβαινε – τηρουμένων των αναλογιών και των διαφορών – και στην περίπτωση του εκδοτικού χώρου με τον Κώστα Βουκελάτο και το περιοδικό Ιχνευτής). Αυτός ο ένας θα επενδύσει όλη του την ενέργεια και ζωή στην συγκέντρωση των στοιχείων ώστε να έχουμε εμείς οι υπόλοιποι ένα δισκογραφικό αλμανάκ πανέτοιμο για κάθε απάντηση, αναφορά κι ανατρέξιμο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τους λεξικογράφους, τους εγκυκλοπαιδιστές, τους στατιστικολόγους. Στην ουσία ο δημιουργός ενός τέτοιου οδηγού –τυφλοσούρτη – λιστολογίου έχει στοιχεία απ’ όλους τους παραπάνω συν κάτι ακόμα: ένα αγριεμένο μεράκι. Κι η δουλειά συνεχίζεται μέχρι σήμερα, καλύπτοντας ολόκληρη την τελευταία 60ετία.

Λημματοποίηση ενός σύμπαντος!

Πώς όμως μπορεί να οργανωθεί ένα τόσο αχανές υλικό χωρίς να χρειαστεί μια ολόκληρη βιβλιοθήκη; Πώς μπορούν να συμπιεστούν σ’ έναν μόνο τόμο οι αμέτρητοι δίσκοι μιας ολόκληρης εθνικής μουσικής με όλα τους τα στοιχεία; Με ένα «κωδικοποιημένο» σύστημα με σύμβολα και αριθμούς, πανεύκολο στην κατανόηση και λειτουργικότατο στη χρήση. Στο λήμμα κάθε ονόματος (που, εννοείται, παρατίθεται με απόλυτη αλφαβητική σειρά) υποδεικνύονται κάποια στοιχειώδη βιογραφικά στοιχεία, πληροφορίες αν και σε ποιο συγκρότημα υπήρξε μέλος και πότε, συνεργασίες κλπ. Με διάφορα σύμβολα δηλώνεται αν πρόκειται για προσωπικό δίσκο καλλιτέχνη, επανέκδοση κλπ. και στην επόμενη γραμμή ξεκινούν οι στήλες. Η πρώτη γράφει το έτος και το μήνα κυκλοφορίας του δίσκου. Η δεύτερη συνδυάζει κωδικούς αριθμούς για το είδος της συμμετοχής του καλλιτέχνη (τραγουδιστής, συνθέτης, στιχουργός, συνδυασμοί των παραπάνω, διευθυντής ορχήστρας, σολίστ, διευθυντής χορωδίας).

Μια άλλη σειρά γραμμάτων υποδηλώνει τις ιδιαίτερες ιδιότητες των ονομάτων (ενορχηστρωτής, ψάλτης, αφηγητής, λογοτέχνης, πολιτικός) και άλλες μορφές εμπλοκής (ντουέτο, επιμέλεια δίσκου, απαγγελία στίχων, συγκρότημα, κείμενο, χορωδία). Ένα δεύτερο ψηφίο δείχνει τον αριθμό τραγουδιών όπου συμμετέχει ο καλλιτέχνης, ένα τρίτο εξειδικεύει σε εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια, instrumental, τραγούδια από κινηματογραφικές ταινίες, ζωντανή ηχογράφηση, soundtrack, προέλευση από τηλεοπτική σειρά, μουσική και τραγούδια από θεατρική παράσταση, παιδικό δίσκο, συλλογή τραγουδιών (best of/ greatest hits), ανάγνωση ποιημάτων ή κειμένων. Αναφέρονται, τέλος, οι συμμετοχές άλλων καλλιτεχνών, αν ο δίσκος κυκλοφόρησε και σε άλλη χώρα και, βέβαια, στο δεξί άκρο της σειράς, η εταιρεία κυκλοφορίας, ο κωδικός αριθμός και το είδος του δίσκου (LP, CD, CS, 45, mini, maxi κλπ.).

Βουτάμε;

Πέρα από την αυτονόητη χρησιμότητα ενός τέτοιου έργου, το ξεφύλλισμα υπόσχεται και άλλες υπογειότερες απολαύσεις, όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάθε είδους λίστα – και πόσο μάλλον όταν αυτή η λίστα ξεπερνάει τις χίλιες σελίδες. Είναι αλλιώς να προσπαθείς να θυμηθείς κι αλλιώς να έχεις μπροστά σου κάθε υπαρκτή κυκλοφορία. Φυλλομετράς τις σελίδες και θυμάσαι δίσκους, ονόματα, συνεργασίες, εταιρείες, τραγούδια. Αν δεν θυμάσαι, γνωρίζεις, συνδυάζεις, διαπιστώνεις. Είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που τώρα αποτιμώ, εκτιμώ ή κρίνω διαφορετικά, ανιχνεύοντας επιρροές από και προς όλες τις πλευρές (πάντα σε σχέση με τη μουσική του προσωπικού γούστου) αλλά και πρωτοπορίες και πρωτιές. Κι αν για την κάθε μη ελληνική μουσική το διαδίκτυο περιλαμβάνει ολοένα και περισσότερα σάιτ που προσφέρουν τέτοια πλήρη συλλογικά έργα, για την ελληνικής προέλευσης μουσική δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα. Μόνο διάσπαρτες γενναίες προσπάθειες που καλύπτουν μικρά υποσύνολα. Σχεδόν πάντα όμως οι δισκογραφίες παρουσιάζονται, όταν παρουσιάζονται, με πολλά λάθη και παραλείψεις.

Λιστεία!

Ο καθένας εδώ μπορεί να φτιάξει τη δική του συστηματοποιημένη λίστα, για παράδειγμα, με τους δισκογραφημένους ποιητές (είτε ως μελοποιήσεις, είτε ως προσωπικές απαγγελίες, είτε ως στιχουργήσεις): Φώτης Αγγουλές, Ρούλα Αλαβέρα, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Έλλη Αλεξίου, Ελένη Βακαλό, Γιώργος Θέμελης, Ζωή Καρέλλη, Νίκος Καρούζος, Κώστας Καρυωτάκης, Τάσος Λειβαδίτης και άλλοι. Διαπιστώνω άγνωστες συμμετοχές και σύγχρονων λογοτεχνών (Φίλιππος Δρακονταειδής, Μάρω Βαμβουνάκη) αλλά και τον δίσκο του πρόωρα χαμένου τουμπίστα Γιάννη Ζουγανέλη (1989). Οι στιχουργοί αποτελούν άλλο μεγάλο κεφάλαιο, όπου επιτέλους συστηματοποιώ τα σύνολα του Νίκου Γκάτσου, του Θοδωρή Γκόνη, του Άρη Δαβαράκη και βεβαιώνομαι πως ο Ευγένιος Αρανίτσης δεν στιχούργησε άλλους δίσκους εκτός από τους δυο αλησμόνητους του Βασίλη Λέκκα.

Οι δισκογραφημένοι ηθοποιοί είναι μια άλλη μεγάλη ενδιαφέρουσα περίπτωση. Από τους παλαιότερους κινηματογραφικούς και τηλεοπτικούς (Θανάσης Βέγγος, Σπεράντζα Βρανά, Κώστας Βουτσάς, Κούλα Αγαγιώτου, Μανώλης Δεστούνης, Βαγγέλης Βουλγαρίδης, Ελένη Ανουσάκη), μέχρι τις φουρνιές του ’70 (Γωγώ Ατζολετάκη, Νίκος Δαδινόπουλος, Κάτια Αθανασίου, Μαρία Αλιφέρη) και του ’80 (Χρήστος Βαλαβανίδης, Ρένα Παγκράτη, Στάθης Ψάλτης). Μια άλλη λίστα φτιάχνω με τους κατεξοχήν ηθοποιούς του θεάτρου (από τους Μάνο Κατράκη, Αντιγόνη Βαλάκου, Νίκο Βασταρδή, Κώστα Αρζόγλου, Μαίρη Αρώνη μέχρι τους Βέρα Ζαβιτσιάνου, Γιώργο Λαζάνη, Γιώργος Αρμένη, Εύα Κοταμανίδου, Κώστα Καζάκο, Κάτια Γέρου), εκείνους που διέπρεψαν και στο τραγούδι (Γιώργος Μούτσιος, Γιώργος Μαρίνος, Δώρα Μασκλαβάνου), τον ίδιο τον Κάρολο Κουν.

Λεύκωμα

Όσο γυρίζω τις σελίδες τόσο περισσότερο εισχωρώ στα προσωπική μου δεκαετία του ’70, δηλαδή τη δεκαετία της μεγάλης μου βουτιάς στη μουσική. Εδώ ο οδηγός μετατρέπεται σε λεύκωμα των παιδικών, μεταπαιδικών και εφηβικών χρόνων, όπου δοκίμαζα μανιωδώς το κάθε είδος προσπαθώντας ακόμα και να υποδυθώ τον φαν που δεν ήμουν. Έτσι δε γίνεται να μη διατρέξω τη τιτλογραφία όλων όσων υπήρξαν στο σύμπαν αυτό: οι κλασικές μορφές των 70s (Λάκης Αλεξάνδρου, Δώρος Γεωργιάδης, Τέρης Χρυσός, Περικλής και Ξανθή Περράκη, Φίλιππος Νικολάου, Μπέσσυ Αργυράκη), οι μπαλανταδόροι των ύστερων μπουάτ (Κώστας Καράλης, Γιάννης Δημητράς), οι κονφερασιέ των παιδικών και όχι μόνο χορών (Κώστας Βενετσάνος), οι χαλκομανίες της Μανίνας (Χριστίνα, Χριστιάνα, Μαρίνα), οι μοντερνίζοντες διασκεδαστές και διασκευαστές (Λάκης Τζορντανέλι, Γιώργος Κοινούσης, Τζων Τίκης (: Γιάννης Τεκές!)), οι εκλεκτές κυρίες της ελαφρότητας (Γιοβάννα, Τζίνα Σπηλιωτοπούλου) και της βαρύτητας (Κλειώ Δενάρδου, Ελένη Ροδά), οι προ-λάουντζ συνθέτες (Γιώργος Θεοδοσιάδης, Ζακ Μεναχέμ, Ζακ Ιακωβίδης, Νίκος Ιγνατιάδης), ονόματα που σχημάτιζαν οι λαμπτήρες στις μαρκίζες: Τζίμης Μακούλης, Μάγια Μελάγια, Μπέμπα Μπλανς.

Το λεύκωμα κιτρινίζει και θυμάμαι τις μικρές διαφημιστικές φωτογραφίες λαϊκών καλλιτεχνών και κέντρων στις εθνικές οδούς: Λευτέρης Μυτιληναίος, Γιάννης Μαργαρίτης, Κώστας Μοναχός, Νίκος Νομικός, Νίκος Δουλάμης, μέχρι και τους Χρήστο Αυγερινό και Γιάννη Ρίζο της δεκαετίας του ’90. Κανείς από εκείνους δεν διέψευσε την λαϊκή αξιοπρέπεια κι αυθεντικότητα, με τις οποίες στο τέλος διασταυρώθηκα, έστω και ως νυχτεργάτης σερβιτόρος στα αληθινά λαϊκομάγαζα, στα Αραπάκια της Ιεράς Οδού και σε κάτι κέντρα – παραπήγματα στη Νεοχωρούδα κι όχι φυσικά στα ιλουστρασιόν ψευτοσκυλάδικα με τους υποχρεωτικά ωραίους πισταδόρους. Και στις ακόμα πιο μέσα σελίδες, ξαναθυμάμαι τους μπαλαντέρ του ελαφρού ερωτικού, από τον Δημήτρη Ταμπόση (s/t, 1981), με γερή ιστορία στα 70ς ως τον …Φράνκο Σιμόνε (Λες να ’ναι αγάπη, 1981) με ελληνικούς στίχους!

Μικτή (ελληνικού) κόσμου

Αλλαγή πυξίδας, νέο ξεφύλλισμα απ’ την αρχή, για τις σπάνιες έντεχνες τέχνες εκείνων που δημιούργησαν πραγματικά κάτι εν τη τέχνη (προτού άλλοι κλαψιάρηδες επωμιστούν τον τίτλο και την ιδιότητα), όπως κάποιοι εξαιρετικοί δημιουργοί που εξέφρασαν μια απέραντη μουσικώς «άγραφη» επαρχία (Θανάσης Γκαϊφύλλιας, Βαγγέλης Βέττας) και σκάλισαν παραδόσεις για να φτιάξουν μια σύγχρονη μουσική με όλα μέσα της (Μιχάλης Νικολούδης, Νίκος Γράψας, Γιώργος Καζαντζής, Μανώλης Γαλιάτσος) και άλλοι αξέχαστοι δίσκοι όπως Ο Οδυσσέας στο ποτάμι με την συναστρική συνεργασία των Τάκη Σινόπουλου – Μιχάλη Γρηγορίου – Σαββίνας Γιαννάτου – Βασίλη Λέκκα και Η Μυθολογία του Σαββάτου των Μιχάλη Τρανουδάκη και Γιώργου Χρονά, και ακόμη…

…εκλεκτά ονόματα που κάποια στιγμή χάσαμε τον λογαριασμό δίσκων, τίτλων και συμμετοχών, όπως οι Σαββίνα Γιαννάτου, Γιώτα Βέη, Πέτρος Πανδής, Βασίλης Λέκκας, Ηλίας Λιούγκος, κι άλλοι εκλεκτικότεροι δημιουργοί ή/και ερμηνευτές:ο βαρύτονος και όχι μόνο Σπύρος Σακκάς, η σοπράνο και όχι μόνο Δάφνη Πανουργιά, ο συνθέτης ορατορίων, όπερας, μουσικής δωματίου κ.λπ. Γιώργος Κουμεντάκης, η Αγγελική Ιονάτου, ο Ανδρέας Καρακότας, η αξέχαστη Φλέρυ Νταντωνάκη, οι συν τοις άλλοις συνθέτες θεατρικών παραστάσεων Κώστας Βόμβολος και Ηρακλής Πασχαλίδης, και ακόμη…

….σπουδαίοι συνθέτες σύγχρονοι, με εξαίρετες ηχογραφήσεις (Νίκος Ξυδάκης, Χρήστος Τσιαμούλης, Νίκος Κυπουργός), παλαιότεροι που αθόρυβοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα (Χρήστος Λεοντής, Νίκος Μαμαγκάκης), ορισμένοι άπιαστοι και πολύπλευροι (Γιώργος Κουρουπός, Χριστόδουλος Χάλαρης), άλλοι απλώς πολύ αγαπημένοι (Γιώργος Σταυριανός) και βέβαια οι κορυφαίοι της σπάνιας κινηματογραφικής μελωδίας Γιώργος Χατζηνάσιος, Βαγγέλης Πιτσιλαδής και Κώστας Καπνίσης (που ενώ του αποδίδονται πάνω από 100 ταινίες βλέπω εδώ πως έχει κυκλοφορήσει γύρω στους 15 δίσκους κι όχι όλοι σάουντρακς) και….

….εταιρείες με ονόματα – συνθήματα και σφραγίδες μιας εποχής όπως Panivar, Vasipap, Αφοί Φαληρέα, Panvox και βέβαια τα ατέλειωτα ρόστερ της MINOS, COLUMBIA, PHILIPS, LYRA, POLYDOR, POLYGRAM, WEA, EMI, CBS, RCA, SONORA…

Άτακτα Όνειρα

Φυσικά για τους δίσκους της άλλης ευρύτατης επικράτειας του ελληνικού και «ελληνικού» ροκ τα έχουμε πει εδώ δεκάδες φορές και είναι αδύνατο να καταγράψουμε την κάθε μνήμη που ηλεκτρίζουν δεκάδες ονόματα – άλλωστε όλα αυτά για μας δεν είναι απλώς παρελθόν αλλά βρίσκουν τη συνέχειά τους στο παρόν. Δεν μπορώ όμως να μην χαρώ με την – επιτέλους – αναφορά του υπέροχου δίσκου της ουρανοκατέβατης Ariadne Mackinnon Andrew στο Naughty Dreams (1981). Ακόμα μια περίπτωση όπου οι σχεδόν ανύπαρκτες διαδικτυακές αναφορές με έκαναν να πιστεύω πως τόσα χρόνια την είχα ονειρευτεί!

Σήματα Κατατεθέντα

Ευεργέτημα βέβαια αποτελούν και οι πλήρεις δισκογραφίες που δεν υπήρχε περίπτωση να τις βρούμε συγκεντρωμένες με εξαντλητική σειρά και όλα τα στοιχεία εν πλήρη παρατάξει (δεκασέλιδη του Μίκη Θεοδωράκη, εξασέλιδη του Μάνου Χατζιδάκι, εξίσου πολυσέλιδες της Μαρίας Κάλλας, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου, του Γιώργου Χατζηνάσιου, του Βαγγέλη Παπαθανασίου).

Εδώ βρίσκονται και όλα τα άλλα είδη που δεν είναι απλώς είδη αλλά κόσμοι ολόκληροι με τους οποίους διασταυρωθήκαμε χωρίς να μείνουμε, προτιμήσαμε παραμονή κι όχι διαμονή, αλλά όσο κράτησε ή κρατάει μάς γεμίζει όσο θέλουμε: οι βυζαντινοί (από τον κλασικό Σίμωνα Καρά μέχρι τον σύγχρονο ψάλτη Ιωάννη Δαμαρλάκη), οι παραδοσιακοί (το ούτι του Νίκου Σαραγούδα, το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά, το βιολί των πανηγυριών του Γιώργου Κόρου, οι άγνωστοι χάλκινοι αλλά και οι αδελφοί Σαλέα), ο ανεξάντλητος κρητικός πλούτος – οι Ξυλούρηδες (παλιοί αλλά και εκλεκτοί επίγονοι: Νίκη, Γιώργης, Γιάννης), οι διάφοροι Σταυρακάκηδες (Γιώργης, Μήτσος, Μιχάλης, Νίκος), ο Χαράλαμπος Γαργαντουράκης, ο Βασίλης Σκουλάς -, οι τζαζίστες, από τον Γιώργο Τρανταλίδη και τους Sphinx ως τον Σάκη Παπαδημητρίου και τον Φλώρο Φλωρίδη, οι δημιουργοί όπερας και θρησκευτικών έργων (Γιώργος Μπουφίδης), οι «μια κατηγορία μόνοι τους», όπως ο Μιχάλης Σιγανίδης (που με τον Θοδωρή Ρέλλο έβγαλαν Το πρωί και το βράδυ, απίστευτη σαχτουρική τζαζ μελοποίηση), του κόσμου οι χορωδίες και βέβαια όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά κι όλοι του ’60 οι (ποπ, ροκ κι ό,τι άλλο) εκδρομείς.

Υπογραφή

Ο Πέτρος Δραγουμάνος (Αθήνα, 1952) ξεκίνησε την εξαντλητική καταγραφή της ελληνικής δισκογραφίας ερασιτεχνικά, από το 1985, προτού εξελιχθεί σε επαγγελματική ενασχόληση και εμμονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος στον πρόλογο, το έργο του παραμένει πάντα ανοιχτό σε παρατηρήσεις, συμπληρώσεις, διορθώσεις, από τους ίδιους τους εμπλεκόμενους ή και οποιονδήποτε άλλο γνώστη. Ασχολείται με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές από το 1977, με την διδασκαλία μαθηματικών στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση από το 1979 και με την διεύθυνση του musiconline.gr από το 2007. Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με μεγάλο κομμάτι του τύπου, έντυπου καθημερινού αλλά και μηνιαίου μουσικού.

Η έκτη έκδοση του βιβλίου (Αθήνα, 2007) έχει 1280 σελίδες. Εννοείται βέβαια πως το υλικό κυκλοφορεί και σε dvd, ενημερωμένο μέχρι …χθες (Οκτώβριο του 2011), με περισσότερες δυνατότητες παρουσίασης, π.χ. πεδίο αναζήτησης για όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία (όνομα οποιασδήποτε ιδιότητας, τίτλος, κ.λπ.), αλφαβητική ή χρονολογική κατάταξη της δισκογραφίας ενός προσώπου, μιας εταιρίας, ενός label, εμφάνιση όλων των δίσκων που κυκλοφόρησαν συγκεκριμένο έτος κ.ά. Μπορεί κανείς να τα παραγγείλει από τον ίδιο τον Π.Δ. στο ηλεκτρονικό του επισκεπτήριο: madakos.hol.gr. Προηγούμενες έντυπες εκδόσεις: 1992, 1994, 1996, 1997, 2000, προηγούμενες ηλεκτρονικές: 1992, 2003, 2005.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στην επόμενη ανάρτηση, συνομιλία με τον συγγραφέα στο Αίθριο του Πανδοχείου.

Στις φωτογραφίες τα εξώφυλλα οριακών δίσκων της ελληνικής μουσικής και της προσωπικής μου ζωής: οι Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα (μιας μοναδικής περίπτωσης του ελληνικού ροκ), ο πρωτοπόρος της ηλεκτρονικότητας, τρία σάουντρακ κορυφαίων συνθετών και ισάριθμων όψεων ελληνικότητας, συν μια κοσμοπολίτικη, δυο μαγικές στιγμές των Ξυδάκη – Κυπουργού, η περίφημη Αριάδνη, οι Sphinx του ακούραστου Γιώργου Τρανταλίδη, οι Apocalypsis του δαιμόνιου Γιάννη Παλαμίδα, και το χαμόγελο της πρωτοπόρου Λένας πάντα μαζί μας.

28
Νοέ.
09

British Sea Power – Man of Aran (Rough Trade, 2009)

 

Η ταινία – ντοκιμαντέρ του Robert J. Flaherty (1934, (Μεγάλο Βραβείο Βενετίας το 1935) με θέμα την σκληρή καθημερινότητα των κατοίκων των νησιών του Άραν, στις Δυτικές Ιρλανδικές Ακτές, αποκτά νέο σάουντρακ με την ευκαιρία της έκδοσής της σε DVD. Η έκδοση περιλαμβάνει δυο εκτελέσεις του σάουντρακ, την στούντιο και μια ζωντανή από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Εδιμβούργου. Αντιστροφή από τα καθιερωμένα: είναι το DVD που συμπεριλαμβάνεται στο πακέτο του δίσκου, κι όχι το αντίθετο.

Παθιασμένος με την ανθρωπολογία και τις εξερευνήσεις, ο Flaherty είχε ως όνειρό του να κινηματογραφεί τις ζωές σε όλες τις άκρες του κόσμου, όπως έκανε και σ’ αυτά τα βραχώδη νησιά μιας ταραγμένης θάλασσας στη δυτική πλευρά της Ιρλανδίας. Εδώ αντιμετώπισε τους χαρακτήρες του σαν εξιδανικευμένες μορφές, ανάμεσα στον ρομαντισμό και τον καθημερινό τους ηρωισμό: γεωργία σε δύσκολα εδάφη, ψάρεμα σε απόκρημνους βράχους, κυνήγι καρχαρία για το απαραίτητο λίπος για τις φωτιστικές λάμπες τους. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν από τους πρώτους που χρησιμοποίησε ντοκιμαντερίστικη γλώσσα, επιθυμώντας τον συνδυασμό μύθου και πραγματικότητας – συχνά μάλιστα κατηγορήθηκε ότι έθεσε σε κίνδυνο τις ζωές τους σε ορισμένες δραματικές σκηνές.

Στις γνωστές ερωτήσεις τέτοιων περιπτώσεων, δηλ. α. αν η μουσική προσθέτει κάτι στο φιλμ και β. αν μπορεί να σταθεί εκτός φιλμ, η απάντηση εδώ είναι απερίφραστα θετική. Το αφηρημένο, οργανικό κιθαριστικό post rock τους ταιριάζει στα γκρίζα απόμακρα τοπία, συμβαδίζοντας άλλοτε με την αδιατάρακτη ηρεμία τους (λ.χ. στην τρυφερή συνομιλία πιάνου και εγχόρδων στο ομώνυμο) κι άλλοτε με τα τρικυμιώδη κύματα και τις μάχες με τα στοιχεία της φύσης (όπως το εντεκάλεπτο The South Sound με το την αξιομνημόνευτη ambient πιανιστική γραμμή ως το μέσο, προτού ξεσπάσει σε παράλληλη δραματική κιθαριστική κορύφωση).

Εδώ έρχονται εκ νέου δουλεμένα και ηχογραφημένα τρία προηγούμενα κομμάτια των BSP: το Boy Vertiginous είναι το North Hanging Rock και το It Comes Back Again γίνεται True Adventures (αμφότερα από το “Open Season”), ενώ το No Man is an Archipelago υπάρχει στο “Do You Like Rock Music?” ως The Great Skua. Η μεταμφίεση των τριών κομματιών δείχνει αν μη τι άλλο πως το κουιντέτο από το Brighton εύκολα γυρνάει τους διακόπτες του στο συγκεκριμένο είδος. Ενδιαφέρουσα η ελεγειακή διασκευή του Wander With Me (1964) του Jeff Alexander που έγινε γνωστό από ένα επεισόδιο του Twilight Zone, το μόνο τραγούδι εδώ με φωνητικά.

Είναι ίσως η ίδια η φύση αυτού του post rock να αποτελεί το πλέον κατάλληλο ένδυμα τέτοιων εικόνων, όπως ίσχυσε και παλαιότερα για Godspeed You! Black Emperor, Sigur Ros κ.λπ. Αυτές οι βουβές «μπαλάντες γέρων – κι όχι μόνο – ναυτικών» αναδίδουν τον παγωμένο αέρα, την μουντάδα και τα χαμηλά βαρομετρικά των εικόνων που κλήθηκαν να σκεπάσουν, αλλά και μια αυθύπαρκτη μαυρόασπρη, ποιητική ομορφιά.

Πρώτη δημοσίευση, αυτή τη φορά, εδώ.




Νοέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 1.002.353 hits

Αρχείο