Posts Tagged ‘Ταξίδι

20
Οκτ.
19

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.

02
Ιολ.
19

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες. Τόμος Β΄

Ταξιδευτής τεσσάρων Ανατολών

Τι νιώθεις λοιπόν όταν βρεθείς στη μέση της στέπας; Μιαν ακατάσχετη επιθυμία να καλπάσεις. Αυτό είναι το κλειδί της ψυχής των νομάδων του 50ού παραλλήλου. Αυτό είναι ίσως το μυστικό της ιστορικής καταιγίδας που γνώρισε ο δέκατος τρίτος αιώνας, του ανεμοστρόβιλου που διάλυσε ουσιαστικά την ισλαμική αυτοκρατορία και έσπειρε πρωτοφανή τρόμο στην Κεντρική Ευρώπη: η ξεγνοιασιά, η παιδική σχεδόν αθωότητα με την οποία η μάστιγα αυτή του Θεού αφάνιζε ζωές και ισοπέδωνε μνημεία του πολιτισμού […] δεν έχει ίσως άλλη εξήγηση από την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου της στέπας που βλέπει απλώς σαν εμπόδιο ό,τι ορθώνεται στον ορίζοντά του – την ανάγκη του να επαναφέρει τον κόσμο στην πρωτογενής, ανεμπόδιστη, απέραντη και ισόπεδη έκταση που ήταν ανέκαθεν η μοναδική του κατοικία. [σ. 55]

… γράφει ο Φώτης Τερζάκης για την Μογγολία, στα δεύτερά του Αντίδρομα προς τους τέσσερις ύστατους ανατολικούς κόσμους από την δική μας ταπεινή γωνία: χερσόνησο της Ινδοκίνας, Κίνα, Ιαπωνία, Θιβέτ και Λαντάκ, στις βόρειες επαρχίες της Ινδίας – τα πρώτα Αντίδρομα σε περιοχές μιας εγγύτερης Ανατολής παρουσιάστηκαν εδώ. Στην Μογγολία λοιπόν, όπου ο μισός πληθυσμός βρίσκεται σε ξεχασμένα χωριά μέσα στον χωμάτινο ορίζοντα ή στις ατέλειωτες στέπες και τα υψίπεδα, όπου τα αγριοκάτσικα εμφανίζονται ως φαντάσματα στα φαράγγια του Αλτάι και τα μικρά άλογα χάνονται σαν σαΐτες στον τάπητα της ερήμου – το χλιμίντρισμά τους ακούγεται στο ηχόχρωμα των εγχόρδων και στην, μοναδική στον κόσμο, παράξενη τεχνική των εγγαστρίμυθων τραγουδιών.

Στο Ουλάν Μπατόρ, όπου ζει ο άλλος μισός, τα βαριάς αισθητικής σοσιαλιστικά κτίσματα συνυπάρχουν με τις μογγολικές γιούρτες, τις χαρακτηριστικές κυκλικές σκηνές των νομάδων, με την άσπρη τσόχα που κρατά την ζέστη και το φοβερό κρύο σε απόσταση. Αυτοί οι νομάδες χαρακτηρίζονται από ανεπτυγμένες μορφές φυλετικής δημοκρατίας και αξιοσημείωτη ισχύ των γυναικών (εκτός βέβαια από τις φυλές που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ). Η Μογγολία έζησε επί αιώνες στο μυχό μιας ασταμάτητης παλίρροιας ανάμεσα στην Ρωσία και την Κίνα και είχε δεχτεί τους άμεσους κραδασμούς της επανάστασης των Μπολσεβίκων και ήταν η δεύτερη χώρα στον κόσμο που ανακηρύχθηκε επισήμως «λαϊκή δημοκρατία».

Ο ταξιδιώτης περνάει «στην ασύγκριτη δημοκρατία των αεροδρομίων, την μόνη δημοκρατία των φυλών, των συμπεριφορών και των αμφιέσεων», φτάνει στην Σιγκαπούρη, την βαβυλώνα των επιχειρήσεων και των night clubs, και μυρίζεται τις Νότιες Θάλασσες, τα σύνορα που αιώνες τώρα δεν παύουν να παραβιάζουν αργοπορημένη θαλασσοπόροι, κατόπιν εορτής εξερευνητές και δραπέτες των πολιτισμών τους. Στην Σαϊγκόν τα βράδια με την χαμηλή ηλεκτροδότηση αμέτρητα ζευγαράκια ρεμβάζουν στα βρώμικα νερά του λασπωμένου ποταμού. Οι Βιετναμέζοι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα· έζησαν την κτηνωδία των Γάλλων, σήκωσαν το βάρος του αντιαποικιακού αγώνα στην Ινδοκίνα, αντιστάθηκαν σε κυβερνήσεις ανδρεικέλων, πολέμησαν με σφεντόνες και καλάμια, απέκρουσαν την Κίνα· δεν νικήθηκαν από τίποτα – εκτός από την παγκόσμια αγορά.

Σε τούτα τα μέρη που ο κόσμος απλώς δεν γνωρίζει την Ελλάδα· το ελληνικό θαύμα δεν σημαίνει γι’ αυτούς απολύτως τίποτα. Ο γηγενής οδηγός της συντροφιάς, μια συναρπαστική βιογραφία από μόνος του, είναι πιστός στην ταοϊστική αρχή του γιν και του γιανγκ, το ατέρμονο παιχνίδι των αντιθέτων που κυβερνάει τον κόσμο, την ατέλειωτη εναλλαγή της χαράς και της λύπης, και γνωρίζει την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί στην δυναμική απάθεια του μέσου δρόμου. Άλλωστε ως προμετωπίδα, έχουν ήδη τεθεί τα λόγια του Μισέλ ντε Σερτώ: στην διάρκεια εντός ταξιδιού, τα αντίθετα συμπίπτουν. Ο συγγραφέας παρατηρεί τον εκθαμβωτικό συγκρητισμό των ασιατικών θρησκειών και όταν στο ναό και το μαυσωλείο του Άνγκορ Βατ στην Καμπότζη δει τα γιγάντια δέντρα να ξεπηδούν μέσα από ξεκοιλιασμένα κτίσματα και τις ρίζες να περισφίγγουν σαν μυθικά ερπετά τους ρημαγμένους τοίχους, σκέφτεται πως η φύση και ο πολιτισμός είναι σφιχταγκαλιασμένοι σε προαιώνια, κοσμογονική αναμέτρηση.

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι, στα δέκα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, η Καμπότζη και το Λάος δέχτηκαν το μεγαλύτερο φορτίο βομβών που έχει ριχτεί ποτέ σε χώρα, μεγαλύτερο και από το σύνολο των βομβών που έπεσαν σε όλο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και μπορεί το 1975 οι Βιετκόγκ να γονάτισαν οριστικά του νεοαποικιοκράτες αλλά ακολούθησαν στην Καμπότζη οι Ερυθροί Χμέρ που μετέφεραν τον πληθυσμό στις αγροτικές κολλεκτίβες, ένα είδος καταναγκαστικών έργων, όπου αποδεκατίζονταν από τις κτηνώδεις βιοτικές συνθήκες. Το όργιο αίματος των θανάτων και των βασανιστηρίων ξεπερνά το ίδιο το Άουσβιτς. Αυτό έδωσε αφορμή στο κομμουνιστικό Βιετνάμ να εισβάλει το 1978, διαλύοντας τους Ερυθρούς Χμερ. Ένα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Καμπότζης, γράφει ο Τερζάκης,  είναι το πώς χώνεψε όλη αυτή τη χθεσινή φρίκη και η ζωή κυλάει παντού σ’ έναν αδιατάρακτο ρυθμό και όλοι διατηρούν ένα γλυκό χαμόγελο, παρά το γεγονός πως κάθε οικογένεια έχει τους νεκρούς της και η μισή χώρα παραμένει ναρκοπέδιο.

Ο Βουδισμός είναι ο ίδιος ο αέρας που αναπνέει ο κόσμος της Νοτιοανατολικής Ασίας· ακόμα και οι αναρίθμητες θεότητες του Ινδουισμού μοιάζουν να έχουν απορροφηθεί στα πολλαπλά απεικάσματα της μοναδικής του εικόνας. Η διακύμανση της αισθητικής ποιότητας βέβαια είναι ιλιγγιώδης. Από τους κακότεχνους Βούδες με πλαστικά φωτάκια μέχρι τα ανεκτίμητα μνημεία αρχιτεκτονικής τέχνης κυριαρχεί το υψηλό στυλιζάρισμα στα όρια της ακαμψίας. Στους βουδιστικούς ναούς υπάρχει πάντα μια αίσθηση χαλαρότητας κι ελευθερίας που δημιουργεί την αίσθηση μιας υπόκωφης και συνεχιζόμενης γιορτής, χωρίς εκείνο τον καταναγκαστικό χαρακτήρα των μονοθεϊστικών πίστεων.

Στο Πεκίνο ο συγγραφέας επιλέγει να χωθεί σε ένα από τα εκατοντάδες χουντόγκ, στην αλλοτινή ραχοκοκαλιά της παλιάς πόλης, περίφημα όχι μόνο για την λαβυρινθώδη δομή τους αλλά και για την βρωμιά τους, καθώς ακόμα και δέκα οικογένειες μοιράζονταν μια τουαλέτα. Δρομάκια με κατάμαυρα στάσιμα νερά, λιγδιασμένα κουζινικά στοιβαγμένα στα πρεβάζια, η φτώχεια αυτών των ανθρώπων και η ρυπαρότητα του περιγύρου τους έρχεται σε αντίθεση με το καθαρό και περιποιημένο παρουσιαστικό τους. Τώρα ολόκληρες παραδοσιακές συνοικίες ισοπεδώνονται και κοινότητες μεταφέρονται, χωρίς να ερωτηθούν, σε ουρανοξύστες που ξεφυτρώνουν παντού στην πόλη. Στο κινέζικο θέατρο (σύμφωνα με την παραδοσιακή σοφία ένα από τα τέσσερα πάθη των Κινέζων, μαζί με τις σεξουαλικές χαρές, τα τυχερά παιχνίδια και το όπιο) σημασία δεν έχει η πλοκή, καθώς κάθε θεατρόφιλος Κινέζος γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά το τυποποιημένο ρεπερτόριο, αλλά η αισθητική της παράστασης και η δεξιοτεχνία της επιτέλεσης.

Όλη η ιστορία της Κίνας από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ως τα μέσα του εικοστού ήταν μια θλιβερή σειρά από ήττες και εξευτελισμούς, που γέμισαν την ψυχή του λαού με ανεξάντλητη μνησικακία προς την Δύση. Η συνέχεια ήταν γνωστή ως ένα δράμα που επαναλήφθηκε αναρίθμητες φορές στον εικοστό αιώνα: το αντιαποικιακό κίνημα υιοθέτησε σοσιαλιστικούς στόχους και κατρακύλησε στον κατήφορο του εθνικισμού και του μεγαλοϊδεατικού επεκτατισμού. Τώρα οι Κινέζοι ανάχθηκαν σε κατοπτρικά είδωλα των ανταγωνιστών τους και ως τέτοιοι έγιναν εκτοί στην παγκόσμια λέσχη των ισχυρών.

«Εκατομμύρια κουρδισμένα αυτόματα» δουλεύουν δέκα και δώδεκα ώρες ημερησίως χωρίς εργασιακά δικαιώματα και χωρίς δυνατότητα προσφυγής απέναντι στο κράτος ή την εργοδοσία (που εν πολλοίς ταυτίζονται) – ιδού πώς οι οικονομικοί δείκτες ανέρχονται ιλιγγιωδώς στην Κίνα! Τι πουλάει λοιπόν, αναρωτιέται ο Τερζάκης, αυτή η κυβέρνηση στους πολυεθνικούς κολοσσούς; Τον πληθυσμό της και τους δραστικούς μηχανισμούς καταστολής που της επιτρέπουν έναν βαθμό συμπίεσης της εργατικής δύναμης;

Διάβασα ταξιδιώτες του παρελθόντος θανάσιμα γοητευμένους από τα μυστήρια και τις εξοντωτικές αντιφάσεις του Σινικού πολιτισμού. Ο κόσμος εκείνων των βιβλίων δεν υπάρχει. Το βαθύτερο μυστήριο της σημερινής Κίνας δεν είναι εκείνο που την διαφοροποιεί, αλλά εκείνο που την εξομοιώνει με τη Δύση […] Σήμερα που πήραν καλά το μάθημά τους και ξαναέγιναν πρακτικοί, με τον τρόπο που η εποχή το απαιτεί, εξομοιώθηκαν με υπερβάλλοντα ζήλο μαζί μας και στον καθρέφτη τους βλέπουμε το πιο δυσοίωνο πρόσωπό μας. Στο μέλλον, μπορούμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε, θα είμαστε όλο και περισσότερο Κινέζοι. [σ. 77]

Στην Ιαπωνία ο ταξιδευτής αναζητεί τους τόπους που συνδέονται με το Σουγκέντο, το ιδιόμορφο αυτό ρεύμα ορεινού ασκητισμού που δημιουργήθηκε μετά την εισαγωγή του Βουδισμού στην χώρα. Κύριος τρόπος άσκησής του ήταν η τελετουργική ορειβασία, ένα είδος «διαλογισμού εν κινήσει. Οι ασκητές ορειβατούσαν αδιάκοπα διασχίζοντας δύσβατες πλαγιές και κρημνώδη φαράγγια, επί έναν ολόκληρο χρόνο και από την αυγή ως το σούρουπο. Ακόμα και σήμερα οι πιστοί ασκούν την Τελετή της Φωτιάς, κουβαλώντας στον ώμο τους 108 αναμμένα δαδιά, ένα για κάθε κόκαλο του ανθρώπινου σώματος, για να τα σβήσουν στη θάλασσα, καίγοντας με αυτό τον τρόπο τον εγωισμό τους.

Γνωρίζουμε την φουτουριστική εικόνα με τους ουρανοξύστες του Τόκυο ή της Οσάκα όσο και την παραδοσιακή γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική· τι υπάρχει όμως ανάμεσα; Κάτι που θυμίζει περισσότερο Σκανδιναβία, Γερμανία και Κάτω Χώρες! Η αρχιτεκτονική του Τόκιο βέβαια είναι ένας μοντερνισμός σε παροξυσμό – αδιανόητα σχήματα και κατασκευές στα όρια της ύβρης. Αναποδογυρισμένο σκουπιδοντενεκέ το αποκαλούσε ο Τανιζάκι. Ο συγγραφέας παρατηρεί στο γιαπωνέζικο γέλιο έναν ωμό αισθησιασμό (που κουβαλά ένα είδος ζωώδους χάρης και μυστηριωδώς συνυπάρχει με την εκλέπτυνση και την σωματοποίηση των κοινωνικών κανόνων), ενώ αναζητά στην καθημερινότητα τις θεμελιώδεις έννοιες της Ιαπωνικής ψυχής. Εδώ το Ζεν προστάζει να αφεθείς ολότελα στην στιγμή αφού όλα είναι κιόλας χαμένα, ενώ στο Θέατρο Νο, είναι, μεταξύ άλλων, και οι ιεροπρεπείς απειροελάχιστες κινήσεις που σμιλεύουν δραματικά την ακινησία. Εκείνο που τελικά του μαθαίνει η Ιαπωνία είναι ο βαθύς δεσμός της ομορφιάς με την θλίψη. Αν είναι τέχνη είναι, όπως λέγεται, μια «υπόσχεση ευτυχίας», η ίδια η ομορφιά είναι μια ανάμνηση ευτυχίας.

Κι ακόμα παραπέρα, στο «δίχτυ των Ιμαλαΐων», το Θιβέτ και το Λαντάκ, υπάρχει πάντα τρόπος για τον ταξιδευτή να αναζητήσει τα ίχνη των θάνγκα, μιας μορφής θιβετιανής θρησκευτικής τέχνης, που υπηρετεί την μετάδοση της διδασκαλίας με μη γλωσσικά μέσα, και να ακούσει, όπως ο συγγραφέας, την γλώσσα αυτού του κόσμου. Εκτός από συγγραφέας βιβλίων πολιτικής, φιλοσοφίας, θεωρίας, αισθητικής, θρησκειολογίας και άλλων πεδίων, ο Τερζάκης είναι ένας σπάνιος ταξιδιογράφος. Τα κείμενά του αναμειγνύουν την ιστορία, την σύγχρονη πολιτική, την προσωπική ματιά, την περιδιάβαση στις τέχνες, τις έξοχες περιγραφές, την εμπλοκή με τους ανθρώπους. Να περιμένουμε και τρίτα Αντίδρομα;

Εδώ […] νιώθεις να σε χτυπούν τα ανισόμετρα κύματα του χρόνου και συνειδητοποιείς πως εκείνο που δεν υπάρχει πια δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά απόν. [σ. 102]

Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2015, σ. 158.

Στις εικόνες: Οι γιούρτες του Ουλάν Μπατόρ / Hoi-An, Βιετνάμ / Hoa Lu, Κόκκινος Ποταμός, Vietnam / Βούδας υπό Καθαριότητα (Ιάβα, φωτ. Aman Rochmanaman Rochman/Afp/Getty Images) / Δυο όψεις των χουτόνγκ στο Πεκίνο / Κινέζες εργάτριες / Τόκιο / Manjushri Θιβετιανό Θάνγκα.

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 230, υπό τον τίτλο The traveller, από το σπάνιο κομμάτι των The Moffs (ύμνο των ταξιδιωτών!)

01
Μαρ.
19

Οι ξυπόλητες μιας Πόλης

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Χάρτης, τεύχος 3 (Μάρτιος 2019), εδώ.

Οι ξυπόλητες μιας Πόλης

Όπου ο εγκυκλοπαιδιστής των γυμνών ποδιών αναζητά την Ηλέκτρα στην Κωνσταντινούπολη, στους βυζαντινούς ναούς που αναστηλώνει, ελπίζοντας να συνεχίσει την ερωτική τους μυθιστορία, που άρχισε στα δέκα τους έναν παραθεριστικό Αύγουστο στο Λουτράκι και συνεχίστηκε ανά τις δεκαετίες διασκορπισμένος έναν Απρίλιο στην Κυψέλη, έναν Μάιο στην Θεσσαλονίκη κι έναν Ιούνιο στην Γαύδο.

Μυρελαιούσες: υψιπετείς των κλιμάκων 

Ξεκίνησα την αναζήτηση της Ηλέκτρας στην αλλοτινή Μονή Μυρελαίου που είχε αλλάξει το όνομά της σε Bodrum Camii· βρισκόταν σε περιοχή με εμπορικά καταστήματα μοντέρνων ρούχων αλλά δεν την γνώριζε κανείς από τους περαστικούς. Ξεπρόβαλλε ανάμεσα σε δυο μπουτίκ, πιο πίσω και ψηλότερα και για λίγα λεπτά, καθώς ο ήλιος έκρυψε τα γκρίζα σύννεφα, ο ναός έμοιαζε να αναδύεται ψηλά από το έδαφος. Πίσω του οριστικά και αμετάκλητα υψωνόταν η πίσω όψη μιας παλιάς, κιτρινισμένης πολυκατοικίας· οι εξωτερικές στριφογυριστές σκάλες μου υπενθύμισαν για άλλη μια φορά την «ψηλότερη» θέση της καθημερινότητας σε σχέση με την Ιστορία ή μια συμφιλίωση του τετριμμένου με το θαυμαστό. Εκεί είδα μια νέα γυναίκα να ανεβαίνει με σύνεργα καθαρισμού προς το τελευταίο όροφο. Παρά την απόσταση και το καμουφλάρισμα των χρωματιστών της ρούχων, ή, μάλλον, εξαιτίας αυτών, διέκρινα τα γυμνά της πόδια.

Στο τελευταίο σκαλί κάθισε κι έβαλε το κεφάλι της μέσα στα χέρια. Τηλεφωνούσε και σπάραζε από απαντήσεις που πρέπει να την άφηναν, έτσι όπως βρισκόταν στην άκρη, διπλά ξεκρέμαστη. Οι σύγχρονοι πόνοι, σκέφτηκα,  δακρύζονται αποκλειστικά στις μέσες και τις άκρες των πολυκατοικιών που κρέμονται στο κενό, κι όχι μπροστά στις εκκλησιαστικές εικόνες ενός πέρα κόσμου που σταμάτησε να περιμένει τους πιστούς του. Έτσι, ψηλότερα απ’ τον τρούλο, που κάποτε συμβόλιζε την αρχή του ουρανού ή την επικράτεια του Θεού, μια ξυπόλητη γυναίκα ήλπιζε να καταστεί η θεά κάποιου άλλου και αδιαφορούσε για την θεαματική κάτοψη του ναού, στο βλέμμα του οποίου με παρέδιδε, που αισθάνθηκα αυστηρό ή γλυκό, επειδή αφιέρωνα πια την λατρεία μου σε δίδυμες θεότητες ισάριθμες με τον γυναικείο πληθυσμό όλων των εποχών.

Αναζητώντας την είσοδο έκανα τον γύρο του τετραγώνου και ανέβηκα σε άδειο ακάλυπτο χώρο, που ήταν και η ταράτσα των κτιρίων από κάτω. Από εδώ αποκτούσε ξανά το κομψό σώμα των μεσοβυζαντινών ναών, πιθανώς για να παρακολουθεί την ταπεινότητα των γύρω καταστημάτων: νεωτερισμοί, αθλητικές φόρμες, περούκες. Bukle Peruc, έγραφε μια ταμπέλα, προτείνοντας παραλλαγές χτενισμάτων για κάθε χρήση. Ανακουφίστηκα με την ιδέα πως δεν θα υπάρξει αντίστοιχο ανταλλακτικό στα πόδια, με κίνδυνο να γνωρίζεις μια γυναίκα χάρη στα πόδια της και να μην είσαι σίγουρος αν είναι τα αληθινά.

Δίπλα στην είσοδο, ένα κατάστημα με καλσόν ειρωνευόταν μια συνύπαρξη: η νεωτερικότητα των νεωτερισμών δίπλα στην αιωνιότητα των μνημείων. Της αγόρασα ένα μαύρο μάλλινο καλσόν με σχέδια που έφερναν προς σταυρούς, βέβαιος πως θα γελούσε κι εγώ θα τιμούσα έστω κι έτσι την κρυφή μου λατρεία. Ίσως πάλι οι αντίθετοι πόλοι να με καθησύχαζαν πως όσο νεωτερικοί είμαστε άλλο τόσο αρχαίοι παραμένουμε: ένας άντρας σπεύδει να αναζητήσει το δώρο για μια γυναίκα, μόνο και μόνο για την ψευδαίσθηση ότι θα την ξαναδεί ή για το σκίτσο μιας ρυτίδας που προδίδει το χαμόγελο την στιγμή που το ξετυλίγει. Βγαίνοντας χάιδεψα εκείνο που θα τύλιγε ζεστά τα πόδια της, δοκιμάζοντας μια προβολή σ’ ένα μέλλον απ’ όπου θα απουσίαζα.

Εδώ τις προηγούμενες δεκαετίες συνυπήρχαν εργαστήρια, αποστακτήρια, χαμάμ και αποθήκες, μέχρι που εγκαταλείφθηκαν, αφήνοντας την περιοχή να μετατραπεί σε σκουπιδότοπο, όπως μαρτυρούν παλιές φωτογραφίες του κούφιου τότε ναού. Αναρωτήθηκα αν η Ηλέκτρα εργαζόταν στα έγκατά του, όπου για αιώνες στέγνωνε μια κυκλική κινστέρνα και κρυβόταν το παλάτι του Ρωμανού και μια «κάτω εκκλησία». Προχώρησα σε μια ανήλιαγη στοά, όπου διάφορα αναιδή καταστήματα κρεμούσαν φορέματα και πανωφόρια στις εξωτερικές κολώνες της εκκλησίας, προκρίνοντας πρόσκαιρες πλην προσφιλές εμφανίσεις αντί άλλων πνευματικών ανταλλαγμάτων. Πέρασα τις σκεπαστές βρύσες για την πλύση των ποδιών και κατέβηκα στο υπόγειο. Ερημιά και μια απόκοσμη ησυχία.

Απληροφόρητος διαπίστωσα πως δεν ήμουν μόνος. Στο υπόγειο του ναού κοιμόταν (γι’ αυτόν που θεωρεί τον θάνατο ύπνο αιώνιο ή πρόσκαιρο ή απλά ακολουθεί το λεξιλόγιο των σχετικών επιγραφών) ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός και η Άννα Λεκαπηνή, ζεύγος που έγδυσα απ’ τα πολυποίκιλτα ενδύματα για να φανταστώ τα σώματά τους έτοιμα για ανταλλαγή αυτοκρατορικών χαδιών ή απλώς για εκείνα που κάνουν όλοι, όταν πάψουν να είναι ό,τι είναι για τους άλλους. Άραγε τα συμβασιλεύοντα ζεύγη θυμούνταν τον παλιό τους εαυτό όταν έκλειναν οι βαριές πόρτες και πλάγιαζαν ενώπιος ενωπίω; Υπήρξε κανείς βασιλεύς της Ρωμανίας που γονάτισε ο ίδιος μπροστά στα πόδια της παντάνασσας του κράτους; Δεν προχώρησα, να μην ενοχλήσω τα τέσσερα πέλματα που, σκελετωμένα ή ποιος ξέρει πώς διατηρημένα, κείτονταν δίπλα δίπλα στην αιώνια σιωπή κάτω από την πολύβουη εμπορική συνοικία.

Παντεπόπτριες: δέσποινες των περασμάτων

Στον περίκομψο βυζαντινό ναό του Παντεπόπτη, τώρα Eski Imaret Camii, ένα από τα λιγότερο γνωστά μνημεία της πόλης, που, κρυμμένο στα ασφυκτικά στενά μιας ταπεινής συνοικίας, αποφεύγει τους τουρίστες και την φασαρία των περαστικών, είδα δυο νεαρά κορίτσια να κάθονται στο κατώφλι μιας μικρής πολυκατοικίας που, όπως όλες σ’ αυτή την γειτονιά, είχαν την πόρτα τους διαρκώς ανοιχτή. Κρυφογελούσαν η μια στο αυτί της άλλης, μοιραζόμενες, πιθανώς, τα μυστικά της εισόδου στα μυστήρια της νεότητας. Ντυμένες με χρώματα που περιγελούσαν γάργαρα, όπως και οι ψίθυροι τους, κάθε επιταγή ταιριάσματος, είχαν αποδιώξει τα κλειστά τους σαμπό κι ίσως ήταν τελικά τα γυμνά τους πόδια που κορόιδευαν τα άλλα ρούχα.

Κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο μικρό προαύλιο του άλλοτε περιδόξαστου κτίσματος και στο σπίτι τους σαν δέσποινες που δικαιωματικά διαφεντεύουν τα περάσματα ενός τόπου όπου εφάπτονται ιστορίες, κοινωνίες και θεολογίες. Στάθηκα κι εγώ έκθαμβος, ανάμεσα στην κοκκινωπή εκκλησία που για ώρες αναζητούσα και στην δική τους κυριαρχική παρουσία. Στον ήλιο του χορταριασμένου στις άκρες στενού έλαμπαν δυο αντιθέσεις: ο ακίνητος χρόνος του ναού, ίδιος και απαράλλακτος στο μέλλον, και οι αεικίνητες στον τόπο κορασίδες, με την άγουρη θηλυκότητα να τις ωθεί μπροστά, διαρκώς μπροστά. Όμως κι εκείνος υπήρξε μεταβλητός, από την μεγαλοπρέπεια στα ερείπια κι από τα ερείπια στην αναστήλωση· εκείνες, πάλι, δρομολογούνταν με ταχύτητα ηλικίας αλλά η μνήμη τους και η φωτογραφία μου θα τις μνημειώσουν εδώ, σ’ ένα αναπότρεπτο, συνεχές παρόν «τότε». Μόνο η θρησκεία δεν άλλαξε: Ένας αντάλλαξε θέση με άλλον Έναν.

Ήθελα να φωτογραφίσω το μνημείο αλλά δεν διανοήθηκα να τους ζητήσω να παραμερίσουν. Δεν παρεμβάλλονταν εκείνες στην εικόνα του ναού, αλλά εγώ στο πεδίο τους. Σιώπησα στην άκρη του δρόμου, χωρίς να διαθέτω κάτι να αντιπροτείνω για να κάνουν εκείνες στην άκρη, οτιδήποτε ισχυρότερο της μύησής τους στην ταχύτητα ηλικίας ή στο παιχνίδι, αδιαφιλονίκητες προτεραιότητες που δεν γνωρίζουν έργα τέχνης ή ιερούς χώρους. Κατόρθωσα όμως, για μια στιγμή, να υποκλέψω με τον φακό μου τον δρόμο που, συννεφιασμένος επανήλθε στην βυζαντινή του αποκοσμικότητα, ενώ τα κορίτσια κάθισαν μέσα από την εξώπορτα, ίσως επειδή αντιλήφθηκαν μερικές αναπάντεχες ψιχάλες. Κι από εκεί, ξεπρόβαλλε ένα ανέμελο γυμνό πέλμα, για να μου περιγελάσει κάθε στοχασμό και να δώσει στο κάδρο και στον τόπο ζωή.

Παντοκρατόρισσες: αιωρούμενες των μπαλκονιών

Παρέμεινα στην περιοχή του Φατίχ, για να αναζητήσω την Ηλέκτρα στις τρίδυμες εκκλησίες που, χτισμένες κολλητά η μια δίπλα στην άλλη, διατηρούσαν διπλή ταυτότητα, ως Μονή Παντοκράτορος και Molla Zeyrek Camii. Σκαλωσιές και αλουμινένια παραπήγματα χωρίς ίχνος ζωής υποδείκνυαν αργές εργασίες – ούτε εγώ θα βιαζόμουν να παραδώσω το έρημο συγκρότημα στα αδηφάγα πλήθη. Περπάτησα στην συνοικία με τα οθωμανικά σπίτια που κατάστικτα από δορυφορικά πιάτα έμοιαζαν ξύλινα ή τσιμεντένια φυτά με μεταλλικά άνθη. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα κάτω από τα πέλματα ενός κοριτσιού.

Είχα ήδη παρατηρήσει μια ιδιομορφία των κτισμάτων: τα περισσότερα ισόγεια παράθυρα δεν είχαν κάγκελα και συχνά έβλεπε κανείς ένα μικρό παιδί, ακόμα και μωρό, να κρέμεται με ασφάλεια από την μέσα πλευρά· εκεί, έστω και γαντζωμένο, έπαιρνε θέση μπροστά στην πρώτη του βιτρίνα στον κόσμο, στις εικόνες της περαστικής ζωής που έσφυζε έξω από το σπίτι. Το ίδιο κάποτε συνέβαινε και στα ανώτερα πατώματα κι έτσι εκείνη την ημέρα, σε μια ψηλή πολυκατοικία καλυμμένη με μπλε και λευκά πλακίδια, είδα ένα κορίτσι που καθόταν οκλαδόν σ’ ένα μπαλκόνι το οποίο σχηματιζόταν αποκλειστικά με αυτά τα καμπυλωτά κάγκελα, που εκτείνονταν αρκετά έξω από το παράθυρο. Στο «δάπεδό» του είχε τοποθετήσει ένα μαξιλάρι που κάλυπτε όλο το οριζόντιο κιγκλίδωμα, κι έτσι όπως την έβλεπα από χαμηλά, σε αυτοσχέδιο κάθισμα πάνω από το κενό, μου φάνηκε ανεμόπτερη σε ιπτάμενο χαλί πάνω από τους δρόμους που επιχειρούσαν να την περιορίσουν στην πολεοδομία τους.

Κοντοστάθηκα κι εκείνη έκανε να φύγει· υποκρίθηκα πως προχωρούσα και χώθηκα κάτω από το μπαλκόνι, να θαυμάζω τα πτερύγια πέλματά της που διέγραφαν τροχιές στον αέρα. Τι σχέδια έφτιαχναν οι αόρατες ζωγραφιές της; Μια πόλη κατά τις προτιμήσεις της; Δρόμους που τώρα αλαφροπετούσε σαν κυρίαρχη, ενώ σύντομα την περίμεναν δύσβατοι; Ο κόσμος τής προσφερόταν στο πιάτο, αλλά εκείνη, αιχμάλωτη της ηλικίας, μπορούσε να τον διασχίζει μόνο αφ’ υψηλού, με τα πόδια που θα την περπατούσαν κάποια στιγμή, όπως ευχήθηκα, στην ελευθερία της.

Για άλλη μια φορά κατακλύστηκα από ένα γνώριμο βασανιστικό δίλημμα: να την απολαύσω απερίσπαστος ή να δράσω προς την αποτύπωσή της; Από την μία θέλησα να της αφεθώ με όλες τις αισθήσεις, ενεργοποιώντας το βλέμμα στον ύψιστο βαθμό. Από την άλλη, να σπεύσω στην αιχμαλωσία της εικόνας· να την εγγράψω σε κάδρο και να την υποτάξω στην σκόπευση. Με αυτό τον τρόπο όμως ένα ταξίδι μπορεί να εξελιχθεί απλώς σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων φωτογραφήσεων, οι οποίες, βέβαια, στο τέλος καταρτίζουν ένα πολύτιμο λάφυρο μνήμης που υπόσχεται πολλαπλή επανάληψη έστω και δευτεροβάθμιας βίωσης· τότε μπορώ να απολαύσω, ακίνητο πια και σε μικρότερη διάσταση, εκείνο που δεν χάρηκα τρισδιάστατο και ζωντανό μπροστά μου. Αλλά, πάλι, αν προτιμούσα το τεταμένο βλέμμα, θα επέστρεφα με άδεια χέρια, και μόνο απόκτημα την σεσημασμένη ως ψεύτρα μνήμη

Αυτή τη φορά προτίμησα την φωτογράφηση, προκρίνοντας την πλαστή αιωνιότητα από την αστραπιαία στιγμή· θα μπορούσα να προσποιηθώ πως φωτογραφίζω αλλού αλλά ο ενθουσιασμός με πρόδωσε κι έτσι ύψωσα τον φακό προς τα ύψη της. Εκείνη με αντιλήφθηκε αμέσως και εξαφανίστηκε στην μαύρη τρύπα πίσω της, στα ενδότερα του σπιτιού. Πρόλαβα μια και μόνη στάση, προτού της στερήσω την καθημερινή της τελετουργία. Σημείωσα την διεύθυνση του σπιτιού και περνούσα συχνά ώστε να την διακρίνω ακόμα και τυφλωμένος απ’ την έντονη ηλιοφάνεια ή την εξάντληση. Και πράγματι, νωρίς ένα απόγευμα, είδα από μακριά τα δυο λεπτά, σαν καλαμάκια, ποδαράκια της, να κουνιούνται πέρα δώθε στο κενό, ενώ εκείνη σκυμμένη ανάμεσα στα κάγκελα ρουφούσε τις περαστικές φιγούρες κάτω στον δρόμο. Τώρα δεν θα μου διέφευγε· το σκόπευτρο ήταν μέσα στο κεφάλι μου.

{συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Μάρτιος 2019), εδώ.

Στις φωτογραφίες: 1. Ναός Μυρελαίου. Διακρίνεται η κλίμακα της υψιπετούς γυναίκας. 2. Αυτό που λέει. 3. Ναός Παντεπόπτη. Κάτω αριστερά διακρίνεται το πόδι της δέσποινας των περασμάτων. 4. Το μπαλκόνι. Διακρίνεται η αιωρούμενή του. 5. To μπαλκόνι χωρίς την αιωρούμενή του. 6. Η κλίμακα χωρίς την υψιπετή της.

Οι φωτογραφίες είναι του Πανδοχέα. Για την αναδημοσίευση κειμένου και φωτογραφιών, ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

30
Σεπτ.
17

Αναστάσης Βιστωνίτης – Κάτω από την ίδια στέγη

Ένοικοι της Γεωγραφίας, κάτοικοι της Ιστορίας

Εκτιμώ βαθύτατα την πρόζα του Βιστωνίτη, μια πρόζα που είναι απολύτως ανοιχτή στα είδη του λόγου, στον κόσμο των ιδεών και στην λατρεία της περιπλάνησης ανά τόπους, πόλεις και χώρες. Η θητεία στην ποίηση αλλά και στην ιδανική κριτική βιβλίου προφανώς προσθέτουν στην γραφή του που μας έχει πείσει οριστικά και αμετάκλητα για την συγγενική και αμφίδρομη σχέση του λόγου της τέχνης και της τέχνης του ταξιδιού. Έτσι ένας τόμος με πλήθος κειμένων σε πέντε ενότητες από το βάθος μιας εικοσαετίας είναι προφανώς ευπρόσδεκτος και απαιτεί δίπλα του, όπως πάντα, ένα ανοιχτό σημειωματάριο. Ας δούμε ορισμένα από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα κάποιων ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα, που τιτλοφορείται Οι εποχές της στάχτης και εμπνέεται από την ατέλειωτη σκοτεινή ιστορία του εικοστού αιώνα, το κείμενο Ναζισμός και αποκρυφισμός ερευνά τις πηγές και την εξέλιξη της αριοσοφίας. Ο νεολογισμός αποδίδει τον συνδυασμό θεοσοφικών – αποκρυφιστικών αντιλήψεων και ρατσιστικών θεωριών για την υπεροχή της αρίας φυλής. Οι σχετικές θεωρίες βρήκαν πρόσφορο έδαφος ιδίως μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε μια εποχή όπου οι θεωρίες του κοινωνικού διαρβινισμού ήταν ήδη εξαιρετικά δημοφιλείς ανάμεσα στους παγγερμανιστές ή μεγαλογερμανιστές της Βιέννης. Η επίδραση αυτού του ευρύτερου πολιτισμικού κομπογιαννιτισμού στους ναζιστές άρχισε σχετικά αργά να ερευνάται επισήμως. Από τις παροιμιώδεις κρανιομετρήσεις του Χίμλερ στο Θιβέτ προκειμένου να αποδειχτεί ότι εκεί υπήρξε το λίκνο της αρίας φυλής μέχρι τις πρακτικές λύσεις για το «φυλετικό πρόβλημα», και τα βιβλία της Σαβίτρι Ντέβι (μιας γυναίκας που αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς ένα ευφυές άτομο μπορεί να ζήσει όλη του τη ζωή σε κατάσταση ημιπαραφροσύνης) οι τσαρλατάνοι του χιτλερισμού και του σύγχρονου νεοναζισμού προσπαθούν να κρατηθούν από μια ψευδοεπιστημονική κωμικοτραγική «γραμματεία».

Από την Οχράνα στην CIA, η απόσταση μοιάζει μεγάλη αλλά πιθανώς δεν είναι. Οι μέθοδοι της Οχράνα, στους οποίους βασίστηκε η λειτουργία και η δράση των κατοπινών σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών, πρώτα της Τσεκά και κατόπιν της Γκε Πε Ου, της Νι Κα Βε Ντε και της Κα Γκε Μπε, ίσως είναι πια γνωστοί. Αυτό που ίσως δεν είναι ευρύτερα γνωστό είναι ότι η Οχράνα συνέταξε και διέδωσε τα ψευδή Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, που λειτούργησαν ως καταστατικό κείμενο του αντισημιτισμού. Καμία μυστική υπηρεσία ως σήμερα δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα ψευδογεγονός αυτής της κλίμακας που να λειτουργήσει σε τέτοιο βάθος χρόνου· κι όχι τόσο εξαιτίας του άγριου αντισημιτισμού, όσο γιατί αναπτύσσουν μια θεωρία που μπορεί ο οποιοσδήποτε ευήθης να την προσαρμόσει στις φαντασιώσεις του. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν μελετήθηκε το ρωσικό πρωτότυπο των Πρωτοκόλλων, οι ερευνητές εντόπισαν επιδράσεις του ύφους του Ντοστογέφσκι. Πρόκειται για το σατιρικό έργο Διάλογος στην Κόλαση ανάμεσα στον Μοντεσκιέ και τον Μακιαβέλλι του Μωρίς Ζολύ, όπου ενσωματώνονται και επτά σελίδες ξεσηκωμένες από ένα μυθιστόρημα του Ευγένιου Σύη! Και τελικά η κληρονομιά της Οχράνα δεν είναι τα ίδια τα Πρωτόκολλα αλλά το ότι με βάση αυτά δηλητηριάστηκαν οι συνειδήσεις σε πλανητικό επίπεδο και αναπτύχθηκαν αμέτρητες θεωρίες συνωμοσιών που κρατούν μεγάλες μάζες του παγκόσμιου πληθυσμού σε κατάσταση μερικής παραφροσύνης.

Ο πόλεμος των ιδεών αναφέρεται στην εμπλοκή της παγκόσμια κουλτούρας σ’ έναν πόλεμο ιδεών που μαινόταν παράλληλα με τον ψυχρό πόλεμο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιστορία του Μέλβιν Λάσκι, που διηύθυνε το περίφημο περιοδικό Encounter από το 1958 έως το κλείσιμό του, το 1991, όταν οι New York Times αποκάλυψαν ότι το χρηματοδοτούσε η CIA. Ο ίδιος αργότερα το παραδέχτηκε με την αποστροφή: Και ποιος περιμένατε να μας δώσει τα χρήματα; Η γριούλα με τα αθλητικά παπούτσια από την Άιοβα; Ο τροτσκιστής στα νιάτα του Λάσκι υπήρξε δαιμόνιος ιδίως στην ικανότητά του να αποσπά συνεργασίες υψηλού επιπέδου (Φ. Τόυνμπη, Χ.Λ. Μπόρχες, Λέζεκ Κολακόφσκι, Τζορτζ Στάινερ, Ρόμπερτ Γκρέηβς, Ουίλλιαμ Τρέβορ κ.ά.) όπως και νωρίτερα με το βραχύβιο έντυπο Der Monat (Τζορτζ Όργουελ, Χάνα Άρεντ, Ρεϋμόν Αρόν, Ιγνάτσιο Σιλόνε, Μαξ Φρις, Χάινριχ Μπελ κ.ά.).

Ήδη από την εποχή των δικών της Μόσχας ο έλεγχος της κουλτούρας που είχε επιβάλει το σοβιετικό καθεστώς ήταν ασφυκτικός ενώ κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής εκτελέστηκαν περί τους 2.500 συγγραφείς και διανοούμενοι. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο το 1990 λύθηκε το «μυστήριο» του τι συνέβη στον πεζογράφο Μπορίς Πιλνιάκ, πρόεδο για ένα διάστημα της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων και προσωπικό φίλο του Μαλρώ. Ο Πιλνιάκ εκτελέστηκε στις φυλακές της Λουμπάνκα το 1938, την χρονιά που χάθηκαν τα ίχνη του. Όλα αυτά δεν ήταν ευρέως γνωστά στη δύση αλλά και τα λίγα που είχαν διαρρεύσει ήταν αρκετά για να αποστασιοποιηθεί μεγάλος αριθμός δυτικών ριζοσπαστών και αριστερών διανοουμένων.

Όταν στην μεταπολεμική περίοδο η Σοβιετική Ένωση έγινε πανίσχυρη και πρωτοπορούσε στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος οι Αμερικανοί κατάλαβαν ότι είχαν ήδη χάσει πολύ χρόνο και θα έπρεπε να διεξαγάγουν έναν σκληρό ιδεολογικό αγώνα. Μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ χρηματοδότησαν περιοδικά, εκδηλώσεις και συνέδρια, ενώ δαπανήθηκαν τεράστια ποσά για θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, ιδίως του αφηρημένου εξπρεσιονισμού (Τζάκσον Πόλοκ, Μαρκ Ρόθκο), ακόμα και τζαζ συναυλίες. Η CIA επέλεξε να ενισχύσει οικονομικά την μοντέρνα τέχνη ως έκφραση ελευθερίας και ως αντίθεση στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό! Από τις διακηρύξεις του Ζντάνοφ, την τραγική περίπτωση του Παστερνάκ και τα κείμενα μνημειώδους μισαλλοδοξίας κατά συγγραφέων μέχρι τις αναζητήσεις του περίφημου Ιταλού εκδότη Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλλι για εκδόσεις έργων Σοβιετικών συγγραφέων και την πορεία του Encounter, ο Βιστωνίτης εκθέτει μερικές από τις αμέτρητες μάχες του αγνώστου πολέμου των ιδεών ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Η αδυναμία ακριβώς των δυτικών διανοούμενων να κατανοήσουν σε βάθος την οργανωτική δομή και τα προβλήματα του σοβιετικού πολιτικού και πολιτιστικού συστήματος αποτελεί το αντικείμενο του επόμενου κειμένου, Η μέθοδος του Στάλιν, που συνεχίζει να ανακαλεί τις περιπέτειες της ρωσικής κουλτούρας από την Οκτωβριανή Επανάσταση ως την πτώση του καθεστώτος. Η πολιτική σημασία της κουλτούρας αποτελούσε μείζον ζήτημα για τους Μπολσεβίκους επειδή απλούστατα συνιστούσε το σημαντικότερο μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος. Η επέκταση του κομματικού κράτους στο πεδίο της έκφρασης των ιδεών όμως δεν συνέβη όσο εύκολα πιστεύουν πολλοί. Η αμφιθυμία του Στάλιν απέναντι στον Αντρέι Πλατόνοφ, η περίπτωση του κομισάριου της κουλτούρας Ανατόλι Λουνατσάρκσι, η περίφημη δήλωση του Γεβγκένι Ζαμιάτιν για την ελευθερία του λόγου του, η συμμαχία Στάλιν και Γκόρκι (μέχρι να εξοριστεί κι αυτός στο Γκουλάγκ), η εφεύρεση του όρου σοσιαλιστικός ρεαλισμός από τον ίδιο τον Στάλιν, η αντίδρασή του στην αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, οι ελιγμοί του Έρενμπουργκ είναι και πάλι ελάχιστες από τις πτυχές ενός ατέλειωτου πολιτισμικού πολέμου.

Η δεύτερη ενότητα, Η κατοικία και η εξορία, δεν μπορεί να μην περιλαμβάνει κι ένα από τα καθαρόαιμα ταξιδιωτικά κείμενα του Βιστωνίτη. Η διαπασών του χρόνου γράφεται με αφορμή ένα ταξίδι στην Φεζ όπου ο συγγραφέας διαπιστώνει πως μια πόλη δεν είναι πραγματική σε κανένα κείμενο, αφού είναι εκείνη που γεννά τα κείμενα, απλούστατα επειδή τα περιέχει. Στην Φεζ, όπως και στο Μαρρακές (για να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον Ελίας Κανέτι), οι φωνές είναι εκείνες που πάλλονται στο στερέωμα αλλά εδώ είναι φωνές απόντων, «μια σύνοδος των ψυχών που τα πρωινά βρίσκονται φυλακισμένες στη μεγάλη μεντίνα, για την οποία είχαμε προειδοποιηθεί ότι αν προχωρούσαμε μόνοι στα έγκατά της υπήρχε κίνδυνος να χαθούμε». Αλλά αυτόν τον κίνδυνο δεν τον ένιωσε ποτέ: η φωνή του μουεζίνη τον κατευθύνει πάντα προς την έξοδο κι όσο για τον χρόνο, στην Ανατολή ακόμα τον υπολογίζεις με τον ήλιο που δεν κάνει ποτέ λάθος.

Οι πόλεις είναι απτές, όμως ο εσωτερικός τους κόσμος άυλος και η αφήγηση που λέγεται ζωή δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Αν στην καρδιά του Λαβυρίνθου, στο κέντρο μιας πόλης ενεδρεύει και σήμερα ο Μινώταυρος ή Μέδουσα ή κάποιο άλλο τέρας, αυτό δεν πρόκειται να το μάθουμε ποτέ. Γιατί τώρα το τέρας είναι πολυπρόσωπο κι αλλάζει ονόματα συνεχώς, γράφει ο συγγραφέας στο τρίτο από δέκα κομμάτια του κειμένου. Κι αν, συμπληρώνει στο τελευταίο, σε όποια πόλη βρεθούμε, το πρώτο που θέλουμε να δούμε είναι το κέντρο της, ο πυρήνας της, ίσως κατά βάθος αναζητούμε το σημείο αναχώρησης, όχι την καρδιά της πόλης. Αυτή μπορεί να χτυπάει αλλού και να μην το υποψιαζόμαστε.

Το κείμενο Κάτω από τη ίδια στέγη εστιάζει σε ένα άλλο διαρκές κέντρο της πρόζας του Βιστωνίτη: την ίδια την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική αλλά και την σχέση τους με την λογοτεχνία. Οι αφηγήσεις χαρτογραφούν τις πόλεις, η λογοτεχνία τις υπομνηματίζει, γράφει εδώ ο Βιστωνίτης, που πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του το πέρασε σε μεγάλες ή μικρές πόλεις, έτσι ήταν αναμενόμενο να συσχετίζει από νωρίς το κτίσμα με το κείμενο, τη δόμηση του χώρου με τη δομημένη γλώσσα τον κειμένων, ανάγοντας την φιλοσοφία της κατασκευής σε μείζονα προϋπόθεση της δημιουργίας. Είναι άραγε τέχνη η αρχιτεκτονική, κι αν ναι, πώς συνδέεται με την λογοτεχνία; Η πρώτη σκέψη αφιερώνεται στον Γιόζεφ Μπρόντσκι που ζώντας εξόριστος, μακριά από τη γενέθλια πόλη του, θα έπρεπε να ορίσει εκ νέου τον κόσμο μετατοπίζοντας την οπτική του γωνία και να ανακαλύψει κάποιαν άλλη Πετρούπολη. Είναι άραγε κάτι τέτοιο εφικτό; O συγγραφέας που ζει στις πόλεις διατηρεί μέσα του ισχυρά δυο πρωταρχικά αισθήματα: της καταγωγής και της ταυτότητας, του ανήκειν δηλαδή, μαζί με το αίσθημα της ορφάνιας, αφού παραμένει έκθετος στον περίγυρο.

Ο ένοικος, ένα μεγάλο εξομολογητικό κείμενο, εκκινεί από μια φωτογραφία που ο συγγραφέας έβγαλε μπροστά σε ένα από τα πολλά σπίτια των παιδικών του χρόνων στην Κομοτηνή.  Εδώ συλλογίζεται για την ανυπόφορη πεζογραφία της εφηβείας, για την οποία σπατάλησε, διαβάζοντάς την, πολύτιμο χρόνο σε κρίσιμες εποχές, για το ένα και μοναδικό τίμημα στον αγώνα για να εκφραστεί, την εξορία, για τις φωτογραφίες που δεν αποτελούν τεκμήριο ζωής αλλά αυταπάτες της αναβίωσης και κατασκευές του χρόνου, για τον εγκλεισμό του καλλιτέχνη: «Ο καλλιτέχνης είναι έγκλειστος. Το έργο του περιγράφει το ιστορικό της απόδρασής του, τον δρόμο προς τους άλλους. Το παλιό όνειρο στην τέχνη: να εξαπατήσουμε τον χρόνο, για να βρεθούμε στο κέντρο του κόσμου. Είναι όμως οδυνηρό να διασχίζεις αντίστροφα τον χρόνο». Η δημιουργία είναι αντίστροφη κίνηση· τρέχεις να προλάβεις πόρτες που κλείνουν πίσω σου. Το γράψιμο σου στερεί τη χαρά της ζωής γιατί είναι ζωή πολλαπλασιασμένη, μια ανυπόφορη τέχνη που απαιτεί συνεχώς να είσαι ο εαυτός σου, ακόμη κι αν μέσα από αυτόν ανασύρεις την άλλη σου πλευρά. Είναι μια πικρή και ακοινώνητη χαρά. Οι σημαντικοί δημιουργοί κατάφεραν να σωθούν μετατρέποντας το πάθος τους σε κοινή περιουσία.

Η ενότητα Τόποι, πόλεις, άνθρωποι συνεχίζει στην διαρκή πρόζα του συγγραφέα πάνω στην τριπλή αυτή θεματική. Αυτή τη φορά είναι το μεξικανικό Κογιοακάν, η Βιέννη, η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο, το Ντουίνο, το Μπουένος Άιρες, το Πεκίνο και το Παρίσι που τυγχάνουν μικρών πλην περιεκτικότατων συνόψεων μιας διαχρονικής πολιτιστικής φυσιογνωμίας. Τα Πάθη του Έρωτα θυμούνται τις κορυφαίες ερωμένες της κλασικής λογοτεχνίας, το Έρωτες και πάθη στο Παρίσι αναφέρεται μεταξύ άλλων στην συνάντηση του Έζρα Πάουντ με την Νάταλι Κλίφορντ Μπάρνεϋ, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κεφάλαια στην ιστορία του μοντερνισμού, ενώ η πόλη του φωτός δικαιώνει σε άλλο κείμενο την ιδιότητά της ως μιας «κινούμενης γιορτής».

Οι διαδρομές του καφέ, μια αυτόνομη πλην συγγενής ενότητα, μας ταξιδεύει σε πέντε σημαντικά καφέ του κόσμου που αποτελούν ήδη μυθολογημένους τόπους συνάντησης, μοναξιάς, γραφής και αφηγήσεων. Τέλος, Ο κόσμος αλλού, συμπυκνώνει σε σύντομα κείμενα ιδιαιτερότητες εποχών, μυθολογίες μηχανών, φυσιογνωμίες εορτών και κόσμους ιδεών. Διαβάζοντας όλα αυτά τα κείμενα διατηρούσα διαρκώς την αίσθηση πως όλοι αποτελούμε ενοίκους όχι μόνο του τόπου που ζούμε αλλά όλων των τόπων που επισκεφτήκαμε ή μας περιμένουν να επισκεφτούμε. Παραμένουμε όμως ένοικοι και της ίδιας της ανθρώπινης Ιστορίας, όσο κι αν επιθυμούμε να την ξεχάσουμε ή να την εξωραΐσουμε. Όπως βέβαια και της δικής μας προσωπικής ιστορίας. Ως προς αυτήν, ακούμε συνεχώς πόσα κερδίζει κάποιος μπαίνοντας στα χρόνια, αλλά αυτά δεν είναι παρά η επίγνωση της απώλειας. Κερδίζουμε τη γνώση του ποια πράγματα έχουμε χάσει, προχωρούμε συσσωρεύοντας, όμως το φορτίο είναι μεγάλο, κομμάτια του πέφτουν στην πορεία, στρώματα λήθης σωριάζονται στο νου… [σ. 193]

Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο Βήμα, άλλα στα ένθετα του Πολιτισμού και των Βιβλίων και άλλα στο ΒΗmagazino), ενώ κάποια δημοσιεύτηκαν σε παλαιότερα βιβλία του συγγραφέα, στο Φρέαρ, στον Αναγνώστη και σε ξένα περιοδικά.

Εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 481.

Υπό δημοσίευση: (δε)κατα, τεύχος 51, φθινόπωρο 2017.

Στο Πανδοχείο έχουμε παρουσιάσει την Λογοτεχνική Γεωγραφία και το Ex Libris. Κείμενα για την λογοτεχνία του εικοστού αιώνα. Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ (πάνε ήδη επτά χρόνια!).

Στις εικόνες: Stalin στα Αρχεία της Okrhana, Boris Pilnyak [Yuri Annenkov], Joseph Stalin – Maxim Gorky, 1931 [Pravda, 1940], Joseph Brodsky, Ezra Pound [αμφότεροι στην Βενετία], Cafe Gijon [Inma Serrano].

28
Μάι.
17

Κώστας Θ. Καλφόπουλος – Φλίππερ

Η πρόζα που αξίζει στο αξέχαστο παιχνίδι

Ο συγγραφέας πρωτόπαιξε φλίππερ στην Γερμανία του 1974, όπου το συναντούσε κανείς παντού: σε σταθμούς, καφενεία, αίθουσες ψυχαγωγίες, λαϊκά εστιατόρια, φοιτητικές εστίες. Την ίδια εποχή ήταν απαγορευμένο στην Ελλάδα από την δεκαετία του ’60 για να επιστρέψει είκοσι χρόνια μετά (στην δική μου εφηβεία) για να απαγορευτεί οριστικά το 2000. Αλλά πώς και τι να γράψει κανείς για κάτι τόσο αγαπημένο; Ακριβώς την στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα για ένα εκτενές κείμενο γύρω από την ιστορία, την μυθολογία και την φαντασμαγορία του φλίππερ, γεννήθηκαν και οι σχετικοί προβληματισμοί του συγγραφέα ως προς την κατάλληλη γραφή αλλά και την φόρμα. Η λογοτεχνία είχε δώσει ήδη εξαίρετα δείγματα με τον Μουρακάμι, τον Νικολαΐδη, τον Κουμανταρέα. Ο Πέτερ Χάντκε στο περίφημο Δοκίμιο για το τζουκ – μποξ έκανε το ίδιο από «μη μυθοπλαστική» άποψη.

Ο Καλφόπουλος θα ακολουθήσει άλλο δρόμο, πόσο μάλλον αν η σχέση του με το παιχνίδι στροβιλίζεται γύρω από μια γυναίκα: θα σταθεί στην άκρη και θα παρατηρήσει τον εαυτό του, σε τρίτο πρόσωπο, από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Θα τον δει νεαρό παίκτη να αφήνει στα μηχανήματα την highscore υπογραφή του με ονόματα εθνικο-απελευθερωτικών ή «τρομοκρατικών» οργανώσεων, θα προσπαθήσει να τα θυμηθεί στα μπιλιάρδα και στα σφαιριστήρια, ακόμα και στα λούνα παρκ. Σ’ ένα συνεχή διάλογο παρόντος και παρελθόντος, θα εκφράσει όλες τους τις επιθυμίες: να φτιάξει έναν χάρτη όπου κυκλώνει ή καρφιτσώνει όλες τις πόλεις με φλίππερ από τα οποία πέρασε, να ταξιδέψει ξανά για να εντοπίσει τα παλιά μηχανήματα σαν ένα είδος «βιομηχανικού αρχαιολόγου», να τα εντάξει στην Kulturindustrie.

Η είσοδος στον φαντασμαγορικό τους κόσμο ήταν μια σχισμή, μια άλλη «στενή πύλη», η σχισμή για το κέρμα, όπως στο παγκάρι που γεμίζει με τον οβολό του πιστού. Από τον ήχο του κέρματος που έπεφτε μπορούσες να καταλάβεις την συχνότητα των παικτών ή την αχρησία του μηχανήματος. Μόλις άνοιγε το κύκλωμα ο συγγραφέας παίκτης παρατηρούσε με προσοχή το μηχάνημα, άγγιζε τις πλευρές του, δεχόταν από το ίδιο να του δείξει τι ζητά από αυτόν. Η πείρα του έλεγε ότι ένα μηχάνημα ποτέ δεν μπορείς να το κερδίσεις ολοκληρωτικά – και ειδικά εδώ, πάντα θα υπάρχει ένα κλάσμα δευτερολέπτου που η μπίλια θα ξεφύγει από τον έλεγχό σου.

Ο συγγραφέας συνομιλεί με τα γραπτά του Χάντκε και του Μπένγιαμιν (άλλωστε το παιχνίδι ως μεταφορά, το αυτόματο ως αναπαράσταση, η φαντασμαγορία των στοών, όλα αποτελούν μοτίβα όπου περιπλανήθηκε ο σπουδαίος φιλόσοφος), εμπνέεται από τις σύντομες σημειώσεις των Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αναζητά αναφορές στα βιβλία και ιδίως στα αστυνομικά, όπως του ύστερου Σιμενόν, ο οποίος κάποτε έγραψε για Όλα αυτά τα μηχανήματα που βάζεις κέρματα για ν’ ακούσεις μουσική ή να εκσφενδονίσεις μπίλιες, όλα όσα μπορεί να επινοήσει μια πόλη για να ξεγελάσει την ανθρώπινη μοναξιά.

Ακολουθούν οι κινηματογραφικές ταινίες όπως του Μελβίλ, εντοπίζει μια αποθήκη γεμάτη από φλίππερ στην Συμμορία των Σικελών του Ανρί Βερνέιγ [1969], αλλά και εκείνα που κατέστρεψαν οι πιστοί στο Tommy του Κεν Ράσσελ [1975]. Ταξιδεύει από την μια σειρά στην άλλη στην μεταπολεμική Γαλλία μέχρι τον Μάη του ’68 όπου δεν υπήρχε στο Παρίσι Café – tabac που να μη διέθετε ένα μηχάνημα και τα αναζητά οπουδήποτε υπήρχαν, από το πορθμείο του Ντόβερ και την Οστάνδη μέχρι την Ιαπωνία και φυσικά στην Αθήνα, την Πλατεία Βικτωρίας, τα Εξάρχεια, το Μουσείο, τα ζυθεστιατόρια του κέντρου.

Το φλίππερ, συνειδητοποιεί ο ήρωας, σχετίζεται άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και μέσα στον «κόσμο του φλίππερ»). Κάθε φλίππερ αφηγείται μια ιστορία που είναι πάντα συνδεδεμένη με ένα σύστημα κυρώσεων και αμοιβών κι όλα μαζί συγκροτούν μια μεγάλη αφήγηση με πολλαπλές αναγνώσεις  και αλλεπάλληλα μοτίβα: το μοτίβο του American Dream (πριν το αποδομήσει ο Μπρωντριγιάρ την δική του Αμερική), της τεχνολογίας, της περιπλάνησης στην ζούγκλα των πόλεων αλλά και σε εξωτικά μέρη, του χρόνου, της διακόσμησης, της σύγκρουσης και της συμφιλίωσης.

Η ορολογία είναι χαώδης: από το αγγλοσαξονικό Pinball μέχρι τα δικά μας μηχανάκια, φλιπεράκια ή φιμπεράκια (έτσι τα έλεγε και ο γυμνασιάρχης μας στην Κυψέλη, όταν μας προέτρεπε να τα αποφεύγουμε, εννοώντας τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που το αντικατέστησαν!) οι δεκάδες παραλλαγές των μηχανημάτων του ονείρου, οι κατηγορίες, οι μάρκες και τα μοντέλα, περνούν εδώ ταχύτατα αλλά σε πλήρη σειρά. Κάποια στιγμή το φλίππερ πέρασε από την φάση του επιτραπέζιου αυτόματου στην εξέλιξη που το σήκωσε στα τέσσερα, όπου ο παίκτης το ταρακουνούσε ολόκληρο· κι αυτό μαζί με την ηλεκτροδότηση, την καινοτομία της ρακέτας και την προσθήκη της «βιτρίνας» με τους μετρητές αποτέλεσαν μια τομή στην ιστορία, από εκείνες που υμνούν οι ιστορικοί.

Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά γνώρισε μια από την καλύτερες παίκτριες που έκανε το παιχνίδι δικό της, ενώ εκείνος παρατηρούσε τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της. Εκείνη που την είδε να παίζει εκεί διατρέχει όλο το βιβλίο, από την στιγμή που την αντίκρισε μέχρι την άφιξή τους ξημερώματα στο βροχερό Παρίσι. Ακόμα κι εδώ αποφεύγεται κάθε θρηνητική διάθεση, άλλωστε οι έρωτες εμπεριέχουν, τολμώ να γράψω, το ίδιο τους το τέλος. Ένα παράπονο μένει μόνο, που δεν σκέφτηκαν καν να παίξουν μια τελευταία παρτίδα. Ή όπως τραγουδούσε ο Lou Reed στο Love is here to stay: He loves to play pinball, She wants to play next…

Θα επρόκειτο εκτός των άλλων για ένα βαθιά νοσταλγικό κείμενο, που θα μπορούσε να προστεθεί στην βιβλιογραφία της νοσταλγίας του βινυλίου, της γραφομηχανής, των παλαιών τηλεφώνων. Αλλά όσο φορτισμένος κι αν είναι ο συγγραφέας, αποφεύγει μια «post – ζαχαρωμένη νοσταλγία» και χειρίζεται με μαεστρία την απολύτως προσωπική του συγκίνηση· άλλωστε αυτό που τον ενοχλεί δεν είναι τόσο η σταδιακή του εξαφάνιση όσο το γεγονός ότι συνοδεύτηκε από την εγκατάστασή του στους υπολογιστές. Αντίθετα αφήνεται σ’ ένα πυκνό, ασθματικό κείμενο, με μακριές δαιδαλώδεις προτάσεις και μια σπάνια γλωσσική μεταχείριση ενός αντικειμένου που υπήρξε γι’ αυτόν ένας ολόκληρος κόσμος. Και γι’ αυτό το τελευταίο τον ζηλεύω.

Αυτό το μικρό, μόλις εβδομήντα δυο σελίδων, βιβλίο δεν είναι μόνο η οριστική λογοτεχνική τίμηση του φλίππερ, ούτε μια πολυπρισματική προσέγγιση του κόσμου του. Είναι ένα υποδειγματικό δοκίμιο για έναν άνθρωπο που αγάπησε το φλίππερ κι έναν συγγραφέα που πασχίζει να γράψει τόσο γι’ αυτό όσο και για έναν έρωτα που άνθησε πάνω από το φλίππερ.

Εκδ. Gramma, σ. 72, με τέσσερις μαυρόασπρες φωτογραφίες (μια συντροφιά, μια διαφήμιση, ένα εξώφυλλο δίσκου, ένα απόκομμα εφημερίδας). Περιλαμβάνεται δισέλιδο με υποσημειώσεις, όπου και όλες οι προηγούμενες διαδρομές του βιβλίου.

Στις εικόνες: Fast Company [1953], Joe Strummer, Catherine Deneuve, Le clan des Siciliens [1969], Debbie Harry [NYC, 1977], Bruce Springsteen & The E Street Band.

Δημοσίευση και στο mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 217, εδώ.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

17
Νοέ.
16

Γιώργος Βέης – Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις

%ce%b5%ce%be%cf%8e%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

Ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται

«Ο τόπος είναι φύσει και θέσει ένα πρόπλασμα δοκιμίου, ένα δικαίωμα περιγραφής και όχι μόνο. Φαντάζεται κι αυτός, περιμένει τον συναξαριστή του», γράφει ο συγγραφέας [σ. 20] δικαιώνοντας ένα μεγάλο μέρος από την πρόζα του, το ιδιαίτερο εκείνο είδος κειμένων που επιχειρεί να ανασυστήσει την εμπειρία των ταξιδιών και των ανά τον κόσμο περιπλανήσεών του μέσα από την τέχνη του λόγου.

Η κινητοποίηση των αισθητηρίων, το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής, ο αναλυτικός προσεταιρισμός των ορατών σημάτων, οι μύθοι που ανέκαθεν διαμορφώνουν ήθη και πολιτικές αγαστής συμβίωσης με το παράλογο – για να χρησιμοποιήσω μερικές από τις χαρακτηριστικές του εκφράσεις – αλλά και η απολύτως σύγχρονη πραγματικότητα που περιμένει να αποκωδικοποιηθεί, όλα αναζητούν τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουν εκείνο που μοιάζει τόσο δύσκολο να εκφραστεί, ποιώντας τελικά λόγο ταξιδιωτικό, ποιητικό και στοχαστικό μαζί. Κι αν, όπως γράφει για την Τζακάρτα, τα τοπία σε περιμένουν για να σου θυμίσουν ότι δεν μπορείς να τα μάθεις όλα, τουλάχιστον, σκέφτομαι, μπορείς να εκφράσεις εκείνο που σου έδειξαν ή να μαντέψεις εκείνο σου έκρυψαν.

Singapore

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται από το κεφάλαιο «Εικόνες και πίνακες: το φως της Σινγκαπούρης». Ο συγγραφέας βιώνει μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής σε ένα χαμαιλεοντικό τοπίο, μια υποδειγματική μητρόπολη που κολυμπάει διακόσια μέτρα πάνω από την γη, στον αέρα της ματαιοδοξίας, στο ζεστό κενό της σινγκαπουριανής νύχτας. Ζει το θεσπέσιο αίσθημα του αβαρούς, το παμπάλαιο όνειρο της ακίνδυνης πτήσης, σ’ ένα ύψος όπου τα πράγματα φαίνονται κοσμήματα. Διόλου τυχαία την ίδια στιγμή θυμάται τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε και τις Αόρατες πόλεις του Καλβίνο.

Σε αυτό το οδυσσεϊκό, πολυμήχανο νησί, η ανακύκλωση των ιδεών του βουδισμού συνυπάρχει με την ουσία της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς με αποτέλεσμα ένα κλίμα διαρκούς έντασης· σαν να μην κοιμάται τίποτε εδώ. Αυτή η χαρακτηριζόμενη μηχανή της ευτυχίας έχει ως ανοιχτό της κείμενο την ίδια την αρχιτεκτονική. Αυτά για τα οποία προνόησε η θάλασσα τόσους αιώνες καταπατώνται βάσει συστηματικού πολεοδομικού σχεδίου. Η χρήση νομιμοποιεί το όραμα των περαιτέρω επεκτάσεων. Το νησί τεντώνεται για να γίνει ήπειρος. Όλο και περισσότερος ζωτικός χώρος παραδίδεται στους κατοίκους της.

singapore-2

Φυσικά το κράτος – νησί υπήρξε σύμβολο ομαδοποιημένης, σχεδόν κατά τα αρχαία λακωνικά πρότυπα, πειθαρχίας στην τήρηση του απαιτητικότατου εθνικού κανόνα. Το κεκτημένο status quo, γράφει ο Βέης, αποτελεί υλοποίηση ενός υπεσχημένου Παραδείσου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ανατροπή ή απλή παραλλαγή κρίνεται εκ των προτέρων αήθης και ασφαλώς παράνομη. Έτσι εξηγείται γιατί ο έλεγχος των κοινωνικών εκδηλώσεων είναι εντατικός, γιατί το εγώ απορροφάται διαδοχικά από τη βουερή κυψέλη.

Στο κεφάλαιο «Επανεκκίνηση: Κίνα» ο συγγραφέας μετρά τέσσερα κινέζικα Χριστούγεννα, που πλέον εορτάζονται ως εμπέδωση μιας ειλικρινούς ανοχής και πρόσληψης του άλλου. Στην Κίνα ανθεί και η παραλλαγή των μικρο – μυθιστορημάτων, των λεγόμενων hint – fiction, κείμενα εκατόν σαράντα λέξεων που μόλις φτάνουν να χωρέσουν σε δυο μηνύματα των κινητών τηλεφώνων, τα οποία, συνοδευόμενα από εύστοχα σχόλια των αναγνωστών, δημιουργούν την αίσθηση ότι γράφεται από κοινού το ένα και μόνο βιβλίο του κόσμου. Άλλωστε ο διακεκριμένος εκδότης Λου Τσιμπό ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο όριο λέξεων αναγκάζει πράγματι τους συγγραφείς να γίνονται όλο και περισσότερο ακριβολόγοι και εξοντωτικά σαφείς, ασκώντας κατά περίπτωση το προσωπικό τους ύφος.

anderledes-hoteller22

Από τις «Μέρες και νύχτες στην Ιαπωνία» αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον παρουσιάζουν «Τα πανδοχεία του Άδη». Στην Ιαπωνία λόγω της γνωστής στενότητας των κατοικήσιμων χώρων σπανίως οι νεκροί συγγενείς χωρούν στο σπίτι με τους ζωντανούς. Η παράταση της φιλοξενίας της σορού ισοδυναμεί με εξόντωση των ορίων αντοχής, συνεπώς οι τεθνεώτες πρέπει να περιμένουν κάπου αλλού τη σειρά τους, ενώ απαιτούν άμεση περιποίηση. Η δημιουργία ταπεινών πανδοχείων για νεκρούς αποτελεί μια πρόσφορη λύση. Αυτά τα πανδοχεία δεν  ξεχωρίζουν από τα συνήθη κτίρια του είδους, η έξοδος του φερέτρου γίνεται από ειδικές διόδους και δεν ενοχλούνται ούτε οι γείτονες ούτε οι εντελώς ανυποψίαστοι περαστικοί. Μάλιστα τα ζευγαράκια του παράνομου έρωτα που συχνά αναζητούν περιστασιακό κατάλυμα απλώς μαθαίνουν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δωμάτια είναι πολύ κρύα. Οι νεκροί που συνωστίζονται εδώ, σχολιάζει ο Βέης, θεωρούν τον μικρόκοσμο του πανδοχείου σαν να ήταν η ιδεώδης παράταση του παρόντος.

dubai_

Σε άλλα κείμενα από την ίδια επικράτεια, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στους παλαιστές του σούμο, την αγέραστη Madame Butterfly, το θεμελιώδες Bushido, τις αρχές των Σαμουράι κ.ά. Στις «Διαδρομές στην Κορέα» ο συγγραφέας συναντά την Σου, πιστή φίλη από παλιά, τυπική κορεάτισσα της νέας εποχής που του προτείνει να παραστεί στην τελετή εγκατάστασής της στο νέο της όνομα. Ο σαμάνος ιερέας, εξειδικευμένος στον τομέα των εύστοχων ονοματοθεσιών, υποστηρίζει πως το όνομα οφείλει να δρα ως επιχείρηση, δραστήρια μέρα – νύχτα, ασφαλώς ως προοίμιο ερώτων και ως προσκλητήριο συζύγου. «Αποτελώντας μιαν ολιγοσύλλαβη προσευχή ανανεώσιμων ελπίδων, το όνομα συνιστά ταυτοχρόνως επιτομή Κέρδους». Μετά από δυο συντομότερες «Καθ’ οδόν» στάσεις, στο τσιμεντοχαλύβδινο Ντουμπάι και στον Κόλπο της Γουινέας ο συγγραφέας καταλήγει στον Πύργο της Σάμου, σε μια παιδική ηλικία όπου «τα πράγματα είναι ελαφρώς ή πολύ μεγεθυσμένα».

calvino

«Τα λόγια, όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες συνθήκες δράσης, φτάνουν κάπως αργά για να στήσουν, για να γράψουν τις εικόνες. Το πεδίο δράσης των συγκινήσεων είναι επόμενο να διευρύνεται συνεχώς», γράφει ο συγγραφέας, αντιλαμβανόμενος το χάσμα ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες, ένα χάσμα που εκατοντάδες σελίδες επιχειρούν να γεφυρώσουν. Εκείνο που σίγουρα επιβεβαιώνεται με ένα ακόμα βιβλίο του είναι ότι «ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται, για να διασχίζεται μ’ ένα κολύμπι διαρκείας».

Για άλλη μια φορά μέσα από την πλούσια βιβλιογραφία παραθεμάτων ο Βέης αποκαλύπτει και μοιράζεται τους συνομιλητές του: Ζέμπαλντ, Καλβίνο, Γιουρσενάρ, Καβαμπάτα, Μισίμα, Μερλώ – Ποντύ, Μοράν, Μπαρτ, Μπατάιγ, Σόνταγκ, Τανιζάκι, Μπένγιαμιν, Κλεε, Σεγκαλέν, Κόνραντ, Βιτγκενστάιν, Πεντζίκη, Παπατσώνη, Ξενάκη, Πολίτη, Καχτίτση, Κιουρτσάκη, και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Αντί, (δε)κατα, Νέα Ευθύνη, Φρέαρ, στις ηλεκτρονικές σελίδες του Διάστιχου, του Πλανόδιου, του poiein.gr, στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, στην κυριακάτικη Αυγή, στους Τόπους της Λογοτεχνίας και στα Ημερολόγια της Εταιρείας Συγγραφέων. Η έκδοση συμπληρώνεται με 18σέλιδο ένθετο έγχρωμων φωτογραφιών.

%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%ad%ce%b7%cf%82

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος, αρ. 110 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2015).

13
Νοέ.
16

Σαμ Σέπαρντ – Χρονικά των μοτέλ

cover

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα είκοσι δυο δύσκολα μερόνυχτα που έμεινε δίπλα της στο νοσοκομείο φέτος από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου ήταν το πρώτο που άρπαξα από την βιβλιοθήκη προτού φύγω· ελαφρύ για να το έχω παντού μαζί μου, ταξιδευτικό για να με παίρνει παντού μαζί του. Δεν με πρόδωσε, το μετέφερα και με μετέφερε και του οφείλω περιπλανήσεις ακριβώς σε στιγμές που τις χρειαζόμουν όσο ποτέ. Το είχα πρωτοδιαβάσει στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοσή του (1982, 1988), στο λεωφορείο για τα Χίλια Δέντρα, αλλά σύντομα το δάνεισα σε μη αναγνώστρια γνωστή μου, άρα ήταν θέμα χρόνου να το χάσει. Το ξαναβρήκα φέτος σε μεταχειρισμένα και, καθότι εδώ και καιρό εξαντλημένο, θα ήθελα να σφίξω τα χέρια που το έφεραν ως τα δικά μου.

Πρόκειται για την απόλυτη συλλογή μικρών κειμένων μεγάλων περιπλάνησεων. Αυτό ίσως είναι το θρυμματισμένο On the Road μιας άλλης γενιάς, που δεν περίμενε να βρει θαύματα στον δρόμο, παρά να μετακινείται επειδή πάντα έφευγε από κάπου και αναζητούσε να βρεθεί κάπου αλλού. Εδώ είναι λες και ο θεατρικός συγγραφέας, κινηματογραφικός σεναριογράφος και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ δοκίμασε να γίνει λογοτέχνης, εκτός αν ήταν εξαρχής λογοτέχνης και επιχειρούσε όλα τα υπόλοιπα προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα στο αναβράζον πνεύμα του.

sam-sephard-3

Τα αφηγήματά του είναι (συνήθως) πεζά αλλά και ποιήματα, κρατούν μισή, μια, δυο, τρεις ή σπανιότερα περισσότερες σελίδες και δεν έχουν τίτλο παρά μόνο με αναφορά στο τέλος του τόπου και της ημερομηνίας της γραφής (π.χ. 3/79, Σάινερ, Τέξας). Το τέλος τους είναι ανύπαρκτο (ή κάποτε ξαφνικό), ανοιχτό, κι έτσι μοιάζουν με ψήγματα μιας διαρκούς ροής όπου η μετακίνηση και η στασιμότητα μοιάζουν συνεχή εναλλασσόμενα ρεύματα. Ευνόητα οι γραμμές του αντιστοιχούν σε απόλυτες κινηματογραφικές σκηνές, το γράψιμο είναι απλό και τραχύ, ο απόλυτος πεζός και ενίοτε βρώμικος ρεαλισμός. Σεπαρντίνες χωρίς κομφετί. Οι φωτογραφίες του αιώνιου φίλου και συνταξιδευτή Johnny Dark βρίσκουν την πιο ταιριαστή τους θέση ανάμεσα στις σελίδες.

Κάποτε στο Σαν Μπερναντίνο εγώ κι ο Τιμ Φορντ κλέψαμε ένα αμάξι. Μια από κείνες τις παλιές Ώστιν Χήλευ με την κόκκινη πέτσινη κουκούλα. Την βρήκαμε παρκαρισμένη πίσω από μια καντίνα… Η αφετηρία της δρομίσιας λογοτεχνίας προκαλεί πάντα την ίδια ανυπομονησία για την συνέχεια. Όπως εδώ, όπου η αρχική επιθυμία των δυο φίλων να κάνουν μια απλή βόλτα και να την παρατήσουν στην άλλη άκρη της πόλης αντικαταστάθηκε με την ιδέα της φυγής στο Μεξικό. Κι εκείνη την κούρσα την πάρκαραν έξω από το τζάμι των εστιατορίων στις εθνικές οδούς γιατί δεν χόρταιναν να την βλέπουν και την αγάπησαν σαν να ήταν πραγματικοί της ιδιοκτήτες.

sam-sephard

Αλλού ακολουθούμε έναν άντρα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή από το μοτέλ του μέχρι την αίθουσα αναμονής για να δει αν ήρθε κάποιο γράμμα, να διασχίζει σπίτια που μοιάζουν να χτίστηκαν σε λάθος μέρος, να συναντά ανθρώπους που φλυαρούν σα να προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τον εαυτό τους παρά τον συνομιλητή τους και να φτάνει σε μια περιοχή γεμάτη τροχόσπιτα, όπου γυρίζεται μια ταινία όπου συμμετέχει ο ίδιος. Η στολή του, «μια ευτελής παραλλαγή του εαυτού του, ίσως καθαρότερη»· ο φόβος του, μήπως ο ρόλος του είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάποιος άλλος επιχειρεί να κλέψει μια εντελώς ασήμαντη αφίσα με μια μοναχική πεσμένη λεύκα έξω από το ξενοδοχείο στην οδό Σάνσετ αλλά συλλαμβάνεται και ομολογεί πως του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα, πως έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εικόνα, ξαπλωμένο ανάσκελα κάτω από την λεύκα, πως αναγνώρισε ένα πραγματικό δέντρο της παιδικής του ηλικίας, πως είχε την ελπίδα ότι η φωτογραφία θα τα ξαναζωντάνευε όλα.

motel-1

Σ’ ένα πραγματικά αξιομνημόνευτο κείμενο που αποτελεί ύμνο στα τραίνα (ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει ότι ευχαρίστως θα ζούσε μέσα σε ένα τραίνο αν κάποιος του έδινε ένα) αλλά και στους σιδηροδρομικούς έρωτες – έστω και εκείνους που δεν προλαβαίνουν να κινηθούν, ο αφηγητής γοητεύεται από ένα κορίτσι που μοιάζει με την Tuesday Weld την οποία κάποτε είχε ερωτευτεί σ’ ένα τηλεοπτικό σώου. Στο Σωλτ Λαίηκ το κορίτσι κατεβαίνει κι εκείνος έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να την κρατήσει. Μπορεί να ακούει ακόμα τα βήματά της στο αμμοχάλικο αλλά εκείνη έχει ήδη φύγει και δεν του μένει παρά να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το Μιζούρι, για να πάρει λεωφορείο ως το Σικάγο κι ύστερα ωτοστόπ μέχρι το επαρχιακό αγρόκτημα του παππού του, που ζει μπροστά σε μια τηλεόραση.

Άλλοι ήρωες του Σέπαρντ: ένας υπνοβάτης, ένας κιθαρίστας που αισθάνεται συγγένεια όχι τόσο με την μουσική όσο με την φωνή του ραδιοφώνου και την μετάδοση της ψευδαίσθησης της ανθρώπινης παρουσίας, ένας πατέρας που ζει μονάχος μες στην έρημο επειδή δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους αλλά με έναν δίσκο με τις πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον και την φωτογραφία μιας Σπανιόλας πάνω από τον νεροχύτη, ένας μεθυσμένος έτοιμος για άσκηση οικιακής βίας στην γυναίκα του, άλλοι περιπλανώμενοι γύρω από την έρημο Μοχάβε (ο μεταφραστής επιμένει να την γράφει Μοζάβε), αναζητώντας έναν λυτρωτικό τερματισμό.

tumblr_mxpovtq4ic1spdabbo1_1280_

Στα δυο μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα ο Σέπαρντ θαυματουργεί, όπως άλλωστε το έχουμε διαπιστώσει σε άλλες, πιο «ορθόδοξες» συλλογές διηγημάτων. Στο πρώτο, γραμμένο σε τέσσερις μέρες του 1982, δυο άντρες και δυο γυναίκες βρίσκονται πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 40 και μέσα στην χαύνωση της οδήγησης αρχίζουν «σαν υπνωτισμένοι να διηγούνται ιστορίες, μπλέκοντας παρελθόν στην τύχη». Καταληκτήρια αφορμή του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στον πατέρα του ενός άντρα.

Κάποτε φτάνουν και βλέπουν τον γέρο μ’ ένα ψάθινο καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια να χτυπάει τα πλήκτρα ενός πιάνο μ’ έναν μαύρο ανεμιστήρα πάνω. Βλέπετε, δεν είναι όλοι οι Σεπαρντίνοι χαρακτήρες διαρκώς κινούμενοι. Οι μισοί έχουν παγιδευτεί σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια στιγμή που κάποιοι από τους άλλους μισούς αναζητούν κάτι αντίστοιχο να καταλήξουν ή να επιστρέψουν.

sam-sephard-2

Αυτό το βράδυ αποδιώχνω τους πάντες. Όλη τη μέρα αυτό έκανα αλλά τώρα που νυχτώνει είμαι ιδιαίτερα εμπαθής. Έχω στρατοπεδεύσει δίπλα στο αγαπημένο μου παράθυρο και καμία ποσότητα ήχων φυσαρμόνικας, πιάτων, γέλιου ή φωνών από τα άλλα δωμάτια βαθειά μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορεί να με πείσει να βγω από το καβούκι μου. Ό,τι πραγματικά λαχταράω είναι το φως που λιγοστεύει. Να περνούν αυτοκίνητα με αναμμένους προβολείς. Κουκουβάγιες που ερευνούν τα χωράφια. Αμελητέες αχτίνες φωτός που χάνονται αργά καθώς καταφθάνει η πραγματική μαύρη νύχτα. [σ. 96]

Στο δεύτερο και συγκλονιστικότερο κείμενο ο αφηγητής με άλλα δύο πρόσωπα διασταυρώνεται με ένα ασθενοφόρο για να διαπιστώσει σύντομα ότι μέσα του βρίσκεται εκείνη – μητέρα; συγγενής; Το Σίτυ Χόσπιταλ αποκάλυπτε το πρόσωπο της πόλης με τον πιο άμεσο τρόπο. Εκεί, «μια μέρα δεν είναι παρά ακόμα μια μέρα που πρέπει κανείς να υπομείνει ως την επόμενη μέρα». Σε όσους βρίσκονται μέσα, φαίνεται εξωπραγματικό ότι στους γύρω δρόμους η ζωή κυλούσε με τον συνηθισμένο ρυθμό. Οι γιατροί: ύστερα από τόσες σπουδές και εγχειρήσεις, δεν τους μένει παρά μονάχα η διαίσθησή τους. Οι ανάσες των ασθενών ακούγονται σαν επιθανάτιοι ρόγχοι. Το νυχτερινό αεράκι που χαϊδεύει τις κουρτίνες μοιάζει με μια παράδοξη ελεύθερη είσοδο του έξω κόσμου σ’ αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο. Η ασθένεια, το νοσοκομείο, οι γιατροί, ο ασθενής, ο φόβος. Όλοι όσοι έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις εδώ ταυτιζόμαστε με έναν τρόπο που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει.

Εκδ. Επιλογή, 1986, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης, 122 σελ. [Sam Shepard, Motel Chronicles, 1982].

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 210, εδώ, με τίτλο Α house is a motel, μια αντιστροφή εκείνου του τραγουδιού.

17
Αυγ.
16

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική – τοπογραφική τους συνέχεια. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ενότητες που εκτείνονται ως τις βαθύτερες όψεις της Ανατολής, με μια τέταρτη μικρότερη που αφιερώνεται σε μια πύλη της, την Κωνσταντινούπολη και την τουρκική Εγγύς Ανατολή (Ελληνοτουρκικόν).

Tarlabasi

Πολύ ευρωπαϊκή για Ανατολή, πολύ ανατολική για Ευρώπη, ιδιότυπα ελληνική μες στην τουρκικότητά της και πάντα εξωτική για το ελληνικό αισθητήριο, δέκτης των κραδασμών μιας ανέκαθεν ταραγμένης ασιατικής ακτής, η Πόλη ανήκει σε όλους, επειδή δεν ανήκει σε κανέναν. Με τις φωτογραφίες του Κεμάλ ακόμα και στα αποχωρητήρια (έβγαλα μια σειρά τέτοιων φωτογραφιών στο περσινό μου ταξίδι), η Τουρκία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η χούντα αποτελεί τον ιδεότυπο και την πολιτική ουσία κάθε σύγχρονου εθνικού κράτους, γι’ αυτό και στο αντιτουρκικό μένος των ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλεια ακριβώς για το συγκεκριμένο στοιχείο. Και αργότερα αλλού στη Σμύρνη, το δηλητήριο του εθνικισμού είναι ακόμα σταλαγμένο στην αγριεμένη από στερήσεις ψυχή της μάζας.

Από την Καππαδοκία ενός άλλου, μυθικού χριστιανισμού, συγκινητικά ανοιχτού στην παραφορά και στο παραλήρημα – εδώ έφτασαν χριστιανοί αναχωρητές που ξεκίνησαν από τις άγριες ερημιές της Αιγύπτου και βρέθηκαν στις ερήμους της Παλαιστίνης και της Συρίας, «άνθρωποι φρενοκρουσμένοι και θεοφόροι, ερημίτες που επέβαλλαν στον εαυτό τους τα πιο ευφάνταστα μαρτύρια, φυσιογνωμίες απροσδιόριστες ανάμεσα στον άγγελο και το θηρία», ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο δύναμη χρειάζεται για να μπορεί να αρνηθεί κάποιος τον κόσμο για να τον ξαναβρεί σαν ατέρμονο όνειρο που εξανεμίζει την διάκριση ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο.

Cappadocia-

Από πού πάνε όμως για την Ανατολή; Τέτοιος τόπος δεν υπάρχει στον χάρτη κι ωστόσο ξέρουμε πώς να ταξιδεύουμε εκεί, κι ακόμα, πως η Ανατολή είναι ένας τόπος της φαντασίας μας. Ό,τι ο παγερός ευρωπαϊκός μας ορθολογισμός κλείδωσε ερμητικά στον εαυτό του, αποδιωγμένο και ορφανό έκτοτε κατοικεί στα εξωτικά του όνειρα. Μα θα μου πείτε, αυτό δεν γινόταν πάντα ανάμεσα στους πολιτισμούς; Κάθε νεογέννητος κόσμος που πάσχιζε να σφυρηλατήσει μια δική του ταυτότητα δεν ήταν υποχρεωμένος να εφευρίσκει ένα φαντασιώδες αρνητικό που θα ήταν ό,τι αυτός δεν είναι; Κάτι που όφειλε ασταμάτητα ν’ αποκηρύσσει – αλλά μαζί με την αποκήρυξη θα έβλεπε μέσα του το φάντασμα της δικής του χαμένης ευτυχίας; [σ. 39 – 40]

Κι εμείς, κληρωμένοι από νωρίς άθελά μας στην Ευρώπη και στη Δύση, μπορούμε να συλλάβουμε άραγε τι αποτρόπαιη φυλακή σήμανε η πενιχρή μας ταυτότητα, πόση βία απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους χρειάστηκε για να κατασκευαστεί το πολιτισμικό μας κελί, με παρηγοριά την φαντασίωση μιας φημολογούμενης «πνευματικής» ανωτερότητας; Η χριστιανική Ευρώπη, γράφει ο συγγραφέας, έγινε δεξιοτέχνης στον πολιτισμικό μανιχαϊσμό: για να λυγίσει την δύναμη του αντιπάλου της μετέφερε το «κακό» στην Ανατολή. Στις ρομαντικές αναπαραστάσεις της κυριαρχεί η λαγνεία· το στερεότυπό της γέννησε έναν κόσμο αφηγήσεων με το στίγμα του εξωτισμού και συνήθη μοτίβα την ατροφία του ορθολογισμού και την υπερτροφία του πάθους και της φαντασίας. Η σεξουαλική ελευθεριότητα και η ακατάσχετη ακολασία, όχι άσχετες με την πολυγαμία των Μουσουλμάνων, υπήρξαν πάγιο στίγμα της Ανατολής.

Jean-Léon_Gérôme.

Μπαίνοντας στην Δαμασκό ο Τερζάκης παγιδεύεται με το παλιό παιχνίδι του με τι μοιάζει – λες και το πνεύμα δεν έχει άλλον τρόπο ν’ αγκυροβολήσει στο άγνωστο παρά σέρνοντάς το στον κύκλο του ήδη γνωστού….Κάποια στιγμή μέσα από την βαθιά, ανεξήγητη οικειότητα αντιλαμβάνεται πως η Συρία είναι η προπαίδεια της Ανατολής που ονομάσαμε Εγγύς. Στον περιφερειακό του Τζέμπελ Κασιούν οι ντόπιες οικογένειες έχουν στήσει καρέκλες και φορητά τραπεζάκια στις πλαγιές, απλώνοντας παντού κασετόφωνα, φαγητά και ναργιλέδες· αλλά, από την άλλη, μικρή σχέση έχει αυτό το ευπρεπές Ισλάμ με την μεθυστική αναρχία και τον υπόκωφο διονυσιασμό του Ισλάμ της Αφρικής και της Νότιας Αραβικής.

Βρισκόμαστε από ώρα στο κεφάλαιο Η σπορά της φοινικιάς και μνήμες από Αίγυπτο ενθυλακώνονται στην αφήγηση. Ο ολιστικός χαρακτήρας της αραβομουσουλμανικής αισθητικής προκαλεί στον συγγραφέα ένα είδος ανεξάντλητης αγαλλίασης· είναι η αισθητική που επισφραγίζει μια ενότητα που μπορεί να βρεθεί από την Κόρδοβα ως την Σαμαρκάνδη και περιλαμβάνει ό,τι ονομάζει η λέξη «αραβούργημα». Όπως τα μελίσματα της αραβικής μουσικής, που είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε μια ελάχιστη μουσική ενότητα, τούτη η μοναδική εικαστική γλώσσα είναι ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός πάνω σε λίγα πρώην φυσικά μοτίβα. Η ροπή του Ισλάμ στην ανεικονικότητα σαφώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της αφαίρεσης, αλλά αυτή η ανεικονικότητα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο λέγεται, ενώ η περίφημη ισλαμική καλλιγραφία ίσως είναι η εκδίκηση της αισθησιακότητας που χάθηκε με τη απαγόρευση των εικόνων.

A handout image released by the Syrian opposition's Shaam News Network on July 25, 2013, allegedly shows the Khaled bin Walid mosque whose mausoleum has been partially destroyed in the al-Khalidiyah neighbourhood of the central Syrian city of Homs. Syrian army shelling destroyed the centuries-old mausoleum a monitoring group and activists said on July 22. Reports of the destruction of the Sunni Muslim pilgrimage site emerged as an intense army campaign to reclaim rebel-held areas of Homs, a strategic junction city, entered its fourth week. AFP PHOTO/HO/SHAAM NEWS NETWORK == RESTRICTED TO EDITORIAL USE - MANDATORY CREDIT "AFP PHOTO / HO / SHAAM NEWS NETWORK" - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS - AFP IS USING PICTURES FROM ALTERNATIVE SOURCES AS IT WAS NOT AUTHORISED TO COVER THIS EVENT, THEREFORE IT IS NOT RESPONSIBLE FOR ANY DIGITAL ALTERATIONS TO THE PICTURE'S EDITORIAL CONTENT, DATE AND LOCATION WHICH CANNOT BE INDEPENDENTLY VERIFIED ==-/AFP/Getty Images

Τι υπάρχει σήμερα στην Αλεξάνδρεια, όπου οι Χριστιανοί κομμάτιασαν με τα χέρια τους το σώμα της Υπατίας, δηλαδή το σώμα της ίδιας της φιλοσοφίας, αντιλαμβανόμενοι μέσα στον πρωτογονισμό τους πως η πίστη έχει ασυμφιλίωτο εχθρό την σκέψη; Ο ρομαντικός ιδεότυπος της Μπελ Επόκ, του Καβάφη, του Φόρστερ, του Ντάρελ, του Τσίρκα, επιτομή του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού, φυλλορρόησε εν μια νυκτί, όπως η Βηρυτός, η Ιερουσαλήμ και η Θεσσαλονίκη, στο τοπίο που άφησε πίσω του ο τελευταίος πόλεμος και η εξαπλούμενη μάστιγα των εθνικών κρατών. Αυτή η Αλεξάνδρεια δεν υπάρχει· στη θέση της βρίσκεται η Ισκεντερία, ένα αραβικό μεγαλοχώρι, γραφικό σκηνικό κατοικημένο από θλιμμένες σκιές. Έξω προς την έρημο όμως ο συγγραφέας νιώθει κατάσαρκα τι θα πει βιβλικό τοπίο: αγριάδα που αναπάλλει μυστικοπάθεια κι εμφυσά δέος και φόβο στην ψυχή.

Πίσω στην Συρία, στην καβουρντισμένη γη που αχνίζει σαν λάβα ηφαιστείου ο Τερζάκης σκέφτεται πως μόνο όποιος ταξιδεύει σ’ αυτούς τους τόπους, που είναι η αληθινή κοιτίδα του Χριστιανισμού, συνειδητοποιεί πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτόν και το Ισλάμ. Παρά την αδυναμία της σύγχρονης Δύσης να το κατανοήσει, το Ισλάμ είναι όμαιμος αδελφός του Χριστιανισμού· ενσωμάτωσε μάλιστα παραδόσεις και λατρευτικές συνήθειες του πρωτοχριστιανικού κόσμου που δεν επιβιώνουν πλέον στις δυτικές εκδοχές του, από την αρχιτεκτονική μέχρι τις προσευχές.

Κοπτική Γειτονιά Κάιρο

Η παράδοση του ισλαμικού μυστικισμού έχει τις ρίζες της στους άγιους ασκητές του Βυζαντίου και τους πατέρες της ερήμου που η παρουσία τους στοίχειωνε κάποτε αυτούς τους τόπους. Κομμάτια από την Βίβλο έχουν υφανθεί με αφηγηματική μαεστρία σε όλη την έκταση του Κορανίου. Αν ο Ισαάκ ο Σύρος (θυμήθηκα εδώ το εξαιρετικό βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου) ζούσε σήμερα, θα ένιωθε έτη φωτός κοντύτερα στις λατρευτικές συνήθειες ενός μουσουλμάνου δερβίση απ’ ότι ενός αμερικανού Ευαγγελιστή. [σ. 82 – 83]. Και τελικά τέσσερα από τα πέντε ιστορικά Πατριαρχεία έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο προστατευτικό δίχτυ του Ισλάμ, που εγγυήθηκε τα θρησκευτικά δικαιώματα όσον κανένα χριστιανικό βασίλειο στην ιστορία.

Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας του έθνους – κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Ο Χριστιανισμός φθίνει στους τόπους που ήταν κάποτε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί της Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομόθρησκους της Δύσης και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν τους χριστιανούς της περιοχής: σαν σφύρα για να τσακίσουν τον αραβικό εθνικισμό που φούντωνε, έσπειρε βαθιά μνησικακία ανάμεσα στις κοινότητες. Η θέση τους επιβαρύνθηκε από την κτηνωδία των χριστιανών Μαρωνιτών του Λιβάνου, που αρνήθηκαν να μοιραστούν την γη τους με τους εκπατρισμένους από το Ισραήλ Παλαιστινίους, ενώ οι φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ με την ενεργητική υπόδειξη των ισραηλινών επιτελών διέπραξαν την σφαγή των χιλιάδων αμάχων Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα (διαβάστε εδώ για το συγκλονιστικό οδοιπορικό του Ζαν Ζενέ).

Haran Μεσοποταμία_

Το ταξίδι ξεμακραίνει προς την λεγόμενη γόνιμη ημισέληνο, στην Μεσοποταμία, στην Βαβυλώνα και στην Νινευή, στα αλλοτινά βασίλεια που σήμερα δεν είναι παρά σκονισμένα και θλιβερά χωριά, στους απομακρυσμένους τόπους των Νεστοριανών που τραβήχτηκαν με την εκκλησία τους βαθύτερα στην Ανατολή, ενώ σήμερα δέκα χιλιάδες διωγμένοι από το Ιράκ ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων, στις φοβερές ερημιές της Μεσοποταμίας και στα λασπόχτιστα χωριά των βεδουίνων, ενώ γύρω στην έρημο παντού σπασμένοι βρίσκονται σκελετοί φρουρίων, στην «άφωνη απεραντοσύνη της ημέρας που δεν λέει να γείρει».

Το Χαλέπι είναι μια διεθνής πόλη, ένα είδος εθνολογικής Κιβωτού του Νώε, όπου ο Μεσοπόλεμος μοιάζει να έχει παγιδευτεί στις φθαρμένες ταπετσαρίες και στα σκεβρωμένα πατώματα, ενώ ο τόπος των αλλοτινών κήπων έχει δώσει την θέση της σε μια λιγδιασμένη συνοικία με γκαράζ, κεμπαμπτζίδικα κι ετοιμόρροπους κινηματογράφους. Η συντροφιά φτάνει ως τις βυζαντινές νεκροπολιτείες πέρα από τα μέρη του Συμεών του Στυλίτη· στα περιστύλια ερειπωμένων ναών βλέπουν δεμένα σκοινιά μπουγάδας, ενώ στην Μπόσρα ευφάνταστοι κάτοικοι διασκευάζουν τα αρχαία ερείπια σε βολικές κατοικίες, δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Είναι άραγε, αναρωτιέται ο συγγραφέας, σύμπτωμα της φτώχειας ή μήπως η ξεδιάντροπη αφθονία του αρχαιολογικού παρελθόντος στην Συρία υποβιβάζει αναγκαστικά την αξία εκείνου που σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο θα ήταν σπάνιο και ζηλότυπα φυλαγμένο κειμήλιο;

κορίτσι στο shibam

Στην μεγάλη Αραβική Χερσόνησο, αυτό το «σκισμένο κομμάτι της Σαχάρας» η διήγηση ανατρέχει στον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον και στον T.E. Lawrence, στους λαούς που χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας όπως οι Ναβαταίοι, στους λαούς που δεν πίστεψαν ποτέ στην εθνική αποκλειστικότητα και ήταν πάντα ανοιχτοί στις εξωτερικές πολιτισμικές επιδράσεις, αφομοιώνοντάς τις όλες. Και στην Υεμένη ο συγγραφέας αντικρύζει τον αληθινό αραβικό κόσμο. Αν υπήρξε ποτέ ειδικότερα ο κόσμος των αραβικών παραμυθιών, κι αν ελάχιστοι τόποι που έχουν απομείνει στον πλανήτη δικαιώνουν την νησίδα Ιστορίας, τότε ένας βρίσκεται εδώ.

Εδώ μια αρχιτεκτονική ποίηση δίνει φωνή στην ξερή πέτρα και κάνει την βουβή λάσπη να τραγουδάει, ενώ μεταμορφώνει την γη σε περίτεχνο υφαντό που μουρμουρίζει μια γλώσσα αιώνα. Διαβάζω για κτίσματα ιλιγγιώδους ασυμμετρίας, σπίτια με ελάχιστες σχισμές σαν πολεμίστρες, γερμένες ταράτσες, αμέτρητα παράθυρα κάθε σχήματος, μια μεθυστική χωροταξία που εκτός των άλλων προστατεύει τις περιοχές των πάνω ορόφων για την απρόσκοπτη οικειότητα των γυναικών μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά όμως η ιστορία ενός τόπου είναι μια ιστορία εμφυλίων· φυλές που εχθρεύονται μεταξύ τους συνήθως χωρίς να θυμούνται γιατί. Οι άντρες φορούν με κελεμπία και δυτικά πανωφόρια, στο φαρδύ ζωνάρι τους συνυπάρχουν το κοντομάχαιρο, η ζαμπίγια και το … κινητό, ενίοτε φέρουν και καλάσνικοφ, κοινώς μια στολή επιθετικής αιδημοσύνης, ενώ πάντα απολαμβάνουν το τσατ, ένα πανάρχαιο ευφορικό, ένα είδος φυσικής αμφεταμίνης.

Υεμένη- Shibam

Τρομαγμένος σχεδόν συνειδητοποίησα πως η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή. [σ. 125]

Στην παραισθητική Σίμπαμ, το Μανχάταν της ερήμου, οι  γαιώδεις ουρανοξύστρες σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους ή χάσκουν πάνω από σκουπιδότοπους. Η παρέα διανυκτευρεύει σ’ ένα φουντούκ, παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών: σε μια μεγάλη αίθουσα σαν εσωτερικό τζαμιού οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ το βράδυ του αποχαιρετισμού σ’ εκείνο το κιλίμι παίχτηκε ο δραματικός χορός των μαχαιριών, ένα αλλόφρον θέατρο σκιών με νεαρά αγόρια – «παζολινικές φυσιογνωμίες» «με μάτια αγριεμένων σατύρων».

Ιράν (Dusk, Palangan)_1

Το αντίθετο άκρο είναι ασφαλώς τα Εμιράτα του Περσικού, ένας συνδυασμός παραδοσιακού φυλετισμού και σύγχρονης Ντίσνεϋλαντ, το αηδιαστικό κιτς των πλουσίων Αράβων, διαστημικοί πύργοι και θηριώδη μωλ, ο εξαμερικανισμός αγκαλιά με ανατριχιαστικές οπισθοδρομικότητες. Το νησί του Μπαχρέιν δημιουργεί φαντασιώσεις αραβικού Λας Βέγκας αλλά στην απέναντι πλευρά, στην Άνω Αίγυπτο ένας νούβιος φελουκιέρης κάποτε του αναφώνησε «Κωστής Μοσκώφ!».

Το ταξίδι συνεχίζεται Στη γη των αγίων ποιητών. Το Ιράν δεν είναι χώρα αραβική αλλά αναπάντεχα «δυτική»· Ιρανοί βαθύτατα αξιοπρεπείς και φιλικοί προς τους ξένους, χαμηλότονοι συγκριτικά με την θορυβώδη εξωστρέφεια των Αράβων, διατηρούν μια ταυτότητα σημαδεμένη από έναν βαθύ πολιτικό διχασμό, ανάμεσα στο αρχαίο περσικό παρελθόν και το σύγχρονο ισλαμικό, θυμίζοντας το ανάλογο δίλημμα της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά και τον ύστερο χριστιανισμό.

Ζωροαστρικός Ναός Yazd_

Είναι βέβαια και η μεγάλη προστάτιδα των απανταχού Σιιτών, η εξωτική θρησκευτικότητα των οποίων έχει ένα πάθος άγνωστο στον σουνιτικό κόσμο (πέρα από κάποιους ιδιόρρυθμους δερβίσικους κύκλους). Σε αυτά τα μέρη οι μεγάλες εσχατολογίες της μεταθανάτιας κρίσης άρχισαν από τον αρχαίο Ζωροαστρισμό, που εμβολιάστηκε μέσω της Βαβυλωνιακής εξορίας στον Ιουδαϊσμό, και από εκεί, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ. Εδώ αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται υπάρχουν χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες και αναγνωρισμένα δικαιώματα, στο Ισφαχάν λειτουργεί πλήρως ο δημόσιος χώρος, ενώ πέντε ώρες μακριά, στην Γιαζντ, υπάρχει ζωροαστρικός ναός εν λειτουργία! Φυσικά ο ταξιδιώτης επισκέπτεται με ιδιαίτερη φόρτιση το τέμενος όπου ο θεός μοιάζει με τις λαϊκές αποδόσεις του Ιησού σε φτηνές σύγχρονες εικόνες και η φωτιά καίει αδιαλείπτως από το 200 π.Χ.!

Πίσω στην Τεχεράνη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλά αριστερά ρεύματα και ριζοσπάστες διανοητές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιηθεί το πολιτικό θαύμα που ταπείνωσε για δεύτερη φορά την Αμερική μέσα στην δεκαετία του ’70. Αυτές οι δυνάμεις εξουδετερώθηκαν από το αυταρχικό καθεστώς των μουλάδων του Χομεϊνί. Και τελικά πόσοι άραγε θυμούνται ότι ο τυφλωμένος ισλαμικός φονταμενταλισμός δημιουργήθηκε πάνω στην σκακιέρα της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης και ξέφυγε από τα χέρια του πραγματικού αρχιτέκτονά του, του αμερικανικού Πενταγώνου;

Το βλέμμα της Ινδίας

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μίγματος ρεαλισμού και ηθικολογικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ισλαμισμό είναι η «ισλαμική πορνεία», μια αδιανόητη επινόηση του ιρανικού συστήματος. Η νομική αυτή κατασκευή λέγεται «προσωρινός γάμος» κατά τον οποίο φτωχά κορίτσια από την επαρχία παραδίδονται από τους πατεράδες τους σε ευκατάστατους άντρες για να συνάψουν μαζί τους γάμο για έναν γάμο, μια εβδομάδα, μια ήμερα, μία ώρα…

Ασία! Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος το ταξίδι φτάνει μέχρι την Ινδία των εφτά θρησκειών και των δεκαπέντε επίσημων γλωσσών και των δεκάδων φυλών και ανθρώπινων τύπων. Εδώ ο ταξιδιώτης δοκιμάζεται ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Δελχί, ο οποίος, όπως όλοι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στην Ινδία, είναι ένας τεράστιος απόπατος. Αλλά κυρίως δοκιμάζεται και για τον οίκτο από εκείνο το σμάρι από ανθρώπινες μύγες που πρέπει σε κάθε βήμα να τινάζει από πάνω του, συχνά με βίαιο τρόπο, αν θέλει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιο έξω ακολουθεί ο εφιάλτης των ινδικών δρόμων οι απαρχαιωμένες νταλίκες με το ντουμάνι μαύρου καυσαερίου που τρυπά τους πνεύμονες, τα προϊστορικά αυτοκίνητα που καλύπτουν με μουτζούρα τις ινδικές πόλεις.

Βομβάη Μπορντέλο

Στην ήμερη αυτή γη για εκατοντάδες χρόνια ινδουιστές και μουσουλμάνοι έζησαν συμφιλιωμένοι μέχρι το ξέσπασμα άγριου εθνικιστικού μίσους πάντα με τις ευλογίες της δυτικής αποικιοκρατίας, στην προκείμενη περίπτωση των Άγγλων. Εδώ όμως ο ιερός χαρακτήρας του σεξουαλικού έρωτα και των γενετήσιων συμβόλων που ελλοχεύει στις ρίζες κάθε θρησκείας είναι παντού εμφανής. Ναοί με εικόνες οργιώδους χαράς και ευωχίας και ανεξάντλητες παραλλαγές σεξουαλικών στάσεων σώθηκαν από τον μουσουλμανικό πουριτανισμό χάρη στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Στην άλλη, στην πιο ακραία πλευρά, στην φοβερή συνοικία με τα μπορντέλα της Βομβάης, ένα μακάβριο καρναβάλι πληρωμένων ερώτων ζει σε ετοιμόρροπα σπίτια με αδύναμα φώτα κι ένα κομμάτι ύφασμα για πόρτα, ενώ έξω οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών τα εμετικά μουσικοχορευτικά του Μπόλινγουντ.

Ο Ινδουισμός στην επόμενη στάση – στο Νεπάλ – είναι γιορτινός και πιο συγκρητιστικός και η καθημερινότητα μοιάζε με ατέρμονο πανηγύρι. Στο Κατμαντού η γιορτή των νεκρών Γκάι Τζάτρα και η περίφημη Freak Street μοιάζουν με ψυχεδελικό λούνα παρκ, θυμίζοντας την εποχή των χίπις που έφτασαν κάποτε μέχρι εδώ, ενώ όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τα μελαγχολικά σημάδια ενός πανηγυριού που τέλειωσε πρόωρα, ίσως εκτρωματικά. Ο κραδασμός του από το πέρασμά τους ξανάσμιξε με τον προαιώνιο αυτόχθονο ρυθμό. Ίσως γι’ αυτό το βράδια ο ήχος απ’ το σαράνγκι σμίγει με το βαρύ τέμπο του άσιντ ροκ… Η συνύπαρξη και η ανοχή είναι άγραφος νόμος στο Νεπάλ, γράφει ο συγγραφέας, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν ένιωσε την επίδραση της αρχιτεκτονικής, σαν αληθινό ψυχότροπο πάνω του.

Padmasambhava - Guru Rinpoche, the 8th century tantric master_

Ο Τερζάκης συνθέτει ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ψηφιδωτό βιβλίο, όπου συνυπάρχουν τα απαραίτητα εξόχως συντομογραφημένα ιστορικά στοιχεία, οι ποιητικότατες εκφράσεις εικόνων και συναισθημάτων, η προσωπική διήγηση του οδοιπορικού μιας συντροφιάς, η πολιτική ανάγνωση της σύγχρονης ιστορίας πολύπαθων τόπων. Είναι ένας ύμνος στην περιπλάνηση, το ταξίδι ενός ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης. Ο δεύτερος τόμος, ακόμα πιο βαθειά στην Ανατολή, έχει ήδη κυκλοφορήσει και σπεύδω να τον διαβάσω.

Το ταξίδι μαζευόταν αργά μέσα μου σαν το σπάγκο ενός κουβαριού που σώθηκε, σαν την αντοχή ενός κόσμου γονατισμένου, νικημένου από τα μέσα κι απ’ τα έξω, καταδικασμένου να κρατιέται από τα θλιμμένα ξεφτίδια μιας πάλαι ποτέ φωταύγειας, έτοιμου να εκραγεί σαν ηφαιστειακή κρούστα πάνω από μια φωλιά λάβας· και ήμουν κι εγώ ηττημένος μαζί του, το δίχως άλλο. Τι έμεινε λοιπόν από το παιχνίδι της δόξας με τον χρόνο, άλλο από τη σπαταλημένη ορμή στην άμμο τη μετρημένη με τη σπορά της φοινικιάς – άλλο από ιδρώτα και σκόνη και σπλάχνα ανοιγμένα στο ράμφισμα μιας ανάγκης που πυορροεί; Εδώ το ταξίδι τελειώνει λοιπόν· όλα τ’ άλλα τα ξαναπαίζει η μνήμη. [σ. 150]

prayer-flags-at-swayambunath,-kathmandu_

Πλήρης τίτλος: Αντίδρομα στον ήλιο, τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα. Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2014, σελ. 267, με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών.

Στις εικόνες: H διαδικτυακή αναζήτηση εικόνων που συνομιλούν με το κείμενο του συγγραφέα ήταν όπως πάντα κοπιώδης. Ελπίζω να αποδίδουν κάτι από τα μέρη όπως τα είδε ή όπως είναι σήμερα: Κωνσταντινούπολη, Ταρλάμπασι / Καππαδοκία / Jean-Léon Gérôme, La grande pischine à Brusa, 1885, ένα τυπικό οριενταλιστικό έργο / Έμεσα, Συρία (μετά την πρόσφατη καταστροφή) / Χριστιανική Κοπτική συνοικία στο Κάιρο / Χαράν, Μεσοποταμία / Μικρό και μεγάλο κορίτσι στο Shibam, Υεμένη / Ιρανικό χωριό (Dusk, Palangan) / Ζωροαστρικός Ναός Yazd /Το βλέμμα της Ινδίας / Βομβάη, Μπορντέλο / Νεπάλ, η αναφερόμενη σύμμειξη του τότε και του τώρα / Νεπάλ, «σημαίες προσευχής», Swayambunath, Κατμαντού.

25
Ιολ.
16

Μνήμες από έξι θερινά βιβλία

chatwin

Το πλοίο Σίφνος – Παταγωνία

Το 1992 αναζητούσα δουλειά στο Αιγαίο και μετά από τρεις μήνες σε Σύρο, Θήρα και Μήλο κατέληξα στην Σίφνο, όπου θα έβγαζα τις επόμενες πέντε καλοκαιρινές σαιζόν, δουλεύοντας οπουδήποτε, σε ψυγεία παγωτών, παρατημένα ταβερνεία στην άκρη του κόσμου (ή του Κάστρου), αγγειοπλαστεία, μπάρες. Όλα αυτά τα καλοκαίρια έπαιρνα μαζί μου τα βιβλία του Bruce Chatwin Στην Παταγωνία και Τι γυρεύω εδώ; (αμφότερα εκδ. Χατζηνικολή, μτφ. Τάσος Κιρκής). Με συνάρπαζε η αυθόρμητη γραφή του ακούραστου ταξιδιώτη, το αδηφάγο του μάτι, η μανιώδης καταγραφή των εντυπώσεών του, η αναζήτηση συνομιλητών όπου και να βρισκόταν. Τα βιβλία έμεναν στην μέση και τα συνέχιζα στην επόμενη θερινή περιπέτεια. Όταν τελείωναν τα ξανάρχιζα. Με είχε τόσο πολύ ξεσηκώσει η περιπλάνηση του Τσάτουιν που συμφώνησα να μπαρκάρω για έξι μήνες με γκαζάδικο που έφτανε ως την Νότια Αμερική. Η φυγή κόλλησε την τελευταία στιγμή στην έκδοση ναυτικού φυλλαδίου αλλά ο συγγραφέας παραμένει ο μόνος που με οδήγησε σε απόφαση τόσων ναυτικών μιλίων.

modinos_

Η Αφρική στο Φραγκοκάστελλο

Το 2008 νοίκιασα ένα πέτρινο σπίτι δίπλα στην θάλασσα, στο Φραγκοκάστελλο, στον Νότο των Χανίων, ενώ παραδίπλα εξίσου βουλιαγμένο στην άμμο και τις καλαμιές έστεκε το αρχαίο φρούριο. Μοιραζόμασταν την ίδια ερημιά και τους ίδιους δαιμονισμένους αέρηδες. Τότε ήταν που διάβαζα βουλιμικά το βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού Ο μεγάλος Αμπάι (εκδ. Καστανιώτη), την αδιανόητη ιστορία της αναζήτησης των πηγών του Νείλου αλλά και την εξίσου συναρπαστική διαδικασία της αφήγησής της. Κάθε φορά που ο αέρας με κατέκλυζε με άμμο που παραμένει μέχρι και σήμερα ανάμεσα στις σελίδες, ήθελα να σκέφτομαι πως φτάνουν μαζί από εκείνα τα μέρη, από την Αίγυπτο απέναντι. Πράγματι, χάρη σ’ εκείνο το βιβλίο της άμμου, η Αφρική πλησίασε όσο ποτέ τον δικό μου Νότο.

banks

Λιβεριανή Αντίπαρος

Τα καλοκαίρια δεν παύω να αναζητώ την Αφρική, με την αυταπάτη ότι η θερινή ζέστη θα μου μεταδώσει κάτι από τις πονεμένες της αύρες. Κι έτσι ένα αχρονολόγητο καλοκαίρι στην Αντίπαρο, στο κάμπινγκ όπου μέτρησα τα περισσότερα απολαυστικά ακοίμητα εικοσιτετράωρα που έζησα ποτέ, μπορούσα να βρίσκομαι και στην Λιβερία, χάρη στην συναρπαστική μυθιστορία του Russel Banks American darling (εκδ. Πόλις). Κι ας γνώριζα ότι η άγραφη μαγεία της μαύρης ηπείρου αποτελεί την μια πλευρά της, και πως η άλλη μαυρίζει από τις δραματικές πολιτικές συγκυρίες και την σκληρότητα ενός κόσμου που την συνθλίβει. Αλλά η ηρωίδα του βιβλίου δεν φοβήθηκε να τολμήσει τις πιο δύσκολες επιλογές και να αλλάξει την ζωή της ξανά και ξανά.

paradiso_

Τεμπελχανείο στην Κούβα

Το 2011 έζησα είκοσι μερόνυχτα στα ελεύθερα κατασκηνώματα της Γαύδου, που ταυτίστηκαν με το Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα (εκδ. Ίνδικτος). Θυμάμαι τις αναγνώσεις κάτω από τις μικρές λάμπες ενός καφενείου με το όνομα Τεμπελχανείο στην έρημη «χώρα» του νησιού, ένα μέρος όπου τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα ήταν περισσότερα από τους κατοίκους. Η μικρή αυλή του καφενείου, με τους κάθε λογής ξέμπαρκους του νησιού και τις παραισθησιογόνες συζητήσεις, έμοιαζε με ανεστραμμένο καθρέφτη του μεγάλου αιθρίου γύρω από το οποίο ζούσαν οι δεκάδες χαρακτήρες του καλειδοσκοπικού, μπαρόκ μυθιστορήματος ενός σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα, που οι αρχές απαγόρευσαν ακριβώς γιατί δεν το καταλάβαιναν, συνεπώς «κάτι ύποπτο θα έγραφε».

TE?IKO

Η γυναίκα της Γαύδου

Ανίκανος να ξεχάσω τις θάλασσες του Κρητικού Νότου, επανήλθα στην Γαύδο το επόμενο καλοκαίρι και οι αμμόλοφοί της ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αισθανθώ έστω κάτι ελάχιστα κοινό με τον αξέχαστο ήρωα του βιβλίου του Κόμπο Άμπε Η γυναίκα της άμμου (εκδ. Άγρα). Εκεί διάβαζα την αδιανόητη ιστορία του άντρα που αιχμαλωτίστηκε από μια γυναίκα που του δινόταν ολοκληρωτικά, σ’ ένα σπίτι χωμένο στο βάθος ενός λάκκου, σε μια αχανή αμμώδη περιοχή, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ένα μεσημέρι που αποκοιμήθηκα σ’ έναν κεκαυμένο αμμόλοφο ονειρεύτηκα ότι ήμουν εγώ ο αιχμάλωτος της Γυναίκας και, παραδόξως, δεν με ενοχλούσε καθόλου το γεγονός ότι με κρατούσε δέσμιο στον βαθύ της λάκκο, όπου περνούσαμε τις ημέρες μας εξαντλημένοι από τους πανταχού παρόντες και στα πάντα εισχωρούντες κόκκους, ενώ τις νύχτες φτυαρίζαμε την άμμο, για να μη μας σκεπάσει ολοκληρωτικά.

Αντίδρομα_

Αντίδρομος στο Ταρλάμπασι

Άλλα πέρυσι το καλοκαίρι έζησα σ’ έναν πραγματικό λάκκο του κόσμου, στις απερίγραπτες φτωχογειτονιές του Ταρλάμπασι και του Μπουλμπούλ, στα έγκατα της Κωνσταντινούπολης, μακριά από τα περάσματα των τουριστών. Σ’ εκείνες τις γειτονιές με τις βαθιές κατηφόρες και τους στενούς δρόμους που έσφυζαν από τους κατοίκους, που αδυνατούσαν να ζουν στα πνιγηρά τους σπίτια, παρά κάθονταν όλοι έξω, δίπλα στα σκουπίδια, πάνω σε χαλάκια και χαρτόνια, μαζί με τα μικρά παιδιά να φτιάχνουν αυτοσχέδια παιχνίδια από το τίποτα, αναζητούσα ένα ανάγνωσμα να μου μιλήσει για όλες αυτές τις επικράτειες. Είχα εξαντλήσει τον Ορχάν Παμούκ και τον Γιασάρ Κεμάλ, αλλά ευτυχώς είχαν μόλις εκδοθεί τα Αντίδρομα στον ήλιο του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Πανοπτικόν), συλλογή εξαίσιων ταξιδιωτικών κειμένων που ξεκινούν από την Κωνσταντινούπολη και φτάνουν μέχρι την Μέση και την Βαθειά Ανατολή. Ο πρώτος αυτός τόμος είναι γεμάτος από τα βλέμματα ενός πολυδιαβασμένου, πολιτικοποιημένου και ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης.

Πρώτη δημοσίευση σε: Lifo, μπλογκ / στήλη Βαγγέλη Μακρή / VAM33.

Παρουσιάσεις των παραπάνω βιβλίων εδώ: Μοδινός, Μπανκς, Λίμα, Αμπέ. Τερζάκης. Ο Τσάτουιν θα παρουσιαστεί σύντομα στο Πανδοχείο όποτε και θα προστεθεί ο σχετικός σύνδεσμος.

22
Ιον.
16

W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

20
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Οι αλήτες του Ντάρμα

Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is like locating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

23
Μάι.
16

Βάνα Χαραλαμπίδου – Μια κουκίδα στον χάρτη

Εξώφυλλο Κουκίδα

Με αποσκευές τα ίδια τα βιβλία

Πετρούπολη, Δαμασκός, Χαλέπι, Πέτρα, Ασουάν, Μαρακές, Πομπηία, Αβάνα. Η ταξιδεύτρια δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου περιηγείται στις οκτώ ιστορημένες και μυθιστορημένες πόλεις με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Εκεί που η καθιερωμένη ταξιδιογραφία ισορροπεί σε δυο παράλληλους δρόμους, την περιγραφή ενός αναπόφευκτα τουριστικού παρόντος και την αφήγηση της ιστορίας του εκάστοτε τόπου, η συγγραφέας επιλέγει να εμπλουτίσει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) τα δικά της γραπτά με πλήθος πηγών, τόσο ιστορικών όσο και λογοτεχνικών. Επιλέγει μάλιστα την τιμιότητα της αυτούσιας μεταφοράς των αποσπασμάτων, τα οποία και εντάσσει αρμονικά στο κείμενό της. Όταν δε η σχετική ενσωμάτωση ακολουθεί την γραμμικότητα της ιστορικής αφήγησης, τότε ο αναγνώστης έχει την τύχει να διατρέχει ολόκληρη την ιστορία μιας πόλης μέσα από τις λογοτεχνικές αφηγήσεις αλλά και τον διάλογο των πηγών με το σύγχρονο βλέμμα. Είναι προφανές ότι η συγγραφέας εργάστηκε ιδιαίτερα για την αρμολόγηση ενός κειμένου που ρέει αποφεύγοντας τις παγίδες ενός προβλέψιμων ταξιδιωτικού βιβλίων.

damas

Σπεύδω στις σελίδες για την Δαμασκό και το Χαλέπι, να δω τι έχει προλάβει να αποτυπώσει ο «φακός» την εποχή της συγγραφής του βιβλίου. Ήδη μέχρι τον Απρίλιο του 2013 ο αριθμός των νεκρών της εμφύλιας σύρραξης ήταν αδιανόητος και το κύμα των εξαθλιωμένων προσφύγων έφτανε στο ένα εκατομμύριο. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μόνο η μια πλευρά του δράματος καθώς ακολουθούσαν καταστροφές μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχαιότητες σαρώθηκαν από ερπύστριες, μουσεία λεηλατήθηκαν, έργα τέχνης πουλήθηκαν στις μαύρες αγορές. Και εδώ η συγγραφέας επιλέγει δυο παράλληλες γραφές, αλλά εμφανέστερα διακριτές. Η πρώτη διατρέχει την ιστορία των δυο πόλεων, με οδηγούς, μεταξύ άλλων, τα περιηγητικά ταξίδια του σερ Τζον Μάντβιλ, τα πολύτιμα βιβλία του Tariq Ali, την γεωπολιτικό οδοιπορικό του Regis Debray στις χώρες της Βίβλου, τα παλαιότερα ταξιδιωτικά βιβλία του Γιώργου Θεοτοκά, του Φώτη Κόντογλου, της Μαρίας Καραβία, τα πονήματα του Βασίλη Ραφαηλίδη για τους Άραβες και τους λαούς της Μέσης Ανατολής, τις σύγχρονες περιπλανήσεις του Ουίλιαμ Νταρλίμπλ.

marrakech_

Πολύτιμα παραμένουν τα γραπτά του Τ.Ε.Λώρενς (της Αραβίας), που στους Επτά στύλους της Σοφίας και στον Ανταρτοπόλεμο στην έρημο είχε περιγράψει μια διαχρονική κατάσταση: «Γάλλοι και Άγγλοι είχαν ξεγελάσει τους Άραβες. Ήδη από το 1916 είχαν μοιράσει μεταξύ τους την Ανατολή με τη μυστική συμφωνία Σάικς – Πικό, προτού καν οι Άραβες γευτούν τους καρπούς της επανάστασής τους εναντίον των Οθωμανών. Οι περιοχές είχαν γίνει και πάλι αποικίες». Η δεύτερη αποτελεί μια παραπληρωματική αφήγηση που χρησιμοποιεί τα σύγχρονα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ από τους τόπους της καταστροφής. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και ο τόπος εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης με κάθε τρόπο και μέσο.

Leningrad_1

Στην άλλη άκρη του βορρά, ψύχεται η Πετρούπολη, η αλλοτινή Ουτοπία του Κόσμου, που βρίσκεται στην χώρα με τις περισσότερες επαναστάσεις και τα μεγαλύτερα αποθέματα χιονιού και πάγου. Η Πετρούπολη δεν είναι μόνο η υδάτινη πόλη που χτίστηκε από το τίποτα, η πόλη με τις λευκές νύχτες που εξαφανίζουν ακόμη και τις σκιές των ανθρώπων, το λίκνο της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Είναι η συννεφιασμένη πόλη του Νικολάι Γκόγκολ, η πόλη φαντασμαγορία της Άννας Αχμάτοβα, η πόλη όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό, σύμφωνα με τον Γιόζεφ Μπρόντσκι. Στις λεωφόρους της περπάτησαν απελπισμένοι ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι και ο Αλεξέι Γεσένιν· στις ακαδημίες της δίδαξε ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και μαθήτευσε ο Μαρκ Σαγκάλ. Μόνο για τα συναπαντήματα στη λεωφόρο Νιέφσκι θα μπορούσε κανείς να γράψει βιβλίο ολάκερο, λέει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο βιβλίο του Μια άνοιξη στην Αγία Πετρούπολη, ενώ στον Σωσία δεν παραλείπει να περιγράψει τις στοές με τα καταστήματα αλλά και τους παγωμένους χειμώνες της πόλης του. Σήμερα στις λαϊκές της αγορές μπορεί να βρει κανείς δίσκους με ντοκουμέντα της επανάστασης, όπως η περίφημη ομιλία του Λένιν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φιλανδίας.

Assouan Cataract Hotel_

Δεν χρειαζόμαστε ένα μαυσωλείο της τέχνης όπου να λατρεύονται νεκρά έργα, αλλά ένα ζωντανό εργοστάσιο ανθρωπίνου πνεύματος – στους δρόμους, τα τραμ, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα σπίτια εργατών, διακήρυττε ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι από τα επιταγμένα Χειμερινά Ανάκτορα, το 1918, αλλά δεν μένει πια εδώ, όπως και ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και οι Καντίσκι, Τάτλιν, Ροτσένκο, Μπρόντσκι, Γεσένιν, Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, που γνώρισαν υπήρξαν ανεπιθύμητοι και διωγμένοι από την πόλη, από την χώρα. Τι μένει σήμερα από την Πετρούπολη, εκτός από τα γνωστά θλιβερά τετράγωνα των εργατικών κατοικιών του σοβιετικού καθεστώτος, το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, την γενίκευση του αλκοολισμού και την άνθηση της πορνείας; Ένας χαμένος αγώνας της ουτοπίας από την απάθεια και το ερώτημα αν υπάρχει η περίφημη ρωσική ψυχή.

Che Mural, Old Havana_

Η τελευταία στάση γίνεται στην Κούβα, στο ύστατο πείραμα ενός πλανεμένου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η κουβέντα δεν τελειώνει ποτέ· για τα υπαίθρια σχολεία, την πορνεία για λόγους επιβίωσης, τα παλιά σοβιετικά φορτηγά για τις μετακινήσεις των πολιτών, τον ινδιάνο ήλιο και τις χιλιάδες αιτήσεις βίζας εξόδου, το Καθημερινό Τίποτα όπως ονόμασε και το βιβλίο της η Zoé Valdés. Ο Μεγάλος Αρχηγός πάντως δεν έδωσε το όνομά του σε κανέναν δρόμο και σε καμία πλατεία· δεν έστησε μεγαλειώδη αγάλματά του, ούτε αποτύπωσε την εικόνα του σε γραμματόσημα. Κι έτσι, όπως έγραψε ο Αμίν Μααλούφ στο χρονικό μιας οικογένειας,  όταν οι διάδοχοί του ξεσηκωθούν, δεν θα βρουν καμιά μπρούτζινη γενειάδα να γκρεμίσουν και σχεδόν τίποτε για να μετονομάσουν.

Leningrad_

Η πλούσια βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου αποτελεί και μια πρόταση για μια πλήρη ταξιδιωτική βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει τις αρχαίες πηγές, τα επιστημονικά συγγράμματα για την Ύστερη Αρχαιότητα, τα «ευαγγέλια» του Μπρους Τσάτουιν, τα ταξιδιωτικά γραπτά των Τζακ Κέρουακ, Πωλ Μοράν, Ρίτσαρντ Καπισίνσκι και Αντόνιο Ταμπούκι, αλλά και ειδικότερα έργα, όπως τα «σοβιετικά» σημειωματάρια των Αντρέα Εμπειρίκου, Αντρέ Ζιντ, Τζον Στάινμπεκ και Αντρέ Μαλρώ, τις προσωπικές αφηγήσεις του Ελίας Κανέττι και του Ολιβιέ Ρολέν, τα διηγήματα του Πολ Μπόουλς, τις σύγχρονες μυθιστορίες του Ταχάρ Μπεν Ζελούν και του Ζιλμπέρ Σινουέ και δεκάδες άλλα πονήματα της περιπλάνησης. Αντί προλόγου η συγγραφέας επέλεξε σύντομες φράσεις και αποσπάσματα από τα παραπάνω έργα. Και αντί δικού μου επιλόγου, ιδανικές είναι οι λέξεις του Μισέλ Τουρνιέ από το βιβλίο του Πόλεις – Μάσκες – Κορμιά: «Το νερό ενός βάλτου που μένει ακίνητο, θολώνει. Και μένει διάφανο όταν κυλά. Έτσι κι ο άνθρωπος που ταξιδεύει».

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2013, σελ. 171, με έγχρωμες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 109 (Μάιος 2016)

04
Απρ.
16

Μωρίς Σιακκής – 448 μίλια, εκατομμύρια νότες: Αναζητώντας τις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού στον αμερικανικό Νότο.

448

Περιπλάνηση στην μήτρα του ροκ εν ρολ

500 miles away from home, έλεγε ο ύμνος, που τραγουδήθηκε από τους προγόνους και τους νεώτερους. 52 μίλια λιγότερα έκανε ο συγγραφέας αλλά μας έδωσε το πλέον χορταστικό ροκ εν ρολ οδοιπορικό, που τελικά δεν μας βρίσκει πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι, αλλά μας επιστρέφει στο άλλο μας σπίτι. Το βιβλίο είναι το τελευταίο που θα περίμενα να βρω γραμμένο σε ελληνική γλώσσα. Πρώτα από άποψη θεματολογίας: ένα ταξίδι στις απαρχές του ροκ εν ρολ, στην ιστορία και στην τοπογραφία της μουσικής που καθορίζει τις ζωές μας από τότε που αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε ότι ζούμε μέχρι σήμερα. Ύστερα από άποψη γραφής: αποτελεί ταυτόχρονα οδοιπορικό ενός εννιαήμερου ταξιδιού στον αμερικανικό Νότο· μουσική και τοπογραφική περιήγηση στις ρίζες του σύγχρονου τραγουδιού· ταξιδιωτική λογοτεχνία και οδηγό· αυτοβιογραφική αφήγηση σκέψεων και περιπετειών· συλλογή σύντομων βιογραφικών πολλών προσωπικοτήτων του ροκ· προσωπική ιστορική έρευνα για το θέμα· καταγραφή δεδομένων με πίνακες και ανέκδοτα στοιχεία. Είναι, τέλος, η άψογη έκδοσή του, πλημμυρισμένη με έγχρωμες φωτογραφίες τραβηγμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα, αλλά και το γυαλιστερό της χαρτί που μοιάζει με προσωπικό λεύκωμα.

elvis_presley [ashleeeyyy]_

Η σύγχρονη μουσική όπως την ξέρουμε σήμερα είναι δημιούργημα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε στις αρχές του 20ού αιώνα και ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’50 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι «μουσικές πόλεις» των ΗΠΑ, εκείνες που επηρέασαν ακριβώς αυτή την εξέλιξη είναι πολλές: από το Κάνσας Σίτυ ως το Λος Άντζελες, από το Μέμφις ως το Νάσβιλ, την Ορλεάνη, από την Νέα Υόρκη στο Ντητρόιτ, στο Σηάτλ, στο Σικάγο, στην Φιλαδέλφεια και το Σαν Φρανσίσκο. Αλλά υπάρχει ένα γεωγραφικό – μουσικό τετράγωνο που υπήρξε η γενέτειρα και η γεννήτρια του ροκ εν ρολ· κι αυτό το οδοιπορικό κάλυψε ακριβώς αυτό το ηλεκτρικό τετράπλευρο που εκτείνεται σε σε τέσσερις πολιτείες, με επίκεντρο τέσσερις πόλεις: το Μέμφις (Τενεσή), την Χελένα (Άρκανσω), το Κλάρσκντέηλ (Μισισίπι) και το Μάσλ Σόουλς (Αλαμπάμα).

Sun Studio I

Το οδοιπορικό ξεκινάει από το Μέμφις, την γενέτειρα πόλη, όχι μόνο του Έλβις αλλά και του πρώτου ροκ εν ρολ δίσκου, του Rocket 88. Αλλά εκτός από τις απαρχές του είδους, υπάρχει και η προσωπική αφετηρία του καθενός μας, κι εδώ μοιράζεται μαζί μας την δική του: ένα πρωινό του Σαββάτου που μπήκε με την μητέρα του στο δισκοπωλείο «Καρυάτις» κι ενώ εκείνη διάλεγε την καθιερωμένη στο σπίτι κλασική μουσική, αυτός διάλεξε το Abbey Road, στο ιλιγγιώδες τότε ποσό των 140 δραχμών. Η ακρόαση του δίσκου δεν ήταν μόνο η εισαγωγή σε μια νέα μουσική αλλά και σε ένα νέο κόσμο, ένα άλλο περιβάλλον εννοιών, αξιών και οραμάτων. Το «λευκό» ροκ τον εντάσσει στους ροκάδες, αλλά η αναζήτηση τον οδηγεί στην συνειδητοποίηση ότι όλα ξεκίνησαν μαύρα. Τα υπόλοιπα είναι μια ιλιγγιώδης ιστορία, γεμάτη χιλιάδες δίσκους, εκατοντάδες συναυλίες, πολύ διάβασμα. Το ροκ εν ρολ έγινε το μοναδικό σταθερό σημείο αναφοράς σε μια ζωή γεμάτη εναλλαγές. Κι έτσι το βιβλίο αυτό είναι και η μουσική του ενηλικίωση, η επίσκεψη στα μέρη απ’ όπου ξεκίνησαν όλα.

Muddy Waters 2_

Στις πρώτες σελίδες ο Σιακκής μας εισάγει στην απαραίτητη άγνωστη για τους περισσότερους ιστορική αναδρομή, που ξεκινάει από τον 19ο αιώνα, οπότε και ανοίγει η αλυσίδα των ειδών: minstrelsy, coon songs, vaudeville, ragtime. Στην Νέα Ορλεάνη γεννιέται η jazz – η κατά πολλούς πρώτη αμερικανική μορφή τέχνης, που συνδυάζει την φόρμα και τον αυτοσχεδιασμό, ενώ παράλληλα τίθενται οι βάσεις του λαϊκού (popular) τραγουδιού και διαδίδεται η μουσική των εβραϊκής καταγωγής συνθετών που ήρθαν μετά τα ρωσικά πογκρόμ. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δεν είχε πρόσβαση σε νυχτερινά κέντρα, θέατρο και κινηματογράφο, είχε όμως σε μουσικά όργανα, που μπορούσε να παραγγείλει με mail order, ενώ σταδιακά η ηχογραφημένη μουσική έφτανε στο ραδιόφωνο ή τον φωνόγραφο.

SONNY_BOY

Όλη αυτή η μουσική «αποκέντρωση» οδήγησε στην ανάπτυξη των δυο καθοριστικών ειδών, της country και του blues. Οι Βρετανοί έποικοι των Αππαλαχίων οργάνωναν σιγά σιγά μια πρώιμη μουσική βιομηχανία, ενώ στο Νότο ακουγόταν η μουσική των νέγρων, μια μουσική τυμπάνων (μέχρι να απαγορευτούν και αυτά, ως τρόποι επικοινωνίας). Σύντομα η ανάμιξη αφρικανικής μουσικής με χριστιανικές επιρροές κατέληξε στο gospel, ενώ η κοσμική φιλοσοφία της λύτρωσης διοχετεύτηκε μέσα στα μπλουζ, που ποτέ δεν ήταν μοιρολόι αλλά εργαλείο ψυχικής ανάτασης. Εκείνα τα πρώτα μπλουζ ξεκίνησαν στο χωράφι ως μουσική που συνόδευε την δουλειά, συνεχίστηκαν στις πίσω αυλές των σπιτιών ως μουσική κίνησης και χορού, η μοναδική διασκέδασης των περιθωριοποιημένων νέγρων και βγήκαν στο δρόμο, με πλανόδιους μουσικούς και σε συγκεκριμένα μαγαζιά, μόνο για μαύρους.

Αλλά στα ραδιοκύματα δεν μπορείς να εφαρμόσεις φυλετικό διαχωρισμό· οι μαύροι άκουσαν hillbilly, οι λευκοί «race music», τα είδη αναμείχθηκαν, τα μπλουζ και η τζαζ επηρέασαν την κάντρυ για να βγει το swing, το ragtime εξελίχθηκε σε boogie woogie, στις πόλεις τα μπλουζ έγιναν ηλεκτρικά (πώς αλλιώς θα ακουστείς σε μια πολυσύχναστη πλατεία ή σε ένα γεμάτο κλαμπ;), το ηλεκτρικό μπλουζ με την προσθήκη πνευστών από τις μεγάλες σουίνγκ μπάντες δημιούργησε το rhythm & blues. Και μια μέρα του 1954, στο στούντιο της SUN ακούστηκε ένας νέος ήχος με μια φωνή που έμοιαζε μαύρη αλλά ήταν λευκή.

Sun Studio II

Βγαίνοντας έξω από το ξενοδοχείο στο Μέμφις ο συγγραφέας βλέπει μια γαλάζια Oldsmobile Rocket 88 του 1958, εκείνη που ονομάτισε τον πρώτο ροκ εν ρολ δίσκο του 1951, ο οποίος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον παραμορφωμένο ήχο στην κιθάρα (ελαφρώς τυχαία, καθώς ο ενισχυτής του κιθαρίστα έβαλε νερό από την βροχή). Το μοντέλο αυτό είχε και το περίφημο αποσπώμενο ραδιόφωνο με μπαταρίες για χρήση στην παραλία και στα πικ νικ. Στο Μέμφις, όπου μια οικογένεια μπορεί να αγοράσει σπίτι με εισόδημα τεσσάρων χρόνων, επιβεβαιώνεται και ένα από τα εντυπωσιακά μυστήρια των ΗΠΑ: κάποια ιστορικά σημεία να αξιοποιούνται τουριστικά στο έπακρο και κάποια άλλα να εξαφανίζονται από προσώπου γης χωρίς να ανοίξει ρουθούνι. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκει το American Sound Studio, όπου ηχογραφήθηκαν το The Letter [Box Tops], Suspicious Minds [Elvis Presley], Dusty in Memphis [Dusty Springfield] Sweet Caroline [Neil Diamond], Raindrops keep falling on my head [B.J. Thomas], τόσα και τόσα των Bobbie Womack, Waylon Jennings, Willie Nelson, Tammy Wynette, Petula Clarke – και ο συγγραφέας βρίσκει ευκαιρία να αφιερώσει από μια πυκνή παράγραφο γι’ αυτά τα τραγούδια.

Johnny Cash [Florian Rodarte]

Εδώ μετακόμισε ο Johnny Cash μαζί με την Vivian Liberto για να δουλέψει ως πωλητής ηλεκτρικών ειδών και οι επόμενες σελίδες αποτελούν μια σύντομη βιογραφία του «ανθρώπου με τα μαύρα ρούχα». Εδώ στο κατάστημα ρούχων Lansky’s στεκόταν έξω από την βιτρίνα ο 17χρονος Έλβις, δηλώνοντας στον ιδιοκτήτη πως όταν γίνει σταρ θα αγοράσει όλο το μαγαζί – μέχρι τότε κανείς λευκός, ακόμα και καλλιτέχνης, δεν διανοείτο να φορέσει ροζ κουστούμι. Στην Beale Street στέκει και το μαγαζί Schwab’s, το μόνο που διασώζεται από τότε, με είδη μαγείας, η οποία άλλωστε αποτελεί μέρος της κουλτούρας του Νότου, ενώ στο Rock N Soul Museum ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι «η βάση της σύγχρονης μουσικής που ακούμε όλοι, είναι μια σταδιακή διαδικασία που ξεκίνησε από τους αγρούς της Βόρειας Αμερικής από φτωχούς και αγράμματους ανθρώπους και μέσα σε μισό αιώνα κατέκτησε όλο τον κόσμο».

Stax Studio II

Γυρίζω σελίδα και βλέπω την καμπυλωτή τριγωνική πρόσοψη ενός λευκού και βυσσινί κτίσματος. Είναι ο ραδιοφωνικός σταθμός WDIA, ο πρώτος που σχεδίασε το πρόγραμμά του να απευθύνεται αποκλειστικά στους νέγρους, με εμβέλεια από το Μιζούρι έως τον ωκεανό, και με βασικό κοινό τον πληθυσμό του Δέλτα του Μισισίπι. Η απήχηση αυτή δεν άργησε να πάρει και κοινωνικό χαρακτήρα: ακροατές περιέγραφαν παιδιά που είχαν χαθεί, εκκλησίες ανακοίνωναν εκδηλώσεις, δημιουργήθηκαν προγράμματα εύρεσης εργασίας, μεταφοράς παιδιών στο σχολείο, δωρεάν ψυχαγωγικών εκδηλώσεων για φτωχές περιοχές.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα περιστατικό αυτοκινητικού δυστυχήματος, με μια λευκή γυναίκα που κειτόταν στο δρόμο, αιμόφυρτη. Ήρθε νοσοκομειακό αλλά ήταν της εταιρίας που εξυπηρετούσε μαύρους και δεν επιτρεπόταν να την πάει στο νοσοκομείο. Μέχρι να φτάσει το νοσοκομειακό για λευκούς, η γυναίκα πέθανε. Αμέσως ο Αιδεσιμώτατος Μουρ έκανε έκκληση από το WDIA: «Φτιάχνουμε το ψωμί σας, μαγειρεύουμε το φαγητό, καθαρίζουμε το σπίτι σας και δεν αφήνετε τα ίδια χέρια που κάνουν όλα αυτά, να σηκώσουν μια γυναίκα και να την πάνε στο νοσοκομείο». Σε μια βδομάδα, ο νόμος είχε αλλάξει. Τα νοσοκομειακά μπορούσαν να μεταφέρουν τους πάντες. [σ. 65]

J. Rodgers Guitar

Το Μουσείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στεγάζεται στο Lorraine Motel, όπου δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και ο συγγραφέας αφιερώνει πολύτιμες σελίδες στην ιστορία του ανθρώπου και του κτίσματος αλλά και στην στρατηγική των ανάλογων αμερικανικών μουσείων, σύμφωνα με την οποία οι Αμερικανοί πουλάνε εξαιρετικά και με μελετημένα τουριστικά προϊόντα την ιστορία τους κι ας μετράει λιγότερα από διακόσια πενήντα χρόνια ιστορίας,. Η σύγκριση με ημεδαπά παραδείγματα τόπων μαχών αλλά και (προσθέτω) σύγχρονων πολιτικών θανάτων είναι ενδιαφέρουσα.

Στην συνέχεια ένα γεύμα στο περίφημο Arcade είναι απαραίτητο, καθότι το εστιατόριο έχει φιλοξενήσει πλείστες κινηματογραφικές σκηνές, από το Great Balls of Fire και το Mystery Train μέχρι το Walk the Line και το 21 Grams, όπως πολύτιμη είναι και η ξενάγηση στο εργοστάσιο της Gibson, της κιθάρας που κράτησε «πιστούς» της τους Jerry Garcia, Jimi Hendrix, George Harrison, Robert Johnson, Albert King, Mike Bloomfield, Jeff Beck, Eric Clapton, Jimmy Page, Neil Young, Mick Taylor, Les Paul, Β.Β. King. Ο τελευταίος αποτελεί αφορμή για μία από τις ευπρόσδεκτες παρεκβάσεις του συγγραφέα να μας πυκνώσει μια βιογραφία της ίδιας της κιθάρας αλλά και του King, που όταν έμαθε για έναν περίφημο καυγά για μια γυναίκα ονόματι Λουσίλ, ονόμασε έτσι όλες τις Γκίμπσον του.

John Lee Hooker [Adria Fruitos]

Στο κτίριο της περίφημης Stax Records, διαμορφωμένο κι αυτό σαν μουσείο, αρχίζουμε κι αισθανόμαστε έντονα συναισθήματα ζήλειας. Το πιο εντυπωσιακό του έκθεμα είναι ίσως μια ολόκληρη εκκλησία, που έχει μεταφερθεί στον χώρο κομμάτι – κομμάτι. Η εκκλησιαστική μουσική – γκόσπελ υπήρξε ένα από τα βασικά συστατικά της μουσικής παράδοσης των νέγρων και κατά την πεποίθησή τους η μουσική του Θεού – τα μπλουζ ήταν η μουσική του διαβόλου. «Η πρώτη σε προέτρεπε να ξεχάσεις την σκληρή πραγματικότητα μέσα από την προσευχή, η δεύτερη αποτελούσε μια γήινη διέξοδο: αν δεν μπορείς να την αλλάξεις, τουλάχιστον τραγούδησέ την». Σιγά σιγά διαμορφωνόταν ο κορυφαίος «ήχος της Stax», εκείνη η νότια σόουλ μουσική που έμοιαζε να αποτελεί ένα νέο είδος από μόνη της. Κάποιοι λένε ότι το ακουστικό αποτέλεσμα προερχόταν από την διαρρύθμιση του χώρου (παλιό σινεμά), άλλοι από την εμφύτευση μηχανημάτων και οργάνων στο δάπεδο από τους ιδιοκτήτες, για να μην κλαπούν! Εδώ η συνύπαρξη λευκών και μαύρων κάτω από την ίδια στέγη ήταν αυτονόητη.

Stax Studio

Στις επόμενες σελίδες παρελαύνουν μερικές από τις σπουδαίες της μπάντες και η ιστορία τους: Οι περίφημοι Booker T & the MGs αποτέλεσαν και σύμβολο κοινωνικής ενότητας, καθότι δυο μέλη ήταν λευκοί και δύο μαύροι, σε μια πόλη όπου ίσχυε δια νόμου ο φυλετικός διαχωρισμός· οι Sam & Dave που δεν μίλησαν εκτός σκηνής για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά ενέπνευσαν μεταξύ άλλων και τον περίφημο χορευτικό ρυθμό jerk· ο «velvet bulldozer» Albert King, για τον οποίο ο Mike Bloomfield είχε πει ότι με τέσσερις νότες γράφει έναν τόμο· ο Isaac Hayes που διαφοροποίησε τον ήχο της εταιρείας με τραγούδια μεγαλύτερης διάρκειας και υποβλητικότερα φωνητικά. Φεύγοντας από το μουσείο ο συγγραφέας έχει πάρει τις διευθύνσεις των σπιτιών σημαντικών καλλιτεχνών, όλες σε φτωχικές γειτονιές νέγρων στο νότιο Μέμφις, κι αυτό αποτελεί ευκαιρία μια νέα περιγραφική και φωτογραφική περιπλάνηση.

Εκατόν πενήντα μίλια μακριά – κοντά από το Μέμφις ανοίγεται το Μασλ Σόουλς και η πολιτεία Αλαμπάμα και πάνω στον αυτοκινητόδρομο 72 West μας περιμένει το Alabama Music Hall, με την γωνιά του Nat King Cole, του Hank Williams και πλείστων άλλων μορφών του ροκ· παρακάτω στο Fame Studio κυκλοφορεί ακόμα η αύρα της Aretha Franklin, ενώ ένα μικρό κτίσμα φέρει τον βαρύ τίτλο 3614 Jackson Highway, τόπο ηχογράφησης όχι μόνο του ομώνυμου δίσκου της Cher αλλά και των Oh how we danced [Jim Capaldi], Lookin’ for a love again [Bobby Womack], Phases and stages [Willie Nelson], Night Moves [Bob Seger & SBΒ]. Ο συγγραφέας εντοπίζει το σπίτι όπου έγινε η φωτογράφηση για το άλμπουμ των Big Star Sister Lovers, αυτής της τόσο παραγνωρισμένης μπάντας.

Hank Williams_

Δεν αργεί ένα ακόμα προσκύνημα σε σπουδαίο τόπο: το στούντιο της Sun, που εξωτερικά μοιάζει με μικρό μαγαζί, σαν κουρείο. Και μιλώντας για αδικημένους καλλιτέχνες, δεν γίνεται να μη λείψει ο Carl Perkins, που έφτασε στην Sun χάρη στον Έλβις. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζευγάρι των Γιαπωνέζων επισκεπτών του Μέμφις στην ταινία Mystery Train διαφωνεί ως προς το ποιος ήταν μεγαλύτερος από τους δυο. Οι σελίδες που αφιερώνονται στον Πέρκινς είναι από τις πλέον πολύτιμες του βιβλίου, όπως βέβαια και η ιστορία του ιδρυτή της εταιρίας και του στούντιο του Ήλιου, Sam Phillips.

Πώς μπορεί να προσπεράσει κανείς την περίφημη Graceland, το σπίτι του Έλβις, το δωμάτιο με τις τρεις τηλεοράσεις που έπαιζαν ταυτόχρονα, το μουσείο των αυτοκινήτων του, με την ροζ Κάντιλλακ που δώρισε στην μητέρα του ή το κόκκινο MG που οδηγούσε στην ταινία Blue Hawaii… Ο Έλβις αποτελεί ένα ακόμα παράδειγμα μουσικού που έμαθε την μουσική πρώτα από την εκκλησία και μετά από το ραδιόφωνο και υπήρξε η ζωντανή ανταπόκριση στην ευχή του Σαμ Φίλιπς: να βρεθεί ένας λευκός με μαύρη φωνή. Και πράγματι, ήταν ο πρώτος που έσμιξε με τέτοιο τρόπο τα μπλουζ με την κάντρυ, τραγουδώντας σαν μαύρος.

Elvis Cadillac

Ακολουθεί η πολιτεία του Μισισίπι, η γενέτειρα των περισσότερων μπλούζμεν (John Lee Hooker, Ike Turner, Sam Cooke, Junior Parker). Χρειάστηκε κι εδώ η ερευνητική έμπνευση των πατέρα και υιού Λόμαξ, που ηχογραφούσαν διάφορους μουσικούς όπου τους έβρισκαν: στο σπίτι, στο χωράφι, στο τοπικό κατάστημα. Εκείνοι συνέλεγαν για την Βιβλιοθήκη του Κονγκρέσου, στην ουσία όμως για την αθανασία. Για τους λάτρεις των ατέλειωτων δρόμων μπροστά μας ανοίγεται ο Highway 61 και για τους ριψοκίνδυνους το σταυροδρόμι που ο Robert Johnson πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο και μεταμορφώθηκε από μέτριο μουσικό σε μοναδικό δεξιοτέχνη κιθαρίστα.

Στην μικρή πόλη Κλάρσκντέηλ ο παλιός σιδηροδρομικός σταθμός στεγάζει το πιάνο του Otis Spann και την … καλύβα του Muddy Waters, επανασυναρμολογημένη κομμάτι – κομμάτι. Έξω στην οδό John Lee Hooker αφουγκραζόμαστε την ιστορία του μπλουζίστα και αντικρίζουμε την τοιχογραφία του Sonny Boy Williamson. Αμφότεροι συνήθιζαν να μένουν στο Riverside Hotel, όπου κατέλυαν όλοι οι μουσικοί που περιόδευαν σ’ αυτά τα μέρη. Εδώ άφησε την τελευταία της πνοή η Bessie Smith και το κτίσμα αποκαλύπτει λίγους από τους μύθους του, χάρη και στην ευγενή ξενάγηση του ιδιοκτήτη. Άραγε πράγματι η Σμιθ πέθανε επειδή δεν την δέχτηκε το αποκλειστικά για λευκούς νοσοκομείο, όπως διασώζει ένας ακόμα μύθος;

Bessie Smith_

Ακολουθούν κι άλλες περιπλανήσεις στην τέταρτη πλευρά του επιλεγμένου μουσικού τετραγώνου, στην Χελένα του Άρκανσω, άλλου ενός χώρου συγκέντρωσης μπλούζμεν από την περιοχή του Δέλτα. Μια από τις τελευταίες επισκέψεις του συγγραφέα γίνεται πίσω στο Μέμφις στην εκκλησία όπου κάνει λειτουργία ο περίφημος Al Green, ο κορυφαίος σόουλ τραγουδιστής που ακολούθησε τον δρόμο του Θεού. Ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι όταν τον έπιασε να ακούει Jackie Wilson αλλά ο Willie Mitchell τον έπεισε να μην προσπαθεί να τραγουδάει όπως ο Wilson ή ο Wilson Pickett ή ο Sam Cooke. H εξαιτίας του αυτοχειρία της ερωμένης του τον οδήγησε στον δρόμο της ιερωσύνης, χωρίς να παρατήσει την μουσική. Έξω στον δρόμο αναζητούμε το παγωτατζίδικο Jerry’s Sno Cones, που χρησιμοποιήθηκε για τα γυρίσματα του Great balls of fire. Ο Jerry Lee Lewis στα 1957 ήταν ήδη ένας σταρ που όμως έπαιζε πιάνο, ένα όργανο που τον καταδίκαζε να μένει ακίνητος. Κι έτσι άλλαξε τους κανόνες του: έπαιζε και με τα δυο χέρια, κλωτσούσε το κάθισμα, χοροπηδούσε, κάποτε του έβαζε φωτιά. Η γνωστή πτώση του ήρθε να συμπληρώσει μια σειρά από απώλειες πριγκίπων του ροκ εν ρολ. Ο Little Richard χάθηκε στην εκκλησία, ο Buddy Holy έπεσε από τους αιθέρες, ο Elvis κατατάχτηκε στον στρατό. Αλλά οι σπόροι τους είχαν ήδη βλαστήσει.

Memphis Al Green

Είναι παντού εμφανές στο βιβλίο ότι ο συγγραφέας από την μία πήρε απολύτως σοβαρά το σχέδιό του κι από την άλλη το απόλαυσε στο έπακρο. Η έκδοση συμπληρώνεται με βιβλιογραφία και πήγες ανά κεφάλαιο (βιβλία, ταινίες και ντοκιμαντέρ, έντυπα και διαδικτυακά άρθρα), ευρετήριο καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, απόδοση ονομάτων και τοποθεσιών στα αγγλικά και τα ελληνικά και μικρό γλωσσάρι ξένων λέξεων που απαντώνται στο βιβλίο.

Εκδ. Μαριλού, 2013, σελ. 223. Όλες οι φωτογραφίες είναι του συγγραφέα και τραβήχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2010. Βλέπουμε με την σειρά: 1, 2: Sun Studio, Memphis, 3: Stax Studio,, Memphis, 4: Η κιθάρα που έδωσε ο Jimmie Rodgers σε ανταλλαγή για το κόστος επισκευών του [1928, Loretta, Tennessee], 5: Stax Studio, Memphis, ο χώρος υποδοχής, επανασχεδιασμένος στην λεπτομέρεια, όπως ήταν παλιά, 6: Η ροζ Cadillac του Elvis, 7: Memphis. Το στούντιο όπου ηχογράφησε πολλές επιτυχίες του ο Al Green. 

Στις υπόλοιπες εικόνες, από την ηλεκτρονική πινακοθήκη του ροκ εν ρολ: Elvis, Muddy Waters, Sonny Boy Williamson, Johnny Cash, John Lee Hooker, Hank Williams, Bessie Smith.

Δημοσίευση και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 204.

02
Δεκ.
15

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 43

dekata 43

Αφιέρωμα Σταθμοί

Εξακολουθούμε να είμαστε άραγε τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, οι ίδιοι φορείς αναλυτικής σκέψης μετά τη σύντομη ή μη παραμονή μας σ’ έναν σταθμό; Σ’ έναν οποιονδήποτε σταθμό; Μήπως ξεπαγιάζοντας σε μια διαμπερή αίθουσα αναμονής ή λιώνοντας από τη ζέστη, κάτω από ένα τρύπιο υπόστεγο από λαμαρίνες, περνάμε στη ζώνη ενός άλλου χρόνου; Όντας έτοιμοι να επιβιβαστούμε σ’ ένα ακόμα τραίνο υπερταχείας πορείας ή στο ταλαίπωρο λεωφορείο του τελικού μας προορισμού, στο εσωτερικό ή στις παρυφές μιας φιλόξενης ή αδιάφορης πόλης, μήπως βιώνουμε μετεωρισμούς και αναπαίσθητες, αλλά ουσιώδεις μεταβάσεις σ’ έναν δεύτερο κόσμο συγκινησιακών κραδασμών;

… αναρωτιέται ο Γιώργος Βέης, για όλους όσους υπήρξαν Κομμένοι στα δυο σε πάσης φύσεως σταθμούς και βρισκόμαστε ήδη στην αίθουσα αναμονής ενός ακόμα πρωτότυπου αφιερώματος: σταθμοί – σιδηροδρομικοί και λεωφορειακοί, διαστημικοί και ραδιοφωνικοί, ερωτικοί και επαγγελματικοί, ΚΤΕΛ και μετρό, σταθμοί ζωής και κάθε είδους σταθμαρχεία και διόδια.

Putyvl_Train_Station_Old_

Εκ των πεζογράφων, ο Φίλιππος Δρακονταειδής λεξιδρομεί και λοξοδρομεί Από τον σταθμό της Οδησσού το τέλος, ο Ξενοφών Μπρουντζάκης κάνει στάση στον Σταθμό του Γκρατς, ο Γιώργος Ρούβαλης περιμένει στον Σιδηροδρομικό Σταθμό Ναυπλίου, η Χρύσα Φάντη θυμάται τους Μεγάλους Σταθμούς. Όταν το τραίνο πήρε μαζί του το βαγόνι μας βρισκόταν εκεί ο Γιάννης Τζώρτζης και ακόμα οι Γιώργος Βέης, Μηνάς Βιντιάδης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Λίλυ Εξαρχοπούλου, Ευδοκία Σταυρίδου, Παντελής Απέργης, Βασιλική Ράπτη, Αντιγόνη Κατσαδήμα, Σάββας Ρουμελιώτης, Διαμαντής Μπασαντής, Νικήτας Σινιόσογλου, Ελένη Μπουκαούρη καταγράφουν τους δικούς τους σταθμούς. Εδώ καταθέσαμε και εμείς την δική μας μνημονική αναφορά για όλα τα όμορφα υπεραστικά λεωφορεία.

Qtpfsgui 1.8.12 tonemapping parameters: Operator: Fattal Parameters: Alpha: 0.1 Beta: 0.8 Color Saturation: 1 Noise Reduction: 0 ------ PreGamma: 1

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης μας προσφέρει, ως συνήθως, ένα από τα απόλυτα ρεαλιστικά και ταυτόχρονα ονειρικά του διηγήματα. Η Σταθμάρχης Γιώτα, ένα απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο στην μέση ενός πουθενά της Βόρειας Ελλάδας, διατηρεί μια βιβλιοθήκη – έρημο σταθμό, ακόμα κι όταν καταργείται ο δρόμος που την διέσχιζε. Στο σταθμαρχείο της ποίησης, οι Γιώργος Σεφέρης, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Μάκης Ξυραφάκης, Μαρία Κυρτζάκη, Πάμπος Κουζάλης, Κυριακή Αν. Λυμπέρη, Αναστασία Γκίτση, Wang Jiaxin, Ευτυχία Τροϊκανού, Ελένη Καρρά, Γιώργος Αναγνώστου, Πέτρος Λυγίζος, Κώστας Μωραΐτης, Γεωργία Κολοβελώνη περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στο τεφτέρι με τα σχετικά ποιήματα.

Derby_Bus_Station,_East_Midlands_5_January_1980_

Το περιοδικό συνεχίζει την αποδελτίωση και επανεγγραφή παλαιών συνομιλιών που δημοσιεύονταν στο κατά κάποιο τρόπο προγονικό περιοδικό Ρεύματα, κι έτσι εδώ διαβάζουμε μια πολυσέλιδη συνέντευξη του Νίκου Χουλιαρά στον Μιχαήλ Μήτρα [1992]. Ο πολυτεχνίτης συγγραφέας και ζωγράφος μίλησε για την μεγάλη σημασία που έχει να ακούει κανείς τους άλλους να αφηγούνται, τον Λούσιά του που υπήρξε εντέλει ένας αναρχικός, μια υπονομευτική ματιά μιας κοινωνίας, την αγάπη που έχουμε για τον τόπο μας, την ίδια στιγμή που θέλουμε να απαλλαγούμε, την πεποίθησή του ότι ένας ήρωας μυθιστορήματος ή διηγήματος είναι πιο ισχυρός από τον ίδιο τον ήρωα της ζωής, τις ακραίες καταστάσεις που δημιουργούν ένα είδος διαταραχής που τον ενδιέφερε ιδιαίτερα.

Μπράλος

Όταν ήμασταν παιδιά στα σπίτια μας είχαμε εικόνες, γιατί δεν υπάρχει σπίτι που να μην έχει εικόνες, είχαμε πράγματα τα οποία δεν ήταν έργα τέχνης, ήταν εικόνες ή αντιγραφές. Και όμως μας έχουν καθορίσει μέχρι τώρα, μας έχουν καθορίσει από το κοίταγμα αυτών των πραγμάτων και έχουμε μεγαλώσει με αυτά κα συνεχίζει να μας καθορίζει…

Στις τελευταίες σελίδες ένα εξαιρετικό κείμενο του Richard Schickel μας θυμίζει ότι ο μπλόγκινγκ είναι μια μορφή ομιλίας, όχι γραφής. Η πράξη του να γράφεις για κάτι που θα τυπωθεί, με την προοπτική της μονιμότητας, επιβάλει στον συγγραφέα και στον αναγνώστη μια αίσθηση ευθύνης που η φλυαρία του μπλόγκινγ δεν μπορεί να επιβάλει. Πιο κάτω οι ’πνάκηδες εκφράζουν τον θαυμασμό τους για όλους εκείνους που δεν μετέχουν της δια του facebook αυτοπροβολής μέσω μιας ναρκισσευόμενης (υπο)κουλτούρας, όπου αναρτούν ανοησίες για να αυτοσχολιάζονται, να αυτοθαυμάζονται,  να αλληλοδοξάζονται.

Mercedes-Benz_O_302_Biamax_(2a)_

Στο κείμενο του Γιώργου Βέη κρύβεται και μια ιδιαίτερα πολύτιμη παράγραφος για άγριες εποχές σαν κι αυτή, όπου αντί να συναντιόμαστε στους σταθμούς χωριζόμαστε στα σύνορα: Αν οι σταθμοί είναι ένας στίβος αναμετρήσεων με τους εαυτούς μας και ό,τι είθισται να τους συνέχει ή να τους αποσυνθέτει, τότε τα σύνορα συνιστούν εμφανέστατους δείκτες εφιαλτών ή ανατάσεων και μάλιστα σε επίπεδο έθνους. Αν οι σταθμοί συνιστούν τα διπλά ή τα τριπλά διαστήματα ανάμεσα στις παραγράφους των σύντομων ή πολυετών περιηγήσεών μας τον ευρύτερο χώρο που μας δόθηκε, τότε τα σύνορα αντιστοιχούν στις λευκές σελίδες, που διαχωρίζουν τα κεφάλαια της ζωής μας.

[192 σελ.]

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 195, με τίτλο Station to Station και έμπνευση από εδώ.

22
Μάι.
15

Δημήτρης Καλοκύρης – Μια μηχανή για κινούμενα τοπία και τα συναφή

Καλοκύρης

Επιβάτης συνειρμών στις ράγες της γλώσσας

 Ό,τι μου έλειπε από εμφάνιση το κέρδιζα παρεμβαίνοντας στη ροή της Ιστορίας. [σ. 113] 

Πέντε κείμενα που γράφτηκαν σε ετερόκλητες φάσεις και με τελείως διαφορετικές αφορμές συναρμολογούνται ιδανικά σε ενιαίο σώμα απολαυστικής γραφής. Προηγείται το ….τρίτο κεφάλαιο, τα Σκυλιά του αέρα, ένα σχεδιασμένο σενάριο για «εγκλήματα που συγκλόνησαν την Θεσσαλονίκη». Ο αφηγητής (ας μου επιτραπεί να τον αποκαλέσω ως το πρωτοπρόσωπο πρόσωπο) συναντάει τυχαία τον Μοντεστάνο ύστερα από πολλά χρόνια. και υποδέχεται την ιστορία του. Η αφήγηση του φίλου ξεκινάει από την εύρεση ενός νομίσματος μέσα σε καρπούζι και από μια παιδική ηλικία που τρομοκρατούσε η βεβαιότητα ότι, μεγαλώνοντας, θα του αποκαλύψει κάποιος πως όλα όσα ζούσε ως τότε ήταν μια φάρσα, μια συνομωσία των μεγάλων για να του κρύψουν τον πραγματικό κόσμο.

Τότε ο χρόνος ήταν σχεδόν ακίνητος κι ένας δεκατετράχρονος ζούσε με πατέρα στα σλαβικά βουνά και με σταθερό πόθο για μια Αρτεμισία, φερμένη από μέρη βροχερά, που νοίκιαζε ένα δωμάτιο στην αυλή. Ο νοσταλγός θυμάται το πολλαπλό βούρτσισμα των μαλλιών της, τον καθρέφτη της όπως φαινόταν από τον φεγγίτη της κουζίνας αλλά και την παρουσία ενός αστυνομικού που την τυραννούσε και την προστάτευε. Η Αρτεμισία είδε με τα μάτια της το χτύπημα στον Λαμπράκη και πιεζόταν να σιωπήσει με αποτέλεσμα την δολοφονία της, με τον εξομολογητή αυτόπτη πίσω από τον φεγγίτη. Ακόμα και στην θανατωμένη της μορφή, εκείνος με ενοχή κοίταξε άπληστα τις σκισμένες της κάλτσες και επέλεξε την σιωπή.

 W. Cortland Butterfield - nude-combing-hair

Τότε δεν σου είχα πει τίποτα για να μην εκτεθούμε αλλά η ομάδα μας δεν έριχνε μονάχα προκηρύξεις, ούτε γράφαμε απλώς στους τοίχους συνθήματα: ανατινάξαμε ένα ολόκληρο εκκλησάκι κάποιο βράδυ στα προάστια, για να φανεί, έστω, μια αντίδραση προς τον κλήρο που υποστήριζε απροκάλυπτα το καθεστώς. Έγινε πανικός, αλλά έτσι απαλλάχτηκα τουλάχιστον από τις αμαρτίες…Κατά βάθος όμως πολλοί πιστεύαμε πως, ένα πρωί,θα ξυπνήσουμε ελεύθεροι. Σαν από θαύμα. Πως ό,τι ζούσαμε ήταν στην πραγματικότητα ένα σιδερένιο όνειρο και τίποτ’ άλλο. Ότι με προκηρύξεις και βεγγαλικά θα συντρίβαμε τον τύραννο. Που ήταν ο ίδιος ο φόβος. …Αλλά όλα γίνονταν ένα σιγά σιγά…Κόκκινο και μαύρο…Κλήρος και στρατός. Εχθροί και φίλοι μας όλοι ταυτόχρονα… Παιδιά της γειτονιάς μας που βασάνιζαν στη στρατονομία, συμμαθητές μας θύματα στην άλλη όχθη. Όλα πήγαιναν μαζί. Η εξουσία ως άλλη όψη της επανάστασης! [σ. 55 – 56]

Με κάποιο σιωπηρό, διαλογικό τρόπο, ο δικός μας αφηγητής ενθέτει τις εσωτερικές του σκέψεις σε υποπαραγράφους και απόντος του Μοντεσάντου για λίγο εγκιβωτίζει μια διήγηση που ανοίγει «το ταμείο των συνειρμών». Είμαστε ήδη στο επόμενο, δεύτερο κεφάλαιο και τιμά τα τσιγάρα Santé, επιστρέφοντας άλλωστε σε μια εποχή όπου κάθε πακέτο συνιστούσε διακριτικό ομοταξίας, ορισμό κοινού ενδιαφέροντος, απαρχή γνωριμίας, σχεδόν βαθμό συγγένειας. Τα σιγαρέτα ισοδυναμούσαν με διάταξη δεδομένων επί τάπητος, σε κοινή θέα και χρήση. Φυσικά οι θαυμαστές του άφιλτρου όφειλαν να ανήκουν στην Αριστερά, ενώ στην σχετική ιδιωτική μυθολογία επικρατούσαν δυο καπνογόνες φιλολογικές τάσεις, το Κόκκινο και το Μαύρο: το ανατολίζον Santé και το τευτονικό Hellas Special – το διονυσιακό και το απολλώνιο. Άλλωστε η λυπημένη Αρτεμισία του Μοντεσάνου αποτελεί την πρώτη γυναίκα της λογοτεχνίας που ανενδοίαστα καπνίζει και υπάρχουν ιστορίες καπνού και της επικράτειας pax nicotiana, αλλά και της σχετικής εικονογραφίας που μιλούσε χωρίς λέξεις.

 sante

Η αλήθεια είναι ο στο πακέτο αυτό με ξένιζε κάπως ο δεξιά εγγεγραμμένος σταυρός του μεταλλίου που είχε κερδίσει το προϊόν στη Διεθνή Έκθεση της Θεσσαλονίκης. Έβρισκα ότι αντιδρούσε σκυθρωπιάζοντας στην ηδυπάθεια των χειλέων της παρακείμενης ευχύμου δεσποινίδος (ο θρύλος τη θέλει τραγουδίστρια του ελαφρού και ερωμένη διαβόητων πολιτικών) και ο γαλάζιος κύκλος του ερχόταν να επαναληφθεί σαν φωτοστέφανος γύρω από το γερμένο ελαφρά προς τα πίσω κεφάλι της, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τη λάμψη του οξειδωμένου χρυσίζοντος διαζώματος, ενώ, αντίθετα, το κίτρινο του άλλου μεταλλίου (από την Έκθεση της γαλλικής Νίκαιας αυτό αντανακλούσε το χώμα των μαλλιών της και θα μπορούσα να πω ότι τα φώτιζε πλαγιομετωπικώς . [σ. 66 – 67]

To επόμενο …πρώτο κεφάλαιο, αστυνομικός και αυτόπτης βρίσκονται αντιμέτωποι στο ανακριτικό γραφείο και η σιωπή εξαγοράζεται με μια ασφαλή ζωή μακριά από το Κράτος. Η κηδεία της αρχής τώρα αποτελεί σημείο εκκίνησης μαρτυρίας, ένα σημείο μηδέν όπου η αλήθεια μπορεί τουλάχιστο να λεχθεί. Μιλώντας περί μηδενός, δεν θα μπορούσε να λείπει το μηδενικό κεφάλαιο από ένα καλοκυρινό βιβλίο και αυτό ακριβώς αποτελεί «Η παραμικρή λεπτομέρεια», αφιερωματικό ανάθημα στον Ευγένιο Αρανίτση, που μνημονεύει κοινούς βίους και ευφυώς εντάσσει στο κείμενο τίτλους, φράσεις και θέματα της αρανίτσειας κειμενογραφίας. Παρούσα βέβαια και η προσφιλέστατη Δανάη, με τίτλους εργασίας όπως: Τα βιβλία έχουν τους ίδιους εχθρούς με τους ανθρώπους: τη φωτιά, την υγρασία, τα ζώα, τον χρόνο και το ίδιο τους το περιεχόμενο

 toy-train-bernard-jaubert

Στο κεφάλαιο -1, τροχιοδρομείται Μια μηχανή για κινούμενα τοπία, αλλοτινή πρώτη ύλη για μια ανθολογία περί τραίνων. Τι είναι όμως για τον δημιουργό το τραίνο; Μια μηχανή που παράγει κινούμενα τοπία και εναλλασσόμενους συνειρμούς. Κάθε ταξίδι εμπεριέχει εξ ορισμού την περιπέτεια και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα ένα τυχαίο κοινωνικό σύνολο συνυπάρχει με κοινό προορισμό. Το συναρπαστικό συστατικό του ταξιδιού είναι ακριβώς το ενδεχόμενο του τυχαίου. Παρόμοιοι διαδικασία διαρκούς εγρήγορσης μοιάζει να διέπει και το μηχανισμό της λογοτεχνίας: Πρέπει να πιέζεις συνεχώς τους συνειρμούς για να κρατήσεις το κείμενο σταθερό πάνω στις ράγες της γλώσσας. Αν χαλαρώσεις, το κείμενο ξεφουσκώνει, το ρεύμα εξατμίζεται· η τέχνη της λογοτεχνίας μεταπίπτει στη χειροτεχνία της γραφής. [σ. 122]

Στο τελευταίο βαγόνι [-2] εξομολογούνται Διασυρμοί περί συρμών και εκτροχιασμών, στις ράγες της παιδικής μνήμης. Άλλωστε πάνω στα ερυθρόμορφα μωσαϊκά της κουζίνας ο συγγραφέας είχε εγκαταστήσει το πρωτόγονο τροχιοδρομικό του δίκτυο στο νησί που δεν θα γνώριζε ποτέ τραίνο. Και έκτοτε συνέχισε να επιβιώνει με την νοοτροπία του επιβάτη.

To τρίκυκλο της δολοφονίας Λαμπράκη

Με την σειρά εμφάνισης στο βιβλίο και στην αναφορά μας, τα κείμενα πρωτοδημοσιεύτηκαν: σε αυτοτελές τομίδιο με την Ελευθεροτυπία [εκδ. Τόπος, 2007],  στον τόμο Sante: 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο [εκδ. Ύψιλον, 1998], με ένα τμήμα στο περιοδικό (δε)κατα [αρ. 27, 2014], στον Πόρφυρα [αρ. 122, 2007, αφιέρωμα στον Ευγένιο Αρανίτση], στην παρουσίαση της ανθολογίας Μπουένος Άιρες – Μαδρίτη με τραίνο και στο λεύκωμα Χάριν παιδιάς [εκδ. Ίκαρος, 2001].

Εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, 2014, σελ. 139. Με χειροποίητες εικόνες του συγγραφέα.

Μικρότερο κείμενο για το βιβλίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στην τελευταία εικόνα: το τρίκυκλο της δολοφονίας του Λαμπράκη.

10
Μάι.
15

Τόποι άτοπων ερώτων [Θεσσαλονίκη, 1986 – 2001]

the-legs-sergey-bakir

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 41 (άνοιξη 2015), αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη, σ. 26 – 35.

Οι τόποι ορίζουν τους έρωτες αλλά και οι έρωτες δίνουν καθοριστικό περιεχόμενο στους τόπους. Φαγάδικα, καφενεία, ξενοδοχεία, δρόμοι, εκκλησίες, καταστήματα, αστικά και υπεραστικά λεωφορεία, τα κουπέ και οι διάδρομοι των τραίνων, ζαχαροπλαστεία, βιοτεχνίες, βιβλιοπωλεία, κυλικεία, ταξιδιωτικά γραφεία, αποκτούν μια ιδιαίτερη ερωτικότητα που διαχυμένη ή ματαιωμένη τους δίνει μια άλλη μορφή, που μόνο οι αυτουργοί της μπορούν να αντιληφθούν.

Αφιερώθηκα λοιπόν πρώτα στα κορίτσια που με έθρεφαν με τα ίδια τους τα χέρια, στα μπουγατσάδικα και στα σαντουιτσάδικα της πόλης. Καθόμουν διακριτικά σε κάποιον απόμερο πάγκο και παρατηρούσα εκείνες τις εργάτριες στην υπογάστρια πλευρά της πόλης, τις επιτετραμμένες τροφούς των διαβατών που λησμονιούνταν αμέσως από τους πελάτες μόλις εκπλήρωναν το καθήκον τους, σα να γλιστρούσαν σε μια άδικη ανυπαρξία. Όμως η δική μου στοργή ολοένα και μεγάλωνε, καθώς η διατροφή μου ήταν παραδομένη στα χέρια τους. Johannes Hüppi, Untitled, 2004

Προσπαθούσα να διακρίνω τις σκέψεις τους μέσα στην απειροστή επανάληψη των ίδιων κινήσεων μέσα στην ατέλειωτη βάρδια. Διέγραφα το βουητό του δρόμου έξω, την παρεμβολή των ανυπόμονων πελατών και τον ήχο ενός ραδιοφώνου που μπορεί να αλάφρωνε τις ώρες τους ή να ζάλιζε ακόμα περισσότερο το κεφάλι τους, ώστε να μείνει μόνο η εικόνα τους, σιωπηλή και διαθέσιμη. Ήταν θέμα χρόνου ή φαντασίας να απομονωθούμε και με το μαχαίρι που περιέκοβε το γλυκύ σώμα της μπουγάτσας να χαράξουμε τα σώματά μας σε τμήματα που θα πασπαλίσουμε με φιλήματα αντί ζάχαρης και ανάσες αντί κανέλλας, θα βγάλουμε ένα ένα τα φύλλα τους κι ύστερα θα τα μασήσουμε αργά και βουλιμικά, πρώτα τις αλμυρές και ύστερα τις γλυκές γεύσεις που τους αναλογούν, κάθε μπουκιά με την αυταξία της.

Θυμάμαι μια τέτοια γυναίκα στον Θείο Βάνια, γωνία Αγίας Σοφίας και Εγνατία· πίσω από τα λευκά της τσόκαρα διέκρινα τις γυμνές της φτέρνες, ένα τρυφερό κομμάτι που υπέθαλπε μια αίσθηση θαλπωρής μέσα σ’ ένα παράταιρο περιβάλλον, σε μια πόλη που έξω από το τζάμι ψυχόταν και υγραινόταν από έναν αδιάλλακτο Νοέμβριο. Την άφηνα να γείρει πάνω μου καθώς περίμενε στην στάση το λεωφορείο για τις δυτικές συνοικίες. Έμπαινα μαζί της σ’ εκείνον τον κινούμενο σκοτεινό θάλαμο και καθόμουν δίπλα της, καθώς εξουθενωμένη προσπαθούσε να κρατηθεί ακοίμιστη, να μην γλιστρήσει πριν την ώρα της άλλη μια ημέρα στη χοάνη των ατέλειωτων ημερών, να μην την πάρει ο ύπνος γιατί και στα όνειρά της επέστρεφε στο πόστο της, με ατέλειωτες παραγγελίες στην σειρά.

Otto Mueller

Άλλοτε επισκεπτόμουν το κορίτσι στον παλιό Χατζή, όπου καθόμουν αργά το βράδυ στο μισοσκότεινο βάθος, δίπλα σε χαρτόκουτα και στοιβαγμένες καρέκλες, προφασιζόμενος πως παρακολουθούσα την βουβή τηλεόραση, περιμένοντας υπομονετικά να βγει από τον πάγκο της, ώστε να δω τους αστραγάλους της έξω από τα σαμπό, γυμνούς ή με διάφανες λεπτές κάλτσες. Όταν έμπαινε στο μαγαζί κάποια παρέα σε βραδινή έξοδο, εκείνη αισθανόταν αμήχανα, ντυμένο με το γαλάζιο κοντομάνικο πουκάμισο της δουλειάς· ντρεπόταν να κοιτάξει τους άντρες και προσπαθούσε να αποφύγει τα υποτιμητικά βλέμματα των γυναικών· πιθανώς αισθανόταν απεριποίητη, χωρίς να γνωρίζει ότι η γυναικότητα είναι αυθύπαρκτη, ανεπηρέαστη από καλλυντικούς καλλωπισμούς. Την βοηθούσα να μαζέψει το μαγαζί κι ύστερα, αφού σβήναμε τα φώτα, καθόμασταν σ’ ένα παράμερο τραπέζι και μοιραζόμασταν σιωπηλοί το γλυκό που είχε κρατήσει στα βάθη του ψυγείου.

Robert Bluj - Nokturn

Δεν ξεχνούσα ούτε το κορίτσι που εργαζόταν στο μπουγατσάδικο «Σέρρες», στην Εγνατία, απέναντι από τα παλιά λουτρά «Ο Παράδεισος»· την περίμενα στο διάλειμμα του μεσημεριού ή μετά το κλείσιμο και, με τα κλειδιά που μου είχε παράνομα δανείσει η έφορος των σχετικών αρχαιοτήτων, άνοιγα το χαμάμ ενώ έξω μόλις ακουγόταν η βροχερή λεωφόρος. Κάτω από τις γυμνές λάμπες της στεγνής δεξαμενής με άφηνε να τρίψω την γλυκερή κρούστα του ζαχαροπλαστείου από πάνω της, να αφαιρέσω την αόρατη ζελατίνη του εργαστηρίου κι ύστερα να την μαλάξω μέχρι την στιγμή που θα ήταν έτοιμη ταυτόχρονα να αποκοιμηθεί ή να ηδονιστεί.

Κι ύστερα αποζητούσα την γλυκύτητα στις δέσποινες των ζαχαροπλαστείων, όπως το Ροδίνι, στο στραβό στενάκι πίσω από την Αγία Σοφία· γοητευόμουν από τον λευκό τους λαιμό, λευκότερο κι από τις μαρέγκες που σωρεύονταν αδάγκωτες στις βιτρίνες κι έβλεπα σαν υπνωτισμένος τα λεπτά τους δάχτυλα να περιτυλίγουν τα κουτιά με τα γλυκά αμέτρητων τυπικών επισκέψεων, ενώ τα μεγάλα μάτια της κοπέλας στην Μασκωτίτσα στην Νεάπολη ταίριαζαν ιδανικά με το όνομα του Βυζαντινού Αθλητικού Ομίλου που κρεμόταν στην ανηφόρα πιο πάνω. Ήθελα να τις κλέψω από εκείνη την φωταγωγημένη παράσταση, να τις απομακρύνω από το σκηνικό πλαστού παραμυθιού με τους καθρέφτες, τα σκονισμένα μπουκάλια κονιάκ και τα παστάκια στο ασημόχαρτο, ψεύτικες βασίλισσες αλλά μάλλον εργάτριες σε κυψέλη γλυκισμάτων, στερημένες από το μέλι που έσταζε κάπου έξω από εδώ. Όχι λοιπόν, το έβαζα σκοπό να μελωθούμε αλλού και αλλιώς, μέχρι να καταλήξουμε κολλώδεις και καραμελωμένοι.

Sahin Demir - Şahin Demir_paintings_Turkey_artodyssey (3)

Αφιερώνει άραγε κανείς μια σκέψη στα κορίτσια που ορθοστατούν ατέλειωτες ώρες στα πρόχειρα φαγάδικα, στους φούρνους, στις καντίνες; Αναρωτιέται πόσο κουράζονται τα ποδαράκια τους, αν τις περιμένει κανείς να τα τρίψει και να τα ανακουφίσει; Ανταλλάζουμε βλέμματα, στεκόμαστε απέναντι, τα δάχτυλά μας εφάπτονται στην ανταλλαγή των χρημάτων κι ύστερα τις αφήνουμε κατάκοπες και ανεπιθύμητες, με σκέψεις κουρασμένες και σώμα εξαντλημένο, προσβεβλημένες από τους αγενείς, βραχυκυκλωμένες σε μια διαρκή βιομηχανία εξυπηρέτησης.

Έμενα στα ξενοδοχεία στα πέριξ της Εγνατίας, στις οδούς που έβλεπαν ή κρύβονταν από την ασίγαστο αχό της – Αντιγονιδών, Κολόμβου, Συγγρού, Ίωνος Δραγούμη, Ολύμπου –με γείτονες τις επαγγελματίες περαστικούς των πόλεων: εμπορικές αντιπροσώπους, πωλήτριες ιατρικών μηχανημάτων, επισκέπτριες υγείας· γυναίκες πολιτογραφημένες σ’ έναν κόσμο περιφερόμενο, διαρκώς πρόσκαιρο στην πόλη αλλά και ζωντανό σώμα των δρόμων της. Γνώρισα τέτοιες γυναίκες, που περίμενα αργά το βράδυ να επιστρέψουν από την ολοήμερη εργασία τους για να τις συντροφεύσω σε παρακείμενα ταβερνεία, όπου εξαντλημένες από την κούραση, φορώντας πάντα το παλτό τους εξαιτίας της υγρασίας που τις είχε καταβρέξει ως βαθιά, μπορούσαν να μου μιλήσουν για την ανία των επαγγελματικών γευμάτων με άντρες αδιάφορους, που με λαίμαργο βλέμμα και χωρίς κανένα πρόσχημα τους πρότειναν επέκταση της συνεργασίας τους με συνηθέστατα υπονοούμενα. Τις άκουγα υπομονετικά, ελπίζοντας να αργήσει η δύσκολη εκείνη στιγμή κατά την οποία η πείνα καταλαγιάζει,  η ανυπομονησία του γεύματος αποτελεί παρελθόν, και το μόνο που μας κρατά στον θλιβερό χώρο είναι ένα κρασί άθλιο, πλην επιτετραμμένο να λύσει τα χέρια μας ώστε να παραμερίσουν τα πιάτα και να αγγιχτούν δίπλα στις λαδωμένες χαρτοπετσέτες και τα τρίμματα του ψωμιού. Γ. Ρόρρης 1

Το βράδυ προσπερνούσαμε το μοχθηρό βλέμμα του ρεσεψιονίστ της νυχτερινής βάρδιας και μπαίναμε, κάποτε με πιασμένα χέρια για να μοιραστεί ο πάγος γύρω μας και μέσα μας, σε ημίφωτα δωμάτια που μύριζαν βρεγμένη μοκέτα ενώ ο βόμβος κάτω στον δρόμο μόλις άρχιζε να σιγάζει. Σ’ εκείνα τα ίδια και απαράλλακτα πνιγηρά δωμάτια με τις καπνισμένες ταπετσαρίες και τις λάμπες χαμηλών βατ, τις ξάπλωνα στα κολλώδη σεντόνια για να απορροφήσω από το σώμα τους την εξάντληση και την καύση των διαδρομών σ’ έναν χάρτη που σταδιακά γνώριζαν καλύτερα από τους ντόπιους, ενώ απόδιωχνα από τα πέλματά τους τα περπατήματα μέχρι τις άκρες της πόλης. Εκεί, στα πρώτα αγκαλιάσματα που πάντα έχουν κάτι από υποκριτική, προσπαθούσα να μουσκέψω το ξεραμένο από τις συνεχείς κουβέντες προώθησης των προϊόντων στόμα τους, ενώ από κάποια ιδιόρρυθμη επιθυμία να γνωρίσω βαθύτερα την πόλη, προσπαθούσα να εντοπίσω στο σώμα τους σημάδια και οσμές της. Ήθελα να ξεκουράσω τα βήματα αυτών των γυναικών που την έτεμναν διαγωνίως στα περάσματά τους, χαράζοντας εγκάρσιες τομές στις συνήθεις διαδρομές των γηγενών· ώστε να παραμείνουν, όπως οι ξένοι, οι επισκέπτες, οι φοιτητές κι οι περαστικοί, βηματοδότες μιας πόλης όπου δεν έπαψαν να αφήνουν τα ίχνη τους κι όπου κι ίσως κι εγώ, άφησα δικά μου ίχνη πάνω της και μέσα τους.

10153875_443230892474184_615417695_n

Κι ύστερα, όταν τα ξενοδοχεία έμεναν άδεια, αναζητούσα σε άλλους παραδρόμους με ταπεινά εμπορικά μαγαζιά, βιοτεχνίες ενδυμάτων, αποθήκες υφασμάτων, ραφεία και φασωματάδικα, όσες γυναίκες ανέπνεαν σ’ εκείνο το κομμάτι της πόλης, που μελαγχολικό και ανεπιθύμητο είχε εκδιωχθεί από την τουριστική της μυθολογία, η οποία απέστρεφε το βλέμμα της στην πλευρά των ΚΤΕΛ των βόρειων πόλεων και του σιδηροδρομικού σταθμού. Τις αναζητούσα στις μπουτίκ ρούχων που έχουν παρατηθεί σε άλλη εποχή, όπως καταμαρτυρούσαν τα καλλιγραφικά στις πινακίδες, στα αγιογραφεία και τα κηροπλαστεία, στα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών στην Δωδεκανήσου, στις κιγκαλερίες και στα τσαγκαράδικα, μήπως, ειδικά στα τελευταία, επί τόπου καθίσουν σε ψηλό σκαμνάκι και βγάλουν τα τακούνια τους για άμεση επιδιόρθωση. Αναρωτιόμουν πώς ερωτοτροπούν οι κοπέλες που περνούν τις μέρες τους πίσω από τα θαμπά τζάμια των ραφείων και των χαρτοπωλείων και δεν σηκώνουν παρά για λίγο το βλέμμα προς τον δρόμο προτού το επαναφέρουν στην χειροτεχνία τους· ποια μυρωδιά θησαυρίζει το σώμα τους από τις πολιτείες των υφασμάτων και των χαρτικών [ό]που εγκατοικούν. Ένας ατέλειωτος θηλυκός κόσμος που δεν καταγράφτηκε σε καμία περιπλανητική γραφή, άξιζε ένα χάδι, [τουλάχιστον στα πόδια], κι εγώ προσφερόμουν, πρόθυμος έξω από τις βιτρίνες τους.

Night Stories (2008). Sally Storch (American).

Στα ταξιδιωτικά γραφεία με τις σκονισμένες βιτρίνες και τα διαφημιστικά άλλων εποχών διάβαζα βαλκανικούς προορισμούς κι ανάμεσα σε άγνωστα τοπωνύμια έβρισκα με συγκίνηση μια μακρινή ανάμνηση από το ξεφύλλισμα παλιών γεωγραφικών τόμων στο παιδικό μου δωμάτιο, τότε που με έξαψη σημείωνα ονόματα όπως Νοτιοσλαυΐα και Ναϊσσός. Έμπαινα να δω την γυναίκα που μεσίτευε τέτοια ταξίδια στη μέση του χειμώνα, δήθεν ενδιαφερόμενος,  χωρίς καν να έχω τα χρήματα· κι αν στην δήλωση πως θα ταξίδευα μόνος, εκείνη μετά την πρώτη αμηχανία χαμογελούσε με κατανόηση, σαν να γνώριζε το είδος της μοναξιάς μου, έπαιρνα τα φυλλάδια κι έφευγα, για να επιστρέψω άλλη μέρα και να ρωτήσω για άλλο ταξίδι μήπως και συνέπιπταν οι επιθυμίες μας και μου πρότεινε να ταξιδέψουμε μαζί, όπως συμβαίνει στις ταινίες. Κι εκεί, μπροστά στο γραφείο της, κοιτάζοντας αμήχανα τα σημαιάκια των χωρών και τις ξεθωριασμένες αφίσες με τα περίκομψα εκκλησιαστικά μνημεία της Γιουγκοσλαβίας, χαρτογραφημένα τώρα σε χώρες με άλλα ονόματα, είμαι πια βέβαιος πως ένα τέτοιο ταξίδι μπορεί να είχε ξεκινήσει κι από την δική της πλευρά.

Robert Bluj (24)

Στην συνεχή περιφορά μου στην πόλη αναζητούσα οπουδήποτε τις γυναίκες που ως ψηφίδες μιας αχανούς τοιχογραφίας απεικόνιζαν την πόλη τόσο ωραία. Τις έψαχνα στα μπαλκόνια των παλιών πολυκατοικιών, που, ακάλυπτα στο χάος ή σκεπασμένα με τις τέντες με τα μπλε ή πράσινα υφάσματα, έμοιαζαν με κουπαστές σε καράβι όπου είχαν μπαρκάρει σε προδιαγεγραμμένο πλου. Εστίαζα στις νοικοκυρές που έβγαιναν με τα σπιτικά τους ρούχα για να τινάξουν την σκόνη της καθημερινότητας· που σπούδαζαν τα οικιακά ενώ ονειρεύτηκαν άλλου είδους ειδικότητες και που τώρα, τυλιγμένες με τις ρόμπες τους και με παντόφλες αντί για γόβες, τακτοποιούσαν στα μπαλκόνια της κουζίνας ό,τι δεν χωρούσε στο εσωτερικό, ισόρροπες σε κρεμαστά νοικοκυριά. Κατάφερνα να με δεχτούν ως ένοικο πρώτα σ’ ένα από τα δωμάτιά τους, όπου βηματίζαμε όλα τα στάδια της οικειότητας, κι ύστερα  σε μια ιδέα έρωτα, παραμερίζοντας για λίγο την δεδομένη μας απόκλιση, αναγνωρίζοντας το πρόσκαιρο ενοικιοστάσιό του.

Οι δρόμοι παρέμεναν το απόλυτο σημείο συνάντησης. Κάποτε όριζα ένα κριτήριο τυχαίο, ή σύμφυτο με τις αισθητικές μου προτιμήσεις – την μία μέρα θα ήταν μια συγκεκριμένη απόχρωση ή μια κορδέλα στα μαλλιά, την άλλη κάποια ιδιότητα: μοναχική θεατής σε απογευματινή παράσταση συνοικιακού κινηματογράφου, σκεφτική περιπατήτρια σε έρημο κυριακάτικο δρόμο, προσηλωμένη για ώρα στην βιτρίνα κάποιου βιβλιοπωλείου, αναποφάσιστη μπροστά στις σοκολάτες ενός περιπτέρου, κάποια που βηματίζει αργά, για να ξεγελάσει την αόρατη μηχανή που την είχε ρυθμίσει σε ανώτερες ταχύτητες ή η πρώτη που θα γυμνώσει τα μπράτσα της ή θα φορέσει πέδιλα στις αρχές της κρύας άνοιξης που αργεί, πάντα αργεί σε αυτή την πόλη.

Sarkis Muradyan

Απολάμβανα εκείνο το παιχνίδι μιας ιδιότυπα κατευθυνόμενης τυχαιότητας και αφοσιωνόμουν στο διαλεκτό κορίτσι· το ακολουθούσα σε ολόκληρη την διαδρομή του μέχρι το φροντιστήριο των ηλεκτρονικών υπολογιστών, τις στάσεις των λεωφορείων, τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες όπου αφοσιωνόμουν στην δική της αφοσίωση, τους πάγκους της φοιτητικής λέσχης όπου διάλεγε μεταχειρισμένα κόμικς (περίμενα να σκαλώσει το βλέμμα μας στην ίδια σελίδα με τα ερεθιστικά καρέ και να συμφωνήσουμε χωρίς λόγια να τα αναπαραστήσουμε), σε κινηματογραφικά αφιερώματα άγνωστων δημιουργών και ελάχιστων θεατών, στα φωτοτυπεία της Μελενίκου, στα καθαριστήρια της Ολύμπου, στα γαλακτοπωλεία της Φιλίππου, στα ψιλικατζίδικα της Αρμενοπούλου ή στα υδραυλικάδικα της Αρριανού μέχρι να την αποχαιρετήσω σιωπηλά στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Μπορούσα για μέρες να την παρακολουθώ, κάποτε και για μήνες, μέχρι να βρω την κατάλληλη στιγμή να της μιλήσω, πάντα με μια ανύποπτη αφορμή, χωρίς να μάθει ποτέ πως η γνωριμία μας έχει πολεοδομηθεί με χαρτογραφική ακρίβεια.John Berger, Ways of seeing

Άλλοτε έμπαινα στα χριστιανικά βιβλιοπωλεία, όπου χαμηλοβλεπούσες κοπέλες με μακριές φούστες και ευλαβικά πλεγμένα μαλλιά, χρεωμένες σ’ έναν τρόπο ζωής που ταύτιζε την θεολογία με την στέρηση, αντάλλαζαν την νεότητα με την υποταγή σε κανόνες που ιεροκρυφίως ονομάστηκαν ιεροί από αμφίβολους μεσίτες του θείου. Έμπαινα μέσα και ξεφύλλιζα τα μικρά βιβλιαράκια με τους βίους των αγίων, αναζητώντας μάταια κάποια ξεχωριστή αφήγηση ανάμεσα στις δραματικά επαναλαμβανόμενες ιστορίες. Εκείνες απαντούσαν με υπομονή στις βιβλιογραφικές μου ανησυχίες αποφεύγοντας να με κοιτάξουν στα μάτια, ενώ στο αδιόρατο λακκάκι παραπλεύρως του άνω χείλους διέβλεπα ήδη την άφεσή τους στην εξίσου εξαγνιστική λειτουργία της σαρκικής ένωσης και την αναγνώριση πως το χρέος μας απέναντι στα αξέσπαστα σώματα της χορείας των αγνών αγίων είναι ακριβώς η ευφρόσυνη χρήση των δικών μας.TAV5 - shawna

Κάποτε κατάφερνα να εισχωρήσω στους θηλυκούς πνεύμονες της πόλης, στις πρώτες γκαρσονιέρες των φοιτητριών. Στενό γραφείο, μονό κρεβάτι, αφίσες με κλασικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή Γάλλους ιμπρεσιονιστές, Λωτρέκ και καμπαρέ, Μόρρισον και Τσε. Κάποια λούτρινα υπενθύμιζαν το κορίτσι που δεν επιθυμούσε να αφήσει πίσω, μια μικρή τηλεόραση μαρτυρούσε την αποδοχή της δεδομένης μοναξιάς. Όμως εκείνα τα δωμάτια αντιστοιχούσαν στο μοναδικό διάλειμμα ελευθερίας που προβλεπόταν στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση της οικογένειας· ένας κενός χώρος που μεσολαβούσε ανάμεσα στο βαρυφορτωμένο πατρικό και στο «σπιτικό» που θα άνοιγε αργότερα, ως αποστολή κάθε γυναίκας. Τώρα τον γέμιζαν δυο άπειρα σώματα που δεν γνώριζαν τα κατατόπια αλλά μάντευαν πως ο μέσος όρος της κατάλληλης στιγμής για παράδοση βρισκόταν κάπου εκεί. Η αμήχανη λογοδιάρροια γινόταν σιωπή κι εκείνη θα περίμενε ανάσκελα, ανοιχτή μόνο όσο χρειαζόταν για να υποδεχτεί έναν άγνωστο καλεσμένο, παθητικά αφημένη σ’ ένα αγκάλιασμα χωρίς οδηγίες χρήσεως, χωρίς να απαντά στα ερωτήματα των κρίσιμων στιγμών, μόνο ψελλίζοντας που και που κάποια κατάφαση, μάλλον συγκαλυμμένη από τον φόβο μην κριθεί υπερβολικά διαχυτική.  

Joe Velez - Carolina Reclining

Σκεφτόμουν πως η «ερωτική Θεσσαλονίκη» μάλλον εγκλωβίστηκε στα φοιτητικά διαμερίσματα που χωρίς θέρμανση άφηναν τους μαθητευόμενους εραστές με ξυλιασμένα δάχτυλα, χωρίς καν τηλέφωνο να συνομιλούν μέσα στη νύχτα. Το ηλεκτρικό καλοριφέρ έριχνε τις ασφάλειες κι η σόμπα άφηνε μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στα ακροδάχτυλά μας, ενώ έξω στους δρόμους τρέχαμε τρεμάμενοι να κρυφτούμε απ’ τον δαρμό του Βαρδάρη. Σύντομα κάποιος θα διαπίστωνε νωρίτερα απ’ τον άλλον πως τα ενεργειακά ρεύματα της ένωσης δεν διοχετεύονταν παρά χύνονταν προς άγνωστη κατεύθυνση. Θα αποχωρούσε με μια δικαιολογία σε όλες τις διακυμάνσεις της ψευδομαρτυρίας κι ίσως θα έγραφε κρυφά στην πίσω σελίδα ενός ημερολογίου έναν αύξοντα αριθμό.

IslBG

Το μυαλό θα συγκρατούσε δυο τρεις εξάρσεις – για παράδειγμα, ένα πρωινό που έφτασα από ταξίδι ξημερώματα και την αιφνιδίασα, σκεπασμένη κάτω από το κρύο πάπλωμα, επιδεικνύοντας μια βιαιότητα που εκείνη επέτρεψε χάρη στο άλλοθι της νύστας ή τις ημέρες του αποχωρισμού. Κάποιες φορές τις φαντασιωνόμουν όπως συμβαίνει μ’ ένα σώμα που υπήρξε διαθέσιμο αλλά δεν γνωρίζαμε πώς να πλαστούμε σε ενιαίο σύμπλεγμα. Συχνά σκέφτομαι πως σήμερα θα φερόμουν αλλιώς· άλλοτε περιγελώ τις πρωθύστερες βεβαιότητες και εύχομαι να επέστρεφα σ’ εκείνη την λευκή κατάσταση της άγνοιας και της αδημονίας.

Οι κοπέλες της πόλης συχνά έμοιαζαν άπιαστες, σχεδόν φασματικές. Αναζητούσα στις επιβάτισσες των τραίνων τους τρόπους να τις πλησιάσω· διέσχιζα με γρήγορο βήμα τους χώρους αναμονής και τις αποβάθρες μέχρι να εντοπίσω το κορίτσι στο οποίο θα επικέντρωνα το ταξίδι. Ένα συλλογισμένο πρόσωπο, μια αλλοπαρμένη έκφραση, ένα φευγαλέο χαμόγελο αποτελούσαν μερικά από τα κριτήρια που έδιναν ένα παιγνιώδες ξαλάφρωμα στην κρίσιμη στρατηγική. Η επόμενη κίνηση απαιτούσε ιδιαίτερη μεθοδικότητα: την στιγμή που έφτανε ο συρμός και όλοι κοιτούσαν τα μικρά χαρτονένια εισιτήρια για να εντοπίσουν τον αριθμό του βαγονιού τους, σκάλωνα τα μάτια μου στην επίλεκτη παρουσία. Γνωρίζοντας πλέον το κουπέ της μπορούσα να περιμένω υπομονετικά την έξοδό της προς τον διάδρομο ή την κουζίνα.

tumblr_ndn86zv5J71qfbon7o1_1280

Στην πρόζα της γνωριμίας των προ ολίγου αγνώστων οι αρχικές σελίδες είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Οι πρώτες λέξεις, τυπικές και προβλέψιμες, πιθανώς είναι η αρχή  μιας ακόμα παραλλαγής του μυθιστορήματος που λέγεται έρωτας· μπορεί να είναι οι λιγότερο ενδιαφέρουσες του κειμένου αλλά είναι απαραίτητες κι αυτό τις καθαγιάζει. Καθώς αναρωτιόμουν αν υπήρξαν ποτέ ερωτικές σχέσεις διάρκειας οκτώ σιδηρόδρομων ωρών, οι επιβάτισσες τροχοδρομούσαν την χαμένη αίγλη του απρόβλεπτου και του περιπετειώδους. Το λίκνισμα στα βαγόνια έμοιαζε με προοίμιο του αθλήματος της κλινοπάλης. Διαπιστώναμε πως οι εναγκαλισμοί στις τουαλέτες διαφέρουν από τον κινηματογράφο, ο οποίος κρύβει τα ακανόνιστα τραντάγματα που διαταράσσουν την συμμετρική κίνηση της ερωτικής πράξης, ενώ αποσιωπάται η έντονη οσμή των ούρων. Την συνήθισα όμως κι έκτοτε η μυρωδιά της αμμωνίας μού προκαλεί ιδιαίτερους συνειρμούς.

Ανοιγόμασταν δίπλα στα ανοίγματα των παραθύρων –μπροστά μας πεδιάδες εξομολογήσεων και δάση υπονοούμενων– και καταφεύγαμε στο τέρμα του βαγονιού, που, έτσι όπως ηχούσε σαν τα πιατίνια των κρουστών, κάλυπτε κάποιες λέξεις των προγραμματικών μας δηλώσεων, φυτεύοντας στην συνομιλία μας μυστηριώδη χάσματα. Στους μικρούς σταθμούς «στην μέση του πουθενά» βγαίναμε στα κλεφτά ακριβώς για να δούμε πώς ακριβώς είναι αυτό το «πουθενά» και τι είδους σταθμαρχεία διέθετε. Ξοδεύαμε μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτο· το τραίνο σφύριζε έτοιμο να φύγει κι εμείς μόλις το προλαβαίναμε, μούσκεμα στην αδρεναλίνη, απαραίτητο καύσιμο στο δικό μας ταξίδι πάνω στο ταξίδι.

Lucian Freud, Girl with a White Dog, 1951

Η τυχαιότητα της συνύπαρξης γινόταν σαφώς δυσκολότερη στο ταξίδι με  λεωφορείο, καθώς περιοριζόμουν σ’ έναν επιβάτη, που σύμφωνα με τους αλάνθαστους νόμους της ειρωνείας προέκυπτε πάντααδιάφορος και ασύμβατος. Οι δυο μοναδικές ευκαιρίες επέμβασης στο πεπρωμένο που όριζαν τα αριθμημένα εισιτήρια συμπιέζονταν στις δυο ημίωρες στάσεις. Ο τόπος της δοκιμασίας δεν ήταν άλλος από τα εστιατόρια και τα καφέ της εθνικής οδού, εκείνες τις νησίδες που έμοιαζαν εκτός γεωγραφίας, στην άκρη μιας παράλληλης ζωής. Βγαίναμε νυσταγμένοι στους αέρηδες της νύχτας και σερνόμασταν στα ξεχασμένα σε άλλες δεκαετίες κτίσματα, όπου μας περίμεναν κουρασμένοι μάγειρες μπροστά από φαγητά βουτηγμένα σε μια κρούστα λαδιού που ζάρωνε σαν υποκίτρινο σεντόνι.

Irvig Herrera_Mexico_artodyssey (20)

Τότε πλησίαζα κάποιο κορίτσι που στεκόταν έξω, σχεδόν έτοιμο να παρασυρθεί από τα ψυχρά ρεύματα και μοιραζόμασταν τετριμμένα τρίμματα φράσεων –ποιους αφήσαμε πίσω, τι μας περιμένει μπροστά–, προτού αφήσουμε το αναψυκτήριο σαν παροπλισμένο πλοίο σε σκοτεινή ξέρα και αναχωρήσουμε με το νυχτερινό όχημα που έμοιαζε ακίνητο ενώ έξω χάνονταν δεξιά κι αριστερά μας κινούμενα φώτα. Κι εκεί, όταν οι λέξεις σιγά σιγά έφθιναν, εκείνη εμπιστευόταν την αποκοίμισή της στον ώμο μου, μια από τις τρυφερότερες περιστάσεις που μπορούν να μοιραστούν δυο άγνωστοι. [C]

Ακόμα και σήμερα που ταξιδεύω πλέον στην αφόρητη μοναξιά του αυτοκινήτου, κάθε φορά που σταματώ σ’ αυτά τα μέρη, από συνήθεια ή από κάποια υπογείως νοσταλγημένη διάθεση, αναζητώ κάποιο πρόσωπο που υποκρίνομαι πως συνταξιδεύουμε στο ίδιο λεωφορείο και ενορχηστρώνω για άλλη μια φορά την αλάνθαστη προσέγγιση. Το βλέμμα του όμως δεν συναντά το δικό μου, γιατί είναι εξολοκλήρου αφιερωμένο σε κάτι ηλεκτρονικά μαραφέτια που απορροφούν όλη του την προσοχή.

Paula Rego; Funda‹o; Casa das Hist—rias Paula Rego; Carlos Pombo; fotografo@carlospombo.pt

Υποθέτω είναι αδιάφορο αν όλα αυτά συνέβησαν πραγματικά ή επινοήθηκαν με την έμπνευση που μόνο η μοναξιά μπορεί να εκπνεύσει. Τι σημασία έχει αν έζησα κάποια από αυτές τις ιστορίες ή τις έπλεξα σε αυθαίρετες πλοκές εσωτερικής δράσης και μονολογικής ενορχήστρωσης; Κάποτε η ίδια η σφοδρότητα με την οποία τις επιθυμούσα τις ζωντανεύει σε σημείο πραγματοποίησης. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν υπήρξα ποτέ και ο ίδιος ένας κατά φαντασία εραστής στο μυαλό κάποιας γυναίκας με την οποία διασταυρωθήκαμε σε κάποιο από αυτά τα μέρη. Ακόμα και τώρα, που αποδιώχνω όσες περισσότερες ψευδαισθήσεις μπορώ, τολμώ να σκέφτομαι πως μπορεί να αφέθηκα κι εγώ στη βούληση μιας αλλότριας έμπνευσης και πως ανυποψίαστος προσκλήθηκα σε παραπλήσιους έρωτες.

Τότε θα γινόμουν ταυτόχρονα συγγραφέας και ήρωας δυο μυθιστορημάτων, σ’ εκείνο που επινόησα και σ’ εκείνο που με επινόησαν. Κι έτσι για λίγο, έστω ανέκφραστα και ανομολόγητα, δημιουργός και δημιούργημα, θα ξεπερνούσαμε την ίδια την λογοτεχνία, ως χαρακτήρες υπαρκτοί, σε αναπαράσταση που θα μπορούσε να γίνει ζωντανή παράσταση και αληθινή περίσταση, ιστορημένοι σε ατέλειωτο ιστό ιστοριών που όχι μόνο διηγούμαστε αλλά και πλεκόμαστε εντός του, ιστοριών που είναι το μόνο ανθεκτικό μας υλικό.

Freud, Lucian - Ib And Her Husband (detail)

Καλλιτέχνες: Sergey Bakir, Johannes Hüppi, Otto Mueller, Robert Bluj, Sahin Demir, Γιώργος Ρόρρης, Philip Pearlstein, Sally Storch, Robert Bluj, Sarkis Muradyan, John Berger, Carl Dobsky, Joe Velez, Robert Bluj, Erik Thor Sandberg, Lucian Freud, Irvig Herrera, Paula Rego, Lucian Freud.

Copyright: Περιοδικό (δε)κατα και ο υπογράφων.

24
Μαρ.
15

W.G. Sebald – Οι δακτύλιοι του Κρόνου. Μακρά οδοιπορία στην Αγγλία

SEBALD-DAKTYLIOI

Θα επιστρέψω κι εγώ λοιπόν στον Αύγουστο του 1992 να συνοδεύσω τον συγγραφέα στην περιήγησή του με τα πόδια στην κομητεία Σάφφολκ της Ανατολικής Αγγλίας. τότε που είχε την ελπίδα να ξεφύγει από το κενό που τον πλημμύριζε όποτε ολοκλήρωνε μια εκτενή εργασία. Θα μοιραστώ μαζί του τόσο την «υπέροχη αίσθηση ελευθερίας κινήσεων» όσο και την παραλυτική φρίκη που τον κατακυρίευε όποτε τύχαινε να βρεθεί αντιμέτωπος με τα ίχνη που είχε αφήσει πίσω της η καταστροφή – η οποιαδήποτε καταστροφή. Θα τον αφήσω ένα χρόνο σε κατάσταση απόλυτης ακινησίας στο νοσοκομείο της επαρχιακής πρωτεύουσας Νόριτς. Εκεί στον όγδοο όροφο, όπου ένιωθε να ταξιδεύει με αερόστατο, όταν μετά την εγχείρηση οι αδελφές μούσκευαν τα χείλη του με ένα μικρό ροδοκόκκινο σφουγγάρι, εκείνος θυμήθηκε τα γλειφιτζούρια με τους κύβους από λουκούμι που κάποτε αγόραζε στα εμποροπάζαρα.

Από το Νόριτς του 17ο αιώνα εφορμούσε ο Τόμας Μπράουν, ένα ερευνητής ιατρός, λόγιος με μια ιδιαίτερη, συναρπαστική για τον συγγραφέα πρόζα, που επιχείρησε να περιγράψει μεταξύ άλλων με πόση κομψότητα γεωμετρεί το χέρι της φύσης. Τίποτα δεν αντέχει στο χρόνο, έγραφε ο Μπράουν. Πάνω σε κάθε νέα μορφή επικάθεται ήδη ο ίσκιος της καταστροφής. Ενάντια στη μορφή του ρέοντος χρόνο δεν έχει βρεθεί αντίδοτο. Ο χειμερινός ήλιος υποδηλώνει ότι αργά γρήγορα το φως θα σκεπαστεί από στάχτη, ότι σύντομα θα μας τυλίξει η νύχτα. Ακόμα και οι μεγάλες δυναστείες δεν κράτησαν περισσότερο από όσο ζουν μαζί τρεις βελανιδιές.

wgsebald

Κι ωστόσο, έλεγε ο Μπράουν, κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους. Μελετάμε την τάξη των πραγμάτων, δίχως όμως να συλλαμβάνουμε την εσωτερική της δομή, λέει ο Μπράουν. Να γιατί αρμόζει στη φιλοσοφία μας να γράφεται μόνο με πεζά γράμματα, με τις συντομογραφίες και τα στενογραφήματα της εφήμερης φύσης, τις μοναδικές αναλαμπές της αιωνιότητας. [σ. 31]

Ανεβαίνω συντροφιά με τον Ζέμπαλντ στην παλιά πετρελαιοκίνητη αμαξοστοιχία, βουτηγμένη στην καπνιά και στη γλίτσα ως τα παράθυρα. Δρομολόγιο μέσα από τους αγρούς, τις τσιμινιέρα ενός εργοστασίου ζαχαρότευτλων, χλόη και κυματιστές καλαμιές. Ένα περιβάλλον που μοιάζει με παράξενο μάθημα στην ιστορία της εξέλιξης, η οποία κατά καιρούς έχει την τάση να επαναφέρει τα προγενέστερα στάδιά της με μια δόση αυτοσαρκασμού. Βλέπουμε τις πλωτές εξέδρες γεώτρησης στο Λόεστοφ, άλλοτε ελπιδοφόρες της ανάκαμψης, αργότερα στην υπηρεσία του υπαρκτού καπιταλισμού της Θάτσερ και αναπόφευκτα χρεωμένες στην κερδοσκοπία και καταποντισμένες στην χρεοκοπία. Κι όταν η βαρόνη εξαφανίστηκε έμειναν τα καρνάγια και τα εργοστάσια με λουκέτο…

0000-0922

…άλλο να διαβάζεις στις εφημερίδες για τα λεγόμενα unemployment blackspots και άλλο να βαδίζεις μια σκυθρωπή βραδιά ανάμεσα στις συστοιχίες των κατοικιών με τις ρημαγμένες προσόψεις και τους άχαρους κηπάκους, και φτάνοντας κάποτε στο κέντρο της πόλης να βρίσκεσαι περιστοιχισμένος από αίθουσες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, λέσχες για μπίνγκο, πρακτορεία στοιχημάτων, βιντεοθήκες, παμπ με σκοτεινές εισόδους απ’ όπου ξεχύνεται η ξινή μυρωδιά της μπύρας, φτηνομάγαζα και αμφιβόλου ποιότητος ξενώνες….[σ. 56]

Αφήνουμε τις αποβάθρες του λιμανιού με τις δεκάδες μηχανότρατες δεμένες στους κάβους, άχρηστες και παροπλισμένες, και μπαίνουμε στους δρόμους της πόλης, τους πνιγμένους στα γαλάζια καυσαέρια της βενζίνης. Μια πόλη που έχει αφεθεί στο έλεος ενός αργόσυρτου μαρασμού, ενώ άλλοτε αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα αλιευτικά λιμάνια του Ηνωμένου Βασιλείου αλλά και μια από τις ξακουστές λουτροπόλεις. Μένει η υπόστηλη προβλήτα, η πιο καλαίσθητη σε ολόκληρη την ανατολική ακτή, που κάποτε φιλοξενούσε αίθουσες και αναγνωστήρια και προπάντων μνήμες καλοκαιριών.

lowestoft1

Κατεβαίνουμε νότια, παράλληλα με την παραλία όπου κάθε λογής πρόχειρα αντίσκηνα ακολουθούν το χείλος της θάλασσας. Θα έλεγε κανείς ότι εδώ, στο έσχατο άκρο της νήσου, έχουν καταλύσει οι τελευταίοι εναπομείναντες ενός νομαδικού λαού – από ένα τρανζιστοράκι ξεχύνεται ένας κακόηχος βραχνός θόρυβος, σαν να συνομιλούν μεταξύ τους τα βότσαλα καθώς τα σέρνει μπρος – πίσω το κύμα. […] Μάλλον μου φαίνεται ότι απλώς προτιμούν να βρίσκονται σε ένα μέρος όπου έχουν πίσω τους τον κόσμο και μπροστά τους την απόλυτη απεραντοσύνη. [σ. 67]

Εδώ γύρω, κάθε χρόνο, χιλιάδες τόνοι υδραργύρου, καδμίου και μολύβδου, βουνά ολόκληρα από λιπάσματα και παρασιτοκτόνα καταλήγουν μέσα από τους ποταμούς και τα ρέματα στον Γερμανικό ωκεανό. Ένα μεγάλο μέρος των βαρέων μετάλλων και των υπόλοιπων τοξικών ουσιών κατακάθεται στα αβαθή νερά της σύρτης του Ντόγκερ. Τα θηλυκά ψάρια εμφανίζουν σε όλο και μεγαλύτερο ποσοστό μεταλλαγμένα άτομα με αρσενικά γεννητικά όργανα και το τελετουργικό μέρος του ζευγαρώματος δεν είναι πλέον παρά ένας χορός θανάτου, εκ διαμέτρου αντίθετος με όσα έχουμε ποτέ διδαχτεί γύρω από το θαύμα της αναπαραγωγής και διαιώνισης των έμβιων όντων.

w-g-sebald-3

Ο δρόμος γεμάτος σταθμούς συλλογισμού· ερειπωμένα αρχοντικά, χέρσοι αγροί, χορταριασμένες επαύλεις, κοπάδια από χοίρους. Είναι άραγε τα ίδια ζώα στα οποία ο Κύριος πρόσταξε να εισέλθουν τα ακάθαρτα πνεύματα, με αποτέλεσμα η αγέλη να γκρεμιστεί στα απόκρημνα βράχια; Ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσο η φρικιαστική αυτή ιστορία ανταποκρινόταν στην περιγραφή ενός αξιόπιστου μάρτυρα. Διότι αν όντως συνέβησαν έτσι τα πράγματα ο Κύριος και Θεός μας είχε υποπέσει σε ένα τραγικό ιατρικό σφάλμα· ή μήπως επρόκειτο για μια παραβολή που είχε επινοήσει ο Ευαγγελιστής για να υπαινιχθεί ότι ο νοσηρός ανθρώπινος νους είναι πλασμένος για να ξεσπά μονίμως πάνω σε ένα άλλο είδος που εμείς οι ίδιοι το θεωρούμε κατώτερο και άξιο μόνο για να εξοντωθεί; [σ. 83]

Αυτός είναι ο τρόπος του Ζέμπαλντ, για τον οποίο έχουμε άλλωστε ήδη γράψει εδώ· συνδυάζει κάθε είδους κείμενο και θέμα με τρόπο τόσο συναρπαστικό, που στο γύρισμα κάθε σελίδας έχεις την ίδια επιθυμία να διαβάσεις το προσωπικό του ημερολόγιο, τις τοπογραφικές του πρόζες, τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τις μνημονικές του καταγραφές, τις προσωπικές του έρευνες, τα στοχαστικά του δοκίμια, τις ιστορικές του χρονογραφήσεις. Ο σπάνιος αυτός συγγραφέας εκκινεί από οτιδήποτε· μια απλή παρατήρηση, ένα πρόσωπο, ένα βλέμμα, ένα βιβλίο, ένα περιοδικό, μια ιδέα, μια έκλαμψη.

tumblr_m7bj6m1XJj1qb4f8f

Όταν, για παράδειγμα, βρεθεί στο Σάουθοουλντ, θα εξομολογηθεί την απουσία κάθε διάθεσης να δοκιμάσει στα μαγειρεία της περιοχής και θα παραδεχτεί ότι προτίμησε να μπει στο πλησιέστερο φαστ φουντ, όπου όρθιος, κάτω από το ανελέητο φως το ταμείο ένιωθε σαν εγκληματίας καταζητούμενος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Κι ύστερα στο ξενοδοχείο, θα αποκοιμηθεί με την βελούδινη πολυθρόνα μπροστά στην τηλεόραση, όπου παίζει ένα ντοκιμαντέρ για το BBC και τον μέχρι τότε άγνωστό του Ρότζερ Κέησμεντ.

Κι ο ταξιδιώτης μας θα αρχίσει να ερευνά την σπάνια ιστορία αυτού του προσώπου, όπως διαπλέκεται με τον Τζόζεφ Κόνραντ, κι έτσι θα γράψει μερικές απολαυστικές δοκιμιακές σελίδες για τον καπετάνιο συγγραφέα, ακολουθώντας τον μέχρι το Κονγκό… …ανάμεσα στους σωρούς από σκαμμένο χώμα και στα διάσπαρτα καλύβια με τις σκουριασμένες σκεπές από αυλακωτή λαμαρίνα, στο βάθος του γκρεμού όπου κυλά ορμητικά το ποτάμι…σε τούτη την αρένα που του θυμίζει νταμάρι, με το ακατάπαυστο βουητό από τους καταρράκτες να πλανιέται στην ατμόσφαιρα όταν, όπως παρατηρεί αργότερα διά στόματος Μάρλοου στην Καρδιά του σκότας, έξω από τις παρυφές της κατοικημένης ζώνης βρίσκεται ξάφνου σε ένα μέρος όπου έχουν αποτραβηχτεί για να πεθάνουν όσοι από τους εργάτες είναι κιόλας τσακισμένοι από τις αρρώστιες, την πείνα και τον κάματο. Σαν σφαγιασμένοι κείτονται εκειδά μέσα στο γκρίζο σκοτάδι, στον πάτο του φαραγγιού… Κι ύστερα, σε μια ατέλειωτη πορεία, θα έχει όλο το χρόνο να συνειδητοποιήσει ότι όσα μαρτύρια κι αν υφίσταται ο ίδιος δεν είναι αρκετά για να τον απαλλάξουν από την ενοχή που του επισύρει η παρουσία του και μόνο στο Κονγκό. [σ. 137, 138]

saints-church

Εκείνος ο Ρότζερ Κέησμεντ θα είναι ο πρώτος που θα δώσει στη δημοσιότητα στοιχεία για τις μεθόδους και την έκταση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος των ιθαγενών στην πορεία της εξερεύνησης του Κονγκό – μια σειρά ιστοριών που επισκιάζουν ακόμα και την βιβλική ιστορία των Παθών. Άλλη μια ευκαιρία για τον συγγραφέα να εγκιβωτίσει την ιδιαίτερη ιστορία ενός ανθρώπου που τελικά καταδικάστηκε για εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε…

Από την Αικατερίνη της Σιένα στον υποκόμη Σατωμπριάν, από τα γραπτά του τελευταίου ως τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Ντιντερό, από τους αλμυρόβαλτους του Μίντλτον ως τον ερεικώνα του Ντάνιτς με τον περίφημο ερειπωμένο ναό των αγίων Πάντων το χείλος της χαράδρας πάνω από την θάλασσα, από τον οίκο του Φ.Σ. Φιτζέραλντ μέχρι το ταπεινό σπίτι του αγρότη Άλεκ Γκάρραντ που εδώ και δεκαετίες μαστορεύει αργά αργά μια μακέτα του χαμένου Ναού της Ιερουσαλήμ, ο Ζέμπαλντ γράφει ταυτόχρονα τον κόσμο και για τον κόσμο και συγγράφει την αδιάσπαστη ενότητα όλων των ειδών του λόγου και όλων των λογιών τις σκέψεις.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα Γερμανικά: Γιάννης Καλιφατίδης, σελ. 340, με δωδεκασέλιδες μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων [Die Ringe des Saturn, 1995].

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

23
Ιολ.
14

W. G. Sebald – Αίσθημα ιλίγγου

All’estero 0951 SEBALD-AISTHIMAσημαίνει «στα ξένα». Σε πόσα ξένα βρέθηκε αυτός ο συγγραφέας και για πόσους διαφορετικούς λόγους; Η Βιέννη του 1980 είναι για τον Ζέμπαλντ η αλλαγή τόπου ως ελπίδα ξεπερασμού μιας κακής περιόδου. Η «ανικανότητά του να υπερβεί κάποια αόρατα όρια» τον ωθεί σε διαρκή περιπλάνηση στη Βιέννη, σε ατέρμονο περπάτημα· ανταλλάσσει κουβέντες μόνο με τα γκαρσόνια και τις σερβιτόρες, κάπου νομίζει ότι αναγνώρισε τον ποιητή Δάντη, εξόριστο από την πόλη του. Αυτές οι ξεθεωτικές περιπλανήσεις μέσα στη νύχτα είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το αίσθημα δυσφορίας η ιλίγγου. Της μνήμης άραγε; Γιατί δεν τολμάει να το γράψει; Μα ούτε σε αυτή μπορεί να σταθεί: η μνήμη δεν σε διαβεβαιώνει για τίποτα, συχνά σε κοροϊδεύει, σε παραπλανεί. Σου μιλάει με τη φωνή μιας δασκάλας, με μια σερβιτόρα που μοιάζει να μεταφέρει μυστικά μηνύματα μεταξύ των πελατών, με την εικόνα των ασθενών ενός γηροκομείου καθώς στηρίζονται στο μπράτσο του νοσηλευτεί…έτσι είναι όταν γέρνεις πάνω στο ρεύμα του χρόνου.

Casanova_ritrattoΝέα φυγή για την Βενετία, διαφορετικά διωκόμενος από τον άλλοτε διωκόμενο από τις αρχές Τζάκομο Καζανόβα, που δεν σταμάτησε να συλλογίζεται τα όρια της ανθρώπινης λογικής και διαπίστωσε ότι…είναι μεν σπάνιο να τρελαθεί ο άνθρωπος, ωστόσο συνήθως δεν χρειάζονται πολλά για να φτάσει ως εκεί. Αρκεί μόνο μια ελάχιστη μετατόπιση και τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ο περιπλανητής συλλογίζεται πάνω στη νομολογία της εποχής, επί το πλείστον επικεντρωμένη στη ρύθμιση του ερωτικού πάθους. Βλέποντας στο ξενοδοχείο τον νυχτοφύλακα να έχει κι αυτός αποκοιμηθεί, με ανοιχτή την τηλεόραση, σκέφτεται πως μόνο οι μηχανές έχουν καταλάβει ότι δεν επιτρέπεται πια να κοιμόμαστε….Τα έργα του Πιζανέλλο τού ωθούν την επιθυμία να καταφέρει να τα παρατήσει όλα εκτός από το να βλέπει…

a postcard which Kafka wrote to Ottla from Riva del Garda.Το ταξίδι του Δρα Κ. στα Λουτρά της Ρίβα δεν του είναι διόλου ευχάριστο. Βασανισμένος από μια ιστορία που δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό του, αγοραφοβισμένος, ο Δρ Κ. αναζητά την επιστροφή στο δωμάτιό του. στέκει για ώρα στο παράθυρο, κοιτάζει κάτω το δρομάκι. Είναι αδύνατον, σημειώνει την επόμενη μέρα, να ζήσεις τη μόνη δυνατή ζωή, να ζήσεις μαζί με μια γυναίκα, ο καθένας ελεύθερος, ο καθένας για τον εαυτό του… Βιέννη – Βενετία – Ρίβα – Τεργέστη. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου Sandwirt περιμένει να εμφανιστεί ο μπρούτζινος άγγελος που επισκέπτεται τους ταξιδιώτες. Και πράγματι εκείνος έρχεται αλλά όταν ο Κ. σηκώνει πάλι τα μάτια του βλέπει μια βαμμένη ξύλινη φιγούρα από ακρόπρωρο καραβιού, σαν αυτές που είναι κρεμασμένες στο μπαρ των ναυτικών. Η καταρρακτώδης βροχή την άλλη μέρα δεν τον αποτρέπει από την έξοδο, το αντίθετο μάλιστα, επιθυμεί να ξεπλυθούν από πάνω του οι προηγούμενες μέρες. Αλλά αντί να βγει, αρχίζει στο ημίφως της σάλας του ξενοδοχείου να γράφει στην Φελίτσε, να της γράφει ατέλειωτα. Γιατί αυτός ο δύσφορος, μοναχικός αλληλογράφος δεν είναι άλλος από τον Φραντς Κάφκα και τις αληθινές ημερολογιακές του καταγραφές…

wg-sebaldΙl ritorno in patria αρχίζει από το Ίνσμπρουκ και τον σιδηροδρομικό του σταθμό, με τους άστεγους που με την μεγαλύτερη δυνατή θεατρικότητα υπογραμμίζουν τις απόψεις τους για το εκάστοτε θέμα, με κινήσεις από το ρεπερτόριο μιας ιδιαίτερης υποκριτικής τέχνης, παντελώς άγνωστης στις δικές μας σκηνές. Ο ταξιδιώτης συγγραφέας διαφέρει από οποιονδήποτε άλλο…κάθεται σ’ ένα μίζερο εστιατόριο του σταθμού, υπομένει την αγένεια της σερβιτόρας, επισκέπτεται μια εκκλησία βαθιά σ’ ένα φαράγγι, παρατηρεί την ζωγραφισμένη Οδό του Μαρτυρίου: Τα σκούρα ρούχα είχαν ενωθεί με τον εξίσου σκούρο φόντο έτσι που δεν ξεχώριζες τίποτα. Νόμιζες ότι έβλεπες απ’ ό,τι είχε απομείνει να δεις, κάτι σαν μάχη φαντασμάτων, πρόσωπα κα χέρια που αιωρούνταν ελεύθερα στο ζόφο της αποσύνθεσης. Ο δρόμος της επιστροφής είναι ένας δρόμος διαρκώς ανοιχτός.

stendhalΕίναι ακριβώς η γνώριμη γραφή του Ζέμπαλντ, που και εδώ εναλλάσσεται με εικόνες με γεωγραφικούς χάρτες, έργα τέχνης, φωτογραφίες σπιτιών, προσωπογραφίες, εσώφυλλα βιβλίων, ex libris, επισκεπτήρια και κάρτες, επίσημες εκθέσεις, ταξιδιωτικά έγγραφα, κουπόνια εστιατορίων, ημερολόγια, αποκόμματα εισιτηρίων, μια σελίδα από καλεντάρι του 1980… Είναι τα εικονιστικά αντίστοιχα της γραφής, οι ιδιόμορφοι διάλογοι ανάμεσα στις λέξεις και στα εικονίσματα της μνήμης. Και ήδη από τις πρώτες σελίδες, αυτές που άφησα τελευταίες (Μπελ ή Το παράξενο γεγονός του έρωτα), ο Σαντάλ, επιστρέφοντας στα πεδία των μαχών καιρό αργότερα, σκηνικά πια στο βιβλίο του Περί έρωτος, γνωρίζει ότι η εικόνα του παρελθόντος άλλοτε αποτελείται μονάχα από γκρίζα χωράφια και άλλοτε του έρχονται εικόνες με τέτοια ασυνήθιστη σαφήνεια, που δεν πιστεύει ότι μπορεί να τις εμπιστευτεί.

sebaldΌσο εξουθενωτικές είναι αυτές οι ιστορίες του, άλλο τόσο επιθυμείς την εξουθένωσή τους, να σε σύρουν ταυτόχρονα σε παρόν και παρελθόν, ακολουθώντας τις περιπλανήσεις δικές του και άλλων. Ο συγγραφέας επιζητά τον χώρο γιατί δεν αντέχει τον χώρο, γράφει σε ένα είδος που περικλείει πολλά είδη γιατί μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να τακτοποιεί όλα όσα θυμάται και βλέπει, ή, τουλάχιστο να έχει την αυταπάτη ότι το κάνει. Ο Ζέμπαλντ ξεκίνησε να γράφει στα 47 και έχασε την ζωή του στον δρόμο, εκεί δηλαδή που έβρισκε την ζωή του, μια ζωή περιπλανώμενος, οδικός αναζητητής εκείνου που με τεράστια υπομονή μας περιμένει να ταξιδέψουμε για να μας συναντήσει.

Άλλωστε, κατά τα λόγια του Μπελ / Σταντάλ, στην πραγματικότητα, όπως ξέρουμε, όλα είναι πάντα διαφορετικά.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ. από τα γερμανικά: Ιωάννα Μεϊτάνη, 221 σελ., με μεταφράσεις ξενόγλωσσων χωρίων και σημειώσεις της μεταφράστριας [Schwindel Gefühle, 1990].

Στις εικόνες: Τζάκομο Καζανόβα, καρτ ποστάλ του Κάφκα από την Ρίβα, και ο Σταντάλ ανάμεσα στον συγγραφέα.

07
Ιαν.
14

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

25
Οκτ.
13

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 33 (άνοιξη 2013)

exΑφιέρωμα Αεροδρόμια

Τα αεροδρόμια κρύβουν ίσως τις ευκαιρίες για τις πιο μύχιες σκέψεις των ταξιδιωτών. Αν θα τις κάνεις ή όχι, αξιοποιώντας την ευκαιρία, εναπόκειται σε σένα και τον κάθε ταξιδευτή. Αν, όμως, το κάθε ταξίδι δεν είναι ο προορισμός αλλά το ίδιο το ταξίδι, η ευκαιρία αυτή απομειώνεται σε χάπενινγκ σκέψης και συλλογισμών. Όλο αυτό το μαζεμένο φορτίο φαιάς ουσίας βαραίνει κατά την απογείωση και κάνει το μέσο να σέρνεται στον…αέρα. Δισεκατομμύρια στιγμές εγκεφαλικών λειτουργιών μέσα σ’ ένα υπολογιστή, με σκληρό δίσκο υποδοχής σκέψεων. Data ξένα σε γλώσσες προγραμματισμού, που χωνεύονται στην άκτρακτο και, λίγο αργότερα, αποβάλλονται μαζί με τα απόβλητα γκαζολίνης. Στον ουρανό. Διαλύονται σε σταγονίδια νοήμονος βροχής. Χους εις χουν απελεύσοιτο….

… γράφει ο Χρήστος Οικονόμου στο αφήγημα «Άνθρωποι στον …αέρα», μια από τις είκοσι τέσσερις συμμετοχές στο αφιέρωμα του τεύχους. Από την πρώτη σελίδα οι συγγραφείς επιβάτες εμφανίζονται σαν σε πίνακα αφίξεων – αναχωρήσεων: Alberto Fuguet, Carlos Drummonde de Andrande, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Γιάννης Ευσταθιάδης, Λίνα Αλικάκου – Σορόγκα, Διαμαντής Μπασαντής, Άρης Σφακιανάκης, Μηνάς Βιντιάδης, Λένη Σβορώνου, Χρύσα Φάντη, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίκος Ξένιος, Κωνσταντίνος Μπούρας, Λίλα Κονομάρα, Χρύσα Σπυροπούλου, Λίλη Μιχαηλίδου.

man-sitting-in-airport-patrick-arthur-okeeffeΤο αεροδρόμιο, αυτή η εγγύηση της σίγουρης επιστροφής στην ευλογία της συνήθειας, της επανένωσης με τν μητρικό κορμό… Θα μπορούσε ο κατεξοχήν ταξιδιογράφος της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας να λείπει από την αίθουσα αναμονής; Φυσικά και όχι: ο Γιώργος Βέης ήδη συντάσσει έλεγχο «αφιξαναχωρήσεων», εν μέσω «γραφών εδάφους – σχεδόν αέρος». Οι σημειώσεις του από τα ατελεύτητα ταξίδια αρχίζουν από τις ιδιάζουσες μεταιχμιακές πολιτείες: Αεροδρόμιο Άνκορατζ της Αλάσκας, Αεροδρόμιο Μελβούρνης, Αεροδρόμιο LaGuardia Νέας Υόρκης, Αεροδρόμιο Χονγκ Κονγκ, Αεροδρόμιο Ντίλι Ανατολικό Τιμόρ, Αεροδρόμιο Αντίς Αμπέμπα, Αεροδρόμιο Σιγκαπούρης.

airport_at_nightΓράφοντας για το Αεροδρόμιο Ντουμπάι, ο συγγραφέας διαβάζει απόπειρες συνύπαρξης του τυχαίου με το προκαθορισμένο· ποιος η ποια κάθεται δίπλα του παίζει αποφασιστικό ρόλο για το πώς θα κυλήσουν οι ώρες. Μπορεί και συλλαμβάνει ενίοτε το μύθο που περιβάλλει τον συνεπιβάτη του, το πιθανό δαιμόνιο που κρύβεται μέσα του, όπως μας παραδέχεται, προσθέτοντας: Ως συγγραφέας βέβαια οφείλω κατά τον τρόπο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες να παραμείνω πιστός στις φαντασιακές μου εμμονές, αποφεύγοντας να ενδώσω, όσο είναι δυνατόν, στις εφήμερες απλώς περιστάσεις μιας υποτιθέμενης «πραγματικότητας».

airport-ronald-haberΤο αφήγημα του Φίλιππου Δρακονταειδή Γερεβάν αντί Τιφλίδας είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος: η αναγκαστική αλλαγή του προορισμού αλλά και οι απρόσμενες και σπαρταριστές εικόνες στην αναπάντεχη γη της προσγείωσης και η επιστροφή εν μέσω αναταράξεων – και λόγω αυτών – με τα χέρια σφιχτά πιασμένα μαζί με την συνταξιδιώτισσα, χέρια που παρέμειναν δεμένα μέχρι το χάραμα στο Μετέκι, στον τρίτο της όροφο. Στα απέναντι καθίσματα ο Αχιλλέας Κυριακίδης σκαρώνει μια αυτοσχέδια ανθολογία με παρεμφερή αερο-αναγνώσματα.

denmark-airport-volcano-2010-4-15-11-21-13Αεροδρόμιο είναι τα μαύρα πτερύγια των πινάκων που τινάζονται κοκέτικα κάθε τόσο και οι φωνές του μέλλοντος που ανακοινώνουν αναχωρήσεις και αφίξεις, επιβάτες που φτάνουν μέσα από τη σκόνη του χρόνου, άνθρωποι αλλαγμένοι από την ενέργεια άλλων κόσμων μ’ αόρατες δονήσεις να τους σκεπάζουν τους ώμους μέσα σε μια διάχυτη μυρωδιά κηροζίνης και βαλίτσας, την αεροπλανίλα. Τους τυλίγει η ηδονή κι η ικανοποίηση της φυγής, η σπαρταριστή χαρά που νιώθει όποιος τα’ αφήνει όλα πίσω για να αφεθεί στα καλέσματα του αγνώστου. Τους ολοκληρώνει η γλυκόπικρη εμπειρία της άφιξης, της επιστροφής της αέναης ακύρωσης στου πρώτου ονείρου…

Vienna_Airport_at_night_by_diesterne…  ίσως κάτι αναγνωρίζουμε σ’ αυτό το δεύτερο από τα δέκα σημεία του Airports της Ρίτας Λάββα. Και διόλου τυχαία το τελευταίο κείμενο του αφιερώματος έχει τίτλο Situation Terminal – εδώ ο Paul Goldberger γράφει πάνω στο ερώτημα: μπορεί κανείς να σχεδιάσει ένα όμορφο αεροδρόμιο;  Στις τελευταίες σελίδες, εκεί όπου βρίσκονται οι αποσκευές, ο Νάνος Βαλαωρίτης μένει να στοχάζεται πάνω στο ερώτημα του Henri Peyre σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Τι σημαίνει η Ελλάδα για τη μοντέρνα Γαλλία;», παραλλάσσοντας όμως το ερώτημα σε «Τι σημαίνει η μοντέρνα Ελλάδα για τη Γαλλία;». Η καθιερωμένη κριτικογραφία και τα ένθετα / διάσπαρτα ποιήματα (Έλσα Κορνέτη, Παναγιώτης Βούζης, Γιώργος Μπλάνας κ.ά.) συμπληρώνουν το τεύχος – ταξίδι. Το επόμενο τεύχος του περιοδικού κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2013 [αρ. 34], και ήταν αφιερωμένο στην Τήνο, ενώ το φθινοπωρινό τεύχος που αναμένεται μέσα στον Νοέμβριο θα είναι αφιερωμένο στο Χρέος, «το οικονομικό και το άλλο». [σ. 192]

19
Δεκ.
12

Γεώργιος Βέης – Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές.

ERVTES TOPIVNΝα τα θυμηθώ όλα αυτά, να τα θυμηθώ

Η μορφολογία των ρευστών τοπίων: ό,τι μόλις πριν από λίγο θεωρήθηκε σταθερό τώρα φαντάζει απόχρωση, κίνηση σκιάς και αμφιβολία ουσίας. Πρόκειται για την αδυναμία της πρόσληψης εκείνου του σταθερού μέτρου που θα με οδηγήσει με τη σειρά του στη βεβαιότητα συμπεράσματος. Εννοώ έναν αμετάβλητο παράγοντα, που θα τον διακρίνει η ασφάλεια, η επάρκεια της γνώριμης αίσθησης ενός φλιτζανιού με τσάι γιασεμιού. Αλλά κι αυτό το συναίσθημα, η ατελεύτητη αιώρηση, η περιδίνηση στο μάλλον φευγαλέο νόημα, μήπως δεν είναι εντέλει η ολοκληρωτική κατάκτηση της ελευθερίας; Η έσχατη ταξιδιωτική εμπειρία. [σ. 186]

Να τα θυμηθεί λοιπόν όλα, αγωνιά ο συγγραφέας, να τα θυμηθεί, όπως μονολογεί εδώ κι εκεί, αγωνιζόμενος πάνω στον κυκεώνα της γραφής σε συνάρτηση και με την απληστία του χρόνου: να σπουδάσει τις πιθανές αντιστοιχίες του τεσσάρων χωρών και των γραπτών του, να απομονώσει, να συμπυκνώσει το οριακό κάτι. Άλλωστε το επίγραμμα του Κάρλος ComfuciusΦουέντες και του Αρτέμιο Κρουζ του υπήρξε επιτακτικό: Η μνήμη είναι η ικανοποιημένη επιθυμία· επιβίωσε με τη μνήμη, πριν να είναι πολύ αργά, πριν το χάος σ’ εμποδίσει να θυμηθείς. Και η διαθήκη του Ελίας Κανέτι πολύτιμη: Στα ταξίδια τα αποδέχεται κανείς όλα, η αγανάκτηση μένει στο σπίτι. Βλέπεις, ακούς και ενθουσιάζεσαι με το πιο φοβερό, γιατί είναι καινούργιο. Οι καλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καρδιά.

 Στον τάφο του Κομφούκιου ο συγγραφέας παραδέχεται πως ο παρών – απών ανέκαθεν στοίχειωνε τις μελέτες του γύρω από τον ασιατικό τρόπο σκέψεις και πως σταδιακά η έννοια του ταξιδιού στην Κίνα και το υλικό των Αναλέκτων με όλη τη συναφή κομφουκιανή μυθολογία άρχισαν να θεωρούνται ταυτόσημα μέσα του. Στην ραγισμένη επιγραφή διακρίνονται τα χτυπήματα από τα σφυριά και τους λοστούς των ερυθροφρουρών της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, τότε που προπαγανδίστηκε με φανατισμό «όχι μόνο η θεωρητική απόρριψη του κομφουκιανισμού ως τρόπου ζωής, αλλά το κυριολεκτικό ξερίζωμά του σε πανεθνικό επίπεδο».

BuddhaΑλλά αυτό ήταν ένα τίποτα του χρόνου μέσα στο πέρασμα των σινικών αιώνων. Ο Κομφούκιος είναι ένας μέτοικος του 21ιου αιώνα, το δίδαγμά του κυκλοφορεί, ενυπάρχει, εννοείται. Η προσφυγή σ’ αυτόν γίνεται χαμηλόφωνα, ενίοτε έμμεσα κι εκείνος μνημειώνει τις συνειδήσεις των νεότερων, την περίσκεψη, την προσαρμογή στις ανάγκες μιας πειθαρχημένης ζωής, πλούσιας όμως σε αποκρυσταλλώσεις του ουσιώδους. Ο Κομφούκιος επιθυμεί να θεμελιώσει τον κώδικα μιας αιτιολογημένης ηθικής στη θέση της δεισιδαιμονίας.

H επίσκεψη στο σωζόμενο μεσαίο δάχτυλο του Βούδα τροφοδοτεί με τη σειρά της άλλες σκέψεις. Το ακροτελεύτιο κομμάτι από τη σορό του διέφυγε της προσοχής των θερμόαιμων κόκκινων φρουρών, που διακατέχονταν και από αντιβουδιστικό μένος. tumblr_m835wt8Cbg1r3ocrzo1_500Ο κομφουκισμός πάντως δεν ήρθε σε κάθετη αντιπαράθεση με τον βουδισμό· αντίθετα συνέπλευσε με τα ιδεώδη του χωρίς να διχάσει την εξέλιξη της σινικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας βλέπει στο βλέμμα των πιστών που κατακλύζουν σήμερα το κέντρο του Χονγκ Κονγκ την αποδοχή ενός βέβαιου επέκεινα χωρίς την μεσολάβηση μιας οποιαδήποτε άνωθεν επιβολής ή προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Τελικά η παράλληλη δράση του ταοϊσμού, του κομφουκισμού και του ύστερου βουδισμού προσδιόρισε με ακρίβεια τις κύριες δομές της απαραίτητης διαλεκτικής ωρίμανσης. Όπως ακριβώς η κίνηση και η ακινησία οριοθετούν αντίστοιχα, σε ισότιμη μάλιστα βάση, την ενιαία στάση ζωής, όπως την εισπράττουμε στο σύνολό της, έτσι και η σινική τακτική του πρακτικού λόγου αφομοίωσε το παράταιρο, το εναντιωματικό, το αλλότριο μέσα στο προφανές ή στο αναγκαίο. [σ. 74]

geisha_011-1Η υπεράσπιση του πρακτικού μέσου από τους Κινέζους και η πρωτοκαθεδρία του χειροπιαστού έρχονται σε αντίθεση με τον απολύτως θεωρητικό βίο ή την κατάδυση του εγώ στα βάθη του μεταφυσικού, στα οποία επιδίδονται τα εκατομμύρια των Ινδών και όχι μόνο. Τα αντικείμενα στην Κίνα μεταμορφώνονται σε εκμαγεία αναστοχασμών, ενώ ο Φοίνικας, η αρχαία εμμονή των Κινέζων, υποδηλώνει την προσήλωση στην θεωρία της ανακύκλησης των όντων, σ’ αυτό τον ασίγαστο πόθο διαιώνισης. Ο Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του Ada μιλάει κάποτε σαν καλός μαθητής του ΤΑΟ.

Οι τάφοι – κήποι, γράφει ο Βέης, δηλώνουν κάτι πέρα από τη συνήθη υπόμνηση της θνητότητας. Τα μνήματα χωρίς τα καθιερωμένα εμβλήματα των θρησκευτικών δογμάτων  είναι σωροί χωμάτων που σιγά σιγά έγιναν φυτώρια στοχασμού και img_XIIIsalon_mangaαυτή ακριβώς η εξάλειψη του ιερατικού δίνει στις αλέες του νεκροταφείου την αύρα μιας «αειθαλούς σχολής σκέψης». Στο Σπήλαιο των Ποιημάτων, πάλι, μια ολόκληρη ανθολογία αποτυπώνεται σχολιαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας και στο υδάτινο βιβλίο αναπνέει ο πολιτισμός του ρυθμικού φωνήματος.

Το κινητό μυθιστόρημα κατακλύζει την Κίνα. Διάφοροι επώνυμοι συγγραφείς έχουν ήδη αρχίσει να διοχετεύουν τα μυθιστορήματα – ποταμούς τους στις λιλιπούτειες οθόνες των φορητών τηλεφώνων εκατομμυρίων αναγνωστών. Ο κόσμος αναπλάθεται με μινιμαλιστικό τρόπο και ασύλληπτη ταχύτητα με τα τηλεμηνύματα, αυτόν τον κειμενικό κόκκο ρυζιού. Στην περίπτωση των 4.200 ιδεογραμμάτων του έργου Έξω από το Κάστρο, οι συνδρομητές της κινητής λογοτεχνίας καλούν ένα συγκεκριμένο αριθμό δυο φορές την ημέρα, αναζητώντας τον μύθο μέσα από τον αλγόριθμο της προηγμένης τηλεφωνίας. Το στοίχημα των ριζικών πυκνώσεων και των λακωνικών εκφορών έχει κερδηθεί.

mishima2Ινδονησία: σε πλατείες που κρύβουν οι λόχμες, σε προαύλια δημοτικών καταστημάτων, σε περιβόλους αφανών ναών, σε κήπους χορταριασμένων παλατιών αλλά και σε νεκροταφεία ο χορός ως έκφραση του υπερβατικού επιβεβαιώνει μια αδιάσπαστη εθνολογική συνέχεια. Η ευτυχής συγκυρία της πανηγυρικής εκτέλεσης χορών της κατηγορίας Λεγκόνγκ εμπνέει την λεκτική της εκδοχή: Η τόσο έντονη δράση του κορμιού, το στροβίλισμα της κόρης των οφθαλμών, η μανική δόνηση και των τεσσάρων άκρων, που υπαγορεύει το ιερό, καθίσταται έτσι η άλλη Φύση, δηλαδή η κύρια.

Στην Ιαπωνία ο Βέης ενεργεί, κατά παραδοχή του, ως εντομολόγος: επιλέγει το ελάχιστο για να αναχθεί στην ορολογία του γενικού και στην ασφάλεια της ομάδας. Δεν είναι όλα όσα βλέπει γύρω του επίλεκτα προσωπεία του διαφορετικού αλλά υποκείμενα των ίδιων ποιοτήτων. Από την άλλη είναι πεπεισμένος (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτή τη χώρα κανένας δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για το οριστικό πέρασμα από το λυρισμό της παράδοσης και την ασκητική λατρεία του Αυτοκράτορα – Πατέρα στην ισχυρή δύναμη του Ειρηνικού, στην απρόσωπη υπεραξία, στα ιδιώματα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο βασανίστηκε από το χάσμα ο Γιούκιο Μισίμα και πώς αντέδρασε.

The Woman in the Dunes, 1964.Η χώρα ακολούθησε επί αιώνες το παράδειγμα του αντίπαλου δέους της, της γειτονικής Κίνας, μαθητεύοντας στην ακριβολογία των μικροσκοπικών μεγεθών σαν να ήταν οι πύλες της καθαρότερης γνώσης. Το ελάχιστο ισούται πάντα με ένα επιβλητικό σύνολο εννοιών. «Στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού» ο συγγραφέας αναρωτιέται τι μπορεί κανείς να πει για ετούτες τις επιγραμματικές αποδόσεις της στιγμιαίας αιωνιότητας· ίσως με τα χαϊκού να μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δε μπορεί. Και πώς να μη μείνει κανείς έκπληκτος με την αντιστροφή, από την εξωστρεφή χλιδή και την φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων να περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δεκαεπτά συλλαβών και στην απολυταρχία μιας αυστηρής έκφρασης που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης;

Στηνtumblr_mbw6ndqrD21rrdtd3o1_500 Ταϊλάνδη ένας μικρός χώρος αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του φαλλού,  αμνημόνευτος συνήθως στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μοιάζει με μια υποσημείωση στο περιθώριο της ασίγαστης, βουερής Μπανγκόκ. Δεν υπάρχει εδώ καμία βλοσυρή θεότητα παρά ένα προσηνές εφέστιο ον και η συνείδηση των βουδιστών Ταϊλανδών πως η Φύση να ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της· εδώ η σεξουαλικότητα εννοείται κυριολεκτικά ως οιωνός και ως Πράγμα καθεαυτό.

Women-BathingΠαραθέματα από τους Χιούμ, Νίτσε, Μπόρχες, Mπατάιγ, Γουλφ, Κόνραντ, Φώκνερ, Μπένγιαμιν, Τανιζάκι, Μπαρτ, Ρολέν, Χερν, Μισώ, Βαν Γκούλικ και δεκάδες άλλους συμπληρώνουν τις ψηφίδες της αντανάκλασης των τεσσάρων χωρών στα καθ’ ημάς. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Passport, Πλανόδιον, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 249, με 16σέλιδο έγχρωμων φωτογραφιών. H μαυρόασπρη εικόνα είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίο του Κόμπο Αμπέ Η γυναίκα της άμμου (Ηiroshi Teshigahara, 1964). Στην αμέσως προηγούμενη: Πολεμιστής Γιούκιο Μισίμα.

08
Δεκ.
12

Γιώργος Βέης – Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις

coverΈνας εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος

Μια από τις βαθύτατα αγαπημένες μου ταινίες είναι το Τάκερ του Φ.Φ. Κόπολα (1987), με τον Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του εκκεντρικού εφευρέτη και επιχειρηματία Πρέστον Τάκερ που συνόψισε τις προσδοκίες, την επιτυχία αλλά και την αναπόφευκτη κατάρρευση που δοκίμασαν και χιλιάδες συμπατριώτες του στην μεταπολεμική Αμερική. Στην πολιτεία Υψηλάντη του Μίτσιγκαν, τυπική μεσοδυτική περιοχή που οφείλει το όνομά της σε φιλέλληνες ενθουσιασμένους από τη δράση της φερώνυμης οικογένειας, ο Τάκερ κατασκεύασε στην αυλή του ένα ευφυές αυτοσχέδιο όχημα. Το ονομαζόμενο Τάκερ, με τις προστατευτικές ασπίδες αέρα και τα κυκλώπεια φανάρια, αποτέλεσε το «αυτοκίνητο του μέλλοντος»…

… αλλά όπως ήταν επόμενο ο ενθουσιώδης δημιουργός ήρθε σε άμεση ρήξη με τις τρεις παντοδύναμες βιομηχανίες αυτοκινήτων του Σικάγου (Φορντ, Τζένεραλ Μότορς, Κράισλερ) που του κήρυξαν ανέντιμο, εξοντωτικό πόλεμο μαζί με τους πολιτικούς τους συμμάχους, οδηγώντας τον στο δικαστήριο για κατασκευασμένα αδικήματα. Λίγο αργότερα χρεοκόπησε, αφού μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά πενήντα ένα μόλις αυτοκίνητα (σαράντα επτά απ’ τα οποία επιζούν έως σήμερα) και πέθανε το 1956, χωρίς να παραιτηθεί από την έμμονη ιδέα του. Σε μια από τις αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές ο Τάκερ δικαιώνεται στο δικαστήριο και οι ένορκοι μαζί με μέλη του ακροατηρίου επιβαίνουν πανευτυχείς στα ολοκαίνουργια μοντέλα που παρασκεύασε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

gvΟ «εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος» του Γιώργου Βέη, ποιητή και διπλωμάτη, ακριβώς στην παράδοση ποιητών – διπλωματών όπως κάποτε έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης, συνεχίζει να μας δίνει ερεθιστικότατα βιβλία μιας απολύτως προσωπικής και σαγηνευτικά ποιητικής ταξιδιωτικής (και ταξιδευτικής!) πρόζας. Αυτή τη φορά οι στάσεις είναι δύο: Ινδοκίνα – Κίνα  – Ινδονησία και Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική. Ξεκίνησα αντίστροφα, στο Δυτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου, συγκινησιακώς αιφνιδιασμένος από το κείμενο για την ξεχασμένη ταινία – μεταφορά μιας ολόκληρης Αμερικής. Άλλωστε, «Τι άλλο θέλετε;» διαβάζουμε στα μάτια του Τζεφ Μπρίτζες που χαμογελά συνεχώς επί 105 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το φιλμ, γράφει ο Βέης, βέβαιος πως ο Τάκερ είναι η προγενέστερη Αμερική, η Αμερική του Βενιαμίν Φραγκλίνου και πως ο Δον Κιχώτης οδηγεί εντέλει ένα Τάκερ.

Preston_Tucker_himselfΜανχάταν, λοιπόν, «το υπερ-άστυ, δηλαδή το μείζον κείμενο», που βιώνει ξανά με το δικό του τρόπο, ανιχνεύοντας αλήθειες και πλάνες στα κείμενα του Στάινερ, του Μέιλερ και του Σαρτρ αλλά και του Λεβί – Στρος, που καθόρισε μια πολυπρισματική συνεκδοχή της πόλης – τροφού. Όπως στο Πεκίνο, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας αισθάνεται την μέθεξη με το χώρο, στο βαθμό που κι ο ίδιος γίνεται πότε αναπόσπαστο μέρος του, και πότε ο χώρος προέκτασή του ίδιου. Και άραγε τι έλεγε ο Πολ Μοράν, ο συγγραφέας που ερωτεύτηκε τον δρόμο, άρα και τη Νέα Ρώμη του 1930; Πως στην Αμερική η ανάγκη για διασκέδαση ξεσπάει σαν επανάσταση, πως υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, εκείνη της ίδιας νύχτας, πως η Τεσσαρακοστή Δεύτερη οδός μοιάζει με χίλιες πλατείες Πιγκάλ μαζί, ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, βαλμένες πλάι πλάι, πως εκεί ξεχνάς την ιστορία, πως η φύση και οι θεοί έχουν αντικατασταθεί από καινούργιες λέξεις. Ένας άλλος ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο Σελίν, υπογράμμισε όσο ελάχιστοι την σεξουαλικότητα του Μανχάταν: πόλη ορθή.

 Tucker BridgesΣτην αμερικανική μητρόπολη διάβαζε επισταμένα το Walden του Ντέβιντ Θορό (σε δύο αντίτυπα, στο σπίτι και στο γραφείο), μυούμενος στην εντοπιότητα και την ιθαγένεια που τίμησαν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και επιστρέφοντας στο ερώτημα του Θορό μήπως η Αφρική και η Άγρια Δύση δεν συμβολίζει παρά το δικό μας εσωτερικό κόσμο, την δική μας λευκή ανεξερεύνητη περιοχή. Ειδικότερα κείμενα αφιερώνονται στον Νικόλας Κάλας (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε), στον Μπόρχες, στον Άντι Γουόρχολ, στον Μπομπ Ντίλαν, στον Φρανκ Στέλα (έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανους ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών) κ.ά.

Silom Road Bangkok from State TowerΟ συγγραφέας έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη για έξι χρόνια (1983 – 1989) και στην Κίνα για εφτά και πλέον χρόνια (Πεκίνο 1991 – 1995, Χονγκ Κονγκ 2000-2004). Η εμπειρία της Άπω Ανατολής, αποτυπωμένη ήδη σε προγενέστερα βιβλία, συνεχίζει να μεταπλάθεται σε στοχασμό και γραφή. Σίγουρα ένας άλλος δρόμος θα βούλιαζε κάτω από τόσους κραδασμούς. μέσα σε τόσους σπασμούς θα είχε γίνει θρύψαλα. Οι μεγάλες λεωφόροι γερνούν, εκφυλίζονται σε λυρικά απομεινάρια του άδοξα σπαταλημένου χρόνου. Όχι όμως αυτή. Ανεπιτήδευτη και ανεξίκακη, πολιτισμικά ευάγωγη, η Σιλόμ επιτρέπει συνειδητά σε όλους απλώς να είναι, γράφει για την Λεωφόρο Σιλόμ στην κομβική Μπάνκοκ, για την οποία άλλοτε εκφράστηκε με πρώιμο ενθουσιασμό ο Τζόζεφ Κόνραντ σΤα Νιάτα. Ο «οδυσσειακός» Ευρωπαίος Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ήταν για χρόνια φανατικός κάτοικος αυτής της πόλης.

6111675462_beaa8bbbf5_zΣτην Ταϊλάνδη οι θρησκευόμενοι έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: οι βουδιστές κρατούν τον νεκρό στο φέρετρο για πέντε ημέρες πιστεύοντας πως οι νεκροί τους ακούνε, έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, να καλυφθούν παραλείψεις και να διορθωθούν σφάλματα. Ο συγγραφέας παρατηρεί την εναπόθεση του θανάτου σε ναούς και βιώνει την ιερότητα των μακρόσυρτων κατευοδίων, ανάμεσα σε επαγγελματίες των κοπετών, πρόβες χάους και γαλουχίες του ελέους, μέσα σε σκηνές ξεκομμένες από το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Εκεί ο νεκρός θα αναπνέει «μέσα από τις μελλοντικές χαρές τους, μέσα από τα διάκενα της τέλειας αμεριμνησίας τους». Για άλλη μια φορά η οικουμενικότητα της απώλειας μας φέρνει κοντά και μας εξισώνει…

075Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις τυφλές μασέζ, μια αρκετά μεγάλη υποκατηγορία της εργατικής τάξης· βρίσκονται πάντα στους ημιωρόφους των ξενοδοχείων, στο πίσω μέρος των κουρείων, στους βοηθητικούς χώρους των λαϊκών εστιατορίων και στα ταπεινότερα υπόγεια. Σαν τον τυφλό βελονιστή κύριο Σουζούκι, στο μυθιστόρημα Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αυτές οι φυσιογνωμίστριες του σκοταδιού ασκούν την επιχειρηματολογία των μαλάξεων και αλώνουν τους όγκους των σωμάτων, που τους αφήνονται απολυτρωμένα και ανυπεράσπιστα μαζί.

Στην Καμπότζη στο Μουσείο της Εξόντωσης και σε μια τσιμεντένια παγόδα που αποτελεί μια από τις εκατοντάδες κιβωτούς συλλογικού πένθους, καθώς εκεί έχουν οργανώσει «τα απέραντα λιβάδια του εμφύλιου αίματος σε καταπράσινα αρχεία αναδρομικής φρίκης και αποτορπιασμών», ο συγγραφέας σκέφτεται πως η συσσωρευμένη επιθετικότητα των Ερυθρών Χμερ και του άφρονα ηγέτη τους Πολ Ποτ είναι το καταπίστευμα του εφιάλτη – παρανθρώπου, αυτού του διακεκριμένου σφάλματος παραγωγής της Φύσης και διαβάζει την εθνοκτονία στα ιερογλυφικά του πολέμου με τάξη στα καύκαλα της βιτρίνας.

5797633253_d693262899_zΣτο κρυμμένο στα ενδότερα της οργιαστικής φύσης Σιέμ Ριέπ και στα αυτοκρατορικά οικοδομήματα με τα αινιγματικά αετώματα, τα ερείπια ζουν για χρόνια στην άμεση δικαιοδοσία των βαθύσκιων ατραπών, περισφιγμένα από αμέτρητα κλαδιά και κορμούς και ρίζες από τα αλλοτινά μικροσκοπικά σπορόφυτα που έριξαν κάποτε τα πουλιά. Στους τοίχους καλλιγραφεί συστηματικά η υγρασία και αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι ερειπιοφυή δέντρα και μοιραία κατεξουσιαστικά φυτά ή μήπως το ακριβώς αντίστροφο, ανεκτίμητοι φύλακες τιμαλφών; Τα κλαδιά και οι ρίζες αμύνθηκαν υπέρ της φυλετικής μνήμης κατά τρόπο απρόβλεπτο και ρηξικέλευθο…

Ta Prohm. Angkor, Cambodia.Στους συλημένους ναούς της Ανγκόρ, με τους αποκεφαλισμένους Βούδες και τα χορταριασμένα δωμάτια ανάμεσα στις χαραμάδες του θαυμασμού θυμάται πως εδώ έδρασε ο νεαρός Αντρέ Μαλρό που το 1923 καταπριόνισε κομμάτια τους, μετριάζοντας εμμέσως τις κατηγορίες της κατάφωρης αρχαιοκαπηλείας του στο βιβλίο του Βασιλική Οδός (1930). Η Ανγκόρ είναι πλέον ένα πλάσμα του δάσους, σαν αυτά που κατοικούν σε ορισμένες νοτισμένες σελίδες του Κόνραντ και του Κίπλινγκ.

yasunari_kawabata1Στην Κίνα, το βίωμα συγκεκριμένων βουνών κάποτε ξεπερνά ακόμα και την εμπειρία σατόρι, αυτή την «ακραία έκλαμψη αυτοσυνειδησίας», καθώς ο συγγραφέας θυμάται αποσπάσματα από το κυνηγετικό όπλο του Γιασούσι Ινόουε αλλά και τον κύριο χαρακτήρα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα που στον Ήχο του βουνού του ακούει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το πλησιέστερο βουνό. Τα όρη ως μεγάλη, υπαίθρια βιβλιοθήκη ποιημάτων ανακαλούν σελίδες από τις Περιπλανώμενες σκιές του Πασκάλ Κινιάρ,  την Δώρια του Έζρα Πάουντ που ζητά να κρατηθεί στην βαθιά μοναξιά των ανήλιαγων γκρεμών αλλά τις φράσεις του Μαρκ Σαγκάλ, πως για τον ευγενικό περιπατητή το βουνό είναι μια δεύτερη γενέτειρα συγκινήσεων.

Η λογοτεχνία του Βέη είναι ένα συναρπαστικό αμάλγαμα προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικής γραφής, δοκιμιακής ενδοσκόπησης, περιπλανητικής θεωρίας, κορυφαίας πεζόμορφης ποιητικής και αισθητικής στοχαστικής. Ο ποιητής εγκολπώνεται χωρίς κανένα δισταγμό τις παραδοξότητες των τόπων, τους αποδέχεται ως υλικό ονείρων και πορεύεται με τις αποζημιώσεις των περιφορών, τις απομνημονεύσεις των φευγαλέων και τις θεωρήσεις των μυήσεων πάνω στο διαβατήριο.

400px-preston-tucker-tucker-torpedo-1946Αναπόσπαστο κομμάτι των βιβλίων του αποτελεί η βιβλιογραφία των παραθεμάτων, γεμάτη από έργα, εκτός των προαναφερθέντων, των Βιττγκενστάιν, Μάγκρις, Ντεμπόρ, Πεσσόα, Πόρτσια, Προυστ, Ροθ, Σέλλινγκ, Στίβενς, Φλωμπέρ, Φώκνερ, Χαίλντερλιν και πολλών άλλων αρχαιότερων και νεώτερων δεν καθρεφτίζει παρά την βαθύτατη καλλιέργειά του αλλά και τον ατελεύτητο διάλογο ταξιδιών και γραφής. Τα περισσότερα από τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Η Λέξη, Νέα Πορεία, σε ένθετα εφημερίδων και ηλεκτρονικές σελίδες. Θα συνεχίσουμε τις επόμενες ημέρες παρουσιάζοντας παλαιότερα έργα του, όλα Κεδρώα και κερδώα.

Εκδ. Κέδρος, 2011, σ. 237, με 24σέλιδο έγχρωμο φωτογραφικό ένθετο και βιβλιογραφία παραθεμάτων. Στις εικόνες: Ο Τάκερ στο Τάκερ, ο Τζεφ ως Τάκερ, η Σιλόμ τη Νύχτα, Σιέμ Ριέπ, Άνγκορ, Καβαμπάτα, ο Άνθρωπος και το Όνειρό του.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Western & Eastern.

29
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

12
Απρ.
12

Κρίστοφερ Μέριλ – Ταξίδι στον Άθω

Ο σκεπτόμενος προσκυνητής

Α. Η πολλαπλή απόδραση

Ο συγγραφέας δεν κρύβει τους λόγους πίσω από προσκύνημά του: γύρισε συντετριμμένος από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, που κάλυψε δημοσιογραφικά και με το οδοιπορικό Only the Nails Remain. Scenes from the Balkan Wars. Ο Μέριλ έφυγε πολεμικός ανταποκριτής εν μέρει για να ξεχρεώσει κι εν μέρει για την συγκίνηση της καταγραφής της ιστορίας εν τη γενέσει της. Πρόσθετοι παράγοντες τον ώθησαν στα δυο προσκυνηματικά του ταξίδια: σοβαρά προβλήματα υγείας που του κλόνισαν βεβαιότητες και που παρά το ξεπέρασμά τους συνεχίζουν να καραδοκούν, ο κλονισμός του …γάμου του (εν μέρει εξαιτίας των συνεχών μετακομίσεων από πολιτεία σε πολιτεία λόγω της δουλειάς του), η συγγραφική ματαιοδοξία, η επιθυμία να περιγράψει για την γυναίκα του και την κόρη του τις διαστάσεις ενός τόπου που θα παραμείνει αθέατος γι’ αυτές, η αναζήτηση νέας προοπτικής ζωής.

Το ενδιαφέρον βέβαια που αποκτά η ματιά του είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν είναι πιστός με την παραδοσιακή έννοια, δεν είναι ορθόδοξος αλλά προτεστάντης, δεν ανήκει στην ανατολική παράδοση αλλά έχει διαμορφωθεί με την λογική και την ηθική της Δύσης. Στέκεται ορθάνοιχτος σε οτιδήποτε νέο αλλά και δεν προτίθεται να αφεθεί στην αβασάνιστη πίστη. Δεν ωραιοποιεί αλλά ούτε και κρίνει – τον ενδιαφέρει να διεισδύσει στον αθωνικό κόσμο και να τον κατανοήσει με μια μεταρομαντική ευαισθησία, όπως εύστοχα γράφει στον πρόλογό του ο Α. Βιστωνίτης: το Άγιο Όρος είναι για τον Μέριλ τόπος προσωπικής απελευθέρωσης και όχι τοπίο εξιδανικεύσεων· αναζητά την αθωνική εμπειρία ως πεδίο αναφοράς για να κρίνει τα γεγονότα στον σύγχρονο κόσμο, ως κώδικα αναγνώρισης του κόσμου και αναθεώρησης και ερμηνείας του δικού του παρελθόντος, ως κάθαρση και αναβαθμό στην πορεία της δικής του αυτοσυνειδησίας.

Β. Ο ποιητής στο Όρος

Αυτό λοιπόν είναι το κλειδί της ανάγνωσης του συγκεκριμένου ταξιδιωτικού – προσκυνητικού βιβλίου. Από τη μία ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση με βάση τα προσωπικά του ποιητικά και λογοτεχνικά διαβάσματα, από την άλλη όμως φροντίζει να κάνει ένα γερό πέρασμα στην βασική ορθόδοξη γραμματεία. Τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν γι’ αυτόν αποκάλυψη, όπως η ηδονή και η καθοδήγηση που πάντα αποκόμιζε από την ποίηση, ενώ στη βάση μιας διανοητικής, πνευματικής και σωματικής εξάντλησης ανακαλύπτει ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες νέα ενέργεια, νόημα, προορισμό. Είναι εμφανές πως το βιβλίο περιλαμβάνει όλα τα αφηγηματικά είδη, συνεχίζοντας την παράδοση των εξαιρετικών ταξιδογράφων (Μπρους Τσάτουιν, Πάτρικ Λι Φέρμορ,  Πωλ Θερού, Νιλ Άσερσον κ.ά.):

Ιστορικά στοιχεία, θεολογικές πηγές, αισθητικές περιγραφές και λογοτεχνικές αναγνώσεις εναλλάσσονται με προσωπικό ημερολόγιο, αυτοβιογραφική έκφραση και ζωντανές συνομιλίες με μοναχούς και επισκέπτες, όλα στην κατάλληλη ισορροπία αλλά και με σκεπτικιστική, έως (αυτό)ειρωνική αποστασιοποίηση. Στην επιλεγμένη βιβλιογραφία του συγγραφέα διακρίνεται ακριβώς αυτή η ποικιλία πηγών και αναφορών: η ποίηση των Elizabeth Bishop, Robert Frost, George Herbert, Alexander Pope, Rainer Maria Rilke, Wallace Stevens, Philip Larkin, [Πηγαίνοντας στην εκκλησία], τα κείμενα των Joseph Brodsky, Dino Buzzati, Simone Weil και οι περιηγήσεις του Robert Curzon, William Dalrymple, Philipp Serard, Athos, mountain of silence συνυπάρχουν με πλήθος θεολογικών, εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων.

Σε κάποιες σελίδες ο Μέριλ μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, καθώς αναπόφευκτα εγκλωβίζεται στις δικές του παραστάσεις: βλέπει την πλατεία των Καρυών σαν εγκαταλελειμμένο σκηνικό ταινίας (δεν έχει δει προφανώς πλατείες ελληνικών χωριών), ψάχνει συμφωνίες και διαφορές στα έργα του Μανουήλ Πανσέληνου με του Μαρκ Ρόθκο (ο δρόμος της λύτρωσης εναντίον του αναπότρεπτου της θνητότητας), ο ρυθμός του σήμαντρου του θυμίζει τις τυμπανοκρουσίες των τελετουργικών χορών των … Ινδιάνων σε καταυλισμούς κοντά στη Σάντα Φε και διατυπώνει μερικούς τραβηγμένους παραλληλισμούς με τους υπερρεαλιστές και απόψεις του Μπρετόν.

Γ. H ποιητική του χριστιανισμού

Καθώς λοιπόν επιχειρεί να προσεγγίσει την αθωνική πραγματικότητα πρώτα με το δικό του πνευματικό υπόβαθρο, αναζητά την ποιητική του χριστιανισμού που πέρασε μέσα από τον μυστικό αγώνα των ελισαβετιανών ποιητών να διεισδύσουν μέσω της αμφιβολίας και της πίστης στο μυστήριο της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου, προσπάθεια που επαναλήφθηκε τρεις αιώνες αργότερα στα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ και ως ένα σημείο από τον Τσέλσαφ Μίλος, όπως τονίζει ο Α. Βιστωνίτης, προσθέτοντας: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τη γαλήνη χωρίς την αίσθηση του περιορισμού; Πώς περνάει κανείς από την απλή πίστη στη θρησκεία, η οποία ως μυητική διαδικασία είναι βεβαίως πολύ πιο σύνθετη και απείρως πολυπλοκότερη από αυτό που προβάλλει η οργανωμένη εκκλησία;

Ένας άλλος μείζων σέρβος ποιητής, ο Βάσκο Πόπα, ξεκίνησε την δική του ποιητική εξερεύνηση των σερβικών θρύλων με μια επίσκεψη στη Μονή Χιλανδαρίου, μια τολμηρή λογοτεχνική αναζήτηση για κάποιον που ζούσε σε κομμουνιστική χώρα το 1950, και εκφράστηκε με τον ύμνο στην «μαύρη Τρίχερη Μητέρα»: Άπλωσε το τρίτο χέρι σου σε μένα/Άσε με να κοιμηθώ σε μια φωλιά από στίχους//Έρχομαι απ’ το δρόμο/Νηστικός και σκονισμένος/Ποθώντας έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Οκτάβιο Παζ θεωρούσε πως με την ποίηση επιστρέφουμε στις αρχές και πως στην εποχή της νεωτερικότητας η αναζήτηση του νοήματος θα μας οδηγήσει στην αναγέννηση ή στο πρωταρχικό χάος. Η διαρκής αναζωπύρωση όμως των θρησκευτικών, εθνικών και φυλετικών παθών και οι συνακόλουθες συγκρούσεις σε Βοσνία, Σομαλία, Ρουάντα και αλλού μας θυμίζουν ότι το χάος ανήκει στα βασικά χαρακτηριστικά της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων…

Δ. Οι εμπόλεμες θρησκείες

«Κατά κάποιο τρόπο η επιτυχία δεν ταιριάζει στη Χριστιανοσύνη», σχολιάζει ο Τζον Άπνταικ «και στο στοιχείο της βρίσκεται όταν είναι στις επάλξεις – στη λαθραία επιβίωση στις κατακόμβες ή σε λειτουργίες με λιγοστούς πιστούς σε θνήσκουσες ενορίες της επαρχίας και των αστικών κέντρων. Η αβέβαιη, περιθωριακή και χλευασμένη ύπαρξή της λειτουργεί ως είδωλο για τη δική μας ύπαρξη, κάτω από οποιαδήποτε προσωρινή επίφαση ευτυχίας» [σ. 87]

Από τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση ως τα πογκρόμ των Ρώσων και τις σφαγές των βόσνιων μουσουλμάνων από τους Σέρβους, ούτε οι ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν επιδείξει ανεκτικότητα σε όσους διαφέρουν. Ο πολεμοκάπηλος κλήρος της Σερβικής Εκκλησίας, γράφει, πρέπει να απολογηθεί για το πάθος με το οποίο παρακίνησαν το ποίμνιό τους να στραφεί εναντίον των γειτόνων τους βάσει σχεδίου του Μιλόσεβιτς και για τις ευλογίες που προσέφεραν στους παραστρατιωτικούς (να προσθέσω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση του Αρκάν). Σε κάθε περίπτωση μια ανίερη συμμαχία μεταξύ εθνικισμού και θρησκείας είναι ενδημική στην Ανατολική Εκκλησία – εδώ θυμάται και την ρουμανική φασιστική Μαύρη Φρουρά με τον Μιρσέα Ελιάντ. Μπορεί να λείπει η κοσμική επιδειξιομανία του Χριστιανισμού (π.χ. τηλε-ευαγγελιστές της Αμερικής) αλλά είναι αμέτρητες οι φορές που ακόμα και οι θεολογικές διενέξεις στην ουσία αφορούν την εξουσία. Τα πάντα ξεκινούν με την πίστη και τελειώνουν με τη  πολιτική, όπως είπε ο γάλλος ποιητής Σαρλ Πεγκί.

Η βαλκανική σύγκρουση που έζησε από πρώτο χέρι δεν είχε φυλετική βάση – δεν υπάρχουν φυλετικές διαφορές μεταξύ Κροατών, Σέρβων και Βόσνιων. Ένας θρησκευτικός εμφύλιος πόλεμος εκτυλισσόταν σε μια κατεξοχήν κοσμική χώρα. Είναι γνωστή η γιουγκοσλαβική πολιτική κομμουνιστικής συναδέλφωσης που κάλυψε πρόχειρα τις διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες των ρωμαιοκαθολικών Κροατών, τον ορθόδοξων Σέρβων και των μουσουλμάνων Βόσνιων. Το μόνο που χώριζε έναν λαό με κοινή γλώσσα, παραδόσεις και έθιμα ήταν η διαφορετική θρησκευτική «πίστη». Ο συγγραφέας αναφέρει συχνά την έκπληξή του για τον σεβασμό που απολάμβαναν στους κόλπους της Ορθοδοξίας οι Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Τουλάχιστον όλοι οι μοναχοί του Χιλανδαρίου, εκτός από δυο, επέλεξαν να κρυφτούν στις γύρω σπηλιές όταν ο Μιλόσεβιτς επισκέφτηκε τη μονή.

Ε. Μυθοποιήσεις και απομυθοποιήσεις

Το κριτικό του μάτι βέβαια βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή: βλέπει πλαγιές γεμάτες πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, μεγάλα μπιτόνια, κομμάτια ξύλων και σιδερικά, κοινώς μπάζα από γειτονικές μονές ως και αυτοσχέδιες χωματερές και απορεί πως μπορεί κανείς να λατρεύει το Θεό και να ρυπαίνει την Πλάση. H πολύτιμη σιωπή συχνά εξαφανίζεται από ηχητικά τείχη αλυσοπρίονων, κομπρεσέρ και οικοδομικών εργασιών στη φύση (κάποιο κελί) ή στις μονές. Κάποιες εικόνες του μοιάζουν απρόσμενες: καρτοτηλέφωνα και διαδίκτυο στις μονές και μοναχοί να λένε ανέκδοτα αμέσως μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, να επιδεικνύουν προχωρημένο επιχειρηματικό πνεύμα ή να τον προειδοποιούν να έχει πάντα μαζί του όλα τα τιμαλφή.

Η διάνοιξη όλο και περισσότερων δρόμων μεταξύ των μονών έχει καθιερώσει τις διαδρομές με …ταξί ενώ στα φορτηγά των ξυλοκόπων και των άλλων εργατών που τον μεταφέρουν με ωτοστόπ ακούγεται συχνότερα η ροκ παρά οποιαδήποτε άλλη μουσική. Στο τραπέζι ενός ερημίτη βλέπει περισσότερα τεύχη περιοδικών για το ψαροντούφεκο (συχνός τρόπος ψαρέματος των μοναχών) παρά ιερά βιβλία. Η επιθυμία ενός ψαριού μονοπωλεί για μέρες τις κουβέντες ενός ερημίτη. Καθώς τα θαύματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αθωνικής φαντασίας, οι μοναχοί τα αφηγούνται μεταξύ τους σαν κουτσομπολιά. Σε άλλη μονή ένας Αλβανός του ζητάει λεφτά για το φαγητό και για άλλες διευκολύνσεις και τον κυνηγάει ακόμα και κατά την αναχώρησή του (οπότε ο Μ. τον διαολοστέλνει).

Εκείνο όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι οι διαρκείς «ορθόδοξοι περιορισμοί και απαγορεύσεις» που υφίσταται: μοναχοί τον διώχνουν με φωνές από τα καθολικά ενώ παραδόξως αδιαφορούν για την απαγόρευση του καπνίσματος που ισχύει, υποτίθεται, σε όλα τα μοναστήρια. Συχνά διαπιστώνει μια γενικότερη απόκλιση μεταξύ χριστιανικών ιδεωδών και αγιορείτικης συνήθειας και ιδίως την καθημερινή σύγκρουση ανάμεσα στην βιβλική προτροπή να προσφέρεται φιλοξενία σε όλους (για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ο Μεσσίας σε κάποιο μοναστήρι και να μην τον αναγνωρίσουν) και στην πρακτική εφαρμογή της. Η εχθρική αντιμετώπιση γίνεται απροκάλυπτη όταν παραδέχεται το δόγμα του ή το διαπιστώνουν οι ίδιοι: καθώς στο διαμονητήριό του έγραφε επάγγελμα συγγραφέας οι μοναχοί είχαν πληροφορηθεί από το διαδίκτυο (!) για το βιβλίο του σχετικά με τους πρόσφυγες των Βαλκανίων και ήταν εχθρικοί – συχνά του αρνήθηκαν και την διανυκτέρευση! Άλλοι προτίμησαν με τα λόγια να τον βάλουν στη θέση του σχετικά με τη δολιότητα των αλλόθρησκων Βαλκανίων.

ΣΤ. Μεταξύ γαλήνης και ταραχής

Όλα τούτα βέβαια τα αντιμετωπίζει με στωικότητα και δεν τα αφήνει να του μετριάσουν την συγκίνηση από τον ανέγγιχτο από την νεωτερικότητα τόπο με την ανάλλαχτη τάξη και το χιλιετές παρελθόν αδιασάλευτων λατρευτικών εθίμων και πανάρχαιου τρόπου ζωής. Αφήνεται να βιώσει την επιβράδυνση του χρόνου στον Άθω και την ρύθμισή του από την πίστη και τον κύκλο των εποχών, να θαυμάσει τους αμέτρητους αθλητές του πνεύματος, να ζηλέψει τους μοναχούς που νέκρωσαν το παρελθόν τους και ζουν μια δεύτερη ζωή, να αισθανθεί πως βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης.

Από την άλλη, ο πόλεμος μοιάζει να τον στοιχειώνει παντού: ακούει τον ήχο των πυροβολισμών στο Σεράγεβο, κάποιες εγκαταλελειμμένες σκήτες του θυμίζουν το συνηθισμένο θέαμα των ισοπεδωμένων χωριών σε Βοσνία και Κροατία, εικόνες από κατεστραμμένες εκκλησίες και καραβάνια προσφύγων έρχονται απρόσκλητες το νου του. Το αισθητήριό του εντοπίζει ακόμα κι έναν πρώην στρατιώτη Σέρβο της Βοσνίας – το ράσο σύμφωνα με την παράδοση μπορούσε να τον σώσει, ακόμα κι αν είχε διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο πόλεμος που «αντικατέστησε την ποίηση» στη ζωή του εδώ δεν μοιάζει παρά μια στιγμή στην Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να βιώσει τον «καιρόν του σιγάν» (όπως έγραψε ο συγγραφέας του Εκκλησιαστή), κι ας τον κάνει η σιωπή να θυμάται την περίπτωση του Πάουλ Τσέλαν και την γνωστή μετα – Άουσβιτς φράση του Αντόρνο.

Ζ. Ανατολική όραση με δυτικό μάτι

Η ανατολική παράδοση ποτέ δεν προέβη σε αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ θεολογίας και μυστικισμού, μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας των θείων μυστηρίων και του δόγματος, γράφει ο Βλαντιμίρ Λόσκι, μελετητής της Ρωσικής Εκκλησίας και ακριβώς την θεμελιώδη διαφορά των δυο διαφορετικών θεάσεων επιχειρεί να κατανοήσει ο συγγραφέας. Στην Ορθοδοξία η ενόραση υπερισχύει της λογικής: η απευθείας επαφή με το Θεό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια λογική απόδειξη της ύπαρξής του. Μακριά από τον δυτικό σκεπτικισμό εδώ υπερισχύουν το πέταγμα της φαντασίας, τα μη βλεπόμενα, η αντεστραμμένη λογική.

Ο Μέριλ προβληματίζεται πάνω στην έριδα των Ησυχαστών: από τη μία η βεβαιότητα του Γρηγορίου Παλαμά ότι μπορεί η εμπειρία την ώρα της προσευχής να οδηγήσει στη θέαση του Θείου Φωτός, ότι είναι τελικά δυνατό η ουσία του Θεού να είναι αόρατη αλλά οι ενέργειές Του είναι πανταχού παρούσες – από την άλλη η via negativa και η αποφατική θεολογία του Βαρλαάμ, που αναρωτιόνταν πώς  είναι δυνατόν ο Θεός να είναι απροσπέλαστος στις αισθήσεις αλλά ταυτόχρονα να φανερώνεται μέσα από την προσευχή και η βεβαιότητα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει την ιερή ουσία του Θεού. Ακριβώς όπως ο ποιητής ανοίγει διάλογο με τη γλώσσα, βυθοσκοπώντας τη συλλαβή προς συλλαβή, έτσι και ο ησυχαστής με κάθε του ανάσα απευθύνει μια παράκληση στον Θεό. Για τους θρησκευτικούς ποιητές – ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, η Σορ Ζουάνα Ινές ντε λα Κρουζ, ο Τζον Νταν και ο Τζορτζ Χέρμπερτ – η έμπνευση είναι ένα άλλο όνομα για τη θεϊκή εισροή Του. [σ. 75]

 Η. Το άδειασμα στην έρημο

Με ρωτάτε πώς να προσευχηθεί κανείς σε κάποιον που δεν υπάρχει, γράφει ο Τσέλσαβ Μίλος σ’ ένα ποίημά του και στη συνέχεια εξηγεί ότι η προσευχή στήνει τη γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον άλλο, γέφυρα που θα την περπατήσουμε ακόμα και αν δεν υπάρχει απέναντι ακτή. Η ώθηση που χρειάζεται ο συγγραφέας στην προσωπική του λοιπόν περιήγηση στη «δυναμική της πίστης» ή στην κατά Γέητς «επινόηση της αιωνιότητας» μπορεί να κρύβεται σε αυτή τη φράση ή στα ρητά των αναχωρητών της ερήμου, εκείνα τα «πρότυπα πνευματικής και λογοτεχνικής βραχυλογίας», που γράφτηκαν σε τοπία απαλλαγμένα από οποιονδήποτε συνειρμό και μίλησαν για την κένωσιν, το άδειασμα του εγώ. Οι ερημίτες της εναλλακτικής πολιτείας του Θεού του δείχνουν ένα παραμελημένο μονοπάτι, έναν τρόπο σκέψης ταυτόχρονα μεταφορικό και διεισδυτικό, που σε κάθε στροφή μια νέα θέα του έκανε νόημα να συνεχίσει την εξερεύνηση. Ίσως κάτι τέτοιο να είναι το Χαροποιόν πένθος, μια φράση που έπλασε ο Ιωάννης της Κλίμακος και με την οποία περιγράφουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Μαθητεύοντας στη σιωπή απέκτησα έμμονες ιδέες για το ανείπωτο, την κρυφή ζωή των πραγμάτων, τα κενά που ορίζουν το πώς κατανοούμε τον κόσμο. Η συγγραφή ήταν ο δικός μου τρόπος να ανοίγω μια συζήτηση, πρώτα με τον εαυτό μου και στη συνέχεια με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μολονότι στα χρόνια της μαθητείας μου ζούσα με το φόβο της λευκής σελίδας, δεν είχα μάθει να αντιμετωπίζω τις νεκρές περιόδους όπως τα κενά ανάμεσα στις στροφές ενός ποιήματος ή τη στιγμή της σιγής στο τέλος της μέρας, που εξυμνείται στον Εσπερινό. Από σιωπή σε σιωπή: έτσι περιγράφουν οι ποιητές την αναμέτρησή τους με τη γλώσσα. Πώς όμως να περιγράψω αυτό που δεν μπορούσα πλέον να ακούσω – τη μουσική της σιωπής;  [σ 152]

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005, μτφ. Νίκος Κούτρας, σελ. 391. Με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη, με τρεις φωτογραφίες του Fred Boissonnas και τέσσερις του Τάκη Τλούπα, γλώσσάρι, πίνακα εικόνων και επιλεγμένη βιβλιογραφία [Christopher Merrill, Things of the Hidden God: Journey to the Holy Mountain (2005)]

19
Νοέ.
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.

09
Ιολ.
11

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια

Ταξιδευτής και επιστροφεύς

Μέρος Α΄

Ένας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κει εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (…) από το ποιοί είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ’ εκείνον τον τόπο. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνει κανείς με τον χρόνο, ταξιδεύοντας γράφει ο Ταμπούκι («Οι δικές μου Αζόρες», σ. 208), εκφράζοντας το πνεύμα των ταξιδιωτικών του κειμένων – λεκτικών βλεμμάτων στο Κυότο, τη Νέα Υόρκη, τα Χανιά, τη Μελβούρνη, το Μπουένος Άιρες, τη Γένοβα, το Κάιρο, τα Καρπάθια, τη χώρα των Βάσκων, την Αμαζονία και αλλού. Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδευμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους.

Η Ινδία, για παράδειγμα, υπήρξε το κατεξοχήν «άλλο» μέρος, εκφραστής μιας Ανατολής αντιτιθέμενης σε μια αποικιοκρατική, πολεμοχαρή και βαθιά κουρασμένη Δύση. Πέρα από την ανικανότητα του Κίπλινγκ να την καταλάβει ή το ψυχρό συμπέρασμα του Φόρστερ (που στο Πέρασμα στην Ινδία την αντιμετώπισε ως μεταφορά της οικουμενικής ασυνεννοησίας ανάμεσα στους αποίκους, τους αποικούμενους και τους ίδιους τους εαυτούς τους), ο Ρολλάν έψαχνε την ανοχή και τη μεγάλη οικουμενική σύμπνοια, ο Μαλρώ τον Άνθρωπο και την αίσθηση της ύπαρξης, ο Έσσε ένα Απόλυτο Απρόσωπο. Μόνο ο Παζολίνι την είδε όχι με τα μάτια της Δύσης αλλά ουσιαστικά, με τις αισθήσεις, αντιλαμβανόμενος πως εκείνη μας παρασύρει σε κυκλικό ταξίδι στο τέλος του οποίου βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στον εαυτό μας («Πολλές απόψεις για την Ινδία»).

«Το σύνδρομο του Σταντάλ», βέβαια, απειλεί με μια «σύγκρουση» αισθητικής φύσης κάθε ταξιδιώτη των πόλεων τέχνης. Καθώς «ο σύγχρονος τουρίστας δεν είναι πια ο επισκέπτης που παραμένει πιστός στις αρχές της εμβρίθειας και της θεωρητικής κάλυψης αλλά είναι το σύμβολο μιας φευγαλέας γνώσης», στο ταξίδι όπου όλα προβλεπόμενα, οργανωμένα και ακίνδυνα, πάντα παραμονεύει η δυνατότητα μιας εσωτερικής περιπέτειας, συχνά ως απώλεια της αίσθησης μιας προσωπικής ταυτότητας. Γιατί οι εθισμένοι στην ασχήμια του κόσμου και στην τηλεοπτική οθόνη πάντα μπορούμε να αρρωστήσουμε από την ομορφιά.

«Το αντίθετο σύνδρομο» προκαλεί εντονότερη δυσφορία, διαφορετικής φύσεως. Στην Ιερουσαλήμ π.χ. όπου μια μακριά λίστα θρησκειών και δογμάτων εναλλάσσονται με βάση ένα σκληρό ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα προς τιμή του Θεού, του οποίου εμφανίζονται ως μόνοι αληθινοί ερμηνευτές, είναι φυσικό ο επισκέπτης να πιστέψει ότι υπάρχουν τρεις ξεχωριστοί θεοί – γέροι καβγατζήδες που δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, σαν τις χήρες του ίδιου μακαρίτη, το πνεύμα του οποίου, αν πράγματι υπήρξε, έχει στο μεταξύ μετακομίσει, αφήνοντας ένα κενό που γεμίζουν οι οπαδοί του, εκφράζοντας μονάχα τον εαυτό τους και προστατεύοντας το Τίποτα.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 9.7.2011 (και εδώ).  Ακολουθεί Β΄ μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, δημοσιευμένο αποκλειστικά στο Πανδοχείο.

04
Απρ.
11

Colin Thubron – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού

Έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι τον εαυτό σου ελαφρύ, χωρίς βάρος. Ανοίγεις τις κουρτίνες (αν υπάρχουν) και βλέπεις μπροστά σου μια απέραντη ερημιά μέσα σ’ ένα χλωμό φως και νιώθεις αποκομμένος από οτιδήποτε σου έδινε μια αίσθηση ταυτότητας. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από οποιονδήποτε άνθρωπο που σε γνωρίζει, έχεις την αίσθηση ότι το παρελθόν σου είναι πιο ελαφρύ, ότι σχεδόν δεν ανήκει σ’ εσένα. Ακόμα και οι δεσμοί αγάπης σου έχουν ατονήσει (το δορυφορικό τηλέφωνο είναι στο σακίδιό μου, αλλά δεν χτυπάει ποτέ). Στο τέλος νοιώθεις άτρωτος, πράγμα που είναι πολύ επικίνδυνο. Φοβάσαι μόνο μήπως δεν καταλάβεις τι βλέπεις ή τι σου λένε ή δεν καταφέρεις να φτάσεις εκεί που θέλεις. Μερικές φορές αυτό που σε παρακινεί να συνεχίσεις είναι μια ψυχρή περιέργεια για την οποία ντρέπεσαι μόνο όταν επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Άλλες φορές κάτι σε αγγίζει, κάτι σε συγκινεί, αλλά εσύ δεν σταματάς, συνεχίζεις το ταξίδι. (σ. 142)

Εκατό λόγοι σε σπρώχνουν να πας. Πηγαίνεις για να αγγίξεις την ταυτότητα των λαών, να κατοικήσεις έναν άδειο χάρτη. Πηγαίνεις επειδή διψάς για την έξαψη, για να ακούσεις ξανά το γρατσούνισμα από τα παπούτσια σου πάνω στο χώμα· πηγαίνεις επειδή έχεις μεγαλώσει και θέλεις να καταλάβεις κάτι πριν να είναι πολύ αργά. Πηγαίνεις για να δεις τι θα γίνει. Οι παραπάνω φράσεις τριβελίζουν διαρκώς στο μυαλό του ταξιδευτή – συγγραφέα Κόλιν Θέμπρον. Αλλά πολλαπλασιάζονται στη σκέψη του ταξιδιού στο Δρόμο του Μεταξιού, ενός ολόκληρου δικτύου επιλογών, αμφισβητούμενων συνόρων, αχαρτογράφητων φυλών. Η μεγαλύτερη δια ξηράς διαδρομή στον κόσμο ξεκινά από την καρδιά της Κίνας, προς τις οροσειρές της Κεντρικής Ασίας, το βόρειο Αφγανιστάν, τα υψίπεδα του Ιράν και το Κουρδιστάν. Ο όρος επινοήθηκε από τον Γερμανό γεωγράφο Φέρντιναρντ φον Ριχτχόφεν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για έναν μοναδικό δρόμο αλλά για δίκτυο αρτηριών που έφτανε μέχρι τη Μεσόγειο.

Μετάξι: ένα από τα πρώτα υλικά (μαζί με το κόκαλο και το ξύλο) πάνω στα οποία μπορούσε να γραφτεί κάτι: έδωσε εγκυρότητα σε αυτοκρατορικά διατάγματα, μετέφερε μηνύματα σε νεκρούς σε θρησκευτικές τελετές. Η ζωγραφική τοπίων εξελίχθηκε σε μια σχεδόν μυστικιστική τέχνη. Το στιλπνό κενό του γινόταν μια ζωντανή παρουσία. Σ’ αυτή την μακροχρόνια σκυταλοδρομία, τα εμπορεύματα περνούσαν από χέρι σε χέρι εκείνων των γιγάντιων καμηλιέρηδων. Το μεταγενέστερο οχτάμηνο ταξίδι με τις καμήλες θα ακουγόταν αστείο στα αυτιά εκείνων των αντρών. Το δικό τους διαρκούσε έως και χρόνια και συχνά δεν γύριζαν στο σπίτι τους ποτέ. Ο Θέμπρον μας εξομολογείται πως στο όνειρό του συνομίλησε μ’ έναν τέτοιο σκονισμένο έμπορο, ο οποίος τον ρώτησε γιατί θέλησε να κάνει το ίδιο ταξίδι. Και του απάντησε: Ταξιδεύω γιατί θέλω να μάθω. Για να διώξω το φόβο. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως δεν συναντήσω τίποτα. Αυτό που φοβάται ο σύγχρονος ταξιδιώτης είναι μήπως δεν συναντήσει τίποτα σημαντικό. Μήπως συναντήσει μόνο το κενό. (σ. 31-32)

Ο Θέμπρον ξεκινάει από την Κίνα, μια χώρα όπου για αιώνες η διαφορετικότητα ήταν από ηθική άποψη ενοχλητική. Η αλλοτινή ερμητικά κλειστή αυτοκρατορία τώρα αιωρείται συντετριμμένη τριγύρω του. Στην διαρκώς ανοικοδομούμενη Σιαν κάθε εκατό μέτρα μια τεράστια εικόνα φτιαγμένη στο κομπιούτερ σε πληροφορεί τι χτίζεται στο οικόπεδο πίσω της, ενώ τεράστιες λεωφόροι μοιάζουν με φουτουριστικά θεατρικά σκηνικά. Σε κάθε νεανικό αυτί γυαλίζει ένα μικρό ασημένιο κινητό. Οι μεγαλύτεροι όμως; Εκείνοι που έζησαν την πείνα της εποχής του Μεγάλου Άλματος και επιβίωσαν μετά την Πολιτιστική Επανάσταση (Π.Ε.); Δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά θέση γι’ αυτούς. Τα πρόσωπά τους μοιάζουν σφιγμένα, λες και τα έχει στεγνώσει η Ιστορία. Ζουν σε σπίτι με αυλακωτές λαμαρινένιες στέγες και μικρές κλειστοφοβικές αυλές, λίγο παραπέρα από τους πλατιούς δρόμους. Κανείς δεν μιλάει για τότε. Στα μαγαζιά τα αναμνηστικά της Π.Ε. πουλιούνται σαν αξιοπερίεργα αντικείμενα – οτιδήποτε θυμίζει εκείνη την εποχή αποτελεί εμπορεύσιμο κιτς.

Κάτω από τα κόκκινα χάρτινα φανάρια ενός εστιατορίου, ο ιδιοκτήτης και η κόρη του μελετούν παλαιότερες ιστορικές περιόδους (των Τανγκ, των Σουνγκ): Έχουμε όλες αυτές τις πολύ παλιές ιστορίες. Προσπαθώ να τις ξαναγράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να αρχίσουν οι άνθρωποι να τις αμφισβητούν. // Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή δεν είναι μέσα στις παραδόσεις της Κίνας.  Πριν είκοσι χρόνια το εστιατόριο ήταν γεμάτο με βλοσυρούς γραφειοκράτες με άκαμπτα κοστούμια – τώρα βλέποντας τους άντρες με τα τζάκετ αναρωτιέσαι μήπως απλώς άλλαξαν τη μια στολή με μια άλλη… Κι όμως καθώς ανταποδίδει το χαμόγελο στην Μινγκζάο νοιώθει σα να δημιουργείται ένα τεράστιο τεκτονικό ρήγμα κάτω από την επιφάνεια της Κίνας καθώς η αρχέγονη υποταγή στην ομάδα χαλαρώνει και δίνει τη θέση της στην ατομικότητα.

Ιδιαίτερα υποβλητικές σελίδες είναι οι σελίδες όπου ο συγγραφέας βρίσκεται στο μαγαζάκι – βιτρίνα ενός αρχαιοκάπηλου, που, όπως πολλοί, εκμεταλλεύεται το γεγονός πως η περιοχή του ήταν γεμάτη αρχαία νεκροταφεία αδύνατο να φυλαχτούν. Τόσο ο ίδιος όσο και ο οποιοσδήποτε αγοραστής ρισκάρουν τη ζωή τους ή την ελευθερία τους – ο δεύτερος και το ενδεχόμενο το εύρημα να είναι πλαστό. Αργότερα ξανασυναντά έναν παλιό του φίλο, τον καθηγητή Μου Λι, που σε προηγούμενο βιβλίο είχε τοποθετήσει με άλλο όνομα σε άλλη πόλη. Τώρα δε διέτρεχε κανένα κίνδυνο. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να περιγράψει κανείς την ζωή της Κίνας στην αγγλική γλώσσα. Επειδή τίποτα δεν είναι δυνατόν να μεταφραστεί. Ούτε η κουλτούρα ούτε η πολιτική ούτε η καθημερινή ζωή. Οι λέξεις δεν ταιριάζουν. Οι ιδέες δεν υπάρχουν στα αγγλικά». Ένας άλλος καθηγητής είχε καταδικαστεί να μαζεύει για δέκα χρόνια τα σκουπίδια στο πανεπιστήμιο επειδή είχε στο σπίτι του μια Βίβλο.

Η Πολιτιστική Επανάσταση πολέμησε σκληρά τους βουδιστές. Ο βουδισμός ανέκαθεν αντιμετώπιζε δυσκολίες στην Κίνα. Ο κομφουκισμός και ο κομμουνισμός γίνονταν πιο εύκολα αποδεκτοί από την κοινωνία – για την ευσέβεια προς τους γονείς και την κοινωνική πρόοδο αντίστοιχα – ενώ ο βουδισμός υποσχόταν την προσωπική σωτηρία και σκοπός του ήταν το γκρέμισμα της αυταπάτης. Ο Θέμπρον συνομιλεί μ’ έναν Ζωντανό Βούδα, που του περιγράφει τις φρικιαστικές δημόσιες διώξεις που αν δεν οδηγούσαν στην αυτοκτονία, δημιουργούσαν στον διωκόμενο αισθήματα ενοχής, στέρηση κάθε ίχνους αυτοεκτίμησης και απώλειας της ανθρώπινης υπόστασης. Σήμερα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά η ρητορική εκείνης της περιόδου μοιάζει παιδαριώδης κι εκείνος πιστεύει πως κάτι στα εσώψυχα των θυμάτων θα παρέμενε αλώβητο.  Μετά την Π.Ε. τα πάντα σε κάνουν ευτυχισμένο».

Ο ταξιδιώτης μοιράζεται σιωπηλά γεύματα με τους επιζώντες μιας πολιτικής τρέλας και τρομοκρατίας αρκετών δεκαετιών, ανθρώπους που οι μνήμες τους είχαν σταματήσει να μεταβιβάζονται, που δεν μιλάνε ποτέ για το παρελθόν. Εδώ εντοπίζεται μια ενδιαφέρουσα διαφορά: Στη Δύση η ψυχική υγεία εξαρτάται από το αν το άτομο θα αποδεχθεί το παρελθόν, θα συμβιβαστεί μ’ αυτό. Η μνήμη είναι κάθαρση. Αλλά στην περίπτωση της Π.Ε., όπου όλοι υπέφεραν, ίσως η επιλογή της λήθης σημαίνει την επιλογή της ζωής.

Σ’ αυτό το ταξίδι, η καθαρότητα των πολιτισμών, ακόμα και του κινέζικου, γίνεται αυταπάτη. Στο δρόμο του μεταξιού τίποτα δεν θα είναι ομογενές, αιώνιο. Η γλώσσα και η εθνική ταυτότητα αλλάζουν συνεχώς, όπως οι αμμόλοφοι των ερήμων. Σε μια κρύπτη αποκαλύπτεται ένας πολυπολιτισμικός κόσμος που κανείς δεν υποψιαζόταν: ιερά βουδιστικά χειρόγραφα, κείμενα γραμμένα στα κινέζικα, στην γλώσσα Σογδιανών, Πάρθων και Τούρκων, σε σανσκριτικά, θιβετιανά, ιουδαιοπερσικά, ακόμα και νεστοριανά κείμενα. Στον ωκεανό των φυλών της Κίνας κάθε φορά κάποιο κατεργάρικο γονίδιο εμφανιζόταν κάθε τόσο από το μακρινό παρελθόν και σφράγιζε τον φορέα του με τα σημάδια κάποιου κόσμου που δεν είχε αφήσει πίσω του κανενός άλλου είδους ανάμνηση. Σε απομακρυσμένα χωριά ψηλοί άνθρωποι με λευκό δέρμα και κόκκινα μαλλιά «αποδεικνύονται» πρόγονοι των …Ρωμαίων και εν γένει ενός ετερόκλητου πλήθους Λατίνων. Απ’ όσο γνώριζα οι πρόγονοί του συνέτρωγαν με τον Καίσαρα ή άκουγαν τους λόγους του Κικέρωνα. Όμως στο δωμάτιο του Ουάνγκ τα κουφώματα των παραθύρων είχε σαπίσει, οι κουρτίνες είχαν κουρελιαστεί και τα τελευταία κομμάτια αγγουριού είχαν καταβροχθιστεί.

Καθώς ο συγγραφέας βρίσκει ιερούς τόπους και μνημεία στη μέση του πουθενά, στις πλέον απίθανες περιοχές, τα πάντα απομυθοποιούνται (συχνά και τα ίδια τα μνημεία που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν θλιβερές τουριστικές απάτες). Ίσως ούτε ο Λάο-τσε, ο κατά τον μύθο ιδρυτής του ταοϊσμού κατά τον 6ο αι. π.Χ.  δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και η διδασκαλία του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απάνθισμα σοφών απόψεων – ένας μυστικιστικός πανθεϊσμός, η πίστη αυτών που προτιμούν να ζουν σαν ερημίτες.

Στο Σινικό Τείχος αιωρείται ακόμα ο ίδιος παλιός φόβος που ένοιωθε ο Κινέζος για την εσωτερική Ασία που έσκαζε κατά κύματα πάνω στο Σινικό Τείχος, για την ερημιά που απλωνόταν έξω από το βασίλειο. Αυτές οι σκοτεινές κατασκευές άλλοτε μοιάζουν σαν εγκαταλειμμένα ασύνδετα βαγόνια τρένου κι άλλοτε σαν να παραπατούν εξουθενωμένες – ένα τείχος για το οποίο σύγχρονοι σινολόγοι υποστηρίζουν πως κατασκευάστηκε περισσότερο να κρατήσει τους Κινέζους μέσα παρά τους νομάδες έξω, ένα τεράστιο όριο που εμβαπτίστηκε στον τρόμο, με εντοιχισμένους νεκρούς εργάτες για να κρατήσουν μακριά τις … εφόδους των πνευμάτων. Για αιώνες η Κίνα και η Δύση ζούσαν αγνοώντας η μία την ύπαρξη της άλλης

Ο συγγραφέας αισθάνεται διαρκώς την παλιά γνώριμη έξαψη της παιδιάστικης αίσθησης ότι κάθε φορά μπαίνει σ’ ένα χώρο άγνωστο, σε κάτι εντελώς αλλότριο. Περιπλανιέται σε φαντασματένια χωριά, μπαίνει στα σπίτια των κατοίκων, συνήθως άδεια με ξερή αυλή, χαμηλά δωμάτια με χωμάτινο πάτωμα και χτιστά κρεβάτια, κάτω από τα οποία βάζουν κάρβουνα για να ζεσταθούν, με μόνη πολυτέλεια μια μικρή παλιά τηλεόραση και μια έγχρωμη φωτογραφία σ’ ένα τοίχο – μια σελίδα από ένα περιοδικό, με μια γη πιο γλυκιά, που δεν θ’ αντικρίσουν ποτέ. Οι μεγαλύτεροι νοιώθουν τελεσίδικα άχρηστοι και παραμερισμένοι, με τα χωριά τους να αργοπεθαίνουν ξεχασμένα, θυσία στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης του έθνους

Αλλού βλέπει τον καπνό μιας τσιμεντοβιομηχανίας πίσω από το βουνό, γερανούς να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στους λόφους, φορτηγά που απορείς πώς έφτασαν μέχρι εκεί. Στην παλιά μεθόριο που γεννούσε πάντα φόβο, στην ονομαζόμενη Άνω Ταταρία ή Κινέζικο Τουρκεστάν, το λεωφορείο (ένας μεταλλικός σκελετός με ξεκοιλιασμένα καθίσματα και μπράτσα σκέτα σίδερα) παραδίδει το πνεύμα του σε μια εφιαλτική κωμόπολη με ορυχεία αμιάντου, όπου τα σπίτια των μεταλλωρύχων ήταν σκοτεινές τρώγλες από τις οποίες βγαίνουν μαυρισμένοι άντρες σκυμμένοι σαν κατάδικοι. Σήμερα η Κίνα μοιάζει μ’ ένα απέραντο εργοτάξιο. Στο Λαν- τσόου ίσως βρίσκονται οι πιο μολυσμένοι της δρόμοι: 22 χιλιόμετρα κατά μήκος του Κίτρινου Ποταμού ανάμεσα σε διυλιστήρια και εργοστάσια χημικών χάνονται μέσα στην αιθαλομίχλη.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Θέμπρον εκτέθηκε σε πλείστους κινδύνους (αντάρτες στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, αστυνομία σε Κιργισία και Ουζμπεκιστάν, ληστές), ενώ κρατήθηκε σε καραντίνα ως πιθανώς μολυσμένος με τον ιο SARS με άλλους ήδη μολυσμένους (όπου και συνδέθηκε συγκινητικά με τον ξεχασμένο απ’ όλους συγκρατούμενό του, σε κάτι παραπήγματα στη μέση του πουθενά). Λίγο καλύτερα πέρασε στα ξενοδοχεία της παλιάς Κίνας: σκοτεινά κρύα κτίρια πνιγμένα στη μύγα, με ξεχειλισμένες τουαλέτες, εμαγιέ πτυελοδοχεία, γυμνούς γλόμπους βιδωμένους σε σπασμένα πλακάκια, μυρωδιές νουντλ, καμένου λίπους και ούρων. Αλλά συνέχισε…

 …. από την Μάντρα (γη σμιλεμένη από την άμμο που φέρνουν εδώ και αμέτρητους αιώνες οι αέρηδες από την Μογγολία) στο Τάκλα Μακάν, που σημαίνει «εγκαταλειμμένος τόπος», μια από τις πιο επικίνδυνους ερήμους στον κόσμο, όπου οι μαύρες αμμοθύελλες μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρους αμμόλοφους και να θάψουν ολόκληρα καραβάνια. Κι απ’ τους Ναούς του Ματίσι, όπου πρόσωπα από τις χίλιες μινιατούρες από βούδες είχαν μουτζουρωθεί ή ξυθεί από τους Ερυθρούς Φρουρούς, σβησμένο το καθένα με ένα πρόχειρο Χ σαν να ήταν μια μαθηματική εξίσωση που δεν είχε επιλυθεί, στα χωριά όπου τα μεγάφωνα που προπαγανδίζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό σ’ ένα μακρινό χωριό καλύπτονται από την φλυαρία των σπουργιτιών μέσα στις λεύκες.

Κίνα, Κιργισία, Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Κουρδιστάν, Τουρκία: το βλέμμα αυτού του τελευταίου των ευγενών –  ταξιδιωτών (gentlemen – travellers), αυτού του ακούραστου συγγραφέα – ταξιδευτή κυκλώνει την σκιά μιας διαδρομή 11 χιλιάδων χιλιομέτρων – σκιά, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτή η κεντρική αρτηρία αποτελούσε το Δρόμο του Μεταξιού. Το μόνο σίγουρο είναι πως εδώ οι εθνικότητες χάνουν τη σημασία τους και η διαφορετικότητα με την επιμειξία εξαπλώνονται παντού. Εδώ «θα μπορούσε να τρελαθεί κανείς αν επιχειρούσε να βρει την καταγωγή ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων».

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, σελ. 427, με τετρασέλιδο παράλληλο χρονολόγιο Κίνας, Κεντρικής Ασίας, Ιράν και Δύσης και τέσσερις δισέλιδους χάρτες (Shadow of the Silk Road, 2006). Οι φωτογραφίες των τοπίων είναι από την ιστοσελίδα ενός ταξιδιώτη στον Δρόμο του Μεταξιού, εδώ. H 14χρονή βοσκός της τελευταίας μας θυμίζει τη νεαρή κιργισιανή που μίλησε στον συγγραφέα για την ομορφιά του τοπίου, την απόλυτη ησυχία αλλά και την πλήρη απομόνωση στην οποία ζει.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε: mic.gr.

12
Νοέ.
10

Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

10
Νοέ.
10

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Αυτοπροσωπογραφία ενός ρεπόρτερ

Με ρωτούσαν συχνά εάν έχω σκοπό να μεταναστεύσω. Και απαντούσα: Μα έχω ήδη μεταναστεύσει. Το σπίτι μου είναι κάπου αλλού, σε κάποια άλλη χώρα.

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον Καπισίνσκι από τρία έργα που πέρσι συγκεντρώθηκαν και σε ενιαίο τόμο: Έβενος. Το χρώμα της Αφρικής, Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (από τις ίδιες εκδ.). Στα πρώτα δύο πλησίασε «γράφοντας» την Αφρική ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον – στο δεύτερο τριγύρισε και την Λατινική Αμερική. Στο τρίτο δοκίμασε μια ηροδότεια πλεύση του «μακρινού» κόσμου, προσεγγίζοντας την Ασία. Υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική κι ένας από τους πλέον αξιανάγνωστους ταξιδευτές δημοσιογράφους – συγγραφείς. Η επιμελήτρια του βιβλίου ζήτησε και πήρε από τον ίδιο ένα τεράστιο πάκο κειμένων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν – συχνά δυσεύρετες – πολωνικές δημοσιεύσεις (κυρίως συνεντεύξεις, αλλά και διαλέξεις, συζητήσεις κλπ.) ώστε να επιλέξει τα πλέον ενδιαφέροντα κομμάτια τους και να συγκεντρώσει το απόσταγμα τόσων χρόνων ταξιδιών και εμπειρίας.

Υπεύθυνος για πενήντα αφρικανικές χώρες, αυτόπτης μάρτυρας είκοσι επτά επαναστάσεων, με πάνω από σαράντα χρόνια «στο δρόμο» ο Καπισίνσκι ήταν ανέκαθεν περίεργος για τον κόσμο και πάντα ανήσυχος όταν άφηνε οποιοδήποτε μέρος του «ανεπίσκεπτο». Ακόμα κι όταν βρισκόταν σε μια χώρα, αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να βρίσκεται κάπου αλλού. Δεν πήγαινε πουθενά χωρίς βαριά θεωρητική προετοιμασία, δεν είχε άλλο κίνητρο από το πάθος. Είχε πάντα στο νου του πως μπορεί να μην ξαναβρισκόταν ποτέ στο ίδιο μέρος, γνώριζε πως στο ταξίδι οφείλει κανείς να είναι μόνος. Έβλεπε πάντα τη δουλειά του ως προορισμό, ως αποστολή. Δεν θα εξέθετε τον εαυτό του σε τόσους κινδύνους αν δεν ένιωθε πως επρόκειτο για κάτι σημαντικό που ένιωθε υποχρεωμένος να το μεταδώσει. Έβλεπε πως η εξαθλίωση δεν κλαίει, δεν έχει φωνή, υπομένει σιωπηλά, δεν επαναστατεί. Οι εξαθλιωμένοι δεν εξεγείρονται, οπότε χρειάζονται κάποιον να μιλήσει γι’ αυτούς. Δεν είχε αυταπάτες: γνώριζε πως ο ρους της ιστορίας δεν αλλάζει, αλλά μπορεί κανείς να περιορίσει τη φρίκη της.

Ο Καπισίνσκι αισθανόταν καλύτερα στα πιο απομακρυσμένα σημεία του κόσμου – στην Αφρική, την Λατινική Αμερική, την Ασία. Στον Τρίτο Κόσμο πάνω απ’ όλα προσαρμοζόταν από τη δεύτερη μέρα. Τα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας που άλλοτε ήταν μια αναγκαιότητα, αργότερα αποτελούσαν συνειδητή επιλογή, αφού εκεί συναντούσε πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους (Στα πιο φτωχά ξενοδοχεία μπορείς συχνά να πέσεις πάνω σε συναρπαστικές προσωπικότητες). Σ’ ένα σημείο ήταν τυχερός: ο Τρίτος Κόσμος αποτελούσε πεδίο όπου οι ιδεολογικές πιέσεις από την πλευρά της εξουσίας ήταν πολύ μικρότερες απ’ αυτές που ασκούνταν π.χ. στον ανταποκριτή της Μόσχας ή της Πράγας. Η κατάσταση στη Ρουάντα ή στο Τσαντ σε καμιά περίπτωση δεν απειλούσε την εξουσία.

Μια διαρκής αντίφαση ενυπάρχει στην δουλειά του: από τη μια ανακαλύπτει έναν συναρπαστικό, άγνωστο κόσμο, από την άλλη το δημοσιογραφικό τέλεξ είναι τόσο επιφανειακό και ατελές που χάνεται όλη η πληρότητα και η διαφορετικότητα αυτού του κόσμου. Γι’ αυτό και ξεκίνησε να γράφει βιβλία: για να ακυρωθεί ο παροδικός και κοινότοπος χαρακτήρας της δημοσιογραφίας του πρακτορείου ειδήσεων. Στον τύπο, στην τηλεόραση όλα κλίνουν προς τη συντόμευση – κανείς χώρος για τον πλούτο των αποχρώσεων. Σε μια εφημερίδα δεν έχουν θέση το περιβάλλον, το κλίμα και η ατμόσφαιρα ενός δρόμου, τα κουτσομπολιά που κυκλοφορούν σε μια πόλη, χιλιάδες στοιχεία που συνιστούν την αλήθεια ενός γεγονότος.

Στην Αφρική εκρήγνυνται η αποκάλυψη μιας ασυνήθιστης αλήθειας – ότι δεν είμαστε μόνοι σ’ αυτό τον κόσμο, ότι ανήκουμε στην μεγάλη πολυπληθή ανθρώπινη οικογένεια και «μας ενώνουν πολλές κλωστές και καλώδια που απλώνονται προς κάθε κατεύθυνση». Ο Κ. προσπαθεί να μιλήσει για την συναίσθηση αυτής της τεράστιας χωρικής αλλά κυρίως πολιτισμικής απεραντοσύνης που είναι αδύνατο να καταγραφεί. Ήδη από το 1912 ο πολωνός ανθρωπολόγος Μαλινόφσκι είχε (βλάσφημα για την εποχή) γράψει πως ο κόσμος των πολιτισμών δεν είναι ιεραρχικός και πως όλοι είναι ίσοι. Σήμερα η νοοτροπία μας παραμένει ευρωκεντρική – λες και επιστρέφουμε στον 19ο αιώνα όπου οι άνθρωποι σκέφτονταν σε επίπεδο λαού, περιφέρειας ή ηπείρου. Κι ας γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως οι πολιτισμοί του κόσμου είναι ατέλειωτοι. Ήμουν σ’ ένα πόλεμο που διαρκεί εδώ και σαράντα χρόνια, στο Σουδάν, παρόλο που πολύ λίγοι άνθρωποι τον γνωρίζουν, κι αν τον γνωρίζουν, ανήκει στους «ασήμαντους» ή «ξεχασμένους.

Γράφω για πολέμους και ονειρεύομαι την ειρήνη. Όταν όμως βρίσκεσαι σε πόλεμο (ο οποίος ούτως ή άλλως είναι αδύνατο να περιγραφεί)), η ίδια η κατάσταση σε κάνει να εμπλέκεσαι τόσο συναισθηματικά, ώστε τελικά να ταυτίζεσαι με την πλευρά στην οποία βρίσκεσαι. Η ίδια η πολεμική κατάσταση, γράφει, γεννάει μια υποκειμενικότητα. Εδώ ήταν η μεγάλη δυσκολία: να τραβήξει τη γραμμή ανάμεσα στην προσωπική συμμετοχή και στην περιγραφή. Διόλου τυχαία αναφέρει το πείραμα που έκανε Έλενα Πονιατόφσκα ως άριστο παράδειγμα των προβλημάτων μιας τέτοιας δημοσιογραφίας. Η μεξικανή συγγραφέας έγραψε το χρονικό της σφαγής εκατοντάδων φοιτητών το 1968 στην πλατεία Τλατελόλκο χρησιμοποιώντας διηγήσεις πάνω από εκατό ανθρώπων που ήταν αυτόπτες μάρτυρες: όλες διαφέρουν εντελώς η μία από την άλλη.

Κάθε φορά που βρισκόταν με τους νομάδες στη Σαχάρα έβλεπε πως ελάχιστα μπορούσε να τον βοηθήσει ολόκληρος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Όλες του οι γνώσεις, όλος ο Καντ και ο Σπινόζα ήταν άχρηστοι μπροστά στο χάος της Σαχάρας. Δεν υπάρχει Σπινόζα στη Σαχάρα. Από την ομάδα των ρεπόρτερ που ταξίδευαν στον κόσμο την δεκαετία του ’60 μόνο αυτός απέμεινε να τριγυρνάει χωρίς τέλος. Οι άλλοι έγιναν επικεφαλής δικτύων, σταθμών, οίκων, τύπων, παρέμειναν ακίνητοι. Εκείνος αισθανόταν άσχημα κάθε φορά που βρισκόταν σε σταθερό ή ανιαρό περιβάλλον. Για να γράψει ρεπορτάζ χρειαζόταν δυνατά συναισθήματα και βιώσεις. Πάντα ήταν γεμάτος «άγραφες», όπως έλεγε, ιστορίες και αναρωτιέμαι τώρα που μας έχει αφήσει, πόσες από αυτές παρέμειναν άγραφες.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, επιλογή κειμένων και εισαγωγή: Κριστίνα Στρόντσεκ, μτφ. από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 172 (Ryszard Kapuściński, Autoportret reportera, 2003).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr. Το «μπαρ» της τελευταίας φωτογραφίας σερβίρει βενζίνη. Ο Καπισίνσκι αναφέρει συχνά περίπτωση προμήθειας βενζίνης από κάποιο κρυφό δωμάτιο όπου τον οδήγησε μια …έγκυος Μασάι.

18
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Οι στήλες του Ηρακλή

Ένα άδειο μέρος, όταν το επισκεφτείς εκτός τουριστικής περιόδου φαίνεται πιο άδειο και πιο εκτεθειμένο από κάθε άλλη εποχή, αλλά τότε είναι ο πραγματικός εαυτός του (σ. 218).

Το σχέδιο του Θερού είναι να ξεκινήσει από τις Ηράκλειες Στήλες που κάποτε σημάδευαν το τέλος του ταξιδιού και τα όρια του πολιτισμού για την αρχαιότητα και να κυκλώσει την Μεσόγειο περνώντας από 17 χώρες και 50 γλώσσες. Να παραμείνει στις ακτές και να κινηθεί με κάθε πλωτό μέσο, συμπληρώνοντας με τρένα και λεωφορεία αλλά αποφεύγοντας τα αεροπλάνα. Πώς απέκτησε την επιθυμία της Μεσογείου; Είχε πρώτα «δει» τις ακτές της Ιταλίας στο Set this house on fire του Γουίλιαμ Στάιρον, το Οράν στην Πανούκλα του Καμύ, την Καρχηδόνα στην Σαλαμπώ, την Ριβιέρα στον Κόνολι, το Έμπολι (δηλαδή το Αλιάνο) στον Λέβι, όλη την Μεσόγειο στο Labels του Ίβλιν Γουό, είχε διαβάσει Χέμινγουεϊ, Καβάφη, Κόνραντ (που έγραψε τον Μυστικό πράκτορα στο Μονπελιέ στη νότια Γαλλία) – όλοι του άναψαν την επιθυμία του μεσογειακού πλου.

Ξεκινά από την «τελευταία αποικία της Ευρώπης», την ιδιάζουσα περίπτωση του Γιβραλτάρ («σαν μια φυλή μικροσκοπικών ειδωλολατρών που ζουν γαντζωμένοι πάνω στον κολοσσιαίο πέτρινο ναό τους») και του ιδιόρρυθμου τριχασμού του μεταξύ αυτονομίας, Αγγλίας και Ισπανίας. Εδώ έχασε την παρθενιά της η Μόλι Μπλουμ, σε «μια από τις πιο παθιασμένες περιγραφές στη λογοτεχνία». Δεν υπάρχει Περιήγηση της Διακόρευσής στον Βράχο αλλά ο Θερού επιμένει πως ακούει μια αισθησιακή φωνή. Στην Ανδαλουσία, ένα φέρι μποτ φεύγει για την Ταγγέρη: το Μαρόκο είναι απέναντι αλλά ο συγγραφέας θα βρεθεί εκεί …ένα χρόνο μετά, καθώς είναι η άλλη άκρη του κύκλου. Παίρνει τον Αυτοκινητόδρομο της Μεσογείου (δυο λωρίδες, με παρατημένα χωράφια και φορτηγά στις άκρες!) προς τα ισπανικά παράλια, κρατώντας μόνο το Οργουελικό Προσκύνημα στην Καταλονία και το Ισπανικό Ταμπεραμένο του Β.Σ. Πρίτσετ – άλλωστε η τουριστικοποιημένη ακτή δεν έχει καμία σχέση με την Ισπανία του Θεβάντες.

Η κουβέντα για τον Φράνκο είναι από τις λιγότερο δημοφιλείς στη χώρα. Παραδόξως παραμένει ένας από τους λιγότερο γνωστούς δικτάτορες του εικοστού αιώνα, προστατευμένος από το προπέτασμα καπνού των αγιογράφων του – άλλη μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται το παρελθόν της. Αντίθετα κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το αποτρόπαιο θέαμα των ταυρομαχιών, μια σκηνοθετημένη δολοφονία για την οποία ο Θερού απορρίπτει κάθε επιχείρημα, μαζί και τις σχετικές ανοησίες του Χέμινγουεϊ.

Στο φέρι μποτ για την Πάλμα της Μαγιόρκα εκπλήσσεται (ενώ εμείς όχι) με την μυρωδιά λαδιού μηχανής, τις πόρτες που κοπανιούνται, το εξαφανισμένο πλήρωμα. Όπως πολλοί συγγραφείς επέλεξαν να μείνουν σε εκπληκτικούς άγνωστους τόπους βγάζοντάς τους από τον χάρτη της αφάνειας (ο Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σουρ, ο Ντ. Χ. Λόρενς το Τάος, ο Ρ.Λ. Στίβενσον στα νησιά Σαμόα) έτσι και στη Λογοτεχνική Μεσόγειο ο Φιτζέραλντ εισήγαγε την Ριβιέρα, οι Ντάρελ και Καβάφης την Αλεξάνδρεια, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς την Μαγιόρκα. «Είναι παράδεισος αν μπορείς να τον αντέξεις» του είχε πει η Γερτρούδη Στάιν κι εκείνος έζησε για πάντα εκεί, επίτιμος δημότης από το 1969, ο μοναδικός σε όλη την ιστορία το χωριού. Εκεί ζουν ακόμα τα παιδιά του, αλλά ο Θερού ντράπηκε να τους ενοχλήσει. Στην Βαλντεμόσα η Γεωργία Σάνδη έφερε τον εραστή της Σοπέν – φεύγοντας έγραψε ένα ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο για την διαμονή της.

Μάλαγα, Αλμερία (όπου γυρίστηκαν πολλά από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε), Καρθαγένη, Βαλένθια, Κόστα δελ Σολ – ολόκληρη η παράκτια γραμμή αποικείται επιθετικά, σε μια εξευτελιστική αστικοποίηση των παραλίων όπου όλα τα κτίσματα μοιάζουν με λευκές ηλεκτρικές κουζίνες και ψυγεία. Άδειοι δρόμοι, ανεμόδαρτες παραλίες, έλλειψη πελατών, χορταριασμένες αυλές: οι ισπανικές πόλεις από την Κόστα Μπράβα και πέρα νεκρώνονται όταν τελειώσει η τουριστική σεζόν αλλά αυτό αρέσει στον Θερού, που και πάλι έχει επιδιώξει να ταξιδέψει σε «τέλος εποχής». Ούτως ή άλλως λίγο πιο πίσω απ’ τη θάλασσα οι περιοχές παραμένουν αγροτικές στην κουλτούρα και την νοοτροπία.

Μια στάση στην Φιγκέρες, όπου γεννήθηκε και μουσειώθηκε η «προσωποποίηση του ισπανικού χαρακτήρα», ο επιδειξιομανής ερεθιστής κλόουν Νταλί και ακολουθεί η Νίκαια του Ματίς και του Γκαριμπάλντι, η Αντίμπ όπου προτίμησε να ζήσει 20 χρόνια ο Γκράχαμ Γκρίν, η Ναρμπόν (εδώ ο Τ.Ε.Λόρενς έγραψε «έφτασα επιτέλους στο δρόμο για το Νότο και την Ανατολή) κι όλος ο Γαλλικός Νότος από τα προάστια της Τουλόν μέχρι το Μόντε Κάρλο, κι από την Μασσαλία ως τις Κάννες και το Σεν Τροπέ. Μόνο που η Ριβιέρα των λογοτεχνών του ’30, σήμερα έχει ηλικιωμένους, συνταξιούχους, απατεώνες που έχουν πάει για να αποφύγουν του φόρους στην πατρίδα τους – ο συγγραφέας γνωρίζει πως αυτοί οι υπερεκτιμημένοι φορολογικοί παράδεισοι είναι εκ φύσεως πληκτικά μέρη.

Η Κορσική, μοιάζει με αποικία που έχει τη μυστική ζωή που έχουν όλες οι αποικίες: την παράλληλη κουλτούρα που επιβιώνει μέσα από μια άλλη γλώσσα. Ο Κορσικανός εθνικισμός όταν δεν εκφράζεται με γραπτές εκκλήσεις για αυτονομία, τοποθετεί βόμβες ή καίει τα σπίτια των ξένων. Εδώ ένας νέος Φλομπέρ έγραψε δεκαεννιά τετράδια, ενώ ο Μεριμέ την αλώνισε ψάχνοντας για τοποθεσίες όπου να διαδραματίζονται τα μυθιστορήματά του. Το καλύτερο βιβλίο για το μέρος έχει γραφτεί από την Ντόροθι Κάρινγκτον (Νησί από γρανίτη) και ο Θερού επιδιώκει την συνάντηση με την 80χρονη πλέον κυρία που έκανε την Κορσική πάθος της.

Αρκεί ένα φέρι για να σε πάει σε άλλη «χώρα» κι ας μοιάζει η Σαρδηνία με μια απομακρυσμένη ιταλική επαρχία – δεν είναι όμως περισσότερο Ιταλία απ’ όσο η Κορσική Γαλλία: και τα δυο παράξενα νησιά της Τυρρηνικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διαφορές παρά για τις ομοιότητες. Εδώ στην δεκαετία του ’70 οι απαγωγές αλλοδαπών αποτελούσαν εθνική βιομηχανία – ο Θερού δεν τον αναφέρει, αλλά είναι γνωστή η περίπτωση του Fabrizio De Andre, που απήχθη επί τετράμηνο στο Σουπραμόντε. Αργότερα στη δίκη είχε εκφράσει την υποστήριξή του στους φτωχούς απαγωγείς (όχι στους εγκέφαλους των συμμοριών) δηλώνοντας πως εκείνοι ήταν οι αληθινοί φυλακισμένοι. Λίγο μετά έβγαζε τον άτιτλο δίσκο που έμεινε γνωστός ως ο «Ινδιάνος». Αλλά νομίζω μιλούσαμε για το βιβλίο – που συνεχίζει την διαδρομή του μέσω Σικελίας (στο Τσεφαλού ψάχνει το σπίτι του Άλιστερ Κρόουλι αλλά κανείς να γνωρίζει το όνομα), Καλαβρίας και βενετικής Κιότζας, στο κροατικό Ζάνταρ, το ισραηλινό Λεβάντε, την συριακή Λατάκια, κι ολοκληρώνει με περάσματα από Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο, Τυνησία και Μαρόκο.

Για τον συγγραφέα οι μεγαλουπόλεις μοιάζουν συνήθως σαν προορισμοί που δεν σου προσφέρουν τίποτε εκτός από την αίσθηση ότι έφτασες τελικά κάπου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που ήθελε να δει μόνο «άγρια» μέρη, για τα οποία δεν είχε ακόμα γραφτεί κάτι, αλλά τελικά μπορούσε να δει τα μέρη για τα οποία είχαν γράψει οι πάντες σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Το είχε ζήσει και νωρίτερα: η δική του Αγγλία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι είχε διαβάσει μέχρι τότε. Έτσι κάθε προορισμός αναμένεται νέος και αποκαλυπτικός, όπως εκφράζει και η μεταξύ ταξιδιωτών στιχομυθία:Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε; – Επειδή δεν έχω ξανάρθει.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Kunstlerschuld, που σημαίνει «ενοχή του καλλιτέχνη», το συναίσθημα που νιώθει ο καλλιτέχνης για την ελαφρότητα με την οποία μπορεί να βρίσκει γραφικό έναν κόσμο ο οποίος για όσους ζουν σ’ αυτόν που μπορεί να είναι θλιβερός και μίζερος. Ίσως υπάρχει και η ενοχή του ταξιδιώτη, την οποία νιώθει καθώς περνάει, αυτάρκης και απομονωμένος, από το ένα μέρος στο άλλο, αμέτοχος στη θλίψη του τόπου που διασχίζει. (σ. 183)

Εκδ. Κέδρος, 2007, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 724 σελ. (Paul Theroux, The pills of Hercules, 1995). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες, εκτός του συγγραφέα: οι Φιτζέραλντ στην Ριβιέρα (σελίδα από το αυτοσχέδιο τετράδιό τους) και ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στην Μαγιόρκα. Τα έξι παράθυρα βλέπουν την Κορσική.

14
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Διασχίζοντας την Ασία με τρένο

Το σφύριγμα των τρένων υπήρξε σταθερή οικιακή υπόκρουση για τον Θέροου (ή Θερού όπως συνήθως προφέρεται και θα τον αποκαλούμε), λόγω γειτνίασης του σπιτιού του με σιδηροδρομική γραμμή. Συνεπώς το τετράμηνο σιδηρότροχο ταξίδι του ως την άλλη άκρη του κόσμου του, με ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο του 1973 ήταν θέμα χρόνου, όπως και τα 30 κεφάλαια που αντιστοιχούν σε ισάριθμες διαδρομές με οποιοδήποτε είδος τρένου μπορεί κανείς να φανταστεί. Ξεκινώντας από τον Λονδίνο και σταθμεύοντας σε Βενετία, Βελιγράδι και Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας εισήλθε στο κύριο σώμα της τροχήλατης περιπλάνησής του, την Ασία, όπου για δυο συνεχόμενους μήνες προς μεγάλη του χαρά θα βλέπει ήλιο, μέχρι τους μουσώνες του Μαδράς.

Ο Θερού είναι πανέτοιμος: γνωρίζει καλά πως το ταξίδι είναι εξίσου φυγή και αναζήτηση ταυτόχρονα. ΄Πάντα βλέπει τα κρεμασμένα ρούχα έξω στα σπίτια σαν σημαίες που στέλνουν σινιάλα στους επιβάτες των περαστικών τρένων και ζηλεύει τον Ιταλό συνταξιούχο σιδηροδρομικό που ανταμείφθηκε με μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ζει μόνιμα μέσα στα κινούμενα βαγόνια. Άλλοτε νοιώθει θεατής μιας συνεχόμενης παράστασης, άλλοτε ένοικος μιας κινητής κρεβατοκάμαρας, άλλοτε επισκέπτης γκαλερί με εναλλασσόμενους πίνακες, όλα όσα βλέπει απ’ το παράθυρο.

Φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης ανήκει στους ανθρώπους που γνωρίζει ταξιδεύοντας. Όταν δεν ανταλλάζει «τις (συνηθισμένες ανάμεσα σε μοναχικούς ταξιδιώτες που διανύουν μεγάλες διαδρομές) ματιές της ανεκτικής αναγνώρισης», συζητά μαζί τους με αβίαστη ειλικρίνεια, που οφείλεται στο γεγονός ότι συνταξιδεύουν, έχουν παρόμοιο προορισμό, τρώνε μαζί και ξέρουν πως δεν θα ξανασυναντήσουν ο ένας τον άλλον. Όπως ο Γερμανός μαραθωνοδρόμος που κατεβαίνει βιαστικά στις αποβάθρες και ασκείται για να μη χάσει τη φόρμα του, ο Σαδίκ που αλλάζει βαγόνι και προορισμό για να ακολουθήσει μια γυναίκα που απλώς του άρεσε, ένας Καναδός που κλείστηκε από λάθος σ’ ένα Άσυλο Ψυχοπαθών στο Αφγανιστάν αλλά του φάνηκε καλύτερο απ’ το να γυρίσει στον Καναδά, ο μυστήριος γερο – Ντάφιλ που ξεχάστηκε σ’ ένα σταθμό, άλλοι που «απλώς ταξιδεύουν».

Στην Καισάρεια του φαίνεται πως οι κάτοικοι – απόγονοι του Ταμερλάνου που κάθονται έξω απ’ τα χαμηλά σπίτια κοιτάζουν τον ορίζοντα μήπως φανεί ο επόμενος κατακτητής, στην Τεχεράνη εκπλήσσεται που τα μπαρ έχουν την ατμόσφαιρα των σαλούν της άγριας Δύσης, προς ψυχαγωγία των εργαζόμενων στις πετρελαιοπηγές, εφτά μέρες μέσα εφτά έξω. Μια Αγγλίδα στο Μαδράς, πόλη με ανύπαρκτο πλούτο, εκπορνεύεται για λίγα χρήματα και εκείνος αναρωτιέται τι την οδήγησε σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό αλλά και την βλέπει σαν μια απόκληρη φυγάδα, σαν την Λένα στη Νίκη του Κόνραντ.

Ο Θερού όμως ενθουσιάζεται από τις αμέτρητες εικόνες: μια εγκαταλειμμένη ατμομηχανή με αγριόχορτα στο φουγάρο της, τις παράγκες των αμέτρητων απόμερων σταθμών. Ο Γιασάρ Κεμάλ να φτιάχνει χαρταετούς για τα μικρά παιδιά στο Μεναξέ, στον κόλπο του Μαρμαρά, απλοί άνθρωποι που κάθονται να δουν τα τρένα να περάσουν ή στέκονται με μπεκετική αδιαφορία μπροστά στην τροχήλατη κίνηση. Αφήνει από περιέργεια έναν ταξιτζή – νταβατζή να τον συνοδεύσει σε μια φωτεινή καλύβα μέσα σε σκοτεινές ερημιές για υπόσχεση χιλίων και μιας νύχτας (ενώ ξέρει πως θα φύγει τρέχοντας). Απορεί με τους πωλητές εταιρειών που πουλάνε αδιανόητα πράγματα σε πάμφτωχες κοινωνίες, λαστιχάκια για ντοσιέ ή αδιάβροχες πλαστικές θήκες για αλυσοπρίονα και εκπλήσσεται με τους ταξιδιώτες που ζουν σαν τους πιο φτωχούς κατοίκους του Ιράν και του Αφγανιστάν υπό άθλιες συνθήκες ζωής, επειδή δεν θέλουν να αποδεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα της…χώρας τους, διαλέγοντας ακόμα και να πεθάνουν από την αρρώστια τους «ανώνυμοι μέσα στη γενικευμένη αθλιότητα, στις φρικτές παραγκουπόλεις της Ανατολής».

Φυσικά το ίδιο το (εκάστοτε) βαγόνι του επιφυλάσσει εκπλήξεις, περιπέτειες, απρόοπτα. Θα απογοητευτεί από τραγικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες, θα στηθεί σε γραφεία Πληροφοριών και Κρατήσεων που αντιγράφουν τα στοιχεία των εισιτηρίων σε χοντρά τετράδια ή που μένουν κλειστά με …χορταριασμένα πρεβάζια. Θα φάει άπειρες φορές άθλιο φαγητό ή τίποτα, θα ξυπνήσει από τα ζωώδη βογκητά μιας κοπέλας που σεξουαλείται ακριβώς στο διπλανό κρεβάτι, θα κοιμηθεί σε κουκέτες και ξύλινες κλινάμαξες που τρίζουν ασταμάτητα όλη νύχτα και μοιάζουν έτοιμες να διαλυθούν. Ο Θερού αισθάνεται πως σε κάθε τρένο του επιτίθεται κάθε τερατώδες χαρακτηριστικό της χώρας που περνά.

Η εικόνα της Λαχώρης που μέσα του προερχόταν από τον Κίπλινγκ (που ωρίμασε ως συγγραφέας στην πόλη) σήμερα δεν έχει πολλές διαφορές από τις πρώτες ιστορίες του ή τον Κιμ. Στον οδοντωτό για την Κάλχα (ένα αμάξωμα παλιού λεωφορείου με την μούρη φορτηγού Φορντ) οι Βεγγαλέζοι βουτάνε από την αποβάθρα με το κεφάλι μέσα από τα παράθυρα για να πιάσουν τις καλύτερες θέσεις. Οι Ινδοί έχουν μεταφέρει τα χωριά τους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γίνονται ένοικοί τους με κανονική κατάληψη του χώρου, κοιμούνται, τρώνε, ζητιανεύουν στις αποβάθρες, ενώ οι χωρικοί αφοδεύουν καθιστοί στις γραμμές, θεωρώντας τις το όριο του κόσμου τους. Εδώ αναθυμάται το περί αυτών σχόλιο του Μαρκ Τουέιν: Είναι παράξενος λαός. Φαίνεται να θεωρούν ιερή την κάθε μορφή ζωής εκτός από την ανθρώπινη.

Καθώς το τρένο περνάει από την Βομβάη οι επιβάτες τραβούν τον μοχλό ασφαλείας οπουδήποτε τους βολεύει μετατρέποντας το εξπρές σε τοπικό λεωφορείο. Παντού καταυλισμοί με σκεπές από λάστιχα αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικού, πλήθος κόσμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στα πεζοδρόμια, σώματα ακίνητα με μαξιλάρι τα χέρια τους, ξανά σαν περιγραφή του Μαρκ Τουέιν. Σ’ ένα σταθμό της Βομβάης άλλωστε ο Β.Σ. Ναϊπόλ τρομοκρατήθηκε: Θα μπορούσε κανείς να βυθιστεί και να χαθεί χωρίς κανένα ίχνος μέσα στα πλήθη των Ινδών (An Area of Darkness) – κι όμως εδώ υπάρχει μια διάτρητη μητροπολιτική υπεροψία που βρίσκει κανείς μόνο στην Καλκούτα.

Καθώς ο Θερού διαβάζει το Martin Chuzzlewit διαπιστώνει πως η Καλκούτα είναι μια πόλη ντικενσιανής αθλιότητας, πολύ περισσότερο ντικενσιανή από όσο ήταν ποτέ το Λονδίνο. Πλήθη αστέγων στριμώχνονται ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, οικογένειες ολόκληρες ζητούν καταφύγιο κάτω από πάγκους και μέσα σε καρότσια αποσκευών. Με τόσους ρακοσυλλέκτες, τα σκουπίδια της Καλκούτας «ανακυκλώνονται» σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο σουρεαλισμός υπάρχει παντού: Στο τοπικό για το Ραμεσβαράμ με τις … 94 στάσεις, σε κάθε σταθμό ορμούν μέσα στην κλινάμαξα για να πάρουν με τενεκεδάκια νερό από τις τουαλέτες, κάπου υπάρχουν οι τάφοι των …. Κάιν και του Άβελ, ένα σεμινάριο στην Κεϋλάνη σχετικά με την αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτο – ευνόητο, εφόσον προσφέρονται τρία γεύματα ημερησίως και η αίθουσα είναι γεμάτη με φτωχούς αλλά χορτασμένους, μισοκοιμισμένους συνέδρους.

Στην γραφειοκρατούμενη σοσιαλιστική Βιρμανία εκπλήσσεται με την κινηματογραφική μανία του πληθυσμού και υφίσταται για άλλη μια φορά φρικτά ξύλινα καθίσματα και σπασμένα παράθυρα. Κόκαλα κοτόπουλου και κελύφη από γαρίδες στο διάδρομο, μουσική στη διαπασών από γιγάντια παλιά ηχεία. Το Μανταλέι είναι ένα μαγικό όνομα, αλλά τίποτε άλλος εκτός απ’ αυτό. Το ποίημα του Κίπλινγκ είναι ανεξήγητο – εκείνος δεν έφτασε ποτέ ως εδώ. Όμως του αρκεί το θέαμα των γυναικών που λούζονται σ’ ένα ποτάμι στην Άνω Μπούρμα και για μια στιγμή σκέφτεται να πηδήξει από το τρένο και να ζήσει με μια από αυτές στην υπόλοιπη ζωή του. Καθώς θεόρατες γέφυρες ενώνουν τις βουνοκορφές της ζούγκλας, μια ένοπλη ομάδα στο τελευταίο βαγόνι προστατεύει στο τρένο από τους ληστές, με αρχαία όπλα – οι ληστές το γνωρίζουν και ορμούν μόνο στο πρώτο.

Τα μπουρδέλα του Βιενάν στο Λάος είναι πιο καθαρά από τα ξενοδοχεία ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Μπανγκόγκ θεωρούνται φυσιολογικές από τους κατοίκους της. Η πόλη βασίζεται στους περαστικούς και διαφημίζεται ως το μέρος που οποιοσδήποτε άτολμος τουρίστας θα νοιώσει Καζανόβας. Για άλλη μια φορά αδιαπέραστοι δρόμοι, μαύρα κανάλια και εμπόριο έργων τέχνης κλαπέντων από απομονωμένους ναούς της χώρας. Και ο Θερού συνεχίζει σε Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ και Ιαπωνία, παίρνει το Υπερ – Εξπρές Ηλιαχτίδα για το Κιότο και την δεκατετράλεπτη «Ηχώ» για την Οζάκα, καταλήγει στον Υπεσιβηρικό και στο τέλος του τετραμήνου επιβεβαιώνει πως τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ ένα τρένο: ακόμα και η παρόρμηση να κατέβεις.

Αν σκεφτεί κανείς πως ο ανήσυχος τροχιοδρόμος (Μασαχουσέτη, 1941) υπήρξε από καθηγητής σε Μαλάουι και Σιγκαπούρη έως πανεπιστημιακός στην Ουγκάντα, εγκατεστημένος επί 17ετία στην Βρετανία και νυν ζων στη Χαβάη, τότε είναι προφανές πως δεν θέλει και πολύ να ξαναφύγει κι άντε εμείς μετά να τον ακολουθήσουμε πάλι λαχανιάζοντας. Τι; Ξανάφυγε, ακολούθησε νέο βιβλίο και πέρασε από δω;

Όσο πιο μεγάλο ήταν το τρένο, όσο πιο μακρύ ήταν το ταξίδι, τόσο πιο ευτυχισμένος ένοιωθα εγώ – δεν είχα το άγχος που μου προξενούσαν τα τοπικά τρένα, που έπρεπε να βρίσκονται μια ορισμένη ώρα σε ορισμένο μέρος. Στα μεγάλα ταξίδια σπάνια κοιτούσα τους σταθμούς που περνούσαν έξω από το παράθυρό μου – η κίνηση του τρένου μέσα στο χώρο δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είχα μάθει να συμπεριφέρομαι σαν μόνιμος ένοικος τους εξπρές…Το ταξίδι με το τρένο ζωντάνευε τη φαντασία μου και συνήθως μου παρείχε τη μοναξιά που χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω και να καταγράψω τις σκέψεις μου. Μου ήταν εύκολο να ταξιδεύω σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: πάνω στις επίπεδες σιδηροτροχιές, ενώ η Ασία άλλαζες αδιάκοπα έξω από το παράθυρό μου, και την ίδια στιγμή να περιφέρομαι στα άκρα ενός προσωπικού κόσμου αναμνήσεων και λέξεων. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο πετυχημένο συνδυασμό. (σ. 251)

Εκδ. Κέδρος, 2005, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 510 σελ. (Paul Theroux, The Great Railway Bazaar, 1975). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

07
Οκτ.
10

Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου