Posts Tagged ‘Ταξιδιωτική Λογοτεχνία

20
Οκτ.
19

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.

02
Ιολ.
19

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες. Τόμος Β΄

Ταξιδευτής τεσσάρων Ανατολών

Τι νιώθεις λοιπόν όταν βρεθείς στη μέση της στέπας; Μιαν ακατάσχετη επιθυμία να καλπάσεις. Αυτό είναι το κλειδί της ψυχής των νομάδων του 50ού παραλλήλου. Αυτό είναι ίσως το μυστικό της ιστορικής καταιγίδας που γνώρισε ο δέκατος τρίτος αιώνας, του ανεμοστρόβιλου που διάλυσε ουσιαστικά την ισλαμική αυτοκρατορία και έσπειρε πρωτοφανή τρόμο στην Κεντρική Ευρώπη: η ξεγνοιασιά, η παιδική σχεδόν αθωότητα με την οποία η μάστιγα αυτή του Θεού αφάνιζε ζωές και ισοπέδωνε μνημεία του πολιτισμού […] δεν έχει ίσως άλλη εξήγηση από την ιδιοσυγκρασία του ανθρώπου της στέπας που βλέπει απλώς σαν εμπόδιο ό,τι ορθώνεται στον ορίζοντά του – την ανάγκη του να επαναφέρει τον κόσμο στην πρωτογενής, ανεμπόδιστη, απέραντη και ισόπεδη έκταση που ήταν ανέκαθεν η μοναδική του κατοικία. [σ. 55]

… γράφει ο Φώτης Τερζάκης για την Μογγολία, στα δεύτερά του Αντίδρομα προς τους τέσσερις ύστατους ανατολικούς κόσμους από την δική μας ταπεινή γωνία: χερσόνησο της Ινδοκίνας, Κίνα, Ιαπωνία, Θιβέτ και Λαντάκ, στις βόρειες επαρχίες της Ινδίας – τα πρώτα Αντίδρομα σε περιοχές μιας εγγύτερης Ανατολής παρουσιάστηκαν εδώ. Στην Μογγολία λοιπόν, όπου ο μισός πληθυσμός βρίσκεται σε ξεχασμένα χωριά μέσα στον χωμάτινο ορίζοντα ή στις ατέλειωτες στέπες και τα υψίπεδα, όπου τα αγριοκάτσικα εμφανίζονται ως φαντάσματα στα φαράγγια του Αλτάι και τα μικρά άλογα χάνονται σαν σαΐτες στον τάπητα της ερήμου – το χλιμίντρισμά τους ακούγεται στο ηχόχρωμα των εγχόρδων και στην, μοναδική στον κόσμο, παράξενη τεχνική των εγγαστρίμυθων τραγουδιών.

Στο Ουλάν Μπατόρ, όπου ζει ο άλλος μισός, τα βαριάς αισθητικής σοσιαλιστικά κτίσματα συνυπάρχουν με τις μογγολικές γιούρτες, τις χαρακτηριστικές κυκλικές σκηνές των νομάδων, με την άσπρη τσόχα που κρατά την ζέστη και το φοβερό κρύο σε απόσταση. Αυτοί οι νομάδες χαρακτηρίζονται από ανεπτυγμένες μορφές φυλετικής δημοκρατίας και αξιοσημείωτη ισχύ των γυναικών (εκτός βέβαια από τις φυλές που προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ). Η Μογγολία έζησε επί αιώνες στο μυχό μιας ασταμάτητης παλίρροιας ανάμεσα στην Ρωσία και την Κίνα και είχε δεχτεί τους άμεσους κραδασμούς της επανάστασης των Μπολσεβίκων και ήταν η δεύτερη χώρα στον κόσμο που ανακηρύχθηκε επισήμως «λαϊκή δημοκρατία».

Ο ταξιδιώτης περνάει «στην ασύγκριτη δημοκρατία των αεροδρομίων, την μόνη δημοκρατία των φυλών, των συμπεριφορών και των αμφιέσεων», φτάνει στην Σιγκαπούρη, την βαβυλώνα των επιχειρήσεων και των night clubs, και μυρίζεται τις Νότιες Θάλασσες, τα σύνορα που αιώνες τώρα δεν παύουν να παραβιάζουν αργοπορημένη θαλασσοπόροι, κατόπιν εορτής εξερευνητές και δραπέτες των πολιτισμών τους. Στην Σαϊγκόν τα βράδια με την χαμηλή ηλεκτροδότηση αμέτρητα ζευγαράκια ρεμβάζουν στα βρώμικα νερά του λασπωμένου ποταμού. Οι Βιετναμέζοι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα· έζησαν την κτηνωδία των Γάλλων, σήκωσαν το βάρος του αντιαποικιακού αγώνα στην Ινδοκίνα, αντιστάθηκαν σε κυβερνήσεις ανδρεικέλων, πολέμησαν με σφεντόνες και καλάμια, απέκρουσαν την Κίνα· δεν νικήθηκαν από τίποτα – εκτός από την παγκόσμια αγορά.

Σε τούτα τα μέρη που ο κόσμος απλώς δεν γνωρίζει την Ελλάδα· το ελληνικό θαύμα δεν σημαίνει γι’ αυτούς απολύτως τίποτα. Ο γηγενής οδηγός της συντροφιάς, μια συναρπαστική βιογραφία από μόνος του, είναι πιστός στην ταοϊστική αρχή του γιν και του γιανγκ, το ατέρμονο παιχνίδι των αντιθέτων που κυβερνάει τον κόσμο, την ατέλειωτη εναλλαγή της χαράς και της λύπης, και γνωρίζει την ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί στην δυναμική απάθεια του μέσου δρόμου. Άλλωστε ως προμετωπίδα, έχουν ήδη τεθεί τα λόγια του Μισέλ ντε Σερτώ: στην διάρκεια εντός ταξιδιού, τα αντίθετα συμπίπτουν. Ο συγγραφέας παρατηρεί τον εκθαμβωτικό συγκρητισμό των ασιατικών θρησκειών και όταν στο ναό και το μαυσωλείο του Άνγκορ Βατ στην Καμπότζη δει τα γιγάντια δέντρα να ξεπηδούν μέσα από ξεκοιλιασμένα κτίσματα και τις ρίζες να περισφίγγουν σαν μυθικά ερπετά τους ρημαγμένους τοίχους, σκέφτεται πως η φύση και ο πολιτισμός είναι σφιχταγκαλιασμένοι σε προαιώνια, κοσμογονική αναμέτρηση.

Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό ότι, στα δέκα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, η Καμπότζη και το Λάος δέχτηκαν το μεγαλύτερο φορτίο βομβών που έχει ριχτεί ποτέ σε χώρα, μεγαλύτερο και από το σύνολο των βομβών που έπεσαν σε όλο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Και μπορεί το 1975 οι Βιετκόγκ να γονάτισαν οριστικά του νεοαποικιοκράτες αλλά ακολούθησαν στην Καμπότζη οι Ερυθροί Χμέρ που μετέφεραν τον πληθυσμό στις αγροτικές κολλεκτίβες, ένα είδος καταναγκαστικών έργων, όπου αποδεκατίζονταν από τις κτηνώδεις βιοτικές συνθήκες. Το όργιο αίματος των θανάτων και των βασανιστηρίων ξεπερνά το ίδιο το Άουσβιτς. Αυτό έδωσε αφορμή στο κομμουνιστικό Βιετνάμ να εισβάλει το 1978, διαλύοντας τους Ερυθρούς Χμερ. Ένα από τα αξεδιάλυτα μυστήρια της Καμπότζης, γράφει ο Τερζάκης,  είναι το πώς χώνεψε όλη αυτή τη χθεσινή φρίκη και η ζωή κυλάει παντού σ’ έναν αδιατάρακτο ρυθμό και όλοι διατηρούν ένα γλυκό χαμόγελο, παρά το γεγονός πως κάθε οικογένεια έχει τους νεκρούς της και η μισή χώρα παραμένει ναρκοπέδιο.

Ο Βουδισμός είναι ο ίδιος ο αέρας που αναπνέει ο κόσμος της Νοτιοανατολικής Ασίας· ακόμα και οι αναρίθμητες θεότητες του Ινδουισμού μοιάζουν να έχουν απορροφηθεί στα πολλαπλά απεικάσματα της μοναδικής του εικόνας. Η διακύμανση της αισθητικής ποιότητας βέβαια είναι ιλιγγιώδης. Από τους κακότεχνους Βούδες με πλαστικά φωτάκια μέχρι τα ανεκτίμητα μνημεία αρχιτεκτονικής τέχνης κυριαρχεί το υψηλό στυλιζάρισμα στα όρια της ακαμψίας. Στους βουδιστικούς ναούς υπάρχει πάντα μια αίσθηση χαλαρότητας κι ελευθερίας που δημιουργεί την αίσθηση μιας υπόκωφης και συνεχιζόμενης γιορτής, χωρίς εκείνο τον καταναγκαστικό χαρακτήρα των μονοθεϊστικών πίστεων.

Στο Πεκίνο ο συγγραφέας επιλέγει να χωθεί σε ένα από τα εκατοντάδες χουντόγκ, στην αλλοτινή ραχοκοκαλιά της παλιάς πόλης, περίφημα όχι μόνο για την λαβυρινθώδη δομή τους αλλά και για την βρωμιά τους, καθώς ακόμα και δέκα οικογένειες μοιράζονταν μια τουαλέτα. Δρομάκια με κατάμαυρα στάσιμα νερά, λιγδιασμένα κουζινικά στοιβαγμένα στα πρεβάζια, η φτώχεια αυτών των ανθρώπων και η ρυπαρότητα του περιγύρου τους έρχεται σε αντίθεση με το καθαρό και περιποιημένο παρουσιαστικό τους. Τώρα ολόκληρες παραδοσιακές συνοικίες ισοπεδώνονται και κοινότητες μεταφέρονται, χωρίς να ερωτηθούν, σε ουρανοξύστες που ξεφυτρώνουν παντού στην πόλη. Στο κινέζικο θέατρο (σύμφωνα με την παραδοσιακή σοφία ένα από τα τέσσερα πάθη των Κινέζων, μαζί με τις σεξουαλικές χαρές, τα τυχερά παιχνίδια και το όπιο) σημασία δεν έχει η πλοκή, καθώς κάθε θεατρόφιλος Κινέζος γνωρίζει απ’ έξω και ανακατωτά το τυποποιημένο ρεπερτόριο, αλλά η αισθητική της παράστασης και η δεξιοτεχνία της επιτέλεσης.

Όλη η ιστορία της Κίνας από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα ως τα μέσα του εικοστού ήταν μια θλιβερή σειρά από ήττες και εξευτελισμούς, που γέμισαν την ψυχή του λαού με ανεξάντλητη μνησικακία προς την Δύση. Η συνέχεια ήταν γνωστή ως ένα δράμα που επαναλήφθηκε αναρίθμητες φορές στον εικοστό αιώνα: το αντιαποικιακό κίνημα υιοθέτησε σοσιαλιστικούς στόχους και κατρακύλησε στον κατήφορο του εθνικισμού και του μεγαλοϊδεατικού επεκτατισμού. Τώρα οι Κινέζοι ανάχθηκαν σε κατοπτρικά είδωλα των ανταγωνιστών τους και ως τέτοιοι έγιναν εκτοί στην παγκόσμια λέσχη των ισχυρών.

«Εκατομμύρια κουρδισμένα αυτόματα» δουλεύουν δέκα και δώδεκα ώρες ημερησίως χωρίς εργασιακά δικαιώματα και χωρίς δυνατότητα προσφυγής απέναντι στο κράτος ή την εργοδοσία (που εν πολλοίς ταυτίζονται) – ιδού πώς οι οικονομικοί δείκτες ανέρχονται ιλιγγιωδώς στην Κίνα! Τι πουλάει λοιπόν, αναρωτιέται ο Τερζάκης, αυτή η κυβέρνηση στους πολυεθνικούς κολοσσούς; Τον πληθυσμό της και τους δραστικούς μηχανισμούς καταστολής που της επιτρέπουν έναν βαθμό συμπίεσης της εργατικής δύναμης;

Διάβασα ταξιδιώτες του παρελθόντος θανάσιμα γοητευμένους από τα μυστήρια και τις εξοντωτικές αντιφάσεις του Σινικού πολιτισμού. Ο κόσμος εκείνων των βιβλίων δεν υπάρχει. Το βαθύτερο μυστήριο της σημερινής Κίνας δεν είναι εκείνο που την διαφοροποιεί, αλλά εκείνο που την εξομοιώνει με τη Δύση […] Σήμερα που πήραν καλά το μάθημά τους και ξαναέγιναν πρακτικοί, με τον τρόπο που η εποχή το απαιτεί, εξομοιώθηκαν με υπερβάλλοντα ζήλο μαζί μας και στον καθρέφτη τους βλέπουμε το πιο δυσοίωνο πρόσωπό μας. Στο μέλλον, μπορούμε με βεβαιότητα να προβλέψουμε, θα είμαστε όλο και περισσότερο Κινέζοι. [σ. 77]

Στην Ιαπωνία ο ταξιδευτής αναζητεί τους τόπους που συνδέονται με το Σουγκέντο, το ιδιόμορφο αυτό ρεύμα ορεινού ασκητισμού που δημιουργήθηκε μετά την εισαγωγή του Βουδισμού στην χώρα. Κύριος τρόπος άσκησής του ήταν η τελετουργική ορειβασία, ένα είδος «διαλογισμού εν κινήσει. Οι ασκητές ορειβατούσαν αδιάκοπα διασχίζοντας δύσβατες πλαγιές και κρημνώδη φαράγγια, επί έναν ολόκληρο χρόνο και από την αυγή ως το σούρουπο. Ακόμα και σήμερα οι πιστοί ασκούν την Τελετή της Φωτιάς, κουβαλώντας στον ώμο τους 108 αναμμένα δαδιά, ένα για κάθε κόκαλο του ανθρώπινου σώματος, για να τα σβήσουν στη θάλασσα, καίγοντας με αυτό τον τρόπο τον εγωισμό τους.

Γνωρίζουμε την φουτουριστική εικόνα με τους ουρανοξύστες του Τόκυο ή της Οσάκα όσο και την παραδοσιακή γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική· τι υπάρχει όμως ανάμεσα; Κάτι που θυμίζει περισσότερο Σκανδιναβία, Γερμανία και Κάτω Χώρες! Η αρχιτεκτονική του Τόκιο βέβαια είναι ένας μοντερνισμός σε παροξυσμό – αδιανόητα σχήματα και κατασκευές στα όρια της ύβρης. Αναποδογυρισμένο σκουπιδοντενεκέ το αποκαλούσε ο Τανιζάκι. Ο συγγραφέας παρατηρεί στο γιαπωνέζικο γέλιο έναν ωμό αισθησιασμό (που κουβαλά ένα είδος ζωώδους χάρης και μυστηριωδώς συνυπάρχει με την εκλέπτυνση και την σωματοποίηση των κοινωνικών κανόνων), ενώ αναζητά στην καθημερινότητα τις θεμελιώδεις έννοιες της Ιαπωνικής ψυχής. Εδώ το Ζεν προστάζει να αφεθείς ολότελα στην στιγμή αφού όλα είναι κιόλας χαμένα, ενώ στο Θέατρο Νο, είναι, μεταξύ άλλων, και οι ιεροπρεπείς απειροελάχιστες κινήσεις που σμιλεύουν δραματικά την ακινησία. Εκείνο που τελικά του μαθαίνει η Ιαπωνία είναι ο βαθύς δεσμός της ομορφιάς με την θλίψη. Αν είναι τέχνη είναι, όπως λέγεται, μια «υπόσχεση ευτυχίας», η ίδια η ομορφιά είναι μια ανάμνηση ευτυχίας.

Κι ακόμα παραπέρα, στο «δίχτυ των Ιμαλαΐων», το Θιβέτ και το Λαντάκ, υπάρχει πάντα τρόπος για τον ταξιδευτή να αναζητήσει τα ίχνη των θάνγκα, μιας μορφής θιβετιανής θρησκευτικής τέχνης, που υπηρετεί την μετάδοση της διδασκαλίας με μη γλωσσικά μέσα, και να ακούσει, όπως ο συγγραφέας, την γλώσσα αυτού του κόσμου. Εκτός από συγγραφέας βιβλίων πολιτικής, φιλοσοφίας, θεωρίας, αισθητικής, θρησκειολογίας και άλλων πεδίων, ο Τερζάκης είναι ένας σπάνιος ταξιδιογράφος. Τα κείμενά του αναμειγνύουν την ιστορία, την σύγχρονη πολιτική, την προσωπική ματιά, την περιδιάβαση στις τέχνες, τις έξοχες περιγραφές, την εμπλοκή με τους ανθρώπους. Να περιμένουμε και τρίτα Αντίδρομα;

Εδώ […] νιώθεις να σε χτυπούν τα ανισόμετρα κύματα του χρόνου και συνειδητοποιείς πως εκείνο που δεν υπάρχει πια δεν είναι ποτέ ολοκληρωτικά απόν. [σ. 102]

Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2015, σ. 158.

Στις εικόνες: Οι γιούρτες του Ουλάν Μπατόρ / Hoi-An, Βιετνάμ / Hoa Lu, Κόκκινος Ποταμός, Vietnam / Βούδας υπό Καθαριότητα (Ιάβα, φωτ. Aman Rochmanaman Rochman/Afp/Getty Images) / Δυο όψεις των χουτόνγκ στο Πεκίνο / Κινέζες εργάτριες / Τόκιο / Manjushri Θιβετιανό Θάνγκα.

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 230, υπό τον τίτλο The traveller, από το σπάνιο κομμάτι των The Moffs (ύμνο των ταξιδιωτών!)

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

17
Νοέ.
16

Γιώργος Βέης – Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις

%ce%b5%ce%be%cf%8e%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

Ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται

«Ο τόπος είναι φύσει και θέσει ένα πρόπλασμα δοκιμίου, ένα δικαίωμα περιγραφής και όχι μόνο. Φαντάζεται κι αυτός, περιμένει τον συναξαριστή του», γράφει ο συγγραφέας [σ. 20] δικαιώνοντας ένα μεγάλο μέρος από την πρόζα του, το ιδιαίτερο εκείνο είδος κειμένων που επιχειρεί να ανασυστήσει την εμπειρία των ταξιδιών και των ανά τον κόσμο περιπλανήσεών του μέσα από την τέχνη του λόγου.

Η κινητοποίηση των αισθητηρίων, το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής, ο αναλυτικός προσεταιρισμός των ορατών σημάτων, οι μύθοι που ανέκαθεν διαμορφώνουν ήθη και πολιτικές αγαστής συμβίωσης με το παράλογο – για να χρησιμοποιήσω μερικές από τις χαρακτηριστικές του εκφράσεις – αλλά και η απολύτως σύγχρονη πραγματικότητα που περιμένει να αποκωδικοποιηθεί, όλα αναζητούν τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουν εκείνο που μοιάζει τόσο δύσκολο να εκφραστεί, ποιώντας τελικά λόγο ταξιδιωτικό, ποιητικό και στοχαστικό μαζί. Κι αν, όπως γράφει για την Τζακάρτα, τα τοπία σε περιμένουν για να σου θυμίσουν ότι δεν μπορείς να τα μάθεις όλα, τουλάχιστον, σκέφτομαι, μπορείς να εκφράσεις εκείνο που σου έδειξαν ή να μαντέψεις εκείνο σου έκρυψαν.

Singapore

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται από το κεφάλαιο «Εικόνες και πίνακες: το φως της Σινγκαπούρης». Ο συγγραφέας βιώνει μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής σε ένα χαμαιλεοντικό τοπίο, μια υποδειγματική μητρόπολη που κολυμπάει διακόσια μέτρα πάνω από την γη, στον αέρα της ματαιοδοξίας, στο ζεστό κενό της σινγκαπουριανής νύχτας. Ζει το θεσπέσιο αίσθημα του αβαρούς, το παμπάλαιο όνειρο της ακίνδυνης πτήσης, σ’ ένα ύψος όπου τα πράγματα φαίνονται κοσμήματα. Διόλου τυχαία την ίδια στιγμή θυμάται τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε και τις Αόρατες πόλεις του Καλβίνο.

Σε αυτό το οδυσσεϊκό, πολυμήχανο νησί, η ανακύκλωση των ιδεών του βουδισμού συνυπάρχει με την ουσία της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς με αποτέλεσμα ένα κλίμα διαρκούς έντασης· σαν να μην κοιμάται τίποτε εδώ. Αυτή η χαρακτηριζόμενη μηχανή της ευτυχίας έχει ως ανοιχτό της κείμενο την ίδια την αρχιτεκτονική. Αυτά για τα οποία προνόησε η θάλασσα τόσους αιώνες καταπατώνται βάσει συστηματικού πολεοδομικού σχεδίου. Η χρήση νομιμοποιεί το όραμα των περαιτέρω επεκτάσεων. Το νησί τεντώνεται για να γίνει ήπειρος. Όλο και περισσότερος ζωτικός χώρος παραδίδεται στους κατοίκους της.

singapore-2

Φυσικά το κράτος – νησί υπήρξε σύμβολο ομαδοποιημένης, σχεδόν κατά τα αρχαία λακωνικά πρότυπα, πειθαρχίας στην τήρηση του απαιτητικότατου εθνικού κανόνα. Το κεκτημένο status quo, γράφει ο Βέης, αποτελεί υλοποίηση ενός υπεσχημένου Παραδείσου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ανατροπή ή απλή παραλλαγή κρίνεται εκ των προτέρων αήθης και ασφαλώς παράνομη. Έτσι εξηγείται γιατί ο έλεγχος των κοινωνικών εκδηλώσεων είναι εντατικός, γιατί το εγώ απορροφάται διαδοχικά από τη βουερή κυψέλη.

Στο κεφάλαιο «Επανεκκίνηση: Κίνα» ο συγγραφέας μετρά τέσσερα κινέζικα Χριστούγεννα, που πλέον εορτάζονται ως εμπέδωση μιας ειλικρινούς ανοχής και πρόσληψης του άλλου. Στην Κίνα ανθεί και η παραλλαγή των μικρο – μυθιστορημάτων, των λεγόμενων hint – fiction, κείμενα εκατόν σαράντα λέξεων που μόλις φτάνουν να χωρέσουν σε δυο μηνύματα των κινητών τηλεφώνων, τα οποία, συνοδευόμενα από εύστοχα σχόλια των αναγνωστών, δημιουργούν την αίσθηση ότι γράφεται από κοινού το ένα και μόνο βιβλίο του κόσμου. Άλλωστε ο διακεκριμένος εκδότης Λου Τσιμπό ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο όριο λέξεων αναγκάζει πράγματι τους συγγραφείς να γίνονται όλο και περισσότερο ακριβολόγοι και εξοντωτικά σαφείς, ασκώντας κατά περίπτωση το προσωπικό τους ύφος.

anderledes-hoteller22

Από τις «Μέρες και νύχτες στην Ιαπωνία» αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον παρουσιάζουν «Τα πανδοχεία του Άδη». Στην Ιαπωνία λόγω της γνωστής στενότητας των κατοικήσιμων χώρων σπανίως οι νεκροί συγγενείς χωρούν στο σπίτι με τους ζωντανούς. Η παράταση της φιλοξενίας της σορού ισοδυναμεί με εξόντωση των ορίων αντοχής, συνεπώς οι τεθνεώτες πρέπει να περιμένουν κάπου αλλού τη σειρά τους, ενώ απαιτούν άμεση περιποίηση. Η δημιουργία ταπεινών πανδοχείων για νεκρούς αποτελεί μια πρόσφορη λύση. Αυτά τα πανδοχεία δεν  ξεχωρίζουν από τα συνήθη κτίρια του είδους, η έξοδος του φερέτρου γίνεται από ειδικές διόδους και δεν ενοχλούνται ούτε οι γείτονες ούτε οι εντελώς ανυποψίαστοι περαστικοί. Μάλιστα τα ζευγαράκια του παράνομου έρωτα που συχνά αναζητούν περιστασιακό κατάλυμα απλώς μαθαίνουν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δωμάτια είναι πολύ κρύα. Οι νεκροί που συνωστίζονται εδώ, σχολιάζει ο Βέης, θεωρούν τον μικρόκοσμο του πανδοχείου σαν να ήταν η ιδεώδης παράταση του παρόντος.

dubai_

Σε άλλα κείμενα από την ίδια επικράτεια, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στους παλαιστές του σούμο, την αγέραστη Madame Butterfly, το θεμελιώδες Bushido, τις αρχές των Σαμουράι κ.ά. Στις «Διαδρομές στην Κορέα» ο συγγραφέας συναντά την Σου, πιστή φίλη από παλιά, τυπική κορεάτισσα της νέας εποχής που του προτείνει να παραστεί στην τελετή εγκατάστασής της στο νέο της όνομα. Ο σαμάνος ιερέας, εξειδικευμένος στον τομέα των εύστοχων ονοματοθεσιών, υποστηρίζει πως το όνομα οφείλει να δρα ως επιχείρηση, δραστήρια μέρα – νύχτα, ασφαλώς ως προοίμιο ερώτων και ως προσκλητήριο συζύγου. «Αποτελώντας μιαν ολιγοσύλλαβη προσευχή ανανεώσιμων ελπίδων, το όνομα συνιστά ταυτοχρόνως επιτομή Κέρδους». Μετά από δυο συντομότερες «Καθ’ οδόν» στάσεις, στο τσιμεντοχαλύβδινο Ντουμπάι και στον Κόλπο της Γουινέας ο συγγραφέας καταλήγει στον Πύργο της Σάμου, σε μια παιδική ηλικία όπου «τα πράγματα είναι ελαφρώς ή πολύ μεγεθυσμένα».

calvino

«Τα λόγια, όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες συνθήκες δράσης, φτάνουν κάπως αργά για να στήσουν, για να γράψουν τις εικόνες. Το πεδίο δράσης των συγκινήσεων είναι επόμενο να διευρύνεται συνεχώς», γράφει ο συγγραφέας, αντιλαμβανόμενος το χάσμα ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες, ένα χάσμα που εκατοντάδες σελίδες επιχειρούν να γεφυρώσουν. Εκείνο που σίγουρα επιβεβαιώνεται με ένα ακόμα βιβλίο του είναι ότι «ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται, για να διασχίζεται μ’ ένα κολύμπι διαρκείας».

Για άλλη μια φορά μέσα από την πλούσια βιβλιογραφία παραθεμάτων ο Βέης αποκαλύπτει και μοιράζεται τους συνομιλητές του: Ζέμπαλντ, Καλβίνο, Γιουρσενάρ, Καβαμπάτα, Μισίμα, Μερλώ – Ποντύ, Μοράν, Μπαρτ, Μπατάιγ, Σόνταγκ, Τανιζάκι, Μπένγιαμιν, Κλεε, Σεγκαλέν, Κόνραντ, Βιτγκενστάιν, Πεντζίκη, Παπατσώνη, Ξενάκη, Πολίτη, Καχτίτση, Κιουρτσάκη, και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Αντί, (δε)κατα, Νέα Ευθύνη, Φρέαρ, στις ηλεκτρονικές σελίδες του Διάστιχου, του Πλανόδιου, του poiein.gr, στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, στην κυριακάτικη Αυγή, στους Τόπους της Λογοτεχνίας και στα Ημερολόγια της Εταιρείας Συγγραφέων. Η έκδοση συμπληρώνεται με 18σέλιδο ένθετο έγχρωμων φωτογραφιών.

%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%ad%ce%b7%cf%82

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος, αρ. 110 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2015).

17
Αυγ.
16

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική – τοπογραφική τους συνέχεια. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ενότητες που εκτείνονται ως τις βαθύτερες όψεις της Ανατολής, με μια τέταρτη μικρότερη που αφιερώνεται σε μια πύλη της, την Κωνσταντινούπολη και την τουρκική Εγγύς Ανατολή (Ελληνοτουρκικόν).

Tarlabasi

Πολύ ευρωπαϊκή για Ανατολή, πολύ ανατολική για Ευρώπη, ιδιότυπα ελληνική μες στην τουρκικότητά της και πάντα εξωτική για το ελληνικό αισθητήριο, δέκτης των κραδασμών μιας ανέκαθεν ταραγμένης ασιατικής ακτής, η Πόλη ανήκει σε όλους, επειδή δεν ανήκει σε κανέναν. Με τις φωτογραφίες του Κεμάλ ακόμα και στα αποχωρητήρια (έβγαλα μια σειρά τέτοιων φωτογραφιών στο περσινό μου ταξίδι), η Τουρκία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η χούντα αποτελεί τον ιδεότυπο και την πολιτική ουσία κάθε σύγχρονου εθνικού κράτους, γι’ αυτό και στο αντιτουρκικό μένος των ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλεια ακριβώς για το συγκεκριμένο στοιχείο. Και αργότερα αλλού στη Σμύρνη, το δηλητήριο του εθνικισμού είναι ακόμα σταλαγμένο στην αγριεμένη από στερήσεις ψυχή της μάζας.

Από την Καππαδοκία ενός άλλου, μυθικού χριστιανισμού, συγκινητικά ανοιχτού στην παραφορά και στο παραλήρημα – εδώ έφτασαν χριστιανοί αναχωρητές που ξεκίνησαν από τις άγριες ερημιές της Αιγύπτου και βρέθηκαν στις ερήμους της Παλαιστίνης και της Συρίας, «άνθρωποι φρενοκρουσμένοι και θεοφόροι, ερημίτες που επέβαλλαν στον εαυτό τους τα πιο ευφάνταστα μαρτύρια, φυσιογνωμίες απροσδιόριστες ανάμεσα στον άγγελο και το θηρία», ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο δύναμη χρειάζεται για να μπορεί να αρνηθεί κάποιος τον κόσμο για να τον ξαναβρεί σαν ατέρμονο όνειρο που εξανεμίζει την διάκριση ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο.

Cappadocia-

Από πού πάνε όμως για την Ανατολή; Τέτοιος τόπος δεν υπάρχει στον χάρτη κι ωστόσο ξέρουμε πώς να ταξιδεύουμε εκεί, κι ακόμα, πως η Ανατολή είναι ένας τόπος της φαντασίας μας. Ό,τι ο παγερός ευρωπαϊκός μας ορθολογισμός κλείδωσε ερμητικά στον εαυτό του, αποδιωγμένο και ορφανό έκτοτε κατοικεί στα εξωτικά του όνειρα. Μα θα μου πείτε, αυτό δεν γινόταν πάντα ανάμεσα στους πολιτισμούς; Κάθε νεογέννητος κόσμος που πάσχιζε να σφυρηλατήσει μια δική του ταυτότητα δεν ήταν υποχρεωμένος να εφευρίσκει ένα φαντασιώδες αρνητικό που θα ήταν ό,τι αυτός δεν είναι; Κάτι που όφειλε ασταμάτητα ν’ αποκηρύσσει – αλλά μαζί με την αποκήρυξη θα έβλεπε μέσα του το φάντασμα της δικής του χαμένης ευτυχίας; [σ. 39 – 40]

Κι εμείς, κληρωμένοι από νωρίς άθελά μας στην Ευρώπη και στη Δύση, μπορούμε να συλλάβουμε άραγε τι αποτρόπαιη φυλακή σήμανε η πενιχρή μας ταυτότητα, πόση βία απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους χρειάστηκε για να κατασκευαστεί το πολιτισμικό μας κελί, με παρηγοριά την φαντασίωση μιας φημολογούμενης «πνευματικής» ανωτερότητας; Η χριστιανική Ευρώπη, γράφει ο συγγραφέας, έγινε δεξιοτέχνης στον πολιτισμικό μανιχαϊσμό: για να λυγίσει την δύναμη του αντιπάλου της μετέφερε το «κακό» στην Ανατολή. Στις ρομαντικές αναπαραστάσεις της κυριαρχεί η λαγνεία· το στερεότυπό της γέννησε έναν κόσμο αφηγήσεων με το στίγμα του εξωτισμού και συνήθη μοτίβα την ατροφία του ορθολογισμού και την υπερτροφία του πάθους και της φαντασίας. Η σεξουαλική ελευθεριότητα και η ακατάσχετη ακολασία, όχι άσχετες με την πολυγαμία των Μουσουλμάνων, υπήρξαν πάγιο στίγμα της Ανατολής.

Jean-Léon_Gérôme.

Μπαίνοντας στην Δαμασκό ο Τερζάκης παγιδεύεται με το παλιό παιχνίδι του με τι μοιάζει – λες και το πνεύμα δεν έχει άλλον τρόπο ν’ αγκυροβολήσει στο άγνωστο παρά σέρνοντάς το στον κύκλο του ήδη γνωστού….Κάποια στιγμή μέσα από την βαθιά, ανεξήγητη οικειότητα αντιλαμβάνεται πως η Συρία είναι η προπαίδεια της Ανατολής που ονομάσαμε Εγγύς. Στον περιφερειακό του Τζέμπελ Κασιούν οι ντόπιες οικογένειες έχουν στήσει καρέκλες και φορητά τραπεζάκια στις πλαγιές, απλώνοντας παντού κασετόφωνα, φαγητά και ναργιλέδες· αλλά, από την άλλη, μικρή σχέση έχει αυτό το ευπρεπές Ισλάμ με την μεθυστική αναρχία και τον υπόκωφο διονυσιασμό του Ισλάμ της Αφρικής και της Νότιας Αραβικής.

Βρισκόμαστε από ώρα στο κεφάλαιο Η σπορά της φοινικιάς και μνήμες από Αίγυπτο ενθυλακώνονται στην αφήγηση. Ο ολιστικός χαρακτήρας της αραβομουσουλμανικής αισθητικής προκαλεί στον συγγραφέα ένα είδος ανεξάντλητης αγαλλίασης· είναι η αισθητική που επισφραγίζει μια ενότητα που μπορεί να βρεθεί από την Κόρδοβα ως την Σαμαρκάνδη και περιλαμβάνει ό,τι ονομάζει η λέξη «αραβούργημα». Όπως τα μελίσματα της αραβικής μουσικής, που είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε μια ελάχιστη μουσική ενότητα, τούτη η μοναδική εικαστική γλώσσα είναι ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός πάνω σε λίγα πρώην φυσικά μοτίβα. Η ροπή του Ισλάμ στην ανεικονικότητα σαφώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της αφαίρεσης, αλλά αυτή η ανεικονικότητα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο λέγεται, ενώ η περίφημη ισλαμική καλλιγραφία ίσως είναι η εκδίκηση της αισθησιακότητας που χάθηκε με τη απαγόρευση των εικόνων.

A handout image released by the Syrian opposition's Shaam News Network on July 25, 2013, allegedly shows the Khaled bin Walid mosque whose mausoleum has been partially destroyed in the al-Khalidiyah neighbourhood of the central Syrian city of Homs. Syrian army shelling destroyed the centuries-old mausoleum a monitoring group and activists said on July 22. Reports of the destruction of the Sunni Muslim pilgrimage site emerged as an intense army campaign to reclaim rebel-held areas of Homs, a strategic junction city, entered its fourth week. AFP PHOTO/HO/SHAAM NEWS NETWORK == RESTRICTED TO EDITORIAL USE - MANDATORY CREDIT "AFP PHOTO / HO / SHAAM NEWS NETWORK" - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS - AFP IS USING PICTURES FROM ALTERNATIVE SOURCES AS IT WAS NOT AUTHORISED TO COVER THIS EVENT, THEREFORE IT IS NOT RESPONSIBLE FOR ANY DIGITAL ALTERATIONS TO THE PICTURE'S EDITORIAL CONTENT, DATE AND LOCATION WHICH CANNOT BE INDEPENDENTLY VERIFIED ==-/AFP/Getty Images

Τι υπάρχει σήμερα στην Αλεξάνδρεια, όπου οι Χριστιανοί κομμάτιασαν με τα χέρια τους το σώμα της Υπατίας, δηλαδή το σώμα της ίδιας της φιλοσοφίας, αντιλαμβανόμενοι μέσα στον πρωτογονισμό τους πως η πίστη έχει ασυμφιλίωτο εχθρό την σκέψη; Ο ρομαντικός ιδεότυπος της Μπελ Επόκ, του Καβάφη, του Φόρστερ, του Ντάρελ, του Τσίρκα, επιτομή του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού, φυλλορρόησε εν μια νυκτί, όπως η Βηρυτός, η Ιερουσαλήμ και η Θεσσαλονίκη, στο τοπίο που άφησε πίσω του ο τελευταίος πόλεμος και η εξαπλούμενη μάστιγα των εθνικών κρατών. Αυτή η Αλεξάνδρεια δεν υπάρχει· στη θέση της βρίσκεται η Ισκεντερία, ένα αραβικό μεγαλοχώρι, γραφικό σκηνικό κατοικημένο από θλιμμένες σκιές. Έξω προς την έρημο όμως ο συγγραφέας νιώθει κατάσαρκα τι θα πει βιβλικό τοπίο: αγριάδα που αναπάλλει μυστικοπάθεια κι εμφυσά δέος και φόβο στην ψυχή.

Πίσω στην Συρία, στην καβουρντισμένη γη που αχνίζει σαν λάβα ηφαιστείου ο Τερζάκης σκέφτεται πως μόνο όποιος ταξιδεύει σ’ αυτούς τους τόπους, που είναι η αληθινή κοιτίδα του Χριστιανισμού, συνειδητοποιεί πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτόν και το Ισλάμ. Παρά την αδυναμία της σύγχρονης Δύσης να το κατανοήσει, το Ισλάμ είναι όμαιμος αδελφός του Χριστιανισμού· ενσωμάτωσε μάλιστα παραδόσεις και λατρευτικές συνήθειες του πρωτοχριστιανικού κόσμου που δεν επιβιώνουν πλέον στις δυτικές εκδοχές του, από την αρχιτεκτονική μέχρι τις προσευχές.

Κοπτική Γειτονιά Κάιρο

Η παράδοση του ισλαμικού μυστικισμού έχει τις ρίζες της στους άγιους ασκητές του Βυζαντίου και τους πατέρες της ερήμου που η παρουσία τους στοίχειωνε κάποτε αυτούς τους τόπους. Κομμάτια από την Βίβλο έχουν υφανθεί με αφηγηματική μαεστρία σε όλη την έκταση του Κορανίου. Αν ο Ισαάκ ο Σύρος (θυμήθηκα εδώ το εξαιρετικό βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου) ζούσε σήμερα, θα ένιωθε έτη φωτός κοντύτερα στις λατρευτικές συνήθειες ενός μουσουλμάνου δερβίση απ’ ότι ενός αμερικανού Ευαγγελιστή. [σ. 82 – 83]. Και τελικά τέσσερα από τα πέντε ιστορικά Πατριαρχεία έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο προστατευτικό δίχτυ του Ισλάμ, που εγγυήθηκε τα θρησκευτικά δικαιώματα όσον κανένα χριστιανικό βασίλειο στην ιστορία.

Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας του έθνους – κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Ο Χριστιανισμός φθίνει στους τόπους που ήταν κάποτε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί της Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομόθρησκους της Δύσης και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν τους χριστιανούς της περιοχής: σαν σφύρα για να τσακίσουν τον αραβικό εθνικισμό που φούντωνε, έσπειρε βαθιά μνησικακία ανάμεσα στις κοινότητες. Η θέση τους επιβαρύνθηκε από την κτηνωδία των χριστιανών Μαρωνιτών του Λιβάνου, που αρνήθηκαν να μοιραστούν την γη τους με τους εκπατρισμένους από το Ισραήλ Παλαιστινίους, ενώ οι φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ με την ενεργητική υπόδειξη των ισραηλινών επιτελών διέπραξαν την σφαγή των χιλιάδων αμάχων Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα (διαβάστε εδώ για το συγκλονιστικό οδοιπορικό του Ζαν Ζενέ).

Haran Μεσοποταμία_

Το ταξίδι ξεμακραίνει προς την λεγόμενη γόνιμη ημισέληνο, στην Μεσοποταμία, στην Βαβυλώνα και στην Νινευή, στα αλλοτινά βασίλεια που σήμερα δεν είναι παρά σκονισμένα και θλιβερά χωριά, στους απομακρυσμένους τόπους των Νεστοριανών που τραβήχτηκαν με την εκκλησία τους βαθύτερα στην Ανατολή, ενώ σήμερα δέκα χιλιάδες διωγμένοι από το Ιράκ ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων, στις φοβερές ερημιές της Μεσοποταμίας και στα λασπόχτιστα χωριά των βεδουίνων, ενώ γύρω στην έρημο παντού σπασμένοι βρίσκονται σκελετοί φρουρίων, στην «άφωνη απεραντοσύνη της ημέρας που δεν λέει να γείρει».

Το Χαλέπι είναι μια διεθνής πόλη, ένα είδος εθνολογικής Κιβωτού του Νώε, όπου ο Μεσοπόλεμος μοιάζει να έχει παγιδευτεί στις φθαρμένες ταπετσαρίες και στα σκεβρωμένα πατώματα, ενώ ο τόπος των αλλοτινών κήπων έχει δώσει την θέση της σε μια λιγδιασμένη συνοικία με γκαράζ, κεμπαμπτζίδικα κι ετοιμόρροπους κινηματογράφους. Η συντροφιά φτάνει ως τις βυζαντινές νεκροπολιτείες πέρα από τα μέρη του Συμεών του Στυλίτη· στα περιστύλια ερειπωμένων ναών βλέπουν δεμένα σκοινιά μπουγάδας, ενώ στην Μπόσρα ευφάνταστοι κάτοικοι διασκευάζουν τα αρχαία ερείπια σε βολικές κατοικίες, δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Είναι άραγε, αναρωτιέται ο συγγραφέας, σύμπτωμα της φτώχειας ή μήπως η ξεδιάντροπη αφθονία του αρχαιολογικού παρελθόντος στην Συρία υποβιβάζει αναγκαστικά την αξία εκείνου που σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο θα ήταν σπάνιο και ζηλότυπα φυλαγμένο κειμήλιο;

κορίτσι στο shibam

Στην μεγάλη Αραβική Χερσόνησο, αυτό το «σκισμένο κομμάτι της Σαχάρας» η διήγηση ανατρέχει στον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον και στον T.E. Lawrence, στους λαούς που χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας όπως οι Ναβαταίοι, στους λαούς που δεν πίστεψαν ποτέ στην εθνική αποκλειστικότητα και ήταν πάντα ανοιχτοί στις εξωτερικές πολιτισμικές επιδράσεις, αφομοιώνοντάς τις όλες. Και στην Υεμένη ο συγγραφέας αντικρύζει τον αληθινό αραβικό κόσμο. Αν υπήρξε ποτέ ειδικότερα ο κόσμος των αραβικών παραμυθιών, κι αν ελάχιστοι τόποι που έχουν απομείνει στον πλανήτη δικαιώνουν την νησίδα Ιστορίας, τότε ένας βρίσκεται εδώ.

Εδώ μια αρχιτεκτονική ποίηση δίνει φωνή στην ξερή πέτρα και κάνει την βουβή λάσπη να τραγουδάει, ενώ μεταμορφώνει την γη σε περίτεχνο υφαντό που μουρμουρίζει μια γλώσσα αιώνα. Διαβάζω για κτίσματα ιλιγγιώδους ασυμμετρίας, σπίτια με ελάχιστες σχισμές σαν πολεμίστρες, γερμένες ταράτσες, αμέτρητα παράθυρα κάθε σχήματος, μια μεθυστική χωροταξία που εκτός των άλλων προστατεύει τις περιοχές των πάνω ορόφων για την απρόσκοπτη οικειότητα των γυναικών μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά όμως η ιστορία ενός τόπου είναι μια ιστορία εμφυλίων· φυλές που εχθρεύονται μεταξύ τους συνήθως χωρίς να θυμούνται γιατί. Οι άντρες φορούν με κελεμπία και δυτικά πανωφόρια, στο φαρδύ ζωνάρι τους συνυπάρχουν το κοντομάχαιρο, η ζαμπίγια και το … κινητό, ενίοτε φέρουν και καλάσνικοφ, κοινώς μια στολή επιθετικής αιδημοσύνης, ενώ πάντα απολαμβάνουν το τσατ, ένα πανάρχαιο ευφορικό, ένα είδος φυσικής αμφεταμίνης.

Υεμένη- Shibam

Τρομαγμένος σχεδόν συνειδητοποίησα πως η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή. [σ. 125]

Στην παραισθητική Σίμπαμ, το Μανχάταν της ερήμου, οι  γαιώδεις ουρανοξύστρες σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους ή χάσκουν πάνω από σκουπιδότοπους. Η παρέα διανυκτευρεύει σ’ ένα φουντούκ, παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών: σε μια μεγάλη αίθουσα σαν εσωτερικό τζαμιού οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ το βράδυ του αποχαιρετισμού σ’ εκείνο το κιλίμι παίχτηκε ο δραματικός χορός των μαχαιριών, ένα αλλόφρον θέατρο σκιών με νεαρά αγόρια – «παζολινικές φυσιογνωμίες» «με μάτια αγριεμένων σατύρων».

Ιράν (Dusk, Palangan)_1

Το αντίθετο άκρο είναι ασφαλώς τα Εμιράτα του Περσικού, ένας συνδυασμός παραδοσιακού φυλετισμού και σύγχρονης Ντίσνεϋλαντ, το αηδιαστικό κιτς των πλουσίων Αράβων, διαστημικοί πύργοι και θηριώδη μωλ, ο εξαμερικανισμός αγκαλιά με ανατριχιαστικές οπισθοδρομικότητες. Το νησί του Μπαχρέιν δημιουργεί φαντασιώσεις αραβικού Λας Βέγκας αλλά στην απέναντι πλευρά, στην Άνω Αίγυπτο ένας νούβιος φελουκιέρης κάποτε του αναφώνησε «Κωστής Μοσκώφ!».

Το ταξίδι συνεχίζεται Στη γη των αγίων ποιητών. Το Ιράν δεν είναι χώρα αραβική αλλά αναπάντεχα «δυτική»· Ιρανοί βαθύτατα αξιοπρεπείς και φιλικοί προς τους ξένους, χαμηλότονοι συγκριτικά με την θορυβώδη εξωστρέφεια των Αράβων, διατηρούν μια ταυτότητα σημαδεμένη από έναν βαθύ πολιτικό διχασμό, ανάμεσα στο αρχαίο περσικό παρελθόν και το σύγχρονο ισλαμικό, θυμίζοντας το ανάλογο δίλημμα της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά και τον ύστερο χριστιανισμό.

Ζωροαστρικός Ναός Yazd_

Είναι βέβαια και η μεγάλη προστάτιδα των απανταχού Σιιτών, η εξωτική θρησκευτικότητα των οποίων έχει ένα πάθος άγνωστο στον σουνιτικό κόσμο (πέρα από κάποιους ιδιόρρυθμους δερβίσικους κύκλους). Σε αυτά τα μέρη οι μεγάλες εσχατολογίες της μεταθανάτιας κρίσης άρχισαν από τον αρχαίο Ζωροαστρισμό, που εμβολιάστηκε μέσω της Βαβυλωνιακής εξορίας στον Ιουδαϊσμό, και από εκεί, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ. Εδώ αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται υπάρχουν χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες και αναγνωρισμένα δικαιώματα, στο Ισφαχάν λειτουργεί πλήρως ο δημόσιος χώρος, ενώ πέντε ώρες μακριά, στην Γιαζντ, υπάρχει ζωροαστρικός ναός εν λειτουργία! Φυσικά ο ταξιδιώτης επισκέπτεται με ιδιαίτερη φόρτιση το τέμενος όπου ο θεός μοιάζει με τις λαϊκές αποδόσεις του Ιησού σε φτηνές σύγχρονες εικόνες και η φωτιά καίει αδιαλείπτως από το 200 π.Χ.!

Πίσω στην Τεχεράνη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλά αριστερά ρεύματα και ριζοσπάστες διανοητές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιηθεί το πολιτικό θαύμα που ταπείνωσε για δεύτερη φορά την Αμερική μέσα στην δεκαετία του ’70. Αυτές οι δυνάμεις εξουδετερώθηκαν από το αυταρχικό καθεστώς των μουλάδων του Χομεϊνί. Και τελικά πόσοι άραγε θυμούνται ότι ο τυφλωμένος ισλαμικός φονταμενταλισμός δημιουργήθηκε πάνω στην σκακιέρα της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης και ξέφυγε από τα χέρια του πραγματικού αρχιτέκτονά του, του αμερικανικού Πενταγώνου;

Το βλέμμα της Ινδίας

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μίγματος ρεαλισμού και ηθικολογικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ισλαμισμό είναι η «ισλαμική πορνεία», μια αδιανόητη επινόηση του ιρανικού συστήματος. Η νομική αυτή κατασκευή λέγεται «προσωρινός γάμος» κατά τον οποίο φτωχά κορίτσια από την επαρχία παραδίδονται από τους πατεράδες τους σε ευκατάστατους άντρες για να συνάψουν μαζί τους γάμο για έναν γάμο, μια εβδομάδα, μια ήμερα, μία ώρα…

Ασία! Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος το ταξίδι φτάνει μέχρι την Ινδία των εφτά θρησκειών και των δεκαπέντε επίσημων γλωσσών και των δεκάδων φυλών και ανθρώπινων τύπων. Εδώ ο ταξιδιώτης δοκιμάζεται ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Δελχί, ο οποίος, όπως όλοι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στην Ινδία, είναι ένας τεράστιος απόπατος. Αλλά κυρίως δοκιμάζεται και για τον οίκτο από εκείνο το σμάρι από ανθρώπινες μύγες που πρέπει σε κάθε βήμα να τινάζει από πάνω του, συχνά με βίαιο τρόπο, αν θέλει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιο έξω ακολουθεί ο εφιάλτης των ινδικών δρόμων οι απαρχαιωμένες νταλίκες με το ντουμάνι μαύρου καυσαερίου που τρυπά τους πνεύμονες, τα προϊστορικά αυτοκίνητα που καλύπτουν με μουτζούρα τις ινδικές πόλεις.

Βομβάη Μπορντέλο

Στην ήμερη αυτή γη για εκατοντάδες χρόνια ινδουιστές και μουσουλμάνοι έζησαν συμφιλιωμένοι μέχρι το ξέσπασμα άγριου εθνικιστικού μίσους πάντα με τις ευλογίες της δυτικής αποικιοκρατίας, στην προκείμενη περίπτωση των Άγγλων. Εδώ όμως ο ιερός χαρακτήρας του σεξουαλικού έρωτα και των γενετήσιων συμβόλων που ελλοχεύει στις ρίζες κάθε θρησκείας είναι παντού εμφανής. Ναοί με εικόνες οργιώδους χαράς και ευωχίας και ανεξάντλητες παραλλαγές σεξουαλικών στάσεων σώθηκαν από τον μουσουλμανικό πουριτανισμό χάρη στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Στην άλλη, στην πιο ακραία πλευρά, στην φοβερή συνοικία με τα μπορντέλα της Βομβάης, ένα μακάβριο καρναβάλι πληρωμένων ερώτων ζει σε ετοιμόρροπα σπίτια με αδύναμα φώτα κι ένα κομμάτι ύφασμα για πόρτα, ενώ έξω οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών τα εμετικά μουσικοχορευτικά του Μπόλινγουντ.

Ο Ινδουισμός στην επόμενη στάση – στο Νεπάλ – είναι γιορτινός και πιο συγκρητιστικός και η καθημερινότητα μοιάζε με ατέρμονο πανηγύρι. Στο Κατμαντού η γιορτή των νεκρών Γκάι Τζάτρα και η περίφημη Freak Street μοιάζουν με ψυχεδελικό λούνα παρκ, θυμίζοντας την εποχή των χίπις που έφτασαν κάποτε μέχρι εδώ, ενώ όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τα μελαγχολικά σημάδια ενός πανηγυριού που τέλειωσε πρόωρα, ίσως εκτρωματικά. Ο κραδασμός του από το πέρασμά τους ξανάσμιξε με τον προαιώνιο αυτόχθονο ρυθμό. Ίσως γι’ αυτό το βράδια ο ήχος απ’ το σαράνγκι σμίγει με το βαρύ τέμπο του άσιντ ροκ… Η συνύπαρξη και η ανοχή είναι άγραφος νόμος στο Νεπάλ, γράφει ο συγγραφέας, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν ένιωσε την επίδραση της αρχιτεκτονικής, σαν αληθινό ψυχότροπο πάνω του.

Padmasambhava - Guru Rinpoche, the 8th century tantric master_

Ο Τερζάκης συνθέτει ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ψηφιδωτό βιβλίο, όπου συνυπάρχουν τα απαραίτητα εξόχως συντομογραφημένα ιστορικά στοιχεία, οι ποιητικότατες εκφράσεις εικόνων και συναισθημάτων, η προσωπική διήγηση του οδοιπορικού μιας συντροφιάς, η πολιτική ανάγνωση της σύγχρονης ιστορίας πολύπαθων τόπων. Είναι ένας ύμνος στην περιπλάνηση, το ταξίδι ενός ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης. Ο δεύτερος τόμος, ακόμα πιο βαθειά στην Ανατολή, έχει ήδη κυκλοφορήσει και σπεύδω να τον διαβάσω.

Το ταξίδι μαζευόταν αργά μέσα μου σαν το σπάγκο ενός κουβαριού που σώθηκε, σαν την αντοχή ενός κόσμου γονατισμένου, νικημένου από τα μέσα κι απ’ τα έξω, καταδικασμένου να κρατιέται από τα θλιμμένα ξεφτίδια μιας πάλαι ποτέ φωταύγειας, έτοιμου να εκραγεί σαν ηφαιστειακή κρούστα πάνω από μια φωλιά λάβας· και ήμουν κι εγώ ηττημένος μαζί του, το δίχως άλλο. Τι έμεινε λοιπόν από το παιχνίδι της δόξας με τον χρόνο, άλλο από τη σπαταλημένη ορμή στην άμμο τη μετρημένη με τη σπορά της φοινικιάς – άλλο από ιδρώτα και σκόνη και σπλάχνα ανοιγμένα στο ράμφισμα μιας ανάγκης που πυορροεί; Εδώ το ταξίδι τελειώνει λοιπόν· όλα τ’ άλλα τα ξαναπαίζει η μνήμη. [σ. 150]

prayer-flags-at-swayambunath,-kathmandu_

Πλήρης τίτλος: Αντίδρομα στον ήλιο, τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα. Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2014, σελ. 267, με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών.

Στις εικόνες: H διαδικτυακή αναζήτηση εικόνων που συνομιλούν με το κείμενο του συγγραφέα ήταν όπως πάντα κοπιώδης. Ελπίζω να αποδίδουν κάτι από τα μέρη όπως τα είδε ή όπως είναι σήμερα: Κωνσταντινούπολη, Ταρλάμπασι / Καππαδοκία / Jean-Léon Gérôme, La grande pischine à Brusa, 1885, ένα τυπικό οριενταλιστικό έργο / Έμεσα, Συρία (μετά την πρόσφατη καταστροφή) / Χριστιανική Κοπτική συνοικία στο Κάιρο / Χαράν, Μεσοποταμία / Μικρό και μεγάλο κορίτσι στο Shibam, Υεμένη / Ιρανικό χωριό (Dusk, Palangan) / Ζωροαστρικός Ναός Yazd /Το βλέμμα της Ινδίας / Βομβάη, Μπορντέλο / Νεπάλ, η αναφερόμενη σύμμειξη του τότε και του τώρα / Νεπάλ, «σημαίες προσευχής», Swayambunath, Κατμαντού.

23
Μάι.
16

Βάνα Χαραλαμπίδου – Μια κουκίδα στον χάρτη

Εξώφυλλο Κουκίδα

Με αποσκευές τα ίδια τα βιβλία

Πετρούπολη, Δαμασκός, Χαλέπι, Πέτρα, Ασουάν, Μαρακές, Πομπηία, Αβάνα. Η ταξιδεύτρια δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου περιηγείται στις οκτώ ιστορημένες και μυθιστορημένες πόλεις με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Εκεί που η καθιερωμένη ταξιδιογραφία ισορροπεί σε δυο παράλληλους δρόμους, την περιγραφή ενός αναπόφευκτα τουριστικού παρόντος και την αφήγηση της ιστορίας του εκάστοτε τόπου, η συγγραφέας επιλέγει να εμπλουτίσει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) τα δικά της γραπτά με πλήθος πηγών, τόσο ιστορικών όσο και λογοτεχνικών. Επιλέγει μάλιστα την τιμιότητα της αυτούσιας μεταφοράς των αποσπασμάτων, τα οποία και εντάσσει αρμονικά στο κείμενό της. Όταν δε η σχετική ενσωμάτωση ακολουθεί την γραμμικότητα της ιστορικής αφήγησης, τότε ο αναγνώστης έχει την τύχει να διατρέχει ολόκληρη την ιστορία μιας πόλης μέσα από τις λογοτεχνικές αφηγήσεις αλλά και τον διάλογο των πηγών με το σύγχρονο βλέμμα. Είναι προφανές ότι η συγγραφέας εργάστηκε ιδιαίτερα για την αρμολόγηση ενός κειμένου που ρέει αποφεύγοντας τις παγίδες ενός προβλέψιμων ταξιδιωτικού βιβλίων.

damas

Σπεύδω στις σελίδες για την Δαμασκό και το Χαλέπι, να δω τι έχει προλάβει να αποτυπώσει ο «φακός» την εποχή της συγγραφής του βιβλίου. Ήδη μέχρι τον Απρίλιο του 2013 ο αριθμός των νεκρών της εμφύλιας σύρραξης ήταν αδιανόητος και το κύμα των εξαθλιωμένων προσφύγων έφτανε στο ένα εκατομμύριο. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μόνο η μια πλευρά του δράματος καθώς ακολουθούσαν καταστροφές μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχαιότητες σαρώθηκαν από ερπύστριες, μουσεία λεηλατήθηκαν, έργα τέχνης πουλήθηκαν στις μαύρες αγορές. Και εδώ η συγγραφέας επιλέγει δυο παράλληλες γραφές, αλλά εμφανέστερα διακριτές. Η πρώτη διατρέχει την ιστορία των δυο πόλεων, με οδηγούς, μεταξύ άλλων, τα περιηγητικά ταξίδια του σερ Τζον Μάντβιλ, τα πολύτιμα βιβλία του Tariq Ali, την γεωπολιτικό οδοιπορικό του Regis Debray στις χώρες της Βίβλου, τα παλαιότερα ταξιδιωτικά βιβλία του Γιώργου Θεοτοκά, του Φώτη Κόντογλου, της Μαρίας Καραβία, τα πονήματα του Βασίλη Ραφαηλίδη για τους Άραβες και τους λαούς της Μέσης Ανατολής, τις σύγχρονες περιπλανήσεις του Ουίλιαμ Νταρλίμπλ.

marrakech_

Πολύτιμα παραμένουν τα γραπτά του Τ.Ε.Λώρενς (της Αραβίας), που στους Επτά στύλους της Σοφίας και στον Ανταρτοπόλεμο στην έρημο είχε περιγράψει μια διαχρονική κατάσταση: «Γάλλοι και Άγγλοι είχαν ξεγελάσει τους Άραβες. Ήδη από το 1916 είχαν μοιράσει μεταξύ τους την Ανατολή με τη μυστική συμφωνία Σάικς – Πικό, προτού καν οι Άραβες γευτούν τους καρπούς της επανάστασής τους εναντίον των Οθωμανών. Οι περιοχές είχαν γίνει και πάλι αποικίες». Η δεύτερη αποτελεί μια παραπληρωματική αφήγηση που χρησιμοποιεί τα σύγχρονα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ από τους τόπους της καταστροφής. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και ο τόπος εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης με κάθε τρόπο και μέσο.

Leningrad_1

Στην άλλη άκρη του βορρά, ψύχεται η Πετρούπολη, η αλλοτινή Ουτοπία του Κόσμου, που βρίσκεται στην χώρα με τις περισσότερες επαναστάσεις και τα μεγαλύτερα αποθέματα χιονιού και πάγου. Η Πετρούπολη δεν είναι μόνο η υδάτινη πόλη που χτίστηκε από το τίποτα, η πόλη με τις λευκές νύχτες που εξαφανίζουν ακόμη και τις σκιές των ανθρώπων, το λίκνο της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Είναι η συννεφιασμένη πόλη του Νικολάι Γκόγκολ, η πόλη φαντασμαγορία της Άννας Αχμάτοβα, η πόλη όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό, σύμφωνα με τον Γιόζεφ Μπρόντσκι. Στις λεωφόρους της περπάτησαν απελπισμένοι ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι και ο Αλεξέι Γεσένιν· στις ακαδημίες της δίδαξε ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και μαθήτευσε ο Μαρκ Σαγκάλ. Μόνο για τα συναπαντήματα στη λεωφόρο Νιέφσκι θα μπορούσε κανείς να γράψει βιβλίο ολάκερο, λέει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο βιβλίο του Μια άνοιξη στην Αγία Πετρούπολη, ενώ στον Σωσία δεν παραλείπει να περιγράψει τις στοές με τα καταστήματα αλλά και τους παγωμένους χειμώνες της πόλης του. Σήμερα στις λαϊκές της αγορές μπορεί να βρει κανείς δίσκους με ντοκουμέντα της επανάστασης, όπως η περίφημη ομιλία του Λένιν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φιλανδίας.

Assouan Cataract Hotel_

Δεν χρειαζόμαστε ένα μαυσωλείο της τέχνης όπου να λατρεύονται νεκρά έργα, αλλά ένα ζωντανό εργοστάσιο ανθρωπίνου πνεύματος – στους δρόμους, τα τραμ, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα σπίτια εργατών, διακήρυττε ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι από τα επιταγμένα Χειμερινά Ανάκτορα, το 1918, αλλά δεν μένει πια εδώ, όπως και ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και οι Καντίσκι, Τάτλιν, Ροτσένκο, Μπρόντσκι, Γεσένιν, Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, που γνώρισαν υπήρξαν ανεπιθύμητοι και διωγμένοι από την πόλη, από την χώρα. Τι μένει σήμερα από την Πετρούπολη, εκτός από τα γνωστά θλιβερά τετράγωνα των εργατικών κατοικιών του σοβιετικού καθεστώτος, το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, την γενίκευση του αλκοολισμού και την άνθηση της πορνείας; Ένας χαμένος αγώνας της ουτοπίας από την απάθεια και το ερώτημα αν υπάρχει η περίφημη ρωσική ψυχή.

Che Mural, Old Havana_

Η τελευταία στάση γίνεται στην Κούβα, στο ύστατο πείραμα ενός πλανεμένου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η κουβέντα δεν τελειώνει ποτέ· για τα υπαίθρια σχολεία, την πορνεία για λόγους επιβίωσης, τα παλιά σοβιετικά φορτηγά για τις μετακινήσεις των πολιτών, τον ινδιάνο ήλιο και τις χιλιάδες αιτήσεις βίζας εξόδου, το Καθημερινό Τίποτα όπως ονόμασε και το βιβλίο της η Zoé Valdés. Ο Μεγάλος Αρχηγός πάντως δεν έδωσε το όνομά του σε κανέναν δρόμο και σε καμία πλατεία· δεν έστησε μεγαλειώδη αγάλματά του, ούτε αποτύπωσε την εικόνα του σε γραμματόσημα. Κι έτσι, όπως έγραψε ο Αμίν Μααλούφ στο χρονικό μιας οικογένειας,  όταν οι διάδοχοί του ξεσηκωθούν, δεν θα βρουν καμιά μπρούτζινη γενειάδα να γκρεμίσουν και σχεδόν τίποτε για να μετονομάσουν.

Leningrad_

Η πλούσια βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου αποτελεί και μια πρόταση για μια πλήρη ταξιδιωτική βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει τις αρχαίες πηγές, τα επιστημονικά συγγράμματα για την Ύστερη Αρχαιότητα, τα «ευαγγέλια» του Μπρους Τσάτουιν, τα ταξιδιωτικά γραπτά των Τζακ Κέρουακ, Πωλ Μοράν, Ρίτσαρντ Καπισίνσκι και Αντόνιο Ταμπούκι, αλλά και ειδικότερα έργα, όπως τα «σοβιετικά» σημειωματάρια των Αντρέα Εμπειρίκου, Αντρέ Ζιντ, Τζον Στάινμπεκ και Αντρέ Μαλρώ, τις προσωπικές αφηγήσεις του Ελίας Κανέττι και του Ολιβιέ Ρολέν, τα διηγήματα του Πολ Μπόουλς, τις σύγχρονες μυθιστορίες του Ταχάρ Μπεν Ζελούν και του Ζιλμπέρ Σινουέ και δεκάδες άλλα πονήματα της περιπλάνησης. Αντί προλόγου η συγγραφέας επέλεξε σύντομες φράσεις και αποσπάσματα από τα παραπάνω έργα. Και αντί δικού μου επιλόγου, ιδανικές είναι οι λέξεις του Μισέλ Τουρνιέ από το βιβλίο του Πόλεις – Μάσκες – Κορμιά: «Το νερό ενός βάλτου που μένει ακίνητο, θολώνει. Και μένει διάφανο όταν κυλά. Έτσι κι ο άνθρωπος που ταξιδεύει».

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2013, σελ. 171, με έγχρωμες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 109 (Μάιος 2016)

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

07
Ιαν.
14

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

19
Δεκ.
12

Γεώργιος Βέης – Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές.

ERVTES TOPIVNΝα τα θυμηθώ όλα αυτά, να τα θυμηθώ

Η μορφολογία των ρευστών τοπίων: ό,τι μόλις πριν από λίγο θεωρήθηκε σταθερό τώρα φαντάζει απόχρωση, κίνηση σκιάς και αμφιβολία ουσίας. Πρόκειται για την αδυναμία της πρόσληψης εκείνου του σταθερού μέτρου που θα με οδηγήσει με τη σειρά του στη βεβαιότητα συμπεράσματος. Εννοώ έναν αμετάβλητο παράγοντα, που θα τον διακρίνει η ασφάλεια, η επάρκεια της γνώριμης αίσθησης ενός φλιτζανιού με τσάι γιασεμιού. Αλλά κι αυτό το συναίσθημα, η ατελεύτητη αιώρηση, η περιδίνηση στο μάλλον φευγαλέο νόημα, μήπως δεν είναι εντέλει η ολοκληρωτική κατάκτηση της ελευθερίας; Η έσχατη ταξιδιωτική εμπειρία. [σ. 186]

Να τα θυμηθεί λοιπόν όλα, αγωνιά ο συγγραφέας, να τα θυμηθεί, όπως μονολογεί εδώ κι εκεί, αγωνιζόμενος πάνω στον κυκεώνα της γραφής σε συνάρτηση και με την απληστία του χρόνου: να σπουδάσει τις πιθανές αντιστοιχίες του τεσσάρων χωρών και των γραπτών του, να απομονώσει, να συμπυκνώσει το οριακό κάτι. Άλλωστε το επίγραμμα του Κάρλος ComfuciusΦουέντες και του Αρτέμιο Κρουζ του υπήρξε επιτακτικό: Η μνήμη είναι η ικανοποιημένη επιθυμία· επιβίωσε με τη μνήμη, πριν να είναι πολύ αργά, πριν το χάος σ’ εμποδίσει να θυμηθείς. Και η διαθήκη του Ελίας Κανέτι πολύτιμη: Στα ταξίδια τα αποδέχεται κανείς όλα, η αγανάκτηση μένει στο σπίτι. Βλέπεις, ακούς και ενθουσιάζεσαι με το πιο φοβερό, γιατί είναι καινούργιο. Οι καλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καρδιά.

 Στον τάφο του Κομφούκιου ο συγγραφέας παραδέχεται πως ο παρών – απών ανέκαθεν στοίχειωνε τις μελέτες του γύρω από τον ασιατικό τρόπο σκέψεις και πως σταδιακά η έννοια του ταξιδιού στην Κίνα και το υλικό των Αναλέκτων με όλη τη συναφή κομφουκιανή μυθολογία άρχισαν να θεωρούνται ταυτόσημα μέσα του. Στην ραγισμένη επιγραφή διακρίνονται τα χτυπήματα από τα σφυριά και τους λοστούς των ερυθροφρουρών της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, τότε που προπαγανδίστηκε με φανατισμό «όχι μόνο η θεωρητική απόρριψη του κομφουκιανισμού ως τρόπου ζωής, αλλά το κυριολεκτικό ξερίζωμά του σε πανεθνικό επίπεδο».

BuddhaΑλλά αυτό ήταν ένα τίποτα του χρόνου μέσα στο πέρασμα των σινικών αιώνων. Ο Κομφούκιος είναι ένας μέτοικος του 21ιου αιώνα, το δίδαγμά του κυκλοφορεί, ενυπάρχει, εννοείται. Η προσφυγή σ’ αυτόν γίνεται χαμηλόφωνα, ενίοτε έμμεσα κι εκείνος μνημειώνει τις συνειδήσεις των νεότερων, την περίσκεψη, την προσαρμογή στις ανάγκες μιας πειθαρχημένης ζωής, πλούσιας όμως σε αποκρυσταλλώσεις του ουσιώδους. Ο Κομφούκιος επιθυμεί να θεμελιώσει τον κώδικα μιας αιτιολογημένης ηθικής στη θέση της δεισιδαιμονίας.

H επίσκεψη στο σωζόμενο μεσαίο δάχτυλο του Βούδα τροφοδοτεί με τη σειρά της άλλες σκέψεις. Το ακροτελεύτιο κομμάτι από τη σορό του διέφυγε της προσοχής των θερμόαιμων κόκκινων φρουρών, που διακατέχονταν και από αντιβουδιστικό μένος. tumblr_m835wt8Cbg1r3ocrzo1_500Ο κομφουκισμός πάντως δεν ήρθε σε κάθετη αντιπαράθεση με τον βουδισμό· αντίθετα συνέπλευσε με τα ιδεώδη του χωρίς να διχάσει την εξέλιξη της σινικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας βλέπει στο βλέμμα των πιστών που κατακλύζουν σήμερα το κέντρο του Χονγκ Κονγκ την αποδοχή ενός βέβαιου επέκεινα χωρίς την μεσολάβηση μιας οποιαδήποτε άνωθεν επιβολής ή προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Τελικά η παράλληλη δράση του ταοϊσμού, του κομφουκισμού και του ύστερου βουδισμού προσδιόρισε με ακρίβεια τις κύριες δομές της απαραίτητης διαλεκτικής ωρίμανσης. Όπως ακριβώς η κίνηση και η ακινησία οριοθετούν αντίστοιχα, σε ισότιμη μάλιστα βάση, την ενιαία στάση ζωής, όπως την εισπράττουμε στο σύνολό της, έτσι και η σινική τακτική του πρακτικού λόγου αφομοίωσε το παράταιρο, το εναντιωματικό, το αλλότριο μέσα στο προφανές ή στο αναγκαίο. [σ. 74]

geisha_011-1Η υπεράσπιση του πρακτικού μέσου από τους Κινέζους και η πρωτοκαθεδρία του χειροπιαστού έρχονται σε αντίθεση με τον απολύτως θεωρητικό βίο ή την κατάδυση του εγώ στα βάθη του μεταφυσικού, στα οποία επιδίδονται τα εκατομμύρια των Ινδών και όχι μόνο. Τα αντικείμενα στην Κίνα μεταμορφώνονται σε εκμαγεία αναστοχασμών, ενώ ο Φοίνικας, η αρχαία εμμονή των Κινέζων, υποδηλώνει την προσήλωση στην θεωρία της ανακύκλησης των όντων, σ’ αυτό τον ασίγαστο πόθο διαιώνισης. Ο Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του Ada μιλάει κάποτε σαν καλός μαθητής του ΤΑΟ.

Οι τάφοι – κήποι, γράφει ο Βέης, δηλώνουν κάτι πέρα από τη συνήθη υπόμνηση της θνητότητας. Τα μνήματα χωρίς τα καθιερωμένα εμβλήματα των θρησκευτικών δογμάτων  είναι σωροί χωμάτων που σιγά σιγά έγιναν φυτώρια στοχασμού και img_XIIIsalon_mangaαυτή ακριβώς η εξάλειψη του ιερατικού δίνει στις αλέες του νεκροταφείου την αύρα μιας «αειθαλούς σχολής σκέψης». Στο Σπήλαιο των Ποιημάτων, πάλι, μια ολόκληρη ανθολογία αποτυπώνεται σχολιαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας και στο υδάτινο βιβλίο αναπνέει ο πολιτισμός του ρυθμικού φωνήματος.

Το κινητό μυθιστόρημα κατακλύζει την Κίνα. Διάφοροι επώνυμοι συγγραφείς έχουν ήδη αρχίσει να διοχετεύουν τα μυθιστορήματα – ποταμούς τους στις λιλιπούτειες οθόνες των φορητών τηλεφώνων εκατομμυρίων αναγνωστών. Ο κόσμος αναπλάθεται με μινιμαλιστικό τρόπο και ασύλληπτη ταχύτητα με τα τηλεμηνύματα, αυτόν τον κειμενικό κόκκο ρυζιού. Στην περίπτωση των 4.200 ιδεογραμμάτων του έργου Έξω από το Κάστρο, οι συνδρομητές της κινητής λογοτεχνίας καλούν ένα συγκεκριμένο αριθμό δυο φορές την ημέρα, αναζητώντας τον μύθο μέσα από τον αλγόριθμο της προηγμένης τηλεφωνίας. Το στοίχημα των ριζικών πυκνώσεων και των λακωνικών εκφορών έχει κερδηθεί.

mishima2Ινδονησία: σε πλατείες που κρύβουν οι λόχμες, σε προαύλια δημοτικών καταστημάτων, σε περιβόλους αφανών ναών, σε κήπους χορταριασμένων παλατιών αλλά και σε νεκροταφεία ο χορός ως έκφραση του υπερβατικού επιβεβαιώνει μια αδιάσπαστη εθνολογική συνέχεια. Η ευτυχής συγκυρία της πανηγυρικής εκτέλεσης χορών της κατηγορίας Λεγκόνγκ εμπνέει την λεκτική της εκδοχή: Η τόσο έντονη δράση του κορμιού, το στροβίλισμα της κόρης των οφθαλμών, η μανική δόνηση και των τεσσάρων άκρων, που υπαγορεύει το ιερό, καθίσταται έτσι η άλλη Φύση, δηλαδή η κύρια.

Στην Ιαπωνία ο Βέης ενεργεί, κατά παραδοχή του, ως εντομολόγος: επιλέγει το ελάχιστο για να αναχθεί στην ορολογία του γενικού και στην ασφάλεια της ομάδας. Δεν είναι όλα όσα βλέπει γύρω του επίλεκτα προσωπεία του διαφορετικού αλλά υποκείμενα των ίδιων ποιοτήτων. Από την άλλη είναι πεπεισμένος (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτή τη χώρα κανένας δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για το οριστικό πέρασμα από το λυρισμό της παράδοσης και την ασκητική λατρεία του Αυτοκράτορα – Πατέρα στην ισχυρή δύναμη του Ειρηνικού, στην απρόσωπη υπεραξία, στα ιδιώματα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο βασανίστηκε από το χάσμα ο Γιούκιο Μισίμα και πώς αντέδρασε.

The Woman in the Dunes, 1964.Η χώρα ακολούθησε επί αιώνες το παράδειγμα του αντίπαλου δέους της, της γειτονικής Κίνας, μαθητεύοντας στην ακριβολογία των μικροσκοπικών μεγεθών σαν να ήταν οι πύλες της καθαρότερης γνώσης. Το ελάχιστο ισούται πάντα με ένα επιβλητικό σύνολο εννοιών. «Στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού» ο συγγραφέας αναρωτιέται τι μπορεί κανείς να πει για ετούτες τις επιγραμματικές αποδόσεις της στιγμιαίας αιωνιότητας· ίσως με τα χαϊκού να μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δε μπορεί. Και πώς να μη μείνει κανείς έκπληκτος με την αντιστροφή, από την εξωστρεφή χλιδή και την φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων να περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δεκαεπτά συλλαβών και στην απολυταρχία μιας αυστηρής έκφρασης που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης;

Στηνtumblr_mbw6ndqrD21rrdtd3o1_500 Ταϊλάνδη ένας μικρός χώρος αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του φαλλού,  αμνημόνευτος συνήθως στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μοιάζει με μια υποσημείωση στο περιθώριο της ασίγαστης, βουερής Μπανγκόκ. Δεν υπάρχει εδώ καμία βλοσυρή θεότητα παρά ένα προσηνές εφέστιο ον και η συνείδηση των βουδιστών Ταϊλανδών πως η Φύση να ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της· εδώ η σεξουαλικότητα εννοείται κυριολεκτικά ως οιωνός και ως Πράγμα καθεαυτό.

Women-BathingΠαραθέματα από τους Χιούμ, Νίτσε, Μπόρχες, Mπατάιγ, Γουλφ, Κόνραντ, Φώκνερ, Μπένγιαμιν, Τανιζάκι, Μπαρτ, Ρολέν, Χερν, Μισώ, Βαν Γκούλικ και δεκάδες άλλους συμπληρώνουν τις ψηφίδες της αντανάκλασης των τεσσάρων χωρών στα καθ’ ημάς. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Passport, Πλανόδιον, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 249, με 16σέλιδο έγχρωμων φωτογραφιών. H μαυρόασπρη εικόνα είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίο του Κόμπο Αμπέ Η γυναίκα της άμμου (Ηiroshi Teshigahara, 1964). Στην αμέσως προηγούμενη: Πολεμιστής Γιούκιο Μισίμα.

08
Δεκ.
12

Γιώργος Βέης – Μανχάταν – Μπανγκόκ. Μαρτυρίες, μεταβάσεις

coverΈνας εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος

Μια από τις βαθύτατα αγαπημένες μου ταινίες είναι το Τάκερ του Φ.Φ. Κόπολα (1987), με τον Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του εκκεντρικού εφευρέτη και επιχειρηματία Πρέστον Τάκερ που συνόψισε τις προσδοκίες, την επιτυχία αλλά και την αναπόφευκτη κατάρρευση που δοκίμασαν και χιλιάδες συμπατριώτες του στην μεταπολεμική Αμερική. Στην πολιτεία Υψηλάντη του Μίτσιγκαν, τυπική μεσοδυτική περιοχή που οφείλει το όνομά της σε φιλέλληνες ενθουσιασμένους από τη δράση της φερώνυμης οικογένειας, ο Τάκερ κατασκεύασε στην αυλή του ένα ευφυές αυτοσχέδιο όχημα. Το ονομαζόμενο Τάκερ, με τις προστατευτικές ασπίδες αέρα και τα κυκλώπεια φανάρια, αποτέλεσε το «αυτοκίνητο του μέλλοντος»…

… αλλά όπως ήταν επόμενο ο ενθουσιώδης δημιουργός ήρθε σε άμεση ρήξη με τις τρεις παντοδύναμες βιομηχανίες αυτοκινήτων του Σικάγου (Φορντ, Τζένεραλ Μότορς, Κράισλερ) που του κήρυξαν ανέντιμο, εξοντωτικό πόλεμο μαζί με τους πολιτικούς τους συμμάχους, οδηγώντας τον στο δικαστήριο για κατασκευασμένα αδικήματα. Λίγο αργότερα χρεοκόπησε, αφού μπόρεσε να διαθέσει στην αγορά πενήντα ένα μόλις αυτοκίνητα (σαράντα επτά απ’ τα οποία επιζούν έως σήμερα) και πέθανε το 1956, χωρίς να παραιτηθεί από την έμμονη ιδέα του. Σε μια από τις αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές ο Τάκερ δικαιώνεται στο δικαστήριο και οι ένορκοι μαζί με μέλη του ακροατηρίου επιβαίνουν πανευτυχείς στα ολοκαίνουργια μοντέλα που παρασκεύασε ταχύτατα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

gvΟ «εξακολουθητικά φυγόκεντρος βίος» του Γιώργου Βέη, ποιητή και διπλωμάτη, ακριβώς στην παράδοση ποιητών – διπλωματών όπως κάποτε έγραψε ο Δημήτρης Καλοκύρης, συνεχίζει να μας δίνει ερεθιστικότατα βιβλία μιας απολύτως προσωπικής και σαγηνευτικά ποιητικής ταξιδιωτικής (και ταξιδευτικής!) πρόζας. Αυτή τη φορά οι στάσεις είναι δύο: Ινδοκίνα – Κίνα  – Ινδονησία και Το τοπίο ως παιδαγωγός, το ταξίδι ως αισθητική. Ξεκίνησα αντίστροφα, στο Δυτικό δεύτερο μέρος του βιβλίου, συγκινησιακώς αιφνιδιασμένος από το κείμενο για την ξεχασμένη ταινία – μεταφορά μιας ολόκληρης Αμερικής. Άλλωστε, «Τι άλλο θέλετε;» διαβάζουμε στα μάτια του Τζεφ Μπρίτζες που χαμογελά συνεχώς επί 105 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί το φιλμ, γράφει ο Βέης, βέβαιος πως ο Τάκερ είναι η προγενέστερη Αμερική, η Αμερική του Βενιαμίν Φραγκλίνου και πως ο Δον Κιχώτης οδηγεί εντέλει ένα Τάκερ.

Preston_Tucker_himselfΜανχάταν, λοιπόν, «το υπερ-άστυ, δηλαδή το μείζον κείμενο», που βιώνει ξανά με το δικό του τρόπο, ανιχνεύοντας αλήθειες και πλάνες στα κείμενα του Στάινερ, του Μέιλερ και του Σαρτρ αλλά και του Λεβί – Στρος, που καθόρισε μια πολυπρισματική συνεκδοχή της πόλης – τροφού. Όπως στο Πεκίνο, έτσι κι εδώ ο συγγραφέας αισθάνεται την μέθεξη με το χώρο, στο βαθμό που κι ο ίδιος γίνεται πότε αναπόσπαστο μέρος του, και πότε ο χώρος προέκτασή του ίδιου. Και άραγε τι έλεγε ο Πολ Μοράν, ο συγγραφέας που ερωτεύτηκε τον δρόμο, άρα και τη Νέα Ρώμη του 1930; Πως στην Αμερική η ανάγκη για διασκέδαση ξεσπάει σαν επανάσταση, πως υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, εκείνη της ίδιας νύχτας, πως η Τεσσαρακοστή Δεύτερη οδός μοιάζει με χίλιες πλατείες Πιγκάλ μαζί, ένα χριστουγεννιάτικο βράδυ, βαλμένες πλάι πλάι, πως εκεί ξεχνάς την ιστορία, πως η φύση και οι θεοί έχουν αντικατασταθεί από καινούργιες λέξεις. Ένας άλλος ακαταπόνητος ταξιδευτής, ο Σελίν, υπογράμμισε όσο ελάχιστοι την σεξουαλικότητα του Μανχάταν: πόλη ορθή.

 Tucker BridgesΣτην αμερικανική μητρόπολη διάβαζε επισταμένα το Walden του Ντέβιντ Θορό (σε δύο αντίτυπα, στο σπίτι και στο γραφείο), μυούμενος στην εντοπιότητα και την ιθαγένεια που τίμησαν ο Γουόλτ Γουίτμαν και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και επιστρέφοντας στο ερώτημα του Θορό μήπως η Αφρική και η Άγρια Δύση δεν συμβολίζει παρά το δικό μας εσωτερικό κόσμο, την δική μας λευκή ανεξερεύνητη περιοχή. Ειδικότερα κείμενα αφιερώνονται στον Νικόλας Κάλας (με τον οποίο ο συγγραφέας συνεργάστηκε), στον Μπόρχες, στον Άντι Γουόρχολ, στον Μπομπ Ντίλαν, στον Φρανκ Στέλα (έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανους ζωγράφους των τελευταίων δεκαετιών) κ.ά.

Silom Road Bangkok from State TowerΟ συγγραφέας έζησε και εργάστηκε στη Νέα Υόρκη για έξι χρόνια (1983 – 1989) και στην Κίνα για εφτά και πλέον χρόνια (Πεκίνο 1991 – 1995, Χονγκ Κονγκ 2000-2004). Η εμπειρία της Άπω Ανατολής, αποτυπωμένη ήδη σε προγενέστερα βιβλία, συνεχίζει να μεταπλάθεται σε στοχασμό και γραφή. Σίγουρα ένας άλλος δρόμος θα βούλιαζε κάτω από τόσους κραδασμούς. μέσα σε τόσους σπασμούς θα είχε γίνει θρύψαλα. Οι μεγάλες λεωφόροι γερνούν, εκφυλίζονται σε λυρικά απομεινάρια του άδοξα σπαταλημένου χρόνου. Όχι όμως αυτή. Ανεπιτήδευτη και ανεξίκακη, πολιτισμικά ευάγωγη, η Σιλόμ επιτρέπει συνειδητά σε όλους απλώς να είναι, γράφει για την Λεωφόρο Σιλόμ στην κομβική Μπάνκοκ, για την οποία άλλοτε εκφράστηκε με πρώιμο ενθουσιασμό ο Τζόζεφ Κόνραντ σΤα Νιάτα. Ο «οδυσσειακός» Ευρωπαίος Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ήταν για χρόνια φανατικός κάτοικος αυτής της πόλης.

6111675462_beaa8bbbf5_zΣτην Ταϊλάνδη οι θρησκευόμενοι έχουν ένα σπάνιο προνόμιο: οι βουδιστές κρατούν τον νεκρό στο φέρετρο για πέντε ημέρες πιστεύοντας πως οι νεκροί τους ακούνε, έτσι μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη, να καλυφθούν παραλείψεις και να διορθωθούν σφάλματα. Ο συγγραφέας παρατηρεί την εναπόθεση του θανάτου σε ναούς και βιώνει την ιερότητα των μακρόσυρτων κατευοδίων, ανάμεσα σε επαγγελματίες των κοπετών, πρόβες χάους και γαλουχίες του ελέους, μέσα σε σκηνές ξεκομμένες από το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Εκεί ο νεκρός θα αναπνέει «μέσα από τις μελλοντικές χαρές τους, μέσα από τα διάκενα της τέλειας αμεριμνησίας τους». Για άλλη μια φορά η οικουμενικότητα της απώλειας μας φέρνει κοντά και μας εξισώνει…

075Ιδιαίτερο κεφάλαιο αφιερώνεται στις τυφλές μασέζ, μια αρκετά μεγάλη υποκατηγορία της εργατικής τάξης· βρίσκονται πάντα στους ημιωρόφους των ξενοδοχείων, στο πίσω μέρος των κουρείων, στους βοηθητικούς χώρους των λαϊκών εστιατορίων και στα ταπεινότερα υπόγεια. Σαν τον τυφλό βελονιστή κύριο Σουζούκι, στο μυθιστόρημα Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, αυτές οι φυσιογνωμίστριες του σκοταδιού ασκούν την επιχειρηματολογία των μαλάξεων και αλώνουν τους όγκους των σωμάτων, που τους αφήνονται απολυτρωμένα και ανυπεράσπιστα μαζί.

Στην Καμπότζη στο Μουσείο της Εξόντωσης και σε μια τσιμεντένια παγόδα που αποτελεί μια από τις εκατοντάδες κιβωτούς συλλογικού πένθους, καθώς εκεί έχουν οργανώσει «τα απέραντα λιβάδια του εμφύλιου αίματος σε καταπράσινα αρχεία αναδρομικής φρίκης και αποτορπιασμών», ο συγγραφέας σκέφτεται πως η συσσωρευμένη επιθετικότητα των Ερυθρών Χμερ και του άφρονα ηγέτη τους Πολ Ποτ είναι το καταπίστευμα του εφιάλτη – παρανθρώπου, αυτού του διακεκριμένου σφάλματος παραγωγής της Φύσης και διαβάζει την εθνοκτονία στα ιερογλυφικά του πολέμου με τάξη στα καύκαλα της βιτρίνας.

5797633253_d693262899_zΣτο κρυμμένο στα ενδότερα της οργιαστικής φύσης Σιέμ Ριέπ και στα αυτοκρατορικά οικοδομήματα με τα αινιγματικά αετώματα, τα ερείπια ζουν για χρόνια στην άμεση δικαιοδοσία των βαθύσκιων ατραπών, περισφιγμένα από αμέτρητα κλαδιά και κορμούς και ρίζες από τα αλλοτινά μικροσκοπικά σπορόφυτα που έριξαν κάποτε τα πουλιά. Στους τοίχους καλλιγραφεί συστηματικά η υγρασία και αναρωτιέται ο συγγραφέας: Είναι ερειπιοφυή δέντρα και μοιραία κατεξουσιαστικά φυτά ή μήπως το ακριβώς αντίστροφο, ανεκτίμητοι φύλακες τιμαλφών; Τα κλαδιά και οι ρίζες αμύνθηκαν υπέρ της φυλετικής μνήμης κατά τρόπο απρόβλεπτο και ρηξικέλευθο…

Ta Prohm. Angkor, Cambodia.Στους συλημένους ναούς της Ανγκόρ, με τους αποκεφαλισμένους Βούδες και τα χορταριασμένα δωμάτια ανάμεσα στις χαραμάδες του θαυμασμού θυμάται πως εδώ έδρασε ο νεαρός Αντρέ Μαλρό που το 1923 καταπριόνισε κομμάτια τους, μετριάζοντας εμμέσως τις κατηγορίες της κατάφωρης αρχαιοκαπηλείας του στο βιβλίο του Βασιλική Οδός (1930). Η Ανγκόρ είναι πλέον ένα πλάσμα του δάσους, σαν αυτά που κατοικούν σε ορισμένες νοτισμένες σελίδες του Κόνραντ και του Κίπλινγκ.

yasunari_kawabata1Στην Κίνα, το βίωμα συγκεκριμένων βουνών κάποτε ξεπερνά ακόμα και την εμπειρία σατόρι, αυτή την «ακραία έκλαμψη αυτοσυνειδησίας», καθώς ο συγγραφέας θυμάται αποσπάσματα από το κυνηγετικό όπλο του Γιασούσι Ινόουε αλλά και τον κύριο χαρακτήρα του Γιασουνάρι Καβαμπάτα που στον Ήχο του βουνού του ακούει με ιδιαίτερη ευκρίνεια το πλησιέστερο βουνό. Τα όρη ως μεγάλη, υπαίθρια βιβλιοθήκη ποιημάτων ανακαλούν σελίδες από τις Περιπλανώμενες σκιές του Πασκάλ Κινιάρ,  την Δώρια του Έζρα Πάουντ που ζητά να κρατηθεί στην βαθιά μοναξιά των ανήλιαγων γκρεμών αλλά τις φράσεις του Μαρκ Σαγκάλ, πως για τον ευγενικό περιπατητή το βουνό είναι μια δεύτερη γενέτειρα συγκινήσεων.

Η λογοτεχνία του Βέη είναι ένα συναρπαστικό αμάλγαμα προσωπικού ημερολογίου, ταξιδιωτικής γραφής, δοκιμιακής ενδοσκόπησης, περιπλανητικής θεωρίας, κορυφαίας πεζόμορφης ποιητικής και αισθητικής στοχαστικής. Ο ποιητής εγκολπώνεται χωρίς κανένα δισταγμό τις παραδοξότητες των τόπων, τους αποδέχεται ως υλικό ονείρων και πορεύεται με τις αποζημιώσεις των περιφορών, τις απομνημονεύσεις των φευγαλέων και τις θεωρήσεις των μυήσεων πάνω στο διαβατήριο.

400px-preston-tucker-tucker-torpedo-1946Αναπόσπαστο κομμάτι των βιβλίων του αποτελεί η βιβλιογραφία των παραθεμάτων, γεμάτη από έργα, εκτός των προαναφερθέντων, των Βιττγκενστάιν, Μάγκρις, Ντεμπόρ, Πεσσόα, Πόρτσια, Προυστ, Ροθ, Σέλλινγκ, Στίβενς, Φλωμπέρ, Φώκνερ, Χαίλντερλιν και πολλών άλλων αρχαιότερων και νεώτερων δεν καθρεφτίζει παρά την βαθύτατη καλλιέργειά του αλλά και τον ατελεύτητο διάλογο ταξιδιών και γραφής. Τα περισσότερα από τα παραπάνω κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Η Λέξη, Νέα Πορεία, σε ένθετα εφημερίδων και ηλεκτρονικές σελίδες. Θα συνεχίσουμε τις επόμενες ημέρες παρουσιάζοντας παλαιότερα έργα του, όλα Κεδρώα και κερδώα.

Εκδ. Κέδρος, 2011, σ. 237, με 24σέλιδο έγχρωμο φωτογραφικό ένθετο και βιβλιογραφία παραθεμάτων. Στις εικόνες: Ο Τάκερ στο Τάκερ, ο Τζεφ ως Τάκερ, η Σιλόμ τη Νύχτα, Σιέμ Ριέπ, Άνγκορ, Καβαμπάτα, ο Άνθρωπος και το Όνειρό του.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr, υπό τον τίτλο Western & Eastern.

02
Δεκ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 128

Γουίλιαμ Νταλρίμπλ, Η Ιστορία της Μοναχής, σε: Ιερή Ινδία. Εννιά ζωές, εννιά ιστορίες. εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Γιώργος Καλλαμαντής, σ. 47 [William Dalrymple, Nine Lives, In Search of the Sacred in Modern India, 2009].

Ο κόσμος θεωρεί τον τρόπο ζωής μας τραχύ – και από πολλές απόψεις είναι. Αλλά το να βγαίνεις στον άγνωστο κόσμο και να τον αντιμετωπίζεις χωρίς δεκάρα στην τσέπη σημαίνει ότι εξαφανίζονται όλες οι διαφορές ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, μορφωμένους και αμόρφωτους, ενώ αναδύεται μια κοινή ανθρωπότητα. Ως περιπλανώμενοι εμείς οι μοναχοί και οι μοναχές έχουμε απελευθερωθεί από τις σκιές του παρελθόντος. Η ζωή με περιπλάνηση, χωρίς υλικά περιουσιακά στοιχεία, απελευθερώνει τη ζωή μας. Υπάρχει μια υπέροχη έννοια φώτισης, να ζεις κάθε μέρα όπως έρχεται, χωρίς τα άγχη της ιδιοκτησίας, χωρίς βάρη. Το ταξίδι και ο προορισμός, η σκέψη και η πράξη γίνονται ένα, μέχρι που μοιάζει να κινούμαστε σαν ποτάμι, εντελώς αποδεσμευμένοι.

29
Μάι.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 115

Peter Carey, Έκανα λάθος για την Ιαπωνία. Το ταξίδι ενός πατέρα με το γιό του, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2006, μτφ. Άρτεμις Λόη, σ. 107 (Peter Carey, Wrong about Japan, 2005)

Ψηλά στο ταβάνι της σοφίτας […] υπάρχει ένα διακοσμητικό στοιχείο, που περνάει εξίσου απαρατήρητο με την κόκκινη πύλη του ναού ή το σκοινί γύρω απ’ το καμφορόδεντρο που δείχνει ότι είναι ιερό. Παρόλο που ο σκηνοθέτης δεν κάνει τίποτα για να τραβήξει την προσοχή μας, θυμάμαι ότι το χάρτινο διακοσμητικό που κρεμόταν απ’ το δοκάρι έμοιαζε με πουλί. Ο Κέντζι μου εξήγησε ότι θα υπήρχε από τότε που άρχισε να χτίζεται το σπίτι. Δεν μιλούσαμε πλέον για πλασματικές εικόνες που δημιουργούσαν τα πίξελ της οθόνης, αλλά για υλικές υπάρξεις. Στη διάρκεια της κατασκευής το στολίδι πάνω στη δοκό θα το έδερνε ο αέρας και θα το μούλιαζε η βροχή μέχρι να σκιστεί εντελώς. Μόλις θα έμπαινε η σκεπή για να στεγάσει το σπίτι, αυτό το κουρελιασμένο φυλακτό θα το δίπλωναν και θα το φύλαγαν στη σοφίτα σε προστατευμένο μέρος για καλή τύχη.

12
Απρ.
12

Κρίστοφερ Μέριλ – Ταξίδι στον Άθω

Ο σκεπτόμενος προσκυνητής

Α. Η πολλαπλή απόδραση

Ο συγγραφέας δεν κρύβει τους λόγους πίσω από προσκύνημά του: γύρισε συντετριμμένος από τον πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία, που κάλυψε δημοσιογραφικά και με το οδοιπορικό Only the Nails Remain. Scenes from the Balkan Wars. Ο Μέριλ έφυγε πολεμικός ανταποκριτής εν μέρει για να ξεχρεώσει κι εν μέρει για την συγκίνηση της καταγραφής της ιστορίας εν τη γενέσει της. Πρόσθετοι παράγοντες τον ώθησαν στα δυο προσκυνηματικά του ταξίδια: σοβαρά προβλήματα υγείας που του κλόνισαν βεβαιότητες και που παρά το ξεπέρασμά τους συνεχίζουν να καραδοκούν, ο κλονισμός του …γάμου του (εν μέρει εξαιτίας των συνεχών μετακομίσεων από πολιτεία σε πολιτεία λόγω της δουλειάς του), η συγγραφική ματαιοδοξία, η επιθυμία να περιγράψει για την γυναίκα του και την κόρη του τις διαστάσεις ενός τόπου που θα παραμείνει αθέατος γι’ αυτές, η αναζήτηση νέας προοπτικής ζωής.

Το ενδιαφέρον βέβαια που αποκτά η ματιά του είναι ακριβώς το γεγονός ότι δεν είναι πιστός με την παραδοσιακή έννοια, δεν είναι ορθόδοξος αλλά προτεστάντης, δεν ανήκει στην ανατολική παράδοση αλλά έχει διαμορφωθεί με την λογική και την ηθική της Δύσης. Στέκεται ορθάνοιχτος σε οτιδήποτε νέο αλλά και δεν προτίθεται να αφεθεί στην αβασάνιστη πίστη. Δεν ωραιοποιεί αλλά ούτε και κρίνει – τον ενδιαφέρει να διεισδύσει στον αθωνικό κόσμο και να τον κατανοήσει με μια μεταρομαντική ευαισθησία, όπως εύστοχα γράφει στον πρόλογό του ο Α. Βιστωνίτης: το Άγιο Όρος είναι για τον Μέριλ τόπος προσωπικής απελευθέρωσης και όχι τοπίο εξιδανικεύσεων· αναζητά την αθωνική εμπειρία ως πεδίο αναφοράς για να κρίνει τα γεγονότα στον σύγχρονο κόσμο, ως κώδικα αναγνώρισης του κόσμου και αναθεώρησης και ερμηνείας του δικού του παρελθόντος, ως κάθαρση και αναβαθμό στην πορεία της δικής του αυτοσυνειδησίας.

Β. Ο ποιητής στο Όρος

Αυτό λοιπόν είναι το κλειδί της ανάγνωσης του συγκεκριμένου ταξιδιωτικού – προσκυνητικού βιβλίου. Από τη μία ο συγγραφέας επιχειρεί μια προσέγγιση με βάση τα προσωπικά του ποιητικά και λογοτεχνικά διαβάσματα, από την άλλη όμως φροντίζει να κάνει ένα γερό πέρασμα στην βασική ορθόδοξη γραμματεία. Τα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν γι’ αυτόν αποκάλυψη, όπως η ηδονή και η καθοδήγηση που πάντα αποκόμιζε από την ποίηση, ενώ στη βάση μιας διανοητικής, πνευματικής και σωματικής εξάντλησης ανακαλύπτει ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες νέα ενέργεια, νόημα, προορισμό. Είναι εμφανές πως το βιβλίο περιλαμβάνει όλα τα αφηγηματικά είδη, συνεχίζοντας την παράδοση των εξαιρετικών ταξιδογράφων (Μπρους Τσάτουιν, Πάτρικ Λι Φέρμορ,  Πωλ Θερού, Νιλ Άσερσον κ.ά.):

Ιστορικά στοιχεία, θεολογικές πηγές, αισθητικές περιγραφές και λογοτεχνικές αναγνώσεις εναλλάσσονται με προσωπικό ημερολόγιο, αυτοβιογραφική έκφραση και ζωντανές συνομιλίες με μοναχούς και επισκέπτες, όλα στην κατάλληλη ισορροπία αλλά και με σκεπτικιστική, έως (αυτό)ειρωνική αποστασιοποίηση. Στην επιλεγμένη βιβλιογραφία του συγγραφέα διακρίνεται ακριβώς αυτή η ποικιλία πηγών και αναφορών: η ποίηση των Elizabeth Bishop, Robert Frost, George Herbert, Alexander Pope, Rainer Maria Rilke, Wallace Stevens, Philip Larkin, [Πηγαίνοντας στην εκκλησία], τα κείμενα των Joseph Brodsky, Dino Buzzati, Simone Weil και οι περιηγήσεις του Robert Curzon, William Dalrymple, Philipp Serard, Athos, mountain of silence συνυπάρχουν με πλήθος θεολογικών, εκκλησιαστικών και πατερικών κειμένων.

Σε κάποιες σελίδες ο Μέριλ μοιάζει εκτός τόπου και χρόνου, καθώς αναπόφευκτα εγκλωβίζεται στις δικές του παραστάσεις: βλέπει την πλατεία των Καρυών σαν εγκαταλελειμμένο σκηνικό ταινίας (δεν έχει δει προφανώς πλατείες ελληνικών χωριών), ψάχνει συμφωνίες και διαφορές στα έργα του Μανουήλ Πανσέληνου με του Μαρκ Ρόθκο (ο δρόμος της λύτρωσης εναντίον του αναπότρεπτου της θνητότητας), ο ρυθμός του σήμαντρου του θυμίζει τις τυμπανοκρουσίες των τελετουργικών χορών των … Ινδιάνων σε καταυλισμούς κοντά στη Σάντα Φε και διατυπώνει μερικούς τραβηγμένους παραλληλισμούς με τους υπερρεαλιστές και απόψεις του Μπρετόν.

Γ. H ποιητική του χριστιανισμού

Καθώς λοιπόν επιχειρεί να προσεγγίσει την αθωνική πραγματικότητα πρώτα με το δικό του πνευματικό υπόβαθρο, αναζητά την ποιητική του χριστιανισμού που πέρασε μέσα από τον μυστικό αγώνα των ελισαβετιανών ποιητών να διεισδύσουν μέσω της αμφιβολίας και της πίστης στο μυστήριο της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου, προσπάθεια που επαναλήφθηκε τρεις αιώνες αργότερα στα Τέσσερα Κουαρτέτα του Τ.Σ. Έλιοτ και ως ένα σημείο από τον Τσέλσαφ Μίλος, όπως τονίζει ο Α. Βιστωνίτης, προσθέτοντας: Μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει τη γαλήνη χωρίς την αίσθηση του περιορισμού; Πώς περνάει κανείς από την απλή πίστη στη θρησκεία, η οποία ως μυητική διαδικασία είναι βεβαίως πολύ πιο σύνθετη και απείρως πολυπλοκότερη από αυτό που προβάλλει η οργανωμένη εκκλησία;

Ένας άλλος μείζων σέρβος ποιητής, ο Βάσκο Πόπα, ξεκίνησε την δική του ποιητική εξερεύνηση των σερβικών θρύλων με μια επίσκεψη στη Μονή Χιλανδαρίου, μια τολμηρή λογοτεχνική αναζήτηση για κάποιον που ζούσε σε κομμουνιστική χώρα το 1950, και εκφράστηκε με τον ύμνο στην «μαύρη Τρίχερη Μητέρα»: Άπλωσε το τρίτο χέρι σου σε μένα/Άσε με να κοιμηθώ σε μια φωλιά από στίχους//Έρχομαι απ’ το δρόμο/Νηστικός και σκονισμένος/Ποθώντας έναν κόσμο διαφορετικό. Ο Οκτάβιο Παζ θεωρούσε πως με την ποίηση επιστρέφουμε στις αρχές και πως στην εποχή της νεωτερικότητας η αναζήτηση του νοήματος θα μας οδηγήσει στην αναγέννηση ή στο πρωταρχικό χάος. Η διαρκής αναζωπύρωση όμως των θρησκευτικών, εθνικών και φυλετικών παθών και οι συνακόλουθες συγκρούσεις σε Βοσνία, Σομαλία, Ρουάντα και αλλού μας θυμίζουν ότι το χάος ανήκει στα βασικά χαρακτηριστικά της νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων…

Δ. Οι εμπόλεμες θρησκείες

«Κατά κάποιο τρόπο η επιτυχία δεν ταιριάζει στη Χριστιανοσύνη», σχολιάζει ο Τζον Άπνταικ «και στο στοιχείο της βρίσκεται όταν είναι στις επάλξεις – στη λαθραία επιβίωση στις κατακόμβες ή σε λειτουργίες με λιγοστούς πιστούς σε θνήσκουσες ενορίες της επαρχίας και των αστικών κέντρων. Η αβέβαιη, περιθωριακή και χλευασμένη ύπαρξή της λειτουργεί ως είδωλο για τη δική μας ύπαρξη, κάτω από οποιαδήποτε προσωρινή επίφαση ευτυχίας» [σ. 87]

Από τις Σταυροφορίες και την Ιερά Εξέταση ως τα πογκρόμ των Ρώσων και τις σφαγές των βόσνιων μουσουλμάνων από τους Σέρβους, ούτε οι ορθόδοξοι χριστιανοί έχουν επιδείξει ανεκτικότητα σε όσους διαφέρουν. Ο πολεμοκάπηλος κλήρος της Σερβικής Εκκλησίας, γράφει, πρέπει να απολογηθεί για το πάθος με το οποίο παρακίνησαν το ποίμνιό τους να στραφεί εναντίον των γειτόνων τους βάσει σχεδίου του Μιλόσεβιτς και για τις ευλογίες που προσέφεραν στους παραστρατιωτικούς (να προσθέσω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση του Αρκάν). Σε κάθε περίπτωση μια ανίερη συμμαχία μεταξύ εθνικισμού και θρησκείας είναι ενδημική στην Ανατολική Εκκλησία – εδώ θυμάται και την ρουμανική φασιστική Μαύρη Φρουρά με τον Μιρσέα Ελιάντ. Μπορεί να λείπει η κοσμική επιδειξιομανία του Χριστιανισμού (π.χ. τηλε-ευαγγελιστές της Αμερικής) αλλά είναι αμέτρητες οι φορές που ακόμα και οι θεολογικές διενέξεις στην ουσία αφορούν την εξουσία. Τα πάντα ξεκινούν με την πίστη και τελειώνουν με τη  πολιτική, όπως είπε ο γάλλος ποιητής Σαρλ Πεγκί.

Η βαλκανική σύγκρουση που έζησε από πρώτο χέρι δεν είχε φυλετική βάση – δεν υπάρχουν φυλετικές διαφορές μεταξύ Κροατών, Σέρβων και Βόσνιων. Ένας θρησκευτικός εμφύλιος πόλεμος εκτυλισσόταν σε μια κατεξοχήν κοσμική χώρα. Είναι γνωστή η γιουγκοσλαβική πολιτική κομμουνιστικής συναδέλφωσης που κάλυψε πρόχειρα τις διαφορετικές θρησκευτικές ταυτότητες των ρωμαιοκαθολικών Κροατών, τον ορθόδοξων Σέρβων και των μουσουλμάνων Βόσνιων. Το μόνο που χώριζε έναν λαό με κοινή γλώσσα, παραδόσεις και έθιμα ήταν η διαφορετική θρησκευτική «πίστη». Ο συγγραφέας αναφέρει συχνά την έκπληξή του για τον σεβασμό που απολάμβαναν στους κόλπους της Ορθοδοξίας οι Μλάντιτς και Κάρατζιτς. Τουλάχιστον όλοι οι μοναχοί του Χιλανδαρίου, εκτός από δυο, επέλεξαν να κρυφτούν στις γύρω σπηλιές όταν ο Μιλόσεβιτς επισκέφτηκε τη μονή.

Ε. Μυθοποιήσεις και απομυθοποιήσεις

Το κριτικό του μάτι βέβαια βρίσκεται πάντα σε επιφυλακή: βλέπει πλαγιές γεμάτες πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, μεγάλα μπιτόνια, κομμάτια ξύλων και σιδερικά, κοινώς μπάζα από γειτονικές μονές ως και αυτοσχέδιες χωματερές και απορεί πως μπορεί κανείς να λατρεύει το Θεό και να ρυπαίνει την Πλάση. H πολύτιμη σιωπή συχνά εξαφανίζεται από ηχητικά τείχη αλυσοπρίονων, κομπρεσέρ και οικοδομικών εργασιών στη φύση (κάποιο κελί) ή στις μονές. Κάποιες εικόνες του μοιάζουν απρόσμενες: καρτοτηλέφωνα και διαδίκτυο στις μονές και μοναχοί να λένε ανέκδοτα αμέσως μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, να επιδεικνύουν προχωρημένο επιχειρηματικό πνεύμα ή να τον προειδοποιούν να έχει πάντα μαζί του όλα τα τιμαλφή.

Η διάνοιξη όλο και περισσότερων δρόμων μεταξύ των μονών έχει καθιερώσει τις διαδρομές με …ταξί ενώ στα φορτηγά των ξυλοκόπων και των άλλων εργατών που τον μεταφέρουν με ωτοστόπ ακούγεται συχνότερα η ροκ παρά οποιαδήποτε άλλη μουσική. Στο τραπέζι ενός ερημίτη βλέπει περισσότερα τεύχη περιοδικών για το ψαροντούφεκο (συχνός τρόπος ψαρέματος των μοναχών) παρά ιερά βιβλία. Η επιθυμία ενός ψαριού μονοπωλεί για μέρες τις κουβέντες ενός ερημίτη. Καθώς τα θαύματα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της αθωνικής φαντασίας, οι μοναχοί τα αφηγούνται μεταξύ τους σαν κουτσομπολιά. Σε άλλη μονή ένας Αλβανός του ζητάει λεφτά για το φαγητό και για άλλες διευκολύνσεις και τον κυνηγάει ακόμα και κατά την αναχώρησή του (οπότε ο Μ. τον διαολοστέλνει).

Εκείνο όμως που τον ενοχλεί περισσότερο είναι οι διαρκείς «ορθόδοξοι περιορισμοί και απαγορεύσεις» που υφίσταται: μοναχοί τον διώχνουν με φωνές από τα καθολικά ενώ παραδόξως αδιαφορούν για την απαγόρευση του καπνίσματος που ισχύει, υποτίθεται, σε όλα τα μοναστήρια. Συχνά διαπιστώνει μια γενικότερη απόκλιση μεταξύ χριστιανικών ιδεωδών και αγιορείτικης συνήθειας και ιδίως την καθημερινή σύγκρουση ανάμεσα στην βιβλική προτροπή να προσφέρεται φιλοξενία σε όλους (για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να εμφανιστεί ο Μεσσίας σε κάποιο μοναστήρι και να μην τον αναγνωρίσουν) και στην πρακτική εφαρμογή της. Η εχθρική αντιμετώπιση γίνεται απροκάλυπτη όταν παραδέχεται το δόγμα του ή το διαπιστώνουν οι ίδιοι: καθώς στο διαμονητήριό του έγραφε επάγγελμα συγγραφέας οι μοναχοί είχαν πληροφορηθεί από το διαδίκτυο (!) για το βιβλίο του σχετικά με τους πρόσφυγες των Βαλκανίων και ήταν εχθρικοί – συχνά του αρνήθηκαν και την διανυκτέρευση! Άλλοι προτίμησαν με τα λόγια να τον βάλουν στη θέση του σχετικά με τη δολιότητα των αλλόθρησκων Βαλκανίων.

ΣΤ. Μεταξύ γαλήνης και ταραχής

Όλα τούτα βέβαια τα αντιμετωπίζει με στωικότητα και δεν τα αφήνει να του μετριάσουν την συγκίνηση από τον ανέγγιχτο από την νεωτερικότητα τόπο με την ανάλλαχτη τάξη και το χιλιετές παρελθόν αδιασάλευτων λατρευτικών εθίμων και πανάρχαιου τρόπου ζωής. Αφήνεται να βιώσει την επιβράδυνση του χρόνου στον Άθω και την ρύθμισή του από την πίστη και τον κύκλο των εποχών, να θαυμάσει τους αμέτρητους αθλητές του πνεύματος, να ζηλέψει τους μοναχούς που νέκρωσαν το παρελθόν τους και ζουν μια δεύτερη ζωή, να αισθανθεί πως βρίσκεται μεταξύ ουρανού και γης.

Από την άλλη, ο πόλεμος μοιάζει να τον στοιχειώνει παντού: ακούει τον ήχο των πυροβολισμών στο Σεράγεβο, κάποιες εγκαταλελειμμένες σκήτες του θυμίζουν το συνηθισμένο θέαμα των ισοπεδωμένων χωριών σε Βοσνία και Κροατία, εικόνες από κατεστραμμένες εκκλησίες και καραβάνια προσφύγων έρχονται απρόσκλητες το νου του. Το αισθητήριό του εντοπίζει ακόμα κι έναν πρώην στρατιώτη Σέρβο της Βοσνίας – το ράσο σύμφωνα με την παράδοση μπορούσε να τον σώσει, ακόμα κι αν είχε διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο πόλεμος που «αντικατέστησε την ποίηση» στη ζωή του εδώ δεν μοιάζει παρά μια στιγμή στην Ιστορία. Σε κάθε περίπτωση επιθυμεί να βιώσει τον «καιρόν του σιγάν» (όπως έγραψε ο συγγραφέας του Εκκλησιαστή), κι ας τον κάνει η σιωπή να θυμάται την περίπτωση του Πάουλ Τσέλαν και την γνωστή μετα – Άουσβιτς φράση του Αντόρνο.

Ζ. Ανατολική όραση με δυτικό μάτι

Η ανατολική παράδοση ποτέ δεν προέβη σε αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ θεολογίας και μυστικισμού, μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας των θείων μυστηρίων και του δόγματος, γράφει ο Βλαντιμίρ Λόσκι, μελετητής της Ρωσικής Εκκλησίας και ακριβώς την θεμελιώδη διαφορά των δυο διαφορετικών θεάσεων επιχειρεί να κατανοήσει ο συγγραφέας. Στην Ορθοδοξία η ενόραση υπερισχύει της λογικής: η απευθείας επαφή με το Θεό έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια λογική απόδειξη της ύπαρξής του. Μακριά από τον δυτικό σκεπτικισμό εδώ υπερισχύουν το πέταγμα της φαντασίας, τα μη βλεπόμενα, η αντεστραμμένη λογική.

Ο Μέριλ προβληματίζεται πάνω στην έριδα των Ησυχαστών: από τη μία η βεβαιότητα του Γρηγορίου Παλαμά ότι μπορεί η εμπειρία την ώρα της προσευχής να οδηγήσει στη θέαση του Θείου Φωτός, ότι είναι τελικά δυνατό η ουσία του Θεού να είναι αόρατη αλλά οι ενέργειές Του είναι πανταχού παρούσες – από την άλλη η via negativa και η αποφατική θεολογία του Βαρλαάμ, που αναρωτιόνταν πώς  είναι δυνατόν ο Θεός να είναι απροσπέλαστος στις αισθήσεις αλλά ταυτόχρονα να φανερώνεται μέσα από την προσευχή και η βεβαιότητα πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει την ιερή ουσία του Θεού. Ακριβώς όπως ο ποιητής ανοίγει διάλογο με τη γλώσσα, βυθοσκοπώντας τη συλλαβή προς συλλαβή, έτσι και ο ησυχαστής με κάθε του ανάσα απευθύνει μια παράκληση στον Θεό. Για τους θρησκευτικούς ποιητές – ο άγιος Ιωάννης του Σταυρού, η Σορ Ζουάνα Ινές ντε λα Κρουζ, ο Τζον Νταν και ο Τζορτζ Χέρμπερτ – η έμπνευση είναι ένα άλλο όνομα για τη θεϊκή εισροή Του. [σ. 75]

 Η. Το άδειασμα στην έρημο

Με ρωτάτε πώς να προσευχηθεί κανείς σε κάποιον που δεν υπάρχει, γράφει ο Τσέλσαβ Μίλος σ’ ένα ποίημά του και στη συνέχεια εξηγεί ότι η προσευχή στήνει τη γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον άλλο, γέφυρα που θα την περπατήσουμε ακόμα και αν δεν υπάρχει απέναντι ακτή. Η ώθηση που χρειάζεται ο συγγραφέας στην προσωπική του λοιπόν περιήγηση στη «δυναμική της πίστης» ή στην κατά Γέητς «επινόηση της αιωνιότητας» μπορεί να κρύβεται σε αυτή τη φράση ή στα ρητά των αναχωρητών της ερήμου, εκείνα τα «πρότυπα πνευματικής και λογοτεχνικής βραχυλογίας», που γράφτηκαν σε τοπία απαλλαγμένα από οποιονδήποτε συνειρμό και μίλησαν για την κένωσιν, το άδειασμα του εγώ. Οι ερημίτες της εναλλακτικής πολιτείας του Θεού του δείχνουν ένα παραμελημένο μονοπάτι, έναν τρόπο σκέψης ταυτόχρονα μεταφορικό και διεισδυτικό, που σε κάθε στροφή μια νέα θέα του έκανε νόημα να συνεχίσει την εξερεύνηση. Ίσως κάτι τέτοιο να είναι το Χαροποιόν πένθος, μια φράση που έπλασε ο Ιωάννης της Κλίμακος και με την οποία περιγράφουν οι ορθόδοξοι θεολόγοι τη Μεγάλη Σαρακοστή.

Μαθητεύοντας στη σιωπή απέκτησα έμμονες ιδέες για το ανείπωτο, την κρυφή ζωή των πραγμάτων, τα κενά που ορίζουν το πώς κατανοούμε τον κόσμο. Η συγγραφή ήταν ο δικός μου τρόπος να ανοίγω μια συζήτηση, πρώτα με τον εαυτό μου και στη συνέχεια με τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Μολονότι στα χρόνια της μαθητείας μου ζούσα με το φόβο της λευκής σελίδας, δεν είχα μάθει να αντιμετωπίζω τις νεκρές περιόδους όπως τα κενά ανάμεσα στις στροφές ενός ποιήματος ή τη στιγμή της σιγής στο τέλος της μέρας, που εξυμνείται στον Εσπερινό. Από σιωπή σε σιωπή: έτσι περιγράφουν οι ποιητές την αναμέτρησή τους με τη γλώσσα. Πώς όμως να περιγράψω αυτό που δεν μπορούσα πλέον να ακούσω – τη μουσική της σιωπής;  [σ 152]

Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2005, μτφ. Νίκος Κούτρας, σελ. 391. Με πρόλογο του Αναστάση Βιστωνίτη, με τρεις φωτογραφίες του Fred Boissonnas και τέσσερις του Τάκη Τλούπα, γλώσσάρι, πίνακα εικόνων και επιλεγμένη βιβλιογραφία [Christopher Merrill, Things of the Hidden God: Journey to the Holy Mountain (2005)]

19
Νοέ.
11

Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.

09
Ιολ.
11

Antonio Tabucchi – Ταξίδια και άλλα ταξίδια

Ταξιδευτής και επιστροφεύς

Μέρος Α΄

Ένας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κει εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (…) από το ποιοί είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ’ εκείνον τον τόπο. Αυτά τα πράγματα τα μαθαίνει κανείς με τον χρόνο, ταξιδεύοντας γράφει ο Ταμπούκι («Οι δικές μου Αζόρες», σ. 208), εκφράζοντας το πνεύμα των ταξιδιωτικών του κειμένων – λεκτικών βλεμμάτων στο Κυότο, τη Νέα Υόρκη, τα Χανιά, τη Μελβούρνη, το Μπουένος Άιρες, τη Γένοβα, το Κάιρο, τα Καρπάθια, τη χώρα των Βάσκων, την Αμαζονία και αλλού. Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδευμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους.

Η Ινδία, για παράδειγμα, υπήρξε το κατεξοχήν «άλλο» μέρος, εκφραστής μιας Ανατολής αντιτιθέμενης σε μια αποικιοκρατική, πολεμοχαρή και βαθιά κουρασμένη Δύση. Πέρα από την ανικανότητα του Κίπλινγκ να την καταλάβει ή το ψυχρό συμπέρασμα του Φόρστερ (που στο Πέρασμα στην Ινδία την αντιμετώπισε ως μεταφορά της οικουμενικής ασυνεννοησίας ανάμεσα στους αποίκους, τους αποικούμενους και τους ίδιους τους εαυτούς τους), ο Ρολλάν έψαχνε την ανοχή και τη μεγάλη οικουμενική σύμπνοια, ο Μαλρώ τον Άνθρωπο και την αίσθηση της ύπαρξης, ο Έσσε ένα Απόλυτο Απρόσωπο. Μόνο ο Παζολίνι την είδε όχι με τα μάτια της Δύσης αλλά ουσιαστικά, με τις αισθήσεις, αντιλαμβανόμενος πως εκείνη μας παρασύρει σε κυκλικό ταξίδι στο τέλος του οποίου βρισκόμαστε πραγματικά μπροστά στον εαυτό μας («Πολλές απόψεις για την Ινδία»).

«Το σύνδρομο του Σταντάλ», βέβαια, απειλεί με μια «σύγκρουση» αισθητικής φύσης κάθε ταξιδιώτη των πόλεων τέχνης. Καθώς «ο σύγχρονος τουρίστας δεν είναι πια ο επισκέπτης που παραμένει πιστός στις αρχές της εμβρίθειας και της θεωρητικής κάλυψης αλλά είναι το σύμβολο μιας φευγαλέας γνώσης», στο ταξίδι όπου όλα προβλεπόμενα, οργανωμένα και ακίνδυνα, πάντα παραμονεύει η δυνατότητα μιας εσωτερικής περιπέτειας, συχνά ως απώλεια της αίσθησης μιας προσωπικής ταυτότητας. Γιατί οι εθισμένοι στην ασχήμια του κόσμου και στην τηλεοπτική οθόνη πάντα μπορούμε να αρρωστήσουμε από την ομορφιά.

«Το αντίθετο σύνδρομο» προκαλεί εντονότερη δυσφορία, διαφορετικής φύσεως. Στην Ιερουσαλήμ π.χ. όπου μια μακριά λίστα θρησκειών και δογμάτων εναλλάσσονται με βάση ένα σκληρό ωρολόγιο καθημερινό πρόγραμμα προς τιμή του Θεού, του οποίου εμφανίζονται ως μόνοι αληθινοί ερμηνευτές, είναι φυσικό ο επισκέπτης να πιστέψει ότι υπάρχουν τρεις ξεχωριστοί θεοί – γέροι καβγατζήδες που δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, σαν τις χήρες του ίδιου μακαρίτη, το πνεύμα του οποίου, αν πράγματι υπήρξε, έχει στο μεταξύ μετακομίσει, αφήνοντας ένα κενό που γεμίζουν οι οπαδοί του, εκφράζοντας μονάχα τον εαυτό τους και προστατεύοντας το Τίποτα.

Εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 (Antonio Tabucchi, Viaggi e altri viaggi, 2010).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 9.7.2011 (και εδώ).  Ακολουθεί Β΄ μέρος, στην αμέσως επόμενη ανάρτηση, δημοσιευμένο αποκλειστικά στο Πανδοχείο.

04
Απρ.
11

Colin Thubron – Στη σκιά του Δρόμου του Μεταξιού

Έρχονται στιγμές που αισθάνεσαι τον εαυτό σου ελαφρύ, χωρίς βάρος. Ανοίγεις τις κουρτίνες (αν υπάρχουν) και βλέπεις μπροστά σου μια απέραντη ερημιά μέσα σ’ ένα χλωμό φως και νιώθεις αποκομμένος από οτιδήποτε σου έδινε μια αίσθηση ταυτότητας. Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από οποιονδήποτε άνθρωπο που σε γνωρίζει, έχεις την αίσθηση ότι το παρελθόν σου είναι πιο ελαφρύ, ότι σχεδόν δεν ανήκει σ’ εσένα. Ακόμα και οι δεσμοί αγάπης σου έχουν ατονήσει (το δορυφορικό τηλέφωνο είναι στο σακίδιό μου, αλλά δεν χτυπάει ποτέ). Στο τέλος νοιώθεις άτρωτος, πράγμα που είναι πολύ επικίνδυνο. Φοβάσαι μόνο μήπως δεν καταλάβεις τι βλέπεις ή τι σου λένε ή δεν καταφέρεις να φτάσεις εκεί που θέλεις. Μερικές φορές αυτό που σε παρακινεί να συνεχίσεις είναι μια ψυχρή περιέργεια για την οποία ντρέπεσαι μόνο όταν επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Άλλες φορές κάτι σε αγγίζει, κάτι σε συγκινεί, αλλά εσύ δεν σταματάς, συνεχίζεις το ταξίδι. (σ. 142)

Εκατό λόγοι σε σπρώχνουν να πας. Πηγαίνεις για να αγγίξεις την ταυτότητα των λαών, να κατοικήσεις έναν άδειο χάρτη. Πηγαίνεις επειδή διψάς για την έξαψη, για να ακούσεις ξανά το γρατσούνισμα από τα παπούτσια σου πάνω στο χώμα· πηγαίνεις επειδή έχεις μεγαλώσει και θέλεις να καταλάβεις κάτι πριν να είναι πολύ αργά. Πηγαίνεις για να δεις τι θα γίνει. Οι παραπάνω φράσεις τριβελίζουν διαρκώς στο μυαλό του ταξιδευτή – συγγραφέα Κόλιν Θέμπρον. Αλλά πολλαπλασιάζονται στη σκέψη του ταξιδιού στο Δρόμο του Μεταξιού, ενός ολόκληρου δικτύου επιλογών, αμφισβητούμενων συνόρων, αχαρτογράφητων φυλών. Η μεγαλύτερη δια ξηράς διαδρομή στον κόσμο ξεκινά από την καρδιά της Κίνας, προς τις οροσειρές της Κεντρικής Ασίας, το βόρειο Αφγανιστάν, τα υψίπεδα του Ιράν και το Κουρδιστάν. Ο όρος επινοήθηκε από τον Γερμανό γεωγράφο Φέρντιναρντ φον Ριχτχόφεν και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για έναν μοναδικό δρόμο αλλά για δίκτυο αρτηριών που έφτανε μέχρι τη Μεσόγειο.

Μετάξι: ένα από τα πρώτα υλικά (μαζί με το κόκαλο και το ξύλο) πάνω στα οποία μπορούσε να γραφτεί κάτι: έδωσε εγκυρότητα σε αυτοκρατορικά διατάγματα, μετέφερε μηνύματα σε νεκρούς σε θρησκευτικές τελετές. Η ζωγραφική τοπίων εξελίχθηκε σε μια σχεδόν μυστικιστική τέχνη. Το στιλπνό κενό του γινόταν μια ζωντανή παρουσία. Σ’ αυτή την μακροχρόνια σκυταλοδρομία, τα εμπορεύματα περνούσαν από χέρι σε χέρι εκείνων των γιγάντιων καμηλιέρηδων. Το μεταγενέστερο οχτάμηνο ταξίδι με τις καμήλες θα ακουγόταν αστείο στα αυτιά εκείνων των αντρών. Το δικό τους διαρκούσε έως και χρόνια και συχνά δεν γύριζαν στο σπίτι τους ποτέ. Ο Θέμπρον μας εξομολογείται πως στο όνειρό του συνομίλησε μ’ έναν τέτοιο σκονισμένο έμπορο, ο οποίος τον ρώτησε γιατί θέλησε να κάνει το ίδιο ταξίδι. Και του απάντησε: Ταξιδεύω γιατί θέλω να μάθω. Για να διώξω το φόβο. Αυτό που φοβάμαι είναι μήπως δεν συναντήσω τίποτα. Αυτό που φοβάται ο σύγχρονος ταξιδιώτης είναι μήπως δεν συναντήσει τίποτα σημαντικό. Μήπως συναντήσει μόνο το κενό. (σ. 31-32)

Ο Θέμπρον ξεκινάει από την Κίνα, μια χώρα όπου για αιώνες η διαφορετικότητα ήταν από ηθική άποψη ενοχλητική. Η αλλοτινή ερμητικά κλειστή αυτοκρατορία τώρα αιωρείται συντετριμμένη τριγύρω του. Στην διαρκώς ανοικοδομούμενη Σιαν κάθε εκατό μέτρα μια τεράστια εικόνα φτιαγμένη στο κομπιούτερ σε πληροφορεί τι χτίζεται στο οικόπεδο πίσω της, ενώ τεράστιες λεωφόροι μοιάζουν με φουτουριστικά θεατρικά σκηνικά. Σε κάθε νεανικό αυτί γυαλίζει ένα μικρό ασημένιο κινητό. Οι μεγαλύτεροι όμως; Εκείνοι που έζησαν την πείνα της εποχής του Μεγάλου Άλματος και επιβίωσαν μετά την Πολιτιστική Επανάσταση (Π.Ε.); Δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά θέση γι’ αυτούς. Τα πρόσωπά τους μοιάζουν σφιγμένα, λες και τα έχει στεγνώσει η Ιστορία. Ζουν σε σπίτι με αυλακωτές λαμαρινένιες στέγες και μικρές κλειστοφοβικές αυλές, λίγο παραπέρα από τους πλατιούς δρόμους. Κανείς δεν μιλάει για τότε. Στα μαγαζιά τα αναμνηστικά της Π.Ε. πουλιούνται σαν αξιοπερίεργα αντικείμενα – οτιδήποτε θυμίζει εκείνη την εποχή αποτελεί εμπορεύσιμο κιτς.

Κάτω από τα κόκκινα χάρτινα φανάρια ενός εστιατορίου, ο ιδιοκτήτης και η κόρη του μελετούν παλαιότερες ιστορικές περιόδους (των Τανγκ, των Σουνγκ): Έχουμε όλες αυτές τις πολύ παλιές ιστορίες. Προσπαθώ να τις ξαναγράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να αρχίσουν οι άνθρωποι να τις αμφισβητούν. // Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή δεν είναι μέσα στις παραδόσεις της Κίνας.  Πριν είκοσι χρόνια το εστιατόριο ήταν γεμάτο με βλοσυρούς γραφειοκράτες με άκαμπτα κοστούμια – τώρα βλέποντας τους άντρες με τα τζάκετ αναρωτιέσαι μήπως απλώς άλλαξαν τη μια στολή με μια άλλη… Κι όμως καθώς ανταποδίδει το χαμόγελο στην Μινγκζάο νοιώθει σα να δημιουργείται ένα τεράστιο τεκτονικό ρήγμα κάτω από την επιφάνεια της Κίνας καθώς η αρχέγονη υποταγή στην ομάδα χαλαρώνει και δίνει τη θέση της στην ατομικότητα.

Ιδιαίτερα υποβλητικές σελίδες είναι οι σελίδες όπου ο συγγραφέας βρίσκεται στο μαγαζάκι – βιτρίνα ενός αρχαιοκάπηλου, που, όπως πολλοί, εκμεταλλεύεται το γεγονός πως η περιοχή του ήταν γεμάτη αρχαία νεκροταφεία αδύνατο να φυλαχτούν. Τόσο ο ίδιος όσο και ο οποιοσδήποτε αγοραστής ρισκάρουν τη ζωή τους ή την ελευθερία τους – ο δεύτερος και το ενδεχόμενο το εύρημα να είναι πλαστό. Αργότερα ξανασυναντά έναν παλιό του φίλο, τον καθηγητή Μου Λι, που σε προηγούμενο βιβλίο είχε τοποθετήσει με άλλο όνομα σε άλλη πόλη. Τώρα δε διέτρεχε κανένα κίνδυνο. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορεί να περιγράψει κανείς την ζωή της Κίνας στην αγγλική γλώσσα. Επειδή τίποτα δεν είναι δυνατόν να μεταφραστεί. Ούτε η κουλτούρα ούτε η πολιτική ούτε η καθημερινή ζωή. Οι λέξεις δεν ταιριάζουν. Οι ιδέες δεν υπάρχουν στα αγγλικά». Ένας άλλος καθηγητής είχε καταδικαστεί να μαζεύει για δέκα χρόνια τα σκουπίδια στο πανεπιστήμιο επειδή είχε στο σπίτι του μια Βίβλο.

Η Πολιτιστική Επανάσταση πολέμησε σκληρά τους βουδιστές. Ο βουδισμός ανέκαθεν αντιμετώπιζε δυσκολίες στην Κίνα. Ο κομφουκισμός και ο κομμουνισμός γίνονταν πιο εύκολα αποδεκτοί από την κοινωνία – για την ευσέβεια προς τους γονείς και την κοινωνική πρόοδο αντίστοιχα – ενώ ο βουδισμός υποσχόταν την προσωπική σωτηρία και σκοπός του ήταν το γκρέμισμα της αυταπάτης. Ο Θέμπρον συνομιλεί μ’ έναν Ζωντανό Βούδα, που του περιγράφει τις φρικιαστικές δημόσιες διώξεις που αν δεν οδηγούσαν στην αυτοκτονία, δημιουργούσαν στον διωκόμενο αισθήματα ενοχής, στέρηση κάθε ίχνους αυτοεκτίμησης και απώλειας της ανθρώπινης υπόστασης. Σήμερα σχεδόν σαράντα χρόνια μετά η ρητορική εκείνης της περιόδου μοιάζει παιδαριώδης κι εκείνος πιστεύει πως κάτι στα εσώψυχα των θυμάτων θα παρέμενε αλώβητο.  Μετά την Π.Ε. τα πάντα σε κάνουν ευτυχισμένο».

Ο ταξιδιώτης μοιράζεται σιωπηλά γεύματα με τους επιζώντες μιας πολιτικής τρέλας και τρομοκρατίας αρκετών δεκαετιών, ανθρώπους που οι μνήμες τους είχαν σταματήσει να μεταβιβάζονται, που δεν μιλάνε ποτέ για το παρελθόν. Εδώ εντοπίζεται μια ενδιαφέρουσα διαφορά: Στη Δύση η ψυχική υγεία εξαρτάται από το αν το άτομο θα αποδεχθεί το παρελθόν, θα συμβιβαστεί μ’ αυτό. Η μνήμη είναι κάθαρση. Αλλά στην περίπτωση της Π.Ε., όπου όλοι υπέφεραν, ίσως η επιλογή της λήθης σημαίνει την επιλογή της ζωής.

Σ’ αυτό το ταξίδι, η καθαρότητα των πολιτισμών, ακόμα και του κινέζικου, γίνεται αυταπάτη. Στο δρόμο του μεταξιού τίποτα δεν θα είναι ομογενές, αιώνιο. Η γλώσσα και η εθνική ταυτότητα αλλάζουν συνεχώς, όπως οι αμμόλοφοι των ερήμων. Σε μια κρύπτη αποκαλύπτεται ένας πολυπολιτισμικός κόσμος που κανείς δεν υποψιαζόταν: ιερά βουδιστικά χειρόγραφα, κείμενα γραμμένα στα κινέζικα, στην γλώσσα Σογδιανών, Πάρθων και Τούρκων, σε σανσκριτικά, θιβετιανά, ιουδαιοπερσικά, ακόμα και νεστοριανά κείμενα. Στον ωκεανό των φυλών της Κίνας κάθε φορά κάποιο κατεργάρικο γονίδιο εμφανιζόταν κάθε τόσο από το μακρινό παρελθόν και σφράγιζε τον φορέα του με τα σημάδια κάποιου κόσμου που δεν είχε αφήσει πίσω του κανενός άλλου είδους ανάμνηση. Σε απομακρυσμένα χωριά ψηλοί άνθρωποι με λευκό δέρμα και κόκκινα μαλλιά «αποδεικνύονται» πρόγονοι των …Ρωμαίων και εν γένει ενός ετερόκλητου πλήθους Λατίνων. Απ’ όσο γνώριζα οι πρόγονοί του συνέτρωγαν με τον Καίσαρα ή άκουγαν τους λόγους του Κικέρωνα. Όμως στο δωμάτιο του Ουάνγκ τα κουφώματα των παραθύρων είχε σαπίσει, οι κουρτίνες είχαν κουρελιαστεί και τα τελευταία κομμάτια αγγουριού είχαν καταβροχθιστεί.

Καθώς ο συγγραφέας βρίσκει ιερούς τόπους και μνημεία στη μέση του πουθενά, στις πλέον απίθανες περιοχές, τα πάντα απομυθοποιούνται (συχνά και τα ίδια τα μνημεία που σε κάποιες περιπτώσεις αποτελούν θλιβερές τουριστικές απάτες). Ίσως ούτε ο Λάο-τσε, ο κατά τον μύθο ιδρυτής του ταοϊσμού κατά τον 6ο αι. π.Χ.  δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα και η διδασκαλία του δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απάνθισμα σοφών απόψεων – ένας μυστικιστικός πανθεϊσμός, η πίστη αυτών που προτιμούν να ζουν σαν ερημίτες.

Στο Σινικό Τείχος αιωρείται ακόμα ο ίδιος παλιός φόβος που ένοιωθε ο Κινέζος για την εσωτερική Ασία που έσκαζε κατά κύματα πάνω στο Σινικό Τείχος, για την ερημιά που απλωνόταν έξω από το βασίλειο. Αυτές οι σκοτεινές κατασκευές άλλοτε μοιάζουν σαν εγκαταλειμμένα ασύνδετα βαγόνια τρένου κι άλλοτε σαν να παραπατούν εξουθενωμένες – ένα τείχος για το οποίο σύγχρονοι σινολόγοι υποστηρίζουν πως κατασκευάστηκε περισσότερο να κρατήσει τους Κινέζους μέσα παρά τους νομάδες έξω, ένα τεράστιο όριο που εμβαπτίστηκε στον τρόμο, με εντοιχισμένους νεκρούς εργάτες για να κρατήσουν μακριά τις … εφόδους των πνευμάτων. Για αιώνες η Κίνα και η Δύση ζούσαν αγνοώντας η μία την ύπαρξη της άλλης

Ο συγγραφέας αισθάνεται διαρκώς την παλιά γνώριμη έξαψη της παιδιάστικης αίσθησης ότι κάθε φορά μπαίνει σ’ ένα χώρο άγνωστο, σε κάτι εντελώς αλλότριο. Περιπλανιέται σε φαντασματένια χωριά, μπαίνει στα σπίτια των κατοίκων, συνήθως άδεια με ξερή αυλή, χαμηλά δωμάτια με χωμάτινο πάτωμα και χτιστά κρεβάτια, κάτω από τα οποία βάζουν κάρβουνα για να ζεσταθούν, με μόνη πολυτέλεια μια μικρή παλιά τηλεόραση και μια έγχρωμη φωτογραφία σ’ ένα τοίχο – μια σελίδα από ένα περιοδικό, με μια γη πιο γλυκιά, που δεν θ’ αντικρίσουν ποτέ. Οι μεγαλύτεροι νοιώθουν τελεσίδικα άχρηστοι και παραμερισμένοι, με τα χωριά τους να αργοπεθαίνουν ξεχασμένα, θυσία στο βωμό της οικονομικής ανάπτυξης του έθνους

Αλλού βλέπει τον καπνό μιας τσιμεντοβιομηχανίας πίσω από το βουνό, γερανούς να ξεφυτρώνουν ανάμεσα στους λόφους, φορτηγά που απορείς πώς έφτασαν μέχρι εκεί. Στην παλιά μεθόριο που γεννούσε πάντα φόβο, στην ονομαζόμενη Άνω Ταταρία ή Κινέζικο Τουρκεστάν, το λεωφορείο (ένας μεταλλικός σκελετός με ξεκοιλιασμένα καθίσματα και μπράτσα σκέτα σίδερα) παραδίδει το πνεύμα του σε μια εφιαλτική κωμόπολη με ορυχεία αμιάντου, όπου τα σπίτια των μεταλλωρύχων ήταν σκοτεινές τρώγλες από τις οποίες βγαίνουν μαυρισμένοι άντρες σκυμμένοι σαν κατάδικοι. Σήμερα η Κίνα μοιάζει μ’ ένα απέραντο εργοτάξιο. Στο Λαν- τσόου ίσως βρίσκονται οι πιο μολυσμένοι της δρόμοι: 22 χιλιόμετρα κατά μήκος του Κίτρινου Ποταμού ανάμεσα σε διυλιστήρια και εργοστάσια χημικών χάνονται μέσα στην αιθαλομίχλη.

Δεν χρειάζεται να ειπωθεί πως ο ίδιος ο Θέμπρον εκτέθηκε σε πλείστους κινδύνους (αντάρτες στα υψίπεδα του Αφγανιστάν, αστυνομία σε Κιργισία και Ουζμπεκιστάν, ληστές), ενώ κρατήθηκε σε καραντίνα ως πιθανώς μολυσμένος με τον ιο SARS με άλλους ήδη μολυσμένους (όπου και συνδέθηκε συγκινητικά με τον ξεχασμένο απ’ όλους συγκρατούμενό του, σε κάτι παραπήγματα στη μέση του πουθενά). Λίγο καλύτερα πέρασε στα ξενοδοχεία της παλιάς Κίνας: σκοτεινά κρύα κτίρια πνιγμένα στη μύγα, με ξεχειλισμένες τουαλέτες, εμαγιέ πτυελοδοχεία, γυμνούς γλόμπους βιδωμένους σε σπασμένα πλακάκια, μυρωδιές νουντλ, καμένου λίπους και ούρων. Αλλά συνέχισε…

 …. από την Μάντρα (γη σμιλεμένη από την άμμο που φέρνουν εδώ και αμέτρητους αιώνες οι αέρηδες από την Μογγολία) στο Τάκλα Μακάν, που σημαίνει «εγκαταλειμμένος τόπος», μια από τις πιο επικίνδυνους ερήμους στον κόσμο, όπου οι μαύρες αμμοθύελλες μπορούσαν να σηκώσουν ολόκληρους αμμόλοφους και να θάψουν ολόκληρα καραβάνια. Κι απ’ τους Ναούς του Ματίσι, όπου πρόσωπα από τις χίλιες μινιατούρες από βούδες είχαν μουτζουρωθεί ή ξυθεί από τους Ερυθρούς Φρουρούς, σβησμένο το καθένα με ένα πρόχειρο Χ σαν να ήταν μια μαθηματική εξίσωση που δεν είχε επιλυθεί, στα χωριά όπου τα μεγάφωνα που προπαγανδίζουν τον οικογενειακό προγραμματισμό σ’ ένα μακρινό χωριό καλύπτονται από την φλυαρία των σπουργιτιών μέσα στις λεύκες.

Κίνα, Κιργισία, Ουζμπεκιστάν, Αφγανιστάν, Ιράν, Κουρδιστάν, Τουρκία: το βλέμμα αυτού του τελευταίου των ευγενών –  ταξιδιωτών (gentlemen – travellers), αυτού του ακούραστου συγγραφέα – ταξιδευτή κυκλώνει την σκιά μιας διαδρομή 11 χιλιάδων χιλιομέτρων – σκιά, γιατί κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν αυτή η κεντρική αρτηρία αποτελούσε το Δρόμο του Μεταξιού. Το μόνο σίγουρο είναι πως εδώ οι εθνικότητες χάνουν τη σημασία τους και η διαφορετικότητα με την επιμειξία εξαπλώνονται παντού. Εδώ «θα μπορούσε να τρελαθεί κανείς αν επιχειρούσε να βρει την καταγωγή ακόμα και των πιο απλών πραγμάτων».

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, σελ. 427, με τετρασέλιδο παράλληλο χρονολόγιο Κίνας, Κεντρικής Ασίας, Ιράν και Δύσης και τέσσερις δισέλιδους χάρτες (Shadow of the Silk Road, 2006). Οι φωτογραφίες των τοπίων είναι από την ιστοσελίδα ενός ταξιδιώτη στον Δρόμο του Μεταξιού, εδώ. H 14χρονή βοσκός της τελευταίας μας θυμίζει τη νεαρή κιργισιανή που μίλησε στον συγγραφέα για την ομορφιά του τοπίου, την απόλυτη ησυχία αλλά και την πλήρη απομόνωση στην οποία ζει.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και σε: mic.gr.

12
Νοέ.
10

Αλμπέρτο Μοράβια – Περιπλάνηση στην Αφρική

Εδώ έχουμε μια εκλογή ημερολογιακών γραπτών και ανταποκρίσεων (για την εφημερίδα Corrierre della Sera, μεταξύ των ετών 1983 και 1986) από τα αφρικανικά ταξίδια του Μοράβια, που συνολικά κράτησαν δεκαοχτώ χρόνια. Πρόκειται για κείμενα όπου ο χρόνος κατανέμεται σε μέρη και ώρες ημέρας και νύχτας, και όχι με ενδείξεις μήνα ή χρόνου. Διαβάζοντας τα βιβλία του Καπισίνσκι και του Μοράβια για την Αφρική έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν δει δυο διαφορετικές ηπείρους. Σε σχετική παρατήρηση, ο Καπισίνσκι απαντά (μάλλον διπλωματικά) πως ο Μοράβια ταξίδεψε ως συγγραφέας, ενώ εκείνος ως αιχμάλωτος της δουλειάς του. Τα ταξίδια στις όμορφες φύσεις της υποχώρησαν μπροστά στην αναγκαιότητα να βρίσκεται στα κέντρα των βραστών εξελίξεων. Ιδού λοιπόν μια θεμελιώδης διαφορά: ο Μοράβια εστίασε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγεία της μαύρης ηπείρου.

Ήδη από την πρώτη σελίδα παραδέχεται πως δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα πολιτικο-κοινωνικο-ιδεολογικά ζητήματα της Αφρικής λόγω της μεγάλης του αγάπης. Την παραλληλίζει με μια όμορφη γυναίκα που λατρεύει και που προτιμά να μιλήσει για την ομορφιά της παρά για τις πολιτικές της απόψεις ή την οικονομική της κατάσταση. Γι’ αυτό και στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής παρά ως εμπλεκόμενος, χωρίς να αρνείται τα αυτονόητα, όπως π.χ. όταν βλέπει πως ο επίγειος παράδεισος των εθνικών πάρκων αποτελεί εμπόρευμα που καταναλώνεται, πως τα «οικολογικά άδυτα» συντηρούνται με τεράστια έξοδα (Ο Αδάμ και η Εύα επιστρέφουν στον επίγειο Παράδεισο αλλά επί πληρωμή) ή διακρίνει την αποικιοκρατική ή εξωτική χροιά της λέξης «ανακαλύπτω» λες και οι δυτικές «ανακαλύψεις» δεν υπήρχαν από πάντα, λες κι ένας τόπος πρέπει να αποκτήσει όνομα για να υπάρξει. Οι Αφρικανοί δεν έχουν καμιά ανάγκη να ονομάσουν τις λίμνες τους.

Ο Μοράβια γράφει με την έκπληξη του παρθενικού δυτικού επισκέπτη και ενδιαφέρεται περισσότερο για το θρησκευτικό δέος παρά για τα νέα πρόσωπα που πασχίζει να αποκτήσει η ήπειρος, και πιο πολύ για την φύση παρά για τους ανθρώπους. Αισθάνεται πως βρίσκεται μέσα σε αφρικανικό παραμύθι του Νιγηριανού Άμος Τουτουόλα, σαν το My life in the bush of ghosts (ένας τίτλος που έφτασε στα δικά μας αυτιά μέσω Brian Eno και David Byrne), πως μ’ αυτούς τους έναστρους ουρανούς βρίσκεται σε πίνακα του Βαν Γκογκ. Αντιμετωπίζει με στωικότητα την απρόθυμη έως εχθρική υποδοχή στα καταλύματα των ιεραποστολών, με σκυλιά που γαβγίζουν και φρουρούς με ναπολεόντεια τουφέκια να αρνούνται την φιλοξενία, τα ξενοδοχεία που μπορεί να ονομάζονται Εξέλσιορ αλλά είναι ισόγειες παράγκες με σιδεριές αντί για τζάμια στις πόρτες και τα παράθυρα εφόσον το γυαλί παραείναι ακριβό, το συνηθισμένο «μποτιλιάρισμα» ακίνητων, βυθισμένων στη λάσπη φορτηγών και αυτοκινήτων. Δεν τον ενοχλεί η γνώριμη βασανιστική επαναληπτικότητα του τοπίου, η δυσκολία του ύπνου από το γνωστό νυχτερινό ζωολογικό πανδαιμόνιο της Αφρικής ή η παραπλάνηση από την αφρικανική αγορά, που σε μεθάει επειδή «προσποιείται την πιο ξέφρενη αφθονία μέσα σε μια ήπειρο όπου η σπάνις αποτελεί τον κανόνα».

Ο συγγραφέας επιλέγει να διαβάζει για …πλήρη αντίθεση Λουκρήτιο και Λεοπάρντι (που επίσης μίλησαν για την φοβερή αλλά διαφορετική φύση), τους Πράσινους Λόφους της Αφρικής του Χεμινγουέι (τον οποίο χαρακτηρίζει «εστέτ της εξόντωσης»), την αφρικανική εμπειρία του Σελίν στο Καμερούν (Όσο μακρύτερα, τόσο καλύτερα!) αλλά οι πιο ενδιαφέρουσες γραμμές βγαίνουν από το βιβλίο του Ρενέ Ντυμόν (Η μαύρη Αφρική έκανε κακή αρχή) ο οποίος είχε μιλήσει περί νοτιοαμερικανοποίησης της Αφρικής καθώς οι χώρες της συχνά αποτελούν πόλεις – βιτρίνες, πίσω από τις οποίες όμως το μαγαζί είναι άδειο, αλλά και πόλεις – βαμπίρ, που ρουφούν ανθρώπους και πρώτες ύλες από τη χώρα και στέλνουν τους πρώτους στις παραγκουπόλεις και τις δεύτερες στο εξωτερικό.

Τανζανία, Ζαΐρ, Γκαμπόν, Ζιμπάμπουε: το ταξίδι συνεχίζεται σε «πεδιάδες ατέλειωτης και αδιατάρακτης ελευθερίας», στην πρωτεύουσα του Μπουρούντι με τα φώτα των πολυάριθμων δρόμων που έχουν χαραχτεί κι οι οποίοι παραμένουν άδειοι από αυτοκίνητα, μέσα στα ζώα και στη φύση με το απειλητικό βάρος ιδιότροπης και απρόβλεπτης θεότητας, εκεί «όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν». Ο Μοράβια ταξίδευε με φίλους, συχνά δε με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι (φωτ.) ο οποίος, πάντα με τις αισθήσεις σε επιφυλακή και ουδέποτε κουρασμένος, μετά το δείπνο εξαφανιζόταν για τα βραδινά του κυνήγια, από τα οποία γυρνούσε μες στη μαύρη νύχτα, με τα μάτια του διεσταλμένα και την ανάσα του κομμένη. (…) Ποτέ δεν διαμαρτυρόταν που τον ξυπνούσαμε τόσο άγριες ώρες. Παρέμενε μονάχα μια στιγμή ακίνητος, κάρφωνε το βλέμμα στο ηλιόλουστο πρωινό σαν ένας τυφλός χωρίς ελπίδα κι έπειτα ξανάπαιρνε ένα από τα πιο φιλικά και γλυκά του χαμόγελα. «Ώρα να συνεχίσουμε το ταξίδι, το ξέρω, ναι, πάμε, θα είμαι έτοιμος σε μια στιγμή».

Εκδ. Κέδρος, 2010 [Σειρά Τerra incognita], μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας, 268 σ., με βασική βιβλιογραφία και πλήρες χρονολόγιο του συγγραφέα (Alberto Moravia, Passegiate africane, 1987).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

18
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Οι στήλες του Ηρακλή

Ένα άδειο μέρος, όταν το επισκεφτείς εκτός τουριστικής περιόδου φαίνεται πιο άδειο και πιο εκτεθειμένο από κάθε άλλη εποχή, αλλά τότε είναι ο πραγματικός εαυτός του (σ. 218).

Το σχέδιο του Θερού είναι να ξεκινήσει από τις Ηράκλειες Στήλες που κάποτε σημάδευαν το τέλος του ταξιδιού και τα όρια του πολιτισμού για την αρχαιότητα και να κυκλώσει την Μεσόγειο περνώντας από 17 χώρες και 50 γλώσσες. Να παραμείνει στις ακτές και να κινηθεί με κάθε πλωτό μέσο, συμπληρώνοντας με τρένα και λεωφορεία αλλά αποφεύγοντας τα αεροπλάνα. Πώς απέκτησε την επιθυμία της Μεσογείου; Είχε πρώτα «δει» τις ακτές της Ιταλίας στο Set this house on fire του Γουίλιαμ Στάιρον, το Οράν στην Πανούκλα του Καμύ, την Καρχηδόνα στην Σαλαμπώ, την Ριβιέρα στον Κόνολι, το Έμπολι (δηλαδή το Αλιάνο) στον Λέβι, όλη την Μεσόγειο στο Labels του Ίβλιν Γουό, είχε διαβάσει Χέμινγουεϊ, Καβάφη, Κόνραντ (που έγραψε τον Μυστικό πράκτορα στο Μονπελιέ στη νότια Γαλλία) – όλοι του άναψαν την επιθυμία του μεσογειακού πλου.

Ξεκινά από την «τελευταία αποικία της Ευρώπης», την ιδιάζουσα περίπτωση του Γιβραλτάρ («σαν μια φυλή μικροσκοπικών ειδωλολατρών που ζουν γαντζωμένοι πάνω στον κολοσσιαίο πέτρινο ναό τους») και του ιδιόρρυθμου τριχασμού του μεταξύ αυτονομίας, Αγγλίας και Ισπανίας. Εδώ έχασε την παρθενιά της η Μόλι Μπλουμ, σε «μια από τις πιο παθιασμένες περιγραφές στη λογοτεχνία». Δεν υπάρχει Περιήγηση της Διακόρευσής στον Βράχο αλλά ο Θερού επιμένει πως ακούει μια αισθησιακή φωνή. Στην Ανδαλουσία, ένα φέρι μποτ φεύγει για την Ταγγέρη: το Μαρόκο είναι απέναντι αλλά ο συγγραφέας θα βρεθεί εκεί …ένα χρόνο μετά, καθώς είναι η άλλη άκρη του κύκλου. Παίρνει τον Αυτοκινητόδρομο της Μεσογείου (δυο λωρίδες, με παρατημένα χωράφια και φορτηγά στις άκρες!) προς τα ισπανικά παράλια, κρατώντας μόνο το Οργουελικό Προσκύνημα στην Καταλονία και το Ισπανικό Ταμπεραμένο του Β.Σ. Πρίτσετ – άλλωστε η τουριστικοποιημένη ακτή δεν έχει καμία σχέση με την Ισπανία του Θεβάντες.

Η κουβέντα για τον Φράνκο είναι από τις λιγότερο δημοφιλείς στη χώρα. Παραδόξως παραμένει ένας από τους λιγότερο γνωστούς δικτάτορες του εικοστού αιώνα, προστατευμένος από το προπέτασμα καπνού των αγιογράφων του – άλλη μια χώρα που δεν θέλει να θυμάται το παρελθόν της. Αντίθετα κανείς δεν φαίνεται να έχει πρόβλημα με το αποτρόπαιο θέαμα των ταυρομαχιών, μια σκηνοθετημένη δολοφονία για την οποία ο Θερού απορρίπτει κάθε επιχείρημα, μαζί και τις σχετικές ανοησίες του Χέμινγουεϊ.

Στο φέρι μποτ για την Πάλμα της Μαγιόρκα εκπλήσσεται (ενώ εμείς όχι) με την μυρωδιά λαδιού μηχανής, τις πόρτες που κοπανιούνται, το εξαφανισμένο πλήρωμα. Όπως πολλοί συγγραφείς επέλεξαν να μείνουν σε εκπληκτικούς άγνωστους τόπους βγάζοντάς τους από τον χάρτη της αφάνειας (ο Χένρι Μίλερ στο Μπιγκ Σουρ, ο Ντ. Χ. Λόρενς το Τάος, ο Ρ.Λ. Στίβενσον στα νησιά Σαμόα) έτσι και στη Λογοτεχνική Μεσόγειο ο Φιτζέραλντ εισήγαγε την Ριβιέρα, οι Ντάρελ και Καβάφης την Αλεξάνδρεια, ο Ρόμπερτ Γκρέιβς την Μαγιόρκα. «Είναι παράδεισος αν μπορείς να τον αντέξεις» του είχε πει η Γερτρούδη Στάιν κι εκείνος έζησε για πάντα εκεί, επίτιμος δημότης από το 1969, ο μοναδικός σε όλη την ιστορία το χωριού. Εκεί ζουν ακόμα τα παιδιά του, αλλά ο Θερού ντράπηκε να τους ενοχλήσει. Στην Βαλντεμόσα η Γεωργία Σάνδη έφερε τον εραστή της Σοπέν – φεύγοντας έγραψε ένα ιδιαίτερα σκληρό βιβλίο για την διαμονή της.

Μάλαγα, Αλμερία (όπου γυρίστηκαν πολλά από τα σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε), Καρθαγένη, Βαλένθια, Κόστα δελ Σολ – ολόκληρη η παράκτια γραμμή αποικείται επιθετικά, σε μια εξευτελιστική αστικοποίηση των παραλίων όπου όλα τα κτίσματα μοιάζουν με λευκές ηλεκτρικές κουζίνες και ψυγεία. Άδειοι δρόμοι, ανεμόδαρτες παραλίες, έλλειψη πελατών, χορταριασμένες αυλές: οι ισπανικές πόλεις από την Κόστα Μπράβα και πέρα νεκρώνονται όταν τελειώσει η τουριστική σεζόν αλλά αυτό αρέσει στον Θερού, που και πάλι έχει επιδιώξει να ταξιδέψει σε «τέλος εποχής». Ούτως ή άλλως λίγο πιο πίσω απ’ τη θάλασσα οι περιοχές παραμένουν αγροτικές στην κουλτούρα και την νοοτροπία.

Μια στάση στην Φιγκέρες, όπου γεννήθηκε και μουσειώθηκε η «προσωποποίηση του ισπανικού χαρακτήρα», ο επιδειξιομανής ερεθιστής κλόουν Νταλί και ακολουθεί η Νίκαια του Ματίς και του Γκαριμπάλντι, η Αντίμπ όπου προτίμησε να ζήσει 20 χρόνια ο Γκράχαμ Γκρίν, η Ναρμπόν (εδώ ο Τ.Ε.Λόρενς έγραψε «έφτασα επιτέλους στο δρόμο για το Νότο και την Ανατολή) κι όλος ο Γαλλικός Νότος από τα προάστια της Τουλόν μέχρι το Μόντε Κάρλο, κι από την Μασσαλία ως τις Κάννες και το Σεν Τροπέ. Μόνο που η Ριβιέρα των λογοτεχνών του ’30, σήμερα έχει ηλικιωμένους, συνταξιούχους, απατεώνες που έχουν πάει για να αποφύγουν του φόρους στην πατρίδα τους – ο συγγραφέας γνωρίζει πως αυτοί οι υπερεκτιμημένοι φορολογικοί παράδεισοι είναι εκ φύσεως πληκτικά μέρη.

Η Κορσική, μοιάζει με αποικία που έχει τη μυστική ζωή που έχουν όλες οι αποικίες: την παράλληλη κουλτούρα που επιβιώνει μέσα από μια άλλη γλώσσα. Ο Κορσικανός εθνικισμός όταν δεν εκφράζεται με γραπτές εκκλήσεις για αυτονομία, τοποθετεί βόμβες ή καίει τα σπίτια των ξένων. Εδώ ένας νέος Φλομπέρ έγραψε δεκαεννιά τετράδια, ενώ ο Μεριμέ την αλώνισε ψάχνοντας για τοποθεσίες όπου να διαδραματίζονται τα μυθιστορήματά του. Το καλύτερο βιβλίο για το μέρος έχει γραφτεί από την Ντόροθι Κάρινγκτον (Νησί από γρανίτη) και ο Θερού επιδιώκει την συνάντηση με την 80χρονη πλέον κυρία που έκανε την Κορσική πάθος της.

Αρκεί ένα φέρι για να σε πάει σε άλλη «χώρα» κι ας μοιάζει η Σαρδηνία με μια απομακρυσμένη ιταλική επαρχία – δεν είναι όμως περισσότερο Ιταλία απ’ όσο η Κορσική Γαλλία: και τα δυο παράξενα νησιά της Τυρρηνικής ενδιαφέρονται περισσότερο για τις διαφορές παρά για τις ομοιότητες. Εδώ στην δεκαετία του ’70 οι απαγωγές αλλοδαπών αποτελούσαν εθνική βιομηχανία – ο Θερού δεν τον αναφέρει, αλλά είναι γνωστή η περίπτωση του Fabrizio De Andre, που απήχθη επί τετράμηνο στο Σουπραμόντε. Αργότερα στη δίκη είχε εκφράσει την υποστήριξή του στους φτωχούς απαγωγείς (όχι στους εγκέφαλους των συμμοριών) δηλώνοντας πως εκείνοι ήταν οι αληθινοί φυλακισμένοι. Λίγο μετά έβγαζε τον άτιτλο δίσκο που έμεινε γνωστός ως ο «Ινδιάνος». Αλλά νομίζω μιλούσαμε για το βιβλίο – που συνεχίζει την διαδρομή του μέσω Σικελίας (στο Τσεφαλού ψάχνει το σπίτι του Άλιστερ Κρόουλι αλλά κανείς να γνωρίζει το όνομα), Καλαβρίας και βενετικής Κιότζας, στο κροατικό Ζάνταρ, το ισραηλινό Λεβάντε, την συριακή Λατάκια, κι ολοκληρώνει με περάσματα από Τουρκία, Ελλάδα, Κύπρο, Τυνησία και Μαρόκο.

Για τον συγγραφέα οι μεγαλουπόλεις μοιάζουν συνήθως σαν προορισμοί που δεν σου προσφέρουν τίποτε εκτός από την αίσθηση ότι έφτασες τελικά κάπου. Υπήρχε μάλιστα μια εποχή που ήθελε να δει μόνο «άγρια» μέρη, για τα οποία δεν είχε ακόμα γραφτεί κάτι, αλλά τελικά μπορούσε να δει τα μέρη για τα οποία είχαν γράψει οι πάντες σαν κάτι εντελώς καινούργιο. Το είχε ζήσει και νωρίτερα: η δική του Αγγλία ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι είχε διαβάσει μέχρι τότε. Έτσι κάθε προορισμός αναμένεται νέος και αποκαλυπτικός, όπως εκφράζει και η μεταξύ ταξιδιωτών στιχομυθία:Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε; – Επειδή δεν έχω ξανάρθει.

Στα γερμανικά υπάρχει η λέξη Kunstlerschuld, που σημαίνει «ενοχή του καλλιτέχνη», το συναίσθημα που νιώθει ο καλλιτέχνης για την ελαφρότητα με την οποία μπορεί να βρίσκει γραφικό έναν κόσμο ο οποίος για όσους ζουν σ’ αυτόν που μπορεί να είναι θλιβερός και μίζερος. Ίσως υπάρχει και η ενοχή του ταξιδιώτη, την οποία νιώθει καθώς περνάει, αυτάρκης και απομονωμένος, από το ένα μέρος στο άλλο, αμέτοχος στη θλίψη του τόπου που διασχίζει. (σ. 183)

Εκδ. Κέδρος, 2007, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 724 σελ. (Paul Theroux, The pills of Hercules, 1995). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες, εκτός του συγγραφέα: οι Φιτζέραλντ στην Ριβιέρα (σελίδα από το αυτοσχέδιο τετράδιό τους) και ο Ρόμπερτ Γκρέιβς στην Μαγιόρκα. Τα έξι παράθυρα βλέπουν την Κορσική.

14
Οκτ.
10

Πολ Θερού – Το μεγάλο σιδηροδρομικό παζάρι. Διασχίζοντας την Ασία με τρένο

Το σφύριγμα των τρένων υπήρξε σταθερή οικιακή υπόκρουση για τον Θέροου (ή Θερού όπως συνήθως προφέρεται και θα τον αποκαλούμε), λόγω γειτνίασης του σπιτιού του με σιδηροδρομική γραμμή. Συνεπώς το τετράμηνο σιδηρότροχο ταξίδι του ως την άλλη άκρη του κόσμου του, με ξεκίνημα τον Σεπτέμβριο του 1973 ήταν θέμα χρόνου, όπως και τα 30 κεφάλαια που αντιστοιχούν σε ισάριθμες διαδρομές με οποιοδήποτε είδος τρένου μπορεί κανείς να φανταστεί. Ξεκινώντας από τον Λονδίνο και σταθμεύοντας σε Βενετία, Βελιγράδι και Κωνσταντινούπολη, ο συγγραφέας εισήλθε στο κύριο σώμα της τροχήλατης περιπλάνησής του, την Ασία, όπου για δυο συνεχόμενους μήνες προς μεγάλη του χαρά θα βλέπει ήλιο, μέχρι τους μουσώνες του Μαδράς.

Ο Θερού είναι πανέτοιμος: γνωρίζει καλά πως το ταξίδι είναι εξίσου φυγή και αναζήτηση ταυτόχρονα. ΄Πάντα βλέπει τα κρεμασμένα ρούχα έξω στα σπίτια σαν σημαίες που στέλνουν σινιάλα στους επιβάτες των περαστικών τρένων και ζηλεύει τον Ιταλό συνταξιούχο σιδηροδρομικό που ανταμείφθηκε με μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών και ζει μόνιμα μέσα στα κινούμενα βαγόνια. Άλλοτε νοιώθει θεατής μιας συνεχόμενης παράστασης, άλλοτε ένοικος μιας κινητής κρεβατοκάμαρας, άλλοτε επισκέπτης γκαλερί με εναλλασσόμενους πίνακες, όλα όσα βλέπει απ’ το παράθυρο.

Φυσικά ένα μεγάλο κομμάτι της αφήγησης ανήκει στους ανθρώπους που γνωρίζει ταξιδεύοντας. Όταν δεν ανταλλάζει «τις (συνηθισμένες ανάμεσα σε μοναχικούς ταξιδιώτες που διανύουν μεγάλες διαδρομές) ματιές της ανεκτικής αναγνώρισης», συζητά μαζί τους με αβίαστη ειλικρίνεια, που οφείλεται στο γεγονός ότι συνταξιδεύουν, έχουν παρόμοιο προορισμό, τρώνε μαζί και ξέρουν πως δεν θα ξανασυναντήσουν ο ένας τον άλλον. Όπως ο Γερμανός μαραθωνοδρόμος που κατεβαίνει βιαστικά στις αποβάθρες και ασκείται για να μη χάσει τη φόρμα του, ο Σαδίκ που αλλάζει βαγόνι και προορισμό για να ακολουθήσει μια γυναίκα που απλώς του άρεσε, ένας Καναδός που κλείστηκε από λάθος σ’ ένα Άσυλο Ψυχοπαθών στο Αφγανιστάν αλλά του φάνηκε καλύτερο απ’ το να γυρίσει στον Καναδά, ο μυστήριος γερο – Ντάφιλ που ξεχάστηκε σ’ ένα σταθμό, άλλοι που «απλώς ταξιδεύουν».

Στην Καισάρεια του φαίνεται πως οι κάτοικοι – απόγονοι του Ταμερλάνου που κάθονται έξω απ’ τα χαμηλά σπίτια κοιτάζουν τον ορίζοντα μήπως φανεί ο επόμενος κατακτητής, στην Τεχεράνη εκπλήσσεται που τα μπαρ έχουν την ατμόσφαιρα των σαλούν της άγριας Δύσης, προς ψυχαγωγία των εργαζόμενων στις πετρελαιοπηγές, εφτά μέρες μέσα εφτά έξω. Μια Αγγλίδα στο Μαδράς, πόλη με ανύπαρκτο πλούτο, εκπορνεύεται για λίγα χρήματα και εκείνος αναρωτιέται τι την οδήγησε σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό αλλά και την βλέπει σαν μια απόκληρη φυγάδα, σαν την Λένα στη Νίκη του Κόνραντ.

Ο Θερού όμως ενθουσιάζεται από τις αμέτρητες εικόνες: μια εγκαταλειμμένη ατμομηχανή με αγριόχορτα στο φουγάρο της, τις παράγκες των αμέτρητων απόμερων σταθμών. Ο Γιασάρ Κεμάλ να φτιάχνει χαρταετούς για τα μικρά παιδιά στο Μεναξέ, στον κόλπο του Μαρμαρά, απλοί άνθρωποι που κάθονται να δουν τα τρένα να περάσουν ή στέκονται με μπεκετική αδιαφορία μπροστά στην τροχήλατη κίνηση. Αφήνει από περιέργεια έναν ταξιτζή – νταβατζή να τον συνοδεύσει σε μια φωτεινή καλύβα μέσα σε σκοτεινές ερημιές για υπόσχεση χιλίων και μιας νύχτας (ενώ ξέρει πως θα φύγει τρέχοντας). Απορεί με τους πωλητές εταιρειών που πουλάνε αδιανόητα πράγματα σε πάμφτωχες κοινωνίες, λαστιχάκια για ντοσιέ ή αδιάβροχες πλαστικές θήκες για αλυσοπρίονα και εκπλήσσεται με τους ταξιδιώτες που ζουν σαν τους πιο φτωχούς κατοίκους του Ιράν και του Αφγανιστάν υπό άθλιες συνθήκες ζωής, επειδή δεν θέλουν να αποδεχτούν την κοινωνική πραγματικότητα της…χώρας τους, διαλέγοντας ακόμα και να πεθάνουν από την αρρώστια τους «ανώνυμοι μέσα στη γενικευμένη αθλιότητα, στις φρικτές παραγκουπόλεις της Ανατολής».

Φυσικά το ίδιο το (εκάστοτε) βαγόνι του επιφυλάσσει εκπλήξεις, περιπέτειες, απρόοπτα. Θα απογοητευτεί από τραγικές σιδηροδρομικές υπηρεσίες, θα στηθεί σε γραφεία Πληροφοριών και Κρατήσεων που αντιγράφουν τα στοιχεία των εισιτηρίων σε χοντρά τετράδια ή που μένουν κλειστά με …χορταριασμένα πρεβάζια. Θα φάει άπειρες φορές άθλιο φαγητό ή τίποτα, θα ξυπνήσει από τα ζωώδη βογκητά μιας κοπέλας που σεξουαλείται ακριβώς στο διπλανό κρεβάτι, θα κοιμηθεί σε κουκέτες και ξύλινες κλινάμαξες που τρίζουν ασταμάτητα όλη νύχτα και μοιάζουν έτοιμες να διαλυθούν. Ο Θερού αισθάνεται πως σε κάθε τρένο του επιτίθεται κάθε τερατώδες χαρακτηριστικό της χώρας που περνά.

Η εικόνα της Λαχώρης που μέσα του προερχόταν από τον Κίπλινγκ (που ωρίμασε ως συγγραφέας στην πόλη) σήμερα δεν έχει πολλές διαφορές από τις πρώτες ιστορίες του ή τον Κιμ. Στον οδοντωτό για την Κάλχα (ένα αμάξωμα παλιού λεωφορείου με την μούρη φορτηγού Φορντ) οι Βεγγαλέζοι βουτάνε από την αποβάθρα με το κεφάλι μέσα από τα παράθυρα για να πιάσουν τις καλύτερες θέσεις. Οι Ινδοί έχουν μεταφέρει τα χωριά τους στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, γίνονται ένοικοί τους με κανονική κατάληψη του χώρου, κοιμούνται, τρώνε, ζητιανεύουν στις αποβάθρες, ενώ οι χωρικοί αφοδεύουν καθιστοί στις γραμμές, θεωρώντας τις το όριο του κόσμου τους. Εδώ αναθυμάται το περί αυτών σχόλιο του Μαρκ Τουέιν: Είναι παράξενος λαός. Φαίνεται να θεωρούν ιερή την κάθε μορφή ζωής εκτός από την ανθρώπινη.

Καθώς το τρένο περνάει από την Βομβάη οι επιβάτες τραβούν τον μοχλό ασφαλείας οπουδήποτε τους βολεύει μετατρέποντας το εξπρές σε τοπικό λεωφορείο. Παντού καταυλισμοί με σκεπές από λάστιχα αυτοκινήτου και κομμάτια πλαστικού, πλήθος κόσμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στα πεζοδρόμια, σώματα ακίνητα με μαξιλάρι τα χέρια τους, ξανά σαν περιγραφή του Μαρκ Τουέιν. Σ’ ένα σταθμό της Βομβάης άλλωστε ο Β.Σ. Ναϊπόλ τρομοκρατήθηκε: Θα μπορούσε κανείς να βυθιστεί και να χαθεί χωρίς κανένα ίχνος μέσα στα πλήθη των Ινδών (An Area of Darkness) – κι όμως εδώ υπάρχει μια διάτρητη μητροπολιτική υπεροψία που βρίσκει κανείς μόνο στην Καλκούτα.

Καθώς ο Θερού διαβάζει το Martin Chuzzlewit διαπιστώνει πως η Καλκούτα είναι μια πόλη ντικενσιανής αθλιότητας, πολύ περισσότερο ντικενσιανή από όσο ήταν ποτέ το Λονδίνο. Πλήθη αστέγων στριμώχνονται ανάμεσα στους σωρούς από σκουπίδια που έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι, οικογένειες ολόκληρες ζητούν καταφύγιο κάτω από πάγκους και μέσα σε καρότσια αποσκευών. Με τόσους ρακοσυλλέκτες, τα σκουπίδια της Καλκούτας «ανακυκλώνονται» σχεδόν ολοκληρωτικά. Ο σουρεαλισμός υπάρχει παντού: Στο τοπικό για το Ραμεσβαράμ με τις … 94 στάσεις, σε κάθε σταθμό ορμούν μέσα στην κλινάμαξα για να πάρουν με τενεκεδάκια νερό από τις τουαλέτες, κάπου υπάρχουν οι τάφοι των …. Κάιν και του Άβελ, ένα σεμινάριο στην Κεϋλάνη σχετικά με την αμερικανική λογοτεχνία είναι γεμάτο – ευνόητο, εφόσον προσφέρονται τρία γεύματα ημερησίως και η αίθουσα είναι γεμάτη με φτωχούς αλλά χορτασμένους, μισοκοιμισμένους συνέδρους.

Στην γραφειοκρατούμενη σοσιαλιστική Βιρμανία εκπλήσσεται με την κινηματογραφική μανία του πληθυσμού και υφίσταται για άλλη μια φορά φρικτά ξύλινα καθίσματα και σπασμένα παράθυρα. Κόκαλα κοτόπουλου και κελύφη από γαρίδες στο διάδρομο, μουσική στη διαπασών από γιγάντια παλιά ηχεία. Το Μανταλέι είναι ένα μαγικό όνομα, αλλά τίποτε άλλος εκτός απ’ αυτό. Το ποίημα του Κίπλινγκ είναι ανεξήγητο – εκείνος δεν έφτασε ποτέ ως εδώ. Όμως του αρκεί το θέαμα των γυναικών που λούζονται σ’ ένα ποτάμι στην Άνω Μπούρμα και για μια στιγμή σκέφτεται να πηδήξει από το τρένο και να ζήσει με μια από αυτές στην υπόλοιπη ζωή του. Καθώς θεόρατες γέφυρες ενώνουν τις βουνοκορφές της ζούγκλας, μια ένοπλη ομάδα στο τελευταίο βαγόνι προστατεύει στο τρένο από τους ληστές, με αρχαία όπλα – οι ληστές το γνωρίζουν και ορμούν μόνο στο πρώτο.

Τα μπουρδέλα του Βιενάν στο Λάος είναι πιο καθαρά από τα ξενοδοχεία ενώ οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης στην Μπανγκόγκ θεωρούνται φυσιολογικές από τους κατοίκους της. Η πόλη βασίζεται στους περαστικούς και διαφημίζεται ως το μέρος που οποιοσδήποτε άτολμος τουρίστας θα νοιώσει Καζανόβας. Για άλλη μια φορά αδιαπέραστοι δρόμοι, μαύρα κανάλια και εμπόριο έργων τέχνης κλαπέντων από απομονωμένους ναούς της χώρας. Και ο Θερού συνεχίζει σε Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Βιετνάμ και Ιαπωνία, παίρνει το Υπερ – Εξπρές Ηλιαχτίδα για το Κιότο και την δεκατετράλεπτη «Ηχώ» για την Οζάκα, καταλήγει στον Υπεσιβηρικό και στο τέλος του τετραμήνου επιβεβαιώνει πως τα πάντα μπορούν να συμβούν σ’ ένα τρένο: ακόμα και η παρόρμηση να κατέβεις.

Αν σκεφτεί κανείς πως ο ανήσυχος τροχιοδρόμος (Μασαχουσέτη, 1941) υπήρξε από καθηγητής σε Μαλάουι και Σιγκαπούρη έως πανεπιστημιακός στην Ουγκάντα, εγκατεστημένος επί 17ετία στην Βρετανία και νυν ζων στη Χαβάη, τότε είναι προφανές πως δεν θέλει και πολύ να ξαναφύγει κι άντε εμείς μετά να τον ακολουθήσουμε πάλι λαχανιάζοντας. Τι; Ξανάφυγε, ακολούθησε νέο βιβλίο και πέρασε από δω;

Όσο πιο μεγάλο ήταν το τρένο, όσο πιο μακρύ ήταν το ταξίδι, τόσο πιο ευτυχισμένος ένοιωθα εγώ – δεν είχα το άγχος που μου προξενούσαν τα τοπικά τρένα, που έπρεπε να βρίσκονται μια ορισμένη ώρα σε ορισμένο μέρος. Στα μεγάλα ταξίδια σπάνια κοιτούσα τους σταθμούς που περνούσαν έξω από το παράθυρό μου – η κίνηση του τρένου μέσα στο χώρο δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Είχα μάθει να συμπεριφέρομαι σαν μόνιμος ένοικος τους εξπρές…Το ταξίδι με το τρένο ζωντάνευε τη φαντασία μου και συνήθως μου παρείχε τη μοναξιά που χρειαζόμουν για να τακτοποιήσω και να καταγράψω τις σκέψεις μου. Μου ήταν εύκολο να ταξιδεύω σε δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα: πάνω στις επίπεδες σιδηροτροχιές, ενώ η Ασία άλλαζες αδιάκοπα έξω από το παράθυρό μου, και την ίδια στιγμή να περιφέρομαι στα άκρα ενός προσωπικού κόσμου αναμνήσεων και λέξεων. Δεν μπορώ να φανταστώ πιο πετυχημένο συνδυασμό. (σ. 251)

Εκδ. Κέδρος, 2005, σειρά Terra Nova, μτφ. Αθανάσιος Ζάβαλος, 510 σελ. (Paul Theroux, The Great Railway Bazaar, 1975). Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

19
Απρ.
10

Olivier Rolin – Τοπία καταγωγής. Αφηγήματα. Hemingway, Nabokov, Borges, Michaux, Kawabata

Αρκούσε μια φράση από το μυθιστόρημά του Μερόη, πως τα τοπία της παιδικής ηλικίας ποτέ κανείς δεν θα εγκαταλείπει οριστικά μέχρι το τέλος της ζωής του, για να εμπνεύσει τον συγγραφέα για το βιβλίο. Μπορεί αυτή η υποψία αλήθειας να εφαρμοστεί στη λογοτεχνία; Μπορεί η υπογραφή της καταγωγής τους να ανιχνευτεί στο συγγραφικό έργο σαν «απολιθωμένη ακτινοβολία»; Με αυτά τα ερωτήματα στο νου εν έτει 1999 διάλεξε πέντε συγγραφείς γεννημένους το 1899, στις πέντε άκρες του κόσμου και ξεκίνησε για το Μαραντί, το Σικάγο, την Αγία Πετρούπολη, στο Μπουένος Άιρες, τις Βρυξέλες και την Οσάκα, έχοντας ως αποσκευές κάμποσες χιλιάδες σελίδες, αλλά και την φαντασίωση της περιπλανητικής, εκλεκτικής και τυχοδιωκτικής πλευράς ενός διάπλου που όμως θα ανέβαινε ενάντια στο ρεύμα του ποταμού (έργου) για να φτάσει στις πηγές.

Και πού βρίσκονται άραγε οι πηγές του Χέμινγκουέυ; Σε Ιστορικές Εταιρίες, σε Ιδρύματα με το όνομά του ή στο μουσείο του, που έχει «κάτι το θλιβερά επαρχιώτικο»; Ή μήπως στο σαλέ της οικογένειας δίπλα στη λίμνη, ή στο Red Fox Inn, στον ξύλινο μώλο, στο ινδιάνικο νεκροταφείο; Πού ανεφύη ο έρωτας του αδελφού για την αδελφή με τα αντρόγυνα κοντά μαλλιά; Στο Όουκ Πάρκ που ο Edgar Rice Burroughs στα πρόθυρα της κατάρρευσης είχε σκιτσάρει στο πίσω μέρος παλαιών φακέλων την πρώτη ιστορία του Ταρζάν; Ή στα μέρη που το κυνήγι της πέστροφας χορηγούσε απόκρυφες απολαύσεις, εφόσον άλλωστε «όλο του το έργο ήταν η αφήγηση ενός πολύωρου και πρωτόγονου ψαρέματος»;

Είναι σύμπτωση ότι ο Ναμπόκοφ γεννήθηκε στον ίδιο δρόμο που είχε σπίτι ο εραστής της Άννα Καρένινα; Πιθανώς αλλά από εκεί αρχίζει η δική του αναζήτηση, περνώντας από τις κλινάμαξες με τις οποίες ήταν παθιασμένος (τόσα τρένα πια κινήθηκαν κατά μήκος των γραμμών του) στις βιβλιοθήκες (της Άντας και τις άλλες) «που συνταιριάζουν ευρυμάθεια και ερωτισμό», όπου φως αναβλύζει ακατάπαυστα από τους παλαιούς καιρούς, ίσως και στην πιο αινιγματική και πένθιμη πόλη του κόσμου, την Αγία Πετρούπολη που παγώνει τα φιλιά, προτού επιστρέψουμε στα ναμποκοφικά πάθη, τις πεταλούδες και το σκάκι.

Πού θα αναζητήσουμε τον Μπόρχες; Στις azotea – στις ταράτσες του Μπουένος Άιρες, αφού σ’ εκείνη του σπιτιού στο Παλέρμο κρυφά ανεβασμένος διάβαζε τα απαγορευμένα βιβλία και σε μια άλλη, της βιβλιοθήκης όπου ήταν χαμηλόβαθμος υπάλληλος έγραψε κάποιες ιστορίες του; Πώς θα βρούμε πια τις τεράστιες εγκυκλοπαίδειες, τις εικόνες των οποίων ο ίδιος ντροπαλά παραδεχόταν πως δεν ξέχασε ποτέ, αυτός «που δεν μπορεί να θυμηθεί, χωρίς να μπερδευτεί, το μέτωπο ή το χαμόγελο μιας γυναίκας»; Τα προφανή – οι comparditos, οι διασταυρώσεις στους λαβυρίνθους κι ένα μεγάλο όνειρο, να ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν αρκούν. Ίσως όμως αρκεί ένα αποτύπωμα τίγρης που πανικόβαλε κάποτε τον πληθυσμό του Ροζάριο – τίγρη που ποτέ κανείς δεν είδε, κι εμείς υποπτευόμαστε πως μπορεί κι εκείνος απλά να σκάλισε τα ίχνη της στο χώμα.

Αυτό δεν είναι για μένα…οι τόμοι αυτής της εξαίρετης συλλογής αποτελούν έναν αληθινό φάκελο όπου βρίσκεται κανείς φυλακισμένος κι αυτή είναι μια από τις πιο μισητές αισθήσεις που θα μπορούσα να νιώσω κι ενάντια στην οποία πολέμησα ολόκληρη τη ζωή μου απάντησε ο Μισώ στην πρόταση του Gallimard να τον συμπεριλάβει στην περίφημη σειρά Πλειάδες (:η οριστική εκδοτική δικαίωση στην παγκόσμια λογοτεχνία). Με μια βαθιά περιφρόνηση για την χώρα καταγωγής του, ο Μισώ πάντα επιθυμούσε να βρίσκεται «αλλού», μακριά απ’ όλα και να αναζητά ένα τόπο φτιαγμένο για αναχωρήσεις. Επαναλαμβανόμενο και εμμονικό έπιπλο των ιστοριών του το κρεβάτι, και πάντα η θάλασσα, ένας χώρος χωρίς τραυματικές αποσκευές και δυστυχίες.

Με το που βρέθηκε στο Τόκυο ο Ρολέν είδε γέρους κυρίους με παναμάδες να στηρίζονται στο μπράτσο νεαρών γυναικών, ένα θέαμα αρκούντως καουαμπατικό. Και στα τοπία μέχρι την Οσάκα έψαξε τον απόηχο αλλά και τον πρόηχο του διεστραμμένου ερωτισμού του Καουαμπάτα, του ολομόναχου στον κόσμο από τα 15 του, του σωματικά αδύναμου και φοβισμένου για το θάνατο. Ίσως γι’ αυτό εκείνος είχε αποκτήσει τέτοια εμμονή με την νεότητα, την ομορφιά και τον έρωτα, ίσως εξ ου και η νοσηρή κλίση στο έργο του προς νεκρώσιμες τελετές, κηδεύσεις και αποτεφρώσεις. Και πώς συνδυάζονταν τα δύο; Να φέρεσαι σε μια κοπέλα όπως σε μια νεκρή, να την κρατάς κάτω απ’ το βλέμμα, να τη διερευνάς.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 146 (Paysages origineles. Récits, 1999). Με μια μαυρόασπρη φωτογραφία της νεότητας του καθενός.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: εδώ. Στις φωτογραφίες: Χέμινγκουέυ, Καουαμπάτα: οι δυο αυτόχειρες της 5άδας του Ρολέν, συμπτωματικά αμφότεροι Νομπελίστες.

25
Μαρ.
10

Κλάουντιο Μάγκρις – Μικρόκοσμοι

Υπάρχει η τραγωδία του ισχυρού και η τραγωδία του αδύναμου, γράφει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο, υποδεικνύοντας τον Παβέζε ως παράδειγμα της τελευταίας. Ίσως υπήρχε άλλη μία, ακόμα πιο βασανιστική, εκείνου που γνωρίζοντας σε βάθος τη βασική αδυναμία του, την ακαταλληλότητά του για τη ζωή και για την Ιστορία, παλεύει να μεταμορφώσει την ανικανότητα σε αξιοπρέπεια∙ τραγωδία της σιωπής, της λήθης, του ανθρώπου που – αφού έζησε μια δυνατή στιγμή – υποχρεώνεται, από τους άλλους ή από τον εαυτό του, να τη σβήσει, σβήνοντας και το ίδιο του το πρόσωπο, εξαφανίζοντάς το βαθμιαία μέσα σε μια ωχρή γκριζάδα, που γίνεται το καταφύγιό του. (σ. 176-177)

Εδώ συμβαίνει το αντίστροφο του «Δούναβη»: αν ο Δούναβης ήταν το μέγιστο σημείο αναφοράς και πλεύσης στα κέντρα του κεντροευρωπαϊκού πολιτισμικού κόσμου, οι Μικρόκοσμοι εστιάζουν στο άλλο άκρο του: στα απόκεντρα σημεία του. Κι αν ο πρώτος έφτιαχνε ένα πανόραμα των συναρπαστικών ιστοριών της Ιστορίας, οι δεύτεροι το συμπληρώνουν με τις πλέον καθημερινές, ανώνυμες και ξεχασμένες διηγήσεις.

Η αρχή του κοινωνικού κόσμου μας δεν μπορεί παρά να είναι το αγαπημένο μας καφέ. Έτσι και η εκκίνηση της νέας οδοιπορίας του Μάγκρις δεν μπορεί παρά να γίνεται από το Καφενείο Σαν Μάρκο, καθημερινό στέκι γραφής, όπου τώρα μνημονεύει τον Τίμελ, έναν «εκλεκτό του δρόμου» όπως του άρεσε να αυτοαποκαλείται, που ήρθε στην Τεργέστη να ολοκληρώσει την αυτοκαταστροφή του, μπαινοβγαίνοντας στα καφενεία που όπου κατάφερνε να ξεχνάει για λίγες ώρες την αδυναμία του να ζήσει, προτού καταλήξει στο έσχατο καταφύγιο, το τρελοκομείο. Τι κάνει λοιπόν ένα καφενείο πραγματικό; Η χυμώδης ποικιλία όλων των φυλών, σαν λιμάνι ανοιχτό στη θάλασσα, μια χορωδία ασύνδετη αλλά χωρίς παραφωνίες.

Από ένα τέτοιο «λιμάνι» λοιπόν ξεκινάει η πλεύση για εννιά μικρόκοσμους που θα διασπαρθούν σε δεκάδες άλλους, κι εκείνοι με τη σειρά τους θα καταλήξουν σε μια πλατεία, ένα παγκάκι, ένα αθέατο μνημείο, σπίτια απλά αλλά πάντα παρατηρητήρια του κόσμου για τους ενοίκους τους, σε περιοχές της επαρχιακής Ιταλίας (Φριούλι, Πιεμόντε), της έντονης γερμανικής κουλτούρας, της πολύπαθης πρώην Γιουγκοσλαβίας, της τορινέζικης γραμμής των Εινάουντι, Γκράμσι, Μπόμπιο κι όλων όσων «έγραψαν» ή έγραψαν στα μέρη και για τα μέρη εκείνα, όσων γνώρισαν καλά τι σημαίνει να συνορεύεις, να είσαι ο ίδιος σύνορο, να αλλάζουν ονόματα οι γείτονες και εθνότητα ή κράτος οι απέναντι.

Για άλλη μια φορά ο κειμενόκοσμος του Μάγκρις μοιάζει με παγκόσμια έκθεση πλουμιστών διηγήσεων, ερεθιστικών αφορισμών, ιστορικών και ταξιδιωτικών αφηγήσεων, αξιόγραπτων σκέψεων, τοπιογραφικών εικόνων, λογοτεχνικών αναφορών, μουσικών συμφραζομένων, πολιτικών αναγνώσεων και, όπως πάντα, εξαιρετικών αποστομωτικών απόψεων σαν κι αυτή: ….ονόματα λατινικά, ιλλυρικά, σλαβικά, ιταλικά. Η μάταιη αναζήτηση της εθνικής καθαρότητας αγγίζει ρίζες πιο αρχαίες, φιλονικεί για ετυμολογίες και γραφές, για τη μανία να ξεκαθαριστεί ποιας προέλευσης ήταν το πόδι που πάτησε για πρώτη φορά τις λευκές ακτές και γρατσουνίστηκε στα βάτα του πυκνού μεσογειακού λόγγου, σαν να επρόκειτο αυτό να μαρτυρήσει τη μεγαλύτερη αυθεντικότητα και το δικαίωμα της ιδιοποίησης των τυρκουάζ νερών και των αρωμάτων του αέρα. (σ. 198-199)

Εκδόσεις Πόλις, 2005, μτφ. Αθανασία Δρακοπούλου, 353 σελ. με σημειώσεις (Claudio Magris, Microcosmi, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

23
Μαρ.
10

Κλάουντιο Μάγκρις – Δούναβης

Ο Τριεστίνος συγγραφέας, δημοσιογράφος, καθηγητής γερμανικής γλώσσας και λογοτεχνίας (Τορίνο, Τεργέστη) είναι ένα μετρ των λέξεων, ένας αριστοτέχνης του γράφειν, ανεξάρτητα αν πρόκειται για διήγημα, μυθιστόρημα, θεατρικό ή άρθρο στην Corriere della Sera. Ίσως επειδή γνωρίζει όσο λίγοι την πνευματική και λογοτεχνική Ευρώπη, ίσως επειδή δεν σταματάει να διαβάζει, να ταξιδεύει, να ακούει τις συνήθως αγνοημένες φωνές των άλλων. Ο Δούναβης υπήρξε ένα μεγάλο τετραετές σχεδιόραμά, μια διακαής επιθυμία του να τον ταξιδέψει με όλους τους τρόπους, ιστορικά, γεωγραφικά, λογοτεχνικά, πολιτικά, πολιτισμικά, να ψάξει τι κίνηση και τι αιμοδοσία πρόσφερε στον κεντροευρωπαϊκό κόσμο, να καταγράψει πώς πότισε την επίδρασή του στην σημερινή Ευρώπη αυτό το σύμβολο του ρευστού συνόρου και της ευμετάβλητης ταυτότητας, αξεδιάλυτο κουβάρι εθνών και κρατών και δεσμοποιητική οδός τόσων λαών (Σλάβων, Γερμανών, Αυστριακών, Ρουμάνων, Ελλήνων, Τσιγγάνων, Εβραίων, Τούρκων). Ο Μάγκρις πάντα δήλωνε πως προτιμά τις ταυτότητες που αποτελούν καρπό επιμειξίας, την πολλαπλότητα και την αβεβαιότητα των πιθανοτήτων τους.

Περπατώντας και περιπλανώμενος σε όλα τα μέρη που περιγράφει, δεν σταμάτησε να αναρωτιέται: τι επιθυμούν να μνημονεύσουν τα μνημεία, τι μπορεί να συνέβη στα σπίτια, ποιος κόσμος φαινόταν απ’ τα παράθυρά τους, τι σπουδαίο ή αξιομνημόνευτο γράφτηκε στα δωμάτια τους; Ανεβαίνει στο σπίτι που έγραφε ο Γιόζεφ Ροτ, στο διώροφο που πέθανε ο Κάφκα, εκεί που διόρθωνε τα δοκίμια του Νηστευτή, με το ομώνυμο – διήγημα παραβολή μιας τελειότητας που αποστειρώνει τη ζωή, στο δωμάτιο που ο Γκεόργκ Λούκατς υπέργηρος και καρκινωμένος συνεχίζει να δρα γελώντας με την γελοία παρεξήγηση κάθε αποχαιρετισμού, που περιγελά τον πόθο μας για αθανασία, στις εικόνες που έβλεπαν ο Ντανίλο Κις, η Χέρτα Μύλλερ και τόσοι άλλοι, στους εφιαλτικούς τόπους των Μαουτχάουζεν, Ρούντολφ Ες, Μένγκελε, Τσαουσέσκου, των εγκληματολογικών μουσείων και των φρικωδών ψυχισμών.

Πόσες ιστορίες συνέβησαν εδώ, πόσες αφηγήθηκαν τα μολύβια, τι έμεινε απ’ το πέρασμα και τα λόγια των Χάιντεγκερ, Σελίν, Βίτγκενσταϊν, Κανέτι και αναρίθμητων άλλων που έγραψαν κι εμπνεύστηκαν εδώ; Εδώ ο Μάρκος Αυρήλιος έγραφε Σαν άνθρωπος, έχω πατρίδα μου τον κόσμο, γνωρίζοντας πώςνα είναι ρωμαίος αυτοκράτορας και μαζί πολίτης του κόσμου, μη επιτρέποντας στον εαυτό του να καισαροποιηθεί: Ασία, Ευρώπη, μικρά μέρη του κόσμου. Εδώ ο Πέτερ Άλτενμπεργκ στο Καφέ Σαντράλ της Βιέννης, ομοίωμα πλέον στα τραπεζάκια – σανίδες σωτηρίας, γνωρίζοντας πόσο συγχέεται η αληθινή ζωή με την ψεύτικη, προσέχοντας να μην την πάρει περισσότερο σοβαρά – ούτε και λιγότερο όμως – απ’όσο ένα δράμα του Σαίξπηρ, να νοιώθει και μέσα και έξω απ’ αυτήν και να βγαίνει κάθε τόσο για να κάνει δυο βήματα στη νύχτα αναμειγνύοντας βιωμένες με αβίωτες εμπειρίες….Εδώ ο Ρόμπερτ Φλίνκερ, ψυχίατρος και καφκικός συγγραφέας αυτοκτονεί το 1945: αντιστάθηκε στη σκιά του θανάτου αλλά δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στην ελευθερία και στον τερματισμό το εφιάλτη – εκτός αν δεν μπόρεσε να υπομείνει την ιδέα του σταλινισμού ως όψης της Απελευθέρωσης, την ιδέα ότι η εναλλακτική λύση στον Χίτλερ ήταν ο Στάλιν.

Φυσικά το λογοτεχνικό αντίστοιχο των 2.888 δουναβικών χιλιομέτρων μόνο μυθιστόρημα δεν είναι, αλλά είναι όλα τα άλλα: δοκίμιο, μυθιστορία, εντυπώσεις, ημερολόγιο, ιστορία, γεωπολιτική, ποιητική, ταξιδιωτική, ρεπορτάζ, μαρτυρία. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους, από οιοδήποτε σημείο, η ανάγνωση ρέει σαν τον ποταμό, ο ποταμός έρευσε προς διαφορετικές Ευρώπες, οι παραπόταμοί του λάμπουν στη σημερινή σκοταδισμένη γεροήπειρο. Αναρωτιέμαι ποιά είναι η αντίστοιχη σημαντική μορφή της σύγχρονης ελληνικής διανόησης.

Εκδόσεις Πόλις, 2001, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, 545 σελ., με σημειώσεις (Claudio Magris, Dunabio, 1986). / Πρώτη δημοσίευση: εδώ.
03
Ιαν.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 44

Άλβαρο Μούτις, Αμπντούλ Μπασούρ. Ο ονειρευτής των καραβιών, εκδ. Άγρα, 1998, μτφ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης, σ. 192-193 (Alvaro Mutis, Abdul Bashur, Soñador de navíos, 1991).

Η απαρίθμηση των πιο διαφορετικών και εφήμερων επαγγελμάτων του Μπασούρ από τότε και ύστερα θα γέμιζε πολλές σελίδες. Αρκεί να αναφέρουμε μερικά για τα οποία κάνει νύξεις στην αλληλογραφία του και άλλα για τα οποία μου μίλησε ο Μακρόλ: διακινητής πορνογραφικών περιοδικών και φωτογραφιών στο Χαλέπι, προμηθευτής ειδών διατροφής για τα καράβια στην Αμμόχωστο, εργολάβος βαφής των πλοίων στην Πόλα, γκρουπιέρης στη Βηρυτό, τουριστικός οδηγός στην Κωνσταντινούπολη, ψευτοστοιχηματίας για να παρασύρει αφελείς σε μια αίθουσα μπιλιάρδου στο Σφάξ, προμηθευτής κοριτσιών σε μπορντέλο της Ταγγέρης, λαντζέρης στην Τρίπολη, αγοραστής συναλλάγματος στη μαύρη αγορά στο Πόρτ Σάιντ, διευθυντής ενός τσίρκου στον Τάραντα, προαγωγός στο Σερσέλ, τροχοακονιστής στην Μπαστιά και ταυτόχρονα έμπορος χασίς. Αυτός ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί, όμως είναι ήδη επαρκής για να καταδείξει το βαθμό της αθλιότητας και της απάθειας στην οποία έφτασε ο φίλος μας, ο ίδιος εκείνος περήφανος και πολυμήχανος Λιβανέζος εφοπλιστής που είχα γνωρίσει πριν από χρόνια στην Ουραντά. Παρά τα ψαρά και απεριποίητα γένια του και τα πολυκαιρισμένα ρούχα του από τη χρήση τους σε τόσα διαφορετικά επαγγέλματα, με τα οποία μου είχε εμφανιστεί πολλές φορές στη διάρκεια εκείνης της καθόδου του στην κόλαση του υπόκοσμου, ο Μπασούρ διατηρούσε ακόμα τις κομψές χειρονομίες όταν μιλούσε, ασυντόνιστες πάντα προς τα λόγια του, κι εκείνη την τόσο προσωπική και συγκινητική γοητεία του που ήταν αποτέλεσμα του καυστικού και λακωνικού χιούμορ του, της μόνιμης περιφρόνησης του πεπρωμένου του χωρίς το παραμικρό παράπονο και εκείνης της συγκινητικής και ιδιαίτερης αφοσίωσης στους φίλους του.

Στον Άρη Σφακιανάκη.

13
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 31

Blaise Cendrars [Μπλεζ Σαντράρ], Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία, εκδ. Opera, 1993, μτφ. Γιώργος Σπανός, σ. 45 (Moravagine, 1926)

Τότε είναι που ερωτεύτηκα βίαια, παθιασμένα, τα αντικείμενα, τα άψυχα πράγματα. Δεν μιλώ για τα αντικείμενα, τα σκεύη, τα έπιπλα τέχνης που ξεχείλιζαν μες το παλάτι και που, μέσω ενός νοητικού ή αισθηματικού ερεθισμού, αναπολούν, υποβάλλουν, θυμίζουν έναν παλαιό πολιτισμό, μια περασμένη εποχή, μια οικογενειακή ή ιστορική στιγμή που έχει χάσει την πρώτη της χρυσή ανταύγεια, και που σας θέλγουν, σας γοητεύουν με τα στρεβλά τους σχήματα, τις αλλόκοτες γραμμές τους, την παλαιική τους εκλέπτυνση με ό,τι τέλος πάντων, τα προσδιορίζει, τα τοποθετεί χρονικά, ονομάζει και αποκαλύπτει, κατά τρόπο περίεργο, τη μόδα που τα διανοήθηκε. Όχι, ερωτεύτηκα αποκλειστικά αντικείμενα μη αισθητικά, ελάχιστα διαμορφωμένα, και συχνότατα ακατέργαστης ύλης, πρώτης ύλης. Μάζεψα γύρω μου τα πιο ετερόκλητα πράγματα. Ένα τενεκεδένιο κουτί μπισκότων, ένα αβγό στρουθοκαμήλου, μια ραπτομηχανή, ένα κομμάτι χαλαζία μια ράβδο μολύβδου, ένα τούμπο σόμπας. Περνούσα τις μέρες μου πιάνοντάς τα με τα χέρια μου, πασπατεύοντάς τα, μυρίζοντάς τα. Τους άλλαζα θέση χίλιες φορές τη μέρα. Είχαν χρέος να με διασκεδάζουν, να με απασχολούν, να με κάνουν να ξεχνώ τις συγκινησιακές εκείνες εμπειρίες, που τόσο πια με είχαν κουράσει.

Στον Δημήτρη Καλοκύρη

12
Ιολ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 27

Μπρους Τσάτουιν, Ανατομία του Αεικίνητου, από το κείμενο «Αυτός ο κόσμος ανήκει στους νομαδικούς νομάδες», εκδ. Χατζηνικολή, 1999, μτφ. Τάκης Κίρκης, σ. 117-119 (Bruce Chatwin, Anatomy of Restlessness, 1996).

Σε μια από τις πιο μαύρες στιγμές της ζωής του, ο Πασκάλ είπε πως όλη η δυστυχία του ανθρώπου ξεκινάει από ένα μοναδικό αίτιο, την αδυναμία του να παραμείνει ήσυχος μέσα σε ένα δωμάτιο. (…) Αλλαγή συρμού, τροφής, αγάπης και τοπίου. Αυτά τα χρειαζόμαστε όσο και τον αέρα που αναπνέουμε. (…) «Εκείνος που δεν ταξιδεύει δεν ξέρει την αξία των ανθρώπων», είπε ο Ιμπν Μπατούτα, ο ακάματος Άραβας ταξιδευτής που περπάτησε από την Ταγγέρη ως την Κίνα και γύρισε για το γούστο της περιήγησης. Αλλά το ταξίδι δεν ευρύνει απλώς το νου. Τον φτιάχνει. (…) Οι νόμοι της εξέλιξης όριζαν να γίνουμε ταξιδιώτες. Η παρατεταμένη εγκατάσταση είναι υπόθεση κάπου δέκα χιλιάδων ετών, μια σταγόνα στον ωκεανό του διαστήματος της εξέλιξης. Είμαστε εκ γενετής ταξιδιώτες. (…) Οι λίγοι «πρωτόγονοι» λαοί που απομένουν πια στις ξεχασμένες γωνιές της γης καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από μας αυτό το απλό γεγονός της ανθρώπινης φύσης. Βρίσκονται σε αέναη κίνηση. Τα χρυσοκαφετιά μωρά των άγριων κυνηγών του Καλαχάρι δεν κλαίνε ποτέ και συγκαταλέγονται στα πιο χαρούμενα νήπια του κόσμου.

Στον Μιχάλη Μοδινό

29
Οκτ.
08

Μαρκ Άξελροντ – Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ

Ο Καμύ έφτιαξε κονιάκ με το όνομά του, ο Πόε, ο Κάφκα, ο Στρίντμπεργκ, η Μπλίξεν άνοιξαν καφέ, η Γουλφ εστιατόριο, ο Κίπλινγκ μαγαζί με είδη κάμπινγκ, ο Χ.Κ. Άντερσεν παραμυθένιο ντελικατέσεν στην Κοπεγχάγη. Ο Καζανόβα των (σ)εξαιρετικών κατορθωμάτων άφησε ρητή εντολή στη διαθήκη του να μετατραπεί το σπίτι του σε εστιατόριο για «στιχοπλόκους και για κείνους που τα χείλη τους έχουν ανάγκη τα απομεινάρια από χαυνωτικές μέρες που πέρασαν στο κρεβάτι». Η Κολέτ και η συμβία της άνοιξαν φαγάδικο στη Μινεσότα για «να βρούν λύτρωση στην πολυτέλεια των ευρείων αντιλήψεων», μακριά από τις κακές παριζιάνικες γλώσσες. Το εστιατόριο του Φελίνι στη Ρώμη μοιάζει με σκηνικό των ταινιών του, οι δε γυμνές σερβιτόρες επιθεωρούνται επισταμένα από τον Μ. Μαστρογιάννι.

Το πιστέψατε; Αποκλείετε το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην συνέβησαν ποτέ αλλά να μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί; Τι σημασία έχει εφόσον το ερώτημα παραμένει: Τι θα ωθούσε τους συγκεκριμένους συγγραφείς να φτιάξουν τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αν το αποφάσιζαν; Γιατί οι συγκεκριμένες επωνυμίες καταστημάτων, φαγητών, ποτών, αξεσουάρ με ονόματα συγγραφέων, καλλιτεχνών και άλλων φημισμένων όντως υπάρχουν ανά τον κόσμο και για του λόγου το αληθές περιλαμβάνεται η σχετική φωτογραφία και αναφέρεται η ακριβής τους τοποθεσία.

Με ποιο τρόπο όμως ετούτος ο συλλέκτης εμπορικών επωνυμιών φτιάχνει τις μικρές του τρισέλιδες ή τετρασέλιδες ιστορίες; Με οδηγό την φαντασία του, τα στοιχεία που γνωρίζουμε για τους τιμώμενους ή μήπως με βάση του πώς τους σκεφτόμαστε σήμερα; Ο καλλιτέχνης είναι το έργο του ή το αποτύπωμά του στη εκάστοτε συγκυρία; Όλοι αυτοί οι καταδικασμένοι σε τέχνη και γραφή πίστευαν πως θα σωθούν αποκτώντας συνηθέστερο επάγγελμα και καθημερινή πελατεία; Μήπως στην πραγματικότητα όλοι τους αποδείχτηκαν ακατάλληλοι έως αποτυχημένοι επιχειρηματίες (γιατί όντως υπήρξαν κάποιοι που το δοκίμασαν), πιθανώς σύμφωνα με κάποιον άγραφο κανόνα; Σε τελευταία ανάλυση, τόσο εκείνοι όσο κι εμείς που τους διαβάσαμε το ίδιο αδύναμοι και άβουλοι είμαστε απέναντι στο αδιανόητο της ζωής και των συστατικών της, έτσι δεν είναι;

Φυσικά ο Άξελροντ δεν κατασκευάζει απλώς εκ του μηδενός αυτές τις εξωφρενικές, ξεκαρδιστικές και πέρα για πέρα πειστικές ιστορίες. Ως καθηγητής Αγγλικής και Συγκριτικής Φιλολογίας σε Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και μαέστρος του Κέντρου Δημιουργικής Γραφής Τζον Φάουλς έχει τη δυνατότητα να τις πλάθει με στοιχεία αληθινά ή αληθοφανή αλλά και με υπόγειες αναφορές πολλές από τις οποίες ως απλοί αναγνώστες ίσως χάνουμε αλλά ενίοτε μυριζόμαστε. Σκαρώνει 44 ψευδο-δοκιμιακές, διηγηματικές και φαντασιακές βινιέτες με αυτοσαρκαστική αμερικάνικη γραφή να θυμίζει από Φίλιπ Ροθ μέχρι …. Γούντι Άλεν, με στοιχεία μαύρης σάτιρας, nonsense και σκληρής κοροϊδίας για την εμπορευματική μας στάση απέναντι σε κάθε πολιτιστικό προϊόν. Και ο Μπόρχες, εκτός από την διεύθυνση του γραφείου ταξιδίων που του παραχωρείται, χαμογελάει πίσω από την πόρτα γιατί βλέπει πως ένας ακόμα επίγονος τον βγάζει λευκοπρόσωπο.

Ας ξεκινήσει λοιπόν το παιχνίδι! Ποιοι βρήκαν την γαλήνηαπό τα γράμματα σε αμπελώνες, βιβλιοπωλεία, φούρνους ή εταιρείες ντέτεκτιβ; Ποιοι παραμένουν σήμερα καλοφάγωτοι, έχοντας δώσει όνομα σε μπισκότα, σοκολάτες και πάστες; Πώς φαντάζεστε το Στέκι του Ιησού στις Βρυξέλλες; Τι μπορεί να περιλαμβάνει μια αποθήκη ονόματι Μπέκετ κάπου στο Νόργουιτς; Τι μαγαζί θα έφτιαχναν οι Μπουκόφσκι και Τουλούζ Λωτρέκ για να συναναστρέφονται συνεχώς με τις αγαπημένες τους γυναίκες; (Αν σκεφτήκατε κατάστημα εσωρούχων χάσατε).

Στο τέλος ο ίδιος ο συγγραφέας προσφέρει στον εαυτό του μια ανάλογη εναλλακτική. Και όπως καταλαβαίνετε, η επιχείρηση «Παιχνίδια Αξελροντ» είναι η δική του απωλεσθείσα εδέμ. Να μια σύμπτωση συγγραφέα και κοινού θνητού: στα μονοψήφια χρόνια μου ονειρευόμουν κι εγώ να έχω ένα μεγάλο κατάστημα παιχνιδιών αλλά να είχε κι εκείνες τις τράπουλες με τα χαρακτηριστικά αυτοκινήτων, φορτηγών και τρένων. Υπέρ Ατού!

O Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος Μαρκ Άξελροντ έχει ήδη 4 μυθιστορήματα, 1 συλλογή διηγημάτων και 3 βιβλία κριτικής. Mark Axelrod – Borges’ Travel, Heminqway’s Garage – Secret Stories, 2004. / Το γκαράζ του Χέμινγουεϊ – Απόκρυφες ιστορίες, μετφ. Παντελής Ανδρικόπουλος, Εκδόσεις Νάρκισσος, 2005, σελ. 222.

Πρώτη δημοσίευση: http://www.mic.gr/books.asp?id=16092
08
Φεβ.
08

Αναστάσης Βιστωνίτης – Λογοτεχνική γεωγραφία. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι

Να πιστεύετε τους ποιητές της νεότερης εποχής μόνο όταν οι ίδιοι πιστεύουν στα ψέματά τους, σαν αυτόν τον δύσθυμο αρλεκίνο, τον αστρολόγο ανύπαρκτων αστερισμών, που έζησε και πέθανε μέσα στα γραπτά του, φοβερίζοντας τους ήρωες που ο ίδιος δημιούργησε ότι θα τους πάρει μαζί του στον τάφο (σ. 183, Λισαβόνα. Από τον Πεσόα στον Καμόενς).

Εισιτήριο: Στην λογοτεχνική αυτή γεωγραφία συγκεντρώνονται κείμενα που δημοσιεύτηκαν στο Βήμα (2004 – 2005). Ο συγγραφέας ήδη από την εισαγωγή μας κάνει φανερό σε ποιο είδος ταξιδιώτη ανήκει: του αρέσει να αφήνεται στην σύμπτωση, στην περιπέτεια του τυχαίου, δεν χρησιμοποιεί χάρτες ή οδηγούς, δεν προγραμματίζει τίποτα. Με αυτή την κίνηση από τον πραγματικό στον επινοημένο κόσμο και αντίστροφα επικεντρώνει στην αδιόρατη αλλά πλέον γοητευτική πλευρά των πόλεων: εκείνη των συγγραφέων και των έργων τους. Αν ο περιπατητής, ο πλάνης, αυτός που περνάει άσκοπα και αθόρυβα μέσα από τον αδιόρατο ιστό της πόλης, είναι εκείνος που μπορεί να οικειοποιηθεί τη λεπτομέρεια και το αφανές, τότε ο Βιστωνίτης γίνεται ο ιδανικότερος ξεναγός μας σε αυτή την πρωτότυπη χάρτινη περιπλάνηση.

Χαρτογράφηση: Πόλεις των συγγραφέων – σπλάχνων τους: το Βερολίνο του Μπρεχτ και του Ντέμπλιν, το Άμστερνταμ των Μούλις και Νοότεμποομ, το Παρίσι του Καμί και του Σαρτρ, το Λονδίνο της Γουλφ και του Ντίκενς, η Βαρσοβία του Σίνγκερ και του Λεμ, η Ρίγα του Αϊζεστάιν και του Μπερλίν, η Βιένη του Μπέρχαρντ και του Χάντκε, η Λισαβόνα του Πεσόα και του Καμόενς, η Κωνσταντινούπολη του Γιασάρ Κεμάλ, η Ζυρίχη του Ντίρενματ και του Μαξ Φρις, η Τεργέστη του Σβέβο και του Μάγκρις, η Βουδαπέστη του Λούκατς, η Ρώμη της Μοράντε, του Μοράβια και του Παζολίνι, το Βελιγράδι του Πάβιτς, το Μεξικό του Οκτάβιο Πας, το Όσλο του Χάμσουν, η Μόσχα του Τσέχοφ, η Πράγα του Κάφκα, του Χράμπαλ και του Κούντερα.

Αλλά και πόλεις των συγγραφέων – επισκεπτών τους: η Μαδρίτη του Κέσλερ, του Μαλρό, του Χεμινγουέι και του Όργουελ, το Σικάγο του Μπέλοου και του Ντράιζερ, η Βαρκελώνη του Γκαρσία Μάρκες και του Βάργκας Λιόσα, το Κάιρο του Γκρέιβς, η Βενετία του Μπρόντσκι και του Ώντεν, το Κογιοακάν του Τρότσκι και του Βικτόρ Σερζ, το Μεξικό του Κάλας και του Μάλκολμ Λόουρι, η Νέα Ορλεάνη του Φώκνερ και του Καπότε. Και, τέλος, πόλεις των κινημάτων: η Βαρκελώνη του μοντερνισμού και των πειραμάτων, η Ζυρίχη του νταντά και του Καμπαρέ Βολτέρ. Κι ακόμη, Δουβλίνο και Πάδοβα, Μόναχο και Βίλνιους, Κέιπ Τάουν και Μπαλί, Σίδνεϊ και Κογιοακάν, Πεκίνο και Γάνδη. Πόλεις μήτρες και πόλεις καταφύγια. Και η Πετρούπολη δεν ανήκει μόνο στον Ντοστογιέφσκι και στον Μπλοκ αλλά και στους κυνηγημένους Μαντελστάμ, Αχμάτοβα, Μπρόντσκι.

Γοητεία: Με τα μάτια του Βιστωνίτη βλέπω τις πλατείες της Λουμπλιάνα όπου δεσπόζουν όχι αγάλματα πολιτικών και στρατηγών αλλά ποιητών και πεζογράφων. Τον ακολουθώ καθώς αναζητά στην Τεργέστη τα εννιά σπίτι όπου έζησε κι εμπνεύστηκε τον Οδυσσέα ο Τζόις, καθόμαστε στο καφέ όπου σχεδόν ζούσε ο Σνίτσλερ και ψάχνουμε ματαίως στην Βοϊβοντίνα τα ίχνη των τόπων και των ανθρώπων που περιγράφει ο Ντανίλο Κις. Βιώνουμε την απόλυτη ησυχία ένα βράδυ στο Ελσίνκι, που αντιστρέφοντας τον Μπρόντσκι, θα έλεγες πως μπορούσες να ακούσεις τον ήχο ενός κουταλιού που πέφτει στην Πετρούπολη. Κι ένα βράδυ στο Κίεβο του 1983 αναζητούμε το σπίτι του Μπουλγκάκοφ, ο ταξιτζής μας αφήνει σε άλλο σημείο (δεν κατάλαβε ή έκανε πως δεν κατάλαβε) και κάποια στιγμή πίσω από τα βαριά κτίσματα και τις αφώτιστες εκκλησίες βλέπουμε σκηνές από τη ζωή του συγγραφέα. Ειδικά εκείνο το τηλεφώνημα που του έκανε νύχτα, όπως το συνήθιζε, ο Στάλιν απορώντας, δήθεν, για ποιο λόγο δεν κυκλοφορούν τα βιβλία του. Και καταφεύγουμε στο αλλοτινό άντρο ρομαντικών και κατασκόπων που λεγόταν Οδησσός, εκεί από όπου ξεκίνησε ο Καντίνσκι και ο Τρότσκι, εκεί όπου έζησαν ο Μπούνιν, ο Μπάμπελ, ο Κατάγιεφ.

Εικόνες, εικόνες… Ο Τόμας Μαν ξοδεύει ατέλειωτες ώρες στα νοσοκομεία του Μονάχου μελετώντας ακτινογραφίες φθισικών, για να είναι απόλυτα ακριβής στις συγκλονιστικές περιγραφές των ασθενών του Μαγικού βουνού. Ο Μίκα Βάλταρι επιστρέφει στο Ελσίνκι γράφοντας ανάμεσα σε νοσηλείες κατάθλιψης αμέτρητα ιστορικά μυθιστορήματα ως άλλοθι για να μιλήσει για τον εαυτό του και την κρίση της Ευρώπης. Ο Τολστόι γράφει επί δέκα χρόνια σε ένα χαμηλό τραπεζάκι με μικροσκοπική καρέκλα στην Γιασνάγια Παλιάνα το Πόλεμος και Ειρήνη, προτού ζήσει σαν πληβείος τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πεθάνει από πνευμονία λόγω βαριάς νεροποντής σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Η πνευματικά καθυστερημένη κόρη του Τζέιμς Τζόις αναρωτιέται, λίγο μετά την ταφή του πατέρα της «Τι κάνει ο ανόητος κάτω από το χώμα; Πότε θα αποφασίσει να βγει από εκεί μέσα;». Νεαροί μαύροι και Πορτορικανοί τα μεσημέρια πουλούν κοκαΐνη έξω από τη Γουόλ Στρητ στους εξουθενωμένους γιάπηδες του χρηματιστηρίου, στο κατά Ντον Ντελίλο σηματολόγιο του μεγάλου κοιμητηρίου που το λέμε 20ό αιώνα, τη Νέα Υόρκη.

Γκράφιτι: Τα τραύματα μιας εποχής καταντούν κουτσομπολιά του επόμενου αιώνα. // Πάνω στους τόπους και πάνω στα βιβλία και τα κείμενα βρίσκεται χαραγμένο το οικόσημο της φαντασίας. // Η ιστορία της εποχής μας γράφεται με σφαίρες (Τσου Εν Λάι). // Δεν υπάρχει χειρότερη εξορία από το σπίτι σου (Ούμπα Θάντο Μιτσιμκούλο) // Ο χρόνος μεταβάλλει τον τρόμο σε στατιστική.// Η ιστορία της αποικιοκρατίας γράφεται στα μπαρ των μεγάλων ξενοδοχείων (γκαρσόνι του μπαρ των συγγραφέων στη Σιγκαπούρη).

Φάκελος φιλοξενούμενου: Κομοτηνή, 1952. Ποιητής, πεζογράφος (Φάσματα φθοράς (αφηγήματα), Πεκίνο (Το ρόδο και ο λωτός), Η κοίτη του χρόνου (Τόποι, πόλεις, άνθρωποι), Το τρένο της λογοτεχνίας), δοκιμιογράφος (Η κρίση και η καταστολή, Οι σημαίες του αναχρονισμού, Ex libris), μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, αρθρογράφος και γραφιτέχνης. Πολιτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της καθημερινής ελληνοαμερικανικής εφημερίδας Πρωινή στη Νέα Υόρκη (1983-1988).

Αποσπάσματα:
Η φοβερότερη λέξη για το τίποτα είναι ισπανική: nada. Σαν μαύρη τρύπα στο διάστημα. Την είπε ο Γκόγια, λες και αποκάλυπτε το όνομα του δαίμονά του, πέρασε στην κεντρική Ευρώπη, έγινε ο εφιάλτης πρώτα του Κάφκα κι έπειτα του Μπροχ, κι έριξε τον Πάουλ Τσέλαν στο σκοτάδι του Σηκουάνα το 1970, την ημέρα των γενεθλίων του Χίτλερ. Να η εποχή των δολοφόνων χωρίς τον Ρεμπό. Nada. (σ. 180)

Αν «το λίκνο αιωρείται πάνω από την άβυσσο, τότε, όπως γράφει ο Μπρόντσκι στο Χρονικό μιας μετονομασμένης πόλης, «όταν σκέφτεσαι την Πετρούπολη, δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό». Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση μιλάει ο αυτοεξόριστος, όμως η χειρότερη μορφή εξορίας είναι εκείνη που εκατό χρόνια νωρίτερα με παγερή απελπισία όρισε ο Γκόγκολ: εξορία σημαίνει να είσαι ξενος στην ίδια σου τη χώρα…
Αν δεν έχεις δει την Πετρούπολη, δύσκολα αντιλαμβάνεσαι το ρόλο που παίζει η τοπογραφία στα μυθιστορήματα του Ντοστογέφσκι. Μόλις όμως κάνεις την πρώτη βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι, ο Κιρίλοφ, ο Σταβρόγκιν, ο Ρασκόλνικοφ, ο Μαρμελαντόφ, όλοι οι ήρωες εκείνου του επιληπτικού άρχοντα και οργισμένου πληβείου, που τη μια στιγμή γονάτιζε συντετριμμένος μπροστά στα εικονίσματα και την αμέσως επόμενη ακουμπούσε στη ρουλέτα τα χρήματα που κέρδισε γράφοντας με φρενήρεις ρυθμούς τα αριστουργήματά του, περνούν από δίπλα σου ή κρύβονται στην είσοδο ενός απόμερου κτιρίου, για να μοιράσουν σε ίσα μερίδια το περιεχόμενο μιας μπουκάλας βότκα που μόλις αγόρασαν ρεφενέ… (σ. 53-54).

Επίγραμμα: Ο Βιστωνίτης ελπίζει ο αναγνώστης να έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει ή να προεκτείνει τον δικό του περίπλου κατά βούληση, ακόμα και να τον αλλάξει. Πραγματικά, ο καθένας μας μπορεί και αξίζει να φτιάξει μια δική του, παρόμοια βίβλο γεωγραφίας, αυτής της «κατεξοχήν περιοχής της μνήμης». Αυτό το πολύτιμο τομάκι, που χωράει σε μια τσέπη, γίνεται το ιδανικότερο διαβατήριο – εγχειρίδιο για να μάθουμε να βλέπουμε ταξιδεύοντας. Εδώ το μότο του Πολ Μοράν ταιριάζει όσο ποτέ: Όλες αυτές οι Λάικα, οι Τσάις – δεν έχουν πια μάτια οι άνθρωποι;

Συντεταγμένες: Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 256. Περιλαμβάνεται το ποίημά του Adagio (από την συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο).

Πρώτη δημοσίευση εδώ. Στις φωτογραφίες: Ντανίλο Κις, Τόμας Μαν, Γιόζεφ Μπρόντσκι (Λένινγκραντ, 1964) και ο συγγραφέας.



Οκτώβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.046.522 hits

Αρχείο