Λογοτεχνείο, αρ. 10

Ούγκο Ρικαρέλι, Ένας άντρας που ίσως ονομαζόταν Σουλτς, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Μαρία – Ρόζα Τραϊκόγλου, σ. 162 (Ugo Riccarelli, Un uomo che forse si chiamava Schulz, 1998).

Εκεί μείναμε ώρες, σ’ εκείνη τη γνώριμη πλατεία που κάποτε υπήρξε για όλους μας ο καθρέφτης πάνω στον οποίο ξετυλίγαμε τις ζωές μας σε ήρεμους περιπάτους, βυθισμένοι στην ευωδιά των τοίχων που είχαν αντισταθεί σε κάθε εισβολή. Οι σκέψεις μας πλέκονταν μεταξύ τους, ζυμώνονταν και φούσκωναν από τη μαγιά της αφανέρωτης απελπισίας μας, κι υψώνονταν πάνω απ’ τα κεφάλια μας σε μια πυκνή κι ολόλευκη ομίχλη, σαν ψωμί. Βυθισμένοι σ’ αυτή τη γαλακτώδη ατμόσφαιρα, ακούσαμε σαν μέσα σε όνειρο τη βροντερή φωνή του Βίνκλερ να φτάνει από ψηλά, να κυκλώνει τα σκυμμένα κεφάλια μας και να μας δίνει εντολή ν’ αφήσουμε τα σπίτια μας και ν’ αποσυρθούμε σε μια γωνιά της πόλης.
Δεν ακούστηκαν φωνές μήτε σχόλια, κανείς μας δεν τόλμησε να διαλύσει εκείνη την υπνωτική εμφάνιση των λέξεων από το πουθενά, την ώρα που με τάξη αδειάζαμε την πλατεία, κατευθυνόμενοι προς το μέρος που μας είχαν υποδείξει. Μονάχα αυτή η ομίχλη μας συντρόφευε, μονάχα η συμπυκνωμένη μιας ζωή μας έλουζε από ψηλά με μια βροχή από μικρές, υγρές σταγόνες που έμοιαζαν με τα βουβά μας δάκρυα.

 Στον Δημήτρη Κονιδάρη

Λογοτεχνείο, αρ. 9

Βλαντιμίρ Αρσένιεβιτς, Στο αμπάρι, εκδόσεις Κέδρος, 1999, μτφ. Γκάγκα Ρόσιτς, σ. 89-90 (Vladimir Arsenijevic, U potpalublju, 1997)

Όπως πάντα, μόλις βγήκα από την οδό Μόλεροβά στη λεωφόρο της Επανάστασης, ανάμεσα σε δύο κύματα θορύβου, έφτασαν ως τα αυτιά μου και κάμποσες βρισιές από διαφορετικές μεριές. Ήταν το αιώνιο μουρμουρητό των δυσαρεστημένων – κάτι που γενικά σιχαινόμουν – ένα στείρο κλαψούρισμα από το οποίο ποτέ δε θα γεννηθεί τίποτα. Αυτή τη φορά όμως το σούρουπο έκρυβε μια καινούργια τονικότητα – ένα λεπτό και συγκεκριμένο θέμα. Το πρωτόγονο μονωδιακό τραγούδι, βάρβαρο μέσα στην αδυναμία του, ήταν εμπλουτισμένο με μια εύθραυστη, συγκινητική φράση – αποτέλεσμα των πολλών φωνών που συμμετείχαν. Αυτή η μουσική φράση δεν απευθυνόταν στην ακοή μου, αλλά μου ερέθιζε τα ένστικτα. Ξαφνικά, σαν να είχα μεθύσει, άρχισα να λυπάμαι όλους τους ανθρώπους της οικουμένης, στους οποίους δεν είχε απομείνει τίποτε άλλο από το να βρίζουν – ενώ εγώ ο ίδιος κάποτε τους κορόιδευα κατάμουτρά και με περιφρόνηση. Μας λυπόμουν όλους. Φωτισμένος από ένα απρόσμενο και πανταχού παρών όραμα, που είχε σχίσει την καθημερινή εικόνα της λεωφόρου μπροστά στα μάτια μου, είδα όλους εμάς να τρέχουμε, καθώς το έδαφος ράγιζε κι άνοιγε κάτω από τα πόδια μας, ενώ το συνόδευαν οι φοβερές κραυγές μας, και παράλληλα από τα βάθη του να ανεβαίνει η αβάσταχτη μπόχα των αιώνων, που μέσα στην αδράνειά μας παραλείψαμε να εκμεταλλευτούμε με τρόπο αξιοπρεπή…