Posts Tagged ‘2. Λογοτεχνικά Περιοδικά

12
Φεβ.
12

Poetix, τεύχος 5 (άνοιξη – καλοκαίρι 2011)

Πώς δεν αυτοκτονώ μπρος σ’ έναν καθρέφτη/και δεν εξαφανίζομαι για να ξαναφανώ στη θάλασσα/όπου ένα μεγάλο πλοίο θα με περιμένει/με τα φώτα αναμμένα;/Πώς δεν βγάζω τις φλέβες μου/Και δεν φτιάχνω μ’ αυτές μια σκάλα/για να αποδράσω στην άλλη πλευρά της νύχτας;

… έγραφε στο ποίημα «Το ξύπνημα» η αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ, μια από τις πλέον πρωτότυπες ποιητικές φωνές του 20ού αιώνα στη Λατινική Αμερική. Ποιήματά της μεταφράζονται εδώ από την γνώστρια του έργου της Αμαλία Ρούβαλη, που μας κοινωνεί και με τρισέλιδη εισαγωγή στην εξαιρετική της περίπτωση:  γεννημένη το 36 και αυτόχειρας στα 36, παιδί ρωσοεβραίων μεταναστών, άρα με έλλειψη εθνικών ριζών και έντονη βίωση του αισθήματος της εξορίας, αναχωρήτρια στο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 που έζησε καταθλιπτικά, πάμπτωχα και ευτυχισμένα, φίλη του Χούλιο Κορτάσαρ και παρέα των Μπονφουά και Μισώ, μεταφράστριά τους αλλά και των Αντονέν Αρτώ και Αιμέ Σεζαιρέ, με ποίηση εμμονής στο σκοτάδι και τη νύχτα, στην οποία άλλωστε ζούσε σχεδόν αποκλειστικά, και την οποία θεωρούσα πραγμάτωση της ζωής, σε αντίθεση με το φώς – άρνησή της. Στα ποιήματά της ήδη ανιχνεύονταν δείγματα απελπισίας, εμμονών και παραληρημάτων, αλλά και, αργότερα, σε κάποια πεζά, σαδισμού, χυδαιολογίας και διαστροφής. Η αδυναμία αληθινής επικοινωνίας με τον έξω κόσμο ήταν φανερή. Το γράψιμο αντί να ισχυροποιεί το εγώ της και ενισχύει την προσωπικότητά της, έκανε το πρώτο ευθραυστότερο και αποδόμησε τη δεύτερη, όπως γράφει η μεταφράστρια.

Ένα 13σέλιδο ασθματικό κείμενο με τον τίτλο «Το ποιητικώς υπάρχειν και το ζην επικινδύνως» δια χειρός Άνταμ Κιρς αναφέρεται στον Ντύλαν Τόμας, με αφορμή και την επανέκδοση της βιογραφίας του από τον Πωλ Φέρις. Οι θρυλικές του απαγγελίες με την βαρύτονη φωνή, το λιβάνισμα απ’ τις αυλές και οι καταχρήσεις του, η συμμετοχή του στην άγρια συναλλαγή του σταρ σύστεμ που επιθυμούσε να χορτάσει τις φαντασιώσεις των αναγνωστών του και οι παραξενιές ως δικαιολογία για την μεγαλοφυΐα του (ή αντίστροφα; αναρωτιέμαι…) χαρακτηρίζουν αυτή την «ιδιάζουσα αμερικανική μορφή διασημότητας» ως «πρόδρομο των ροκ σταρ».

Τελικά ορίζεται ο ποιητής; Ποιητής γίνεται κάποιος και μόνο από το γεγονός ότι γράφει ποιήματα; Ο Ντίνος Σιώτης («Ο ποιητής στον κόσμο του;») συλλογίζεται για την ύπαρξη των ποιητών σε μια εποχή απίστευτης ενίσχυσης του εγωισμού, παγκοσμιοποιημένης μοναξιάς και υπαρξιακής ύφεσης. Ποιητής, γράφει, είναι εκείνος που γράφει για να κατανοήσει πρωτίστως τον εαυτό του, τον ρόλο του στη ζωή, την ίδια τη ζωή. Τον αυθεντικό ποιητή τον ενδιαφέρει η αλήθεια, η εσωτερική αλήθεια, η αλήθεια της ψυχής, όχι η δική του αλήθεια, όχι ο ιδιωτισμός του, αλλά η δημόσια, η κοινή αλήθεια που μπορεί να είναι ανήσυχη, συναρπαστική και αντισυμβατική. Ο ποιητής αναψηλαφεί συνεχώς τις αιώνιες αξίες, τις μεταφυσικές συνισταμένες τους, την περιρρέουσα πραγματικότητα και δεν τρέχει πίσω από την προσωπική του πραγματικότητα, βυθισμένος στα δικά του βιώματα, συνήθως αλαζονικά και αυτάρεσκα, επιβεβαιώνοντας, άλλωστε, την εικόνα που έχει σχηματιστεί στην εγχώρια κοινωνία γι’ αυτούς.

Βρέθηκα μια φορά σε ιδιωτικό λύκειο και έμεινα άναυδος από τη στάση των μαθητών και των μαθητριών που περίμεναν να έρθουν αντιμέτωποι με κάποιον όχι σαν εμένα. Νόμιζαν ότι εγώ θα παρουσίαζα τον ποιητή Ντίνο Σιώτη. Είχαν στο  νου τους κάποιον μακρυμάλλη, αξύριστο, με κασκόλ ριγμένο ατημέλητα στον λαιμό, με ύφος αφρόντιστο, βλέμμα απλανές, που κάπνιζε, ίσως να του έλειπε και κανένα δόντι, που πιθανόν ζούσε σε καμιά τρώγλη.

Χωρίς την ανάγνωση των μεγάλων και σπουδαίων ποιητών ποιήματα δεν γράφεται καλή πίεση, ούτε βέβαια χωρίς βιώματα, ή, όπως το θέτει ο Οκτάβιο Παζ, «πρέπει να ζούμε τα ποιήματα προτού γράψουμε». Αν ζεις στον κόσμο σου και όχι στον κόσμο, τότε ζεις για τον τίτλο του ποιητή και όχι για την ουσιαστική ποιητική ταυτότητα. Ποίηση έχουμε όταν τα πράγματα της ψυχής μας διαπερνούν, μας ενοχλούν και μας αποκαλύπτουν υπερβάσεις. Στο βασίλειο των λέξεων βρίσκονται τα ποιήματα που περιμένουν να γραφτούν, λέει σ’ ένα ποίημά του πάλι ο Οκτάβιο Παζ. Ποίημα είναι μια σύνθεση που φτάνει στα άκρα της γλώσσας, ξεπερνά το υπαρκτό και κοιτάζει τη ζωή από την άλλη πλευρά, καταλήγει ο Ντίνος Σιώτης.

Ακόμα: ποιήματα από Έιμυ Κλάμπιτ, Ραμόν Λόπες Βελάρδε, Γιόργκεν Λετ, Γιώργο Μπλάνα, Μάνο Στεφανίδη, Άννα Πετροπούλου, εκτενή κείμενα από Λίζα Ρος Σπάαρ [Υπερθέρμανση της παγκόσμιας ποίησης], Έλεν Βέντλερ [Σημειώσεις πάνω σ’ ένα ποίημα], Τζέι Παρίνι [Οι σχέσεις των ποιητών έχουν να κάνουν με κάτι περισσότερο από το άγχος], παλαιότερες συνεντεύξεις με Γιάννη Βαρβέρη και Έκτορα Κακναβάτο κείμενα από Χρήστο Οικονόμου, Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, Γιάννη Παλαβό,  συνομιλία μεταξύ Ζέφης Δαράκη και Έλσας Κορνέτης και μεταξύ Δημήτρη Καλοκύρη και Γιάννη Ζέρβα, εκτεταμένες κριτικές αλλά και «μικρογεύματα». Ο Ρήγας Καππάτος, τέλος, μεταφράζει William Wordsworth και Edgar Alan Poe [Το κοράκι, Οι καμπάνες], αφιερώνοντας και ειδικό κείμενο για την μετάφραση των τελευταίων.

Έχω την ιδέα ότι κάθε ποιητής άξιος του ονόματός του είναι σε αντιδικία με το σύμπαν. Αυτό σημαίνει πως είναι ανατρεπτικός. Γιατί κόσμος δεν είναι ο κάλλιστος των δυνατών κόσμων, δεν είναι καλλιεπής έλεγε ο Νίκος Καρούζος εικοσιένα χρόνια πίσω. Αναρωτιέμαι σήμερα ποιοι ποιητές είναι σε αντιδικία με αυτό τον κόσμο. [240 σελ.]

Στις φωτογραφίες: Alejandra Pizarnik, Dylan Thomas.

23
Ιαν.
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 49 (Δεκέμβριος 2010)

Antonin Artaud. Εξέγερση και ουτοπία.

Να στοχάζεσαι δίχως την παραμικρή παύση, χωρίς κανένα ρήγμα, δίχως καμιά ενέδρα εντός της νόησης, χωρίς εκείνα τα μασκαρέματα στα οποία σε υποβάλλουν και σε υποχρεώνουν και στα οποία μέχρι και το μεδούλι σου είχε ίσαμε τώρα συνηθίσει, απ’ την παράδοση και την αδράνεια…[Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 72]

1946 και ο Αντονέν Αρτώ έχει αποκτήσει ελευθερία κινήσεων από τους γιατρούς του, ύστερα από εγκλεισμό εννέα χρόνων σε ψυχιατρικά ιδρύματα, έχοντας υποστεί 58 ηλεκτροσόκ. Οι «Φίλοι του Αντονέν Αρτώ» θα οργανώσουν εκδήλωση στο θέατρο Sarah Bernard αλλά θα του απαγορευτεί η είσοδος, από φόβο για νέο σκάνδαλο σαν κι εκείνα που πάντα συνόδευαν τις εμφανίσεις του: ο άνθρωπος προς τιμήν του οποίου γίνεται η εκδήλωση ξεροσταλιάζει στο κρύο μπροστά στις πόρτες του θεάτρου, βηματίζοντας νευρικά, ενώ η καλή κοινωνία των Παρισίων απολαμβάνει τις αναγνώσεις των κειμένων του. Φυσιογνωμικά δεν έχει καμιά σχέση με τον όμορφο άνδρα που θαύμαζε ο κόσμος δεκαπέντε χρόνια πριν. Εξακολουθεί να παρουσιάζει μια υπέρμετρη ζωτικότητα και να μην αποχωρίζεται ποτέ τα 406 τετράδιά του, που έχει αρχίσει να μουντζουρώνει στο απομονωμένο περιβάλλον του ασύλου το 1945 και τα οποία θα τον συντροφεύσουν μέχρι το θάνατό του. Η επιστροφή του Αρτώ, του Μωμού γίνεται ερήμην του.

Λίγους μήνες αργότερα, το 1947, στην περίφημη διάλεξη στην κατάμεστη αίθουσα του Vieux – Colombier διαβάζει με πάθος τα κείμενά του στο κοινό, όπου παρευρίσκονται και οι Gide, Breton, Camus. Όταν με μια αδέξια κίνηση τα φύλλα γλιστράνε απ’ τα χέρια του, αδυνατεί να τα βάλει σε τάξη και χωρίς το κείμενό του γίνεται επιθετικός, αυτοσχεδιάζει, απαριθμώντας ένα ένα όσα του επέβαλλαν…Η ομιλία του γίνεται ολοένα και πιο ασυνάρτητη και αποσπασματική, μέχρι τη στιγμή που ανέβηκε ο Gide στη σκηνή, για να τον αγκαλιάσει και να τον φιλήσει… Πριν κλείσει χρόνος, ο Μωμός θα βρεθεί νεκρός στα πόδια του κρεβατιού του από υπερβολική δόση ένυδρης χλωράλης.

Η πρώτη κρίση κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία σηματοδότησε την αρχή μιας πενταετούς οδύσσειας σε σανατόρια και οι θεραπείες με αρσενικό, υδράργυρο και βισμούθιο τον οδήγησαν στον εθισμό στα ναρκωτικά. Ακόμα και οι ερωτικές του σχέσεις ήταν ταραχώδεις εξαιτίας της εξάρτησής του από το λάβδανο. Όμως το πνεύμα του παρουσίαζε μια παροιμιώδη διαύγεια, ορατή ακόμα και στις προσωπικές του επιστολές, που επιχρωμάτιζε με μια ιδιάζουσα λογοτεχνικότητα. Στο Παρίσι από κομπάρσος και υποβολέας αναδεικνύεται σε ηθοποιό για όλους τους ρόλους. Όμορφος, παρορμητικός, ενθουσιώδης, θα προσελκύσει γρήγορα το ενδιαφέρον των σουρεαλιστών, θα γίνει εξαρχής ενεργός μέλος της ομάδας αλλά και, μαζί με τον Breton, ένας απ τους πιο αυστηρούς της κριτικούς. Οραματιστής και αυταρχικός, θέλει να κατευθύνει αυτή την ουτοπία σε πορεία πιο απόλυτη. Αρνείται να τον ορίσει το λογοτεχνικό κίνημα, θεωρεί ότι πρόκειται για μια εξέγερση που μπορεί να προσφέρει καινούργια «μέσα δράσης», να γίνει «η κραυγή του πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του». Το 1926 προγράφεται έπειτα από μια συγκέντρωση της ομάδας με θέμα την προσχώρηση στο κομμουνιστικό κόμμα κι εξεγερμένος από το σοκ του αποκλεισμού γράφει τους Βαρβάρους και τη Μεγάλη Νύχτα.

Το θέατρο δεν εξαπατά (με) τη ζωή, δεν την μιμείται, δεν την απεικονίζει, έχει στόχο να την συνεχίσει γράφει στο μανιφέστο του «Θεάτρου Alfred Jarry» που ίδρυσε μαζί με τους Roger Vitrac και Robert Aron. Κατά την διάρκεια της παράστασης του Ονείρου του Strindberg ανεβαίνει ως σκηνοθέτης στη σκηνή και προσβάλλει κατάμουτρα το αριστοκρατικό κοινό. Αργότερα θα σκηνοθετήσει με δαιμόνια εφευρετικότητα το περίφημο Βιτρακικό Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία (Victor ou les enfants au pouvoir). Αλλά ήδη κόχλαζε μέσα του μια ακόμα πιο νέα αντίληψη περί θεάτρου, ένα μεγάλο μέρος της οποίας θα καταγραφεί στη συλλογή Το θέατρο και το είδωλό του. Το «Θέατρο της Σκληρότητας» ήταν γεγονός, όπως και η κινηματογραφική του εμπειρία από το 1922 έως 1935 ως κομπάρσος ή σε δεύτερους ρόλους σε είκοσι περίπου ταινίες.

Αλλά το «Θέατρο της Σκληρότητας» επικρίνεται, η ερμηνεία του κρίνεται ακραία, οι παραστάσεις σταματούν. «Μας έκανε να νοιώθουμε το στεγνό και καυτό λαιμό του, την οδύνη, τον πυρετό, την πυρά των σπλάχνων του. Ζούσε ένα μαρτύριο. Ούρλιαζε. Παραληρούσε» έγραψε η Αναΐς Νιν με την οποία είχε σύντομη ερωτική σχέση. Η απογοήτευσή του διοχετεύεται στη μύηση στα Ταρό και στην αστρολογική ερμηνεία και στην αναχώρηση για το Μεξικό όπου δίνει διαλέξεις υπεράσπισης του ινδιάνικου πολιτισμού. Εκεί γράφει Τα Επαναστατικά Μηνύματα, αναζητά ναρκωτικές ουσίες, ζει εξ ανάγκης στο διαβόητο μπορντέλο La Maison de Ruth, φεύγει με άλογο για την Chihuahua και διαβιώνει με τους αυτόχθονες. Επιστρέφοντας στο Παρίσι δεν έχει σταθερό κατάλυμα: άλλοτε φιλοξενείται σε σπίτια, άλλοτε κοιμάται κάτω από γέφυρες, αρνούμενος κάε βοήθεια. Ακόμα και η επαιτεία είναι πνευματώδης: Εσείς και οι άνθρωποι του είδους σας μ’ έχετε αρκετά κατατρέξει τόσα χρόνια για να μου το ξεπληρώσετε με πέντε φράγκα αποζημίωσης!

Στην ομιλία του στο Maison d’ art θα παρεκτραπεί για άλλη μια φορά, έχοντας χάσει τις σημειώσεις του, με τα χέρια του να σείονται από ηλεκτρικά ρίγη και τις κόρες των ματιών του γυρισμένες προς τα μέσα. Η ομιλία θα τελειώσει επώδυνα: τον περιμένουν οι αρχές για να τον συνοδέψουν μέχρι τα σύνορα. Η νέα του ιδεοληψία τον ταξιδεύει στην Ιρλανδία προς αναζήτηση των πηγών των κέλτικων παραδόσεων. Οι κατηγορίες για αλητεία και διατάραξη της δημόσιας τάξης τον οδηγούν με ζουρλομανδύα στην πτέρυγα φρενοβλαβών στο νοσοκομείο της Χάβρης. Υπό μια έννοια ολόκληρη η ζωή του θα εκτυλιχθεί στη σκιά της ιατρικής επιτήρησης αλλά τώρα έφτασε η σειρά των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων. Το 1938 ο Jacques Lacan θα γνωματεύσει πως ο ποιητής είναι οριστικά χαμένος για τη λογοτεχνία. Ο Αρτώ θα γνωρίσει από πρώτο χέρι διάφορες θεραπείες συχνά σε άθλιες συνθήκες υγιεινής ως και το ηλεκτροσόκ, που τότε βρίσκεται ακόμα σε δοκιμαστική φάση.

Το ηλεκτροσόκ με γεμίζει απελπισία, μου κλέβει τη μνήμη μου, με μεταμορφώνει σ’ έναν απόντα που έχει συνείδηση της απουσίας του και παρατηρεί το εαυτό του για βδομάδες να κυνηγάει το είναι του, όπως ένας νεκρός δίπλα σ’ έναν ζωντανό που δεν είναι πια ο εαυτός του.

Πώς να κατανοήσουμε τον Αρτώ όταν ακόμα και ο ίδιος αναζητά τον εαυτό του, όταν το ίδιο του το έργο είναι μια συνεχής δυναμική απώθησης, αυτοαναίρεσης και κριτικής πάνω σε ό,τι ο ίδιος έγραψε και σκέφτηκε; Και πώς να ερμηνευτεί η εξέγερσή του όταν δεν είναι τόσο παρούσα στο περιεχόμενο του έργου του όσο στο ύφος του; Πόσον μάλλον όταν το εξεγερσιακό ξέσπασμα που αποπνέει αυτή η γραφή δεν προσποιείται ότι είναι αποτελεσματικό μέσα στο χρόνο αλλά αντιθέτως ζητά να εκτονωθεί άμεσα την ίδια στιγμή που εκφράζεται, γιατί βρίσκει το νόημά του στο παρόν, στην εφήμερη στιγμή που βιώνουμε ωμή. Η λογική του Αρτώ δεν ψάχνει να μεταδώσει ιδέες αλλά ενδόμυχες δυνάμεις.

Όλες αυτές οι σελίδες σέρνονται σαν τα παγάκια στο πνεύμα. Ας μου συγχωρεθεί η απόλυτη ελευθερία μου. Αρνούμαι να προκρίνω κάποια απ’ τις στιγμές αυτού που είμαι. Δεν αναγνωρίζω στο πνεύμα κάποιο σχέδιο. [L’ Ombilic des Limbes, 1925, εδώ σ. 65]

Σε αντίθεση με την πιο φιλοσοφική και αργότερα πολιτική ερμηνεία της εξέγερσης από τους σουρεαλιστές, ο «ηθοποιός» Αρτώ την προσεγγίζει με πιο έντονα βιωμένο τρόπο, τρόπο ενσαρκωμένο. Όταν ο Μπρετόν και οι φίλοι του εγγράφονταν στο κομμουνιστικό κόμμα ή οργάνωναν διαμαρτυρίες σε χώρους τέχνης, εκείνος προσπαθούσε να εντάξει τον σουρεαλισμό όχι μόνο σε γραπτά και εικαστικά έργα αλλά και στην ίδια του την ύπαρξη. Στην προσωποποιημένη του φιλοσοφία το ζήτημα της εξέγερσης δεν ήταν μόνο παρόν στην τέχνη αλλά, κυρίως, στην καθημερινότητά του. Ο Αρτώ, ανικανοποίητος, χωρίς αμφιβολία, από τις τεχνητές χαρές που προσφέρει το θέατρο, μετέφερε τις θεατρικές του δυνατότητες στη ζωή· έζησε πραγματικά τον ήρωά του και αναλώθηκε από αυτόν. Έγινε ο ίδιος θέατρο.

Η εξέγερση του Αρτώ ήταν μια πραγματική κραυγή ενός ανθρώπου που υπέφερε από ένα σύστημα που τον έκλεινε σε ψυχιατρικά ιδρύματα, ενός ανθρώπου που αναζητούσε να καταλάβει την υποταγή των ατόμων στους κοινωνικούς μηχανισμούς και να κατανοήσει γιατί ο άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται ενώ υποφέρει. Καθίσταται έτσι ένας προφήτης των δικών μας καιρών, ενσαρκώνοντας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο της εποχής του τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ανθρώπου που ανδρώθηκε από την δεκαετία του ’60 και μετά, εντός των συνθηκών του ύστερου καπιταλισμού και της κοινωνίας του θεάματος, του ανθρώπου που βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη με την κοινωνία γιατί η ίδια η κοινωνία βρίσκεται σε μόνιμη ρήξη μαζί του – του ανθρώπου παρία εντός της κοινωνίας, του έγκλειστου στο απέραντο φρενοκομείο της, του έρμαιου στην ψυχική και υλική της βία, του αναλώσιμου εξαρτήματος, του απελπιστικά μοναχικού μαζικού ανθρώπου, που αδυνατεί να επικοινωνήσει όχι μόνο με οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το δύσκολο είναι να βρει κανείς τη θέση του και ν’ αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον εαυτό του. Το όλον βρίσκεται θαμμένο μες στη διαρκή χιονόπτωση των υλικών πραγμάτων, σ’ εκείνο το διανοητικό λατομείο που συγκεντρώνεται και στενεύει γύρω από εκείνο ακριβώς το σημείο που πρέπει τώρα ν’ ανακαλύψεις… [Από τη συλλογή La Pèse-nerfs, 1925, εδώ σ. 73]

Το ολοκληρωμένο αφιέρωμα του τεύχους περιλαμβάνει ποίηση, δοκίμια και επιστολές από τον Αρτώ και τα κείμενα των Maurice Blanchot («Αρτώ») και J.M.G. Le Clézio («Αντονέν Αρτώ ή Το μεξικάνικο όνειρο»). Πρόσθετα κείμενα, επιλογή, μεταφράσεις, σημειώσεις, βιβλιογραφία: Ήλιος Chailly, Ζ.Δ. Αϊνάλης, Ειρήνη Παπαδοπούλου. Στα της υπόλοιπης ύλης, στα διηγήματα οι Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Κατερίνα Τόλια, Ηρώ Νικοπούλου, στην ποίηση οι Στέλλα Αλεξοπούλου, Χρίστος Δάλκος, Έλσα Λιαροπούλου, Γιάννης Στρούμπας, Δημήτρης Κούνδουρος, Δημήτρης Βλαχοπάνος, Κωνσταντίνα Βάρσου, Ανδρέας Ρούσσης, Νανά Τσόγκα, Άντα Κλαμπατσέα και Θοδωρής Βοριάς, μελετήματα από τους Πέγκυ Καρπούζου (Τα όρια του σώματος στον Αόρατο άνθρωπο του H.G.Wells), Λουκά Κούσουλα (Ο ποιητής και ο φιλόσοφος) κ.ά.

Όπως πάντα, επικοινωνία με το Πλανόδιον και πλήθος κειμένων εδώ.




Φεβρουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728  

Blog Stats

  • 1.128.810 hits

Αρχείο