Posts Tagged ‘Εργαστήρι μεταφραστή

24
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 90. Γιώργος Λίλλης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα Ίχνη στο χιόνι ακολουθούν την ζωή ενός αγοριού από την στιγμή που οι γονείς του δολοφονούνται στην διάρκεια του εμφυλίου. Εξήντα χρόνια αργότερα ένας φοιτητής που κάνει το διδακτορικό του για τις επιπτώσεις που είχε ο πόλεμος στα παιδιά, θα ωθήσει τον ηλικιωμένο πια πρωταγωνιστή του μυθιστορήματος να θυμηθεί εκείνα τα γεγονότα. Ταξιδεύουν μαζί στα ίδια μέρη και του αφηγείται όσα συνέβησαν τότε. Είναι ένα ταξίδι απολογισμού, τι χάθηκε και τι κερδήθηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ο εμφύλιος δεν είναι το κύριο θέμα του βιβλίου, έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα αυτό. Παρακολουθώ πως φθείρονται τα ιδανικά μέσα στο χρόνο. Τον ίδιο τον άνθρωπο που αγωνίζεται να σώσει την ψυχή του.

Θα μας κάνετε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο, Το Δέρμα της νύχτας, εκδόθηκε από την Οδός Πανός το 1999. Εκείνα τα ποιήματα, μαζί με την δεύτερη ποιητική συλλογή, Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων, από τις εκδόσεις του Μανδραγόρα, έχουν μόνο συναισθηματική αξία, μιας και φαίνεται ξεκάθαρα η ανωριμότητα της γραφής μου. Αργότερα έμαθα πως η ποίηση δεν είναι παρά μια επίπονη εργασία και πρέπει να την αντιμετωπίσεις με τον ανάλογο σεβασμό. Το 2003 εκδόθηκε το Σκοτάδι μετέωρος, από το Μελάνι όπου άρχισα να κατακτώ την φωνή μου.

Το 2008 από τον Κέδρο, Τα όρια του λαβύρινθου, ένα έργο που ακόμα στέκει, καθώς προστρέχω σ’ αυτό, πράγμα που δεν μπορώ να πω για τα προηγούμενα έργα μου. Με τα Όρια του λαβύρινθου τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Υπήρξαν εξ αρχής οι προθέσεις για το που ήθελα να κινηθώ γλωσσικά. Επιθυμούσα να ξεφύγω από την ήδη κατακτημένη φωνή του προηγούμενου βιβλίου, και θέλοντας να δοκιμαστώ σ’ ένα καινούριο είδος γραφής, έστρεψα την προσοχή μου σ’ έναν επίπεδο λόγο, χωρίς καλολογικά στοιχεία. Στο ενδιάμεσο μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές που εκδόθηκαν από τον Γαβριηλίδη και τον Γερμανό ποιητή Ντουρς Γκρίμπαϊν, στον Κέδρο. Κι ένα παραμύθι, Τα δυο αγαπημένα ιπποκαμπάκια, γραμμένο για την νεογέννητη τότε κόρη μου.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Θα συνεχίσω να γράφω πεζογραφία. Ερωτευμένος όμως είμαι με την ποίηση. Ήδη έχω έτοιμη μια συλλογή, που θα εκδοθεί κάποια στιγμή.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όσο και να σας φανεί παράξενο, όταν έγραφα το μυθιστόρημα το έβλεπα σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου. Η φαντασία παίζει σημαντικό ρόλο στο τρόπο που γράφω. Και η παρατήρηση. Με την ποίηση η διαδικασία είναι διαφορετική. Δεν μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα, αλλά νομίζω πως καταγράφω σκέψεις που προκαλούν τα συναισθήματά μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Στην συγγραφή του μυθιστορήματος ακολούθησα ωράριο. Από το πρωί στις εφτά, μέχρι το μεσημέρι. Γράφω απευθείας στον υπολογιστή και πάντα με μουσική υπόκρουση. Αν και μου αρέσει γενικά η ροκ, όταν γράφω ακούω σάουντρακ συνήθως. Τα ποιήματα από την άλλη, τα γράφω όταν έχω διάθεση, δεν βασίζομαι σε ωράρια, πάντα όμως με μουσική υπόκρουση. Μετά φυσικά τα επεξεργάζομαι, μια διαδικασία που παίρνει χρόνια. Για παράδειγμα τα Όρια του λαβύρινθου τα δούλευα έξι χρόνια. Το Φαγιούμ, ένα εκτενές ποίημα της συλλογής, χρειάστηκε να το γράψω πολλές φορές. Έχω στο συρτάρι, 22 διαφορετικές εκδοχές του ποιήματος. Αλλά και το μυθιστόρημα το δούλεψα πολύ. Αρχικά είχα γράψει 500 σελίδες, αλλά όταν άρχισα να το δουλεύω πέταξα κάθε τι περιττό.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σπάνια. Μια σειρά ποιημάτων τα έγραψα στην Σάμο, όταν ήμουν εκεί διακοπές, αλλά αυτό έγινε κατά τύχη, απλά συνέβη γιατί εμπνεύστηκα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Του Μπρους Τσάτουϊν. Έζησε μια περιπετειώδη ζωή. Ζηλεύω τα ταξίδια του στην Παταγονία και την Αυστραλία.

Ασχολείστε με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν θα παρουσίαζα τον εαυτό μου ως κριτικό, αλλά ως αναγνώστη. Είναι σημειώσεις που κάνω για βιβλία που με άγγιξαν, που ένιωσα μια συγγένεια, που με ώθησαν να τα μελετήσω. Είναι αλήθεια πως τώρα τελευταία δεν γράφω κριτικά σημειώματα όσο θα ήθελα, παρ΄ όλα αυτά προσπαθώ να παρακολουθώ τις νέες εκδόσεις.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Κορυφαίος. Έρμαν Έσσε. Η μεγάλη μου αγάπη. Με επηρέασε τόσο που εξαιτίας των βιβλίων του άρχισα να γράφω. Αντόνιο Ταμπούκι. Για την απλότητα και την μαγεία του. Άλμπερ Καμύ. Για την φιλοσοφική του διάσταση. Ντοστογιέφσκι, για την τραγικότητά του. Από ποιητές, ο Μοντάλε, ο Έλιοτ, ο Άσμπερυ. Κι από Έλληνες, ο Γονατάς, ο Ρίτσος, ο Ελύτης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για ποιον χτυπά η καμπάνα, του Χεμινγουέι, η Αμοργός του Γκάτσου, το Χρονικό του μοναστηριού του Σαραμάγκου, ο γλάρος Ιωνάθαν του Μπαχ, η Μεγάλη Χίμαιρα του Καραγάτση, η Θάλασσα του Μπάνβιλ, η Τέταρτη διάσταση του Ρίτσου, το Πέρασμα του Κόρμακ Μακ Κάρθυ, το Λεξικό των Χαζάρων, του Πάβιτς, το Πράσινο σπίτι του Λιόσα, τα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Δημήτρη Χατζή και του Ίταλο Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από τους ποιητές ο Βασίλης Ρούβαλης, ο Γιάννης Ευθυμιάδης, ο Σωτήρης Σελαβής, και η Γεωργία Τρούλη. Από τους πεζογράφους ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο Γιώργος Ξενάριος, ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Χρήστος Αστερίου, ο Μιχάλης Μοδινός.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Δον Κιχώτης.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παλιότερα η Ποίηση του Χάρη Βλαβιανού που έκδιδε η Νεφέλη. Έμαθα πολλούς ποιητές που αγνοούσα. Και το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη για την υψηλή του αισθητική.

Περί μετάφρασης

Μιλήστε μας για τα βιβλία που μεταφράσατε. Πώς τα ζήσατε, πώς θα τα συστήνατε στον αναγνώστη;

Δεν είμαι επαγγελματίας μεταφραστής. Μετέφρασα Ινδιάνους ποιητές γιατί μου αρέσει πολύ η κουλτούρα τους. Όσο για τον Ντουρς Γκρίνμπαϊν, το βιβλίο, Του χιονιού ή ο Ντεκάρτ στη Γερμανία, είναι ένα βιβλίο που αγαπώ πολύ και ήθελα οπωσδήποτε να το διαβάσω και στην μητρική μου γλώσσα.

Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής επεμβαίνει στο κείμενο με την διαίσθησή του. Βέβαια οφείλει να αγαπήσει το κείμενο, γιατί αν δεν υπάρχει αυτή η σχέση, τότε η μετάφραση του θα είναι ψυχρή. Συνεργάστηκα με τον Γκρίνμπαϊν, γίναμε φίλοι μέσω αυτής της συνεργασίας και αυτό με βοήθησε να κατανοήσω γιατί γράφει όπως γράφει και ποιες είναι οι προθέσεις του.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τα ποιήματα του Έρμαν Έσσε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν χρειάζεται ο μεταφραστής να πάρει την θέση του συγγραφέα. Νομίζω ότι το ξέρει από την αρχή πως η εργασία του είναι μια αφανής υπόθεση. Και αυτό δεν είναι κακό. Η αφάνεια κρύβει ανιδιοτέλεια, αγάπη για το έργο και τον συγγραφέα.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Υπήρξα τυχερός πάνω σ’ αυτό. Η επιμελήτριά μου, η Ελένη Μπούρα με καθοδήγησε ουσιαστικά να δω τις ατέλειες του βιβλίου και να δουλέψω πάνω σ’ αυτές. Ο επιμελητής παίζει καίριο ρόλο στην ολοκλήρωση ενός έργου. Την Ελένη την εμπιστεύομαι απόλυτα. Βέβαια, πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς κριτική, να είσαι διατεθειμένος να ακούσεις συμβουλή. Οι επιμελητές είναι οι αφανείς ήρωες των βιβλίων.

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει διάφορες δουλειές μέχρι τώρα. Στο Αγρίνιο ασχολήθηκα με την γεωργία. Στην Γερμανία, δούλεψα στην αρχή σε κρεοπωλείο, μετά σε οικοδομές, και τα τελευταία χρόνια είμαι αρτοποιός. Όπως καταλαβαίνεται έχω μια τάση προς τις χειρωνακτικές εργασίες και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό, αν και δεν ταιριάζει με την γενική εικόνα ενός συγγραφέα όπως θέλουν να τον πλασάρουν τα μίντια. Είμαι αυτοδίδακτος γραφιάς.

Τι διαβάζετε και τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω συγχρόνως τις Ιστορίες του Χαλ του Γιώργου Μητά, τον Κοχλία της Ναταλίας Κατσού, και το Χιόνι του Παμούκ, αλλά δεν γράφω τίποτα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν παρακολουθώ. Αλλά μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Με έχει εμπνεύσει η ταινία Into the Wild του Σον Πεν. Με επηρέασε βαθιά η ιστορία αυτού του νεαρού που αποφάσισε να εγκαταλείψει καριέρα για να πάει να ζήσει στην Αλάσκα. Και ο Δρόμος, βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθυ. Οι Ώρες, συγκλονιστική ταινία του Στίβεν Ντάλντρι και τα 21 γραμμάρια του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ιναρίτου.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Στο Facebook γνώρισα πολλούς ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα και στην συνέχεια γίναμε φίλοι. Όσο για τα blog, είναι πράγματι οάσεις πολιτισμού, γι΄ αυτό τα παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αμέσως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μήπως εγώ σας απογοήτευσα; Γιατί εσείς με τίποτα.

Εικονιζόμενοι συνομιλητές του φιλοξενούμενου: Cormac McCarthy, Bruce Chatwin, Herman Hesse, Εugenio Montale, Albert Camus.

17
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 89. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου

Θα μας οδηγήσετε στη θύρα του βιβλίου σας;

Το βιβλίο «Η υπόθεση Γκράνιν» είναι μια επιμελημένη έκδοση ενός προγραμματικού περί λογοτεχνίας, ελευθερίας της έκφρασης και λοιπών αναλόγων θεμάτων κειμένου του ποιητή και συνιδρυτή της «Επιθεώρησης Τέχνης» Κώστα Κουλουφάκου. Με αυτή την έννοια ανήκει κατά το ήμισυ μόνο σε εμένα. Είναι ένα βιβλίο που εν μέρει επιθυμεί να αποτυπώσει τη διαπλοκή πολιτικής και λογοτεχνίας στην Ελλάδα των δεκαετιών 1950 και 1960. Κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει στην γνώση περί εξελίξεων στο πεδίο του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στην ΕΣΣΔ και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα.

Πώς επιλέξατε το θέμα του, ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε, ποια αισθήματα και σκέψεις σας δημιούργησε η συγγραφή του τότε και σήμερα;

Το θέμα επελέγη μέσα από τον σχεδιασμό μιας μεγαλύτερης εργασίας: Ήθελα να γράψω για τις μεγάλες ιδεολογικο-αισθητικές επιρροές που άσκησε κατά τη γνώμη μου η σοβιετική λογοτεχνία στην ελληνική. Επιρροές που έχουν παραγνωριστεί μέχρι σήμερα στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και φυσικά συνδέονται με τον κομουνισμό, την Αριστερά, την κουλτούρα στην Ελλάδα. Κατά την προετοιμασία αυτού του βιβλίου έπεσα πάνω στις αναφορές στο κείμενο του Κουλουφάκου και διαπίστωσα πως το συγκεκριμένο κείμενο δεν είχε διαβαστεί από πολλούς, πως αποτελούσε κάτι σαν κομματικό απόρρητο. Ήρθα τότε σε επαφή με τον γιο του Κώστα Κουλουφάκου, τον Πέτρο, ο οποίος με προθυμία μου το έδωσε και μάλιστα συναίνεσε και στην έκδοσή του.

Το επιστημονικό και διδακτικό σας αντικείμενο αφορά τις σλαβικές σπουδές, με εξειδίκευση στην ρωσική και πολωνική λογοτεχνία και την νοτιοσλαβική διαλεκτολογία. Πώς το ασκείτε, ποιες τέρψεις σας προσφέρει, ποια βάσανα;

Το ασκώ, όσο μπορώ, σε πολύ αντίξοες συνθήκες. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών και δη η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών σημαίνουν για μένα «πολύ αντίξοες συνθήκες». (Για άλλους ίσως όχι.) Το περιβάλλον αυτό με απαλλάσσει από πολλές αυταπάτες σχετικά με την άσκηση επιστήμης στην Ελλάδα. Τέταρτος χρόνος λειτουργίας ενός νέου τμήματος – του τμήματος Σλαβικών Σπουδών: Δεν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, δεν υπάρχουν γραφεία, δεν υπάρχει βιβλιοθήκη, δεν υπάρχει ουσιαστικό ενδιαφέρον ανάπτυξης των σπουδών. Επιπλέον περικόπτονται κονδύλια, πολύ σύντομα θα αναγκαστούμε να κλείσουμε τη διδασκαλία των γλωσσών. Σε σχέση με το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης  όπου ξεκίνησα και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου, αλλά και σε σχέση με το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας όπου δίδαξα σχεδόν επί δεκαετία η κατάσταση είναι απερίγραπτη. Και απαράδεκτη.

Οι χαρές της επιστήμης είναι παρόλα αυτά πολλές: Η διδασκαλία, συχνά – όχι πάντα – συγκαταλέγεται σε αυτές. Η έρευνα, η συγγραφή, η συμμετοχή σε συνέδρια και επιστημονικές συναντήσεις. Η δουλειά του ακαδημαϊκού καθηγητή μπορεί να γίνει, αν το θέλει κανείς, πηγή χαράς και δημιουργίας.

Ποια είναι η εικόνα σας όσον αφορά την παλαιότερη και σύγχρονη πολωνική λογοτεχνία. Ποια έργα θα προτείνατε στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη, εκτός των «κλασικών»;

Δεν μπορώ να προτείνω αμετάφραστα έργα. Έχουν γίνει κάποιες προσπάθειες, να βγει Κοχανόφσκι για παράδειγμα. Ή η Σιμπόρσκα. Ή ο λατρεμένος από τη νεολαία της Πολωνίας Μάρεκ Χάλσκο. Αλλά αυτά είναι λίγα. Η πολωνική λογοτεχνία πρέπει να μεταφραστεί περισσότερο για να διαβαστεί από τους έλληνες αναγνώστες. Πρόκειται για μια λογοτεχνία με πολύ σημαντική συνεισφορά στον ευρωπαϊκό ρομαντισμό, άγνωστη στη χώρα μας. Οι σύγχρονοι λογοτέχνες είναι πολλοί και καλοί. Πώς όμως να προωθηθεί η μεταφραστική δουλειά, όταν δεν υπάρχει διάθεση γνωριμίας με τη χώρα, όταν υπονομεύονται οι προσπάθειες διδασκαλίας της γλώσσας, σύναψης σχέσεων πολιτιστικών; Στη Βαρσοβία λειτουργεί τμήμα νεοελληνικών σπουδών που έχει μάλιστα επί σειρά ετών διοχετεύσει στο πολωνικό αναγνωστικό κοινό πολλά σπουδαία έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τι παρόμοιο γίνεται εδώ; Τίποτα. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο μιλάνε για το ποιες εταιρίες θα μπορέσουν να προσλάβουν έλληνες αποφοίτους των τμημάτων για δουλειά. Έχω ακούσει από φιλόλογο (!) πως η ενασχόληση με τη λογοτεχνία είναι πολυτέλεια και πως πρέπει να κοιτάξουμε να δώσουμε στα παιδιά εφόδια για δουλειά. Ξεχνούν πως η λογοτεχνία είναι πολυτέλεια που ουαί και αλί μας αν την χάσουμε.

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Όχι, δεν υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος. Καταβύθιση στο πρωτότυπο και προσπάθεια αποτύπωσής του στα ελληνικά με όσο πιο πιστό και συνεπή τρόπο και για τις δυο γλώσσες – ο μεταφραστής πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο πιστός στο πρωτότυπο και όσο το δυνατόν πιο συνεπής απέναντι στη γλώσσα στην οποία μεταφράζει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Δεν υπάρχουν ηδονές στη μετάφραση. Η μόνη χαρά είναι όταν το κείμενο είναι έτοιμο, όταν το δεις τυπωμένο. Η πιο δύσκολη μετάφραση ήταν το «Άντεργκραουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας» του Μακάνιν επειδή έβριθε εκφράσεων σλανγκ. Χρειάστηκε να ψάξω μέχρι και σε λεξικό που είχαν συντάξει κρατούμενοι σε ποινικές φυλακές σε συνδυασμό με τον Ηλία Πετρόπουλο. Επίσης με παίδεψε πολύ η μετάφραση από τα πολωνικά του μυθιστορήματος του Μίλος «Η κοιλάδα του Ίσσα» – ήταν γεμάτο από ονομασίες χλωρίδας στα πολωνικά, χλωρίδας που εν μέρει δεν υπάρχει στην Ελλάδα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Το «Χαρούμενη Κηδεία» της Λουντμίλας Ουλίτσκαγια. Το «Γη των πατέρων και των προδοτών» του Μάξιμ Μπίλλερ. Και ένα που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» – «Ο διαβολικός λοχαγός Μπερτράν» ενός νέου ρώσου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Σκορομπογκάτοφ που τον θεωρώ πολύ-πολύ καλό.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Όχι. Όλα τους τα έχω αγαπήσει πολύ. Εκτός ίσως από τον Καπισίνσκι που δεν γράφει σε ιδιαιτέρως λογοτεχνική γλώσσα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Ακούω όμως μπαρόκ μουσική κυρίως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θέλω να μεταφράσω Γιούρι Λότμαν από τα ρωσικά. Είναι θεωρητικός της λογοτεχνίας, αλλά γράφει με πολύ λογοτεχνικό τρόπο και φωτίζει τη λογοτεχνία με ιδιαίτερα συναρπαστικό τρόπο. Ανοίγει ορίζοντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Να κρίνονται πιο ενδελεχώς και πιο εξαντλητικά οι μεταφραστές για τη δουλειά τους. Και αυτό όχι μόνο σε σχέση με την ακρίβεια των όρων, αλλά και σε σχέση με τον ρυθμό, την σύνταξη των ελληνικών τους. Γιατί στη σύνταξη των προτάσεων έγκειται και η μεγαλύτερη χάρη ή μη μιας μετάφρασης. Να αρχίσουν να συζητιούνται τα βιβλία ανάλογα και με το ποιος τα έχει μεταφράσει. Να υπάρχει επιτέλους και αυτή η σκοπιά. Να μάθουν οι εκδότες να κυνηγούν τους καλούς μεταφραστές. Για συγκεκριμένες γλώσσες ο καθένας μας έχει ξεχωρίσει τους μεταφραστές που προτιμάει. Γιατί δεν το κάνουν και οι κριτικοί λογοτεχνίας με μεγαλύτερη συνέπεια;

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Ο επιμελητής πρέπει να είναι αδυσώπητος και να μη διστάζει να μαλώσει με εκδότη και μεταφραστή. Η επιμέλεια, η διόρθωση είναι τρομερά κοπιαστικές δουλειές. Χωρίς την καταπληκτική (και ως ποιήτρια βεβαίως) Μαρία Κυρτζάκη, η «Υπόθεση Γκράνιν» δεν θα αποσπούσε ποτέ το Κρατικό Βραβείο. Επί μια εβδομάδα, όταν περνούσαμε τις διορθώσεις, τα «άκουγα» στο τηλέφωνο για την αφηρημάδα μου και τις απροσεξίες μου.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Όχι. Όταν τους μεταφράσεις, δεν έχεις πια αγωνίες σχετικά με τη μοίρα τους, την έχεις «συν-διαμορφώσει» στον τόπο σου τουλάχιστον.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (φυσικά),Βίκτωρ Ουγκώ, Ιβάν Μπούνιν, Όσκαρ Ουάιλντ, Έμιλυ Μπροντέ, Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Χάινριχ Μπελλ, Εμίλ Ζολά, Ίαν Μακ Γιούαν, Τόμας Μπέρνχαρντ,Τζων Στάινμπεκ, Έλιο Βιττορίνι, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Τόμας αλλά και Χάινριχ και Κλάους Μαν (Τι οικογένεια κι αυτή τελοσπάντων!), Λέο Πέρουτς, Γιάροσλαβ Ιβασκιέβιτς, Ιβάν Κλίμα, Κέες Νόοτεμπομ, Λιόσα (ή Γιόσα…), Φουέντες, Σάουλ Μπέλοου, Τζων Ίρβινγκ, Γκράχαμ Γκριν, Φίλιπ Ροθ, Μαξ Φρις, Μπέρνχαρντ Σλινκ και, και, και… πολλοί, πάρα πολλοί. Διάβασα πρόσφατα (στα 45!!!) τον «Κόμη Μοντεχρήστο» του Δουμά και έτρωγα τα νύχια μου από την αγωνία. Τι θεϊκά απλοϊκό και όμορφο μυθιστόρημα…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Μου αρέσουν πολύ τα βιβλία της γερμανίδας Γιούλια Φρανκ. Νέα γερμανίδα συγγραφέας, αξίζει να μεταφραστούν και άλλα βιβλία της εκτός από το ένα που έχει βγει στα ελληνικά. Με ξετρέλανε το βιβλίο «Έρωτας στα δάση της Μοραβίας» της Κβιέτα Λεγκάτοβα. Επίσης «Η δασκάλα των Γαλλικών» του Άντονι Λιμπέρα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όλα του Τσέχοφ. Όλα του Φιτζέραλντ. Το «Γράμμα στον παππού στο χωριό» του Τσέχοφ το είχαν συμπεριλάβει σε ένα ανθολόγιο του δημοτικού. Ακόμα θυμάμαι το σοκ που μου προκάλεσε η ανατροπή στο τέλος του διηγήματος, το θυμάμαι τόσο καλά που μου έχουν εντυπωθεί όλα μέσα σε κείνη την τάξη, την τρίτη δημοτικού και ήμουν 8 χρονών!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Καρυστιάνη. Όλα της τα βιβλία. Οι ιστορίες της μου καρφώνονται στο μυαλό επί μήνες. Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με «Το άλλο μισό μου πορτοκάλι».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Ναστάσια Φιλίποβνα από τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το «Εντευκτήριο». Πάντα εμπνευσμένο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Γράφω ήδη, αλλά δεν λέω τι.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ζβιάγκιντσεφ: «Η Επιστροφή».  Παναγιωτοπούλου: «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου.»

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτό εμπίπτει στα απόρρητα.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω ρωσική ποίηση και διαβάζω το «Ίχνη στο χιόνι» του Γιώργου Λίλλη και τον «Αποτυχημένο» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Διαβάζω πάντα δυο με τρία βιβλία συγχρόνως.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Καταπληκτική εφεύρεση το διαδίκτυο, άλλαξε τη ζωή μου, τη ζωή μας. Δεν μπορώ με τίποτα να το στερηθώ. «Κόλλησα» από την πρώτη στιγμή.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Διαδρομή με καράβι Πειραιάς-Ίος αρχές της δεκαετίας του 1980, τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μαρκές, δεν σηκώθηκα από την πολυθρόνα μου επί εννιά ώρες που κρατούσε τότε ο πλους.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Της μεταφραστικής ναι, της αναγνωστικής όχι.

04
Απρ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 87. Γρηγόρης Κονδύλης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Επειδή τα δύο τελευταία χρόνια μεταφράζω κυρίως σκανδιναβική αστυνομική λογοτεχνία —την οποία πρέπει να πω ότι λατρεύω— τα περισσότερα βιβλία ανήκουν σε σειρές (από τριλογίες ώς δεκαλογίες) και οι χαρακτήρες, το ύφος, οι ιδιαιτερότητες του συγγραφέα είναι γνωστοί τόποι. Αν τώρα σε κάποια περίπτωση συναντιέμαι με κάποιον-α συγγραφέα που δεν έχω μεταφράσει ξανά, ή δεν έχω διαβάσει παλιότερα, βουτάω απευθείας στα βαθιά. Αναγκάζομαι βέβαια, πολλές φορές να επιστρέψω και να διορθώσω κάτι, αλλά χαίρομαι πραγματικά την πορεία στον καινούργιο και άγνωστο τόπο που ανοίγεται μπροστά μου.

Στα συγκεκριμένα βιβλία θα έλεγα πως η σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ εμένα και στον συγγραφέα είναι μάλλον σχέση ανάμεσα σε μένα και στους χαρακτήρες του. Συνήθως στοιχηματίζω με τον ίδιο μου τον εαυτό ότι ο τάδε και ο δείνα χαρακτήρας θα κάνει το ένα ή το άλλο πράγμα, θα φερθεί όπως περιμένω και συμβαίνει να έχω αρκετές φορές δίκιο. Τις περισσότερες φορές αυτό δημιουργεί μια έξαψη που πάει πολύ μακρύτερα από το έργο της μετάφρασης, πλησιάζει μάλλον το έργο μιας οιονεί συγγραφής, κάτι που με οδηγεί αναπόφευκτα στην κατανόηση της σκέψης του συγγραφέα. Υπάρχει, με άλλα λόγια, μια ανάποδη πορεία που πάει από τους χαρακτήρες, τις πράξεις τους, στη συγγραφή, στον συγγραφέα και τέλος στη μετάφραση. Είναι κάτι που δεν το σκέφτομαι ιδιαίτερα, απλώς συμβαίνει. Έτσι λειτουργώ και σε μερικά καλογυρισμένα θρίλερ μυστηρίου, όπου —λόγω εμπειρίας από τις χιλιάδες ταινίες που έχω δει— προλαβαίνω να καταλάβω που το πάει ο σκηνοθέτης. Μια κίνηση εδώ, μια αλλαγή έκφρασης εκεί, μία λέξη παραπέρα… και η παρακολούθηση γίνεται διασκέδαση και πνευματική σπαζοκεφαλιά.

Αυτό βέβαια δεν συμβαίνει με δοκίμια, φιλοσοφικά ή άλλα, όπου ρίχνομαι με τα μούτρα στην κατά λέξη μετάφραση, αρχικά, για να την “εξελληνίσω” μετά. Πιστεύω ότι ειδικά στα δοκίμια ισχύει πάντα ότι πρέπει να μεταφράζει με την ψυχρή γραφίδα της ακρίβειας στα χέρια του πάθους, για να παραφράσω τον Ράσελ.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεταφράσεις που με δυσκόλεψαν ήταν το Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ —η οποία έγινε μετά πολλών εμποδίων, μετακόμιση από την Αθήνα στην επαρχία, αλλαγές στον τρόπο και στον ρυθμό ζωής, προσπάθεια προσαρμογής, κ.λπ.—, το Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ, το Φλέγομαι  του Τούρμπγιερν Σέβε, το Σκληρά παιχνίδια για σκληρά αγόρια του Γουίλ Σελφ. Τις μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφεραν τα τρία πρώτα. Ο Στάινερ για την πυκνότητα των νοημάτων και τις υπέροχες σκέψεις του, ο Ρέι Μονκ επειδή έκανε την καλύτερη βιογραφία που έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα του αγαπημένου μου φιλοσόφου και ο Σέβε επειδή έδωσε κατά τη γνώμη μου μια υποδειγματική μυθιστορηματική βιογραφία του εξίσου αγαπημένου μου ποιητή Μαγιακόφσκι σε πρώτο πρόσωπο. Πολλά μπορεί να πει κανείς για τις ηδονές και τις απολαύσεις που αποκόμισα από τις μεταφράσεις αυτών των βιβλίων. Πάντως οι μεγαλύτερες απολαύσεις σε όλα αυτά ήταν η δυσκολία και ο όγκος τους. Στα δύο πρώτα —Βιτγκενστάιν και Βαβέλ— ήταν σημαντική η συνεισφορά και η βοήθεια από τον Κωστή Κωβαίο και τον Άρη Μπερλή αντιστοίχως. Τους οφείλω πολλά. Στις ηδονές πρέπει πάντως να συμπεριλάβω και τις πολύτιμες συμβουλές τους.

Όσο για το βιβλίο του Σελφ, η ηδονή βρισκόταν στη δυσκολία της γλώσσας.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Λογοτεχνικά οπωσδήποτε τα Φλέγομαι (SCRIPTA), Σίλας Μάρνερ της Τζορτζ Έλιοτ (Μαΐστρος), Madame Terror του Γιαν Γκιγιού (Ορφέας), Ένας ατέλειωτος σουηδικός χειμώνας του Λέιφ Πέρσον (Ψυχογιός), Οι απόκληροι του Σεμ-Σάντμπεργ (Πατάκης) και τα βιβλία του Άρνε Νταλ από το Μεταίχμιο για όποιον αγαπάει το καλό αστυνομικό μυθιστόρημα.

Για άλλα: Οπωσδήποτε τον Βιτγκενστάιν – Το χρέος της μεγαλοφυΐας του Ρέι Μονκ (SCRIPTA), το Μετά τη Βαβέλ του Τζορτζ Στάινερ (SCRIPTA), Ο μαγικός φανός του Μπέργκμαν (Ποταμός), Τρία κείμενα για την Ουτοπία των More, Bacon και Neville.

Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δουλεύω αρκετές ώρες την ημέρα, από δέκα έως δώδεκα ώρες, περίπου, ακούω μουσική, κυρίως κλασική, αλλά και τζαζ-μπλουζ ή παλιό μπλουζ, Ντίλαν (αν και εκεί υποχρεώνομαι να ξανακούσω την ποίησή του, οπότε χάνομαι μερικές φορές στους στίχους του, αντί να χαθώ στη μετάφραση), Τομ Γουέιτς, Βαν Μόρισον.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος μεταφραστής δεν θα ήθελε να μεταφράσει το Finnegans Wake; Ή όλο το έργο του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μ’ εκείνες τις λεπτές αποχρώσεις του λόγου του; Ή ακόμη τον κλασικό σουηδό Sven Delblanc με την υπέροχη ανάλυση των χαρακτήρων και την πρωτοποριακή γραφή του;

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Όταν μπαίνουμε στο Amazon.com βλέπουμε το όνομα του μεταφραστή δίπλα στο όνομα του συγγραφέα. Μάλλον τον υπολογίζουν περισσότερο εκεί τον μεταφραστή. Όταν διαβάζω κριτικούς που δεν αναφέρονται ποτέ στον μεταφραστή θέλω να τους ρωτήσω το εξής απλό (μια και μιλούν για χειμαρρώδη λόγο, και πολλά τέτοια): «Στα ελληνικά το έγραψε το βιβλίο αυτός ο καλός συγγραφέας;;;» Για ποιον λόγο συμβαίνει; Δεν ξέρω. Ίσως να μην γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου. Ίσως να αναμηρυκάζουν ήδη μασημένη τροφή που προσφέρει ο εκδοτικός οίκος διανθίζοντας τα κείμενα που τους δίνουν με διάφορα καλολογικά στοιχεία. Ίσως να βαριούνται. Ίσως να μην θέλουν. Μου έχει τύχει να αναφέρουν τον επιμελητή ως μεταφραστή σε έργο που είχα μεταφράσει. Αυτό δεν ισχύει ωστόσο για όλους τους κριτικούς. Τι να προτείνω; Αναβάθμιση της δουλειάς του μεταφραστή, με αναφορές στο έργο του, με προβολή του ονόματός του στο εξώφυλλο, μια ελάχιστη προσφορά στον κόπο και στον μόχθο του που συνήθως —και ειδικότερα σήμερα— τον αγοράζουν σε εξευτελιστικές τιμές. Κι αυτό το λέω επειδή το κόστος να είσαι μεταφραστής είναι μεγάλο: υπολογιστές, αναβαθμίσεις, βλάβες, αγορά θεματικών βιβλίων, συνεχής ενημέρωση, ΤΕΒΕ (σκεφτείτε έναν μεταφραστή να βγάζει 3-4.000 σε 4-6 μήνες και να δίνει για ασφάλεια στον ΟΑΕΕ 1.500 και πλέον), πληρωμή παρόχου διαδικτύου, και άλλα πολλά. Ίσως να έχουμε όλοι δίκιο. Κριτικοί, εκδοτικοί οίκοι και μεταφραστές. Αλλά τότε δεν θα έπρεπε να μεταφράζονται βιβλία. Κάποιοι ματώνουν πραγματικά για να διαβάζουμε σήμερα μεταφρασμένα βιβλία.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Το ιδανικό είναι να μπορείς να συνεργάζεσαι με τον ίδιο διορθωτή. Όσες φορές συνεργάστηκα με τον Παντελή Μπουκάλα και με τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Αλλά αποδείχτηκαν καλοί και κάποιοι διορθωτές που εργάζονταν μόνιμα για συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους. Συνέβαινε όμως και το αντίθετο. Θυμάμαι κάποτε πόσον κόπο είχα κάνει να βρω μια σημασία που δεν ήταν καθόλου αυτή που έλεγε η λέξη με την πρώτη ματιά. Τα κατάφερα. Και —ω του θαύματος!— πήγε η διορθώτρια και την άλλαξε χωρίς να με ρωτήσει, γράφοντας αυτό που θα έγραφε ο καθένας που δεν το είχε ψάξει βαθύτερα. Εσείς ξέρετε μια άλλη σημασία της λέξης not; Τέλος πάντων, η λύση είναι συνεργασία, συνεργασία, συνεργασία.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ω, ναι! Ακόμη με ακολουθούν ο Βίτγκενσταϊν, ο Μαγιακόφσκι, ο Μπέργκμαν, ο Γιούχανσον, ο Πολ Γελμ. Καλά είναι… έχετε τους χαιρετισμούς τους…

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Διαβάζω πολλή σκανδιναβική λογοτεχνία, παλιά και σύγχρονη, όπως και αγγλόφωνη λογοτεχνία, σε όλο το εύρος της. Εννοώ από κλασικούς μέχρι σημερινούς. Με ξεκουράζει πάντως πολύ η ανάγνωση του φιλοσοφικού δοκιμίου.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δες την επόμενη απάντηση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα το καταλάβετε από τα παρακάτω.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Συνήθως διαβάζω ξένους συγγραφείς, αλλά μου αρέσουν πολλοί παλιοί έλληνες λογοτέχνες. Έχω ωστόσο προλάβει να διαβάσω τους καλούς Σώτη Τριανταφύλλου, Ίκαρο Μπαμπασάκη, Αργυρώ Μαντόγλου, Ευγενία Φακίνου, Θάνο Κονδύλη, Μουρσελά (τον συγκαταλέγετε στους νέους;), τον άρτι εκλιπόντα Νίκο Θέμελη… και μερικούς άλλους, δεν θυμάμαι τώρα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ισμαήλ, αφηγητής στο Μόμπι Ντικ σε μετάφραση Χριστοδούλου. Αμ εκείνος ο Ρασκόλνικοφ, είναι να τον ξεχνάς; Ούτε τον Βιργίλιο στην υπέροχη μετάφραση του Κεντρωτή στο Βιργιλίου θάνατος. Οπωσδήποτε τον Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα στη σίκαλη. Κι ακόμη με στοιχειώνουν ο Κέρουακ με τον Κάσιντι. Τώρα τελευταία πέθανε και ο Λούης του Μουρσελά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω το περιοδικό Σημειώσεις του φίλου μου του Λυκιαρδόπουλου. Γιατί το προτιμώ; Ε, κάπου εκεί μέσα συναντώνται οι τροχιές μας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας βιβλία — δυστυχώς ή ευτυχώς… Κι αυτό το λέω επειδή δεν ξέρω πόσο θα αντέξω ακόμη με αυτές τις άτιμες τιμές που δίνουν για το 16σέλιδο. Ξέρεις, κάθε φορά που ρίχνουν κι άλλο τις τιμές οι εκδότες νιώθω “να την κάνω σιγά-σιγά”.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Σίγουρα τον Μπομπ Ντίλαν, τον Μαγιακόφσκι, τον Νίκο Ζαχαριάδη… Έχουν εκείνη την αχλή του μυστηρίου που σε γοητεύει.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πολύ κινηματογράφο. Επιτρέψτε μου να πω ότι με έναν γρήγορο υπολογισμό έχω δει πάνω από 5.000 ταινίες. Λατρεύω τον Κόπολα, τον Φασμπίντερ, τον Μπέργκμαν, τον Μπου Βίντεμπεργ, τον αγαπημένο μου Αγγελόπουλο (πόσο άδικα χάθηκε και πόσο αναπάντεχα), τον Κουστουρίτσα.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ναι, ναι, αλίμονο. Σιγά μη δεν το έκανα. Έχω δημοσιεύσει εργασίες μου, σχετικά με τη φιλοσοφία της γλώσσας, σε γλωσσολογικά περιοδικά, κάποια χρονογραφήματα σε άλλα και κάποιες σκέψεις στον ιστολόγιό μου Consideratio, εδώ και πολύ καιρό. Έχω αρχίσει να γράφω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, και μετά τα παράτησα… είναι και ο βιοπορισμός που δεν σε αφήνει.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ και μεταφράζω Λέιφ Πέρσον, το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο - διαδρομή - βιβλίο - λόγος μνήμης]

Δεν διαβάζω ποτέ όταν ταξιδεύω, προτιμώ να συζητώ. Πιστεύω ότι η ανάγνωση δεν θέλει παρέα, μοναξιά θέλει, ρωτήστε και τον Στάινερ, θα συμφωνήσει.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπέροχες, ευτυχώς που υπάρχει και το διαδίκτυο. Πληρώνεις κάτι χοντρά λεφτά τον ΟΤΕ αλλά έχεις μια πληροφόρηση η οποία θέλει οπωσδήποτε μεγάλη προσοχή στο ψάξιμο. Δεν είναι όλα έγκυρα. Κάτι ανάλογο με τη ζωή μας.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπητέ Λάμπρο, καλά τα πήγες. Άσε που εγώ απάντησα και σε ερωτήσεις που δεν έκανες. Οπότε δεν παραπονιέμαι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οι φαουστικές μου αναζητήσεις περιορίζονται στο γεγονός ότι έχουμε ημερομηνία λήξης, πράγμα που είναι καλό… Τι θα έκανε άραγε ο κόσμος με έναν Γρηγόρη ξερόλα από τα χρόνια; Οπότε, δεν θα πάρω, ευχαριστώ. Όσο για τις μεταφράσεις ή τις αναγνώσεις μου δεν πρόκειται να τις χάσω όσο ζω. Μόνο που θα ευχόμουν να μπορούσα να μεταφράζω περισσότερο από χόμπι, παρά από ανάγκη. Και αυτό θα ευχόμουν να είχαν την δυνατότητα να κάνουν όλοι οι μεταφραστές, Χαϊλάντερ και μη…

07
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 79. Maurizio De Rosa

Μεταφράζετε ελληνική λογοτεχνία στα ιταλικά. Για τι είδους εκδόσεις πρόκειται; Ποιους συγγραφείς και έργα έχετε μεταφράσει;

Έχω μεταφράσει στα Ιταλικά περί τα 40 σύγχρονα Ελληνικά βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρω Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη, όλα τα μυθιστορήματα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Ουράνια Μηχανική της Μάρως Δούκα, Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, τη Μεγάλη Πομπή του Αλέξη Πανσέληνου, τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, το Διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Μητρική Γλώσσα και Μ.Χ. του Βασίλη Αλεξάκη κ.ά. Τελευταία κυκλοφόρησε στην Ιταλία μια ανθολογία σύγχρονου Ελληνικού διηγήματος με 23 κείμενα, και ελπίζω κάποια στιγμή να εκδοθεί και δεύτερος τόμος γιατί έχω μαζέψει και άλλα αξιόλογα κείμενα. Επί το πλείστον συνεργάζομαι με μικρούς και μεσαίους, ποιοτικούς εκδοτικούς οίκους. Θεωρώ ευτύχημα το γεγονός ότι δουλεύω με τους συγκεκριμένους εκδοτικούς οίκους, παρά με μεγάλους, γιατί ο μεταφραστής δεν αντιμετωπίζεται ως αναγκαίο κακό, αλλά ως βασικός κρίκος της αλυσίδας που φέρνει το τελικό αποτέλεσμα.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε τους τίτλους σας; Έχετε στοιχεία όσον αφορά την κίνηση των συγκεκριμένων εκδόσεων και την πρόσληψη των έργων;

Σπάνια έχω την πολυτέλεια της επιλογής αν και βέβαια εκφράζω πάντα τη γνώμη πριν εκδοθεί (ή μη εκδοθεί) κάποιο βιβλίο και οπωσδήποτε κάνω προτάσεις στους εκδότες μου. Το τελευταίο διάστημα όμως προτάσεις γίνονται κυρίως από τους εκδοτικούς πράκτορες, κάτι που παλιά δεν γινόταν. Επίσημα στοιχεία για τα βιβλία που μεταφράζω δεν έχω. Θα πρέπει να απευθυνθείτε στους εκδότες. Σε γενικές γραμμές όμως ξέρω ότι τα βιβλία της Ζυράννας Ζατέλη και της Ιωάννας Καρυστιάνη πήγαν και πάνε καλά.

Διακονείτε λοιπόν το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Κοιτάξτε να δείτε, αν ο μεταφραστής δεν αγαπάει το συγγραφέα και κυρίως το προς μετάφραση κείμενο, η δουλειά δεν γίνεται. Με το συγγραφέα με δένουν πολλά. Πρέπει να περπατήσω ακολουθώντας τον ίδιο του το ρυθμό πάνω στο ίδιο μονοπάτι, ταυτόχρονα όμως πάνω σε αυτό το μονοπάτι θα πρέπει κι εγώ να βρω τη δική μου ανάσα. Αυτόματη μετάφραση δεν υφίσταται, αναγκαστικά το περπάτημα του συγγραφέα θα πρέπει να γίνει και δικό μου περπάτημα, βίωμα ει δυνατόν, πλην όμως το τελικό αποτέλεσμα θα φέρει αναπόφευκτα και τη δική μου σφραγίδα – απόδειξη ότι για το ίδιο κείμενο υπάρχουν τόσες μεταφράσεις όσοι είναι οι μεταφραστές. Το μετάφρασμα λοιπόν θα είναι μοιραία καρπός πολλαπλών συμβιβασμών – να μια περίπτωση που ο συμβιβασμός όχι μόνο δεν σε κάνει «προδότη» ή «δοσίλογο» (αν και βέβαια στα Ιταλικά υπάρχει το λογοπαίγνιο «traduttore-traditore», δηλαδή «μεταφραστής-προδότης») αλλά ίσα-ίσα αποτελεί βασική προϋπόθεση για ένα καλό αποτέλεσμα. Ως προς τον τρόπο δουλειάς, προσπαθώ να αφεθώ στον κυματισμό του κειμένου και να αφουγκραστώ όσο μπορώ καλύτερα την κρυμμένη του αρμονία πέρα από την εμφανή. Θεωρώ ότι η μετάφραση είναι κυρίως επικοινωνία, ένας τρόπος για να έρθω σε επαφή με τον Άλλο.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η μετάφραση που με δυσκόλεψε περισσότερο είναι εκείνη που μου πρόσφερε και τις μεγαλύτερες ηδονές: Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου με την απελπιστική απλότητά του.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Πάλι θα αναφέρω Το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, που οπωσδήποτε ανήκει στην ιστορία του Ευρωπαϊκού μυθιστορήματος και όχι μόνο του Νεοελληνικού. Και τα Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου, πραγματικό μνημείο ανθρωπιάς.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Αγαπώ ιδιαίτερα το Και με το φως του λύκου επανέρχονται της Ζυράννας Ζατέλη. Εκτός του ότι πρόκειται για μεγάλο μυθιστόρημα, και ποσοτικά και ποιοτικά, είναι και το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα στην καριέρα μου ως μεταφραστή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν διαβάζω ούτε μεταφράζω ποτέ μετά μουσικής. Το μόνο απαραίτητο είναι να βρίσκομαι στο εκάστοτε γραφείο μου. Δεν μπορώ να δουλέψω πουθενά αλλού, ούτε σε άλλα σπίτια ούτε σε βιβλιοθήκες ούτε σε ξενώνες για συγγραφείς και μεταφραστές ούτε στη θάλασσα ούτε στο βουνό παρά μόνο στο δωματιάκι μου με το αγαπημένο μου MacBook. Συνήθως η μετάφραση γίνεται σε τρία στάδια: αφού διαβάσω το βιβλίο (αν δε το έχω ήδη διαβάσει) στο πρώτο μεταφράζω χωρίς να δίνω μεγάλη σημασία στο τι γράφω. Στο δεύτερο, και σημαντικότερο, δίνω την τελική μορφή λύνοντας τυχόν γλωσσικές απορίες, και με τη βοήθεια του συγγραφέα εφόσον κριθεί απαραίτητο· και στο τρίτο δίνω τις τελευταίες πινελιές, το τελευταίο «χτένισμα» πριν την παράδοση. Ρωτάτε για τις μουσικές μου προτιμήσεις: είμαι απαίδευτος μουσικά και ακούω οτιδήποτε φτάσει στο αυτί μου και μου αρέσει. Με συγκινεί όμως το παλιό Ελληνικό λαϊκό τραγούδι και το ρεμπέτικο.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Πολλοί! Ο Στρατής Τσίρκας, ο Γιάννης Πάνου, ο Νίκος Καχτίτσης αλλά και ο Βιτσέντσος Κορνάρος είναι στην κορυφή της λίστας.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Συμβαίνει με τους μεταφραστές κάτι που δεν συμβαίνει, ας πούμε, στο χώρο της μουσικής. Ενώ πάντα αναφέρουμε ότι την τάδε συμφωνία την διεύθυνε π.χ. ο Δημήτρης Μητρόπουλος και πρωταγωνίστρια στην δείνα όπερα ήταν π.χ. η Μαρία Κάλλας, και σχεδόν αγνοείται ποιος έγραψε τη μουσική και σχεδόν πάντα ο συγγραφέας του λιμπρέτο, στην περίπτωση ενός μεταφρασμένου βιβλίου θα ήταν αδιανόητο να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή και να παραλείπεται εκείνο του συγγραφέα. Βέβαια, αυτό συμβαίνει λιγότερο στην περίπτωση της κλασικής λογοτεχνίας και για αυτό λέμε «η Ιλιάδα των Καζαντζάκη-Κακριδή» ή «η Οδύσσεια του Δημήτρη Μαρωνίτη». Μάλλον το φαινόμενο εξηγείται με το γεγονός ότι βγαίνουν πάρα πολλά βιβλία πια, η μετάφραση μπήκε στη λογική της μαζικής παραγωγής και φυσικά δεν είναι όλα τα βιβλία που μεταφράζονται αριστουργήματα – ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι ένας μεταφραστής, αν δεν αναμετρηθεί με απαιτητικά κείμενα, η αξία του δύσκολα θα αναδειχθεί. Αφ’ ετέρου υπάρχει και η απαξίωση εκ μέρους του ακαδημαϊκού χώρου, που θεωρεί τη μετάφραση πάρεργο σε σχέση με την «καθαρή έρευνα».

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δόξα τω Θεώ, είχα πάντα άριστη συνεργασία με τους επιμελητές μου και ουκ ολίγες φορές με βοήθησαν να κάνω καλύτερα τη δουλειά μου. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει με τους άλλους μεταφραστές. Θεωρώ ότι η δουλειά του επιμελητή είναι ύψιστης σημασίας. Μη ξεχνάμε άλλωστε ότι παλιά ο μεταφραστής, ο εκδότης και ο επιμελητής ήταν ο ίδιος άνθρωπος.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Καμιά φορά τους βλέπω στο όνειρό μου! Ειδικά όταν πλησιάζει η ημερομηνία της παράδοσης και η αντίστροφη μέτρηση μου προκαλεί άγχος, φόβο, ταχυπαλμίες και νευρικότητα. Άλλες φορές αναγνωρίζω κάποιους ήρωες σε ανθρώπους που συναντάω στους δρόμους. Αυτό μου συμβαίνει με τα βιβλία που μεταφράζω καθώς επίσης με τα βιβλία που διαβάζω. Είναι ένας τρόπος για τη λογοτεχνία για να εισχωρήσει στην πραγματική ζωή.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ωχ, είναι πάρα πολλοί! Όμηρος, Ηρόδοτος, Ξενοφών, Λουκρήτιος, Λουκιανός, Λουντοβίκο Αριόστο, Βοκκάκιος, Τζοβάνι Μπαζίλε, Φεντερίκο Ντε Ρομπέρτο, Λουίτζι Πιραντέλο, οι Ρώσοι πεζογράφοι, Jósé Lezama Lima, Διονύσιος Σολωμός, Εμμανουήλ Ροϊδης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Καρούζος. Το τελευταίο διάστημα με συναρπάζει ο Μ. Καραγάτσης. Και με μάγεψε το Έρωτος Αποτελέσματα.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια, το Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Οιδίποδας Τύραννος του Σοφοκλή, το Περί φύσεως του Λουκρητίου, τα Ηθικά του Πλούταρχου, η Κόλαση του Δάντη, ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου, η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι, ο Παράδεισο του Lima, τα Ευαγγέλια, ο Συντίπας και οι Βυζαντινοί Ιστορικοί.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μεταξύ άλλων, του Raymond Carver, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Τάσου Καλούτσα και του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Χωρίς καμιά αμφιβολία, ο Καβάφης. Είναι τόσο δικός μας, τόσο σύγχρονός μας που δεν το πιστεύεις.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρασκόλνικοφ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Τρέφω απέραντο σεβασμό στη «Νέα Εστία» λόγω της ιστορίας της, του κύρους της και γιατί κρατάει ψηλά τον πήχυ της βιβλιοκριτικής σε μια εποχή που η έννοια της κριτικής περιορίζεται όλο και συχνότερα σε εκείνη της απλής παρουσίασης.

Πώς βιοπορίζεστε;

Πιο δύσκολα απ’ ότι παλιά. Αλλά και πιο δημιουργικά.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Με γοητεύει πολύ ο Κωνσταντίνος Καβάφης όπως είπα προηγουμένως. Επίσης από το ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα γράφω ένα μικρό δοκίμιο αφιερωμένο στη φαινομενολογία της σύγχρονης Ελλάδας. Μην πάει ο νους σας στον Αξελό όμως. Οι φιλοδοξίες μου είναι πολύ πιο περιορισμένες. Φέτος κλείνω 20 χρόνια που πρωτοήρθα στην Ελλάδα – ήμουν 21 χρονών, το 1992. Ύστερα από δυο δεκαετίες, και έχοντας επιλέξει να συνδέσω την τύχη μου με εκείνη αυτής της χώρας, νιώθω την ανάγκη να πω δυο λόγια σχετικά με αυτή και επίσης να δώσω κάποιες οδηγίες προς ναυτιλλομένους στους φίλους μου στην Ιταλία ειδικά τώρα που όλοι μιλάνε για την Ελλάδα χωρίς να τη γνωρίζει πραγματικά κανένας. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα όσα γράφω κάποτε θα δημοσιευθούν. Μάλλον πρόκειται περισσότερο για σκόρπιες σκέψεις που αφορούν την Ελλάδα έτσι όπως τη βλέπω και την αγάπησα εγώ. Προσωπικά νιώθω ότι ανήκω σε μια μεγάλη παράδοση: εκείνη των Ευρωπαίων που άφηναν τις εστίες τους για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, ενίοτε και για το υπόλοιπο της ζωής τους, προκειμένου να έρθουν σε επαφή με την Ελλάδα. Η σύγχρονη Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος βέβαια είναι πολύ διαφορετικοί από τότε, αλλά μόνο και μόνο το γεγονός ότι σε αυτή τη γωνία του πλανήτη μιλιούνται ακόμα τα Ελληνικά, για να μην αναφερθώ στον πλούτο των μνημείων και των τεκμηρίων που αφήσαν οι μεγάλοι πολιτισμοί που άνθησαν εδώ, είναι αρκετός λόγος, θαρρώ, για να θέλει κανείς να προσεγγίσει και τη σύγχρονη Ελλάδα. Με την Ελλάδα δεν έχουμε ξεμπερδέψει, μη γελιόμαστε!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθούσα μανιωδώς κινηματογράφο από 20 μέχρι 30 χρονών, ύστερα και μέχρι σήμερα πολύ πιο σποραδικά και χωρίς καμία συστηματικότητα. Θεατρόφιλος δεν ήμουν ποτέ, με την έννοια της σύγχρονης θεατρικής δημιουργίας, ίσως γιατί, λόγω της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη λογοτεχνία, πάντα θεωρούσα ότι το θέατρο είναι κάτι άλλο, διαφορετικό. Όμως μου αρέσει πολύ το κλασικό θέατρο. Πάντως, με αφορμή τον αιφνίδιο θάνατο του Αγγελόπουλου, σκέφτηκα πόσο βαθιά Ευρωπαίος και ταυτόχρονα Έλληνας ήταν – μάλλον ήταν Ευρωπαίος ακριβώς επειδή ήξερε να είναι Έλληνας. Τα περίφημα πλάνα του, χωρίς προοπτική, τα εμπνευσμένα από την Βυζαντινή ζωγραφική, τα θεωρώ συγκλονιστικά. Επίσης, αν και δεν μπορώ να πω ότι με ενέπνευσαν, δεν βαριέμαι ποτέ τις ιταλικές κωμωδίες του ’50 και του ’60. Από τότε που είδα τις πρώτες, μου αρέσουν πολύ και οι ελληνικές κωμωδίες της αντίστοιχης εποχής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ρωτάνε συχνά και η απάντηση είναι «όχι» σε όλα. Δεν έχω μπει ποτέ στον πειρασμό της συγγραφής, δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα και ούτε πρόκειται να το κάνω. Έχω στο μυαλό μου συγκεκριμένο πλάνο μεταφράσεων, δεν ξέρω αν και πότε θα το υλοποιήσω, είναι σίγουρο όμως ότι μόνο αυτό πρέπει να σκέφτομαι.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ξαναδιαβάζω την Κερένια Κούκλα του Χρηστομάνου και θα ήθελα πολύ να τη μεταφράσω. Διαβάζω επίσης το Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Απλά θα δώσω μια πινελιά lifestyle στο κείμενο λέγοντάς σας ότι μένω στη Νεάπολη Εξαρχείων, που την αγαπώ πολύ. Επίσης λατρεύω το κέντρο της Αθήνας και η ζωή μου εξελίσσεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό γιατί μου προσφέρει τα καλύτερα ταξίδια.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θετικές θα έλεγα. Χωρίς να είμαι όλη την ήμερα στο Φέισμπουκ ή σε άλλα δίκτυα, ομολογώ ότι τα βρίσκω πολύ αποτελεσματικά εργαλεία έως απαραίτητα ακόμα και στη δουλειά μου. Προς το παρόν όμως δεν χρησιμοποιώ IPod, IPhone κτλ, αλλά φαντάζομαι ότι και για αυτά, όπως και για όλα, είναι μόνο θέμα χρόνου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν γίνεται να τα έχω όλα, ε; Εντάξει δεν πειράζει. Άλλωστε η συγγραφή και η μετάφραση είναι ένα είδος «αιώνιας νιότης».

04
Φεβ
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 78. Τεύκρος Μιχαηλίδης

Περί γραφής

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Tο πρώτο μου μη σχολικό βιβλίο είχε τίτλο «Μαθηματικά Επίκαιρα –  Συνειρμοί διαβάζοντας την εφημερίδα» και περιλάμβανε 33 δοκίμια, γραμμένα από το Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι τον Αύγουστο του 2004, τα οποία συνέδεαν την τρέχουσα επικαιρότητα με τα μαθηματικά. Για παράδειγμα η κατάκτηση του Euro 2004 συνδέθηκε με τα ημικανονικά πολύεδρα του Αρχιμήδη, η παράδοση του «δακτυλιδιού» στον ΓΑΠ με την οικογένεια Bernoulli που αριθμούσε επτά πρωτοκλασάτους μαθηματικούς, η σύλληψη στελεχών της 17 Νοέμβρη με την ασυμμετρία κλπ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2004.

Το πρώτο μου μυθιστόρημα, τα «Πυθαγόρεια Εγκλήματα» είναι μια αστυνομική ιστορία που εκτυλίσσεται στις αρχές του εικοστού αιώνα, στο Παρίσι της Belle Epoque και στην Ελλάδα των Βαλκανικών Πολέμων και του Εθνικού Διχασμού. Κινητήρια δύναμη, συνδετικός κρίκος των αστυνομικών και ιστορικών τεκταινόμενων είναι το θεώρημα της μη πληρότητας του Γκέντελ. Κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2006 και μεταφράστηκε στα Ιταλικά, Ισπανικά. Αγγλικά, Γαλλικά, Κορεάτικά και Κινέζικα.

Ακολούθησε, το 2009 το «Αχμές, γιος του φεγγαριού» μια απολύτως φανταστική βιογραφία του Αχμές, ενός Αιγύπτιου γραφέα που συνέταξε γύρω στα 1650 π. Χ. το πρώτο ενυπόγραφο μαθηματικό εγχειρίδιο, ένα πάπυρο με 84 λυμένα προβλήματα, που ανακαλύφθηκε σ’ ένα τάφο γύρω στα 1850 μ.Χ. Για το συγγραφέα δεν είναι, τίποτα γνωστό πέρα από το όνομά του. Το βιβλίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Τέλος πρόσφατα (Νοέμβρης 2011) κυκλοφόρησε το «Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού»

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Ο κύριος λόγος που γράφω είναι ότι θέλω να ταξιδέψω. Στη μαυρίλα της Ελλάδας των τελευταίων δυο χρόνων, χρειαζόμουν μια τονωτική ένεση. Το μυαλό μου πήγε στις διακοπές, σε καλοκαιριάτικους έρωτες, σε αγαπημένα τραγούδια της νιότης. Κάπως έτσι χωρίς καλά καλά να το καταλάβω βρέθηκε γραμμένο το βιβλίο, το πρώτο ερωτικό – μαθηματικό μυθιστόρημα μια και τα μαθηματικά παίζουν καθοριστικό ρόλο στην πλοκή. Τα κοινωνικά και οικονομικά μέτρα που μας επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των δυο τελευταίων χρόνων και μου μας γυρνούν πίσω στον εργασιακό μεσαίωνα έφεραν τη σκέψη μου στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην Ελλάδα κι αυτό έδεσε πολύ καλά με τη Σέριφο, τόπο διακοπών το 1970 αλλά  και τόπο επαναστατικών κινητοποιήσεων το 1916.

Η Σέριφος και η πρόσφατη ιστορία της αποτελούσαν, μέχρι σήμερα, – διορθώστε με αν κάνω λάθος – ανεκμετάλλευτο λογοτεχνικό υλικό. Πώς σας δημιουργήθηκε η σχετική έμπνευση; Διαβάσατε, ταξιδέψατε;

Από τη στιγμή που επέλεξα τη Σέριφο – τόπο της πρώτης νεανικής μου εξόρμησης – ως κέντρο της δράσης, ήταν φυσικό να ασχοληθώ με όλες τις πτυχές της ιστορίας της. Δεν έχω κι εγώ υπόψη μου άλλη αφηγηματική προσπάθεια με κέντρο τη Σέριφο, αυτό όμως μάλλον δεν έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιλογή μου.

Η λογοτεχνία σας κυκλοφορεί στα ανεξάντλητα μαθηματικά και αστυνομικά πεδία. Σας γοήτευσαν αναπόδραστα οι δυο χώροι; Σκέφτεστε καθόλου να αποδράσετε;

Τα μαθηματικά είναι η ζωή μου, η μία και μοναδική επιλογή σπουδών και επαγγέλματος που έκανα από τα 15 μου και δεν την άλλαξα ποτέ. Οι ιστορίες είναι η αγαπημένη μου διασκέδαση: Να τις ακούω, να τις διαβάζω, να τις αφηγούμαι, να τις γράφω. Κι αυτό είναι μια πολύ παλιά και όχι αναγκαστικά συνειδητή επιλογή μου. Δεν σκέφτομαι να αποδράσω. Αν αποδράσω, πρώτα θα το κάνω και μετά θα το συνειδητοποιήσω.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Σχεδόν παντού. Στις ουρές, στο αυτοκίνητο, λίγο πριν κοιμηθώ και ξανά το πρωί μόλις ξυπνήσω, στις διακοπές. Όταν μου έρχεται μια ιδέα, σπεύδω να κάνω την αναγκαία έρευνα και καθώς μαζεύω το υλικό στήνεται κι η ιστορία.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι, δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο δουλειάς. Όταν  εργάζομαι δεν ακούω μουσική. Γενικώς αγαπώ τη μουσική των sixties, ελληνική και ξένη, τη τζαζ και την ελαφρή κλασική μουσική

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Αμέ! Σε αεροδρόμια, σε καράβια, σε ξενοδοχεία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Δε νομίζω ότι θα έγραφα πραγματική βιογραφία. Οι αγαπημένες μου ιστορίες είναι αυτές όπου οι φανταστικοί μου ήρωες συναντιούνται και αλληλεπιδρούν με πραγματικά πρόσωπα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Πέρα από τις πρώτες εφηβικές μου απόπειρες, ποτέ. Δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να εκφραστώ μέσω της ποίησης.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Jane Austin, Betty Smith, Alexandre Dumas, Mika Waltari

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πέρα από τα έργα των πιο πάνω, Το μαύρο Αλγέρι του Maurice Attia, H λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Jean-Michel Guenassia, Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας του Jean – Claude Izzo.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Ο Αμερικάνος του Παπαδιαμάντη, The Pit and the Pendulum  του Edgar Allan Poe.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί ή μάλλον πολλές: Αθηνά Κακούρη, Λία Μεγάλου Σεφεριάδη, Τιτίνα Δανέλλη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Ιωάννα Μπουρατζοπούλου, Μάρω Δούκα, Ευγενία Φακίνου

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ηρωίδα στην Ιδιαιτέρα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου, ο Byron στο Winds of War.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Διαβάζω περιστασιακά αλλά δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Με τους περισσότερους συγγραφείς που έχω μεταφράσει μας συνδέει μια ειλικρινής σχέση φιλίας. (Andrew Crumey, Eli Maor, Marcus du Sautoy, και με τον Denis Guedj όσο ήταν ακόμα εν ζωή)

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Περισσότερο με δυσκόλεψε το Οι μεγάλες εξισώσεις του εικοστού αιώνα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) όπου χρειάστηκε να μεταφράσω δοκίμια κορυφαίων φυσικομαθηματικών του εικοστού αιώνα από μια ευρύτατη γκάμα κλάδων της επιστήμης.
Μεγαλύτερες ηδονές μου πρόσφερε το Θεώρημα του Παπαγάλου, όχι μόνο γιατί ήταν το πρώτο μου αλλά γιατί με ταξίδεψε πολλαπλά στο χώρο και το χρόνο.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα αστέρια της Βερενίκης του Ντενί Γκετζ είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσει κάθε Έλληνας. Η απόδραση από το χρόνο του Gregory Benford είναι επίσης ένα συναρπαστικό βιβλίο. Η βιογραφία του Αϊνστάιν του Isaacson εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και στο επιστημονικό και στο προσωπικό επίπεδο.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που έχω μεταφράσει ήταν ιδιαιτέρως αξιόλογα. Όλα μου έχουν δώσει από κάτι.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Θα ήθελα να κάνω κάποτε μια εκτενώς υπομνηματισμένη μετάφραση κάποιου από τα λογοτεχνικά έργα της λεγόμενης επιστημονικής επανάστασης. Για παράδειγμα το Somnium του Kepler ή κάποιο από τα έργα του Cyrano de Bergerac. Χρειάζεται όμως πολύς  χρόνος και αυτή τη στιγμή έχω άλλες προτεραιότητες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι λογικό. Το έργο ανήκει στο συγγραφέα. Η δουλειά του μεταφραστή είναι σημαντική αλλά δε μπορεί να συγκριθεί με αυτήν του συγγραφέα. Ωστόσο νομίζω ότι το όνομά του έχει θέση στο εξώφυλλο του βιβλίου που έχει μεταφράσει.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Όλοι έχουν τη θέση τους στην πυραμίδα παραγωγής ενός βιβλίου. Ιδανικό είναι να στοχεύουν όλοι στην παραγωγή του καλύτερου δυνατού βιβλίου, άσχετα με το από ποια και πόσα χέρια έχει περάσει. Η συνεργασία μου με τους επιμελητές υπήρξε κατά κανόνα άψογη, με μία μόνο εξαίρεση στην οποία ο επιμελητής με αντιμετώπισε ανταγωνιστικά και έθεσε ως απόλυτη προτεραιότητα να αναδείξει την ανεπάρκειά μου και όχι να παραχθεί ένα σωστό βιβλίο. Αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να κυκλοφορήσει με  πολλά λάθη επιμέλειας και εγώ να σταματήσω κάθε συνεργασία μου με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο. Βλέπετε όμως πόσο αναδεικνύεται το κακό και σκεπάζει το καλό! Είχα πάνω από τριάντα άψογες συνεργασίες με επιμελητές και διορθωτές κι εγώ θυμάμαι ακόμα τη μία και μοναδική ατυχή συνεργασία κι ας συνέβη πριν δέκα χρόνια!

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Ο μισθός μου ως εκπαιδευτικού, τα δικαιώματα από τα βιβλία μου και οι αμοιβές από τις μεταφράσεις μου εξασφαλίζουν δόξα τω Θεώ μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ή τουλάχιστον αυτό συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Τα τελευταία δύο χρόνια το 90% των εσόδων μου πάει σε άμεσους και έμμεσους φόρους, δηλαδή σε νεοκλασσικά και πισίνες νυν και τέως υπουργών. Θα δούμε…

Το εκπαιδευτικό σας λειτούργημα σάς απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο;  

Θεωρώ ότι η βασική μου εργασία είναι αυτή του εκπαιδευτικού. Από αυτήν «κλέβω» ώρες για τη συγγραφή που είναι κατά βάση η ψυχαγωγία μου.

Ως εκπαιδευτικός – μαθηματικός έχετε την ευκαιρία να μιλήσετε στους μαθητές σας για την λογοτεχνία;

Συχνά.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω ένα νέο μυθιστόρημα (τη συγγραφή του οποίου διέκοψα γιατί ένιωσα την ανάγκη να γράψω τα Τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού), Πρόσφατα ολοκλήρωσα τη μετάφραση ενός σημαντικού βιβλίου (Naming Infinity). Παράλληλα σχεδιάζω δυο τρεις ακόμα ιστορίες που θα αρχίζω να τις δουλεύω αργότερα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Μου αρέσει πολύ ο James Ivory. To Radio Days του Woody Allen είναι μια ταινία που δεν ξεχνώ. Από τις ελληνικές ταινίες βλέπω και ξαναβλέπω ευχαρίστως το Προξενιό της Άννας, το Πέπερμιντ, το Happy Day, τις Μέρες του 36 και το Θίασο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το διαδίκτυο είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Δεν έχω όμως χρόνο για να συμμετέχω στο Facebook και το Tweeter ή να γράφω στα διάφορα blog. (Παρόλο που έχω λογαριασμούς σε όλα αυτά τα διαδικτυακά μέσα).

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Έχω περάσει ένα μεγάλο μέρος της νεότητάς μου διαβάζοντας. Δυσκολεύομαι να φανταστώ τη νεότητα χωρίς αναγνωστική ιδιότητα. Κάντε μου όμως μια συγκεκριμένη προσφορά και θα το συζητήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Τι γνώμη έχετε για τους υπουργούς που ισχυρίζονται ότι ψήφισαν το μνημόνιο χωρίς να το διαβάσουν;
Πρόκειται για τακτικό ελιγμό. Όλοι τους έχουν διαβάσει μνημόνιο. Όμως ανάμεσα στο χαρακτηρισμό «προδότης» που θα αποδώσει η ιστορία σε όσους μας έβαλαν στο μνημόνιο και το χαρακτηρισμό «αφελής», «ανεύθυνος», «τεμπέλης» ή ακόμα και «βλαξ»  που επισύρει η δήλωση «το ψήφισα αλλά δεν το διάβασα» επιλέγουν ορθότατα να αποσείσουν από επάνω τους τον πρώτο. Φοβούμαι ότι θα τα καταφέρουν.

27
Ιαν
12

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 77. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Μετά χαράς. Δεν πρόκειται τόσο για ένα ταξίδι απ’ την Αγγλία στην Τουρκία όπως υποστηρίζει ο τίτλος του, αλλά για μία πάλη, ή ένα παιχνίδι ίσως, να συμβιβάσω τις δυο γλώσσες στις οποίες γράφω: τ’ Αγγλικά και τα Ελληνικά. Κι ύστερα, για μια ερωτική ιστορία ― από αυτές που όλοι έχουμε και κάπως πρέπει να ξορκίσουμε. Είναι όμως και μια τιμή για μένα, καθότι βρίσκεται κάτω από τη σκέπη των εκδόσεων Πόλις.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Αναλόγως σε ποια φόρμα εργάζομαι. Όταν πρόκειται για ποίηση, η σύλληψη των ιδεών γίνεται συνήθως σε απρόσμενες στιγμές: κατά τη διάρκεια μιας βόλτας ή ενός μπάνιου στη θάλασσα, πετώντας με το αεροπλάνο, παρακολουθώντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο. Πολλές φορές σε κάποιο καφέ. Συνήθως κατά μόνας. Σπανιότερα μέσα από συζητήσεις. Απ’ το πουθενά ξεφυτρώνει κάποια φράση και «κολλάει» στο μυαλό, επαναλαμβάνεται αυτοβούλως σαν ρεφρέν από τραγούδι και αργότερα μόνον βρίσκει τη θέση που της αρμόζει στο χαρτί. Έχω ένα σωρό μικρά σημειωματάρια όπου καταγράφονται τέτοιες ιδέες, φράσεις, ή προπλάσματα ποιημάτων, μην τυχόν και  τα ξεχάσω.
Η δουλειά, φυσικά, γίνεται στο σπίτι. Στον υπολογιστή. Εκεί μπαίνει το παζλ στη θέση του, είτε είναι ποίημα, είτε είναι πεζό. Αδυνατώ να θεωρήσω κάτι ολοκληρωμένο εάν δεν το έχω διαβάσει επανειλημμένα και κάτω από συνθήκες πλήρους ησυχίας και νηφαλιότητας (πνευματικής και μη).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Καμία ιδιαίτερη τελετουργία πλην του καφέ που μονίμως συνοδεύει τη συγγραφική μου πράξη. Η μουσική είναι συνήθως απούσα διότι μ’ εμποδίζει ν’ αφουγκραστώ τον εγγενή ρυθμό ενός ποιήματος ή ενός πεζού.
Σε παλαιότερες εποχές η μουσική έπαιζε σημαντικό ρόλο κατά τη διάρκεια της συγγραφής ― νομίζω ότι έφταιγε ο χειμαρρώδης ενθουσιασμός της μετεφηβικής ηλικίας. Τώρα πια, όχι και  τόσο.
Ούτε στην ανάγνωση τη χρησιμοποιώ πλέον, πλην σε ελάχιστες. Τότε, επιλέγω είτε κάτι άγνωστο (ώστε να μην αποσπάται η προσοχή μου κι αρχίσω να σφυρίζω συνοδεία μουσικής) είτε κάτι επαναλαμβανόμενο και μινιμαλιστικό (Φίλιπ Γκλας, λ.χ.) που, για κάποιο λόγο, νιώθω πως με ωθεί παραπέρα στη δουλειά μου. Συνήθως δίνω μεγάλη προσοχή στην ενορχήστρωση της μουσικής που ακούω (προκλασική, αλλά και πολλές τζαζ ηχογραφήσεις της ECM) με αποτέλεσμα να αδυνατώ να συνδυάσω τη συγγραφή με την ακρόαση.

Από τις ωραιότερες ανακαλύψεις μου τώρα τελευταία ― στα απαραίτητα διαλείμματα από τη συγγραφή ― είναι διάφοροι ιντερνετικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί κλασικής μουσικής, ιδιαιτέρως από χώρες με των οποίων τις γλώσσες δεν είμαι εξοικειωμένη: ανάμεσα σε γνώριμα κομμάτια, χαίρομαι ν’ ακούω τους εκφωνητές να μιλούν Ουγγρικά στο Ράδιο Μπαρτόκ, π.χ. : με μαγεύει ο άγνωστος ρυθμός της γλώσσας, έτσι όπως ψάχνω να την τοποθετήσω ανάμεσα στα Φινλανδικά και τα Κορεάτικα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μονίμως! Σε καφέ, σε μπαρ, σε τραίνα (τι υπέροχο το ταξίδι με τραίνο!), αεροπλάνα, αεροδρόμια, νοσοκομεία, πάνω σε καπώ αυτοκινήτων, όπου μπορείτε να φανταστείτε. Αλλά η τελική επεξεργασία γίνεται πάντα και μόνο στον υπολογιστή, σε μέρος ήσυχο.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;   

Θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τον Αμερικανό ποιητή Φρανκ Ο’ Χάρα. Έχω την εντύπωση ότι έζησε τη ζωή του με τον ίδιο ανάλαφρο και, συνάμα, βαρυσήμαντο τρόπο που διαβάζονται τα ποιήματά του: η Νέα Υόρκη τη δεκαετίας του ’50, η δουλειά του ως μελετητής εκθέσεων στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, οι επιπόλαιοι δεσμοί του με νεαρά αγόρια, οι δυνατές φιλίες που διατηρούσε με τον Άσμπερυ και τον Ντε Κούνινγκ μεταξύ άλλων, ο θαυμασμός του για τον Τζάκσον Πόλοκ ― όλα αυτά είναι βιογραφικά στοιχεία που μ’ εξιτάρουν, ασχέτως της αγάπης που τρέφω για την ποίησή του. Υφίστανται, βεβαίως, ήδη μονογραφίες πάνω στο έργο και τη ζωή του, αλλά στην Ελλάδα ο Ο’ Χάρα είναι σχετικά άγνωστος. Θα μου έδινε μεγάλη χαρά να μεσολαβήσω ώστε να γίνει γνωστότερος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.

Θα ήθελα να μπορώ να κάνω το ίδιο και με τον Τζάκσον Πόλοκ, αλλά νιώθω πως οι λέξεις είναι παραπλανητικές στην περιγραφή της δύναμης της ζωγραφικής του. Συν τοις άλλοις, η ζωή του, αντιθέτως με του Ο’ Χάρα, δε συνάδει με το μεγαλείο της τέχνης του: ο Ο’Χάρα δημιούργησε λόγω της ζωής που ζούσε• ο Πόλοκ παρ’ όλη τη ζωή που ζούσε. Ίσως, όμως, καλύτερα έτσι, γιατί θα έχω την ευκαιρία ν’ ασχοληθώ και με τον Πόλοκ μέσω του Ο’ Χάρα, αν ποτέ το αποφασίσω.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Paul Auster, Knut Hamsun, Jens Christian Grøndahl, Peter Høeg, Patrick Modiano, Martin Amis, Jean Echenoz, Joseph Conrad, Herman Hesse, Jeanette Winterson, Tim Parks, Philip Roth, Gore Vidal.
Από ποιητές: Frank O’Hara, Adrienne Rich, e.e. cummings, Carol Ann Duffy, Richard Siken, Frederick Seidel, Walt Whitman, Wendy Cope, Billy Collins, Adam Zagajewski, Eugenio Mondale, Τάσος Λειβαδίτης, Μιχάλης Αναγνωστάκης κι ο Τούρκος Orhan Veli Kanık. Παλεύω, επίσης, μονίμως, με τον T.S. Elliot, την Elizabeth Bishop και τον Ανδρέα Κάλβο.
Τέλος, είμαι μόνιμη και περιχαρής αναγνώστης των φιλοσοφικών δοκιμίων του παλιού μου καθηγητή, πολιτικού φιλοσόφου John Gray, των περιπατητικών στοχασμών του W.G. Sebald και της μεγάλης μου φοιτητικής αγάπης, του Φρειδερίκου Νίτσε.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

(Σκέφτομαι τα βιβλία στα οποία επανέρχομαι πάντα με χαρά και ανανεωμένη προσμονή:)
Mrs. Dalloway (V. Woolf), Πείνα (K. Hamsun), Η Δίκη (Κafka), The New York Trilogy (P. Auster), The Man Who Was Thursday (G.K. Chesterton), Cosmopolis (De Lillo), Το Δέρμα (Κ. Μαλαπάρτε), Κάτω από τον τροχό (H. Hesse), City (Al. Barricco), Straw Dogs (John Gray), Darkness Visible (William Styron), The Great Gatsby (F. Scott Fitzgerald), Crush (Richard Siken), Ragtime (E.L. Doctorow), Ο Γύρος του Θανάτου (Θ. Κοροβίνης), Πέρα από την Ενοχή και την Εξιλέωση (J. Améry). Όταν ήμουν παιδί, θυμάμαι να διαβάζω πάνω από πενήντα φορές το «Moonfleet» του J. Meade Falkner. Καιρός να ξανασυναντηθούμε• δεν ξέρω τι θα προκύψει!

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Σαφώς. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο Γιώργος Ζαρκαδάκης, ο Θωμάς Κοροβίνης, η Έρση Σωτηροπούλου με τη «Φάρσα», η Λένα Κιτσοπούλου στιγμές στιγμές, η Κάλλια Παπαδάκη, η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Στην ποίηση, ο Νάσος Βαγενάς, ο πρώιμα χαμένος Γιάννης Βαρβέρης, ο νεαρός Νίκος Βιολάρης, ο Γιάννης Δούκας, ο Κωστής Γκιμοσούλης, ο Χάρης Βλαβιανός, οι μικρές φόρμες του Πάνου Κυπαρίσση και ο Σταμάτης Πολενάκης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αμοραλιστής Τομ Ρίπλεϋ, της Πατρίσια Χάισμιθ. Βαριέται να σκοτώνει, αλλά αν χρειαστεί, θα το κάνει κι αυτό… Υπέροχη σύλληψη ενός γοητευτικότατου ψυχοπαθούς: μια ζωή δίχως συναισθηματισμούς.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;  

Εργάζομαι με λιγότερο συστηματικό τρόπο απ’ όσο θα ήθελα. Έχω, φυσικά, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, με έναν ορισμένο αριθμό σελίδων ανά ημέρα, αλλά συνήθως πάει στράφι… Πλην λίγων περιπτώσεων, όταν αποφασίσω πια, με το καλό, να καθίσω και ν’ ασχοληθώ με μία μετάφραση, το κάνω πυρετωδώς: εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες απ’ ό,τι υπολόγιζα, βγάζοντας πολύ περισσότερες σελίδες ανά την ημέρα, έχοντας φυσικά λιγότερο περιθώριο χρόνου. Έτσι η μετάφραση μού θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο γράφω πεζογραφία, ή ακόμα και τον τρόπο που έγραφα κάποτε τις μεταπτυχιακές διατριβές: βυθίζομαι έντονα μέσα στον κόσμο του συγγραφέα και δε βγαίνω για αέρα μέχρι να τελειώσει το εγχείρημα. Μοιάζει λίγο με τον έρωτα• έχει αυτόν τον ενθουσιασμό που σε κάνεις να θες να διαβάσεις και να μυηθείς στα του κειμένου άγνωστα: τη ζωή του συγγραφέα, τις ιστορικές και γεωγραφικές συντεταγμένες της πλοκής, κλπ. Ίσως να είναι καλό αυτό, εν τέλει, διότι έτσι το κείμενο αποκτά μία σφιχτοδεμένη προσωπική ταυτότητα: ο μεταφραστής έχει ριψοκινδυνεύσει, κατά κάποιον τρόπο,  την πνευματική του γαλήνη κι άρα το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ρίσκο.

Ιδεατά, ο μεταφραστής πρέπει να θαυμάζει και ν’ αγαπά το κείμενο που καλείται να μεταφράσει. Επειδή αυτό δεν είναι πάντα εφικτό, φτάνει να υπάρχει μία σχέση σεβασμού ανάμεσα στους δύο «γονείς». Ο μεταφραστής υποχρεούται να μεταφέρει όσο πιο κομψά γίνεται το έργο του συγγραφέα στη μητρική του γλώσσα, ει δυνατόν δίχως να δίνεται ποτέ η εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι προϊόν μετάφρασης. Στο δίλημμα, δηλαδή, μεταξύ αυθεντικότητας και ομορφιάς, ψηφίζω ομορφιά. Αλλά, για να το ξεκαθαρίσω: αναφέρομαι μόνο στην πεζογραφία. Η ποίηση είναι άλλο ζήτημα. Κι αυτό έχει να κάνει, νομίζω, με το ρυθμό. Άλλο να μεταφράσεις ένα πεζογράφημα από μέτρο 4/4 σε 6/8 λόγω του διαφορετικού ρυθμού της γλώσσας, κι άλλο ν’ αλλάξεις το τέμπο ενός ποιήματος…

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θα έλεγα ότι δυσκολεύτηκα (ηδονικά, όμως!) περισσότερο στο βιβλίο της Melanie Wallace, «Blue Horse Dreaming»: ήταν τόσο δαντελωτά γραμμένο, διανθισμένο μ’ ένα λεξιλόγιο λεπτών αποχρώσεων κι εντόνων συγκινήσεων. Είναι γενικά δύσκολο ν’ αποφύγεις τους συναισθηματισμούς στην ελληνική γλώσσα: οι λέξεις βρίθουν «βάρους». Ενώ το βιβλίο της Wallace ήταν ένα καταπληκτικό δείγμα αγγλικής ακριβολογίας και συναισθηματικής αποστασιοποίησης, παρ’ όλο που περιέγραφε έναν βούρκο βιαιότητας, ανηθικότητας και τρέλας.
Όσο για τη μετάφραση που ευχαριστήθηκα περισσότερο, αυτή βρίσκεται στον αντίποδα όσων συνήθως κάνω: μου ζητήθηκε να μεταφράσω δυο διηγήματα συγγραφέων των εκδ. Πόλις στ’ Αγγλικά, ώστε να σταλούν σε διεθνείς διαγωνισμούς. Η χαρά και μόνο ότι καλούμουν να πλάσω εγώ την λεπτεπίλεπτη και κοφτερή Αγγλική γλώσσα, ήταν από μόνη της υπεραρκετή.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εν τη απουσία (για την ώρα) σχεδίου έκδοσης του βιβλίου της Γουάλας, θα πρότεινα με μεγάλη μου χαρά το «Some kind of Grace» («Χάρις κι Εξιλέωσις») του Ρόμπιν Τζένκινς, που θα κυκλοφορήσει τον επόμενο χρόνο από τις εκδόσεις Πόλις. Ο Τζένκινς ― ένας γίγαντας της σκοτσέζικης λογοτεχνίας ― είναι ένας πραγματικός μάστορας της γλώσσας: ελπίζω να μην έχω φανεί κατώτερη των προσδοκιών μεταφέροντας το βιβλίο του στα Ελληνικά, πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του, αγγλική έκδοση. Πρόκειται για την ιστορία ενός πρώην Βρετανού διπλωμάτη που επιστρέφει στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του ’50 για ν’ ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την εξαφάνιση δύο φίλων του, χριστιανών ιεραποστόλων, και βρίσκεται στη δίνη πανταχόθεν φυσάμενων ραδιουργιών και δογματισμών, εταιρικών συμφερόντων και  πνευματικής πενίας.  Αυτό που μ’ έθελξε περισσότερο είναι το πόσο εύστοχος παραμένει ακόμα και σήμερα ο σχολιασμός των σχέσεων του δυτικού κόσμου με τη Μέση Ανατολή: από τις χλιδάτες δεξιώσεις της Βρετανικής Πρεσβείας μέχρι την πανταχού παρούσα φτώχεια και την επικρατούσα δεισιδαιμονία, τίποτα δε μοιάζει να έχει αλλάξει τα τελευταία εξήντα χρόνια στο Αφγανιστάν, πλην της πυρπόλησης των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμυάν (που τόσο έξοχα περιγράφει ο Τζένκινς) από τους Ταλιμπάν και της αντικατάστασης των βρετανικών αποχρώσεων της αποικιοκρατικής υπεροψίας από αμερικανικές. Θεωρώ ότι είναι ένα μικρό διαμάντι «κατασκοπευτικής» μυθιστορίας, γλωσσοπλασίας και ιστορικού σχολιασμού.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Σαφώς και υπάρχουν! Από ποιητές, οι προαναφερθέντες Φρανκ Ο’ Χάρα και Αντριέν Ριτς. Ίσως κι ο Ρίτσαρν Σάικεν (αν θαυμάζω υπερβολικά τη μουσικότητά του ώστε να την αμαυρώσω μεταφράζοντάς τον). Θα ήθελα να μπορώ να μεταφράσω τον Πέτερ Χόε, ειδικά το πρώτο του βιβλίο, την «Αντίληψη του εικοστού αιώνα» (Forestilling om det tyvende århundrede)• αλλά δε μιλάω Δανέζικα… Ίσως από τα –παραπλήσια- Νορβηγικά μια μέρα… Αντί για συγκεκριμένους συγγραφείς, θ’ αναφέρω τρία βιβλία που αγάπησα: Τα προσφατα «Lamb» της Bonnie Nadzam και «Open City» του Αμερικανο-Νιγηριανού Teju Cole, και τη (θρυλική στη Νορβηγία) τριλογία του Gunnar Staalesen «1900/1950/1999» όπου, με πρόσχημα την ιστορία ενός φόνου (που συμβαίνει την 1/1/1900 κι εξιχνιάζεται την 31/12/1999) παρελαύνει όλη η ιστορία του 20ου αιώνα μέσα από τα μάτια διαφορετικών κατοίκων στο Μπέργκεν της Νορβηγίας. Θα το θεωρούσα μεγάλη τιμή, επίσης, να μεταφέρω το σύνολο του έργου του Κνουτ Χάμσουν στα Ελληνικά, όπως και να μεταφράσω εκ νέου τα δοκίμια του Πωλ Βαλερύ για την ποίηση. Δε χορταίνω να τα διαβάζω…. Αλλά αυτά στο (πολύ) μέλλον. Τέλος, καιρός κάποια στιγμή ν’ ασχοληθώ και με την αντίθετη εργασία: τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας στα Αγγλικά: τους διεθνώς παραμελημένους Ηλία Βενέζη και Κοσμά Πολίτη• την ποίηση του Ουράνη.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Σωστά στρέφονται τα φώτα στο συγγραφέα. Όσο ονειρεμένη και να είναι μια μετάφραση του Σαίξπηρ, δεν παύει να είναι Σαίξπηρ: η σύλληψη, η ιδιοφυΐα είναι όλη δική του. Φυσικά κι ένας «άψογος» μεταφραστής του Σαίξπηρ πρέπει να χαίρει μιας κάποιας αναγνώρισης (όπως, επίσης, και οι εσκεμμένες επιλογές που έκανε), αλλά σπάνια ξεπερνά ο μεταφραστής το συγγραφέα. Δύο εξαιρέσεις γνωρίζω σ’ αυτόν του κανόνα: τις μεταφράσεις (αποδόσεις) των ποιημάτων του Nazim Hikmet από το Γιάννη Ρίτσο και τις αγγλικές μεταφράσεις του Orhan Pamuk από την Maureen Freely. Ο πρώτος δεν μιλούσε τουρκικά κι ουσιαστικά «γέννησε» εκ νέου ποιήματα παραπλήσια με του Χικμέτ ― καλύτερα, δε, από τα αρχικά. Η δεύτερη είναι εξ’ ολοκλήρου υπεύθυνη για το Νόμπελ του Παμούκ: όταν ο πρόεδρος της Σουηδικής ακαδημίας κατηγορήθηκε για πολιτική μεροληψία υπέρ του Τούρκου συγγραφέα, κατέστησε σαφές ότι η επιλογή έγινε καθαρά με λογοτεχνικά κριτήρια. Η σύγκριση της εξαιρετικής μετάφρασης της Freely μα τα ασθμαίνοντα κείμενα στο πρωτότυπο δείχνει την πραγματική πηγή της λογοτεχνικής τους αξίας.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Βαργκ Βέουμ με ακολουθεί συνεχώς! Τώρα τελευταία, δε, κάνει τη μία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη μετά την άλλη. Αν κι εγώ τον είχα φανταστεί λίγο διαφορετικά, λίγο περισσότερο σαν τον ίδιο τον Στόλεσεν κι όχι σαν το γοητευτικό Trond Espen Seim… Ο Άξελ Βίντινγκ επίσης. Είναι το alter ego του πολύ αγαπητού μου μουσικού Ketil Bjørnstad: μεγάλωσε κι έγινε ένας εξαιρετικός συνθέτης κι ερμηνευτής της jazz. Συν τοις άλλοις, υπάρχει κι ένα τρίτο και τελευταίο μέρος των περιπετειών του, που παραμένει για την ώρα αμετάφραστο. Οψόμεθα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον «Δρυ», το εφηβικό alter ego του καλού μου, πια, φίλου Ιζζέτ Τζελάσιν: εγκατέλειψε την Κων/πολη και ζει μια όμορφη και ήσυχη ζωή στο Όσλο.

Ο χαρακτήρας που αγάπησα περισσότερο, όμως, (και τη ζωή του οποίου ζήλεψα και λίγο) ήταν ο Τζων Μικλάουντ, του Ρόμπιν Τζένκινς: πάντα είχα αδυναμία στους ατρόμητους λάτρεις του κοσμοπολιτισμού, των ταξιδιών και της περιπέτειας. Ο Τζων με «συνόδευσε» για αρκετούς μήνες μετά το τέλος του βιβλίου, καθώς μου έδωσε την αφορμή να μελετήσω αυτό που οι Βρετανοί ονομάζουν «Το Μεγάλο Παιχνίδι»: τις αποικιοκρατικές συγκρούσεις μεταξύ Βρετανών και Ρώσων για τον έλεγχο της Κεντρικής Ασίας. Είναι μια πτυχή της ιστορίας για την οποία γνώριζα ελάχιστα πράγματα και η οποία ― λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εμπλοκή της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα πράγματα ― μ’ έκανε να δω τον 1ο Π.Π. μ’ ένα εντελώς νέο μάτι.

Περί αδιακρισίας.

Πώς βιοπορίζεστε;

Μεταφράζοντας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Ζαν Μισέλ Γκενασιά (εκδ. Πόλις). Την τριλογία Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ (εκδ. Μέδουσα). Ξαναδιαβάζω, για δεύτερη φορά (back to back, που λένε) το «Οpen City» του Teju Cole. Ανάλογα το κέφι μου!
Γράφω ποίηση, με σκοπό την έκδοση μιας δεύτερης ποιητικής συλλογής στα Ελληνικά. Μερικά ποιήματα είναι έτοιμα και θα «φύγουν» για δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Στα υπόλοιπα κάτι λείπει, όπως λέμε χαριτολογώντας με το Γιάννη Δούκα: ένα χέρι εδώ, ένα πόδι εκεί• μερικά έχουν δυο μύτες, δυο αυτιά, κ.ο.κ. Χρήζουν εγχείρισης. Συνεχίζω να γράφω και στ’ Αγγλικά. Αυτό δε σταματάει ποτέ.

Ακονίζω τις δυνάμεις μου μ’ ένα πεζό κείμενο που ξεκίνησε από διήγημα, έγινε νουβέλα και ξανακόπηκε σε διήγημα. Επίσης μη-έτοιμο. Δε μου προκαλεί το ίδιο άγχος όσο τα ποιήματα όμως. Θέλει χρόνο για να ωριμάσει.

Μεταφράζω τη συνέχεια της «Λέσχης των Νέων Πιανιστών» του Ketil Bjørnstad για τις εκδόσεις Πόλις, με τίτλο «Το Ποτάμι». Επίσης, τα «21 τραγούδια αγάπης» της Adrienne Rich, από την ποιητική της συλλογή «The dream of a common language». Ξανά…Τις προάλλες, έσβησα άθελά μου το file με την υπάρχουσα μετάφραση κι έπρεπε να ξεκινήσω απ’ την αρχή. Μεγαλεία…

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είδα πρόσφατα το Λιμάνι της Χάβρης του Καουρισμάκι κι ενθουσιάστηκα με την αισθητική και τον ανθρωπισμό του. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Α Single Man» του Τομ Φορντ: ήταν μια υπενθύμιση ότι στην άρτια εκτελεσμένη τέχνη δε χωράει τίποτα το περιττό.

Στο σινεμά έχω ορισμένους σύγχρονους σκηνοθέτες που αγαπώ και παρακολουθώ, ασχέτως εάν ορισμένες ταινίες τους μ’ έχουν απογοητεύσει. Ποιος καλλιτέχνης είναι, εξάλλου, μονίμως καλός; Είναι συνήθως σκοτεινοί και λίγο καφκικοί: David Lynch, Darren Aronovksy, David Fincher, Christopher Nolan, Nuri Bilge Ceylan, Christopher Boe, Lars Von Trier. Στέκονται όλοι πάνω στους ώμους των γιγάντων Ingmar Bergman και Akira Kurosawa. Με το θέατρο τα πήγαινα πολύ καλύτερα όσο ζούσα στην Αγγλία… Αγαπούσα ιδιαίτερα τα ευφυέστατα θεατρικά έργα του David Hare και της Yasmina Reza.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Την αιώνια νιότη, όχι. Την εκτενή νιότη, ίσως. Τη μεταφραστική μου ιδιότητα, γιατί όχι; Την αναγνωστική, ασφαλώς και όχι. Τη συγγραφική, δε, με τίποτα.

Στις φωτογραφίες: Frank O’ Hara, John Gray, Adrienne Rich, Jens Christian Grøndahl, Patrick Modiano, Teju Cole, Gunnar Staalesen, Ketil Bjørnstad, David Hare, Kaurismaki/Havre.

30
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 73. Γιώργος Κυριαζής

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να βουτάω μονομιάς σε ένα νέο λογοτεχνικό κείμενο προς μετάφραση, χωρίς να το έχω διαβάσει πρώτα, για να μη χάσω την αίσθηση της έκπληξης που θα απολάμβανα ως αναγνώστης του. Το λεγόμενο «πρώτο πέρασμα» που κάνω δεν είναι ποτέ πρόχειρο, αλλά εξαντλητικό, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσω χρόνο από τα επόμενα περάσματα. Επίσης έχω την τάση να ερευνώ ακόμη και πράγματα για τα οποία είμαι σίγουρος.

Η σχέση του μεταφραστή είναι πρωτίστως με το κείμενο, και όχι με τον συγγραφέα (είμαι υπέρμαχος της αυτονομίας του κειμένου), αλλά σε περιπτώσεις που ο συγγραφέας είναι αυτό που λέμε «στυλίστας», είναι πολύ χρήσιμο να έχει διαβάσει κανείς άλλα βιβλία του, έτσι ώστε να αποφύγει ατοπήματα ως προς το ύφος. Και αν ο μεταφραστής έχει την τύχη να εργαστεί πάνω σε δύο ή περισσότερα βιβλία του ίδιου συγγραφέα, τότε μπορεί να τον αντιμετωπίσει πιο ολοκληρωμένα και, κατά κάποιον τρόπο, να δημιουργήσει ένα ενιαίο ύφος, αναγεννώντας έτσι, ουσιαστικά, το κείμενο σε μια νέα γλώσσα (εάν, βεβαίως, όλα πάνε καλά).

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η ίδια, και στις δυο περιπτώσεις: Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, του Τόμας Πίντσον. Απίστευτα δύσκολο βιβλίο, που όμως επιβραβεύει και με το παραπάνω την προσπάθεια, και του μεταφραστή και του αναγνώστη. Υπάρχουν εκεί μέσα πολλές παράγραφοι, ή και ολόκληρες σελίδες, που ακόμη και τώρα τις διαβάζω και μένω άφωνος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Όλα του Τόμας Πίντσον. Και αυτά που έχω κάνει εγώ (Το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας, Μέισον και Ντίξον, Ενάντια στη Μέρα, Έμφυτο Ελάττωμα), και αυτά που έχουν κάνει άλλοι άξιοι συνάδελφοι (Η Συλλογή των 49 στο Σφυρί, Βάινλαντ, V., Βραδείας Καύσεως). Μη με παρεξηγείτε, ο Πίντσον είναι η εμμονή μου.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση;

Επειδή η εναλλαγή χαρτιού-οθόνης με κουράζει, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να «σαρώνω» το πρωτότυπο, ώστε να το έχω, έστω και ως εικόνα, σε ηλεκτρονική μορφή. Έτσι, έχοντας στην οθόνη το πρωτότυπο, τον επεξεργαστή κειμένου, το λεξικό και τη μηχανή αναζήτησης, νιώθω ετοιμοπόλεμος και μπορώ να ξεκινήσω. Συνήθως αποφεύγω να δουλεύω με μουσική υπόκρουση, γιατί, ακριβώς επειδή είμαι και μουσικός, ο νους μου στρέφεται αμετάκλητα εκεί. Αν χρειάζομαι κάτι για να σπάσει η μονοτονία της σιωπής, βάζω (πάλι στον υπολογιστή) κάποια αδιάφορη ταινία ή σειρά, η οποία παίζει στο φόντο χωρίς να διεκδικεί την προσοχή μου.

Ασχολείστε και με την μουσική. Με ποιο τρόπο; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Είμαι εδώ και χρόνια μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ, με την οποία έχω πάρει μέρος σε πάρα πολλές συναυλίες και παραστάσεις με ένα ευρύτατο φάσμα μουσικών έργων. Για ένα διάστημα συνεργάστηκα και με την Πειραματική Λυρική Σκηνή, ως σολίστας. Επίσης συμμετέχω σε δύο φωνητικά σύνολα (Εμμέλεια και Πολυφωνία) τα οποία είναι προσανατολισμένα κυρίως στη μουσική της αναγέννησης. Παλιότερα συμμετείχα στο μεσαιωνικό συγκρότημα Lyrae Cantus, καθώς και στο ποπ συγκρότημα One Night Suzan. Υπήρξα και ψάλτης.

Η μουσική που ακούω είναι πολυποίκιλη, με κάποια προτίμηση στην κλασική, το μπαρόκ και την παλιά τζαζ, αλλά όποτε νιώθω ότι θέλω να «εξανθρωπιστώ» καταφεύγω πάντοτε στη φωνητική αναγεννησιακή μουσική, και ιδιαίτερα της φλαμανδικής σχολής. Βέβαια, μια μικρή γωνιά στην καρδιά μου είναι πάντοτε φυλαγμένη για τους Pink Floyd και για την παιδική μου αγάπη, τους Doors. (Και μια άλλη, όχι και τόσο μικρή, ανήκει στον μέγιστο Μπαχ.) Από τη φετινή δισκογραφική παραγωγή, πάντως, ξεχωρίζω τους δίσκους του Tom Waits και της Bjork.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν θα αναφέρω ονόματα, αλλά ναι, υπάρχουν, και είναι όλοι Αμερικανοί. Τυχαίο; Δεν νομίζω…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Η θέση του μεταφραστή δεν είναι μέσα στην εκτυφλωτική δέσμη των προβολέων της δημοσιότητας. Μάλιστα, θα έλεγα πως ούτε και η θέση του συγγραφέα είναι εκεί. Για μένα, επίκεντρο θα πρέπει να είναι το κείμενο, και η αλληλεπίδρασή του με τον αναγνώστη. Το κείμενο κυριαρχεί, αλλά ο αναγνώστης είναι ο πραγματικός ανθρώπινος πρωταγωνιστής, από αυτόν εξαρτάται κατά πόσο το κείμενο θα καταφέρει να μεταδώσει τα νοήματά του. Εξάλλου, ο αναγνώστης είναι και ο ίδιος φορέας νοημάτων, και τελικά καθένας διαβάζει στο κείμενο τον εαυτό του, γι’ αυτό και ταυτίζεται με κάποια κείμενα, ενώ με άλλα όχι. Πέραν αυτού, και ο συγγραφέας αξίζει την αναγνώριση, ως εφευρετικός δημιουργός, αλλά και ο μεταφραστής, ως δημιουργικός τεχνίτης. Το πρόβλημα με την κριτική είναι ότι συχνά αγνοεί εντελώς τον δεύτερο, και στρέφει την προσοχή της επάνω του μόνο στις περιπτώσεις που το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει προβλήματα. Δεν περιμένω από έναν κριτικό να αναφερθεί διεξοδικά στη μετάφραση, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο (είδος εν ανεπαρκεία, σήμερα), αλλά μια έστω και μικρή αναφορά σ’ αυτήν είναι βάλσαμο. Ας μην ξεχνάμε ότι μια μετάφραση, ακόμη και μέτρια, είναι προϊόν κακοπληρωμένου μόχθου. Κατ’ αυτή την έννοια, ο μεταφραστής είναι σαν τον μουσικό: και οι δυο «ερμηνεύουν» τις δημιουργίες άλλων, και ουσιαστικά αντλούν τη μοναδική τους ικανοποίηση από το χειροκρότημα, είτε του ακροατή είτε του αναγνώστη.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Οι επιμελητές και οι διορθωτές κατ’ ανάγκη λάμπουν δια της απουσίας τους. Είναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια. Μόνο οι άνθρωποι του χώρου μπορούν να εκτιμήσουν την προσφορά τους, η οποία (το ξέρω από πρώτο χέρι) είναι τεράστια. Δεν είναι λίγες οι φορές που ένας καλός επιμελητής έσωσε μια κακή μετάφραση, μόνο και μόνο για να εισπράξει αργότερα ο μεταφραστής τα εύσημα.

Ως προς τη συνεργασία, πολλοί, απ’ ό,τι βλέπω, επιλέγουν να δουλεύουν μόνοι, κάνοντας μόνο σποραδικά μερικές ερωτήσεις σχετικά με το κείμενο. Άλλοι βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το μεταφραστή, πράγμα που προσωπικά προτιμώ. Δεν είχα ποτέ κάποιο πρόβλημα με κανέναν, αλλά νιώθω ότι πρέπει να κάνω ιδιαίτερη αναφορά στον επιμελητή των δύο βιβλίων του Πίντσον που βγήκαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, τον Δημήτρη Πήχα, ο οποίος αγάπησε πολύ τα βιβλία, μπήκε στο ύφος του συγγραφέα, έψαξε εξαντλητικά τα πάντα, και με γλίτωσε από κάμποσες κακοτοπιές.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πολλές φορές νιώθω σαν τον Ταϊρόν Σλόθροπ, τον «πρωταγωνιστή» (τα εισαγωγικά απαραίτητα) του Ουράνιου Τόξου της Βαρύτητας, χαμένος μέσα σ’ αυτά που γίνονται γύρω μου, πασχίζοντας να βρω μια διέξοδο, με τη μόνιμη αίσθηση ότι κάποια σκευωρία εξυφαίνεται σε βάρος μου. Πολλοί άλλοι άνθρωποι νιώθουν το ίδιο, φαντάζομαι.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Σαίξπηρ, Ντίκενς, Καλβίνο, Βιάν, Βερν, Ντικ, Γουέλς, Λάβκραφτ, Μπρινκ, Άπνταϊκ, Τζόις, Πάουντ, Κάμινγκς, Πόε, Μπέκετ, Φιτζέραλντ, Καμύ, Κρούμι, Ναμπόκοφ, Πίντσον, κι άλλοι πολλοί.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Πφιτς, Περιμένοντας τον Γκοντό, Ο Μεγάλος Γκάτσμπι, Οδυσσέας, Ο Αφρός των Ημερών, Οι Αόρατες Πόλεις, Ιστορία Δύο Πόλεων, Άμλετ, Ούμπικ, Λολίτα, τα σονέτα του Σαίξπηρ, τα άπαντα του Κάμινγκς, και φυσικά το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Λιγεία και Η Πτώση του Οίκου των Άσερ, του Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Τους νέους έλληνες λογοτέχνες δεν τους έχω διαβάσει όσο θα ήθελα. Δεν φταίνε αυτοί, εγώ φταίω. Σκοπεύω να ανακτήσω σύντομα το χαμένο έδαφος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Τζερεμάια Ντίξον, από το Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον. Ζωηρός, κεφάτος, αισιόδοξος, ερωτευμένος με τη ζωή και πανέτοιμος ανά πάσα στιγμή να γευτεί τις χαρές της, κυνηγώντας τις έντονες γεύσεις, τα εξαίσια αρώματα και τις όμορφες γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης και προσωπική ακεραιότητα.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι εν γένει;

Το διαδίκτυο είναι σπουδαίο εργαλείο, αρκεί να γνωρίζει κανείς μερικά στοιχειώδη πράγματα για τη λειτουργία, τη λογική και την ψυχολογία του μέσου, αλλιώς εύκολα απογοητεύεται και γίνεται αφοριστικός. Για παράδειγμα, δεν χρειαζόμαστε όλα όσα προσφέρονται, και πρέπει να έχουμε το κριτήριο να επιλέξουμε τι μας κάνει και τι όχι. Επίσης είναι σημαντικό να έχουμε υπόψη ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά στο ίντερνετ και διαφορετικά στην πραγματική ζωή. Περιηγούμαι στο διαδίκτυο εδώ και πάνω από 6 χρόνια, και βλέπω ότι υπάρχουν μπόλικα πολύ καλά ελληνικά ιστολόγια, για κάθε θεματολογία. Δυστυχώς, τη μερίδα του λέοντος ως προς την επισκεψιμότητα την έχουν όσοι αναπαράγουν απλώς  ειδήσεις από τα παραδοσιακά ΜΜΕ, ειδικά αν αυτές έχουν (ή μπορούν εύκολα να αποκτήσουν) και μια λαϊκιστική χροιά. Αλλά αυτό που μετράει, τελικά, είναι το πρωτότυπο περιεχόμενο, και προς αυτή την κατεύθυνση θα πρέπει να κινηθεί όποιος θέλει να ασχοληθεί πιο ενεργά με το αντικείμενο.

Ιστολογείτε με το Πυντσονικόν – Σημειώσεις ενός μεταφραστή για τα έργα του Thomas Pynchon [http://pynchonikon.wordpress.com/]. Πως σας δημιουργήθηκε η επιθυμία της δημιουργίας του και πως το ζείτε ως σήμερα;

Είχα περάσει πολλά χρόνια μεταφράζοντας κυρίως Πίντσον, και ήθελα να αρχίσω να μιλάω περισσότερο γι’ αυτόν, αν και μια επίσκεψη στο ιστολόγιο θα σας δώσει την εντύπωση πως είμαι λιγομίλητος, γιατί δεν γράφω και πολύ συχνά. Εξάλλου, με τόσο περιορισμένη θεματολογία, πόσο συχνά μπορεί να γράφει κανείς; Αλλά δεν ήθελα ένα προσωπικό ιστολόγιο, όπου θα έγραφα γενικότερες σκέψεις και απόψεις, οι οποίες, στο κάτω-κάτω, δεν ενδιαφέρουν κανέναν. Ήθελα κάτι πολύ συγκεκριμένο. Και έτσι θα συνεχίσω.

Επίσης, γνωρίζοντας πολύ καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης του Πίντσον, ξεκίνησα έναν Πιντσονικό Οδηγό [http://pynchonguide.wordpress.com/], με σημειώσεις και επεξηγήσεις πάνω στα σημεία εκείνα στα οποία είναι πιθανόν να σκοντάψει κανείς κατά την ανάγνωση. Προς το παρόν το περιεχόμενο καλύπτει μόνο ενάμισι βιβλίο, αλλά σιγά-σιγά θα επεκτείνεται.

Η εξοικείωσή σας με το Πυντσονικό Σύμπαν είναι εμφανής. Τι σας έχει προσελκύσει στον συγγραφέα αυτόν; Με ποιο βιβλίο σας μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να ξεκινήσει ο αμύητος αναγνώστης και ποιο είναι το δικό σας αγαπημένο;

Είναι ακόμη χαραγμένη μέσα μου η μαγική αίσθηση που είχα όταν ήμουν μικρός και διάβαζα τα μυθιστορήματα του Βερν. Είχα την τύχη να τη νιώσω κι άλλες φορές, με πολλούς συγγραφείς. Αλλά ο μόνος που κατάφερε να την υπερβεί ήταν ο Πίντσον, με αυτό το ακαταμάχητο κράμα αχαλίνωτης φαντασίας και εγκυκλοπαιδικού ρεαλισμού, και με αυτό το ανυπέρβλητο γλωσσικό ύφος, που σε στέλνει αδιάβαστο, ό,τι κι αν έχεις διαβάσει ποτέ σου. Αρκεί να δεχτείς να συμμετάσχεις στο παιχνίδι, γιατί η ανάγνωση του Πίντσον απαιτεί ενεργό συμμετοχή, η γραφή του δεν είναι μια απλή εξιστόρηση, είναι ένα παιχνίδι με το μυαλό σου.

Για μια πρώτη προσέγγιση, το πιο κατάλληλο είναι το τελευταίο του μυθιστόρημα, το Έμφυτο Ελάττωμα (εκδόσεις Καστανιώτη). Η αφήγηση είναι συμπαγής και γραμμική, κι έτσι δεν χάνεται κανείς εύκολα, όπως σε άλλα βιβλία του, ενώ βοηθά και η νουάρ πλοκή. Εξάλλου, ο αναγνώστης θα μπορέσει να επωφεληθεί πλήρως και από τον Πιντσονικό Οδηγό, μια που το Έμφυτο Ελάττωμα είναι το μοναδικό βιβλίο στο οποίο έχω ολοκληρώσει τις σημειώσεις εκεί.

Το δικό μου αγαπημένο είναι αναμφισβήτητα το Ουράνιο Τόξο της Βαρύτητας. Δεν υποτιμώ σε καμία περίπτωση τα υπόλοιπα, αντίθετα. Κατά μία έννοια, μάλιστα, το Μέισον και Ντίξον και το Ενάντια στη Μέρα είναι πιο ώριμα και πιο μεστά έργα. Αλλά το Ουράνιο Τόξο είναι πιο ξέφρενο, πιο οργιώδες, πιο αιχμηρό. Εξάλλου, ήταν και το πρώτο βιβλίο του που διάβασα (χάρη στον Γιάννη Τσιώλη), και μετέφρασα (χάρη στην Ιωάννα Χατζηνικολή).

Συμμετέχετε στην έκδοση του The Zone, του πρώτου ελληνικού διαδικτυακού περιοδικού για το έργο του Τόμας Πίντσον [http://www.thezone.gr/]. Ποιοι είστε, τι κάνετε, πώς και γιατί;

Είμαστε μια παρέα Πιντσονόφιλων, που συναντιόμαστε διαδικτυακά στο Facebook [http://www.facebook.com/groups/253860511066/], με πρωτοβουλία του Βασίλειου Δρόλια [http://ficciones.wordpress.com/], ο οποίος είχε την ιδέα και έχει αναλάβει και  την υλοποίηση του περιοδικού. Ο σκοπός μας είναι να αρχίσουν να γράφονται περισσότερα κείμενα στα ελληνικά για τον Πίντσον, για θέματα που σχετίζονται με το έργο του, για επιρροές, για επιδράσεις, αλλά και για άλλους συγγραφείς αυτής της γενιάς. Κεντρικός άξονάς μας είναι ο Πίντσον, αλλά δεν θα περιοριστούμε εκεί.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν παρακολουθώ θέατρο, και ο λόγος είναι ότι πολύ σπάνια πλέον βγαίνω έξω τα βράδια. Το θέατρο είναι ζωντανή τέχνη, όπως η συναυλία, απαιτεί φυσική παρουσία, αυτό που συμβαίνει εκεί δεν μπορεί να αποτυπωθεί στη βιντεοσκόπηση ή την ηχογράφηση. Είναι άλλος ένας τομέας στον οποίο θα πρέπει να προσπαθήσω να βελτιωθώ.

Με τον κινηματογράφο τα πάω λίγο καλύτερα. Μου αρέσουν δημιουργοί όπως ο Λιντς, οι Κοέν, ο Ίστγουντ, ο Ταραντίνο, ο Άντερσον και ο Μπάρτον. Η τελευταία ταινία που είδα και με μάγεψε ήταν το Μεσάνυχτα στο Παρίσι, του Γούντι Άλεν. Αλλά μου αρέσει πολύ και η φαντασία, ιδίως η επιστημονική. Προτείνω ανεπιφύλακτα, σε όποιον έχει πρόσβαση, την τηλεοπτική σειρά Battlestar Galactica (2004-2009), αναβίωση της παλιάς ομώνυμης σειράς, αλλά με πολύ πιο σκοτεινό ύφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Έχω συνεργαστεί κατά καιρούς με τα περιοδικά Διαβάζω, Δέντρο, Πλανόδιο, Ρεύματα, και (δε)κατα, αλλά γενικότερα θεωρώ ήρωα οποιονδήποτε εκδίδει σήμερα λογοτεχνικό περιοδικό, και του βγάζω το καπέλο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Η φιλοδοξία υπάρχει από παλιά, αλλά μόνο ένα ποίημα έχω δημοσιεύσει, στο περιοδικό Ρεύματα, αν θυμάμαι καλά. Στο μεταξύ άφησα κατά μέρος την ποίηση (ελπίζω προσωρινά): είχε αρχίσει να μου φαίνεται εύκολη, σίγουρη ένδειξη πως κάτι έκανα λάθος. Τώρα δουλεύω το προσχέδιο ενός μυθιστορήματος, αλλά αυτό είναι κάτι που θέλει τρομερή αφοσίωση και άφθονο χρόνο. Θα φανεί στην πορεία αν τα έχω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω το Poor People του William T. Vollmann, για τον Κέδρο. Στα διαλείμματα, διαβάζω το Lowside of the Road (μια βιογραφία του Tom Waits), και όπου να ’ναι θα ξαναπιάσω τον Οδυσσέα του Τζόις, αυτήν τη φορά στα ελληνικά, μια που ο αεικίνητος Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης [http://bookspottings.blogspot.com/] σχεδιάζει υπερμαραθώνιο ανάγνωσης του βιβλίου το Φλεβάρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τι; Και να χάσω την ευκαιρία να δουλεύω τον κόσμο προσποιούμενος ότι δεν ακούω καλά λόγω γήρατος; Θα αστειεύεστε…

[Σημ. Πανδοχείου: Στις φωτογραφίες, εκτός των μεταφρασμένων από τον φιλοξενούμενο βιβλίων, δυο από τις εικόνες που αναδύονται στη διαδικτυακή επιφάνεια όταν πληκτρολογηθεί το όνομα Thomas Pynchon, το πιο αγαπημένο μας εξώφυλλο και οπισθόφυλλο Πυντσονικού Βιβλίου και, τελευταία, η φωτογραφία της ταυτότητας του μεταφραστή.  Δημοσίευση, φυσικά, και στο mic.gr]

20
Δεκ
11

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 72. Αχιλλέας Κυριακίδης

Περί γραφής και ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φλομπέρ, Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Μπόρχες, Σάμπατο, Φόκνερ, Κορτάσαρ, Μάρκες, Περέκ, Εσνόζ, Κάλβος, Βιζυηνός, Σεφέρης, Σινόπουλος, Χειμωνάς.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η αισθηματική αγωγή (Φλομπέρ), Ο ηλίθιος (Ντοστογιέφσκι), Η δίκη (Κάφκα), Μυθοπλασίες (Μπόρχες), Η βουή και το πάθος (Φόκνερ), Το κουτσό (Κορτάσαρ), Εκατό χρόνια μοναξιά (Μάρκες), Ζωή οδηγίες χρήσεως (Περέκ), Προπαντός όχι Σοπέν (Εσνόζ), Το αμάρτημα της μητρός μου (Βιζυηνός), Τρία κρυφά ποιήματα (Σεφέρης), Το γκρίζο φως (Σινόπουλος), Οι χτίστες (Χειμωνάς), Το στρίψιμο της βίδας (Τζέιμς), Ανατολικά της Εδέμ (Στάινμπεκ), Κάτω από το ηφαίστειο (Λόουρι), Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα (Μπουλγκάκοφ), Τέσσερα κουαρτέτα (Έλιοτ), Πέδρο Πάραμο (Ρούλφο), Εννέα ιστορίες (Σάλιντζερ), Ασκήσεις ύφους (Κενό), Τζαστίν (Ντάρελ), Το τούνελ (Σάμπατο), Το αστείο (Κούντερα), Η θεία Χούλια και ο γραφιάς (Λιόσα), Νερό καμένο (Φουέντες), Λολίτα (Ναμπόκοφ), Σκυλίσια χρόνια (Γκρας), Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης… (Καλβίνο), Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (Σεπούλβεδα), Μετάξι (Μπαρίκο), Η μικρή Μπιζού (Μοντιανό),

Καθένας (Ροθ), Ο Λόγος (Κινιάρ), Ακυβέρνητες πολιτείες (Τσίρκας), Τρεις γυναίκες (Πολίτης), Το φύλλο-Το πηγάδι-Το αγγέλιασμα (Βασιλικός), 12 ποιήματα για τον Καβάφη (Ρίτσος), Ζητείται ελπίς (Σαμαράκης), Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου), Η κάθοδος των εννιά (Βαλτινός), Το μονόγραμμα (Ελύτης), Η συντεχνία (Βαγενάς), Χαίρε ποτέ (Δημουλά), Ο ωραίος λοχαγός (Κουμανταρέας), Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου), Γυάλινα Γιάννενα (Γκανάς), Από το στόμα της παλιάς Remington (Πάνου), Ο θάνατος το στρώνει (Βαρβέρης), Ο κακός αέρας (Καλοκύρης), Και με το φως του λύκου επανέρχονται (Ζατέλη), Με γεμάτο στόμα (Ευσταθιάδης), Η πηγάδα (Δούκα), Μ’ ένα στεφάνι φως (Μαστοράκη), Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές (Σωτηροπούλου), Το γονίδιο της αμφιβολίας (Παναγιωτόπουλος), Απόντος του παραλήπτου (Χατζηδημητρίου), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (Μαυρουδής), Οικογενειακές ιστορίες (Γουδέλης).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Μπάρτελμπι, ο γραφιάς» (Μέλβιλ), «Περιγραφή ενός αγώνα» (Κάφκα), «Ο Νότος» (Μπόρχες), «Οι νεκροί» (Τζόις), «Ιδανική μέρα για μπανανόψαρα» (Σάλιντζερ), «Μίριαμ» (Τρούμαν Καπόουτι), «Γράμματα από τη μαμά» (Κορτάσαρ), «Δύσκολο να σου τύχει καλός άνθρωπος» (Ο’ Κόνορ), «H απίστευτη και θλιβερή ιστορία της αθώας Ερέντιρας και της άσπλαχνης γιαγιάς της» (Μάρκες), «Αυτά ήταν κάποτε παλάτια» (Φουέντες), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις» (Σεπούλβεδα), «Το νερό της βροχής» (Καραγάτσης), «Σήμα κινδύνου» (Σαμαράκης), «Σαμπεθάι Καμπιλής» (Χατζής), «Το αρμένισμα» (Κουμανταρέας), «Πολυξένη» (Νόλλας),  «Επιτάφιος θρήνος» (Ιωάννου), «Θερμά θαλάσσια λουτρά» (Παπαδημητρακόπουλος), «Η πηγάδα» (Δούκα), «Καλοκαιρινός κινηματογράφος» (Πανσέληνος), «Κάθε ξημέρωμα ήμουν εκεί» (Διβάνη), «Σαββατιάτικες δουλειές» (Ηλιοπούλου), «Ένα κουβέρ» (Ευσταθιάδης), «Ο τελευταίος Βαρλάμης» (Βαλτινός).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ευάριθμοι (αλφαβητικά): Δημήτρης Αθηνάκης, Μιχάλης Γεννάρης, Γιάννης Δούκας, Βασίλειος Δρόλιας, Κατερίνα Έσσλιν, Δήμητρα Κολλιάκου, Έλενα Μαρούτσου, Ιωάννα Μπουραζοπούλου, Χρήστος Οικονόμου, Βασιλική Πέτσα, Μαργαρίτα Φρανέλη και (λίιιιγο παλαιότερος) Θανάσης Χειμωνάς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Καθότι ακραιφνής διηγηματογράφος, διαθέτω ήρωες που όχι μόνο η γραφτή ζωή τους είναι μικρού μήκους, αλλά και δεν είναι γραφτό τους να μετεμψυχώνονται από διήγημα σε διήγημα. Στη χάση και στη φέξη, τους επισκέπτομαι. Όσοι δεν έτυχε να πεθάνουν στο διήγημά τους, καλά είναι.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Μπουβάρ και ο Πεκισέ. Ο Μίσκιν. Ο Μπάρτελμπι. Ο Ιωσήφ Κ. Οι Κόμπσον. Ο ήρωας του «Νότου» (Μπόρχες). Ο Σίμορ Γκλας. Ο Χάμπερτ Χάμπερτ. Οι Μπουενδία. Ο Μπάρτελμπουθ. Και, πάνω απ’ όλους, ο πρόξενος Φέρμιν.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Δεν γράφω παρά μόνο σε τόπους εκτός του γραφείου μου/σπιτιού μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η ευκολία μεταφοράς των εργαλείων της συγγραφής –όσο βαριές κι αν είναι η μνήμη (ή η λήθη) και η ιδέα, δεν παύουν να είναι κατηγορίας πτερού– με κάνει να θεωρώ κάθε σημείο της πόλης ευάλωτο στις εκπορθητικές μου διαθέσεις και ιδεώδες για να στήσω το μικρό και απαραβίαστο ιδιωτικό μου γραφείο: γράφω όταν οδηγώ κι όταν με οδηγούν λεωφορεία και τρένα· γράφω όταν είμαι μόνος και, κατά προτίμηση, όταν δεν είμαι μόνος· γράφω στο φως και στο σκοτάδι· γράφω στο σπίτι, ανάμεσα σε δύο τρυφερότητες, και στο γήπεδο, ανάμεσα σε δύο ιαχές. Δε με εμπνέει η ηρεμία, αλλά ο σάλος, οι κουβέντες των ανθρώπων γύρω μου που εκπνέουν λέξεις κι ας μην τις καταλαβαίνω, η μυρωδιά της παρουσίας του άλλου, ο πάταγος των αισθημάτων του. Αργότερα, με πληκτρισμούς, θα γίνει η καθέλκυση της ιδέας που έχει πια μορφωθεί σ’ ένα διήγημα…

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; 

Ο τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο γράφω ένα διήγημα, δεν έχει διόλου να κάνει με οργανώσεις χώρου, διευθετήσεις χρόνου, προκατακλυσμιαίες προφυλάξεις και άλλες ρυθμίσεις, παρά με ορμέμφυτες διαδικασίες, με τη σχεδόν ενδοκρινή δημιουργία ενός είδους κάλυκα, θήκης, κάτι σαν κουκούλι, μέσα στο οποίο αυτή η περίφημη «ιδέα για ένα διήγημα» θα περάσει τη –συνήθως μακρόχρονη– νυμφική της φάση: στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στην παύση ανάμεσα σε δύο μουσικές, στον πρώτο ύπνο. Κι ύστερα, όταν έρθει η ώρα, πιάνω μολύβι και χαρτί, διαλέγω ένα café, το πιο πολυσύχναστο (ποτέ δεν ήμουν «χημικός» του δοκιμαστικού σωλήνα, ποτέ δεν ήθελα το περιβάλλον μου αποστειρωμένο απ’ την ανθρώπινη φωνή), κι αφήνω να ξετυλιχτεί μπροστά μου η φαντασμαγορία της έκδυσης. Καίτοι έχω συχνά την αίσθηση ότι όλο αυτό διαδραματίζεται σχεδόν ερήμην μου, εξίσου συχνά διακατέχομαι κι  απ’ τη βεβαιότητα ότι, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο ενδόμυχο, πιο πεισματικά και εγωιστικά ιδιωτικό, απ’ την καλλιτεχνική πράξη.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπαχ, Μότσαρτ, Χέντελ, Μπάρτοκ, Βέμπερν, Σοστακόβιτς, Μπιτλς, Ντίλαν, Μπρελ, Γκέιμπριελ, Θεοδωράκης.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Η απάντησή μου αφορά συνοπτικά όλα μου τα βιβλία, εκτός από τις 3 συλλογές δοκιμίων (7 συλλογές διηγημάτων και 2 νουβέλες). Κατά τον Μπόρχες («Οι τέσσερις κύκλοι»), τέσσερις είναι όλες κι όλες οι ιστορίες τις οποίες, «στο χρόνο που μας μένει, θα συνεχίσουμε να αφηγούμαστε, μεταμορφωμένες»: η αφήγηση της υπεράσπισης μιας πολιορκούμενης πολιτείας από «γενναίους άνδρες», της επιστροφής του πολεμιστή, μιας αναζήτησης και της θυσίας ενός θεού. Αν θεωρήσει κανείς ότι, ακόμα και στην τελευταία ιστορία, ο (όποιος) θεός, προκειμένου να θυσιαστεί, πρέπει πρώτα να εξανθρωπιστεί, εύκολα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, κατ’ ουσίαν, ένα είναι το κεντρικό θέμα κάθε μυθοπλασίας: ο Άνθρωπος· αυτός που, κατά τη μεγαλοφυή διατύπωση του Αραγκόν, είναι «η απάντηση, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο λέγεται Κωμωδία (Πόλις, 2010) και πραγματεύεται τρεις-τέσσερις ζωές απ’ αυτές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας Έλληνας της γενιάς μου. Η Κωμωδία είναι νουβέλα· μ’ άλλα λόγια, το μακροσκελέστερο κείμενό μου μετά το μικρό μυθιστόρημα Ο Ναπολέων Αστός σε νέες περιπέτειες του 1974. Φανατικός θιασώτης και θεράπων της μικρής φόρμας (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο), υποχρεώθηκα από το ίδιο το θέμα να αναπτυχθώ πέρα απ’ τις οικείες μου διαστάσεις, επιχειρώντας, ωστόσο, να εξορκίσω την παράβαση (ή να εξευμενίσω το θεό της μικρής φόρμας) με τις δύο πρώτες λέξεις της νουβέλας: «Καίριο και περιεκτικό».

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο» (γιατί είναι αείφυλλο κι αγαπώ τους εκδότες του), το «Εντευκτήριο» (γιατί είναι πάντα θαλπερό κι αγαπώ τον εκδότη του), το «δε(κατα)» (γιατί αγαπώ τον εκδότη του). Όσο για «μη ενεργά», νοσταλγώ το κύρος της «Επιθεώρησης Τέχνης», το μεράκι του «Τραμ», το κύρος και το μεράκι του «Χάρτη».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον άγνωστο στην Ευρώπη αμερικανό στοχαστή και λογοτέχνη Κρίστιαν Γκρέινβιλ (Christian Grainville). Θα το κάνω κάποτε.

Παλαιότερα διαβάζαμε και κείμενά σας όσον αφορά τον σύγχρονο κινηματογράφο. Έχετε σταματήσει να γράφετε τέτοια κείμενα; Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω εκδώσει ένα βιβλίο με αμιγώς κινηματογραφικά κείμενα [Η συνέχεια επί της οθόνης (1984)] και δύο συλλογές δοκιμίων [Ψευδομαρτυρίες (1998), Μικρή περιοχή (2007)], μεγάλο μέρος των οποίων καλύπτουν σπουδές για συγκεκριμένους (αγαπημένους) σκηνοθέτες ή/και συγκεκριμένες (αγαπημένες) ταινίες. Όμως, δεν είμαι μόνο παθητικός εραστής του κινηματογράφου (κατά την περίφημη Σαρτζετάκεια διάκριση των ομοφυλοφίλων), αλλά και γόνιμα ενεργητικός: έχω γυρίσει 10 δέκα ταινίες μικρού μήκους και 2 τηλεταινίες πάνω σε λογοτεχνικά έργα. Λατρεύω τον κινηματογράφο (τον Ταρκόφσκι, τον Ουέλς, τον Ρενουάρ, τον Μιζογκούτσι, τον Κιούμπρικ, τον Γκοντάρ, τον Ντράγιερ, τον Κιαροστάμι, τον Κισλόφσκι κ.ά., καθώς και αρκετούς μεγάλους «ελάσσονες» όπως, π.χ., τον Πέκινπα ή τον Πάκουλα), κι ο κινηματογράφος μού το… ανταπέδωσε επηρεάζοντας βαθιά τη γραφή μου. Από την άλλη, παραβάτης και, ταυτόχρονα, θύμα τού «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν», όταν γράφω, σκέφτομαι με εικόνες, κι όταν σκηνοθετώ, με λέξεις…

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Προτιμώ να απαντήσω με κάποιους… μεταχειρισμένους αφορισμούς μου: 1. Ενώ η αφήγηση είναι μια διαδικασία μετάβασης απ’ το εγώ στον άλλον (κι ας μη φαίνεται), η μετάφραση φαίνεται σαν διαδικασία έκπτωσης απ’ τον άλλον στο εγώ (κι ας μην είναι). 2. Μόνο όταν η μετάφραση δεν φαίνεται ότι είναι μετάφραση, μόνο τότε αξιώνεται να μπει στη χορεία των πρωτοτύπων, εκεί όπου η αυθαιρεσία της έμπνευσης βρίσκει τον δάσκαλό της στο αισθητικό αποτέλεσμα. 3. Κάθε πνευματική και καλλιτεχνική εργασία είναι μοναχική· σε τούτη δω, πάντως, έχεις και μια «φωνή» να σου κρατάει συντροφιά. 4. Η μετάφραση είναι σαν τον έρωτα ή το φόνο: χρειάζονται (τουλάχιστον) δύο. 5. Ο μεταφραστής πρέπει να είναι ο ίδιος συγγραφέας, πρέπει να ξέρει τι κοστίζει η μάχη με την ίδια σου τη γλώσσα.

6. Δε θα με τιμούσε και πολύ αν κάποιος διατεινόταν ότι με αναγνώριζε πίσω απ’ τη μετάφραση οποιουδήποτε κειμένου, ενώ κάτι τέτοιο θα με κολάκευε αν είχε να κάνει με έναν συγκεκριμένο συγγραφέα· δηλαδή, να με αναγνωρίσει, λ.χ., πίσω απ’ τη μετάφραση ενός ανησυχητικού διηγήματος του Μπόρχες ή μιας ανήσυχης ακροβασίας του Περέκ. 7. Όλα τα βιβλία είναι μεταφραστέα, αλλά δεν είναι όλα μεταφράσιμα. 8. Η μετάφραση δεν συνιστά παρά αυτό που αποτελεί και τη θεμελιώδη προϋπόθεση της επιτυχίας της: μια δημιουργική ανάγνωση. 9. «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ» φέρεται να είπε ο Φλομπέρ. «Ο Φλομπέρ είμαι εγώ» (πρέπει να μπορεί να) λέει ο μεταφραστής του. 10. Ο μεταφραστικός μόχθος δεν είναι παρά η αγωνία του μεταφραστή ν’ απαντήσει σε ερωτήματα μεταφρασεολογίας που θέτει η ίδια η πράξη της μετάφρασης.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Η βράβευση (από το ΕΚΕΜΕΛ) της μετάφρασής μου του μυθιστορήματος του Πατρίκ Μοντιανό Au café de la jeunesse perdue (Στο café της χαμένης νιότης, εκδ. Πόλις) ήταν μια μοναδικά ευχάριστη έκπληξη, ίσως γιατί μου απέδειξε ότι δεν είμαι ο «τρελός του (μεταφραστικού) χωριού» που πιστεύει ότι δεν υπάρχουν «εύκολα» και «δύσκολα» πρωτότυπα, κι ότι αυτό που (πρέπει να) ζυγίζεται περισσότερο στην αποτίμηση μιας μετάφρασης είναι ο βαθμός προσέγγισης του ύφους τού συγγραφέα τον οποίο δεξιώνεται η γλώσσα-στόχος. Στην ερώτησή σας, λοιπόν, ως προς το σε ποιο ή ποια από τα πάμπολλα βιβλία που έχω μεταφράσει «τα βρήκα μπαστούνια», απαντώ πως το βιβλίο του Μοντιανό (αυτού του μείζονος σύγχρονου γάλλου συγγραφέα που επιμένει με μινιμαλιστική ταπεινότητα να πραγματεύεται τις εμμονές του με το χρόνο, με τη μνήμη και, κυρίως, τη λήθη, με το επώδυνο αποτύπωμα της Ιστορίας στην ατομική συνείδηση) θα έπαιρνε επάξια μια θέση στην απάντησή μου, μαζί με τη νουβέλα του Πασκάλ Κινιάρ La Raison (Ο Λόγος, εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο-ναρκοπέδιο για μεταφραστές, και το μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Γκαρνέτ Lady Into Fox (Από γυναίκα, αλεπού, εκδ. Opera), όπου κάτω από μια «ύπουλα» στρωτή και ακαδημαϊκή αφήγηση κρύβεται η αποθέωση του βρετανικού understatement. Όσο για τις «ηδονές» που ρωτάτε, απαντώ ευθέως ότι μία από τις ευτυχέστερες περιόδους της ζωής μου ήταν εκείνο το δεκάμηνο που αναμετριόμουν με το La Vie mode d’emploi του Ζορζ Περέκ (Ζωή οδηγίες χρήσεως, εκδ. Ύψιλον).

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Χάρηκα κάθε βιβλίο που έχω μεταφράσει, καθένα για διαφορετικό λόγο: άλλο για το δέος που μου ενέπνεε το πρωτότυπο, άλλο για το τρελό γαμήλιο γλέντι μετά από το προξενιό των δύο γλωσσών, άλλο για τις δυσκολίες του, άλλο για τις ύποπτες ευκολίες του. Ωστόσο, παρά τις 100 περίπου μεταφράσεις μου που κυκλοφορούν, εξακολουθούν να με στοιχειώνουν κάποια μεταφραστικά απωθημένα· μ’ άλλα λόγια, βιβλία που θα ήθελα να έχω μεταφράσει: Η αισθηματική αγωγή του Φλομπέρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, Το κουτσό του Κορτάσαρ και, σαν τρελός, Η βουή και το πάθος του Φόκνερ… Να εξομολογηθώ, επίσης, ότι διατηρώ μια τρυφερή σχέση με όσα βιβλία πρόκειται «να μου δοθεί η χάρη» να μεταφράσω και που μπορεί να μην έχουν γραφτεί ακόμα…

Σας γνωρίσαμε και ως μεταφραστή του Μπόρχες, τόσο στις εξαιρετικές εκδόσεις Ύψιλον όσο και στις μετέπειτα συλλογές των Ελληνικών Γραμμάτων. Πως ξεκίνησε η σχέση σας με τον Μπόρχες, πως ήταν η εμπειρία της μετάφρασής του, πώς είναι η σχέση σας σήμερα;

Όπως συμβαίνει σε/με κάθε ξένο συγγραφέα που ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του έργου του επισκέπτεται τη γλώσσα μας, έτσι και ο Μπόρχες πέρασε μέσα από περιπέτειες παρερμηνειών, παρεξηγήσεων και παρανοήσεων ώσπου, τη δεκαετία του 1980, να συναντηθεί με τους ανθρώπους που τον δεξιώθηκαν μετ’ ελέου και φόβου. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης Καλοκύρης, ο Τάσος Δενέγρης, ο Νάσος Βαγενάς. Σε ό,τι με αφορά, γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ενώ η ζωή μου έπλεε σε πελάγη ρεαλιστικής ευτυχίας κι ενώ ήμουν ήδη «σημαδεμένος» από διάφορα παιδικά αναγνώσματα, εφηβικές αποκαλύψεις και ώριμες ανακαλύψεις (Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Βιζυηνός, Σεφέρης, Τσίρκας, Ντάρελ, Φλομπέρ, Βασιλικός κ.ά.), μου χαρίστηκε από έναν αμερικανό φίλο ένα βιβλιαράκι των Εκδόσεων Penguin, στη σειρά Modern Classics. Συγγραφέας με διπλό όνομα (Jorge Luis Borges), τίτλος μονολεκτικός (Labyrinths), και στο εξώφυλλο λεπτομέρεια από τον ιλιγγιώδη και «αρτσιμπολντίζοντα» πίνακα Αβάνα (!) του… κουβανού ζωγράφου Πορτοκαρέρο. Παρακάμπτοντας έναν βαρύγδουπο Πρόλογο του Αντρέ Μορουά, άρχισα να διαβάζω, ολοένα και πιο έκθαμβος, ολοένα και πιο αμήχανος, τα κείμενα του μικρού τόμου, προσπαθώντας να εικάσω, πίσω από τις αυστηρές, ακριβείς, οξύγωνες αγγλικές λέξεις, την κρυφή γοητεία του πρωτοτύπου, γραμμένου σε μια γλώσσα που σωστά τη φανταζόμουν συνυφασμένη από γάργαρα λατινικά και την αραβική των ερήμων και της ραθυμίας.

Το πρώτο κείμενο αυτής της ανθολογίας πεζών και δοκιμίων του Μπόρχες από διάφορες συλλογές του ήταν ένα κυριολεκτικά διαστημικό ταξίδι σ’ έναν τόπο εξορίας κάθε ρασιοναλισμού και κάθε κανόνα ορθόδοξης αφηγηματικής τεχνικής. Στον πλανήτη αυτόν, του διηγήματος με τον επιστημονικοφανή, παράδοξα γοητευτικό και γοητευτικά παράδοξο τίτλο «Tlön, Uqbar, Orbis Tertius», εγκαταστάθηκα για τα καλά και διαμένω έκτοτε, αφού πρώτα φρόντισα ν’ αποκτήσω τα Άπαντα του συγγραφέα στο πρωτότυπο και ν’ αξιοποιήσω τη γνώση μου άλλων λατινογενών ιδιωμάτων για να αυτοδιδαχθώ τη συναρπαστική γλώσσα του Αργεντινού. Δεν ξέρω πώς μπορώ να επεκταθώ (τι βλάσφημο ρήμα όταν μιλάς για έναν συγγραφέα με τόσο ευγενή φειδώ των λέξεων!) στον τρόπο με τον οποίο άλλαξε η ζωή μου μετά από εκείνη τη μετωπική σύγκρουση που κονιορτοποίησε όλες μου τις αυτάρεσκες βεβαιότητες. Ούτε ξέρω πώς μπορώ να εξηγήσω τι είναι αυτό τελοσπάντων που με κρατάει, εκόντα, δεσμώτη του, και γυροφέρνω στο λαβύρινθό του σαν μακάριος Μινώταυρος.

Ξαναγυρίζω στην κεραυνοβόλα «γνωριμία» μας. Καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, σε μια απότομη στροφή της ηλικίας μου, η ζωή μου εκτροχιάστηκε, κι αυτό που με βοήθησε να βγω αλώβητος απ’ τα συντρίμμια δεν ήταν άλλο από την περιπετειώδη εκστρατεία μετάφρασης των δύο αρχετυπικών βιβλίων του Μπόρχες που, άλλωστε, συνιστούσαν και τον βασικό κορμό του Labyrinths: τη συλλογή διηγημάτων Ficciones (Μυθοπλασίες) και τη συλλογή δοκιμίων Otras inquisiciones (Διερευνήσεις) – δύο μεταφράσματα, που αγκαλιάστηκαν αμέσως και εκδόθηκαν από τον γενναιόδωρο Θανάση Χαρμάνη των εκδόσεων Ύψιλον/βιβλία. The rest is history (για να κλείσω με μια αγγλική έκφραση που δεν μεταφράζεται αναίμακτα).

Μας συστήσατε, μεταξύ άλλων, και τον εξαιρετικό λατινοαμερικανό συγγραφέα Λουίς Σεπούλβεδα. Ποια η σχέση σας με τον ίδιο και την λογοτεχνία του;

Πράγματι, εξαιρετικός – και χαλκέντερος. Οφείλω τη γνωριμία μου με το έργο του στον αγαπημένο μου Γιώργο Μυρεσιώτη των Εκδόσεων Opera. Όσο για τη σχέση μου με τον άνθρωπο, έχω να πω ότι ο Σεπούλβεδα αποπνέει την ίδια λεβεντιά, αισιοδοξία και αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο που έχουν όλα τα βιβλία του. Έχουμε αναπτύξει μια τρυφερή φιλική σχέση (δε θα ξεχάσω ότι ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης σε μια κρίσιμη περιπέτεια υγείας μου) – μια σχέση, όμως, που διανθίζεται και με μια ωραιότατη, αντάξια των βιβλίων του παρεξήγηση: από την πρώτη στιγμή που με γνώρισε, βλέποντας την εκ γενετής σπασμένη μύτη μου με θεώρησε παλαίμαχο μποξέρ και δεν έχει πάψει να ονειρεύεται ένα ταξίδι των δυο μας στη Νότια Αμερική, να μεθοκοπάμε σε όλα τα καπηλειά της χιλιανής Παταγονίας και να αντιστεκόμαστε με την πυγμή μας σε κάθε επίδοξο κονκισταδόρ. Μια τέτοια παρεξήγηση, δε νομίζω ότι έχει κανένας το δικαίωμα να τη λύσει.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Θέλω να κάνω ιδιαίτερη αναφορά σε κάποια βιβλία που τα αγάπησα τρελά και τα μετέφρασα με τη λαχτάρα να τα δω τυπωμένα, αλλά δεν ευτύχησαν να διαβαστούν από πολλούς: Το χειρόγραφο της Σαραγόσας (Γιαν Ποτότσκι, εκδ. Ψυχογιός), Νερό καμένο (Κάρλος Φουέντες, εκδ. Άγρα), Πφιτς (Άντριου Κρούμι, εκδ. Πόλις), Ιδιωτική πινακοθήκη (Ζορζ Περέκ, εκδ. Ύψιλον), Ο αλγόριθμος της μελαγχολίας (Κάρλο Φραμπέτι, εκδ. Opera), Η μικρή Μπιζού (Πατρίκ Μοντιανό, εκδ. Πόλις), Συνοπτική ιστορία του παντός (Ζαν ντ’ Ορμεσόν, εκδ. Καστανιώτης), Ο κλέφτης της νοσταλγίας (Ερβέ Λε Τελιέ, εκδ. Opera), Νέα παγκόσμια ιστορία της ατιμίας (Ρις Χιουζ, εκδ. Πόλις).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Επειδή η μετάφραση είναι μια απασχόληση που, από τη φύση της, απαιτεί μεθοδικότητα, είναι προφανές ότι αυτή θα καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος (αν όχι όλο σε ορισμένες περιπτώσεις) ενός ιδεατού ημερήσιου προγράμματος εργασίας μου. Πρόκειται, συνεπώς, για προτεραιότητα που δεν είναι ουσιαστική, αλλά έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μου είναι αδιανόητο να καθίσω στο γραφείο μου μεταξύ 9 και 11 για να γράψω ένα διήγημα! Το πιο δύσκολο (ίσως το μόνο δύσκολο) πράγμα σε μια μετάφραση είναι η απόδοση του ύφους τού πρωτοτύπου. Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο απ’ το ν’ αντικαταστήσεις μια λέξη ή, αν θέλετε, ένα κειμενικό περιεχόμενο μ’ ένα άλλο, μιας άλλης γλώσσας – κουτσά στραβά, εύστοχα ή όχι, αυτό θα γίνει. Τα λεξικά να ’ν’ καλά. Το δύσκολο είναι να βρεις στη γλώσσα σου ένα τέτοιο γλωσσικό και συντακτικό «σχήμα», ώστε να προσομοιάσεις όσο μπορείς καλύτερα και να προσεγγίσεις όσο μπορείς περισσότερο το αντίστοιχο σύστημα του πρωτοτύπου. Δεν μπορείς να μεταφράζεις Μπόρχες και να έχεις στο οπλοστάσιό σου μόνο την αίσθηση μιας γλώσσας λαϊκής, όπως δεν μπορείς και να μεταφράζεις Κενό ή Περέκ και να μη πετάξεις στα σκουπίδια όποια ακαδημαϊκή τήβεννο κουβαλάς στη σκευή σου. Το Νερό καμένο του Φουέντες, λ.χ., αποτελείται από τέσσερα διηγήματα που ναι μεν έχουν έναν κοινό άξονα, αλλά θαρρείς και είναι γραμμένα από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς! Μεταφράζοντάς το, αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω κι ο ίδιος… τέσσερις διαφορετικοί μεταφραστές, έτσι ώστε τα ελληνικά π.χ. του τρίτου διηγήματος, που ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης, να μην έχουν σχέση με τη γλώσσα του τέταρτου, όλοι οι ήρωες του οποίου είναι αγράμματοι, κομπιναδόροι και μαγκάκια…

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Μα ο μεταφραστής είναι εξ ορισμού στο περιθώριο! Η μετάφραση δεν παύει να είναι ένας μετά-λόγος, ανεξάρτητα από χαριτωμένους αφορισμούς τύπου «Το πρωτότυπο αδικεί τη μετάφραση» (Μπόρχες) ή χαρισματικές μεταγραφές που σχεδόν αυτονομούν το μετάφρασμα (Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, μτφρ. Νίκος Γκάτσος). Όσο για τις κριτικές, δε νομίζω ότι έχετε δίκιο ως προς το αν γίνονται συχνά ή σπάνια. Γίνονται, κι αυτό έχει σημασία. Απλώς, δε συμφωνώ καθόλου με γενικές αφοριστικές φράσεις, είτε θετικές («Ωραία η μετάφραση του/της τάδε») είτε, κυρίως, αρνητικές, όπως εκείνη κάποιου κ. Γουλανδρή που με συνοπτικές διαδικασίες καταδίκασε στο πυρ το εξώτερον την αριστουργηματική μετάφραση του Penser/Classer (Ζορζ Περέκ, Σκέψη/Ταξινόμηση, εκδ. Άγρα) από τη Λίζυ Τσιριμώκου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Μόνο 3 φορές δέχτηκα (τις 2, αναγκάστηκα να δεχτώ) να επιμεληθεί κάποιος πρωτότυπο βιβλίο μου ή μετάφρασμά μου. Και στις τρεις, η συνεργασία με τις επιμελήτριες ήταν εξαιρετική, ακριβώς γιατί ήταν εξαιρετικές και οι ίδιες: Πόπη Βουτσινά, Αρετή Μπουκάλα, Μάρω Ταυρή. Στην τρίτη περίπτωση, όμως, έζησα μια τραυματική εμπειρία με τον εκδοτικό οίκο, χωρίς η επιμελήτρια να φέρει γι’ αυτό την παραμικρή ευθύνη.

Η ενασχόλησή σας με τη μετάφραση σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Η σχέση «συγγραφέας-μεταφραστής» είναι, θα έλεγα, μάλλον ετεροβαρής: τίποτα δεν επιβάλλει σ’ έναν συγγραφέα να είναι και μεταφραστής, ενώ ένας [καλός] μεταφραστής επιβάλλεται να είναι [καλός] συγγραφέας. Ο μεταφραστής ενός κειμένου, μόνο αν είναι και ο ίδιος συγγραφέας, μπορεί να διαγνώσει πόσο πάσχισε ο συγγραφέας του κειμένου να διατυπώσει το λόγο του έτσι όπως τον διατύπωσε, με το συγκεκριμένο ύφος και τον συγκεκριμένο ρυθμό, και να τον αποδώσει όσο πλησιέστερα μπορεί με τα τερτίπια της δικής του γλώσσας. Από την άλλη, ασφαλώς ο μεταφραστής-Κυριακίδης έχει επηρεάσει τον συγγραφέα-Κυριακίδη· πάντως, όχι περισσότερο απ’ όσο κάθε συγγραφέας επηρεάζεται από τα αναγνώσματα, δεδομένου ότι, όπως ανέκαθεν πίστευα, η μετάφραση δεν μπορεί να οριστεί παρά ως η κατ’ εξοχήν δημιουργική ανάγνωση. Ευτυχώς, δεν βιοπορίζομαι από τη μετάφραση, πράγμα που σημαίνει ότι ποτέ δεν μετέφρασα κάτι καταναγκαστικά – νομίζω ότι αυτό είναι ένα μαρτύριο το οποίο εύχομαι να μην υποστώ στον αρμόδιο Κύκλο της Κόλασης, αυτόν των συγγραφέων.

Αδιακρισίες

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Φυσικά και έχω γράψει ποίηση! Για τι με περάσατε;

Τι γράφετε, τι μεταφράζετε και τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Γράφω δύο νουβέλες ταυτόχρονα. Είναι τόσο ωραία η παλινδρόμηση (ίσως η λέξη είναι αδόκιμη, αλλά δεν βρίσκω άλλη) από τη μία στην άλλη!

Τέσσερις μεταφράσεις μου είναι στο τυπογραφείο [Ζιλμπέρ Λασκό, Η Κοκκινοσκουφίτσα, παντού (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Ιστορίες από δω κι από κει (εκδ. Opera), Λουίς Σεπούλβεδα, Τελευταία νέα από το Νότο (εκδ. Opera), Ζαν Εσνόζ, Αστραπές (εκδ. Πόλις)], ενώ έχω αρχίσει τη μετάφραση του τελευταίου βιβλίου ενός αγαπημένου μου «ουλιπιανού» συγγραφέα, του Ερβέ Λε Τελιέ, το Electrico W (εκδ. Opera). Θα ακολουθήσει αυτή του μυθιστορήματος Tinta (Μελάνι), ενός σύγχρονου σπιρτόζου ισπανού λογοτέχνη, του Φερνάντο Τρίας ντε Μπες (εκδ. Opera).

Διάβασα τα εξαιρετικά διηγήματα της Έρσης Σωτηροπούλου [Να νιώθεις μπλε, να ντύνεσαι κόκκινα (εκδ. Πατάκη)], διαβάζω με προϊούσα αγαλλίαση το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Παναγιωτόπουλου [Τα παιδιά του Κάιν (εκδ. Μεταίχμιο)] και απολαμβάνω αργά αργά, φράση φράση, το μυθιστόρημα Op Oloop, γραμμένο από την τελευταία ανακάλυψη της παγκόσμιας λογοτεχνικής γραμματείας, τον αργεντινό συγγραφέα Χουάν Φιγιόι [Juan Filloy (1894-2000)], που έζησε όλη του τη μακραίωνη ζωή στην κωμόπολη Ρίο Κουάρτο της Αργεντινής κι έγραψε, μεταξύ άλλων, 6000 παλίνδρομα (!) και καμιά πενηνταριά μυθιστορήματα που οι τίτλοι τους, μηδενός εξαιρουμένου, αποτελούνται από 7 και μόνον γράμματα!

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δε νομίζω… Απλώς, εύχομαι να μη μου είχατε κάνει την επόμενη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή μεταφραστικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Στις φωτογραφίες (από το φωτογραφικό άλμπουμ του συγγραφέα): 1. Σκοτεινός. 2. Στα γυρίσματα της μικρού μήκους ταινίας του Jazz (1995).  3. Πλάνο από την ταινία Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, όπου υποδύεται έναν έμπορο που έχει έρθει ν’ αγοράσει τα κοσμήματα της μητέρας Καβάφη. 4. Με τον Γιώργο Γιαννόπουλο, σε ένα πλάνο από την ταινία του Νίκου Γραμματικού, Η εποχή των δολοφόνων (όπου συνεργάστηκε και στο σενάριο). 5. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες. 6. Με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και τον Νάσο Βαγενά, στο Ρέθυμνο.

Στις επόμενες φωτογραφίες (από τον δικό μας κατασκοπικό φακό): Εσνόζ στο κλιμακοστάσιο, Κορτάσαρ στο δρόμο, Μοντιανό στο καθιστικό, Φώκνερ στο αλσύλλιο, Μπόρχες στο μνημείο: εκλεκτικοί συγγενείς συγγραφείς περιμένουν τον κ. Α.Κ. για την καθιερωμένη μηνιαία τους συνάντηση. Ενώ εκείνος δεν βιάζεται καθόλου στα γυρίσματα της τελευταίας του μικρού μήκους ταινίας Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο (2009) με τον Δημοσθένη Παπαδόπουλο.  Και ονειρεύεται μια βιογραφία του Κρίστιαν Γκρέινβιλ (δεξιά στην προτελευταία φωτογραφία, με τον σκηνοθέτη και φίλο του Άρθουρ Πεν (1962).

18
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 71. Αρχοντή Κόρκα

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Η σχέση θα έλεγα ότι ξεκινά φιλικά. Κάποια στιγμή αρχίζει να κοιτά ο ένας τον άλλον με μισό μάτι, προσπαθώντας να μάθει τα μυστικά του. Εν τέλει γίνεται συνενοχική.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε πολύ η μετάφραση της Τζούλια Κρίστεβα (Το Θήλυ και το Ιερό), αλλά την ίδια στιγμή ήταν απίστευτα ενδιαφέρουσα η αναζήτηση πληροφοριών και πηγών για να γράψω τις σημειώσεις του μεταφραστή – έμαθα πάρα πολλά (μερικά τα θυμάμαι ακόμα).

Το πιο αγαπημένο μου είναι σίγουρα ο Ρολάν Μπαρτ (Απόλαυση-Γραφή-Ανάγνωση). Ήταν κείμενα που επέλεξα από το τρίτομο έργο των Απάντων του στα γαλλικά και δεν θα ξεχάσω ποτέ το πολύ λεπτό χαρτί (σχεδόν ριζόχαρτο) που είχαν χρησιμοποιήσει στην έκδοση (Oeuvres complètes). Τα είχα δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του Γαλλικού Ινστιτούτου και φοβόμουν μη σκίσω άθελά μου καμιά σελίδα. Δυσκολεύτηκα να διαλέξω, γιατί θα ήθελα να τα μεταφράσω όλα. Ευτυχώς με βοήθησε η Μυρτώ Ρήγου.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Συστήνω τον Μπαρτ, γιατί γράφει από την καρδιά του και δεν εμπίπτει – κατ’ εμέ- στην κατηγορία των δυσνόητων  Γάλλων. Διακατέχεται από μυριάδες πάθη, τα πάντα έχουν γι’αυτόν μια μελοδραματική πλευρά που τη βρίσκω υπέροχη και κάνει το ταξίδι μέσα στη γλώσσα να μοιάζει όσο συναρπαστικό είναι όντως.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους.

Το πρώτο βιβλίο που μετέφρασα ήταν του Murray Edelman. Ήμουν ακόμα φοιτήτρια, αν θυμάμαι καλά το είχα μεταφράσει πρώτα σε χειρόγραφο. Έτσι μετέφρασα και τον Μπαρτ αργότερα, πρώτα στο χέρι και μετά τα δακτυλογράφησα. Κάπου πρέπει να υπάρχουν τα τετράδια.

Η μετάφραση της βιογραφίας του Κάφκα από τον Ρίτσι Ρόμπερτσον ήταν για μένα συγκινητική και αρκετά προσωπική (ήταν η εποχή που δεν είχα αποφασίσει αν θα συνεχίσω το διδακτορικό μου στον Κάφκα).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ξυπνάω πάντα πρωί – προτιμώ να δουλεύω το πρωί, κανονικά 8ωρο (αν και πάντα είναι περισσότερο). Μου δίνει μια πειθαρχία που γενικά μάλλον δεν με διακρίνει. Προσπαθώ να έχω «περάσει» μια φορά το κείμενο πριν αρχίσω να το μεταφράζω για να εντοπίσω σημεία που χρειάζονται έρευνα ή σημεία που βλέπω ότι θα με δυσκολέψουν.

Παίζει πάντα μουσική, ότι πετυχαίνω στο shuffle του i-tunes. Μπορώ να ακούσω Μάιλς Ντέιβις μέχρι Queens of the Stone Age. Ο,τιδήποτε κι αν παίζει, με ενδιαφέρει να υπάρχει ήχος ως υπόκρουση – είμαι απορροφημένη στο κείμενο και δεν μου αποσπά την προσοχή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ναι, πολλοί. Κυρίως γλωσσών που δεν γνωρίζω (Ρώσων, Γερμανών) και μετανιώνω που δεν έμαθα.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αυτό είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση. Θεωρώ ότι στην Ελλάδα η όποια μορφή πνευματικής εργασίας είναι υποτιμημένη – και όχι μόνο οικονομικά. Πολλές φορές έχει τύχει να διαβάσω κριτικές ξενόγλωσσων βιβλίων και να αναρωτηθώ αν το βιβλίο «φύτρωσε» απλώς στα ελληνικά. Δεν γίνεται καμία μνεία, είτε θετική είτε αρνητική στον επαγγελματία ο οποίος αφιέρωσε αρκετούς μήνες απ’ τη ζωή του να μεταφράσει ένα βιβλίο. Από την άλλη, μπορεί κανείς να πετύχει θετικές κριτικές που είναι γενικόλογες (τύπου «σωστά ελληνικά») – όσο για τις αρνητικές, όλοι ξέρουμε ότι δεν τυγχάνουν της καλύτερης υποδοχής, ακόμα κι αν είναι θεμελιωμένες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται και μια σύγχυση στο αναγνωστικό κοινό για το ποια ακριβώς είναι η λειτουργία και ο ρόλος του μεταφραστή. Δεν είναι σαφές ποιος μπορεί να κάνει κριτική μιας μετάφρασης, η οποία θα έχει και σίγουρα κάποια δουλειά αντιπαραβολής πρωτοτύπου-μεταφράσματος, και τα ένθετα βιβλίων ίσως δεν θέλουν να διαθέσουν χώρο για να μπουν σε τέτοια συζήτηση. Άρα οι κριτικοί δεν ασχολούνται και πάει λέγοντας -φαύλος κύκλος. Και φυσικά η επιτυχία έχει πολλούς γονείς, αλλά η αποτυχία είναι ορφανή – όπως λένε. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι στο χώρο που μπορούν να κάνουν κριτική της μετάφρασης, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι μόνο θέμα «ικανότητας» – στην Ελλάδα η αγορά είναι πολύ μικρή και το ποιος γράφει τι για ποιόν μετράει πάρα πολύ.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Έχω εργαστεί ως επιμελήτρια – για την ακρίβεια ήταν η πρώτη μου δουλειά. Αγαπούσα τους μεταφραστές μου και θέλω να πιστεύω ότι τους υπερασπιζόμουν πάντα. Έχω μεγάλη εκτίμηση στο επάγγελμα, είναι πολύ δύσκολο, μεταξύ άλλων και γιατί πολλοί μεταφραστές δεν σηκώνουν «επεμβάσεις» στο έργο τους, ούτε δεύτερη γνώμη. Το ιδανικό θα ήταν ο επιμελητής να συνεργάζεται στενά με τον μεταφραστή για το κάθε βιβλίο και μαζί να προσπαθούν να λύσουν τα όποια προβλήματα (γλωσσικά και μη) παρουσιάζονται. Το ακόμα πιο ιδανικό θα ήταν ο κάθε μεταφραστής να έχει έναν συνεργάτη σταθερό, σε όποιον εκδοτικό κι αν μεταφράζει. Αυτό θα εξασφάλιζε μεγάλο βαθμό συνοχής στο έργο του.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Δυστυχώς δεν έχω μεταφράσει λογοτεχνία, αλλά σίγουρα με έχει ακολουθήσει η σκέψη πολλών από τους στοχαστές που έχω μεταφράσει.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. Αλμπέρ Καμύ. Δημήτρης Δημητριάδης. Γιώργος Χειμωνάς. Ζωρζ Μπατάιγ. Μίλαν Κούντερα. Γιόκο Ογκάουα. Τζένι Έρπενμπεκ. W.G. Sebald. Ρομπέρτο Μπολάνιο. Πολ Όστερ. Τζόναθαν Φράνζεν. Τζόναθαν Κόου. Έτγκαρ Κέρετ. Γιόζεφ Ροτ. Λεονίντ Αντρέγιεφ. Ρέιμοντ Κάρβερ. Χαρούκι Μουρακάμι. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όλα του W. G. Sebald. Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (Ζαν Αμερί). Το Παρελθόν (Άλαν Πάουλς). Τα σημειωματάρια του Καμύ. Το Illuminations του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Η Γενεαλογία της Ηθικής του Φρίντριχ Νίτσε. Μυθιστόρημα του Γιώργου Χειμωνά. Τα αποσπάσματα ενός ερωτικού λόγου του Ρολάν Μπαρτ. On photography της Susan Sontag. Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει του Ζακ Ντεριντά. Οι Δαιμονισμένοι του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Excavating Kafka του James Hawes. Η γυναίκα της άμμου του Κόμπο Αμπέ. 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Οι Διορθώσεις του Τζόναθαν Φράνζεν. Η τριλογία της Νέας Υόρκης του Πολ Όστερ. Δίψα για Έρωτα του Γιούκιο Μισίμα. Σκύβαλα, της Τζένι Έρπενμπεκ. (και πάρα πάρα πολλά άλλα)

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Του Παπαδιαμάντη. Του Παπαδημητρακόπουλου. Του Χρήστου Οικονόμου. Του Γιάννη Παλαβού. Του Έτγκαρ Κέρετ. Του Ρέιμοντ Κάρβερ. Της Άλις Μανρό. Του Λεονίντ Αντρέγιεφ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Χρήστος Οικονόμου. Θεωρώ ότι έχει σπάνια τιμιότητα. Ο Γιάννης Παλαβός. Για την ικανότητά του να τονίζει πάντα ανεπαίσθητα το παράλογο. Ο Πάνος Τσίρος – το «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» παραμένει μία από τις καλύτερες συλλογές της δεκαετίας.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπώ τη φωνή του αφηγητή στον Sebald, δηλαδή τον ίδιο τον Sebald. Θα ήθελα να είμαι ο Daniel Quinn στην Τριλογία της Νέας Υόρκης, που επαναφεύρει τον εαυτό του (και αρκετούς άλλους).

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Όσο ήμουν στην Ελλάδα, παρακολουθούσα την Athens Review of Books και το Books Journal. Εδώ παρακολουθώ το New York Review of Books, το TLS, το London Review of Books και ενίοτε το Literary Review. Προτιμώ το New York Review, δεν είναι «ακαδημαϊκό» και έχει πάντα κάτι πολύ ενδιαφέρον να διαβάσεις.

Πώς βιοπορίζεστε;

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι ως Translation Project Manager στο Λονδίνο. Πριν φύγω από την Ελλάδα, εργαζόμουν ως ελεύθερη επαγγελματίας στο χώρο της μετάφρασης, της επιμέλειας και της κριτικής βιβλίου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Στο μυαλό μου έρχεται και ο Bas Jan Ader.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, παρακολουθώ όσο μπορώ. Η τελευταία ταινία που με γοήτευσε ήταν το Melancholia του Τρίερ. Νομίζω ότι είναι ο μεγαλύτερος εν ζωή Ευρωπαίος σκηνοθέτης.

Γράψατε ποτέ πεζογραφία ή ποίηση; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι δεν το «έχω», που λένε, και δεν το έχω επιχειρήσει ποτέ.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο του Λόρενς Ντάρελ (στα αγγλικά). Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα ήταν το The Death of the Critic του Ronan McDonald. 

Έχετε σταματήσει οριστικά να μεταφράζετε; Για ποιο λόγο; Σας λείπει η μεταφραστική περιπέτεια;

Θέλω να πιστεύω πως όχι! Ναι, μου λείπει και θα ήθελα πολύ να μεταφράσω σύντομα κάτι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι στη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού critique.gr και ασχολούμαι όσο μπορώ με την προβολή του στα social media. Τα παρακολουθώ και συμμετέχω ενεργά αλλά δεν τα έχω χρησιμοποιήσει για τη δουλειά μου μέχρι στιγμής.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι;

Έχω δημοσιεύσει κριτικές βιβλίου, δεν ξέρω αν πιάνονται! ;-) καθώς κι ένα κείμενο στην Propaganda του Ίκαρου Μπαμπασάκη που έβγαινε από τις εκδόσεις Οξύ πριν πολλά χρόνια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Νομίζω καμία, ήδη όσες κάνατε με δυσκόλεψαν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν και η αιώνια νιότη δεν είναι με απασχολεί, την αναγνωστική δεν θα τη χάριζα. Τη μεταφραστική, με μεγαλύτερη ευκολία.

Στις φωτογραφίες, διακεκριμένοι συνομιλητές της φιλοξενούμενης: Πολ Όστερ, Τζόναθαν Φράνζεν, Ρομπέρτο Μπολάνιο, Ρολάν Μπαρτ, Έτγκαρ Κέρετ, Γιόκο Ογκάουα.

13
Δεκ
11

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 70. Αθηνά Ψυλλιά

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Απ’ ό,τι φαίνεται, δουλεύω με συγκεκριμένο τρόπο. Είναι κάτι που παρατηρώ εκ των υστέρων. Τείνω να φτιάξω την προσωπική μου θεωρία της μετάφρασης: χρειάζομαι χρόνο και αιτία για να συνδεθώ με το λεξιλόγιο, τις προθέσεις και τα συναισθήματα του βιβλίου. Χρειάζομαι τουλάχιστον τα 2 πρώτα κεφάλαια. Γι’ αυτό, τώρα πια, προτιμώ να τα μεταφράζω στο τέλος. Ή να τα επιμελούμαι μέχρι τελικής πτώσεως- που είναι πάντα η χειρότερη λύση..

Στην αρχή, ξέρω πως είναι μια καινούρια σχέση με κάποιον που είναι σημαντικός, αλλά τον ξέρω λίγο. Φερόμαστε σαν να γνωριζόμαστε καλά, αλλά εγώ ξέρω πως μου διαφεύγει κάτι σημαντικό και θα χρειαστεί να επανέρχομαι μπρος-πίσω στην σχέση για να συνδεθώ, να καταλάβω και να μεταγράψω τη σχέση αυτή στα ελληνικά.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι μεγαλύτερες ηδονές; από τα βιβλία εκείνα που έχω μαζί τους σχέση απρόσκοπτη και αβίαστη. Αυτά που μου κλείνουν το μάτι και μου μιλούν στ’ αυτί. Αυτά που, καθώς τα διαβάζω, βλέπω τις σελίδες να περνούν από μπροστά μου στα ελληνικά. Και- επειδή το βασικό μου κίνητρο στη δουλειά της μετάφρασης και της ψυχοθεραπείας είναι να συνδεθώ με τους άλλους, μέσα από τη γλώσσα, με τις επιθυμίες, τα κίνητρα και την ελπίδα (να ζήσουμε με τις επιθυμίες μας;)- ενθουσιάζομαι με συγκεκριμένους ήρωες και τους μεταφράζω με μεγάλη χαρά: να, ας πούμε, ο Ραϊμούντο Σίλβα στην Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας, του Ζ. Σαραμάγκου, είναι το ίνδαλμά μου.

Μερικές φορές η χαρά έρχεται από τη γλύκα του κειμένου, από την αισθητική του, όπως συνέβη με την Ανακάλυψη της Αμερικής από τους Τούρκους, του Ζόρζε Αμάντο. Άλλες φορές, η απόλαυση είναι απλώς η αίσθηση ότι ολοκλήρωσα μια μετάφραση που δεν ντρέπομαι να υπογράψω με το όνομά μου. Μετά από τόσα βιβλία, εξακολουθώ να το θεωρώ άθλο, να το χαίρομαι, να παίρνω μια μέρα ρεπό και- καμιά φορά- να μου κάνω ένα δώρο.

Με δυσκόλεψαν τα λίγα βιβλία για τα οποία δε βρήκα συγκεκριμένο και προσωπικό λόγο για να τα μεταφράσω. Αυτά που δεν αγάπησα τόσο ως αναγνώστρια. Κι εκείνα που τα αγάπησα πολύ αλλά καταδύθηκα στον Άδη για την ανάγνωσή τους: το Περί Τυφλότητος του Ζ. Σαραμάγκου είναι μια τέτοια περίπτωση. Και δεν λέω τίποτα για τα βιβλία που αγάπησα, μετέφρασα με χαρά, αλλά κάτω από δύσκολες υλικές συνθήκες, εν μέσω ξαφνικών μετακομίσεων, λιμών, σεισμών και καταποντισμών (εσωτερικών και εξωτερικών).

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τα χρόνια έχω αναπτύξει μια καθησυχαστική ρουτίνα: δουλεύω μόνο πρωί, από τις 9.00 ως τις 13.00 περίπου. Ποτέ νύχτα. Συνήθως δεν θέλω πληροφορίες από τρίτο χέρι πριν διαβάσω το βιβλίο. Πολλές φορές αρκούμαι στη δική μου ανάγνωση και ψάχνω πληροφορίες μόνο για πραγματολογικά στοιχεία. Όταν έρθει η ώρα να προτείνω οπισθόφυλλο, διαβάζω αναλύσεις και κριτικές. Διορθώνω τρεις φορές. Ζητώ (με φειδώ) τη βοήθεια του συγγραφέα. Απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους για να βρω τις λέξεις που χρειάζομαι. Τους τάζω ένα αντίτυπο του βιβλίου. Σχεδόν πάντα τηρώ την υπόσχεσή μου.

Χωρίς μουσική δουλεύω πιο αποδοτικά, μερικές φορές όμως έχω ανάγκη ν’ ακούσω κάτι (ενίοτε και να το τραγουδήσω). Γι’ αυτό είναι τα διαλείμματα…Αν πάντως ακούγεται η Myriam Alter, είναι σαφές ότι μεταφράζω. Τα τελευταία 10 χρόνια ακούω πολύ μουσικές από τις πορτογαλόφωνες χώρες. Ονειρεύομαι μια μέρα να τις επισκεφτώ όλες!

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Δεν είχα συγκεκριμένες φιλοδοξίες ή επιθυμίες στη μετάφραση. Ή, τέλος πάντων, η δουλειά που είχα να κάνω ήταν τόσο μεγαλεπήβολη που δεν άφηνε περιθώριο για επιπλέον φιλοδοξία. Ξεκίνησα πριν από 16 χρόνια με μεγάλη επιφύλαξη, δοκιμαστικά, περιμένοντας να με σταματήσει η γενική κατακραυγή. Όταν αυτό δε συνέβη, το 2ο χρόνο ονειρεύτηκα να μεταφράσω 10 σημαντικά έργα της σύγχρονης πορτογαλικής λογοτεχνίας. Μετέφρασα Σαραμάγκου, Αντούνες και Καρδόζο Πίρες τα πρώτα 3 χρόνια.

Μια καινούρια επιθυμία που έχει αρχίσει να στερεοποιείται είναι να μεταφράσω 4-5 καταπληκτικά έργα της νέας γενιάς πορτογάλων συγγραφέων. Έχω ξεκινήσει με τον Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο και τον Γκονσάλο Ταβάρες.

Αναμέτρηση για μένα είναι να κινούμαι έξω από τη ζώνη ασφαλείας μου: έχω φανεί διστακτική να μεταφράσω βραζιλιάνους συγγραφείς και έχω αποφύγει να μεταφράσω ό,τι δεν είναι σύγχρονο. Δεν είναι από έλλειψης ενδιαφέροντος: αρχικά φοβόμουν κι ύστερα υπήρχαν πάντα για μετάφραση έργα μέσα στη ζώνη ασφαλείας μου. Νομίζω ότι αρχίζω να βγαίνω απ’ αυτήν τα τελευταία 3 χρόνια.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Αν ένα βιβλίο πάρει καλές κριτικές στις οποίες δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μεταφραστή, ο μεταφραστής μπορεί να υποθέσει με ασφάλεια ότι έκανε καλή δουλειά. Η αναγνώριση της δουλειάς της μετάφρασης από τα φώτα της κριτικής είναι ένα μόνο σημείο.

(Παρένθεση: Πριν από χρόνια, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε προσκαλέσει σε καφέ (σε γεύμα;) μεταφραστές που συνεργάζονται με τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ξεκίνησε λοιπόν να μας συστήνει μεταξύ μας λέγοντας: «Από ‘δω η Α…που εκτός από πολύ καλή μεταφράστρια από τα γερμανικά είναι και οικονομολόγος, από ‘δω ο Β….που εκτός από εξαίρετος μεταφραστής από τα ισπανικά είναι και δικηγόρος…Εν ολίγοις, από τα 15 άτομα σε κείνο το τραπέζι κανείς μας δεν έβγαζε το ψωμί του από τη μετάφραση. Δεν θα μπορούσαμε και να θέλαμε.)

Υπάρχει αυτή τη στιγμή κινητικότητα με την ίδρυση σωματείου, με συνέδρια λογοτεχνικής μετάφρασης, η αλήθεια όμως είναι ότι δεν έχω συμμετάσχει ενεργά στην προβολή της δουλειάς του μεταφραστή και γι’ αυτό δεν μπορώ να ψέξω κανέναν.

Επιπλέον, τον πρώτο καιρό της μεγάλης αβεβαιότητας, ήταν βολικό να είμαι αθέατη.

Τέλος, για να είμαι εντελώς ειλικρινής, έχω διαβάσει μερικές καλές κριτικές για τη δουλειά μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να σκεφτώ πόσα πράγματα πήγαν κατ’ ευχήν στη δουλειά μου χωρίς να χρειαστεί να κοπιάσω: όλες τις μεταφράσεις μου τις έχει διορθώσει ο ίδιος άνθρωπος: ο Αλέξανδρος Πανούσης. Και δείτε τώρα πόσο τυχερή είμαι: 1. είναι φίλος μου 2. του αρέσουν τα βιβλία που μεταφράζω (τα περισσότερα!) 3. του αρέσει η δουλειά μου 4. μπορεί να παρακολουθήσει το κείμενο στα πορτογαλικά 5. είναι ταλαντούχος, πεπειραμένος και ευρυμαθής 6. με τον καιρό, οι χρόνοι συνεννόησης έχουν κατέβει στα μιλισεκόντ. 7. αισθάνομαι ότι έχω πλάτες- ειδικά το πρώτο βιβλίο δεν θα είχε μεταφραστεί ποτέ χωρίς αυτόν.

Οι δυσκολίες είναι οι ευκολίες αναποδογυρισμένες: με εμπιστεύεται τόσο ώστε ίσως να με αφήνει λίγο ασύδοτη. Τον εμπιστεύομαι τόσο ώστε να τεμπελιάζω και να αυθαδιάζω.

Πώς τα βγάζουν πέρα οι άλλοι μεταφραστές;

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Ο Ραϊμούντο Σίλβα, από την Ιστορία της Πολιορκίας της Λισαβόνας που λέγαμε…(ταιριάζει γάντι μιας και μιλούσαμε για επιμελητές πιο πάνω).

Λοιπόν ο τύπος αυτός είναι ένας πενηντάρης επιμελητής, άρτιος και ταπεινός στη δουλειά του που καλείται να επιμεληθεί μια Ιστορία της Λισαβόνας. Φιλήσυχος, αόρατος αλλά τελειομανής εξεγείρεται με την επαρκή μετριότητα του βιβλίου που έχει στα χέρια του και αποφασίζει να αυθαδιάσει (κι αυτός). Υπάρχει λοιπόν μια σκηνή όπου οι Πορτογάλοι ζητούν τη βοήθεια των περαστικών Σταυροφόρων για να κατακτήσουν την πολιορκούμενη μαυριτανική Λισαβόνα. Ο Ρ. Σ προσθέτει τη λεξούλα «δεν» στην απάντηση των Σταυροφόρων: «Θα σας βοηθήσουμε». Φαντάζεστε τι γίνεται μετά;

Ζει περιμένοντας το τηλεφώνημα του διασυρμού και της απόλυσης από τον εκδοτικό οίκο.

Ο εκδοτικός οίκος θορυβείται αλλά δεν τον απολύει. Τον θέτει όμως υπό την επιτήρηση της καινούριας διευθύντριας των επιμελητών που τον προκαλεί απρόσμενα να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε. Να γράψει τη δική του έκβαση της Ιστορίας και της ιστορίας τους. Γιατί φυσικά και ξεμυαλίζεται ο Ραϊμούντο Σίλβα.

Ασφαλώς κι έμαθα νέα του. Ευτύχησε πολύ και αργά στον έρωτα, έγραψε μυθιστορήματα και πήρε το νόμπελ λογοτεχνίας μετά τα 70 του.

Όσο για μένα, άρχισα να ψάχνω ένα δρόμο στις αφηγηματικές ψυχοθεραπείες.

Οι αγαπημένοι σας λογοτέχνες;

Μέχρι τα 22 περίπου διάβαζα φανατικά ρώσους κλασικούς. Υπέμεινα 4 χρόνια ρωσικών για να καταφέρω να διαβάσω με λεξικό τις Λευκές Νύχτες. Τα ρωσικά είναι μαγεία αλλά με εξόντωσαν. Μετά υπέκυψα στα πορτογαλικά που τα έμαθα άκοπα, επί τόπου και απείρως πιο απολαυστικά.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν έχω αγαπημένο. Διαβάζω κυρίως ηλεκτρονικά περιοδικά και αγοράζω όταν ενδιαφέρομαι για κάποιο αφιέρωμα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Είμαι μεταφράστρια. Είμαι ψυχολόγος: ψυχοθεραπεύτρια. Δυο δουλειές και ψάχνω ένα πεδίο συγκερασμού τους.

Σε περίπτωση που αναρωτιέστε, η δουλειά είναι πολλή -τα λεφτά είναι λίγα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Θέλω να γράψω για τη νέα γενιά των πορτογάλων συγγραφέων. Προφανώς έχω πολλά να πω για τον Ζοζέ Σαραμάγκου ακόμη. Γι’ αυτούς τουλάχιστον νομίζω ότι κάτι ξέρω.

Τι διαβάζετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το τελευταίο του Γκονσάλο Ταβάρες, Ένα Ταξίδι στην Ινδία (Uma Viagem á Índia, ένα σύγχρονο έπος στα χνάρια των Λουσιάδων του Καμόες. Στο κομοδίνο μου υπάρχει πάντα ένα βιβλίο που διαβάζω για 4η ή 20η φορά πριν κοιμηθώ. Αυτό τον καιρό είναι «Η Ψυχής της Γυναίκας» του Άλντο Καροτενούτο. Όχι λογοτεχνία, δηλαδή.

Παρέδωσα τη μετάφραση της Ιερουσαλήμ του Γκονσάλο Ταβάρες. Δεν έχω ξεκινήσει άλλη μετάφραση εν τω μεταξύ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Σκέφτηκα την ερώτηση: «Πού βρήκατε την ιδέα και το θράσος να μεταφράσετε». Η απάντηση όμως είναι «Στην άγνοια κινδύνου και στα παιδικά μου κίνητρα». Ας το αφήσουμε καλύτερα, τι λέτε;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Διαδικτυώθηκα μετά τα πρώτα 2 βιβλία που μετέφρασα. Η διευκόλυνση είναι τεράστια αλλά ο πειρασμός της τριγωνοποίησης μεγάλος. Τριγωνοποίηση: εννοώ ότι για να βγω από τη δυσκολία στη σχέση μου με το κείμενο προστρέχω σε τρίτους για πληροφορίες και διευκολύνσεις – και μερικές φορές η σχέση θέλει να μείνεις αποκλειστικά με τον άλλον και να δουλέψεις…

Μέσω facebook ήρθα σε επαφή με έναν από τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Δεν παρακολουθώ συστηματικά τίποτα. Διαβάζω ό,τι με ενδιαφέρει κατά καιρούς. Ενημερώνομαι αποκλειστικά ηλεκτρονικά. Είμαι κυκλοθυμική στη χρήση του διαδικτύου.

Η δυνατότητα καθημερινής αλληλογραφίας είναι η εφαρμογή που απολαμβάνω περισσότερο.

Έχετε μπει στον πειρασμό της συγγραφής; Έχετε γράψει ή δημοσιεύσει κάτι; Αν ναι, θα υπάρξει συνέχεια; Αν όχι, για ποιο λόγο;

Ώρες ώρες μου φαίνεται απίστευτο, αλλά δεν έχω γράψει τίποτα κι ας ζω μέσα στον πειρασμό. Κυρίως γιατί γράφω υπερβολικά ελλειπτικά και γιατί η φαντασία μου είναι γεμάτη δισταγμούς.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Μετά από τόσο κόπο για να διαχειριστώ την εφήμερη; Για να τη ζήσω με ποιους;

Τη μεταφραστική μου ιδιότητα θα μπορούσα να την αποχωριστώ με πολύ μικρότερο αντίτιμο. Την αναγνωστική μου θα την παζάρευα περισσότερο. Ωστόσο, ναι θα μπορούσα να ζήσω ευτυχής χωρίς βιβλία.

Μη μου πάρετε όμως την αλληλογραφία.




 

Μαΐου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 212,841 hits

Σελίδες

Αρχείο


Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 58 other followers