04
Ιον.
12

Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους

Στοχασμών αποστάγματα

Υπάρχει ένας σωστός τρόπος να αγαπάς τη γη σου, την ταυτότητά σου, το σπίτι που έχεις γεννηθεί, την ντοπιολαλιά σου, αλλά και υπάρχει και λανθασμένος τρόπος. Υπάρχουν πρόσωπα που έζησαν στην επαρχία διατηρώντας αυτή την ανάσα του οικουμενικού, νιώθοντας την παγκοσμιότητα. Οι Εβραίοι των μικρών κοινοτήτων στα βιβλία του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ δεν είναι ασφαλώς λιγότερο οικουμενικοί από τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων που τοποθετούνται στο Παρίσι ή τη Νέα Υόρκη. Η επαρχία προκαλεί συχνά μια εμμονή με την ταυτότητα και υπό αυτή την έννοια είναι ασφυκτική… υποστηρίζει ο Κλαούντιο Μάγκρις [σ. 160], πιστός στην προσωπική του πνευματική πορεία αλλά και στους διαχρονικούς του προβληματισμούς για τα σύνορα, τις γέφυρες και την ενδιάμεσή τους λογοτεχνία.

Στην ίδια συνομιλία παραδέχεται για άλλη μια φορά πως ήταν η Τεργέστη που τον έκανε να αισθανθεί την αξία αλλά και τους κινδύνους της γης των συνόρων, που άλλοτε γίνεται γέφυρα για να συναντήσεις τον Άλλο και άλλοτε ένα τείχος για να τον κρατήσεις μακριά. Η εμμονική με την ταυτότητά της πόλη διατηρούσε ταυτόχρονα και την αμφιβολία της για την εν λόγω ταυτότητα, κι ίσως γι’ αυτό, προσθέτει, είχε σπουδαία λογοτεχνία: Όταν δεν ξέρεις καλά τι είσαι, το έδαφος στο οποίο μπορείς να ρισκάρεις για ν’ ανακαλύψεις την ταυτότητά σου είναι η λογοτεχνία…

Ο Ίαν Κέρσοου, που μαζί με τον Μαρκ Μαζάουερ αποτελούν τους δύο σύγχρονους πυλώνες της εκλαϊκευμένης εκδοχής της Ιστορίας που δεν χάνει ποτέ τα επιστημονικά της διαπιστευτήρια, εξερευνά τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια το ναρκοθετημένο πεδίο του Ναζισμού. Στους δυο τόμους του για τον Χίτλερ κυριαρχεί τόσο η ιδέα της χαρισματικής προσωπικότητας που εμπνέει λατρεία όσο και το εργάζεσθαι υπέρ του Φύρερ, η ριζοσπαστική δράση των μεσαίων και κατώτερων επιπέδων της ναζιστικής γραφειοκρατίας, προς υλοποίηση της βούλησης του ηγέτη τους – σε κάθε περίπτωση πάντως μακριά από την δαιμονοποίησή του. Επιπρόσθετα επιβεβαιώνεται η δική του υπόθεση εργασίας, πως σε ακραίες συνθήκες, οι «κανονικές» καθημερινές έγνοιες απορροφούν τόση ενέργεια, ώστε να αυξάει σημαντικά η αδιαφορία απέναντι την απανθρωπιά, και κατ’ επέκταση η υποστήριξη ενός απάνθρωπου πολιτικού συστήματος.

Όπως πρόσφατα υποστήριξε ο Κέρσοου, η Γερμανία οδεύει προς μια σημαντική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την περίοδο του Τρίτου Ράιχ, δίνοντας πλέον έμφαση στη συνέργεια του λαού, ενώ σταδιακά εξαλείφεται η μεταφυσική προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου. Επιμένοντας πάντα πως η ερμηνεία και όχι η ηθική καταδίκη πρέπει να είναι το κλειδί στην καταγραφή της Ιστορίας, προσπαθεί να είναι ακριβοδίκαιος απέναντι στα δυο μεγέθη, τόσο στην προσωπικότητα των ηγετών όσο και τις ευρύτερες δομές εξουσίες, την πολιτική κουλτούρα και τα συστήματα αξιών που την επηρεάζουν.

Ο Κέρσοου συζητά ακόμα θέματα όπως οι «λογικές» ρίζες της εξόντωσης των Εβραίων της Ευρώπης – επιμένοντας όμως πως εκτός από τα SS και την Αστυνομία, το ναζιστικό κόμμα και οι συνεργάτες του, η Βέρμαχτ, ο γραφειοκρατικός μηχανισμός και η βιομηχανική ελίτ ήταν επίσης συνεργοί στο Ολοκαύτωμα έστω και με διαφορετικό εμπλοκής ο καθένας -, την «κουλτούρα του Φύρερ» (μια πλατιά βάση στήριξής του στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών) αλλά και το γεγονός ότι στην περίπτωσή του είναι ευκολότερη η περιγραφή του ως μανιακού και τρελού, καθώς αποτελούσε τον δημιουργό ενός συστήματος, σε αντίθεση με τον Στάλιν που αποτελούσε προϊόν του.

Από τον ζόφο του παρελθόντος στον προβληματισμό του σήμερα, ο Γάλλος ισλαμολόγος Ολιβιέ Ρουά έχει (στο Παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ) ανατρέψει την δοξασία ότι ο φονταμενταλισμός είναι η άμυνα των παραδοσιακών κοινωνιών απέναντι στο κύμα της νεωτερικότητας, υποστηρίζοντας, αντίθετα, ότι αποτελεί ταυτόχρονα προϊόν και παράγοντα της ίδιας της νεωτερικότητας. Από τη στιγμή που η παγκοσμιοποίηση απέκοψε τις θρησκείες από το παραδοσιακό τους περιβάλλον (οικογένεια, κοινότητα), το Ισλάμ ανήκει στους μοντέρνους, όχι στους μεσαιωνικούς καιρούς. Ο Ρουά είδε για πρώτη φορά στο Ιράν και το Αφγανιστάν με ποιον τρόπο μπορεί το Ισλάμ να λειτουργήσει ως πολιτικό εργαλείο – στην πρώτη περίπτωση οι μουλάδες ενσάρκωσαν την πολιτική εις βάρος της θρησκείας, στην δεύτερη οι ισλαμιστές απομάκρυναν το προηγούμενο κομμουνιστικό καθεστώς. Οι σύγχρονες όμως συγκρούσεις στη Βόρεια Αφρική έχουν όμως το αίτημα για σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στις πολιτικές επιδιώξεις και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Η ισλαμοποίηση της αραβικής κοινωνίας τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν έχει οδηγήσει σε νίκη του πολιτικού ριζοσπαστισμού – συνήθως κυριαρχούν οι τοπικοί ιμάμηδες και οι ιεροκήρυκες. Οι θρησκευτικοί καθοδηγητές χάνουν τη νομιμοποίησή τους και κυρίως η νέα γενιά παύει να ακολουθεί τους χαρισματικούς θρησκευτικούς ηγέτες, αλλά, αντίθετα, προσπαθεί να κατασκευάσει ένα καινούργιο brand name για το Ισλάμ, μέσα από το ίντερνετ και τα κοινωνικά δίκτυα – σε κάθε περίπτωση πάντως ασκεί μια εξατομικευμένη μορφή της θρησκευτικότητας και προσπαθεί να ενταχθεί στην κυρίαρχη κουλτούρα. Οι νέοι έχουν την πεποίθηση ότι η θρησκεία αποτελεί μια υπόθεση προσωπική και κανείς δεν πρέπει να τους διδάξει αυτό που μπορούν να μάθουν μόνοι τους.

Είναι πλέον φανερό πως οι πολίτες δεν έχουν ανάγκη την ισλαμική πίστη για να εφαρμόσουν το νόμο, ενώ αναγνωρίζεται η ανάγκη εκδημοκρατισμού και η ποικιλομορφία στην προσωπική έκφραση. Το πρόβλημα πλέον με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, λέει ο Ρουά, είναι τι θα κάνουν με την θρησκεία εντός μιας δημοκρατίας κι αυτό αποτελεί μια από τις μελλοντικές προκλήσεις. Άλλωστε στις κοσμικές κοινωνίες ή όπου επικρατεί η διάκριση κράτους και Εκκλησίας δεν ανήκει στην αρμοδιότητα κανενός κρατικού αξιωματούχου να αποφασίσει τι είναι αποδεκτό στη θρησκεία. Τα κράτη οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τη θεολογική διαμάχη, που αφορά τους πιστούς. Η θρησκευτική έκφραση ανήκει στα ατομικά και όχι στα συλλογικά δικαιώματα.

O κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Σένετ στρέφει τους προβληματισμούς του στην αφήγηση του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου στον δυτικό πολιτισμό, περιγράφοντας την μάχη ανάμεσα στην πόλη και το άτομο, ανάμεσα στη δημόσια έκθεση και τον προσωπικό ναρκισσισμό και, εν τέλει, τον ατομικισμό που δημιουργείται και τρομάζει. Η αμερικανική κοινωνία εδώ εκφράζει ένα τρομερό παράδοξο: ενώ έδωσε τόση σημασία στην αξία του ατόμου, κατέληξε κομφορμιστική. Στο ερώτημα πώς συνέβη αυτό η συνήθης απάντηση είναι ο ατομικισμός: είναι τόσο ισχυρός ώστε να αποκλείει την έννοια της συλλογικής διεκδίκησης. Ο Σένετ υποστηρίζει πως η Αριστερά της εποχής έχει αρνηθεί την ευχαρίστηση, το χιούμορ, την ευφυΐα, την κοινωνικότητα και τοποθετεί τον εαυτό του σε μια Αριστερά που δεν εστιάζει τόσο στη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, όσο στους τρόπους ενίσχυσης της ανοιχτής κοινωνίας, σε σημείο ακόμα και ν’ αποδέχεται τον καπιταλισμό ακριβώς για να υπηρετήσει την κοινωνία και όχι το αντίθετο.

Ήμουν πολέμιος κι εξακολουθώ να είμαι της άποψης για την συνέχεια και το αμετάβλητο της ελληνικής γλώσσας. Όπως ήμουν αντίθετος και με την κόντρα αρχαίας και νέας γλώσσας, που προσωποποιήθηκε ως κόντρα Μαρωνίτη – Χρηστίδη και Μπαμπινιώτη. Η άλλη πλευρά ισχυριζόταν ότι χωρίς τα δεκανίκια της αρχαίας γλώσσας η νέα δεν στέκεται. Η δική μου αντίρρηση είναι η άρση αυτής της ιδεοληψίας. Η νέα γλώσσα έχει επάρκεια φτάνει να διδαχτεί σωστά και να ασκηθεί με τρόπο που ευνοεί την εξέλιξή της. Αν θέλεις, και με την αναγκαιότητα ανεφοδιασμού προς τα πίσω…υποστηρίζει ο Δημήτρης Μαρωνίτης [σ. 149] στην δική του βαθύτατη εξομολόγηση. Ο Μαρωνίτης μιλάει για μετάφρασή του στην Ιλιάδα και την αίσθηση της απόλυτης ισοτιμίας της αρχαίας με τη νέα ελληνική γλώσσα με την οποία την εμπότισε, την συνάντηση των δύο γλωσσών και την δημιουργία ενός τρίτου σημείου τριβής όπου το αρχαίο κείμενο ξυπνάει και διεγείρει τη νέα ελληνική. Ο πειρασμός και η γοητεία είναι να δει κανείς πόσο η νεοελληνική γλώσσα υποδέχεται ως δικά της στοιχεία τα αρχαιοπρεπή.

Το βιβλίο συμπληρώνεται με συνομιλίες με τους Ρενέ Ζιράρ, Τζωρτζ Στάινερ, Χάρολντ Μπλουμ και Τζούντιθ Χέριν. Όπως είναι φανερό, το σύνολο των συνεντεύξεων με παρεμβατικούς στοχαστές της εποχής μας που ανέλαβε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δουλγερίδης, ορισμένες από τις οποίες έχουν δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο ή σε περιοδικά για το βιβλίο, είναι γεμάτο από ανάλογα αποστάγματα πολύτιμων στοχασμών.

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 165.

Advertisements

0 Responses to “Δημήτρης Δουλγερίδης – Δεύτερη ανάγνωση. Οι συνεντεύξεις, εκτός από το έργο τους”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 874,717 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: