Paul Lynch – Το τραγούδι του προφήτη

«Η ιδέα ενός κόσμου που γκρεμίζεται»

Έχει από καιρό φτάσει η στιγμή που τα μυθιστορήματα του ολοκληρωτισμού δεν διαδραματίζονται στις συνήθεις ύποπτες ηπείρους ή υπο-ηπείρους –Λατινική Αμερική, Αφρική, Ασία, ενίοτε και σε κάτι διαστρεβλωμένες Ηνωμένες Πολιτείες– ούτε εμφανίζονται ως μελλοντολογικές προφητείες, ή κατά την πολλαπλώς χρησιμοποιούμενη λέξη «δυστοπίες» διαδραματιζόμενες σε μέλλον κοντινό ή μακρινό. Αυτά τα μυθιστορήματα αφορούν πλέον την Ευρώπη και τις δημοκρατίες της Δύσης (άλλη μια αναπόφευκτη λέξη του συρμού) και εκκινούν από καταστάσεις εξαίρεσης και έκτακτης ανάγκης που ακριβώς οι ίδιες δημοκρατίες προβλέπουν όταν διασαλεύονται η τάξη και η ασφάλεια που υποτίθεται πως διαφυλάσσουν . Πρόκειται βέβαια για πεδίο δόξης λαμπρό για το σινεμά, ιδίως το υπερατλαντικό, και σίγουρα για κινηματογραφικό σενάριο και εδώ είναι που έρχεται ο εν λόγω συγγραφέας, κάποτε κριτικός κινηματογράφου και πάντα λάτρης του.

«Έχουμε διαταγές να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις κατηγορίες που φτάνουν σ’ εμάς»

Είναι εξαρχής εμφανές ότι εδώ δεν θα υπάρχει ούτε έντονη δράση αλλά ούτε και μια παράλληλη περιγραφή της πορείας των θυτών και των θυμάτων· η μόνη εστίαση είναι μια ιρλανδική οικογένεια –δυο γονείς, τέσσερα παιδιά σε διαφορετικές ηλικίες, από βρέφος ως δεκαεπτά χρονών, ένας παππούς– και κάποιοι φίλοι του στενού κύκλου. Τo πολιτικό περιβάλλον δεν είναι άγνωστο στις ευρωπαϊκές πόλεις όπως και οι τρόποι αντίδρασης κατά μιας αυταρχικής κυβέρνησης – διαδηλώσεις, απεργίες, δράσεις συνδικάτων. Η επίσκεψη όμως δυο αστυνομικών και οι φράσεις τους προς τον πατέρα και σύζυγο Λάρι Στακ «Έχουμε διαταγές λοιπόν να παίρνουμε στα σοβαρά όλες τις κατηγορίες που φτάνουν σ’ εμάς» και «Η συμπεριφορά σας είναι συμπεριφορά ανθρώπου που υποδαυλίζει το μίσος εναντίον του κράτους και  σπέρνει τον διχασμό και την εξέγερση» δείχνουν πως τα πράγματα έχουν αλλάξει: τα επιφορτισμένα όργανα δεν βγαίνουν στα τυφλά να χτυπάει διαδηλωτές· το κάνουν και αυτό, αλλά το ζήτημα είναι να εντοπιστεί κάθε ενδεχόμενος υποκινητής ταραχών αλλά και ο καθένας να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του δεν είναι ανατρεπτική. Η ρουτίνα της οικογένειας ανατρέπεται, ακόμα και το ίδιο το σπίτι δεν μοιάζει όπως πριν· είναι ενδιαφέρον ότι μετά την εισβολή τους η κουζίνα φαίνεται στην γυναίκα του Άιλις ως άγνωστος χώρος.

«Οι λέξεις έχουν σημασίες αλλά αυτές οι σημασίες έχουν ξεχαρβαλωθεί»

Η αντίδρασή του Λάρι δεν μπορεί παρά να είναι η επίκληση της λογικής και η ψυχραιμία. Η ζωή πρέπει να συνεχιστεί, η συμμετοχή του σε συνδικάτο δασκάλων που απεργεί προφανώς αποτελεί κατοχυρωμένο του δικαίωμα. Η σύλληψη του Τζιμ, συζύγου μιας στενής φίλης, της Κάρολ Σέξτον, προφανώς θα αποκατασταθεί ως λάθος. Ο δικηγόρος τους είναι βέβαιος στην ισχύ των πολιτικών δικαιωμάτων. Όμως το μόρφωμα που κυβερνά μπορεί να έχει κερδίσει δημοκρατικές εκλογές αλλά εδώ και δυο χρόνια προβαίνει σε συνεχή καταπάτηση και αναίρεση αυτών των δικαιωμάτων. Η ανησυχία είναι διάχυτη και όταν ο Λάρι εξαφανίζεται ο πολιτικός τρόμος έρχεται ως μόνιμος συγκάτοικος στο σπίτι. Όταν η Άιλις πηγαίνει στο γραφείο διαβατηρίων για το πασχαλινό οικογενειακό ταξίδι στον Καναδά, ενημερώνεται ότι πρέπει πρώτα να περάσει από το έλεγχο φρονημάτων και μητρώου. Φυσικά η επίσημη απάντηση θα είναι ότι, εφόσον ο άντρας της είναι κρατούμενος, δεν μπορεί να πάρει το σχετικό πιστοποιητικό.

Όλη αυτή η τροπή του φωτισμού από το γενικό πολιτικό στο ειδικότερο προσωπικό και στον τρόπο που το πρώτο εισχωρεί και διαβρώνει την ζωή του δεύτερου δείχνει αφενός την εισχώρηση της πολιτικής βίας στις καθημερινές συνήθειες της οικογένειας και αφετέρου τον ορισμό της άλωσης του ιδιωτικού χώρου από έναν δημόσιο δυνάστη. Εδώ επέρχεται και μια τρίτη εφιαλτική πλευρά του ζητήματος: η ζωή αυτή οφείλει, αναγκάζεται, δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να προχωρήσει – το μωρό να ταΐζεται, το φαγητό να μαγειρεύεται, τα μεγαλύτερα παιδιά να φροντίζονται, το σπίτι να καθαρίζεται. Η Άιλις καλείται να ανταποκριθεί σε όλα τα σχετικά καθήκοντα, ακριβώς όπως έκανε ως τώρα, ενώ, παράλληλα, πρέπει να επισκέπτεται τον πατέρα της Σάιμον, ο οποίος άλλοτε μοιάζει διαυγής και άλλοτε έτοιμος να γλιστρήσει στη λήθη. Και φυσικά οι προσπάθειές της να βγάλει από την χώρα τον μεγαλύτερο γιο, ώστε να μην επιστρατευθεί, πέφτουν στο κενό· αυτή τη φορά η αίτηση απορρίπτεται χωρίς αιτιολογία.

«Μας κάνουν να νιώθουμε ενοχή όταν εμείς είμαστε που έχουμε πάθει το κακό»

Είναι χαρακτηριστική η παραπάνω φράση της φίλης Κάρολ όταν διηγείται πόσοι της έκοψαν την καλημέρα από τότε που έπιασαν τον δικό της σύζυγο. Γιατί όμως παρ’ όλη αυτή την κατάσταση οι διαμαρτυρόμενοι παραμένουν μια μειοψηφία; Γιατί όσο κι αν το κύμα της αγανάκτησης και της αντίστασης διογκώνεται, υπάρχουν άλλοι τόσοι και περισσότεροι που μένουν στα σπίτια; Γιατί τα σωματεία έχουν καταπιεί την γλώσσα τους και η μισή χώρα ήδη υποστηρίζει ότι οι δάσκαλοι είναι ανατρεπτικά στοιχεία; Πώς γίνεται και διάφοροι περιφερειακοί τρίτοι φωνάζουν στην Άιλις ότι ο άντρας της θα έπρεπε να είναι σπίτι με τα παιδιά του αντί να τρέχει στα συνδικαλιστικά; Μα τα όπλα είναι από δεκαετίες γνωστά και έχουν επιτυχώς εφαρμόστεί σε διάφορες κοινωνίες: πρόκληση ανησυχίας και φόβου στους πολίτες, εξουδετέρωση όσων αντιστέκονται, δημιουργία ανασφάλειας και τρόμου, σταδιακή αφαίρεση δικαιωμάτων, μόνιμη και εκτεταμένη προπαγάνδα, αδράνεια ή καθοδήγηση δικαστικής εξουσίας – και το πλέον αόρατο στοιχείο: η μεταλλαγή της ίδιας της πραγματικότητας στα μάτια των πολιτών. Το κυβερνόν κόμμα «προσπαθεί ν’ αλλάξει αυτό που εσύ κι εγώ ονομάζουμε πραγματικότητα, θέλει να το θολώσει, σαν νερό».

«Τώρα το βλέπουμε να συμβαίνει γύρω μας, με τα μάτια μας, κι όχι μέσα στα βιβλία»

Σίγουρα τα γνωρίζαμε και από τα βιβλία αλλά όταν γίνουν πραγματικότητα πως μπορεί κανείς να συμπεριφερθεί; Υπάρχει ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τους περισσότερους, βασικούς και περιφερειακούς ήρωες. Στην αρχή εκπλήσσονται και απορούν, ύστερα μουδιάζουν και δεν ξέρουν πώς να δράσουν, στη συνέχεια αισιοδοξούν και περιμένουν, σύντομα απαισιοδοξούν και κοκαλώνουν. Τι μπορεί να συμβαίνει στον συλληφθέντα Λάρι με τον οποίο δεν υπάρχει καμία δυνατότητα επικοινωνίας; Φυλακές υψίστης ασφάλειας ή άθλιας διαβίωσης; Στρατόπεδο συγκέντρωσης ή θάνατος; Πώς μπορεί να υπάρξει πληροφόρηση όταν τα καθιερωμένα κανάλια της υπηρετούν το ίδιο το αυταρχικό κράτος; Ποια δυνατότητα δράσης υπάρχει; Είναι θέμα χρόνου να συγκροτηθεί ένας στρατός «αντιφρονούντων», να δημιουργηθούν εμπόλεμες ζώνες, να διαπιστωθεί και σε αυτούς η σύγχυση, η διαφωνία και η απογοήτευση. Ο μεγαλύτερος γιος αρνείται να παραμείνει έγκλειστος και απαθής και βγαίνει να ενωθεί μαζί τους, με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Η προαναφερθείσα «κινηματογραφική», σεναριακή γραφή του Λιντς κυριαρχείται από έναν ενεστώτα που περιγράφει τις παραμικρές κινήσεις των ηρώων, σε αντίστιξη με την φουρτουνιασμένη τους σκέψη. Η ανυπαρξία παραγράφων θέλει ακριβώς να ακολουθήσει τον καταρράκτη των καθημερινών πράξεων και των συναισθηματικών ροών. Κατά μεγάλη ειρωνεία (και στα κάπως πιο λογοτεχνικά σημεία του κειμένου) η ομορφιά της φύσης, των εποχών και της νύχτας μένει ίδια και απαράλλακτη. Μπορεί να θεάται πλέον αλλιώς, έτσι όπως τα πάντα έχουν ανατραπεί και όλα φαίνονται απειλητικά, όμως μοιάζει και ως υπόμνηση ότι όταν εξοντωθούμε ως ανθρώπινο είδος αυτά θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αδιάφορα και αειθαλή.

Πώς τελειώνει μια τέτοια κατάσταση ή ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να την περιγράψει; Αισιόδοξα ή απαισιόδοξα; Μάλλον καμία λύση δεν μοιάζει επαρκής – ίσως μόνο το ανοιχτό τέλος που ισορροπεί ανάμεσα στα δυο. Ούτως ή άλλως ο πυρήνας του μύθου είναι άλλος: Δεν είναι, τελικά, διόλου δύσκολο μια δημοκρατία να μετατραπεί σε δικτατορία, οι πολίτες να πειστούν ότι αυτό χρειάζεται για την σταθερότητα της ζωής, και τότε οτιδήποτε δεδομένο σταδιακά θα παύει να είναι δεδομένο και ο καθένας θα αναμετρηθεί με την επιλογή όχι μόνο σε ποιο μέρος θα ταχθεί αλλά, όταν τα πράγματα φτάσουν στο τραγικό απροχώρητο, αν η λύση είναι η μετανάστευση. Και τότε θα παρακολουθήσουμε, όπως κι εδώ, την τελευταία, ύστατη αντιστροφή: οι πρόσφυγες θα είναι οι Ευρωπαίοι, θα είμαστε εμείς. Ο Προφήτης, είτε ως η ίδια η Γραφή, ο Στοχασμός ή η Πολιτική, έχει ήδη προειδοποιήσει. «Η ιδέα ενός κόσμου που γκρεμίζεται», που κάποια στιγμή αναφέρει η ηρωίδα πως βλέπει μπροστά της, έχει ήδη γραφτεί, ειπωθεί και τραγουδηθεί, αλλά μάλλον δεν έγινε πιστευτή.

Εκδ. Gutenberg, 2024 [σειρά Aldina, 83], σελ. 345, μτφ. Μαρία Αγγελίδου – Άγγελος Αγγελίδης [Prophet’s song, 2024]

Στις εικόνες έργα των Franck Vidal [1] και Joseph Minton [2]

Lana Bastašić – Πιάσε το λαγό

Ταξίδι στον τόπο μιας εξάρτησης,  μιας φίλης, μιας χώρας

Η Λέιλα μπορούσε να λειώσει και να ξαναχυθεί σε άλλο σχήμα, ανάλογα με το καλούπι που είχε στη διάθεσή της. Είχε κάποιο αισθητήριο εκ γενετής για εκείνο που κάθε φορά της ζητούσαν, και ήταν ικανή, μέσα σε δυο δευτερόλεπτα, να μετατραπεί ακριβώς σ’ αυτό που λαχταρούσαν, σ’ αυτό που πίστευαν ότι θα τους ολοκλήρωνε και θα τους ερμήνευε σωστά, θα τους έδινε ένα νόημα ή τουλάχιστον θα εκπλήρωνε κάποιο φτηνό όνειρο μέσα σε μια δυο πορνογραφικές σκηνές. Ήταν ικανή να συρρικνωθεί τόσο πολύ, ώστε να μη μείνει παρά κάτι ελάχιστο απ’ αυτήν, ένα ίχνος μονάχα του εαυτού της. [σ. 256]

Είναι η αφηγήτρια Σάρα που γράφει, εκφράζοντας κάθε τόσο τον θαυμασμό της για την παλιά στενή, καρδιακή, κολλητή κι ό,τι πλησιέστερο μπορεί να υπάρξει, φίλη της· μια φίλη όμως που εξαρχής διαφέντευε τόσο την σχέση όσο και την ίδια την Σάρα. Όταν στο παρόν λέει πως μπορείς να γίνεις ιδιοκτήτης ανθρώπων με εξευτελιστικά μικρό αντίτιμο είναι βέβαιη σε τι αναφέρεται. Πώς να την περιγράψει όταν ακινησία και Λέιλα ποτέ δεν πήγαιναν μαζί, γι’ αυτό σε όλες τις φωτογραφίες μοιάζει με  μουντζούρα; Αν μπορούσε, θα τρύπωνε ακόμα και τώρα ανάμεσα και στις προτάσεις και θα τελείωνε την ιστορία εκ των έσω. Όμως αυτή τη φορά είναι η Σάρα που παίρνει τα ηνία, έστω συγγράφοντας την ιστορία, και θα μπορούσε να την σκοτώσει ακόμα και με μια τελεία. Αλλά όχι, εδώ, στο βιβλίο ή στο Δουβλίνο όπου ζει, είναι ασφαλής, μακριά από την εκλεπτυσμένη βία της. Μετά από δώδεκα χρόνια απόλυτης σιωπής, σαράντα οχτώ εποχές του χρόνου δίχως την φωνή της, με ένα τηλεφώνημά της της ζητά να πάει στο Μόσταρ ώστε να φύγουν μαζί για την Βιέννη όπου εντοπίστηκε ο επί χρόνια χαμένος αδελφός της Άρμιν.

Αυτή η φωνή, σαν την ηχώ ενός εγκαταλελειμμένου πηγαδιού, την λέρωσε ήδη με την μητρική γλώσσα και μετέτρεψε αμέσως την ζωή της σε μουσείο. Βρίσκεται ανάμεσα σε ανάμεσα σε δυο κόσμους που δεν μεταφράζονται ο ένας στην γλώσσα του άλλου και το γνωρίζει προτού την συναντήσει, πως το βλέμμα της Λέιλας θα γδύσει από πάνω της την Ευρώπη και θα φανερώσει τα βαλκανικά της τραύματα. τι είναι η Βοσνία για την Σάρα; Μια χώρα που μπορούν να υποστηρίζουν ότι ήταν τέλεια, επειδή ακριβώς τους αφαιρέθηκε η δυνατότητα να ελέγξουν την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού. Η μάνα της εξακολουθούσε να έχει την φωτογραφία του Τίτο, έστω και στην αποθήκη, πίσω από το βάζο με το τουρσί. Και τι είναι ο Άρμιν; Από την πλευρά της μια έντονη ερωτική έλξη, αλλά και μια ζήλεια που η Λέϊλα είχε αδελφό, «κάποιον που σε ξέρει καλύτερα απ’ όλους, παρόλο που δεν ξέρει τίποτα για σένα». Ο μπαμπάς της είχε πει ότι κατά πάσα πιθανότητα ο Άρμιν μαζί μ’ εκείνους τους αλήτες δηλητηρίασαν τα σκυλιά των γειτόνων. Ήταν η εποχή που η σύγκρουση των γιουγκοσλαβικών εθνοτήτων ήδη μυριζόταν στον αέρα.

Μετά την εξόντωση των σκυλιών ο Αρμίν εξαφανίστηκε – από ζωντανός άνθρωπος μετατράπηκε σε τελευταία εικόνα. Και η απουσία του γέμιζε τον χώρο περισσότερο απ’ όσο κατάφερε πριν η παρουσία του. Η πόλη άρχισε να γίνεται διαφορετική, σαν κάποιος να ρούφηξε όλους τους χυμούς της και να την άφησε να ξεραίνεται στο χορτάρι. Μερικοί συνοφρυώθηκαν μόλις σε μια στιγμή κι έμειναν έτσι μόνιμα. Κι οι δυο τους ήξεραν ότι αυτό που είχε αρχίσει θα διαρκούσε για πολύ – αυτό έγινε μια σταθερά, σαν ένα επιπλέον χημικό στοιχείο στον αέρα. Οι καθηγητές ξαφνικά άρχισαν να γράφουν στα κυριλλικά. Τώρα ήταν η εξαφάνισή του που έφερε την σύγκρουση στα σπίτια τους, στις κουβέντες για το αίμα που είναι αίμα, στις προσβολές κατά των μουσουλμάνων. Η αίσθηση πως ο Άρμιν είναι ζωντανός τις ένωνε περισσότερο από το κοινό θρανίο σε σημείο να νοιώθουν υποχρεωμένες να παραμείνουν μαζί μέχρι αυτός να εμφανιστεί. Αν μάλωναν ή χώριζαν, θα ξηλωνόταν και αυτή η εύθραυστη πεποίθηση.

Καθώς η συγγραφέας εναλλάσσει κεφάλαια για το παρελθόν και το παρόν, στα πρώτα αντιλαμβάνεται κανείς μια έντονη σχέση εξάρτησης αλλά και την αναντίλεκτη αρχηγία της Λέιλας. Η Σάρα την άφησε να σχεδιάσει ακόμα και την πρώτη της ερωτική επαφή, για να μετατραπεί τελικά η ξεχωριστή της νύχτα απλώς σε μια κόπια της δικής της. Η Λέιλα αδιαφορούσε αν δεν υποτιμούσε την ζωτικής σημασίας ενασχόληση της Σάρας με την ποίηση, ενώ για την Σάρα ήταν η μόνη δημιουργικότητα. Στην ουσία η πρώτη σταδιακά μετατρεπόταν σε ένα μυθικό ον που γνώριζε και καθόριζε τα πάντα· είχε τις κρυφές εκείνες γνώσεις για τις οποίες είχε ενσωματωμένους αισθητήρες. Όμως η Σάρα είναι πάντα έτοιμη να γίνει η σκλάβα της

μόνο και μόνο για να γεμίσει τα αυτιά της «μ’ εμάς»· επιθυμεί να είναι μόνες και να έχουν διαρκώς κάποιο ένα σχέδιο. Τα πράγματα διατηρούσαν την υπερφυσική τους ιδιαιτερότητα μόνο αν συνέβαιναν στην μία από τις δυο και κάθε φορά περίμεναν την επόμενη διαφορά που θα τις απομάκρυνε και ταυτόχρονα θα τις έφερνε πιο κοντά. Και ήταν μια σχέση έντονης σιωπής· ακόμα κι όταν έβλεπε μελανιές η Σάρα δεν έπρεπε να ρωτήσει· για την φιλία τους, το δικαίωμα της σιωπής ανέκαθεν ήταν πιο σημαντικό από εκείνο των ερωτήσεων.

Είναι περιττό να τονιστεί ότι οι παράλληλες αφηγήσεις του ταξιδιού των δυο γυναικών έχουν πλείστα γοητευτικά στοιχεία road novels – από το πρώτο νυχτερινό λεωφορείο για το Μόσταρ, όπου η Σάρα μπορεί να δει στα πρόσωπα των επιβατών τα χιλιόμετρα που έχουν διανύσει ως επιβάτες του, επισκεπτόμενοι τις οικογένειές τους τις σκορπισμένες ανάμεσα σε δυο κράτη, έως την συνύπαρξη μέσα στο αυτοκίνητο δια μέσου της Βοσνίας και της Σλοβενίας ως την Βιέννη, με στάσεις σε τόπους που κάποτε ήταν γνωστοί και τώρα μοιάζουν άγνωστοι. Αλλά μήπως έτσι δεν είναι και οι που οι ίδιες αποτελούν; Η Σάρα για άλλη μια φορά δεν τολμάει να κάνει ερωτήσεις γιατί φοβάται πως θα την τρομάξουν και θα βρει κάποιον άλλο να ψάξουν μαζί τον αδελφό της. Παράλληλα διαπιστώνει ότι δεν βιάζεται να φτάσει στους διάφορους προορισμούς, γιατί διατηρεί την ελπίδα ότι θα καταφέρει διορθώσει όλα τα σφάλματα της Λέιλα αλλά και τις δικές της σιωπές. Διαπιστώνει ακόμα πως η μαγεία της Λέιλα λειτουργεί ακόμα, ύστερα από τόσα χρόνια, πως εκείνη μπορούσε να σχηματίσει έναν αόρατο κύκλο γύρω τους που τους διαχωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο.

Προς στιγμήν ευχήθηκα να μην τέλειωνε ποτέ το ταξίδι, πάντα να υπήρχε κάποιο χόστελ, σε κάποια πόλη οπουδήποτε και οποτεδήποτε, όπου θα βρίσκονταν ξαπλωμένες κάποιες άλλες Λέιλα και Σάρα και θα συζητούσαν για τους καθηγητές, για τα φυτά, για το οτιδήποτε, ενώ θα πλησίαζαν σιγά σιγά εκείνο το αγόρι που θα στεκόταν κάτω από την κερασιά. Εκείνη τη στιγμή ίσως και να συνειδητοποίησα την πικρή αλήθεια – ότι δεν χρειαζόμουν τον Μάικλ. Ήμουν απολύτως καλά, σ’ εκείνο το κρεβάτι όπου ήδη ίδρωνα ασταμάτητα μέσα στο αποπνικτικό δωμάτιο. Σ’ εκείνη δεν χρειαζόταν τίποτα να εξηγώ, είχε τον σωστό μεγεθυντικό φακό για τις μικροσκοπικές μου ανησυχίες. [σ. 259]

Τώρα υπάρχει ένα καινούργιο «Λέιλα κι εγώ», «άγαρμπα ενωμένο σαν δυο κομμάτια σπασμένης πορσελάνης, με μια ραγισματιά στην ένωσή τους που δεν θα μπορέσει ποτέ να κρυφτεί». Ο δεσμός, άλλωστε, έχει καθοριστεί από μνήμες που βγαίνουν στην επιφάνεια: κοινό σεξ, κοινή παρανομία, μια τραυματική ιστορία υποκρισίας στην θάλασσα για την οποία δεν μίλησαν ποτέ, ένα φιλί στα χείλη που η Λέιλα επισφράγισε με την φράση «Δεν γίνονται αυτά στη Βοσνία» κι όταν η Σάρα της είπε «δεν είμαστε στη Βοσνία» εκείνη είπε «Πάντα είμαστε στη Βοσνία». Τι είδους μνήμες όμως είναι αυτές; Η συγγραφέας παραδέχεται πως συνεχώς αναγκάζεται να ανασκευάζει και να επινοεί, μιας και εκείνα τα χρόνια καμιά τους δεν είχε αφομοιώσει αρκετή γλώσσα ώστε να σχηματίσουν σταθερές αναμνήσεις και έμεναν μόνο οι εντυπώσεις. Και σε αυτή την διαρκώς εν κινήσει συνύπαρξη, αναδύεται για άλλη μια φορά η μεγάλη τους διαφορά. Η Λέιλα διαφωνούσε με την επιμονή της Σάρα για να εξηγεί τα πάντα, για το νόημα που με την βία επέβαλλε στα πράγματα. Κάποιοι άνθρωποι απλώς είναι, χωρίς μεγάλα δράματα. Και τελικά, η ενηλικίωση και η διαχείριση των τραυμάτων, η θέση της μνήμης στο παρόν και η δυνατότητα ή μη μεταλλαγής μιας εξάρτησης σε μια σχέση εξίσου καθοριστική και ζωτική, σιγοκαίνε διαρκώς στο υπέδαφος αυτού του μυθιστορήματος.

Τα σωματίδια του σκότους που είχαν καταλάβει ολόκληρο το σώμα μου, τόσο που έπρεπε να συνηθίσω πια την παρουσία τους, να τα αποδεχτώ ως κάτι ουσιαστικά δικό μου, κάτι για το οποίο ο Μάικλ και ο οποιοσδήποτε Μάικλ αυτού του κόσμου ποτέ δεν θα έχουν τα κατάλληλα αισθητήρια για να το αντιληφθούν· στην αρχή μπορεί αυτό να είναι κάτι που θα τους γοητεύσει μα αργότερα απλώς θα τους κουράσει – μόλις οσμιστούν την παράλογη θλίψη στις εσχατιές του είναι μου, κάποιο σκοτάδι που ξεφλουδίζει από την επιφάνειά του δέρματός μου το οποίο δεν θα ξέρουν πως να το ερμηνεύσουν παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειες, θυμωμένοι που δεν είναι τελικά ο ένας εκλεκτός που θα με διορθώσει. Θα με διαβάζουν από τ’ αριστερά προς τα δεξιά με ένα σωρό λεξικά, μετατρέποντάς με σε σκληρόδετο βιβλίο, και μετά θα έρθει η Λέιλα, θα του ξεριζώσει τα φύλλα και θα φτιάξει μ’ αυτά μικρά πουλιά. Επειδή μόνο εκείνη ξέρει ότι το σκοτάδι δεν ερμηνεύεται, ότι δεν έχει κάποιο νόημα, ούτε κεντρική ιδέα. Μόνο εκείνη μπορούσε να με απελευθερώσει από τα σκληρά εξώφυλλα. [σ. 259-260]

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 64], 2023, σελ. 339, μτφ. Ισμήνη Ραντούλοβιτς [Uhvati zeca, 2018]. Με δεκασέλιδο επίλογο της συγγραφέα.

Στις εικόνες έργα των: 1. Margaret Keane, 3. Alan Feltus, 6. Lucien Freud