10
Σεπτ.
18

Φρέαρ τεύχος 22-23 (Ιούλιος 2018). Αφιέρωμα στον Τ.Κ Παπατσώνη

Ο Καρίλ Φερέ [Caryl Férey] είναι ένας ιδιαίτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων με βαθύ κοινωνιολογικό, πολιτικό και υπαρξιακό προβληματισμό. Θέμα των έργων του είναι συχνά οι αυτόχθονες και οι παρενέργειες που έχουν προκύψει από έναν ημιτελή εξαστισμό τους. Εντασσόμενος σε μια σειρά από Γάλλους ταξιδιώτες συγγραφείς που εμπνέονται από την πλούσια ταξιδιωτική τους ζωή, είναι ένας συγγραφέας της εξωτερικότητας, της αφήγησης και της πλοκής μέσα από τις οποίες γίνεται η ψυχογράφηση και η ενδοσκόπηση, όπως γράφει ο Διονύσης Σκλήρης στην εισαγωγή της συνέντευξής του.

Πρόκειται για ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνομιλία, όπου ο συγγραφέας εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εφηβεία του κατά την δεκαετία του 1980, οπότε και σφραγίστηκε από την παγκοσμιοποίηση που ήταν μεν πολιτική, αλλά είχε και μια πρακτική διάσταση, καθώς ταξίδευε και συνειδητοποιούσε ότι «όλοι ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας, καθώς είχαμε το ίδιο οικονομικό σύστημα». Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι όταν έγραψε τα βιβλία του για την Νέα Ζηλανδία (ιδίως το πρώτο, το Χάκα, το 1998) ο κόσμος απορούσε γιατί δεν έγραφε για τόσο μακρινά μέρη κι όχι για την Γαλλία· έπρεπε να φτάσουμε στην δεκαετία του 2000 για να γίνει αντιληπτό ότι ζούμε σε ενιαίο κόσμο.

Ο Φερέ είναι ένας διεθνιστής που πιστεύει πως δεν πρέπει να υπάρχουν σύνορα αλλά οι άνθρωποι να μπορούν να ζήσουν όπου θέλουν. Η παγκοσμιοποίηση όμως που έχουμε σήμερα, επισημαίνει, είναι η απεριόριστη κυκλοφορία των κεφαλαίων και όχι των ανθρώπων. Ίσως δεν είναι άσχετη με όλα αυτά η άλλη «κλήση» που αισθάνθηκε ο συγγραφέας να περιγράψει τους αυτόχθονες λαούς από τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, όπως π.χ. με την εθνότητα των Μαπούτσε, οι οποίοι έχουν μια σκέψη που σηματοδοτεί μια εντελώς διαφορετική εννόηση του κόσμου.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού που επιμελούνται η Αθηνά Βογιατζόγλου και ο Βασίλης Μακρυδήμας τιμά τον ποιητή, κριτικό, δοκιμιογράφο και μεταφραστή Τάκη Παπατσώνη (1895-1976) και αποτελεί καρπό της διήμερης Επιστημονικής Συνάντησης Εργασίας που διοργανώθηκε από το Εργαστήριο Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στις 8 και 9 Μαΐου 2017. Εδώ τι να πρωτοδιαβάσουμε! Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, με άξονα το πολιτογραφημένο ως εναρκτήριο ποίημα του ελληνικού μοντερνισμού «Beata Beatrix» (1920), ιχνηλατεί τον τρόπο αφομοίωσης της δαντικής ποίησης από τον Παπατσώνη και την προσαρμογή της τελευταίας στο μοντερνιστικό διάβημά του. Η Σοφία Ιακωβίδου μελετά τον αυτοβιογραφικό πυρήνα ενός από τα τελευταία ποιήματα του Παπατσώνη («Guide bleu», 1973), ανιχνεύοντας τις διακειμενικές και διακαλλιτεχνικές αναφορές του σε μοντερνίζοντες ή μοντερνιστές δημιουργούς της Ελλάδας και της Ευρώπης.

Η Γεωργία Λαδογιάννη τοποθετεί την εμφάνιση της ανατρεπτικής ποίησης του Παπατσώνη στα δεδομένα της εποχής της, σχολιάζοντας τη σχέση της με την προηγούμενη παράδοση και τον βαθμό της γλωσσικής και αισθητικής τόλμης της. Η μεγάλη σε όγκο και ποικιλία μεταφραστική του ιδιότητα αναδεικνύεται από τον Βασίλη Λέτσιο, ενώ το κριτικό του έργο εξετάζουν οι Γιάννης Δημητρακάκης, Αθηνά Βογιατζόγλου και Βασίλης Βασιλειάδης. Ανάμεσα στις υπόλοιπες μελέτες απόλαυσα το κείμενο του Κώστα Καραβίδα που επιδίδεται σε μια συγκριτολογική εξέταση του οδοιπορικού του ποιητή στο Άγιο Όρος (Άσκηση στον Άθω, που γράφτηκε το 1927 και εκδόθηκε το 1963) με άλλα ανάλογα ταξιδιωτικά κείμενα του Μεσοπολέμου (από τους Φώτη Κόντογλου, Άγγελο Σικελιανό, Νίκο Καζαντζάκη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Θέμο Κορνάρο κ.ά.).

Καθώς συγκρίνουμε την Άσκηση στον Άθω με την πλούσια εκδοτική συγκομιδή των ταξιδογραφιών στον Μεσοπόλεμο, φαίνεται ότι το ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα του Παπατσώνη είναι ένα κείμενο εξόχως προσωπικό, μοναχικό και ανεπανάληπτο, εντελώς διαφορετικό από όσα προηγήθηκαν και από όσα ακολούθησαν πάνω στο ίδιο θέμα. Οι χειμαρρώδεις ημερολογιακές καταγραφές από την διαμονή του στο Άγιο Όρος, το 1927, σε κατάσταση ασταμάτητης έκστασης στοιχειοθετούν μια αληθινή άσκηση ψυχής, όπως γράφει ο μελετητής. Το Άγιο Όρος για τον συγγραφέα ήταν μια δοκιμασία πίστης πέρα από δόγματα και θεολογίες. Ο έρωτας και ο ασκητισμός συνδέονται στο κείμενο σε έναν αξεδιάλυτο, γοητευτικό συνδυασμό. Σε αυτό το υποβλητικό και ονειρικό συνάμα κείμενο, υψηλής θερμοκρασίας και θερμής ποιητικής ιδιοσυστασίας, παρουσιάζονται όλες οι εσωτερικές αγωνίες της πίστης ενός συγγραφέα – ασκητή.

Ποίηση και επιστολή από τον Βισέντε Ουιδόμπρο, ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, πεζά των Λάκη Παπαστάθη και Ευρυπίδη Νεγρεπόντη, συνέντευξη του Βρασίδα Καραλή στον Αχιλλέα Ντελή και άλλα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους, μαζί με τους Καιρούς που έτσι Αβυθομέτρητοι όπως είναι (και όπως τιτλοφορείται η πλούσια «γαλαρία» του περιοδικού), απαιτούν πολλές μέρες για την χορταστική τους ανάγνωση. Σχέδια τεύχους: Ειρήνη Ηλιοπούλου.

[σελ. 270]

Advertisements
08
Σεπτ.
18

Τo έρμα, τεύχος 03 (Απρίλιος 2018)

Ίσως δεν είναι ο κινηματογράφος που τελείωσε αλλά μόνο η σινεφιλία (cinephilia) – το όνομα αυτού του ξεχωριστού είδους έρωτα που ενέπνευσε το σινεμά. Κάθε τέχνη αναθρέφει τους φανατικούς της. Ο έρωτας που προξενούσαν οι ταινίες ήταν μεγαλοπρεπής. Γεννήθηκε από την πεποίθηση ότι ο κινηματογράφος ήταν μια τέχνη διαφορετική απ’ όλες τις άλλες: ουσιωδώς μοντέρνα, διακριτικά προσιτή, ποιητική και μυστηριώδης και ερωτική και ηθική – όλα αυτά μαζί. Ο κινηματογράφος είχε αποστόλους˙ο κινηματογράφος ήταν μια κοσμοθέαση. Οι εραστές της ποίησης ή της όπερας ή του χορού δεν σκέφτονται ότι υπάρχει μόνο η ποίηση ή η όπερα ή ο χορός. Όμως οι εραστές του κινηματογράφου μπορούσαν να σκεφτούν ότι υπήρχε μόνο το σινεμά. Ότι οι ταινίες περιέκλειαν τα πάντα – και το έκαναν. Ήταν ταυτόχρονα το βιβλίο της τέχνης και το βιβλίο της ζωής

… γράφει η Σούζαν Σόνταγκ στο κείμενό της «Ένας αιώνας κινηματογράφου», που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού και είναι γεμάτο ερεθιστικές σκέψεις. Η κορυφαία δοκιμιογράφος και φωτογράφος εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην επιθυμία του θεατή να απαχθεί από την ταινία, ως ένα μέρος της πλατύτερης εμπειρίας της απώλειας του εαυτού σου σε πρόσωπα και ζωές που δεν ήταν η δική σου. Το προαπαιτούμενο για να απαχθείς ήταν να κατακλυστείς από την φυσική παρουσία της εικόνας, άρα να βρίσκεσαι την κινηματογραφική αίθουσα, καθισμένος στο σκοτάδι ανάμεσα σε αγνώστους. Κι επειδή κάθε κείμενο όχι μόνο επιδέχεται αλλά και πρέπει να προσκαλεί τον αντίλογό του, η Ειρήνη Σταματοπούλου διατυπώνει τις ενστάσεις της, όσον αφορά την αναφορά στον θάνατο του κινηματογράφου που αναφέρει η Σόνταγκ, και οι οποίες ακριβώς τον αρνούνται με βάση από τα εμπειρικά δεδομένα όσο και τα εγγενώς θεμελιώδη συστατικά που «θεσπίζουν» την κινηματογραφική απόλαυση.

Η λογοτεχνία, ακόμα και στη νατουραλιστική εκδοχή της, είναι διαρκώς μια υπέρβαση του αυτονόητου, μια επιθυμία οι συνηθισμένες λέξεις, οι λέξεις με τις οποίες αγοράζουμε ψωμί ή υπακούμε εντολές, να λένε τις αλήθειες τους με τρόπο διαφορετικό, γράφει ο Χουάν Βιγιόρο στο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενό του Ο μεταφραστής. Στην λογοτεχνική επικράτεια τίποτε δεν είναι μονοσήμαντο. Σε αντίθεση με τα έντυπα οδηγιών των ηλεκτρικών συσκευών και τις προαπαγανδιστικές ομιλίες, τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα προσφέρονται για πολλαπλές ερμηνείες και η παραμονή τους στο πολιτισμικό ρεπερτόριο εξαρτάται από την ικανότητά τους να οδηγούν σε καινούργιες κάθε φορά αναγνώσεις.«Κλασικό είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν παύει να λέει αυτό που θέλει να πει», σημειώνει ο Ίταλο Καλβίνο. Η λογοτεχνία που αντέχει στον χρόνο είναι ένα πορώδες υλικό: οι λειτουργικές οπές της αφήνουν να περνάει ο αέρας, η ατμόσφαιρα, οι αναζητήσεις κάθε εποχής. Αν η λογοτεχνία, λοιπόν, εξαρτάται από τις πολλαπλές δυνατότητες του κειμένου, από τη ζώνη εκείνη όπου οι λέξεις εξαντλούν την τρέχουσα σημασία τους, είναι δυνατό το λογοτεχνικό ιδίωμα να περνάει δίχως απώλειες σε μια άλλη γλώσσα; αναρωτιέται ο συγγραφέας στο απολαυστικό του κείμενο.

Οι Σκέψεις πάνω στη φτώχεια, τη δυστυχία και τις μεγάλες επαναστάσεις της Ιστορίας είναι ένα πολύτιμο κείμενο της Χάνα Άρεντ προερχόμενο από αδημοσίευτο μέχρι σήμερα χειρόγραφο από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, ένα εκτενές γραπτό που υποτίθεται θα εκφωνούνταν σε μια διάλεξη ο χρόνος και ο τόπος της οποίας δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ένα εξίσου μεγάλο κείμενο αφορά τις Μεταμορφώσεις της πόλεως, το έξοχο βιβλίο του Πιερ Μανάν [Pierre Manent] που θα παρουσιάσουμε εν καιρώ (εκδ. Πόλις). Εδώ ο μεταφραστής του Χρήστος Μαρσέλλος αναφέρεται στο μείζον αυτό έργο με άξονα κάποιες Σκέψεις για τον Λέο Στράους.

Όπως πάντα τα κείμενα του περιοδικού διατρέχουν πλείστα κοινωνικά και πολιτικά πεδία. Οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Οι εθνικισμοί στη συνάφεια της γεωπολιτικής. Μια υποσημείωση για το «μακεδονικό» ζήτημα (Νίκος Κατσιαούνης), Η συνολική αλλαγή παραδείγματος και η ανάγκη αντίστασης (Φιλήμονας Πατσάκης), Το αίνιγμα των δικαιωμάτων (Αποστόλης Στασινόπουλος), Quo vadis? (Γιώργος Μερτίκας), Η ρευστότητα του παρελθόντος. Σκέψεις για τον Angelus Novus (Αλέξανδρος Σχισμένος), Μετανεωτερική συνθήκη και υποκειμενικότητα (Στέφανος Ροζάνης), Η εφήμερη τέχνη (Ορέστης Τάτσης). Παρουσιάζεται ακόμα η κινητική έρευνα «απόγειος» της χορογράφου Πωλίνας Κρεμαστά και μεταφράζονται το διήγημα του Σέργουντ Άντερσον Θάνατος στο δάσος και το ποίημα East Coker του Τ.Σ. Έλιοτ (μτφ. Σπύρου Γιανναρά και Στέφανου Ροζάνη αντίστοιχα).

[σελ. 204]

Στις εικόνες: Susan Sontag, Juan Villoro [Paola Gastelo], Hannah Arendt, Sherwood Anderson [Ben Kirchner].

07
Σεπτ.
18

Περιοδικό Κιουρί@, τεύχος 0 (καλοκαίρι 2018), αφιέρωμα στην Έμφυλη Βία

Η ομάδα Κιουρί@ είναι μία πολιτικά και οργανωτικά αυτοτελής φεμινιστική ομάδα που αγωνίζεται μαζί με τις άλλες φεμινιστικές, λοατκι και αντιρατσιστικές συλλογικότητες για την εξάλειψη της πατριαρχίας, των θεσμικών και κοινωνικών έμφυλων και φυλετικών μορφών βίας. Η ομάδα ακολουθεί το ρεύμα του ριζοσπαστικού φεμινισμού και αντλεί από θεωρητικές επεξεργασίες του δεύτερου, του τρίτου κύματος και του τέταρτου κύματος φεμινισμού, των λεσβιακών, γκέι και κουήρ θεωρίων καθώς και των μετα-αποικιακών σπουδών.

Το μηδενικό τεύχος έχει πολλά πρωτότυπα κείμενα, που συμπληρώνονται με την εικονογραφία της Έλενας Προβατά. Η Eλιάνα Καναβέλη σκέφτεται για την σιωπή που σπάει χάρη στο κίνημα #MeToo, η Έλενα Ψαρρέα εντοπίζει την «άλλη όψη του ίδιου σεξισμού», η Αλίκη Κοσυφολόγου προβληματίζεται για την ρητορική μίσους και την λεκτική βία της εκκλησίας, η Αναστασία Ματσούκα αναπτύσσει τον αλγόριθμο του βιασμού, με βάση πραγματικά και νομικά περιστατικά.

Γνωρίζουμε από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο 2666 (παρουσίαση από το Πανδοχείο, εδώ) την φανταστική πόλη Santa Teresa που εμφανώς συνδέεται με την πραγματική πόλη Σιουδάδ Χουάρες (Siudad Juarrez), γνωστή πλέον «πόλη των γυναικοκτονιών». Η συγκλονιστική αυτή συνθήκη στα καθ’ ημάς πέρασε στα ψιλά γράμματα, όπως άλλωστε κάθε είδους ειδήσεις για σεξουαλική βία, συχνή κατάληξη της οποίας είναι η δολοφονία. Η πόλη αυτή υπήρξε το ταχύτερο αναπτυσσόμενο βιομηχανικό κέντρο του Μεξικό κατά την δεκαετία του ’90, σε μια ευρύτερη διασυνοριακή περιοχή στην άλλη πλευρά του El Paso, όπου συγκεντρώθηκαν εργοστάσια συναρμολόγησης (μακιλαδόρες) ακατέργαστων προϊόντων.

Σήμερα έχει πλέον αναδειχτεί σε ένα ύστερο νεωτερικό πρότυπο διαπλοκής των βασικών εκμεταλλεύσεων που προσφέρει ο καπιταλισμός, δηλαδή της εκμετάλλευσης με βάση την τάξη, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την φυλή. Εκεί χιλιάδες νεαρές γυναίκες, συνήθως μετανάστριες, βρέθηκαν δολοφονημένες ή παραμένουν εξαφανισμένες. Η Λίνα Θεοδώρου επιχειρεί μια σκιαγράφηση αυτής της «νεκρόπολης των γυναικών», όπου η θηλυκοποίηση μιας εργασίας ακραίας, ευέλικτης και εντατικής και οι ιδιαίτερες συνθήκες οδήγησαν σ’ έναν ολοκληρωμένο «μηχανισμό γυναικοκτονιών».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η «συνέντευξη με τη Κ., πρόσφυγα από Ιράν και κάτοικο του City Plaza», χάρη στον αποσπασματικό λόγο μιας προφορικής συνομιλίας που αποδίδει την σύγχρονη οδύσσεια χιλιάδων γυναικών. Στην συνομιλία της με την Νάντια Μάντεση η μετανάστρια αναφέρει και στοιχεία που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά, όπως το γεγονός ότι αντίθετα με την κοινή αντίληψη, οι γυναίκες προσπαθούν να βρουν μια λύση στα συνεχή προβλήματα που εμφανίζονται και όχι οι άντρες μετανάστες, που συχνά παραιτούνται από τον απαραίτητο καθημερινό αγώνα. Φυσικά οι ίδιες αυτές γυναίκες όταν φεύγουν από την χώρα τους κανείς δεν τις αποχαιρετά· τους λένε μάλιστα πως «αν επιλέξεις να φύγεις, φεύγεις για πάντα, δε μπορείς να γυρίσεις πίσω».

Τα υπόλοιπα θέματα των κειμένων: Θύματα και «χαρούμενες πόρνες»: Διαμαρτυρία, σεξεργασία και εξευγενισμός (Βαλεντίνη Σαμπεθάι), Σύνορα είναι χαρακιές στα σώματα του πλανήτη (Γιάννος Λεβισιάνος), Feminizing Politics: Μιλώντας για ένα κίνημα στο μπόι των αναγκών μας (Αναστασία Ευστράτογλου), Πότε όμως απελευθέρωση των σωμάτων μας; “Fini la servante du seigneur, la femme de son mari, la bonne de son maître, la secrétaire de son patron” (Μάνια Σωτηροπούλου), Οι γυναίκες που δεν έχουν το δικαίωμα να ζήσουν! (Μαργαρίτα Νικία, με αφορμή την ταινία του Cyrus Nowrasteh The stoning of Soraya M). Το τεύχος συμπληρώνεται με γραπτά για τον φεμινισμό στον Μάη του ’68, καταγγελίες σεξουαλικής παρενόχλησης, παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ένα σώμα ογδόντα σελίδων, που ανατέμνει μια τερατώδη σύγχρονη πραγματικότητα που θεωρείται αυτονόητη και καταθέτει δυνατά κείμενα.

Σελίδες 80, Ιστοσελίδα με όλα τα στοιχεία εδώ.

Στις εικόνες: Μνήμη γυναικών της Siudad Juarrez, έργο της Έλενας Προβατά, φωτογραφία από την ιστοσελίδα του περιοδικού.

31
Αυγ.
18

Georgi Gospodinov – Περί φυσικής της μελαγχολίας

Στον λαβύρινθο των ιστοριών, μια δικαίωση του Μινώταυρου

Το παρελθόν διαφέρει σε ένα πράγμα από το παρόν – ποτέ δεν κυλάει προς μια κατεύθυνση [σ. 70]

Σε αυτό το παρελθόν αποφασίζει να ζήσει και να ξαναζήσει ο Βούλγαρος συγγραφέας [γεν. 1968], σ’ ένα από τα απολαυστικότερα μεταφρασμένα μυθιστορήματα της φετινής χρονιάς. Μπορούν δυο διαφορετικά αφηγηματικά σχέδια να πλεχτούν σε μια ενιαία ιστορία με χαλαρούς αρμούς αλλά γερά θεμέλια; Το πρώτο είναι η λογοτεχνική δικαίωση του Μινώταυρου, μιας μυθολογικής μορφής που με εξαίρεση τον Μπόρχες και ιδίως το περίφημο Σπίτι του Αστερίου (κείμενο που ο Γκοσποντίνοφ δεν αναφέρει ρητά αλλά είναι σαφές ότι το έχει ως βασικό σημείο αναφοράς όταν αναφέρεται στον «κύριο Χόρχε») έχει αδικηθεί σε όλες τις τέχνες. Το δεύτερο είναι η αυτοβιογραφία του σε συνδυασμό με την βιογραφία ενός  κράτους κι ενός έθνους ιδίως στις δεκαετίες του ’70 και του ’80.

Ο συγγραφέας το καταφέρνει χάρη στην ασίγαστη επιθυμία του να διατρέχει τα χρόνια και τους τόπους και να συλλογίζεται με την σημερινή του ματιά πάνω σε πανανθρώπινες ιστορίες. Δεν προτείνει καμία γραμμική αφήγηση επειδή ούτε οι λαβύρινθοι ούτε οι ιστορίες είναι ποτέ γραμμικές. Ακριβώς αυτός είναι ο τρόπος του: μια διήγηση ιστοριών που η μία οδηγεί στην άλλη σ’ ένα συνεχές σύστημα διαδρόμων.

Εδώ λειτουργεί το πρώτο του εύρημα: ο αφηγητής εαυτός του βιώνει κάθε ξένη ιστορία ως δική του και εισχωρεί στις αναμνήσεις και την ίδια την συνείδηση άλλων ανθρώπων, και ιδίως των προγόνων του. Κι έτσι, καθώς βρίσκεται στην ανάμνηση του δωδεκάχρονου παππού του, μπαίνει σ’ ένα τσίρκο και γνωρίζει έναν Μινώταυρο όχι τρομακτικό αλλά θλιμμένο. Στο κλουβί του στην μια γωνιά, ένα στρώμα μ’ ένα τρίποδο και στην άλλη, ένας κουβάς και άχυρο: η μια γωνιά για τον άνθρωπο ή άλλη για το ζώο. Το ανεπιθύμητο μωρό από το σμίξιμο της Πασιφάης με τον ταύρο είναι ένα ορφανό που δεν είναι ούτε άνθρωπος για τους ανθρώπους, ούτε ταύρος για τους ταύρους. Βγήκε εκεί που η φύση δίστασε και τώρα τον έκλεισαν σ’ ένα λαγούμι. Ο μικρός αφηγητής συναντά το βλέμμα του πλάσματος και δεν θα απαλλαγεί ποτέ από την αίσθηση πως αυτό το πρόσωπο το γνωρίζει. Ακόμα κι αν αυτή την ιστορία δεν την διηγήθηκε ποτέ ο παππούς του.

Τώρα που ενήλικος ανατρέχει σε ολόκληρη την κλασική λογοτεχνία και καταγράφει τις εικονογραφικές του παραστάσεις δεν βρίσκει πουθενά αγάπη για τον Μινώταυρο. Μόνο σε μια Παναγία με Μινώταυρο διακρίνεται η στιγμή του αποχαιρετισμού μητέρας και παιδιού. Και πόσο επιθυμεί να καλέσει τον Οβίδιο, τον Βιργίλιο, τον Σενέκα, τον Πλούταρχο και τον Δάντη να έρθουν να δουν πόσο συνέβαλαν στην σημερινή του εικόνα, εικόνα ενός περιφρονημένου ήρωα! Σε όλες αυτές τις εκδοχές ο Μινώταυρος δεν προβάλλει καμία αντίσταση, ενώ κανείς δεν τον λυπάται. Είναι ο μόνος που σιωπά σ’ έναν μυθολογικό κόσμο όπου έμψυχα και άψυχα μιλάνε συνεχώς.

Η απουσία παιδιών στην αρχαιοελληνική μυθολογία είναι αξιοπρόσεκτη. Ακριβώς όπως και στην αρχαιότητα, έτσι και στον σοσιαλισμό τα παιδιά ήταν αόρατα, χαμένα στα άδεια διαμερίσματα, με τους γονείς απόντες στις συνεχείς ώρες εργασίας. Ένα ημιυπόγειο υπήρξε η βασική κατοικία του συγγραφέα όταν ήταν μικρός, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, περιμένοντας την σειρά τους για ένα διαμέρισμα. Είναι η σειρά του να γίνει ένας Μινώταυρος αιχμάλωτος κι ολομόναχος στο ημιυπόγειο ενός παλατιού, μιας εντυπωσιακής κομμουνιστικής πολυκατοικίας. Πόσοι δυνάμει μινώταυροι ζουν σε υπόγεια; Είναι μινώταυρος εκείνος που ουρλιάζει από το γειτονικό τρελοκομείο με την φωνή μιας εγκατάλειψης;

Ο Γκοσποντίνοφ συρράπτει πλήθος μικροϊστορίες στον καμβά των ανά τον κόσμο υπογείων και λαβυρίνθων. Σε μια από τις μαγευτικότερες ιστορίες έρωτα στον πόλεμο, ο παππούς του διατηρεί μερικές λέξεις ολόδικές του και τις απαριθμεί τα ατέλειωτα βράδια του χειμώνα, σαν ένα παράξενο κομποσκοίνι λέξεων. Λίγο προτού αφήσει τα εγκόσμια παραδίδει στον εγγονό του ένα παλιό χαρτί με μια διεύθυνση στην Ουγγαρία. Εκεί γερνάει μια γυναίκα που διατηρεί ένα αντίστοιχο χαρτί με βουλγαρικές λέξεις. Ένας έρωτας έσβηνε για δεκαετίες τις αποστάσεις με τις αντίστοιχες απαγγελίες. Σ’ ένα άλλο ενδεχόμενο (που σίγουρα εμείς εδώ έχουμε ξαναδεί -θυμάμαι μια αντίστοιχη παλιά ελληνική ταινία- και ξαναδιαβάσει, στα ατέλειωτα συγκοινωνούντα δοχεία της λογοτεχνίας), η ερωτευμένη γυναίκα για να κρατήσει τον στρατιώτη αλλάζει όλη την πορεία του πολέμου. Τον κρύβει σ’ ένα υπόγειο και δεν τον ενημερώνει ότι οι Γερμανοί έχουν παραδοθεί· υποκρίνεται ακόμα και έρευνες στο σπίτι.

Σε μια τόσο παρατεταμένη αναμονή, συμβαίνει ο έρωτας. Όταν κάποτε οργισμένος το ανακαλύψει επιστρέφει στην οικογένειά του στην Βουλγαρία αλλά έχει ήδη ανακηρυχθεί ηρωικώς πεσών κι έχει γίνει μνημείο. Πώς θα δικαιολογηθεί τόση καθυστέρηση στην επιστροφή; Μέχρι να βρεθεί μια βολική εξήγηση, η οικογένειά του προτείνει το υπόγειο για κάποιο καιρό, που τελικά κρατά πολύ. Ο νεοσύστατος κομμουνισμός άλλωστε θα εντοπίσει αμέσως τον λιποτάκτη που συν τοις άλλοις εξαπάτησε και το κράτος με τον δήθεν θάνατό του. Ο στρατιώτης απλώς αντάλλαξε το ένα υπόγειο μ’ ένα άλλο.

Καθώς ο συγγραφέας εισέρχεται στην «ιδιωτική ιστορία της δεκαετίας του ’80», όπως τιτλοφορεί ένα εκτενές κεφάλαιο, επιχειρεί έναν πλήρη κατάλογο πραγμάτων. Βρισκόμαστε στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου, συνεπώς κομβικό αντικείμενο αποτελεί η πράσινη θήκη από καραβόπανο με την μάσκα αερίου. Μόνο που στο καταφύγιο κάτω απ’ το γυμναστήριο ο φωτισμός ασφαλείας δεν λειτουργούσε ποτέ. Τουλάχιστο έδωσε μια φορά την ευκαιρία στον συμμαθητή του να πιάσει τα στήθη της χημικού έστω και κατά λάθος, αφού στόχος του ήταν κάποια άλλη. Στο σχολείο πάντως αδιάκοπα έδειχναν διαφάνειες με εικόνες του μανιταριού της ατομικής βόμβας, κι ο μικρός αφηγητής έκανε έναν κύκλο γύρω από κάθε μανιτάρι που ξεφύτρωνε τυχαία στην αυλή τους, για προληπτικούς λόγους. Η άμυνα απέναντι στα πυρηνικά και τα χημικά όπλα των εχθρών απαιτούσε πάντα την αντιασφυξιογόνο μάσκα. Ό,τι πιο κοντινό στην μουσούδα του μινώταυρου…

Όμως την επόμενη μέρα της αποκάλυψης δεν θα υπάρχουν εφημερίδες. Τι ειρωνεία: το πιο σημαντικό ιστορικό γεγονός δεν θα καταγραφεί. Έτσι ο συγγραφέας προβαίνει στην εξαντλητική συγκέντρωση γραπτών τεκμηρίων και αντικειμένων για τον μετα-αποκαλυπτικό αναγνώστη. Άλλωστε το 1977 το μη επανδρωμένο «Βόγιατζερ» θα επιχειρούσε την κονσερβοποίηση του χρόνου: να συλλέξει σε μια χρονοκάψουλα μια σειρά αντικειμένων, για να τα θάψει στο διάστημα, σ’ ένα ασφαλές μέρος μακριά από την Γη. Από την Βουλγαρία επιλέχτηκε ένα λαϊκό τραγούδι για κάποιον τρομερό κλεφταρματωλό – «στους μικρούς λαούς αρέσει να είναι τρομακτικοί». Αλλά την ίδια χρονιά ο σύντροφος Ζίφκοφ ανακοίνωσε την ταφή μιας άλλης χρονοκάψουλας στα θεμέλια του ιστορικού μουσείου του Πλέβεν για να ανοιχτεί ακριβώς εκατό χρόνια μετά, όταν όλοι θα ζούμε σε κομμουνιστικό καθεστώς. Άραγε εδώ θέση θα είχε η η Νιβέα που πουλούσαν στην μαύρη αγορά ή το κακέκτυπό της, η λεγόμενη «βουλγαρική νιβέα»;

Τι περιλαμβάνει η «επίσημη ιστορία της δεκαετίας του ’80»; Τίποτα δεν ενώνει ένα μικρό έθνος περισσότερο από την αίσθηση πως όλοι είναι εναντίον του. Με το AIDS παύουν όλες οι σεξουαλικές επαναστάσεις αλλά όσοι δεν τις είχαν καν αρχίσει, δεν πήραν το τέλος τους τόσο τραγικά. Ο θάνατος του Μπρέζνιεφ συγκεντρώνει όλα τα παιδιά στον κρύο διάδρομο του σχολείου, για να παρακολουθήσουν την κηδεία σε μια τηλεόραση. Εκεί αντίκρισε κι ο αφηγητής τον θάνατο, μια μέρα μετά το πρώτο του φιλί. Πρώτο φιλί, πρώτος θάνατος. Στα τέλη της δεκαετίας ο κομμουνισμός τελειώνει μέσα στην ασχήμια των ρούχων, σε αντίθεση με τα πιο αισθησιακά ενδύματα της δεκαετίας του ’60. Την δεκαετία του ’90 παρά το κρύο και το κομμένο ρεύμα όλα είναι πιθανά. Αλλά το τέλος της ιστορίας αποδεικνύεται πολύ πιο βαρετό απ’ όλα τα ευνοϊκά σενάρια.

Το μυθιστόρημα ενσωματώνει πολλές «αυτοτελείς» απολαυστικές ιστορίες, όπως αυτή του Γκαουστίν, με τα εμπνευσμένα, μεγαλεπήβολα πλην απραγματοποίητα σχέδια για να βγάλει χρήματα η παρέα: ένα σινεμά για τους φτωχούς (διήγηση της κινηματογραφικής ταινίας σε όσους προτιμούν μια πιο φτηνή λύση από το εισιτήριο), συγγραφή προσωπικού ποιήματος για κάθε πρόθυμο περαστικό, ένα πρετ-α-πορτέ προφυλακτικών, κινηματογραφικές προβολές με οθόνη τον ουρανό. Άραγε, σε κάποια σύγχρονα εξωφρενικά καλλιτεχνικά έργα, υπάρχει περίπτωση να κρύβεται από πίσω εκείνος;

Κάποιο ρεπορτάζ σ’ ένα δυτικό περιοδικό χαρακτήρισε την Βουλγαρία ως το πιο θλιμμένο μέρος του κόσμου. Χωρίς καμία διάθεση υπεράσπισης πάντως ο συγγραφέας ταξιδεύει σε δεκάδες ευρωπαϊκές πόλεις όπου δεν βρίσκει λιγότερη μελαγχολία – μάλλον το αντίθετο. Φαίνεται πως η κρίση εξαρτάται από πλείστους υποκειμενικούς παράγοντες. Ούτε το ταξίδι γιατρεύει την μελαγχολία. Η λογοτεχνία άραγε; Τελικά ο λαβύρινθος είναι πάνω απ’ όλα μια συνεχής επιλογή δρόμων. Ένας απ’ αυτούς μας οδηγεί στην αλήθεια του τετριμμένου, του φθαρτού και του ασήμαντου:

Είτε γεννήθηκες στις Βερσαλλίες είτε στην Αθήνα, τη Ρώμη ή το Παρίσι, το μεγαλειώδες πάντα θα βρει τρόπο να κάνει την εμφάνισή του. Ακόμα και αν δεν έχει διαβάσει Ψευδο-Λογγίνο, αν δεν έχεις ακούσει για τον Καντ ή…ακόμα και αν ζεις στους αιωνίως αναλφάβητους αγρούς ανώνυμων χωριών και πόλων, στο κενό μέρα-νύχτα, παρ’ όλα αυτά θα σου εμφανιστεί, στη δική σου γλώσσα. Σαν τον καπνό από μιαν καμινάδα μια χειμωνιάτικη μέρα, σαν ένα κομματάκι βαθυγάλανου ουρανού, σαν σύννεφο που σου θυμίζει κάτι από τον άλλον κόσμο, σαν σκατά βουβαλιού. Το μεγαλειώδες βρίσκεται παντού. [σ. 204]

Με αφορμή ένα γεγονός στην Ταφάλα, όπου ο ταύρος κοίταξε προς το κοινό και επιτέθηκε στους θεατές, ο συγγραφέας σκέφτεται: Το αμφιθέατρο είναι ένας λαβύρινθος με κυκλικούς και ακτινωτούς διαδρόμους. Ο ταύρος (που ξεχνάμε πως είναι φυτοφάγος) ανασήκωσε τα μάτια του και αναγνώρισε τον Λαβύρινθο. Τα ζώα δεν έχουν αίσθηση του χρόνου κι ο ταύρος είδε το πατρικό του σπίτι και θυμήθηκε εκείνη την νύχτα που δεν τελείωνε ποτέ. Τώρα ο δολοφόνος του (μάλλον κάποιος μακρινός συγγενής του Θησέα) στεκόταν στην αρένα και η μητέρα του κάπου στις κερκίδες – διαδρόμους του λαβυρίνθου. Εκεί χιμάει για να την βρει, αλλά κάνει λάθος, και συνεχίζει να την ψάχνει. Ένα τρομαγμένο μέχρι θανάτου ον ψάχνει τη μητέρα του. Το μουγκρητό του είναι η μοναδική λέξη που είναι ίδια σε όλες τις γλώσσες: Μαμάαααα….Μουουουουουου…..

Ο Γκοσποντίνοφ γνωρίζει πως για το βλέμμα κάθε νεογέννητου -, ενός αρουραίου, μιας μύγας, μιας χελώνας – ο κόσμος φτιάχνεται από την αρχή. Στην αρχή και η μικρή του κόρη, όπως όλα τα ανθρώπινα μωρά, προφέρει τα πράγματα με την φωνή όλων των ζωντανών όντων· γουργουρίζει, σφυρίζει, νιαουρίζει, σκούζει. Ο Θεός δεν δίνει αμέσως γλώσσα στα νεογέννητα. Κι αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Γνωρίζουν το μυστικό του παραδείσου αλλά δεν έχουν την γλώσσα γι’ αυτόν. Όταν τους δοθεί η γλώσσα έχουν ξεχάσει πια το μυστικό.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, σελ. 334 [Fizika na fagata, 2011].

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 228, εδώ.

27
Ιολ.
18

Γιάννης Ψυχοπαίδης – Ημερολόγια της φωτιάς

Ο τραγικός συμβολισμός της καταστροφής του πολιτισμού αποκάλυψε τη βαθύτατη κρίση της ελληνικής κοινωνίας και σημάδεψε προφητικά αυτό που θα ακολουθούσε, τη μνημονιακή ανθρωπιστική τραγωδία… Η σημερινή κρίση σηματοδοτήθηκε συμβολικά και κυριολεκτικά απ’ αυτό το περιβαλλοντικό και πολιτιστικό έγκλημα, που άγγιξε τα ακραία όρια της αρχαιοελληνικής ύβρεως. Ο τόπος που είχε επιλεγεί για να ενώσει τους απανταχού Έλληνες, το πνευματικό κέντρο καθολικής εμβέλειας του γνωστού τότε κόσμο, ως αντίβαρο του πολέμου, ως τόπος ιερής εκεχειρίας και εθνικής ομοψυχίας, εγκαταλείφθηκε στα χέρια των σύγχρονων πολιτικών διαχειριστών του πνευματικού και φυσικού  πλούτου της χώρας και παραδόθηκε στη φωτιά… 

γράφει ο συγγραφέας στο κείμενο που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, με αφορμή την φλεγόμενη Ολυμπία στην τραγική πυρκαγιά του 2007 και οι συνδέσεις με την τρέχουσα πραγματικότητα αλλά και τον ίδιο τον συμβολικό τόπο της Ανατολικής Αττικής είναι αναπόφευκτες. Η σύγχρονη ύβρις στην οποία αναφέρεται ο Ψυχοπαίδης υπήρξε αποτέλεσμα χρόνιων και συστηματικών προσπαθειών από τα κόμματα εξουσίας να αποδυναμώσουν τον συνεκτικό ιστό της κοινωνίας και να ευτελίσουν την σχέση ευθύνης μεταξύ πολίτη και κράτους. Στο όνομα ατομικών ή μικροκομματικών συμφερόντων, καλλιεργήθηκε στην πρόσφατη νεοελληνική ιστορία ο ιδιοτελής ανορθολογισμός και ο επιθετικός αλαζονικός ατομικισμός, βασικά χαρακτηριστικά μιας ολόκληρης αρνητικής φιλοσοφίας ζωής που διαπότισε τις ανθρώπινες πράξεις και τις κοινωνικές δραστηριότητες. Ολόκληρη η ελληνική κοινωνία, χωρίς αξιακά και πνευματικά αναχώματα αντιλαμβάνεται και δημόσιο χώρο όχι σαν πλαίσιο συνευθύνης αλλά ως πεδίο λεηλασίας προς ίδιον όφελος.

Η καμένη Ολυμπία εμπνέει ένα ακόμα κείμενο της συλλογής. Στην «Εικαστική αντιπυρική προστασία», το ζητούμενο αναζητείται στην ίδια την τέχνη και σ’ ένα εργαστήριο εικαστικών τεχνών. Όταν οι θεοί φεύγουν κυνηγημένοι απ’ την φωτιά, οι πολίτες έχουν χάσει και τα τελευταία αυτόματα αντανακλαστικά του ορθού λόγου και οι υπόλοιποι μιλούν υποκριτικά για συλλογικές ευθύνες μιας κοινωνίας χωρίς πρόσωπο, τι μπορεί άραγε να κάνει ο πολιτισμός; Έχει ξεμείνει κι αυτός από κτηματολόγια ή γεννά νέους στοχασμούς και μια νέα συλλογική συνείδηση;

Αφού διασχίσουμε την «Επικράτεια του Θανάτου», που εδώ εκκινεί από το έργο Οι Πρεσβευτές, του Χανς Χόλμπαϊν (1533), βρισκόμαστε στις «Δυο πλευρές της ίδιας θάλασσας» όπου βρίσκονται ο Βάλιας Σεμερτζίδης και ο Ρενάτο Γκουτούζο, ο Έλληνας και ο Ιταλός ζωγράφος που με το έργο τους άφησαν βαθιά σημάδια στην πορεία του μαχόμενου μεταπολεμικού ρεαλισμού. Αμφότεροι σηκώνουν το βάρος μιας τέχνης της συμμετοχής και της πάλης, σημαδεμένοι από τις οδύνες μιας βάρβαρης αλλά μεγαλειώδους εποχής.

Ο Σεμερτζίδης υπήρξε ένας μαχόμενος δημιουργός, ένας αυθεντικός μαχητής, ένας αντιστασιακός στα βουνά της ελεύθερης Ελλάδας. Το Λαϊκό δικαστήριο, έργο του 1946, αποδίδει την συγκέντρωση μιας μικρο-κοινωνίας ανθρώπων που πραγματοποιούν την αρχέγονη πράξη της απόδοσης δικαιοσύνης στην απελευθερωμένη Ευρυτανία. Το πανάρχαιο δράμα συντελείται μέσα σ’ ένα κλίμα σκοτεινής ιεροτελεστίας, σ’ ένα κλειστό κύκλο σκοτεινού θεάτρου. Η φιγούρα του κατηγορουμένου με το λευκό ρούχο στο κέντρο της σύνθεσης, αντί να σηματοδοτεί μονόπλευρα και απλουστευτικά την ενοχή του προσώπου, αποκτά μια διάφανη ιερότητα. Ο ένοχος θύτης είναι μαζί και θύμα και η εικόνα εδώ αντί να καταγγείλει διδακτικά, αναδεικνύει το αμφιλεγόμενο της κρίσης δικαίου, το αβάσταχτο βάρος των μεγάλων ηθικών διλημμάτων και αποφάσεων.

Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Ρενάτο Γκουτούζο ζωγραφίζει την Συνομιλία. Από τις υποβλητικές βουνοκορφές της Ευρυτανίας περνάμε στους κλειστούς, ατμοσφαιρικούς χώρους της ιδεολογικής αντιπαράθεσης στην Ρώμη. Το σχήμα είναι τετράγωνο, το ουδέτερο σχήμα του απόλυτου ορθού λόγου και ο χώρος είναι η πόλη των μεγάλων προλεταριακών αγώνων και ιδεολογικών συγκρούσεων. Δυο ομάδες ανθρώπων στοχάζονται μαζί και χρόνια, το κάθε πρόσωπο εστιάζοντας σε άλλη κατεύθυνση. Εδώ είναι σα να συνυπάρχουν η κριτική, η αυτοκριτική, η περισυλλογή, η συλλογικότητα και τα αδιέξοδά της. Και τα δυο έργα ορίζουν με διαφορετικό τρόπο ένα κοινό πεδίο αισθητικής μετάπλασης μιας νέας αγωνιστικής υποκειμενικότητας, μιας μαχόμενης αξιοπρέπειας. Είναι μια τέχνη που συλλογίζεται πάνω στην συλλογικότητα, την αλληλεγγύη και τα μείζονα ηθικά προτάγματα.

Ανάμεσα στα 18 μικρά κείμενα, τα περισσότερα από τα οποία δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες, περιοδικά και καταλόγους εκθέσεων, ο συγγραφέας αναζητά στην γειτονιά του Βύρωνα έναν λόρδο στην Κεφαλλονιά, την τέχνη της Χαρακτικής κατά την δεκαετία του ’60 και την σχέση της ποίησης με τις εικαστικές τέχνες· κρατά σημειώσεις πάνω σε βιβλία, γράφει σκέψεις για τον Καβάφη, για την έκθεση «Εξορίες», για τρεις νέους δημιουργούς, κ.ά. Μια φωτογραφία με μια βάρκα φορτωμένη μετανάστες ενεργοποιεί «Το ταξίδι στον Αχέροντα» και μια διευρυμένη συνομιλία του  στην Καθημερινή με αφορμή μια έκθεση στο Βερολίνο περιστρέφεται γύρω από τον άξονα «Πατριδογνωσία/Πατριδο-πληγή».

H συλλογή κλείνει μ’ ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο που τιτλοφορείται «Ημερολόγια επιζωγραφισμένης μνήμης. Polaroids, 1977 – 2010». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60, όπου η φωτογραφία αποτελεί το ντοκουμέντο της καθημερινής του ζωής και δίνει τα ερεθίσματα να γεννηθούν στο έργο του ζωγραφικές εικόνες που σχολίαζαν αλλά και ενσωμάτωναν στην ζωγραφική φόρμα την φωτογραφική αισθητική, ο καλλιτέχνης προβληματίζεται πάνω στην διαλεκτική σχέση φωτογραφίας και ζωγραφικής. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στα μέσα της δεκαετίας του ’70 το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται προς τα μέσα, από τις εικόνες του δημόσιου / κοινωνικού χώρου προς τον ιδιωτικό· ο σημαντικός ρόλος της φωτογραφικής αντίληψης της στιγμιαίας Πολαρόιντ φωτογραφίας είναι δεδομένος. Και οι Πολαρόνιτ του Ψυχοπαίδη δεν είναι παρά ένα όχημα για ένα νέο επίπεδο πλαστικής και νοητικής αυτογνωσίας, και μικρές ψηφίδες μιας επιζωγραφισμένης μνήμης και αναστοχασμού πάνω στον χρόνο και στους ανθρώπους.

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 172, με μαυρόασπρες φωτογραφίες και σχέδια.

Στις εικόνες, ανάμεσα στις συνθέσεις του Γιάννη Ψυχοπαίδη, τα αναφερόμενα έργα των Βάλια Σεμερτζίδη- Λαϊκό δικαστήριο και Renato Guttuso – La discussione.

23
Ιολ.
18

«Με φιλίαν παντοτινήν και άδολη». Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριες του (1933 – 1937)

Η παιδαγωγία ως αμοιβαία επίδραση μεταξύ δασκάλου και μαθητή

Μου χρεωστείς, λες, ευγνωμοσύνη· μα γιατί; Μήπως η σχέσις δασκάλου προς μαθητήν, αν είναι γνησία και εσώψυχος, είναι σχέσις απλής μεταγγίσεως παραστάσεων και συναισθηματικών καταστάσεων ή σχέσις παθητικής του ενός καθοδηγήσεως υπό του άλλου. Θα ήταν ασέβεια να το κατεβάση κανείς ως εκεί. Θα ήταν μάλιστα και παράλογο, γιατί θα παρεγνώριζε, ότι κάθε γνησία παιδαγωγία είναι ενέργεια αμοιβαίας επιδράσεως, είναι μια συνένωσις των ηθικών και πνευματικών δυνάμεων, μέσ’ από την οποίαν δεν μπορείς να ξεχωρίσης, ποιος δίνει και ποιος παίρνει πού και πότε προσφέρεις και πού λαμβάνεις, τι χαρίζεις και τι σου χαρίζουν… [σ. 46 – 47]

Ο Ιωάννης Συκουτρής (1901-1937) υπήρξε όχι μόνο ιδανικός μελετητής της κλασικής, μεταγενέστερης και βυζαντινής επιστολογραφίας, αλλά και ο ίδιος δεινός επιστολογράφος. Από την πλούσια όμως αλληλογραφία του πολύ λίγα ίχνη έχουν περισωθεί, διασκορπισμένα σήμερα σε βιβλιοθήκες και αρχεία. Οι σαράντα αυτές επιστολές του από τις Ράχες της Ικαρίας, το Ξυλόκαστρο και την Μήθυμνα της Λέσβου προς τις μαθήτριές του αποτελούν μια πολύτιμη κατάθεση στην επιστολογραφία του όχι μόνο επειδή καθρεφτίζουν τις ιδέες του για την πολύτιμη σχέση δασκάλου και μαθητή αλλά και επειδή αναδεικνύουν τις βαθύτερες σκέψεις αλλά και ανησυχίες ενός σπάνιου πνευματικού ανθρώπου.

«Έγραφε όπως και μιλούσε, με αληθινή μέθη. Έζησεν αδιάκοπα με υψωμένο το θερμόμετρο. Στο υψηλότερο σημείο, η στήλη έσπασεν απότομα», έγραψε ο Τέλλος Άγρας σε σημείωμα που δημοσιεύτηκε λίγο μετά την αυτοκτονία του. Και πράγματι, η γραφή του εδώ έχει όλα τα στοιχεία μιας μέθης, από τον ενθουσιασμό μέχρι και την παραφορά αλλά και μια σπάνια νηφαλιότητα· είναι μάλιστα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι είναι τόσο νευρώδης ο τρόπος με τον οποίο χαράζει τις πυρετώδεις σκέψεις του στο χαρτί, που συχνά παρατηρούνται ορθογραφικές αβλεψίες, συντετμημένες λέξεις (αμφότερες οι περιπτώσεις αποκαταστάθηκαν σιωπηρά), διαγραφές και δυσανάγνωστοι χαρακτήρες. Συνεπής προς τις αρχές του ο Συκουτρής δεν ακολουθεί καμία γλωσσική ορθοδοξία της δημοτικής ή της καθαρεύουσας.

Ο Συκουτρής απευθύνεται σε τέσσερις μαθήτριές του, την Αγλαΐα Φακάλου, την Μαρία Κακισοπούλου, την Μαρίκα Στρομπούλη και την Ηρώ Κορμπέτη.  Οι δυο πρώτες είναι 15 χρόνων όταν αρχίζει η αλληλογραφία τους το καλοκαίρι του 1933 και τον γνώρισαν τέσσερα χρόνια πριν στην Β΄ Γυμνασίου του Αρσακείου Παρθεναγωγείου. Η απόφασή τους να σπουδάσουν φιλολογία, ήδη από εκείνη την ηλικία, προκάλεσε το αδιάπτωτο ενδιαφέρον του Συκουτρή για την πρόοδό τους. Έκτοτε τις αγαπούσε και τις αποκαλούσε παιδιά του. Ο καθηγητής μέσα από τις επιστολές αποκαλύπτει όχι τους προβληματισμούς του πάνω στα θεμελιώδη ζητήματα της ζωής και της δημιουργίας του αλλά και στοιχεία από την καθημερινή του ζωή, την πορεία της εργασίας του και τα διλήμματα της σχετικής περιόδου. Στην αλληλογραφία με την Ηρώ Κορμέτη το ενδιαφέρον του είναι αυστηρά προσανατολισμένο στην υπεύθυνη, επιστημονική καθοδήγηση της φοιτήτριάς του προς την έκδοση ενός βυζαντινού κειμένου. Εδώ αναδεικνύονται οι αντιλήψεις του για το παιδευτικό έργο, όπως και στα τρία γράμματα προς την Μαρίκα Στρομπούλη. Όλες πλέον είναι φοιτήτριες στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

Ήδη από το πρώτο του γράμμα, απαντώντας προφανώς στα καλά λόγια της μαθήτριάς του, γράφει πως είναι «πολύ λίγο “εξαιρετικός άνθρωπος”, πως αγωνίζεται πολύ για να κρατήσει την ισορροπία του ανάμεσα στο χάος των εξωτερικών συνθηκών της ζωής του και την άβυσσο των εσωτερικών κινημάτων της ψυχής του» και λίγο αργότερα της μεταδίδει μια σπάνια σκέψη: «στην πίστη μας σ’ έναν άνθρωπο τοποθετούμε πολύ περισσότερο από τον κόσμο μέσα μας παρ’ όσον από ό,τι η εμπειρία μας προσφέρει. Και αν εσύ τώρα βρίσκεις τόσα καλά σ’ εμένα, αυτό σημαίνει πως έχεις μέσα σου έναν εξαιρετικό ηθικό πλούτο, και αυτόν εζήτησες ν’ αντικειμενοποιήσεις, να τον προβάλης προς τα έξω συνδέουσα με τόνομά μου». Της γράφει ακόμα ότι το δικό της παράδειγμα, ως το τελευταίο από την πείρα των ανθρώπων, που μαζεύει καθημερινά, τού ενισχύει ακόμα περισσότερο την πεποίθησή του ότι το πρόβλημα της ζωής δεν είναι στο ν’ αλλάξει κανείς την μοίρα του αλλά στο να κάνει μοίρα του την ίδια του την φύση.

Δεν είναι βέβαια εύκολο, γράφει ο Συκουτρής, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας κάτω από τα επιστρώματα επιδράσεων του σχολείου και της κοινωνίας ξένων προς τον γνήσιο πυρήνα της οντότητάς μας· ακόμα πιο δύσκολο είναι να μείνει κανείς πιστός σ’ ότι μια φορά ανακάλυψε ως γνήσιο στοιχείο του εγώ του. Ο ανθρώπινος πόνος, που οδηγεί στην αληθινή κακοδαιμονία (με την ετυμολογική σημασία της λέξεως), έχει την πηγή του όχι τόσο στους περιορισμούς της ατομικής μας ελευθερίας, όσο στην κακή εκ μέρους μας χρησιμοποίησή της στην απάρνηση του ίδιου μας του εαυτού. Μακάρι να μπορούσαμε πάντα να θέλουμε ό,τι θέλουμε! Ο Πλάτων αισθάνθηκε αυτή την προβληματικότητα και μας την παρουσιάζει στον Γοργία του. Στο βάθος όμως μιας τέτοιας φιλοσοφίας κρύβεται η απόλυτη αισιοδοξία, η πίστη πως ο άνθρωπος στο βάθος του είναι καλύτερος από ό,τι εκδηλώνεται, η φύση του είναι ανώτερη της μοίρας του, ένας άνθρωπος ακολουθώντας πιστά τον εαυτό του ποτέ δεν μπορεί να είναι απόλυτα κακός.

Ευνόητα ο Πλάτων αναφέρεται σε πολλά γράμματα και με πλείστες αφορμές. Ακόμα κι όταν γράφει πόσο ανάγκη έχει την μοναξιά και την συγκέντρωση στον εαυτό του, περιγράφοντας την ζωή «εκεί πάνω» μόνο με τον Πλάτωνα, ο Συκουτρής ομολογεί πως του ζέστανε ό,τι είχε ψυχράνει και παγώσει μέσα του η μοίρα. Κατά την διάρκεια αυτής της τετραετίας εκδόθηκε η περίφημη εργασία του, το Συμπόσιο, και λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζονται κακόβουλα δημοσιεύματα εναντίον της Εισαγωγής του, που χαρακτηριζόταν υβριστική για τους προγόνους και υποθάλπουσα την αθεΐα. Η συνέχεια είναι γνωστή: αυτή η πολεμική πήρε απροσδόκητες διαστάσεις και υπήρξε τραυματική για τον Συκουτρή.

Στα γράμματα δεν υπάρχει κάποια σχετική αναφορά. Αντίθετα, και παρά τις συχνές αναφορές στην συνεχή εναλλαγή σκότους και φωτός στον ίδιο του τον ψυχισμό, τα γράμματα ξεχειλίζουν από ολόφωτες σκέψεις και στοχασμούς πάνω στην σχέση καθηγητή και μαθητή. Παρά τους ξεκάθαρους ρόλους, ο καθηγητής κατέφασκε και μια ιδιαίτερα φιλική σχέση, ενώ συχνά διαφαίνεται μια μορφή εξάρτησης ή βαθιάς ανάγκης της παρουσίας των δυο πρώτων κοριτσιών, η οποία όμως ποτέ δεν διατυπώνεται επιτακτικά ή πιεστικά. Εσείς είσαστε πιο απαραίτητοι σ’ εμένα απ’ ό,τι είμαι εγώ για σας, παραδέχεται ο καθηγητής, στη συνέχεια του αρχικού αποσπάσματος, γιατί η μεγάλη ευεργεσία που μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει στον όμοιό του δεν είναι να του προσφέρει κάτι αλλά να του ξυπνήσει και να του θέσει σε ενέργεια ό,τι εκείνος έχει μέσα του.

Η χαρά της επικοινωνίας σκίαζε την υφέρπουσα μελαγχολική διάθεση και, χωρίς να το συνειδητοποιούν, εκείνα τα κορίτσια του συμπαραστέκονταν στην αναμέτρησή του με την μοναξιά. Αλλά ενώ προσπαθούσε να κρατηθεί από την αγάπη των άλλων, δεν μπορούσε πλέον να παλέψει ενάντια στην πορεία προς τον θάνατο, καθώς την είχε ωραιοποιήσει και αναγάγει σε ηθική και υπαρξιακή επιλογή. Μπροστά στην αδυναμία της ζωής του κοινού ανθρώπου, προτίμησε την τραγική δύναμη του ήρωα που αποφασίζει ο ίδιος το όριο της ζωής του, για να μην τη δει να ευτελίζεται. Κι οι παραπάνω στοχασμοί, δεν προστίθενται απλά στο πλούσιο έργο του αλλά μένουν και για εμάς τους εκπαιδευτικούς φάροι διαρκώς αναμμένοι, να χαιρόμαστε όταν τους ακολουθούμε και να μας οδηγούν όταν τους ξεχνούμε. 

Αλήθεια! Σκέπτομαι καμμιά φορά: Γιατί να πιστεύωμε πως η «πραγματικότης» έχει περισσότερην ύπαρξιν από το «όνειρο»; Δεν θα μπορούσε μήπως να συμβαίνη και τ’ αντίθετο; Ίσως γιατί είναι πιο δυσάρεστο το «όνειρο»; Και ποιος μας έδωσε το δικαίωμα τόσο πεσσιμιστικά να κρίνωμε την ζωή; Ίσως γιατί επαναλαμβάνεται η ίδια συχνά ενώ το «όνειρο» είναι μοναδικό, ποτέ δεν επανέρχεται το ίδιο εις το ίδιον πρόσωπον, ποτέ δεν εμφανίζεται σ’ όλους τους ανθρώπους. Κι όμως μου φαίνεται, πως τίποτε δεν είναι τόσο πραγματικό, τόσο αληθινό, παρά εκείνο που μονάχα σου αισθάνεσαι πως έζησες, που μονάχα σ’ εσένα απεκαλύφθη, που είναι γι’ αυτό κτήμα δικό σου, ακριβώς γιατί δεν ανήκει και σ’ άλλους – δεν ανήκει και με την έννοιαν, πως ούτε να το ανακοινώσης καν δεν μπορείς· τόσον ανείπωτο και ανερμήνευτο είναι! τόσον βαθιά ριζωμένη είναι η πίστις σου, πως αυτό που τώρα δα ζης, δεν μπορεί ποτέ το ίδιο κανείς εκτός από σένα να ζήση, ούτε συν καν σε άλλη στιγμή το ίδιο. Έτσι ξαναγυρίζει κανείς στη φιλοσοφία του παρόντος – το παρόν και μόνο είναι η μόνη πραγματικότης, όλα τ’ άλλα, παρελθόν και μέλλον, υπάρχουν εν σχέσει προς το παρόν, από το παρόν αντλούν και την ύπαρξιν  και την αξίαν των… [σ. 78-79]

Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2014, σελ. 321. Εισαγωγή: Γιώργος Α. Χριστοδούλου, φιλολογική επιμέλεια και επίμετρο: Ελένη Ράμφου. Τα σαράντα γράμματα συμπληρώνονται από δελτάρια προς την Αγλαΐα Φάκαλου κι ένα παράρτημα πέντε ακόμα εγγράφων. Συμπεριλαμβάνονται εικοσασέλιδο κριτικό υπόμνημα γραφών και ευρετήριο (σύνταξη από την Κατερίνα Ευσταθίου).

Στις εικόνεςQ έργα των Franz Caucig [Socrates with Diotima and a Disciple], Joseph Wright of Derby και Albert Reuss. Ενδιάμεσα, απεικόνιση αρχαίου συμποσίου στον «τάφο του δύτη», Paestum, Κάτω Ιταλία, (5ος αι. π. Χ.).

12
Ιολ.
18

Ivan Jablonka – Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες

Η Ιστορία ως ένα αληθές μυθιστόρημα

Oι διαπιστώσεις: οι γνωστικοί κλάδοι κατέκτησαν την μεθοδολογική πρόοδο αλλά έχασαν σε σχέση με την μορφή, την συγκίνηση και την απόλαυση. Οι σχετικοί επιστήμονες αδιαφόρησαν για την γραφή και τον δημόσιο λόγο και πίστεψαν ότι ένα άρθρο σε επιστημονικό περιοδικό είναι από μόνο του πιο «επιστημονικό» από ένα ντοκιμαντέρ ή μια μουσειακή έκθεση. Οι ιστορικοί ασκούν τεχνική και όχι συγγραφή: συγκεντρώνουν αρχεία, παραθέματα, υποσημειώσεις, σχέδια, σε σημείο να παράγεται όχι ένα κείμενο αλλά ένα μη κείμενο· μια έκθεση ενός ειδικού η οποία έχει απονεκρωμένη γλώσσα και καθαρά εργαλειακή μορφή.

Η υπόθεση εργασίας: η λογοτεχνία δεν αποδυναμώνει αλλά ενισχύει την μέθοδο των κοινωνικών επιστημών καθώς και την θέση τους στην πολιτεία. Είναι ταυτόχρονα επεξεργασία της γλώσσας, αφηγηματική κατασκευή, μοναδική φωνή, συγκίνηση, ρυθμός ατμόσφαιρα, φυγή προς αλλού. Αν δεχτούμε ότι ο ιστορικός αφηγείται και η ιστορία είναι αφήγημα, τότε αξίζει να λάβουμε στα σοβαρά τον πολύτιμο χαρακτηρισμό του Πωλ Βεν για την ιστορία: αληθές μυθιστόρημα. Το ζητούμενο δεν συνίσταται στην μείωση των απαιτήσεων για τις κοινωνικές επιστήμες αλλά στην επαύξησή τους, στον ξορκισμό της έλλειψης γοητείας, στο άνοιγμα προς το κοινό.

Η αντιστροφή του ερωτήματος είναι εξίσου διαφωτιστική: σε ποιο βαθμό η λογοτεχνία είναι ικανή να αποδώσει το πραγματικό; Η λογοτεχνία δεν περιορίζεται στα δεσμά της μυθοπλασίας αλλά εκτείνεται και στο δοκίμιο, στην αυτοβιογραφία, στο μεγάλο ρεπορτάζ, στην δημιουργική μη μυθοπλασία, στην μαρτυρία. Προσαρμόζει τις ερευνητικές μεθόδους των κοινωνικών επιστημών· ο συγγραφέας γίνεται, με τον τρόπο του, ερευνητής. Αναζητά κι αυτή, και κυρίως αυτή, έναν τρόπο να κατανοούμε το παρόν και το παρελθόν. Η ιστορία είναι πιο λογοτεχνική απ’ όσο η ίδια θα επιθυμούσε και η λογοτεχνία είναι πιο ιστορική απ’ όσο η ίδια νομίζει.

Είναι το μυθιστόρημα, πατέρας της ιστορίας; αναρωτιέται ο Ζαμπλονκά στο κεφάλαιο με τον σχετικό τίτλο. Ο Σατωμπριάν υπήρξε ιστορικός, ποιητής και ρήτορας και οι Μάρτυρές του [1809] είναι ταυτόχρονα ιστορία, εποποιία, ποίημα, αφήγηση ενός ατυχούς έρωτα, ένα είδος ιστορικού μυθιστορήματος με άποψη αλλά και λεπτομερή τεκμηρίωση· ο συγγραφέας βρίσκεται στα χνάρια του Βολταίρου και του Γκίμπον. Ακολουθεί η ιστοριογραφική επανάσταση του Γουέιβερλι [1814] του Γουόλτερ Σκοτ, ο οποίος, αντίθετα από τους ιστορικούς, επινοεί και αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα των συμφερόντων και των συναισθημάτων, αποσπώντας την ιστορία από την πληκτική λιτανεία των βασιλείων.

Ακολουθούν, σε άλλο κεφάλαιο, οι πόλεμοι της αλήθειας: με την επανανακάλυψη του Σαίξπηρ στην σκηνή δεν παρουσιάζονται μόνο τα γεγονότα αλλά και τα κρυφά τους ελατήρια, ενώ δίπλα στο παλάτι αναδεικνύεται η καλύβα. Ο Βινιύ στο Σενκ-Μαρς διακρίνει ανάμεσα στην αλήθεια της τέχνης και το αληθές που υπάρχει στο γεγονός. Η πρώτη ολοκληρώνει το δεύτερο: τελειοποιεί το γεγονός για να του προσδώσει το ηθικό νόημα που οφείλει να διατηρήσει στην αιωνιότητα. Ο Βινιύ ξαναβρίσκει την ικανότητα της εξιδανίκευσης που διέθετε η ιστορία-ρητορεία του Κικέρωνα.

Οι ιστορικοί θα διακηρύξουν ότι και αυτοί μπορεί να είναι δημιουργοί· όχι επειδή επινοούν όντα της μυθοπλασίας, αλλά επειδή, καθώς προσωποποιούν συλλογικότητες και κατονομάζουν δυνάμεις, γεννούν και νέα πρόσωπα· πρόσωπα που υπάρχουν. Ο συγγραφέας διατρέχει την νατουραλιστική μέθοδο ιδίως των Μπαλζάκ, Σίνκλερ, Ζολά και την «αίσθηση του πραγματικού», ενώ την ίδια εποχή η έλευση της ιστορίας – επιστήμης επιθυμεί, αν δεν διακηρύσσει, την αντικειμενικότητα, τον εξορισμό του «εγώ», την οικουμενική – πανοραμική θεώρηση.

Η εξάντληση των ποσοτικών παραδειγμάτων του μαρξισμού και των Annales ωθεί τον ιστορικό να ανακαλύψει εκ νέου την παμπάλαιη λειτουργία του αφηγητή / story-teller και να επενδύσει σε νέα εδάφη: στους καταδικασμένους, στο προσωπικό στοιχείο, στις νοοτροπίες, στα συναισθήματα, στην οικογένεια, στον έρωτα, στο σεξ, στον θάνατο. Συνυπογράφοντας την ιδέα ότι η ιστορία είναι αφηγηματικό μέσο, στοχαστές όπως ο Γκάλι, ο Ντάντο, ο Κρακάουερ, ο Σερτώ και άλλοι, με τους οποίους συναντώνται στην δεκαετία 1980 – 1990 ο Ρικέρ και ο Ρανσιέρ, έδειξαν ότι η κατανόηση του παρελθόντος έχει ανάγκη την πλοκή, την σκηνοθεσία, τις περιγραφές, τα πορτρέτα, τα υφολογικά σχήματα.

Η γλωσσική στροφή, φυσικά, θεωρεί ότι τα πάντα είναι γλώσσα και ότι η ιστορία δεν είναι παρά μία λεκτική κατασκευή ανάμεσα στις άλλες. Ένας από τους βασικούς θεωρητικούς της, ο Χέυντεν Γουάιτ, αναπτύσσει μια ερεθιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η ιστορία συνδυάζει μια γλώσσα με τρεις μεθόδους εξήγησης: την πλοκή, την επιχειρηματολογία και την ιδεολογική εμπλοκή. Διέπεται, λοιπόν, από αισθητικές, λογικές και πολιτικές επιλογές, οι οποίες  προηγούνται της γνώσης και διαμορφώνουν την μήτρα του λόγου, το μετα-ιστορικό υπόστρωμα του αφηγήματος. Αυτή η προσέγγιση αποκαλύπτει την ρητορική και ποιητική της διάσταση. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι επιστήμονες, η γραφή δεν περιβάλλει τον ιστορικό «περιεχόμενο», αλλά το συγκροτεί.

Συναντώντας τον μεταμοντερνισμό και την επιφυλακτικότητα απέναντι στα «μεγάλα αφηγήματα», ο Ρολάν Μπαρτ θεωρεί πως η ιστορία αποτελεί «ιδεολογική επεξεργασία». Είναι η ίδια αυτή ιστορία που θα ήθελε να «μας κάνει να πιστέψουμε τις νομιμοποιητικές εποποιίες που χρησιμεύουν ως πρόσχημα για την κυριαρχία της Δύσης ή για την κοινωνική εκμετάλλευση», η ιστορία την οποία μισεί κάθε επανάσταση, είτε ακροδεξιά είτε ακροαριστερή. Η γλωσσική στροφή σύντομα θεωρήθηκε επικίνδυνη και πλείστοι ιστορικοί υπογράμμισαν το γεγονός ότι ο ιστορικός έχει ως αποστολή την αναζήτηση του αληθούς, ότι εντέλει υποτάσσεται στο πραγματικό, ότι η γνώση του είναι επαληθεύσιμη, αποδεικνύεται με κείμενα, μαρτυρίες, κατάλοιπα, και τα λοιπά.

Στο Εμβατήριο του Ραντένσκυ [1932] ο Γιόζεφ Ροτ εγείρει ψευδαισθήσεις Ιστορίας. Το μυθιστόρημα ανακαλεί κυρίως «ιδιωτικά πεπρωμένα που η Ιστορία, τυφλή και ανέμελη» παρέλειψε στο πέρασμά της. Τα μυθοπλαστικά και οικογενειακής τάξεως γεγονότα αναπαράγουν σε μικρογραφία την εξέλιξη της «Ιστορίας». Προσφεύγοντας στην μηδενική εστίαση, ο αφηγητής αποκαλύπτει τυχαία αυτό που τα πρόσωπα αγνοούν· ποτέ δεν παραδίδει το νόημα του μυθιστορήματος με την μορφή ενός μηνύματος. Πάνω από το κεφάλι των ηρώων, ο Ροτ μας ψιθυρίζει πληροφορίες και με αυτό καταφέρνει ταυτόχρονα να σεβαστεί την αληθοφάνεια και να συντηρήσει ανάμεσα στον ίδιο και τον αναγνώστη του την συνενοχή των ανθρώπων που γνωρίζουν. Δεν πρόκειται παρά για τυπικές μεθόδους του ιστορικο-ρεαλιστικού μυθιστορήματος, όπου η «ιστορία» ενσαρκώνεται στο μυθοπλαστικό πεπρωμένο ανώνυμων ατόμων ή οικογενειών, όπως τα δυο αδέλφια στους Τιμπώ ή ο ντον Φαμπρίτσιο στον Γατόπαρδο.

Το απόφθεγμα του Φώκνερ,  σύμφωνα με το οποίο «το παρελθόν δεν έχει παρέλθει ακόμη», έχει ευρετική αξία: το παρελθόν που μελετούν οι ιστορικοί εξακολουθεί να πάλλεται στο παρόν μας, με την μορφή λέξεων, θεσμών, έργων, συνόρων, κτιρίων, συνηθειών, σε βαθμό μάλιστα που το παρόν μας να συγκροτείται από διάφορα στρώματα του παρελθόντος τα οποία προστίθενται, κατακάθονται και στερεοποιούνται με ποικίλους τρόπους. Πολύ περισσότερο, ο ιστορικός συλλογισμός δεν χρησιμεύει αποκλειστικά στην κατανόηση του παρελθόντος αλλά βοηθά επίσης στην δράση στο παρόν. Ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά λογοτεχνικά παραδειγμάτων που μας διδάσκουν ότι ορισμένες μυθοπλασίες διαθέτουν γνωστικό δυναμικό και όχι απλώς μιμητική λειτουργία, που μπορεί να «αναδιαμορφώνει» λίγο-πολύ ελεύθερα την πραγματικότητα.

Ο Ζέμπαλντ δεν μπορεί να λείπει από ένα βασικό τμήμα του βιβλίου, που τιτλοφορείται Από την μη μυθοπλασία στην λογοτεχνία-αλήθεια. Το Άουστερλιτς απορρίπτει τον όρο μυθιστόρημα και ορίζεται ως ένα «βιβλίο απροσδιόριστης φύσεως, σε πρόζα». Ανάλογα βιβλία δεν αποσκοπούν τόσο να δώσουν λογοτεχνική μορφή στην ιστορία όσο να συγγράψουν την πραγματικότητα ακολουθώντας τις γνωστικές διαδικασίες που κάτι τέτοιο προϋποθέτει. Εδώ ο Ζαμπλονκά τυπολογεί μια σειρά από σχετικά αταξινόμητα έργα σε κατηγορίες όπως η αυτοαπογραφή (τα Σκουπίδια της γης του Καίσλερ ή το Ξεφλουδίζοντας το κρεμμύδι του Γκρας), η κοινωνική ακτινογραφία (έργα του Λόντον και του Όργουελ), οι ανθρωπολογίες της καθημερινής ζωής (βιβλία του Μαίηλερ ή του Μασπερό), το βιβλίο του κόσμου που υμνεί την αναχώρηση και τον νομαδισμό (από τον Καπυσίνσκι στον Βόλμαν), η εξερεύνηση της ανθρώπινης αβύσσου (Ζιντ, Καπότε, Καρέρ), η αποκατάσταση ενός παρελθόντος μέσω της δικαιοσύνης, όπως τα θεμελιώδη βιβλία των Ντοστογιέφσκι, Σαλάμοφ, Σολζενίτσιν αλλά και του Μέντελσον.

Αν το παραπάνω ενδεικτικό σώμα βιβλίων συγκεντρωθεί υπό την προσωρινή ετικέτα «λογοτεχνία της πραγματικότητας», τότε πρέπει να αναγνωριστεί ότι αυτή η λογοτεχνία, κληρονόμος του ρεαλισμού, επιθυμεί να μιλήσει για τον κόσμο χωρίς να αποκρύψει τίποτα. Ωστόσο και εδώ αρνείται την βοήθεια της μυθοπλασίας και τις συνταγές της ψυχολογίας. Ο Ζαμπλονκά προτείνει την προσέγγιση αυτών των κειμένων από την σκοπιά του μετα-ρεαλισμού, μιας στάσης απέναντι στο πραγματικό, που με την σειρά της διακρίνεται σε τρεις λογοτεχνικές μορφές του 20ού αιώνα: τον αντικειμενισμό, την μαρτυρία και το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα. Ευκαιρία εδώ να θυμηθούμε το πρώτο μη μυθοπλαστικό βιβλίο, την Επιχείρηση Σφαγή [1957] του αργεντινού δημοσιογράφου Ροντόλφο Γουόλς που ερευνά την καταστολή ενός πραξικοπήματος, για να ακολουθήσουν λίγα χρόνια μετά οι Αμερικανοί – Καπότε, Μαίηλερ, Χάντερ Τόμσον, Τομ Γουλφ. Κατά μεγάλη ειρωνεία, να προσθέσω, ο Γουόλς, ατρόμητος και κατά της χούντας του Βιντέλα, αντιστάθηκε στην σύλληψή του (που θα οδηγούσε στον βέβαιο βασανισμό και θάνατό του) με το δικό του περίστροφο και δολοφονήθηκε επί τόπου από τους στρατιώτες της δικτατορίας.

Ακούραστος ο Ζαμπλονκά προχωρά σε νέα παραδείγματα, κατηγορίες, διαπιστώσεις αλλά και ερωτήματα. Από τον 19ο αιώνα η διεκδίκηση της απόλυτης ελευθερίας διέπει τον λόγο των συγγραφέων. Ο Περέκ ήταν από τους μεγάλους ωφελημένους αυτής της ελευθερίας, όμως ακριβώς οι μέθοδοι που επεξεργάζεται, η αυστηρή λίστα καθηκόντων και το σύστημα των περιορισμών του μύθου δείχνουν πως υιοθετεί κανόνες για να είναι «ολοκληρωτικά ελεύθερος». Αυτός ο νεοκλασικός ύμνος στον περιορισμό, με τον οποίο ταυτίζεται και ο Ίταλο Καλβίνο, μας επιτρέπει να αναθεωρήσουμε την ψευδο-αντίθεση ανάμεσα στην δημιουργική και ανυπότακτη ελευθερία και τον κανόνα. Είτε το θέλει, είτε όχι, κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του κανόνες. Ο Ντέηβιντ Λοτζ το αναγνωρίζει με εντιμότητα: «Ο χρυσός κανόνας της μυθοπλαστικής πρόζας είναι ότι δεν υπάρχουν κανόνες – με εξαίρεση εκείνους που κάθε συγγραφέας θέτει στον εαυτό του». Και οι περιορισμοί της δημιουργικότητας του ερευνητή δεν σταματούν εδώ: το ύφος αποτελεί έναν από αυτούς και ο Ζαμπλονκά παραθέτει μια ακόμα ενδιαφέρουσα τυπολογία των υφών, σε μια παράλληλη εξέταση των περιορισμών που χαρακτηρίζουν το έργο των ιστορικών. Είναι άραγε παράλληλοι ή τέμνονται μ’ εκείνους των λογοτεχνών;

Ο λόγος του πολωνοεβραϊκής καταγωγής Γάλλου ιστορικού και μυθιστοριογράφου, χειμαρρώδης στην έκφραση και πλούσιος από παραδείγματα, υποστηρίζει με ενθουσιασμό μιαν άκρως γοητευτική πρόταση. Πεπεισμένος ότι η ιστορία μπορεί να επινοήσει νέες μορφές λόγου και να κατακτήσει την βαθύτερη κατανόησή της, παραθέτει μια σειρά από πρωτότυπους συλλογισμούς αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή το βαθύ τους παρελθόν. Παρά τον δοκιμιακό της χαρακτήρα, η έρευνά του διαβάζεται ως ένα ιδιαίτερα ελκυστικό κείμενο, όχι μόνο επειδή, σε αντίθεση με πολλούς σύγχρονους Γάλλους θεωρητικούς δεν φοβάται τα σύντομα κεφάλαια, τους επεξηγηματικούς τίτλους και την παράθεση των αντίθετων απόψεων, αλλά κυρίως χάρη σ’ έναν ακόμα παραλληλισμό: αν η γοητευτική του πρόταση αφορά την συμβατότητα της Ιστορίας με τις αρετές της Λογοτεχνίας, στο βιβλίο του είναι ο στοχαστικός λόγος που είναι απόλυτα συμβατός με την αναγνωστική απόλαυση.

Εκδ. Πόλις, 2017, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, σελ. 412. Περιλαμβάνονται 93 σημειώσεις και δίγλωσσο ευρετήριο προσώπων.

Στις εικόνες: François-René de Chateaubriand, Upton Sinclair, Siegfried Kracauer, Roland Barthes, W.G. Sebald, Rodolfo Walsh, Georges Perec, Ivan Jablonka.




Σεπτεμβρίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 941.480 hits

Αρχείο

Advertisements