Φιλήμονας Πατσάκης – Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Λογοτεχνία και αυτεξούσιο. Δον Κιχώτης – Άμλετ – Φάουστ – Ρεμπώ – Ντοστογιέφσκι

Ήδη από τον πρόλογό του ο συγγραφέας μας εισάγει στα desiderata του βιβλίου του: θα ερευνήσει έργα που βιώνουν πληρέστερες και εντονότερες ζωές μακριά από την εποχή τους κυρίως ως χώρους μιας βίαιης αμφισβήτησης. Αν κάποια κείμενα μπόρεσαν να απεμπλακούν από τις ιδεολογικές ή άλλες στοχεύσεις των δημιουργών τους και ανέπτυξαν μια ξέχωρη πορεία, αν χάρη σε αυτά αισθάνεται κανείς σε οδηγούν στο άνοιγμα στο συλλογικό, στον κόσμο μέσα από την ανάγκη της ελευθερίας, αν η ανάγνωση μας προσφέρει την δυνατότητα για μια διαρκή επινόηση του κόσμου και του ανθρώπου και μια αέναη αναζήτηση που να μη χωρά μέσα στα στερεότυπα του σήμερα, τότε η λογοτεχνία μπορεί να εγκαθιδρύει το αυτεξούσιο και να φαντάζεται τις ατέλειωτες δυνατότητες του Είναι η μόνη μέσα από την οποία αναδεικνύονται νέες σημασίες, η μόνη που η αναζήτηση των όρων της αμφισβήτησης φτάνει σε βάθος συνταρακτικό. Ενώ έχουν επενδυθεί πολλά στην ανάγκη η λογοτεχνία να γίνει το όχημα της κατασκευής ταυτοτήτων, πρέπει να ασχοληθούμε, γράφει, κυρίως με ό,τι δραπετεύει από αυτές, με ό,τι ανασαίνει στην άρνηση του υπάρχοντος. Μέσα σε αυτά τα μείζονα έργα θα προσπαθήσει να διακρίνει «τις σχεδίες του αυτεξούσιου», την ανάδειξη της οριστικής φυγής, της λιποταξίας από την κάθε είδους εξουσιαστική δομή. Ας διατρέξουμε εν συντομία το χορταστικό αυτό σώμα πάντα με τα λόγια του συγγραφέα.

Στο πρώτο κείμενο «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Δον Κιχώτης» ο συγγραφέας αναζητά της απαρχές του θέματος στον Ραμπελαί ο οποίος έθεσε το ζήτημα του γέλιου και του ανθρώπου στο κέντρο της ζωής, οραματιζόμενος μαζί με τους ήρωές του την διάλυση της αυθεντίας και της σοβαροφάνειας. Η ύπαρξη εστιών παγανισμού και ανατρεπτικών γιορτών, η ένταση την οποία θα δώσει ο σωματικός παράγοντας στα έργα του, το άστατο και το ανάλαφρο που στήνουν αυτό που ο Μπαχτίν ονομάζει εκθρόνιση του βασιλιά, αποτελούν στοιχεία ενός πολιτισμού πολύ πιο περίπλοκου απ’ ότι υποτίθεται. Σε μια κοινωνία γεμάτη πείνα και ασθένειες, η κραιπάλη του Γαργαντούα εκφράζει μια άκρατη αισιοδοξία, μια πρόκληση προς την απόλαυση και την σωματοποίηση της ευτυχίας που η θρησκεία απεχθάνεται. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η δύναμη της δημιουργίας τοποθετούνται πάνω από την χριστιανική εικόνα της προαιώνιας ενοχής, συνθέτοντας μια νέα αφήγηση. Το σώμα αναδεικνύεται ως κύριος εκφραστής της ζωής. Στον Ραμπελαί δεν υπάρχει πια το προπατορικό αμάρτημα ούτε η μέρα της κρίσεως, συνεπώς κανένας μεταφυσικός φόβος δεν καθορίζει την ζωή. Εδώ εκφράζεται η ανάγκη για μια ζωή με πάθη, μια ζωή γεμάτη και τα πάντα δομούνται με βάση τις δυνατότητες και όχι τις κάθε λογής βεβαιότητες.

Ο Οδυσσέας της Κόλασης του Δάντη δεν επιστρέφει στην Ιθάκη αλλά ορμάει στο άγνωστο, πέρα από το Γιβραλτάρ, αδιάφορος για το γραφόμενο της μοίρας. Ο άνθρωπος ως αυτεξούσιο όν είναι μέρος αυτού του πληρώματος και δεν θα εγκαταλείψει ποτέ αυτή την αποστολή. Η μυθιστορία έρχεται την ώρα που το σαράκι της αμφιβολίας αρχίζει να ποτίζει την θρησκευτική πίστη. Στα Άσματά του ο Δάντης περιφέρεται στους τόπους των νεκρών, συνομιλεί μαζί τους και κρίνει εκ νέου πράξεις και χαρακτήρες, αλλάζοντας την χρήση της έννοιας του αμετάβλητου. Γράφοντας το πρώτο βιβλίο αναστοχασμού, ο Μοντένιος αρνείται να υποτάξει την δράση σε κάποιο σχέδιο που αναβάλλει διαρκώς την ύπαρξη και σκιαγραφεί την δυνατότητα μιας σύγχρονης αποδόμησης της εξουσίας, προβάλλοντας την ανάγκη να δώσουμε εμείς τους ορισμούς. Στο έργο του Περσίλες ο Θερβάντες θα πει: «Εμείς που οι ίδιοι ορίζουμε την μοίρα μας και δεν υπάρχει ψυχή που να μην είναι ικανή να σηκωθεί από την θέση της».

Γιατί διαβάζουμε ξανά και ξανά, περισσότερο από τετρακόσια χρόνια, τις πολυκαιρισμένες ιστορίες ενός περιπλανώμενου ιππότη στα περίχωρα της Μάντσα; Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ ο Θερβάντες έτρεφε έναν σχεδόν δουλοπρεπή σεβασμό για την αριστοκρατία και τον πλούτο, ο Δον Κιχώτης θα πει στον Σάντσο Πάντσα: «Πρέπει να ξέρεις, Σάντσο, ότι κανένας δεν είναι παραπάνω από τον άλλο, αν δεν κάνει κάτι παραπάνω από τον άλλο». Ο Δον Κιχώτης βγήκε από το σπίτι του για να περιπλανηθεί στον κόσμο όταν ο Θεός εγκατέλειπε σιγά σιγά την θέση απ’ όπου κατηύθυνε το σύμπαν, και θέλησε να αλλάξει τα κακώς κείμενα σε μια εποχή που δεν το είχε διανοηθεί, γι’ αυτό τα όπλα του φαντάζουν τόσο σύγχρονα. Ο νεωτερισμός αυτού του έργου έγκειται στο ανατρεπτικό πνεύμα που οδηγεί το πρόσωπο να αναζητήσει την ευθύνη των πράξεών του και την αξίωση να αλλάξει τον κόσμο. Φυσικά θα προσκρούσει σε αντιξοότητες, θα βασανιστεί και θα χλευαστεί. Πρόκειται για μια ελεγεία της δύναμης της βούλησης, καθώς αυτή ξυπνάει από τον λήθαργο της θρησκείας.

Βορειότερα άλλη μια πορεία ξεκινά και αυτή την φορά η αναμέτρηση θα είναι και με την άβυσσο του εαυτού. Βρισκόμαστε στο δεύτερο κείμενο με τίτλο «Όλα τα άλλα είναι σιωπή. Άμλετ» και δεν μπορεί, αρχικά, να μην σημειωθεί πως την ίδια εποχή με τον Σαίξπηρ το ανώνυμο έργο Η ζωή και ο θάνατος τους Τζακ Στρο όχι μόνο διαμαρτυρόταν για την εξαθλίωση των μαζών, αλλά παράλληλα τις καλούσε για εξέγερση: «Και δίκαια αρπάζετε το σπαθί για να γλιτώσετε από αυτή τη συμφορά». Η καταγωγή των έργων του Σαίξπηρ βρίσκεται στις μεσαιωνικές ηθικολογίες και στην μετάβαση αυτών στο ιστορικό δράμα αλλά και στα μεσαιωνικά μυστήρια που αρχικά παίζονταν στην εκκλησία και στις θρησκευτικές γιορτές αλλά σύντομα και στα πανδοχεία, όπου έγιναν μέρος της λαϊκοποίησης της τέχνης. Η εξουσία δεν μπορούσε να αφήσει αυτό το μέσο απεύθυνσης να της διαφύγει και ο υπεύθυνος των θεαμάτων επέλεγε τα έργα που θα παιχτούν και ήταν ο επίσημος λογοκριτής της αυλής όφειλε να ελέγχει ότι το οιοδήποτε θέαμα δεν θα περιέχει ίχνος αμφισβήτησης των θεσμών της εποχής.

Ο Σαίξπηρ εκφράζει την ολοένα και αυξανόμενη αυτονομία της συνείδησης, της ελευθερίας της σκέψης και της κρίσης που χαρακτήριζε την εκκολαπτόμενη σκέψη του Διαφωτισμού. Ο Μοντένιος και ο Ραμπελαί στοιχειώνουν την απραξία του Άμλετ. Όπως παρατηρεί ο Μπρεχτ στον Γαλιλαίο του: «Είδαμε πως οι ουρανοί είναι άδειοι. Και ένα τεράστιο ανοιχτόκαρδο γέλιο αντηχεί πέρα ως πέρα… Από τη μια μέρα στην άλλη, το σύμπαν έχασε το κέντρο του και το πρωί, να αμέτρητα άλλα! Έτσι που σήμερα ο καθένας μπορεί να είναι το κέντρο, καθένας και κανένας». Ο Άμλετ ενσαρκώνει για πρώτη φορά αυτό το καθένας και κανένας. Αποκρυσταλλώνοντας μια διαδικασία αυτογνωσίας που οδηγεί στην απελπισία, την μοναξιά και εν δυνάμει στην ανταρσία. Ο Πατσάκης παρατηρεί τέσσερα στοιχεία που φανερώνουν ότι ο Σαίξπηρ γνώριζε τις δυνατότητες αμφισβήτησης της εξουσίας του καιρού του: την τύχη ως μέρος του τραγικού η οποία συχνά διέλυε το μεγαλείο, την αυτοαναίρεση από τους ίδιους τους κρατούντες (με κυριότερο τον Ριχάρδο Β΄), την περίφημη ρήση του Θωμά Ακινάτη πως τα πλάσματα του Θεού οφείλουν να υπακούν σε μια κυβέρνηση μόνο εφόσον αυτή στοχεύει στην ευημερία των υπηκόων της και στο κοινό καλό, ενώ στην αντίθετη περίπτωση όχι μόνο δεν οφείλει να υπακούει αλλά και οφείλει να μην υπακούει, και την συνδρομή των σοφών ανθρώπων στην βασιλεία της φεουδαρχικής σαξονικής εποχής. Στα έργα του εμφανίζεται όλο και πιο συχνά η νέμεση που προκαλεί την πτώση και τον εκμηδενισμό του ηγέτη και αναγνωρίζεται ο φαύλος κύκλος του ανθρώπου που θέλει να υποτάσσει την φύση αλλά τελικά με μεγάλη ευκολία υποδουλώνεται στον άνθρωπο

Ο λόγος του Ριχάρδου Β΄ μοιάζει να βγαίνει από τον διάλογο των μεγάλων πολιτικών στοχαστών του αιώνα που έρχεται – ο στοχασμός πάνω στην εξουσία, τα ανυπέρβλητα όριά της. Αν η αρχαιότητα αντιλαμβανόταν τα τραγικά γεγονότα κυρίως ως αλλαγές της τύχης, στην ελισαβετιανή τραγωδία η μοίρα του ήρωα πηγάζει προπάντων από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, από το εσώτερο του ανθρώπου. Ο Άμλετ παραμένει ο Άμλετ όχι γιατί κάποιος ιδιότροπος θεός τον καθόρισε αλλά επειδή η δική του εσωτερική δυναμική τον κάνει ανίκανο να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Καθοριστική είναι η διαμόρφωση μιας πρωτόγνωρης ελευθερίας δράσης – οι σαιξπηρικοί χαρακτήρες συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της μοίρας. Στην αρχαία τραγωδία τα πάντα εξελίσσονται γύρω από μια προεπιλεγμένη σύγκρουση, χωρίς καμία αναφορά στην πρότερη ζωή του ανθρώπου. Περιστρεφόμενη γύρω από την μυθολογία, η δράση εντοπίζεται ως μη δυνάμενη άρνησης. Ο Άμλετ είναι η τραγωδία ενός φωτισμένου πνεύματος που επαναστατεί όταν καταρρέουν όλες οι πίστεις του αλλά ο στοχασμός του στα ερείπια είναι τόσο ασίγαστος που κατατάσσεται ως μια από τις πιο βλάσφημες φωνές του γραπτού λόγου. Το πραγματικά μεγαλειώδες ερώτημά του δεν εκστομίζεται ποτέ αλλά στοιχειώνει και έργο και από τότε τον άνθρωπο. Είναι το πώς να ζεις.

Ο Βέρθερος πήγε πέρα από τον Άμλετ ως στάση ζωής. Ζώντας στην εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, ο Γκαίτε ζει και εργάζεται μέσα σε έναν κυκεώνα φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικών αλλαγών. Στο κείμενο «Το πνεύμα πάντα αρνείται. Ο Φάουστ του Γκαίτε» ο Πατσάκης ομολογεί την έλξη του στις λογοτεχνικές αυτοκτονίες καθώς περιέχουν μια ισχυρή δόση αυτεξούσιου. Ο Βέρθερος δεν μάχεται, παρά  υποχωρεί, υπό το βάρος μιας αξεπέραστης σύγκρουσης ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία -«Να πεθαίνεις!…Τώρα ανήκω στον εαυτό μου»­. Καθώς πεθαίνει αφήνει πάνω στο τραπέζι ανοιχτό το δράμα του Λέσινγκ Αιμιλία Γκαλότι. Η ηρωίδα του Λέσινγκ συμβολίζει την αποδοχή του εκούσιου θανάτου ως αντίθεση σε κάθε συμβιβασμό που θα την οδηγούσε σε ατίμωση. Προτιμά να κερδίσει έτσι, όπως λέι ο ίδιος, την «αιώνια ελευθερία» Όμως είναι η αυτοκτονία που στέκει λίγο πέρα από την φυγή και τον συμβιβασμό.

Ο Γκαίτε είχε γράψει: «τα πάντα σε αυτό τον κόσμο καταλήγουν σε ασημαντότητες και ο άνθρωπος που για να αρέσει στους άλλους χωρίς να είναι δικός του πόθος, σκοτώνεται στη δουλειά για να κερδίσει χρήματα, τιμές ή οτιδήποτε άλλο είναι σίγουρα τρελός». Στον Φάουστ ενσωματώνεται το σκηνικό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» και ο διάλογος της εποχής για την ανθρώπινη βούληση, γνωρίζοντας όμως το εύρος των δυνατοτήτων που ακριβώς παράγει η απροσδιόριστη ελευθερία της βούλησης. Εδώ εμφανίζεται και η εκ νέου διεκδίκηση του δημοσίου χώρου από τις δυνάμεις του κράτους και των ιδιωτών, που μέχρι τώρα τον απονοηματοδοτούσαν. Ο τόπος αλλά και ο χρόνος δεν προσδιορίζονται πλέον ως αφηρημένες οντότητες αλλά ως μέρη του ανθρώπινου γίγνεσθαι που τα ορίζει και τους δίνει υπόσταση. Άλλα δυο εξίσου εκτενή και ίδιας θερμότητας και πλήρη νοημάτων κείμενα για τους Ρεμπώ-Μπωντλαίρ και Ντοστογιέφκσι, και ένας εκτενής επίλογος ολοκληρώνουν αυτό το πλήρως ερεθιστικό πόνημα.

Εκδ. Εξάρχεια, 2016 [διανομή πλέον από τις εκδ. Έρμα], σελ. 278. Επίμετρο Στέφανος Ροζάνης. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδη βιβλιογραφία.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, αρ. 62. Οι μαθητευόμενες, Γ΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 93 (Σεπτέμβριος 2026), εδώ.

Με τα δάχτυλα χωμένα στην άμμο, τα πέλματα της Αντριάνα Ασταρέλι δέχονταν το χάδι του ήλιου ήδη από τους τίτλους της ταινίας. Ύστερα η κάμερα διέτρεξε τις γάμπες ως την πλάτη που έκρυβε το γυμνό στήθος. Λίγο μετά μάζεψε τα πράγματά της και έτρεξε στους άδειους δρόμους προς το κομμωτήριο όπου εργαζόταν, ενώ ζήτησε από έναν μεσήλικο περαστικό να διορθώσει το πάνω του μαγιό της. Το βράδυ ξάπλωσε στο πίσω καμαράκι περιμένοντας τον ιδιοκτήτη να έρθει να γείρει πάνω της. Η Αντριάνα διέθετε εμφανώς το δώρο και το αντίδωρο της ομορφιάς. Αργότερα δούλεψε ως ταξιθέτρια στον κινηματογράφο, όρθια με τις ώρες, να βγάζει στα κρυφά τα πόδια από τα γοβάκια της. Τα βράδια όμως είχαν συνέχεια και υπήρχε πάντα κάποιος να βγουν για διασκέδαση και ό,τι άλλο θα προέκυπτε. Κάθε φορά που άλλαζε καβαλιέρο άλλαζε και χτένισμα. Είχε πάντα εκείνη την φιλάρεσκη αλλά και κάπως ανυπόμονη έκφραση, σα να περίμενε κάτι συναρπαστικό, που δεν συνέβαινε ποτέ. Αφού μοιράστηκε τη νύχτα με κάποιον Ντάριο, το πρωί στο ξενοδοχείο την ενημέρωσαν πως έφυγε χωρίς να πληρώσει τον λογαριασμό και αναγκάστηκε να τον καταβάλει με το βραχιόλι που της είχε χαρίσει. Εκείνη η απορία στο βλέμμα της…

Στο σπίτι της το πικάπ με τα μικρά δισκάκια δεν σταματούσε να παίζει· το έβαζε μπρος με το γυμνό της πόδι και, καθώς άκουγε το εξαίσιο Mani bucate του Sergio Endrigo, κοιτούσε την Ρώμη από το μπαλκόνι της πανύψηλης πολυκατοικίας· το θλιμμένο τραγούδι ταίριαζε στο μελαγχολικό της πρόσωπο. Στο τηλέφωνο κάποιος επέμενε πως την είχε γνωρίσει ένα μήνα πριν και έδωσαν ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Ήταν αρκετό να την κάνει να χορέψει, πάντα ξυπόλητη. Και όμως, όταν σε λίγο η γειτόνισσα την παρακάλεσε να κρατήσει το μωρό της γιατί δεν ήρθε η μπέιμπι σίτερ, δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Στο διάλειμμα ενός αγώνα πυγμαχίας κλήθηκε να διαφημίσει μια κολεξιόν. Σε κάθε φράση από τα μεγάφωνα ακολουθούσε και μια προσβλητική έκφραση των θεατών. Έξω την περίμενε ο φωτογράφος και της πρότεινε να επιστρέψει με έναν ευκατάστατο κύριο που «τύχαινε» να πηγαίνει και αυτός στη Ρώμη. Του φώναξε πως δεν χρειάζεται προαγωγούς και ξεκίνησε μόνη της στους έρημους δρόμους για τον σταθμό των τραίνων. Πίσω της αντιλαλούσαν τα βήματα του καταχτυπημένου πυγμάχου Εμίλιο και περπάτησαν μαζί. Απαιτεί μεγάλο πάθος για να τραυματίζεσαι τόσο πολύ, του είπε, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως η φράση ταίριαζε περισσότερο στην ίδια. Τότε πέρασε το δρομολόγιο για την Πιστόια και του είπε πως είχε καιρό να πάει εκεί· έτρεχε ήδη προς το τραίνο όταν του έστειλε ένα φιλί, αφήνοντάς τον αποσβολωμένο. Το πρωί έφτασε στο αγροτικό πατρικό της. Ο πατέρας την υποδέχτηκε αμήχανα· ήθελε να της γράψει αλλά δεν ήξερε πού· ψυχρότερη η μάνα της την πληροφόρησε πως με την φυγή της τους φόρτωσε και τις δικές της δουλειές και πως ο πατέρας της πνίγει την λύπη του στο κρασί. Ύστερα σηκώθηκε να της καλύψει τους ώμους, όχι για να μην κρυώνει αλλά «επειδή δεν είμαστε στην μεγάλη πόλη εδώ».

Όταν έμεινε έγκυος, ήρθε μια φίλη στο σπίτι να την «συμβουλεύσει». Πρώτα την μάλωσε που πήγαινε με οποιονδήποτε χωρίς καν κάποιο κέρδος. Ποτέ δεν θα την ενδιέφερε να αποκτά χρήματα με αυτό τον τρόπο, απάντησε. Στην φράση της φίλης «τότε είσαι σαν το βραβείο κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης», επέμεινε πως περνούσε όμορφα με τον εκάστοτε άντρα και τελικά δενόταν συναισθηματικά. Όταν χτύπησε η πόρτα, ήταν ένας γιατρός και η βοηθός του.

Την κάλεσαν στην αστυνομία για τον Ντάριο· το βραχιόλι ήταν κλεμμένο από μια πενηντάχρονη κυρία. Ο αξιωματικός την συμβούλευσε να μη δέχεται δώρα από άντρες που δεν γνωρίζει ούτε το επίθετό τους και, τουλάχιστον να συστήνεται με κάποιον προτού κοιμηθεί μαζί του. Παρ’ όλα αυτά πήρε το μέρος του και μάλιστα ζήτησε όταν τον βρουν να του πουν να της τηλεφωνήσει. Με καρφωμένο το βλέμμα πάνω της ο άντρας είπε «τι δε θα ’δινα να ήμουν ο πατέρας σας αυτή τη στιγμή» και η Αντριάνα χαμήλωσε το κεφάλι.

Κάποιο επόμενο πρωί ξύπνησε στο σπίτι ενός συγγραφέα και όταν σε μια σελίδα στην γραφομηχανή διάβασε για μια Μιλένα τον ρώτησε για αυτήν· της είπε πως δεν ήταν δύσκολο να κοιμηθεί μαζί της και του ήταν πλήρως αδιάφορη – της άρεσαν τα πάντα, ήταν διαρκώς χαρούμενη και δεν αντιλαμβανόταν τις συνεχείς ταπεινώσεις. Δεν είχε ούτε την αγάπη της πόρνης για τα χρήματα· το χθες και το αύριο δεν υπήρχαν γι’ αυτήν· ακόμα και το να ζει για την ημέρα θα απαιτούσε πολύ σχεδιασμό άρα ζούσε μόνο για την στιγμή. Ηλιοθεραπεία, δίσκοι και χορός ήταν οι μόνες της δραστηριότητες και πάντα χρειαζόταν νέες σύντομες επαφές με οποιονδήποτε αλλά ποτέ με τον εαυτό της. Η Αντριάνα, όπως πάντα, γέλασε και μετά σκοτείνιασε. «Η Μιλένα είμαι εγώ;». Εκείνος προτίμησε να την καθησυχάσει. Όταν η οικιακή βοηθός μπήκε και την είδε κάτω από τα ξέστρωτα σεντόνια έριξε το επιτιμητικό της βλέμμα μόνο σε αυτήν.

Όταν γνώρισε τον Αντόνιο θεώρησε καλό σημάδι το όνομά του: ο Άγιος Αντώνιος ήταν ο πολιούχος του χωριού της και πάντα συμμετείχε στις λιτανείες του. Στην ερώτησή του «Ξέρεις τι μου αρέσει σε εσένα;», απάντησε ότι είναι χαρούμενη που του αρέσει και της αρκεί. Το αρεστό, τελικά, ήταν «η ευκολία να είναι κανείς μαζί της», το ότι ήταν «χαλαρή και γλυκιά». Την δεύτερη φορά τής μίλησε για μια γυναίκα με την οποία ήταν ερωτευμένος και της ζήτησε να τηλεφωνήσει στο σπίτι της, ώστε να μην ακούσουν αντρική φωνή. Δέχτηκε να το κάνει και έφυγε αθόρυβα.

Σε ένα κοσμικό πάρτι συμπόνεσε τον παλιό διασκεδαστή της σκηνής που εξανάγκασαν να ξαναπαίξει παλιά του νούμερα, μόνο και μόνο για να γελάσουν μαζί του. Την συγκίνησε που έμοιαζε με τον «αποσυρμένο, ντροπαλό τύπο» και εκείνος βρήκε την ευκαιρία να της προτείνει βόλτα με τον κυρίαρχο της ομήγυρης, τελευταία του ευκαιρία για αποδοχή από τους άλλους. Στο υπόγειο πάρκινγκ που άφηνε το αμάξι της, ο υπάλληλος την κοιτούσε πάντα με ενδιαφέρον και της μιλούσε με απλό τρόπο, αλλά της ήταν αδιάφορος, έξω από τον κύκλο που την ενδιέφερε. Εκείνη την βραδιά, ύστερα από τόσες ματαιώσεις, του χαμογέλασε παραπάνω και στάθηκε να τον περιμένει στην γωνία του γραφείου, όχι μακριά από το κλασικό ημερολόγιο με την γυμνή γυναίκα.

Κάποτε έφτασε η στιγμή που περίμενε καιρό. Το φιλμάκι ενός λεπτού που προωθούσε νέα πρόσωπα πριν τις κινηματογραφικές ταινίες σήμερα θα ήταν για αυτήν. Την έδειχναν καθισμένη σε κρεβάτι και την ρώτησαν τι κάνει εκεί· απάντησε «ήρθα για να εργαστώ», πέφτοντας στην παγίδα, προκαλώντας τα γέλια των θεατών, που συνέχισαν να ξεκαρδίζονται όταν η κάμερα έκανε ζουμ στην τρύπα του καλσόν. Ακόμα και οι ταξιθέτριες δίπλα της προσπαθούσαν να κρύψουν το δικό τους γέλιο. Το πρωί στο σπίτι τα πόδια της μέσα στις ανοιχτές παντόφλες ανάδευαν το βρώμικο νερό που μπήκε από το μπαλκόνι· βημάτιζε σε διάφορα σχήματα, σα να προσπαθούσε να φτιάξει ένα άλλο διάγραμμα ζωής αλλά έμεναν παντού λερωμένα ίχνη. Όλα της έδειχναν ότι η ομορφιά της ήταν μόνος τρόπος να υπάρξει. Καθώς τα δάκρυα διέλυαν την μάσκαρά της, το πρόσωπό της έμοιαζε με θλιμμένη μάσκα.

Η μουσική κλήθηκε και πάλι να την ευθυμήσει και για άλλη μια φορά το πόδι της την έβαλε σε λειτουργία. Η ζωή έπρεπε να συνεχιστεί με νέα κόμμωση και νέο άντρα, αυτή τη φορά κάποιον έγχρωμο που δεν την υποτίμησε και την έκανε να διασκεδάσει πραγματικά. Στην επιστροφή της το χαμόγελο είχε φύγει. Για ποιο λόγο δεν μπορούσε να χαρεί την γεμάτη βραδιά; Ο άντρας δεν ανήκε στον χώρο όπου ήθελε να εισχωρήσει; Ήταν ενός άλλου «πολιτισμού» που ίσως θα αποτελούσε εμπόδιο; Δεν αισθανόταν καλά χωρίς περαιτέρω οφέλη; Ή είχε χάσει κάθε αισιοδοξία; Το μικροσκοπικό Φίατ με το οποίο διέσχιζε την άδεια, πάντα άπιαστη πόλη, έμοιαζε με προέκταση της ταπεινής της προέλευσης αλλά και της αγεφύρωτης διαφοράς με τον κόσμο όπου ήθελε να μπει· ωραίο αλλά αδύναμο, την πήγαινε παντού και ταυτόχρονα πουθενά. Και η ηδονιστική Ρώμη του ’60 έδειχνε μοντέρνα και προσκαλούσε σε ελευθερία αλλά τελικά είχε την ίδια συντηρητική κοινωνία που την υποβίβαζε. Ο κόσμος των θεαμάτων διψούσε για ομορφιά και νεότητα αλλά μέχρι εκεί. Η ντόλτσε βίτα αφορούσε πάντα κάποιους άλλους.

Η ζωή της έγινε η επιτομή της ιστορίας αναρίθμητων όμορφων γυναικών που επιθύμησαν μια θέση στον ήλιο αλλά δεν τους επιτράπηκε παρά να καίγονται στα περίχωρά του. Όλοι αρκέστηκαν στην ομορφιά της· δεν ήθελαν να την ακούνε, μόνο να την βλέπουν, μέχρι να την αντικαταστήσουν. Εφόσον ήταν ωραία, δεν υπήρχε περίπτωση να ήταν ενδιαφέρουσα. Αμείφθηκαν για την προώθησή της, εμπνεύστηκαν για το γράψιμό τους, βολεύτηκαν για το γόητρό τους. Και όμως, εκείνη που ζούσε μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις και ομιλίες, ήταν πάντα πρόθυμη για οτιδήποτε της ζητούσαν αρκεί να μην ήταν βρώμικο και διατηρούσε την αξιοπρέπειά της ακόμα και κατά τους εξευτελισμούς. Όλοι θα έλεγαν «την γνώρισα καλά», την Αντριάνα που δεν έδειχνε ποτέ εκνευρισμένη ή οργισμένη, μόνο συνέχιζε να αναζητά την χαρά, παίζοντας τους δίσκους με τα γυμνά της πόδια, απολαμβάνοντας την μουσική που χόρευε ξυπόλυτη και την έστελνε να συμμετάσχει στην ζωή, εκείνη που έπαιξε ένα τελευταίο τραγούδι του Sergio Endrigo, βγήκε στο μπαλκόνι και βρέθηκε στο κενό. Ήταν η πρώτη μου ξυπόλυτη που κατοίκησε για πάντα σε ένα τραγούδι. «Είχες τόσα πολλά και πάντα τα έδινες όλα σε κανέναν… Τώρα θέλεις λίγη αληθινή αγάπη… τόσο μόνη και διαλυμένη. Δεν υπάρχει κανείς να σου δώσει ένα λουλούδι, κανείς να κρατήσει τα χέρια σου, τα τρύπια σου χέρια» (Mani bucate).

Η ταινία: Io la conoscevo bene (αγγλ. I Knew Her Well) (Antonio Pietrangeli, 1965). Η γυναίκα: Stefania Sandrelli. Σε συνέντευξή της σχετικά με την επανακυκλοφορία της ταινίας το 2015 δήλωσε «πιστεύω ότι ακόμα και σήμερα θα περάσει πολύς καιρός μέχρι οι γυναίκες να μπορούν να βαδίζουν δίπλα δίπλα με τους άνδρες ως ίσες τους. Και αυτή η αιώνια γυναικεία μοίρα λέει ότι μια γυναίκα πρέπει πάντα να θυσιάζεται πάνω σε κάποιο είδος σταυρού.».

Το τραγούδι: εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Εδώ, στον αριθμό 63, σταματούν οι ξυπόλυτες των ταινιών, τόσο στον ηλεκτρονικό Χάρτη όσο και στην ααναδημοσίευσή τους στο Πανδοχείο, καθώς βρίσκονται, .πλέον,  σε υπό έκδοση μυθιστόρημα, αποτελώντας το ένα τέταρτο αυτού.