19
Φεβ.
17

Νίκος Δ. Πλατής – Γελαστικό λεξικό

Layout 1

Γελάει καλύτερα όποιος γελάει πάντα

Αφού λοιπόν μας έδωσε σελίδες καυτερές και πάντως πεντανόστιμες στο Μπαχαρικό του Λεξικό (που μετρά εκδόσεις επί εκδόσεων), μας εισήγαγε στην επιστήμη του Κάμα Τσούχτρα, λεξικογράφησε μεταξύ άλλων λήμματα Αθωνικά, Μαύρα, Βρώμικα και άλλα, συνέταξε πλήρες Λεξικό του Σεξ για να πλουτίσουμε το σεξιλόγιό μας, αποτόλμησε ακόμα κι ένα Λεξικάκι που παίζει με τον Θάνατο (όσο ζούμε θα τον κοροϊδεύουμε), έρχεται ο Αυτουργός των Αιφνίδιων Λημμάτων να μας ξεκαρδίσει με επί τούτου έργο, λες και νωρίτερα δεν έχουμε ήδη γελάσει με όλα αυτά τα απρόβλεπτα λεξικά με τα αιφνίδια λήμματα. Γιατί αυτή είναι μια μόνο από τις ιδιότητές τους: σε αντίθεση με όλα τα άλλα, εδώ όχι μόνο ποτέ δεν ξέρεις ποια λέξη ακολουθεί αλλά και πόσο θα σε αιφνιδιάσει.

Αστείοι και αστειότητες, γελαστικοί και γελοίοι, γέλωτες και χαμόγελα, ανέκδοτα και κωμικά απαγορευμένα, οτιδήποτε σπάει την ισιάδα του στόματος με καμπύλη προς τα πάνω, εδώ δηλώνει αλφαβητικώς παρόν: περίφημοι γελοιογράφοι όπως ο Laplace, ο Reiser ή ο Wolinski, Έλληνες ομότεχνοι των παλιών περιοδικών, σούπερ ήρωες όπως ο επιθεωρητής Κλουζό, αξέχαστοι χαρακτήρες ελληνικών ταινιών, εμβληματικές μορφές όπως ο Σαρλό και οι αδελφοί Μαρξ, τα Γελαστά Ζώα του Κωστή Παπαγιώργη, η αξέχαστη Τζόαν Ρίβερς από μια εποχή όπου η stand up comedy δεν υπήρχε καν ως όρος και βέβαια ο πολυαγαπημένος μου Μπαντ Σπένσερ έχει την θέση που του αξίζει, πόσο μάλλον όταν χρόνια μετά τα αεροπλανικά του χαστούκια κι εκείνη την έκφραση, ετοιμοθάνατος «στ’ αλήθεια» ψέλλισε ένα απλό «ευχαριστώ».

charlie-chaplin_

Εδώ συνυπάρχουν αποσπάσματα και αναφορές βιβλίων, όπως η υπέροχη Ανήκουστη Βλάβη του Ντέιβιντ Λοτζ, οι χρήσιμες υποδείξεις της γελωτολόγου Στεφανί Ντέιβις, όψεις της σάτιρας και της φαρσοκωμωδίας, εικόνες που προκαλούσαν έστω και πνιχτό γέλιο, όπως το μαλλί λάχανο των μαμάδων, άγνωστες ιστορίες όπως το ξεκαρδιστικό πλην «σόκιν» ενέχυρο του Φρανσουά Βιγιόν στο δικαστήριο ή ο βασιλιάς Λουδοβίκος Φίλιππος Α΄ σκιτσαρισμένος ως αδηφάγος και πλεονέκτης Γαργαντούας, πιθανώς η πρώτη πολιτική γελοιογραφία που απαγορεύτηκε με αποτέλεσμα ο Ονορέ Ντομιέ να βλέπει επί έξι μήνες τον κόσμο ριγέ, όπως θα έλεγε και ο Νίκος Τσιφόρος, παρών και αυτός.

Ως επί το πλείστον δε, γελούν όσοι, έχοντας επίγνωση των ελάχιστων ικανοτήτων τους, εξαναγκάζονται, για να διατηρούν την αυτοεκτίμησή τους, να προσέχουν τις ατέλειες των άλλων. Συνεπώς το πολύ γέλιο με τα ελαττώματα των άλλων είναι σημείο μικροψυχίας. Διότι είναι ένα από τα κύρια καθήκοντα των μεγαλόψυχων ανθρώπων είναι να απαλλάσσουν τους άλλους από τον περίγελο, καθώς και να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους βέλτιστους έγραφε ο Τόμας Χομπς στο «Περί Παθών» κεφάλαιο στο μείζον έργο του Λεβιάθαν κι ένα άλλο απρόσμενο στοιχείο του Λεξικού είναι ακριβώς οι πηγές από σημαντικά έργα που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι έχουν θέση εδώ. Ο Τάιμπο βέβαια αναμενόμενα έχει, όπως και το αξέχαστο τραγικό Αστείο του Κούντερα.

%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%af%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b1-12-12-60

Το Λεξικό δεν είναι μόνο γελαστικό αλλά και χαμογελαστικό. Το χαμόγελο, σκέφτομαι,  είναι το δίδυμο αδελφάκι του γέλιου, απλώς το ένα δείχνει πιο εύθυμο από το άλλο και κάνει λίγο περισσότερο θόρυβο. Δεν είναι βέβαια πάντα ειλικρινές: Η αεροσυνοδός, όταν παίρνει επιτέλους το δίσκο μού χαμογελάει. Από πού κι ως πού; αναρωτιέται ο ήρωας του Μαξ Φρις στο Ας με λένε Γκάντεμπαϊν, που αργότερα διαπιστώνει πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ «είναι αναγκασμένος σε κάθε πρώτη σελίδα να χαμογελάει, αλλιώς δεν τον ξαναψηφίζουν». Μιλώντας για πολιτικούς ο Μάρκ Τουέιν που γνώριζε καλά την τέχνη της ευθυμογραφίας είπε κάποτε: Μην πείτε στη μητέρα μου ότι ασχολούμαι με την πολιτική. Νομίζει ότι είμαι πιανίστας σε μπουρδέλο.

Οι Κινέζοι λένε ότι υπάρχει τύχη, όμως και χτυπάει την γελαστή πόρτα, ενώ ένας άγνωστος υποστηρίζει ότι το χιούμορ είναι το ντεκολτέ του άντρα. Είναι και κάποια πράγματα με τα οποία γελάει κανείς μονάχα όταν περάσει καιρός, έλεγε ο συνταξιούχος μποξέρ Ατίλιο Ντάουν. Είναι ένα βιβλίο λιαν ευρούφηκτον, πρόχειρο σε όλους (αστειόφιλους, αστειόφοβους, αστείους και λοιπούς τύπους του άστεως) όπως ακριβώς το υποτιτλίζει ο συγγραφέας το εξώφυλλό του. Σωστά όλα, με μια υποσημείωση: δεν γελάει μόνο καλύτερα όποιος γελάει πάντα, όπως κάπου γράφεται μέσα στα εκατοντάδες λήμματα· ζει πραγματικά όποιος γνωρίζει, αναβλύζει και υποδέχεται όλες τις όψεις του γέλιου.

bud_spencer_by_chuckie96-d5o7f0j

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2016, σελ. 358. Περιλαμβάνονται  «βιβλιογραφία, φιλμογραφία και άλλες πηγές πληροφόρησης».

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 214, με τίτλο Falling in laugh.

Ο Νίκος Δ. Πλατής στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

17
Φεβ.
17

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Μαρία Ρασσιά – Η απόλαυση της σκιάς

rassia-maria_

Γράψτε για το βιβλίο σας

Η απόλαυση της σκιάς είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Κέδρος. Δύο νουβέλες και επτά διηγήματα γράφτηκαν σε διάστημα δύο ετών. Κάθε κείμενο, έγινε δυνητικά η αρχή ενός άλλου. Η απώλεια κάθε μορφής· ο προαιώνιος φόβος του θανάτου, είναι η αναζήτηση των ηρώων του βιβλίου μέσα από την καθημερινότητα τους. Στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες, αλλά να απεγκλωβιστούν από τον μικρόκοσμό τους. Και κάπου εκεί, στη μέση της διαδρομής τους, αρχίζουν να μετατοπίζονται, με κίνητρα κατά το δοκούν, όχι αθώα.

Τις προθέσεις τους χρειάστηκε να τις ανακαλύψω, μια σύνθετη αναζήτηση σε γεγονότα που βίωσαν στο παρελθόν ή που βιώνουν σε χρόνο Ενεστώτα. Και αν τελικά, όλοι τους και όλες τους, φαίνεται να τους απασχολούν ή να φοβούνται διαφορετικά θέματα, υπάρχει κάτι που τους ενώνει : ο σαρκασμός και η αμηχανία, που τους κάνει να αντιμετωπίσουν τις πιο μύχιες και ασυμπάθηστες σκέψεις τους. Η διαδρομή τους είναι σκοτεινή και κάποιες φορές παράλογη. Τοποθετούνται ειρωνικά, ενίοτε είναι προκλητικοί, για να αντέξουν αυτό που οι ίδιοι επέλεξαν. Δεν επιστρέφουν στα παλιά, δεν υπόσχονται απαντήσεις σε ερωτήματα που δημιουργούνται. Η αίσθηση της ερήμωσης σαν εσωτερική αναζήτηση, θα τους κάνει να αναρωτηθούν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τελικά θα βρουν τη δύναμη και την ησυχία και την γοητεία, να απολαύσουν την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από την χαραμάδα.

maria-rassia-02

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ο λόγος μου ξεκινάει από την παρατήρηση και την ανθρώπινη αντίληψη. Από την ανοικείωση, όχι με τη μορφή κάποιας νέας ιδέας, αλλά ως ένας πειραματισμός της μορφής. Όχι τυχαίος, αλλά κυνηγώντας την ανάπλαση μιας άλλης οπτικής, για να αποκτήσει το κείμενο αυτόνομη ύπαρξη. Τα ερωτήματα λοιπόν, δεν ήταν καινούργια για να με ωθήσουν να γράψω ιστορίες, ίσως η αντοχή για ζωή, σαν μια αφηγηματική επινόηση, από διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, που και οι ίδιοι ποικίλλουν, τόσο σε ηλικίες, ιδιότητες και βιώματα, μπαίνοντας χαμογελαστοί στον χώρο μου και αφού μου έδειξαν πως δεν έχουν διάθεση να φύγουν σύντομα. Οι εννέα ιστορίες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται χωρίς γραμμική αλληλουχία, αλλά σ’ ένα σύνολο με συνέπεια, για να μην λείψει ο αέρας στους ήρωες, όταν θα αντικρίσουν τα ανομολόγητα.

Κι επειδή οι απώλειες δεν κρύβονται, ακόμη και πίσω από ένα χαμόγελο, άρχισα να τις παρατηρώ στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μου στις διαδρομές με το μετρό, στους πεζούς που περιμένουν να ανάψει πράσινο το φανάρι για να περάσουν απέναντι.

Εκείνη την εποχή διάβασα το βιβλίο Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο και ομολογώ πως ένιωσα στο δέρμα μου αυτό που βίωναν τα  πρόσωπα-ήρωες. Και σκέφτηκα πως η ερημιά, η εγκατάλειψη με στοίχειωσαν, με γοήτευσαν, αλλά και το υπόγειο χιούμορ του αφηγητή. Στο Πέδρο Πάραμο, η γη, το χωριό είναι πανταχού παρούσα-παρόν, και βιώνει τη θλίψη και την απώλεια. Αυτό πυροδότησε μέσα μου εικόνες, σκέψεις και αισθήσεις. Και σα να άρεσε αυτό και στους δικούς μου ήρωες, που ήδη «μου μιλούσαν». Νομίζω πως πιαστήκαμε χέρι χέρι, για να ακούσουμε τους ψίθυρους από τις ρωγμές των τοίχων του ερημωμένου χωριού Κομάλα, που ο ήρωας του Ρούλφο, ο Χουάν Πρεσιάδο πηγαίνει για να βρει τον πατέρα του.

maria-rassia-03 [Anthonys Art Collectibles]

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο να διαλέξω έναν από τους εννέα χαρακτήρες των ιστοριών, για να τον συστήσω. Εκείνο όμως που με οδηγεί για να καταλήξω  σε έναν, είναι πως με τη Μήδεια, ακόμη δεν έχουμε αποχαιρετιστεί. Συνεχίζουμε κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα να αντικριζόμαστε και μπορεί να μιλήσουμε για λίγο. Η Μήδεια λοιπόν, με τον τίτλο μέσα στο βιβλίο:  «H Μήδεια θέλει να γεράσει», αποφασίζει μετά από δέκα χρόνια που έφυγε, να γυρίσει στον τόπο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Δέκα χρόνια την διατήρησαν σε μια φούσκα πάγου και κανένα συναίσθημα δεν κατάφερε να την φθείρει, αλλά ούτε και να την ανανεώσει. Γι’ αυτό και νιώθει την απέραντη επιθυμία να την αφήσουν οι άνθρωποι επιτέλους να γεράσει. Ο Γιώργος Χειμωνάς, ποιητής, νευρολόγος-ψυχίατρος, προλογίζοντας την ελεύθερη απόδοση της Μήδειας γράφει : «Δε φταίει αυτή, δεν έχει άλλο τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημα δεν βρίσκει, δεν υπάρχει για να το χρησιμοποιήσει». Η οπτική του αυτή, γεμάτη κατανόηση, την ερμηνεύει με επικοινωνιακούς όρους. Η Μήδεια χρησιμοποιεί το σώμα των παιδιών της, ως προέκταση του δικού της σώματος, για να μεταφέρει το μήνυμα της οδύνης της. Αυτή την εκδοχή του Χειμωνά, την σκεφτόμουν χρόνια.

Η Μήδεια λοιπόν, η δική μου Μήδεια,  επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, θέλει να ομολογήσει αυτό που εκείνη πιστεύει πως την ώθησε να σκοτώσει τα παιδιά της κι όχι αυτά που ειπώθηκαν από τρίτους, σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις.  Όσο λοιπόν σαν αφηγητής τριτοπρόσωπος, ήμουν μέσα στη σκέψη αυτής της γυναίκας, στο σημείο της ομολογίας της, στάθηκα παγωμένη και ανήμπορη μπροστά στις λευκές σελίδες, για να μεταφέρω την ανάμνησή της.  Κι έρχεται η Μήδεια τότε, που τόσες μέρες ήταν στην καθημερινότητά μου και μου μιλούσε και μου λέει : «δώσε μου τον λόγο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η στιγμή που θα μιλήσω για τα παιδιά, άλλωστε αυτό είχαμε συμφωνήσει από την αρχή , αλλά μου είχες πει πως δεν ήσουν έτοιμη ακόμη».

Και είναι σίγουρο, ότι αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια, τόσο το σώμα της, όσο και η συμπεριφορά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα, έχουν αλλάξει. Είναι σα να λέμε, πως αλλιώς ανεβοκατέβαινε μια σκάλα πριν και αλλιώς τώρα.

Και λέει η Μήδεια σε πρώτο πρόσωπο :  «Κάποιοι θα παραποιήσουν την ιστορία μου, γιατί δεν την αντέχουν. Κανείς δε θα αστειευτεί μαζί μου. Μπορεί η ετυμηγορία αυτή να αποτρέψει κάποιες μητέρες να σκοτώσουν τα  παιδιά τους. Αρκεί να προφέρουν δυνατά το όνομά μου με μίσος. Να πουν πως καμία δε θα μου μοιάσει. Θα είμαι φιγούρα με ρούχα κατάδικης ή τροφίμου τρελλοκομείου. Μπορεί και να θέλουν να είμαι σκεπασμένη με χιόνι. Αν ήμουν άγαλμα, θα κολλούσαν την τσίχλα τους πάνω μου και κάποιοι θα κατουρούσαν και θα γελούσαν. Κανείς άντρας δε θα μ’ ερωτευτεί, έμπνευση σε κανέναν δε θα γίνω».

Στο μόνο που σίγουρα έπεσε έξω η Μήδεια, είναι πως έγινε έμπνευση. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρη.

maria-rassia-04_

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Η μετά-αφήγηση του έργου μεταλλάσσεται. Το βιβλίο, οι ήρωες των εννέα ιστοριών, μεταλλάσσονται. Μετατρέπονται σε μια επικράτεια μυθοπλασίας. Ο Ζακ Ντεριντά στην Έννοια του αρχείου επισημαίνει : «Η αρχή ονομάζει την έναρξη και συνάμα την επιταγή».

Ο συγγραφέας επινοεί τη δική του εκδοχή σ’ εκείνον που προηγήθηκε. Ίσως από την ανάγκη μου να επαναπροσδιοριστώ και να διαχειριστώ προηγούμενες βεβαιότητες. Οι  προθέσεις μου στη διαδικασία της γραφής ήταν σκοτεινές, αλλά γόνιμες· δε θέλω να κρύψω την αμηχανία μου αυτή. Οι ήρωες του βιβλίου, κάποια στιγμή στην απλή καθημερινότητά τους, ανακάλυψαν πως τίποτε δε θα φωτίσει τις σκιές τους. Αναρωτήθηκαν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τότε η σκέψη πως ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει, τους έκανε να λειτουργήσουν σαν ακροατές των συναισθημάτων τους. Επεδίωξαν ας πούμε, έναν καταμερισμό. Μια αναζήτηση : ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει, που δεν βλέπουν και σε ερωτήματα που δεν χρειάζονται απαντήσεις. Το νέο στοιχείο θα είναι η μνήμη και ο χρόνος.

[Εκδόσεις Κέδρος, 2016]

[3η φωτογραφία: Anthonys Art Collectibles]

16
Φεβ.
17

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή ο Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003 – 2011], έβγαλε 57 τεύχη και αποτελούσε μια εξαιρετική κάθε φορά συλλογή λογοτεχνημάτων. Πρόσφερε βήμα σε νεοεμφανιζόμενους λογοτέχνες και είχε μια χαρακτηριστική άψογα τυπογραφική έκδοση. Ο ίδιος ο ποιητής διακεκριμένος πια επιμελητής ποιητικών βιβλίων έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ποίηση. Ζει απομονωμένος ως ασκητής στην γενέτειρά του, εργάζεται νυχθημερόν και έχει πλέον αμέτρητους συνεργάτες και φίλους απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν τους έχει συναντήσει ποτέ.

Αλλά εδώ είναι η ποιητική τέχνη του Ριζάκη που έχει προσελκύσει όλα αυτά τα περί αυτής κείμενα. Για την Δήμητρα Μήττα η ποίηση του Ριζάκη είναι κρύπτια και συγχρόνως γοητευτική. Το άφεμα στην γοητεία ενέχει το κίνδυνο της αρπαγής, καθώς ο ποιητής αρπάζει τον αναγνώστη σε ένα βάθος που μόνο την αντίδραση της Περσεφόνης όταν την αρπάζει ο Άδης στον πίνακα του Ρέμπραντ μπορεί να προκαλέσει: το κορίτσι αποστρέφεται το πρόσωπό του από το πρόσωπο του άρπαγα, προκειμένου να σωθεί από την ποιητική δίνη που ωθεί σε κόσμους σκοτεινούς και αναχωρητικούς.

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%86%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%82

Γεωργώνοντας τις λέξεις, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ανοίγει πρώτα τις Σημειώσεις για την Τραγωδία του Γιώργου Χειμωνά, όπου έγραφε πως η τραγωδία, ως τέχνη του νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική, στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη, δυσοίωνη προφητεία: ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. κι ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό. Η σχέση του Ριζάκη με τον πόνο παραπέμπει στο παιχνίδι της τυφλόμυγας, όπου η γραφή την ίδια στιγμή τον αναβιώνει μα και τον εξορκίζει, μια σχέση έλξης – άπωσης που αφήνει το στίγμα της τραγικότητά της στον χρόνο της ποιητικής στιγμής. Και η πράξη της ποίησης, συμπληρώνει αργότερα, αυτή η ακτιβιστική δράση, συνιστά για τον Ριζάκη την ίδια στιγμή ρομφαία και πινέλο, καταγγελία και διακόπτη, μια διαπιστωμένη ανάγκη να πεπωθει και να καταγραφεί το φως, προκειμένου να λάμψει.

%ce%bc-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7

Η πρώτη ποιητική του συλλογή που διάβασα ήταν ο Κυρίως Ναός (για ευνόητους λόγους), κι είναι το βιβλίο που εξετάζει εδώ η Μαρία Σκουρολιάκου. Ο Κυρίως Ναός, γράφει, είναι ένας χώρος λατρείας ομολογίας και προσφοράς, συμβολικός της ύπαρξης του Ριζάκη. Εντός του ναού, το εικονοστάσι του ποιητή: οι άγιοι της ζωής του, που τον συνδέουν με τον κόσμο των αδύτων, το αισθητό με το νοητό. Στον κυρίως ναό ο ποιητής ψάλλει τα συναισθήματα από τα αναλόγια της ασκητικής του. Εκεί τα προσκυνητάρια, τα κεριά των ψυχών σε κηροπήγια σώματα που καίγονται πεπρωμένα, κι ο Επιτάφιος στον βορεινό τοίχο με την δική του αποκαθήλωση».

%cf%80%ce%ac%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-1

Αν όμως ο Ριζάκης γράφει τα ποιήματα του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή, η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή, ούτε καταθλιπτική, γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Είναι τραγούδι στην ζωή και στις χαρές της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά την μοναξιά μπορούν να το κάνουν. Οι Άννα Αφεντουλίδου, Γιώργος Γεωργούσης, Πέτρος Γκολίτσης, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Ανθούλα Δανιήλ, Βικτωρία Καπλάνη, Άννα Κουστινούδη, Εύα Μοδινού, Γιολάντα Πέγκλη, Τάσος Πορφύρης και πολλοί άλλοι καταθέτουν σκέψεις και συναισθήματα, ενώ οι Μαργαρίτα Βασιλάκου και Γιάννης Στεφανάκις, εκτός από κείμενα εικονογραφούν το τεύχος. Στις πρώτες σελίδες ο ίδιος ο ποιητής αντιπροσφέρει τρία ποιήματα. Σε ένα εξ αυτών, που τιτλοφορείται «Ο Ιησούς λανθάνοντας κάποτε βλασφημεί» διαβάζω: κι αν σου ’δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια / να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή.

Η προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιάννη Στεφανάκι. Τα δυο άλλα έργα (Αδελφή Γιόλας και Η Σταύρωση) από την Μαργαρίτα Βασιλάκου.

[σ. 192]

12
Φεβ.
17

Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 

09
Φεβ.
17

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

05
Φεβ.
17

Θωμάς Λιναράς – Κινηματογραφικά δεινά. Από τον Βιμ Βέντερς στον Γιασουχίρο Όζου

cover

Εκεί που ζήσαμε αμέτρητες ζωές

Γράφω και στα Περί του Πανδοχείου πως πάντα αναζητούσα κείμενα αξιανάγνωστα, ενίοτε λογοτεχνικά και κατ’ ευσεβή πόθο συναρπαστικά σε μια πληθώρα πηγών εκτός των βιβλίων. Ακριβώς μια τέτοια πηγή υπήρξαν τα κινηματογραφικά περιοδικά και αργότερα οι εξαιρετικές εκδόσεις του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από το 1992 κι έπειτα, όταν άνοιξε σε Νέους Ορίζοντες και γενικώς διέσπειρε το βλέμμα του στον κόσμο. Αγόραζα με το υστέρημά μου εκείνα τα αφιερωματικά τομίδια, αναζητώντας με μανία όχι μόνο την γνωριμία με σκηνοθέτες, ταινίες και κινηματογραφικές σχολές αλλά και μια σιωπηρή ανταλλαγή απόψεων με όσους ήδη γνώριζα, την ταύτιση και την διαφορά στις ματιές μας.

Anna Karina in Jean-Luc Godard's ALPHAVILLE (1965). Courtesy: Rialto Pictures

Υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο σε αυτά τα γραπτά: σε έφερναν σε επικοινωνία με τον εκάστοτε ιδιαίτερο σελιλόιντ κόσμο αλλά και πάσχιζαν να μεταδώσουν και μια υποκειμενική ματιά, συνήθως συνεπαρμένη, προβληματισμένη, σε κάθε περίπτωση ταραγμένη. Αποτελούσαν την ίδια στιγμή λήμματα σε ένα αχανές λεξικό κινηματογράφου και ταυτόχρονα ημερολογιακές καταγραφές όπου συναντιούνταν δυο θεατές: ο «κριτικός» και ο απλός θεατής. Η ιδιαίτερη φύση τέτοιων σημειωμάτων τα περιόριζε στα ειδικά περιοδικά· κι όπως κάθε μορφή περιοδικής έκδοσης, ήταν συνήθως καταδικασμένα να μένουν εκεί, σε εξειδικευμένα έντυπα, άρα λιγότερο χρηστικά «ράφια». Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τις εκτενείς κριτικές λογοτεχνικές των λογοτεχνικών περιοδικών, όπως επίσης έχω αναφέρει με διάφορες αφορμές.

Έτσι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, κάθε συγκεντρωτική έκδοση παρόμοιων κειμένων είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά και πολύτιμη. Δεν έχουμε μόνο την ευκαιρία να (ξανα)διαβάσουμε για ταινίες που είδαμε και να δούμε εκείνες που χάσαμε αλλά και να ξανατρέξουμε προς τα πίσω την διαδρομή της δικής μας κινηματογραφικής εμπλοκής. Μια ρετροσπεκτίβα όλη δική μας! Εδώ έχουμε κριτικές και δοκίμια (απορώ γιατί αρνούμαστε τον όρο σε κατεξοχήν δοκιμιακές γραφές, που μπορεί να υπολείπονται σε έκταση, συμπυκνώνουν όμως πλήρως έργα και ημέρες δημιουργών) ενός γνώριμού μας ειδικού, που δημοσιεύτηκαν στα κινηματογραφικά περιοδικά Σύγχρονος Κινηματογράφος, Οθόνη, Καθρέφτης, στους καταλόγους και τα έντυπα του προαναφερθέντος Φεστιβάλ, στον Ετήσιο κινηματογραφικό οδηγό της Π.Ε.Κ.Κ, στα λογοτεχνικά περιοδικά Εντευκτήριο και Το Δέντρο και αλλού.

wenders-alice

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε σπίτι, έλεγε ο Νίκολας Ραίη μέσω του τίτλου της τελευταίας, ανολοκλήρωτης ταινίας και ο Βέντερς μοιάζει να κληρονόμησε την φράση ως ολόκληρη κοσμοθεωρία. Πράγματι, οι ήρωές του δεν μπορούν να γυρίσουν σπίτι και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταξιδεύουν, όχι για να φτάσουν απαραίτητα κάπου αλλά για να συναντηθούν με τον εαυτό τους, χωρίς κι αυτό να είναι σίγουρο. Αυτοί οι ήρωες τρέφονται από την κίνηση με την μορφή της περιπλάνησης η οποία γίνεται τρόπος ύπαρξης, μια δυνητική αναζήτηση ταυτότητας. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού, τα πάντα (ή και τίποτα) μπορούν να μετασχηματιστούν: μια στιγμή αλήθειας να παγιδευτεί στο πλάνο, μια σειρά από φωτογραφίες του ίδιου θέματος να μην είναι ίδιες, μια χειρονομία να μείνει μετέωροι. Οι απομαγευμένοι χαρακτήρες καταλήγουν σχεδόν πάντα στην πικρή συνειδητοποίηση της ρήξης ανάμεσα στο άτομο και στον κόσμο, γι’ αυτό και τα σύνορα είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να τους μαγέψει.

Ο συγγραφέας διατρέχει όλες τις ταινίες του Βέντερς αλλά είναι Η Αλίκη στις πόλεις [1973] εκείνη που εκφράζει περισσότερο τα παραπάνω κι είναι ίσως η μόνη που με συνεπήρε στο ταξίδι της. Εδώ είναι όλα εμφανή: η περιπέτεια του βλέμματος, η ανάγκη της αποχώρησης και πολύ λιγότερο της άφιξης, ο φόβος του φόβου, το φάρμακο – πανάκεια της μουσικής. Οι μόνες αποσκευές του Φίλιπ είναι ένα σημειωματάριο και μια πολαρόιντ· της Αλίκης μια βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα. Εκείνος στο μπλοκ περισσότερο ξεγράφει παρά γράφει, γι’ αυτό και προτιμά να φωτογραφίζει, δυσανασχετώντας όταν διαπιστώνει πως το πραγματικό ποτέ δεν ταυτίζεται ακριβώς με την αναπαραγωγή του. Θυμάμαι την σκηνή που η Αλίκη παίζει κρεμάλα με τον Φίλιπ και αρνείται να κρεμάσει τη λέξη όνειρο. Η περιπλάνησή τους είναι μια νιοστή κινηματογραφική παραλλαγή του πανάρχαιου μύθου και φέρνει τον ένα κοντά στον άλλον, ευτυχισμένοι πλάνητες αφού δεν τους τρώει το σαράκι του νόστου.

Kieslowski - Magda

Η εκτενής ενότητα για τον Κριστόφ Κισλόφσκι περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και κείμενα για τον Δεκάλογο αλλά διασώζει και την πολύτιμη εξομολόγηση του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος δεν πιστεύει πως οι Εντολές είναι ο θεμελιώδης νόμος της ιουδαιοχριστιανικής θρησκείας αλλά δέκα καλογραμμένες φράσεις που προσπαθούν να ρυθμίσουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι κανόνες απλοί, στοιχειώδεις και ενδιαφέροντες, γιατί ποτέ καμία ιδεολογία δεν τους αμφισβήτησε. Κι ενώ όλοι είμαστε σύμφωνοι πως είναι σωστές, την ίδια στιγμή όλοι τις παραβιάζουμε. Αυτό ακριβώς προσέλκυσε το ενδιαφέρον του: η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου, η φύση τους ως ψυχικών και πνευματικών κανόνων.

Ο σκηνοθέτης ομολογεί την γέννηση Δεκαλόγου ακριβώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παρατήρηση και την συμπάθεια για τους ήρωες. Το να παρατηρείς σημαίνει να κατανοείς την συμπεριφορά και το να καταλαβαίνεις σημαίνει να συγχωρείς. Τα άτομα υποκρίνονται όχι επειδή είναι κακά, αλλά από φόβο. Το θέμα είναι ν’ αναγνωρίσουμε αυτές τις υποκρισίες μ’ έναν τρόπο γενναιόδωρο, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Στο τέλος μας φιλοδωρεί με τις δικές του δέκα κινηματογραφικές εντολές, στην τρίτη από τις οποίες διαβάζω: Να μην πιστεύεις στη δική σου οπτική γωνία περισσότερο από εκείνη του θεατή.  

moretti-bianca

Από το μπουκέτο των οκτώ Ιταλών σκηνοθετών έσπευσα σε δυο αγαπημένους, ιδίως στην πρώιμη φάση τους, στον Νάνι Μορέτι και τον Μάρκο Μπελόκιο. Ο Μορέτι μας χάρισε μερικές από τις «ωραιότερες κωμικά και ηθικά ανήσυχες» ταινίες, ταινίες που έκανε ακριβώς όπως ήθελε σε μια εποχή πλήρους παρακμής της ιταλικής πολιτικής ταινίας ή κωμωδίας. Επρόκειτο για έργα αυτοβιογραφικής εξομολόγησης, που δεν του χρησίμευαν όμως για να φανερωθεί αλλά για να κρυφτεί. Και στην ουσία μόνο κωμικός δεν ήταν: το κωμικό του δεν ήταν παρά ήταν ένα περίβλημα του τραγικού. Θυμάμαι σαν τώρα το αφιέρωμα στο Φεστιβάλ του 1995, ιδίως την ταινία Θα συμβεί αύριο [Domani Accadra] – ακόμα την ψάχνω, παρακαλώ βοηθήστε  – και την δύστροπη Bianca, όπου ο γνωστός μας Μικέλε βασανίζεται από την ηθική δίψα για το απόλυτο, την μανία για την τελειότητα και την ίδια την Μπιάνκα.

Ο Μπελόκιο παίχτηκε λιγότερο στη χώρα μας, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, αν και έσπευσα να τον δω χάρη σε μερικά περίφημα σάουντρακ. Από το I pugni in tasca [Οι γροθιές στην τσέπη] με το ανελέητο βλέμμα απέναντι στην «ιερή αγελάδα» της ιταλικής κοινωνίας, την οικογένεια και το σπάσιμο κάθε δεσμού με το νεορεαλιστικό σινεμά στο περίφημο Nel nome del padre [Εν ονόματι του πατρός], την σκληρή ματιά στην Καθολική Εκκλησία και μια από τις πιο εξπρεσιονιστικές ταινίες ιταλικού κινηματογράφου o Μπελόκιο εξέφρασε τις αγωνίες του για τον άνθρωπο και τα πάσης φύσεως δεσμά του.

bellocchio-giulia

Πόσο προφητικά ήταν το Sbatti il mostro in prima pagina [Βιασμός στην πρώτη σελίδα] ή το περίφημο ντοκιμαντέρ του για τα ψυχιατρικά ιδρύματα, Nessuno o tutti / Matti da slegare [Όλοι ή κανένας / Τρελοί για λύσιμο]! Πόσο μαγικός ο τσεχωφικός Γλάρος [Il gabbiano], πόσο αληθινό το Salto nel vuoto [Πήδημα στο κενό], εκείνη η ταινία η εξ ολοκλήρου γυρισμένη στο ημίφως ενός διαμερίσματος, όπου η τρέλα κατοικεί στην φυσιολογικότητα, εικόνα όλων μας των διαμερισμάτων σήμερα σπεύδω αυθαίρετα να προσθέσω. Και βέβαια η ίδια η τρέλα υπήρξε χρήσιμο προσωπείο και έσχατο καταφύγιο απέναντι στην υποκρισία της πραγματικής ζωής στον Ερρίκο τον Δ΄ όπως και απαραίτητο καύσιμο στην απελευθερωμένη σεξουαλική ενέργεια των εραστών στο Ο διάβολος στο κορμί της, για να αναφέρω και δυο ταινίες της δεκαετίας του ’80.

Πολυσέλιδα κείμενα για τους Αντρέι Ταρκόσφκι, Ρομπέρ Μπρεσόν, Καρλ Ντράγιερ, Βέρνερ Χέρτσογκ, Γέρζυ Σκολιμόφσκι, Οτάρ Ιοσελιάνι, Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ, Σάρα Ντράιβερ, Σταύρο Τορνέ, Μάικ Λη, Κέν Λόουτς, Άκι Καουρισμάκι, Τζων Σαίηλς, Μπέλα Ταρ, Αλεξάντρ Σοκούροφ, Σεργκέι Λοζνίτσα και Γιασουχίρο Όζου, διαδέχονται μικρότερα κριτικά σημειώματα για δεκάδες ταινίες αλλά και μικρά ή λιγότερο μικρά δοκίμια για την Οθόνη που λέγεται Μεγάλη επειδή μας χωράει όλους. Και μπορεί η υπ’ αρ. 2 «εντολή» του Κισλόφσκι να μας λέει «Να μην πιστεύετε στο σινεμά περισσότερο απ’ ό,τι σε οτιδήποτε άλλο», εμείς σε αυτό εκτός από περισσότερα ψέματα βρήκαμε και περισσότερες αλήθειες από οπουδήποτε αλλού.

wong-kar-wai-su-li-zhen_

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015, σελ. 464. Με πληθώρα μαυρόασπρων φωτογραφιών και πολυσέλιδο ευρετήριο κυριότερων ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων καθώς και μη εξελληνισμένων τίτλων έργων.

Στις εικόνες, ηρωίδες που λατρέψαμε και περνάνε για λίγο από εδώ: η Νατάσα του Γκοντάρ, η Αλίκη του Βέντερς, η Μπιάνκα του Μορέτι, η Τζούλια του Μπελόκιο, η Μάγκντα του Κισλόφσκι, η Su Li-zhen του Γουονγ Καρ Γουάι.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 213, με τίτλο Cinematic cinemanic, με τίτλο εμπνευσμένο από το κατεξοχήν σινεματικό τραγούδι.

29
Ιαν.
17

Patricia Highsmith – Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών

p-h-0

Οι ένοχοι που πάντα την γλιτώνουν

Αναρωτιέμαι από πού πρέπει κανείς να ξεκινήσει για να μυηθεί στον συναρπαστικό κόσμο της Χάισμιθ. Θα μπορούσε να δοκιμάσει μια φιλία με τον πρωτοφανή, αδιανόητο μέχρι τότε Τομ Ρίπλεϋ, που μας έμαθε όχι απλώς να αποδεχόμαστε το ατιμώρητο του παραβάτη αλλά και να συμπάσχουμε μαζί του, αν όχι να τον συμπαθούμε. Ταλαντούχος, κάτω απ’ το χώμα, σε βαθιά νερά ή όπως αλλιώς και να έπαιζε, για να συμπυκνώσω τις τέσσερις ιδιότητες που τιτλοφορούν τα ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις, ο Ρίπλεϋ είναι σίγουρα το πρόπλασμα για τους χαρακτήρες και αυτής της συλλογής.

Θα μπορούσε βέβαια ο υποψήφιος χαϊσμιθικός ακόλουθος να ξεκινήσει από παλαιότερες έξοχες ιστορίες εκδίκησης, όπως Το εγχειρίδιο κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους ή οι Ιστορίες για μισογύνηδες. Και παρά το ανορθόδοξο για ανάλογες μυήσεις θα πρότεινα ακόμα και την συναρπαστική της βιογραφία (βλ. εδώ). Αν πάλι, χωρίς να αποκλείονται και τα υπόλοιπα αστυνομικά της μυθιστορήματα, στα οποία έδωσε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στο είδος, επιθυμεί κανείς για δει πώς χειρίζεται η υποχθόνια πένα της μια απόλυτα σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεματολογία δεν έχει παρά να ξεκινήσει μ’ αυτή την συλλογή: τραγικά επίκαιρη (ενώ μετρά ήδη τριάντα χρόνια), σκληρά πολιτική και απολύτως αληθινή – ούτε αληθοφανής, ούτε πειστική, μα αληθινή, διαρκώς επιβεβαιωμένη από όσους ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

p-h-1-1930

Το μυστηριώδες νεκροταφείο που βρίσκεται στα περίχωρα μιας μικρής αυστριακής πόλης φιλοξενεί τα λείψανα απόρων γίνεται διάσημο εξαιτίας παράξενων εξαμβλωμάτων που ξεπροβάλλουν απόκοσμα από την επιφάνεια του εδάφους, φτάνοντας μέχρι και τα δύο μέτρα. Το νεκροταφείο βρίσκεται δίπλα στο Κρατικό Νοσοκομείο αρ. 36, ένα ούτως ή άλλως θλιβερό μέρος, στον τελευταίο όροφο του οποίου γίνονται πειράματα σε ασθενείς με καταληκτικό καρκίνο. Καθώς οι γιατροί επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δείκτες και τις αιτίες της εξάπλωσης της ασθένειας, τα πειράματα δεν διεξάγονται πάντα σε ζωντανούς ανθρώπους αλλά σε όργανα ή μάζα ιστού που τροφοδοτούνται από μια μικρή αντλία με αίμα.

Βλέπετε, η συγγραφέας δεν αγωνιά να κρατήσει το μυστήριο για αργότερα: από μόνη της η εφιαλτική πραγματικότητα έρχεται και θρονιάζεται μόλις στην τρίτη σελίδα του διηγήματος. Άλλωστε η άλλη όψη του μυστηρίου είναι ο ίδιος ο εφιάλτης. Η αποκομιδή των τελικά ανεπιθύμητων υπολειμμάτων γίνεται στο υπόγειο φούρνο του νοσοκομείου ενώ τα σώματα μεταφέρονται μέσω ενός μεγάλου παλιού ανελκυστήρα στο γειτονικό νεκροταφείο. Ο νεαρός φοιτητής Οκτάβιαν ανακαλύπτει έκπληκτος τους όγκους και πηγαίνει στο μέρος την σύντροφό του Μαριάνε η οποία παρατηρεί πως μεγαλώνουν ακόμα κι εκείνη την στιγμή· μαζί αποφασίζουν να δράσουν.

p-h-4

Ο θάνατος των ασθενών δεν σήμαινε και το τέλος του καρκίνου. Η σιωπή των Αρχών, ο πανικός των ασθενών, ο θάνατος του επιστάτη του νεκροταφείου, η μεταφορά των εκβλαστημάτων σε άλλο χώρο, η ανησυχία των περίοικων, τα εφιαλτικά σκίτσα των καλλιτεχνών, το μοίρασμα άρα η συρρίκνωση των ευθυνών, η τουριστική αξιοποίηση του νεκροταφείου, συναπαρτίζουν όλα μια ακριβή παράλογη όψη της σημερινής πραγματικότητας.

Το θέμα της παρένθετης μητρότητας αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης δυο κόσμων στο διήγημα «Νοίκιασε μια Μήτρα» εναντίον Κραταιάς Δεξιάς. Η Αλίσια Νιούτον και ο σύντροφός της γιατρός κρίνουν απολύτως φυσιολογική την σύγχρονη εξέλιξη ενώ οι συντηρητικές εκκλησίες του Μηντσβιλ που είναι περισσότερες από τα σχολεία συμβαδίζουν με την τηλεοπτική και ραδιοφωνική προπαγάνδα της Κραταιάς Δεξιάς. Ο Αιδεσιμότατος Μπέρντσχωλ διαθέτει δικούς τους σταθμούς και εκδοτικοί οίκο ενώ τυπώνει φονταμενταλιστικά περιοδικά. Ο μεσίτης πατέρας της πρέπει να τα έχει καλά με όλους, το ίδιο και η μητέρα της που δραστηριοποιείται στις τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

p-h-2

Όταν εκείνη λαμβάνει ένα γράμμα από μια παλιά της φίλη που της γράφει πως απολύθηκε από την δουλειά της όταν ανακάλυψαν πως υπήρξε κάποτε παρένθετη μητέρα. Στο ίδιο γράμμα απορεί «γιατί δεν επιτίθεται η Κραταιά Δεξιά στην πορνεία που διαδίδει το AIDS αντί να τα βάζει με τις υγιέστερες νεαρές γυναίκες της χώρας». Της γνωστοποιεί ότι οι κρατούντες προσπαθούν να τους μειώσουν την αμοιβή ενώ τις στιγματίζουν σαν «φιλοχρήματες τσούλες» ή σαν «πληρωμένες σκλάβες πλουσίων γυναικών που βαριούνται να κυοφορήσουν τα παιδιά τους». Κάπως έτσι δημιουργείται η ένωση «Νοίκιασε μια μήτρα» που αποτελεί την έσχατη αφορμή για την σύγκρουση δυο κόσμων· από την μία εκείνοι που τονίζουν ότι τα γυναικεία σώματα δεν είναι εργοστάσια που παράγουν παιδιά και ότι η επέμβαση στον τρόπο του Θεού στην σύλληψη αποτελεί ιεροσυλία και από την άλλη ένας μεγάλος αριθμός ευτυχισμένων οικογενειών και μια αυτονόητη, ορθολογική και επιστημονική λύση ενός προαιώνιου προβλήματος. Το κείμενο μοιάζει περισσότερο με συμπυκνωμένη μορφή της διαμάχης που ήδη προκαλεί τριγμούς σε όλες τις κοινωνίες

p-h-3

Στο κείμενο Γλυκιά ελευθερία! Και ένα πικ – νικ στο γρασίδι του Λευκού Οίκου είναι η σειρά των αστέγων να τεθούν στη μέση δυο παρατάξεων. Είναι πλέον τόσοι πολλοί, όπως αναφέρει ένας τυχαίος, και όλοι επιμένουν να έρχονται στη Νέα Υόρκη! Πράγματι, οι άστεγοι συρρέουν προς τις μεγάλες πόλεις για να είναι ανώνυμοι, να κοιμούνται σε εισόδους κτιρίων και να βρίσκουν στο πεζοδρόμιο μια σχάρα με ζεστό αέρα, ακόμα και κάποια υπνωτήρια. Από πού ξεφυτρώνουν; Πολλοί έχουν αποδράσει από ψυχιατρικά ιδρύματα ή απλώς βγήκαν για φάρμακα και χάθηκαν· άλλοι είναι απόκληροι κανονικών οικογενειών.

Όταν κάποια τυπικά κρατικά και ημικρατικά ιδρύματα της χώρας αδυνατούν να τους κρατήσουν, η πολιτεία δίνει μια ντιρεκτίβα για την απόλυση όσων τροφίμων δεν θεωρούνταν βίαιοι. Ελευθερώνονται μάλιστα σταδιακά, ώστε μην δημιουργηθεί η εντύπωση πως είναι ξαφνικά ανεπιθύμητοι και ένας ένας, ώστε να μην γίνει έντονα αντιληπτό. Οι φυλακές ακολουθούν το ίδιο παράδειγμα: οι γερασμένοι βιαστές, οι παραστρατημένοι ληστές της μιας φοράς, οι δολοφόνοι με χαμηλό δείκτη ευφυΐας που όμως καλλιέργησαν κάποιες δεξιότητες, όλοι αφήνονται ελεύθεροι. Τα περιστατικά που ακολουθούν είναι σπαρταριστά μέσα στην τραγικότητά τους: άλλοι επιστρέφουν και απαιτούν την παλιά τους δουλειά τους, άλλοι υποτροπιάζουν,

by Francis Goodman, 2 1/4 inch square film negative, June 1957

Τα εμπορικά κέντρα και τα πάρκινγκ γεμίζουν από κοιμισμένους σε διάφορες στάσεις  και από παρέες που παίζουν χαρτιά υπό το φως των φακών. Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνωρίζει την επιθυμία μερικών ανθρώπων να κοιμούνται έξω οργισμένοι κάτοικοι σκέφτονται να του δώσουν ένα μάθημα: να τους στείλουν όλους στο γρασίδι του Λευκού Οίκου. Αμέσως πολλοί οργανισμοί λεωφορείων προθυμοποιούνται να τους μεταφέρουν δωρεάν. Οι πράσινες εκτάσεις πέριξ του προεδρικού μεγάρου φιλοξενούν πλέον άλλη μια θεαματική σύγκρουση ιδεών, θεσμών και φυσικά κεφαλιών.

Η Επιχείρηση Βάλσαμο ή Μη-μου-άπτου συνίσταται στην ιδέα να ταφούν πυρηνικά απόβλητα μέσα σε μολύβδινα κοντέινερ κάτω από ένα ποδοσφαιρικό στάδιο σε ένα πανεπιστήμιο μιας μεσοδυτικής πολιτείας. Η ίδια η κατασκευή του σταδίου βέβαια θα ρίξει στάχτη στα μάτια της τοπικής κοινωνίας μέχρι την αποκάλυψη μιας ρωγμής στους τσιμεντένιους θαλάμους. Το απολαυστικό Ναμπουτί: Θερμή υποδοχή σε μια επιτροπή του ΟΗΕ μοιάζει πειστικότερο από κάθε σχετικό πολιτικό άρθρο αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η στυγνή δικτατορία μιας αφρικανικής χώρας αντιμετωπίζει την μεταποικιακή δυτική αποστολή. Το Πρόβλημα στους Σμαραγδένιους Πύργους είναι η εμφάνιση αμέτρητων κατσαρίδων σε υπερμοντέρνα καλοπληρωμένα διαμερίσματα σε πύργους ογδονταοκτώ ορόφων.

December 1976, Moncourt, France --- American writer Patricia Highsmith at home in the village of Moncourt, near Fontainebleau. --- Image by © Jacques Pavlovsky/Sygma/Corbis SLOWA KLUCZOWE: novelist Patricia Highsmith writer typing domestic scene literary arts senior woman head and shoulders portrait candid prominent persons Caucasian ethnicity cigarette typewriter smoking American Moncourt everyday scene women female adult senior adult North American Moselle Lorraine France Western Europe Europe one person people one

Και στις δέκα συνολικά ιστορίες η εξουσία με οποιαδήποτε μορφή εμφανίζεται ως αναίσθητη, βίαιη και συντριπτική για οποιονδήποτε ανθρώπινο παράγοντα. Όσοι βρίσκονται απέναντί της είτε εκμηδενίζονται είτε δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να να την αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο. Η συγγραφέας δεν βιάζεται να ολοκληρώσει τις ιστορίες της. Τις απλώνει σε έκταση, τις αφήνει να αναδείξουν όλες τις πτυχές τους. Όσοι περιμένουν κορυφώσεις και ανατροπές στο τέλος, θα απογοητευτούν. Δεν υπάρχει φυσικά ούτε λύτρωση των ανθρώπων ούτε λύση των προβλημάτων. Οι τραγικές κορυφώσεις και οι συνακόλουθες πτώσεις υπάρχουν μέσα στην ίδια την ιστορία και η τελευταία λέξη βρίσκει τους πάντες πολύ μακριά από εκεί που τους βρήκε η πρώτη.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 357 [Tales of Natural and Unnatural Catatrophes, 1987].

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 212, υπό τον τίτλο No sleep till Highsmith, παρμένο φυσικά το αξέχαστο live των Motorhead με εκείνο τον τίτλο.




Φεβρουαρίου 2017
Δ T Τ T Π S S
« Ιαν.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728  

Blog Stats

  • 808,730 hits

Αρχείο