Ίωνας και Ορφέας. Τεύχος # 1. Το Μυστήριο με τις Φιγούρες από Πλαστελίνη

Κείμενα: Ζωή Κολιού. Εικόνες: Βασίλης Γκογκτζιλάς

Έτσι όπως η ομοιομορφία και η επανάληψη αποτελούν κοινό τόπο στον κόσμο της λογοτεχνίας για παιδιά, τα βιβλία που διαθέτουν πρωτοτυπία ξεχωρίζουν ακαριαία. Όταν μάλιστα πρόκειται για περισσότερες από μία πρωτοτυπίες, τότε σπεύδουμε και τις καταμετρούμε. Πρώτον: Πρόκειται για βιβλίο μεν, 32 ολόκληρες σελίδες είναι αυτές, αλλά και περιοδικό, αν κρίνουμε από την ονομασία του ως τεύχους πρώτου και την αντίστοιχη «πάσα» στο επόμενο. Τι καλύτερο για κάποιον αναγνώστη να περιμένει κάθε νέο τεύχος, πόσο μάλλον όταν προμηνύεται συνέχεια! Εμείς που ζήσαμε μέσα στο ανάλογο κλίμα των περιοδικών, έστω των μουσικών φανζίν, ξέρουμε καλά για πόσο ωραία αδημονία πρόκειται. Γιατί δεν υπάρχουν περισσότερα τέτοια «περιοδικά» για παιδιά;

Δεύτερον: Εδώ μπαίνουμε στον κόσμο του ροκ εντ ρολ και δη του μέταλ. Ο Ίωνας και ο Ορφέας, κολλητοί φίλοι, έχουν ήδη σχηματίσει την ραχοκοκαλιά της μπάντας, ντραμς και μπάσο αντίστοιχα, και αναζητούν τον πολύτιμο κιθαρίστα. Παρατηρούμε την σχετική εμφάνισή τους (το λεγόμενο look) και εξοικειωνόμαστε με έννοιες όπως συνέντευξη, frontman, metalhead! Δεν αποτελεί όμως η σχετική αναζήτηση το μόνο κέντρο της ιστορίας.

Τρίτον: Είναι το αίνιγμα και η αναζήτηση ενός «ενόχου» που πάντα θα προσελκύει κάθε ηλικία. Πώς η σχολική αίθουσα γεμίζει με μερικά παράξενα μπλε σκουλήκια από πλαστελίνη; Προφανώς δεν είναι ιδιαίτερα τρομακτικά αλλά δημιουργούν κάποιο κλίμα μυστηρίου. Ποιος και γιατί; Ο αυτουργός πλαστουργός Λουκάς αποκαλύπτεται αμέσως και αυτοπροσώπως, προκαλώντας, βέβαια, απογοήτευση στους δυο φίλους που ετοιμάζονταν για πλήρη αστυνομική έρευνα, με λήψεις δακτυλικών αποτυπωμάτων και τα σχετικά. Ντρέπεται, απολογείται, ζητά συγνώμη αλλά πώς αλλιώς μπορεί να περάσει την ώρα του έτσι όπως μένει μόνος και τελευταίος στο σχολείο; Κάθε φάρσα κρύβει και μια φράση και κάποια ανάγκη και ο Λουκάς «μίλησε» για την μοναξιά του. Κι αν το δίδυμο απογοητεύτηκε για την πρόωρη λήξη της περιπέτειας, μια metal αγκαλιά, τα λύνει όλα!

Τέταρτον: Τι γίνεται όταν στην οντισιόν καταφτάνει ο Νικόλας με τα τεράστια στρογγυλά, σαν φινιστρίνια, γυαλιά και το …ξυλόφωνό του; Μα νοείται χέβι γκρουπ με ξυλοφωνίστα; Όσα επιχειρήματα κι αν εκθέσει – η προσωπική του πείρα, η αρμονία και η μελωδική ατμόσφαιρα του οργάνου αλλά και η χρήση του σε πολλά είδη, ακόμα και στην τζαζ, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Όμως οι δυο φίλοι δεν γελούν ούτε τον προσβάλλουν· του εξηγούν το διαφορετικό τους ύφος, εκείνος κατανοεί και … «η αναζήτηση συνεχίζεται!».

Το τετράγωνο μέγεθος του περιοδικού-βιβλίου μοιράζεται στην μεν αριστερή σελίδα με μια μεγάλη ζωγραφιά και στην δεξιά με το κείμενο – αρκετός χώρος και για τα δυο και ιδιαίτερα για την βουτηγμένη στις αποχρώσεις του μπλε και του πράσινου παλέτα του εικονογράφου και για τις εντελώς κόμικς φιγούρες του. Και τι μας περιμένει στο δεύτερο ανοιξιάτικο τεύχος με «το μυστηριώδες Χρούτσου Χρούτσου»; Το νου μας!

Ανεξάρτητη έκδοση, Δεκέμβριος 2025, σελ. 32

Επικοινωνία: εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, αρ. 57. Επιστολή στη Μόνικα Βίττι, Δ’

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 86 (Φεβρουάριος 2025), εδώ

Έγινες, λοιπόν, η Αδελαΐδα, ένα λαϊκό κορίτσι που πουλούσε λουλούδια έξω από ένα νεκροταφείο και είχε δυνατή πίστη στον κεραυνοβόλο έρωτα, εκπαιδευμένη άλλωστε από τα φωτορομάντζα που διάβαζε στο υπαίθριο κιόσκι της. Έτσι, όταν σ’ ένα πολιτικό φεστιβάλ της L’ Unità σε μια μικρή πλατεία, στροβιλιζόμενη στις κούνιες ενός γιγάντιου καρουζέλ, είδες τον Ορέστη να κοιμάται σωριασμένος σ’ ένα σωρό από πέτρες, πήγες και τον ξύπνησες μ’ ένα φιλί, μόνο και μόνο επειδή σε είχε γοητεύσει ως περαστικός από το ανθοπωλείο σου. Εκείνος νόμιζε πως ονειρευόταν και μετά πως είχες χάσει κάποιο στοίχημα, δεν εξηγούνταν αλλιώς. Δεν μπόρεσε να σου αντισταθεί, παρότι παντρεμένος με την μεγαλύτερή του Αντόνια. Για επτά μήνες ζούσατε ένα ειδύλλιο τρέχοντας στις βρώμικες παραλίες δυτικά της Ρώμης και κάνοντας πικνίκ στους σκουπιδότοπους, ενώ σας έντυνε ένας αχνός ήλιος κι ένα από τα ωραιότερα σάουντρακ που γράφηκαν ποτέ. Είχες δέρμα σαν ροδάκινο και δεν ξεχώριζες ανάμεσα στα λουλούδια σου, όπως επέμενε γεμάτος μπογιές να διηγείται στους συναδέλφους κτίστες.

Βγήκατε σε μια πιτσαρία για να γιορτάσετε το εξιτήριό σου από το νοσοκομείο, ύστερα από επίθεση της γυναίκας του, κι ο μάγειρας που είχες κρυφοκοιτάξει σου έστειλε μια πίτσα σε σχήμα καρδιάς. Οι άντρες γνωρίστηκαν κυνηγημένοι από την αστυνομία που διέλυσε μια διαδήλωση, οι τρεις σας γίνατε αχώριστοι φίλοι και οι δυο σας εραστές. Έβγαινες μέσα στη βροχή ως το απέναντι ταβερνείο για να τηλεφωνήσεις στον Ορέστη, ενώ ο Νέλο σε περίμενε στο κρεβάτι για τον δεύτερο γύρο. Ύστερα στραμμένη στο παράθυρο συντόνιζες τα δάκρυά σου με τις σταγόνες στο τζάμι, μονολογώντας σιωπηρά το κατηγορητήριο: επαγγελματίας ψεύτρα, ειδική στην προδοσία.

Οι δυο φίλοι είχαν διαφωνήσει ως προς την ταύτιση πολιτικής και έρωτα. Ο Ορέστης φώναζε πως πάντα θα διαδηλώνει κατά της υποδούλωσης των ανθρώπων αλλά ο Νέλο υποστήριζε ότι η ίδια άρνηση πρέπει να αφορά και τις σχέσεις ειδικότερα – να μην είναι οι γυναίκες κτήμα των αντρών τους. Ο Ορέστης ήταν ανένδοτος: η γυναίκα αποτελεί το μόνο κεφάλαιο του εργάτη. Κι εσύ, διχασμένη του έρωτα, χαιρόσουν και τους δυο αν κρίνω από έναν έξαλλο χορό με τον Νέλο και τον αρραβώνα με τον Ορέστη σε μια παραθαλάσσια ταβέρνα, περνώντας ως δαχτυλίδια δυο τηγανητά καλαμαράκια· τα άγρια φιλήματα με τον πρώτο στη μέση του δρόμου και την ηδονή των συγκρουόμενων αυτοκινήτων στο λούνα παρκ με τον δεύτερο.

Και τότε άρχισες να σκέφτεσαι καθαρά: τους αγαπάς σαν τρελή, σε αγαπούν σαν τρελοί – υπάρχει κάτι ωραιότερο; Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να πάνε καλύτερα! Τα έλεγες όμως απελπισμένη, σα να ήθελες να πείσεις και τον εαυτό σου, προτού εξίσου απελπισμένη ξανακυλήσεις στο κρεβάτι με τον Νέλο, ενώ η κάμερα γλιστρούσε ακόμα πιο κάτω, στα γυμνά σου πόδια που τρίβονταν στα βυσσινί του παπούτσια κι ύστερα να οργάζεσαι για να ξεχάσεις, να ξεχάσεις. Μα όταν τελειώνατε, ξαναθυμόσουν και τότε η εξαίσια ομορφιά σου με το λευκό νυχτικό και τα γυμνά σου πόδια έμενε απελπισμένη στο κρεβάτι. Τα έβλεπα τα γυμνά σου πόδια πόσο ήθελαν να χαρούν μαζί μ’ όλο το σώμα που βαστούσαν μα το μυαλό σου μ’ όλο το μείγμα παραδόσεων και ενοχών το κρατούσε δέσμιο. Εκείνος πήγε να μιλήσει, κι εσύ του είπες να μην το κάνει γιατί η μεγάλη λύπη απαιτεί σιωπή. Πάνω στη συσκευή της τηλεόρασης ακόμα κι ένας πάνινος Πινόκιο χαμήλωνε το κεφάλι λυπημένος.

Πού και να γνώριζες ότι λίγα λεπτά νωρίτερα ο Ορέστης σας είχε δει από τις γρίλιες και ήδη ετοίμαζε την τιμωρία σου. Σε κάλεσε στην γνωστή πιτσαρία για να σε ντροπιάσει μπροστά σε όλους τους θαμώνες και τους έτερους πιτσαδόρους. Μα εσύ στάθηκες με αξιοπρέπεια και φώναξες πως δεν το μετάνιωσες,  πως δεν υπάρχει τίποτα για να ντρέπεσαι και πως δεν θα υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Κεθύμανε και αποχώρησε αλλά, ανίκανος να συγκρατηθεί, επέστρεψε για να σε χτυπήσει. Έξω στους βροχερούς δρόμους ένοιωθες όλα τα βλέμματα πάνω σου – ακόμα και μια έγχρωμη αφίσα – γελοιογραφία με την Μεσσαλίνα μάλλον είχε κρεμαστεί για σένα.

Στον κρεβάτι του ψυχαναλυτή: αναρωτιόσουν: πώς μπορεί ένα νευρικό σύστημα σαν το δικό σου να αγαπά κάποιον που σε έδειρε; Πρόκειται για κάποιο τραύμα ή διαταραχή ή απλώς είσαι μια πόρνη; Ο γιατρός σε καθησύχασε: πρώτα σου είπε να αποφύγεις όλους αυτούς τους επιστημονικούς όρους κι ύστερα ότι, αγαπώντας δυο άντρες, πάλι είσαι κάτω από τον σύγχρονο μέσο όρο. Πήγες τους δυο σου άντρες κάπου ψηλά στις άκρες της πόλης για να τους ανακοινώσεις την επιλογή σου: να μην επιλέξεις! Δεν υπήρχε κανένας λόγος· ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον, σαν δυο πλευρές του πιο ακριβού νομίσματος. Δεν έμενε παρά η επισφράγιση της συμφωνίας σε ένα ξενοδοχείο, επαρκώς αποτυπωμένη στην αφίσα του φιλμ: καθιστή στο κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο άντρες, όλοι σας με μισοφόρια, εκείνοι αμήχανοι, απορημένοι πού τους οδηγούσε η γυναίκα που αγάπησαν, κι εσύ, τόσο ερωτική, κλείνοντας τα μάτια για να διώξεις μακριά όσα ως τότε γνώριζες για τον αποκλειστικό έρωτα.

Εδώ θα έπρεπε να τελειώσει η κωμωδία μας και το δράμα σας (ή το δράμα μας και η κωμωδία σας) και να μείνουμε χωρίς συνέχεια, ώστε να επινοήσει ο καθένας μας το δικό του τέλος, αισιόδοξο ή μη, συντηρητικό ή πρωτοποριακό· αλλά εσύ το παρατράβηξες, βασίλισσα, άλλωστε της commedia allitaliana: οι άντρες συνέχισαν να φιλονικούν σαν τα κοκόρια, μετά από καιρό παντρεύτηκες τον αποτυχημένο αυτόχειρα Νέλο, συναντήσατε τυχαία τον Ορέστη που πήγε να τον σκοτώσει αλλά τελικά μαχαίρωσε εσένα. Στο τελευταίο πλάνο, μετά από φυλακή και άσυλο, συνέχισε να σου μιλάει στον δρόμο και να θυμάται τις ρομαντικές σας βόλτες στις βρώμικες παραλίες. Πιθανώς το είδος της ιταλικής ερωτικής-πολιτικής κωμωδίας μας ψιθύριζε πως η ερωτική επανάσταση δεν μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με την πολιτική. Ας γίνει πρώτα η μία από τις δυο και μετά βλέπουμε. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Dramma della gelosia (tutti i particolari in cronaca) (αγγλ. Jealousy drama (with all the details) και The Pizza Triangle). Η γυναίκα: Monica Vitti

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.