22
Ιαν.
17

W. Somerset Maugham – Χονολουλού και άλλα διηγήματα

maugham-xonoloyloy_

Σύγκρουση κόσμων στην άκρη του κόσμου

Πώς να χορτάσει ένας διαρκώς πεινασμένος αναγνώστης την επιθυμία του για ιστορίες που διαβάζονται ως ιστορίες και αφηγήσεις που χτίζονται με αξιομνημόνευτους χαρακτήρες και γεγονότα; Κρίνω και αναρωτιέμαι εξ ιδίων, εφόσον ο κορεσμός μου από τα συνεχή μορφικά και πειραματικά γραφήματα, τις μισοειπωμένες ιστορίες και τις πλοκές που μπορούν να πυκνωθούν σε πέντε γραμμές είναι μεγάλος. Είναι ακριβώς η ίδια αίσθηση με αναρίθμητες σύγχρονες κινηματογραφικές ταινίες: δεν αρκούν οι εικόνες, δεν αρκεί το στιλ, δεν αρκεί ο σκηνοθετικός πειραματισμός. Χρειάζομαι επειγόντως διηγήσεις που κλέβουν την παράσταση ως τέτοιες, ιστορίες με αρχή και αρχές, μέση και μέσες, τέλος και τέλη.

maugham-4

Εγγυημένη επιλογή ένας παλιός στυλίτης της αφηγηματικής λογοτεχνίας, ένας μυθιστοριογράφος που διακρίθηκε και ως θεατρικός συγγραφέας και ως διηγηματογράφος. Κι έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κανείς τι κυριαρχεί περισσότερο σε εννιά ιστορίες με χαρακτήρες που ζουν ή καμώνονται πως ζουν στις άκρες της βρετανικής αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας, στην Μαλαισία, το Βόρνεο και την Χαβάη: : η βρετανική, φλεγματική, πνευματώδης γραφή, που εμφανίζεται επαρκώς σωβινιστική και τονίζει διακριτικά την ανωτερότητα του πολιτισμού της ή η αποστασιοποιημένη, μεταποικιοκρατική ματιά που μοιράζει τους σαρκασμούς της και στις δυο πλευρές; Η μάχη είναι αντίρροπη και η διπλή κυριαρχία του συγγραφέα αναμφισβήτητη. Η επιλογή είναι δύσκολη αλλά θα σταθώ στις τρεις ιστορίες που διάβασα και δεύτερη φορά.

maugham-2

Ο απομακρυσμένος σταθμός: Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον υποδέχεται τον κύριο Κούπερ, τον νέο του βοηθό. Παρόλο που είναι ο μοναδικός λευκός της περιοχής η άφιξη ενός δεύτερου αξιωματούχου του προκαλεί ανησυχία. Η χαώδης τους διαφορά φαίνεται από την αρχή: μπροστά στην επίσημη περιβολή του αρμοστή ο προσκεκλημένος Κούπερ καταφτάνει με τα ταξιδιωτικά του ρούχα. Ο αρμοστής του δηλώνει πάντως πως επί τρία χρόνια δειπνεί ολομόναχος με αυτή την αμφίεση. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να διατηρήσετε την υψηλοφροσύνη σας. Όταν ένας λευκός υποκύπτει στις συνθήκες που τον περιβάλλουν γρήγορα χάνει τον αυτοσεβασμό του και σύντομα οι ιθαγενείς θα πάψουν να τον υπολήπτονται. Έτσι έμμεσα προστάζει «το ενδεδειγμένο ένδυμα της πολιτισμένης κοινωνίας».

Ο αρμοστής κύριος Ουώρμπερτον είναι ένας περίτεχνος χαρακτήρας: τόσο σνομπ όσο και τζέντλεμαν, έχει την δική του σκοτεινή ιστορία για το πώς άφησε πίσω του όλα όσα έδιναν αξία στην ζωή του κι έφτασε ως εδώ. Η μόνη επαφή με τον κόσμο που άφησε πίσω του είναι μόνο η αλληλογραφία με διάφορες κυρίες. Η τωρινή του θέση σαφώς κολακεύει την ματαιοδοξία του: είναι ένας ηγέτης του οποίου ο λόγος αποτελεί νόμο. Κατά την απονομή της δικαιοσύνης ανάμεσα σε αντίπαλους φυλάρχους βαθμηδόν αισθάνεται βαθιά αγάπη για τους Μαλαισιανούς και ενδιαφέρεται για τα ήθη, τις συνήθειες, την άποψή τους. Είναι ακριβοδίκαιος και τηρεί τα όρια, χωρίς να πάψει να είναι ανένδοτος σε θέματα πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση «το αναλλοίωτο Βόρνεο ήταν πλέον η πατρίδα του».

malay_kampung_house_

Ο Κούπερ από την άλλη έχει πολεμήσει στην Αφρική και ισχυρίζεται ότι «γνωρίζει καλά τους νέγρους» (όπως «αστοιχείωτα», σύμφωνα με τον Ο., χαρακτηρίζει τους Μαλαισιανούς). Είναι απόλυτος ως προς την ανωτερότητα της φυλής του και έτοιμος να ασκήσει εξουσία με κάθε τρόπο. Ο καθένας τους προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να διατηρήσει την ελάχιστη ψυχική επαφή με εκείνο που ήταν κάποτε. Σε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον περιστατικό, ο Ο. διατηρεί την τελετουργία της ανάγνωσης όλων των εφημερίδων, ξεκινώντας όχι από τις τελευταίες αλλά από τις παλαιότερες, διαβάζοντας μια την ημέρα, για να διατηρεί την ψευδαίσθηση ότι ζει στην πατρίδα. Ακόμα και στην διάρκεια του πολέμου προτιμά να ζει ώρες αβάσταχτης αγωνίας παρά να σπεύσει να διαβάσει τις ειδήσεις των επόμενων ημερών. Και φυσικά θα εξοργιστεί μέχρι μανίας όταν μια μέρα διαπιστώσει ότι ο Κούπερ έχει πρώτος σκίσει το περιτύλιγμα και τις έχει ξεφυλλίσει, δηλαδή μαγαρίσει.

maugham-5_

Οι δυο άντρες ανταγωνίζονται τόσο στην ισχύ όσο και την ειρωνεία. Είναι οι μόνοι λευκοί σε ακτίνα τριακοσίων χιλιομέτρων και ζουν σε απόσταση αναπνοής ο ένας από τον άλλον. αλλά δειπνούν και μεθούν ολομόναχοι, ο καθένας στο ενδιαίτημά του. Η βαθειά αμοιβαία αντιπάθεια τούς οδηγεί σε σύγκρουση όταν ο βοηθός φέρεται βίαια στους υπηρέτες του αλλά αρνείται να ανακληθεί στην τάξη. Ο O. ακυρώνει τις διαταγές του Κούπερ για να τον γελοιοποιήσει αλλά υφίσταται κι ο ίδιος κάτι ανάλογο, καθώς ο υφιστάμενός του τον πετυχαίνει στο αδύνατο σημείο του, γνωστοποιώντας του εκείνους που ξεκαρδίζονται στην λέσχη όταν τους διηγείται τις ψεύτικες ιστορίες του.

Ο κόσμος του οποίου αποτελούσε μέρος είχε παρέλθει και το μέλλον ανήκε σε μια κατώτερη γενιά. Την εκπροσωπούσε ο Κούπερ, τον οποίο μισούσε από τα βάθη της καρδιάς του. [σ. 142]. Οι μήνες περνούσαν και κανένας δεν έδειχνε σημάδια υποχώρησης. Ήταν σαν δυο άνθρωποι παγιδευμένοι σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η νύχτα, και οι βασανισμένες ψυχές τους είχαν χάσει κάθε ελπίδα ότι θα ξημερώσει γι’ αυτές. Όλα έδειχναν ότι η ζωή τους θα συνεχιζόταν επ’ άπειρον σε τούτη τη μουντή και αποτρόπαια μονοτονία του μίσους [σ. 147] Για άλλη μια φορά δυο κόσμοι ετοιμάζονται να συγκρουστούν αλλά η κλιμάκωση που επιλέγει ο συγγραφέας είναι αναπάντεχη.

maugham-1

Στον αντίποδα του εκτενούς αυτού διηγήματος βρίσκεται Ο ολιγοσέλιδος παντογνώστης. Αυτή τη φορά ο αντιπαθής για τον αφηγητή χαρακτήρας μοιράζεται μαζί του μια καμπίνα επί δεκατέσσερις ημέρες. Εμείς οι Εγγλέζοι πρέπει να κάνουμε κόμμα, όταν ταξιδεύουμε στο εξωτερικό, τονίζει ο ενθουσιώδης συγκάτοικος. Η πολυλογία του δεν είχε τίποτα το εγγέλζικο, και συνόδευε τα λόγια του με υπερβολικές χειρονομίες. Θα έπαιρνα όρκο ότι ένας προσεκτικότερος έλεγχος εκείνου του βρετανικού διαβατηρίου θα αποκάλυπτε πως ο κύριος Κελάντα ήταν γεννημένος κάτω από έναν ουρανό πολύ πιο γαλανό απ’ ότι βλέπουμε, εν γένει, στην Αγγλία [σ. 155], μονολογεί ο αφηγητής. Άλλωστε, λίγο αργότερα, δέχεται ένα χαμόγελο «μ’ όλη τη λάμψη της ανατολής».

Ο δύσθυμος αφηγητής μοιράζεται μαζί του τα τρία ημερήσια γεύματα και υφίσταται την συνοδεία του σε κάθε περίπατό του στο κατάστρωμα. Ο απεχθής κύριος Κελάντα είναι πανταχού παρών στο πλοίο, διοργανώνοντας παιχνίδια και λοταρίες, ετοιμάζοντας γιορτές, γνωρίζοντας τους πάντες. Το χειρότερο όλων, εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της γνώσης κι εμείς ήδη ψυχανεμιζόμαστε ότι σε αυτό το λαμπρό πεδίο δόξας θα τελεστεί η εκδίκηση του αφηγητή. Κι όμως, πάλι μας παραπλανά ο συγγραφέας! Σ’ ένα ευφυέστατο συμβάν μιας ευρύτερης συντροφιάς ο κύριος Κελάντα θυσιάζει την παντογνωστική του αύρα και κερδίζει έστω και στην τελευταία σελίδα την χαμένη συμπάθεια.

maugham-3_

Ο σάκος των βιβλίων ανήκει σε κάποιον αφηγητή που μας εξομολογείται πως δεν ανήκει στην «ελεεινή κατηγορία» εκείνων που διαβάζουν από συνήθεια και πως αναζητά το βιβλίο του όπως ο οπιομανής την πίπα του. Ελλείψει άλλου αναγνώσματος, ο κατάλογος των στρατιωτικών πρατηρίων ή τα δρομολόγια των σιδηροδρόμων του φτάνουν και του περισσεύουν. Ομολογεί μάλιστα ότι κυριεύεται από ταραχή όταν στερείται επί μακρόν το διάβασμα και αναστενάζει με ανακούφιση στην θέα μιας τυπωμένης σελίδας. Παραδέχεται, τέλος, ότι αυτός ο τρόπος ανάγνωσης δεν είναι λιγότερο αξιόμεμπτος από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, συνεπώς πρέπει να είμαστε εξίσου ταπεινοί με τους δυστυχισμένους σκλάβους της σύριγγας ή του ποτού.

Επόμενο είναι στα ταξίδια του να παίρνει έναν όσο το δυνατό μεγαλύτερο σάκο απλύτων, φίσκα από κάθε λογής βιβλία για όλες τις διαθέσεις. Όταν κάποτε βρέθηκε στο Πενάγκ δέχτηκε την φιλοξενία ενός κυρίου Φέδερστοουν ο οποίος τον ρωτάει αν τυχαίνει να έχει μαζί του κάποιο βιβλίο να διαβάσει και φυσικά εκπλήσσεται όταν του προτείνεται να διαλέξει από έναν ολόκληρο σάκο. Τελικά επιλέγει μια βιογραφία του λόρδου Βύρωνα. Με την περιέργεια για τους ανθρώπους να αποτελεί κομμάτι του συγγραφικού του επαγγέλματος, ο αφηγητής αναρωτιέται με ποιο τρόπο το γαλήνιο περιβάλλον, το φορτισμένο παρ’ όλα αυτά, με νοήματα υποφώσκοντα και σκοτεινά, επηρέαζε τον Φέδερστοουν στην καθημερινότητά του.

maugham-6

Όταν κάποτε η συζήτηση φτάνει στην σχέση του Βύρωνα με την αδελφή του Αυγούστα και γενικά  τα όρια της αγάπης και της στοργής, ο οικοδεσπότης διηγείται την ιστορία του Τιμ Χάρντυ και της αδελφής του, μια ιστορία ακραίας αδελφικής αγάπης και αυτοχειρίας. Σκέφτομαι πως ο συγγραφέας (ο Μωμ; ο ήρωάς του;) συναντά μια ιστορία που δεν περιλαμβάνεται στον σάκο του και πως εκφέρεται από την πλέον αδιάφορη συντροφιά.

Σε όλες αυτές τις ιστορίες η πληθωρική, σχεδόν κατακλυσμική φύση μοιάζει να παίρνει τον ρόλο που της επιφυλάσσει η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας. Αν οι χαρακτήρες αισθάνονται τυχεροί και προικισμένοι που ζουν δίπλα της, τότε είναι μαγευτική. Όταν όμως η ζωή τους παίρνει απειλητική ή δραματική τροπή, τότε μοιάζει αφιλόξενη, σχεδόν εχθρική, ενώ συχνά αποτελεί την ύστατη παγίδα.

corner_coffeeshop-perak_

Η ίδια αυτή φύση μοιάζει το τρομερό αλλά και ειρωνικό περιβάλλον μιας άλλης μεγάλης αντίθεσης. Μέσα της συγκρούονται δυο δικαιικά συστήματα: δεν είναι τόσο το δίκαιο του ισχυρού κυρίαρχου με εκείνο του αδύναμου υπόδουλου. Εδώ αλληλοσπαράσσονται οι νόμοι και τα έθιμα, οι κανόνες και οι άγραφες επιταγές, η ξένη με την ενδημική ηθική. Κι είναι ένα ακόμα ειρωνικό παίγνιο του συγγραφέα, συχνά να βάζει τους ντόπιους να επικαλούνται ακριβώς το σύστημα που δεν θα περιμέναμε, όπως ακριβώς και το αντίθετο.

Από μια άλλη άποψη, αυτά τα διηγήματα εκφράζουν πειστικότερα από οποιοδήποτε εγχειρίδιο Ιστορίας τα υποκείμενα της αποικιοκρατίας, τον ψυχισμό τους, το διαφαινόμενο τέλος τους. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο της συμμετοχής τους – εξουσία, δύναμη, τυχοδιωκτισμός, περιπέτεια, φυγή – ο δρόμος τους θα κατέληγε στην ζούγκλα, την ίδια άγνωστη, αλλόκοσμη επικράτεια που ήθελαν να αλλάξουν. Σε κάθε περίπτωση, ο εξαιρετικός Άγγλος συγγραφέας πλάθει περίτεχνα το υλικό του.

Εκδ. Άγρα, 2015, μτφ. Παλμύρα Ισμυρίδου, σελ. 327 [τα διηγήματα εκδόθηκαν από το 1920 έως το 1947].

07
Ιαν.
17

Marina Abramovic – Περνώντας από τοίχους

abramovic

Αυτό που ζει καθένας από εμάς, το να είναι ο μικρός, δικός του εαυτός μέσα στην ιδιωτικότητά του, δεν υπάρχει στην περφόρμανς. Είσοδος στο χώρο της σημαίνει πως ενεργείς ορμώμενος από έναν υψηλότερο εαυτό, δεν είσαι πλέον εσύ. […] Έζησα την απόλυτη ελευθερία, ένιωσα το κορμί μου απεριόριστο, χωρίς φραγμούς. Δεν είχε σημασία ο πόνος, τίποτα δεν είχε σημασία…Είχα μεθύσει από την τεράστια ποσότητα ενέργειας που δέχτηκα. Εκείνη τη στιγμή ήξερα πως βρήκα το δικό μου μέσο. Κανένας πίνακας, κανένα αντικείμενο που θα δημιουργούσε δε θα μπορούσαν να μου χαρίσουν αυτό το συναίσθημα [σ. 58, 59]…

… γράφει για την περφόρμανς Rhythm 10 η σπάνια καλλιτέχνις και περφόρμερ στην συναρπαστική της αυτοβιογραφία, σε μια διήγηση που πραγματικά δεν ήθελα να τελειώσει. Ακόμα και στα πρώτα κεφάλαια, που αναφέρονται όπως είναι αναμενόμενο στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά της χρόνια, η αφήγηση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα καθώς αυτά ακριβώς έφτιαξαν την προσωπικότητά της και το έργο της.

abramovic-2

Η μικρή Μαρίνα δυστροπεί μπροστά στην θλιβερή αισθητική του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού «που βασίζεται αμιγώς στην ασχήμια», υποφέρει με τους ατέλειωτους καυγάδες των γονέων της, που αποτελούν σημαίνοντα πρόσωπα του Κόμματος υπό την ηγεσία του Τίτο αλλά κοιμούνται παρ’ όλα αυτά με ένα πιστόλι στο κομοδίνο ο καθένας τους, βρίσκει όποτε μπορεί καταφύγιο στην γιαγιά της, που έχασε όλη της την περιουσία όταν η κόρη της τα κατέθεσε στο Κόμμα, φοβάται παθολογικά το αίμα μια ψυχοσωματική αντίδραση στην σωματική κακοποίηση που υφίστατο από την μητέρα της (το χαστούκι έπεφτε σύννεφο με κάθε αφορμή και μη αφορμή).

Κι όμως, άλλες δυο τιμωρίες της μητέρας της άνοιξαν, εκτός από τα συναρπαστικά της όνειρα, νέους κόσμους στην ανήσυχη Μαρίνα. Πρώτα η εξοικείωση με το σκοτάδι και τα πνεύματά του και τα πάσης φύσεως αόρατα όντα όταν έπρεπε τιμωρημένη να μπει στο πλακάρ, την βαθειά ντουλάπα ρούχων. Ύστερα η υποχρέωσή της διαβάσει όλο τον Προυστ, τον Καμύ και τον Ζιντ: η πραγματικότητα των βιβλίων ήταν ισχυρότερη από την πραγματικότητα γύρω της.

abramovic-relation-in-space

Η σκληρή κομμουνίστρια μητέρα της, με παθολογική εμμονή στην τάξη και την πειθαρχία την χρησιμοποιούσε συχνά ως … ασπίδα για τα χτυπήματα του συζύγου της. Η έφηβη πλέον Μαρίνα αισθάνεται ως τέρας με τα απαίσια σοσιαλιστικά διορθωτικά θορυβώδη παπούτσια και σύντομα με γυαλιά και αισθάνεται μεγάλη ντροπή όταν βρεθεί μπροστά σε οποιονδήποτε. Τι άλλαξε; Η ίδια η τέχνη: το πρώτο της δώρο, ένα σετ  με λαδομπογιές. Όταν ένας καλλιτέχνης απανθρακώνει μπροστά της το ίδιο του το έργο εκείνη συνειδητοποιεί ότι η διαδικασία είναι ανώτερη από το αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αργότερα η περφόρμανς θα σημαίνει περισσότερα απ’ ότι το αντικείμενο. Το αντικείμενο δεν έχει διάρκεια ούτε σταθερότητα. Οι πίνακές μου δεν είναι παρά οι στάχτες της τέχνης μου, έλεγε ο Υβ Κλάιν.

Τότε ήταν που αναρωτήθηκε γιατί να περιοριστεί στις δυο διαστάσεις της ζωγραφικής όταν μπορεί να δημιουργήσει τέχνη με οτιδήποτε, με φωτιά, νερό, με το ανθρώπινο σώμα, με σκόνη, με σκουπίδια, με τα πάντα. Συνειδητοποίησε ότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει απόλυτη ελευθερία και το συναίσθημα ήταν απόλυτα απελευθερωτικό. Στην Σχολή Καλών Τεχνών άρχισε να βγάζει σε κοινή θέα εκείνα για τα οποία ντρεπόταν.

abramovic-freeing-the-voice

Το διεθνές 1968 έκανε τους νεαρούς γιουγκοσλάβους να δουν πως όλα είχαν γίνει για το θεαθήναι: ο τιτοϊκός κομμουνισμός δεν είχε ούτε ελευθερία ούτε δημοκρατία και η συμμετοχική τέχνη αποτελεί προς το παρόν τον μοναδικό τρόπο ελευθερίας. Η Αμπράμοβιτς μαζί με πέντε φίλους φτιάχνει την Ομάδα 70 που επιθυμεί να φέρει την ίδια την ζωή στην τέχνη. Ενημερώνονται για τους κονσεπτουαλιστές στην Αμερική που έβαζαν σημαντικές λέξεις στα αντικείμενα, το ιταλικό κίνημα Arte Povera που μετέτρεπε καθημερινά αντικείμενα σε τέχνη, το αντιεμπορικό Γερμανικό Fluxus, τον Γόζεφ Μπόις, τον Ναμ Τζουν Πάικ. Εκείνη αρχίζει να κατασκευάζει καρτ ποστάλ όπου αφαιρεί τα μνημεία του Βελιγραδίου – μια άλλη έκφραση έντονης επιθυμίας για ελευθερία.

Όπως είναι αναμενόμενο, η συγγραφέας αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου της στην χρονολογικά γραμμική αφήγηση των περφόρμανς της. Σταχυολογώ εδώ ένα μόνο μέρος από τις διηγήσεις της. Στο Rhythm 10 (1973) μετατρέπει σε περφόρμανς ένα παράφρον ρωσικό και γιουγκοσλαβικό «παιχνίδι»: χτυπάει γρήγορα με ένα μαχαίρι το κενό ανάμεσα στα ανοιγμένα δάχτυλα του χεριού της. Σε κάθε αστοχία υποχρεώνεσαι να πιεις και φυσικά όσο περισσότερο μεθάς τόσο πιθανότερο είναι να μαχαιρωθείς. Η καλλιτέχνις για πρώτη φορά αισθάνεται τον ηλεκτρισμό τους σιωπηλού κοινού και το αίσθημα κινδύνου που την ενώνει με τους θεατές. Ήμασταν ένας ενιαίος οργανισμός. Φυσικά στο τέλος είναι καταματωμένη.

abramovic-freeing-the-body

Ακολουθεί το Rhythm 5 (1974), όπου βάζει το σώμα της μέσα σε φλεγόμενο ξύλινο πεντάκτινο αστέρι (σύμβολο της καταπίεσης του κομμουνισμού, πεντάλφα αρχαίων θρησκειών κλπ.)· μπροστά στο καθηλωμένο κοινό χάνει τις αισθήσεις της. Στο Rhythm 2 (1974) παίρνει ταυτόχρονα δυο χάπια, ένα που αναγκάζει τους κατατονικούς να κινηθούν κι ένα που ηρεμεί τους σχιζοφρενείς. Πρώτα τραντάζεται ολόκληρη, ύστερα πέφτει σε παθητική έκσταση, χωρίς καμία επαφή με την πραγματικότητα. Στο Rhythm 4 (1974) αναζητά και πάλι τις δυο καταστάσεις, της συνειδητότητας και της μη συνειδητότητας, ως νέους τρόπους χρήσης του σώματός της ως υλικού. Γονατισμένη πάνω από έναν βιομηχανικό ανεμιστήρα προσπαθεί να βάλει στους πνεύμονές της όσο περισσότερο αέρα μπορεί, μέχρι αναισθησίας.

abramovic-rhythm-0

Οι γιουγκοσλαβικές εφημερίδες την σχολιάζουν ως επιδειξιομανή μαζοχίστρια που πρέπει να μπει σε ψυχιατρείο. Αυτές οι αντιδράσεις της εμπνέουν το πιο τολμηρό της έργο μέχρι σήμερα. Τι θα γινόταν αν, αντί να κάνει κάτι η ίδια στον εαυτό της, αφήσει το κοινό να αποφασίσει τι θα της κάνει; Στο Rhythm 0 (1975) στη Νάπολη στέκει ανέκφραστη μπροστά από ένα τραπέζι με εβδομήντα δυο αντικείμενα (από τσεκούρι, σφυρί, πριόνι, μαχαίρι, βελόνες, μέχρι στιλό, μέλι, καθρέφτη) που το κοινό μπορεί να χρησιμοποιήσει πάνω της όπως θέλει για τις επόμενες έξι ώρες. Η Αμπράμοβιτς θυμάται πως σε όλη την περφόρμανς οι γυναίκες ήταν που έλεγαν στους άντρες τους τι να της κάνουν και τελικά δεν την βίασαν επειδή εκείνες ήταν μπροστά. Στο χώρο υπήρξε μια διάχυτη σεξουαλικότητα· άλλωστε  η συμπεριφορά απέναντι σε μια γυναίκα στη Νότια Ιταλία είναι άλλοτε σαν σε Παναγίας και άλλοτε σαν σε πόρνης. Στο τέλος καταλήγει μισόγυμνη και αιμορραγούσα, αλλά όταν αρχίσει εκείνη πλέον να πλησιάζει το κοινό όλοι τρέχουν να φύγουν.

abramovic-thomas-lips

Τι έμεινε από εκείνη την παράσταση πέρα από την ύστερη συνειδητοποίηση ότι το κοινό μπορεί να σε σκοτώσει; Η ουσία μιας περφόρμανς είναι πως κοινό και ερμηνευτής δημιουργούν το έργο μαζί. Η καλλιτέχνις ήθελε να δοκιμάσει τα όρια του κοινού, να δει πόσο μακριά θα έφταναν. Οι άνθρωποι φοβόμαστε την οδύνη, την θνητότητα· η αναπαράσταση αυτών των φόβων απελευθέρωσε τους δικούς της φόβους. Η συνέχεια δεν μπορεί να μην είναι ανάλογη. Στην περφόρμανς Thomas Lips (1975) αυτομαστιγώνεται άγρια μέχρι· στην αρχή σπαράζει αλλά μετά ο πόνος εξαφανίζεται. Ο πόνος ήταν τοίχος κι εκείνη πέρασε μέσα του βγαίνοντας στην άλλη πλευρά.

Στο Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful (1975) κάθεται γυμνή ενώπιον του κοινού κρατώντας μεταλλική βούρτσα και χτένα, βουρτσίζοντας τα μαλλιά της όσο πιο λυσσασμένη μπορεί, μέχρι να πονάει αφόρητα, ενώ επαναλαμβάνει τις φράσεις του τίτλου, που σαρκάζουν την γιουγκοσλαβική αισθητική αντίληψη πως η τέχνη πρέπει να είναι όμορφη και οι πίνακες πρέπει να ταιριάζουν με τα χαλιά και τα έπιπλα. Αν πάλι η τέχνη είναι απλώς πολιτική καταντάει εφημερίδα. Η τέχνη πρέπει να ενοχλεί, να θέτει ερωτήματα, να προβλέπει το μέλλον.

abramovic-art-must-be-beautiful-artist-must-be-beautiful

Στο Freeing the Voice (1975) ουρλιάζει επί τρεις ώρες μέχρι να χάσει την φωνή της. Η γνωριμία της με τον καλλιτέχνη Φρανκ Ούβε (Ουλάι) Λάιζιπεν δεν την οδηγεί μόνο σε έναν θυελλώδη έρωτα αλλά και στον βασικό της παρτενέρ στις επόμενες παραστάσεις. Στο Relation in Space (1976) τρέχουν γυμνοί πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλον, ενώ από τα μικρόφωνα ακούγεται ο ήχος της σάρκας πάνω στην σάρκα, ένας ήχος μουσικός, ρυθμικός. Το ζευγάρι ζει κυριολεκτικά στον δρόμο, σε ένα παλιό αστυνομικό Σιτροέν και ταξιδεύει, κάτι που για την Αμπράμοβιτς ήταν πάντοτε αφροδισιακό. Στο Breathing In, Breathing Out (1977) αναπνέουν ο ένας μέσα στον άλλον μέχρι λιποθυμίας. Στο Imponderabilia (1977) στέκονται γυμνοί στις άκρες μιας στενής πόρτας αναγκάζοντας τους θεατές να περάσουν ανάμεσά τους στραμμένοι σε έναν από τους δυο. Στο Light / Dark (1978) ο ένας χαστουκίζει τον άλλον επί είκοσι λεπτά, χρησιμοποιώντας τα σώματα ως μουσικά όργανα.

abramovic-breathing-in-breathing-out

Η τέχνη της περφόρμανς έχει τις ιδιαιτερότητές της. Είναι πολύ πιο αυθόρμητη από το θέατρο, εφόσον δεν γίνονται πρόβες. Το κοινό συνήθως δεν χειροκροτάει ενώ συχνά ανάμεσά του βρίσκονται «διάφοροι περίεργοι και διαταραγμένοι τύποι». Όταν κάποτε σταματήσει η περιπλάνηση το ζευγάρι νοικιάζει μια παγωμένη αποθήκη στο λιμάνι του Άμστερνταμ, που σύντομα λειτουργεί ως κοινόβιο εκκεντρικών καλλιτεχνών. Στο Rest Energy (1980) προκαλεί τον κίνδυνο για άλλη μια φορά, έχοντας ένα βέλος στραμμένο στην καρδιά της, ενώ ο κόσμος ακούει μεγεθυμένο τον ήχο της. Η ίδια συνειδητοποιεί πως επανέρχεται συνεχώς στο ίδιο μοτίβο: μια ζωή προσπαθεί να αποδείξει σε όλους που μπορεί να τα καταφέρει μόνη της, πως μπορεί να επιβιώσει χωρίς να χρειάζεται κανέναν.

abramovic-imponderabilia

Τα ταξίδια κρατούν τον άνθρωπο νέο, επειδή δεν έχει χρόνο να γεράσει και το ζευγάρι δοκιμάζει να κάνει περφόρμανς στις άκρες του κόσμου. Εδώ οι σελίδες είναι βγαλμένες από την ιδανικότερη ταξιδογραφική παράδοση. Πρώτα ζουν με τους Αβορίγινες της Αυστραλίας, ύστερα με τους Θιβετιανούς μοναχούς. Οι δυο παρτενέρ αναζητούν τον συγκερασμό αρσενικού και θηλυκού ως το ύψιστο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Απέτυχαν γιατί για την Αμπράμοβιτς η προσωπική ζωή ήταν κι εκείνη μέρος της δημιουργίας της και της συνεργασίας τους και επέλεγε να θυσιάζει τα πάντα για την εκάστοτε ιδέα. Ο Ουλάι το έβλεπε διαφορετικά, έμενε όμως ένα μεγαλεπήβολο πρότζεκτ μέχρι να χωρίσουν οι δρόμοι τους: να διασχίσουν περπατώντας το Σινικό Τείχος ξεκινώντας ο καθένας από το απώτατο άκρο για να συναντηθούν στη μέση. Οι αφηγήσεις είναι συναρπαστικές για μια άγνωστη στους ξένους Κίνα, λίγο πριν το τέλος του Κομμουνισμού.

abramovic-carrying-the-skeleton

Παρά τις απογοητεύσεις η Αμπράμοβιτς δεν έπαψε να αναζητά το απόλυτο στην τέχνη της αλλά και στον ίδιο τον έρωτα. Την μια εκφράζει την κούρασή της από τα συνεχή ταξίδια, την άλλη διασώζει μαγευτικές εικόνες, όπως η επίσκεψη στο παλιό σπίτι του πατέρα της στο Μαυροβούνιο, όπου στα χαλάσματα πλέον «πλησιάζουν δυο άλογα και κάνουν έρωτα». Ο γιουγκοσλαβικός εμφύλιος την συντρίβει και εκφράζει την ντροπή της για τον ρόλο της Σερβίας. Αναπόφευκτα η μπαρόκ νοοτροπία των Βαλκανίων της εμπνέει το Balkan Baroque (1997), ενώ η ασίγαστη αναζήτησή της φτάνει μέχρι την Ιαπωνία και τις Ινδίες. Μέχρι και την τελευταία σελίδα δεν παύει να κατακλύζεται από ιδέες, περφόρμανς, σχέδια, μνήμες, εικόνες, φιλοσοφίες, εξομολογήσεις από τους έρωτές της. Όλα είναι ζωή, καταλήγει, και όλη αυτή την ζωή κατάφερε να την παραχώσει σε 358 σελίδες, σε μια από τις πιο συναρπαστικές αυτοβιογραφίες που διαβάσαμε τα τελευταία χρόνια.

Marina Abramovic, σε συνεργασία με τον James Kaplan. Εκδ. Ροπή, 2016, μτφ. Αφροδίτη Γεωργαλιού, σελ. 358 [Walk through Walls, 2016] Εκτός από το πλήθος ασπρόμαυρων φωτογραφιών που διανθίζουν τις σελίδες, στο τέλος περιλαμβάνεται δεκαεξασέλιδο παράρτημα και έγχρωμων φωτογραφιών.

abramovic-1_

Στις εικόνες: Μ.Α, Relation in space, Freeing the voice, Freeing the body, Rhythm 0, Thomas Lips, Art Must Be Beautiful, Artist Must Be Beautiful, Breathing In Breathing Out, Imponderabilia, Carrying the skeleton, M.A.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 211.

27
Δεκ.
16

Οράσιο Κιρόγα – Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου

quiroga_diigimata

Οικειοθελώς στην πράσινη κόλαση

Όλα τα διηγήματα του Κιρόγα, όποιο κι αν είναι το θέμα τους, είναι άψογα πραγματωμένα. Οφείλω όμως να τονίσω ότι αυτά που εκτυλίσσονται στη Μισιόνες είναι διαποτισμένα με μυστήριο, με τη σκληρή ασκητική ζωή, με την ελλοχεύουσα απειλή του δάσους. Εκεί δεν μπορεί κανείς να δημιουργεί τέχνη για την τέχνη – αυτά είναι εντρυφήματα καθαρά φιλολογικά. Γιατί το δάσος έκρυβε μέσα του μια φρίκη που γνώρισε από πρώτο χέρι ο συγγραφέας και η οποία δάμασε τον έντονο εγωκεντρισμό του…έγραφε ο περίφημος συγγραφέας Χουάν Κάρλος Ονέτι στο άρθρο του Γιος και πατέρας του δάσους στην El Pais το 1987.

Αν ο Πόε ανέδειξε το διήγημα σε ξεχωριστό και αυθύπαρκτο λογοτεχνικό είδος στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Κιρόγα επιτέλεσε το αντίστοιχο έργο στην ισπανόφωνη Αμερική, επηρεάζοντας όλη την μετέπειτα διηγηματογραφία αυτού του ιδιαίτερου Νότιου Κόσμου. Η πρόζα του είναι ένα κλειστό, εντελές σύμπαν με κομμάτια καθαρόαιμα και αριστοτεχνικά, όπως τα χαρακτηρίζει στο κατατοπιστικό της επίμετρο η μεταφράστρια.

horacio-quiroga-3_

Αλλά ακόμα κι αυτό το στοιχείο της πρωτιάς χλωμιάζει μπροστά στην αδιανόητη πορεία της τραγικής ζωής του συγγραφέα: ο πατέρας του αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος και βρήκε ακαριαίο θάνατο και ο πατριός του αυτοκτόνησε ύστερα από μια παραλυσία εξαιτίας εγκεφαλικού και τον βρήκε ο ίδιος με διαλυμένο πρόσωπο. Οι τραγωδίες συνεχίστηκαν αμείωτες: σκότωσε κατά λάθος τον αδελφικό του φίλο, έχασε δυο αδέλφια του από τυφοειδή πυρετό, η πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε, ενώ η δεύτερη του στέρησε την κόρη του και τον άφησε ολομόναχο και άρρωστο στο απομονωμένο σπίτι που εκείνος είχε επιλέξει. Ο ίδιος αυτοκτόνησε με κυάνιο στα πενήντα οκτώ του χρόνια, όταν έμαθε ότι πάσχει από μη ιάσιμο καρκίνο. Ευνόητα ο θάνατος κυριαρχεί και στα διηγήματά του, με πολλές και διαφορετικές μορφές, από το έγκλημα μέχρι την ασθένεια· άλλες αλλόκοτες και αποκλίνουσες συμπεριφορές, πνευματικές διαταραχές, καταστροφικοί έρωτες συμπληρώνουν τον κύκλο της ζοφερής θεματολογίας του.

horacio-quiroga-isidoro-reta

Η συλλογή των οκτώ διηγημάτων αποτελεί μια επιλογή από τα συντομότερα και αντιπροσωπευτικότερα ως προς την μορφή και το περιεχόμενο Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου. Τόπος των μύθων, ο δικός του τόπος: η μεθοριακή, δασοσκεπής αργεντινή επαρχία Μισιόνες αφιλόξενη περιοχή του Σαν Ιγνάσιο, όπου ο ίδιος ο συγγραφέας επέλεξε να ζει. Αυτή η φύση, πάντα νικήτρια στον αγώνα του ανθρώπου να την δαμάσει, είναι εν τούτοις ο τόπος που πάντα επέστρεφε, για να συνεχίσει ή να αλλάξει τα φιλόδοξα και συχνά επικίνδυνα σχέδιά του, όπως το να δοκιμάσει καλλιέργειες, χωρίς να έχει ανάλογη εμπειρία. Ο συγγραφέας επέμενε να ζει σε δύσκολες συνθήκες αδιαφορώντας για τα δικά του προβλήματα υγείας αλλά και για την ασφάλεια της οικογένειάς του.

Ακριβώς αυτή η επιλογή ζωής, όπως τονίζεται στο επίμετρο, να αφήσει τις ευκολίες της μεγαλούπολης, το επάγγελμα του καθηγητή  και τα λογοτεχνικά σαλόνια για να ζήσει στην άκρη του πουθενά, μοιάζει με μια λυσσώδη αναμέτρηση με το φάντασμα που στοίχειωνε την ζωή του: τον θάνατο. Άλλωστε τι αποτελούσε η διαβίωση στο δάσος με μύριους κινδύνους αν όχι ένα συνεχές παιχνίδι με αυτόν; Είχε όμως νωρίτερα αντιληφθεί ότι μονάχα ο λόγος μπορεί να μετατρέψει το χάος σε κόσμο και επέλεξε να κατονομάσει τους φόβους του, για να τους δαμάσει, αλλά και ότι ο αυθεντικός τρόμος δεν βρίσκεται έξω αλλά μέσα μας. Φυσικά ο λόγος αυτός βρήκε την πυξίδα του στους μάστορες του ίδιου χάους: τον Πόε, τον Μωπασσάν, τον Τσέχοφ αλλά και τον Κίπλινγκ.

horacio-quiroga-6

Η πρώτη επαφή με την επαρχία Μισιόνες οφείλεται στην πρόσκληση που του έκανε ο περίφημος αργεντινός ποιητής Λεοπόλδο Λουγκόνες να τον συνοδεύσει με την ιδιότητα του φωτογράφου σε μια επιστημονική αποστολή. Παρά την ταλαιπωρία, ο Κιρόγα γυρίζοντας στο Μπουένος Άιρες είχε μόνο μια έμμονη ιδέα: πώς να επιστρέψει το συντομότερο στην «πράσινη κόλαση». Εξερευνητής, κυνηγός, μοτοσυκλετιστής, κατασκευαστής του ξύλινου σπιτιού του, εφευρέτης συσκευών, κωπηλάτης, φωτογράφος, βιβλιοδέτης, ο Κιρόγα υπήρξε μανιασμένα δραστήριος και δημιουργικός ακόμα και στην άκρη του πολιτισμένου κόσμου. Στην προσωπική του ζωή υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητικός, εκπαιδεύοντας και τα ίδια τα παιδιά του σε σκληρές και επικίνδυνες συνθήκες.

horacio-quiroga-7

Το πουπουλένιο μαξιλάρι αποτελεί μάλλον την πιο εφιαλτική (και πειστική) ιστορία της συλλογής. Ένα ζευγάρι ζει μια ιδιόμορφη ευτυχία στο τρίμηνο του μέλιτος. Παρά την στοργή του άντρα, η Αλίσια φυλακίζεται σταδιακά σε ένα σύμπαν αγάπης με άκαμπτους κανόνες ενώ το παγερό σπίτι τής προκαλεί ρίγη. Σύντομα αρχίζει να έχει παραισθήσεις και οράματα και βρίσκεται κλινήρης με συχνές απώλειες συνείδησης. Η αιτία του θανάτου της, φωλιασμένη στο πουπουλένιο της μαξιλάρι, είναι εξίσου επιστημονική και παράλογη, αλλά σε κάθε περίπτωση ευρηματική.

 horacio-quiroga-con-su-segunda-esposa_

Το δάσος, βυθισμένο όπως ήταν στη σιωπή την ώρα του δειλινού, τον έκανε γρήγορα να πλήξει. Του έδινε την – όχι άλλωστε σφαλερή – εντύπωση μιας άδειας θεατρικής σκηνής, με μόνη διαφορά ότι το φως ήταν φυσικό. Πράγματι, από την θορυβώδη τροπική ζωή δεν απομένει αυτή την ώρα της ημέρας παρά ένα παγωμένο σκηνικό…. [σ. 108]

Το άγριο μέλι ανθίζει στην ιστορία του Γκαμπριέλ Μπενινκάσα που ένιωσε την ακατανίκητη επιθυμία να γνωρίσει την ζωή στο δάσος, θέλοντας και να τιμήσει τον αδιατάρακτο βίο του με λίγες έντονες συγκινήσεις. Ο αναχωρητής αγνόησε τις προειδοποιήσεις για τα άγρια θηρία που σύντομα θα έρχονταν αλλά και για τον «κολασμό», τα παράξενα μυρμήγκια που προχωρούν ταχύτατα σχηματίζοντας ποτάμια, καταβροχθίζοντας οτιδήποτε βρουν μπροστά τους. Η ανακάλυψη μελιού στο βάθος μιας κουφάλας δέντρου τον ενθουσιάζει αλλά σύντομα η βρώση του προκαλεί ζαλάδες. Το άγριο μέλι εκδηλώνει τις παραλυτικές του ιδιότητες κι ο Μπενινκάσα βρίσκεται σύντομα σωριασμένος το έδαφος που ενώ ως τώρα απλώς κυμάτιζε πλέον γίνεται μαύρο. Τι θα μείνει από τον ίδιο μετά το πέρασμα του κολασμού;

los-desterrados-horacio-quiroga_

Ο συγγραφέας δεν αναζητά το άγνωστο μόνο στις γήινες φυσικές πηγές του. Tα πλοία της αυτοχειρίας αποτελούν αντικείμενο μιας εγκιβωτισμένης αφήγησης που αποτολμά στην γέφυρα ενός πλοίου ένας επιζών. Ελάχιστα πράγματα είναι περισσότερο επίφοβα σε ένα θαλάσσιο ταξίδι από την συνάντηση με ένα εγκαταλειμμένο πλοίο, γράφεται στις πρώτες γραμμές, και ήδη δημιουργείται ένα υγρό, ζοφερό κλίμα. Παρατημένα για άγνωστους λόγους, έρμαια των θαλάσσιων ρευμάτων και των ανέμων, σιωπηλά και ακυβέρνητα, αρχίζουν κάποτε να αποσυντίθεται μέχρι να πάρουν την θέση τους άλλα. Το άδειο πλοίο που συνάντησε ο αφηγητής εξαφάνιζε και όσους από το πλήρωμά του στέλνονταν για να ανακαλύψουν τι συμβαίνει. Άραγε τι εξήγηση επιφυλάσσεται μέσα σε μια υπνοβατική ατμόσφαιρα με μυστηριώδη σφυρίγματα ανεξήγητες βουτιές στο νερό και το ναρκωτικό μούδιασμα του ίδιου του θανάτου;

Εκδ. Ροές, 2014, μτφ. Δήμητρα Παπαβασιλείου, 160 σελ. [Horacio Quiroga, Cuentos de amor, de locura y de muerte, 1917]. Περιλαμβάνονται επίμετρο, εργοβιογραφία, βιβλιογραφικό σημείωμα και φωτογραφίες.

 

29
Νοέ.
16

Jane Goodall – Στη σκιά του ανθρώπου

cover_

Η Jane Goodall, μια παγκοσμίως γνωστή πρωτευοντολόγος, είναι η πρώτη που μελέτησε για πολλά χρόνια τους χιμπατζήδες στο φυσικό τους περιβάλλον και τα πορίσματά της γνώρισαν μεγάλη αναγνώριση από την επιστημονική κοινότητα και το ευρύ κοινό. Στη σκιά του ανθρώπου περιγράφει το πώς βρέθηκε από την Μ. Βρετανία στην Αφρική στις αρχές της δεκαετίας του ’60, χωρίς επιστημονικό υπόβαθρο και υποδομές προκειμένου να παρατηρήσει και να καταγράψει την άγνωστη μέχρι τότε συμπεριφορά των χιμπατζήδων που ζούσαν στην περιοχή του ποταμού Γκόμπι· πώς χρησιμοποιούν και πώς φτιάχνουν εργαλεία, πώς κυνηγούν και μοιράζονται το κυνήγι, και πώς εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους, τα οποία είναι πανομοιότυπα με τα δικά μας. Πολλές από τις στάσεις του σώματος και τις χειρονομίες της μη γλωσσικής επικοινωνίας τους δεν είναι απλώς παρόμοιες με τις δικές μας, αλλά εμφανίζονται σε παρόμοιες περιστάσεις και υποδηλώνουν ως επί το πλείστον το ίδιο πράγμα.… (σ. 16).

jane-goodall-4

Η μελέτη της σε συνδυασμό με άλλες μελέτες θηλαστικών που εμφάνιζαν πολύπλοκη κοινωνική οργάνωση σύμφωνα με την ίδια ανάγκασε την επιστήμη να αναθεωρήσει την στάση της προς τα μη ανθρώπινα ζώα. Έγινε όλο και πιο σαφές ότι είμαστε μέρος του ζωικού βασιλείου, κι όχι κάτι ξέχωρο από αυτό… Οι διαφορές που έχουμε από τα άλλα ζώα είναι διαφορές βαθμού και όχι ποιότητας (σ. 22).

Ένα από τα στοιχεία που κάνει το βιβλίο πολύ ενδιαφέρον είναι ότι η Goodall έδωσε ονόματα στους χιμπατζήδες, κάτι ωστόσο που κατακρίθηκε από πολλούς επιστήμονες που θεωρούν ότι ονοματίζοντας τα ζώα πέφτει κανείς στο σφάλμα του ανθρωπομορφισμού. Εκείνη υποστήριξε ότι πάντα πίστευε πως υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ατόμων, και επιπλέον, ένα όνομα δεν κάνει περισσότερο κάποιον άτομο απ’ ότι ένας αριθμός, σίγουρα όμως τον θυμάσαι πιο εύκολα (σ. 70). Θετική ή αρνητική για την επιστήμη η ύπαρξη ονομάτων, για την τέχνη του λόγου είναι προϋπόθεση. Έτσι η συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες πλασμάτων με όνομα, συνεπώς με ξεχωριστές προσωπικότητες, εξατομικευμένα χαρακτηριστικά και διαφορετικές συμπεριφορές, πράγμα που προσθέτει ζωντάνια στις ιστορίες και τις περιγραφές της.

jane-goodall-a_

Έτσι ο αναγνώστης θα επικοινωνήσει με δυο καλούς φίλους τον Δαυίδ τον Γκριζογένη και τον Γολιάθ, τους πρώτους χιμπατζήδες που επέτρεψαν στην ερευνήτρια να τους προσεγγίσει, την Φλο, μια ηλικιωμένη θηλυκιά που παρά την ηλικία της αποτελούσε το αντικείμενο πόθου κάθε αρσενικού χιμπατζή όταν βρισκόταν σε οίστρο, τον γηραιό κύριο ΜακΓκρέγκορ που προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα και έζησε ένα τραγικό τέλος ή τον Χάμφρεϋ αγαπημένο φίλο του κυρίου ΜακΓκρέγκορ, ο οποίος, καθώς δεν ήταν παρόν κατά τον θάνατό του, τον έψαχνε μάταια για αρκετό καιρό μετά. Άλλωστε, οι πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες πορτρέτων χιμπατζήδων που υπάρχουν στο βιβλίο, εξοικειώνουν τον αναγνώστη με τις διαφορετικές τους προσωπικότητες.

jane-goodall-3_

Στα πρώτα τρία κεφάλαια του βιβλίου η Goodall περιγράφει πώς η παιδική της φαντασίωση να επισκεφτεί την Αφρική τελικά πραγματοποιήθηκε, τις πρωτόγονες συνθήκες διαβίωσης στον καταυλισμό όπου διέμενε μαζί με την μητέρα της καθώς και την πολύτιμη βοήθεια που της προσέφερε η παρουσία και η ενθάρρυνσή της. Και ενώ φαίνεται ότι ούτε καν η ελονοσία δεν κατάφερε να κάμψει την αποφασιστικότητα της νεαρής ερευνήτριας, το γεγονός ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν κατάφερνε να πλησιάσει και συχνά ούτε καν να δει χιμπατζήδες καθώς ούτε αυτοί ήταν εξοικειωμένοι με την ανθρώπινη παρουσία αλλά ούτε και η ίδια είχε ενσωματωθεί στις νέες συνθήκες, άρχισε να την αποθαρρύνει.

Η πρώτη κοντινή επαφή της μαζί τους έγινε εφικτή αρκετό καιρό μετά την έναρξη του ερευνητικού της προγράμματος και την αναφέρει ως την σημαντικότερη μέχρι τότε στιγμή της ζωής της. Ένα απόγευμα, δυο αρσενικοί χιμπατζήδες, ο Δαυίδ και ο Γολιάθ, την άφησαν να τους πλησιάσει. Ο Δαυίδ, καθώς σηκώθηκε και την κοίταξε επίμονα στάθηκε σε ένα σημείο όπου η μακριά απογευματινή μου σκιά έπεσε επάνω του…. Αργότερα αυτό το περιστατικό θα είχε για μένα μια σχεδόν αλληγορική σημασία, αφού απ’ όλα τα πλάσματα που υπάρχουν σήμερα, μόνο ο άνθρωπος, με τον ανώτερο εγκέφαλο και την ανώτερη σκέψη του επισκιάζει τον χιμπατζή. Μόνο ο άνθρωπος ρίχνει τη σκιά του αφανισμού στην ελευθερία του χιμπατζή στα δάση… (σ. 37).

jane-goodall-b_

Σήμερα μπορεί να είναι γνωστό ότι ο χιμπατζής είναι ο πιο κοντινός συγγενής του ανθρώπου, όμως πόσο έχουμε κατανοήσει την νοημοσύνη και τα συναισθήματα αυτών των ζώων; Η Goodall περιγράφει την ευρηματικότητα που επιδείκνυαν οι χιμπατζήδες προκειμένου να κλέψουν μπανάνες ή κουβέρτες από τον καταυλισμό στον οποίο διέμενε η ίδια, να ανέβουν στην ιεραρχία ή απλώς να περάσουν πιο ευχάριστα τον χρόνο τους. Μια από τις σπουδαιότερες παρατηρήσεις της ήταν η κατασκευή και χρήση απλών εργαλείων για την αναζήτηση τροφής, για να μάχονται, για να εξερευνήσουν ή ακόμα και για να γιατρέψουν μια πληγή κάτι που μέχρι τότε θεωρούνταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου.

jane-goodall-c_

Βασισμένο σε μια δεκαετή μελέτη, το βιβλίο, καθώς μιλάει για τη ζωή και τις περιπέτειες χιμπατζήδων όλων των ηλικιών και χαρακτήρων, εξετάζει όλες τις ηλικιακές φάσεις και τις συμπεριφορές που παρατηρούνται σε αυτές καθώς και πώς το περιβάλλον ανάπτυξης μπορεί να επηρεάσει την ψυχοσωματική ανάπτυξη των ατόμων, όπως ακριβώς και στον άνθρωπο. Έτσι, η Goodall διαπίστωσε, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν καλές και κακές μητέρες, μητέρες που θρηνούν τον θάνατο του παιδιού τους, ότι το παιχνίδι είναι σημαντικό για την ανάπτυξη των παιδιών και την προσαρμογή τους στο περιβάλλον, ότι τα παιδιά που μένουν ορφανά ή παραμελούνται σε μικρή ηλικία υποφέρουν από κατάθλιψη ή εμφανίζουν αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και συχνά δεν αναπτύσσονται φυσιολογικά ακόμα και αν υπάρχει διαθεσιμότητα τροφής.

jane-goodall

Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου η συγγραφέας πραγματεύεται, στηριζόμενη πάντα στις μελέτες και την εμπειρία της με τους χιμπατζήδες, την αλληγορική σημασία της ανθρώπινης σκιάς πάνω στον χιμπατζή τόσο από εξελικτική όσο και από ηθική σκοπιά. Καθώς οι ελάχιστοι εναπομείναντες πλέον χιμπατζήδες έχουν χάσει τα φυσικά οικοσυστήματα στα οποία διέμεναν λόγω της εξάπλωσης της γεωργίας και της υλοτομίας, θηρεύονται συστηματικά για το κρέας τους, πωλούνται σε ερευνητικά εργαστήρια, φυλακίζονται σε ζωολογικούς κήπους,  αποτελούν μόνο ένα από τα πολλά άγρια είδη που απειλούνται με εξαφάνιση (σ. 375). Παρόλο που η ίδια δεν φαίνεται να αντιτίθεται πλήρως με την χρήση πειραματοζώων, επισημαίνει ότι ο άνθρωπος, μη έχοντας έρθει σε επαφή με την πραγματική φύση των ελεύθερων χιμπατζήδων, τους θεωρεί υποκείμενα προς εκμετάλλευση, δημιουργώντας αποκρουστικές συνθήκες διαβίωσης για τους χιμπατζήδες τους οποίους στεγάζουν το μεγαλύτερο διάστημα κατά μόνας, σε μικρά κλουβιά με μεταλλικές μπάρες, όπου δεν έχουν τίποτα να κάνουν εκτός από το να περιμένουν κάποιο νέο και συχνά τρομακτικό ή οδυνηρό πείραμα (σ. 377).

jane-goodall-2_

Κλείνοντας το βιβλίο, η Goodall μοιράζεται αναμνήσεις και συναισθήματα από την κοινή ζωή τους, φτάνοντας δεκαεφτά χρόνια μετά την συγγραφή του βιβλίου, το 1987, για να μας ενημερώσει για τις τύχες αρκετών από τους ήρωες που μας έχει γνωρίσει αλλά κάνοντας και έναν μικρό απολογισμό για την δεκαετή της περιπέτεια, η οποία πέρα από τις γνώσεις που πρόσφερε γύρω από τους χιμπατζήδες, πρόσφερε και το απαραίτητο υλικό για να δοθεί υπόσταση σ’ εκείνους που έζησαν και ζουν Στη σκιά του ανθρώπου.

Εκδ. Αντιγόνη, 2014, μτφ. Σταύρος Καραγεωργάκης, σ. 448. Περιλαμβάνονται επίμετρο για την ζωή και το έργο της από τον μεταφραστή, εργογραφία, προτεινόμενη βιβλιογραφία, γλωσσάρι και ευρετήριο. [Jane Goodall, In the shadow of man, 1971].

Ευχαριστώ θερμά την ιστοσελίδα Vegan in Athens.

17
Νοέ.
16

Γιώργος Βέης – Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις

%ce%b5%ce%be%cf%8e%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

Ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται

«Ο τόπος είναι φύσει και θέσει ένα πρόπλασμα δοκιμίου, ένα δικαίωμα περιγραφής και όχι μόνο. Φαντάζεται κι αυτός, περιμένει τον συναξαριστή του», γράφει ο συγγραφέας [σ. 20] δικαιώνοντας ένα μεγάλο μέρος από την πρόζα του, το ιδιαίτερο εκείνο είδος κειμένων που επιχειρεί να ανασυστήσει την εμπειρία των ταξιδιών και των ανά τον κόσμο περιπλανήσεών του μέσα από την τέχνη του λόγου.

Η κινητοποίηση των αισθητηρίων, το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής, ο αναλυτικός προσεταιρισμός των ορατών σημάτων, οι μύθοι που ανέκαθεν διαμορφώνουν ήθη και πολιτικές αγαστής συμβίωσης με το παράλογο – για να χρησιμοποιήσω μερικές από τις χαρακτηριστικές του εκφράσεις – αλλά και η απολύτως σύγχρονη πραγματικότητα που περιμένει να αποκωδικοποιηθεί, όλα αναζητούν τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουν εκείνο που μοιάζει τόσο δύσκολο να εκφραστεί, ποιώντας τελικά λόγο ταξιδιωτικό, ποιητικό και στοχαστικό μαζί. Κι αν, όπως γράφει για την Τζακάρτα, τα τοπία σε περιμένουν για να σου θυμίσουν ότι δεν μπορείς να τα μάθεις όλα, τουλάχιστον, σκέφτομαι, μπορείς να εκφράσεις εκείνο που σου έδειξαν ή να μαντέψεις εκείνο σου έκρυψαν.

Singapore

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται από το κεφάλαιο «Εικόνες και πίνακες: το φως της Σινγκαπούρης». Ο συγγραφέας βιώνει μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής σε ένα χαμαιλεοντικό τοπίο, μια υποδειγματική μητρόπολη που κολυμπάει διακόσια μέτρα πάνω από την γη, στον αέρα της ματαιοδοξίας, στο ζεστό κενό της σινγκαπουριανής νύχτας. Ζει το θεσπέσιο αίσθημα του αβαρούς, το παμπάλαιο όνειρο της ακίνδυνης πτήσης, σ’ ένα ύψος όπου τα πράγματα φαίνονται κοσμήματα. Διόλου τυχαία την ίδια στιγμή θυμάται τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε και τις Αόρατες πόλεις του Καλβίνο.

Σε αυτό το οδυσσεϊκό, πολυμήχανο νησί, η ανακύκλωση των ιδεών του βουδισμού συνυπάρχει με την ουσία της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς με αποτέλεσμα ένα κλίμα διαρκούς έντασης· σαν να μην κοιμάται τίποτε εδώ. Αυτή η χαρακτηριζόμενη μηχανή της ευτυχίας έχει ως ανοιχτό της κείμενο την ίδια την αρχιτεκτονική. Αυτά για τα οποία προνόησε η θάλασσα τόσους αιώνες καταπατώνται βάσει συστηματικού πολεοδομικού σχεδίου. Η χρήση νομιμοποιεί το όραμα των περαιτέρω επεκτάσεων. Το νησί τεντώνεται για να γίνει ήπειρος. Όλο και περισσότερος ζωτικός χώρος παραδίδεται στους κατοίκους της.

singapore-2

Φυσικά το κράτος – νησί υπήρξε σύμβολο ομαδοποιημένης, σχεδόν κατά τα αρχαία λακωνικά πρότυπα, πειθαρχίας στην τήρηση του απαιτητικότατου εθνικού κανόνα. Το κεκτημένο status quo, γράφει ο Βέης, αποτελεί υλοποίηση ενός υπεσχημένου Παραδείσου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ανατροπή ή απλή παραλλαγή κρίνεται εκ των προτέρων αήθης και ασφαλώς παράνομη. Έτσι εξηγείται γιατί ο έλεγχος των κοινωνικών εκδηλώσεων είναι εντατικός, γιατί το εγώ απορροφάται διαδοχικά από τη βουερή κυψέλη.

Στο κεφάλαιο «Επανεκκίνηση: Κίνα» ο συγγραφέας μετρά τέσσερα κινέζικα Χριστούγεννα, που πλέον εορτάζονται ως εμπέδωση μιας ειλικρινούς ανοχής και πρόσληψης του άλλου. Στην Κίνα ανθεί και η παραλλαγή των μικρο – μυθιστορημάτων, των λεγόμενων hint – fiction, κείμενα εκατόν σαράντα λέξεων που μόλις φτάνουν να χωρέσουν σε δυο μηνύματα των κινητών τηλεφώνων, τα οποία, συνοδευόμενα από εύστοχα σχόλια των αναγνωστών, δημιουργούν την αίσθηση ότι γράφεται από κοινού το ένα και μόνο βιβλίο του κόσμου. Άλλωστε ο διακεκριμένος εκδότης Λου Τσιμπό ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο όριο λέξεων αναγκάζει πράγματι τους συγγραφείς να γίνονται όλο και περισσότερο ακριβολόγοι και εξοντωτικά σαφείς, ασκώντας κατά περίπτωση το προσωπικό τους ύφος.

anderledes-hoteller22

Από τις «Μέρες και νύχτες στην Ιαπωνία» αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον παρουσιάζουν «Τα πανδοχεία του Άδη». Στην Ιαπωνία λόγω της γνωστής στενότητας των κατοικήσιμων χώρων σπανίως οι νεκροί συγγενείς χωρούν στο σπίτι με τους ζωντανούς. Η παράταση της φιλοξενίας της σορού ισοδυναμεί με εξόντωση των ορίων αντοχής, συνεπώς οι τεθνεώτες πρέπει να περιμένουν κάπου αλλού τη σειρά τους, ενώ απαιτούν άμεση περιποίηση. Η δημιουργία ταπεινών πανδοχείων για νεκρούς αποτελεί μια πρόσφορη λύση. Αυτά τα πανδοχεία δεν  ξεχωρίζουν από τα συνήθη κτίρια του είδους, η έξοδος του φερέτρου γίνεται από ειδικές διόδους και δεν ενοχλούνται ούτε οι γείτονες ούτε οι εντελώς ανυποψίαστοι περαστικοί. Μάλιστα τα ζευγαράκια του παράνομου έρωτα που συχνά αναζητούν περιστασιακό κατάλυμα απλώς μαθαίνουν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δωμάτια είναι πολύ κρύα. Οι νεκροί που συνωστίζονται εδώ, σχολιάζει ο Βέης, θεωρούν τον μικρόκοσμο του πανδοχείου σαν να ήταν η ιδεώδης παράταση του παρόντος.

dubai_

Σε άλλα κείμενα από την ίδια επικράτεια, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στους παλαιστές του σούμο, την αγέραστη Madame Butterfly, το θεμελιώδες Bushido, τις αρχές των Σαμουράι κ.ά. Στις «Διαδρομές στην Κορέα» ο συγγραφέας συναντά την Σου, πιστή φίλη από παλιά, τυπική κορεάτισσα της νέας εποχής που του προτείνει να παραστεί στην τελετή εγκατάστασής της στο νέο της όνομα. Ο σαμάνος ιερέας, εξειδικευμένος στον τομέα των εύστοχων ονοματοθεσιών, υποστηρίζει πως το όνομα οφείλει να δρα ως επιχείρηση, δραστήρια μέρα – νύχτα, ασφαλώς ως προοίμιο ερώτων και ως προσκλητήριο συζύγου. «Αποτελώντας μιαν ολιγοσύλλαβη προσευχή ανανεώσιμων ελπίδων, το όνομα συνιστά ταυτοχρόνως επιτομή Κέρδους». Μετά από δυο συντομότερες «Καθ’ οδόν» στάσεις, στο τσιμεντοχαλύβδινο Ντουμπάι και στον Κόλπο της Γουινέας ο συγγραφέας καταλήγει στον Πύργο της Σάμου, σε μια παιδική ηλικία όπου «τα πράγματα είναι ελαφρώς ή πολύ μεγεθυσμένα».

calvino

«Τα λόγια, όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες συνθήκες δράσης, φτάνουν κάπως αργά για να στήσουν, για να γράψουν τις εικόνες. Το πεδίο δράσης των συγκινήσεων είναι επόμενο να διευρύνεται συνεχώς», γράφει ο συγγραφέας, αντιλαμβανόμενος το χάσμα ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες, ένα χάσμα που εκατοντάδες σελίδες επιχειρούν να γεφυρώσουν. Εκείνο που σίγουρα επιβεβαιώνεται με ένα ακόμα βιβλίο του είναι ότι «ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται, για να διασχίζεται μ’ ένα κολύμπι διαρκείας».

Για άλλη μια φορά μέσα από την πλούσια βιβλιογραφία παραθεμάτων ο Βέης αποκαλύπτει και μοιράζεται τους συνομιλητές του: Ζέμπαλντ, Καλβίνο, Γιουρσενάρ, Καβαμπάτα, Μισίμα, Μερλώ – Ποντύ, Μοράν, Μπαρτ, Μπατάιγ, Σόνταγκ, Τανιζάκι, Μπένγιαμιν, Κλεε, Σεγκαλέν, Κόνραντ, Βιτγκενστάιν, Πεντζίκη, Παπατσώνη, Ξενάκη, Πολίτη, Καχτίτση, Κιουρτσάκη, και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Αντί, (δε)κατα, Νέα Ευθύνη, Φρέαρ, στις ηλεκτρονικές σελίδες του Διάστιχου, του Πλανόδιου, του poiein.gr, στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, στην κυριακάτικη Αυγή, στους Τόπους της Λογοτεχνίας και στα Ημερολόγια της Εταιρείας Συγγραφέων. Η έκδοση συμπληρώνεται με 18σέλιδο ένθετο έγχρωμων φωτογραφιών.

%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%ad%ce%b7%cf%82

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τρέχον τεύχος, αρ. 110 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2015).

13
Νοέ.
16

Σαμ Σέπαρντ – Χρονικά των μοτέλ

cover

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα είκοσι δυο δύσκολα μερόνυχτα που έμεινε δίπλα της στο νοσοκομείο φέτος από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου ήταν το πρώτο που άρπαξα από την βιβλιοθήκη προτού φύγω· ελαφρύ για να το έχω παντού μαζί μου, ταξιδευτικό για να με παίρνει παντού μαζί του. Δεν με πρόδωσε, το μετέφερα και με μετέφερε και του οφείλω περιπλανήσεις ακριβώς σε στιγμές που τις χρειαζόμουν όσο ποτέ. Το είχα πρωτοδιαβάσει στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοσή του (1982, 1988), στο λεωφορείο για τα Χίλια Δέντρα, αλλά σύντομα το δάνεισα σε μη αναγνώστρια γνωστή μου, άρα ήταν θέμα χρόνου να το χάσει. Το ξαναβρήκα φέτος σε μεταχειρισμένα και, καθότι εδώ και καιρό εξαντλημένο, θα ήθελα να σφίξω τα χέρια που το έφεραν ως τα δικά μου.

Πρόκειται για την απόλυτη συλλογή μικρών κειμένων μεγάλων περιπλάνησεων. Αυτό ίσως είναι το θρυμματισμένο On the Road μιας άλλης γενιάς, που δεν περίμενε να βρει θαύματα στον δρόμο, παρά να μετακινείται επειδή πάντα έφευγε από κάπου και αναζητούσε να βρεθεί κάπου αλλού. Εδώ είναι λες και ο θεατρικός συγγραφέας, κινηματογραφικός σεναριογράφος και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ δοκίμασε να γίνει λογοτέχνης, εκτός αν ήταν εξαρχής λογοτέχνης και επιχειρούσε όλα τα υπόλοιπα προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα στο αναβράζον πνεύμα του.

sam-sephard-3

Τα αφηγήματά του είναι (συνήθως) πεζά αλλά και ποιήματα, κρατούν μισή, μια, δυο, τρεις ή σπανιότερα περισσότερες σελίδες και δεν έχουν τίτλο παρά μόνο με αναφορά στο τέλος του τόπου και της ημερομηνίας της γραφής (π.χ. 3/79, Σάινερ, Τέξας). Το τέλος τους είναι ανύπαρκτο (ή κάποτε ξαφνικό), ανοιχτό, κι έτσι μοιάζουν με ψήγματα μιας διαρκούς ροής όπου η μετακίνηση και η στασιμότητα μοιάζουν συνεχή εναλλασσόμενα ρεύματα. Ευνόητα οι γραμμές του αντιστοιχούν σε απόλυτες κινηματογραφικές σκηνές, το γράψιμο είναι απλό και τραχύ, ο απόλυτος πεζός και ενίοτε βρώμικος ρεαλισμός. Σεπαρντίνες χωρίς κομφετί. Οι φωτογραφίες του αιώνιου φίλου και συνταξιδευτή Johnny Dark βρίσκουν την πιο ταιριαστή τους θέση ανάμεσα στις σελίδες.

Κάποτε στο Σαν Μπερναντίνο εγώ κι ο Τιμ Φορντ κλέψαμε ένα αμάξι. Μια από κείνες τις παλιές Ώστιν Χήλευ με την κόκκινη πέτσινη κουκούλα. Την βρήκαμε παρκαρισμένη πίσω από μια καντίνα… Η αφετηρία της δρομίσιας λογοτεχνίας προκαλεί πάντα την ίδια ανυπομονησία για την συνέχεια. Όπως εδώ, όπου η αρχική επιθυμία των δυο φίλων να κάνουν μια απλή βόλτα και να την παρατήσουν στην άλλη άκρη της πόλης αντικαταστάθηκε με την ιδέα της φυγής στο Μεξικό. Κι εκείνη την κούρσα την πάρκαραν έξω από το τζάμι των εστιατορίων στις εθνικές οδούς γιατί δεν χόρταιναν να την βλέπουν και την αγάπησαν σαν να ήταν πραγματικοί της ιδιοκτήτες.

sam-sephard

Αλλού ακολουθούμε έναν άντρα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή από το μοτέλ του μέχρι την αίθουσα αναμονής για να δει αν ήρθε κάποιο γράμμα, να διασχίζει σπίτια που μοιάζουν να χτίστηκαν σε λάθος μέρος, να συναντά ανθρώπους που φλυαρούν σα να προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τον εαυτό τους παρά τον συνομιλητή τους και να φτάνει σε μια περιοχή γεμάτη τροχόσπιτα, όπου γυρίζεται μια ταινία όπου συμμετέχει ο ίδιος. Η στολή του, «μια ευτελής παραλλαγή του εαυτού του, ίσως καθαρότερη»· ο φόβος του, μήπως ο ρόλος του είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάποιος άλλος επιχειρεί να κλέψει μια εντελώς ασήμαντη αφίσα με μια μοναχική πεσμένη λεύκα έξω από το ξενοδοχείο στην οδό Σάνσετ αλλά συλλαμβάνεται και ομολογεί πως του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα, πως έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εικόνα, ξαπλωμένο ανάσκελα κάτω από την λεύκα, πως αναγνώρισε ένα πραγματικό δέντρο της παιδικής του ηλικίας, πως είχε την ελπίδα ότι η φωτογραφία θα τα ξαναζωντάνευε όλα.

motel-1

Σ’ ένα πραγματικά αξιομνημόνευτο κείμενο που αποτελεί ύμνο στα τραίνα (ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει ότι ευχαρίστως θα ζούσε μέσα σε ένα τραίνο αν κάποιος του έδινε ένα) αλλά και στους σιδηροδρομικούς έρωτες – έστω και εκείνους που δεν προλαβαίνουν να κινηθούν, ο αφηγητής γοητεύεται από ένα κορίτσι που μοιάζει με την Tuesday Weld την οποία κάποτε είχε ερωτευτεί σ’ ένα τηλεοπτικό σώου. Στο Σωλτ Λαίηκ το κορίτσι κατεβαίνει κι εκείνος έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να την κρατήσει. Μπορεί να ακούει ακόμα τα βήματά της στο αμμοχάλικο αλλά εκείνη έχει ήδη φύγει και δεν του μένει παρά να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το Μιζούρι, για να πάρει λεωφορείο ως το Σικάγο κι ύστερα ωτοστόπ μέχρι το επαρχιακό αγρόκτημα του παππού του, που ζει μπροστά σε μια τηλεόραση.

Άλλοι ήρωες του Σέπαρντ: ένας υπνοβάτης, ένας κιθαρίστας που αισθάνεται συγγένεια όχι τόσο με την μουσική όσο με την φωνή του ραδιοφώνου και την μετάδοση της ψευδαίσθησης της ανθρώπινης παρουσίας, ένας πατέρας που ζει μονάχος μες στην έρημο επειδή δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους αλλά με έναν δίσκο με τις πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον και την φωτογραφία μιας Σπανιόλας πάνω από τον νεροχύτη, ένας μεθυσμένος έτοιμος για άσκηση οικιακής βίας στην γυναίκα του, άλλοι περιπλανώμενοι γύρω από την έρημο Μοχάβε (ο μεταφραστής επιμένει να την γράφει Μοζάβε), αναζητώντας έναν λυτρωτικό τερματισμό.

tumblr_mxpovtq4ic1spdabbo1_1280_

Στα δυο μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα ο Σέπαρντ θαυματουργεί, όπως άλλωστε το έχουμε διαπιστώσει σε άλλες, πιο «ορθόδοξες» συλλογές διηγημάτων. Στο πρώτο, γραμμένο σε τέσσερις μέρες του 1982, δυο άντρες και δυο γυναίκες βρίσκονται πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 40 και μέσα στην χαύνωση της οδήγησης αρχίζουν «σαν υπνωτισμένοι να διηγούνται ιστορίες, μπλέκοντας παρελθόν στην τύχη». Καταληκτήρια αφορμή του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στον πατέρα του ενός άντρα.

Κάποτε φτάνουν και βλέπουν τον γέρο μ’ ένα ψάθινο καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια να χτυπάει τα πλήκτρα ενός πιάνο μ’ έναν μαύρο ανεμιστήρα πάνω. Βλέπετε, δεν είναι όλοι οι Σεπαρντίνοι χαρακτήρες διαρκώς κινούμενοι. Οι μισοί έχουν παγιδευτεί σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια στιγμή που κάποιοι από τους άλλους μισούς αναζητούν κάτι αντίστοιχο να καταλήξουν ή να επιστρέψουν.

sam-sephard-2

Αυτό το βράδυ αποδιώχνω τους πάντες. Όλη τη μέρα αυτό έκανα αλλά τώρα που νυχτώνει είμαι ιδιαίτερα εμπαθής. Έχω στρατοπεδεύσει δίπλα στο αγαπημένο μου παράθυρο και καμία ποσότητα ήχων φυσαρμόνικας, πιάτων, γέλιου ή φωνών από τα άλλα δωμάτια βαθειά μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορεί να με πείσει να βγω από το καβούκι μου. Ό,τι πραγματικά λαχταράω είναι το φως που λιγοστεύει. Να περνούν αυτοκίνητα με αναμμένους προβολείς. Κουκουβάγιες που ερευνούν τα χωράφια. Αμελητέες αχτίνες φωτός που χάνονται αργά καθώς καταφθάνει η πραγματική μαύρη νύχτα. [σ. 96]

Στο δεύτερο και συγκλονιστικότερο κείμενο ο αφηγητής με άλλα δύο πρόσωπα διασταυρώνεται με ένα ασθενοφόρο για να διαπιστώσει σύντομα ότι μέσα του βρίσκεται εκείνη – μητέρα; συγγενής; Το Σίτυ Χόσπιταλ αποκάλυπτε το πρόσωπο της πόλης με τον πιο άμεσο τρόπο. Εκεί, «μια μέρα δεν είναι παρά ακόμα μια μέρα που πρέπει κανείς να υπομείνει ως την επόμενη μέρα». Σε όσους βρίσκονται μέσα, φαίνεται εξωπραγματικό ότι στους γύρω δρόμους η ζωή κυλούσε με τον συνηθισμένο ρυθμό. Οι γιατροί: ύστερα από τόσες σπουδές και εγχειρήσεις, δεν τους μένει παρά μονάχα η διαίσθησή τους. Οι ανάσες των ασθενών ακούγονται σαν επιθανάτιοι ρόγχοι. Το νυχτερινό αεράκι που χαϊδεύει τις κουρτίνες μοιάζει με μια παράδοξη ελεύθερη είσοδο του έξω κόσμου σ’ αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο. Η ασθένεια, το νοσοκομείο, οι γιατροί, ο ασθενής, ο φόβος. Όλοι όσοι έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις εδώ ταυτιζόμαστε με έναν τρόπο που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει.

Εκδ. Επιλογή, 1986, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης, 122 σελ. [Sam Shepard, Motel Chronicles, 1982].

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 210, εδώ, με τίτλο Α house is a motel, μια αντιστροφή εκείνου του τραγουδιού.

15
Σεπτ.
16

Βασίλης Τσακίρογλου – Senna. Το πνεύμα της ταχύτητας

senna-1

Ο πιλότος του επέκεινα

Το μελαγχολικό βλέμμα, το κίτρινο κράνος, τα φθαρμένα γάντια, η κραυγή στον τερματισμό, το γελοίο ένστικτο του θανάτου, η ταχύτητα ως έργο τέχνης, ο πιλότος του βραζιλιάνικου σαουντάτζι, ο μεταφραστής της saudade, οι θεολογικοί μονόλογοι μετά την κούρσα, παρά την διάπραξη ενός πλήθους «αμαρτημάτων». Ένας μοναδικός πρωταθλητής της Φόρμουλα 1 που ξεχύθηκε ανεξήγητα ευθεία προς τον θάνατο, μια προσωπικότητα που υπήρξε πολύ πιο σημαντική από το ίδιο το σπορ. Ο Ayrton Senna αποτελεί κάτι παραπάνω από μυθιστορηματικό πρόσωπο· δεν επιζητά να γίνει λογοτεχνικός ήρωας της λογοτεχνίας αλλά μιας εκ βαθέων έρευνας της προσωπικότητάς του, από τον τρόπο που έζησε και αγωνίστηκε μέχρι τον τρόπο που έφυγε από την ζωή. Και αυτό ακριβώς κάνει το παρόν βιβλίο.

Brazilian F1 driver Ayrton Senna adjusts his rear view mirror in the pits 01 May 1994 before the start of the San Marino Grand Prix. Senna died after crashing in the seventh lap.

Ένας Senna τελείωσε στην πίστα της Ίμολα το 1994 και την ίδια στιγμή ένας άλλος Senna γεννήθηκε, καθώς ο ήρωας έδωσε την θέση του στον μύθο. Ο Senna πολεμούσε τον θάνατο με τον ίδιο τον κίνδυνο, εφαρμόζοντας ένα εντελώς ιδιότυπο «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Εξόρκιζε το κακό χρησιμοποιώντας το ισχυρότερό του όπλο, την ταχύτητα. Έμοιαζε φορέας του «ιού» της αφθαρσίας, που τον ωθούσε να εθίζεται στον κίνδυνο της ταχύτητας και που τον έπειθε ότι είναι άτρωτος. Μολονότι προσέγγιζε εντελώς ψυχρά το ζήτημα του ρίσκου, εξ ου και πάσχιζε να το τιθασεύσει και να το εκλογικεύσει, θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα ατόμου εξαρτημένου από την ταχύτητα και τους κινδύνους της. Γνωρίζοντας το τέλος του, το οποίο αναπόφευκτα προβάλλεται αναδρομικά σε κάθε του κίνηση, σε κάθε στιγμιότυπο που αποτυπώνει τη μελαγχολική, απόμακρη και μοναχική του φιγούρα, αυθόρμητα σχεδόν διατυπώνεται η κρίση ότι αυτό που τον κατέστησε ξεχωριστό ήταν μια ιδιαίτερη σχέση με τον θάνατο.

Ανεξάρτητα από τι δήλωνε, έδειχνε σαφώς διατεθειμένος να θεωρηθεί καμικάζι – εξάλλου είχε κατηγορηθεί ότι περιφρονούσε το ενδεχόμενο του θανάτου. To φαταλιστικό πέπλο που αόρατα τον περιέβαλλε δικαιώθηκε το 1994 σαν τρόμος και αυτοεπαληθευόμενη προφητεία. Στο τελευταίο σαββατοκύριακο της ζωής του συνειδητοποίησε ότι η μάχη με την ειμαρμένη είναι άνιση και απλώς υποτάχθηκε σ’ αυτό που ο ίδιος προσέγγιζε σαν πεπρωμένο: πήρε θέση στην γραμμή εκκίνησης, ενώ μόλις πριν λίγο είχε εξομολογηθεί τηλεφωνικώς κλαίγοντας στην τελευταία του σύντροφο ότι δεν ήθελε να τρέξει σε αυτό το Γκραν Πρι.

senna-3

Όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, η απόπειρα να δοθούν απαντήσεις στα αινίγματα γύρω από τον θάνατο και την ζωή του, μολονότι κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος των 1.200 περίπου σελίδων βιβλίο του A Deus, δεν στάθηκε επαρκής για να κατασιγάσει την επίμονη διερώτηση για το ποιο πραγματικά ήταν αυτός ο πιλότος, τι ήταν αυτό που τον έκανε ήρωα, ποιον δαίμονα κυνηγούσε και από ποιον πίστευε ο ίδιος ότι καταδιώκεται.

Το βιβλίο καλύπτει κάθε κεφάλαιο της σπάνιας αυτής αθλητικής προσωπικότητας. Αποτελεί μια post mortem ανάλυση της ψυχοσύνθεσής του επιχειρεί να ερμηνεύσει το πώς ακροπατώντας ως το χείλος της αγάπης του για την ταχύτητα, βρέθηκε σαν να διέπραττε την έσχατη ύβρη απέναντι στον θάνατο. Η πνευματική διάσταση της προσωπικότητάς του, η συνολική φιλοσοφία της ζωής του, η γεμάτη ένταση και αντιφάσεις ψυχοδομή του, η δυνατότητα μιας διαφορετικής θέασης της πραγματικότητας, το περίφημο Σατόρι, όλα ερευνώνται από την συγγραφική πένα.

senna-4

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ενέργειες και παρενέργειες της αυτοσυγκέντρωσης, ένα πεδίο που προφανώς γνώριζε πολύ καλά ο Senna, καθώς αφηνόταν στο ρεύμα των υψηλών ταχυτήτων όπως ένας πιανίστας που κινεί τα δάχτυλά του με ιλιγγιώδη ρυθμό. Ο συγγραφέας συμβουλεύεται ειδική βιβλιογραφία, όπως η μελέτη του Α. Μόραν για την αυτοσυγκέντρωση, ιδίως για την περίσταση όπου η σκέψη εξουδετερώνει την δράση, διότι πολύ απλά «αδυνατούμε να περιγράψουμε όσα είμαστε σε θέση να κάνουμε και αδυνατούμε να κάνουμε όσα είμαστε σε θέση να περιγράψουμε». Ο ψυχολόγος Robert Ornstein, στην δική του μελέτη για την εξέλιξη της συνείδησης και την καταγωγή του τρόπου σκέψης μας εστιάζει στην συγκλονιστική δυνατότητα του ανθρώπινου νου να μην αντιδρά σε πραγματικό χρόνο, αλλά να έχει την δυνατότητα να προετοιμάζει την ενέργειά του πριν καν δεχτεί το αντίστοιχο ερέθισμα, πριν ακόμη λειτουργήσει «ενστικτωδώς». Πιθανώς λοιπόν, αυτό που έκανε τον Senna να πιστεύει στα θαύματα και στον Θεό δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα παιχνίδι της ίδιας του της νόησης.

senna-by-evandeciren-d6czf9k_

Ένα άλλο έργο που συμβουλεύεται ο συγγραφέας είναι ο Σπόρος της Νίκης του Nuno Cobra, υποστηρικτή μιας ολιστικής προσέγγισης στην βελτίωση του ατόμου και καθοδηγητή του Senna στον έλεγχο του νου, εφαρμόζοντας κάποιες πρωτοποριακές μεθόδους νευρογλωσσικού προγραμματισμού. Μια βασική ιδέα πίσω από τις τεχνικές ήταν η εξής: οι ταχύτητες ενός αγώνα Φ1 είναι αφύσικα υψηλές, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αδυνατεί να επεξεργαστεί σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα τις πληροφορίες που δέχεται και, κατά συνέπεια, δεν είναι σε θέση να κρίνει και να αντιδράσει σωστά. H επιτυχία του έγκειται στην προετοιμασία, στο πόσο καλά θα έχει εισαγάγει στον εγκέφαλό του τα απαραίτητα στοιχεία εκ των προτέρων. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το πνεύμα αλλά και το σώμα «γνωρίζουν» ήδη τι πρόκειται να αντιμετωπίσουν και δεν αιφνιδιάζονται.

«Τώρα είμαι ανασφαλής, διότι είμαι έξω από το αυτοκίνητο» [σ. 37]

senna-8

Ένα άλλο στοιχείο του που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η τάση του να περιεργάζεται επίμονα τα δυστυχήματα των άλλων. Ο Senna βρέθηκε κοντά στο ατύχημα του Martin Donelly στην Jerez και όλοι θυμούνται την αλλόκοτη συμπεριφορά του, με την σχεδόν νοσηρή αλλά ταυτόχρονα πρωτογενή, παιδική περιέργεια για τον θάνατο, που μόλις ανακάλυπτε. Τότε, όπως δήλωνε, συνειδητοποίησε πόσο εύθραυστος είναι. Αλλά αν τότε είδε μια ζωή να σώζεται, το 1992 στο Βέλγιο θα ήταν αυτός που θα έσωζε μια ζωή, του Erik Comas. Μόνο αυτός έτρεξε δίπλα του στη μέση της πίστας ενώ γύρω του περνούσαν άλλα μονοθέσια. Έκτοτε ο δεσμός μεταξύ τους ήταν ακατάλυτος.

Το ατύχημα του Barrichello ήταν η τελευταία περίπτωση αυτοψίας του Senna, όπου για άλλη μια φορά έτρεξε προς τον τόπο του ατυχήματος με την ελπίδα ότι με μια σειρά δοκιμασμένων χειρισμών το μοιραίο μπορεί να αποφευχθεί. Αλλά στην περίπτωση του Ratzenberger o Senna υπήρξε συμπρωταγωνιστής σ’ έναν θάνατο· σ’ έναν θάνατο που συνέβη την παραμονή του δικού του, στις 30 Απριλίου 1994. Η απελπισία του ήταν εμφανής όταν προσπάθησε να παρακάμψει την επίσημη είσοδο στον σταθμό πρώτων βοηθειών της πίστας και επιχείρησε να μπει μέσα πηδώντας από την περίφραξη. Αυτή την φορά ο θάνατος είχε φτάσει πρώτος.

Imola, Italy, 29th April - 1st position, May 1994 Ayrton Senna lights up the front brake discs on the Williams FW16-Renault. This was the event at which he tragically lost his life. Action. Photo: LAT Photographic/Williams F1. Ref: 1994williams15

Ίμολα, 1 Μαΐου 1994. Ο Senna με 360 χιλιόμετρα την ώρα βρίσκεται στην αρχή του 7ου γύρου. Η Williams – Renault με πάνω από 300 χιλιόμετρα την ώρα μπαίνει στην κλειστή στροφή του Tamburello, σαν να είναι λίγο πολύ μια ευθεία. Τα μεγάλα μπαλώματα στην επισκευασμένη διαδρομή φαίνεται να αποσταθεροποιούν το μονοθέσιο· ο πιλότος ανοίγει την τροχιά του αλλά ξαφνικά γυρίζει προς τα δεξιά, σε πορεία κάθετη προς την έξοδο της στροφής. Δεν στρίβει· αφήνει γκάζι και φρενάρει. Η επιβράδυνση χρειάζεται χώρο για να δράσει και χώρος δεν υπάρχει. Το αμάξι χάνεται από την τηλεοπτική εικόνα και μοιάζει να το ρουφά ο γκρίζος τοίχος της στροφής. Ό,τι απομένει, επιστρέφει στην πίστα, με τον πιλότο ακίνητο, με το κεφάλι του γερμένο προς τα μπρος, χωρίς καμία ένδειξη ζωής. Μια τελευταία κίνησή του, μια κλίση προς τα δεξιά, δεν ήταν παρά ο τελευταίος σπασμός του οργανισμού του.

Ένας δημόσιος θάνατος ενός σπορ ήρωα ενώπιον εκατομμυρίων τηλεθεατών ήταν γεγονός. Η αναζήτηση των εικόνων πριν την εκκίνηση έδειχνε έναν πιλότο χαμένο στις σκέψεις του, σχεδόν ηττημένο, σαν ασθενή που έχει ετοιμαστεί για χειρουργείο. Οι ενδεχόμενες αιτίες ξετυλίγονται μια μια στις σελίδες και μπλέκονται σαν κουβάρι. Ήταν οι επιδιορθωμένες ανωμαλίες της ασφάλτου; Κάποιο προσωπικό του λάθος; Ένα κομμάτι από την κολόνα του τιμονιού βρισκόταν ακόμα συνδεδεμένο με την στεφάνη (συνεπώς η κολόνα έσπασε κατά την σύγκρουση ή νωρίτερα) και ο Σέννα είχε στα χέρια του ένα άχρηστο τιμόνι.

senna-5

Ο συγγραφέας μετατρέπει σε λέξεις την κασέτα του αγώνα και παρακολουθεί τα πρακτικά της δίκης, που εντάσσονται στο κείμενο. Παραθέτει μάλιστα εκτενές απόσπασμα από προσωπική του συνομιλία με τον εισαγγελέα της δίκης, ο οποίος μεταξύ άλλων επέμενε να μάθει γιατί οι εικόνες που μετέδιδε η ασύρματη κάμερα στο αυτοκίνητο του Senna διακόπηκαν απότομα περίπου 0,9 δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση. Είναι δυνατόν ο σκηνοθέτης επί εννέα λεπτά να αφήνει την μετάδοση στην κάμερα από το μονοθέσιο και κατά σύμπτωση, όπως ισχυρίστηκε, να αλλάξει πλάνο σε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν την σύγκρουση;

Οι Ιταλοί θεωρούν απόλυτα φυσιολογική την διεξοδική διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος και την συνακόλουθη παραπομπή όσων θα μπορούσαν να έχουν ανάμιξη στο μοιραίο συμβάν. Οι Βρετανοί θεωρούν ότι η παρέμβαση της κοινής, πολιτικής δικαιοσύνης συνιστά παραβίαση της ασυλίας που εξ ορισμού απολαμβάνουν οι αγώνες ταχύτητας. Επικαλούνται το ασύμβατο της κοινής δικαστικής  πρακτικής με τους μηχανοκίνητους αγώνες, στους οποίους έχει καθολική ισχύ ο νόμος της «εκούσιας διακινδύνευσης» ή του «οικείου πταίσματος», εφόσον όλοι όσοι συμμετέχουν γνωρίζουν πολύ καλά ότι θέτουν την ζωή τους σε κίνδυνο. Η δικαιοσύνη των κοινών ανθρώπων, ισχυρίζονται, θα σκότωνε το κορυφαίο μηχανοκίνητο σπορ, εφόσον θα έπληττε τον ακρογωνιαίο λίθο του, τον θανάσιμο κίνδυνο που μαγνητίζει οδηγούς και θεατές.

senna-6

To βιβλίο εμπλουτίζεται με διηγήσεις φίλων, γνωστών και συνεργατών του Senna αλλά και αποσπάσματα από άλλα βιβλία ή άρθρα της F1 φιλολογίας, μια ένδειξη της μεγάλης ερευνητικής εργασίας του συγγραφέα. Δεν λείπουν οι ενδιαφέρουσες «μεταφυσικές» αφηγήσεις όπως εκείνη του John Bisignano, ειδικού δημοσιογράφου της Φ1, ο οποίος παραδέχεται ότι ανατρίχιαζε όποτε πλησίαζε στην σειρά εκκίνησης το αυτοκίνητο του Σέννα, καθώς υπήρχε μια ενέργεια που δεν μπορούσε να βρει γύρω από κανένα άλλο μονοθέσιο.

Ειδικότερα κεφάλαια αναφέρονται στους Alain Prost και Michael Schumacher – δυο αντιστικτικά αντίθετες και ανταγωνιστικές μορφές, σε στιγμιότυπα αγωνιστικής ιδιοφυίας και βιογραφικά και στατιστικά στοιχεία, ενώ τo επίμετρο του βιβλίου, προκαλεί έναν ακόμα αναγνωστικό αιφνιδιασμό. Σ’ ένα πυκνό κείμενο ο συγγραφέας αφήνεται σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την εμμονή του με το πρόσωπο του Σέννα, αυτού του «πιλότου του επέκεινα» (δικός του ο χαρακτηρισμός που υπεξαιρώ για τον τίτλο) αλλά και για την συνεχή δοκιμασία της «άτιμης γραφής». Είναι ένα υποδειγματικό σε μορφή και περιεχόμενο βιβλίο, για μια σπάνια αθλητική προσωπικότητα.

portrait-f1-champion-aryton-senna-made-from-the-jeans-of-sennas-family_

Εκδ. Key Books, 2014, σελ. 350.




Ιανουαρίου 2017
Δ T Τ T Π S S
« Δεκ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 799,202 hits

Αρχείο