Astrid Sheckels – Ο Έκτορας Φοξ και η αναζήτηση του γίγαντα & O Έκτορας Φοξ και το μαύρο φτερό

Πέντε αξιαγάπητοι εξερευνητές μυστηρίων και συναισθημάτων

Και μόνο από τα αρχικά δεδομένα, η σειρά αυτή μας κάνει να αισθανόμαστε πως βρισκόμαστε στο στοιχείο μας: αναζητούμε την λύση ενός μυστηρίου και μάλιστα όχι μόνοι μας αλλά με μια εκλεκτή συντροφιά φίλων. Επίσης, και μόνο από το ξεφύλλισμα της πρώτης σελίδας, είμαστε μέλη της ομάδας αφού μας προσφέρεται το απόλυτο έγγραφο της παιδικής περιπέτειας, ένας χάρτης και μάλιστα δισέλιδος, οι ενδείξεις του οποίου εντείνουν την έξαψη: Απαγορευμένος Βάλτος, Σκοτεινός Δρυμός, Δασύλλιο με τα Ψηλά Πεύκα, Πέτρινος Πύργος, τοπωνύμια που αφορούν και τα τέσσερα ως τώρα βιβλία της σειρά, τα δυο εκ των οποίων βλέπουμε τώρα.

Ο Μο το κουνάβι, η Λούσι η νυφίτσα, ο Τζέρεμυ ο κούνελος, ο μικροσκοπικότατος Τσάρλι το τρωκτικό και και άτυπος αρχηγός όλων η σοφή αλεπού Έκτορας Φοξ, όλοι τους κομψότατα και χρωματιστά ντυμένοι έρχονται κάθε φορά αντιμέτωποι με ένα μυστήριο που καλούνται να επιλύσουν. Όμως η έρευνα δεν γίνεται μόνο επί χάρτου (παρόλο που απλώνουν και αυτοί τους χάρτες τους, που άλλωστε υπάρχουν κατά πολλοί στο σπίτι του Έκτορα, τόπο των συναντήσεών τους) αλλά με την έξοδο από το σπίτι προς όλες τις κατευθύνσεις του δάσους και, όπως είναι ευνόητο, με την έκθεσή τους σε περιπέτειες και, ενίοτε, βήματα που μοιάζουν επικίνδυνα. Και όλα αυτά, προφανώς, προκαλούν σειρά συναισθημάτων τα οποία όμως εκφράζουν ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο Μο είναι ριψοκίνδυνος και τολμηρός, ο Τζέρεμυ προσπαθεί να επιδεικνύει το θάρρος του, ο Τσάρλι εκφράζει κάθε φόβο και τρόμο του, η Λούσι τον ενθουσιασμό της και ο Έκτορας είναι η φωνή της ψυχραιμίας και της λογικής. Υπέροχη παρέα!

Οι ιστορίες πάντα ξεκινάνε με το κλείσιμο ενός βιβλίου που μόλις έχουν διαβάσει και το οποίο δίνει το ζωτικό έναυσμα. Αν, για παράδειγμα, όπως συμβαίνει στην πρώτη ιστορία, τα παραμύθια αναφέρουν γίγαντες οι οποίοι μάλιστα ζούσαν λίγο παραπάνω, είναι αυτοί αληθινοί; Θα ζητήσουν να το εξακριβώσουν οι ίδιοι ακόμα κι αν είναι να μπουν στον μεγάλο δρυμό με τις τεράστιες σκιές και να βρεθούν στον απαγορευμένο βάλτο! Θα αντιμετωπίσουν τον πρώτο νομιζόμενο γίγαντα που είναι ο καλόκαρδος Ρούφους ο αρκούδος, θα πλεύσουν στην λίμνη με τις καλαμιές με μια βάρκα που τους προδίδει, θα βρεθούν στο νερό χωρίς δυνατότητα επιστροφής, θα διανυκτερεύσουν δίπλα δίπλα, θα νοιώσουν την απόγνωση αλλά το άλλο πρωί θα διακρίνουν τον γίγαντα των γιγάντων, την τεράστια άλκη που παίρνει το πρωινό της και τους προσκαλεί να το μοιραστούν.  Και τα καμπύλα, αναπαυτικά της κέρατα, αποτελούν ασφαλέστατο όχημα για την δια της λίμνης επιστροφή. «Να, λοιπόν, που τα παραμύθια είναι αληθινά», αναφωνούν και φυσικά αμέσως μόλις επιστρέψουν, σπεύδουν να …ανοίξουν ένα ακόμα βιβλίο!

Στο δεύτερο βιβλίο είναι ένα γράμμα που κινητοποιεί τα μέλη της συντροφιάς· μια παράκληση βοήθειας εκ μέρους των τριών Ποντικιών που ζουν στον Πέτρινο Πύργο, μαζί με το εσώκλειστο στοιχείο που τα έχει τρομάξει: ένα κατάμαυρο φτερό, δείγμα πιθανής εκδίκησης του Κορακιού. Είναι δυνατό να τα αφήσουν αβοήθητα; Η είσοδος στο γλιστερό δάσος υπό καταρρακτώδη βροχή είναι δεδομένη και η θέα του ψηλού πύργου με τα μικρά παράθυρα να είναι περικυκλωμένος από κοράκια τρομακτική! Δεν αρκεί η κρυφή είσοδος στα κρύα, υγρά δωμάτια, ούτε η διαβεβαίωση των κορακιών ότι κάτι που συνέβη κάποτε μπορεί να αποτέλεσε κληρονομική επιταγή μιας εκδίκησης των κορακιών. Πρέπει οι ίδιοι να μελετήσουν τα στοιχεία, να εξετάσουν προσεκτικά με τον μεγεθυντικό φακό τα φτερά και να φτάσουν στο ψηλότερο δώμα του πύργου για την δική τους αυτοψία. Εκεί τους περιμένει…η καταπακτή…όπου… Δεν αποκαλύπτουμε τίποτα, παρά μόνο πως με την επιστροφή τους θα ανοίξει για άλλη μια φορά το επόμενο βιβλίο. Η σειρά προς το παρόν συμπληρώνεται με άλλα δύο βιβλία και ελπίζουμε υπάρχει και συνέχεια, γιατί η αναζήτηση πρέπει πάντα να συνεχίζεται, τα συναισθήματα να εκφράζονται και η αλληλοβοήθεια των συντρόφων καλά να κρατεί! Ευχαρίστως θα τους προσελάμβανα για την ανεύρεση της χαμένης κάλτσας του πλυντηρίου! Ερχόμενη από την παλιά, λαμπρή παράδοση της εικονογραφίας των παραμυθιών, η Astrid Sheckels ζωγραφίζει έξοχα.

Εκδ. Διόπτρα, 2023, μτφ. Αργυρώ Πιπίνη, σελ. 40 (αμφότερα) [Hector Fox and the giant quest, 2014 / Hector Fox and the raven’s revenge, 2017]

Ιστοσελίδες της εικονογράφου εδώ και εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παδιών, εδώ.

 

Δημήτρης Καλοκύρης – Παρασάγγες, τόμος Γ΄ Παραλειπόμενων

Ούτε τώρα βρίσκω τίτλο

Δεν γνωρίζω ποια θεότητα με ευλόγησε με την μανία της ανάγνωσης, όμως ακριβώς σε περιστάσεις σαν και αυτήν σπεύδω στο ναΐδριο που της έχω αφιερώσει – μερικά ράφια σε περίοπτη θέση (βλ. τελευταία εικόνα) – και ανοίγω μερικά από τα σχετικά λατρευτικά βιβλία του Δημήτρη Καλοκύρη για να την ευχαριστήσω και να ευχαριστηθώ. Και αυτή τη φορά, που κλείνω σαράντα έτη ευφρόσυνης ανάγνωσής του τιμήθηκα με το τρίτο τόμο ενός υπερβιβλίου που δεν προϋποθέτει την ανάγνωση των προηγούμενων, αλλά σίγουρα τριπλασιάζει την απόλαυση. Στην πανδοχειακή παρουσίαση του πρώτου τόμου (Παρασάγγες, τόμος Α΄, Ονομαστικόν) είχα βάλει ως τίτλο «Το λεξικό με την συναρπαστική πλοκή και η τεχνική να λες οτιδήποτε»· στην αντίστοιχη του δεύτερου (Παρασάγγες, Τόμος Β΄, Ευρετήριο προσωπικών χρόνων) παραδέχτηκα εν τίτλω «Είναι αδύνατο να βρω τίτλο», συνεπώς για να μην επαναλαμβάνομαι, όσα γράφτηκαν εκεί ισχύουν και εδώ, όπως και το γεγονός ότι τέτοια βιβλία τελικά είναι δυσπερίγραπτα. Ξεκινούν «αθώα» ως μια σειρά λημμάτων και όσο διαβάζονται τόσο βαθύτερα σε τραβούν στον κόσμο τους που σε οδηγεί σε νέα  λήμματα και εκείνα με την σειρά τους σε πλείστα βιβλία αλλά και στην ίδια – πάντα! – την απόλαυση της αφήγησης. Εδώ οι λέξεις δεν εξαντλούνται, μόνο φωτίζουν όπως μόνο η εκάστοτε επιλεγμένη μπορεί. Ως προς την εξίσου ανεξάντλητη θεματολογία, ας περιοριστώ σε μια ελάχιστη ταπεινή καταλογογράφηση. Ας πούμε:

Μια σειρά κειμένων εκκινεί από μια αφορμή –εικόνα, αντικείμενο, μνήμη, τα γνωστά ύποπτα–, διασχίζει μερικά σύμπαντα και επιστρέφει σε κάτι άλλο εικόνα, αντικείμενο, μνήμη, τα γνωστά ύποπτα–, όπως για παράδειγμα οι «Διασυρμοί»: ένα παιδικό τρενάκι δρομολογείται σε πεζογράφημα μυθολογημένων συρμών Ρωσίας, αντίστοιχων μυθοποιημένων Κρήτης, συλλογή σχετικών αποκτημάτων, αναμνήσεις βλεμμάτων δεσποινίδων –έστω!– αγέρωχων, ενάρξεις μυθιστορημάτων, και οπωσδήποτε στην συνέχεια της επιβίωσης «με τη νοοτροπία του επιβάτη», για να μην ξεχάσουμε το Τραμ και τρέξουμε έξω από το κείμενο προτού ο συγγραφέας εκτροχιαστεί.

Εδώ έχουμε ιστορίες όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν· ταχυμυθιστορήματα βραδείας καύσεως, μικρές θαυμαστές ιστορίες (όπου ο αναγνώστης αποκλείεται να μην αναφωνήσει αλήθεια τώρα;!), υπέροχα συμβάντα που δεν είναι μεταφυσικά αλλά παρομοίως θαυμαστά («Το πνεύμα της βιβλιοθήκης»), προσωπογραφίες έξοχων γυναικών (ενδεικτικά: Σωσάννα, Γενοφέβα, Χέντυ Λαμάρ), εξαίσιες μνημονικές βινιέτες που εξακτινώνονται στο συλλογικό («Ψυχοκόρη»), δύο ξαφνικά παραμύθια μίας μόνο λέξης ή φράσης (και όμως υπάρχουν! – Ξαφνικό παραμύθι» «Ξαφνικό παραμύθι (2)»), ευφυή αποστομωτικά κείμενα («Μικρότητες»), επίτομες αναδρομές σε ωραίες λογοτεχνίες και σχήματα, όπως η σχετική «Ανοιχτή επιστολή» προς την επιστολική λογοτεχνία, αναπάντεχους καταλόγους ονομάτων που από μόνοι τους φτιάχνουν ένα θεματικό ληξιαρχείο, υποδειγματικούς αφορισμούς («Περί τύπου», «Ιστορία του ελληνικού πένθους», «Διεθνές»), λήμματα για άξιους δημιουργούς όπως ο τεχνίτης του θεατρικού και όχι μόνο λόγου Μάριος Ποντίκας ή ο σκηνογράφος Γιώργος Πάτσας, αναπάντεχες παπαδιαμαντικές παρεμβολές («Γιατρικά της Βαβυλώνας»), «κάτι» από την ανεξάντλητη Αληθινή Ιστορία του Λουκιανού (που μας γνώρισε στον Ύψιλον βαθμό ο συγγραφέας), αυτούσια λογοτεχνάσματα («Παράξενο περιστατικό σε ώρα κοινής ησυχίας») και μια ακριβέστατη και λεπτομερή ναοδομική αποτύπωση των σούπερ μάρκετ, και δη με στοιχεία ανατριχιαστικών αντιστοιχιών. Επίσης, επιτέλους δημοσιεύεται ένα πλήρες κείμενο από εκείνα που ηλεκτρονικώς μας πληροφορούν ότι μας παραχωρούνται χρήματα, και πρόκειται για λογοτεχνικό αριστούργημα – α, μετά κι άλλο ένα.

Ρουθ, δε μιλάς; ρωτούσε ο Νίκος Καββαδίας, κι όμως η Ρουθ «μιλάει» με το παλαιοδιαθητικό κείμενο, όπως και ορισμένες άλλες βιβλικές ιστορίες οι οποίες ακριβώς ξεκομμένες από το μεγάλο σώμα αναδεικνύουν πλείστες λογοτεχνικές αρετές (ενώ, παράλληλα, είναι αδύνατο να μη συμφωνήσουμε με την διακριτική, μικρογράμματη σκέψη του «Με τι ασχολούνταν όμως κι αυτοί οι άνθρωποι…»). Μεταξύ άλλων εξίσου εκτενών κειμένων περιλαμβάνονται αποκόμματα από μυθιστορήματα άλλων και του ιδίου (το συγκεκριμένο από Το δικό του χέρι του σημαιοφόρου έχει θέση στην Απόλυτη Ερωτική Ανθολογία του καιρών) και ένα απόσπασμα από την απόδοση του συγγραφέα στην Πάπισα Ιωάννα που ως γνωστόν ανέφλεξε φλογοβόλα φωτιά μαζί με την σχετική διαφωνητική, για την οποία φρονώ πως καλύτερη απάντηση είναι ακριβώς η συγκεκριμένη απόδοση. Και παραμένοντας στον ίδιο συγγραφέα, εδώ υπάρχουν και μερικές βιβλιοθηκονομικές έρευνες, όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πράξη του «παράφορου εφόρου» Εμμανουήλ Ροΐδη όταν ανακάλυψε την επιτυχία μιας άλλης Πάπισσας Ιωάννας, να μαχαιρώσει το εν λόγω βιβλίο, με τον Καλοκύρη κατόπιν όλων των αποθησαυρισμένων δεδομένων να αναρωτιέται μήπως τελικά το μαχαίρι ήταν χαρτοκόπτης.

Αν ο κάθε άνθρωπος έχει τουλάχιστον είκοσι πραγματικές ιστορίες σπαρταριστής ή συγκινησιογόνας φύσης (και ορισμένοι κοσμογυρισμένοι ίσως περισσότερες), τότε ο συγγραφέας μας τις χαρίζει όλες σαν ταινίες μικρού μήκους που ως τέτοιες θα κέρδιζαν σε εικόνα αλλά θα έχαναν σε λέξεις («Τελευταίο ταγκό στη Ρώμη»). Σε μια κορυφαία στιγμή βέβαια ο ίδιος επί σκηνής, ηλεκτρικός μπασίστας ροκ συγκροτήματος καταλαμβάνεται από οίστρο, ανεμίζει χαίτη, ακροβατεί εκτροχιαζόμενος μέχρι να μάθει ότι οι έτεροι συμπαίκτες φρόντισαν από ώρα να του έχουν βγάλει το βύσμα – όμως ακόμα και αυτό αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης περί μουσικής προσωπικής γενεαλογίας γούστου και κριτικής («Μούσαις χάρισι, θείε»).

Και, επιτέλους, μερικά ονόματα που κουρνιάζουν στα πρώιμα αναμνηστικά της προσωπικής μας ανακάλυψης του κόσμου εδώ έχουν το κείμενο που τους αξίζει: Το «ξεφύλλισμα», για παράδειγμα, του τευχιδίου Ο Ταρζάν και οι θησαυροί του Όπαρ ξεκινάει από την ούτως ή άλλως αξέχαστη εξωτική αίσθηση των ανάλογων χάρτινων ιστοριών και φτάνει στην αναζήτηση του τόπου σε μια ούτως ή άλλως φαντασιακή υδρόγειο, ακολουθεί τον ήρωα σε ατραπούς εγκυκλοπαιδικής φύσης, «αφιερώνει» με την ευκαιρία (ποια ευκαιρία;) υπέρ ροκ και κατά λαϊκών και καταλήγει, πάντα με αξιοθαύμαστη συνδεσμολογία, στον Χαλλινταίη και στην Βαρτάν («Όπαρ»). Και δεν γνωρίζω αν η υπέροχη νωπογραφία από την Αιθιοπία που απεικονίζει την «βασίλισσα του Σαβά ταξιδεύοντας για αν επισκεφτεί τον βασιλιά Σολομώντα» ενέπνευσε, συνοδεύει ή δημιουργήθηκε από το σχετικό του κείμενο («Η βασίλισσα του Σαβά»). Και αν είναι να αποκαλύψω μόνο μία από τις δεκάδες μνημειώδεις σκηνές ας σπεύσω στο έξοχο περί καμηλών (και προφανώς όχι μόνο) δοκίμιο «Εκ μεταφοράς» για να ξαναδώ τον πολυγραφότατο βεζίρη της Περσίας Τάδε, που έπαιρνε μαζί του όπου πήγαινε ολόκληρη την προσωπική του βιβλιοθήκη με 117.000 τόμους μεταφερόμενη από καμήλες εκπαιδευμένες να βαδίζουν με αλφαβητική σειρά!

Όταν ο Καλοκύρης προβαίνει σε αστυνομική εξερευνητική φιλολογία, όπως αυθαίρετα ονομάζω τις έρευνές του που εκκινούν από κάποιες μυστηριώδεις ή και όχι φράσεις δημιουργών (π.χ. «Το καίριο αίνιγμα του φωτογραφιστή» – εδώ εξαιτίας μιας φράσης του Νίκου Εγγονόπουλου) ή σε μια αντίστοιχη έρευνα στην ληστρική μυθιστοριογραφία, τότε ο αναγνώστης απλά λυπάται που δεν έχει κι άλλο και σκέφτεται πως όλοι αυτοί οι κέντρωνες θα μπορούσαν να συνεχίζονται εσαεί και το θέμα να απλώνεται με απόλυτη συνοχή σε τόπους, χρόνους και είδη. Και ανάμεσα σε όλα αυτά δεν υπάρχει άλλος χώρος για τον έρωτα; θα αναρωτιέται κανείς, σίγουρα όχι ένας <ανα>γνώστης του συγγραφέα πως γνωρίζει καλά ότι οι σχετικές εγγραφές είναι πλήρεις και εμπεριστατωμένες, κυμαινόμενες από αποθεώσεις ερωτισμού (βασισμένων σε πραγματικά περιστατικά) που δεν συντομογραφώ για να μη χαθεί η ακαριαία τους λάμψη («Παραπλεύρως», «Λευκή σαν όνειρο», «Μάριμπορ») –πότε ζήλεψα για προτελευταία φορά τους επιτόπιους ήρωες; δεν θυμάμαι αλλά αυτοί εδώ σίγουρα είναι οι τελευταίοι– έως προσγειώσεις λαγνείας («Πηνία ανάφλεξης», «Ος μάλα πολλά» «Του Πάγου») που είναι εξίσου άξιες αναβίωσης – έστω αντιβίωσης.

Με το που θα ανοίξουν οι σελίδες του θαυμαστού καλοκύρειου κόσμου υπάρχουν τρεις παγίδες: την ώρα που επιταχύνεις αχόρταγος για το πιο κάτω, ο ίδιος ο λόγος σου λέει στάσου, εδώ υπάρχουν λέξεις να εκφέρεις, να «δεις», να θυμηθείς, να χαρείς. Μόνη λύση είναι η διπλή ανάγνωση, μία για το θέμα και μια για την απόλαυση της γραφής· ίσως και μια παραπάνω για να μας ξεφύγει τίποτα από αυτό το διαλυτικό χιούμορ. Για την δεύτερη παγίδα στην οποία με έχει από καιρό ρίξει αυτή η γραφή δεν θα επεκταθώ· απλώς θα γράψω ότι είναι απολύτως κολλητική: ζω μια ιστορία, βλέπω ένα όνειρο, παρατηρώ μια σκηνή και μετά σκέφτομαι πώς θα την έφτιαχνα ως λήμμα του συγγραφέα… Αλλά δεν θα πέσω στην τρίτη παγίδα, να παρασυρθώ ματαιότητα της κατασκευής μιας λίστας των ειδών που εμπεριέχονται σε όλα αυτά τα κείμενα που γράφτηκαν με πλείστες αφορμές, προσκλήσεις και εμπνεύσεις. Το είδος είναι ένα: το είδος Καλοκύρη.

Εκδ. Άγρα, 11/2025, σ. 224.