19
Φεβ.
18

Paco Ignacio Taibo II – Αρχάγγελοι

Οι άγνωστοι αγωνιστές ενός άλλου κόσμου

Υπάρχουν προσωπικότητες που γεννήθηκαν για τη φαντασία, αλλά, καθώς είναι υποχρεωμένες να κινούνται στη μιζέρια της καθημερινότητας για να βρουν ένα κενό στην ιστορία, επανεπινοούνται για το φως της κινηματογραφικής οθόνης, για την πιο συναρπαστική σελίδα ενός μυθιστορήματος, για τον πιο παράλογο, αντιφατικό και παθιασμένο επικό τραγούδι. Προσωπικότητες στις οποίες δεν αρκούν τα βιογραφικά σημειώματα και όλες οι υποσημειώσεις και που γι’ αυτό ξεγλιστράνε οι ίδιοι και η εποχή τους μέχρι να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι η σελίδα ενός κακοτυπωμένου ημερολογίου τοποθετημένου πάνω από την κουζίνα νοικοκυριού προλετάριων, ήρωες σε βουβή ταινία που δεν θα γυριστεί ποτέ, θέμα συζήτησης στο αλλόκοσμο φως στο καμίνι. [σ. 297]

Τα λόγια του συγγραφέα δεν αφορούν μόνο τον Μαξ Χελτς (στο κεφάλαιο του οποίου γράφονται) αλλά όλους τους χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο συναρπαστικό του βιβλίο· δώδεκα δευτεραγωνιστές των μεγάλων επαναστάσεων του 20ού αιώνα, πρόσωπα δεύτερης ή τρίτης γραμμής, που δεν έχουν κοινή πολιτική ιδεολογία αλλά εκείνο το «θαυμάσιο πείσμα» για την πίστη τους να αλλάξουν ριζικά τον κόσμο. Πρόκειται όμως και για ήρωες ή αντιήρωες η ιστορία των οποίων καλύπτεται με σκιές και κρύβεται σε πηγές συχνά άγνωστες, που ο Τάιμπο ΙΙ αποθησαυρίζει από χρόνια για να μην προδώσει την ιστορική τους πιστότητα. Αλλά μια πρόσθετη έκπληξη περιμένει τον αναγνώστη: σε κάθε κείμενο επιλέγει και διαφορετική αφηγηματική τεχνική και ύφος, ενθέτει ελεύθερα την υποκειμενική του ματιά και συνομιλεί με τις πηγές, ενώ συχνά διατυπώνει ερεθιστικές ερωτήσεις προς τους ήρωές του.

Ξεκινώ με την προσωπικότητα που καλύπτει ένα κείμενο εξήντα σελίδων. Ο Μαξ Χελτς έμαθε από μικρός την τέχνη τού να είναι ακριβής στο ραντεβού του με την επανάσταση. Ο Χελτς κατανοεί τον κόσμο όταν συνομιλεί με τον σοσιαλιστή εκδότη εκδότης Γκεόργκ Σούμαν, τον οποίο είχε διαταχθεί να επιτηρεί στο δυτικό μέτωπο ως «προδότη», χωρίς να του μιλάει. Παρών στην έναρξη της γερμανικής επανάστασης του 1918, καλεί σε άμεση δράση τους απολυμένους εργάτες μιας συγκέντρωσης και σε αυτά τα εμπρηστικά καλέσματα και στην πρόταξη της δράσης βρίσκεται η γέννηση του «χελτσιανού στιλ»: η ταχύτητα αντίδρασης στα γεγονότα, το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, η γνώση της περιοχής, το απίστευτο θάρρος. Φροντίζει να μην είναι ποτέ μόνος του· «το πλήθος δεν είναι τα ανώνυμα πρόσωπα που βλέπεις από το βήμα· είναι σαν κι εσένα, έτοιμοι να επέμβουν και να περάσουν στη δράση». Προσελκύει τον κόσμο σαν τεράστιος μαγνήτης· τους ανακαλύπτει σιωπηλούς μέσα στο πλήθος και τους ρίχνει στον πόλεμο μαζί του.

Οι πρακτικές του: επιθέσεις που θυμίζουν οπερέτα, κατασχέσεις τροφίμων από τα σπίτια των αφεντικών, διανομές σε απόρους, συλλογικές κουζίνες, επιθέσεις σε τράπεζες, εμπορικά καταστήματα και κυβερνητικά γραφεία, εμπρησμοί σπιτιών,  καταστροφές εγγράφων ιδιοκτησίας, υποθηκών ή δικαστηρίων, ακόμα και μνημείου όπως η Στήλη της Νίκης στο Βερολίνο, σύμβολο του γερμανικού μιλιταρισμού – το τελευταίο αυτό σχέδιο δεν ευοδώθηκε. Στα εργοστάσια ανοίγει τα χρηματοκιβώτια και μοιράζει τα χρήματα στους εργάτες. «Ποτέ δεν ξέρει κανένας τι θα κάνουμε». Κινητικότητα και απρόσμενη δράση χωρίς κανένα σχέδιο: το κλειδί της επιτυχίας.

Ο Χελτς μένει πάντα έξω από φράξιες και εσωτερικές συζητήσεις και κανείς δεν μπορεί να καταλάβει με ποιο κόμμα είναι. Μια έκρηξη χειροβομβίδας τον αφήνει σχεδόν τυφλό και σύντομα συλλαμβάνεται. Μετά την σύλληψή του η Κομμουνιστική Διεθνής δεν υποστήριξε τις ενέργειες του αλλά προσπάθησε να κεφαλαιοποιήσει την μορφή του. Αντίθετη στην τρομοκρατία και στις ατομικές ενέργειες των ελεύθερων σκοπευτών, τον εκτιμά ως έναν από τους θαρραλέους αντάρτες που ύψωσαν το ανάστημά τους ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Το κομμουνιστικό κόμμα ανέλαβε την υπεράσπισή του και οργάνωσε μια επιτροπή διανοούμενων στην οποία συμμετείχαν ο Τόμας Μαν και ο Έρνστ Τόλερ με σκοπό την αναθεώρηση της διαδικασίας. Στην επτάχρονη απραξία της φυλακής, η αναπόληση των μαχών των ετών 1918 – 1921 αποτελεί την μόνη του παρηγοριά.

Η απελευθέρωσή του μετατράπηκε σε μεγάλη γιορτή αλλά η πλειονότητα των Γερμανών αγωνιστών ακολουθώντας τις ντιρεκτίβες της Μόσχας περιφέρει τον ήρωά της σε γιορτές και φιέστες. Ο Χελτς είναι περισσότερο ο μεγάλος ελέφαντας σε ένα προπαγανδιστικό τσίρκο και οδηγείται από συνέδριο σε συνέδριο για να αφηγείται την ζωή του. Η ηγεσία του Κόκκινου Μετώπου δεν του επιτρέπει να μπει στην δράση, όσο πεισματικά κι αν ζητά να επιστρέψει στην Γερμανία να πολεμήσει την επικράτηση του ναζισμού· τον στέλνει στη Μόσχα για να αναλάβει καθήκοντα …κομματικού γραφειοκράτη ενώ του αφαιρούν το διαβατήριο και το περίστροφο. Το 1921, ο άνθρωπος που ηγήθηκε της επανάστασης στην Κεντρική Γερμανία, καταρρέει. Αναγκάζεται να μεταβεί σε ένα χωριό κοντά στο Γκόρκι για να κάνει διοικητική δουλειά σε μια σοβιετική βιομηχανία. Για πρώτη φορά έχει ηττηθεί ολοκληρωτικά. Ακόμα και ηττημένος όμως αποτελούσε απειλή κι έτσι έχασε την ζωή του εξαιτίας ενός ύποπτου πνιγμού, παρότι δεινός κολυμβητής.

Τα πρώτα χρόνια που ακολούθησαν, ο Μαξ θεωρήθηκε από τους σοσιαλδημοκράτες ένας επικίνδυνος τυχοδιώκτης, από τους επίσημους κομμουνιστές ανεύθυνος και προδότης, από την κομμουνιστική Αριστερά αναρχικός και από τους αναρχικούς λενινιστής Αυτοί που αγωνίστηκαν στο πλευρό του σφαγιάστηκαν από τον ναζισμό ή στα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το όνομα και η ιστορία του Μαξ Χελτς πέρασαν στη λήθη.  [σ. 367]

Μπορεί και όχι. Την δεκαετία του 1980 η μετασταλινική γραφειοκρατία της Ανατολικής Γερμανίας αποφάσισε να τοποθετήσει ένα άγαλμά του σε μια πλατεία. Μετά την πτώση του Τείχους το άγαλμα απομακρύνθηκε και τοποθετήθηκε στο υπόγειο ενός μουσείου απ’ όπου μια ανώνυμη μέχρι σήμερα ομάδα το «απελευθέρωσε». Την ίδια εποχή σε μια ζώνη με κατειλημμένα σπίτια στην Μάιζενστράσσε δημιουργήθηκε ένα βιβλιοπωλείο μεταχειρισμένων βιβλίων που είχε το όνομά του. Κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επέμβασης το βιβλιοπωλείο καταστράφηκε ενώ οι αστυνομικοί έκαναν διαγωνισμό βολών πυροβολώντας τα βιβλία. Ίσως μέσα από τις σελίδες ενός φυλλαδίου που μας διηγείται τα δικά του κατορθώματα, τρυπημένο τώρα από σφαίρες, ο Μαξ Χελτς μας χαμογελά.

Κόρη του Μιχαήλ Ράισνερ που εγκατέλειψε τον φιλομοναρχισμό και έγινε δημοκράτης, η Λαρίσα Ράισνερ βρίσκεται από μικρή στην εξορία αλλά και περιτριγυρισμένη από παθιασμένες συνομιλίες που ροκανίζουν το τέλος του αιώνα όπου όλα θα αλλάξουν και αυτοί που σήμερα δεν είναι τίποτα θα είναι τα πάντα. Με την επανάσταση του 1905 οι γονείς της εγκαταλείπουν την εξορία και επιστρέφουν στην Αγία Πετρούπολη. Η έναρξη του Μεγάλου Πολέμου την βρίσκει μαζί με τον πατέρα της να ιδρύει και να διευθύνει το περιοδικό Rudin, με το οποίο εκφράζει τις θέσεις του αντιπολεμικού σοσιαλισμού με άρθρα που καταγγέλλουν την βαρβαρότητα της σφαγής. Ο κόσμος της σοσιαλδημοκρατίας είναι ο κόσμος της γραπτής λέξης, της εμμονής με την παράνομη εφημερίδα και του αγκίτ-προπ και η Λαρίσα κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον όπως σ’ ένα μεγάλο σπίτι. Κατά την επανάσταση των μπολσεβίκων βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέλαβαν το φρούριο του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου.

Αλλά το πεδίο της είναι η δύναμη των λέξεων και συνεχίζει να γράφει για τις δυνάμεις που έχει απελευθερώσει η ρωσική επανάσταση προτού καταστραφεί σύντομα από τον σταλινικό απολυταρχισμό. Η παράξενη φιγούρα της όμορφης και εκλεπτυσμένης γυναίκας δεν εργάζεται μόνο στο Τμήμα Προπαγάνδας αλλά γίνεται και μέλος του Κόκκινου Στρατού. Στο βιβλίο της Στο μέτωπο περιγράφει τις πολεμικές της εμπειρίες αλλά και τα τοπία και τις ιστορίες των ανθρώπων της δεύτερης γραμμής. Η άποψη της για την επανάσταση και τους ηγέτες της δεν είναι καθόλου αγιογραφική, καθώς ανακαλύπτει φαινόμενα διαφθοράς και κατάχρησης εξουσίας. Η Λαρίσα παραμένει ελεύθερη και στον έρωτα· η νέα σοβιετική κοινωνία ερχόταν σε ρήξη με τα παλιά μοντέλα ζωής άρα και με τις αντιλήψεις για το σεξ και τον γάμο.

Το 1923 ζητάει να πάει στην Γερμανία όπου εκείνη την στιγμή συμβαίνει μια άλλη επανάσταση. Στο φυλλάδιο Βερολίνο. Οκτώβρης 1923 συνδυάζει την πολιτική ανάλυση με τον τρόπο του Τρότσκι με την νατουραλιστική περιγραφή του Ζολά, την αίσθηση του χιούμορ και την αποκάλυψη της ατμόσφαιρας. Το Αμβούργο στα οδοφράγματα έμελλε να είναι το πιο σημαντικό της βιβλίο. Η αφήγηση της εξέγερσης συνδυάζεται με τις περιγραφές των κτιρίων, των γερανών, των δρόμων των ιερόδουλων, των εργατικών κατοικιών, και των φράσεων της εργατικής τάξης. Η Λαρίσα δεν ερωτεύεται μόνο τους εξεγερμένους αλλά και την ίδια την εξέγερση, παρά την αποτυχία, ενώ σαγηνεύεται από τον βιομηχανικό κόσμο και το περιβάλλον του λιμανιού. Όπως γράφει ο Τάιμπο, να διηγείσαι σημαίνει να στερεώνεις στη μνήμη αυτό που γνωρίζει την άρνηση, να οικοδομείς αυτό που ξεχνιέται.

Η Λαρίσα αναζητά την επανάσταση στον βιομηχανικό κόσμο, στα εργοστάσια και τα ορυχεία, μακριά από την γραφειοκρατία του Πέτρογκραντ και της Μόσχας. Επί μήνες ταξιδεύει στα Ουράλια, στην πλούσια σε άνθρακα λεκάνη του Ντόνετς, στα ορυχεία πλατίνας στο Κτιλίμ, στα χυτήρια, στις κλωστοϋφαντουργίες του Ιβάνοβο. Κοιμάται στα τρένα, στα ορυχεία, στα τοπικά συνδικάτα. Τα ρεπορτάζ της αργότερα θα πάρουν μορφή στο βιβλίο Κάρβουνο, σίδηρος και ανθρώπινα όντα. όπου κάθε ιδέα προπαγάνδας αντικαθίσταται από οξύτατη κριτική στον τρόπο που ζουν οι εργάτες,  διηγήσεις με γραφειοκρατικά λάθη αλλά και παλιές ιστορίες και λαϊκούς μύθους. Η πένα της δεν τρέμει όταν ασκεί κριτική στην πολιτική της ανόδου δι’ αλμάτων ενώ παραμελούνται οι συνθήκες ζωής των εργατών.

Το βιβλίο της Στη χώρα του Χίντενμπουργκ, μια κριτική του καπιταλισμού με μια αλλόκοτη, συχνά σουρεαλιστική ματιά ενώ ο χλευαστικός της τόνος δεν παύει να αποκαλύπτει την σαγήνη της για τις μηχανές. Όταν η δημοκρατία των μπολσεβίκων βαδίζει προς την προσωποκεντρική δικτατορία του Στάλιν η Λαρίσα ασθενεί και πεθαίνει από μαλάρια που κόλλησε στο Αφγανιστάν. Από αυτή την άποψη η έξοδός της ήταν ευλογία, αφού δεκάδες σύντροφοι, φίλοι και προσωπικότητες χάθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην ζοφερή σταλινική περίοδο.

Ο άντρας με τα σκούρα γυαλιά που κοιτά τον ουρανό λέγεται Ντομίνγκο και λέγεται Ραούλ. Έτσι τιτλοφορεί ένα άλλο κεφάλαιο ο συγγραφέας, που συναντά τον ήρωά του σε μια από τις ελάχιστες φωτογραφίες του και τον κυνηγά για χρόνια σε αποκόμματα εφημερίδων, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες, «βιβλία σχεδόν αδιανόητα», σκόρπιες πληροφορίες, αλληλοαντικρουόμενες αναφορές, ένα σύνολο θραυσμάτων μιας προσωπικής και πολιτικής περιπέτειας. Στην Αβάνα το 1956 πεθαίνεις πολύ εύκολα και τα πτώματα μένουν πεταμένα στον δρόμο, ξεσκισμένα, σαν μια ένδειξη χειρισμού των αντιφρονούντων· όμως το ίδιο καυτό αίμα έχει την απρόσμενη ικανότητα του καλέσματος. Ένα χρόνο πριν την επανάσταση ο Ραούλ ενώνεται με τις φοιτητικές ομάδες που κάνουν αντίσταση στον δρόμο ενάντια στον Μπατίστα και γίνεται μέλος του Επαναστατικού Διευθυντηρίου.

Ο Ραούλ Ντίας Αργουέγιες μάχεται στο δρόμο με την ευφορία του δρόμου και την θλίψη των ενταφιασμών. Αναγκάζεται να φύγει κυνηγημένος στις ΗΠΑ ενώ σε λίγες μέρες ο νεαρός δικηγόρος Φιντέλ Κάστρο με τον μαθητευόμενο ράφτη Καμίλο Σιενφουέγος και τον Αργεντινό γιατρό Ερνέστο Γκεβάρα αποβιβάζονται με άλλους ογδόντα νέους στις ακτές του Οριέντε. Τα χρονικά των επόμενων ετών τον τοποθετούν στην Κούβα του 1957 και η καλύτερη ενημερωτική αλυσίδα της εποχής της λογοκρισίας, η λαϊκή φημολογία, τον βρίσκει να κάνει αναγκαστική προσγείωση ενός αεροπλάνου γεμάτου όπλα σε μια λεωφόρο, καταφέρνοντας να σώσει και τον εαυτό του και το φορτίο. Ακολουθούν μια σειρά από μάχες στην πόλη και στα βουνά.

Ο Τάιμπο διανθίζει το κείμενο με ερωτήσεις, προσπαθώντας να καταλάβει τους ήρωές του. Πόσο γερνάει ένας νέος όταν βλέπει τους φίλους του να πεθαίνουν; Ποιο είναι το σύνορο ανάμεσα στο θάρρος και την τρέλα; Πως διαχειρίζεται κανείς τον συνεχή φόβο ή την ευθύνη να στείλει άλλους στον θάνατο; Τώρα ο εικοσιδυάχρονος Αργουέγιες είναι αδύνατο να σταματήσει ακριβώς γιατί στις πλάτες του βαραίνει η ανάμνηση των νεκρών φίλων. Στις αρχές του 1959 προελαύνει στην Αβάνα· η δικτατορία του Μπατίστα έχει καταρρεύσει. Είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μια από τις πιο σκληρές πόλεις του κόσμου, ένα εγκληματικό περιβάλλον γεμάτο οργανωμένο τζόγο, πορνεία, μαφία των ναρκωτικών; Το Τμήμα του αρνείται τις δωροδοκίες και αποκτά την φήμη του αδιάλλακτου. Σε μια βιογραφία χωρίς έκδηλη γοητεία, γεμάτη ατέλειωτες ώρες γκρίζας δουλειάς, υπάρχει αφθονία ηρωισμού στις καθημερινές ιστορίες των υποδομών, της οικοδόμησης σχολείων, των νέων εργαστηρίων μηχανικών.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο του Τσε είναι θέμα χρόνου για τον Ραούλ να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι προς την διεθνή επανάσταση. Μέχρι το 1974 η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την αποικία της Γουινέας – Μπισάου και τον πόλεμο του λαού της ενάντια στον πορτογαλικό αποικιακό στρατό ενώ ακολουθεί η πολύπαθη Ανγκόλα, όπου και γίνεται ο μυθικός πανταχού παρών Κουβανός – φάντασμα. Σ’ έναν αγώνα ενάντια σε όλες τις πιθανότητες κατορθώνει αδιανόητες νίκες και συχνά δεν υπάρχει χρόνος ούτε να τις γιορτάσει· όπως θυμάται ένας φίλος του: Μέσα στην τρομερή ζέστη, είχε σταματήσει να ιδρώνει. Δεν χαράμιζε ούτε μια σταγόνα νερό. Μια νάρκη τον τραυματίζει σοβαρά και καθώς τρέχει υποβασταζόμενος από τους συντρόφους του ο Τάιμπο είναι βέβαιος πως θα τους είπε: Μιλήστε γι’ αυτό που κάναμε.

Η επιστροφή του τελευταίου μαγονέρο αναφέρεται στον Λιμπράδο Ριβέρα, που πίστευε με μανία στην δύναμη της γραπτής λέξης. Η ιστορία του ξεκινά όταν επιστρέφει στο Μεξικό ύστερα από δεκαοκτώ χρόνια εξορίας, εκ των οποίων τα εντεκάμισι σε φυλακές των ΗΠΑ, καταδικασμένος μαζί με τον Ρικάρντο Φλόρες Μαγόν για εγκλήματα του Τύπου, εξαιτίας του «Μανιφέστου προς τους εργάτες του κόσμου».

Το 1923 του προσφέρεται αποφυλάκιση υπό τον όρους κι εκείνος αρνείται να την δεχτεί και να αναγνωρίσει την ενοχή του. Μακριά από το μυαλό μου η ιδέα να εγκαταλείψω τη μάχη που ξεκίνησα πριν από τόσα χρόνια υπέρ των φτωχών. Οι απειλές και οι τιμωρίες δεν με φοβίζουν ούτε με αποθαρρύνουν, πόσο μάλλον θα με πείσου  ότι έπραξα λάθος. Αυτές οι τακτικές απευθύνονται σε παιδάκια. Δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα μετανιώσω ποτέ. [σ. 256]

Οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίζουν να τον ξεφορτωθούν, μετατρέποντας την κάθειρξη σε δικαστική απέλαση, και τον παραδίδουν στα χέρια των μεξικανικών Αρχών στη συνοριακή γραμμή. Στα σύνορα, ο τελευταίος μαγονέρο είναι άρρωστος, χωρίς λεφτά, κυκλωμένος από τον ανεξιχνίαστο θάνατο του Μαγόν· αλλά δεν έχει εγκαταλείψει. Οποιοσδήποτε αμερόληπτος παρατηρητής, γράφει ο Τάιμπο, θα μπορούσε να εντοπίσει τη λάμψη στα μάτια του. Δημοσιεύει ένα νέο «Μανιφέστο», πεπεισμένος για τις αρετές της διάδοσης μιας ιδέας και την γοητεία της γραπτής λέξης. Σύντομα φτιάχνει τις βαλίτσες του και μεταβαίνει στην καρδιά του κοινωνικού πολέμου, στο Ταμπίκο.

Τις αλήθειες που εξαπέλυα ενάντια στην τότε δικτατορία, τις ίδιες εξαπολύω και σήμερα μέσα από τη φυλακή ενάντια στη σημερινή δικτατορία, και θα συνεχίσω να κάνω το ίδιο μέχρι να μου κόψουν την ανάσα στα ανανεωτικά μπουντρούμια τους. [σ. 275] Οι φυλακές στάθηκαν ανίκανες να με πείσουν ότι είμαι ένα λάθος και να μου αλλάξουν την ακλόνητη πεποίθηση ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να λύσει το πρόβλημα της φτώχειας [σ. 289]

Ο Λιμπράδο Ριβέρα συνεχίζει να αντιμετωπίζει με καθαρό βλέμμα τους διώκτες του και να γνωρίζει αλλεπάλληλες φυλακίσεις και κακομεταχείριση αλλά και να αρνείται να αποφυλακιστεί υπό όρους. Η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του και καταστρέφει την τεράστια βιβλιοθήκη του, μια ανεκτίμητη συλλογή εντύπων, ακόμα και τα γυαλιά του. Η σημαντικότερη εκστρατεία του είναι για την απελευθέρωση των Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι με τους οποίους αλληλογραφεί προσωπικά. Παρά την διεθνή κινητοποίηση η «νόμιμη δολοφονία» τους δεν αποφεύγεται και ο ίδιος συντρίβεται γιατί βρισκόταν στην φυλακή, αδύναμος να βοηθήσει περισσότερο. Ο Ριβέρα αναπαύεται ύστερα από εννιά χρόνια αφοσιωμένου προσωπικού πολέμου ενάντια σ’ ένα αυταρχικό κράτος με μόνα όπλα το πείσμα και το ύφος.

Ο αυστριακός Φρίντριχ Άντλερ ήταν ένας σοσιαλδημοκράτης που έφτασε στην πολιτική δολοφονία για ηθικούς λόγους. Εξαρχής αντίθετος στον Μεγάλο Πόλεμο του 1914 ένιωθε την ανάγκη να σπάσει την τρέχουσα απραξία με μια συμβολική πράξη. Έφτιαξε έναν κατάλογο με τα ονόματα αυτών που ήταν υπεύθυνοι για την πολεμική σφαγή κι επέλεξε να σκοτώσει τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία αποποιήθηκε κάθε ευθύνη· το κόμμα δεν αποδεχόταν την τρομοκρατία και διατεινόταν ότι ο Άντλερ ήταν διανοητικά ταραγμένος. Πολλοί θεωρούσαν ότι με αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να σωθεί η ζωή του όμως ο ίδιος το αρνήθηκε γιατί θα χανόταν οποιοδήποτε νόημα από την πράξη του: Πάλεψα με πάθος κατά την διάρκεια της έρευνας να καταδείξω το γεγονός ότι η πράξη μου ήταν το αποτέλεσμα μιας απόφασης που έλαβε ένας άντρας σε συνθήκες απόλυτης πνευματικής διαύγειας [σ. 102]

Το οριστικό πόρισμα επιβεβαίωσε την ψυχική του διαύγεια και ο Άντλερ δεν ήταν πλέον ένας τρελός αλλά ένας ήρωας. Επί τέσσερις ώρες στην δίκη εξηγούσε την αποστροφή του για τον πόλεμο, τον οποίο θεωρούσε πράξη οργανωμένου κρατικού εγκλήματος κι έκανε απεγνωσμένη έκκληση στη λογική ακόμα και με μια πράξη παράλογη. Υποστήριξε ότι δεν πιστεύει στις ατομικές πράξεις βίας αλλά στην λαϊκή δύναμη κι ότι ήθελε να καθορίσει τις ψυχολογικές συνθήκες για μελλοντικές μαζικές πράξεις. Ο λόγος του κυκλοφόρησε παράνομα παντού με αποτέλεσμα να αναβληθεί η καταδίκη σε θάνατο για το ενδεχόμενο τεράστιας κοινωνικής αναταραχής. Με την κατάρρευση της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας ο Άντλερ απελευθερώθηκε, έγινε γραμματέας του Γραφείου της Δεύτερης Διεθνούς, συμμετείχε ενεργά στον Ισπανικό Εμφύλιο κι έζησε ως τα ογδόντα ένα.

Την στρατιά των ασυμβίβαστων ονειροπόλων επαναστατών συμπληρώνουν οι αναρχικοί της δράσης Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι και Φρανσίσκο Ασκάσο, ο σοσιαλδημοκράτης με πίστη στην αξία της ηθικής και του παραδείγματος Χουάν Ρ. Εσκουδέρο, οι ενίοτε ασεβείς μαρξιστές αλλά πάντα επαναστατικοί ζωγράφοι Ντιέγκο Ριβιέρα και Νταβίντ Αφλάρο Σικέιρο, ο Κινέζος μαρξιστής όλων των παραλλαγών Πενγκ Πάι, ο κόκκινος διεθνιστής και βωμολόχος Πιέρο Μαλαμπόκα, ο αμετανόητος υποστηρικτής του Μπακούνιν  Σεμπαστιάν Σαν Βισέντε και ο μπολσεβίκος μαρξιστής Άντολφ Αμπράμοβιτς Γιόφε. Τα κείμενα του βιβλίου γράφτηκαν σε διάστημα δεκαπέντε ετών [1983 – 1998] και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, ένθετα περιοδικών ή τόμους που μοιράστηκε με άλλους συγγραφείς ή δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά.

Οι ιστορικοί δεν έχουμε τη δυνατότητα να λέμε ιστορίες σαν κι αυτές, είναι γνωστό ότι είναι ιστορίες που μας ξεπερνούν, ότι τους αφαιρούμε τη ζωή όταν τις διηγούμαστε, ότι ο μοναδικός, ακριβής τόπος, το οχυρό που τους ανήκει, είναι αυτό το αόριστο πράγμα που δεν μπορούμε να ορίσουμε αλλά που όλοι ξέρουμε ότι υπάρχει και το οποίο ονομάζουμε συλλογική μνήμη των λαών. Αυτός είναι ο τόπος τους. Εκεί ανήκουν. [σ. 486]

Στις εικόνες: Έργο του Helios Gomez, Max Hoelz επί τέσσερα [στην μία ως πρωταγωνιστής στην ταινία Life and Illusion of a German Anarchist], Larisa Reisner,  Raúl Díaz-Argüelles [στο κέντρο, με τα μαύρα γυαλιά], Librado Rivera με τον Enrique Flores Magon, Προεκλογική αφίσα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (1932), Friedrich Adler, Paco Ignacio Taibo II.

Δημοσίευση και στο mic.gr / βιβλιοπανδοχείο αρ. 223, σε συντομότερη μορφή, υπό τον τίτλο Red Army Blues [o τίτλος από εδώ].

Advertisements
05
Φεβ.
18

Φρέαρ τεύχος 20 (Νοέμβριος 2018)

«Είναι πολύ δύσκολο ν’ αντισταθείς στην επιτυχία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Πρέπει να είσαι πολύ δυνατός για να τους κλείσεις την πόρτα. Και η μιντιακή επιτυχία διαφθείρει την νοημοσύνη» δήλωσε χθες ο Τζωρτζ Στάινερ στη Μαδρίτη σε μια… μαζική συνέντευξη τύπου. Υπάρχουν κάποιοι που είναι (ή μπορεί να καταλήξουν να είναι) τέλεια παραδείγματα του κακού που με απόλυτη διαύγεια καταγγέλλουν. Ποιοί αντιστάθηκαν; Ο Κάφκα ή ο Βίτγκενσταϊν, χωρίς αμφιβολία. Ο Αντρέ Μπρετόν απέρριπτε οποιαδήποτε δημόσια αναγνώριση. Αλλά σκέφτομαι, πάνω απ’ όλους, τον Μωρίς Μπλανσώ, του οποίου ο διανοητικός ασκητισμός τον οδήγησε στο να είναι απολύτως αόρατος· μάλιστα, σχεδόν τίποτε δεν γνωρίζουμε γι’ αυτόν εκτός από κανένα κλεμμένο φωτογραφικό του πορτρέτο….

…γράφει ο Αντρές Σάντσεθ Ρομπάυνα στις έξοχες Σελίδες ημερολογίου που μας μεταφράζει ο Δημήτρης Αγγελής, στους Αβυθομέτρητους Καιρούς, στο καθιερωμένο δηλαδή σώμα του Φρέατος που κρύβει πάντα πολύτιμες μεταφράσεις, ενδιαφέροντα δοκίμια και κείμενα πλούσιου προβληματισμού. Σε παρακείμενες ημερολογιακές καταγραφές ο Δημήτρης Αγγελής ανακαλεί μια δύσκολη περίοδο της πορείας της περιοδικής Ευθύνης και τις πάσης φύσεως αναχωρήσεις των πνευματικών της προσωπικοτήτων, από τον Χρήστο Μαλεβίτση μέχρι τον Θ.Δ. Φραγκόπουλο.

Το κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού αφορά τον Άρη Αλεξάνδρου «εδώ και τώρα». Περιλαμβάνονται οι πυρήνες των πέντε εισηγήσεων της επιστημονικής ημερίδας που διεξήχθη στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης τον Απρίλιο του 2017. Οι εισηγητές: Αντωνία Κοσένα: Διαβάζοντας την ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, Αντιγόνη Ηλιάδου: Η Αντιγόνη του Άρη Αλεξάνδρου, Θοδωρής Μπόνης: Ο Άρης Αλεξάνδρου για τα λογοτεχνικά βραβεία και την Ενωμένη Ευρώπη, Φιλήμων Παιονίδης: Στοιχεία κριτικής του μεταολοκληρωτισμού στο Κιβώτιο, Κώστας Δεσποινιάδης: Ο ανυπότακτος Άρης Αλεξάνδρου και ένα σχεδόν άγνωστο βιβλίο του. Το κείμενο του τελευταίου αποτελεί εκτεταμένη και λεπτομερέστερη μορφή του κειμένου που δημοσίευσε στο αφιέρωμα του περιοδικού Πανοπτικόν στον Άρη Αλεξάνδρου, στο τεύχος που παρουσιάσαμε εδώ.

Στα ενδιαφέροντα λογοτεχνήματα του τεύχους εντοπίζω την απολαυστική σειρά των μικρών κειμένων του Μικαέλ Αουγκουστίν σε μετάφραση Ευθυμίας Γιώσα. Ιδού πως «ορίζεται» ένας Μυημένος στην αγάπη: Ένας από τους γάμους του απέτυχε μ’ έναν ιδιαιτέρως τραγικό τρόπο: κάθε φορά που ο Κοσλόφσκι ένιωθε πολύ τρυφερά και κοντά στη σύζυγό του, άφηνε το κρεβάτι τους για να γράψει ερωτικά ποιήματα στην κουζίνα για ώρες, χωρίς διακοπή. Εννοείται πως το τεύχος για άλλη μια φορά περιλαμβάνει διηγήματα (Μαρίας Κουγιουμτζή, Κλαίτης Σωτηριάδου, Κώστα Σιαφάκα, κ.ά), ποιήματα (Αντώνη Ζέρβα, Κώστα Ριζάκη, Τάσου Πορφύρη, Ζέφης Δαράκη, κ.ά.), δοκίμια (του Θεοφάνη Τάση  για την ισλαμιστική τρομοκρατία και την κρίση νοήματος, του π. Βασιλείου Θερμού με τίτλο Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος: Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας κ.ά.), συνεντεύξεις όπως του Ντομινίκ Φερναντέζ στον Διονύση Σκλήρη.

Σ’ ένα ούτως ή άλλως συναρπαστικό θέμα, αυτό τον Σαλών Αγίων και Ασκητών, ο Ζ.Δ. Αϊναλής, καταθέτει ένα εκτενές κείμενο για τον Βίο του Συμεών του Σαλού  του Λεοντίου Νεαπόλεως. Το μείζον θέμα εδώ είναι η «καρναβαλοποίηση της καθημερινότητας», συνεπώς η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από τα ο μνημειώδες έργο του Μπαχτίν για τον Ραμπελέ. Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ άλλων, πως ο Συμεών ο Σαλός χρησιμοποιεί εξ αρχής την παρωδία και το γέλιο για να συνθλίψει τον σοβαρό τόνο της καθημερινής ζωής Υπό μια έννοια μεταμορφώνει την καθημερινή ζωή σε καρναβάλι και εκείνο που επιτυγχάνεται εφήμερα στις εορτές και τα καρναβάλια, η στιγμιαία δηλαδή απελευθέρωση από τον φόβο (που έχει επιβληθεί από την επίσημη ιδεολογία και κουλτούρα), ο Συμεών το μεταθέτει σε ένα καθημερινό και διαρκές επίπεδο. Γι’ αυτό αυτή η διαρκής, καθημερινή καρναβαλοποίηση της ζωής στοχεύει ακριβώς στην ήττα του φόβου του «επιούσιου».

Είναι αξιοσημείωτο ότι το έργο ολοκληρώνεται μ’ ένα ουσιωδώς αισιόδοξο μήνυμα και μια διάσταση ουτοπική και οικουμενική, καθόσον μεταδίδεται η αίσθηση ότι ήδη την επαύριο τη ζωή των κατοίκων της Έμεσας θα μπορούσε ν’ αλλάξει δραστικά. Αν όμως ο άνθρωπος και η ζωή μπορούν ν’ αλλάξουν σε μια πόλη, τότε κάλλιστα μπορούν ν’ αλλάξουν παντού αλλού. Έτσι, το τέλος του κειμένου, σ’ ένα αλληγορικό επίπεδο, ενδύεται μια διττή σημασία: ο θάνατος του Συμεών εγκυμονεί μια ανανεωμένη ανθρωπότητα. Το αισιόδοξο μήνυμα του θανάτου του παλαιού και της γέννησης του νέου και η ουτοπική και οικουμενική διάσταση του έργου αποδεικνύουν ότι ο Βίος του Αγίου εγκαταβιοί βαθιά μέσα στην λαϊκή κουλτούρα και ότι ο Λεόντιος στόχευε ακριβώς σε ένα λαϊκό κοινό.

Σε όμορες γειτονικές επικράτειες το εκτενές δοκίμιο του Σταύρου Γιαγκαζόγλου, Σχόλιο στο Προς εκκλησιασμόν έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη καταθέτει μεταξύ άλλων μια βασική επισήμανση. Στην σχέση του με το Βυζάντιο ο Πεντζίκης δεν υπήρξε ούτε ρομαντικός νοσταλγός ούτε ιδεαλιστής του θρύλου της καθ’ ημάς Ανατολής. Δεν επιζήτησε να νεκραναστήσει ιδεολογικά το Βυζάντιο, κόβοντας τις γέφυρες με την Δϋση. Αντίθετα, ολόκληρο το έργο του συνιστά μια ιδιότυπη συνομιλία ενός ορθόδοξου με το  ευρωπαϊκό πολιτισμό. Μέσα από την ακραία και ανατρεπτική αφήγησή του προβάλλει ένα άλλο Βυζάντιο πιο παράδοξο και μυστικό, πιο παράλογο και εκκεντρικό, πιο υλιστικό, πιο εκκλησιαστικό και εν πάση περιπτώσει καθόλου εξιδανικευμένο. Πρόκειται για μιαν υπαρξιακή προσέγγιση του βυζαντινού πολιτισμού με τα μάτια και την αισθαντικότητα του σύγχρονου ανθρώπου.

[σελ. 459 – 692]

Στις εικόνες: Άρης Αλεξάνδρου (1975 και 1978), Andrés Sánchez Robayna, Συμεών δια Χριστόν Σαλός, έργο του Ν.Γ. Πεντζίκη.

31
Ιαν.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 182. Γρηγόρης Τεχλεμετζής

Περί γραφής

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Και στα τρία βιβλία μου, αλλά και σε όποια διηγήματα έχω δημοσιεύσει σε λογοτεχνικά περιοδικά ή αλλού, οι πρωταγωνιστές μου είναι αντιήρωες. Αυτό οφείλεται στο ότι αρνούμαι στη ζωή μου να δεχθώ ότι κάτι είναι τέλειο, με πρώτο και πιο ατελή τον εαυτό μου, ενώ πιστεύω ότι η τέχνη πρέπει να είναι αντανάκλαση του κόσμου, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική, συμβολιστική ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο έχει επινοηθεί ή θα επινοηθεί.

Έτσι στο πρώτο μου βιβλίο, το μυθιστόρημα με τίτλο Αφιερωμένο στην Έλενα, παρακολουθούμε εν θερμώ, σε πρώτο πρόσωπο, την αφήγηση ενός τρομοκράτη-οικογενειάρχη που προσπαθεί να μας διασώσει την «αλήθεια» του.

Στην συλλογή διηγημάτων μου Η όψη, η «πραγματικότητα» είναι μυωπική και διαστρεβλωμένη από τις υποκειμενικές κρίσεις των ηρώων της, ξεκινώντας με το διήγημα «Ο παραμορφωτικός καθρέπτης». Είναι ένα κολάζ σύγχρονων χαρακτήρων.

Μέσα σε αυτή τη γενικότερη θεώρησή μου ήταν αναμενόμενο να με γοητεύσει ο μοιχός, υβριστής και λάγνος Αρχίλοχος και να αποτελέσει έναν από τους δυο  κεντρικούς ήρωές μου στο τελευταίο ιστορικό μυθιστόρημά μου Ο Αρχίλοχός του. Ο δεύτερος είναι ο σύγχρονος μας Δημήτρης, που είναι πνιγμένος στη μετριότητά του και ανίκανος να πραγματώσει τις επιθυμίες του, σε ένα περιβάλλον με το οποίο δεν μπορεί να συμφιλιωθεί.

Τους δυο αυτούς αντιήρωες επιδίωξα να φέρω κοντά, ψυχολογικά, θυμικά και νοητικά, ευελπιστώντας ότι θα αξιοποιήσω το παρελθόν μέσα στο παρόν, φτιάχνοντας ένα υβριδικό είδος μυθιστορήματος. Από την άλλη προσπάθησα να αναμίξω διάφορους τρόπους γραφής, οπτικές γωνίες και κάποτε και καλλιτεχνικά ρεύματα. Αλλά ας αφήσω να κρίνουν οι κριτικοί και το κοινό κατά πόσον πέτυχα τους στόχους μου. Άλλωστε θα ήταν ασυνεπές να εξαιρέσω τον εαυτό μου από το αίτημα της ατέλειας.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όταν κάποιοι ήρωές μου εγκαθίστανται στο μυαλό μου με ακολουθούν παντού.

Επειδή όμως η πεζογραφία, σε αντίθεση με την ποίηση, δεν είναι αποσπασματική, μου είναι δύσκολο να ορθώσω μια οργανωμένη παράγραφο ή να καταβληθώ από οίστρο για παράδειγμα σε δημόσιους χώρους, όπως το τρένο, το λεωφορείο ή αλλού. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες μου δεν μου «μιλούν», δεν με επηρεάζουν ή ακόμα και δεν με συμβουλεύουν παντού. Άρα το μυθιστόρημα, κατά αυτήν την έννοια, «γράφεται» κάθε στιγμή του βίου μου, καθώς η επεξεργασία είναι διαρκής. Μόνο μετά τη δημοσίευσή του επέρχεται «ο θάνατος του συγγραφέα», όπως λέει και ο Ρολάν Μπαρτ.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες και τα βιβλία μου είναι κομμάτια του εαυτού μου. Αν δοκίμαζα να ξεκόψω κάποιον ή κάτι θα ήταν σαν να ακρωτηριαζόμουν. Μέσα σε αυτούς υπάρχουν τμήματα του χαρακτήρα μου, βιώματά μου, αλλά και αυτών των προσώπων που γνώρισα ή γνωρίζω, παραμορφωμένα, τροποποιημένα ή με μια σειρά προσωπείων.

Αν αρνιόμουν τα βιβλία μου θα αρνιόμουν την ίδια μου τη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω τα λάθη και τις αβλεψίες μου, όπως άλλωστε κάνω και στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ίδια η ζωή και αυτό το μήνυμα καλούμαστε να περάσουμε στο αναγνωστικό κοινό εμείς που λέμε ότι είμαστε συγγραφείς. Αν αποτύχουμε θα αποτύχει και το έργο μας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ήρωες και οι ιδέες μου με βρίσκουν δεν τους βρίσκω.

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου χρησιμοποιούσα τη φαντασία μου για να δραπετεύω από τον κόσμο, πλάθοντας ιστορίες και τροποποιώντας την πραγματικότητα. Αργότερα αυτό το γεγονός επηρέασε τον τρόπο που έγραφα τα έργα μου. Δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς τη φαντασία μου και με συγχωρείτε αν ακούγεται βαρύγδουπο.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει χημικός, βιοπορίζομαι ως έμπορος, αλλά το πάθος μου είναι η λογοτεχνία.

Οι θετικές σπουδές μου ίσως με έχουν επηρεάσει όσον αφορά την ακρίβεια έκφρασης, την αποφυγή της πολυλογίας και την αναλυτική σκέψη.

Η δουλειά μου με έχει φέρει σε επαφή με πλήθος χαρακτήρων και με τις πολλές μικρές ιστορίες τους.

Ό,τι έχω ζήσει υπάρχει μέσα στα βιβλία μου με έμμεσο τρόπο. Η παιδεία και η κουλτούρα μας χτίζεται κάθε λεπτό της ζωής μας. Ο συγγραφέας πρώτα πρέπει να ζει και μετά να γράφει. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να εκφράσει τους αναγνώστες του.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ποίηση έγραφα πολύ όταν ήμουν φοιτητής. Και τώρα σπάνιες φορές γράφω ποιήματα για προσωπική εκτόνωση, αλλά συνήθως δεν τα κρατάω.

Πολύ συχνά χρησιμοποιώ την ποιητική έκφραση στα βιβλία μου. Άλλωστε μη ξεχνάτε ότι το τελευταίο βιβλίο μου είναι για τον ποιητή Αρχίλοχο. Νομίζω όμως ότι ίσως γίνω καλύτερος αν επικεντρωθώ μόνο σε λίγα αντικείμενα. Όμως όλες οι τέχνες επικοινωνούν μεταξύ τους και καμία δεν είναι αμιγής.

Φυσικά μου αρέσει να διαβάζω ποίηση όπως και πεζογραφία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Έχω εκδώσει μιας κάποιας μορφής –ας πούμε- μονογραφία, με μορφή μυθιστορήματος, που νομίζω ότι με αντιπροσωπεύει, για τον ποιητή Αρχίλοχο. Χρειάζεται πολυετή προσήλωση και μελέτη για κάτι τέτοιο.

Ίσως το ξανακάνω στο μέλλον, αλλά δεν μου αρέσει να προλέγω για κάτι που δεν είμαι σίγουρος.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Τους τελευταίους μήνες ένας ήρωας και μια ηρωίδα γυρίζουν διαρκώς μέσα στο κεφάλι μου. Πλάθονται σαν ζυμάρι, σχηματίζουν τα χαρακτηριστικά τους, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους όπως τα μικρά παιδιά και αναδύουν κομμάτια της πλοκής, που περιφέρονται σε μια χαώδη θάλασσα.

Κάποια στιγμή δεν θα αντέξω και θα αρχίσω να τους βγάζω στο χαρτί. Τότε για χρόνια θα στοιχειώσω και θα χρειαστεί να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες και να κατεβάζω τόμους.

Από την άλλη ένα ισχυρό σοκ απογοήτευσης θα μπορούσε να διαλύσει το οικοδόμημα. Έχω αγωνία να μάθω τι θα γίνει.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Κατά τη διάρκεια της ζωής μου παθιαζόμουν ανά περιόδους με διάφορους συγγραφείς και στη συνέχεια εν μέρει τους ξεπερνούσα, καθώς ο καθένας μου άφηνε και κάτι. Στην εφηβεία μου λάτρεψα τον ευαίσθητο Σαμαράκη. Μετά, στο πανεπιστήμιο, αφού συχνά οι φοιτητές θέλουν να δείχνουν διανοούμενοι, μπήκα στον Μαρξ, στον Σαρτρ, στον Νίτσε και τον Φρόυντ.

Μετά πέρασα περιόδους Στάινμπεκ, Κούντερα (ελάχιστα μου άφησε αν και τον θαυμάζω), Καζαντζάκη, Κάφκα, Έσσε, Ντοστογιέφσκι, Ράσελ, Χάμσουν, Καραγάτση, Λέσινγκ, Κική Δημουλά και τελευταία είμαι γοητευμένος από την Αρχαία Λυρική ποίηση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο άρχοντας των μυγών  του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ, Η δίκη του Κάφκα και η Αρχαία Λυρική ποίηση, λόγω της πηγαίας φυσικότητας και της ευθύτητάς της.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού, «το ψαράκι της γυάλας» του Μάριου Χάκκα και το «Άγριο βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Μου αρέσουν οι ατελείς χαρακτήρες, που είναι αδύναμοι να αντισταθούν στα γεγονότα, στο περιβάλλον ή στα πάθη τους. Είναιανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.

Πάντα θα θυμάμαι τον Ρασκόλνικωφ από το Έγκλημα και τιμωρία ή τα παιδιά του Άρχοντα των μυγών του Γουίλιαμ Γκόλντινγκ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Πολλά λογοτεχνικά περιοδικά προσέφεραν ή προσφέρουν στο χώρο. Ενδεικτικά αναφέρω τη Λέξη και την Νέα Εστία.

Τα πολύ παλιά όπως Η Διάπλάσις των Παίδων ή Η Επιθέωρηση Τέχνης δεν τα έχω μελετήσει τόσο όσο θα ήθελα.

Τα πιο πρόσφατα και τα εν ενεργεία θα κριθούν ορθότερα στο μέλλον.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Γκαλίνα, η σκοτεινή οικιακή βοηθός του Ανδρέα Μήτσου και το αφιέρωμα του περιοδικού Φιλολογική στη θεωρεία της λογοτεχνίας και στα λογοτεχνικά ρεύματα (τεύχος 140).

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω συχνά και λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές, τόσο από λογοτεχνικά περιοδικά, όσο και από εφημερίδες, αλλά και από το διαδίκτυο. Δυστυχώς δεν προλαβαίνω να πηγαίνω συχνά σε βιβλιοπαρουσιάσεις συναδέλφων λόγω έλληψης χρόνου.

Το διαδίκτυο έχει το πλεονέκτημα τις εύκολης πρόσβασης και απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό. Όταν όμως θέλω να διαβάσω κάποιο μεγαλύτερο μελέτημα προτιμώ τις έντυπες εκδόσεις.

Θεωρώ ότι ως διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Ο Σίσυφος έχω την ευθύνη να είμαι ενημερωμένος σχετικά με τους λογοτέχνες και τη λογοτεχνία. Μου φτάνουν πλήθος βιβλίων που δυστυχώς δεν προλαβαίνω να τα διαβάσω όλα. Κάθε όμως αβλεψία μου, όσον αφορά κάποιο πολύ καλό έργο, κυρίως μη εγνωσμένου συγγραφέα, θεωρώ ότι είναι ένα μικρό εξ’ αμελείας έγκλημα, παρόλο που ελάχιστο ή καθόλου αποτέλεσμα θα είχε η δική μου συμβολή στην αποτίμηση. Φοβάμαι ότι έχω κάνει πολλά τέτοια εγκλήματα και ζητώ συγνώμη στον άγνωστο λογοτέχνη.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ και σύγχρονο θέατρο και κινηματογράφο. Μου άρεσαν πάντα ο Αλμοδόβαρ και ο Αγγελόπουλος. Χαριτολογούσα βέβαια πάντα λέγοντας ότι αν θα θέλαμε να φτιάξουμε ένα έργο με φυσιολογικό ρυθμό θα έπρεπε να βάλουμε να παίζουν ταυτοχρόνως μια ταινία του ενός και μια του άλλου, μια και αυτές του πρώτου εξελίσσονται ταχύτατα και του δεύτερου πολύ αργά.

Μου αρέσουν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες και έργα όπως ο Κουστουρίτσα, ο Βέντερ, ο Μπέρκμαν, ο Παζολίνι, ο Κόπολα και σίγουρα έχω παραλείψει πολλούς.

 Λατρεύω το αρχαίο ελληνικό θέατρο, άλλα η ερώτηση σας είναι για το σύγχρονο. Μια θεατρική παράσταση που επηρέασε τη ζωή μου και λόγω προσωπικών περιστάσεων ήταν Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που είδα όταν ήμουν περίπου εικοσιπέντε χρονών.

Πρόσφατα είδα και το Ποιος φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ του Έντουαρτ Άλμπι, που μου άρεσε πολύ, γιατί αντίκριζε τη ζωή σαν ένα παιχνίδι φανταστικών ψηφίδων.

Δεν αγαπώ τις επιθεωρήσεις γιατί τις θεωρώ πολύ επιδερμικές. Προτιμώ οι παραστάσεις που βλέπω να με ψυχαγωγούν και όχι απλώς να με διασκεδάζουν. Αισθάνομαι πολύ ωραία όταν βγαίνω «γεμάτος» από την αίθουσα και όχι με ένα ψυχικό κενό.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Θεωρώ ότι το internet έχει κάνει καλό στη λογοτεχνία. Πολλά ποιήματα δημοσιεύονται στο facebook και διαβάζονται από ομάδες κυρίως ποιητών.

Υπάρχουν διαδικτυακοί ιστότοποι που δημοσιεύουν βιβλιοπαρουσιάσεις και κριτικά σημειώματα με πολύ χρήσιμες απόψεις. Βιβλία, καλά ή κακά, διαφημίζονται κάνοντας καλό γενικότερα στην αναγνωσιμότητα.

Σε κάποιες μόνο περιπτώσεις η σύντομη και γρήγορη πληροφορία μπορεί να είναι επιδερμική και πρόχειρη.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ο  Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ πούλησε την ψυχή του στο διάβολο για να μείνει πάντα νέος, πιστοποιώντας τις θέσεις του αισθητισμού που αντιπροσώπευε ο συγγραφέας του.

Η ταπεινότητά μου, που θεωρεί ότι η ζωή και η συγγραφή είναι ένα και ευελπιστεί κάθε σημείο της ζωής της να είναι τέχνη, της φαίνεται το ζητούμενο ανεκπλήρωτο. Κατά μια όμως έννοια θα πρέπει να δώσω προτεραιότητα στη ζωή, γιατί αυτή είναι η λογοτεχνία μου. Άρα, ναι, θα δεχόμουν το δώρο της αιώνιας νιότης. Άλλωστε θα μου αρκούσε, όπως σας είπα, η φαντασία για να ζήσω, ακόμα και αν δεν έγραφα τίποτα. Αν μου την αφαιρούσατε εκεί θα είχα πρόβλημα. Σίγουρα θα τρελαινόμουν. Άρα ας πω παραφράζοντας το «η τέχνη για την τέχνη» «η τέχνη για τη ζωή».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν μου έρχεται κάτι στο μυαλό. Θεωρώ όμως ότι η μεγαλύτερη τιμή που μπορεί να κάνει κάποιος σε έναν συγγραφέα είναι να διαβάσει τα βιβλία του. Εκεί βρίσκονται ίσως περισσότερες απαντήσεις από αυτές που σας έδωσα. Και πραγματώνονται μόνο με την ενεργή συμμετοχή του αναγνώστη. Μπορεί όμως να αποδειχθούν και κενά, χωρίς να αγγίξουν. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να δημοσιεύω και να μοιράζομαι πήρα αυτό το ρίσκο.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Στις εικόνες: Knut Hamsun, Bertrand Russell, Herman Hesse, Doris Lessing, John Steinbeck [Scott Morse], Edward Albee, Bertolt Brecht.

27
Ιαν.
18

Εμβόλιμον, τεύχος 83 – 84 (Άνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο 2017). Αφιέρωμα στον Ηλία Κεφάλα

Το ποίημα πρέπει να έχει μικρά φωτάκια που να φωτίζουν το εσωτερικό σου τοπίο, κουδουνάκια πολλά για να χτυπούν, να σε ξυπνούν, να σου θυμίζουν. Το καλό ποίημα πρέπει να διαθέτει αυτόν τον μυστικό μηχανισμό που να σε σκουντάει και να σε σηκώνει από τη θέση σου…  απαντά ο Ηλίας Κεφάλας στην ερώτηση Τι είναι αυτό που κάνει σπουδαίο ένα ποίημα, σε μια συνομιλία με την Δήμητρα Καραγιάννη. Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός λογοτεχνίας και εικαστικών, δοκιμιογράφος, συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας και μεταφραστής, ο τιμώμενος διακονεί εδώ και χρόνια ένα ιδιαίτερο πνευματικό έργο ακούραστα και αθόρυβα. Του άξιζε η συμπερίληψη στα πλούσια αφιερώματα του Εμβόλιμου.

Ο Δημήτρης Αγγελής επισκέπτεται την «μουσκεμένη γη» της Θεσσαλίας και παρατηρεί τον κάμπο στην ποίησή του. Όπως γράφει στην αρχή, συμβαίνει να υπάρχει πάντα μια ποίηση εικόνων που καταλήγουν πάντα, σαν τραβηγμένες από την δύναμη ενός σκοτεινού μαγνήτη, στον θεσσαλικό κάμπο: υπάρχει εκεί ένα δέντρο ξεκομμένο, συνήθως μια λεύκα, που υπογραμμίζει επίμονα πάνω στην επίπεδη γη τη «λέξη μοναξιά». Στην ίδια παράλληλη γεωγραφία η Γεωργία Καλοβελώνη τον μελετά ως πρόσωπο ευθύβολο γης Θεσσαλικής και δέντρο μοναχικό από ασυγκράτητα ύψη. Στον Εθνικό Δρυμό της Ποίησης, άλλωστε, σπεύδει να τον συναντήσει ο Γιάννης Β. Κωβαίος, κρατώντας σημειώσεις για τους τρόπους με τους οποίους στέργει τα δέντρα ο ποιητής.

Καθώς ανοίγει και πάλι το τοπίο, η Κλεοπάτρα Λυμπέρη εστιάζει στην έννοια της Φύσης στην ποίησή του μέσα από την διαρκή αφήγηση μιας σωματικότητας. Διαβάζοντας τις Λεζάντες για τ’ αόρατα η Άννα Αφεντουλίδου διαπιστώνει μεταξύ άλλων ότι ο ποιητής εξακολουθητικά επιμένει να μη βαπτίζει τον ποιητικό του χώρο στο ιστορικό του γίγνεσθαι» αλλά να τον απομονώνει σαν να τον κοιτάζει σε ένα άχρονο παρελθόν, εξωραϊσμένο, απομονωμένο από όποια συμφραζόμενα θα μπορούσε αυτό να στιγματιστεί ή να αλλοιωθεί· θέλει να το κρατήσει μακριά από αυτά που μπορούν να το πληγώσουν ή να αλλοιώσουν τον παραμυθικό του χαρακτήρα. Στα Μνήστρα της αβύσσου επικεντρώνει η Κατερίνα Κούσουλα που επιχειρεί μικρή σπουδή στην συλλογή αυτή του «έκκεντρου παρατηρητή και οιωνοσκόπου».

Η συλλογή που τιτλοφορείται Τα Λιλιπούτεια προσελκύει την γραφίδα αρκετών αναγνωστών που καταθέτουν την εμπειρία τους (Αγαθοκλής Αζέλης, Ξανθίππη Καραβίδα, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Θωμάς Ψύρρας κ.ά.). Η Ελένη Λιντζαροπούλου μας καλεί να μην παρασυρθούμε από τον παιγνιώδη τίτλο και θεωρήσουμε ότι πρόκειται για μικρά, χαριτωμένα και σκοπίμως κομψά ποιήματα αλλά να προσέλθουμε σε μια ποίηση που ούτως ή άλλως δεν στηρίζεται μονάχα στις λέξεις, ούτε και παίζει με αυτές, παρά ολοκληρώνεται στις ιδέες που φέρει και τις οποες επιζητά να αποκαλύψει στον αναγνώστη της.

Η Άννα Γρίβα συναντάει γυναίκες ενός άλλου κόσμου στην ποίησή του ενώ περισσότερο προσωπικά κείμενα καταθέτουν οι Β. Π. Καραγιάννης, υποδοχέας ούτως ή άλλως κειμένων του Κεφάλα στην περιοδική του Παρέμβαση και η Αθηνά Γκάτσου που γράφει για την συμβίωση μ’ έναν συγγραφέα. Στο ίδιο κλίμα ο Κώστας Ριζάκης συγγράφει και του αφιερώνει ένα ποίημα· ομοίως και η Χρυσούλα Σπυρέλη. Οι Δημήτρης Κόκορης, Γεωργία Λαδογιάννη, Κώστας Λάνταβος, Κώστας Λιννός, Μαρία Πολίτου, Μαρία Σκουρολιάκου, Σωτήρης Σαράκης, Βαγγέλης Τασιόπουλος και άλλοι συνεισφέρουν προσωπικές αναγνώσεις ενός έργου που εμπνέει την σκέψη και ενεργοποιεί τα συναίσθηματα – και αντίστροφα. Και, όπως καθιερώνεται σε ανάλογα αφιερώματα, ο ίδιος ο τιμώμενος καταθέτει και ανέκδοτα ποιήματά του. Ο Ντίνος Παπασπύρου κοσμεί ζωγραφικά το τεύχος.

Τα «φαντάσματα» του παρελθόντος δεν τον καταδιώκουν αλλά στέκουν ήρεμοι πρωταγωνιστές στη μυθοπλασία του. Συνομιλεί με ανθρώπους που χάθηκαν από την ζωή αλλά δεν ξεχάστηκαν. Ακόμη και τα παλιά πράγματα, που παροπλίσθηκαν από τη σκουριά του χρόνου, στέκουν αφηγητές ενός παρελθόντος που ακόμη σφύζει από τον παλμό του ζεστού και γάργαρου αίματος γράφει μεταξύ άλλων σκέψεων για την ποίησή του ο Παναγιώτης Ράμμης. Αυτή η εύστοχη σκέψη, ομολογώ, αποτελεί και μια μόνιμη προσωπική αίσθηση.

[σ. 128]

Οι δυο φωτογραφίες των δέντρων είναι του Ηλία Κεφάλα. Το εικαστικό έργο που κοσμεί και το τεύχος είναι του Ντίνου Παπασπύρου.

Το τελευταίο πεζογραφικό βιβλίο του Ηλία Κεφάλα στο Πανδοχείο εδώ.

25
Ιαν.
18

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων: «Το θέατρο στην ποίηση»

Ανθολόγηση – εισαγωγή: Ασημίνα Ξηρογιάννη, εκδ. Momentum 2017

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Πρόκειται για μια ποιητική ανθολογία που περιλαμβάνει ποιήματα για το θέατρο και είναι χωρισμένη σε δύο μέρη. Στο ένα μέρος συναντά κανείς ποιήματα που διαθέτουν δραματικότητα  και θεατρικότητα και αποτελούν ωραιότατους μονολόγους ή διαλόγους που μπορούν να παρασταθούν στην σκηνή. Αυτά τα ποιήματα μπορεί να έχουν άμεση αναφορά στο θέατρο, μπορεί και να μην έχουν. Πάντως θα μπορούσε κάποιος σκηνοθέτης να τα «ανεβάσει» στα πλαίσια μιας παράστασης. Στο άλλο μέρος υπάρχουν ποιήματα που μπορεί να μην διαθέτουν δραματικότητα, έντονη τουλάχιστον, αλλά έχουν αναφορά σε πρόσωπα, πράγματα, υλικά, καταστάσεις, δημιουργούς, που σχετίζονται με το θεατρικό γίγνεσθαι ή τη θεατρική διαδικασία. Περιλαμβάνει ποιήματα μόνο ελλήνων και ζώντων ποιητών. Το λέω αυτό επειδή στο συρτάρι μου έχω συγκεντρωμένα  και άλλα ποιήματα, ελλήνων και ξένων τεθνεώτων, κλασικών  όμως ποιητών, το οποίο ευελπιστώ επίσης να εκδώσω. Είναι μια πλούσια, καλαίσθητη και προσεγμένη  έκδοση, με εισαγωγή, επίμετρο, εκτενή βιογραφικά ποιητών  και περιεχόμενα.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Όπως εξηγώ και στην εκτενή και κατατοπιστική εισαγωγή της Ανθολογίας που έχω εκπονήσει, το θέμα αυτό μου καρφώθηκε στο μυαλό απ’ όταν ήμουν φοιτήτρια υποκριτικής στο Θέατρο – Εργαστήριο (Εμπρός),όπου κάποιοι δάσκαλοί μας μάς έβαζαν ως άσκηση να δραματοποιούμε ποιήματα (π.χ είχα δραματοποιήσει κάμποσα του αγαπημένου μου Καβάφη, αλλά και πολλών άλλων). Με το βιβλίο αυτό ερευνώ τη σχέση και την αλληλεπίδραση Ποίησης και Θεάτρου, δύο τέχνες άλλωστε που έχω επιλέξει να υπηρετώ. Να σημειώσω δε, ότι η Ανθολογία τούτη ξεκίνησε κάποια χρόνια πριν ως project του ιστολογίου μου(Varelaki/ο τίτλος ήταν αυτός που έχω βάλει και το βιβλίο «Το θέατρο στην Ποίηση»), είχα δηλαδή σκεφτεί αρχικά να την κάνω διαδικτυακή. Ομως στην πορεία της έρευνας ένιωσα την ανάγκη να την κάνω έντυπη, επειδή θεώρησα ότι  θα ήταν ωραίο να βρίσκεται στις βιβλιοθήκες όσων αγαπούν τις δύο τέχνες, την ποίηση και το θέατρο. Πρόκειται για  έναν τόμο πρωτότυπο (καλύπτει βιβλιογραφικό κενό)στον οποίο συνυπάρχουν διαφορετικές γενιές ποιητών, κάτι που έχει φοβερό ενδιαφέρον αναφορικά με το πώς πραγματεύονται το ίδιο θέμα ποιητές με διαφορετική ηλικία, διαβάσματα, εμπειρίες, καταβολές!

Συστήστε μας σε ένα ποίημά του.

Όλα τα ποιήματα είναι αξιόλογα και λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα με το άλλο. Αισθάνομαι πιο βολικά να αναφερθώ στα δικά μου ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ . Μέσα σε αυτό το ποίημα συμβαίνει  το εξής: Oι μάσκες στοίχειωσαν μέσα στην παλιά σοφίτα. Θυμίζουν -τι άλλο;- φαντάσματα. ’Εχουν ωχρή, ρυτιδιασμένη όψη, μάτια μισόκλειστα και νιώθουν μοναξιά μέσα στο ημίφως ξεχασμένες, παρατημένες σε κείνον το χώρο. Το ένδοξο παρελθόν έχει φύγει ανεπιστρεπτί. Και ακούγεται ουτοπικό να βρουν θεατρίνους που θα τους δώσουν πάλι ζωή.

Φαντάσματα 

Στης παλιάς σοφίτας το ημίφως Μάσκες αναπνέουν

αναπολώντας δοξασμένα σανίδια, πρόσωπα και ατάκες

-αγαπημένα-.

Κι έτσι ξεχασμένες από τους προβολείς,

μοιάζουν κουρασμένες από το ταξίδι τους στην Τέχνη.

Η όψη τους ωχρή, ρυτιδιασμένη,

τα μάτια άτονα, μισόκλειστα.

Γυρνούν πίσω σε χρόνια ευτυχισμένα

-μόνο η μνήμη τους απέμεινε πια.

Λίγο πριν το θάνατο.

Αναζητούν θεατρίνους να τις ζωντανέψουν  πάλι.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Πιστεύω ότι η εικόνα αυτή συνομιλεί με την Ανθολογία. Υπάρχουν πολλά ποιήματα που αναφέρονται στο αρχαίο θέατρο και ως δομή και αρχιτεκτονική, αλλά και ως έννοια. Υπάρχουν ποιήματα που αναφέρονται σε κλασικές τραγικές ηρωίδες όπως η Μήδεια, σε ηρωίδες που στιγμάτισαν  με τον  κόσμο, των αξιών που κουβαλούν  σαν προίκα τους όπως η Αντιγόνη. Κάποιοι ποιητές αναφέρονται στις αρχαίες μάσκες –προσωπεία και τη σημειολογία τους. Οπότε η εικόνα του κλασικού πια αρχαίου θεάτρου που παραπέμπει σε μια χρυσή εποχή για το θέατρο  και που μας υπενθυμίζει πως το θέατρο ξεκίνησε από την Ελλάδα είναι ιδανική να συνταιριαστεί με μια τέτοια ανθολογία. Αλλωστε και ο εικονογράφος του βιβλίο, Κυριάκος Γουνελάς, από μια παρόμοια εικόνα εμπνεύστηκε για να φτιάξει το άκρως –κατά τη γνώμη μου-λειτουργικό εξώφυλλο που συνάδει με το πνεύμα του βιβλίου.

Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

23
Ιαν.
18

Εντευκτήριο τεύχος 113 (Απρίλιος – Ιούνιος 2016, κυκλοφ. 30 Νοεμβρίου 2017)

Παρατηρήστε λοιπόν τι συμβαίνει αυτή τη νύχτα: ο άντρας φοράει τη μάσκα της γυναίκας και η γυναίκα του άντρα, το παιδί μεταμφιέζεται σε γέρο και ο γέρος σε παιδί. Τα φύλα, οι ηλικίες και οι κοινωνικές τάξεις, σαν από θαύμα, ανατρέπονται. Καθένας αλλάζει τον ρόλο του με το ρόλο του διπλανού του… Η ουσία του καρναβαλιού είναι η ανταλλαγή ρόλων. Κοιτάχτε εκείνους τους άντρες και εκείνες τις γυναίκες να τρέχουν δεξιά κι αριστερά στους δρόμους και να δίνουν οι μεν στους δε σημάδια αναγνώρισης με τα οποία συνήθως ξεχωρίζονται μεταξύ τους…

έγραφε ο Ντομινίκ Φερναντέζ στο βιβλίο του Πορπορίνο ή τα Μυστήρια της Νάπολης (εκδ. Εξάντας, 1990, μτφ. Λουκάς Θεοδακόπουλος), για να αιχμαλωτίσει μια από τις ελάχιστες συγκυρίες όπου αισθανόταν ελεύθερος να εκφραστεί. Ο συγγραφέας, που εδώ γνωρίσαμε κυρίως με το βιβλίο του Εγώ ο Πιέρ Πάολο στα χέρια του αγγέλου, καταθέτει Ολίγα περί του βίου του, ενός βίου που καθορίστηκε από την παιδική του ηλικία και την προτίμηση στα αγάλματα του Απόλλωνα αντί για εκείνα της Αφροδίτης, όταν ξεφύλλισε ένα μικρό άλμπουμ με φωτογραφίες ελληνικών αγαλμάτων. Τότε δεν υπήρχε περίπτωση να εκδηλώσει την προτίμησή του σε κανέναν κι έζησε σε μια καταπιεστική σιωπή. Έγινε όμως ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έζησε σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έγραψε Το ροζ αστέρι ως φωνή για τους στερημένους φωνής, υποστήριξε τον γάμο για όλους, «στο όνομα της δικαιοσύνης μεταξύ των ανθρώπων» και τώρα είναι ευγνώμων για μια ζωή πλήρη φίλων και πνευματικών ασχολιών. Το σύντομο απρόσμενο κείμενο σε μετάφραση Φίλιππου Δρακονταειδή.

Κάπου στη μέση του τεύχους βρίσκουμε τον Λου Σιουν (Lu Xun), έναςν από τους σημαντικούς Κινέζους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με πλούσιο λογοτεχνικό και δοκιμιακό έργο. Εδώ το ρεαλιστικό του διήγημα, σε μετάφραση και χρήσιμες υποσημειώσεις της Ράνιας Καταβούτα, περιγράφει τις περιπέτειες ενός νεαρού που εργάζεται ως «το παιδί με την κανάτα» στην ταβέρνα «Ευημερία» στην άκρη της πόλης. Από την μέσα πλευρά των συνόρων συμβαίνουν εξίσου ενδιαφέροντα πράγματα. Μπορούμε να βρεθούμε στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου όπου ένα παλιό μπακ του Μακεδονικού με την βασική θεωρία πως η καλή άμυνα κερδίζει στο τέλος στήνει τα περίπτερα υποκρύπτοντας την σωματική του αδυναμία και δέχεται το γαλαντόμο κέρασμα του Γιάννη Ρίτσου ενώ στο φόντο τιμώμενοι κλασικοί Ρώσοι συγγραφείς μοιάζουν να ζωντανεύουν ή όντως ζωντανεύουν. Ο Δημήτρης Μίγγας στις Βλαβερές συνήθειες επιχειρεί λογοτεχνικώς να αποδείξει ότι ο καπνός και το ποτό δεν βλάπτουν την υγεία από μόνα τους, ενώ ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης μας προσφέρει το πιο δυνατό κομμάτι του τεύχους, το μονόπρακτο του τέλους, που δεν είναι άλλο από την τελευταία πράξη της μάνας του.

Το πεζογραφικό τμήμα συμπληρώνεται με τους Μάνο Ελευθερίου, Στάθη Κοψαχείλη, Δήμητρα Κολλιάκου, Βασίλη Καράδαη, Λου Σιουν (μτφρ. Ράνιας Καταβούτα), Ιφιγένεια Σιαφάκα, Χρύσα Φάντη, Κατερίνα Παπαδημητρίου, Φωτεινή Τέντη και πολλούς άλλους, ενώ διατίθεται άφθονη ποίηση, δοκίμια (όπως η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα «Ανάσταση» για την έννοια της επιστροφής στα μυθιστορήματα του Αντώνη Σουρούνη» από την  Γαβριέλλα Αναστασίου), κριτικές βιβλίων, κλεφτές ματιές στο κομοδίνο του Γιώργου Κορδομενίδη και μια επιλογή και μετάφραση σπαραγμάτων σκέψεων και λόγων του Τζον Άσμπερυ από τον Γιάννη Θεοδοσίου. Στο ένθετο Camera Obscura παρουσιάζεται η φωτογραφική ενότητα του Πέτρου Ευσταθιάδη Αθέατα όρια / Αυτοσχέδιες κατασκευές. (Το κείμενο παρουσίασης υπογράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου). Το επόμενο τεύχος, αρ. 114, θα είναι αφιερωμένο στην Λούλα Αναγνωστάκη.

[σελ. 144]

Στις εικόνες: Dominique Fernandez, Lu Xun.

20
Ιαν.
18

Κώστας Βούλγαρης – Η μεταμυθοπλασία στην νεοελληνική λογοτεχνία

Η μυθοπλασία που σχολιάζει τον εαυτό της. Μια πρώτη εγκυκλοπαίδεια

Η μεταμυθοπλασία είναι η μυθοπλασία για την μυθοπλασία, δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει ένα σχόλιο πάνω στην δικιά της αφήγηση και την γλωσσική της ταυτότητα και αυτή η αυτοσυνείδητη εκδοχή της αφήγησης είναι ευδιάκριτη στα έργα των γάλλων nouveaux romanciers, σε αυτά του ιταλικού Gruppo 63 και σε μεμονωμένους συγγραφείς, από τον Barth στον Fowles, από τον Cohen στον Coover και από τον Borges στον Cortazar. O χρήσιμος αυτός ορισμός της Linda Hutcheon αποτελεί μια πρώτη χρήσιμη πυξίδα για το συναρπαστικό ταξίδι.

Πρέπει όμως να τονιστεί η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί γέννημα της νεωτερικότητας· αντίθετα, στοιχεία της εμφανίζονται σε πολλά σημαντικά έργα και πριν απ’ όλους αυτό το γνωρίζουν καλά ο Τρίστραμ Σάντυ του Laurence Stern, ο Ζακ ο μοιρολάτρης του Diderot και ο Γουλιέλμος Μάιστερ του Γκαίτε.  Η πληθώρα και η ένταση των μεταμυθοπλαστικών εγχειρημάτων από την δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα μπορεί να φωτιστεί από ένα ιστορικό ρεύμα που προηγήθηκε κατά δύο περίπου αιώνες και που μένει στην αφάνεια της θεωρίας και της κριτικής: ο κύκλος του πρώιμου ρομαντισμού της Ιένας, του περιοδικού Athenaeum, των αδελφών Schlegel και του Novalis. Ο κύκλος αυτός κατέστησε δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ λογοτεχνικής και κριτικής γραφής.

O τρόπος που επιλέγει ο Βούλγαρης για να μας περιπλανήσει στις δαιδαλώδεις διαδρομές όλης αυτής της ιστορίας είναι ο πιο δύσκολος αλλά και ο πιο συναρπαστικός. Ίσως είναι καθαρά προσωπική μου αίσθηση, αλλά ο ογκώδης αυτός τόμος άλλοτε μοιάζει με ενιαία κεντρική οδό γεμάτη παραδρόμους και παρακαμπτήριες παρόδους που μπορεί να χάνονται ή να επιστρέφουν στην βασική αρτηρία και άλλοτε με πλατειά σκακιέρα όπου η κίνηση–έργο του ενός παίκτη συγγραφέα επηρεάζει με θεατούς και αθέατους τρόπους τις κινήσεις–έργα άλλων παικτών συγγραφέων. Σε κάθε περίπτωση η χαρτογράφηση της μεταμυθοπλασίας ως αισθητικού προτάγματος αποτελεί ένα δύσκολο στοίχημα που ο συγγραφέας δεν φέρνει απλώς εις πέρας, αλλά στην ουσία απλώνει μπροστά μας ώστε να πλοηγηθούμε οι ίδιοι με όποιον τρόπο θέλουμε. Γιατί και αυτό αποτελεί ένα θελκτικό στοιχείο αυτής της λογοτεχνικής εγκυκλοπαίδειας: γράφεται με τον τρόπο της ίδιας της μεταμυθοπλασίας!

Για κάθε λαβύρινθο χρειαζόμαστε έναν μίτο κι εδώ αρχικά από Τα ευρισκόμενα του Ιάκωβου Πολυλά που μας οδηγούν στα Σολωμικά του Στέφανου Ροζάνη και εκείνα στο βιβλίο του Κώστα Βάρναλη Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική [1925]. Ο Βάρναλης φυσικά δεν είναι μεταμοντέρνος, όμως η μεταμυθοπλασία δεν αποτελεί αποκλειστικά μεταμοντέρνο δημιούργημα αλλά κάτι που το συναντάμε σε πολλά άλλα έργα της νεωτερικής και της προνεωτερικής λογοτεχνίας. Έτσι τόσο στα ποιητικά όσο και στα πεζά έργα του Βάρναλη όχι μόνο γίνεται ποικιλότροπα κατάδηλος ο τεχνηματικός χαρακτήρας της γραφής αλλά ταυτόχρονα έχουμε μια παρώδηση, υπεξαίρεση ποικίλων λόγων και «γραφών», ενίοτε και μια ιερόσυλη (ή ειδόσυλη) ανάμειξη. Απώτερος στόχος του συγγραφέα δεν είναι να πει πως τα πάντα είναι κατασκευή αλλά να χειραφετήσει την ανάγνωση από τις δουλείες ψευδαισθήσεων και φαντασιώσεων. Στο ίδιο το προαναφερθέν δοκιμιακό του βιβλίο παρεισφρέει, ρηγματώνοντας την μέχρι τότε φιλοσοφική, δοκιμιακή, ειρωνική γλώσσα και την νομοταγή ροή της γραφής μια ζωντανότατη λογοτεχνική περιγραφή της καθημερινής ζωής της Κέρκυρας των χρόνων του Σολωμού, όπως αναφέρει ο Βασίλης Αλεξίου.

Πριν από τον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, ο ρομαντισμός υπήρξε η αμέσως προηγούμενη καλλιτεχνική τάση που πρόσφερε στην καλλιτεχνική συνείδηση την δυνατότητα να διευρύνει την ελευθερία της με την καθιέρωση του ατόμου ως εμπειρικού όντος. Την συγκεκριμένη δυνατότητα τα ελληνικά γράμματα του 19ου αιώνα δεν μπόρεσαν να την εκμεταλλευτούν διότι περιθωριοποιώντας το σολωμικό μάθημα και πριμοδοτώντας την αθηναϊκή σχολή, επέλεξαν την μεγαληγορία και την υπερβολή, εις βάρος της εσωτερικής ειλικρίνειας και της αυθεντικότητας, όπως τονίζει η Ελισάβετ Κοτζιά.

Αν Η Γυναίκα της Ζάκυθος είναι ο εφιάλτης της αρχής, η Ιστορία ως καταστροφή, η εκ των ένδον κατάρρευση, η εσωτερική αιμορραγία και εξάντληση της Επανάστασης το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη είναι ο εφιάλτης του τέλους· του τέλους ενός ιστορικού κύκλου που τώρα περιλαμβάνει και όλη την φρίκη του 20ού αιώνα, την εποχή των χωρίς τέλος πολέμων, της κατοχής, του εμφυλίου, της στρατοκρατικής κοινωνίας των νικητών, της δικτατορίας. Ο Σάββας Μιχαήλ στο Homo poeticus είναι βέβαιος: ο Σολωμός προφήτευσε και ο Δημητριάδης έδειξε την εξάντληση του έθνους ως ιστορικής δυνατότητας. Η Τζίνα Πολίτη χαρακτηρίζει το βιβλίο του Δημητριάδη ως ένα αποκαλυπτικό καρναβαλικό παν-όραμα, όπως άλλωστε ο Μπαχτίν χαρακτήριζε το Καρναβάλι ως την λαϊκή έκρηξη των ταπεινών και καταφρονεμένων, μια οιονεί εξέγερση που καταλύει προσωρινά κάθε ισχύουσα απαγόρευση και την τάξη του Νόμου. Ο λόγος της Αποκάλυψης και το καρναβάλι είναι οι δυο σηματωροί του ιστορικού τέλους.

Ο Μπαχτίν, άλλωστε, ανέδειξε την σχετική ντοστογεφσκική ποιητική· οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι δεν αποτελούν μόνο αντικείμενα του συγγραφικού λόγου αλλά και υποκείμενα του δικού τους, άμεσα σημαίνοντος λόγου. Όπως τόνιζε ο Leonid Grossman το Βιβλίο του Ιώβ, τα Ευαγγέλια, ο λόγος του Συμεών του Νέου Θεολόγου και φυσικά τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, στα οποία αναφερόταν, συνδυάζονται με ιδιόμορφο τρόπο με την εφημερίδα, την παρωδία, την σκηνή στο δρόμο, το γκροτέσκο ή και την επιφυλλίδα»

Κείμενα για τον Γιώργο Χειμωνά ανοίγουν το χώρο προς το νεοελληνικό μεταμυθοπλαστικό τοπίο, ενώ η ενσωμάτωση της κριτικής σε πεζογραφικά λογοτεχνικά κείμενα και γενικότερα η  μετάβαση από την λογοτεχνία στον λόγο περί αυτής χαρακτηρίζει έργα του Νάνου Βαλαωρίτη, από τον Προδότη του γραπτού λόγου. Διηγήματα 1964 – 1974 μέχρι το Μα το Δία. Σε παρεμφερές κλίμα, τα ονομαζόμενα «διστακτικά κείμενα» ενσωματώνουν διαφορετικούς τομείς και πεδία γνώσης ή επιστημονικά αντικείμενα, και φυσικά και κριτική. To κεφάλαιο Λογοτεχνία των τεκμηρίων εκκινεί με ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Λουτσιάνο Κάνφορα Η θάλασσα της ιστορίας και εκτείνεται μέχρι σχεδιάσματα αναγνώσεων, όπως εκείνο της Τζίνας Πολίτη για το καβαφικό έργο με έμφαση στην ποιητική της ανασκαφής και της μετάβασης.

Στην συνέχεια, ο διάλογος για την μεταμυθοπλασία εστιάζεται στην λογοτεχνία–ντοκουμέντο που καθιερώθηκε ως είδος στην μεταπολεμική Γερμανία στα μέσα της δεκαετίας του ’60, δίνοντας έμφαση στην κοινωνική κριτική και στην διάρρηξη των κανόνων της αστικής λογοτεχνίας, απαλείφοντας κάθε στοιχείο αλληγορίας ή μεταφοράς, γειώνοντας την γραφή στα σύγχρονα προβλήματα της γερμανικής κοινωνίας. Από τις απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες των απλών εργατών ή γυναικών στο έργο της Έρικα Ρούγκε μέχρι τα λογοτεχνικά ρεπορτάζ του Γκύντερ Βάλραφ και από την χρήση εγγράφων δικογραφίας στην Έρευνα του Πέτερ Βάις μέχρι τα αποσπάσματα από ομιλίες ή πανηγυρικούς μεγάλων εταιριών στον Φρίντριχ Κρίστιαν Ντέλιους, η λογοτεχνία αυτή στράφηκε στην υποφωτισμένη πλευρά της γερμανικής ιστορίας και του οικονομικού της «θαύματος». Εκείνο όμως πού λείπει είναι η έλλειψη πειραματισμού μέσα στην ίδια την γλώσσα και αυτό είναι το στοιχείο που αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του Γιάννη Πάνου: η εναγώνια και συνεχής αναζήτηση και εναλλαγή νέων μορφών γραφής, που, παρ’ όλα αυτά δεν χάνει ποτέ την πολιτική χροιά της, ακόμα κι αν γίνεται ποιητική, όπως γράφει η Λήδα Καζαντζάκη.

Το λογοτεχνικό υβρίδιο του non fiction novel καθιερώθηκε με έργα όπως το Operacion Masacre του αργεντινού Rodolpho Walsh [1957], το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε [1965] οι Άγγελοι της Κολάσεως από τον Χάντερ Τόμσον [1966], το Electric Kool – Aid Acid Test του Τομ Γουλφ [1968] και Οι στρατιές της νύχτας του Νόρμαν Μέιλερ [1968]. Πρόκειται για αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων ή ανθρώπων, με την τεχνική και το δραματικό ύφος του μυθιστορήματος, ένα είδος «δημοσιογραφικής λογοτεχνίας». Το Ζ του Βασίλη Βασιλικού, Οι λησταί στα πρόθυρα των Αθηνών του Μ. Καραγάτση και η Εποποιία 1940–41 του Ά. Τερζάκη αποτελούν τις πρώτες ελληνικές εκδοχές του είδους.

Στο κεφάλαιο Λογοτεχνία και ιστορία ένα πολύτιμο εκτενές κείμενο του Κώστα Βούλγαρη ανοίγεται προς τον διπλό αυτό κόσμο κι ένα πολύτιμο σώμα κριτικών και θεωρητικών κειμένων επεκτείνουν την σχετική εμβάθυνση: της Λίνας Πανταλέων για το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, της Ελισάβετ Αρσενίου για το βιβλίο του Αλέξανδρου Σχινά Αναφορά περιπτώσεων και την αφηγηματική ετερότητα στο έργο του, του Δημήτρη Αγγελάτου για τις όψεις και τις εφαρμογές της διαλογικότητας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα με εστίαση στον Ήρωα της Γάνδης του Νίκου Καχτίτση. Η αφανής διακειμενικότητα του Κώστα Βούλγαρη εκκινεί από τον Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, το κατά την γνώμη του κορυφαίο συνθετικό ποίημα του καθ’ ημάς 20ού αιώνα, όπου ανευρίσκεται άλλωστε το ερεθιστικό ζεύγος εαυτός / άλλος με την παροιμιώδη κρυπτικότητα της γραφής να καλύπτει πάντα την δαιμονιώδη διακειμενικότητα των ποιημάτων του.

Και βρισκόμαστε μπροστά στο θεμελιώδες βιβλίο του Γιάννη Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington… Δίπλα στην ιστορική αφήγηση ο Πάνου ενσωματώνει ποικίλα και αντιθετικά στοιχεία (ηθογραφία, κοσμοπολιτισμός, πολιτική λογοτεχνία, ερωτικός λόγος) «ξαναδιαβάζοντας» δυναμικά την παράδοση και πλαισιώνοντάς την με νεωτερικούς πειραματισμούς. Ο Πάνου είναι αρκετά υποψιασμένος γύρω από το θέμα της «ομιλίας» των τεκμηρίων, με αποτέλεσμα να καθιστά και την αφήγησή του καχύποπτη απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό αλλά και την «γραφή – ως – αντικείμενο» ως αντικείμενο της γραφής.

Στην μεταμυθοπλασία των τελευταίων χρόνων αναπνέουν οι Τεχνητές αναπνοές και τα λοιπά του Αχιλλέα Κυριακίδη, ο οποίος άλλωστε έγραψε ένα βασικό κείμενο για τον Μπόρχες, που περιλαμβάνεται εδώ, ο Τάσος Χατζητάτσης γράφει για τα βιβλία του Δημήτρη Δημητριάδη Η Ανθρωπωδία. Μια ατελής χιλιετία, 1ος και 7ος τόμος ενώ ο Στέφανος Ροζάνης με αφορμή την Αρεσίλοφο χώρα του Κώστα Βούλγαρη προβληματίζεται πάνω στην κειμενικότητα ενός κειμένου και υπενθυμίζει την εποπτεία του Roland Barthes, ο οποίος έγραψε για τον ορίζοντα της γλώσσας και το κάθετο του ύφους που χαράζουν για τον συγγραφέα μια φύση, καθώς δεν διαλέγει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Αν ο ρόλος του αναγνώστη στην μεταμυθοπλασία του 20ού αιώνα είναι πολύ πιο επιτακτικά υπεύθυνος και δεν είναι απλά και μόνο συμμέτοχος στην ανάγνωση αλλά και στην γραφή, ενώ συχνά έχει την ελευθερία και να διαμορφώνει το κείμενο τότε στην ίδια παράδοση ανήκουν τόσο τα Φιλοθέου Πάρεργα του Νικόλαου Μαυροκορδάτου όσο και ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή. Αλλά εκείνος που ζητά από τον αναγνώστη να γράψει ξανά το μυθιστόρημα, διαβάζοντας τα κεφάλαια με διαφορετική σειρά είναι ο Εμμανουήλ Ροΐδης, που εκτός αυτού επινοεί πρωτοποριακές τεχνικές και τεχνάσματα, ενώ τα ίδια τα κείμενά του παρουσιάζονται ως βιβλιοθήκες, με τους εγκιβωτισμούς έργων των ηρώων ή άλλων συγγραφέων. Η Πάπισσα Ιωάννα είναι το πρώτο κατ’ εξοχήν νεοτερικό μυθιστόρημα στην καθ’ ημάς παραγωγή, και μια σειρά κειμένων, μεταξύ των οποίων η καίρια μελέτη της Μαρίας Κακαβούλια δημοσιευμένη στον Χάρτη [τ. 15, 1985] το αναδεικνύουν.

Αυτή είναι η πρώτη ιδρυτική στιγμή της μεταμυθοπλασίας στο νεοελληνικό μυθιστόρημα, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στα Τρία ελληνικά μονόπρακτα του Θανάση Βαλτινού, που μαζί με τα Στοιχεία για την δεκαετία του ’60 και αργότερα την Ορθοκωστά ανοίγουν μια ουσιαστική συζήτηση που παραμένει θερμή, εμπλουτισμένη και με την Ιστορία των μεταμορφώσεων του Γιάννη Πάνου, το δεύτερο μείζον βιβλίο του συγγραφέα που τιμάται εδώ με αναλυτικά κριτικά κείμενα, για να ακολουθήσει η ποιητική πρόζα του Ευγένιου Αρανίτση, η ποίηση του Ηλία Λάγιου, μαζί με τα μυθιστορήματα των Κώστα Βούλγαρη, Τάσου Χατζητάτση, Θωμά Σκάσση και Μισέλ Φάις. Τα κείμενα των Γρηγορίου Νανζιανζηνού, Μιχαήλ Ψελλού, Κωνσταντίνου Σάθα, Στρατή Δούκα, Όμηρου Πέλλα, Κώστα Καρυωτάκη, Νικόλα Κάλα, Hoelderlin, Michel Foucault, Walter Benjamin Giorgio Agamben, Samuel Beckett, Gilles Deleuze, Allen Ginsberg, Raymond Queneau και πολλών άλλων, καθώς και τα κριτικά κείμενα δεκάδων ελλήνων κριτικών και θεωρητικών συμπληρώνουν το παλίμψηστο της νεοελληνικής μεταμυθοπλασίας.

Εκδ. Βιβλιόραμα, 2017, σελ. 471, με πεντασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

Εικονιζόμενοι: Διονύσιος Σολωμός σε προτομή, Rodolpho Walsh, Νίκος Καχτίτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης.




Φεβρουαρίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728  

Blog Stats

  • 897,557 hits

Αρχείο

Advertisements