Τζουνιτσίρο Τανιζάκι – Το πόδι της Φουμίκο

Οι ακραίες λατρείες

Αν στο περίφημο Κλειδί του ο Τανιζάκι βάζει τον ήρωά του να εκφράζει κάθε του ερωτική σκέψη σε Ημερολόγιο, βέβαιος ότι το διαβάζει η γυναίκα του Ικούκο, και σύντομα και εκείνη με την σειρά της εκφράζει με τον ίδιο τρόπο τα δικά της ανομολόγητα, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα με τρεις παράλληλες αφηγήσεις, στην κατά σχεδόν τέσσερις δεκαετίες προγενέστερη νουβέλα του Το πόδι της Φουμίκο η διείσδυση και κατόπιν η αντανάκλαση μιας αφήγησης μέσα σε μια άλλη αποκαλύπτονται από την αρχή. Ο αφηγητής ονόματι Ουνόκιτσι, φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών, γράφει στον συγγραφέα Τανιζάκι για να του διηγηθεί μια πρωτοφανή ιστορία που ελπίζει να αποτελέσει λογοτεχνικό υλικό. Πρόκειται για την συνάντησή του με τον συνταξιούχο ενεχυροδανειστή Τσουκακόσι, ο οποίος, καθαρόαιμος κάτοικος των κεντρικών συνοικιών της παλιάς πρωτεύουσα του Έντο δεν έχει τίποτα κοινό με τον μεγαλωμένο στα απάτητα δάση μιας ιαπωνικής επαρχίας νεαρό, που συν τοις άλλοις είναι συνεπαρμένος από την δυτική κουλτούρα και τέχνη, με όνειρο να γίνει ένας ζωγράφος της σχετικής τεχνοτροπίας. Και όμως, προσκαλείται στο σπίτι του Τσουκακόσι και έρχεται αντιμέτωπος με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του αλλά και την ιδιομορφία της κατάστασης: ο εξηντάχρονος συνταξιούχος έχει τελέσει τρεις αλλεπάλληλους γάμους που δεν μπορούν να ερμηνευτούν απλώς και μόνο λόγω της κλίσης του στην ελευθεριότητα αλλά και από μια κρυφή τάση που όλοι αγνοούσαν, ενώ όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες που βρέθηκαν δίπλα του κατέληξαν να τον εγκαταλείπουν ή να τον απατάνε.

Η Φουμίκο αποτέλεσε την μοναδική εξαίρεση: έχοντας περάσει από το στάδιο της μαθητευόμενης σε αυτό της επίσης γκέισας, εγκαθίσταται στο σπίτι του ως επίσημη παλλακίδα ή σύζυγος, με αποτέλεσμα την αντίδραση της οικογένειάς του που κυμάνθηκε από την πλήρη αποξένωση έως και την εγκατάλειψή του. Σε αυτό το σημείο φτάνει ο νεαρός και γνωρίζει την Φουμίκο. Κατά τις συστάσεις, όπου αναφέρεται και ο λόγος (ή μήπως αφορμή;) της πρόσκλησης (μια μακρινή συγγένεια και η παράκληση του πατέρα του νεαρού να τον φροντίσει), η έκφραση του γέρου είναι διφορούμενη, με ένα αδρό χαμόγελο που υποκρύπτει κάτι άλλο ενώ εκείνη της Φουμίκο χαρακτηρίζεται από «μια ιδέα κάποιας ελάχιστης συστολής». Από την πρώτη στιγμή ο νέος σαγηνεύεται τόσο από το ντύσιμό της (κιμονό υπερβολικά μακρύ για παλλακίδα) όσο και από την εμφάνισή της (μαλλιά μαύρα σαν της λάκκας) αλλά είναι η ατέλεια των χαρακτηριστικών της που του δημιουργεί την αίσθηση αρμονίας. Για να μπορεί μια γυναίκα να προκαλεί τέτοια εντύπωση ομορφιάς, διατείνεται, έπρεπε να έχει κάποια ελαττώματα, και, πράγματι, το οβάλ περίγραμμα του προσώπου της, τέλειο όσο και το σχήμα του αυγού, συνοδεύεται από βαθουλωμένα μάγουλα, ενώ η ιδιαίτερα τονισμένη μύτη της ευτυχώς δεν έχει τα χαρακτηριστικά της τέλειας μύτης όπως των αγαλμάτων, γιατί θα έδινε στο πρόσωπο μια έκφραση ψυχρότητας.

Ο συνταξιούχος, όπως συχνά αποκαλείται στη νουβέλα, αποκαλύπτει στον εύελπι ζωγράφο τον λόγο της πρόσκλησης: επιθυμεί να παραδώσει την Φουμίκο στην ζωγραφική του τέχνη και μάλιστα όχι στη παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική αλλά στην δυτική ελαιογραφία, υποστηρίζοντας ότι είναι περισσότερο ρεαλιστική. Επιπρόσθετα, ανοίγει ένα παλιωμένο κουσά-ζόσι, μια φτηνή εικονογραφημένη έκδοση με διάφορες ζωγραφιές, για να του δείξει το πρότυπο που επιθυμεί· μια γκραβούρα του γνωστού ζωγράφου Κουνίσαντα όπου μια γυναίκα έχει φτάσει ξυπόλυτη από τους δρόμους της εξοχής σε ένα εγκαταλειμμένο οίκημα, σαν παλιό ναό, και καθισμένη στο σκαλοπάτι ενός εξωτερικού διαδρόμου, σκουπίζει το δεξί της λασπωμένο πόδι με μια πετσέτα. Η πόζα, γράφει ο αφηγητής, απαιτούσε εξαιρετική πλαστικότητα στην εκτέλεση και έδειχνε μέχρι ποιο σημείο οι παλιοί ζωγράφοι γκραβούρας ήταν άριστοι παρατηρητές των χαριτωμένων μεταμορφώσεων του γυναικείου σώματος και πόσο μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον τους γι’ αυτό, ενώ είναι βέβαιος πως για να εμπνευστεί ο Κουνίσαντα έναν τέτοιο πίνακα, θα πρέπει σίγουρα να είχε δει μια κοπέλα σε αυτήν ακριβώς την στάση.

Και έτσι αρχίζει η καθημερινή συνεύρεση των τριών προς ολοκλήρωση της ύστατης επιθυμίας του Τσουκακόσι και πάντα στο ημίφως, καθώς το σπίτι του ως παλιά οικία εμπόρου στο κέντρο του Τόκιο ακολουθεί το σύνηθες μοντέλο – όσο προχωρά κανείς στο εσωτερικό μετά την στενή πόρτα, τόσο λιγότερο διεισδύει το φως της ημέρας, σε σημείο να δίνει την εντύπωση σπηλαίου· το μόνο φως που έμπαινε στο δωμάτιο όπου θα την ζωγράφιζε, ήταν χλωμό και μελαγχολικό, λες και κάποια ακτίνα είχε ξεμείνει από τον ήλιο. Όμως ο νεαρός δεν είναι διόλου αμέτοχος στην ολοένα και εμφανέστερη προτίμηση του Τσουκακόσι· απεναντίας είναι και αυτός ένας θαυμαστής όπως αποκαλύπτει στον συγγραφέα, ενώ είναι βέβαιος πως και ο γέρος το έχει αντιληφθεί και, προφανώς, το απολαμβάνει.

Η Φουμίκο φυσικά, όπως και ένα διαχρονικό πρότυπο της γυναίκας που βρίσκεται σε παρόμοια θέση, είναι μεν φιλάρεσκη αλλά δεν μοιράζεται το ίδιο πάθος, συνεπώς ούτε συναρπάζεται με όλα αυτά. Όμως είναι ακριβώς αυτή η αδιαφορία της που αφενός γοητεύει τους δυο άντρες και αφετέρου που οδηγεί τον γέροντα στην ευχαρίστηση της υποταγής. Η ωριμότητα είναι αντίστροφη της ηλικίας και οι δυο άντρες χαίρονται σαν μικρά παιδιά το γεγονός ότι η Φουμίκο ακριβώς τους φέρεται σαν να είναι μικρά παιδιά.

Η αποτύπωση της γυναίκας στην ίδια στάση με εκείνη της γκραβούρας προφανώς είναι δύσκολη και εξαντλητική, καθώς, μπορεί ο αρχικός ζωγράφος να την είδε φευγαλέα αλλά για τον μεταγενέστερο απαιτεί μια δύσκολη πόζα που η Φουμίκο αδυνατεί να κρατήσει πάνω από τρία λεπτά. Και όμως, εκείνη υποχωρεί μπροστά στο μεταμορφωμένο προς το αλλόκοτο βλέμμα του, ίσως από τον φόβο πως μια ενδεχόμενη άρνησή της τον οδηγήσει από την παθητικότητα στην δράση, σε κάποια πράξη… Καθ’ όλη την διαδικασία η Φουμίκο αποκτά τις ιδιότητες του μοντέλου της και ο αφηγητής παρατηρεί ότι αμφότερες οι γυναίκες ζωογονούνται από την ίδια την ένταση της σχετικής κίνησης· μπαίνει μάλιστα στον πειρασμό να πει ότι δεν ήταν η Ο-Φούμι που μιμούνταν τη γυναίκα της ζωγραφιάς αλλά μάλλον το αντίθετο. Για ποιο λόγο όμως να επιλέχτηκε η συγκεκριμένη στάση; Μια οποιαδήποτε άλλη συνηθισμένη πόζα δεν θα επέτρεπε να φανερωθεί το συγκεκριμένο μέρος του κορμιού, η στάση των γυμνών ποδιών ιδωμένων κάτω από το άνοιγμα του κίμονο, στην καμπύλη γραμμή μέχρι κάτω.

Αλλά, πλέον, εκείνος που υμνεί το πόδι της Φουμίκο δεν είναι ο συνταξιούχος αλλά ο νεαρός που, γράφοντας πάντα στον Τανιζάκι, εκφράζει την δική του αγάπη για τα πόδια, πρώτα της Φουμίκο (δάχτυλα που μοιάζουν με συνάθροιση κοχυλιών, ευαισθησία που φανερώνει πως δεν θα είχε περπατήσει σε τίποτα σκληρότερο από το τατάμι και το φουτόν), αλλά επεκτεινόμενη και στα πόδια όλων των γυναικών που «δεν είναι λιγότερο εκφραστικά από ένα πρόσωπο» και που χάρη στην εντύπωση που δημιουργούν «μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια γυναίκα παθιασμένη ή ένα ψυχρό και σκληρό άτομο» – ιδέες δύσκολες στην κατανόηση για τον κοινό θνητό. Του μιλάει για την «υπνωτιστική τους δύναμη», το συναίσθημα ανάτασης που του προκαλούν και την «μυστικιστική λατρεία» που επιθυμεί να τους αφιερώσει. Και βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία να αποκαλύψει την σχετική προδιάθεση που είχε από την πιο τρυφερή ηλικία και την συνείδηση της αποτροπιαστικής φύσης αυτής της κλίσης που έπρεπε να μείνει κρυφή από τους άλλους αλλά και την συγκλονιστική διαπίστωση ότι δεν είναι ο μόνος, όταν διάβασε ένα ειδικευμένο άρθρο πως υπάρχουν στον κόσμο θαυμαστές του γυναικείου ποδιού και αυτό ονομάζεται foot fetishism.

Η εμφάνιση του Τσουκακόσι αποτέλεσε την πλέον ζωντανή απόδειξη αλλά και την πολυπόθητη συνενοχή, τόσο ως προς τις «γνώσεις» – ο τελευταίος του αναφέρει ότι οι γκέισες της εποχής Τοκουγκάουα [1603-1868] είχαν τόση επιθυμία να επιδείξουν τα πόδια τους ώστε έφταναν στο σημείο να μη φοράνε ταμπί, ούτε και το χειμώνα, σε αντίθεση με τις «σημερινές» γκέισες, γι’ αυτό και επιβάλλει στην Ο-Φούμι να μην βάζει ποτέ – όσο και ως προς την εκδήλωσή του – το βλέμμα του σαν εκείνο ενός κλέφτη και η τελευταία, απροκάλυπτη επιθυμία του, να βάζει το πρόσωπό του σε αυτά, σαν σκύλος. Πως θα κατέληγε όλη αυτή η ιστορία, δεδομένης, ιδίως, της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του πρώτου πρωταγωνιστή;

Η επιδείνωση του διαβήτη, πλέον και της φυματίωσης, τον καθιστά ολοένα και πιο ανήμπορο αλλά και εξαρτημένο από την Φουμίκο, που μία στις τόσες δεν εμφανίζεται, και, κατάκοιτος πλέον, όχι μόνο δεν εγκαταλείπει τις επιθυμίες του αλλά και ωθεί τον νεαρό να πάρει την θέση του στα πόδια της, ενώ ο ίδιος κοιτάζει με την χαρά του ηδονοβλεψία, σε μια σχέση αποκλειστικά τριαδική (γι’ αυτό και αρνείται να δεχτεί μια επαγγελματία νοσοκόμα), ενώ η Φουμίκο μάλλον «θα σκέφτεται πως οι δυο άντρες ήταν εντελώς τρελοί και αλλοπαρμένοι». Καθώς οδεύει προς τον χαμό ο Τουκακόσι ζητάει ως τελευταία του ευχαρίστηση το βελούδινο πόδι της στο κάτωχρο μέτωπό του για να χαθεί σε μια «ατέλειωτη αναπόληση» μοιάζοντας μ’ «ένα κομμάτι πάγου που λιώνει στον ήλιο». Μπορεί ο γέροντας να βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου αλλά μέχρι και την τελευταία ευθεία γραμμή της ζωής εμμένει στην ικανοποίησή του. Τα πόδια της Φουμίκο εκφράζουν την ύστατη μορφή της ζωής, που αποχαιρετά με τον πλέον προσφιλή του τρόπο – και ποιος μπορεί να τον μέμψει γι’ αυτό;

Ίσως λοιπόν ο συγγραφέας δεν επιλέχτηκε τυχαία ως παραλήπτης της επιστολής (αν υπήρξε ποτέ). Είναι πλέον γνωστό ότι ο Τανιζάκι αισθανόταν πως βίωνε μόνος αυτός στον κόσμο την ερωτική του διάθεση προς τα γυναικεία πόδια, μέχρι που διάβασε το την Psychopathia Sexualis του Richard Freiherr von Krafft-Ebing (1886) και την είδε ως επίσημα καταγεγραμμένη πλευρά της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ενώ η νουβέλα εμφανίζεται οκτώ χρόνια προτού ο Φρόυντ δημοσιεύσει το περίφημό του δοκίμιο για τον Φετιχισμό, ο οποίος συνδέθηκε τόσο με τον μαζοχισμό όσο και με το βλέμμα και την ηδονοβλεψία. Ως προς τα τελευταία, διαπιστώνεται η κλιμάκωση του βλέμματος μέσα στη νουβέλα: ο δυο άντρες κοιτάζουν την ζωγραφιά – πρότυπο, και εν συνεχεία την Φουμίκο που την αναπαριστά και την μιμείται, ενώ στο τέλος εκείνη θα κοιτάζεται ως πίνακας. Μήπως με όλες αυτές τις αλληλουχίες των βλεμμάτων, τόσο η γυναίκα όσο και η ίδια η εικόνα της θα είναι πάντα φευγαλέες, συνεπώς και η καλλιτεχνική της μετάπλαση δεν θα καταφέρνει να την αιχμαλωτίσει ποτέ όπως πραγματικά είναι;

Εκδ. Άγρα, 2020, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης [Junichiro Tanizaki, Fumiko no Ashi, 1919]. Η σχέση του Τανιζάκι με το σχετικό θέμα τονίζεται και στο σύντομο αλλά πυκνό επίμετρο του μεταφραστή. Βλ. επίσης Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το κλειδί, εκδ. Άγρα, 2013 [Α΄ έκδ. 1993], μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης [Kagi, 1956]. Πρβλ. Sigmund Freud, Fetischismus, Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse 13 (1927), σ. 311-217 (= The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, τόμ. 21, The Future of an Illusion, Civilization and Its Discontents and Other Works (1927–1931), επιμ. James Strachey, The Hogarth Press, 1961, σ. 149–157.

Δημοσίευση στον ηλεκτρονικό Χάρτη, τεύχος Οκτώβριος 2026, εδώ.

Στις εικόνες έργα του του Utagwa Kunisada, που ενέπνευσε τον ήρωα της νουβέλας.

Susan Sontag – Περί φωτογραφίας

H «λογοτεχνία» του φακού

H ανθρωπότητα παραμένει πεισματικά στο σπήλαιο του Πλάτωνα, εξακολουθώντας, κατά την πανάρχαια συνήθειά της, να χαίρεται με απλά είδωλα της πραγματικότητας, γράφει η συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο Στο σπήλαιο του Πλάτωνα και μέχρι το τέλος του περίφημου πλέον βιβλίου της έχει κανείς την αίσθηση πως αυτό γράφτηκε σήμερα και όχι τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα. Η φράση της αναφέρεται στην διαδικασία [φωτογραφικής] καταγραφής που ξεκίνησε το 1839 και από τότε φαίνεται πως έχουμε φωτογραφίσει σχεδόν τα πάντα. Αλλά αυτή η ακόρεστη φωτογραφική ματιά αλλάζει τους όρους του εγκλεισμού μας στο σπήλαιο. Αυτός ο νέος οπτικός κώδικας μας διδάσκει πού αξίζει να στρέψουμε το βλέμμα μας και τι έχουμε δικαίωμα να παρατηρούμε, σα να συντάσσει μια γραμματική και, κυρίως, μια ηθική της όρασης.

Όταν φωτογραφίζουμε, οικειοποιούμαστε εκείνο που φωτογραφίζουμε και οι σχετικές απεικονίσεις αποτελούν πλέον την βασική πηγή γνώσης μας σχετικά με το παρελθόν. Σε αντίθεση με την γραφή, που δεν μπορεί παρά να ερμηνεύει, όπως άλλωστε και η ζωγραφική, οι φωτογραφίες δείχνουν να αποτελούν μαρτυρίες–κομμάτια του κόσμου, μικρογραφίες της ίδιας της πραγματικότητας. Μια φωτογραφία θεωρείται αδιάσειστη απόδειξη ότι κάτι συγκεκριμένο συνέβη· όσο και να διαστρεβλώνει, παραδεχόμαστε ότι κάτι υπήρξε. Φυσικά η δουλειά των φωτογράφων δεν απαλλάσσεται από τις συνήθεις σκοτεινές δοσοληψίες μεταξύ τέχνης και αλήθειας και συχνά καταλήγουν και αυτοί να ερμηνεύουν την πραγματικότητα.

Η εγγενής στην φωτογραφία υπόσχεση, ο εκδημοκρατισμός όλων των εμπειριών μέσω της μετάφρασής τους σε εικόνες υλοιποιήθηκε. Μπορεί, φωτογραφίζοντας, να επιβεβαιώνουμε μια εμπειρία, ταυτόχρονα όμως την αρνούμαστε, αφού την περιορίζουμε σε μια αναζήτηση του φωτογενούς και την μετατρέπουμε σε εικόνα, σε ενθύμιο. Ένα ταξίδι μετατρέπεται σε μια στρατηγική συσσώρευσης φωτογραφιών. Η φωτογραφία είναι ένα από τα βασικά μέσα που μας επιτρέπουν να δώσουμε την εντύπωση ότι συμμετέχουμε. Η λήψη φωτογραφιών έχει εδραιώσει μια χρόνια ηδονοβλεπτική σχέση με τον κόσμο.

Σε κάθε χρήση της φωτογραφικής μηχανής υπάρχει μια υποβόσκουσα επιθετικότητα. Εδώ η συγγραφέας κάνει την αναπόφευκτη αναφορά στην ταινία Ο ηδονοβλεψίας (Peeping Tom, 1960) του Μάικλ Πάουελ όπου και η αποτύπωση της ύστατης στιγμής των γυναικών, η λειτουργία της μηχανής ως φαλλού και η γενικευμένη φαντασίωση που ενοικεί στις εκφράσεις έκφραση load / οπλίζω την μηχανή και shoot / τραβάω φωτογραφία. Από μια άλλη οπτική, όλες οι φωτογραφίες είναι memento mori – ενθυμήσεις θνητότητας. Βγάζοντας μια φωτογραφία συμμετέχουμε στη θνητότητα, στην τρωτότητα και στη μεταβλητότητα ενός ανθρώπου ή ενός πράγματος – και όλες τους μαρτυρούν την αμείλικτη φθορά του χρόνου. Οι φωτογραφίες ασφαλώς λειτουργούν ασφαλώς ως υπόμνηση θανάτου, αλλά η σαγήνη που ασκούν έγκειται και στο συναισθηματικό τους κάλεσμα. Χάρη σε αυτές το παρελθόν μετατρέπεται σε αντικείμενο τρυφερού σεβασμού. Στον αντίποδα, όταν ένα γεγονός έχει πλέον συντελεστεί, η φωτογραφία θα εξακολουθεί να υπάρχει, προσδίδοντας σε αυτό ένα είδος αθανασίας. Το άτομο που παρεμβαίνει δεν είναι σε θέση να καταγράψει· το άτομο που καταγράφει αδυνατεί να παρέμβει.

Οι εικόνες καθηλώνουν αλλά και αναισθητοποιούν. Το έργο «ευαισθητοποιημένων» φωτογράφων έχει κατορθώσει όχι μόνο να αφυπνίσει συνειδήσεις αλλά και να τις εξασθενήσει στον ίδιο βαθμό. Ο μακρύς φωτογραφικός κατάλογος δυστυχίας και αδικίας έχει εξοικειώσει τους πάντες με την φρίκη, κάνοντας το αποτρόπαιο να φαίνεται λιγότερο ασυνήθιστο. Την εποχή που τραβήχτηκαν οι πρώτες φωτογραφίες από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν υπήρχε τίποτα το κοινότοπο σχετικά με τις συγκεκριμένες εικόνες. Η φωτογραφία θέτει την προϋπόθεση ότι, για να γνωρίσουμε τον κόσμο, πρέπει να τον δεχτούμε όπως τον καταγράφει η φωτογραφική μηχανή. Κάτι τέτοιο όμως βρίσκεται στον αντίποδα της κατανόησης του κόσμου, η οποία προϋποθέτει να μην αποδεχόμαστε τον κόσμο όπως φαίνεται. [σ. 52]

Η ανάγκη επιβεβαίωσης της πραγματικότητας και ενίσχυσης της εμπειρίας μέσω των φωτογραφιών συνιστά ένα είδος αισθητικού καταναλωτισμού, στον οποίο όλοι έχουμε εθιστεί. Οι βιομηχανικές κοινωνίες έχουν μετατρέψει τους πολίτες σε εικονομανείς· πρόκειται για την πλέον ακαταμάχητη μορφή πνευματικής ρύπανσης. Μπορούμε κάλλιστα να κάνουμε λόγο για ανθρώπους που φωτογραφίζουν από καταναγκασμό, προκειμένου να μετατρέψουν την ίδια την εμπειρία σε έναν τρόπο θέασης. Το να βιώνεις κάτι γίνεται συνώνυμο με το να το φωτογραφίζεις. Αν ο Μαλαρμέ έλεγε ότι τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν σε ένα βιβλίο, σήμερα τα πάντα μοιάζουν να υπάρχουν για να καταλήξουν σε μια φωτογραφία.

Από την μία υπήρξε η έκθεση The Family of Man [1955] που διοργανώθηκε από τον Edward Steichen και στην οποία δεκάδες φωτογράφοι φωτογράφισαν ανθρώπους από δεκάδες χώρες για να αποδείξουν ότι η ανθρωπότητα είναι ενιαία και ότι τα ανθρώπινα όντα παρά τα ελαττώματα και την φαυλότητά τους είναι πλάσματα ελκυστικά, ώστε κάθε θεατής να ταυτιστεί και να αισθανθεί πολίτης της Παγκόσμιας Φωτογραφίας· από την άλλη, η έκθεση της Diane Arbus [1972] που παρουσίασε δύσμορφους ανθρώπους είδους, περιπτώσεις οριακές σε καταθλιπτικά περιβάλλοντα, που απέδειξε ακριβώς το αντίθετο, το μη ενιαίο της ανθρωπότητας. Αν ο πρώτος ήθελε να δείξει ότι γεννιόμαστε, δουλεύουμε, γελάμε και πεθαίνουμε με τον ίδιο τρόπο (προσέγγιση που απορρίπτει τον καθοριστικό ρόλο της Ιστορίας, τις υπαρκτές διαφορές, αδικίες και συγκρούσεις, υπογραμμίζει η συγγραφέας), η Άρμπους υπαινίσσεται πως στον κόσμο όλοι είμαστε ξένοι, απελπιστικά απομονωμένοι, εγκλωβισμένοι σε σακατεμένες ταυτότητες και σχέσεις. Ως προς την τελευταία όμως οφείλει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει το κίνητρο της ευαισθητοποίησης – δεν [ήθελε να;] ανακινεί το παραμικρό αίσθημα συμπόνιας, η οπτική της είναι μάλλον αποστασιοποιημένη. Φωτογραφίζοντας στη Νέα Υόρκη από χορούς των ντραγκ κουίν έως ξενοδοχεία της πρόνοιας και καθημερινές συνήθεις νάνων, δήλωνε πως επιθυμούσε να γνωρίσει και να κατανοήσει τους φωτογραφημένους της.

Η συγκεκριμένη φωτογράφος όμως δεν έδινε όμως έμφαση στον πόνο αλλά στην αυτονομία του κάθε υποκειμένου· οι ήρωές της παρουσιάζονται συμφιλιωμένοι με τον εαυτό τους, ενώ, αντίθετα, εκεί όπου ο πόνος γίνεται περισσότερο αντιληπτός είναι στα πορτραίτα της των «κανονικών» (τα εισαγωγικά δικά μου) ανθρώπων. Το έργο της αποτελεί για την Σόνταγκ χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τάσης που επικρατεί την τέχνη των καπιταλιστικών χωρών να καταπνίγεται ή να περιορίζεται ο αίσθημα αποστροφής, τόσο στο επίπεδο των ηθών όσων και των αισθήσεων. Εξοικειώνοντάς μας με ό,τι προηγουμένως δεν αντέχαμε να δούμε, τη τέχνη αλλάζει τα ήθη και έτσι ερχόμαστε σε μια τυπική αλήθεια: ότι τα ταμπού δεν είναι παρά αυθαίρετα κατασκευάσματα της τέχνης και της ηθικής. Ωστόσο, η ικανότητά μας να χωνεύουμε θέματα ολοένα και πιο αποκρουστικά, σε βάθος χρόνου μας απομακρύνει από τον εαυτό μας, περιορίζοντας την ικανότητά μας να αντιδρούμε στην πραγματική ζωή

Η φωτογραφία έχει μια φήμη διόλου κολακευτική: εκείνη της πιο ρεαλιστικής και συνεπώς πιο ρηχής από όλες τις μιμητικές τέχνες. Ο υπερρεαλισμός βρίσκεται στον πυρήνα του φωτογραφικού εγχειρήματος: στην δημιουργία μιας πραγματικότητας δεύτερου βαθμού. Η αντίληψη ότι η πραγματικότητα συνιστά ένα σπάνιο βραβείο το οποίο ο φιλόπονος κυνηγός με την φωτογραφική μηχανή οφείλει να εντοπίσει και να καταγράψει υπήρξε εξαρχής καθοριστική. Η σχετική πρακτική σαφώς γνωστοποίησε καταστάσεις στο ευρύ κοινό αλλά υπήρχε πάντα και ο κίνδυνος να οδηγήσει σε συμβολικές αλλαγές χωρίς νόημα. Είναι ενδιαφέρον πως όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1880 ο Jacob Riis φωτογράφισε μια φτωχογειτονιά της Νέας Υόρκης, ο Ρούσβελτ έδωσε εντολή για κατεδάφιση της περιοχής και μεταφορά των κατοίκων σε νέες κατοικίες, την ώρα που άλλες, εξίσου άθλιες φτωχογειτονιές έμειναν άθικτες.

Η φωτογραφική μηχανή ωραιοποιεί τον κόσμο με τόση επιτυχία, που το πρότυπο της ομορφιάς δεν τίθεται πλέον από τον ίδιο τον κόσμο αλλά από τις φωτογραφίες. Στα μάτια όσων έχουν χορτάσει από εικόνες, ένα ηλιοβασίλεμα πιθανόν να φαίνεται τετριμμένο καθώς έχει καταλήξει να θυμίζει φωτογραφία. Η νευρικότητα των ανθρώπων που πρόκειται να φωτογραφηθούν δεν είναι προφανώς ο φόβος των πρωτόγονων μήπως η ψυχή τους παραβιαστεί) αλλά επειδή ανησυχούν μήπως η φωτογραφική μηχανή δεν τους εγκρίνει· επιθυμούν την εξιδανικευμένη εικόνα και αισθάνονται απόρριψη όταν η επιστραφείσα εικόνα δεν είναι ελκυστικότερη από την πραγματική τους εικόνα.

Αν θέλουμε να ανακεφαλαιώσουμε την ιστορία της φωτογραφίας θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για την πάλη ανάμεσα σε δυο διαφορετικές επιταγές: την επιταγή για ωραιοποίηση, που πηγάζει από τις Καλές Τέχνες, και την επιταγή για αλήθεια, όχι μόνο στην βάση της αντίληψης περί αντικειμενικής αλήθειας που μας κληροδότησε η επιστήμη, αλλά και ενός ιδανικού για εξιστόρηση της αλήθειας, όπως παρουσιάστηκε στα λογοτεχνικά μοντέλα του 19ου αιώνα και από το αναδυόμενο την ίδια εποχή επάγγελμα της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας. Κατά πόσο όμως χειραγωγεί την πραγματικότητα που υποτίθεται πως καταγράφει; Ο Μάρξ κατηγορούσε τους φιλοσόφους επειδή αντί να προσπαθούν να αλλάξουν τον κόσμο, επιχειρούν απλώς να τον καταλάβουν. Οι φωτογράφοι υπαινίσσονται πως είναι μάταιο ακόμα και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τον κόσμο· αυτό που προτείνουν είναι να τον συλλέξουμε.

Μοιρασμένο σε έξι κεφάλαια (Αντικρίζοντας μέσα από φωτογραφίες το σκοτεινό πρόσωπο της Αμερικής, Μελαγχολικά αντικείμενα, Ο ηρωισμός του βλέμματος, Φωτογραφικά ευαγγέλια, Ο κόσμος των εικόνων) ευρείας θεματολογίας, το κείμενο της Σόνταγκ πληροί τις προϋποθέσεις του δοκιμίου αλλά διαποτίζεται από έντονη τάση για φιλοσοφία, πράγμα που το καθιστά πέρα από γοητευτικότατο ένα σώμα όπου καλείται κανείς να επιλέξει ανάμεσα σε δυο και τρεις ερμηνείες ή θέσεις σε θέματα που χρήζουν μιας διαρκούς διαλεκτικής. Οι αναφορές της σε φωτογράφους, φωτογραφίες, εκθέσεις κλπ. είναι πλούσια και τα κείμενά της αποτελούν πολύτιμη τροφή για σκέψη ειδικά σε μια εποχή όπου η φωτογραφία λειτουργεί ως βασικότατος παράγοντας στην πολιτική, την κοινωνία, τον πολιτισμό, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την ιδιωτική ζωή.

Εκδ. Gutenberg, 2024, σελ. 339, μτφ. Χριστίνα Παπαδοπούλου [On photography, 1973]. Με «Σύντομη Ανθολογία Παραθεμάτων» 35 σελίδων.

Στις εικόνες: Φωτογραφίες των 1. Lewis Hine [[Παιδική εργασία σε Lancaster Cotton Mills, Βόρεια Καρολίνα, ΗΠΑ], 3. Jacob Riis [1890, Νέα Υόρκη] και 5. Chris Killip, Helen and her hula-hoop, Seacoal Camp, Lynemouth, Northumberland, 1984 και κινηματογραφικά στιγμιότυπα από τις ταινίες Peeping Tom (Michael Powell, 1960) και Blow-Up (Michelangelo Antonioni, 1966)