Φιλίπ Μυρέ – Αγαπητοί τζιχαντιστές…

Επιστολή σε Ανατολή και (κυρίως) Δύση

Ξεκινώντας κάπως ανορθόδοξα, και μόνο που το επίμετρο αλλά και γενικότερα οι συστάσεις γίνονται από τον Λάκη Προγκίδη, του οποίου τις επιφυλλίδες στο Βήμα πρώτα και τα δοκιμιακά του βιβλία ύστερα απολάμβανα ιδιαιτέρως, καθώς, εκτός των άλλων, μας κοινωνούσαν οτιδήποτε πνευματικά ερεθιστικό υπήρχε στην γαλλική πολιτιστική σκηνή, η προσοχή στο παρόν βιβλίο είναι δεδομένη. Το επίμετρό του, άλλωστε, πέρα από μια συνολική οπτική στο κείμενο του Μυρέ, μας γνωρίζει και τον ίδιο τον Γάλλο δοκιμιογράφο, το συνολικό έργο του οποίου –μυθιστορηματικό, δοκιμιακό, ποιητικό και κριτικό– παραμένει έγκλειστο εντός των γαλλικών συνόρων. Αυτή η «ιδιάζουσα» φωνή που ανέκαθεν αμφισβητούσε την κυρίαρχη συναίνεση λίγο καιρό μετά την φονική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου συντάσσει μια ανοιχτή επιστολή προς τους τζιχαντιστές η οποία όμως ταυτόχρονα και κυρίως στρέφεται στην καθ’ ημάς Δύση.

Ο Μυρέ στοχάζεται πάνω στον δυτικό πολιτισμό εναντίον του οποίου στράφηκε η δολοφονική τρέλα των τρομοκρατικών ομάδων που επικαλούνται το Ισλάμ και ιδίως στον θάνατο αυτού του πολιτισμού που δεν επέφεραν εκείνοι αλλά ένας άλλος πολιτισμός που έφτασε κι αυτός να αποκαλείται «δυτικός».  Ο αυθεντικός δυτικός πολιτισμός κατάφερε μέσα σε πενήντα χρόνια να αυτοκαταστραφεί, έχοντας παρεκκλίνει από τις αξίες του – την κριτική σκέψη, το πνεύμα της σύγκρουσης, την ικανότητα να αφομοιώνουμε το Κακό προκειμένου να το κατανοούμε και να τα πολεμούμε». Το μόνο που θελήσαμε να κρατήσουμε από την τρισχιλιετή ιστορία είναι η ταμπέλα της «Δύσης».  Αυτή η άρνηση του εαυτού δεν μας επιβλήθηκε από κανέναν εξωτερικό εχθρό και καμία εχθρική δύναμη. Αυτή η μετα-δυτική Δύση επεκτείνεται ανά τον πλανήτη και οδηγεί – δια πυρός και σιδήρου αν χρειαστεί – ολόκληρη την ανθρωπότητα προς την παγκοσμιοποίηση.

Είναι η ίδια Δύση που με την επίθεση του 2001 ξύπνησε έντρομη από τον λήθαργό της και είδε πως το μόνο που προέκυψε από το μεγαλεπήβολο σχέδιο εγκαθίδρυσης ενός κόσμου δίχως σύνορα, στην εφαρμογή του οποίου είχε ριχτεί από την επομένη κιόλας της κατάρρευσης του σοβιετικού μπλοκ, ήταν μια τρομοκρατία χωρίς σύνορα. Ενώ οι τζιχαντιστές ήταν βέβαιοι πως επιτέθηκαν σε έναν ολόκληρο πολιτισμό εκκοσμίκευσης και σαγήνης, τελικά επέλεξαν λάθος ανεμόμυλους· δεν υπάρχει πλέον πολιτισμός στα καθ’ ημάς. Παρασύρθηκαν από το μίσος και πήραν υπερβολικά τοις μετρητοίς την ρητορική των αμέτρητων φερέφωνων (πολιτολόγων, δημοσιογράφων και τηλεσχολιαστών). Εμείς όμως γνωρίζουμε πως ο σημερινός πολιτισμός που επιμένουμε να αποκαλούμε Δύση είναι ασύμβατος με την πιο στοιχειώδη ανθρώπινη αξιοπρέπεια

Ο δυτικός πολιτισμός που κάποτε γνωρίζαμε αναδύθηκε αργά από τα σκοτεινά βάθη των αιώνων προκειμένου να γεννήσει δια της γλώσσας και της σκέψης τον διάλογο και την τέχνη, όπου βρίσκει κανείς το πνεύμα της σύγκρουσης, της διαίρεσης, εκείνο που γεννά την διαφοροποίηση και την κριτική σκέψη. Σήμερα απλώς μετατρέπει ολόκληρη την γη σε σούπερ μάρκετ και εκδημοκρατίζει με βόμβες τις τελευταίες απείθαρχες φυλές του πλανήτη. Χάρη στα προηγμένα συστήματα εντοπισμού και τους περίφημους αισθητήρες που μπορούν να ανιχνεύουν σημεία ζωής σε βάθος δεκάδων μέτρων βράχου, η παλιά μυθολογική έννοια του πεπρωμένου έχει αντικατασταθεί από την πιο απτή έννοια της εντοπισιμότητας. Και βέβαια ως μεγαλύτερή μας επιθυμία πρέπει να θεωρείται το γεγονός πως έχουμε καταφέρει να κάνουμε τους πληθυσμούς μας να επιθυμούν αυτό που τους επιβάλλεται. Το τιτάνιο έργο της συστηματικής διάλυσης των θεμελίων του Λόγου συμπεριλαμβάνει την προοπτική της απεριόριστης προσωπικής χειραφέτησης, των ατέρμονο πολλαπλασιασμό των δικαιωμάτων, την ψευδαίσθηση της ατομικής ελευθερίας


Ένα μείζον στοιχείο της σχετικής πολιτισμικής κατάντιας είναι η δημιουργία της αυτοκρατορίας του καλού, μέγιστο θεώρημα και ομότιτλο βιβλίο του Μυρέ, στην οποία ο κόσμος μετατρέπεται σε νηπιαγωγείο όπου τα μέλη της νέας γενιάς μοιάζουν με «παιδήλικες» ή «εφηβήλικες» – «Διασκεδάζουμε, δε σκεφτόμαστε τίποτα, περνάμε τέλεια». Η Δύση προσπαθεί να ξεφορτωθεί το πολιτισμικό της θεμέλιο, το ελεύθερο, αυτόνομο και δημιουργικό άτομο. Τα πάντα οφείλουν να αποτελούν γιορτή, η μόνη δεκτή σκέψη είναι η θετική σκέψη, η χειρουργική να μας κάνει ωραιότερους, η πολιτική ορθότητα ορθότερους. Η Πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά την Ηδονή, το Παρελθόν μπροστά στο Παρόν, η Ατέλεια μπροστά στην Τελειότητα. Δεν χρειάζεται να υπερβεί κανείς τον εαυτό του ή επιχειρήσει οιασδήποτε φύσης ηρωισμό.

Ο Μυρέ δεν ήρθε ουρανοκατέβατος καθώς κάποτε ο Ζωρζ Μπερνανός έδωσε μια σειρά διαλέξεων υπό τον τίτλο Τι να την κάνουμε πια την ελευθερία όπου και ασκούσε αυστηρή κριτική ενός πολιτισμού ο οποίος αμέσως μετά τον πόλεμο αρνούνταν επίμονα να αντλήσει το παραμικρό μάθημα προς την κατεύθυνση του περιορισμού των αχαλίνωτων επιθυμιών για υλικές ανέσεις και αγαθά. Όταν οι πνευματικές κοινότητες και η διανόηση έχουν στερέψει από προτάσεις και αφήνουν τον λόγο σε πολιτικούς και καταναλωτές, επιβεβαιώνεται η φράση του Εμίλ Σιοράν που προτάσσεται στην αρχή του βιβλίου: «Ακούει κανείς τους ανθρώπους να μιλούν για την απελευθέρωση του Ανθρώπου κι εκπλήσσεται, αν δεν τον κυριεύει ο τρόμος. Πώς θα απελευθερώσουν οι σκλάβοι τον Σκλάβο;…». Εξ ου και η φράση του συγγραφέα προς τους αποδέκτες της επιστολής: «Άδικα προσπαθείτε να μας καταστρέψετε· αυτο-καταστρεφόμαστε εδώ και καιρό και μόνοι μας!».

Εκδ. Μάγμα, 2017, [Πολιτικό δοκίμιο, αρ.1], μτφ. Νίκος Μ. Μάλλιαρης, επίμετρο Λάκης Προγκίδης, σελ. 128 [Philippe Muray, Chers Djihadistes, 2002]

Στις εικόνες: 2. Έργο του Michael Jackson, 3. Magic Island, Houston, Texas.

Ίαν ΜακΓιούαν – Μαθήματα

Στο μεγαλύτερο έως τώρα σε έκταση μυθιστόρημά του, ο ΜακΓιούαν θριαμβεύει στην αφήγηση μιας μείζονος ιστορίας και πολλών πρόσθετων ιστοριών χωρίς να βιάζεται· θα τα πει όλα με την ησυχία του, διπλασιάζοντας την οπτική σε ευρυγώνιο φακό, για να συμπεριλάβει το εκάστοτε ιστορικό πλαίσιο, όχι όμως ως φόντο αλλά ως παράγοντα που επηρεάζει και «εξ αποστάσεως» τις ζωές των χαρακτήρων. Και είναι ακριβώς αυτές οι αργές ταχύτητες που έχουμε αγαπήσει στους πρώιμους Κόου, Χόρνμπι και Μπάνβιλ, καθώς οι ιστορίες αναπτύσσονται εναλλάξ, διαδοχικά και μπρος πίσω στον χρόνο, πάντα με επίκεντρο τον Ρόλαντ και τους ομόκεντρους γύρω του κύκλους δεκάδων άλλων ηρώων. Η ζωή του Ρόλαντ δεν ανατρέπεται στον παράδεισο της παιδικής του ηλικίας στην Λιβύη όπου η οικογένεια βρίσκεται στην Λιβύη, λόγω του στρατιωτικού πατέρα, ούτε στο οικοτροφείο όπου κλείνεται ως μαθητής, αν και εκεί γνωρίζει «την εκπληκτική αλήθεια της φράσης “τίποτα δεν είναι όπως το φαντάζεσαι”. Μέχρι εδώ οι άντρες καθόριζαν την ζωή του – εις το εξής θα το κάνουν οι γυναίκες.

Και πρώτη και καταιγιστική Εκείνη. Αυτός στα έντεκα, η δασκάλα του πιάνου δεσποινίς Μίριαμ Κορνέλ στα είκοσι δύο, εκείνος να φοβάται το λάθος, να αισθάνεται την τσιμπιά της, να μυρίζει το ροδόνερο που ανέδιδε, να μυρμηγκιάζει στους βουβώνες, να ψελλίζει τις συγνώμες του. Και κάποτε η φωνή της «Παλιο…», ένα παρατεταμένο φιλί, η εμφάνισή της όλο και πιο συχνά στις ονειροπολήσεις του – στην αρχή ως μέλος ενός μικρού θιάσου με πρόσωπα που επέλεγε από τις φωτογραφίες στα φιγουρίνια της μητέρας του, όταν έφτασε όμως στα δεκατρία του εκείνη τις είχε εκτοπίσει όλες. Νόμιζε ότι αυτός την επέλεγε σύντομα όμως έγινε ξεκάθαρο ότι δεν μπορούσε να υπάρξει εκτόνωση χωρίς εκείνη. Εκείνη τον είχε επιλέξει. Στα σιωπηλά δράματα που σκηνοθετούσε, η δεσποινίς Κορνέλ τον τραβούσε κοντά της στο δωμάτιο της μελέτης και του έδειχνε τι να κάνει.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά η Μίριαμ επισκέπτεται την μνήμη του όπου και στρογγυλοκάθεται εξαιτίας μιας άλλης γυναίκας που ανατρέπει την ενήλικη ζωή του. Η Γερμανίδα γυναίκα του Αλίσσα τον εγκαταλείπει αφήνοντας τον μόνο με τον επτά μηνών γιο τους, τον Λόρενς. έχοντας απλώς γράψει, μεταξύ άλλων «Ζούσα τη λάθος ζωή. Σε παρακαλώ, προσπάθησε να με συγχωρέσεις». Η μητρότητα (λέξη που έγραψε διακεκομμένη, σα να μην ήθελε να την δει μπροστά της ολόκληρη) θα την ακύρωνε ολοκληρωτικά. Καλύτερα πόνος τώρα παρά περισσότερος πόνος, χάος και πικρία μετά. Στα είκοσι οκτώ της αποδρούσε από τα βάρη μιας συνηθισμένης ζωής. Και ο Ρόλαντ βρίσκεται για άλλη μια φορά μεταξύ διαφορετικών ερμηνειών: μια ναρκισσιστική λιποταξία ή το φταίξιμο, εφόσον τον αγαπούσε, ήταν όλο δικό του; Ενίοτε επικρατεί (ή επιδιώκει) μια αέρινη αδιαφορία όπου ο πυρήνας της σοφίας θα είναι να μη νοιάζεσαι τόσο πολύ. Αν σε εγκατέλειψε ζήσε χωρίς αυτήν ή βρες μια άλλη γυναίκα ή περίμενε να γυρίσει.

Βέβαια ο συγγραφέας που εδώ θέλει να δοκιμάσει σε μερικές σελίδες διάφορα είδη μπαίνει στον πειρασμό να βάλει και μια μισή χιουμοριστική μισή ανησυχητική τροπή, καθώς σα να μην έφτανε του Ρόλαντ η μοναχική πλέον πατρότητα, υποχρεώνεται να ανέχεται και τις επισκέψεις του αστυνομικού Μπράουν και την σπαρταριστή υποψία ότι μπορεί να την σκότωσε εξαιτίας ενός ποιήματος που κάποτε έγραψε –Όταν έβαλα ένα τέλος/εκείνη δεν μου αντιστάθηκε- ενώ ο δύσμοιρος εννοούσε την σχέση του με την Μίριαμ. Και επειδή κάθε επιμέρους ιστορία έχει και, όπως προαναφέρθηκε, το κοσμοϊστορικό της υπόβαθρο, η ανησυχία του Ρόλαντ πολλαπλασιάζεται εξαιτίας του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ και όλη την τρομακτική περιρρέουσα ατμόσφαιρα με την εκδίκηση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας που στέλνει το ραδιενεργό της νέφος στη Βρετανία. Ως τότε πίστευε πως η αγάπη του και μόνο μπορούσε να προστατεύσει το παιδί του. Θα μπορούσε να πάει στο Πίτσμπουργκ όπου είχε φίλους ή στην Κεράλα για να ζήσουν φτηνά. Πώς θα φαινόταν όμως αυτό στον επιθεωρητή Μπράουν;

Όταν τρία χρόνια μετά την φυγή του από την Μίριαμ επέστρεψε αποφασισμένος να αντιμετωπίσει την μοίρα του, έχοντας υιοθετήσει την εμφάνιση του Brian Jones των Rolling Stones και της ζήτησε να παίξουν μαζί κάτι στο πιάνο με τα τέσσερα χέρια τους εκείνη απόρησε, υπενθύμισε την τριετή απουσία του αλλά δέχτηκε. «Τελικά όλα τα μαθήματα πιάνο που τόσο τον πτοούσαν ήταν μια πρόβα γι’ αυτό που επρόκειτο να συμβεί». Ήταν όλα ένα μάθημα που τον προετοίμαζαν και πάνω απ’ όλα να ξορκίσει τον θάνατο, γιατί και εδώ κάπου στο βάθος των περιστάσεων όλοι έτρεμαν το πυρηνικό μανιτάρι και η πυραυλική κρίση της Κούβας τον ώθησε ακριβώς να τολμήσει εκείνη την επίσκεψη. Εκείνη πήρε τα χρώματα της τόλμης και όταν η κραυγή της έσβησε κι έλιωσε σαν το κερί εκείνος κατάλαβε πως όλα – η τάξη, το πρόγραμμα, τα ποδήλατα, οι λέξεις, ήταν ένας αντιπερισπασμός για να στερήσει τους ανθρώπους από αυτό.  Ο κόσμος πορευόταν μέσα σε συμβάσεις όταν ήξερε ότι υπήρχε αυτό. Τι υποκρισία, τι προσποίηση!

Τώρα ο Ρόλαντ έπρεπε να εκτιμήσει τον θησαυρό του – να τον κοσκινίσει, να τον ανασυνθέσει, να το προσαρμόσει στα μέτρα αυτού του νέου ανθρώπου που είχε γίνει στο μεταξύ. Και χάρη σε αυτή την κατάσταση γνωρίζει τον μόνο υπαρκτό παράδεισο, τουλάχιστον επί γης, το σεξ. Το όνειρό του ήταν μια παράφορη μονογαμία, απόλυτα αμοιβαία αφοσίωση, κοινή αναζήτηση της σεξουαλικής και συναισθηματικής κορύφωσης. Μπορεί όμως κανείς να ζει μόνο μέσα στην απόλυτη έκσταση και μόνο γι’ αυτήν; Όταν η Μίριαμ τον βάζει να κάνει οικιακές δουλειές υποπτεύεται πως έχει προσκρούσει σε έναν θεμελιώδη νόμο του σύμπαντος: μια τέτοια έκσταση αναπόφευκτα συνεπάγεται την απεμπόληση της ελευθερίας του. Η θεμελιώδης φράση της ορίζει την καταστατική αρχή του πάθους τους: «Δεν πρέπει να μιλήσεις σε κανέναν για αυτούς, ούτε στον πιο στενό φίλο. Μην κοκορευτείς, όσο μεγάλος και αν είναι ο πειρασμός». Είχε κερδίσει το δικαίωμα να του υποδεικνύει τι να κάνει και να του λέει «ανήκεις σ’ εμένα και σε κανέναν άλλον. Είσαι δικός μου και θα παραμείνεις δικός μου», την στιγμή που εκείνος ήταν πολύ μικρός να κατανοήσει την ίδια την έννοια της κτητικότητας. Όμως, όπως γράφει αλλού, η αυτοσχέδια κόλαση είναι μια ενδιαφέρουσα κατάσταση. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να την έχει γλιτώσει και να μη έχει φτιάξει μια τέτοια κόλαση τουλάχιστον μία, στην ζωή του. Η αυτοπροκαλούμενη δυστυχία ως προέκταση του χαρακτήρας. Χτίζεις μια μηχανή βασανιστηρίων και χώνεσαι μέσα.

Οι εγκιβωτισμένες ιστορίες των γονέων του Ρόλαντ και της Αλίσσα, από μόνες τους εκτενή διηγήματα, ανεξάρτητα αν  διασταυρωθούν ή όχι τα πεπρωμένα των δευτερογενών ηρώων, αναδεικνύουν την τρομερό καθορισμό ατομικών βίων από την Ιστορία – από τους αντιστασιακούς γονείς της Αλίσα κατά την εποχή των γερμανικής κατοχής έως τους καταπιεσμένους του ανατολικογερμανικού καθεστώτος που προκαλούν άλλης φύσης αντιστάσεις. Αλλά ο Ρόλαντ δεν περιμένει αυτές για να αναλογίζεται «κατά καιρούς τα γεγονότα και τα τυχαία συμβάντα, προσωπικά και παγκόσμια, ασήμαντα και μνημειώδη, τα οποία είχαν διαμορφώσει και καθορίσει την ζωή του [σ. 227]. Ο ίδιος δεν θα υπήρχε αν δεν είχε συμβεί η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία, αν η μητέρα της συζύγου του είχε κάνει του κεφαλιού της δεν θα γεννούσε την κόρη της, αν ο πατέρας του δεν είχε αγαπήσει την φυσαρμόνικα δεν θα επέμενε να κάνει ο γιός του μαθήματα πιάνου, αν ο Χρουστσόφ δεν είχε τοποθετήσει πυρηνικούς πυραύλους στην Κούβα και ο Κέννεντυ δεν είχε διατάξει ναυτικό αποκλεισμό του νησιού δεν θα είχε πάει στην αγροικία της Μίριαμ εκείνο το απόγευμα που άρχισαν όλα, θα είχε περάσει στο πανεπιστήμιο και δεν θα γνώρισε στις περιπλανήσεις του την σύζυγό του.

Καθώς ο ήρωας τελικά εκφράζει και μια αντιστροφή των ρόλων που συνήθως παρατηρούνται στην ζωή και την λογοτεχνία, καθώς είναι ο άντρας που υφίσταται ως ενήλικος της εγκατάλειψη και ως ανήλικος την ερωτική εξουσία έως και κακοποίηση από ενήλικη, ενώ δεν παύει να επιχειρεί την τακτοποίηση του παρελθόντος, τουλάχιστον να κλείσουν μερικά συρτάρια, είναι αδύνατο να μην αναζητήσει, όχι χωρίς δυσκολία, τις δυο γυναίκες στην μέση πια ηλικία του. Φυσικά δεν τίθεται ζήτημα κάποιας συγκινησιακά φορτισμένης συνάντησης – ο ΜακΓιούαν γράφει ζωή, όχι κλισαρισμένη λογοτεχνία. Η συνάντηση με την Αλίσσα, κατά μεγάλη ειρωνεία μέσα στον χαμό της πτώσης του τείχους του Βερολίνου έστω και με τόση καθυστέρηση του προσφέρει αν μη τι άλλο την εκφρασμένη λογική μιας γυναίκας που δεν θέλησε να ακολουθήσει την πορεία της μητέρας της (έρωτας, γάμος, μωρό, συντετριμμένες παλιές φιλοδοξίες, μέλλον απολύτως προβλέψιμο) η οποία παρά την γενναία της νεότητα δεν κατόρθωσε να γίνει συγγραφέας, και μεγάλωσε τα παιδιά της σε αυτή την ατμόσφαιρα της αποτυχίας. Η Αλίσσα γνώριζε πόσο δύσκολο ιστορικά ήταν για τις γυναίκες να δημιουργήσουν, να γίνουν καλλιτέχνιδες, να γράψουν, να ζωγραφίσουν· και η απροειδοποίητη φυγή της συνέβη γιατί γνώριζε πως εκείνος θα την έπειθε να μην το κάνει. Πως κλείνει όμως ένας «λογαριασμός» όπως αυτός με την Μίριαμ, ιδίως όταν ο Ρόλαντ πληροφορείται ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση που υπέστη αποτελεί ποινικό αδίκημα και μπορεί να την οδηγήσει στα δικαστήρια; Μέχρι πότε θα μαθητεύει

Καθώς ο Ρόλαντ επιπλέει από την ιδιότητα της πατρότητας (ιδίως όταν διαπιστώνει πως η ουσία της είναι ακριβώς η μακροχρόνια διαδικασία αποδέσμευσης από το παιδί του και κάποτε στο μέλλον άλλοι θα ξέρουν πολύ περισσότερα για τον γιο του και σίγουρα το πού βρίσκεται) και του αναγνώστη παιδικών βιβλίων μαζί με τον γιο του («μια χούφτα συγγραφείς μονοπωλούσαν την αγορά των παιδικών βιβλίων και ήταν βέβαιος ότι πολλά απ’ αυτά δεν θα είχαν πάρει πάνω από δέκα λεπτά για να γραφτούν») και από τα χαμένα όνειρα της νεότητας (από την στιγμή που στα δεκατέσσερά του διάβασε Τα νιάτα του Κόνραντ σκεφτόταν το νόημα της ιστορίας και του τίτλου είναι ότι κάθε στιγμή, όσο καταστροφική και αν είναι, ο νεαρός άντρας ο Μάρλοου ή ο Κόνραντ, δεν χάνει τον ενθουσιασμό του· οι τροπικοί, η μυθική Ανατολή τον περιμένουν και όλα, όσο επικίνδυνα, κουραστικά ή πληκτικά και αν είναι, συνθέτουν μια περιπέτεια) ως το παρόν, στο οποίο επιβιώνει ως δημοσιογράφος και μουσικός σε μπαρ και ξενοδοχεία, έχοντας εγκαταλείψει για την Μίριαμ το σχολείο και τις μουσικές σπουδές) και στο οποίο όμως έχει την τόλμη να στρέψει την επί χρόνια φιλική σχέση του με μια γυναίκα σε ερωτική, αυτός ο ιδιαίτερος πλην τόσο καθημερινός ήρωας αποδεχόμενος οτιδήποτε έρθει – και εδώ τα όρια ανάμεσα στην στωικότητα και την σύνεση θολώνουν – δεν παύει να αναζητά  κατά πόσο εμείς οι ίδιοι ελέγχουμε τις πράξεις μας και σε τι ποσοστό καθορίζονται από τους άλλους ή την πανταχού παρούσα Ιστορία.

Εκδ. Πατάκη, 2022, σελ. 688, μτφ. Κατερίνα Σχινά, [Ian McEwan, Lessons, 2022]

Στις εικόνες έργα των: 3. Rob Incorvaja, 5. Navarro Luz Olivia και 7. Oswaldo Guayasamín