14
Ιαν.
18

Enzo Traverso – Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης (από τον 19ο στον 21ο αιώνα)

Η άλλη όψη της ουτοπίας

Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν με την πτώση του Τείχους το 1989 απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες πάσχιζε να τον ερμηνεύσει, ενώ τα νέα κινήματα έπρεπε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες.

Το πέρασμα στη νέα εποχή πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις αλλά στην ουσία επρόκειτο για μια μελαγχολία που υπήρχε πάντα, συνήθως απαγορευμένη από τον δημόσιο λόγο. Αυτή η «κρυφή παράδοση» δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού αλλά εντάσσεται σε μια παράδοση ηττών που έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας την συνηθισμένη στρατηγική της απώθησης. Το αξιανάγνωστο αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση και να εντοπίσει τις κυριότερες εκδηλώσεις της στην σκέψη και στην τέχνη.

Η κυριότερη όψη της αριστερής μελαγχολίας παραμένει η ήττα. Η ιστορία του σοσιαλισμού είναι μια πληθώρα από ήττες που συσσωρεύτηκαν μέσα σε σχεδόν δυο αιώνες. Αντί όμως να αφανίσουν τις ιδέες του, αυτές οι τραγικές και συνήθως αιματοβαμμένες πανωλεθρίες τις ενίσχυσαν και τις νομιμοποίησαν. Οι εξόριστοι και οι κυνηγημένοι σπάνια βίωσαν την απομόνωση από τον περίγυρό τους και γίνονταν πάντα δεκτοί από την αριστερά. Η ήττα του 1989 ήταν διαφορετικής φύσης: δεν προήλθε από μάχη, ούτε γέννησε καμιά υπερηφάνεια. Το τέλος του κρατικού σοσιαλισμού απαγόρεψε την ουτοπική φαντασία και προκάλεσε μια δεύτερη «απομάγευση» του κόσμου, ενώ ο κομμουνισμός απωθήθηκε με διάφορους τρόπους.

Ο Ράινχαρντ Κοζέλεκ θέτει σαν αρχή την επιστημολογική υπεροχή των ηττημένων στην ερμηνεία του παρελθόντος. Μπορεί η ιστορία να γράφεται από τους νικητές, αλλά, σε βάθος χρόνου, τα ιστορικά κέρδη στο πεδίο της γνώσης προέρχονται από τους ηττημένους. Οι νικημένοι ξανασκέφτονται το παρελθόν με διεισδυτικό και κριτικό βλέμμα. Η εμπειρία που αντλείται από μια ήττα είναι ένα δυναμικό γνώσης που επιζεί. Παρά την συντριβή της, η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε ένα ιδανικό προδρομικό παράδειγμα. Ο Μαρξ παρατηρούσε ότι τρεις δεκαετίες αργότερα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης υπήρχαν μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα. Μπορεί ο επαναστάτης στοχαστής Ογκύστ Μπλανκί να παραδέχτηκε την ήττα της και οι αναμνήσεις της Λουίζ Μισέλ να είναι γεμάτες θλίψη και πένθος, όμως η Κομμούνα είχε ανοίξει ορθάνοιχτη την πόρτα προς το μέλλον. Αυτή η θεώρησή της ως εργαστηρίου του μελλοντικού σοσιαλισμού σημαδεύει τα γραπτά των εξόριστων πρωταγωνιστών της αλλά και των συνομιλητών τους, από τον Ελιζέ Ρεκλύ ως τον Πιερ Κροπότκιν και τον Γουίλιαμ Μόρις.

Στο τέλος της εξέγερσης των Σπαρτακιστών, η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο τελευταίο της μήνυμα χαιρέτιζε την ήττα των βερολινέζων εργατών με λόγια που αναγγέλλανε μια μελλούμενη νίκη. Στο ίδιο κείμενο υπενθύμιζε τις οδυνηρές αποτυχίες όλων των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, τονίζοντας ότι σοσιαλισμός πάντα αναστηνόταν σε μια ευρύτερη βάση. Για τον Τρότσκι η μόνη διέξοδος για την ανθρωπότητα ήταν η παγκόσμια σοσιαλιστική επανάσταση. Η Τέταρτη Διεθνής, το νέο κομμουνιστικό ρεύμα που έπρεπε ν’ αντικαταστήσει τον σταλινισμό, είχε γεννηθεί «κάτω από τον βρόντο των χαμένων μαχών», βάδιζε όμως μπροστά «για να οδηγήσει τους εργάτες στη νίκη». Η ξυλογραφία της Κέτε Κόλβιτς Στη μνήμη του Καρλ Λίμπνεχτ, έργο που δημιουργήθηκε μετά την συντριβή της σπαρτακιστικής εξέγερσης του Βερολίνου, αποδίδει μια χορωδιακή και συλλογική διάσταση της θλίψης.

Στην Βολιβία το 1967 ο Τσε Γκεβάρα κατάλαβε ότι το αντάρτικο κίνημα είχε αποτύχει, όμως το αίσθημα ότι η ιστορία ήταν με το πλευρό του δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Συνομιλώντας με τους φρουρούς του παραδέχτηκε την αποτυχία του αλλά πρόσθεσε ότι η επανάσταση ήταν «αθάνατη». Ο τελευταίος λόγος του Σαλβαδόρ Αλιέντε στο πολιορκημένο Μέγαρο της Μονέδα το 1973 καλούσε τους συντρόφους του να προχωρήσουν γνωρίζοντας ότι σ’ ένα όχι μακρινό μέλλον θα ανοίξουν και πάλι οι δρόμοι μέσα από τους οποίους θα βαδίσει ο ελεύθερος άνθρωπος για να χτίσει μια καλύτερη κοινωνία.

Η κηδεία του Παλμίρο Τολιάτι, του ιστορικού ηγέτη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά έργα τέχνης, από τις ταινίες του Παζολίνι και των αδελφών Ταβιάνι (Uccelacci e Uccellini, 1966 και I sovversivi, 1967, αντίστοιχα) ως τον πίνακα του Ρενάτο Γκουτούζο Η κηδεία του Τολιάτι (1972), όπου αναγνωρίζονται πολλές μορφές του κομμουνιστικού κινήματος (Λένιν, Γκράμσι, Σαρτρ, Άντζελα Ντέιβις, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ) ανάμεσα σε λάβαρα και κόκκινες σημαίας: το πένθος είναι αξεδιάλυτο από την ελπίδα.

Οι παλαιότερες ιστορικές ήττες δεν σκόρπιζαν την απόγνωση ούτε προκαλούσαν ηττοπάθεια αλλά ξεπεράστηκαν χάρη στην ελπίδα που απέβλεπε στην επαναστατική ουτοπία. Το μυστικό αυτού του μεταβολισμού της ήττας έγκειται ακριβώς στην συγχώνευση ανάμεσα στον πόνο μιας καταστροφικής εμπειρίας και στην εμμονή μιας ουτοπίας που βιώνεται σαν ιστορική προοπτική και σαν κοινός ορίζοντας προσμονής. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Ζαν Αμερί και Πρίμο Λέβι που τόνισαν τα πνευματικά αποθέματα χάρη στα οποία οι κομμουνιστές κρατούμενοι του Άουσβιτς ήταν ικανοί να αντέξουν στην βία, καθώς έβρισκαν μια αναντικατάστατη βοήθεια στις πεποιθήσεις τους. Άντεχαν περισσότερο στα βάσανα και πέθαιναν με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια από τους απολίτικους διανοούμενους συγκρατούμενους. Κατείχαν ένα κλειδί κι ένα στήριγμα, μια χιλιαστική επαύριο για την οποία είχε νόημα να θυσιαστούν.

Στις πιο ζοφερές μέρες του εμφυλίου πολέμου στη Ρωσία, όταν η σοβιετική εξουσία απειλούνταν και η επανάσταση έμοιαζε καταδικασμένη, το φάσμα της Παρισινής Κομμούνας στοίχειωνε τους μπολσεβίκους. Αντί να σκορπίζει αποθάρρυνση και παραίτηση αυτή η έντονη συνείδηση του κινδύνου «γαλβάνιζε το πνεύμα της αντίστασης», όπως έγραφε ο Βικτόρ Σερζ. «Εμείς οι Κόκκινοι, παρά την πείνα, τα σφάλματα, ακόμα και τα εγκλήματα, βαδίζουμε προς την πολιτεία του μέλλοντος»

Η σοσιαλιστική και κομμουνιστική εικονογραφία απεικόνιζε ακριβώς αυτήν την τελεολογική θεώρηση της ιστορίας. Η Τέταρτη Τάξη (1900) του Πελίτσα ντα Βολπέντο παριστάνει την πρόοδο των εργαζόμενων τάξεων προς ένα φωτεινό μέλλον και εικονογραφεί τον στρατηγικό αναπροσανατολισμό που είχε διαπιστώσει ο Ένγκελς: η εποχή των οδομαχιών και των οδοφραγμάτων είχε περάσει. Η παλαιού τύπου εξέγερση ήταν πια απαρχαιωμένη σε σύγκριση με την «διεθνή μεγάλη στρατιά των σοσιαλιστών που αυξάνει κάθε μέρα». Η κριτική της εξεγερσιακής μεθόδου αντιπαρέθετε δυο ιστορικές χρονικότητες: την εκρηκτική στιγμή της επανάστασης και μια πιο αργή εξελικτική αλλαγή. Υπήρχε εδώ, εν σπέρματι, η διαλεκτική που ανέλαβε να θεωρητικοποιήσει αργότερα ο Γκράμσι ανάμεσα στον «πόλεμο κινήσεων» και στον «πόλεμο θέσεων».

Μετά την οκτωβριανή επανάσταση η ουτοπία έπαψε ν’ αποτελεί την αφηρημένη αναπαράσταση μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που προβαλλόταν σ’ ένα μακρινό μέλλον κι έγινε το αχαλίνωτο φαντασιακό ενός κόσμου που οικοδομείται στο παρόν. Η μεσσιανική προσδοκία μεταμορφώθηκε σε παρακίνηση για επαναστατική δράση. Η χτυπητή ομοιότητα της σοσιαλιστικής εικονογραφίας με το βιβλικό μοντέλο αποκαλύπτει ότι, μέσα στην κομμουνιστική παράδοση, παραμένει πάντα μια θρησκευτική παρόρμηση που συνυπάρχει με τον διακηρυγμένο αθεϊσμό της.

Για τον Χέρμπερτ Μαρκούζε η λειτουργία της μνήμης συνίσταται στην διατήρηση των δυνατοτήτων και των επαγγελιών που προδόθηκαν ή απαγορεύτηκαν. Οι ανικανοποίητες επιθυμίες μπορεί να προβάλλονται στο μέλλον σαν ουτοπίες οικουμενικής ευτυχίας. Η μαρξιστική «αντιμνήμη» έπρεπε να προσανατολιστεί προς την καταπνιγμένη ευτυχία των ανθρώπων και να μετατρέψει την ουτοπία σε υπόσχεση ελευθερίας.

Οι ταινίες του Αϊζεστάιν περιγράφουν την ρωσική ιστορία σαν μια ακαταμάχητη πορεία προς την επανάσταση, ενώ ο κινηματογράφος των νικημένων επαναστατών χαρακτηρίζεται από μελαγχολικές εικόνες. Από την δεκαετία του 1990 και εξής, η σχέση του με το παρελθόν έχει ριζικά ανατραπεί. Προηγουμένως παρουσίαζε μαζικά κινήματα και προεικόνιζε αναπότρεπτες νίκες, στην συνέχεια, όμως, ξεκίνησε να αφηγείται το πένθος της ήττας. Στην ταινία του Κεν Λόουτς, Γη και ελευθερία, το μήνυμα είναι το ίδιο με του Τζορτζ Όργουελ στον Φόρο τιμής στην Καταλονία (1938): ο ισπανικός εμφύλιος κατέληξε σε μια διπλή ήττα: την κατάρρευση της Δημοκρατίας απέναντι στον φασισμό και τον ενταφιασμό της επανάστασης από μια σταλινική κυβέρνηση. Όσοι τον έζησαν όμως έμαθαν ότι ο σοσιαλισμός είναι μια εφικτή μορφή οργάνωσης της ανθρώπινης ζωής.

Ο Όργουελ είχε γράψει ότι το 1937 η Βαρκελώνη είχε ήδη χάσει τον κοινοτιστικό ενθουσιασμό της προηγούμενης χρονιάς, γέννησε όμως μια σοσιαλιστική μνήμη ικανή να επιζήσει μετά την ήττα. Ο ήρωας του Λόουτς δεν είναι μάρτυρας αλλά ο ανώνυμος αγωνιστής, συνηθισμένος να χάνει μάχες, από την ισπανική επανάσταση του 1936 ως την απεργία των Βρετανών ανθρακωρύχων στην δεκαετία του 1980. Υπό το ίδιο πρίσμα, οι ταινίες του Αγγελόπουλου, της Καστίγιο, του Γκουσμάν και άλλων απεικονίζουν τον 20ό αιώνα σαν τραγική εποχή συντριμμένων επαναστάσεων και ηττημένων ουτοπιών. Είναι η αισθητική διάσταση μιας διεργασίας πένθους.

O Τραβέρσο εστιάζει ιδιαίτερα στις δυο εκδοχές της ταινίας του Κρις Μαρκέρ, Το βάθος τ’ ουρανού είναι κόκκινο (Le fond de l’ air est rouge). Μέσα από έναν στρόβιλο εικόνων αποκαλύπτεται ένας κόσμο όπου η επαναστατική ουτοπία κατεβαίνει στους δρόμους, ενώ περιγράφεται ο πληθωρικός χαρακτήρας των επαναστατικών κινημάτων, με τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις τους. Μια αξιοσημείωτη σκηνή εκφράζει την αίσθηση μιας νέας εξέγερσης που ξεπερνάει τα σύνορα, δείχνοντας σε διαδοχικές εικόνες χέρια νεαρών από διάφορες φυλές

Ανακαλώντας μια συζήτηση με τον φιλόσοφο Λουί Αλτουσέρ, ο Μαρκέρ θυμίζει στην ταινία του τις προσδοκίες και τον ενθουσιασμό του Μάη του ’68 όταν όλα έμοιαζαν εφικτά αλλά και το γεγονός ότι τα παρισινά οδοφράγματα έμοιαζαν με εύθυμη μασκαράτα: Φαντασιώναμε ότι κάναμε έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα, κανείς όμως δεν σκέφτηκε ποτέ να βαδίσει προς τα Ηλύσια. Στην Λατινική Αμερική η επανάσταση νικήθηκε και πνίγηκε στο αίμα, ενώ στη δυτική Ευρώπη απλώς δεν συνέβη ποτέ. Παρέμεινε «η τελική πρόβα ενός έργου που δεν παίχτηκε ποτέ».

Ο Μαρκέρ είχε στο μυαλό του «την συντριβή των αντάρτικων, την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, την χιλιανή τραγωδία και τον κινέζικο μύθο της Πολιτιστικής Επανάστασης». Η ταινία είναι γεμάτη εικόνες από κηδείες – από τον Τσε Γκεβάρα και τον Βίκτορ Χάρα μέχρι την Ούλρικε Μάινχοφ, να υποδηλώνουν μια συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην επανάσταση και τον θάνατο. Αντί να σημαδεύουν το τέλος της κομμουνιστικής ελπίδας, οι μαζικές αυτές κηδείες αποτελούν μια από τις εκφράσεις της.

Στο κεφάλαιό του για τα Φαντάσματα της αποικιοκρατίας ο Τραβέρσο εστιάζει στην ειδικότερη μεταποικιακή μελαγχολία της αριστεράς. Έπρεπε να περιμένουμε τον 20ό αιώνα για να αρχίσει ο μαρξισμός να αναγνωρίζει τους αποικισμένους λαούς σαν πολιτικά υποκείμενα, αναθέτοντάς τους το καθήκον να «αρνηθούν» τον ιμπεριαλισμό. Ο Μαρξ θεωρούσε τον αποικιακό κόσμο απλή περιφέρεια της Δύσης, της μόνης δύναμης που καθόριζε την εξέλιξή του, θεωρώντας την δυτική κυριαρχία προδιαγεγραμμένο πεπρωμένο. Σύμφωνα με τον Έντουαρντ Σαΐντ, η σκέψη του Μαρξ εντάσσεται σ’ έναν οριενταλιστικό ορίζοντα, μια κοσμοθεώρηση θεμελιωμένη στην διάκριση μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ιστορική συνάντηση του μαρξισμού και των ρευμάτων που ξεπήδησαν από τον αντιιμπεριαλισμό παρέμεινε ανολοκλήρωτη. Από αυτό το χαμένο συναπάντημα τρέφεται η συγκεκριμένη μελαγχολία.

Οι φιλόσοφοι της Σχολής της Φρανκφούρτης δεν στάθηκαν ικανοί να ξεπεράσουν τον επιστημικό ορίζοντα του Μαρξ. Ο αντιφασισμός τους απέρριπτε τον βιολογικό ρατσισμό (συνεπώς και τον αντισημιτισμό της δεκαετίας του 1930), έμενε όμως σιωπηλός μπροστά στην αποικιοκρατία, με εξαίρεση τον Χέρμπερτ Μαρκούζε. Ο Δυτικός Μαρξισμός παραμέλησε την ιστορία, την οικονομία και την πολιτική, για να αποσυρθεί στην φιλοσοφία και την αισθητική. Άλλα σοσιαλιστικά ρεύματα, πάντως, όπως ο Μαύρος Μαρξισμός, έστρεψαν τον διεθνισμό σε ριζικά αντιαποικιακή κατεύθυνση.

Η αριστερά έχει πρόβλημα με την μνήμη της. Γενική αμνησία. Έχει καταπιεί πάρα πολλά, έχει παραβεί πάρα πολλές υποσχέσεις. Πάρα πολλές υποθέσεις που δεν ξεκαθαρίστηκαν, ένα σωρό πτώματα που δεν χρεώθηκαν. […] Δεν υπάρχουν πια ιδρυτικά γεγονότα. Ούτε πια γέννηση. Ούτε πια σημεία αναφοράς…

έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ [σ. 236], ένας από τους πρωταγωνιστές του Μάη του 68 κι ένας από τους βασικούς ηγέτες της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας [LCR]. Το τελευταίο κεφάλαιο αφιερώνεται σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο στρατευμένο στοχαστή που μετά την ιστορική καμπή του 1989 αναζητούσε μια νέα κριτική σκέψη και νέες μορφές δράσης. Ο Μπενσαΐντ ευνόησε την συνάντηση των «πολλών μαρξισμών» με παραμελημένα ρεύματα σκέψης αλλά και της γενιάς του Μάη με εκείνη της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990 κι έγινε ένας μεσολαβητής ανάμεσα σε διαφορετικές ιδέες. Για τον ίδιο η πρόοδος δεν είναι μια μονόδρομη διαδικασία αλλά μια αντιφατική κίνηση που φέρει διαλεκτικά μαζί της την άρνηση. Η ιστορία είναι ένα πεδίο πιθανοτήτων, ένα ανοιχτό σταυροδρόμι με πολλές εκβάσεις. Όπως είπε ο Γκράμσι, «το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας».

Πρότεινε την πολιτική πλευρά του Μπένγιαμιν, ενός άλλου «μεσολαβητή» απέναντι στην «ιστορία που δυστροπεί», και διάβασε κάτω από το πρίσμα του παρόντος τις «Θέσεις για μια φιλοσοφία της ιστορίας». Σ’ ένα περιβάλλον καταστροφών και σε μια εποχή κυριαρχημένη από τον ναζισμό και τον σταλινισμό, ο Γερμανός φιλόσοφος έγραφε ότι το να συνεχίζει κανείς να πιστεύει στις ιδέες της επανάστασης και της χειραφέτησης αποδεικνύεται μια πράξη πίστης. Η θεολογία γινόταν απαραίτητος σύμμαχος του μαρξισμού κι ο μεσσιανισμός έμοιαζε να καλείται να αναστήσει έναν σαστισμένο αντιφασισμό και να επινοήσει μια νέα ιδέα του κομμουνισμού, εμψυχωμένου από την επιθυμία να λυτρώσει τους νικημένους της ιστορίας.

Οι Θέσεις ήταν μια προσπάθεια να θεωρηθεί διαφορετικά η επανάσταση (και ο αγώνας ενάντια στον φασισμό), σαν λυτρωτική πράξη ικανή να σπάσει την συνέχεια της ιστορίας και να λυτρώσει την μνήμη των νικημένων. Στο κείμενο αυτό ο μαρξισμός και ο μεσσιανισμός είναι αξεδιάλυτοι. Αλλά ο πυρήνας της αιρετικής του προσέγγισης στην βιβλική παράδοση βρίσκεται αλλού: αντί να περιμένει την έλευση του Μεσσία, πίστευε ότι έπρεπε να την προκαλέσουμε κι ότι αυτή η διακοπή της πορείας του κόσμου έπρεπε να επέλθει σαν επαναστατική πράξη των ανθρώπων.

Ο Μπένγιαμιν αντιλαμβανόταν την επανάσταση, ταυτόχρονα, σαν υλική και ανθρώπινη πράξη και σαν πνευματική κίνηση λύτρωσης, ανασύστασης και αποκατάστασης του παρελθόντος. Εκκοσμικευμένη πράξη κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης, η επανάσταση είχε ανάγκη από μια ορμή που μόνο το θρησκευτικό βίωμα κι η θρησκευτική έμπνευση μπορούσαν να της προσφέρουν. Και η  αλλαγή του κόσμου παρέμενε ένα μελαγχολικό στοίχημα (όπως τιτλοφορούσε ένα βιβλίο του), ζυμωμένη με μνήμη και θεμελιωμένο στην λογική.

Η συναρπαστική αυτή περιπλάνηση στο διανοητικό και καλλιτεχνικό τοπίο της αριστεράς ανακαλύπτει μια μελαγχολία που αποτελεί την διαλεκτική άλλη όψη των ελπίδων και των ουτοπιών. Το πένθος και η οδύνη δεν είναι ασύμβατα με τους αγώνες, ούτε εμποδίζουν την συνείδηση και τον στοχασμό. Η επαναστατική δράση απαιτεί τόσο στρατηγική όσο και συναισθηματική θεμελίωση και η μελαγχολία είναι ένα από τα συναισθήματα της, μια ψυχική διάθεση ενταγμένη στην διανοητική και πολιτική στράτευση.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος Παράλληλος], 2017, μτφ. Νίκος Κούρκουλος, σελ. 294 [Left-Wing Melancholia. Marxism, History, and Memory, 2016]. Περιλαμβάνονται σαράντα εννέα φωτογραφίες και ευρετήριο ονομάτων.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις, 14 Ιανουαρίου 2018 (το ακριβές κείμενο εδώ)

Στις εικόνες: Άγαλμα του Lenin στο Βερολίνο που απομακρύνθηκε το 1992, Παρισινή Κομμούνα (οδόφραγμα Rue Saint-Sébastien), Rosa Luxemburg, Σπαρτακιστές [1919], Leon Trotsky στην Ρωσική Επανάσταση, Antonio Gramsci, Αφίσα του Aleksandr Rodchenko για το Θωρηκτό Ποτέμκιν του Sergei Eisestein, Σκηνή από την ταινία του Chris Marker, Louise Michel, Karl Marx, Daniel Bensaid (πρώτος από αριστερά), Boris Iofan – Σχέδιο για το Μέγαρο των Σοβιέτ [Palace of the Soviets, 1931-1933], Giuseppe Pellizza da Volpedo – Quarto_Stato [1900].

Advertisements
13
Ιαν.
18

Μίμης Σουλιώτης – Σκόρπια. Μελετήματα, άρθρα και ποικίλα

Αισθάνομαι ιδιαίτερα τυχερός που γνώρισα τον Μίμη Σουλιώτη και ιδίως μέσα στο άνδρο των «πνευματικώς ανήσυχων» ανδρών που ήταν ο ημιυπόγειος Ερωδός, το καφέ μπαρ όπου επένδυσα εκατοντάδες εσπερινές και μεσονύκτιες ώρες επί πολλά έτη ως έμμισθος τροφοδότης του καφέ και του οινοπνεύματος. Δεν έδινα ιδιαίτερη σημασία στους τεχνίτες της ποίησης καθότι προτιμούσα τους τεχνίτες του προφορικού λόγου και της καλλιέπειας που ειρωνεύεται τρυφερά και ισόποσα τον πομπό και τον δέκτη της. Αν μάλιστα κρατούσαν πάντα μαζί τους ένα λογοτεχνικό περιοδικό ή κάποιο παράξενο έντυπο, έτοιμοι να μοιραστούν μια φράση που τους σπίθισε το μάτι, τότε φρόντιζα να τους κρατώ όσο περισσότερο γίνεται στην μπάρα, φυσικά γεμίζοντας τα ποτήρια τους, ενίοτε και με προσωπικό κόστος. Μόνο και μόνο για να μη μου φύγουν.

Έκτοτε τον (παρ)ακολουθούσα ως αναγνώστης, κυκλώνοντας τις λέξεις του στα κείμενά του στον Χάρτη, στα παλιά Τραμ, στο Βήμα των Ιδεών και φυσικά στα έξοχα έντυπα που μαστόρευε η εκλεκτή συντεχνία (Θεοδωρίδης, Καλοκύρης, Σκαμπαρδώνης) τότε που η Θεσσαλονίκη έκανε την Πολιτιστική Πρωτεύουσα κι εγώ υπηρετούσα την στρατιωτική θητεία στην άλλη άκρη της. Αναρωτιέμαι ποια ιδιότητά του να προτάξω: ο Σουλιώτης ήταν ερευνητής ως αναγνώστης, χιουμορίστας ως συνομιλητής, ικανός πλάστης της σειράς «Ανθολόγος Ερμής» των εκδόσεων Ερμής και πάνω απ’ όλα πλήρης ιδεών ως δάσκαλος – πρώτα στη μέση εκπαίδευση, ύστερα στο Πανεπιστήμιο στο τέρμα αριστερά του ελληνικού χάρτη, στην Φλώρινα, όπου σχεδίασε και οργάνωσε το πρώτο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Δημιουργικής Γραφής. Έπρεπε να σηκωθεί να φύγει από τον εδώ κόσμο για να μάθω ότι ήταν ένας Αθηναίος, αυτός ο πιστός του Βορρά, που φλόγισε την πνευματική κίνηση της Φλώρινας κι έφτιαξε κι ένα Βαλκανικό Άσυλο Ποίησης στις Πρέσπες. Είχε στιχουργήσει, άλλωστε, πως την θάλασσα των Πρεσπών δεν την περνάς με καντιλάκ ούτε με βέσπες.

Ο πολύτιμος αυτός τόμος συγκεντρώνει 58 κείμενα [άρθρα, σχόλια, μελετήματα, εισηγήσεις και επιφυλλίδες] δημοσιευμένα στο διάστημα μιας εικοσιπενταετίας σε ένθετα εφημερίδων όπως Το Βήμα / Νέες εποχές και Το Βήμα / Βιβλία, σε λογοτεχνικά περιοδικά (όπως ο Χάρτης στον οποίον άλλωστε ήταν χαρτογράφος αλλά και τα Γράμματα και Τέχνες, Εντευκτήριο, η λέξη, Ο Παρατηρητής, Μικροφιλολογικά, Δοκιμασία, Εταιρεία), στο Αντί και βέβαια σε βιβλία δοκιμίων, πρακτικά συμποσίων κ.λπ. Τα κείμενα είναι  χωρισμένα σε πέντε ενότητες  με τους τίτλους: Γλώσσα και λογοτεχνία, Ποίηση Ποιητές Ποιήματα, Βιβλιολογικά, Βαλκανικά, Ποικίλα και μικρότερα και Βιβλιο – παρουσιάσεις.

Στην πρώτη ενότητα, ανάμεσα σε κείμενα για τον γραμματικό Κώστα Ταχτσή ή την καθαρεύουσα του Μανόλη Αναγνωστάκη και λοξές παρουσιάσεις βιβλίων επιλέγω εκείνο που προσκαλεί την παιγνιώδη γραφή του Σουλιώτη. Οι Καλλονές των Μικρών Αγγελιών αφιερώνονται στην μεταγλώσσα της μικρής (ερωτικής) αγγελίας και τις υπαινικτικές της στερεοτυπίες. Ο συγγραφέας αλιεύει κι ερμηνεύει τις τυπικές φράσεις και σχολιάζει τις σχετικές λέξεις για το Πρόσωπο της Καλλονής, το Σώμα και το Σύνολο, την Ψυχοσύνθεση, τα Προσόντα των Ανδρών και άλλα. Βέβαια ο ιδιότυπος της μικροαγγελτικής ομορφιάς πάσχει από προχειρότητα και μονοτονία και πάντως είναι γεμάτος από αξιόλογες δεσποινίδες με πλούσια προσόντα. Διαπιστώνει, ακόμα, ότι ο σουρεαλισμός πέθανε, το παράλογο όμως προϋπήρχε και επιβιώνει σε λεκτικό και νοηματικό επίπεδο.

Η αναφωνηματική φράση «Άγαλμα από Πάτρα νηπιαγωγός 24 ετών» συνιστά περιφανές δείγμα ακούσιου παραλογισμού. Συχνά το παράλογο προκύπτει από τον άκριτο φορμαλισμό της μικρής αγγελίας. Έτσι μόλις διαβάσουμε ότι κάποια «αδέσμευτη 19χρονη από τον χώρο του μόντελινγκ επιθυμεί γνωριμία με κύριο αναλόγων προσόντων», δικαίως θα αναρωτηθούμε αν αυτός ο κύριος οφείλει να είναι 19άρης καλλονός και μοντέλο. Αλλά ο διδάσκαλος Σουλιώτης έχει ένα ύστατο μάθημα για τους συντάκτες των σχετικών αγγελιών: θα ωφεληθούν αν αξιοποιήσουν σωστά την κλασική γραμματεία, ιδίως τον απαράμιλλο Κάτουλλο και το περίφημο ποίημά του για την Κοϊντία, το οποίο και παραθέτει σε ευαγή μετάφραση.

Στο δεύτερο μέρος, των ποιητών και της ποίησης, περιλαμβάνονται μελετήματα για τον Καβάφη (και επί τούτων «διάλογοι» με τον Γ.Π. Σαββίδη), ένα στόχαστρο για τον Στόχο του Μανόλη Αναγνωστάκη ένα «λυρικόν αποκύημα» του Κώστα Κρυστάλλη (που αφορά ένα στιχούργημα που έγραψε στην ηλικία των δεκαοκτώ ο ποιητής, χαρακτηρίζοντάς το «παρεπόμενον», δηλαδή παρακολούθημα – εδώ ο Σουλιώτης φροντίζει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποιος σαδομαζοχισμός τον σπρώχνει να χρονοτριβήσει σ’ ένα πρωτόλειο στιχούργημα ενός ελάσσονος δημιουργού, που είναι μάλλον πεζογράφος και η  απάντηση φυσικά δίνεται με την ίδια την ανάγνωση των στιχουργημάτων Αι Αναμνήσεις και Το Όνειρον, «λυρικά της παιδικής φαντασίας αποκυήματα») και κείμενα για τα μετασουρεαλιστικά λογικά παίγνια του Βασίλη Στεριάδη, τον «ποιητή του Έρωτος» Έλιοτ Φεζάλ και τον «φανατικό της επανάληψης» Κώστα Μόντη.

Στο πιο ερεθιστικό κείμενο της ενότητας ο Σουλιώτης γράφει για «τα κριτήρια της ποίησης» με αφορμή την «αυθαιρεσία» του Ζήσιμού Λορεντζάτου, που έγραψε πως ο Άγγελος Σικελιανός είναι «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Για τον Σουλιώτη το σχετικό ερώτημα είναι ανυπόστατο εφόσον δεν μπορούμε να έχουμε αποδείξιμη απάντηση κι έτσι η φιλολογικά ανοχύρωτη ιεράρχηση του Λορεντζάτου νομιμοποιείται μόνο ως κριτική αποτίμηση. Αλλά κι εδώ τίθεται θέμα εφόσον είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας κριτικός «πλήρης του ονόματος» προβαίνει σε τέτοια αξιολόγηση, σε περίοδο μάλιστα [1999] όπου οι κοινωνικές ανακατατάξεις διαρρηγνύουν τον χώρο της λογοτεχνικής δημιουργίας όσο και των κριτικών της αποτιμήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η λογοτεχνική μας κριτική δεν αποτολμά ριψοκίνδυνα βήματα· τέτοια βήματα θα ήταν να εξετάζαμε μήπως λ.χ. τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι υπέρτερα του Παπαδιαμάντη ή μήπως ο Βουτυράς γράφει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καλύτερα απ’ όλους τους συγχρόνους του ή πόσα άλλα σύγχρονα πεζογραφήματα εφάμιλλα με του Ταχτσή και του Βαλτινού έχουν γραφτεί κ.ο.κ. Άλλωστε ο Σουλιώτης έχει μπει ήδη στον πειρασμό να αναρωτηθεί γιατί να μην προταθούν για την κορυφή του αιώνα και ο συμπαθέστερός μας Καρυωτάκη, το ωραίο δίδυμο των Εγγονόπουλου – Εμπειρίκου, ο οξύτερος σατιρικός του αιώνα Παλαμάς, οι δυο νομπελίστες κι εκείνοι που δεν παγιώθηκαν ακόμα στην συνείδησή μας (Αναγνωστάκη, Σινόπουλο) για λόγους δραστικής και βιαστικής αλλαγής της εποχής.

Το τρίτο μέρος αφιερώνεται στα Βιβλιολογικά. Μαζί με κείμενα για βιβλία άγνωστα και ειδικά, για τις βιβλιοθήκες, τα βιβλιοπωλεία και για το περιοδικό Εντευκτήριο και τον Gordon εδώ σπεύδω στην προσφιλή Σουλιώτεια γραφή, που ενοικεί στο κείμενο Οι θερινοί και οι άλλοι αναγνώστες, που αφορά μια τυπική του επισκοπική κατόπτευση ενός θέματος, που εδώ είναι η ίδια η αναγνωστική πράξη.

Στην προκαπιταλιστική εποχή σπάνιζαν οι αναγνώστες δωματίου, στο μέτρο που το δωμάτιο δεν αυτονομούνταν από το υπόλοιπο σπίτι. Σε περασμένες εποχές, εξάλλου, όταν η εξατομίκευση ήταν αμυδρή, η ανάγνωση σήμαινε κατά κανόνα την πράξη της φωναχτής ανάγνωσης, που την εκτελούμε με την (αισθητή ή) υποθετική παρουσία ενός (φυσικού ή) δυνητικού ακροατηρίου, που αρτιώνει την ανάγνωση: γιατί ακόμη και στα πιο ξελιγωμένα, δωματίσια διαβάσματά μας, εκεί όπου συχνά υπερτερούν οι παραισθήσεις του ιδιωτικού, η αναγνωστική πράξη κατορθώνεται στο βαθμό που μαζί μας συνδιαβάζει και ο άλλος – ο φαντασμαγορικός εκπρόσωπος της ανθρώπινης κοινότητας. [σ. 187]

Ο Σουλιώτης προβαίνει σε μια απολαυστική τυπολογία της ανάγνωσης, από την οποία αλιεύω και αυθαιρετώ κατά την περίληψή τους: ο ορθός αναγνώστης (κυριολεκτικά όρθιος: ο παρωχημένος αναγνώστης του λογείου, ο σύγχρονος αναγνώστης του τοίχου, του περιπτέρου, ο πλαγιοκοπών λαθραναγνώστης των λεωφορείων)· ο καθιστικός (που μάλλον δεν μπορεί να αφομοιώσει τα υψηλά νοήματα – γι’ αυτό όταν τα «πιάνουμε», πετιόμαστε όρθιοι)· ο ύπτιος (αν και τα πιο «απογειωμένα» διαβάσματα τελούνται ανάσκελα)· ο περιπατητικός· ο τακτός· ο χωρικός (που συναρτά την ανάγνωση με επιλεγμένους χώρους, που συχνά υποβάλλουν το είδος του βιβλίου)· ο ιδιωτικός (ώστε να απολαμβάνει τους ήχους της αναγνωστικής χειροναξίας – κοινώς το θρόισμα των σελίδων).

Καταλογογραφούνται ακόμα ο ετερρορεπής αναγνώστης (που διαβάζει μόνο που βιβλία που «ανακαλύπτουν» ή διαφημίζουν οι άλλοι), ο κρυπτικός (μέγας διώκτης των λαθραναγνωστών), ο οδηγητής (που απορρίπτει τα βιβλία που αρέσουν στους άλλους και προτιμά να λειτουργεί ως καθοδηγητής), ο ξεφυλλιστής, ο πραγμοποιημένος (που λατρεύει το βιβλίο ως πράγμα και θηρεύει τις δυσεύρετες εκδόσεις), ο υπνωτικός (που αποσκοπεί με την ανάγνωση να αποκοιμίσει εαυτόν ή τον ακροατή), ο καιροσκοτώστης (που διαβάζει μερικές αράδες με μηχανιστική τρόπο) και άλλοι.

Στην ενότητα των Βαλκανικών συνεχίζεται η αλίευση ωραίων βιβλίων όπως το «Γενικόν Τεφτέριον» 1903 – 1918. Μια άγνωστη περίπτωση βόρειας λογοτεχνίας. Το εν λόγω εμπορικό κατάστιχο εξυψώνεται σε κιβωτό οικογενειακής και ιστορικής μνήμης και αποκτά λογοτεχνική αξία, εφόσον άλλωστε ανάμεσα στις εγγραφές βερεσεδιών ο συγγραφέας κάνει εγγραφές ονείρων! Στο πέμπτο μέρος πάνε τα Ποικίλα και τα Μικρότερα, μεταξύ των οποίων ένα έξοχο κείμενο για την κριτικό Νόρα Αναγνωστάκη, για τα ποιήματα στο χασαπόχαρτο (ένα αξέχαστο τρικ της προαναφερθείσας συντεχνίας που συνοφρύωσε τους σοβαροφανείς) κι ένα επίσης απολαυστικό γραπτό για τους απροστάτευτους σε χώρους εκτός του Εθνικού Κομματολογίου. Στις βιβλιο – παρουσιάσεις, τέλος, οι επιλογές συνεχίζουν να είναι αναμενόμενα απρόσμενες: ειδικά βιβλία μακεδονικής ιστορίας και φιλολογίας, παραγνωρισμένες ανθολογίες ποιητών, ο τέταρτος τόμος των Κριτικών του Τέλλου Άγρα και άλλα πολλά.

Κι έτσι, εκτός της πνευματικής και αναγνωστικής χαράς (δεν τολμώ να σκεφτώ σε ποια κατηγορία θα με ενέτασσε ο Σουλιώτης) ξεψάχνισα κείμενα και κύκλωσα στοχάσματα. Όπως αυτό: Όσο πιο δυνατό είναι το ποίημα τόσο πιο σαφή πράγματα λέει. Η πανσημία ισχύει για τα αδύναμα ποιήματα και η πολυσημία είναι γνώρισμα των πολύ καλών στίχων ενώ η (αμφίσημη, ενίοτε) μονοσημία είναι ίδιον των τέλειων στίχων.

Εκδ. Τυπωθήτω – Γιώργος Δαρδανός, 2000, σελ. 342, με οκτασέλιδο ευρετήριο ονομάτων.

08
Ιαν.
18

Θανάσης Γιαλκέτσης – Η σοφία των άλλων. Κριτικές αναγνώσεις

Χρηστική βίβλος βιβλίων στοχασμού και δράσης

Όπως και η προηγούμενη συλλογή κειμένων του, το Σημειωματάριο ιδεών [Εκδ. Πόλις, 2012, ανατύπ. 2013], έτσι και η νέα αυτή συλλογή του Γιαλκέτση αποτελεί μια χρηστική βίβλο πολύτιμων βιβλίων πολιτικού στοχασμού και πρακτικών δυνατοτήτων πολιτικής πράξης. Ο συγγραφέας επιλέγει εξαιρετικά μη μυθοπλαστικά / δοκιμιακά βιβλία που αποτελούν σημαντικές συμβολές στην έρευνα του εκάστοτε θέματος και τα παρουσιάζει με τρόπο ευσύνοπτο αλλά διεισδυτικό. Η Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι επιλέγονται έργα από πολλούς και διαφορετικούς στοχαστές. Τονίζεται έτσι η αίσθηση της πολυεδρικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας αλλά και προστατευόμαστε  από τα λάθη που προκαλούν οι εύκολες βεβαιότητες. Η θεματική ποικιλία, όπως γράφει ο ίδιος στην εισαγωγή του, πολλαπλασιάζει τα σημεία παρατήρησης και μπορεί να συμβάλλει στην διεύρυνση των οριζόντων και της προοπτικής. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί και παρουσιάζει το απόσταγμα σύνθετων και εκτεταμένων έργων μέσα στα στενά όρια μιας βιβλιοκριτικής δεν μπορεί παρά να είναι αξιοθαύμαστο.

Ζούμε την σημερινή παγκόσμια κρίση, γράφει ο Γιαλκέτσης, ως μια διαδοχή των δραματικών συμβάντων που δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε και να αποτρέψουμε. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές θεωρητικές συμβουλές που μας βοηθούν να δώσουμε νόημα και ορθολογική εξήγηση σε αυτή την χαοτική ροή γεγονότων. Ένα παράδειγμα αποτελεί το βιβλίο Παράπλευρες απώλειες του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν [Zygmunt Bauman]. Εδώ οι παράπλευρες απώλειες είναι ανθρώπινα θύματα της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης η οποία καθοδηγείται από το κυνήγι του  αχαλίνωτου κέρδους και οι στρατιές των εξαθλιωμένων και των κοινωνικά αποκλεισμένων. Η οικονομική ανάπτυξη τελικά όχι μόνο δεν μεταφράζεται σε αύξηση της ισότητας, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμβαδίζει με την έκρηξη των ανισοτήτων. Το σύγχρονο κράτος, αφού έχει αθετήσει την δέσμευσή του να προστατεύει τα αδύναμα μέλη της κοινωνίας προσπαθεί να στηρίξει στην νομιμοποίησή του στην υπόσχεση της διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών. Τελικά όμως η κυριότερη επίπτωση αυτής της ψύχωσης για ασφάλεια είναι η αναπαραγωγή αισθημάτων φόβου, ανασφάλειας, εχθρότητας και αμοιβαίας καχυποψίας.

 «Η δημοκρατία σε δοκιμασία» αναφέρεται στο σπουδαίο έργο του Marcel Gauchet Η άνοδος της δημοκρατίας. Η δημοκρατία υπό την δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914 – 1974, όπου ο γάλλος φιλόσοφος προτείνει μια σφαιρική φιλοσοφική ερμηνεία του 20ού αιώνα και αναλύει τους μετασχηματισμούς της δημοκρατίας που προέκυψαν ως απάντηση στην πρόκληση των ολοκληρωτισμών. Μπορεί σήμερα να κατανοούμε την θρησκεία σαν μια πίστη, λησμονώντας ότι, ιστορικά, αυτή υπήρξε πρώτα απ’ όλα μια μορφή οργάνωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Είναι ακριβώς η βαθμιαία εγκατάλειψη της ετερονομίας στην οποία η θρησκεία καθόριζε και διαμόρφωνε την πολιτική και η μετάβαση σε μια αυτονομία κοινωνία που χαρακτηρίζουν την νεωτερικότητα.

Ο Γκοσέ ερμηνεύει τους ολοκληρωτισμούς του 20ού αιώνα ως απόπειρες αναδημιουργίας της προηγούμενης θρησκευτικής μορφής της κοινωνίας. Ο φασισμός, ο ναζισμός και ο κομμουνισμός διαθέτουν μια έντονα θρησκευτική διάσταση, παρόλο που παρουσιάζονται ως αντιθρησκευτικά κινήματα. Οι ολοκληρωτικές τους ιδεολογίες επιδίωκαν να καλύψουν κάθε πεδίο της πραγματικότητας, να δώσουν ένα νόημα σε όλα και να αναδημιουργήσουν κάτι που μοιάζει με την οργανική κοινότητα του παρελθόντος. Η ενότητα των πνευμάτων γύρω από μια κοινή σκέψη έρχεται σε αντίθεση με την αναρχία των φιλελεύθερων κοινωνιών όπου ο καθένας υποστηρίζει την δική του γνώμη. Ενώ η περίοδος του ολοκληρωτισμού σημαδεύτηκα από μια υπερπολιτικοποίηση της συλλογικής ζωής, η δημοκρατία καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει μια πρωτόγνωρη απειλή: την ριζική αποπολιτικοποίηση.

Και ποιοι είναι άραγε οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας, όπως τιτλοφορείται το βιβλίο του Τσβετάν Τοντορόφ [Tzvetan Todorov]; Ο συγγραφέας κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό· χαρακτηρίζονται δε εσωτερικοί επειδή είναι τέκνα της δημοκρατίας και επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές. Ο πολιτικός μεσσιανισμός αγνοεί το γεγονός ότι η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο κι ότι είναι ένα ατελές καθεστώς για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις, αλλά πάντως διαθέτει τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται. Αντίθετα, προβάλλει την μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες και την δημιουργία ενός νέου ανθρώπου· και στο όνομα αυτού του «μεγαλειώδους» σκοπού δικαιολογεί την χρήση κάθε μέσου.

Ο υπερφιλελευθερισμός και ο νεοφιλελευθερισμός παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, αποδυναμώνοντας την κυριαρχία του νόμου. Όταν η ιδιωτική οικονομική εξουσία δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών αλλά και υπαγορεύει την βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις, η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και φορτώνει την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους, καταφεύγοντας στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

Στο βιβλίο του Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο ο Terry Eagleton αντικρούει δέκα από τα κυριότερα επιχειρήματα των σύγχρονων επικριτών του μαρξισμού. Ας περιοριστούμε σε τρία: α. Η άποψη ότι ο Μαρξ ανήκει οριστικά στο παρελθόν εφόσον άλλαξε βαθιά ο καπιταλισμός αντικρούεται από το γεγονός ότι η βαθύτερη λογική του συστήματος – το κυνήγι του επιχειρηματικού κέρδους εις βάρος των κοινωνικών αναγκών και οι αβυσσαλέες ανισότητες και αδικίες του – δεν έχει μεγάλη διαφορά με τον άγριο καπιταλισμό της βικτοριανής εποχής· β. Η επίκληση του σταλινικού τρόμου και η δημιουργία τυραννικών καθεστώτων κατά τον Ίγκλετον δεν υποστηρίχθηκαν ποτέ από τον Μαρξ, που άσκησε σκληρή κριτική σε κάθε μορφή πολιτική καταπίεσης· γ. Ο χαρακτηρισμός του Μαρξ ως ουτοπικού στοχαστή που παραγνώρισε τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης δεν ευσταθεί, εφόσον η βασική του ανάλυση δεν εστιαζόταν στον σχεδιασμό ενός ουτοπικού μέλλοντος ούτε πίστευε στην μαγική μεταμόρφωση των ανθρώπων. Αντίθετα επεδίωκε την επίλυση αντιφάσεων του παρόντος και τις κοινωνικές μεταβολές που θα μπορούσαν να βελτιώσουν και τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Εδώ έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κριτική διαπίστωση του Γιαλκέτση, ότι ο μαρξιστής Ίγκλετον παραγνωρίζει τις αντιφάσεις και τις ελλείψεις της μαρξιστικής σκέψης και προσπερνάει χωρίς αυτοκριτικό προβληματισμό το γεγονός ότι καμία σοσιαλιστική ή κομμουνιστική επανάσταση δεν προβλέπεται σήμερα στον κόσμο, ακόμα και στις ζώνες της φτώχιας και της εξαθλίωσης. Ενώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια δραματική κρίση του καπιταλισμού, η μαρξιστική αριστερά δείχνει να μην διαθέτει ρεαλιστικές προτάσεις σοσιαλιστικής αλλαγής.

Ο συγγραφέας επιλέγει βιβλία «ένα κι ένα» στο είδος τους ή, έστω, στον προβληματισμό ή τον διάλογο που προκαλούν: Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και γερμανικός χαρακτήρας, Κόλιν Κράουτς, Ο περίεργος μη θάνατος του φιλελευθερισμού, Πιερ Μανάν, Οι μεταμορφώσεις της πόλεως, Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, Σέρι Μπέρμαν, Το πρωτείο της πολιτικής, Μαρκ Μαζάουερ, Κυβερνώντας τον κόσμο, Αλέν Ερενμπέργκ, Η κούραση να είσαι ο εαυτός σου, Martha Nussbaum Όχι για το κέρδος, Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ, Ο νέος εθνικο – λαϊκισμός, Πιερ Ροζανβαλόν, Η κοινωνία των ίσων, Εμίλ Ντιρκέμ, Η εξέλιξη της παιδαγωγικής σκέψης κ.ά. Τα κείμενά Γιαλκέτση συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ανάγνωσης ενός βιβλίου και εκτείνονται σε πυκνές και ευανάγνωστες προσωπογραφίες σπουδαίων στοχαστών, όπως οι Νίκος Πουλαντζάς και Ρόναλντ Ντουόρκιν, ενώ τιμώνται και έργα πλέον κλασικά, όπως Ο επαναστατημένος άνθρωπος του Αλμπέρ Καμύ και Ο μονοδιάστατος άνθρωπος του Χέρμπερτ Μαρκούζε.

Το προαναφερθέν έργο του Μαρκούζε σήμερα μοιάζει επίκαιρο όσο ποτέ. Η συναίνεση στην οποία στηρίζονται οι κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού οφείλεται στην ικανότητά τους να διαπλάθουν τις συνειδήσεις, τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τους τρόπους σκέψης και ζωής των υποκειμένων. Η κοινωνία της κατανάλωσης και της αφθονίας τείνει να εξαλείψει πλήρως την ελεύθερη υποκειμενικότητα και την κριτική σκέψη. Στην μονοδιάστατη κοινωνία το ατομικό υποκείμενο υποχρεώνεται σε συμμόρφωση προς τις επιταγές επιβλητικών αντικειμενικών δομών και χάνει την ικανότητά του να ανιχνεύει εναλλακτικούς δρόμους. Αυτό που απειλείται είναι η ίδια η ύπαρξη υποκειμένων ικανών για δημιουργία και ελευθερία. Ο σύγχρονος «μονοδιάστατος» άνθρωπος έχει χάσει την ατομικότητά του, την ικανότητά του να διαφωνεί, να σκέφτεται κριτικά και να δρα αυτόνομα προκειμένου να ελέγξει την μοίρα του.

Όμως υπάρχει πάντα διέξοδος. Η ίδια η κρίση, όπως γράφει ο Γιαλκέτσης, μπορεί να ενθαρρύνει τον κριτικό και αυτοκριτικό αναστοχασμό, που αποτελεί και την αφετηρία για την αναζήτηση νέων λύσεων και να απελευθερώσει μια πνευματική δημιουργικότητα ικανή να θέσει σε κίνηση δυνάμεις ανανέωσης και μετασχηματισμού. Και είναι εμφανές, προσθέτουμε εμείς, ότι όλα αυτά τα βιβλία αποτελούν πολύτιμα εργαλεία συνειδητοποίησης, στοχασμού και δράσης.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος.

Η προηγούμενη συλλογή κριτικών κειμένων του Θανάση Γιαλκέτση εδώ.

Στις εικόνες: Zygmund Bauman, Marcel Gauchet, Tzvetan Todorov, Terry Eagleton, Martha Nussbaum, Herbert Marcuse.

30
Δεκ.
17

Ανοίξετε την πόρτα σας! Κάλαντα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Φώτων. Αρχείο Σίμωνα Καρρά, 1958 – 1976

Αυτή η ιδιαίτερα καλοδεχούμενη έκδοση μου δημιούργησε ιδιαίτερη συγκίνηση αλλά και έκπληξη. Είναι ένα βιβλίο που θυμίζει άλλες εποχές, όπου οι αφηγήσεις για την  Ιστορία των ημερών, ανεξάρτητα από πίστη και θρησκεία, συνοδεύονταν από μια βαθειά αίσθηση συνέχειας και συμμετοχής. Ακόμα και για έναν έκθαμβο νεαρό που μεγάλωσε στην Κυψέλη της δεκαετίας του ’70 αυτές οι ημέρες δεν νοούνταν χωρίς το αναγνωστικό, το τελετουργικό και το εικαστικό στοιχείο. Αλλά η αστική γειτονιά δεν διέθετε ούτε την κοινοτική βίωση, ούτε τον πλούτο των δρώμενων και την αναπόσπαστη μουσική τους. Δεν έμεναν παρά οι γραπτές διηγήσεις και η αναζήτηση των τελετών σε απλές ζωγραφιές, σε κάτι αρχαία βιβλία και αναγνωστικά.

Κι έρχεται αυτό το βιβλίο να μας καλεί να ανοίξουμε την πόρτα μας στο πιο αναγνωρίσιμο και μνημονικό στοιχείο των εορτών, τα κάλαντα, αλλά στην ουσία αυτό να μας ανοίγει στην ιστορία, την μουσική και τις ζωγραφισμένες εικόνες τους. Αρχικά περιλαμβάνει ένα εκτενές κείμενο 75 σελίδων για τα κάλαντα στην πορεία του χρόνου, την άμεση σχέση τους με μεταμφιεστικά δρώμενα, την παρουσία τους στην παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη κοινωνία και ειδικότερα σχόλια στην ποίηση και την μουσική τους, με έμφαση στα στοιχεία της αναγγελίας του γεγονότος της γιορτής, των παινεμάτων, της παρότρυνσης για προσφορά φιλοδωρήματος και των ευχών.

Υπάρχει ακόμα μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναφορά στις παρανοήσεις και την φαινομενική ασυναρτησία των καλάντων της Πρωτοχρονιάς, όπου και διαπιστώνουμε την ύπαρξη ένθετων στίχων που μπορεί να μην συνδέονται άμεσα με το νόημα των υπόλοιπων, αλλά να εκφράζουν κάποια χαλαρότερη σχέση ή και να εισάγουν με καλυμμένο τρόπο μια εντελώς διαφορετική έκφραση. Η σχετική ερμηνεία αλλά και το ενδεχόμενο τέτοιων κρυφών νοημάτων έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όσο για τα ζωγραφικά έργα, πρόκειται για πρωτότυπες δημιουργίες της ζωγράφου Βάσως Γώγου, εμπνευσμένες από την παλαιά αλλά και την σύγχρονη επιτέλεση του εθίμου.

Το έθιμο των καλάντων παρουσιάζει ιδιαιτερότητες που δύσκολα τις συναντά κανείς σε άλλα παραδοσιακά έθιμα, αφενός λόγω της ευρύτατης διάδοσής τους και αφετέρου λόγω της παρόμοιας λειτουργίας αλλά και της ιδιαίτερης ποικιλομορφίας και των αμέτρητων παραλλαγών ανά περιοχή. Το υπόβαθρό είναι βαθύ: παγανιστικά κατάλοιπα, λατρευτικές πρακτικές μια πανάρχαιας πρωτογονικής εποχής, κληρονομική διαδοχή των ρωμαϊκών εορτών που βέβαια ανάγονται ευθέως στις αρχαιοελληνικές και ιδίως τις διονυσιακές τελετές, αυθόρμητες ή τυποποιημένες θεατρικές παραστάσεις. Η επίκληση των δυνάμεων της γης, η διαρκής παρουσία του θανάτου και της ανάστασης, η μίμηση και η μεταμφίεση που λειτουργεί ως ευκαιρία για πρόσκαιρη αντιστροφή των κανόνων που ισχύουν μέσα σε ένα αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο, αποτελούν όλα στοιχεία ενός εθίμου που διακλαδώνεται και βαθαίνει πολύ περισσότερο απ’ όσο ίσως φαίνεται στους νεώτερους.

Η έκπληξη είναι ακόμα μεγαλύτερη καθώς το βιβλίο συνοδεύεται με δυο ψηφιακούς δίσκους όπου θησαυρίζονται 59 σπάνιες και αυθεντικές ηχογραφήσεις καλάντων από όλη την Ελλάδα μέσα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά (1958-1976). Μετρώ 37 κάλαντα για τα Χριστούγεννα, 11 για την Πρωτοχρονιά και, 11 για τα Φώτα. Τα κάλαντα τραγουδούν ντόπιοι, αποδίδοντας πιστά το ιδιαίτερο μουσικό και γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής αλλά και, τολμώ να πω, το ίδιο το κλίμα· θαρρείς και είσαι αυτόπτης και αυτήκοος της απόδοσής τους. Το μουσικό αρχείο του Σίμωνα Καρρά αποτελεί για το έθιμο των καλάντων ένα πραγματικό θησαυροφυλάκιο καθώς οι καταγραφές του τόσο σε χειρόγραφο όσο και σε ταινίες περιλαμβάνουν εκατοντάδες κάλαντα τραγουδισμένα αποκλειστικά από ντόπιους, από δεκάδες μέρη απ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα.

Τα λαϊκά δρώμενα λειτουργούν εκτός των άλλων και ως πυρήνας γύρω από τον οποίο συγκεντρώνεται και συγκροτεί την ταυτότητά της η ίδια η κοινότητα. Αλλά η  σύγχρονη ζωή και η εξέλιξη του εθίμου «στον δρόμο» μεταλλάσσουν την σχέση καλαντιστή και νοικοκύρη. Τα κάλαντα στις πόλεις απευθύνονται συνηθέστερα σε κάποιον αόριστο ή συλλογική αποδέκτη και αποδυναμώνεται έτσι η ίδια η δύναμη της αναγγελίας της γιορτής και των παινεμάτων. Στο λεωφορείο ή στο σούπερ μάρκετ δεν έχει νόημα το παίνεμα του αφέντη, της κυράς ή της κόρης. Δεν μένουν παρά οι κοινότητες όπου διατηρείται και αναβιώνεται ο παραδοσιακός τρόπος επιτέλεσης του εθίμου. Ίσως είναι κι αυτή, σκέφτομαι, μια ακόμα εκδοχή της περίφημης «νεωτερικότητας».

Σε αντίθεση με άλλες εκδόσεις όπου οι πληροφορίες «αλιεύονται» από πηγές που δεν αναφέρονται, εδώ οι συγγραφείς των κειμένων περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές παραπομπές από βασικά έργα των Ν. Πολίτη, Γ. Μέγα και Σ. Λουκάτου, επιστημονικά περιοδικά (Επετηρίδα Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογραφία, Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού), εκδόσεις (του Κέντρου Αιγαιακών, Λαογραφικών και Μουσικολογικών Ερευνών κ.ά.), σύγχρονες πανεπιστημιακές εργασίες, άρθρα από συμπόσια κλ.π. Μια άψογη έκδοση.

Κείμενα: Δημήτριος Μαντζούρης, Βασίλειος Σταυρόπουλος

Εκδ. ΚΕΠΕΜ [Κέντρο Έρευνας και Προβολής της Εθνικής Μουσικής. Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά], Δεκέμβριος 2017, σελ. 192 με γυαλιστερό φύλλο. Ιστοσελίδα εδώ, επικοινωνία εδώ.

Στις εικόνες έργα των Γιώργου Κόρδη (Τα κάλαντα), αγνώστου, αγνώστου από Αναγνωστικό του 1977, Γιώργου Σικελιώτη (Τα κάλαντα) και Βάσως Γώγου, ενδεικτικό της εικονογράφησης του βιβλίου.

26
Δεκ.
17

Frédéric Lenoir – Ο Χριστός φιλόσοφος

To επεισόδιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στο έργο του Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμάζοβ διηγείται έναν μύθο: την επιστροφή του Χριστού στη γη στην Σεβίλλη του 16ου αιώνα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής τον ενημερώνει ότι είναι ανεπιθύμητος· τονίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την κοινωνία πιο αφόρητο δώρο από την ελευθερία κι ότι η Εκκλησία διόρθωσε το έργο του και το θεμελίωσε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος. Τέλος τον απειλεί να τον κάψει γιατί ήρθε να τους ενοχλήσει και τον διαβεβαιώνει ότι θα δει την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο νεύμα του να συνδαυλίσει την πυρά. Ο μύθος μεταφράζει με μυθιστορηματικούς όρους την πραγματικότητα της ιστορίας του χριστιανισμού: την ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών.

Το μήνυμα ελευθερίας του Χριστού απορρίφθηκε από την Εκκλησία, στο όνομα της ανθρώπινης αδυναμίας, ώστε να μπορέσει να θεμελιώσει την εξουσία της, προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιζητούσαν περισσότερο: το θαύμα, το μυστήριο και την εξουσία· με άλλα λόγια, την ασφάλεια σε τρεις μορφές. Η Εκκλησία όχι απλώς μείωσε αλλά και αντέστρεψε εντελώς το μήνυμα του Ιησού και  η «χριστιανοσύνη» της στράφηκε κατά του χριστιανισμού. Οι στοχαστές που επισήμαναν αυτή την ανατροπή δεν ήταν κήρυκες του αθεϊσμού αλλά πεπεισμένοι χριστιανοί που γνώριζαν καλά το μήνυμα των Ευαγγελίων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Soren Kierkegaard· λίγοι ελευθερόφρονες άθεοι φιλόσοφοι έχουν γράψει τόσο δηλητηριώδεις σελίδες κατά της Εκκλησίας όσο αυτός ο ένθερμος και βασανισμένος χριστιανός.

Στην σύγχρονη εποχή ο Jacques Ellul, στρατευμένος χριστιανός, εξέφρασε σ’ ένα δοκίμιό του ακριβώς την Ανατροπή του χριστιανισμού, εξηγώντας ότι ο ιστορικός χριστιανισμός έγινε μια θρησκεία (με τις τελετουργίες και τα δόγματά της), μια ηθικολογία (του καθήκοντος και της υποταγής) και μια μορφή εξουσίας. Ο Marcel Gauchet στο δοκίμιο Η απομάγευση του κόσμου υπογραμμίζει την φοβερή ανατροπή που επέφερε η νεωτερικότητα: την απόρριψη της χριστιανικής θρησκείας, η οποία υπήρξε εντούτοις η μήτρα των κυριότερων φορέων της νεωτερικότητας, δείχνοντας έτσι πως ο χριστιανισμός έγινε στην ουσία «μια θρησκεία εξόδου από την θρησκεία».

Αρκεί να συγκρίνει κάποιος την επίσημη θρησκεία με τα ευαγγελικά κείμενα για να διαπιστώσει ότι ο πραγματικός χριστιανισμός παραμένει απρόσιτος και κρυμμένος από τους πιστούς. Ο Χριστός άνοιξε έναν νέο πνευματικό δρόμο και μετέδωσε μια ηθική διδασκαλία με οικουμενική εμβέλεια: μη βία, ίση αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, πρωτείο του ατόμου έναντι της ομάδας, ελεύθερη επιλογή, διαχωρισμό πολιτικής και θρησκείας, αγάπη μέχρι την συγχώρεση. Το μεγάλο παράδοξο, η υπέρτατη ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η ανάπτυξη του εκκοσμικευμένου κράτους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία συνείδησης, που προτάθηκαν ενάντια στην θέληση των κληρικών από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, αποτελούσαν το αρχικό μήνυμα των ίδιων των Ευαγγελίων! Και τελικά τα πλέον ουσιώδη ηθικά διδάγματα του Χριστού δεν μεταδόθηκαν από την Εκκλησία αλλά μέσα από τον ανθρωπισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό!

Ο Λενουάρ γνωρίζει την ιδιότητα των Ευαγγελίων ως στρατευμένων αφηγήσεων που γράφτηκαν από κοινότητες πιστών πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την διδασκαλία. Δεν έχουμε καμία ορθολογική βεβαιότητα για την αυθεντικότητά τους (όπως και για τα λόγια του Σωκράτη, όπως τα μεταφέρει ο Πλάτων) αλλά εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν πρόκειται για λόγια του Ιησού αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν και θεμελιώνουν έναν τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Μας προσφέρει ωραιότατα πυκνά κείμενα αρχικά για τον Ιησού τις Ιστορίας με αναφορά στις χριστιανικές και μη χριστιανικές πηγές, την ζωή και τα Πάθη του Ιησού αλλά και την ζωή στη Παλαιστίνη. Στο κείμενο Ο περιπλανώμενος κήρυκας, που αφορά την δημόσια θρησκευτική δράση του, γράφει πως ο Ιησούς δεν είναι ούτε θεολόγος ούτε πολιτικός ταραχοποιός αλλά ένας περιπλανώμενος και ανεξάρτητος προφήτης που κυρήσσει την αγάπη και την μη βία σε μικρές κωμοπόλεις. Αντίθετα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή δεν επιτίθεται άμεσα στην πολιτική εξουσία και δεν καλεί σε κοινωνική εξέγερση ούτε στην ανατροπή των πλουσίων αλλά διακηρύττει την ματαιότητα των υλικών αγαθών και καλεί στο μοίρασμά τους. Το γεγονός ότι τον ακολουθούν γυναίκες μοιάζει αδιανόητο για την κοινωνία της εποχής, όπου οι γυναίκες είναι πάντα εξαρτημένες από την κηδεμονία ενός άντρα, ενώ συχνά πρόκειται και για «περιθωριακές» γυναίκες, πόρνες, χήρες κλπ.

Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που περιέγραφε ανά τους αιώνες η εικονοποιία των ευλαβών. Ο ανθρωπισμός του είναι «ακραίος»: τείνει το χέρι σε όλους και πρώτα απ’ όλα στους βασανισμένους. Ο Ιησούς δεν ήθελε τόσο να ιδρύσει μια νέα θρησκεία (τόνιζε άλλωστε ότι δεν επιθυμούσε να καταργήσει τον εβραϊκό Νόμο) όσο να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος των θρησκευτικών παραδόσεων, τονίζοντας την ατομική ελευθερία και την εσωτερικότητα της πνευματικής ζωής. Δυο θεμελιώδη επίπεδα της διδασκαλίας του (ένα πνευματικό κι ένα φιλοσοφικό) δείχνουν εντονότερα την ριζοσπαστική πρωτοτυπία της και τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Σε αυτά εστιάζεται το πλέον ουσιώδες μέρος του βιβλίου.

Η πνευματικότητα του Χριστού συνοψίζεται καταρχήν στην προτροπή «έλα να με ακολουθήσεις»· πρόκειται για ένα μήνυμα που απευθύνεται σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έξωθεν μεσολάβηση. Ο Ιησούς δεν μιλά για εκλεκτό λαό αλλά για την σωτηρία οποιουδήποτε ατόμου. Η έννοια της ακολουθίας του είναι το άκουσμα και η εφαρμογή του λόγου του. Έπειτα ανατρέπει κάθε κυρίαρχη ιεραρχία των ανθρώπων και δηλώνει ότι η χάρη αναδύεται από τη αθλιότητα, τον πόνο και την αδυναμία· αναγγέλλει δηλαδή την ευδαιμονία στην ίδια την καρδιά της δυστυχίας. Ο Θεός είναι παρών σε οτιδήποτε ταπεινό και περιφρονημένο.

Η φιλοσοφική του πλευρά προτείνει συγκεκριμένες ηθικές αρχές και πρώτα απ’ όλα την ισότητα: όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από τον ίδιο Πατέρα και είναι ίσα αδέλφια. Η έννοια της παγκόσμιας ανθρώπινης αδελφοσύνης είναι ριζικά νέα στην δυτική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία ισότητα για τους αρχαίους Έλληνες και τους Εβραίους που διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Ο Ιησούς αποδίδει στον άνθρωπο – αυτόνομο ον μια πρωτοφανή αξία, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια και την πλήρη ελευθερία του καθενός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική ιδιότητα: εθνικότητα, θρησκεία, κοινωνική θέση, ηλικία, φύλο. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των Στωικών, που είχαν θέσει τον θεμέλιο μιας οικουμενικής ιδέας περί προσώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να ολοκληρωθούν χάρη στην ελεύθερη προαίρεση που ανήκει στο εσωτερικό εγώ.

Η ελευθερία, κατόπιν, του ατόμου αποτελεί την δεύτερη μέγιστη ηθική πλευρά της διδασκαλίας του. Σε ένα περιβάλλον όπου ο καθένας δεσμεύεται από την εθνοτική, κοινωνική, θρησκευτική και οικογενειακή του καταγωγή ο Ιησούς ζητάει απ’ όσους τον ακολουθήσουν να σπάσουν τις αλυσίδες τους, αψηφώντας την παράδοση και το πρωτείο της ομάδας πάνω στο άτομο. Κατόπιν προσπερνιούνται οι αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες είναι σαφώς κατώτερες από τον άντρα και όσες δεν έχουν άνδρες κηδεμόνες μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Ιησούς αποδεικνύει ιδιαίτερα προχωρημένη για την εποχή σκέψη και τις δέχεται όλες στο πλευρό του.

Η αγάπη του πλησίον, η μη βία και ο διαχωρισμός των εξουσιών αποτέλεσαν βασικές ηθικές και φιλοσοφικές πλευρές της διδασκαλίας του. Η αγάπη του πλησίον αποτελεί έναν αρχαίο κανόνα που βρίσκουμε σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα του κόσμου αλλά εδώ ριζοσπαστικοποιείται, καθώς ο Ιησούς τοποθετεί την αγάπη πάνω από όλους τους νόμους. Ο Γκάντι επανέλαβε πολλές φορές ότι τα Ευαγγέλια τον είχαν εμπνεύσει στον μη βίαιο αγώνα του για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Ο Ιησούς κήρυξε την μη βία και την συγχώρεση, μια ριζική αλλαγή συμπεριφοράς και μια υπέρβαση του αρχαίου Νόμου της ανταπόδοσης. Συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη ή απουσία δικαιοσύνης αλλά μια πράξη εσωτερική. Η αναγνώριση της πολιτικής εξουσίας και η επιμονή του στον διαχωρισμό των πνευματικών και των εγκόσμιων εξουσιών (παρά τις αντιφάσεις και τα μέγιστα πρακτικά προβλήματα) υπήρξε επίσης ιδιαίτερα πρωτότυπη και κατά κάποιο τρόπο προάγγελος του διάκρισης κράτους και εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας σε σύντομα και καλογραμμένα κεφάλαια εξετάζει την γέννηση του χριστιανισμού (την σχέση του Ιησού με τον ιουδαϊσμό, τις τρεις καινοφανείς πρακτικές του, την πρώτη Εκκλησία, τον ρόλο του Παύλου, τις χριστολογικές διαμάχες, τους μάρτυρες) αλλά και την χριστιανική κοινωνία όπου ο χριστιανισμός πλέον είναι η επίσημη θρησκεία, την σχέση του με την εξουσία, την χριστιανική Ευρώπη και την Εκκλησία ως τον ένοπλο βραχίονα του Χριστού, την Ιερά Εξέταση και την στάση απέναντι στους Ινδιάνους.

Στο κεφάλαιο από «τον χριστιανικό στον αθεϊστικό ανθρωπισμό» ερευνώνται οι θέσεις σπουδαίων μορφών όπως ο Πετράρχης και ο Έρασμος αλλά και του κινήματος του Διαφωτισμού, ο οποίος επιτίθεται στην απαίτηση των Εκκλησιών να υποτάξουν την ορθολογική γνώση στις Γραφές και στην διδασκαλική τους αυθεντία· άλλωστε ο John Locke στην περίφημη Epistla de tolerantia [1689] περιελάμβανε αναφορά στις φιλειρηνικέ διδαχές του Χριστού που καταδικάζουν οποιονδήποτε θρησκευτικό καταναγκασμό αλλά και υπενθύμιζε πως η ίδια η αρχή της ελευθερίας συνείδησης και η ανεκτικότητα απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική θρησκεία είναι καθ’ όλα σύμφωνη με τον ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο αντίλογος του αθεϊστικού ανθρωπισμού βλέπει την θρησκεία ως πνευματική, ανθρωπολογική, οικονομική και ψυχική αλλοτρίωση (Comte, Feuerbach, Marx, Freud αντίστοιχα).

Ο νεωτερικός κόσμος εφοδιάζει την θρησκεία με νέους μύθους ή επαναφέρει παλαιότερους σε άλλη μορφή. Θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες διαμορφώνουν μια γραμμική αντίληψη του χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη ιδέα του κυκλικού χρόνου και δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Η βιβλική αντίληψη της ιστορίας περιλαμβάνει μια παράμετρο που θα έχει τεράστια επιρροή στην συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων θεολογιών: τον χιλιασμό. Η συγγένεια ανάμεσα στον κομμουνισμό και την εβραϊκή και χριστιανική εσχατολογία έχει προβληθεί ρητά από ορισμένου σοσιαλιστές ηγέτες, παρότι ήταν υλιστές και άθεοι, όπως ο Rosa Luxemburg η οποία έλεγε πως είναι υπέρ της κληρονομιάς των Πατέρων της Εκκλησίας, το δόγμα των οποίων περιγράφει ως «κομμουνιστικό». Και είναι γνωστή η αποστροφή του Νίτσε: Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από την φασαρία που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Ο Θεός είναι νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε. Για τον Νίτσε ο ιουδαιο-χριστιανισμός αφού σκότωσε τους αρχαίους θεούς υπέρ του ενός και μοναδικού Θεού, έγινε στην συνέχεια ο νεκροθάφτης του δικού του Θεού.

Το ίδιο το μήνυμα του Ευαγγελίου ενθαρρύνει τον πιστό να προχωρήσει πέρα από το γράμμα του κειμένου. Ο Ιησούς ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι διαβάζουν το κείμενο κατά γράμμα αντί να προσπαθούν να κατανοήσουν το πνεύμα του.

Καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ιησούς δεν έγραψε ο ίδιος: το κείμενό του θα εξέτρεφε τον φονταμενταλισμό ενώ ο ίδιος ήθελε να τον υπερβεί και αναμφίβολα να δείξει πως κανένα κείμενο δεν είναι οριστικό, διότι όσο οικουμενικό και αν ισχυρίζεται πως είναι, παραμένει συνδεδεμένο με μια δεδομένη συγκυρία. Περιορίζει λοιπόν τον λόγο του σε αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό στους συνομιλητές του και, αντί να τον χαράζει στο μάρμαρο, αναγγέλλει ως το θείο πνεύμα θα οδηγήσει τους πιστούς με την πάροδο του χρόνου σε πολύ ευρύτερους και βαθύτερους ορίζοντες της γνώσης και της κατανόησης. [σ. 253]

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης: η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει και απορρίπτει τα υπόλοιπα. Η θρησκεία εξατομικεύεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι Εκκλησίες έχουν χάσει την επιρροή τους στην κοινωνία. Η πρόοδος του κριτικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ενώ ο σκεπτικισμός και το πνεύμα της ανεκτικότητας θεωρούν νόμιμη την ύπαρξη ενός πλήθους φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η θρησκεία πλέον σχετίζεται με την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Edgar Morin, τα πιστεύω «αναβοσβήνουν»

Ο Michel Onfray υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εποχή παραμένει χριστιανική και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. και μιλά για έναν «χριστιανικό αθεϊσμό». Το μήνυμα του Χριστού έχει βγει έξω από την Εκκλησία για να επανέλθει στον σύγχρονο κόσμο με μια εκκοσμικευμένη μορφή. Παραμένουμε εμποτισμένοι από τον χριστιανισμό που έχει γίνει πλέον αόρατος. Ο συγγραφέας εδώ εκφράσει την συμφωνία του αλλά και την διαφωνία του με το σημαντικό κείμενο του Onfray.

Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο Λενουάρ εστιάζει στην διήγηση της συνάντησης του Ιησού με την Σαμαρείτισσα, όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα του Ευαγγελίου που αποδίδεται στον Ιωάννη, και ιδίως σ’ ένα απόσπασμα που συνθέτει την φιλοσοφία του Χριστού και προβάλλει τον πιο επαναστατικό και τον πιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο συμπυκνωμένο το δίδαγμά του όσο στον σύντομο διάλογο με μια γυναίκα που περιφρονείται τριπλά, από άνδρες, γυναίκες και Εβραίους. Ανατρέπεται η εικόνα του παντοδύναμου αλλά και του γήινου Μεσσία ανατρέπεται, αγνοούνται οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις και προτείνονται η εσωτερικότητα πνευματικής ζωής, η ελευθερία συνείδησης, η απελευθέρωση από την κοινότητα, η αγάπη.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, σελ. 368, με έντεκα σελίδες υποσημειώσεων [Le Christ philosophe, 2007].

Τα έργα ζωγραφικής είναι των: Eva Campbell, αγνώστου, Norval Morrisseau, Sekha Roy, Frederick J. Brown, Sister Mary Grace, The Benedictine Sisters of Turvey Abbey, Mary Blair, Sadao Watanabe, Eva Campbell.

21
Δεκ.
17

Fort – Da, Περιοδικό Λακανικής Κλινικής, τεύχος 4 (Οκτώβριος 2017)

Τι διχάζει τις γυναίκες; Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία

Αυτό που τρομάζει την θρησκεία δεν είναι η σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας, τουναντίον μάλιστα. Οι πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν κάμποσα πράγματα σχετικά με την σεξουαλικότητα, τις διαστροφές της, τις επιπτώσεις της, και είναι οι τελευταίοι που θα υποτιμήσουν την σπουδαιότητά της. Όχι, αυτό που τους τρομάζει είναι το να μπορεί η σεξουαλικότητα να επικαθορίζει μια σύλληψη της αλήθειας αποκομμένης από το νόημα. Το τρομερό έγκειται στην εξέγερση της σεξουαλικότητας ενάντια σε κάθε δωρεά νοήματος, την ώρα που είναι ουσιώδες για την ύπαρξη της θρησκείας το να μπορεί να πνευματικοποιεί, και άρα να σημασιοδοτεί, την διάφυλη σχέση…

γράφει ο Αλέν Μπαντιού στο κείμενό του «Κρίση φύλου στον 20ό αιώνα» [μτφ. Κώστας Τσάμπουρας, στην ουσία έβδομο κεφάλαιο στο βιβλίο του Le siecle [2005] που θα κυκλοφορήσει από τις εκδ. Ψυχογιός]. Το σχετικό κείμενο που προδημοσιεύεται εδώ αποτελεί πολύτιμη συμβολή στην ιδιαίτερη περιοχή στοχασμού και ψυχανάλυσης που αποτελεί και το θέμα του αφιερώματος πάνω στο τρίπτυχο Θηλυκότητα – Μητρότητα – Υστερία. Ο κόσμος που ορίζεται από το φλεγόμενο αυτό τρίγωνο τίθεται κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχαναλυτικής θεωρίας αλλά και πράξης στο τέταρτο τεύχος του ειδικού περιοδικού που περισσότερο μοιάζει με βιβλίο, χάρη στην αισθητική του μορφή όσο κυρίως λόγω του πλούτου των κειμένων που φτάνουν τις 330 σελίδες.

Η υστερική δομή χαρακτηρίζεται, λέει ο Λακάν, από το ανικανοποίητο της επιθυμίας· το μυστικό αυτού του ανικανοποίητου είναι ότι η υστερική το απολαμβάνει, το καθιστά μύχιο πυρήνα του είναι της και απώτερο κίνητρο των συμπτωμάτων της. Τίποτα δεν είναι αρκετό για το υστερικό υποκείμενο, αφού συγκροτήθηκε γύρω από το φαλλικό έλλειμμα (της μητέρας) μέσω του οποίου συνάντησε το ερώτημα του φύλου. Το κοινό σημείο όλων των «λύσεων» που πρότεινε ανά τους αιώνες οι κυρίαρχος λόγος ήταν η αποσιώπηση ή η συγκάλυψη αυτού του δομικού κενού: από τον αρχαίο γυναικωνίτη μέχρι την ισλαμική μαντίλα το κύριο μέλημά του ήταν η προαγωγή της μητρότητας, πάντα και με το επίχρισμα της θρησκευτικής επιταγής. Ο μητρικός ρόλος αποτέλεσε επί αιώνες το προκάλυμμα στο αίνιγμα της γυναικείας σεξουαλικότητας. Χάρη στην ψυχανάλυση γνωρίζουμε ότι η μητρότητα όχι μόνο δεν καλύπτει το γυναικείο ερώτημα αλλά συχνά το παροξύνει. Η μητρική θέση όπως και η θέση αντικειμένου του αντρικού πόθου διχάζουν τις γυναίκες.

Κάθε αρχή και δύσκολη, συνεπώς από τις πρώτες σελίδες βουτάμε κατευθείαν στα βαθιά μ’ ένα απόσπασμα από το περίφημο σεμινάριο του Λακάν για τα μορφώματα του ασυνειδήτου (1957 – 1958), όπου και η πρώτη και τεκμηριωμένη αναφορά του στην επιθυμία του υστερικού υποκειμένου ως ανικανοποίητη. «Η ανικανοποίητη επιθυμία της ωραίας κρεοπώλισσας» (επρόκειτο για μια ασθενή του Φρόιντ την εποχή που εκείνος συγκέντρωνε υλικό για την Ερμηνεία των ονείρων), βασισμένη σ’ ένα όνειρό της, ακολουθείται από ένα δεύτερο κείμενο που έχει ως τίτλο «Πρέπει να παίρνουμε την επιθυμία κατά γράμμα» και αποτελεί από το γραπτό Η καθοδήγηση της θεραπείας (1958), όπου σχολιάζεται το όνειρό της. Τα δυσνόητα σημεία του κειμένου διαφωτίζονται και αναλύονται από τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Το θεμελιώδες κείμενο του Φρόιντ Οι υστερικές φαντασιώσεις και οι σχέσεις τους με την αμφιφυλία (που εδώ δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Ο Πολίτης και αργότερα στα Τετράδια Ψυχιατρικής) και το εξίσου κομβικό γραπτό του Λακάν για την γυναικεία σεξουαλικότητα, συμπληρώνουν μαζί με μια δεύτερη κατάθεση του Μιλέρ για το δίπτυχο Μητέρα/Γυναίκα το βασικό corpus σχετικών κειμένων αναφοράς.

Η οιδιπόδεια λογική αποτέλεσε το βασικό πρίσμα του Φρόιντ για την μελέτη της γυναικείας σεξουαλικότητας, που στα πρώιμα έργα του δεν διαχωρίζεται από την θηλυκότητα. Η «κανονική» γυναικεία θέση είναι εκείνη της ετεροφυλοφιλίας της παθητικότητας, με επίκεντρο τον κόλπο ως βασικό όργανο της ερωτικής διέγερσης και έκφρασης. Έτσι η σχετική μελέτη του επικεντρώνεται στην αρχική σεξουαλική οργάνωση του κοριτσιού, στο σύμπλεγμα ευνουχισμού και στην σχετική «απλότητα» του οιδιπόδειού του. Οι απόψεις του Φρόιντ έχουν δεχτεί επανειλημμένα την φεμινιστική κριτική για τον «φαλλικό μονισμό» και την ανδρική κανονιστική σκοπιά που τις διακρίνει. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 20 διακεκριμένες ψυχαναλύτριες όπως οι Κάρεν Χορνέι, Χέλεν Ντόιτς και Μέλανι Κλάιν υπήρξαν επικριτικές όσον αφορά την σχετική εμμονή περί πρωτοκαθεδρίας του φαλλού για την ανάπτυξη της θηλυκότητας.

Από το 1925 η Μέλανι Κλάιν παρουσιάζει τα πορίσματα της ψυχαναλυτικής της εργασίας με μικρά παιδιά ενώ με το βιβλίο της Η ψυχανάλυση των παιδιών αναπτύσσει περαιτέρω της ιδέες της. Το δικό της οιδιπόδειο αποτελεί αντιστροφή της φροϊδικής λογικής και σίγουρα δεν είναι μια απλή παραλλαγή του αντρικού. Η βασική συνεισφορά της στην ψυχαναλυτική επιστήμη παρουσιάζεται από τον Αντώνη Βαδόλα στο κείμενό του «Η γυναικεία σεξουαλικότητα στην θεωρία της Μέλανι Κλάιν», που μαζί με μια σειρά σύγχρονων θεωρητικών ψυχαναλυτικών κειμένων καλύπτει το δεύτερο μέρος του περιοδικού· οι τίτλοι είναι ενδεικτικοί: Βλάσης Σκολίδης – «Υστερία: από το σύμπτωμα στη δομή», Εστέλα Σολάνο-Σουάρες – «Ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και θηλυκότητα», Μαρίνα Φραγκιαδάκη –  «Μητέρα και κόρη: Ολέθρια σχέση ή παρεξήγηση;», Ντανιέλα Φερνάντες – «Ψυχή και Ανταλί: Δύο γυναίκες που βλέπουν υπερβολικά», Φρανσουά Λεγκίλ – «Η ενόρμηση στον Λακάν».

Όσοι γυναικολογούν, γυναικακολογούν, έλεγε σκωπτικά ο Λακάν, συνοψίζοντας τις διάφορες μορφές που έλαβε ο μισογυνισμός ανά τους αιώνες. Κάθε λόγος περί γυναίκας απαιτεί μια εξιλέωση, που εδώ από εικαστική άποψη παρέχουν οι πίνακες του Γιώργου Ρόρρη, καθώς αποδίδουν κοινές φιγούρες σημερινών Ελληνίδων, «απογειώνοντάς τες στους αιθέρες της καλλιτεχνικής αθανασίας», όπως σημειώνεται στο εισαγωγικό σημείωμα της σύνταξης. Και πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ ιδανικότερη εικονογράφηση ενός τέτοιου θεματικού τεύχους, καθώς ο Ρόρρης έχει προτείνει μια νέα θέαση του θηλυκού κορμιού στην τέχνη.

Δυο κείμενα επιχειρούν διάλογο με αυτή την τέχνη: το πρώτο, «Το βλέμμα του ζωγράφου», αποτελεί ένα παλαιότερο, αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του ζωγράφου που εκφράζει, μεταξύ άλλων, την επιθυμία η διαδικασία της ζωγραφικής του να γίνει προσπάθεια ακύρωσης των υλικών του· να πάψουν αυτά να είναι μουσαμάδες, μπογιές κλπ. και να γίνουν πνεύμα, συγκίνηση, ύλη που μεταφέρει αγωνία για επικοινωνία αλλά και να αποτελέσουν κρυψώνα του εαυτού του. Και ακόμα…

… θέλω οι άνθρωποι που ποζάρουν να είναι αδαείς απέναντι στο βλέμμα του ζωγράφου, να τους αγχώνει, να τους ενοχλεί, να προσπαθούν να αμυνθούν και να μην ξέρουν πώς, να «κουμπώνονται» αλλά από απειρία. Τότε με υποχρεώνουν να τους δω πιο προσεχτικά, να δυσκολευτώ να τους προσεγγίσω, και η δυσκολία αυτή βοηθά στην δημιουργία εκπλήξεων. [σ. 250]

Στο δεύτερο κείμενο ο Βασίλης Σκολίδης συντάσσει κατατοπιστικές σημειώσεις για τις Γυναίκες του ζωγράφου εστιάζοντας στις ιδέες του προοδευτικού και του γυμνού, στην κόπωση των σωμάτων, στον μπαρόκ ερωτισμό, στην δραματικότητα, την ηδύτητα και την εκ-σωτερικότητα της ζωγραφικής του. Το πλούσιο τεύχος συμπληρώνεται με εκτενή σημειώματα πάνω σε κλινικές εργασίες και με την «Βιβλιοθήκη», όπου παρουσιάζονται με εξίσου μεγάλα κείμενα πέντε βιβλία ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος.

Εκδ. Ψυχογιός, σελ. 335, γυαλιστερό φύλλο με πλούσια μαυρόασπρη εικονογράφηση.

Στις εικόνες: Jacques Lacan, Sigmund Freud, Melanie Klein και έργα του Γιώργου Ρόρρη.

15
Δεκ.
17

Μιχάλης Μητσός – Οι ιστορίες θα μας σώσουν. Ένα ημερολόγιο του 2014

Θησαυρίσματα βίων και αποκόμματα ιδεών

Όταν η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Τρις Ο’ Κέιν ερευνούσε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Γουατεμάλα, και έβλεπε τους ξένους οικολόγους να έρχονται για να μετρήσουν τους πληθυσμούς των πουλιών, το θεωρούσε μεγάλη ασέβεια. Ύστερα μετακόμισε στην Νέα Ορλεάνη λίγο πριν τον κυκλώνα Κατρίνα. Όταν μερικούς μήνες μετά επέστρεψε στην κατεστραμμένη, σιωπηλή πόλη είδε έκπληκτη μικρούς καφέ σπουργίτες στα κάτισχνα δέντρα. Αναρωτήθηκε πού είχαν πάει κατά την διάρκεια του κυκλώνα και πώς επέζησαν και βρήκε μόνη της την απάντηση: τα πουλιά ικανοποιούσαν τις άμεσες ανάγκες τους. Όταν έχαναν μια φωλιά, έφτιαχναν άλλη. Δεν είχαν ούτε χρόνο, ούτε ενέργεια να στενοχωρηθούν. Δέκα χρόνια αργότερα διδάσκει ορνιθολογία, ο κύκλος των μαθημάτων της έχει τον τίτλο Birding to Change the World και χρησιμοποιεί τα πουλιά για να δείξει πως είμαστε όλοι συνδεδεμένοι μεταξύ μας, ανθρώπινα και μη ανθρώπινα όντα.  [σ. 339]

Πρόκειται για μια από τις δεκάδες ενδιαφέρουσες έως συναρπαστικές ιστορίες που εντάσσει ο συγγραφέας στο «ημερολόγιό» του, που απαρτίζεται από τις στήλες μιας ολόκληρης χρονιάς στο διεθνές τμήμα της εφημερίδας Τα Νέα. Τι είναι αυτό που κάνει αξιανάγνωστο ένα τέτοιο βιβλίο; Ο συγγραφέας διαβάζει τα σημαντικότερα διεθνή έντυπα, είτε πρόκειται για εφημερίδες, είτε για περιοδικά, αποθησαυρίζει πολύτιμα αποκόμματα από τα πολιτιστικά και λογοτεχνικά τους ένθετα, αλιεύει όλα τα ενδιαφέροντα θέματα που προκάλεσαν κάποια συζήτηση και αξίζουν ακόμα περισσότερες και παραθέτει γνώμες και αντιγνωμίες που ζυγίζουν το ίδιο. Ανοίγει διάλογο πάνω σε λογοτεχνικά ή κινηματογραφικά έργα, προβληματίζεται σχετικά με τα συμπεράσματα εκδόσεων πολιτικής, φιλοσοφίας ή οικονομίας, και δεν παράγει – όπως ξεκαθαρίζει ο ίδιος – αλλά μεταγράφει για χάρη μας μιας σειρά  ιδεών που πάντα αξίζει να διαβάσουμε. Ο ίδιος διατηρεί το θάρρος της γνώμης του και διατυπώνει τις δικές του σκέψεις, ευτυχώς όχι πάντα αναμενόμενες ή «ευρέως αποδεκτές», αυτοβιογραφείται με περισσή ειλικρίνεια και συχνά ολοκληρώνει το σημείωμά του με μια έξυπνη, ενίοτε χιουμοριστική φράση.

Το σημείωμα της 29ης Ιανουαρίου αφιερώνεται στον αποθανόντα Pete Seeger, για τον οποίον η Guardian θυμίζει μια ελάχιστα γνωστή ιστορία: η μεγαλύτερη κληρονομιά του Σίγκερ δεν έχει σχέση ούτε με την μουσική ούτε με την πολιτική: είναι η σωτηρία του ποταμού Χάντσον. Την δεκαετία του 40 ο Σίγκερ έφτιαξε μια καλύβα κοντά στο ποτάμι και ζούσε εκεί με τη γυναίκα του. Ο Χάντσον ήταν τότε ένας ανοιχτός βόθρος, γεμάτος με τοξικά απόβλητα από τα εργοστάσια. Ο σπουδαίος τραγουδοποιός δεν ζήτησε την παρέμβαση των αρχών, ούτε κατέφυγε στην δικαιοσύνη. Πίστευε ότι τέτοια προβλήματα λύνονται μόνο από την βάση, από τους ίδιους τους κατοίκους της περιοχής. Κατασκεύασε την δική του ξύλινη βάρκα, πήρε την κιθάρα του κι άρχισε να ζητά με τον δικό του τρόπο από τους ψαράδες να σώσουν το ποτάμι. Έτσι έγραψε και το τραγούδι Sailing up my dirty stream. Σήμερα ο Χάντσον ανήκει σε όλους.

Οι επέτειοι γέννησης και θανάτου σαφώς αποτελούν μια πρόσφορη αφορμή για το ημερήσιο σημείωμα. Κι εκεί δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι απέγινε η κληρονομιά σημαντικών προσωπικοτήτων όπως στην περίπτωση του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, όπου οι αναφορές εκτός Ιταλίας ήταν ακόμα λιγότερες. Ο δημοσιογράφος ανατρέχει στο πρώτο τεύχος του Αντί (και με την ευκαιρία διαπιστώνει πόσο λείπει ένα τέτοιο περιοδικό στην Ελλάδα). Ήταν μόνο 1984 όταν ο Μπερλινγκουέρ διαπίστωνε ότι οι κυρίαρχες καπιταλιστικές ομάδες και οι συγγενείς συντηρητικές ευρωπαϊκές ιδεολογίες δεν μπορούν να βρουν μια θετική λύση για την κρίση. Το σήμα κινδύνου ανάβουν τα 13 εκατομμύρια άνεργοι της Κοινότητας. Το τεράστιο δυναμικό ανθρώπινης ενέργειας, φυσικής και διανοητικής, παραμένει ανενεργό και δεν γνωρίζουν τρόπους αξιοποίησής του. Από την κριτική του σπουδαίου ηγέτη δεν γλιτώνουν και τα εργατικά, σοσιαλιστικά και λαϊκά κινήματα, που «έχουν στρέψει όλη την προσοχή τους στην υπεράσπιση των κεκτημένων δικαιωμάτων, χωρίς να διακρίνουν καθαρά το μέλλον που μας περιμένει». Και, σκέφτομαι, ήταν μόνο 1984…

Η εκατοστή επέτειος της δολοφονίας του Ζαν Ζορές επίσης δεν συγκίνησε ιδιαίτερα τον αριστερό τύπο, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την Ρόζα Λούξενμπουργκ. Ίσως η απάντηση να είναι ότι ο μεγάλος ειρηνιστής και ανεπανάληπτος ρήτορας μπορεί να υπήρξε το ενοποιητικό στοιχείο του γαλλικού σοσιαλισμού, αλλά είχε σοβαρές διαφωνίες τόσο με τον Μαρξ όσο και με τον Λένιν. Επικριτής του καπιταλισμού, ήταν την ίδια στιγμή αντίθετος στον αυταρχισμό και τον δογματισμό που χαρακτήριζαν την σοσιαλιστική ορθοδοξία. Ένα άρθρο στην El Pais από έναν Ισπανό διπλωμάτη ίσως διαφωτίζει περισσότερο: σε μια από τις ιδεολογικές διαμάχες που απασχόλησαν την προπολεμική Αριστερά ο Ζορές δεν πήγε με το «ρεύμα». Στην αντιπαράθεση ανάμεσα στους θεωρητικούς της επανάστασης και της ρήξης με τα αστικά κόμματα, από την μια πλευρά, και στο πραγματικό στρατόπεδο που αναγνώριζε τα πλεονεκτήματα του κοινοβουλευτισμού, από την άλλη, εκείνος τάχτηκε με τους δεύτερους, ενώ στην δεύτερη μεγάλη αντιπαράθεση της εποχής, ανάμεσα στον διεθνισμό και τον σοσιαλπατριωτισμό, επεδίωξε μια σύνθεση: «Λίγος διεθνισμός σε απομακρύνει από την πατρίδα, αλλά λίγο περισσότερος σε φέρνει πιο κοντά σ’ αυτήν».

Μια άλλη αιρετική μορφή του κομμουνισμού, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, αποτελεί αντικείμενο συζήτησης με αφορμή την ταινία του Φεράρα Παζολίνι. Ο Ισπανός συγγραφέας Χουάν Αρίας δυσκολεύεται να επιλέξει αν ήταν καλύτερος σκηνοθέτης ή ποιητής ή αν ήταν ένας αναλυτής ή ένας πολιτικός προφήτης. Χωρίς αμφιβολία, πάντως, ήταν ένας διανοούμενος που προέβλεψε την βία των εργατικών συνοικιών και κατήγγειλε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το κόμμα του, επειδή εγκατέλειψε το προλεταριάτο που ζούσε στην περιφέρεια αλλά κι επειδή «παραβίαζε και χειραγωγούσε την πραγματικότητα των σωμάτων». Ένας από τους καλούς του φίλους, ο συγγραφέας Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει πως ήταν τελευταίος άνθρωπος στον οποίο οι Ιταλοί μπορούσαν να απευθύνονται, για καλό ή για κακό. Μέχρι την δεκαετία του 70 ο κόσμος στρεφόταν ακόμα στους ποιητές για να μάθει το μυστικό της ζωής. Και ο Παζολίνι πίστευε σε αυτόν τον ρόλο, δηλαδή στην δημόσια λειτουργία του ποιητή.

Άλλα σημειώματα μας μεταφέρουν σε ωραίες ιδέες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας μιας εφημερίδας ή και αυτοτελείς εκδόσεις. Το περιοδικό Le Point ρώτησε είκοσι «γέρους» τι τους έμαθε η ζωή. Σταχυολογώ από το κείμενο του ενενηνταδυάχρονου Ενγκάρ Μορέν: Εναπέθεσα τις ελπίδες μου στο απίθανο, που μερικές φορές πραγματοποιήθηκε, όπως με τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η πτώση του Γ΄ Ράιχ έμοιαζε κι αυτή απίθανη όταν εντάχτηκα στην Αντίσταση […] Αν ειχα ένα σύνθημα να μοιραστώ, αυτό θα ήταν: Να περιμένετε το απρόβλεπτο! Η ελπίδα δεν βρίσκεται στην βεβαιότητα, αυτό μου έμαθε η ζωή.

«Το κοινοβούλιο των αόρατων» αποτέλεσε ιδέα του ιστορικού Πιέρ Ροζανβαλόν, ο οποίος παρατηρούσε ότι πολλοί Γάλλοι είναι αποκλεισμένοι από τον κόσμο των θεσμών και των μίντια, και νιώθουν ότι η ζωή τους δεν έχει καμία σημασία. Είναι αόρατοι και δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Ο σχετικός τόμος περιλαμβάνει μαρτυρίες και ανακαλεί στην ουσία ένα βιβλίο με συνεντεύξεις που είχε επιμεληθεί ο Πιέρ Μπουρντιέ αλλά και στην προ-κοινωνιολογική έρευνα που είχε κάνει ο Τσαρλ Μπουθ στο East End του Λονδίνου και το πρόγραμμα προφορικής ιστορίας στο Σικάγο του ’50.

Ο ιστότοπος Edge.org κάθε χρόνο θέτει και ένα προκλητικό ερώτημα, καλώντας τους διανοούμενους να το απαντήσουν. Το ερώτημα της χρονιάς: Ποια επιστημονική ιδέα είναι έτοιμη να πάρει σύνταξη; Ο Ίαν Μακγιούαν απαντά πως μια μεγάλη επιστημονική παράδοση θα πρέπει να εμμένει σε οτιδήποτε διαθέτει. Η αλήθεια δεν είναι το μόνο μέτρο. Υπάρχουν τρόπο να κάνεις λάθος που βοηθούν άλλους να κάνουν το σωστό. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστείς μια παλιά ιδέα. Μπορεί να ανακύψει ξανά μια μέρα για να βελτιώσει μια προοπτική που το παρόν δεν μπορεί να φανταστεί. Και πρέπει πάντα να θυμόμαστε πώς φτάσαμε εδώ που βρισκόμαστε.

Μεγάλη μερίδα ύλης αφιερώνεται σε σπουδαίες προσωπικότητες, γνωστές ή άγνωστες, αλλά και σε γεγονότα μιας άγνωστης Ιστορίας. Η δημοσιογραφία είναι η τέχνη τού να φτάνεις πολύ αργά όσο το δυνατόν νωρίτερα, έγραφε ο Στιγκ Ντάγκερμαν, που βρέθηκε ως δημοσιογράφος στην μεταπολεμική Γερμανία, το 1946. Ο σπουδαίος Σουηδός αυτόχειρας ποιητής δεν άρχισε, όπως οι άλλοι ξένοι ανταποκριτές, να διαβάζει τις γερμανικές εφημερίδες αλλά έμπαινε ο ίδιος στα σπίτια των Γερμανών και έγραφε για την αφόρητη καθημερινότητά τους σε μια ερειπωμένη Γη. Σε μια περίοδο που όλοι θεωρούσαν την Γερμανία συλλογικά υπεύθυνη για τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, εκείνος έγραφε για τον ανθρώπινο πόνο και τα ηθικά διλήμματα της δικαιοσύνης.

Η πρωταγωνίστρια του ντοκιμαντέρ Η Γυναίκα στον αριθμό 6: Η Μουσική έσωσε τη ζωή μου Άλις Χερτς – Σόμερ, η γηραιότερη επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, δεν πρόλαβε να χαρεί την βράβευσή του· έφυγε σε ηλικία εκατόν δέκα ετών. Οι Ναζί χρησιμοποιούσαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τερεζίν ως προπαγανδιστικό μέσο για να δείξουν ότι δήθεν φέρονταν καλά στους κρατούμενους. Επέτρεπαν συνεπώς συναυλίες και θεατρικές παραστάσεις. Η ίδια ήταν παρούσα σε όλες τις συναυλίες, είτε ως μουσικός είτε ως κοινό. Η καλύτερη στιγμή της ήταν όταν έπαιξε στο πιάνο το Ρέκβιεμ του Βέρντι. Ο πλούτος της ήταν ο ίδιος ο πόνος. Όπως είπε χαρακτηριστικά: Οι πλούσιοι είναι γελοίοι. Νομίζουν πως έχουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν τίποτα. Εμείς που επιζήσαμε στο Ολοκαύτωμα έχουμε τον πόνο που βιώσαμε, την μουσική που μας αποσπούσε από αυτόν τον πόνο, και αυτό μας κάνει πιο πλούσιους από οποιονδήποτε πλούσιο.

Ο Μητσός μας συστήνει και σε σύγχρονους πνευματικούς δημιουργούς, όπως ο Ζαν Ντανιέλ, ιδρυτής του Nouvel Observateur, που έλαβε μέρος στην απελευθέρωση του Αλγερίου, έγραψε δεκάδες βιβλία, έχει τακτική και ενεργή σχέση με τους αναγνώστες του μέσα από το εβδομαδιαίο άρθρο του περιοδικού του. Στα ενενήντα τέσσερά του ο Ντανιέλ δηλώνει ένας μανιακός του αισθησιασμού, του αφιερώνει μερικές έξοχες φράσεις: η σεξουαλικότητα είναι η σαρκική κατάληξη μιας ενωτικής επιθυμίας που δεν θριαμβεύει παρά όταν σβήνει. Είναι η εφήμερη δόξα της απόλαυσης. Ο αισθησιασμός είναι μια συνέργεια του δέρματος και του αγγίγματος: είναι η συμπληρωματικότητα των αισθήσεων. Η συμβουλή του προς τους εκκολαπτόμενους δημοσιογράφους είναι η αναζήτηση της ψυχής των λαών μέσα στην λογοτεχνία. Η λογοτεχνία είναι ένα ρεπορτάζ που πηγαίνει πιο μακριά από το ρεπορτάζ. «Για να γίνετε δημοσιογράφοι, διαβάστε τους συγγραφείς».

Μπορεί το καλοκαίρι να μην υπάρχουν πάντα ειδήσεις, αλλά συμβάντα που ποτέ δεν θα περνούσαν στον τύπο της επικαιρότητας. Την 15η Ιουλίου του 1976 άρχισε να ηχογραφείται ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Tom Waits, το Tom Traubert’s Blues, που μερικές φορές αναφέρεται ως Waltzing Matilda, παραπέμποντας στην γνωστή Αυστραλιανή μπαλάντα για το ταξίδι με τα πόδια ενός ανθρώπου που κουβαλάει στην πλάτη τον σάκο με τα υπάρχοντά του. Ο Γουέιτς χρησιμοποιεί ένα παραδοσιακό τραγούδι για να αναφερθεί στις δικές του περιπέτειες με το αλκοόλ. Υπήρχε πράγματι μια Ματίλντα, μια Δανή τραγουδίστρια και βιολονίστρια, με την οποία μοιράστηκε πολλά βαλς κι άλλα τόσα οινοπνευματώδη. Στην Ευρώπη ο Γουέιτς αισθανόταν σαν στρατιώτης μακριά από το σπίτι του, άφραγκος και μεθυσμένος. Στο σπαρακτικό τραγούδι ο βραχνός τραγουδοποιός αναρωτιέται πού είναι τα χέρια που με αγκάλιαζαν και αποδείκνυαν κάποτε την αγάπη της και συντρίβεται κάτω από την ίδια του την εξομολόγηση: Της έδωσα την χρυσή υπόσχεση / ότι δεν θα χωρίζαμε ποτέ / έδωσα στην αγάπη μου ένα μενταγιόν / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά / κι ύστερα της ράγισα την καρδιά [μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς – Πάνος Τομαράς].

Βρισκόμαστε ήδη στην αχανή επικράτεια του έρωτα κι εκεί μαθαίνουμε για μια σειρά από ενδιαφέροντα βιβλία. Ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κομτ-Σπονβίλ στο βιβλίο του Ούτε σεξ ούτε θάνατος. Τρία δοκίμια για τον έρωτα και την σεξουαλικότητα αναφέρει για την διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες φιλίας και τις ιστορίες έρωτα. «Δεν υπάρχει κάποιο αδιάβατο χάσμα ανάμεσα στον έρωτα και την φιλία. Τα όρια ανάμεσά τους πάντα μου φαίνονταν θολά, πορώδη, ρευστά. Στην πραγματικότητα, έβλεπα μια ευρεία ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβάνει (όπως κάνει η φιλία, στον Αριστοτέλη, με τον έρωτα) ακόμα και τα άκρα που χωρίζει ή ενώνει. Υπάρχουν ερωτικές φιλίες και φιλικοί έρωτες που μας διδάσκουν περισσότερα για την πράξη και το πάθος της αγάπης από τις υπερβολικά ευφυείς φιλίες ή τους υπερβολικά έντονους έρωτες».

Σε κάπως εκτενέστερα κομμάτια μπορεί να ζωντανεύουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συζητήσεις, όπως εκείνη μεταξύ του Τόνι Νέγκρι και του Νοτιοκορεάτη φιλόσοφου, συγγραφέα της Ψυχοπολιτικής και πρώην … μεταλλουργού Μπιουνγκ-σουλ Χαν, σε ένα θέατρο στο Βερολίνο. Ο πρώτος υποστήριξε, όπως πάντα, την ιδέα της παγκόσμιας αντίστασης στην αυτοκρατορία, στο σύστημα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Ο δεύτερος προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η αντίσταση αυτή είναι πολύ μικρότερη του αναμενόμενου και εξαντλείται πολύ εύκολα. Το νεοφιλελεύθερο σύστημα κυριαρχίας, υποστήριξε, δεν χρησιμοποιεί την καταστολή αλλά την άσκηση γοητείας. Έτσι δεν είναι εμφανής ο εχθρός που καταστέλλει την ελευθερία, ώστε να οργανωθεί η αντίσταση εναντίον του. Ο καταπιεσμένος εργάτης μετατρέπεται σε επιχειρηματία, σε εργοδότη του εαυτού του· κι αν αποτύχει, αυτόν κατηγορεί. Ο κομφορμισμός και η συναίνεση συνοδεύονται από μια ευρέως διαδεδομένη κατάθλιψη και τα υψηλότερα ποσοστά αυτοκτονίας στον κόσμο. Δεν υπάρχει πλέον κανένα «πλήθος» που να μπορεί να μετατραπεί σε μια παγκόσμια εξεγερμένη μάζα.

Σε πολλές περιπτώσεις έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας ανυπομονεί να μοιραστεί μερικά πολύτιμα αποστάγματα της σκέψης που συλλέγει από τα καθημερινά του διαβάσματα, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το βιβλίο του Σλοβένου διανοητή Λούκα Ζέβνικ σχετικά με τις Κριτικές προοπτικές για την αναζήτηση της ευτυχίας. Φαίνεται πως αγνοούμε ότι οι περισσότερες ινδοευρωπαϊκές λέξεις για την ευτυχία παραπέμπουν στην καλή τύχη. Η παράλογη πεποίθηση ότι αυτό το δώρο μπορεί να μετατραπεί σε μια μόνιμη κατάσταση όπου μπορεί να φτάσει ο καθένας δεν είναι παρά μια ιδιοτροπία της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Ο Πολ Ντόλαν, καθηγητής συμπεριφορικής επιστήμης, στο δικό του βιβλίο Ο σχεδιασμός της ευτυχίας γράφει πως η ευτυχία αποτελεί άμεσο προϊόν όχι αυτών που μας συμβαίνουν αλλά της δικής μας στάσης απέναντι σ’ αυτά. Αρκεί να βρούμε δηλαδή τι μας κάνει στιγμιαία ευτυχισμένους και στη συνέχεια να σχεδιάσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερα από αυτά τα πράγματα.

Τέλος, όπως είναι αναμενόμενο, στα πιο αυτοβιογραφικά κομμάτια, είναι εμφανής η συγκίνηση εκείνου που επιθυμεί να διασώσει την μνήμη σημαντικών συνεργατών και αναρωτιέται αν τήρησε τις πολύτιμες συμβουλές τους. Η αποδημία του Λέοντα Καραπαναγιώτη, ενός αληθινού διανοούμενου, του οποίου η άρνηση να υποκύψει σε πιέσεις έχει μείνει παροιμιώδης, αποτελεί αφορμή για να θυμηθεί τα λόγια του Καμύ, πως «η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, όπως φαίνεται και από το ότι έχουν λίγους εραστές». Αλλά ένα άλλο κείμενο μου χάρισε κι εμένα ιδιαίτερη συγκίνηση: η ενθύμηση μιας σπάνιας προσωπικότητας, του δημοσιογράφου των Νέων και της ΕΡΤ Κώστα Γαλανόπουλου, που ήταν συχνός επισκέπτης στο καθιστικό μας, ως οικογενειακός φίλος, πίσω στην δεκαετία του ’70. Ο συγγραφέας διασώζει ένα σημείωμά του από το 2002, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του: «Ακόμα και μια λέξη, σε μια εφημερίδα, να είναι η σωστή, και στη σωστή θέση, οι Θερμοπύλες όλο και φρουρούνται».

Εκδ. Πόλις, 2015, σελ. 539, με εξασέλιδο σημειώσεων.

Στις εικόνες: Pete Seeger στον ποταμό Hudson,  Εnrico Βerlinguer, Jean Jaurès, Pier Paolo Pasolini, Εdgar Μorin, Ian McEwan, Stig Dagerman, o Stig Dagerman στην βομβαρδισμένη Φρανκφούρτη [1946], Tom Waits, Ang Kiukok – Lovers [1981], Toni Negri, Byung-Chul Han, Κώστας Γαλανόπουλος.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 222, υπό τον τίτλο The stories of the blues, παραφρασμένο τίτλος από έναν πολυαγαπημένο ιστοριοσυλλέκτη, εδώ




Ιανουαρίου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 889,493 hits

Αρχείο