27
Ιον.
17

Συλλογικό – 18 κείμενα για τον Γιάννη Μαρή. Ο άνθρωπος. Το έργο. Η εποχή. (Επιμ.) Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Δεκαοκτώ σπουδές στο μαύρο και ισάριθμες σπονδές στον εξιχνιαστή του

Το γερμανικό οικονομικό θαύμα, τα swinging 60s, η γαλλική nouvelle vague, το miracolo italiano: οι τέσσερις κυρίαρχες εκδοχές της οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη των τελών της δεκαετίας του ’50, σε συνδυασμό με την διάδοση του «αμερικανικού ονείρου» επουλώνουν τα τραύματα της Ευρώπης, ενώ την ίδια περίοδο η Ελλάδα προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί από τις δικές της καταστροφές, πάντα μοιρασμένη σε «Ανατολή» και «Δύση». Σε αυτές τις συνθήκες γράφει ο Γιάννης Μαρής κι αυτό ακριβώς είναι το υπόβαθρο των ιστοριών του, όπως γράφει ο Κώστας Θ. Καλφόπουλος στο δικό του Hommage στον Γιάννη Μαρή.

Εδώ ο επιμελητής του τόμου συντάσσει ένα πλήρες διάγραμμα της περίπτωσης Μαρή: ένας δημοσιογράφος που εισέρχεται ως «ξένο σώμα» στους συγγραφείς, που μεταλαμπαδεύει το «αστυνομικό» στα λογοτεχνικά δρώμενα αλλά και το εγκαθιδρύει συγγραφικά και κινηματογραφικά, που εντοπίζει έναν εγχώριο κοσμοπολιτισμό και χαρτογραφεί εκ νέου την πόλη με ένα «χρονοτοπικό» σύστημα, διαγράφει τις εμφύλιες διαμάχες και «επιστρέφει» στην σκοτεινή περίοδο της Κατοχής και ακόμα αναδεικνύει το δράμα των Ελλήνων Εβραίων.

Μα οι «νεωτερισμοί» του Μαρή δεν σταματούν εδώ: Ο επιθεωρητής Μπέκας μπορεί να συγκριθεί ισότιμα με ξένους συναδέλφους, κυρίως τον Μαιγκρέ του Σιμενόν αλλά και τον υπαστυνόμο Κολόμπο εκ των υστέρων. Στο έργο του ενσωμάτωσε ολόκληρη την ποπ κουλτούρα της εποχής αλλά και στοιχεία pulp fiction, αποϊδεολογικοποίησε τους διωκτικούς μηχανισμούς, «στοχοποίησε» το μικροαστικό νοικοκυριό και όχι τους συνήθεις υπόπτους περιθωριακούς. O Πέτρος Μάρκαρης στις «σημειώσεις πάνω στο φαινόμενο «“Γιάννης Μαρής”» γράφει για την ατυχία του συγγραφέα να γράψει τα μυθιστορήματά του σε λάθος τόπο και χρόνο αλλά και εστιάζει στην διάρρηξη μιας παράδοσης, της μέχρι τότε καθιερωμένης μορφής του αγγλικού αστυνομικού, του «whodunit», όπου ο ντετέκτιβ έλυνε το μυστήριο μέσα από μια διανοητική διαδικασία, ενώ ο αναγνώστης τον ακολουθούσε ασθμαίνοντας από τις διάφορες παγίδες. Τώρα ο Μαρής επιλέγει ως ήρωα έναν αστυνομικό και όχι ντετέκτιβ · όχι έναν ιδιοφυή ή ιδιόρρυθμο εξιχνιαστή αλλά έναν απλό, μικροαστό επαγγελματία που κάνει την δουλειά του με ένα αίσθημα δικαιοσύνης.

Ο Άγγελος Τσιριμώκος γράφει τον πατέρα του Γιάννη Μαρή, ο Ριχάρδος Σωμερίτης για τα πρώτα χρόνια του συγγραφέα στην εφημερίδα Μάχη, ο Γιώργος Α. Λεονταρίτης θυμάται την γνωριμία τους, η Αθηνά Κακούρη επιχειρηματολογεί για την ανάγκη μας για έναν τέτοιο συγγραφέα, ο Φίλιππος Φιλίππου ερευνά τις δημοσιεύσεις του στα λαϊκά περιοδικά Οικογένεια, Πρώτο και Θεατής, ο Βασίλης Βασιλικός τον τοποθετεί «ανάμεσα στον Σιμενόν και τον Καμιλλέρι», ο Νίκος Μπακουνάκης αναρωτιέται πού τελικά ανήκει, ο Στράτος Μυρογιάννης προβαίνει σε μια σπουδή σε ονόματα και χαρακτήρες,  ο Νίκος Βατόπουλος μας ξεναγεί στην Αθήνα του Γιάννη Μαρή, η Νίνα Κουλετάκη μας γνωρίζει τις γυναίκες του έργου του, ο Σταύρος Πετσόπουλος καταγράφει την εκδοτική περιπέτεια των επανεκδόσεων του έργου του στις εκδόσεις Άγρα, οι Τεύκρος Μιχαηλίδης, Γιάννης Ράγκος, Αναστάσης Σιχλιμήρης και Loic Marcou προσθέτουν τις δικές τους οπτικές πάνω σε ιδιαίτερες πλευρές του έργου του.

Επιστρέφω στον φόρο τιμής του Καλφόπουλου για να τονίσω τις πολλαπλές αναγνώσεις του Μαρή. Σε ένα πρώτο φιλολογικό πλαίσιο ο Μαρής έγραψε ευτελή λογοτεχνία, με γλώσσα απλή και πλαίσιο μανιχαϊστικό. Από την σκοπιά της λογοτεχνικής θεωρίας οι αφηγηματικές στρατηγικές είναι εξίσου απλές, με το noir στοιχείο να είναι προσαρμοσμένα στα ελληνικά δεδομένα, χωρίς δηλαδή τον αμερικανικό πρότυπο του σκληροτράχηλου ήρωα – ντετέκτιβ. Από ιδεολογική άποψη ο συγγραφέας υπηρετεί ένα «παρακμιακό» είδος και αποποιείται την μήτρα της Αριστεράς από την οποία προέρχεται, καθώς γράφει στον συντηρητικό Τύπο.

Αλλά πέρα από αυτά ο Μαρής συνδιαμόρφωσε σημαντικά στον χώρο του Τύπου, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου την δημόσια σφαίρα της εποχής, επαναδημιούργησε με μοντέρνο τρόπο ένα υποτιμημένο λογοτεχνικό είδος, όπου μάλιστα συνδύασε την ελληνοκεντρικότητα με τον κοσμοπολιτισμό, και ψυχαγώγησε ως πρωτοπόρος για τα δεδομένα της ελληνικής pulp fiction της εποχής ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό. Και όπως γράφει ο Ανδρέας Αποστολίδης στο δικό του κείμενο, ο Μαρής, αυτός ο αστείρευτος ως προς την πλοκή και απόλυτα ταυτισμένος με την εποχή του συγγραφέας, κατάφερε εκτός των άλλων εν μέσω πολιτικής θύελλας και πολιτικών παθών να αποκλείσει από την καθημερινότητα των ηρώων την «πολιτική» του αλλά όχι και από την ηθική τους υπόσταση.

Εκδόσεις Πατάκη, 2016, σ. 198. Στο Παράρτημα περιλαμβάνονται ανέκδοτα τεκμήρια (φωτογραφίες, χειρόγραφα και δακτυλόγραφα) από το αρχείο του συγγραφέα και το οικογενειακό αρχείο του γιου του, Άγγελου Τσιριμώκου.

Στην τελευταία φωτογραφία, το κέντρο της Αθήνας, προσφιλές σκηνικό του Γιάννη Μαρή, σε φωτογραφία του Ιάσονα Αποστολίδη, αρχές της δεκαετίας του ’50.

Δημοσίευση σύντομα και στο mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 218.

17
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 181. Γιώργος Γκόζης

Περί γραφής

1. Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των τριών βιβλίων σας; Θα μας γράψετε και υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Με μεγάλη μου χαρά! Στην αστική μας παράδοση, το δώμα της οικίας όπου ο επισκέπτης, ο Ξένος δηλαδή, οικίζεται προσωρινά ονομάζεται ξενώνας. Στον Άθωνα αντίθετα, ονομάζεται αρχονταρίκι. Εκεί ο φιλοξενούμενος επισκέπτης θεωρείται Άρχοντας και όχι Ξένος. Αυτή είναι κι η δική μου επιλογή για τον αναγνώστη. Καλώς ορίσατε, λοιπόν,  στο Αρχονταρίκι μου κι εγώ στο δικό σας φιλόξενο Δοχείο του Παντός.

Το πρώτο μου βιβλίο είναι μία συλλογή διηγημάτων. Ήταν πηγαίο και με τυχαία αφορμή: δύο φραπέδες απανωτοί ένα μεσημέρι στα τέλη του ’90 δε με άφησαν να κοιμηθώ καλοκαιριάτικα, οπότε έγραψα επί τόπου ένα διήγημα, το πρώτο της ζωής μου, με αφορμή τη δημοσίευση στον Τύπο ενός σχετικού διαγωνισμού που είχε προκηρύξει η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο, ακολούθησε η ενθάρρυνση για δημοσιεύσεις σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά, τότε μόνο σε έντυπη μορφή, κάποιες επόμενες διακρίσεις σε πανελλαδικούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, η επιλογή μου ως εκπρόσωπο της ελληνικής πεζογραφίας στη Biennale της Ρώμης το 1999 και έχουμε ήδη φτάσει μέχρι το βημόθυρο του Νυχτερινού Στο Βάθος. Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, ήταν ένα ραντεβού στα τυφλά: ένα αφηγηματικό σύμπαν του κόσμου της ενηλικίωσης, μία οφειλή στους εν αγνοία συνοδοιπόρους της γενιάς μου από τις τελευταίες αλάνες της ξεγνοιασιάς του αστικού κέντρου ως τις αλάνες της ζωής και μία ολόφωτη και αυτόφωτη προσωπικότητα, ο εκδότης της Νεφέλης Γιάννης Δουβίτσας.

Το δεύτερο, πάλι διηγήματα, τιτλοφορείται Αφήστε Με Να Ολοκληρώσω και καλύπτει το ενδιάμεσο κενό μίας δεκαετίας: έχουμε διαβεί ως περάτες από την έντυπη εποχή στην ψηφιακή. Το έντυπα λογοτεχνικό περιοδικά έχουν αποδεκατιστεί, κάποια έχουν επιβιώσει ισχνότερα, κάποια έχουν γίνει ιστοσελίδες, κάποια απλώς δεν έχουν προσαρμοστεί κι έχουν εξαφανιστεί. Όποιος θέλει, δημοσιεύει αφιλτράριστα ό,τι θέλει σε blogs και sites, δικά του ή τρίτων, πολλές εφημερίδες έχουν κλείσει. Έχει υποχωρήσει  ο λόγος έναντι της εικόνας, ειδικά της τηλεοπτικής με τη μορφή των παραθύρων, μία χυδαία μας ελληνική εκδοχή των τηλε-windows που προωθεί με φρενήρη τρόπο το life style και την ήσσονα προσπάθεια. Ένα βιβλίο του δικού μου θυμού με πυρέσσουσα γλώσσα και επιφαινόμενο χιούμορ, αλλά με τραγικές προσωπικές μου ιστορίες, πασπαλισμένες με την άχνη της ειρωνείας και του σαρκασμού. Το κέντρο ενός ελληνικού κόσμου ο οποίος  θρυμματίζεται αλληλοσπαρασσόμενος σε τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ  αλαλάζει «Αφήστε με να ολοκληρώσω! Αφήστε με να ολοκληρώσω!».  Βιβλίο γραμμένο σε σκαμνί, σε σαλόνι, σε χαρτάκια κι όλα αυτά με δέκα χρόνια σταλίες.

Το τρίτο και τελευταίο ως σήμερα, Γκουανό. Γλώσσα περισσότερο δική μου ως προς τη θέρμη της, ξεθύμανε ο θυμός, οφειλή ως κεράκι στους προγόνους της ατομικής και συλλογικής μας μνήμης. Πρόσφυγες πολλοί, συνεργάτες των ναζί στην Κατοχή που έγιναν εργολάβοι οικοδομών στην ελεύθερη Ελλάδα τα κατοπινά χρόνια, τα τοξικά μας βοθρολύματα που γίνονται λίπασμα για το επερχόμενο Καλό. Τα τελευταία δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πόλις, τις οποίες τιμώ και σέβομαι καταρχήν ως αναγνώστης.

Πόθοι; Η πρώτη μου επιθυμία ήταν να επικοινωνήσω. Με διαφορετικό τρόπο από τον προφορικό, να ξεφορτώσω και να ξορκίσω κάποιες εμμονές μου, να τις εξομολογηθώ στις σελίδες, να κερδίσω χρήματα, να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία και τον εγωισμό μου. Μετά από κοντά είκοσι χρόνια από την πρώτη δημοσίευση στη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα, χαίρομαι που όλα τα παραπάνω έγιναν ατμός, εκτός από το πρώτο: να επικοινωνήσω. Να επικοινωνώ.

Αυτοί είναι τα μικρά έργα της μικρής μου τέχνης που βρίσκονται στο αρχονταρίκι μου, κρεμάμενα επί των τοίχων της πινακοθήκης του. Ελπίζω να μη βαλαντώσατε.

2. Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Φυσικά. Δεν είμαι ο κατ’ αποκλειστικότητα γράφων του εργαστηρίου. Κάθε άλλο, μάλιστα. Σήμερα, ζω κατά κύριο λόγο στο εξωτερικό, που το μοιράζομαι χρονικά άνισα με την Ελλάδα. Κουβαλώ όμως τα ελληνικά ως γλώσσα και πατρίδα εντός μου. Όσο για το κατ’ οίκον γράψιμο προϋποθέτει συστηματικότητα, ενώ η ζωή μου είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος της στο δρόμο, με συναντήσεις και  ταξίδια και σε πολλές γλώσσες. Κάποτε πίστευα σχεδόν φετιχιστικά ότι ήταν απαραίτητη η ιδανική συνθήκη του τόπου ως πλαίσιο της γραφής, τώρα που αυτό είναι πολυτέλεια πια, λέω μόνο να μην αφήνω τον χρόνο να μου δραπετεύει: προσπαθώ να γράφω όπου μπορώ.

3. Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ωραία ερώτηση! Μετά τα βάσανα στα οποία τους υποβάλλω, τους αφήνω ελεύθερους να υπάγουν όπου αυτοί θελήσουν. Ναι, μαθαίνω νέα τους συχνά. Άλλοι μου τηλεφωνούν εν αγνοία τους, δίχως δηλαδή να είναι γνώστες της θέσης τους στα βιβλία μου, κάποιοι δηλώνουν «Μου Αρέσει» στο φέισμπουκ, με κάποιους είμαστε σε διάσταση και κόψαμε τσανάκια, αλλά όλοι τους είναι παρόντες εντός μου.

4. Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Όπως προανέφερα και στην υπαρίθμ. 2 κι ολογράφως Δύο ερώτηση παραπάνω, στερούμαι χρόνου. Επομένως, αργώ πολύ από γραφή σε γραφή κι από πέρασμα ένα χέρι βαφή σε βερνίκωμα. Κάθε που επανέρχομαι, κάνω μία ανακεφαλαίωση που όσο να ‘ναι, καθυστερεί. Όσο για τις ιδέες, τις φωτογραφίζω. Εικόνες στιγμιαίες που περνούν και χάνονται, άνθρωποι περαστικοί από τη ζωή μας με τυχαία σειρά, νά, όπως κάποιος άγνωστος που κάνει τράκα ένα τσιγάρο, που ζητά τη φωτιά σου, που ρωτά κάποιον δρόμο εκεί κοντά, ως χαρτάκια με σκέψεις polaroid μνήμης. Αλήθεια, ποιός θυμάται σήμερα τις φωτογραφίες των Polaroid;

5. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ναι, πλακώνομαι πολύ στη δουλειά, μονορούφι, σε ανορθόδοξες ώρες. Κάποτε, παλιότερα, τις βραδινές. Τώρα τελευταία δεν πολυαντέχω το ξενύχτι. Συγκεντρώνω όλο μου το υλικό, όπως ένα βουναλάκι με αφορμές, μετά το απλώνω με τον πλάστη, όπως ένα φύλο κρούστας με δικαιολογίες, ύστερα το ζυμώνω με τα χέρια, ιδίως τα επιρρήματα, σιγά και ξανά και πάλι και πάλι. Το αφήνω για λίγο καιρό στο φούρνο του συρταριού κι όταν τα ξαναβγάζω θέλω να δω αν σιγοκαλοψήθηκε, αν είναι δηλαδή τραγανό από έξω και ζουμερό από μέσα. Έννοια μου δεν είναι τόσο ο πυρήνας της ιστορίας, η ίδια η αφήγηση δηλαδή, αλλά κυρίως η γλώσσα. Μουσική; Εννοείται! Είμαι παιδί του ’80, επομένως ακούω Χατζηδάκη και Μαριώ, Ρενέ Ομπρί, Tuxedomoon, James, Σωτηρία Μπέλου, Άκη Πάνου και άλλα funk και punk κομμάτια. Συxνά ακούω και ραδιόφωνο, αλλά, ως ψυχάκιας, στο χαμηλότερο δυνατό σημείο έντασης. Τηλεόραση ποτέ, αλλά κι αυτές τις λίγες φορές με σβηστό ήχο, ως τζάκι, ως εικόνα, ως παρέα. Προτιμώ τους ποδοσφαιρικούς αγώνες, διότι πρασινίζουν όμορφα την οθόνη ως ντεκόρ. Πίνω καφέδες, Τσαλακώνω χαρτιά. Δεν τα σκίζω ποτέ. Τα διπλώνω στα δύο και σουτάρω στο καλάθι των αχρήστων με σπάσιμο καρπού off balance ή με πίβοτ. Το παρκέ γεμίζει με χάρτινες μπάλες, επειδή η αστοχία μου είναι παροιμιώδης -ξέρετε, κάποιοι παλιοί τραυματισμοί.

6. Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Βιοποριστικά, επί είκοσι δύο συναπτά και back to back χρόνια ασχολούμαι με τα ναυτιλιακά σε πολυεθνικές με containers. Από τις αρχές ενεστώτος έτους είμαι υπεύθυνος ανάπτυξης δικτύου ελληνικού ομίλου logistics σε χώρες της τέως Γιουγκοσλαβίας. Τελικά, αν και αγάπησα τα γράμματα, επαγγελματικά ασχολήθηκα με τους αριθμούς. Φαινομενικά, όλα είναι κόντρα μεταξύ τους: κοινό, αναγνώστες, δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι, ειδικά αν υπολογίσετε πως ένας ευρύς κύκλος ανθρώπων δεν είναι καν ελληνόφωνος.

Εσπούδασα Θεολογία. Ναι, η γλώσσα της Θεολογίας υπήρξε για μένα καθοριστική και με διαμόρφωσε καίρια, όπως εκ των υστέρων αντελήφθην. Η πίστη μου στον Χριστό το ίδιο. Πώς συνδυάζονται στη γραφή μου, ως προς τις ιστορίες, αλλά και για το καίριο της αφήγησης, βιοπορισμός με υπόβαθρο σπουδών; Ως εξής: στις επιχειρήσεις μπαίνεις κατευθείαν στο ψητό, δε γυρνοβολάς, σημαδεύεις κέντρο. Ποιός είναι ο στόχος σου; Αυτόν επιδιώκεις να επιτύχεις, επομένως λειτουργώ κατ’ ακρίβεια. Η θεολογία, αντίθετα, λειτουργεί κατευναστικά σε πολλά σημεία και κατ’ οικονομία, δίχως δηλαδή στείρα αυστηρότητα και υπεροπτικές βεβαιότητες.

7. Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι, ποτέ δεν αποπειράθηκα να γράψω κι ούτε με απασχόλησε το ζήτημα. Ο λόγος είναι απλός: πιστεύω ότι δεν έχω απολύτως κανένα σχετικό τάλαντο, ότι δεν έχω κάτι να πω αν αρθρώσω δικό μου ποιητικό λόγο. Νομίζω πως δεν είμαι εγώ για εκείνην, εννοώ ως δημιουργός στίχων. Δεν είμαστε όλοι γι΄ όλα. Αντί εμού, υπάρχουν εξαιρετικοί σύγχρονοι ποιητές. Διάβασα, εξαιτίας της αγάπης του πατέρα μου και από τη δική του βιβλιοθήκη, πολλούς εξ αυτών κι εξακολουθώ να παρακολουθώ την παραγωγή, όσο μπορώ. Πιστεύω πως ένα μικρό κριτήριο να την αξιολογώ το έχω κατακτήσει, ώστε να διακρίνω την Ποίηση από την Οίηση, ειδικά στην εποχή των απειράριθμων αυτοεκδόσεων.  Δεν είμαι, λοιπόν, ο τεχνίτης του ελλειπτικού, του υπαινικτικού, του ελαχίστου, του αφοριστικού. Στον τόσο πυκνό λόγο, αισθάνομαι δυσφορία ως δημιουργός, θέλω λίγο χώρο παραπάνω και γι’ αυτό προτιμώ τα διηγήματα.

8. Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Αν μου το πρότειναν, εξαρτάται ποιοί οι προτείνοντες και ποιος ο βιογραφούμενος. Αν επρόκειτο για δική μου επιλογή,  θα επέλεγα πρόσωπο της μεσαιωνικής μας ιστορίας που τόσο αγνοούμε και που τόσο ανοιγμένη στον κόσμο ήταν – έχετε κάποια πρόταση μήπως;

 9. Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Με μία πρώτη ματιά, τρία αντιφατικά ως προς τη θεματολογία τους βιβλία. Αν τα δείτε όμως εποπτικά, βγάζει νόημα.  Έχουμε και λέμε, λοιπόν: ένα παιδικό παραμύθι. Δεν είμαι συγγραφέας παιδικών, προέκυψε όμως εν τοις πράγμασι με τη γέννηση του γιού μου. Το παραμύθι αυτό για την ώρα βρίσκεται στον φούρνο που λέγαμε προηγουμένως. Ακολουθεί ένα σύγχρονο μυθιστόρημα από το ’80 ως τις ημέρες μας. Ακόμα με παιδεύει. Τέλος, εντός του 2017 εκδίδεται από τον «Παρατηρητή της Θράκης» η μεταπτυχιακή μου εργασία, αυτό που στα ελληνικά λέμε Master in Science, με τίτλο «Μητερικό». Πρόκειται για αγιολογικό έργο σχετικά με τις άγνωστες Μητέρες της Θράκης. Είναι το πρώτο μου θεολογικό βιβλίο.

Περί ανάγνωσης

10. Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Έχετε αρκετό χώρο για τα πρώτα χίλια ονόματα που μου έρχονται στο μυαλό; Τα γράμματα της αλφαβήτου δεν μου φτάνουν: Ενδεικτικά και μόνο, καταλογογραφώ ανερμάτιστα: Νίκος Τσιφόρος, Παναγιώτης Γούτας, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Τόλης Νικηφόρου, Αλμπέρτο Ναρ, Ντίνος Παπασπύρου αν και κυρίως ζωγράφος, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Λευτέρης Καλοσπύρος, Ισίδωρος Ζουργός, Πέτρος Αυλίδης, Μάριος Χάκκας, Τόλης Καζαντζής, Νίκος Βασιλειάδης, Αντώνης Σουρούνης φυσικά για την αλήθεια του και την αφτιασίδωτη ειλικρίνειά του, Ευγενία Μπογιάννου, Βασιλική Πέτσα, Θωμάς Κοροβίνης, Γλυκερία Μπασδέκη, Βίκυ Τσελεπίδου, Κώστας Καβανόζης, Μιχάλης Μακρόπουλος, Ζάουμα Καμπρέ -αποκάλυψη για μένα, Σταυρούλα Σκαλίδη, Μάκης Τσίτας, Μ. Καραγάτσης, Αλέξης Πανσέληνος, Δημήτρης Καλοκύρης, Ηλίας Κουτσούκος, Αλεξάνταρ Γκάταλιτσα, Θουκυδίδης, Χριστόφορος Μηλιώνης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Σωτήρης Δημητρίου, Διδώ Σωτηρίου και ων ουκ έστιν αριθμός, έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα λεφτά πηγαίνουν στα βιβλία.

11. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Για να μη μακρυγορήσω όπως ανωτέρω, διαχρονικά αγαπημένο και αφορμή της σχέσης μου με τη γραφή είναι το «Χαμογέλα ρε … Τι σου ζητάνε;» και το «Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» του νεομάρτυρα Χρόνη Μίσσιου, διότι έκανε το αίμα του μελάνι.

Σύγχρονα, το «Κίτρινο Ρώσικο Κερί», του Κώστα Ακρίβου, εξαιτίας μίας και μόνο λέξης, του ρήματος «κλώθω».

12. Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θαυμάζω πάντοτε το «Παραρλάμα» του Δημοσθένη Βουτυρά για την ευρηματικότητα, την έκταση και το εντελές του έργου του.

13. Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Μόνο ένας; Με γοητεύουν τόσο πολλοί και τους καμαρώνω για τη δουλειά τους, η ακλόνητη πίστη μου στην ποιότητα των πεζογράφων  μας. Φροντίζω, ωστόσο, να εστιάζω στο έργο τους κι όχι στους ίδιους ως φυσικά πρόσωπα, εξαιτίας προφανών στρεβλών πεποιθήσεων κάθε φορά που συμβαίνει να γνωρίζουμε το δημιουργό, ειδικά αν είναι σύγχρονός μας.

14.  Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Νούσης του Σουρούνη. Προτύπωση του Αντώνη ίσως. Απολάμβανε τη ζωή δίχως ενοχές και τύψεις, με πλήρη συναίσθηση της παροδικότητάς μας. Ζούσε την κάθε στιγμή του με τα πάθη του, με γυναίκες πολλές, με σέρτικα τσιγάρα, με ποτάμια αλκοόλ, με ιλιγγιώδη τζόγο, με φίλους αχώριστους, με ταξίδια τυχοδιωκτικά ή προσκυνηματικά, αλλά και με μία εσωτερικότητα και με τη μοναξιά της ενδοσκόπησης.

15. Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Παρακολουθώ τα πιο πολλά από κοντά, αν κι έχω μία αγάπη ανέκαθεν προς τα έντυπα. Επιλέγω το «Δέντρο» για τη διάρκεια και την αδιάπτωτη ποιότητα. Το «Φρέαρ», για τη σύγχρονη προσέγγιση κι αισθητική. Το «Εντευκτήριο» της μητρίδας Θεσσαλονίκης, για την προσήλωση στη θεματολογία του πυρήνα της λογοτεχνίας. Το νεοπαγές «Οροπέδιο», για τις θεματικές της εντοπιότητας και το πολυτονικό. Δε μπορώ όμως να παραβλέψω το «Διάστιχο» για δύο λόγους, ο ένας πως είναι πλήρως ενταγμένο στο πνεύμα της ψηφιακής εποχής μας και ο άλλος πως πρόκειται για κύρια βιοποριστική εργασία.

16. Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη μεσαιωνική ιστορία της Μεσογείου σε διαφορετικές πτυχές και από διαφορετικές γλωσσικές πηγές. Βρίσκω συγκλονιστική τη συνάφεια των λαών της -Φράγκοι, Ρωμιοί, Τούρκοι, Σλάβοι σε μία απερινόητητη περιδίνηση έκτοτε, τόσο άγνωστη στις ημέρες μας.

17. Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Βεβαίως και με ενδιαφέρουν οι κριτικές, ειδικά ανθρώπων τη ματιά και το έμπειρο μάτι των οποίων εμπιστεύομαι: άνθρωποι που ζυμώνονται με τη γραφή, όσοι εκτίθενται με δικά του κείμενα, έστω και μόνο κριτικά. Επίσης, είμαι τακτικότατο μέλος παρουσιάσεων βιβλίων, επειδή τις πιστεύω. Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμες είναι και οι κριτικές, χρήσιμες και οι παρουσιάσεις, περισσότερο χρήσιμο όμως σε ό,τι με αφορά είναι ο δίαυλος επικοινωνίας και η συνάντηση με το  αναγνωστικό κοινό.

18. Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Μμμ, μισό λεπτό να το βγάλω από τα μικροκύματα – ιδού:

«Κι εγώ κρατώ τη «Δεσποινίδα» με Νόμπελ του Ίβο Άντριτς στο δεξί και μερικά κέρματα του ευρώ στο αριστερό για το εισιτήριο της ανατολικής διαδρομής. Γραμμή Τριάντα, αφετηρία Αποθήκη Τριανδρία και μέσω του Ναού της αγίας Βαρβάρας στάση ακριβώς μπροστά στον άλλον Ναό, του δικού μας Δικέφαλου. Πεταχτά κι άλλες στάσεις επί της Κονίτσης παύλα αγίου Γρηγορίου Λαμπράκη. Καρφί προς τα Υψίπεδα της Άνω Τούμπας, αλλά ξαφνικά το Τριάντα κάνει στροφή απότομα δεξιά στην Περραιβού, τέρμα τα γκάζια με κατεύθυνση τη Λωρίδα της Κάτω Τούμπας, επιτέλους φαίνεται το Ποσειδώνιο ως λαμπρός Φάρος κολύμβησης και ολοταχώς προς πρώην Νομαρχία νυν Περιφέρεια και γραμμή πάλι πίσω δια μέσου Μαρτίου και λίγο από Παπάφη και κάτι από Παπαναστασίου, στάση Νησάκι, θα κατέβει κανείς;»

Κουνούσε πολύ διότι και δε διάβασα γραμμή.

Περί αδιακρισίας

19. Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ. Βρήκα ευφυέστατη κι απολαυστικότατη τη «Γκόλφω  – director’s cut» του Σίμου Κακάλα, σύζευξη ιαπωνικού κόμιξ Manga με τη δημοτική μας παράδοση.

Αγαπημένη μου σκηνή από τον Ράφτη Του Παναμά: Ο Τζέφρει Ρας εξαιτίας της μυθομανίας του, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ σε εισβολή στη χώρα όπου κατοικεί,  υποκλέπτει κρατικά μυστικά για τη Διώρυγα, κοντεύει να διαλύσει την επιχείρηση και την οικογένειά του κι όταν ρωτά ενώ έχει καταρρεύσει τη Τζέιμι Λι Κέρτις: «Τι θέλεις να κάνω τώρα;», εκείνη του απαντά εξιλαστικά: «Πρωινό!».

20. Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι μέλος μόνο της Βίβλου των Προσώπων. Δεν προλαβαίνω για κάτι άλλο, έτσι κι αλλιώς. Σπουδαίος τρόπος δικτύωσης ως μέσο χρήσης, που πολύ γρήγορα καταντά στα χέρια μας κατάχρηση: γενικευμένη ανωνυμία, ψευδή προσωπεία, συγκεκαλυμμένη βία, απίστευτη ημιμάθεια, θράσος και εργαλειοποίηση. Από την άλλη, άνθρωποι-διαμάντια που γνώρισα εξαιτίας αυτού του απρόσωπου μέσου. Η δική μου άποψη με δύο λόγια μετά από έξι χρόνια συμμετοχής: υπερβολική προβολή. Ξόδεμα. Έρμα πολύ, αλλά και μορφή επικοινωνίας με ρινίσματα χρυσού.

21. Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μπα, με τίποτα.  Θα του απαντούσα ό,τι κι ο Μπρους Ουίλις στο «Ο Θάνατος Σου Πάει Πολύ» στη Μεριλ Στριπ: «Δεν θα είχε καθόλου πλάκα». Όχι τόσο για την απώλεια της συγγραφικής, όσο της αναγνωστικής μου ιδιότητας.

22. Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μόνο μία; Τρεις! Φέρω βαρέως, κύριε, που δεν ηρωτήθην αρχικά, σχετικά με την πρώην βασιλική οικογένεια της πατρίδας μας! Κακώς, αφού. Έστω, για το βιβλίο υπό Κρις Μ. Γούντχάουζ «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής της ελληνικής Δημοκρατίας». Ή, τουλάχιστον, για τους αδιάβαστους τόμους του Αδώνιδος παύλα Σπυρίδωνος Γεωργιάδη στο κομοδίνο μου. Με απογοητεύσαστε, το ομολογώ…

Στις εικόνες: Δημοσθένης Βουτυράς, Αντώνης Σουρούνης, Νίκος Τσιφόρος, Χρόνης Μίσσιος, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Jaume Cabre, Alexandar Gatalica, έργο του Ντίνου Παπασπύρου (όχι άσχετο με την μουσικότητα της γραφής του συγγραφέα), Γκόλφω (Director’s cut) ο συγγραφέας.

12
Ιον.
17

Μαργκαρέτε Μπούμπερ – Νόυμαν – «Μίλενα από την Πράγα»

Μίλενα, τώρα γνωρίζουμε ποια ήσουν

Όταν χάνεις την ελευθερία, δεν χάνεις βέβαια και την ανάγκη ν’ αγαπηθείς. Μάλιστα, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, η επιθυμία για τρυφερότητα και παρηγορητική εγγύτητα με τον άνθρωπο που αγαπάς γίνεται σφοδρότερη. Στο Ράβενσμπρουκ άλλες κατέφευγαν στη φιλία γυναίκας με γυναίκα, άλλες μιλούσαν πολύ για αγάπη κι άλλες επέτειναν τον πολιτικό, ακόμη και τον θρησκευτικό φανατισμό τους ως υποκατάστατο του έρωτα… [σ. 71]

… γράφει η συγγραφέας σε μια από τις αναρίθμητες πυκνές παραγράφους της συγκλονιστικής της μαρτυρίας από την ζωή της στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπουργκ από το 1940 ως το 1945. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη έκδοση που συμπληρώνει όχι μόνο την λογοτεχνία και την ευρύτερη γραμματεία των στρατοπέδων συγκέντρωσης αλλά και το βιογραφικό κενό για την ζωή της γυναίκας που γοήτευσε τον Κάφκα και ενέπνευσε την γνωστή αλληλογραφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η συγγραφέας ήταν η πρώτη, μαζί με τον Βικτόρ Σερζ  (για τα δυο συγκλονιστικά βιβλία του βλ. δεξιά πλευρική στήλη), που έγραψε εκτενώς για τα σταλινικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ βρίσκεται η μέγιστη τραγικότητα της ιστορίας της, καθώς γνώρισε τον φρικιαστικό εγκλεισμό και στις δυο μορφές του ολοκληρωτισμού που κυριάρχησε στον εικοστό αιώνα. Άλλωστε ήταν το ίδιο το σταλινικό στρατόπεδο που την παρέδωσε στους Γερμανούς και την οδήγησε στο Ράβενσμπουργκ.

Επιστρέφοντας στο παραπάνω απόσπασμα, πράγματι, οι παθιασμένες φιλίες των πολιτικών κρατουμένων ήταν εξίσου συχνές όσο και μεταξύ των «αντικοινωνικών» και των ποινικών. Η στενή συμβίωση χιλιάδων νεαρών γυναικών και κοριτσιών, παρά τον τρόμο που επικρατούσε στο στρατόπεδο, δημιουργούσε ατμόσφαιρα ερωτισμού. Η συγγραφέας θυμάμαι κατά την βραδινή βάρδια στο ραφείο των Ες Ες νεαρές Τσιγγάνες καθισμένες στις ραπτομηχανές τους να τραγουδούν λιγωμένα ερωτικά τραγούδια παρά το αδιάκοπο γάζωμα, την αφόρητη ζέστη, την σκονισμένη ατμόσφαιρα και την εξόντωση της δουλειάς. Ορισμένες εκτόνωναν τις ερωτικές τους επιθυμίες με τον χορό. Στροβιλίζονταν «στο βάθος του βρομερού καμπινέ» ενώ οι φίλες τους κρατούσαν τσίλιες στην είσοδο για τυχόν έλεγχο από τις Ες Ες. Άλλες αντάλλαζαν απλώς ερωτικές επιστολές.

Αλλά η αφηγήτρια συγκράτησε μια άλλη ιδιαίτερη σκηνή που αποδίδει ανάγλυφα την μανιασμένη ανάγκη να υπάρξει το ερωτικό και το ωραίο ακόμα και σε τόσο τραγικές συνθήκες: το κεφάλι ενός άντρα να ξεπροβάλει από ένα φρεάτιο και να κοιτάζει προς την μεριά των γυναικείων παραπηγμάτων, όπου πηγαινοερχόταν λικνιζόμενη μια αντικοινωνική, η οποία είχε σφίξει το άχαρο ριγέ ρούχο της φυλακής και το είχε σηκώσει ψηλά ώστε να φαίνονται οι γάμπες της μέχρι τα γόνατα. Μπορεί να ήταν «ισχνές σαν λιανοκλάδια και γεμάτες εξανθήματα», όμως εκείνη το είχε ξεχάσει και το χαμόγελό της έλαμπε από γυναικεία αυτοπεποίθηση. Και άλλωστε ο θαυμαστής με το στρογγυλό κρανίο την έβρισκε ωραία και αξιέραστη.

«Ο έρωτας δεν σκοτώνεται…είναι δυνατότερος από κάθε βαρβαρότητα» είπε η Μίλενα Γιέσενσκα στην συγγραφέα που της διηγήθηκε την σκηνή. Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν στο στρατόπεδο και συνδέθηκαν με ιδιαίτερη φιλία. Ακριβώς αυτή η βαθειά σχέση που ξεπερνά τις καθιερωμένες λέξεις είναι το αντίπαλο δέος μπροστά στην φρίκη της ζωής στα στρατόπεδα εξόντωσης· και είναι ακριβώς εκείνη που διαφοροποιεί αυτή την κατ’ ουσίαν βιογραφία από την σχετική λογοτεχνία εφόσον θέτει ακριβώς αυτή τη σχέση στο επίκεντρο του βίου που βρισκόταν για πέντε χρόνια στα όρια, κάτω από την άβυσσο της βίας, του εξευτελισμού και του πανταχού παρόντος θανάτου. Άλλωστε το όνομα Μίλενα σημαίνει στα τσεχικά ερώσα αλλά και ερωμένη, και σα να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλα να κυριαρχήσουν σ’ ολόκληρη τη ζωή της, μας βεβαιώνει η συγγραφέας

Η Μίλενα έζησε εκτός των άλλων την τραγική ειρωνεία να ακροβατεί σ’ ένα ακόμα μεταίχμιο: ήταν απόλυτα ξένη και συχνά αντιπαθής ανάμεσα στις διάφορες «ταυτότητες» των έγκλειστων γυναικών, ακριβώς όπως και ο κυνηγημένος Σερζ, υπό άλλες βέβαια περιστάσεις. Ήταν αντικομμουνίστρια για τις κομμουνίστριες (γι’ αυτό άλλωστε και η ζωή της παρέμεινε απαγορευμένο θέμα στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού) και πρώην κομμουνίστρια για τις αντικομμουνίστριες, ήταν Τσέχα για τις Γερμανίδες και Γερμανίδα για τις Τσέχες, ήταν αμφιβόλου πίστεως για τις Καθολικές.

Είναι γεγονός ότι καταπώς φαίνεται όλοι είμαστε ικανοί να ζούμε, γιατί όλοι μας δραπετεύσαμε κάποτε στο ψέμα, στην τυφλότητα, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε κάποια πεποίθηση, στον πεσιμισμό ή σε κάτι άλλο. Εκείνος όμως δεν ζήτησε ποτέ προστασία σε κανέναν άσυλο. Είναι απολύτως ανίκανος να πει ψέμα, όπως είναι ανίκανος και να μεθύσει. Δεν έχει απολύτως κανέναν καταφύγιο, καμία στέγη. Γι’ αυτό είναι εκτεθειμένος σ’ όλα αυτά από τα οποία εμείς προστατευόμαστε. Είναι σαν γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους. Και ό, τι λέει, ό, τι είναι και ό, τι ζει δεν είναι καν η αλήθεια. Είναι ένα ον απόλυτο, αφ’ εαυτού και δι’ εαυτό, απαλλαγμένο από κάθε είδους συστατικό που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να παραποιήσει την εικόνα της ζωής, την ομορφιά ή την αθλιότητά της, αδιάφορο… [σ. 108]

… γράφει η Μίλενα για τον Κάφκα, έναν άλλο και αλλιώς ανένταχτο και μοναδικό, και τα σχετικά γραπτά της αποτελούν έναν ακόμα πόλο ενδιαφέροντος εφόσον το βιβλίο ρίχνει τους πλάγιους φωτισμούς του και στην ερωτική και επιστολογραφική σχέση τους. Για την Μίλενα, την ερώσα, όπως την περιγράφει ο Κάφκα, ο έρωτας ήταν η μόνη μεγάλη ζωή. Δεν είχε καμία αναστολή και δεν θεωρούσε ντροπή το να αισθάνεται έντονα. Δεν κατέφευγε ποτέ σε κανενός είδους γυναικεία τεχνάσματα, θεατρινισμούς ή κοκεταρίες. Με τον Κάφκα δεν συνδεόταν μόνο με τον σαρκικό έρωτα αλλά και μια βαθιά συγγένεια άλλου είδους κι αυτά ακριβώς τα βάθη ανασκάπτονται σ’ αυτό το ούτως ή άλλως απόλυτα ψυχογραφικό έργο.

Το βιβλίο καλύπτει τις 303 σελίδες της έκδοσης. Ακολουθεί ένα εκτενές επίμετρο 75 σελίδων από την επιμελήτρια, η οποία διανθίζει το πλούσιο κείμενό της με ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Ακολουθούν άλλες 85 σελίδες βιογραφικών σημειωμάτων, το απαραίτητο εργοβιογραφικό σημείωμα για την συγγραφέα, πίνακας κυριωνύμων, ευρετήριο προσώπων κι ένα δεκαεξασέλιδο με εικόνες και σχετικά κείμενα από την εκδότρια Γιώτα Κρισέλη. Σε κάποιο σημείο του επιμέτρου αναφέρεται το βιβλίο της Ρουτ Κλύγκερ Η ζωή συνεχίζεται [γαλλ. και ελλ. τίτλος Άρνηση μαρτυρίας], άλλη μια μεταξύ δοκιμίου και αυτοβιογραφίας κατάθεση στην στρατοπεδική γραμματεία, όπου η συγγραφέας διαλέγεται και με το παρόν της. Εκεί, μεταξύ άλλων, η Κλύγκερ θυμάται μια χειρονομία της μητέρας της προς την ορφανή Ντίτα, που βρέθηκε μόνη και ορφανή στο Μπίρκεναου: της είπε απλά «Έλα από δω»· κι έκτοτε οι τρεις τους έμειναν αχώριστη, χάρη στην πιο ασυνήθιστη χειρονομία, την υιοθεσία ενός παιδιού στο Άουσβιτς.

Η ανθρωπογεωγραφία του στρατοπέδου και η διαρκής αίσθηση της ζοφερότερης απειλής, ο χρόνος που δεν υπολογίζεται πια σε μήνες ή μέρες αλλά σε στιγμές, η μνήμη που πασχίζει να φωτίσει ό,τι δεν μαυρίζει, ο καταλυτικός έρωτας που πηγάζει από την φιλία, όλα διασώζονται σε ελάχιστα υλικά απομεινάρια της, στα γραπτά της και σε τούτη την ιδιωτική βιογραφία που την ίδια στιγμή, γυρισμένη από την άλλη πλευρά είναι η μαρτυρία για μια συλλογική ιστορία, για το πριν και το μετά του Κακού, για την ομορφιά ενός ανθρώπου που χάθηκε στο σκοτάδι, για τις δυο κορυφώσεις της ζωής, την φιλία και τον έρωτα. 

Αναζητώ το όνομα της Μπούμπερ – Νόυμαν στο περίφημο βιβλίο του Τσβέταν Τοντόροφ Απέναντι στο ακραίο [εκδ. Νησίδες, 2002, μτφ. Βασίλης Τομανάς, σ. 248], που άρχισα να διαβάζω παράλληλα με ετούτο το βιβλίο και το οποίο θα παρουσιάσω εδώ σύντομα κι εντοπίζω ένα τραγικό της ερώτημα: «Αναρωτιέμαι ποιο είναι κατά βάθος το χειρότερο: η καλύβα με άχυρο και λάσπη και τις ψείρες στην Μπούρμα [του Καζακστάν] ή αυτή η εφιαλτική τάξη [Ράβενσμπρουκ]». Τελικά επιβίωσε και από τα δυο· η Μίλενα πέθανε από μη αναστρέψιμη, στις συνθήκες του στρατοπέδου, νεφρική νόσο το 1944. Ο βίος της ήταν έτοιμος να γραφτεί από την φίλη της, στην οποία άλλωστε ζητούσε να πει στον κόσμο ποια ήταν. Τώρα μπορούμε το να γνωρίζουμε κι εμείς.

Εκδ. Κίχλη και Τα πράγματα, 2015, σελ. 516, μτφ. Τούλα Σιετή, επιμέλεια – επίμετρο Αδριανή Δημακοπούλου, θεώρηση κειμένων Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη [Margarete Buber – Neumann, Milena, Kafkas Freundin, 1963].

Στις εικόνες: η συγγραφέας [1968], μια γυναίκα – θύμα ιατρικών πειραμάτων στο Ravensbrück, η Milena Jesenska, εικόνες από το στρατόπεδο, σχέδιο από την κρατούμενη του στρατοπέδου Nina Jirsikova, μνημείο του Will_Lammert [Ravensbrück Tragende, 1959].

09
Ιον.
17

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 180. Ροζίτα Σπινάσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρόκειται για δέκα ιστορίες που τις χαρακτηρίζει το στοιχείο της ανατροπής. Πραγματεύονται τη σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων χωρίς να χάνουν την ανθρωπιά τους, αυτό είναι κάτι που μου έχουν πει οι αναγνώστες και που μου άρεσε πολύ.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Ξεκίνησα να γράφω τα διηγήματα όταν παρακολουθούσα το σεμινάριο γραφής του Κων/νου Τζαμιώτη, το φθινόπωρο του 2015, κι ολοκλήρωσα την πρώτη τους γραφή πέντε μήνες αργότερα. Έγραφα τα διηγήματα έχοντας ήδη σκεφτεί την πλοκή για τα ένα – δύο επόμενα. Η συγγραφή μιας ολοκληρωμένης συλλογής και η έκδοσή της ήταν ο ξεκάθαρος στόχος μου, γι’ αυτό ήμουν ακάθεκτη. Για καλή μου τύχη, το όνειρό μου έγινε γρήγορα πραγματικότητα.

  

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μετά την πρώτη γραφή, διαβάζω τα κείμενα στο κινητό μου όπου προκύψει κενός χρόνος (σε αίθουσες δικαστηρίων, παιδικές χαρές, καφέ–μπαρ). Ο τρόπος που εμφανίζονται στην οθόνη του κινητού -παραγραφοποιημένα σαν σε σελίδες βιβλίου- με βοηθούν να εντοπίζω τα σημεία που θέλουν στρώσιμο.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Η καλύτερή μου στιγμή είναι όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα. Τότε, στην απόλυτη ησυχία και με ελαφρώς «πειραγμένη» τη νοητική λειτουργία μου, συλλογίζομαι την εξέλιξη της πλοκής. Όταν μου έρχεται η σωστή ιδέα, νοιώθω αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση, ότι το πέτυχα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Η οικογενειακή ζωή καθιστά ως βασικό χώρο συγγραφής το δικηγορικό μου γραφείο. Εκεί τα πράγματα είναι αρκετά πεζά κι επίσημα, όμως νοιώθω τυχερή που έχω αυτή τη δυνατότητα. Η επιθυμία από μόνη της δεν αρκεί, πρέπει να υπάρχει και ο απαραίτητος χρόνος. Αυτό είναι από τα καλά της συγγραφής ως μοναχικής ενασχόλησης – μπορείς να αδράξεις τον ελεύθερο χρόνο σε κάθε δυνατή ευκαιρία.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Κολωνίας κι εργάζομαι ως δικηγόρος. Η δουλειά μου με έχει εξασκήσει σε άπειρες κι άοκνες ώρες γραψίματος κι επεξεργασίας των κειμένων – δουλεύω τα δικόγραφα μέχρι τελικής πτώσεως. Η επιμονή μου αυτή μεταλαμπαδεύτηκε και στη συγγραφή λογοτεχνικών κειμένων – τα έστρωνα για μήνες μέχρι να φτάσω στην τελική τους μορφή.

Τι γράφετε τώρα; 

Τα επόμενα διηγήματα, αυτό είναι το είδος μου προς το παρόν. Συνεχίζω στο μοτίβο των διηγημάτων, σε μεγαλύτερη αυτή τη φορά έκταση. Επίσης θα ήθελα, πέρα από το στοιχείο της ανατροπής, να εστιάσω σε γεγονότα χαμηλότερης μεν έντασης, υψηλής όμως δραματικότητας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μίλαν Κούντερα, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Τομ Ρόμπινς (μου θυμίζουν τις νεανικές, μεταμεσονύχτιες αναγνώσεις μου), Γιόκο Ογκάουα, Χαρούκι Μουρακάμι, Τζόναθαν Κόου, Τζέφρι Ευγενίδης, Μ. Καραγάτσης, Γιώργος Ιωάννου, Γιάννης Ξανθούλης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όσα παίρνει ο άνεμος, Μικρές κυρίες, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Το ροζ που δεν ξέχασα, η Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, Τί ωραίο πλιάτσικο.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μια μικρή παρηγοριά (Ρ. Κάρβερ), Ημερολόγιο Εγκυμοσύνης (Γιόκο Ογκάουα), Να φτάσει στην Ιαπωνία (Άλις Μονρό), Ο κολυμβητής (Τζον Τσίβερ).

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Κωστάκης Ανάν, ο Δημοσθένης Παπαμάρκου και η Κάλια Παπαδάκη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ξεχωρίζω την Σκάρλετ ο Χάρα, της Μάργκαρετ Μίτσελ: Διαχρονικό ψυχογράφημα της δυναμικής, ανικανοποίητης γυναίκας.

 Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τελείωσα πρόσφατα τα διηγήματα του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου, τα Δεδουλευμένα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, τον «Μωβ Άνθρωπο» – τη δεύτερη ποιητική συλλογή της ξαδέρφης μου Νίκης Ανδρικοπούλου, το Γκαγκάριν του Πέτρου Τατσόπουλου, τους Πειραιώτες του Διονύση Χαριτόπουλου, τη συλλογή διηγημάτων «Η χαρά του πολεμιστή» του Τόμπιας Γουόλφ, κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω τη «Συλλογή των 59 στο σφυρί» του Τόμας Πίντσον. 

Περί αδιακρισίας

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Κυρίως θετικές. Μου έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνώ με φίλους όταν ο γιος μου ήταν ακόμα μωρό και οι έξοδοι με ενήλικες μετρημένες στα δάχτυλα. Ακόμα και η ανταλλαγή μιας έξυπνης ατάκας μπορεί να αποτελέσει μια απολαυστική μορφή επικοινωνίας. Μου αρέσει να συμμετέχω και σε ομαδικές κουβεντούλες με λογοπαίγνια και λοιπούς αστεϊσμούς, πάντα με προσοχή γιατί οι διαδικτυακοί καβγάδες καραδοκούν και μπορούν να γίνουν πολύ σκληροί. Επίσης τώρα με το βιβλίο, το διαδίκτυο βοήθησε να το μάθουν γρήγορα παλιοί και νέοι φίλοι, κάτι που διαφορετικά θα γινόταν μετά από μήνες, κι αν.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Η συγγραφή στη δική μου περίπτωση είναι αποτέλεσμα (και) ωριμότητας. Θα προτιμήσω λοιπόν να απολαύσω τα καλά που φέρνει η ηλικία μου, ως συνέχεια μιας γεμάτης νεότητας, παρά να προσκολληθώ για πάντα σε αυτή την πράγματι συναρπαστική, όμως ατελή και μεταβατική φάση. Τα νιάτα είναι ωραία γιατί κουβαλούν προσδοκίες που εκπληρώνονται σε ένα επόμενο στάδιο, σαν αέναη λούπα μού φαίνονται κουραστικά κι ανούσια.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Πώς άλλαξε η συγγραφή την καθημερινότητά μου: Ένα από τα καλά του να γράφεις είναι ότι αποκτούν αξία και οι πιο βαρετές ενασχολήσεις. Για παράδειγμα, μια επίσκεψη στην εφορία -μια τυπικά δυσάρεστη κι αγχωτική διαδικασία- μπορεί να μετατραπεί σε έδαφος για τη γέννηση μιας νέας ωραίας ιδέας. Έτσι τίποτα δεν είναι από μόνο του χάσιμο χρόνου, καθώς παντού μπορεί να καραδοκεί κάτι απρόοπτο, ως υλικό για μια καινούργια ιστορία.

Στις εικόνες: Margaret Mitchell, Charles Bukowski, Jeffrey Eugenides, John Cheever, Haruki Murakami.

08
Ιον.
17

Jean – Luc Marion – Το ερωτικό φαινόμενο. Έξι στοχασμοί

Η κοινωνία των δυο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.

Ο παραπάνω στοχασμός [σ. 206 – 207] είναι ενδεικτικός της γραφής του Γάλλου φιλοσόφου έστω μιας απλούστερης μορφής της. Το κείμενό του απαιτεί μέγιστη συγκέντρωση αλλά όταν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, όχι αποσπασματικά αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τα προηγούμενα, τότε όχι μόνο εισχωρεί στον καρπό του έρωτα ως φιλοσοφικού κόσμου αλλά και ξεδιψάει με τους πλούσιους χυμούς του. Επιμένω σε αυτή την γραμμική, συγκεντρωμένη ανάγνωση του έργου του λέξη προς λέξη, γιατί εκτός των άλλων, κάθε επόμενη σελίδα έχει ως δεδομένο έναν συλλογισμό από την προηγούμενη, σε μια μεγάλη, διακλαδωτή αλυσίδα σκέψεων, επαγωγών και στοχασμών.

Αυτό που εξατομικεύει περαιτέρω τον εραστή, συνεχίζει λίγες σελίδες πιο κάτω ο Μαριόν, είναι η αιωνιότητα ή, τουλάχιστον, η επιθυμία αιωνιότητας. Ο εραστής και ο ερώμενος χρειάζονται, μετά από μια ενοχλητική σειρά από «προηγούμενα», την πεποίθηση, ή τουλάχιστον την επίφαση, ακόμα και την ηθελημένη ψευδαίσθηση της πεποίθησης ότι η φορά αυτή είναι η καλή, είναι η φορά του μια για πάντα. Την στιγμή που αγαπά, ο εραστής δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που λέει και κάνει παρά ορισμένως υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ή, τουλάχιστον, «μιας αιωνιότητας στιγμιαίας, χωρίς υπόσχεση διάρκειας, αλλά με μια αιωνιότητα στην πρόθεση» ισχυρίζεται ο Μαριόν και δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε. Οι εραστές πράγματι χρειάζονται την πεποίθηση για μια ανέκκλητη, παντοτεινή αγάπη. Η ίδια η πράξη του έρωτα περιέχει εξ ορισμού το ανέκκλητο (όπως στην μεταφυσική η ουσία του θεού περιέχει την ύπαρξή του.

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, επιφανής εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής, καθηγητής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια Σορβόννης και Σικάγο (όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ricoeur), αντικομφορμιστής διδάσκαλος από κάθε είδους αυταρέσκεια και επίδειξη, γνώστης δυο συστημάτων, της λογικής και της θεολογίας που στο έργο του δεν συγκρούονται αλλά ενίοτε συνεργάζονται, ο Μαριόν έχει γράψει έργα για μείζονα καρτεσιανά και θεολογικά ζητήματα αλλά και τον διάσημο ήρωα των κόμικς Τεντέν. Εδώ επιχειρεί να εγγράψει τον έρωτα μέσα σε ένα επαρκές  φιλοσοφικό σχήμα, προλογίζοντας πρώτα την ίδια την σιωπή του για να εμβαθύνει σε σε έξι εκτενή μέρη πάνω σε πρόσφορες τομές: στην υπερίσχυσή του απέναντι στην λογική, στην αμφιβολία, στην εαυτότητα, στην αυταπάτη ότι εμμένει κανείς στο είναι του, στην αμοιβαιότητα, στην σάρκα που ερεθίζεται, στον βιασμό και στην διαστροφή, στην ζήλια και στην τιμή της, στην ελεύθερη ερωτικοποίηση, στην έλευση του τρίτου, στο αντίο.

Στο περί Ηδονής κεφάλαιο, στην παράγραφο 25, ο Μαριόν διεισδύει περίτεχνα στον σκοτεινό της πυρήνα. «Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Σε ποιο χώρο όμως επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· οι τρεις διαστάσεις του φυσικού χώρου (μήπως, πλάτος, βάθος) δεν ισχύουν παρά γι’ αυτό που ανήκει στη φύση / στον κόσμο ως αντικείμενο ή ως ένα ον, τοποθετημένο μεταξύ άλλων, σε έναν ομοιογενή χώρο. Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό.

Τώρα η θέση μου στο ερωτικό περιβάλλονδεν εξαρτάται παρά μόνο από τη σχετική μου θέση προς αυτή τη σάρκα αναφοράς· δεν με βρίσκω ψηλά ή χαμηλά μέσα στον φυσικό κόσμο, ούτε στο βορρά ή στο νότο του γεωγραφικού κόσμου, ούτε στην είσοδο ή στο βάθος του χτισμένου κόσμου· βρίσκομαι πάνω ή κάτω από αυτή τη σάρκα, μακριά ή κοντά της, μέσα της ή έξω. Αυτή είναι για μένα και ο τόπος μου, και οι συντεταγμένες μου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ή μάλλον αυτή με κάνει να μην τα χρειάζομαι όλα αυτά. […] Είμαι τοποθετημένος ακριβώς εδώ, εκεί που πάει το φιλί μου. [σ. 247]

Και σε ποιο χρόνο επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Και πρώτα απ’ όλα, πρόκειται ακόμα για ένα χρόνο, από την στιγμή που δεν είμαι πια μέσα στο χρόνο του κόσμου αλλά σ’ εκείνον της ερωτικής αναγωγής, όπου το μέλλον ορίζεται ως ο χρόνος της αναμονής ενός άλλου όπου τίποτε δεν συμβαίνει; Πώς νοείται η  ερωτικοποιημένη σάρκα, ποιες οι γοητείες και οι απάτες της, πως διασταυρώνονται οι σάρκες, τι συμβαίνει στις επικράτειες του μίσους, πως λειτουργεί η πίστη στην ερωτική χρονικότητα; Ο Μαριόν χειρουργεί με απόλυτη τρυφερότητα το φαινόμενο που φέρει η λέξη με την διπλή σημασία της αγάπης και του έρωτα και αξίζει την μέγιστη προσοχή που απαιτεί ετούτη η γοητευτική αναγνωστική δοκιμασία.

Εκδ. Πόλις, Α΄ και Β΄ έκδ. 2008, Γ΄ έκδ. 2010, μτφ. και επίμετρο (κυρίως περί της μετάφρασης) Χρήστος Μαρσέλλος, σ. 426 [Le Phénomène érotique. Six meditations. 2003]

Στις εικόνες: κομικογραφική απόδοση ενός έρωτα από την Amelie [Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001] και έργα των Cyndavalle, Hans Baluschek και Christian Rohlfs. Παρεμβάλλονται σκηνές από δυο αλησμόνητες ερωτικές ταινίες: η γυναίκα του μάγειρα και ο εραστής της από την περίφημη ταινία του Peter Greenaway [1989] και οι εραστές από τον Θυρωρό της Νύχτας [Liliana Cavani, 1974].

07
Ιον.
17

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

06
Ιον.
17

Μαρία Κουγιουμτζή – Όλα μπορούν να συμβούν μ’ ένα άγγιγμα

Η αβάσταχτη σκληρότητα του είναι

Η Μαρία Κουγιουμτζή γράφει με μια αστείρευτη έμπνευση ιστορίες σκληρές, γεμάτες από ήρωες που υφίστανται κάθε είδους βάσανο: κατασπαράζονται μέσα σε σχέσεις ανθρωποφαγικές, ρίχνονται γυμνοί μέσα σε μια κοινωνική αρένα, δεν βρίσκουν καταφύγιο ούτε στους κόλπους της οικογένειας, που συχνά αποδεικνύεται αίθουσα βασανιστηρίων για το σώμα και σφαγείο για την ψυχή. Στις ερωτικές τους σχέσεις εξευτελίζονται, στην καθημερινή τους ζωή καταματώνουν το ίδιο σωματικά και ψυχικά. Οι συλλογές των διηγημάτων της βρίθουν από μια ανεξάντλητη τυπολογία πόνων, που όμως κανείς τους δεν μοιάζει με τον άλλο. Όλες αυτές οι διηγήσεις θαρρείς και συγκολλούν το ψηφιδωτό του μεγάλου ιδιωτικού ανθρώπινου πόνου, ίδιο και απαράλλαχτο στον τόπο και στον χρόνο.

Θα περίμενε κανείς όλος αυτός ο ζόφος να αντανακλά στον αναγνώστη και να τον σκεπάζει με την μελαγχολία των αναπότρεπτων ανθρώπινων πραγμάτων. Κι όμως, οι ιστορίες της όχι μόνο δεν σκοτεινιάζουν αλλά, λειτουργώντας μ’ έναν θαυματουργό τρόπο, τολμώ να πω και πως γλυκαίνουν. Όχι μέσω κάποιου σαδισμού ή της γνωστής ικανοποίησης που αισθάνεται ο ασφαλής θεατής – αναγνώστης «απέναντι στον πόνο των άλλων», αλλά κυρίως επειδή μας ανοίγει μια τεράστια βεντάλια ιστοριών που μόνο η θαυμαστή λογοτεχνία μπορεί να καθιστά την ίδια στιγμή απολύτως εξατομικευμένες και κοινές για όλους.

«Ο πατέρας βίαζε τη μικρή Εβραία, που του είχαν εμπιστευθεί, για πέντε μήνες πριν την παραδώσει»… αρχίζει ένα από τα πλέον ενδεικτικά διηγήματα της συλλογής, «Η μικρή Εβραία». Κλεισμένη στη σοφίτα, τον περιμένει γνωρίζοντας πως δεν πρέπει να φωνάξει. Και κάποτε την σπρώχνει στο πλήθος των Εβραίων που όδευαν προς τον σταθμό των τρένων, επειδή δεν άντεχε, είπε, να μην της ορμά. Τώρα η μητέρα πήρε την θέση της αλλά εκείνος φωνάζει το όνομα εκείνης. Με όλα αυτά, μοιάζει ευτύχημα που ο οχτάχρονη αφηγήτρια τού προκαλεί απέχθεια· όταν όμως φτάσει τα δώδεκα, την ακολουθεί ως υπνωτισμένος. Η νέμεση για τον απεχθή πατέρα δεν έρχεται τόσο με την επανορθωτική βία της γυναίκας και της κόρης του όσο με την ίδια της την εμφάνιση, που μοιάζει με εκείνη της άτυχης Εβραίας, αλλά κι ένα τέχνασμά της κόρης που δεν τον αφήνει ποτέ να ησυχάσει.

Στις «Ξέφρενες σιωπές» η δεκατετράχρονη αδελφή της αφηγήτριας εκδηλώνει με τον δικό της τρόπο την απέχθεια προς την μητέρα τους: διαβάζει άκαμπτη και σοβαρή και είναι πάντοτε «αλλού», «σε έναν κόσμο ελεύθερο, που όμως για να τον κατακτήσει έπρεπε να υπομένει την υποταγή στον ορισμένο από άλλους χώρο και χρόνο». Η μητέρα μια «στρίγγλα ηθικής», ο πατέρας εξαφανισμένος στις θάλασσες και παρών μόνο σε εξωτικές κάρτες. Η επαναστατικότητά της βράζει κάτω από το νυσταγμένο βλέμμα της κόρης, που ξεκινάει μια σχέση με τον διευθυντή του εργοστασίου όπου εργάζεται η μητέρα της. Εκείνη τους τιμωρεί με τα καρούλια που ως τώρα έμοιαζαν με οντότητες που τους συμπαραστέκονταν στον έρωτά τους στην βιομηχανική τους κρυψώνα. Αλλά η κόρη αφήνει ως κληροδότημα στην αφηγήτρια μια εντολή να μην προδώσει ποτέ την επιθυμία της, συνεπώς και να μην υποκύψει για να την απολαύσει, γιατί τότε θα την χάσει. Και στο απρόσμενο τελείωμα, ο όποιος έρωτας των δυο αταίριαστων εραστών μεταγγίζεται με ιδιαίτερο τρόπο στην αφηγήτρια.

Στην ιστορία που διαδραματίζεται «Τότε που η μαμά κοιμόταν» μια άλλη μητέρα ταλαιπωρεί την κόρη της καθώς κοιμάται συνέχεια ή, όταν ο μπαμπάς πηγαίνει να πλαγιάσει πλάι της, ουρλιάζει. Το κορίτσι αντιλαμβάνεται ότι δεν φταίει η βροχή, όπως του λένε, και επιχειρεί την παρασύρει σε ένα παιχνίδι βίας που φτάνει στο σημείο να μοιράζονται τον πόνο και την βρωμιά: είναι, ίσως, ο μόνος τρόπος να μείνουν μόνες. Κάπου αλλού, μια άλλη μικρή, η Μιχαλίτσα, προσπαθεί με τον δικό της τρόπο να γνωστοποιήσει στον περίγυρό της αυτά που υφίσταται από τον πατέρα της. Αλλά εκείνοι είτε θεωρούν ότι τα βγάζει από το μυαλό της είτε δεν θέλουν να ακούνε τέτοια λόγια, είναι αμαρτία. Δεν της μένει παρά η αφηγήτρια ή η πιο ακραία αυτοδικία («Όταν ωριμάσουν τα πορτοκάλια»).

Στο «Ερωτικό αδιέξοδο» το πρόσωπο που μας διηγείται την ιστορία βρίσκεται σε ένα ακόμα ιδιόμορφο τρίγωνο, εφόσον παρίσταται, ως συγκάτοικος, στον νεανικό έρωτα της συγκατοίκου με τον φίλο της. Καθώς κοινωνεί τις σκέψεις της σ’ εμάς τους αναγνώστες, θαυμάζει την ερωτικότητα της κοπέλας, ζηλεύει, ειρωνεύεται, το βράδυ ακούει τις κινήσεις των σωμάτων τους, τα βλέπει πλεγμένα και μπαίνει φαντασιωδώς ανάμεσά τους. Το φορτισμένο τρίγωνο διαλύεται με έναν εξίσου αναπάντεχο, κυριολεκτικά αποκαλυπτικό τρόπο.

Πριν από μια ώρα ξάπλωνε σ’ ένα κρεβάτι χωρίς τη φούστα. Μια κοιλιά ιδρωμένη πίεζε τη δική της με λάθος ρυθμό. Τα μπράτσα της σταυρωτά πάνω στο πρόσωπό της με τις μασχάλες στεγνές. Οι θηλές του στήθους της μαλακές, έγερναν στο πλάι κάθε φορά που οι τσιτωμένες ρώγες του άντρα ξιφομαχούσαν πάνω τους. Στο χαμηλό φως του αμπαζούρ, οι κάλτσες της με τους φευγάτους πόντους ντρέπονταν. Χαζές, λέξει, χαζές, και κοκκινίζει. Το κάδρο πάνω απ’ το κεφάλι της – ένας γλυκός Ιησούς – σάλευε απ’ τους κραδασμούς του κρεβατιού. Έτοιμος να πέσει κι Αυτός. Όχι, δεν μπορούσε να βοηθήσει. [σ. 83]

«Ένα ακόμα βράδυ στο δρόμο», όπως τιτλοφορείται το σχετικό διήγημα, περιμένει αυτή την γυναίκα. Το δωμάτιο είναι νοικιασμένο για μια ώρα και δεν υπάρχει χρόνος ούτε για τον πολυπόθητο ύπνο. Νωρίτερα είχε μπει σε μια τράπεζα ν’ αφήσει το σώμα της σε μια πολυθρόνα, μα την έδιωξε γρήγορα ένας ακόμα πιο λυπημένος υπάλληλος. Οι τσέπες της δεν έχουν κλειδιά, η καρδιά της δεν ακούγεται. Η ημέρα θα τελειώσει με την μάχη για μια θέση στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Στην καλύτερη περίπτωση, θα την βρει αγκαλιασμένη με μια άλλη άστεγη, να μοιράζονται την ευτυχία μιας καραμέλας.

Όπως πάντα, οι φράσεις της Μαρίας Κουγιουμτζή σμιλεύουν την σκληρή πέτρα των μύθων της αλλά και την μπολιάζουν με μια κρυφή ποιητικότητα όπου κάθε λέξη διατηρεί ένα ειδικό βάρος. Είναι η πρόζα της όμως που λειτουργεί σαν κάθαρση. Ο αναγνώστης αναδύεται από την ανελέητη σκληρότητα των ιστοριών της με μια αίσθηση ανακούφισης, ίσως επειδή όλες αυτές οι βασανισμένες ηρωίδες κι όλοι αυτοί οι ταλαιπωρημένοι χαρακτήρες της μνημειωμένοι σε κείμενο και αναγεννημένοι σε λέξεις βρίσκουν μια δικαίωση. Μπορεί να έχουν περάσει τα πάνδεινα όμως τώρα κάποιος τους ακούει και τους προσέχει. Κι ίσως κάτι αφαιρείται από το βάρος τους, ίσως πάλι να τους παρηγορεί η σκέψη πως αφήνουν το πικρό απόσταγμα της εμπειρίας τους σαν μια απόκρυφη γνώση.

Εκδ. Καστανιώτη, 2016, σελ. 246.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Στις εικόνες, έργα των: Lu Jian Jun, Suthamma (Ta) Thimkaeo, Oswaldo Guayasamín, Aleksandra Waliszewska, Maureen Scott, Robert Bluj.

H συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.




Ιουλίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιον.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 845,976 hits

Αρχείο