10
Δεκ.
18

Μαριάννα Τεγογιάννη – Το ταξίδι των παπουτσιών

Τα αχώριστα ζευγάρια

Εδώ χαμηλώνουμε το βλέμμα μας να φτάσει όσο πιο κάτω γίνεται. Ύστερα εστιάζουμε στα αυτονόητα ενδύματα των ποδιών, που δεν αποχωριζόμαστε στο μεγαλύτερο μέρος της ξυπνητής ζωής μας αλλά σπάνια τα σκεφτόμαστε, ίσως μόνο όταν τα λαχταράμε ως παιδιά ή τα επιδοκιμάζουμε που έδειξαν καλό χαρακτήρα. Μπορούμε όμως να τα δούμε χωριστά, σαν αυτόνομα πλάσματα που διατηρούν την αυτονομία τους και ζουν την ζωή από την δική τους πλευρά; Έχουμε σκεφτεί πόσο εξαρτημένα είναι το ένα από το άλλο, σαν ζεύγη αχώριστα;

Κι ύστερα, πόσες ιστορίες έχουν να διηγηθούν; Ας πούμε τα παπούτσια των ταξιδευτών, των περιπατητών, των χορευτριών; Και τι απογίνονται όταν ολοκληρώσουν την «αποστολή» τους, για παράδειγμα, εκείνα των αθλητών που κάποτε θριάμβευσαν ή έστω αγωνίστηκαν στα ωραία πεδία; Αποσύρονται μαζί, συνυπάρχουν το δεξί και το αριστερό σε κάποιο πάγκο, περιμένοντας μια δεύτερη ζωή ή ένα αξιοπρεπές γήρας;

Η Αστραπή και ο Κεραυνός, πάντως, δαφνοστόλιστο αθλητικό ζεύγος στην εφεδρεία του τσαγκαράδικου του Φαλτσέτα, αποχωρίζονται για έναν απολύτως προσωπικό και ταυτόχρονα τόσο συνηθισμένο λόγο: ο Κεραυνός της προτείνει μερικές επιδιορθώσεις στην εμφάνισή της, ανανέωση της βαφής, λίγο χρώμα, κάτι ραφές. Εκείνη τον προτρέπει να πάει να βρει μια ιταλική γόβα ή μια γαλλική μπαλλαρίνα και τον εγκαταλείπει. Δυο ταιριαστά κι αγαπημένα υποδήματα αποχωρίζονται – και το βιβλίο ανοίγει, στην περιπλάνηση της Αστραπής και στην αναζήτησή της από τον Κεραυνό, που θα μοιραστούν τα κεφάλαια του βιβλίου.

Αλλά πού να βρει την αγαπημένη του λευκή με τις κόκκινες ρίγες μέσα στους πολυσύχναστους δρόμους με τους εκατοντάδες ανθρώπους που προχωρούσαν βιαστικά με σκυμμένο το κεφάλι, λες κι έψαχναν απεγνωσμένα κάτι να βρουν ανάμεσα στις χοντρές και κρύες τσιμεντένιες πλάκες των πεζοδρομίων; Πώς να την διακρίνει ανάμεσα σε χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια έτρεχαν μαζί τους υπνωτισμένα, ακολουθώντας τυφλά κάθε τους βήμα; [σ. 11]

Εκείνη θυμάται το εργοστάσιο κατασκευής της, εκεί που γεννήθηκε και ερωτεύτηκε το άλλο της μισό. Ένα άλλο παροπλισμένο ντουέτο, ο Λούης και η Άρτεμη, την ενημερώνουν πως ξανάνοιξε στην Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων, στα βάθη της Κορδονίας. Εκεί ετοιμάζεται να ταξιδέψει κι εκείνος, χάρη στις πληροφορίες των ομοίων του, κι ας τον αποκαλούν παλαίμαχο ή παππού. Αλλά στις ωραίες σελίδες του σιδηροδρομικού σταθμού, διασταυρώνει βλέμματα και σκέψεις μ’ ένα ξυπόλητο παιδί και με τις μάλλινες κάλτσες που είχε πάντα μαζί του επισφραγίζουν μια νέα φιλία.

Η άφιξη στην φαντασμαγορική Παπουτσοχώρα των Αισθήσεων δεν είναι διόλου ειδυλλιακή. Ο Κεραυνός κατηγορείται για παρενόχληση κόκκινων μποτών και οδηγείται στην Χωματερή των Ανεπιθύμητων, αλλά και η Αστραπή χάνει τη γη κάτω απ’ τη σόλα της όταν συλλαμβάνεται ως λαθρεπιβάτης και καταδικάζεται σε εργασία στον ίδιο εφιαλτικό τόπο. Και χάρη στο αγόρι που αναζητά ένα δεύτερο παπούτσι στους σωρούς των παραπεταμένων η ιστορία θα ολοκληρωθεί σαν ένας κύκλος που φέρνει τους αγαπημένους ξανά κοντά.

Η ομορφιά που επιβάλλεται κι εκείνη που αξίζουμε, η ωραιότητα της μεγάλης ηλικίας και η αφανέρωτη λάμψη των παλαίμαχων, η ζωή που δεν χωρίζεται σε ηλικίες, η δεύτερη ευκαιρία και η επανόρθωση, η περιπλάνηση και η αναζήτηση ως εμπειρίες που δεν παύουν να μας μαθαίνουν, όλα έχουν την θέση τους στην πλούσια αφήγηση μιας πρωτότυπης ιστορίας, που δεν βιάζεται να φτάσει στο τέλος, μόνο προχωρά με βήματα αργά και χορταστικά. Κι ενώ στο βάθος γνωρίζουμε πως το τέλος θα είναι χαμογελαστό, προτιμάμε να ζήσουμε την περιπέτεια στον δικό της ρυθμό. Το ίδιο απλόχερη είναι η εικονογράφηση, βουτηγμένη σε χρώματα, ανοιχτή σ’ έναν κόσμο φανταστικό και αληθινό μαζί.  Και σκέφτομαι πως δεν είχα άδικο τόσο καιρό που στην παπουτσοθήκη του σπιτιού βάζω δίπλα δίπλα τα ζευγάρια των παπουτσιών, ακόμα κι εκείνα που δεν χρησιμοποιώ πια.

Εκδ. Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2017, εικονογράφηση: Κριστίν Μενάρ, 52 σελ. Περιλαμβάνεται μονοσέλιδο σημείωμα του παλαίμαχου μαραθωνοδρόμου Δημοσθένη Μαυρογιάννη.

Ηλικίες 9+

Όλες οι εικόνες από την εξαιρετική εικονογράφηση του βιβλίου.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
03
Δεκ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 185. Ελένη Γιαννάτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ο κύριος Πηνελόπη μοιάζει με έναν στίχο του αγαπημένου μου Χουαρρός: είναι μια πόρτα που έμαθε να είναι χτύπος. Νομίζω ότι αρκεί το κείμενο που έγραψα για τον Κύριο Πηνελόπη, το οποίο έχει καταλάβει τα αυτιά του βιβλίου.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το έγραψα όταν δεν πίστευα πια σε τίποτα παρά μόνο στην αναμονή.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν όπως τα μπαλάκια τον καφκικό Μπλούμφελντ.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως, προτού καταφύγω στο word, δοκιμάζω το μολύβι μου σε μπλοκάκια, που τα αγαπώ τόσο, ώστε θα ήθελα να έχω δεκάδες τσέπες για να τα ενθυλακώνω. Ίσως να τα αγαπώ περισσότερο από την ανάγνωση και τη συγγραφή, διότι φροντίζω επιμελώς να διατηρώ για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις σελίδες τους λευκές.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φτιάχνω καφέδες. Αλλάζω αμέτρητες φορές τη μουσική. Ξεσκονίζω το γραφείο μου. Αλλάζω τη θέση μερικών βιβλίων. Νοσταλγώ όσα δεν έχω πια στη βιβλιοθήκη μου. Επιθυμώ καινούργια. Θυμάμαι να αναζητήσω κάποιο εξαντλημένο. Όταν εξαντλήσω όλους τους τρόπους αναβολής, αρχίζω να γράφω. Δεν ακούω σε όλα τα στάδια της γραφής μουσική. Οι μουσικές μου προτιμήσεις εκτείνονται από την αφρικανική έως την ατονική μουσική.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Το αυτί του βιβλίου μου γράφει ότι σπούδασα θεατρολογία και κατόπιν κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική  Σχολή της Αθήνας. Ωστόσο πιστεύω ότι δεν είμαστε μόνο ό,τι σπουδάσαμε αλλά ό,τι τολμήσαμε να γνωρίσουμε. Εάν γυρνούσα τον χρόνο πίσω, θα επέμενα, εκτός από τη φωτογραφία μου στο αυτί του βιβλίου, να μην μπει και κανένα βιογραφικό στοιχείο που να έχει σχέση με σπουδές και παρόμοια. Τέτοιες πληροφορίες είναι επιζήμιες για την (κριτική) σκέψη και ευνοούν προκατασκευασμένες αναγνώσεις. Προς το παρόν βιοπορίζομαι κυρίως από την εκπαίδευση και προσπορίζομαι ηδονή από την επιμέλεια και τη μετάφραση. Παρά ταύτα διαπιστώνω πράγματι κάποια εμφανή απορρόφηση της χρόνιας ανεργίας στη γραφή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Είχα πρόταση για μονογραφίες από καθηγητές και των δύο σχολών, αλλά αρνήθηκα, διότι πλήττω θανάσιμα. Αυτός είναι και ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, βρίσκω πιο ελκυστική την ιδέα ενός τρίτου ή τέταρτου πτυχίου από την ιδέα ενός διδακτορικού. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως αποδεχόμουν μια πρόταση για μια μουνογραφία ή μια στηθογραφία, για να διαψεύσω τον Χουάν Μανουέλ δε Πράδα που έχει δηλώσει ότι τέτοια βιβλία γράφονται από ή για άντρες και για να επαληθεύσω τον ισχυρισμό του Ραμόν Γκόμεθ δε λα Σέρνα ότι οι γυναίκες είναι άφθαστες στην εξαπάτηση, διότι επιλέγουν από ποιον θα εξαπατηθούν.

Τι γράφετε τώρα; 

Το επόμενό μου βιβλίο είναι ένα κιβωτιόσχημο ερώτημα που δεν διατύπωσε ποτέ ο Ρομπέρ Φιλλιού.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Η Οδύσσεια του Ομήρου, οι Ιστορίες του Ηροδότου, η Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, το Σατυρικόν του Πετρωνίου, οι Σάτιρες του Γιουβενάλη, Περί παρασίτου και Προς τον απαίδευτον και πολλά βιβλία ωνούμενον του Λουκιανού, Φαίδρος, Ίων, Κρατύλος και Συμπόσιο του Πλάτωνα, η ψευδολογγίνεια πραγματεία Περί Ύψους,  Κανών περιεκτικός πολλών εξαιρέτων πραγμάτων… του Δαπόντε, 20,000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα, Η πράσινη αχτίδα και  Η σφίγγα των πάγων του Βερν, Χαμένα Όνειρα, Λαμπρότητες και αθλιότητες εταιρών και Σαραζίν του Μπαλζάκ, Μπουβάρ και Πεκυσέ του Φλωμπέρ, Ο ηλίθιος και Οι δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι, Ομπλόμοφ του Γκοντσάροφ, Φερντυτούρκε, Υπεραντλαντικός και ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς, Μόμπυ Ντικ και Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Μέλβιλ, H χλομή φωτιά του Ναμπόκοφ,

Το μηδέν και το άπειρο του Καίστλερ, Καθώς ψυχορραγώ και Άγρια φοινικόδεντρα του Φώκνερ, Θωμάς ο σκοτεινός και Εκείνος που δεν με συντρόφευε του Μπλανσό, Θλιβεροί τροπικοί του Λεβί-Στρος, Errata και Μετά τη Βαβέλ του Στάινερ, Βίοι Ελάσσονες του Μισσόν, Ο φωτεινός θάλαμος, Μυθολογίες, Ο Ρολάν Μπαρτ από τον Ρολάν Μπαρτ, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης και Οι Αόρατες πόλεις του Καλβίνο, Πράγματα, Ζωή, οδηγίες χρήσεως, Cantatrix sopranica και άλλα επιστημονικά συγγράμματα και W ή Η παιδική ηλικία του Περέκ, Ο κλέφτης της νοσταλγίας του Ερβέ Λε Τελιέ, Χειμώνας στη Λισσαβώνα και Ο Πολωνός ιππέας του Μολίνα, Καρδιά τόσο άσπρη του Χαβιέρ Μαρίας, Η ερυθρά παρθένα του Αρραμπάλ, Το μαύρο πρόβατο και άλλοι μύθοι του Μοντερρόσο, Το πετρέλαιο του Παζολίνι,

Φράγμα στον Ειρηνικό, Ο άνδρας που καθόταν στον διάδρομο και Τα πράσινα μάτια της Ντυράς, Τα κύματα και Στον Φάρο της Γουλφ, Μυθοπλασίες και Ο ποιητής του Μπόρχες, Το κουτσό και Άπαντα τα διηγήματα του Κορτάσαρ, Μπάρτλεμπυ και Σία του Μάτας, Η ακτή των Σύρτεων του Γκρακ, Η ζήλια του Γκριγιέ, Η ιστορία του ματιού του Μπατάιγ, Μερόη και Πορτ Σουδάν του Ρολέν, Η τριλογία της Μασσαλίας του Ιζζό, Η Ιγκουάνα της Άννα Μαρία Ορτέζε, Η γνώση του πόνου του Κάρλο Εμίλιο Γκάντα, Ρέκβιεμ και Νυχτερινό στην  Ινδία του Αντόνιο Ταμπούκι, Οι άγριοι ντετέκτιβ και Τα τηλεφωνήματα του Μπολάνιο, το Χειρόγραφο της Σαραγόσα του Γιαν Ποτότσκι, Περί ηρώων και τάφων του Σάμπατο, το Paradiso του Λίμα, η Πρώτη και η Τελευταία τριλογία του Μπέκετ, Λεντς και Βόυτσεκ του Μπύχνερ,  τα ποιήματα του Μισώ,

του Μπονφουά, του Σαρ, του Πικαμπιά, του Πονζ, του Χιρόντο, του Πάρρα, του Μπρόταρς, του Φιλλιού, του Αναγνωστάκη, του Βάθη, του Εγγονόπουλου, του Κάλας, του Λεοντάρη, του Παυλόπουλου, του Πούλιου, του Σαράκη, του Σινόπουλου, του Σολωμού, του Στεριάδη, του Φωκά, της Καρέλλη, της Ρένας Χατζηδάκη, της Μαστοράκη, της Βακαλό, της Βέμη, του Δημάκη, του Ντε Κάμπος, του Ιβάν Γκολ, Οι Βενετίες του Μοράν, Ο μηχανικός του χαμένου χρόνου — Συνεντεύξεις με τον Μαρσέλ Ντυσάν του Καμπάν, η Λιμναία Οδύσσεια του Κουνέλλη, Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία του Ουλίσες Καρριόν, Η εικόνα στο χαλί και Τα χαρτιά του Άσπερν του Χένρυ Τζέημς, Τα αδέρφια Τάννερ και τα Μικροκείμενα του Βάλζερ, Από τη ζωή ενός φαύνου του Άρνο Σμιτ, Ο ανιψιός του Βιτγκενστάιν και το Μπετόν του Μπέρνχαρντ, Οι ξεριζωμένοι και Οι δακτύλιοι του Κρόνου του Ζέμπαλντ, Η ζωή και οι απόψεις του Τρίστραμ Σάντι του Στερν, Ο τρίτος αστυφύλακας του Ο’Μπράιαν,

Μοραβαζίν, βίος και πολιτεία του Σαντράρ, Η γυναίκα της άμμου του Αμπέ, Ο ζοφερός οίκος του Ντίκενς, η Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ του Μάστερς, H σύντομη ζωή, Το ναυπηγείο και Ο Πτωματοσυλλέκτης του Ονέττι, το Κουιντέτο του Μπουένος Άιρες του Μονταλμπάν, το Τσούρμο του Χουάν Φιγιόυ, Εντυπώσεις από την Αφρική του Ρεημόν Ρουσσέλ, Τα γαλάζια άνθη και Ασκήσεις ύφους του Ρεημόν Κενώ, Το γαλάζιο τετράδιο του Χαρμς, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος του Χόφμανσταλ, Μαθήματα χορού για ενήλικες του Χράμπαλ, Ταξίδι στην Αρμενία του Μάντελσταμ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου του Τουργκένιεφ, Ο μετέωρος άνθρωπος και Χέρτσογκ του Μπέλοου, Φανταστική Περιπέτεια του Αλέξανδρου Κοτζιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου, Δίχως Θεό του Τερζάκη, Η κενή διαθήκη του Τακόπουλου,

Ιφιγένεια εν Ληξουρίω του Κατσαΐτη, Αναφορά περιπτώσεων του Αλέξανδρου Σχινά, ο πέμπτος τόμος των Απάντων του Ροΐδη, Οι έμποροι των Εθνών του Παπαδιαμάντη, τα Σκαλαθύρματα του Κάσδαγλη, Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Μάρκογλου, Ζωγραφικοί πίνακες και ιδιότροπα ζώα  του Αποστολίδη, ο Λοιμός του Φραγκιά, Ο Ιερός μαστός του Νικολαΐδη, Το πλατύ ποτάμι και Ο μαύρος φάκελος του Μπεράτη, Το θείο τραγί και Το σόλο του Φίγκαρω του Σκαρίμπα, τα Άπαντα του Χάκκα, τα Άπαντα του Μπαρλά, Ιστορία των μεταμορφώσεων του Πάνου, Νεράιδα της Αθήνας. Πολυξένη του Νόλλα, Το γονίδιο της αμφιβολίας του Παναγιωτόπουλου, Το λεμονοδάσος του Κοσμά Πολίτη, Η μεγάλη πλατεία του Μπακόλα, Ο εξώστης του Καχτίτση, Οι αγελάδες του Γονατά, Βάρδια και Λι του Καββαδία, Η αρχιτεκτονική της Σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, Ο υπνοβάτης της Καραπάνου, Το τσίρκο της Μιμίκας Κρανάκη (συνεχίζεται παρακάτω).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Ρίχτερ ο μοναδικός» του Ροΐδη, «Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου» του Μπαρλά, «Αυτόχειρ» του Μητσάκη, «Όταν οργά η φύση» του Πικρού, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας» του Βιζυηνού, «Οι χαλασοχώρηδες» του Παπαδιαμάντη «Οι καρφίτσες» του Πέλλα, «Το βάρος του Φωτάκη Σεβαστοκράτορα» του Χουλιαρά, «Οι Χτίστες» της Κρανάκη, «Σκυλοπολιορκία» του Ιωάννου, «Το τρίτο νεφρό» του Χάκκα, «Η άτιμη τιμή» του Χατζηαργύρη, «Το άγαλμα» του Καζαντζή, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ» του Χατζή, «Σχολιάζοντας ένα νεανικό του διήγημα» του Πίττα, «Ένα δωμάτιο έξω από το παράθυρο» του Τσίζεκ, «Η καμπάνα» του Κ.Χ. Μύρη, «Η επίσκεψη» του Γονατά,

«Βοροφρύνη» του Πεντζίκη, «Επιστολή προς τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη» του Αντονά, «Σημειώσεις μιας ζωής» του Γιαννακουδάκη, «Γέροι άνθρωποι» του Παλαβού, «Ήτο ένα μπουκ» του Σερέφα, «Σαμογέτες» του Μπαρρέτο, «Η τρίτη όχθη του ποταμού» του Ρόζα, «Ο Ρίντερ και το πρες παπιέ» του Ριμπέυρο, «Οριγκάμι» του Σέρζι Πάμιες, «Η κότα και το αυγό» της Λισπέκτορ, «Η αποκεφαλισμένη κότα» του Κιρόγα, «Ένα σπάνιο πουλί» του Μπερνάρ Κιρινί, «Σέσιλ Τέιλορ» του Άιρα, «Το καινούργιο φόρεμα» της Γουλφ, «Ο κυβερνήτης» του Αντρέγιεφ, «Είναι τραγωδία; Είναι κωμωδία;» του Μπέρνχαρντ, «Η χοντρομπαλού» του Μωπασσάν, «Ο βούρκος» του Ιονέσκο,

«Η πράσινη καρδιά» του Ερνάντες, «Το βιολί του Ρότσιλντ» και «Ο χοντρός και ο λιγνός» του Τσέχοφ, «Ένας λυρικός ποιητής» του Κεϊρός, «Η καταστροφή» του Μπουλγκάκοφ, «Ο βιρτουόζος της πείνας» του Κάφκα, «Το κόκκινο κουκούλι» του Αμπέ, «Ελάτε στη θέση μου» του Κάρβερ, «Ένα ενοχλητικό γράμμα» του Μπουζάτι, «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Η γαλάζια περίοδος του Ντε Ντομιέ Σμιθ» του Σάλιντζερ, «Οι νεκροί» του Τζόυς, «Το ποντίκι και η γυναίκα» του Τόμας, «Θα περιμένω» του Τσάντλερ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Ευθύμης Σακκάς, ο Γιάννης Αστερής, ο Νίκος Χρυσός, η Μαρία Α. Ιωάννου, η Λουίζα Λαζάρου και η Ιωάννα Ξυλόσομπα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Είναι πολλοί οι ζηλευτοί λογοτεχνικοί ήρωες. Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω: ο Μπουβάρ και o Πεκυσέ, ο Μερσιέ και ο Καμιέ, ο Βίτολντ και ο Φουξ, αλλά θα προτιμήσω την απάντηση που έχω ξαναδώσει πριν από λίγους μήνες (χωρίς αυτή τη φορά να χρειάζεται, προκειμένου να δημοσιευτεί, να δώσω και μια φωτογραφία μου): Το Οντραντέκ που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα ερμηνείας ή ο Μπαλνταντέρς που μεταμορφώνεται αδιάκοπα και γνωρίζει πώς να συνομιλεί με μια καρέκλα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ξεχωρίζω δύο ανενεργά λογοτεχνικά περιοδικά: Τον Θεσσαλονικιό Κοχλία, που έχει φιλοξενήσει υπέροχα κείμενα στις σελίδες του και το Φυλλάδιο του Ιωάννου, στο οποίο δεν έχω πάψει να ανατρέχω. Όταν ήμουν φοιτήτρια υπήρξα για ένα μεγάλο διάστημα συνεπής συλλέκτρια μουσικών και κινηματογραφικών κυρίως περιοδικών, εγχώριων και μη. Τη στιγμή που το συλλεκτικό μου ενδιαφέρον είχε αρχίσει να ατονεί, έπεσα πάνω σε δύο περιοδικά που μου το αναζωπύρωσαν και μου πρόσφεραν στοχαστική απόλαυση: το (ηχητικό) περιοδικό του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ και το πρώτο τεύχος της θεματικής περιοδικής έκδοσης της Alloglotta. Σήμερα εξακολουθώ να διαβάζω ηλεκτρονικά περιοδικά, τα οποία, στην πλειονότητά τους, δεν είναι εγχώρια ούτε αμιγώς λογοτεχνικά.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το πόνημα του Μπράιαν Ρίτσαρντσον για την τυπογραφία στην Ιταλία της Αναγέννησης.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι. Με ενδιαφέρουν πραγματικά όσες ελαύνονται από αγάπη για τα κείμενα και δεν εξυπηρετούν εκδότες, συγγραφείς και προσωπικά συμφέροντα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από χρόνια, μέσα σε ένα βαγόνι του ηλεκτρικού με κατεύθυνση τον Πειραιά, διάβαζα το «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη» του Κορτάσαρ, και δεν είχα αντιληφθεί ότι ένας ηλικιωμένος, που καθόταν απέναντί μου, διάβαζε το πρόσωπό μου. Λίγο προτού κατεβούμε, με ρώτησε: «Συγγνώμη, δεσποινίς, μπορείτε να μου πείτε τον τίτλο του βιβλίου που σας έκανε να χαμογελάτε;».

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Η ερώτησή σας επιβάλλει τη διεύρυνση της ανωτέρω λίστας που περιλαμβάνει τα αγαπημένα μου βιβλία: Μπόουλινγκ πάνω στον Τίβερη του Αντονιόνι, Ο Γκοντάρ για τον Γκοντάρ, Η τελευταία πνοή του Μπουνιουέλ, Κάτι σαν αυτοβιογραφία του Κουροσάβα, Κινηματογράφος και ζωγραφική του Αϊζενστάιν, Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, Το μακρύ ταξίδι της άμμου του Παζολίνι, Οδοιπορία στον πάγο του Χέρτσογκ, τα Γραπτά των Στρομπ- Ουγιέ, Βουστροφηδόν και άλλα γραπτά του Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος, Όλοι οι δρόμοι προς την απόγνωση του Νίκου Παπατάκη, Καθημερινές ιστορίες του Τάκη Κανελλόπουλου. Μπορώ να αναφέρω ισάριθμα θεατρικά – θεατρολογικά κείμενα και δυο-τρεις σκηνοθέτες που εκτιμώ και παρακολουθώ τη δουλειά τους — ας μην το κουράζουμε! Η αλήθεια είναι ότι αγαπώ τον κινηματογράφο πολύ περισσότερο απ’ όσο αγάπησα ή θα αγαπήσω ποτέ μου το θέατρο.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πρόσφατα είχα μια διδακτική εμπειρία από το διαδικτυώνεσθαι που συνδέεται με την προσωπική μου επιλογή του μη δικτυώνεσθαι. Ένας παράγοντας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τον οποίο ουδέποτε έχω συναντήσει ή επιδίωξα ποτέ να συναντήσω, με τον οποίο δεν έχω ανταλλάξει ούτε μία λέξη, μου έδωσε ένα πολύτιμο μάθημα στην εικονική ζωή και τον ευχαριστώ δημόσια για αυτό. Νόμιζα ότι όταν δεν είσαι (και δεν αποζητάς να γίνεις) μέλος κάποιας λογοτεχνικής παρέας, ώστε να μπορείς να επωφεληθείς από τα προνόμια που θα είχες ως προστατευόμενη, το πιθανότερο που θα μπορούσε να σου συμβεί, θα ήταν να αγνοήσουν επιδεικτικά το βιβλίο σου (μιας και τους είσαι παντελώς άχρηστη). Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα ότι η προσωπική επιλογή του μη δικτυώνεσθαι θα πυροδοτούσε αντιδράσεις που φανερώνουν νοσηρή εμπάθεια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ό,τι είναι αιώνιο, η νιότη, η ανάγνωση, η συγγραφή, η ζωή η ίδια, καταντάει βαρετό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Κυρία Γιαννάτου, ποιος είναι ο πραγματικός λόγος που καθυστερήσατε τόσο να απαντήσετε αυτό το ερωτηματολόγιο;

Μέχρι σήμερα δεν πίστευα ότι ήμουν ικανή να ανταποκριθώ στο αίτημα για μια ευσύνοπτη λίστα απ’ όσα βιβλία ή διηγήματα αγαπώ περισσότερο, μια λίστα που θα με ικανοποιούσε τόσο, ώστε θα κατασίγαζε την επιθυμία μου να την αναιρέσω — πάμε ξανά από την αρχή;

Στις εικόνες: Virginia Wolf [Valeria Gallo], Arno Schmidt, Julio Cortazar, Marguerite Duras, Henri Michaux, Saul Bellow, Kobo Abe, Juan Carlos Onetti, Juan Filloy, Anna-Maria Ortese.

02
Δεκ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Το αγόρι που κέρδισε το χρόνο

Εκείνο που δεν αποταμιεύεται αλλά χαρίζεται

Χρόνος: είναι ο αόρατος κυνηγός μας και ο καλύτερος γιατρός· ο ανελέητος κριτής και ο αχώριστος συνοδοιπόρος. Είναι άπλετος και περιορισμένος, θείο δώρο και αιώνιο βάσανο. Τρέχουμε ξοπίσω του ή μας κυνηγάει σε απόσταση αναπνοής, πάντως συντρέχουμε αχώριστοι! Οι απαιτήσεις μας αμοιβαίες και συνεχείς. Άλλοι τα έχουμε καλά μαζί του, άλλοι τα έχουμε βάλει για τα καλά μαζί του.

Ο Γιάννης δεν έχει πολλές πολλές σχέσεις με τον Χρόνο. Τον αγνοεί, κάνει σα να μην υπάρχει. Στήνει τους φίλους του στα ραντεβού για παιχνίδι και ξεχνιέται στο δωμάτιό του όταν έρχεται η ώρα του φαγητού που τελικά τρώει παγωμένο. Φυσικά δέχεται συνεχώς παρατηρήσεις από τους γονείς του και ο μπαμπάς του δηλώνει πως ήρθε το πλήρωμα του … χρόνου και του κόβει κάθε ανθρωπιστική βοήθεια – ξύπνημα, διάβασμα, όλα τώρα θα πρέπει να τα κάνει μόνος τους, χωρίς την ωρολογιακή συνδρομή των γονιών. Οι καθιερωμένες φράσεις πέφτουν βροχή: να κερδίσεις τον χρόνο σου! ο χρόνος είναι χρήμα! Τα αντεπιχειρήματα Κάλλιο αργά ποτέ, Όποιος βιάζεται σκοντάφτει, Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι φαίνεται πως αρχίζουν να μπάζουν και τα πράγματα σκουραίνουν.

Το πρώτο πάθημα είναι θέμα …χρόνου. Αργοπορημένος στο σχολείο, κρύβει την πιτζάμα κάτω απ’ το παντελόνι κι αφήνει τα μαλλιά του αχτένιστα, στοιχεία που οι παρατηρητικοί φίλοι του άμεσα εντοπίζουν. Δεν είναι ακριβώς ο Μικρός Πρίγκιπας, όπως τον είχε χαρακτηρίσει κάποτε η Χριστίνα. Ούτε στο σπίτι βέβαια καταφέρνει να κρύψει την πρωινή του ήττα και στο δωμάτιό του ο χρόνος πάλι θα περάσει χωρίς να το καταλάβει, πόσο μάλλον τώρα που είναι και λυπημένος.

Αλλά ευτυχώς στα βιβλία πάντα κάτι θα συμβεί στην δύσκολη στιγμή· όχι για να σώσει ή να διευκολύνει τον ήρωα αλλά για να του δώσει μια ιδέα, ένα δρόμο, μια ευκαιρία έστω! Κάπως έτσι μπαίνει από την μπαλκονόπορτα ο Πολυχρόνης ο χρονοεισπράκτορας: είναι ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του Χρόνου, που ως γνωστόν έχει αδελφές τις Χρονιές που κάθε τόσο τους επισκέπτονται, όπως σήμερα π.χ. που ήρθε η εξαιρετική 1896, ενώ συχνά διοργανώνουν χειμερινό τουρνουά τένις. Τομέας κι εξειδίκευσή του, η Διαχείριση Χρόνου.

Ο χρόνος δε δωρίζεται και βέβαια δε δανείζεται. Ο χρόνος μόνο σπαταλιέται. Και ένας τρόπος υπάρχει για να αποκτήσει κανείς απόθεμα. Η Τράπεζα Αποταμίευσης Ελεύθερου Χρόνου. Εκεί, καταθέτεις όχι χρήματα, αλλά τον χρόνο που σου περισσεύει, του λέει ο μυστηριώδης Πολυχρόνης και ιδού το μεγάλο στοίχημα. Φυσικά για όλα αυτά πρέπει να κρατά τα σχετικά αποδεικτικά: τι έκανε και τι δεν έκανε για να αποταμιεύει τον πολύτιμο χρόνο. Στο τέλος θα τον περιμένει ο τίτλος του Πρίγκιπα του Χρόνου· άλλωστε ο Χρόνος λατρεύει όσους προσπαθούν να τον …κερδίσουν.

Στο Παλάτι του Χρόνου ο Πολυχρόνης έχει τις δικές του αμφιβολίες, καθώς δεν ξεχνά όσα συνέβησαν παλιά στη Μόμο, την περίφημη ηρωίδα του φερώνυμου μυθιστορήματος του Μίχαελ Έντε, και στους κατοίκους της πόλης όπου ζούσε, όταν οι γκρίζοι κύριοι τους ζήτησαν να κάνουν οικονομίες στον χρόνο τους αποταμίευοντάς τον. Μήπως θα καταντήσει σαν τον απεχθή πράκτορα ΞΥΚ/384/β;

Κάτι δεν πάει καλά με αυτό το ρήμα κι όσα σημαίνει. Μήπως εδώ υπάρχει μια παγίδα; Μήπως ο χρόνος δεν αποταμιεύεται ούτε δανείζεται αλλά χαρίζεται; Η συγγραφέας μπαίνει σε βαθιά νερά, σε έννοιες απαιτητικές και δύσχρηστες και καταφέρνει να βγει με μια ιστορία απλή και πλούσια, πανέξυπνη και ανατρεπτική απέναντι σε όσα χρόνοι και πολυχρόνηδες επιχειρούν σήμερα μικρούς μεγάλους να μας αιχμαλωτίσουν. Ο Γιάννης που κέρδισε τον Χρόνο, δεν τον έκανε αντίπαλο αλλά φίλο και συνεργάτη. Και μυρίζομαι ότι το μάθημα που πήρε το δίνει απλόχερα και σ’ εμάς τους μεγάλους, να ακολουθήσουμε την δική του ιδέα. Το δώρο του χρόνου είναι κοινό σε όλους μας, είναι την ίδια στιγμή σπάνιο κι απλόχερο, άξιο να χαριστεί σε όσα πρόσωπα και πράγματα επιλέγουμε να αφοσιωθούμε!

Εκδ. Ψυχογιός, 2016, σελ. 80, εικονογράφηση: Αιμιλία Κονταίου, με μικρές μαυρόασπρες ζωγραφιές στην αρχή κάθε κεφαλαίου [Σειρά: Λωτός, 9-11 ετών] [Μαθαίνουμε για την διαχείριση του χρόνου].

Στην τρίτη εικόνα μια εικονογράφηση της Μόμο και στην τέταρτη μια εκδοχή της Εμμονής της Μνήμης, ενός έργου του Σαλβαντόρ Νταλί που κάπου κάπως αναφέρεται στο βιβλίο.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

29
Νοέ.
18

Fabio Stassi – Η χαμένη αναγνώστρια

Μυθιστορημάτων συνταγογράφηση

Είχα κολλήσει τη νόσο του Μοντάνο όπως την αποκαλούσε ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας ή τη λογοτεχνίτιδα του Χουάν Κάρλος Ονέτι. // Είχα αρρωστήσει από λογοτεχνία.  Ήξερα ότι ήταν μια ολέθρια και αθεράπευτη ασθένεια. Ξεκινάς αναλύοντας κάθε περιστατικό σαν να ήταν η υπόθεση ενός μυθιστορήματος: ερευνάς τις αποσιωπημένες έννοιες, τις εσωτερικές παραπομπές, τις πιθανές αντιφάσεις κι ύστερα αρχίζεις να χορεύεις αγκαλιά με το απίθανο, στην αρχή με μικρά βήματα, αναλύοντας τα κενά και τα υπονοούμενα, τα σημεία επαφής, τα φλας μπακ και τα σχήματα πρόληψης, το άνοιγμα και το κλείσιμο μιας σκέψης κι ύστερα στροβιλίζεσαι όλο και πιο δυνατά συσχετίζοντας ξέμακρα πράγματα στον χρόνο και στο χώρο και ανακαλύπτοντας κάποιο δεσμό μεταξύ τους – όσο λεπτός και θαυμαστός κι αν είναι – ώσπου διεισδύεις στην τρομακτική αποσιώπηση της πραγματικότητας, αιωρούμενος μεταξύ αναμφίβολων και ανέφικτων πραγμάτων, κ επιτέλους αναλαμβάνεις την ευθύνη να αλλάξεις τη στίξη, να μεταβάλεις την κίνηση και να παρασυρθείς σε ένα σινεράμα υποθέσεων και απόψεων, αποκαμωμένος και ηττημένος από τις αναλογίες και τις αντιστοιχίες, παραδομένος για πάντα στην τελειωτική τρέλα της λογοτεχνίας και ανεπανόρθωτα επιλήσμων της απτής πραγματικότητας και τις εμπειρίας. // Δεν ήξερα πια τι είχα ζήσει στ’ αλήθεια και τι είχα απλώς διαβάσει… [σ. 212-213]

Ο εσώψυχος μονόλογος του Βίντσε Κόρσο περιγράφει επακριβώς την περίπτωσή του, με την διαφορά ότι η λογοτεχνίτιδά του δεν περιορίζεται για ατομική κατανάλωση αλλά επιστρατεύεται ως μια νέα επαγγελματική ιδιότητα. Αναλαμβάνει λοιπόν ειδικός βιβλιοθεραπευτής, που θα προτείνει το κατάλληλο λογοτεχνικό κείμενο ως φάρμακο σε όποιον πιστό προσέλθει. Η παρέλασή των «ασθενών» είναι από τα ελκυστικότερα μέρη του βιβλίου. Η Κάρλα, για παράδειγμα, νοιώθει πάντα εκτός τόπου και χρόνου· μόνο με το διάβασμα νιώθει καλά. Ο Κόρσο την καθησυχάζει πως τα περισσότερα λογοτεχνικά πρόσωπα πάσχουν από το ίδιο τρομακτικό αίσθημα του ασυμβίβαστου με τον κόσμο και της δίνει την κινητή γιορτή του Χέμινγουεϊ  Η πελάτισσα αποχωρεί έξαλλη με την πρόταση για ένα μεταθανάτιο έργο ενός αυτόχειρα που στην ουσία της ζητά να δεχτεί χωρίς πολλά πολλά την καθημερινή της μιζέρια. Φαίνεται πως η νέα επιστήμη δεν θα είναι ιδιαίτερα εύκολη για τον ήρωα.

Η Βέλια διώχτηκε απ’ τον άντρα της για μια νεαρότερη γυναίκα κι έμεινε με δυο παιδιά κι ένα δάνειο. Της προτείνεται Ο τζογαδόρος του Ουόλτερ Τέβις, ενός συγγραφέα ο οποίος μετά την παγκόσμια επιτυχία του βιβλίου του και της σχετικής ταινίας γράφτηκε ως σπουδαστής σε μια σχολή δημιουργικής γραφής, προτίμησε δηλαδή αυτός, ένας δάσκαλος της συγγραφής, να καθίσει στα θρανία, αν και το αλκοόλ του στέρησε είκοσι χρόνια καριέρας. Για ποιο λόγο τέτοια πρόταση; Γιατί όταν ο ήρωας τα έχει χάσει όλα, στην καρδιά της νύχτας, στο μπαρ ενός σταθμού λεωφορείων, συναντά μια γυναίκα εξίσου στιγματισμένη από την ζωή. Και μέσα από αυτή την συνάντηση θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, να μην ψάχνει για δικαιολογίες και να μην αισθάνεται ποτέ οίκτο.

Η Ροζάλμπα ονειρεύεται διαρκώς ότι επιστρέφει στο σπίτι της, από το οποίο όμως στην πραγματικότητα δεν έφυγε ποτέ. Της ταιριάζει το Αίμα στα μάτια της Λίνα Μερουάνε, που είχε πει ότι γράφουμε για την ατιμία μας, όχι για την τιμή μας. Η τυφλή της ηρωίδα μάλιστα, δεν κοιτάζει μπροστά αλλά πίσω, ανασυνθέτοντας το παρελθόν, σαν να το προδιαγράφει από την ανάποδη. Δεν σταματάμε ποτέ να μελετάμε το παρελθόν μας. Το παρελθόν έχουμε μπροστά μας, όχι το μέλλον. Κι αυτό γιατί το έχουμε καταλάβει ελάχιστα. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να εικάσουμε, με τη μία θύμηση μετά την άλλη και με πολύ κόπο. [σ. 63]. Αν τα μυθιστορήματα καταργούν την πραγματικότητα, το κάνουν για να την εκθέσουν, για να καταλάβουμε το πραγματικό πρόσωπο των πραγμάτων [σ. 64].

Η Γκουενταλίνα καταφτάνει ολότελα σημαδεμένη στην πλάτη της κι ο Κόρσο για άλλη μια φορά ανατρέχει στην λογοτεχνία, που βρίθει από γυναίκες με σημάδια πάνω τους, προτείνοντας μια ομοιοπαθή της ηρωίδα, την Βέρα Ρίκβεν του Τζον Φάντε. Από την άλλη, ο Ζόρζε Αμάντο και η επινόηση ως ένα τρικ να ξεγελάς την πραγματικότητα, επιστρατεύονται για την περίπτωση της Μαργκερίτα, που κινδυνεύει να χάσει την δουλειά της για έναν κωμικοτραγικό λόγο Η Μελίσα υποφέρει από μια χρόνια συμβίωση με τον σύζυγό της, καθορισμένη απ’ το τηλεκοντρόλ, το πληκτρολόγιο και την μεταξύ τους σιωπή. Εκείνη καθημερινά λαχταρά να βρίσκεται κάπου αλλού, με άλλους ανθρώπους και αποφαίνεται: ο κόσμος φοβάται την αλήθεια και ο δυτικός γάμος είναι το τέλειο σύστημα για να την αποφεύγει, χωρίς να τραβάει τα βλέμματα. Ο Κόρσο της προτείνει το πρώτο διήγημα της συλλογής Οικία άλλων και άλλα διηγήματα του Σίλβιο Ντ’ Άρτσο, άλλη μια ιστορία επιθυμίας για αυτοχειρία.

Η περιορισμένη ζωή του Κόρσο μοιράζεται σε τρία ακόμα πρόσωπα. Πρώτα στον πατέρα του, η μοναδική κληρονομιά του οποίου ήταν τρία βιβλία, που έγιναν τελικά τα πιο πολύτιμά του αντικείμενα. Η μητέρα του μοιράστηκε μόνο μια νύχτα μαζί του όταν ήταν νυχτερινή ρεσεψιονίστ στη Νίκαια κι έτσι η θάλασσα «χίμηξε στην παιδική του ηλικία όπως χυμά στις ακτές της Γαλλικής Ριβιέρας»· είναι η ίδια θάλασσα που «σε μαθαίνει ν’ αγναντεύεις το κενό». Τώρα ο γιος συνομιλεί μαζί του με ανώνυμες κι ανεπίδοτες επιστολές στην ίδια διεύθυνση.

Δεύτερος συνομιλητής του είναι ο βιβλιοπώλης Εμιλιάνο Αρκάντζελι ο οποίος μαζεύει βιβλία από σπίτια αποθανόντων και λειτουργεί μια τεράστια δανειστική βιβλιοθήκη εντός του καταστήματος, πιστός στην άποψη πως το βιβλίο είναι ένα από τα ελάχιστα προϊόντα που αποκτούν αξία με τη χρήση: όσο περισσότερος κόσμος το έχει διαβάσει, τόσο περισσότερος κόσμος ενδιαφέρεται. Με την βιβλιοθηκονόμο Μάρτα μοιράζεται μια ερωτική σχέση χωρίς ραντεβού, ενώ ευτυχής μέσα στο αρχείο εφημερίδων και περιοδικών της εθνικής βιβλιοθήκης αισθάνεται πως τίποτα δεν περνάει και τίποτα δεν τελειώνει εντελώς. Αποδεσμευμένο από την απήχηση της επικαιρότητας ένα γεγονός γινόταν και πάλι γεγονός, κάτι που απλώς είχε συμβεί ή μάλλον που εξακολουθούσε να συμβαίνει. [σ. 203]

Ο βιβλιοθεραπευτής αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στις επισκέπτριες, πόσο μάλλον όταν παραμένει αιχμάλωτος από τις κοινοτοπίες και τα στερεότυπα που όλη η λογοτεχνία που διάβασε δεν κατάφερνε να ξεριζώσει. Συχνά μάλιστα οι ίδιες αποδεικνύονται πειστικά πνεύματα αντιλογίας. Αλλά όταν η γειτόνισσα και δεινή αναγνώστρια κυρία Παρόντι εξαφανίζεται μυστηριωδώς αυτός αναλαμβάνει να την αναζήτησή της με βάση την λίστα των βιβλίων που η ίδια δανειζόταν από το βιβλιοπωλείο. Έτσι ο διεστραμμένος της ανάγνωσης καλείται να βρει τις απαντήσεις σε έργα των Πολ Όστερ, Γουίλιαμ Φόκνερ, Σέργουντα Άντερσον, Φίλιπ Κ. Ντικ, Τζον Άπνταϊκ, Ρέιμοντ Τσάντλερ και Τσαρλς Μπουκόφσκι, Τζον Φάντε, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και άλλων, περιδιαβαίνοντας μια νυχτερινή Ρώμη διόλου τουριστική αλλά αρκούντως αισθαντική και συν τοις άλλοις πρόσφορη σε θρησκευτικές τελετές σαντερίας και βουντού.

Η Ηλέκτρα ισχυρίζεται πως έχει πρόβλημα με την τρισδιάστατη μορφή των πραγμάτων τα οποία της πέφτουν από τα χέρια ή εκτοξεύονται προς άλλους ανθρώπους. Έχει επίσης αλλεργία στο υπερτροφικό αντρικό εγώ και την γυναικεία ανοχή και αναρωτιέται αν μπορεί ένα μυθιστόρημα να μετριάσει αυτό το αίσθημα της δυσανεξίας. Η Άννα Μαρία Ορτέζε και ο Ζοάο Γκιμαράες Ρόζα έγραψαν την ίδια περίοδο την ίδια ιστορία αλλά σε απόσταση δέκα χιλιάδων χιλιομέτρων και χωρίς να ξέρει τίποτα ο ένας για τον άλλον. Ήρωές τους δυο μυωπικά και πολύ φτωχά παιδιά που αντέχουν την ανέχεια που τους περιβάλλει μόνο και μόνο επειδή δεν την έχουν αντικρίσει ποτέ κατάματα. Κι όταν τελικά αποκτήσουν από ένα ζευγάρι γυαλιά την είδαν και τους γέμισε απέχθεια αλλά και συγκίνηση. Το μοναδικό πράγμα που δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε από πάνω μας είναι οι αόρατοι φακοί με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο.

Μήπως αυτό μπορεί να το κάνει η λογοτεχνία; Και τελικά τι άλλο κάνει; Αναχαιτίζει την γοητεία του κενού και την δυσθυμία μας; Μας μαθαίνει να κοιτάζουμε τα πάντα διαφορετικά και να αναζητούμε την άλλη πλευρά των πραγμάτων; Το ερώτημα πλανάται σε όλο το σύντομο πλην απολαυστικό μυθιστόρημα του Στάσσι (Ρώμη, 1962). Σίγουρα πάντως δικαιώνεται η φράση του Τσβάιχ πως λογοτεχνία δεν είναι η ζωή αλλά η εξύμνηση της ζωής, ένας τρόπος να συλλαμβάνουμε το δράμα με πιο ξεκάθαρο και κατανοητό τρόπο.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ. Δήμητρα Δότση, 270 σελ. [La lettrice scomparsa, 2016]. Περιλαμβάνεται τρισέλιδο παράρτημα με τις «Συμβουλές ανάγνωσης του Βίντσε».

Στις εικόνες: Lina Meruane, Joao Guimarães Rosa,Anna Maria Ortese,  και ο συγγραφέας.

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, χειμώνας 2018-2019

23
Νοέ.
18

Στέργια Κάββαλου – Ο Κωστής και οι χαμένες λέξεις

Η γλώσσα που μετακομίζει αλλά δεν χάνεται

Τη μέρα που ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσουμε την Αθήνα ήταν νύχτα… ξεκινάει την ιστορία ο αφηγητής Κώστας, σπουδαστής της Πέμπτης δημοτικού, και ομολογώ πως είχα καιρό να νιώσω από τις πρώτες μια δυο γραμμές εκείνη την γλυκιά αδημονία της διήγησης. Και φυσικά η αιφνίδια πρόκριση της αναχώρησης δεν γίνεται για κανένα κυνηγητό λόγω παρανομίας ή άλλους γνωστούς και χιλιοειπωμένους λόγους. Απλά σε κάποιο Αβινιόν της Γαλλίας ζητούν οδοντογιατρούς, που τυχαίνει να είναι και το επάγγελμα του πατέρα του. Τα πάντα τώρα είναι εναντίον του: το «ελληνικό καλοκαίρι» δεν είναι τουριστικό αλλά αστικό και θερμό, τα κουνούπια πανταχού παρόντα, το ίδιο και η μητέρα του που τον ψεκάζει με την διόλου αντρική λεβάντα, ενώ ο μπαμπάς δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι διάλεξε για άλλη μια φορά χάλια καρπούζι. Και δεν έχει ούτε έναν σύμμαχο, καθότι η αδελφή του Λητώ, απόφοιτη του νηπιαγωγείου, δεν αντιστέκεται για πολύ. Η ημερομηνία αναχώρησης έκλεισε.

Καταφυγών στο δωμάτιό του και αποσυνδεδεμένος από το διαδίκτυο ο Κώστας ανατρέχει στην παλιά καλή βοήθεια: άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες, συν τα δωρεάν σιντί των εφημερίδων για την απαραίτητη συλλογή πληροφοριών. Σύντομα μαθαίνει περισσότερα από τους άλλους, που κάνουν τους κοσμογυρισμένους. Η υπέροχη γιαγιά (την χρίζω από τώρα υποψήφια βήτα γυναικείου ρόλου στα υπό σκέψη σχετικά φετινά βραβεία) φτιάχνει φουστάνια για την εγγονή της αφαιρώντας το κάτω μέρος απ’ τις κουρτίνες, πακετάρει κι εκείνη σαν ζηλιάρικο παιδί, και, ψυχραιμότερη απ’ όλους, αυτοπροσκαλείται. Τι έχει να χάσει; Το πολύ πολύ από Ιουλία να γίνει Ζιλί – κι έγινε ήδη!

Ο Κωστής, αντίθετα, έχει να χάσει τους φίλους του, τον κολλητό, την διπλανή του και κυρίως την εκλεκτή του Αθανασία μαζί με το μακροπρόθεσμο σχέδιο που την περιλαμβάνει. Αλλά πάνω απ’ όλα η απαρηγόρητη ανησυχία του αφορά την απώλεια των λέξεων. Η δικιά του γλώσσα ήταν πάντα «έτοιμη να ενώσει τη σκέψη του με τον υπόλοιπο κόσμο». Στο σχολείο γίνεται το Γαλλάκι, οι συγγενείς στην τελετή του αποχαιρετισμού παραπονιούνται ή ζηλεύουν («οι άνθρωποι όταν χάνουν το κουράγιο τους γίνονται εξαιρετικά ανόητοι» αλλά εκείνος δεν κολλάει· ούτως ή άλλως τον περιμένουν πολύ σοβαρότερες καταστάσεις.

Σύντομα βρίσκεται στην γαλλική πόλη που τις Κυριακές φαίνεται μικρότερη, η οικογένεια βρίσκεται έξω από τα νερά της κι ας μην το παραδέχεται κανείς σε κανέναν κι ο ίδιος «παθαίνει μοναξιά». Η ταπετσαρία είναι (εφιαλτικά) λουλουδάτη, οι συμμαθητές του προέρχονται από άγνωστες χώρες, οι λέξεις του πουθενά. Όμως η λίστα με τα θετικά σταδιακά μεγαλώνει: κάνει παρέα με την Κατρίν, ο ουρανός είναι πετρόλ, η ζαχαροπλαστική μυρωδιά βρίσκεται παντού, ο μπαμπάς έχει περισσότερο χρόνο, η μαμά πραγματοποιεί μερικά δικά της όνειρα, η μικρή έχει ταλέντο στις ξένες γλώσσες, ο καθένας τους έχει τον άλλον για παρέα κι όλοι μοιράζονται τις χαρές τους και κρατούν τα + από την κάθε τους μέρα.

Αλλά ο φόβος για την απώλεια των λέξεων παραμένει. Την ώρα των αγγλικών επαναλαμβάνει μέσα του τα ελληνικά και στο σπίτι γράφει γράμματα στην Αθανασία, μόνο που τα διατηρεί στο συρτάρι του γραφείου. «Είπαμε, η απόσταση σε κάνει τολμηρό, αλλά όχι και ατρόμητο». Εκεί δεν είναι μόνο ανεπίδοτα αλλά και έκθετα στα μάτια της μαμάς Κάσι (απ’ το Κασσιανή), που τα διαβάζει, τα φωτοτυπεί, τα κάνει σπιράλ, τα τιτλοφορεί και τα διανέμει στα μέλη της οικογένειας. Υπερήφανη για το ταλέντο του βλαστού, το πλούσιο λεξιλόγιο, την άψογη γραμματική. Κι ας συγχέει τα είδη, εφόσον δεν πρόκειται για ημερολόγιο, όπως το χαρακτήρισε, αλλά για απλούς μονολόγους σε Α4.

Με τον τρόπο αυτό ο Κωστής κερδίζει ένα τετράδιο κι εκεί μπαίνουν οι χαμένες λέξεις, αυτές που αγαπάει κι οι άλλες που τον θυμώνουν. Δεν περιορίζεται όμως στην γραφή αλλά αναζητά τρόπο να σκορπίσει τις λέξεις του στην πόλη, να τις έχει παντού γύρω του, να τον προσέχουν και να του θυμίζουν. Χάρη σ’ ένα υπέροχο εύρημα με επιστολές, αριθμούς, βιβλία και το τυχαίο, ο νεαρός «συγγραφέας» γνωρίζει ότι ο τόπος του είναι οι λέξεις και οι άνθρωποι της καρδιάς του, όπου κι αν βρίσκεται.

Μετακόμιση, μετανάστευση, η απώλεια των φίλων, το νέο περιβάλλον, οι βαθύτεροι φόβοι, και κυρίως η διατήρηση της γλώσσας ως ενός τόπου που μπορούμε παντού να κουβαλάμε μαζί μας, όλα χωράνε στην χορταστική ιστορία της Στέργιας Κάββαλου, που είναι έξυπνα γραμμένη, με μια σπαρταριστή αμεσότητα και μερικές έξυπνες στροφές που θυμίζουν την γραφή των φανζίν. Η εικονογράφηση της Πετρούλας Κρίγκου είναι εξίσου απολαυστική, με τις τρυφερές γελοιογραφικές της πινελιές στην απόδοση των προσώπων και την εμφανή τεχνοτροπία των κόμικς. Άλλη μια Ιστορία που βιώνεται δυνατά, όπως τιτλοφορείται η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σχετική σειρά των εκδόσεων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2018, εικονογράφηση: Πετρούλα Κρίγκου, σελ. 77, γυαλιστερό φύλλο [Ιστορίες που ζεις δυνατά]. Οι εικόνες είναι από το βιβλίο.

Ηλικίες: 10+

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

21
Νοέ.
18

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 2. Μαρίνα Καδή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

To τελευταίο μου βιβλίο που αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο έχει τίτλο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» (εκδόσεις Τελεία, εικονογράφηση Βασίλη Κουτσογιάννη). Είναι μια ιστορία εμπνευσμένη από τη ζωή, για τους γονείς που δεν είναι πια μαζί και τα παιδιά που προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους και να βρουν ξανά το χρώμα στη ζωή τους. Η ιστορία αυτή περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, από βιώματα που είχα ως παιδί, μέσα από τον χωρισμό των γονιών μου.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση για κάποια βιβλία σας;

Η Άσπρη στολή (εκδόσεις Τελεία, εικόνες Ρένια Μεταλληνού) είναι η ιστορία ενός κοριτσιού που ονειρευόταν να γίνει νοσοκόμα, για να φροντίζει τους ανθρώπους, χωρίς να φαντάζεται ότι η ζωή θα την έφερνε στην πρώτη γραμμή όλων των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη μικρή της πατρίδα. Μέσα από την ιστορία αυτή, που είναι εμπνευσμένη από τη ζωή της μητέρας μου, ήθελα να αναδείξω όλους τους αφανείς ήρωες, που εργάζονται ακούραστα και αθέατα, σε κάθε γωνιά της γης, για να απαλύνουν τον ανθρώπινο πόνο.

Το βιβλίο Περιμένοντας τη βροχή (εκδόσεις Καλέντη, εικόνες Ρένια Μεταλληνού), με ήρωα ένα μικρό αγόρι, τον Μάρκο, επικεντρώνεται στο φαινόμενο της ανομβρίας και της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που έβρεχε, οι μικρές χάρτινες βαρκούλες του Μάρκου ταξίδευαν, παίρνοντας μακριά και από μία λύπη. «Κάθε φορά που μια βαρκούλα ταξιδεύει, παίρνει και μια στενοχώρια μαζί της» έλεγε ο παππούς στον Μάρκο. Τώρα όμως ο παππούς δεν είναι πια μαζί τους και η βροχή έχει χαθεί… Κάθε μέρα, ο Μάρκος κοιτάζει τον ουρανό, για κάποιο σημάδι. Περιμένει τη βροχή, που θα διώξει τη λύπη μακριά και θα καθαρίσει τις ψυχές των ανθρώπων.

Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ (εκδόσεις Πάργα, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) περιγράφει την ιστορία ενός κοριτσιού που αναγκάζεται σε μια μέρα να αφήσει τη χώρα της και ό,τι αγαπούσε και να ταξιδέψει μακριά, στην άλλη άκρη της γης. Το μόνο πράγμα που μπόρεσε να πάρει μαζί της, είναι το κόκκινο φόρεμα, που της είχε κάνει δώρο η γιαγιά της στα γενέθλιά της. Και η Σαβέλ δεν το αποχωρίζεται ποτέ… Είναι μια ιστορία για τα παιδιά πρόσφυγες, που αναγκάζονται βίαια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τους ανθρώπους που αγαπούν και να βρεθούν σε τόπους ξένους.

Το βιβλίο Παιδικά όνειρα (εκδόσεις Πατάκη, εικόνες Ντανιέλα Σταματιάδη) είναι μια σύνθεση μικρών ιστοριών – οκτώ παιδιά που έχουν ένα φαινομενικά άπιαστο όνειρο, το οποίο ψαλιδίζουν άθελά τους οι μεγάλοι, μέσα από τη δική τους λογική και έλλειψη φαντασίας. Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, που καταφέρνουν τελικά να πραγματοποιήσουν τελικά τις επιθυμίες τους, τονίζεται η σημασία του να έχει κάποιος όνειρα και μην τα εγκαταλείπει.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία; 

Η επαφή μου με την παιδική λογοτεχνία ξεκίνησε μέσα από την επιθυμία μου να μιλήσω στα παιδιά για δύσκολα θέματα, όπως είναι η καταστροφή της φύσης και η εκμετάλλευση των ζώων, ο πόλεμος, η φτώχεια και η ανισότητα, χωρίς όμως να σκοτώσω την αισιοδοξία, την ελπίδα, τα όνειρά τους για το μέλλον. Έγραψα την πρώτη μου ιστορία πριν 10 χρόνια περίπου, λίγο μετά που έγινα μητέρα. Η επαφή μου με τα παιδικά βιβλία που διάβαζα στα δύο μου παιδιά κάθε βράδυ ήταν επίσης καθοριστική. Κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να πω κι εγώ μια ιστορία κι άρχισα δειλά δειλά να γράφω, χωρίς να ξέρω που θα με έβγαζε η προσπάθεια μου αυτή. Είχα όμως την ανάγκη να μιλήσω στα παιδιά – όχι μόνο τα δικά μου παιδιά – για θέματα δύσκολα, αλλά ουσιαστικά, μεταφέροντας το μήνυμα ότι μπορεί να είναι δύσκολο ένας άνθρωπος να αλλάξει τον κόσμο, όμως ένας άνθρωπος μπορεί, μέσα από μικρές, καθημερινές πράξεις, να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος λίγο καλύτερος…

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; 

Η παιδική λογοτεχνία συχνά πηγάζει από την ανάγκη του συγγραφέα να μεταφέρει ένα μήνυμα στα παιδιά και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να πέσει κάποιος στην παγίδα του διδακτισμού. Θεωρώ όμως ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες που επιδιώκουν να προβληματίσουν τα παιδιά για ένα θέμα και στις ιστορίες που επιδιώκουν να τους δώσουν ένα «μάθημα». Τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν είναι βιβλία γνώσεων κι αν τα χειριστείς ως τέτοια, θα έχεις ένα κακό αποτέλεσμα. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Ναι, οι παιδικές μου μνήμες είναι πηγή έμπνευσης για πολλά από τα βιβλία μου. Εκτός από το βιβλίο «Η κίτρινη κουβέρτα της ευτυχίας» για το οποίο μίλησα πιο πάνω, το βιβλίο «Ο Νικόλας και η Έλλη» – το οποίο περιγράφει τη σχέση ενός αγοριού με μια ελεφαντίνα – είναι βασισμένο σε μια παιδική μου ανάμνηση. Στον ζωολογικό κήπο της Λεμεσού, την πόλη όπου μεγάλωσα, ζούσε η Τζούλι, ένας ασιατικός ελέφαντας. Μου άρεσε να επισκέπτομαι την Τζούλι, χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε, ότι η ζωή της ήταν ένας εφιάλτης. Παρόλο που οι ελέφαντες είναι κοινωνικά ζώα, η Τζούλη ζούσε μόνη σε έναν πολύ μικρό χώρο, με αποτέλεσμα να πάθει αρθριτικά από την ακινησία (μια συχνή ασθένεια σε ελέφαντες που ζουν σε αιχμαλωσία) και τελικά να πεθάνει. Η ευαισθητοποίηση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, που ο ζωολογικός κήπος φρόντισε για τη μεταφορά άλλων μεγάλων θηλαστικών σε πάρκα του εξωτερικού, για να ζήσουν ελεύθερα. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η ιστορία της Έλλης και του μικρού Νικόλα.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Θα έλεγα ότι οι ιδέες παγιδεύουν εμένα και όχι το αντίθετο! Από τη στιγμή που θα έρθει στο μυαλό μου μια ιδέα για μια νέα ιστορία, η σκέψη αυτή με συντροφεύει κάθε λεπτό της μέρας, όπου κι αν βρεθώ, ότι κι αν κάνω. Συνήθως κρατώ σημειώσεις σε ένα μικρό μπλοκ που έχω πάντα μαζί μου και κάποια στιγμή κάθομαι να αποτυπώσω την ιστορία.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

«Το κόκκινο φόρεμα της Σαβέλ» είναι εμπνευσμένο από τα χιλιάδες παιδιά που αναγκάστηκαν τα τελευταία χρόνια να αφήσουν τη χώρα τους, για να αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Μέσα από τα μάτια της Σαβέλ ήθελα να δείξω ότι το ταξίδι δεν τελειώνει με την ασφαλή άφιξη ενός παιδιού στον προορισμό του. Εξίσου σημαντική είναι η ένταξη στο νέο περιβάλλον και κατά πόσο θα το υποδεχτούν με αγάπη και κατανόηση.

Η ιστορία της προσφυγιάς είναι μια ιστορία που επαναλαμβάνεται μέσα στους αιώνες και θα επαναλαμβάνεται όσο υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι διχασμοί. Καθώς έγραφα την ιστορία της Σαβέλ, στο μυαλό μου ήταν μια Ιρανή συμφοιτήτριά μου, η οποία είχε φύγει κρυφά από το Ιράν με τους γονείς της κατά την Ιρανική επανάσταση. Η μητέρα τους, φοβούμενη να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους, τους μίλησε για το ταξίδι τους το προηγούμενο βράδυ και δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν κανένα – ούτε καν την αγαπημένη τους γιαγιά, κάτι που βιώνει με παρόμοιο τρόπο και η Σαβέλ στην ιστορία. 

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο; 

Το βιβλίο «Μια μέρα» της Alison McGhee, σε εικονογράφηση του Peter Reynolds, είναι ένα από τα βιβλία που με άγγιξε βαθιά και με ενέπνευσε να αρχίσω να γράφω. Είναι ένα βιβλίο που καταφέρνει με λιγοστές λέξεις να περιγράψει όλα τα σύνθετα συναισθήματα της μητρότητας και να μας θυμίσει ότι όσο κι αν αγαπούμε τα παιδιά μας, το μέλλον είναι δικό τους και μόνο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση;

Μια ιστορία μπορεί να τη δουλεύω στο μυαλό για πολύ καιρό, πριν αρχίσω να την αποτυπώνω στο χαρτί. Μπορεί να σκεφτώ μια πρόταση, έναν διάλογο, ή ένα νέο χαρακτήρα και κρατώ σημειώσεις. Έτυχε να γράψω αποσπάσματα ιστοριών μου σε καφετέριες, σε πάρκα ή στο αεροπλάνο. Γενικά δεν προτιμώ να γράφω σε απομόνωση, αλλά νιώθοντας τον παλμό της πόλης. 

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης); 

Σπούδασα ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και διαχείριση του περιβάλλοντος στο Πανεπιστήμιο Cornell των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα εργάζομαι στο Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος της Κύπρου. Τόσο η ψυχολογία, όσο και οι περιβαλλοντικές σπουδές, έχουν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των θεμάτων των βιβλίων μου, καθώς και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων αυτών.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Η αγαπημένη μου συγγραφέας παιδικών και εφηβικών βιβλίων είναι η αμερικανίδα Jacqueline Woodson, η οποία αντλεί από το δύσκολο παρελθόν της αφροαμερικανικής κοινότητας στην οποία ανήκει. Οι ήρωες των βιβλίων της είναι απλοί άνθρωποι που καταφέρνουν να ανέλθουν μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς να αφήσουν τις αντιξοότητες της ζωής να τους καθορίσουν. 

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Από ξένους εικονογράφους ξεχωρίζω την Isabelle Arsenault, την Rebecca Green και τον Peter Reynolds. Όσον αφορά Έλληνες εικονογράφους νιώθω τυχερή γιατί είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με καλλιτέχνες που εκτιμώ και θαυμάζω, όπως η Ρένια Μεταλληνού, η Ντανιέλα Σταματιάδη, η Αγγελική Πιλάτη, η Πέρσα Ζαχαριά και ο Βασίλης Κουτσογιάννης. 

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός ανάλογος λογοτεχνικός χαρακτήρας; 

Η Άννα των αγρών (Anne of green gables) της Lucy Montgomery. 

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης; 

Το βιβλίο που με μύησε στην αγάπη του διαβάσματος ως παιδί ήταν «Η μικρή πριγκίπισσα» της Frances Hodgson Burnett. Ο κόσμος της Σάρα καταρρέει όταν πεθαίνει ο λατρευτός πατέρας της. Η διευθύντρια του οικοτροφείου όπου έμενε την εκτοπίζει σε στη σοφίτα και την αναγκάζει να δουλέψει για ένα πιάτο φαί. Η Σάρα καταφεύγει στη φαντασία της για να επιβιώσει στη σκληρή πραγματικότητα.  

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

18
Νοέ.
18

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η ιδιωτική μου αντωνυμία

Η αλληλοπάθεια των βίων που γίνονται βιος

Μαζεύω τυχάρπαστες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. Σαν τότες που ήμουνα μωρό παιδί, δευτεράκι ή τριτάκι, και με έστελνε η μάνα μου στο μπακάλικο, αφού προηγουμένως με έβαζε να παπαγαλίσω όλα τα ψώνια: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές. Με τη βεβαιότητα ότι το ξύλο δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω. Ή που θα μπέρδευα την παραγγελία ή που θα ξεχνιόμουν στην πλατεία να παίζω μπίλιες με τους φίλους μου. Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμα διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουν απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με τα χέρια στο πληκτρολόγιο και τον κέρσορα να σχηματίζει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές («Παραγγελιές», σ. 39-40).

Αδυνατώ να καταλήξω αν είναι η ίδια η ζωή ή η άλλη της πλευρά, αυτή της λογοτεχνίας, που μου πρότειναν πως ό,τι αξίζει απ’ όσα ζούμε ή ό,τι μας έκανε αυτό που είμαστε, δεν φτιάχνει μυθιστόρημα, ούτε καν διηγήματα, αλλά μικρά πεζά, σκόρπια κομμάτια, πυκνά θραύσματα μνήμης. Και πως όλα αυτά από την ίδια τους τη φύση αποζητούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις, εκείνες που έχουν διπλό φορτίο, και του νοήματος και της σιωπής. Αλλά και πάλι, τι απ’ όλα αυτά αφορά έναν αναγνώστη; Σίγουρα όχι η ωραιοποίηση μιας βιωμένης πεντηκονταετίας ή η νοσταλγία για τα αγνά συστατικά ενός ανεπίστροφου παρελθόντος, όπως η φύση, η παιδική ηλικία, οι αγαπημένοι περίγυροι, οι συγγενείς, ομοαίματοι κι εκλεκτικοί, οι έρωτες.

Μπορεί το απόσταγμα να είναι διπλό, ώστε να μείνει εκείνο που αφορά και τον αφηγητή και τον διαλεκτικό του σύντροφο από την άλλη πλευρά της σελίδας; Η ιδιωτική αντωνυμία του Χατζημωυσιάδη, χωρισμένη σε εννιά ενότητες –αντωνυμίες όλων των ειδών, είναι μια ψηφιδωτή λογοτεχνία όπου η κάθε ψηφίδα χωρά έναν ολόκληρο βιωμένο κόσμο, που, ιδωμένος από λίγο μακρύτερα ή πλαγιότερα, είναι και δικός μας. Κι ακόμα παραπέρα, είναι το τοπίο όπου ο έρωτας, η μύηση και ο θάνατος είναι δεν έχουν χρόνο.

Γι’ αυτό και από την μια μας περιμένουν παιδικές άνοιξες που θάλλουν, ασθένειες ευπρόσδεκτες γιατί αύριο δεν έχει σχολείο, βροχές που αναβάλλουν το μάζεμα του καπνού ή του βαμβακιού, σκιάχτρα που φορούν τις παλιές μας φανέλες και ασκούνται στην υπομονή, ύστερες αλλά ποτέ καθυστερημένες συμποσιάσεις με τον πατέρα και οι υποσχέσεις του παππού για την εβδομάδα που δεν έχει Παρασκευή (και που ο εγγονός ακόμα την περιμένει). Κι ύστερα, στην δεύτερη ανάγνωση, αλλάζει το φως και αποκαλύπτει κάτι άλλο, σαν τις ιστορίες του παππού που, ενώ ήταν οι ίδιες. τα διδάγματα κάθε φορά ήταν διαφορετικά, ακόμα και αντίθετα· ή σαν τις ιστορίες με τις νεράιδες και τα φαντάσματα που συνήθιζε να λέει η γιαγιά, οι οποίες τελικά βρίσκουν την δικαίωσή τους στην ίδια την Ιστορία, γιατί κάθε τόπος είναι φορτισμένος με τους τραυματίες του, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει το παρελθόν ή πρόκειται για μια τρυφερή άσκηση παρηγοριάς, ένα παιχνίδι που μας έμαθε η ίδια η αφήγηση; Γίνεται οι χειροποίητοι χαρταετοί, με την αλησμόνητη τελετουργία της κατασκευής, να πάψουν να σωριάζονται χάρη στην φαντασιακή επανάληψη των ίδιων κινήσεων και επιτέλους να πετάξουν; Γίνεται να θέσουμε την ερώτηση στην γιαγιά ποιους παππούδες, ποια δεκατετράχρονα κοριτσάκια και ποιες κρυφές ζωές φυλάς μες στις ερμητικές σιωπές σου; Υπάρχουν τρόποι να προληφθεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Μπορεί η ανάμνηση να αλλάξει την ροή των πραγμάτων όπως στην βουτιά;

Είπαμε, κάθε μαγεία εδώ βγαίνει από την μνήμη και φυλάσσεται στις λέξεις. Αλλά είναι οι ίδιες λέξεις που δεν κρύβουν τίποτα, απροκάλυπτα ειλικρινείς για την πλήρη απομάγευση. «Δυτικά της ιστορίας», το ποταμάκι των παιδικών χρόνων κατεβάζει του κόσμου της ακαθαρσίες, το δε πλατανόδασος αποψιλώνεται χρόνο με τον χρόνο και καταπατάται. «Στη μεθόριο της μεθορίου», εκεί όπου νέος σε ένα χωριό της Μακεδονίας στις αρχές του ’80 στοιχίζεσαι στους κυκλικούς χορούς και στις ενιαίες αντιλήψεις, όποιος είναι διαφορετικός και διαβάζει, απομονώνεται από τις παρέες και σήμερα – πώς είναι άραγε;

Υπάρχουν πολλά κείμενα που προκαλούν διπλή ανάγνωση, όπως Μια παγωμένη άνοιξη, με τους ήρωες των παιδικών χρόνων να φοράνε λουλουδάτα φορέματα και παντελόνια καμπάνα, να ακούνε ξένη μουσική, να συχνάζουν σε γεμάτα αμφιθέατρα και να αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους μεγάλους. Τώρα θλιβεροί μεσήλικες τρέχουν στις εκκλησίες και ψάχνουν σε εθνικά συλλαλητήρια τις πιο βολικές κολυμπήθρες. Κάτι λίγοι μόνο άντεξαν, σαν φαντάσματα του παρελθόντος, βουτηγμένοι σε φτηνό αλκοόλ και απέραντη μοναξιά, χάρτινοι και κατανοητοί πια, γιατί «είναι αβάσταχτες εκείνες οι ατέλειωτες Πρωτομαγιές του ’75, σαράντα τόσα χρόνια μετά».

Κι όμως, παρά την απομάγευση οι συνοδοιπόροι του συγγραφέα ενηλικώνονται και γερνούν μαζί του με μια αίσθηση παραμυθίας πως όλα ανήκουν στον κύκλο της ζωής. Όπως, ας πούμε, ο μικρός Ινδιάνος Τσιπιρίπο τέταρτο και πολυτιμότερο μέλος της παρέας του Μικρού Σερίφη · τώρα τελευταία τον φαντάζεται μεσήλικα, να πάσχει από σάκχαρο ή να υποφέρει από αρθριτικά. Αλλά να συνεχίζει κάθε βράδυ να παίρνει το στενό μονοπάτι για το βουνό των Θεών, για μοναχικούς ολονύχτιους χορούς («Ο μικρός μου ήρωας»). Ή ο δικός του κακός λύκος μιας πυκνόφυτης ρεματιάς, πού όταν κάποτε, ενήλικος πια, την κατέβηκε, τον είδε που πέρασε δίπλα του, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης, κυνηγημένος από μια αγέλη. Αργότερα η ρεματιά αφανίστηκε από τους καταπατητές αλλά ο συγγραφέας θέλει να πιστεύει ότι ο λύκος βρίσκεται ακόμα εκεί στο πράσινο λημέρι του· και να τον φαντάζεται ανήμπορο, φαφούτη, στο κρεβάτι, με μια πονηρούλα Κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται και να τον παρηγορεί («Αλυχτίσματα»).

Ούτως η άλλως η ίδια η πραγματικότητα είχε την άλλη της πλευρά, αθέατη τότε, σήμερα ηθελημένα παραμερισμένη. Γιατί είναι ωραίο να είσαι στα δεκάξι στον πευκώνα του χωριού για το πρώτο ραντεβού και να ονειρεύεσαι ότι έτσι ακριβώς θα ήθελες να είναι όλη η ζωή σου: ένας καταπράσινος Απρίλιος, με το πρώτο ανοιξιάτικο ψιχάλισμα. Και να αγνοείς τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το ραδιενεργό νέφος εξαιτίας του προ δυο ημερών ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ («Ανθοφορίες»).

Αυτοί είναι και για μένα οι ιδανικοί χαρακτήρες των βιβλίων. Όπως εκείνος που μαθαίνει πως είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν τα βάζει με τον εαυτό του ούτε με την τύχη του. Φεύγει από το νοσοκομείο, κλείνεται στο σπίτι και ξαπλώνει. Πόσα λόγια, πόσοι μορφασμοί, πόσες χειρονομίες, πόσα βλέμματα ανασταίνονται σε είκοσι μέρες μέσα; Κάποιες ημιτελείς ζωές τον περίμεναν ανυπόμονα για να τις ζήσει («Πολλές ζωές για να τις ζήσει»).

Κάποτε το διαρκώς αναζητούμενο βαθύτερο νόημα τελικά βρίσκεται στο παρελθόν. Άλλωστε «Οι γιαγιάδες που μας υπήρξαν» που μνημονεύονται από τον αφηγητή δεν είναι οι νεανίζουσες και καλοχτενισμένες αλλά οι μαγκούφες, οι αναμαλλιασμένες κι οι λιγομίλητες, γιατί περιέφεραν στον παιδικό του κόσμο μια υπενθύμιση θανάτου, μια απόδειξη της φθοράς και με αυτό τον τρόπο έθεταν, έστω και εν αγνοία τους, ένα όριο στην ύβρη. Και ζώντας σ’ έναν τόπο όπου νυχτώνει νωρίς, τα καφενεία είναι κλειστά, οι φανοστάτες χαλασμένοι και δεν ακούγονται παρά μακρινά γαβγίσματα σκύλων, ο συγγραφέας σκέφτεται πως ο θάνατος δεν είναι τόσο ένα συμβάν όσο μια εξελισσόμενη κατάσταση, και δεν αφορά μόνο ανθρώπους αλλά και τα σπίτια, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες («Το βοριαδάκι του Γενάρη»).

Κι εμείς συνεχίζουμε να περιδιαβαίνουμε «το ναρκοπέδιο των λέξεων», πάντα ανέτοιμοι για οποιαδήποτε «Προφορική εξέταση» (σε αντίθεση με μια μαθήτρια που ξεπέρασε την διδασκαλία γιατί ήταν μάθημα από μόνη της), αλλά για να μάθουμε ιστορία από την καμπούρα της γιαγιάς που είχε άντρα σκοτωμένο στον εμφύλιο κι γιο εξόριστο στη Λέρο κι όχι απ’ το σχολικό μάθημα όπου έπαιρνε κακό βαθμό ο εγγονός της («Εθνική αγωγή») ή για να προχωρήσουμε πέρα από την λατρεία ενός Θεού και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας («Δήλωση μετανοίας»). Κι ας γίναμε κι εμείς οι ίδιοι του καιρού μας, με πρωινό ξύπνημα με τρία χιλιόμετρα διάδρομο στο υπόγειο του σπιτιού ή μια χαμογελαστή ανάρτηση στο Facebook με εξακόσια τριάντα δυο λάικ και εβδομήντα τρεις καρδούλες ή ένα παράνομο παρκάρισμα μπροστά στο ΑΤΜ της γειτονιάς για μια βιαστική ανάληψη («Χειραψία γνωριμίας»).

Ή για να καταλάβουμε ότι η γραφή είναι έκθεση, αλητεία και ασέλγεια στα αγαπημένα μας πτώματα, τριγύρισμα στους δρόμους με περιφορά του εαυτού. Οριστικός και αόριστος, κτητικός και αναφορικός, προσωπικός και αυτοπαθής,  δεικτικός (και δηκτικός) και ερωτηματικός, ακριβώς όπως οι αντωνυμίες του, ο συγγραφέας καθίσταται αλληλοπαθής με τον καθένα μας, στην κοινότητα της γραφής και της ανάγνωσης όπου ανήκουμε όλοι γιατί οτιδήποτε ατομικό εδώ αφορά κάθε συλλογικό αλλού.

Κι αν η λογοτεχνία μερικές φορές μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν έχει αξία, όλη αυτή η σπατάλη, η ματαιοδοξία κι ο αυτισμός του εγώ, έρχεται με τις δικές του Κροστάνδες ο Χατζημωυσιάδης να μας πει ότι λογοτεχνία είναι εκείνη που επιχειρεί ασταμάτητα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων απ’ τους επαναστάτες που τα έχουν ήδη καταλάβει. Υπάρχει και μια ακόμα ένδειξη, που για άλλη μια φορά είχε μαρτυρήσει το παρελθόν αλλά δεν της δώσαμε σημασία. Με αφορμή μια αναδρομή στο παιδικό ημερολόγιο, ο συγγραφέας στέκεται σε μια συχνή καταγραφή: «Σήμερα τίποτα». Πιο παλιά θα το σκεφτόταν αλλιώς αλλά τώρα γνωρίζει πως η διατύπωση αυτή είναι ό,τι πιο σοφό έχει γράψει. Στο κάτω κάτω, αν γράφει τώρα, λέει, είναι κυρίως για να δώσει σ’ αυτό το τίποτα την ψευδαίσθηση του κάτι.

Αν για κάτι λατρεύω τη γραφή, είναι που μπορεί να αίρεται πάνω από την πραγματικότητα. Τις προάλλες φερειπείν κάτι γριές μαγκούφες με φαρδιές ρόμπες, μουστάκια και τρέμουλο στα χέρια εμφανίστηκαν απρόσκλητες στην οθόνη του μυαλού μου και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν αμέσως σε αθώα κοριτσόπουλα που κάναν πιτζάμα πάρτι στον υπολογιστή μου. Στεκόμουν εγώ αντίκρυ τους σαν χάνος και κοιτούσα. Ξανά με εμπαίζουν οι λέξεις, είπα. Ως δια μαγείας», σ. 168-169).

Εκδ. Κίχλη, 2018, 176 σελ. Δυο κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε δυο συλλογικά βιβλία και τα υπόλοιπα σε μια πρώτη μορφή στην ιστοσελίδα artinews.gr.

Στις εικόνες: Βεβιασμένη φωτογραφία του νεότατου συγγραφέα ενόψει πιθανού θανάτου. Φαίνεται πως πείσμωσε κι έζησε. Αποτελεί το έναυσμα για το πρώτο κείμενο της συλλογής / Π.Χ. ετών 17 / Έργο του Βασίλη Σολιδάκη / Φωτογραφία της Elisabeth Carecchio από προφανή θεατρική παράσταση / Έργο του Bernard Locca / Χορτιάτης 1944 / Π.Χ. ετών μεταγενέστερων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.




Δεκέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Blog Stats

  • 955.396 hits

Αρχείο

Advertisements