Κατρίνα Τσάνταλη – Τα χρώματα της Χλόης

«Μην χάσεις ποτέ τον εαυτό σου για να αρέσεις στους άλλους»

Είναι πράγματι εντυπωσιακό: μερικά μείζονα θέματα συναισθηματικής νοημοσύνης και γενικότερης κοινωνικής συμπεριφοράς για τα οποία ξοδεύονται εκατοντάδες σελίδες «ειδικών» βιβλίων ψυχολογίας και «αυτοβελτίωσης», παρουσιάζονται στην ουσία τους σε μερικά άξια βιβλία παιδικής και δη εικονογραφημένης λογοτεχνίας εξ ορισμού μικρής έκτασης. Καλώς το λοιπόν το βιβλίο από την πάντα ευρηματική συγγραφέα του είδους (έχουμε παρουσιάσει το έξοχο Φανταζού αλλά και τον Ιπποπόκαμπο, εδώ και εδώ, αμφότερα από τις ίδιες εκδόσεις και με την ίδια εικονογράφο) με ηρωίδα την συνώνυμη της δεύτερης κόρης μου Χλόη.

Πρόκειται για μια αξιαγάπητη ποντικίνα εντελώς χαρισματική, όπως είναι δεδομένο για όλα τα παιδιά, και με την δική της ιδιαίτερη «προσωπικότητα» όπως έχουν όλα τα παιδιά αλλά και τα ζώα. Από την πολύχρωμη και φωτεινή εμφάνισή της έως την συμπεριφορά της απέναντι στους άλλους, χαρακτηριζόμενη από ευγένεια και καλούς τρόπους, η Χλόη «ξεχωρίζει» με την πρώτη, ενώ μια σειρά δημιουργικών καθημερινών ασχολιών γεμίζει την μέρα της, καθώς τραγουδά, ζωγραφίζει και χορεύει με ξεχωριστό ταλέντο. Η αντιμετώπιση των άλλων ποντικών είναι η αναμενόμενη: ενοχλούνται από την συνεχή καλή της διάθεση, δεν αντέχουν τόσα χρώματα και την αγνοούν. Όμως εκείνη έχει ανάγκη από φίλους αλλά και να μοιραστεί όλα όσα γνωρίζει.

Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να κερδίσει την φιλία τους; Θα μπορούσε να κρύψει τα χρώματά της με μια καφέ κάπα – και το κάνει. Θα μπορούσε να τους μοιάσει ολοένα και περισσότερο, θα μπορούσε ακόμα και να συμμετάσχει σε ενέργειες που δεν εγκρίνει, όπως για παράδειγμα στο ροκάνισμα ενός λάστιχου ποδηλάτου και στην εισβολή σε μια ξένη κουζίνα. Αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω και σε μια έξοχη μεταφορά, αποφασίζει να τους χαρίσει τα χρώματά της, από ένα στον καθένα, κι ας τα στερηθεί. Το κόκκινο σε κάποιον που προσπαθεί να ζωγραφίσει, το μπλε σε εκείνη που μαθαίνει να τραγουδά, το πράσινο σε αυτόν που ήθελε να φτιάξει έναν κήπο. Συνεχίζει να δίνει και νιώθει ευτυχισμένη, ή έτσι νομίζει. Η πλήρης διαθεσιμότητά της συνεχίζεται – να βοηθήσει, να δώσει, να συνοδεύσει-, ακόμα κι όταν ορισμένοι δεν έμεναν ευχαριστημένοι.

Όμως όσο οι άλλοι χρωματίζονται εκείνη αποχρωματίζεται· όσο οι άλλοι ωφελούνται, εκείνη αδειάζει. Και φτάνει η ημέρα που αισθάνεται εξαντλημένη και δεν θέλει να σηκωθεί από το κρεβάτι της, δεν έχει πια και κάτι άλλο να δώσει. Στον καθρέφτη δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της· τα χρώματά της έχουν στερέψει. Τώρα είναι εκείνη που χρειάζεται βοήθεια και πού αλλού να στραφεί από τους ίδιους της τους «φίλους»; Ο ζωγράφος του κόκκινου την κατηγορεί για την αποτυχία της ζωγραφιάς του, η αρουρίνα του μπλε θεωρεί ότι κατάφερε να πετύχει και χωρίς αυτήν. Η ποδοσφαιρική ομάδα όπου συμμετείχε χωρίς στο βάθος να της αρέσει, αδιαφορεί. Η Χλόη αισθάνεται συντριπτική μοναξιά.

Όμως ένα μικρό ποντικάκι της χτυπάει την πόρτα και προτείνει το εντελώς αντίστροφο από εκείνα των άλλων ποντικών· δεν ήρθε να πάρει αλλά να δώσει. Είχε παρατηρήσει την Χλόη να γίνεται γκρίζα και τώρα την βλέπει να έχει ξεχάσει να φροντίσει τον ίδιο της τον εαυτό, να νιώθει αόρατη και μόνη. Την προτρέπει να αγαπήσει ξανά τον εαυτό της και της χαρίσει μια πολύτιμη συμβουλή: «Ποτέ μην κρύψεις ποια είσαι. Μην κάνεις ποτέ κάτι που δεν θέλεις, μόνο και μόνο για να ανήκεις κάπου. Αν δεν πιστέψεις εσύ σ’ εσένα, ποιος θα το κάνει;». Από εκείνη την ημέρα η Χλόη αλλάζει. Επιστρέφει στις αγαπημένες τις ασχολίες και αντιλαμβάνεται πως δεν χρειαζόταν πολλές παρέες γύρω της. Οι πραγματικοί φίλοι ήταν αρκετοί και ο πρώτος ήδη βρισκόταν δίπλα της. Θα μάθει και να διαλέγει τους επόμενους και θα είναι εκείνοι που θα την αγαπούν γι’ αυτό που είναι, θα στηρίζουν τα όνειρά της και να βρίσκονται δίπλα της όταν τους χρειαστεί. Και όταν οι παλιοί δήθεν φίλοι ξανάρχονται ένας ένας για να ξαναπάρουν χρώματα, εκείνη θα βάλει τα όρια. Και όσοι καταλάβουν, θα λάμψουν και εκείνοι, αλλά με τα δικά τους χρώματα, που βρίσκονταν πάντα εκεί.

Είναι προφανές πως το θέμα αποκτά ευρύτερη σημασία που δεν περιορίζεται σε ηλικίες ενώ οι προεκτάσεις του είναι πολλές: εκείνος που ξεχωρίζει – ποιος θυμάται εκείνη την παρομοίωση με το στάχυ, η δημιουργικότητα που προκαλεί ζήλεια, η εκμετάλλευση της προθυμίας στον έσχατο βαθμό, η αχαριστία του «ευεργετηθέντος» – όταν κάποια στιγμή που η Χλόη ζητάει με την σειρά της την ανάγκη τους, οι άλλοι δεν είναι διόλου πρόθυμοι να την βοηθήσουν και πολύ περισσότερο αρνούνται να αναγνωρίσουν όσα τους πρόσφερε, θεωρώντας πως τα κατάφεραν μόνοι τους – η σημασία της δημιουργικότητας στην οικοδόμηση ενός εαυτού.

Η ανάγκη για συντροφιά και αποδοχή από τις παρέες μπορεί να μας οδηγήσει σε δρόμο με δύσκολη επιστροφή. Είναι ακριβώς αυτό που αναφέρει στο επιλογικό της σημείωμα η συγγραφέας μιλώντας για τον δικό της εαυτό και την παιδιόθεν ανάγκη της να μην απογοητεύει τους άλλους και να βάζει τις ανάγκες τους πριν από τις (ανύπαρκτες) δικές της, έχοντας την αίσθηση πως έτσι αποκτά αξία. Πότε καταργείται η μοναδικότητα του κάθε ατόμου και πότε επέρχεται η ομοιότητά του με τα άλλα άτομα; Όσο και αν η ανάγκη αποδοχής και το αίσθημα του ανήκειν αποτελούν θεμελιώδεις ψυχικές ανάγκες, όσο και αν η κοινωνικοποίηση και οι νόμοι με τα έθιμα της κοινωνίας μας κατευθύνουν σε υποχρεωτικές συμπεριφορές η αλλαγή και η συνακόλουθη απώλεια του εαυτού μας για να γινόμαστε αποδεκτοί πάντα αποβαίνει καταστροφική. Όπως καταλήγει και η Χλόη, «Μην χάσεις ποτέ τον εαυτό σου για να αρέσεις στους άλλους»

Εικονογράφηση: Little miss Grumpy [Μαρία Παγκάλου]

Εκδ. Διόπτρα, 202, σελ. 48. Με πρόλογο της Φρόσως Φωτεινάκη, συγγραφέως και ψυχολόγου-ψυχοθεραπεύτριας.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Φιλήμονας Πατσάκης – Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Λογοτεχνία και αυτεξούσιο. Δον Κιχώτης – Άμλετ – Φάουστ – Ρεμπώ – Ντοστογιέφσκι

Ήδη από τον πρόλογό του ο συγγραφέας μας εισάγει στα desiderata του βιβλίου του: θα ερευνήσει έργα που βιώνουν πληρέστερες και εντονότερες ζωές μακριά από την εποχή τους κυρίως ως χώρους μιας βίαιης αμφισβήτησης. Αν κάποια κείμενα μπόρεσαν να απεμπλακούν από τις ιδεολογικές ή άλλες στοχεύσεις των δημιουργών τους και ανέπτυξαν μια ξέχωρη πορεία, αν χάρη σε αυτά αισθάνεται κανείς σε οδηγούν στο άνοιγμα στο συλλογικό, στον κόσμο μέσα από την ανάγκη της ελευθερίας, αν η ανάγνωση μας προσφέρει την δυνατότητα για μια διαρκή επινόηση του κόσμου και του ανθρώπου και μια αέναη αναζήτηση που να μη χωρά μέσα στα στερεότυπα του σήμερα, τότε η λογοτεχνία μπορεί να εγκαθιδρύει το αυτεξούσιο και να φαντάζεται τις ατέλειωτες δυνατότητες του Είναι η μόνη μέσα από την οποία αναδεικνύονται νέες σημασίες, η μόνη που η αναζήτηση των όρων της αμφισβήτησης φτάνει σε βάθος συνταρακτικό. Ενώ έχουν επενδυθεί πολλά στην ανάγκη η λογοτεχνία να γίνει το όχημα της κατασκευής ταυτοτήτων, πρέπει να ασχοληθούμε, γράφει, κυρίως με ό,τι δραπετεύει από αυτές, με ό,τι ανασαίνει στην άρνηση του υπάρχοντος. Μέσα σε αυτά τα μείζονα έργα θα προσπαθήσει να διακρίνει «τις σχεδίες του αυτεξούσιου», την ανάδειξη της οριστικής φυγής, της λιποταξίας από την κάθε είδους εξουσιαστική δομή. Ας διατρέξουμε εν συντομία το χορταστικό αυτό σώμα πάντα με τα λόγια του συγγραφέα.

Στο πρώτο κείμενο «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους. Δον Κιχώτης» ο συγγραφέας αναζητά της απαρχές του θέματος στον Ραμπελαί ο οποίος έθεσε το ζήτημα του γέλιου και του ανθρώπου στο κέντρο της ζωής, οραματιζόμενος μαζί με τους ήρωές του την διάλυση της αυθεντίας και της σοβαροφάνειας. Η ύπαρξη εστιών παγανισμού και ανατρεπτικών γιορτών, η ένταση την οποία θα δώσει ο σωματικός παράγοντας στα έργα του, το άστατο και το ανάλαφρο που στήνουν αυτό που ο Μπαχτίν ονομάζει εκθρόνιση του βασιλιά, αποτελούν στοιχεία ενός πολιτισμού πολύ πιο περίπλοκου απ’ ότι υποτίθεται. Σε μια κοινωνία γεμάτη πείνα και ασθένειες, η κραιπάλη του Γαργαντούα εκφράζει μια άκρατη αισιοδοξία, μια πρόκληση προς την απόλαυση και την σωματοποίηση της ευτυχίας που η θρησκεία απεχθάνεται. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η δύναμη της δημιουργίας τοποθετούνται πάνω από την χριστιανική εικόνα της προαιώνιας ενοχής, συνθέτοντας μια νέα αφήγηση. Το σώμα αναδεικνύεται ως κύριος εκφραστής της ζωής. Στον Ραμπελαί δεν υπάρχει πια το προπατορικό αμάρτημα ούτε η μέρα της κρίσεως, συνεπώς κανένας μεταφυσικός φόβος δεν καθορίζει την ζωή. Εδώ εκφράζεται η ανάγκη για μια ζωή με πάθη, μια ζωή γεμάτη και τα πάντα δομούνται με βάση τις δυνατότητες και όχι τις κάθε λογής βεβαιότητες.

Ο Οδυσσέας της Κόλασης του Δάντη δεν επιστρέφει στην Ιθάκη αλλά ορμάει στο άγνωστο, πέρα από το Γιβραλτάρ, αδιάφορος για το γραφόμενο της μοίρας. Ο άνθρωπος ως αυτεξούσιο όν είναι μέρος αυτού του πληρώματος και δεν θα εγκαταλείψει ποτέ αυτή την αποστολή. Η μυθιστορία έρχεται την ώρα που το σαράκι της αμφιβολίας αρχίζει να ποτίζει την θρησκευτική πίστη. Στα Άσματά του ο Δάντης περιφέρεται στους τόπους των νεκρών, συνομιλεί μαζί τους και κρίνει εκ νέου πράξεις και χαρακτήρες, αλλάζοντας την χρήση της έννοιας του αμετάβλητου. Γράφοντας το πρώτο βιβλίο αναστοχασμού, ο Μοντένιος αρνείται να υποτάξει την δράση σε κάποιο σχέδιο που αναβάλλει διαρκώς την ύπαρξη και σκιαγραφεί την δυνατότητα μιας σύγχρονης αποδόμησης της εξουσίας, προβάλλοντας την ανάγκη να δώσουμε εμείς τους ορισμούς. Στο έργο του Περσίλες ο Θερβάντες θα πει: «Εμείς που οι ίδιοι ορίζουμε την μοίρα μας και δεν υπάρχει ψυχή που να μην είναι ικανή να σηκωθεί από την θέση της».

Γιατί διαβάζουμε ξανά και ξανά, περισσότερο από τετρακόσια χρόνια, τις πολυκαιρισμένες ιστορίες ενός περιπλανώμενου ιππότη στα περίχωρα της Μάντσα; Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ ο Θερβάντες έτρεφε έναν σχεδόν δουλοπρεπή σεβασμό για την αριστοκρατία και τον πλούτο, ο Δον Κιχώτης θα πει στον Σάντσο Πάντσα: «Πρέπει να ξέρεις, Σάντσο, ότι κανένας δεν είναι παραπάνω από τον άλλο, αν δεν κάνει κάτι παραπάνω από τον άλλο». Ο Δον Κιχώτης βγήκε από το σπίτι του για να περιπλανηθεί στον κόσμο όταν ο Θεός εγκατέλειπε σιγά σιγά την θέση απ’ όπου κατηύθυνε το σύμπαν, και θέλησε να αλλάξει τα κακώς κείμενα σε μια εποχή που δεν το είχε διανοηθεί, γι’ αυτό τα όπλα του φαντάζουν τόσο σύγχρονα. Ο νεωτερισμός αυτού του έργου έγκειται στο ανατρεπτικό πνεύμα που οδηγεί το πρόσωπο να αναζητήσει την ευθύνη των πράξεών του και την αξίωση να αλλάξει τον κόσμο. Φυσικά θα προσκρούσει σε αντιξοότητες, θα βασανιστεί και θα χλευαστεί. Πρόκειται για μια ελεγεία της δύναμης της βούλησης, καθώς αυτή ξυπνάει από τον λήθαργο της θρησκείας.

Βορειότερα άλλη μια πορεία ξεκινά και αυτή την φορά η αναμέτρηση θα είναι και με την άβυσσο του εαυτού. Βρισκόμαστε στο δεύτερο κείμενο με τίτλο «Όλα τα άλλα είναι σιωπή. Άμλετ» και δεν μπορεί, αρχικά, να μην σημειωθεί πως την ίδια εποχή με τον Σαίξπηρ το ανώνυμο έργο Η ζωή και ο θάνατος τους Τζακ Στρο όχι μόνο διαμαρτυρόταν για την εξαθλίωση των μαζών, αλλά παράλληλα τις καλούσε για εξέγερση: «Και δίκαια αρπάζετε το σπαθί για να γλιτώσετε από αυτή τη συμφορά». Η καταγωγή των έργων του Σαίξπηρ βρίσκεται στις μεσαιωνικές ηθικολογίες και στην μετάβαση αυτών στο ιστορικό δράμα αλλά και στα μεσαιωνικά μυστήρια που αρχικά παίζονταν στην εκκλησία και στις θρησκευτικές γιορτές αλλά σύντομα και στα πανδοχεία, όπου έγιναν μέρος της λαϊκοποίησης της τέχνης. Η εξουσία δεν μπορούσε να αφήσει αυτό το μέσο απεύθυνσης να της διαφύγει και ο υπεύθυνος των θεαμάτων επέλεγε τα έργα που θα παιχτούν και ήταν ο επίσημος λογοκριτής της αυλής όφειλε να ελέγχει ότι το οιοδήποτε θέαμα δεν θα περιέχει ίχνος αμφισβήτησης των θεσμών της εποχής.

Ο Σαίξπηρ εκφράζει την ολοένα και αυξανόμενη αυτονομία της συνείδησης, της ελευθερίας της σκέψης και της κρίσης που χαρακτήριζε την εκκολαπτόμενη σκέψη του Διαφωτισμού. Ο Μοντένιος και ο Ραμπελαί στοιχειώνουν την απραξία του Άμλετ. Όπως παρατηρεί ο Μπρεχτ στον Γαλιλαίο του: «Είδαμε πως οι ουρανοί είναι άδειοι. Και ένα τεράστιο ανοιχτόκαρδο γέλιο αντηχεί πέρα ως πέρα… Από τη μια μέρα στην άλλη, το σύμπαν έχασε το κέντρο του και το πρωί, να αμέτρητα άλλα! Έτσι που σήμερα ο καθένας μπορεί να είναι το κέντρο, καθένας και κανένας». Ο Άμλετ ενσαρκώνει για πρώτη φορά αυτό το καθένας και κανένας. Αποκρυσταλλώνοντας μια διαδικασία αυτογνωσίας που οδηγεί στην απελπισία, την μοναξιά και εν δυνάμει στην ανταρσία. Ο Πατσάκης παρατηρεί τέσσερα στοιχεία που φανερώνουν ότι ο Σαίξπηρ γνώριζε τις δυνατότητες αμφισβήτησης της εξουσίας του καιρού του: την τύχη ως μέρος του τραγικού η οποία συχνά διέλυε το μεγαλείο, την αυτοαναίρεση από τους ίδιους τους κρατούντες (με κυριότερο τον Ριχάρδο Β΄), την περίφημη ρήση του Θωμά Ακινάτη πως τα πλάσματα του Θεού οφείλουν να υπακούν σε μια κυβέρνηση μόνο εφόσον αυτή στοχεύει στην ευημερία των υπηκόων της και στο κοινό καλό, ενώ στην αντίθετη περίπτωση όχι μόνο δεν οφείλει να υπακούει αλλά και οφείλει να μην υπακούει, και την συνδρομή των σοφών ανθρώπων στην βασιλεία της φεουδαρχικής σαξονικής εποχής. Στα έργα του εμφανίζεται όλο και πιο συχνά η νέμεση που προκαλεί την πτώση και τον εκμηδενισμό του ηγέτη και αναγνωρίζεται ο φαύλος κύκλος του ανθρώπου που θέλει να υποτάσσει την φύση αλλά τελικά με μεγάλη ευκολία υποδουλώνεται στον άνθρωπο

Ο λόγος του Ριχάρδου Β΄ μοιάζει να βγαίνει από τον διάλογο των μεγάλων πολιτικών στοχαστών του αιώνα που έρχεται – ο στοχασμός πάνω στην εξουσία, τα ανυπέρβλητα όριά της. Αν η αρχαιότητα αντιλαμβανόταν τα τραγικά γεγονότα κυρίως ως αλλαγές της τύχης, στην ελισαβετιανή τραγωδία η μοίρα του ήρωα πηγάζει προπάντων από τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, από το εσώτερο του ανθρώπου. Ο Άμλετ παραμένει ο Άμλετ όχι γιατί κάποιος ιδιότροπος θεός τον καθόρισε αλλά επειδή η δική του εσωτερική δυναμική τον κάνει ανίκανο να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Καθοριστική είναι η διαμόρφωση μιας πρωτόγνωρης ελευθερίας δράσης – οι σαιξπηρικοί χαρακτήρες συμμετέχουν ενεργά στην διαμόρφωση του περιβάλλοντος και της μοίρας. Στην αρχαία τραγωδία τα πάντα εξελίσσονται γύρω από μια προεπιλεγμένη σύγκρουση, χωρίς καμία αναφορά στην πρότερη ζωή του ανθρώπου. Περιστρεφόμενη γύρω από την μυθολογία, η δράση εντοπίζεται ως μη δυνάμενη άρνησης. Ο Άμλετ είναι η τραγωδία ενός φωτισμένου πνεύματος που επαναστατεί όταν καταρρέουν όλες οι πίστεις του αλλά ο στοχασμός του στα ερείπια είναι τόσο ασίγαστος που κατατάσσεται ως μια από τις πιο βλάσφημες φωνές του γραπτού λόγου. Το πραγματικά μεγαλειώδες ερώτημά του δεν εκστομίζεται ποτέ αλλά στοιχειώνει και έργο και από τότε τον άνθρωπο. Είναι το πώς να ζεις.

Ο Βέρθερος πήγε πέρα από τον Άμλετ ως στάση ζωής. Ζώντας στην εποχή των μεγάλων αφηγήσεων, ο Γκαίτε ζει και εργάζεται μέσα σε έναν κυκεώνα φιλοσοφικού στοχασμού και κοινωνικών αλλαγών. Στο κείμενο «Το πνεύμα πάντα αρνείται. Ο Φάουστ του Γκαίτε» ο Πατσάκης ομολογεί την έλξη του στις λογοτεχνικές αυτοκτονίες καθώς περιέχουν μια ισχυρή δόση αυτεξούσιου. Ο Βέρθερος δεν μάχεται, παρά  υποχωρεί, υπό το βάρος μιας αξεπέραστης σύγκρουσης ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία -«Να πεθαίνεις!…Τώρα ανήκω στον εαυτό μου»­. Καθώς πεθαίνει αφήνει πάνω στο τραπέζι ανοιχτό το δράμα του Λέσινγκ Αιμιλία Γκαλότι. Η ηρωίδα του Λέσινγκ συμβολίζει την αποδοχή του εκούσιου θανάτου ως αντίθεση σε κάθε συμβιβασμό που θα την οδηγούσε σε ατίμωση. Προτιμά να κερδίσει έτσι, όπως λέι ο ίδιος, την «αιώνια ελευθερία» Όμως είναι η αυτοκτονία που στέκει λίγο πέρα από την φυγή και τον συμβιβασμό.

Ο Γκαίτε είχε γράψει: «τα πάντα σε αυτό τον κόσμο καταλήγουν σε ασημαντότητες και ο άνθρωπος που για να αρέσει στους άλλους χωρίς να είναι δικός του πόθος, σκοτώνεται στη δουλειά για να κερδίσει χρήματα, τιμές ή οτιδήποτε άλλο είναι σίγουρα τρελός». Στον Φάουστ ενσωματώνεται το σκηνικό «σκέφτομαι άρα υπάρχω» και ο διάλογος της εποχής για την ανθρώπινη βούληση, γνωρίζοντας όμως το εύρος των δυνατοτήτων που ακριβώς παράγει η απροσδιόριστη ελευθερία της βούλησης. Εδώ εμφανίζεται και η εκ νέου διεκδίκηση του δημοσίου χώρου από τις δυνάμεις του κράτους και των ιδιωτών, που μέχρι τώρα τον απονοηματοδοτούσαν. Ο τόπος αλλά και ο χρόνος δεν προσδιορίζονται πλέον ως αφηρημένες οντότητες αλλά ως μέρη του ανθρώπινου γίγνεσθαι που τα ορίζει και τους δίνει υπόσταση. Άλλα δυο εξίσου εκτενή και ίδιας θερμότητας και πλήρη νοημάτων κείμενα για τους Ρεμπώ-Μπωντλαίρ και Ντοστογιέφκσι, και ένας εκτενής επίλογος ολοκληρώνουν αυτό το πλήρως ερεθιστικό πόνημα.

Εκδ. Εξάρχεια, 2016 [διανομή πλέον από τις εκδ. Έρμα], σελ. 278. Επίμετρο Στέφανος Ροζάνης. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδη βιβλιογραφία.