Mario Benedetti – Άνοιξη σε μια σπασμένη γωνία

Πώς συνεχίζονται τέτοιες ζωές;

0. Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, σε εκείνα που αφηγείται ο ίδιος ο Μπενεντέττι και παίρνουν τον τίτλο «Εξορίες», διηγούμενος ιστορίες από την ζωή του ως αυτοεξόριστου σε κάποια άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής, εξαιτίας του πραξικοπήματος στην χώρα του, την Ουρουγουάη, αναφερόμενος στον θάνατο ενός φίλου και συναγωνιστή, γράφει πως εκείνοι που τους ώθησαν στην εξορία τους αφαίρεσαν και τον θάνατο στον τόπο τους, στην δική τους μήτρα, το να γίνουν ο δικός της πηλός. Αν ο θάνατος έχει πάντα ένα στοιχείο επιστροφής, προς την τροφό γη, η εξορία το στέρησε και αυτό από τον νεκρό. Όμως σε μια εξαίσια αποστροφή κάνει μια διόρθωση στην καθιερωμένη φράση «στην τελευταία του κατοικία»: όχι, η ταφή είναι η προτελευταία κατοικία, αφού η τελευταία κατοικία ενός αγαπημένου εκλιπόντος θα είναι πάντα μέσα μας, στις αναμνήσεις μας. Σε αυτό το σαγηνευτικότατο μυθιστόρημα, ο Μπενεντέττι κρατά μόνο μία από τις φωνές που αφήνει να ακουστούν, που, για την ακρίβεια, τους δίνει εκείνος τον λόγο, προσφέροντάς μας πρόσβαση στην ζωή ανθρώπων που έχει αλλάξει αναπότρεπτα ανατραπεί εξαιτίας της φυλάκισης ενός άντρα, του Σαντιάγο, από την δικτατορία στην Ουρουγουάη των αρχών του εβδομήντα.

1. Στην ενότητα «Μέσα στους τοίχους» ο λόγος αυτού του άντρα εκφέρεται είτε με τον εσωτερικό του μονόλογο είτε με τις επιστολές του προς την γυναίκα του Γρασιέλα, συχνά με δυσδιάκριτη κατεύθυνση. Όταν βρίσκεται κανείς «μέσα», γράφει, τα πάντα φτάνουν να έχουν ενδιαφέρον και το σώμα προσαρμόζεται ευκολότερα από την ψυχή. Εκεί υπάρχουν εκείνοι που ξεσπάνε και κλαίνε απαρηγόρητα μέχρι να ανέβουν από το πηγάδι ξαλαφρωμένοι αλλά ο ίδιος φοβάται πως το ξέσπασμα θα τον αποσυντονίσει πλήρως. Προσπαθεί να επιβληθεί στον εαυτό του μέσω της ορθολογιστικής σκέψης και θυμάται το συμπέρασμα του Αισώπου «πάντα υπάρχει κάποιος που είναι χειρότερα». Δεν έχει καμιά απάντηση στις ερωτήσεις της γυναίκας του επειδή απλά δεν έχει ερωτήσεις της και δεν ξέρει πόσος καιρός θα περάσει μέχρι να ξαναδεί εκείνη και την κόρη του Μπεατρίς, που έχουν κι αυτές ακολουθήσει τον πατέρα του στην αυτοεξορία· είναι, όμως, βέβαιος πως δεν θα καταφέρει να συνηθίσει την απουσία της.

2. Στα κεφάλαια με υπότιτλο «Πληγωμένοι και μωλωπισμένοι» εκφράζονται τόσο η μικρή Μπεατρίς όσο και η Γρασιέλα. Ο λόγος της πρώτης συνάδει με την ηλικία της, άρα και με τρυφερή καθαρότητα αλλά και μια τρομερή λογική. Έχει να αντιμετωπίσει την άγνοια των συμμαθητών της –αν ο μπαμπάς της είναι φυλακή σημαίνει πως είναι εγκληματίας, πολιτικοί εξόριστοι σαν κι αυτούς έρχονται να πάρουν τις δουλειές από τους ντόπιους. Ο λόγος της δεύτερης είναι εξομολογητικός: διαβάζοντας τα γράμματα του Σαντιάγο, αισθάνεται πως εκείνος γράφει λες και η ζωή έρχεται καταπάνω του, ενώ εκείνης, αντίθετα, της φαίνεται σαν αυτό το τοπίο να απομακρύνεται, να διαλύεται να σβήνει. Ο υποχρεωτικός χωρισμός τον κάνει πιο τρυφερό ενώ εκείνη πιο σκληρή και κάθε μέρα τον χρειάζεται όλο και λιγότερο.

3. «Μετρώντας ήττες και χαράζοντας δρόμους», ο πατέρας του Σαντιάγο Δον Ραφαέλ υποφέρει και αντιστέκεται ως αυτοεξόριστος πατέρας ενός φυλακισμένου. Έχει μετατρέψει την εξορία του σε απόλυτα δική του. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει το είδος της νοσταλγίας για την διαδρομή που έκανε για να γυρίσει σπίτι, να ξέρει τι βρίσκεται μετά από κάθε κιόσκι ή φανάρι. Και άρχισε να κάνει δικούς του τους δρόμους, τις γωνίες, τον ουρανό, τα καφενεία, τον ήλιο και την σκιά. Αισθάνεται ενοχές που δεν γράφει συχνά στον Σαντιάγο αλλά τι να του πει; Ότι αυτό που του συμβαίνει είναι συνέπεια της δικής του στάση; Δεν μιλούσαν ακόμα και την εποχή που μπορούσαν και δεν κατάπιναν τα λόγια τους όπως όλοι τώρα. Εκείνος έτσι κι αλλιώς θα συνέχιζε την πορεία που είχε αμετάκλητα επιλέξει. Αισθάνεται πόνο στα σημεία που την συγκεκριμένη στιγμή σκέφτεται ότι τον χτυπούν και, παλιά ιστορία, ως επιζών μιας γενοκτονίας βιώνει μια παράξενη ενοχή που είναι ζωντανός. Μακάρι να μπορούσε να αλλάξει θέση μαζί του αλλά δεν θα τον δέχονταν, δεν είναι αρκετά μισητός ούτε θέλησε να τους ανατρέψει. Βλέπει την Γρασιέλα κάθε μέρα και ποιο αποθαρρυμένη, και πιο γκρίζα, σαν μια Πηνελόπη που δεν αρκείται πλέον να υφαίνει και να ξηλώνει. Στις πιο αισιόδοξες στιγμές του σκέφτεται πως το παρελθόν κατατροπώνει το παρόν, το οποίο όμως κερδίζει μια και μοναδική αλλά αποφασιστική μάχη: υπάρχει. Η εξορία είναι ένα άλλο ξεκίνημα και κάθε ξεκίνημα είναι και μια νιότη.

4. Υπάρχει και «Ο άλλος. (Μάρτυρας μοναχικός)», ο συναγωνιστής του Σαντιάγο, Ρολάνδο, που θυμάται την παρέα τεσσάρων ονειροπόλων που ακόμα και στις διακοπές με τις οικογένειές τους απομονώνονταν και κάθονταν να φτιάξουν τον κόσμο, Ο Μανόλο επέμενε πως η ουρουγουανική αστική τάξη δεν είναι σαν της Σκανδιναβίας, πως αυτοί εδώ θα καλέσουν τους καραβανάδες να τους καταπιούν, όπως συνέβη στην Γουατεμάλα, και ότι πρέπει να παίξουν σε άλλο γήπεδο από αυτό της απλής πολιτικής διαμάχης. Θυμάται τον βουβό του πόθο για την Γρασιέλα που τώρα βλέπει αποσυντονισμένη αλλά πάντα όμορφη. Ο τρόπος που ο ένας πλησιάζει τον άλλον εμπεριέχει επιθυμία και απορία, αμηχανία και σιγουριά. Η επερχόμενη σχέση προφανώς θα αλλάξει μια τραγωδία που νόμιζαν πως δεν έχει άλλο.

5. Και συνεχίζει ο Σαντιάγο: Όταν κανείς είναι αθεράπευτα ακίνητος, είναι εντυπωσιακή η πνευματική ευκινησία που μπορεί να αποκτήσει. Μπορεί να διευρύνει το παρόν όσο θέλει ή να ριχτεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο μέλλον ή να πάει προς τα πίσω, στο επικίνδυνο μέρος των αναμνήσεων, εκεί όπου βρίσκεται αυτό που μπορούσε κανείς να πράξει και δεν έπραξε. Εμβολιασμένος όμως κατά της τρέλας, έχει ανακαλύψει ένα σωτήριο σύστημα: προηγουμένως οι αναμνήσεις εφορμούσαν πάνω του χωρίς καμία τάξη, βάζοντάς τον υπό την πλήρη εξουσία τους. Τώρα είναι αυτός που τις καθοδηγεί· προγραμματίζει την μνήμη, αποφασίζει ο ίδιος τι θα θυμηθεί. Αν δεν βάλει τάξη, θα την σκέφτεται συνεχώς να κάνουν έρωτα, μια οδυνηρή απόδειξη της απουσίας της.

6. Και συνεχίζει ο Ραφαέλ: έχει μάθει να διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές του Σαντιάγο και αντιλαμβάνεται ότι εκείνος συνεχίζει να έχει τα λογικά του. Αυτός είναι ο φόβος του – όχι μην προδώσει ή μην σπάσει αλλά να μη γλιστρήσει από την πνευματική υγεία ποιος ξέρει που. Θυμάται, άλλωστε, τον λόγο ενός διευθυντή της φυλακής: «Οφείλουμε να εκμεταλλευτούμε τον χρόνο που μας μένει για να τους τρελάνουμε». Όμως είναι βέβαιος πως ο Σαντιάγο έχει καταφέρει να δημιουργήσει ή ίσως και να ανακαλύψει μια παράξενη ζωτικότητα· πως καθορίζει την δοσολογία του μίσους γιατί αυτά ζωογονούν μόνο αν τα κυβερνά ο άνθρωπος ενώ τον καταστρέφουν αν τα αφήνει να τον εξουσιάζουν. Κανείς δεν ξέρει πόσο εύφλεκτος ή άφλεκτος είναι αν δεν περάσει από την φωτιά και τώρα καταφέρνει να απομυθοποιήσει τον θάνατο, να τον υποβιβάσει στα μάτια του, ακρωτηριάζοντάς τον από την μυθική φήμη.

7. Και συνεχίζει η Μπεατρίς, στη νέα προσωπική της διάκριση των εποχών του χρόνου· έπαψαν να αγαπούν την την άνοιξη γιατί τότε συνέλαβαν τον μπαμπά· αγαπά τo καλοκαίρι γιατί οι φυγάδες θα μπορούσαν να πάνε στην παραλία ώστε κανείς να μην τους αναγνωρίζει· και το φθινόπωρο το καταλαβαίνει σίγουρα κι αυτός γιατί τα φύλλα μπαίνουν από το παράθυρό του και νομίζει πως είναι δικά της γράμματα, όπως της έγραψε. Είναι βέβαιη πως εκεί που βρίσκεται ο μπαμπάς της, το απόγευμα πρέπει να εξαπλώνεται η λύπη και είναι περήφανη γι’ αυτόν γιατί είχε πάρα πολλές ιδέες, τόσες πολλές που τον έβαλαν φυλακή γι’ αυτές.

8. Και συνεχίζει ο Μπενεντέττι, με μνήμες από το 1975: την θλίψη της αναπόφευκτης καύσης των βιβλίων για να αποφευχθεί η σύλληψη, τις κασέτες των Τσίκο Μπουάρκε, του Βιλέτι, της Νάτσα Γκεβάρα, του Σίλβιο Ροδρίγκες που άκουγε ανάμεσα στις ειδήσεις για πτώματα στους σκουπιδότοπους· στο τηλέφωνο την φράση «Σε παίρνω μόνο για να σου πω να βγεις στο μπαλκόνι και να δεις τι όμορφη είναι η στρατιωτική παρέλαση περνάει μπροστά από το σπίτι σου», φράση σήμαινε μια επιχείρηση σκούπα στα σπίτια. Και όταν η επιχείρηση τελείωνε, «σου άρεσε η παρέλαση; κρίμα που τελείωσε τόσο γρήγορα». Και πως να ξεχάσει την «φιλική» παράκληση να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα παίρνοντας μόνο μια βαλίτσα και τον δικό του περίφημο σαρκασμό, όταν σκούντησε τον αποκοιμισμένο επιθεωρητή με την φράση Αν είμαι τόσο ανατρεπτικός που πρέπει να με διώξετε από την χώρα, σας παρακαλώ μην κοιμάστε για να με επιβλέπετε.

9. Υπάρχουν σελίδες μέγιστες συναισθηματικής φόρτισης και περιορίζομαι σε δυο περιπτώσεις. Σε ένα γράμμα από τον γιο του ο δον Ραφαέλ διαβάζει πως ετοιμάζεται να του κάνει μια μεγάλη εξομολόγηση. Πρώτα σπεύδει να προλάβει την ανησυχία του· όχι, δεν κατέδωσε κάποιον, παρόλο που και ως προς αυτό παραδέχεται ότι δεν το έκανε από πεποίθηση αλλά από υπολογισμό: παρατηρούσε ότι άμα τα αρνείσαι όλα οι τύποι σε βαράνε μεν κατά βάθος όμως υποπτεύονται ότι μπορεί να τους λες την αλήθεια, ότι δεν ξέρεις απολύτως τίποτα, ενώ αν λυγίσεις αμέσως υποπτεύονται ότι γνωρίζεις πολύ περισσότερα και θα σε λιώσουν. Τελικά η εξομολόγηση αφορά την αυτουργία ενός φόνου, του ξαδέλφου του που είχε βρεθεί στην άλλη πλευρά, στους παρακρατικούς. Αν έπρεπε να το κάνει για την δική του σωτηρία, ταυτόχρονα αισθάνθηκε ότι στραγγάλισε την παιδική του ηλικία, καθώς μαζί για χρόνια μοιράζονταν παιχνίδια και όνειρα. Και τώρα έχει ανάγκη την δική του γνώμη. Το γράμμα έφυγε από την φυλακή χάρη σε μια χάρη, μια συγκυρία, ένα χρέος, οτιδήποτε αλλά η απάντηση του Ραφαέλ θα περάσει σίγουρα από λογοκρισία, συνεπώς αρκεί, πάντα με τον γνωστό συνθηματικό τρόπο, ένα «καταλαβαίνω» ή δεν καταλαβαίνω, δυο αράδες πριν τον αποχαιρετισμό.

10. Ύστερα είναι η επίσκεψη της Γρασιέλας στον πεθερό της και η εξομολόγησή της για τα ανύπαρκτα πια αισθήματα έρωτα για τον Σαντιάγο. Αυτή κι αν χρειάζεται απελπισμένα την γνώμη του· αν απαντά στα γεμάτα έρωτα γράμματά του θα είναι υποκρίτρια· αν του γράψει με ειλικρίνεια, θα συντρίψει τον ήδη συντετριμμένο φυλακισμένο, προσθέτοντάς του μια περιττή πράξη σκληρότητας. Βέβαιος πως η ίδια και η κόρη τους είναι οι λόγοι που ο Σαντιάγο ζει, ο Ραφαέλ της προτείνει να μην του μιλήσει, παρέχοντάς της το δικαίωμα να του πει ότι ο ίδιος την συμβούλεψε να μη μιλήσει, να μην καταρρεύσει μέσα σ’ εκείνα τα κάγκελα ο κόσμος του. Ο ίδιος ο Ραφαέλ παραδέχεται αργότερα στον εαυτό του πως ούτε ο ίδιος ήταν πεπεισμένος – η υποκρισία είναι ελάττωμα αλλά και η ειλικρίνεια δεν είναι πάντα αρετή.

11. Καθώς οι επιμέρους μύθοι οδεύουν προς την έξοδο και ο μύθος που τους απαρτίζει στην δική του «κάθαρση», δεν έχει νόημα να γράψουμε οτιδήποτε παραπάνω για το πως και γιατί. Μόνο να κοινωνήσουμε τις σκέψεις του Ραφαέλ, για την νέα κοινωνία που έπρεπε να χτιστεί. Ποιοι θα το έκανα; Σίγουρα όχι από βετεράνοι όπως ο ίδιος, ίσως εξόριστοι όπως η εγγονή του, ίσως τα παιδιά που παραμένουν στη χώρα, αυτά που έχουν μια σκοπιά παιδική αλλά καθόλου αμνησιακή, που είδαν μεγάλο μέρος από σκληρές συγκρούσεις, που πήραν τους πατεράδες τους και τις μητέρες τους και δεν τους ξαναείδαν, που είδαν ανθρώπους να κλαίνε μπροστά από φέρετρα που απαγορευόταν να ανοίξουν «και εμείς θα τα βοηθήσουμε να θυμηθούν αυτά που είδαν αλλά και αυτά που δεν είδαν».

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 91], 2024, σελ. 267, μτφ. Κώστας Αθανασίου [Primavera con una esquina rota, 1982].

Οι εικόνες από την δικτατορική Ουρουγουάη είναι από ένα σχετικό άρθρο της El Pais [2023], εδώ.

Οι δίσκοι των αναφερόμενων στο βιβλίο καλλιτεχνών είναι ακριβώς από το 1975.

Carmen Martín Gaite – Το πίσω δωμάτιο

«Απόψε όλα συνδέονται»

Η φράση της ηρωίδας στην διακοσιοστή πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος ίσως περιέχει ιδανικά όσα συμβαίνουν κατά την διάρκειά του. Αυτή η γυναίκα κλείνει τα μάτια σαν ένα είδος έσχατης καθημερινής λύσης· ξέρει πως στις λέξεις ταιριάζει το φως, γιατί τη νύχτα δραπετεύουν. Θυμάται την στιγμή που οι γονείς της έβγαζαν τα εισιτήρια για να μπουν στο τσίρκο και ήταν έτοιμη να αντλήσει την απόλαυση από εκείνη την αναμονή, να την ζήσει γνωρίζοντας ότι το καλύτερο βρίσκεται πάντοτε σε αυτήν. Τώρα βρίσκεται σε ένα μεγάλο κρεβάτι τριγυρισμένη από χαρτιά και βιβλία (κόσμος και παραμυθία μαζί) προτού αυτό μεταμορφωθεί στο ντιβάνι όπου κάποτε ξάπλωνε όταν ήταν μόνη παριστάνοντας όλες εκείνες τις γυναίκες «τις τόσο μακρινές που καταντούσαν ανύπαρκτες» οι οποίες φιγουράριζαν στις σελίδες του Lecturas και εικονογραφούσαν τις ηρωίδες των διηγημάτων· εκείνες που τις νύχτες εικονίζονταν πάντα ξύπνιες περιμένοντας κάτι, ίσως ένα τηλεφώνημα, και πίσω από τα πικραμένη χείλη έκρυβαν μια μυστική ιστορία που ξαναρχόταν στη μνήμη τις ώρες τις μοναξιές. Μπορεί να σηκωθεί και να διαβάσει ένα γράμμα που πήρε το απόγευμα από κάποιον που της λέει ότι την θυμάται κάθε φορά που κοιτάζει την θάλασσα ή να κάνει βόλτες άσκοπες ανάμεσα σε περαστικούς που «σε κοιτάζουν χωρίς να σε βλέπουν». Αν μείνει σπίτι θα στραφεί στα ράφια τα γεμάτα με ετερόκλητα αντικείμενα, το καθένα και μια ιστορία που ξεθάβει παλιές χρονολογίες και σαπισμένους καρπούς αλλά και βιβλία όπως η Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία του Τοντόροφ, στο οποίο μπορεί να διαβάσει όσα κατανοεί πλήρως: τον διχασμό της προσωπικότητας, την ρήξη των ορίων ανάμεσα στο χώρο και τον χρόνο.

[Αυτή η γυναίκα που έχει διαγράψει πλέον μια σημαντική συγγραφική πορεία ανταποκρίνεται στο κουδούνισμα του τηλεφώνου και την αντρική φωνή που της μιλάει από το μπαρ του ισογείου. Έχουν κανονίσει μια συνέντευξη που δεν θυμάται και δεν έχει παρά να δεχτεί τον άντρα στο διαμέρισμά της. Θυμάται το αιώνιό της παράπονο όταν ήταν μικρή και έφηβη και νέα, πως στο δικό τους σπίτι ποτέ δεν χτυπούσε το κουδούνι από κάποιον απροσδόκητο επισκέπτη να της προσφέρει την ηδονή μιας ασυνήθιστης, συναρπαστικής συζήτησης. Γιατί όμως οι ερωτήσεις του μοιάζουν με ανάκριση;]

Αν καθίσει στο πάτωμα ίσως ξαναβρεί την παλιά απόλαυση των κρυφών περασμάτων και αθέατων γωνιών, τον παιδικό ενθουσιασμό που κατοικεί στις σοφίτες και στα πίσω δωμάτια. Μπορεί και να διαβάσει μια μεγάλη πυκνογραμμένη επιστολή απευθυνόμενη στην ίδια. Η απεραντοσύνη που απλώνεται μπροστά στον συντάκτη της και η ελευθερία του να διαλέξει όποιο δρομολόγιο θέλει υποδηλώνουν την αναπότρεπτη απουσία της. Ποτέ δεν φανταζόταν πως το όνομά της, σύντομο και κοινό, θα μπορούσε να ηχήσει τόσο ωραία στα χείλη ενός άντρα. Ποιος όμως μπορεί να είναι αυτός; Κάποτε έγραφε φανταστικές επιστολές στον εαυτό της, και πήγαινε μετά από μέρες να τις ταχυδρομήσει στον εαυτό της. «Είναι απίστευτο», λέει, «το πόσο μπορεί να απλωθεί μια αφήγηση, όταν διακρίνεις μια σπίθα ενδιαφέροντος στα μάτια του άλλου».

[«Εγώ δεν θέλω να μιλήσω άλλο. Θα’ θελα μόνο να τολμήσω να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο του. Συγκεντρώνομαι σ’ αυτήν τη σκέψη που με συνεπαίρνει. Την ίδια όμως στιγμή τη βλέπω να καταδιώκεται από ένα στρατό λογικών επιχειρημάτων… Ξεφυτρώνουν από παντού, σαν ένα δάσος αντισωμάτων και περικυκλώνουν τον πειρασμό. Διεξάγεται μια μάχη σκληρή αλλά σύντομη, που γνωρίζω από παλιά». Είτε συζητά με τον επισκέπτη είτε σιωπά, ακόμα κι αν όλα είναι ιδέα της, η μνήμη ξεδιπλώνεται μέσα από το «πίσω δωμάτιο» του τίτλου που το αντιστοιχεί με μια «σοφίτα του εγκεφάλου», έναν χώρο γεμάτο θαμπά αντικείμενα όπου ζουν οι αναμνήσεις και βγαίνουν μόνο όποτε το θέλουν. Από πού όμως να πιαστεί; Το σπίτι της βαραίνει από τις αναμνήσεις και τους απόηχούς τους και τα παλιά της χαρτιά την καταθλίβουν· τα έχει πιάσει τόσες φορές στα χέρια της που το περιεχόμενό τους έχει πια εξατμιστεί και αυτά έχουν χάσει την αλλοτινή τους σημαία. Τουλάχισοτν υπάρχουν τα έπιπλα και αυτά είναι ένα τόσο «καλό αφηγηματικό όχημα».]

Αυτή η γυναίκα θυμάται μια διαφορετική ζωή -την ευχαρίστηση που βρίσκεται στην ανακάλυψη, χωρίς μεσάζοντες, τον φόβο που δεν είναι άλλος από τον φόβο του φόβου, κάποιον που της είπε ότι όποιος δεν την έχει γνωρίσει, δεν δικαιούται να μιλάει για την άνοιξη- και δεν μπορεί να μην συγκρίνει το τότε με το τώρα: ο σύγχρονος ταξιδευτής καταστρέφει το μυστήριο πηγαίνοντας παντού με οδηγούς και προγράμματα, δίχως να καταλαβαίνει ότι μονάχα η απόσταση είναι ικανή ν’ αποκαλύψει τα κρυμμένα μυστικά. Και αλλού: οι σημερινές κουζίνες καλλιεργούν την λατρεία των απορροφητήρων και κανείς δεν θα καθόταν σ’ αυτές να κουβεντιάσει. Και πάλι κάπου αλλού: οι μοντέρνες κατοικίες πόσο λίγο μυστήριο κρύβουν και πόσο μοιάζουν όλα τα λίβινγκ ρουμ μεταξύ τους. Ενώ το σπίτι τους στο Κάθερες ήταν γεμάτο με περίεργα περάσματα, διαδρόμους και εσωτερικές αυλές, και βέβαια το περίφημο «πίσω δωμάτιο».

Πώς μπορεί να ξεχαστεί η αίσθηση που ζούσε στα παιδικά και νεανικά χρόνια, όταν έξω η πόλη γεμάτη ζωή την καλούσε σε περιπέτεια και το σώμα της έμοιαζε ολόκληρο μια κεραία έτοιμη να δονηθεί από τους θορύβους και τις λάμψεις;  Ακόμα και η μάλλον απαξιωτική φράση της μητέρας της «ετούτη εδώ διασκεδάζει με το παραμικρό» ήταν για την ίδια ένδειξη του διαφορετικού της. Η μανία της με το διάβασμα την έφτασε στις πρώτες αναρωτήσεις, όπως για παράδειγμα, γιατί ήταν απαραίτητο όλα τα μυθιστορήματα να καταλήγουν σε έναν γάμο. Τώρα μπροστά στα χαρτιά της, μουτζουρωμένα φύλλα σκόρπια ή σε τετράδια, όλα όσα περιγράφονται έχουν μεταβληθεί σε αποξηραμένες πεταλούδες, αυτές που πριν πετούσαν στον ήλιο. Ζει «περικυκλωμένη από σκόρπια σημειώματα που περιγράφουν ακατόρθωτες αποστολές κι ένα μάταιο κυνήγι φαντασμάτων». Όμως από νεαρή το γνώριζε: θα δραπέτευε μέσω φαντασίας, χωρίς να ξεσηκώσει σκάνδαλο, χωρίς να γκρεμίσει τοίχους. Να φεύγει χωρίς να βγαίνει έξω. Αν «ο καθένας μας γεννήθηκε για ένα πράγμα», αυτού του είδους η φυγή θα ήταν το δικό της. Όμως γιατί οι γυναίκες που έφυγαν από το σπίτι τους χαρακτηρίζονταν αλήτισσες; Γιατί η φυγή, αμφίβολο γνώρισμα ελευθερίας, ταυτίστηκε με την τρέλα; Ο Χριστός, ο Δον Κιχώτης, ακόμα και η Αγία Τερέζα είχαν φύγει από το σπίτι, είχαν εγκαταλείψει την οικογένειά της κι εκεί υπήρχε μια αντίφαση.

Η αρπαγή της εξουσίας από τον Φράνκο άλλαξε τα πάντα. Οι πρώτες απόπειρες φεμινισμού που είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα χρόνια της Δημοκρατίας (1931-1936) έδωσαν την θέση τους στις διδαχές και τα κηρύγματα της Τομέα Γυναικών. Τότε έπρεπε να σφυρηλατηθεί μια και μοναδική γυναίκα, η Ισπανίδα σύζυγος που θα αποτελούσε συμπλήρωμα και αντικαθρέφτισμα του άντρα. Το χαμόγελό της αποτελούσε μορφή υποχρέωσης, ανεξάρτητα από την ψυχική της διάθεση και η υποχρεωτική χαρά επικυρώθηκε ως το ακριβώς αντίθετο της αμφιβολίας. Γιατί όμως οι καθοδηγήτριες που τις παρότρυναν στα σχετικά είχαν πάντα την ίδια έκφραση στο στόμα και το ίδιο παγερό φως στα μάτια; Ίσως τότε της γεννήθηκε η δυσπιστία της απέναντι σε όσους ένοιωθαν σίγουροι για όλα, για όσους φώναζαν για υποδειγματικές συμπεριφορές ή κράδαιναν σταυρούς και σημαίες.

[Ο λόγος της ρέει μαζί με την συνείδησή της, η αφήγηση στιγμών του βίου της που την καθόρισαν αναπόφευκτα εμπλέκεται με την πορεία της ίδιας της χώρας της που γνώρισε τον φρανκικό φασισμό και την ίδια την ζωή όπου ο μηχανισμός του φόβου έμενε πάντα κουρδισμένος από το καθεστώς. Με τον θάνατο του Φράνκο ήταν λες και οι λέξεις «κυβερνώ», «πεπρωμένο» και «πατρίδα» αφαιρέθηκαν από την επίσημη στολή τους και αφέθηκαν γυμνές πάνω σ’  ένα τραπέζι ανατομίας για να τους γίνει νεκροψία. Ο άρχοντας των μηχανών του χρόνου συγκρατούσε ή κατηύθυνε την ροή του ώστε ο κόσμος ελάχιστα να νοιώθει το πέρασμά του. Όταν εξαφανίστηκε ο κυρίαρχος και δεσμώτης του, ο χρόνος ξεμπλοκαρίστηκε. Υπήρχαν πάντα εκείνοι που είχαν μάθει να ελπίζουν και να περιμένουν αλλά δεν φαντάστηκαν ότι αυτή η αναμονή θα μπορούσε να κρατήσει τόσα χρόνια. Είναι η κατάλληλη περίσταση για να θυμηθεί ένα τραγούδι της Κοντσίτα Πικέρ, ένα από τα πιο συγκινητικά τραγούδια πάνω στο θέμα της απατημένης γυναίκας που αρνείται να πιστέψει ότι την απατούν, ένα πολύ χαρακτηριστικό θέμα μιας εποχής όπου βασίλευαν η παραίτηση, η μοιρολατρία και η προσποίηση.

Είναι, τελικά, δευτερεύουσας σημασίας αν ο επισκέπτης των ερωτήσεων είναι δημοσιογράφος, αλλοτινός εραστής, ο απέναντι εαυτός, ή ένα πλάσμα που μοιάζει με συνείδηση. Όποιος ή ό,τι και να είναι, προσφέρει σε αυτή την γυναίκα, που ταυτίζεται με την Ισπανίδα συγγραφέα Κάρμεν Μαρτίν Χάιτε [1925-2001], την πολυπόθητη συνομιλία, ώστε να διακρίνει τι έμεινε από την παιδική ηλικία, τι κράτησε από τους προγόνους και τα ταξίδια, πως την γαλούχησε η κακή και η καλή λογοτεχνία, πως σωζόταν με το επινοημένο νησί-εύρημα μιας φιλίας, πώς επιβίωσε στο σκοτάδι της δικτατορίας, τι απ’ όσα έζησε φαντάστηκε και τι συνέβη πραγματικά, ακόμα κι όταν φοβάται πως «συναισθήματα παλιά κινδυνεύουν να βρεθούν κάτω από το φως μιας εκ των υστέρων ερμηνείας που αναγκαστικά αλλοιώνει την αυθεντική ανάμνηση».

Εκδ. Gutenberg, [Σειρά Aldina, αρ. 82], 2024, 249 σελ, μτφ. Κυριάκος Φιλιππίδης [El cuarto de atrás, 1978]

Στην προτελευταία εικόνα, έργο του Gerd Grimm [1961]