Ορχάν Παμούκ – Το μαύρο βιβλίο

Ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο

Απ’ όλα τα βιβλία του Παμούκ, το Μαύρο Βιβλίο θα παραμένει για μένα το αξεπέραστο αριστούργημά του, εκείνο που σε βυθίζει στις περιπλανήσεις του κεντρικού ήρωα Γκαλίπ στην Κωνσταντινούπολη καθώς ψάχνει την γυναίκα του, Ρουγιά, που έφυγε χωρίς καμία προειδοποίηση από το σπίτι, και σύντομα και τον ετεροθαλή αδελφό της Τζελάλ, που εξαφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Ολόκληρη η πόλη ξεχειλίζει τις σελίδες επειδή ακριβώς είναι η μόνη που μπορεί να δώσει τις απαντήσεις για την φυγή της και για όσους από εμάς την έχουμε ζήσει και ιδίως στις απόμερες και σκοτεινές γωνίες της η φόρτιση είναι μεγάλη και η επιθυμία να την ξαναζήσουμε εντονότερη από ποτέ· αλλά και εκείνοι που δεν την έχουν ακόμα περπατήσει, έχουν ένα σπάνιο δώρο να την ψάξουν αλλιώς. Ο Παμούκ βέβαια κατακλύζει τις περιπλανήσεις του Γκαλίπ με διαδρομές που οπωσδήποτε περιλαμβάνουν συνεχώς κινηματογράφους, πορνεία, παράνομες βιοτεχνίες πλαστικών, λασπωμένους παράδρομους, παράγκες, τζαμιά, τεκέδες και λίγο παραπέρα, στον μεγάλο υδάτινο βούρκο της, αναποδογυρισμένα καράβια των Ακτοπλοϊκών Γραμμών Χαγριγιέ, βυζαντινούς θησαυρούς και σκουριασμένες πανοπλίες των σταυροφόρων σκεπασμένες από μέδουσες και μια βυθισμένη μαύρη Κάντιλλακ που καλύπτεται από μύδια και ενώ όταν φαντάζεται τον οδηγό και την συνοδηγό να φιλιούνται με δεμένα μεταξύ τους κρανία σ’ ένα αθάνατο φιλί σκέφτεται πως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί ο θάνατος.

Εκείνος που μεγάλωσε ανάμεσα στις παιδικές φωτογραφίες της Ρουγιά (ενώ αργότερα καταλαβαίνει πως αυτό που βύθιζε τους άντρες και τις γυναίκες της πολυκατοικίας σε μια αφηρημένη ονειροπόληση όταν οι φωτογραφίες της Ρουγιά γύριζαν από χέρι σε χέρι, ήταν εκείνο που λέγανε ομορφιά) τώρα λέει σε όλους ψέματα πως εκείνη κρυολόγησε και πήρε πολλά αντιβιοτικά για να κοιμηθεί και αν την είδαν στο δρόμο, ναι, βγήκε για να αγοράσει μωβ κουμπιά· κρατά ζηλότυπα την εξαφάνισή της, ίσως και επειδή ανησυχεί πως συμβαίνει κάτι που δεν πρέπει κανείς να μάθει. Οι πρώτες ενδείξεις αναζητούνται στο ντουλάπι της που έχει μετατραπεί σε μουσείο του παρελθόντος της με αντικείμενα όπως ένα μαύρο αστυνομικό βιβλίο όπου μέσα του βρίσκεται κομμένη από περιοδικό η εικόνα γυμνού άντρα και μια τσαλακωμένη Μιλλιέτ, όπου ο Τζελάλ έγραφε ανυπόγραφα εξαιρετικά άρθρα μνήμης της ίδιας της Πόλης. Είχε πάρει μαζί της λίγα χειμωνιάτικα ρούχα και τις παντόφλες της και όπως δεν άφηνε να εννοηθεί ότι θα γυρίσει, δεν άφηνε να εννοηθεί κι ότι δεν θα γυρίσει. Θαρρείς και δεν εγκατέλειπε τον Γκαλίπ, αλλά το σπίτι και πρότεινε μια μορφή συμμαχίας, μια συνενοχή έξι λέξεων: Βόλεψέ τα με τους δικούς μου! Στα τρία χρόνια γάμου την παρακολουθούσε ανυπόμονη και νευρική, να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα, να πασπατεύει τα μαλλιά της, να απορροφάται στις αναλύσεις του περιοδικού Το χάραμα της εργατιάς. Η Ρουγιά έμοιαζε να δυσανασχετεί επειδή θαρρούσε πως έχανε την χαρά μιας ζωής άγνωστης, σ’ έναν απροσδιόριστο τόπο. Και ο Γκαλίπ θυμήθηκε που μια μέρα, αντιγράφοντας τους συζύγους στις ευρωπαϊκές ταινίες, την ρώτησε ανοιχτά τι είχε κάνει εκείνη την μέρα στο σπίτι, αλλά ένιωσε ότι εισβάλει σε μια απροσδιόριστη και γλιστερή περιοχή, η οποία δεν αναφέρεται σε καμιά κινηματογραφική ταινία.

Ο Γκαλίπ επισκέπτεται διάφορα σπίτια όπου η τηλεόραση μένει πάντα ανοιχτή, να μαγνητίζει το βλέμμα των ενοίκων, όπως μια άθλια πολυκατοικία στο Νισάντας όπου μένουν διάφοροι συγγενείς της που εγκαταστάθηκαν ίσως επειδή δεν έπρεπε να χάσουν την ευκαιρία να ενοχοποιούν ο ένας τον άλλον για την επιλογή τους. Ένας θείος αναφωνεί ότι ο Τζελάλ δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιεί τόσο άξεστη γλώσσα κατά του πρωθυπουργού, και ότι είχε παρασυρθεί από μια «γενιτσαρικού τύπου» μπολσεβικική επανάσταση και είχε συμπαρασύρει στις ίδιες απόψεις και την Ρουγιά. Άλλοι λένε ότι θα την έμπλεκε με τους απόβλητους από τους οποίους έπαιρνε συνεντεύξεις, τους παραγωγούς ηρωίνης, τις Αμερικανίδες που έπαιρναν μέρος σε όργια στα λουτρά, τις τραγουδίστριες με την σπασμένη από σύφιλη φωνή. Η μνήμη είναι ένας κήπος, , είχε γράψει σ’ ένα άρθρο του ο Τζελάλ, αλλά δεν τολμά να σκεφτεί τον προσωπικό κήπο της Ρουγιά γιατί ξέρει πως θα ζηλέψει.

Ο Γκαλίπ χρησιμοποιεί ως οδηγό τα ίδια τα άρθρα του Τζελάλ, τα ήδη δημοσιευμένα και τα αδημοσίευτα που βρίσκει στο σπίτι του, αλλά και εκείνα που συνεχίζουν να δημοσιεύονται στην εφημερίδα από παλιά φύλλα, ώστε να μην γίνει γνωστή η εξαφάνισή του, μην μειωθούν οι πωλήσεις. Διάφορα άρθρα με τον ένα ή τον άλλον τρόπο του αποκαλύπτουν μια πόλη πρωτοφανή, μυστική, με μια παράλληλη ζωή. Και εδώ ακριβώς ξετυλίγεται το Μαύρο Βιβλίο σε δεκάδες συμπλεκόμενες ιστορίες μαζί, που αρχικά μοιάζουν απλώς εμβόλιμες όμως όλες αποτελούν το αχανές παλίμψηστο μιας πόλης που βρίσκεται σε ύπνωση και παραίτηση. Πως να ξεχάσει κανείς το μαγαζί του Αλαντίν  από το οποίο κάποτε αγόρασε αστυνομικό μυθιστόρημα για έναν δημοσιογράφο που οργάνωνε συνωμοσία η οποία θα άλλαζε την ιστορία της χώρας τους και όλης της Ανατολής; Σπεύδει στο μαγαζί και ζητά να ακούσει οτιδήποτε μπορεί να του διηγηθεί ο Αλαντίν για όσα του ζητάνε: τις κολόνιες, τα χαρτόσημα, τις εικόνες πάνω στα κουτιά των σπίρτων, τις νάιλον κάλτσες, τις καρτ-ποστάλ, τα εγχειρίδια σεξολογίας, τα βιβλία της προσευχής, τις γκοφρέτες με τις φωτογραφίες ποδοσφαιριστών· να ακούσει ιστορίες για τους πελάτες που τον κατηγορούσαν επειδή δεν τους άρεσαν οι πολιτικές θέσεις μια δυο εφημερίδων, για ένα κουτί που δεν περιείχε καφέ αλλά μπογιά για παπούτσια, για ένα κουτί τσιγάρων που είχε μέσα μια πρόταση για έρωτα από μια ονειροπαρμένη εργάτρια, οι γυναίκες επειδή τους έφυγε ένας πόντος στην κάλτσα. Είχε δει παντρεμένα ζευγάρια να τσακώνονται διαλέγοντας ένα εθνικό λαχείο, γυναίκες να μυρίζουν τριάντα διαφορετικά σαπούνια για να πάρουν ένα αλλά εκείνος γνώριζε την κρυμμένη τους σπουδαιότητα και τριγύριζε όλη την πόλη για να φέρει πράγματα για το μαγαζί του – χαλκομανίες με τον Μπαρμπαρόσα, τσίχλες με άρωμα πεύκου, μπαλαρινούλες που έκαναν πιρουέτες μόλις τις πλησίαζες, γύψινα αγαλματάκια του Ατατούρκ με γαλάζια φωτάκια που αναβόσβηναν στα μάτια. Οτιδήποτε του ζητούσαν απαντούσε «αύριο θα το έχουμε», το σημείωνε στο τετράδιό του και την άλλη μέρα, σαν ταξιδιώτης που έψαχνε να λύσει ένα μυστήριο μέσα στην πόλη, το έψαχνε παντού και το ανακάλυπτε και μετά χωρίς να το καταλάβει αυτά γίνονταν μόδα. Και οπωσδήποτε αγαπούσε τον νεαρό που πήγαινε σε μια γωνιά του μαγαζιού και κοιτούσε την γυμνή γυναίκα στο περιοδικό για να κάνει μετά έρωτα μαζί της.

Τώρα έχει σημασία το παραμικρό πράγμα που είχε σχέση με την Ρουγιά και ο  Γκαλίπ είναι βέβαιος (ίσως δεν μπορεί να κάνει και διαφορετικά) πως θα βρει τα ίχνη της στην πόλη.  Περιπλανιέται σε μια ατμόσφαιρα πάντα βρώμικη από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, τους καπνούς των καλοριφέρ, την μυρωδιά του καμένου βουτύρου και του κρεμμυδιού, κάτω από έναν ουρανό μόνιμα γκρίζο από το κάρβουνο και το μαζούτ από τις καπνοδόχους. Και στις σελίδες του Παμούκ πάντα ακούγονται τα παλιά λεωφορεία να ξεφυσάνε, οι σφυρίχτρες των χωροφυλάκων και του επιστάτη στην στάση των πειρατικών ντολμούς, τα χάλκινα δοχεία του σελπιτζή. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου τα πάντα έχουν το νόημά τους. Πώς να προσπεράσει κανείς τα ξεχασμένα από το Βυζάντιο υπόγεια περάσματα ή τα βιβλία που χάθηκαν γιατί οι αναγνώστες δεν άντεχαν να διαβάζουν για την σεξουαλικότητα των μανάδων και των παντρεμένων γυναικών;

Οι ιστορίες του Τζελάλ τον βάζουν ακόμα βαθύτερα σε μια χώρα γεμάτη κρυφές, μυστηριακές περιοχές. Ο ίδιος ο δημοσιογράφος έλεγε πως ανοίγει την στήλη του σε ανθρώπους από κάθε περιοχή, τάξη και επίπεδο να πουν τις δικές τους αλήθειες και διαπιστώνει πως οδηγούν στα λασπερά σκοτάδια ενός τόπου για τα οποία κανείς μέχρι τότε δεν έχει γράψει τίποτα. Πώς να προσπεράσει κανείς «Τα παιδιά του Μάστορα Μπέντι», τις κούκλες βιτρινών που έφτιαξε από ξύλο, γύψο και κερί που οι στενοκέφαλοι θρησκευτικοί αρχηγοί επειδή ήταν τόσο τέλεια η απομίμηση πλασμάτων του Αλλάχ τις θεώρησαν ως κάποιας μορφής ανταγωνισμό και αποσύρθηκαν από το ναυτικό μουσείο για το οποίο προορίζονταν; Ο Μπέντι συνέχισε να φτιάχνει κούκλες στο υπόγειο του σπιτιού του, περίεργα και σκονισμένα έργα τέχνης που ήταν «η ουσία μας» και ο Γκαλίπ οδηγείται από τον γιο του στο κρύο υπόγειο του σπιτιού τους όπου εκατοντάδες εκφραστικά μάτια τους κοίταζαν και κοιτάζονταν μεταξύ τους, σα να περίμεναν να τελειώσει η ατέλειωτη αιωνιότητα για να αρχίζουν να κουνιούνται και να βγουν μια ώρα αρχύτερα από το μουχλιασμένο υπόγειο στην επιφάνεια της γης.

Ποιοι μπορούν να τον πληροφορήσουν για τις άγνωστες πλευρές της Ρουγιά; Παλιοί εραστές της, παλαβιάρες φίλες της, πολιτικοί φίλοι από τα παλιά, όλοι μπορεί να μοιραστούν κάτι που εκείνος δεν ξέρει αλλά δεν θέλει να τους αφήσει να καταλάβουν τίποτα μέχρι να την βρει. Το ενδεχόμενο να είχε γυρίσει στον πρώτο της άντρα είναι ιδιαίτερα πιθανό και εδώ ανοίγεται ένας ολόκληρος πολιτικός κόσμος στον οποίο εμπλεκόταν οι δυο τους προτού την γνωρίσει.  Βουτάει στον κόσμο των μικρών αριστερών ομάδων, τηλεφωνεί σε φίλο του που μάζευε όλα τα πολιτικά περιοδικά και φυλλομετρά τα έντυπα της έντασης και της αναμονής για μια μέρα λύτρωσης, ακόμα και τις λίστες αυτών που αποστάτησαν, ομολόγησαν, βασανίστηκαμ, φυλακίστηκαν ή δολοφονήθηκαν. Ο Σαΐμ που κάποτε έπαιρνε μέρος σε όλες τις πολιτικές συγκεντρώσεις τα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκε στην ιδέα ενός φράγματος που θα συγκρατούσε τα νερά των … εντύπων ώστε να μη χάνονται άδικα. Αλλά σε αυτόν τον παλλόμενο και διαρκώς διαφεύγοντα κόσμο ο Γκαλίπ έρχεται σε επαφή με το μυστήριο των συγγραφέων-φαντασμάτων που έγραφαν στη θέση των νεκρών και των εξαφανισμένων, και πως συχνά αναφέρονταν γεγονότα φανταστικά, για να ενθαρρύνουν τους αναγνώστες. Ο Σαΐμ του διαβάζει το ιστορικό μιας λαϊκής εξέγερσης σε μια κωμόπολη της Ανατολικής Τουρκίας είκοσι χρόνια νωρίτερα, όπου σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση, τυπώθηκε ένα ροζ γραμματόσημο με ένα περιστέρι και κυκλοφόρησε μια ημερήσια εφημερίδα γεμάτη ποιήματα. Οι αναγνώστες δεν βρήκαν την συνέχεια των γεγονότων σε επόμενα τεύχη, όπως ακριβώς γίνονταν με τις ιστορίες που διάβαζαν κομματιαστά.

Βρισκόμαστε πλέον στα βάθη της Κωνσταντινούπολης και του Μαύρου Βιβλίου, όταν ο Γκαλίπ διαπιστώνει την ύπαρξη μιας μυστικής γλώσσας, την ιερή σημασία που δινόταν στη λέξης «δρόμος», την επανάληψη λέξεων και φράσεων, κώδικες για την αναγνώριση των μυημένων μεταξύ τους. Και μέσα σε όλες αυτές τις έρευνες σε έντυπα, περιοδικά και αλλεπάλληλες αναφορές ανακαλύπτει πνευματικές σχέσεις με το δόγμα των Χουρουφιστών και τα τάγματα των Μπεκτατσήδων και όλων των δερβίσηδων που απαγορεύτηκαν την κεμαλική εποχή και οι μυστικές διδασκαλίες των οποίων ετάφησαν για να επανεμφανιστούν όμως με το ένδυμα του μαρξισμού-λενινισμού. Δεν μπορεί παρά να συνεχίσει σε τεκέδες δερβίσηδων και φωλιές μαρξιστικών ομάδων αλλά πώς είναι δυνατόν να ενωθεί το παζλ της ιστορίας που θέλουν ν’ αφηγηθούνε όλα τα γράμματα και οι λέξεις;

Η επίσκεψη στο σπίτι του πρώην συζύγου της είναι ενδεικτική μιας μεγάλης στροφής. Εδώ έζησε η Ρουγιά του πριν από δέκα χρόνια αγωνιζόμενη για χάρη μιας υπόθεσης στην οποία πίστευαν με όλη τους την ψυχή να ζήσουν με ψεύτικα ονόματα, μεταφράζοντας μανιφέστα που έρχονταν από μια χώρα στην οποία ποτέ δεν είχαν πάει, πολιτικές προφητείες γραμμένες από ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν δει, για να τις γνωστοποιήσουν σε ανθρώπους που επίσης δεν είχαν ποτέ δει, ξεχνώντας την κούραση από τις τόσες ώρες δουλειάς στο εργοστάσιο μπαταρίας. Κάποτε θα άρχιζαν να επιστρέφουν στην αρχή, ώστε να εκστασιαστούν όπως τότε, κάτι που ύστερα από χρόνια ο πρώην σύζυγος θα καταλάβαινε πως επρόκειτο για έναν φαύλο κύκλο που αποτελούσε ένα είδος παρηγοριάς που είχαν εφεύρει, να νομίζουν ότι μπορούν να επιστρέψουν στην ευτυχία της αρχής και πλέον, ζώντας μια «φιλήσυχη» ζωή, συνειδητά αχρήστευε μαζί με μια συνομωσία δυο χιλιάδων χρόνων.

Ίσως η αταξική κοινωνία να ήταν κι αυτή ένας σκοπός ύπαρξης, ή μια πλάνη, όπως πολλοί νέοι ερωτεύονται εξαιτίας μιας κουβέντας χωρίς ποτέ να συνειδητοποιήσουν ακριβώς αυτή την πλάνη που υπάρχει πίσω από τον έρωτά τους. Κι όμως, ο Γκαλίπ αντιλήφθηκε πως δίπλα σε εκείνους που ονειρεύονταν μια ολοκληρωτική νίκη της Ανατολής ενάντια στη Δύση και της αθλιότητας στον πλούτο, δίπλα στην Ιστανμπούλ που μονίμως έμοιαζε να περιμένει κάτι, υπήρχε ένα κίνημα που έχει απλωθεί σα δίχτυ σε όλη την Ανατολία και είναι έτοιμο για δράση αλλά με κάποιο τρόπο χάθηκε, αποσιωπήθηκε, καταπνίγηκε ή απλώς τα μέλη του παραιτήθηκαν απογοητευμένα. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα πέρα από όσα του αποδίδει η κριτική, ορίζοντάς το ως ένα βιβλίο για την Κωνσταντινούπολη  ή για την ρευστότητα της ταυτότητας (στοιχεία που σαφώς το καθορίζουν), είναι πάνω απ’ όλα ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο, ότι ο αφηγηματικός του χρόνος, χωρίς να αναφέρεται ανοιχτά, αλλά με βάση μια σειρά ενδείξεων, και ιδίως της μεγάλης ανάπτυξης των αριστερών ομάδων όπως εκείνη όπου ανήκε η Ρουγιά και του μετέπειτα αφανισμού τους, στις αρχές του 1980 πριν το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν.

Διάβασα το Μαύρο Βιβλίο τρεις δεκαετίες μετά την ανάγνωση από την τότε έκδοση του 1997 σε άλλον εκδοτικό οίκο και η αναγνωστική συγκίνηση παρέμενε ισχυρή, ενώ είναι εμφανής και η επίδρασή του από τους Αποσυνάγωγους του Ογκούζ Ατάι (βλ. εδώ). Για άλλη μια φορά σε έργο του Παμούκ επιβεβαιώνεται ότι ο κόσμος είναι ένα πραγματικό βιβλίο και ένας ήρωάς του διερευνά το μυστήριο του δεύτερου κόσμου που υπάρχει στον εμφανή κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια στιγμή ο Γκαλίπ νοιώθει το βάρος από όλες τις ιστορίες που έχει ακούσει, ούτε το γεγονός ότι διαβάζοντας ένα ένα τα άρθρα του Τζελάλ ήταν βέβαιος πως αποκτούσε την μνήμη του και θα έβρισκε τον ίδιο. «Γιατί τι άλλο σημαίνει ανάγνωση, αν όχι η κατάκτηση σιγά σιγά της μνήμης κάποιου άλλου;». Αυτό ποθεί ο Παμούκ, να αποκτήσει την μνήμη των ανθρώπων αυτής της αχανούς Πόλης, ενώ ταυτόχρονα θρηνεί το τέλος της εποχής όπου τα παραμύθια και η ζωή ήταν τόσο αληθινά, ώστε κανείς δεν σκεφτόταν να ρωτήσει ποια ήταν η πραγματική ζωή και ποιο το πραγματικό παραμύθι. Υπάρχουν, άλλωστε δυο φράσεις σφηνωμένες σε αυτό το τεράστιο σώμα αξιομνημόνευτων φράσεων και αμφότερες αφορούν την συγγραφή. Αφενός, σε κάποια «εσωτερική» συνομιλία περί αυτής, διατυπώνεται η φράση «Αυτός που εσύ ονομάζεις αναγνώστης σου, είναι ένα παιδί που θέλει να πάει στο πανηγύρι»· αφετέρου, κάποια στιγμή ο Γκαλίπ λέει πως πρέπει να γραφεί ένα μυθιστόρημα που δεν θα έχει «τέλος» γιατί το πραγματικό τέλος θα είναι κρυμμένο κάπου μέσα στην ιστορία. Γράφτηκε, λοιπόν, ένα τέτοιο μυθιστόρημα και είναι αυτό εδώ.

Εκδ. Πατάκη, 2021, σελ. 696, μτφ. Στέλλα Βρετού. Με επίμετρο του συγγραφέα [Kara Kitap, 1990] [Πρώτη παλαιότερη έκδοση: [Εκδ. Ωκεανίδα, 1997]

Εδώ οι Αποσυνάγωγοι.

Οι φωτογραφίες από εδώ, με εξαίρεση την πρώτη (Stefano Manjo)

Τζουνιτσίρο Τανιζάκι – Το πόδι της Φουμίκο

Οι ακραίες λατρείες

Αν στο περίφημο Κλειδί του ο Τανιζάκι βάζει τον ήρωά του να εκφράζει κάθε του ερωτική σκέψη σε Ημερολόγιο, βέβαιος ότι το διαβάζει η γυναίκα του Ικούκο, και σύντομα και εκείνη με την σειρά της εκφράζει με τον ίδιο τρόπο τα δικά της ανομολόγητα, δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα με τρεις παράλληλες αφηγήσεις, στην κατά σχεδόν τέσσερις δεκαετίες προγενέστερη νουβέλα του Το πόδι της Φουμίκο η διείσδυση και κατόπιν η αντανάκλαση μιας αφήγησης μέσα σε μια άλλη αποκαλύπτονται από την αρχή. Ο αφηγητής ονόματι Ουνόκιτσι, φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών, γράφει στον συγγραφέα Τανιζάκι για να του διηγηθεί μια πρωτοφανή ιστορία που ελπίζει να αποτελέσει λογοτεχνικό υλικό. Πρόκειται για την συνάντησή του με τον συνταξιούχο ενεχυροδανειστή Τσουκακόσι, ο οποίος, καθαρόαιμος κάτοικος των κεντρικών συνοικιών της παλιάς πρωτεύουσα του Έντο δεν έχει τίποτα κοινό με τον μεγαλωμένο στα απάτητα δάση μιας ιαπωνικής επαρχίας νεαρό, που συν τοις άλλοις είναι συνεπαρμένος από την δυτική κουλτούρα και τέχνη, με όνειρο να γίνει ένας ζωγράφος της σχετικής τεχνοτροπίας. Και όμως, προσκαλείται στο σπίτι του Τσουκακόσι και έρχεται αντιμέτωπος με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του αλλά και την ιδιομορφία της κατάστασης: ο εξηντάχρονος συνταξιούχος έχει τελέσει τρεις αλλεπάλληλους γάμους που δεν μπορούν να ερμηνευτούν απλώς και μόνο λόγω της κλίσης του στην ελευθεριότητα αλλά και από μια κρυφή τάση που όλοι αγνοούσαν, ενώ όλες ανεξαιρέτως οι γυναίκες που βρέθηκαν δίπλα του κατέληξαν να τον εγκαταλείπουν ή να τον απατάνε.

Η Φουμίκο αποτέλεσε την μοναδική εξαίρεση: έχοντας περάσει από το στάδιο της μαθητευόμενης σε αυτό της επίσης γκέισας, εγκαθίσταται στο σπίτι του ως επίσημη παλλακίδα ή σύζυγος, με αποτέλεσμα την αντίδραση της οικογένειάς του που κυμάνθηκε από την πλήρη αποξένωση έως και την εγκατάλειψή του. Σε αυτό το σημείο φτάνει ο νεαρός και γνωρίζει την Φουμίκο. Κατά τις συστάσεις, όπου αναφέρεται και ο λόγος (ή μήπως αφορμή;) της πρόσκλησης (μια μακρινή συγγένεια και η παράκληση του πατέρα του νεαρού να τον φροντίσει), η έκφραση του γέρου είναι διφορούμενη, με ένα αδρό χαμόγελο που υποκρύπτει κάτι άλλο ενώ εκείνη της Φουμίκο χαρακτηρίζεται από «μια ιδέα κάποιας ελάχιστης συστολής». Από την πρώτη στιγμή ο νέος σαγηνεύεται τόσο από το ντύσιμό της (κιμονό υπερβολικά μακρύ για παλλακίδα) όσο και από την εμφάνισή της (μαλλιά μαύρα σαν της λάκκας) αλλά είναι η ατέλεια των χαρακτηριστικών της που του δημιουργεί την αίσθηση αρμονίας. Για να μπορεί μια γυναίκα να προκαλεί τέτοια εντύπωση ομορφιάς, διατείνεται, έπρεπε να έχει κάποια ελαττώματα, και, πράγματι, το οβάλ περίγραμμα του προσώπου της, τέλειο όσο και το σχήμα του αυγού, συνοδεύεται από βαθουλωμένα μάγουλα, ενώ η ιδιαίτερα τονισμένη μύτη της ευτυχώς δεν έχει τα χαρακτηριστικά της τέλειας μύτης όπως των αγαλμάτων, γιατί θα έδινε στο πρόσωπο μια έκφραση ψυχρότητας.

Ο συνταξιούχος, όπως συχνά αποκαλείται στη νουβέλα, αποκαλύπτει στον εύελπι ζωγράφο τον λόγο της πρόσκλησης: επιθυμεί να παραδώσει την Φουμίκο στην ζωγραφική του τέχνη και μάλιστα όχι στη παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική αλλά στην δυτική ελαιογραφία, υποστηρίζοντας ότι είναι περισσότερο ρεαλιστική. Επιπρόσθετα, ανοίγει ένα παλιωμένο κουσά-ζόσι, μια φτηνή εικονογραφημένη έκδοση με διάφορες ζωγραφιές, για να του δείξει το πρότυπο που επιθυμεί· μια γκραβούρα του γνωστού ζωγράφου Κουνίσαντα όπου μια γυναίκα έχει φτάσει ξυπόλυτη από τους δρόμους της εξοχής σε ένα εγκαταλειμμένο οίκημα, σαν παλιό ναό, και καθισμένη στο σκαλοπάτι ενός εξωτερικού διαδρόμου, σκουπίζει το δεξί της λασπωμένο πόδι με μια πετσέτα. Η πόζα, γράφει ο αφηγητής, απαιτούσε εξαιρετική πλαστικότητα στην εκτέλεση και έδειχνε μέχρι ποιο σημείο οι παλιοί ζωγράφοι γκραβούρας ήταν άριστοι παρατηρητές των χαριτωμένων μεταμορφώσεων του γυναικείου σώματος και πόσο μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον τους γι’ αυτό, ενώ είναι βέβαιος πως για να εμπνευστεί ο Κουνίσαντα έναν τέτοιο πίνακα, θα πρέπει σίγουρα να είχε δει μια κοπέλα σε αυτήν ακριβώς την στάση.

Και έτσι αρχίζει η καθημερινή συνεύρεση των τριών προς ολοκλήρωση της ύστατης επιθυμίας του Τσουκακόσι και πάντα στο ημίφως, καθώς το σπίτι του ως παλιά οικία εμπόρου στο κέντρο του Τόκιο ακολουθεί το σύνηθες μοντέλο – όσο προχωρά κανείς στο εσωτερικό μετά την στενή πόρτα, τόσο λιγότερο διεισδύει το φως της ημέρας, σε σημείο να δίνει την εντύπωση σπηλαίου· το μόνο φως που έμπαινε στο δωμάτιο όπου θα την ζωγράφιζε, ήταν χλωμό και μελαγχολικό, λες και κάποια ακτίνα είχε ξεμείνει από τον ήλιο. Όμως ο νεαρός δεν είναι διόλου αμέτοχος στην ολοένα και εμφανέστερη προτίμηση του Τσουκακόσι· απεναντίας είναι και αυτός ένας θαυμαστής όπως αποκαλύπτει στον συγγραφέα, ενώ είναι βέβαιος πως και ο γέρος το έχει αντιληφθεί και, προφανώς, το απολαμβάνει.

Η Φουμίκο φυσικά, όπως και ένα διαχρονικό πρότυπο της γυναίκας που βρίσκεται σε παρόμοια θέση, είναι μεν φιλάρεσκη αλλά δεν μοιράζεται το ίδιο πάθος, συνεπώς ούτε συναρπάζεται με όλα αυτά. Όμως είναι ακριβώς αυτή η αδιαφορία της που αφενός γοητεύει τους δυο άντρες και αφετέρου που οδηγεί τον γέροντα στην ευχαρίστηση της υποταγής. Η ωριμότητα είναι αντίστροφη της ηλικίας και οι δυο άντρες χαίρονται σαν μικρά παιδιά το γεγονός ότι η Φουμίκο ακριβώς τους φέρεται σαν να είναι μικρά παιδιά.

Η αποτύπωση της γυναίκας στην ίδια στάση με εκείνη της γκραβούρας προφανώς είναι δύσκολη και εξαντλητική, καθώς, μπορεί ο αρχικός ζωγράφος να την είδε φευγαλέα αλλά για τον μεταγενέστερο απαιτεί μια δύσκολη πόζα που η Φουμίκο αδυνατεί να κρατήσει πάνω από τρία λεπτά. Και όμως, εκείνη υποχωρεί μπροστά στο μεταμορφωμένο προς το αλλόκοτο βλέμμα του, ίσως από τον φόβο πως μια ενδεχόμενη άρνησή της τον οδηγήσει από την παθητικότητα στην δράση, σε κάποια πράξη… Καθ’ όλη την διαδικασία η Φουμίκο αποκτά τις ιδιότητες του μοντέλου της και ο αφηγητής παρατηρεί ότι αμφότερες οι γυναίκες ζωογονούνται από την ίδια την ένταση της σχετικής κίνησης· μπαίνει μάλιστα στον πειρασμό να πει ότι δεν ήταν η Ο-Φούμι που μιμούνταν τη γυναίκα της ζωγραφιάς αλλά μάλλον το αντίθετο. Για ποιο λόγο όμως να επιλέχτηκε η συγκεκριμένη στάση; Μια οποιαδήποτε άλλη συνηθισμένη πόζα δεν θα επέτρεπε να φανερωθεί το συγκεκριμένο μέρος του κορμιού, η στάση των γυμνών ποδιών ιδωμένων κάτω από το άνοιγμα του κίμονο, στην καμπύλη γραμμή μέχρι κάτω.

Αλλά, πλέον, εκείνος που υμνεί το πόδι της Φουμίκο δεν είναι ο συνταξιούχος αλλά ο νεαρός που, γράφοντας πάντα στον Τανιζάκι, εκφράζει την δική του αγάπη για τα πόδια, πρώτα της Φουμίκο (δάχτυλα που μοιάζουν με συνάθροιση κοχυλιών, ευαισθησία που φανερώνει πως δεν θα είχε περπατήσει σε τίποτα σκληρότερο από το τατάμι και το φουτόν), αλλά επεκτεινόμενη και στα πόδια όλων των γυναικών που «δεν είναι λιγότερο εκφραστικά από ένα πρόσωπο» και που χάρη στην εντύπωση που δημιουργούν «μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια γυναίκα παθιασμένη ή ένα ψυχρό και σκληρό άτομο» – ιδέες δύσκολες στην κατανόηση για τον κοινό θνητό. Του μιλάει για την «υπνωτιστική τους δύναμη», το συναίσθημα ανάτασης που του προκαλούν και την «μυστικιστική λατρεία» που επιθυμεί να τους αφιερώσει. Και βρίσκει επιτέλους την ευκαιρία να αποκαλύψει την σχετική προδιάθεση που είχε από την πιο τρυφερή ηλικία και την συνείδηση της αποτροπιαστικής φύσης αυτής της κλίσης που έπρεπε να μείνει κρυφή από τους άλλους αλλά και την συγκλονιστική διαπίστωση ότι δεν είναι ο μόνος, όταν διάβασε ένα ειδικευμένο άρθρο πως υπάρχουν στον κόσμο θαυμαστές του γυναικείου ποδιού και αυτό ονομάζεται foot fetishism.

Η εμφάνιση του Τσουκακόσι αποτέλεσε την πλέον ζωντανή απόδειξη αλλά και την πολυπόθητη συνενοχή, τόσο ως προς τις «γνώσεις» – ο τελευταίος του αναφέρει ότι οι γκέισες της εποχής Τοκουγκάουα [1603-1868] είχαν τόση επιθυμία να επιδείξουν τα πόδια τους ώστε έφταναν στο σημείο να μη φοράνε ταμπί, ούτε και το χειμώνα, σε αντίθεση με τις «σημερινές» γκέισες, γι’ αυτό και επιβάλλει στην Ο-Φούμι να μην βάζει ποτέ – όσο και ως προς την εκδήλωσή του – το βλέμμα του σαν εκείνο ενός κλέφτη και η τελευταία, απροκάλυπτη επιθυμία του, να βάζει το πρόσωπό του σε αυτά, σαν σκύλος. Πως θα κατέληγε όλη αυτή η ιστορία, δεδομένης, ιδίως, της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας του πρώτου πρωταγωνιστή;

Η επιδείνωση του διαβήτη, πλέον και της φυματίωσης, τον καθιστά ολοένα και πιο ανήμπορο αλλά και εξαρτημένο από την Φουμίκο, που μία στις τόσες δεν εμφανίζεται, και, κατάκοιτος πλέον, όχι μόνο δεν εγκαταλείπει τις επιθυμίες του αλλά και ωθεί τον νεαρό να πάρει την θέση του στα πόδια της, ενώ ο ίδιος κοιτάζει με την χαρά του ηδονοβλεψία, σε μια σχέση αποκλειστικά τριαδική (γι’ αυτό και αρνείται να δεχτεί μια επαγγελματία νοσοκόμα), ενώ η Φουμίκο μάλλον «θα σκέφτεται πως οι δυο άντρες ήταν εντελώς τρελοί και αλλοπαρμένοι». Καθώς οδεύει προς τον χαμό ο Τουκακόσι ζητάει ως τελευταία του ευχαρίστηση το βελούδινο πόδι της στο κάτωχρο μέτωπό του για να χαθεί σε μια «ατέλειωτη αναπόληση» μοιάζοντας μ’ «ένα κομμάτι πάγου που λιώνει στον ήλιο». Μπορεί ο γέροντας να βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου αλλά μέχρι και την τελευταία ευθεία γραμμή της ζωής εμμένει στην ικανοποίησή του. Τα πόδια της Φουμίκο εκφράζουν την ύστατη μορφή της ζωής, που αποχαιρετά με τον πλέον προσφιλή του τρόπο – και ποιος μπορεί να τον μέμψει γι’ αυτό;

Ίσως λοιπόν ο συγγραφέας δεν επιλέχτηκε τυχαία ως παραλήπτης της επιστολής (αν υπήρξε ποτέ). Είναι πλέον γνωστό ότι ο Τανιζάκι αισθανόταν πως βίωνε μόνος αυτός στον κόσμο την ερωτική του διάθεση προς τα γυναικεία πόδια, μέχρι που διάβασε το την Psychopathia Sexualis του Richard Freiherr von Krafft-Ebing (1886) και την είδε ως επίσημα καταγεγραμμένη πλευρά της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, ενώ η νουβέλα εμφανίζεται οκτώ χρόνια προτού ο Φρόυντ δημοσιεύσει το περίφημό του δοκίμιο για τον Φετιχισμό, ο οποίος συνδέθηκε τόσο με τον μαζοχισμό όσο και με το βλέμμα και την ηδονοβλεψία. Ως προς τα τελευταία, διαπιστώνεται η κλιμάκωση του βλέμματος μέσα στη νουβέλα: ο δυο άντρες κοιτάζουν την ζωγραφιά – πρότυπο, και εν συνεχεία την Φουμίκο που την αναπαριστά και την μιμείται, ενώ στο τέλος εκείνη θα κοιτάζεται ως πίνακας. Μήπως με όλες αυτές τις αλληλουχίες των βλεμμάτων, τόσο η γυναίκα όσο και η ίδια η εικόνα της θα είναι πάντα φευγαλέες, συνεπώς και η καλλιτεχνική της μετάπλαση δεν θα καταφέρνει να την αιχμαλωτίσει ποτέ όπως πραγματικά είναι;

Εκδ. Άγρα, 2020, μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης [Junichiro Tanizaki, Fumiko no Ashi, 1919]. Η σχέση του Τανιζάκι με το σχετικό θέμα τονίζεται και στο σύντομο αλλά πυκνό επίμετρο του μεταφραστή. Βλ. επίσης Τζουνιτσίρο Τανιζάκι, Το κλειδί, εκδ. Άγρα, 2013 [Α΄ έκδ. 1993], μτφ. από τα ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης [Kagi, 1956]. Πρβλ. Sigmund Freud, Fetischismus, Internationale Zeitschrift für Psychoanalyse 13 (1927), σ. 311-217 (= The Standard Edition of the Complete Psychological Works of Sigmund Freud, τόμ. 21, The Future of an Illusion, Civilization and Its Discontents and Other Works (1927–1931), επιμ. James Strachey, The Hogarth Press, 1961, σ. 149–157.

Δημοσίευση στον ηλεκτρονικό Χάρτη, τεύχος Οκτώβριος 2026, εδώ.

Στις εικόνες έργα του του Utagwa Kunisada, που ενέπνευσε τον ήρωα της νουβέλας.