19
Νοέ.
22

Μικρά βιογραφήματα μεγάλων πλασμάτων

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 71 (φθινόπωρο 2022), Aφιέρωμα: Κατοικίδια, σ. 57-63

1. Κίτρινο, κατακίτρινο, υποκίτρινο, πορτοκαλοκίτρινο (Κυψέλη, οδός Επτανήσου, 1977)

Τα πρώτα μικρά ζώα που μπήκαν στο σπίτι (ρετιρέ Κυψέλης, στην κορυφή ενός ισόπλευρου τριγώνου με την Φωκίωνος Νέγρη και την Πλατεία Αμερικής ως τις άλλες γωνίες), ήταν τέσσερα κλωσοπουλάκια. Τα είδα ριγμένα στο οδόστρωμα, κάτω από τον πάγκο ενός πωλητή στην λαϊκή αγορά της οδού Λήμνου (νυν Λέλας Καραγιάννη), ο οποίος ενίοτε τα κλωτσούσε για να μην βγουν στον δρόμο. Ήταν παραμονή Μεγάλης Βδομάδας που έπεφτε νωρίς κι έκανε ψύχρα. Μάλλον κάναμε τις ίδιες σκέψεις με την μητέρα μου και απλώς με ρώτησε: Συμφωνείς; Συμφώνησα και τα πήραμε, ώστε αν τους αναλογεί σύντομη ζωή, ας την ζήσουν ζεστά και αχτύπητα. Η τυπική κυψελιώτικη κουζίνα μας δεν είχε παρά ένα μικρό παράθυρο στον φωταγωγό, που όμως λόγω του υψόμετρου του διαμερίσματός μας, δεχόταν τακτική μεσημβρινή επισκέπτρια μια πλατιά και διάχυτη ακτίνα ήλιου. Σ’ εκείνο το σημείο θα τα βάζαμε.

Ως εκκολαπτόμενος αρχιτέκτων κατασκεύασα το σπίτι τους: είχε ως στιβαρή σκαλωσιά ένα πετρόλ ξύλινο σκαμνάκι και για μεγάλο δωμάτιο ένα ευρύχωρο χαρτόκουτο. Το πρώτο τους ενδιαίτημα  στρώθηκε με άχυρο (που μάλλον αγοράσαμε ως σετ με τις τέσσερις ψυχές), ενώ στην γωνία τοποθετήθηκε ψηλό πλαστικό ποτήρι με ζεστό νερό, τάπεργουερ φυσικά, από την σπουδαία οικιακή μας συλλογή, κλεισμένο με καπάκι, ως θερμαντικό σώμα. Με ιδιαίτερο χαμόγελο παρατηρούσα πως προτιμούσαν να κολλάνε το ένα δίπλα στο άλλο, και πάντα κατά την όρθια κατάκλισή τους.

Το κίτρινο, το κατακίτρινο, το υποκίτρινο και το πορτοκαλοκίτρινο (καθώς εκτός από αυτόκλητος βαπτιστής τους υπήρξα και μανιακός των χρωματικών όρων αλλά και των συντομογραφιών, ήτοι: Κ, ΚΚ, ΥΚ και ΠΚ) καθόρισαν με ιδιαίτερο τρόπο δυο από τις αισθήσεις μου εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα και κάθε Μεγάλη Εβδομάδα. Πρώτα την ακοή: ο συνδυασμός του συνεχούς κελαηδίσματος με τις πένθιμες καμπάνες της Αγίας Ζώνης, η ήχος των οποίων με δίχαζε μεταξύ μαγέματος και δέους, αποτέλεσε τόσο δεμένο σάουντρακ, ώστε όποτε ακούσω ανάλογη ποικίλη εναλλαγή πένθιμων καμπανών περιμένω πάνω τους και σίγουρα στα ενδιάμεσα της σιωπής τους να ακούσω τιτιβίσματα. Κι επίσης, οι οσμές της κουτσουλιάς και του άχυρου, πάντα θα συνδέονται με τις περιδεείς ημέρες «της ωραιότερης ιστορίας του κόσμου», την πιστεύουμε δεν την πιστεύουμε.

Όταν τελείωσαν οι μέρες της δυ-αισθητικής καμπανοκρουσίας και οι τέσσερις αποχρώσεις του κίτρινου κάλυπταν περισσότερο χώρο στο κτίσμα τους, αντιληφθήκαμε ότι η φύση τα περιμένει με ανοιχτές αγκάλες. Εκεί επιστράφηκαν με συγκινητικό αποχαιρετισμό αλλά η συντριβή του χωρισμού γλυκάθηκε από την βεβαιότητα πως θα περάσουν όχι μια χαρά αλλά πολλές χαρές.

2. Μάη (Θεσσαλονίκη, οδοί Ιπποδρομίου και Μητροπόλεως, 1989-1991)

Ιδιαίτερη γάτα που διασώθηκε στο περίφημο μπαρ Berlin από τα χέρια ελεεινού και τρισάθλιου μεθυσμένου τύπου, ο οποίος την κρατούσε στα χέρια του και στοιχημάτιζε ότι μπορεί να την πνίξει. Ο Γιάννης Αγγελάκας των περιώνυμων Τρυπών βγήκε από την θέση του δισκοθέτη και του πήραμε το ζωντανό από τα χέρια. «Εγώ ξέρετε πώς ζω, άρα πάρτε το εσείς», μας είπε, απευθυνόμενος σ’ εμένα και την Έψιλον, λες κι εμείς ζούσαμε καλύτερα. Τέλος πάντων! Ήταν Μάιος μήνας, και την ονομάσαμε Μάη: η Μαγιούλα μας.

Η Μάη δεν μπορούσε πλέον ποτέ να δεχτεί χάδι από χέρι. Έβγαζε αμέσως νύχια και γρατζουνούσε άγρια. Η επιφυλακή της επεκτάθηκε και στα κάτω άκρα. Αν τολμούσε κανένα πόδι να βγει από την κουβέρτα, χιμούσε. Μάθαμε να κοιμόμαστε σκεπασμένοι ακόμα και το καλοκαίρι. Εννοείται πως είχαμε μονίμως γρατζουνιές, που τις ονομάζαμε «τα σκίτσα της Μαγιούλας» κι όποιος καταλάβαινε καταλάβαινε. Κάποιοι φίλοι σταμάτησαν τις επισκέψεις. Φυσικά τέτοια πλάσματα τα αγαπάς διπλά, σαν το δύσκολο παιδί σου. Όταν είχε «τις μέρες της» συνέβαινε το απρόσμενο: ήταν δεκτική στα χάδια, αλλά και πάλι όχι με τα άκρα. Έτσι την χάιδευα στο καυκαλάκι της με το μάγουλό μου κι εκείνη μέλωνε! Τι να μας πουν τώρα τα διάφορα εξτρήμ σπορ; Εγώ χάιδευα την Μάη με το κεφάλι μου! Έτσι περίμενα πως και πως τις μέρες της, κι ας μην μπορούσαμε να κοιμηθούμε από τα θρηνητικά φωνητικά. Όταν η Έψιλον έφυγε για την Κομοτηνή την πήρε μαζί της. Μάθαινα τα νέα της και πως κάποια στιγμή ξεγλίστρησε προς ένα χωραφάκι. Δεν επέστρεψε αλλά πάντα σκεφτόμουν ότι στις εξοχές θα ήταν στο στοιχείο της. Κάτι με κάνει να πιστεύω πως «έφυγε» πλήρης ημερών.

3. Το «γάτα» (Θεσσαλονίκη, Άνω Πόλη, οδός Αχιλλέως, 1993)

Ένα εκ των δυο παρατρεχάμενων γατιών που κατέληξαν στην αυλή μας επί της οδού Αχιλλέως στην γνωστή Άνω Πόλη. Έκαναν ζευγαρωτή παρέα και διασκέδαζαν με τις ώρες παίζοντας με μικρό λαστιχένιο μπαλάκι που κρέμασα στο μπράτσο μιας ξεχαρβαλωμένης καρέκλας. Πρέπει να ξόδεψα πλείστες ώρες χαζεύοντας το ευφρόσυνο θέαμα. Το αρσενικό έφυγε με άδοξο τρόπο και μας έμεινε το θηλυκό. Μαζί με τον συγκάτοικο Γάμμα αναλάβαμε την ευρύτερη διαπαιδαγώγησή του, στην οποία αποτύχαμε οικτρά εφόσον απέκτησε την συνήθεια να κάνει την τουαλέτα του πίσω από την τεράστια ξυλόσομπα του καθιστικού, στο στενότερο και πιο δύσκολο σημείο για καθάρισμα. Ένας φίλος Σύριος μουσικός, τακτικός επισκέπτης του σαλονιού μας, μπερδεύοντας πάντα τα άρθρα, το αποκάλεσε «το γάτα» κι έκτοτε κατοχυρώθηκε. «Το γάτα» ενυπήρξε σε σειρά λογοτεχνικών σχεδιασμάτων, τα οποία συνηθίζαμε να δημιουργούμε σε καθημερινή βάση, κυρίως σε χαϊκού, τετράστιχα ομοιοκατάληκτα και επιγράμματα.

Μια ιδιαίτερα αξιομνημόνευτη στιγμή είναι όταν τελικά με διαλυμένη μέση από τα σκυψίματα της ξυλόσομπας, είπαμε να το πάμε στα δημόσια κτηνιατρεία κάπου πίσω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Εκεί είδαμε δυο πινακίδες: «Ιατρείο μεγάλων ζώων» και «Ιατρείο πολύ μεγάλων ζώων». Αφού πιθανολογήσαμε τι είδους μεγάλα ζώα μπορεί να κρύβονταν εκεί, εξαντλώντας δια μνήμης σχεδόν ολόκληρο το Βιβλίο των Φανταστικών Όντων του Μπόρχες (ο Γάμμα υποστήριξε την βεβαιότητα πως θα επρόκειτο για κάποιο «Κράκεν», ενώ εγώ διαισθανόμουν πως μέσα θεραπευόταν ή παραμόνευε ένας «Κατώβλεπας») είπαμε να το πάμε στα πολύ μεγάλα ζώα, μόνο και μόνο για να δούμε την έκφραση των γιατρών. Μπήκαμε με σοβαρό ύφος. Ο εφημερεύων, με ακόμα σοβαρότερη έκφραση, μας είπε σα να μην τρέχει τίποτα: Όχι εδώ, δίπλα πηγαίνετε, στα απλώς μεγάλα ζώα. Βγήκαμε σαν δαρμένοι· ο κύριος μας αντιγύρισε την φαρσούλα ή εκεί μετρούσαν τα ζώα με κάποια άλλη, μυστική σ’ εμάς κλίμακα;

Δίπλα ήταν μια γοητευτικότατη γιατρός και μπήκαμε με την έκφραση των ευγενών ζωόφιλων που άλλωστε ήμασταν. Τι έχει; Χέζει παντού. Και πίσω από την σόμπα, πρόσθεσα, λες και την ενδιέφερε η τοποθεσία. Σήμερα το πήγατε να κοπρίσει; Ναι, είπα ψέματα, ενθουσιασμένος για την νέα, ευγενικότερη λέξη που μόλις μάθαινα. Εννοείται ότι το γάτα μάς εξέθεσε, κοπρίζοντας επί τόπου. Η γιατρός μας κοίταξε τόσο άγρια που δεν τολμήσαμε να την φλερτάρουμε, όπως σκοπεύαμε. Μας έδωσε κάτι χάπια και φύγαμε διπλά ηττημένοι. Πίσω στο σπίτι το γάτα θρονιάστηκε στην πολυθρόνα και κοιμήθηκε βαθιά, κουρασμένο από τις συγκινήσεις της ημέρας. Όταν σηκώθηκε, ήταν τελείως καλά. Μας έμειναν τα χάπια και τα κρατήσαμε στο κουτί με τα ενθύμια μέχρι που εξαϋλώθηκαν.

4. Μαρτσέλο (Θεσσαλονίκη, Άνω Πόλη, οδός Κόδρου, 1999-2000)

Ένας μαύρος γάτος επέβαλε με διακριτικότητα την παρουσία του στην μικρή μονοκατοικία της Σίγμα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης. Στιλπνός και γυαλιστερός, με εμφανώς αρσενική κεφάλα, ήρθε και θρονιάστηκε κάτω από την συκιά της αυλής, στο παρτέρι με το υγρό χώμα. Εκεί τον βρήκα όταν άνοιξα την αυλόπορτα και με κοίταξε με τρόπο που αν έπρεπε να πιεστεί σε λέξεις, αυτές θα ήταν «Σου επιτρέπω να συνεχίσεις να μένεις εδώ, αλλά βασιλιάς θα είμαι εγώ». Διάβαζα εκείνη την εποχή το έξοχο μυθιστόρημα του Ερρίκου Μυρζέ Η ζωή των μποέμ και του απέδωσα το όνομα ενός εκ των ηρώων του: Μαρτσέλο. Ο και με την βούλα μποέμης γάτος δεν αρκούνταν στο δίχωρο σπιτάκι και στην δική του πολυθρόνα «σκηνοθέτη» (μπορεί όντως και να ένιωθε πως σκηνοθετεί τις ζωές μας), ούτε στην αυλή, αλλά ήθελε και να περιπλανιέται σε άλλες αυλές και σε χορτάρια, όπως πρόδιδαν τα μικρά μπαλάκια που κολλούσαν στο τρίχωμά του, τα τριβόλια που λέμε. Η Σίγμα του μιλούσε σαφώς τρυφερότερα απ’ ότι σ’ εμένα, κι εκείνος με κοιτούσε θριαμβικά.

Είναι γνωστό ότι οι γάτες μάς χαρίζουν ιστορίες και σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες δικές του προσγειώθηκε κυριολεκτικά πάνω στα κεφάλια μας, όταν, ενώ ξάπλαρε στο σκοτεινό ενδιάμεσο χώρο μεταξύ οροφής και κεραμιδιών, ο μουσαμάς δεν άντεξε την κορμοστασιά του, σκίστηκε και μας τον έστειλε κατακέφαλα, καθώς είχαμε την έμπνευση να γευματίζουμε ακριβώς από κάτω. Εκείνος, ελαφρώς έκπληκτος, τίναξε την σκόνη του και περιπλανήθηκε στο καθιστικό, χωρίς να μας ρίξει ούτε υποψία βλέμματος.

Το εντυπωσιακό όμως ήταν άλλο: μπορούσε να με ξυπνήσει μια την ματιά του. Ερχόταν αξημέρωτα και στηνόταν στην δική μου πλευρά του κρεβατιού (γιατί, όπως φαινόταν, ήμουν πράγματι υποτελής του) και με κάποια άγνωστη λειτουργία που μόνο εκείνος γνώριζε κατάφερνε να μου ανοίξει τα μάτια. Σηκωνόμουν τότε έντρομος από την παγωμένη θερμοκρασία της μονοκατοικίας και του άνοιγα την πόρτα για την πρωινή του ανήλιαγη ακόμα βόλτα μετά τουαλέτας. Επέστρεφε μετά από μισή ώρα και νιαούριζε για το δεύτερο ξύπνημά μας. Ε, ήταν σειρά της Σίγμα να σηκωθεί – νομίζω; Άκουγα μισοκοιμισμένος τις βαριές του πατημασιές στις σανίδες του δαπέδου (ντουπ ντουπ ντουπ). Αλλά μια μέρα αυτές συνοδεύτηκαν από ελαφρύτερες δρασκελίτσες (ντουπντουπντουπντουπ), καθώς ο κύριος Μαρτσέλο προσκάλεσε μια μικροσκοπική δεσποινίδα γάτα να μοιραστούν το πρωινό τους. Η ορχήστρα των βημάτων συνεχίστηκε τους επόμενους μήνες αν και αυτή ξενοκοιμόταν, κάτι όμως που δεν έμοιαζε να απασχολεί τον δικό μας υπεράνω κεφάλα.

Όταν έληξε το συμβόλαιο συνύπαρξης με την Σίγμα και προτού εκείνη φύγει από την πόλη ο Μαρτσέλο εξαφανίστηκε. Είχε διαισθανθεί ότι το σπίτι αδειάζει; Προτίμησε τα ανοιχτά μέρη της Άνω Πόλης ή κάποιο άλλο σπίτι με νέο ανταγωνιστή; Έτσι σκεφτόμουν μέχρι που τον είδα έξω από το ισόγειο μου, μερικά τετράγωνα πιο πέρα. Με κοιτούσε με κατανόηση, σα να μου έλεγε «μείναμε κι οι δυο μόνοι αλλά εγώ έχω ήδη φροντίσει για νέες συντροφιές – εσύ;». Φαίνεται πως δεν μας ένωσε ούτε η κοινή μας εγκατάλειψη και χαθήκαμε.

5. Άσπρος κόκκορας, μαύρη κότα ((Θεσσαλονίκη, Άνω Πόλη, οδός Κόδρου, 1999)

Εμείς ζητήσαμε άσπρη κότα και μαύρο κόκορα, δέσμιοι των στερεότυπων της λευκής θηλυκότητας και της σκούρας αρσενικότητας. Κατά βάθος ίσως θέλαμε να δούμε τα αξιαγάπητα αυτά πλάσματα να αντιστρέφουν τα καθιερωμένα και την κοτούλα να επιχειρεί ελευθέριες πράξεις. Ο πωλητής προφανώς μας ενέπαιξε και μας τα παρέδωσε με αντίστροφα χρώματα. Ήταν η εποχή που η Σίγμα ήθελε να θυμηθεί πως είναι «να έχουμε και κοτούλες στην αυλή». Έτσι είπε.

Μια μικρή αποθήκη στην αυλή μετατράπηκε σε κοτέτσι, κι έτσι γίναμε τέσσερις. Τα πρωινά ξυπνήματα μεταφέρθηκαν κατά μία ώρα νωρίτερα και μειδιούσαμε με το φυσικό ζωικό ξυπνητήρι, ενώ φανταζόμασταν πως οι γείτονες όχι. Τελικά κανένα στερεότυπο δεν ανατράπηκε: το ζευγάρι έμοιαζε ερωτευμένο και οι ρόλοι παρέμεναν διακριτοί, όπως επιβεβαιώθηκε από δυο περιστατικά. Πρώτο: Όταν κλάπηκε η βέσπα της Σίγμα, καθώς ξεχνούσε μονίμως τα κλειδιά επάνω, ήρθαν στο σπίτι δυο αστυνομικοί άνευ στολής για την σχετική αναφορά. Τότε ο κόκορας με άλμα που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί, όχι απλώς υψώθηκε αλλά εκτοξεύτηκε στο πρόσωπο του ενός που μόλις πρόλαβε να καλυφθεί. Ήμουν βέβαιος πως επρόκειτο για πράξη προστασίας της αγαπημένης του, ενώ η Σίγμα υποστήριξε με το γνωστό της πείσμα πως επρόκειτο για κάποια πολιτική αντίδραση. Αλλά η δεύτερη απόδειξη αρκούσε από μόνη της: τις κρύες νύχτες, δηλαδή όλες τις νύχτες σ’ εκείνα τα βαρδάρεια μέρη, ο κόκορας ανέβαινε πάνω στην κότα και την κάλυπτε ολόκληρος για να την ζεστάνει· τόσο ολόκληρος ώστε να ξεχωρίζει μόνο το μικρό της προσωπάκι.

Όπως είχα προβλέψει, η Σίγμα δεν άντεξε για πολύ την χωριάτικη έκδοση του κονακίου της, καθώς οι κουτσουλιές τους κατέκλυζαν αφόρητα την τσιμεντένια αυλή. Μια φίλη μ’ ενημέρωσε για κάποιον φίλο στην Χαλκιδική που είχε ολόκληρο κτήμα με διάφορα ζώα, ένα σωστό κοινόβιο ουτοπικής φύσεως, όπου οι ένοικοι της αυλής μας θα ήταν ευπρόσδεκτοι. Έμενε μόνο να πειστούν να μπουν στο Ωτομπιάνκι της. Κάπου σώζεται φωτογραφία όπου φορώ το κράνος μου προσπαθώντας να γραπώσω τον ανυπότακτο αρσενικό, αλλά έτσι όπως απλώνω τα χέρια μοιάζω με υποψήφιος όσιος που επιχειρεί να κάνει το πρώτο του θαύμα. Ρωτούσα τακτικά τα νέα τους και μάθαινα πως παρά τους πειρασμούς της χίπικης κοινότητας, παρέμεναν πιστοί ο ένας στον άλλον. Συνειδητοποιώ δε μόλις τώρα, έκπληκτος, ότι δεν τους δώσαμε κάποιο όνομα.

6. Ζιζή (Θεσσαλονίκη, Άνω Πόλη, οδός Αθηνάς, 1998-2001)

Αξιολάτρευτη μουσουδάτη σκυλίτσα με κανελί αποχρώσεις, συγκάτοικος του στενού γείτονα Θήτα, στην μεσοτοιχία μας σε ισόγειο παραπλεύρως μυστηριώδους βυζαντινού ερειπίου. Έζησε τουλάχιστον μέχρι τα 18 της, και μοίραζε την ζωή της μεταξύ Θεσσαλονίκης και Παροικίας Πάρου, όπου τον μισό χρόνο ο Θήτα διακονούσε χορτοφαγικό εστιατόριο. Προφανώς αποτελεί στοιχείο πλείστων ζώων, όμως τότε με εξέπληττε κάθε μέρα και περισσότερο: πώς είναι δυνατόν να διαθέτει τέτοια ακοή ώστε να αντιλαμβάνεται τον ήχο του κινητήρια του Yamaha Τ50 από την στιγμή που έστριβα την Ολυμπιάδος, δηλαδή πεντακόσια και παραπάνω μέτρα μακριά από το σπίτι;

Όταν ο Θήτα έφυγε για λίγες μέρες στο Παρίσι, μου την έφερε «να με έχει το νου της». Τρεις βόλτες την ημέρας της αρκούν, μου είπε, αλλά να φροντίζω να έχουμε οπτική επαφή όποτε κάνει την τουαλέτα της γιατί κάποτε στην Πάρο την κοπάνησε για τσίσα, έπεσε σε μια στέρνα, έμεινε εκεί πολλές ώρες, κι έκτοτε είχε συνδέσει την βιολογική ανάγκη με επικίνδυνο άθλημα. Την πήγαινα στα τείχη και κοιταζόμασταν και επιστρέφαμε σπίτι και ξανακοιταζόμασταν. Όποτε μαγείρευα στηνόταν μπροστά στην βιτρίνα του φούρνου, ρουθουνίζοντας. Δεν θα ξεχάσω πως μοιραστήκαμε ακριβοδίκαια ένα ολόκληρο ταψί γεμιστά, σε δυο καθισιές. Επιστρέφοντας ο Θήτα την βρήκε χαρούμενη και με ανεπαίσθητες καμπύλες. Ως αντίδωρο μου έφερε δυο μποτίλιες κόκκινο κρασί που όμοιό του δεν είχε ποτέ πιει. Τις κατέβασα στην υγεία της Ζιζής, τρώγοντας μόνος μου τα δείπνα μου, διαβάζοντας ως συνήθιζα τότε με αναλόγιο στο τραπέζι της κουζίνας, αλλά μου έλειπε πολύ η συντροφιά της. Έστριβα ασυναίσθητα το βλέμμα να την δω αλλά αυτή αλλού, στην πρώτη της αγάπη. Κατά καιρούς μάθαινα πως γερνούσε αισίως και είμαι σίγουρος πως την έζησε την ζωή της, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

7. Βαρώνος (Λουτράκι, Αθήνα – Ηλιούπολη, 2013)

Ένας φίλος μας έφερε μια μικρή αρσενική χελώνα, που ως τότε, και μέχρι να μεγαλώσει, ζούσε με άλλες χελωνίτσες σε ειδικό κήπο, το γκρέμισμα όμως του κτίσματος άλλαζε τα δεδομένα. Ήρθε λοιπόν μουσαφίρης ο χελώνος σε αρμένικη βίζιτα. Επέδειξε αμέσως τις προτιμήσεις του στην γαστρονομία (ζοχούς, ρόκα κυρίως βιολογική, φράουλες και καλά ντοματίνια ενώ μαρούλι όχι και τόσο) και στην αναψυχή του (καθημερινό πρωινό περπάτημα και ιδίως στο σπίτι στο Λουτράκι σε μακρύ μπαλκόνι σε σχήμα Π, όπου ξεκινούσε το πρωί από την μια άκρη και έφτανε ως την άλλη, και ξανά πίσω, συνήθως τέσσερις διαδρομές την φορά). Αρχικά τον αποκαλούσαμε «ο χελώνος», όμως επειδή αντιλαμβανόμουν πάνω του την αίγλη κάποιου αδιόρατου αξιώματος, βαπτίστηκε Βαρώνος, και για την σχετική, τιμητική ομοιοκαταληξία. Όταν μεγάλωσε σε σημείο να μπορεί πια να υπερασπιστεί τον εαυτό του, τον πήγαμε στον Υμηττό, σ’ έναν από τους πράσινους λόφους της Καισαριανής, όπου κατά καιρούς βλέπαμε πλείστες χαρούμενες χελώνες να ζουν σε βαρωνίες αμιγώς κομμουνιστικές. Τον ανεβάσαμε ένα Σάββατο του Λαζάρου, που έκτοτε εμείς το λέμε και Σάββατο του Βαρώνου. Διορθωτή των (δε)κάτων, κρατείστε το ωμέγα, για λόγους κύρους, καταλαβαίνετε.

8. Πέτρα (Μοίρες Ηρακλείου, Αθήνα – Ζωγράφου / Εξάρχεια / Ηλιούπολη, Λουτράκι, Ηράκλειο, 2008-)

Διασώθηκε ως ταλαιπωρημένο και ημιθανές κουταβάκι από στάβλο της Αγίας Βαρβάρας Ηρακλείου Κρήτης, ενός χωριού στα ψηλά μέσα του νομού. Μεταφέρθηκε σε νάιλον σακούλα (τον ήχο των οποίων για χρόνια φοβόταν) και αποτέλεσε τρίτο μέλος της συντροφικής μας μερίδας στο φιλόξενο υποστατικό μας και σε όλα τα επόμενα, συνολικά δέκα σπίτια (ως τώρα!). Ζούσα τότε στα Εξάρχεια και όταν η Βήτα την έφερε στο σπίτι, έσπευσε για εξερεύνηση στην κουζίνα και ήρθε στο καθιστικό με μια μικρή πατάτα στο στόμα, αλιευμένη από ένα σακί. Μετά πήρε θέση μπροστά την σόμπα αλογόνου με τέτοιο τρόπο ώστε να απορροφά όλη την ζέστη, συνήθεια που δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Την βγάζαμε έντρομοι στους πεζόδρομους των Εξαρχείων, αναζητώντας το ανύπαρκτο πράσινο, ενώ διάφορα θηριώδη σκυλιά την κοιτούσαν απορημένα για το θάρρος της να βρεθεί ενώπιόν τους, λες και ήξερε η καημένη. Ευτυχώς η Βήτα ζούσε στου Ζωγράφου και αλώνιζαν μαζί την πολυτεχνειούπολη, όπου μάλιστα ανεβοκατέβαινε τρεχαλητή απότομες πλαγιές κυνηγώντας ένα από τα δεκάδες μπαλάκια που αγαπούσε. Μετά η Βήτα έφυγε για το Λουτράκι και πολλές φορές ζούσαμε οι δυο μας. Είχε εξαρχής δηλώσει θερμή οπαδός των χαδιών στα βυζάκια της, και για καιρό απροσμέτρητο θυμάμαι πως έγραφα με το δεξί χέρι και χάιδευα με το άλλο.

Αν εξαιρέσει κανείς ότι έφαγε ένα ολόκληρο ταψί με ζύμη μαζί με το σελοφάν, ότι όποτε ταξιδεύαμε κατάστρωμα με υπνόσακο νυχτερινό δρομολόγιο για Κρήτη έμπαινε και ξάπλωνε ανάμεσά μας χωρίς καν να μας κοιτάξει (γνωστό κόλπο) και ότι με την ματιά της μπορούσε να μου προκαλεί φρικτές ενοχές που δεν της έδωσα περισσότερο φαγάκι, ήταν πάντα μια υποδειγματική μποξερίνα. Μια φορά βέβαια έδειξε και πόσο «Μαριορή» (έτσι δεν βάφτιζαν τις παμπόνηρες αλεπούδες τα παλιά αναγνωστικά;) μπορεί να γίνει. Είχε έρθει σπίτι ο Ρωμαίος, ο επονομαζόμενος και Ρωμίκος, ένα μπουλντογκάκι δυσκίνητο και τροφαντό, και η Πέτρα, ως σωστή αφέντρα, τριβόταν στην μούρη του και μετά απομακρυνόταν κουνιστή και λυγιστή, ενώ ο καημένος ο Ρωμίκος την ακολουθούσε ασθμαίνοντας. Κάποια στιγμή τους δόθηκε από μια καλή λιχουδιά. Η Πετρούλα την έφαγε και άραξε φαρδιά πλατιά. Αυτός βόλταρε, μύριζε, θέλησε ίσως λίγη υποταγή ακόμα, τελικά έγειρε δίπλα της, κοιτάζοντας με κάπως παραπονεμένες ματάρες. Αργότερα όταν έφυγε από το σπίτι, σηκώθηκε και η Πετρούλα, που, όπως αποδείχτηκε, είχε φράξει την πρόσβαση στην λιχουδιά του καημένου του Ρωμίκου. Έτσι εξηγήθηκαν όλα.

Στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ ήταν μέσα στην τρελή χαρά και διέτρεχε τα γρασίδια με ταχύτατους κύκλους. Στο καφενείο της οδού Ναυαρίνου πήγαινε με την σειρά σε όλα τα τραπέζια για υποδοχή χαδιών. Όπου έβλεπε υποψήφιο χαϊδευτή σήκωνε το χέρι της κι όλοι έλεγαν «αχ, τι συγκινητικό, κάνει χειραψία». Δεν τους αποκαλύπταμε βέβαια πως αυτή περίμενε να κατεβάσει το χέρι του άλλου στα στηθάκια της. Θα το αντιλαμβάνονταν, άλλωστε, σύντομα. Όταν ο φίλος μας ο Βεϊσέλ έπαιξε σε μια θεατρική παράσταση και κάποια στιγμή άρχισαν να τον χτυπούν κάτι κακοί η Πέτρα πήγε να ορμήξει στη σκηνή για να τον σώσει. Παραλίγο να βρεθώ κι εγώ στη σκηνή, καθώς είχα περάσει το λουράκι της στο πόδι μου. Τελικά ο Βεϊσέλ τις έφαγε κανονικά κι εμείς χάσαμε την ευκαιρία μιας πρώτης εμφάνισης στο σανίδι.

Όποτε πήγαινα στο Λουτράκι προτιμούσα την Παλαιά Εθνική στην οποία πάντα σηκωνόταν από το κάθισμα και κοιτούσε έξω. Ελάττωνα ταχύτητα, της άνοιγα το παράθυρο, κι εκείνη  έβγαζε την μουσούδα της να μυρίσει τα χαμομήλια και να ζήσει την αύρα της «Ελληνικής Ριβιέρας». Στην Ποσειδωνία της φαινόταν εξίσου ενδιαφέρουσα η πλωτή γέφυρα και χάζευε τα φορτηγά πλοία που την διέσχιζαν. Στο Πάρκο του Λουτρακίου την έπαιρνα μαζί μου όταν έτρεχα τρεις τέσσερις γύρους, ενώ στα ακουστικά έπαιζε το Εσύ κι εγώ του Γιώργου Χατζηνάσιου, από την ομώνυμη ελληνική ταινία. Την παίρναμε μαζί μας παντού, σε γεύματα, εκδηλώσεις, γιορτές, ταβέρνες και κάμπινγκ (όπου έμπαινε πάντα πρώτη μέσα στη σκηνή για να εγκρίνει). Το βορειότερο σημείο που πάτησε ήταν η Θεσσαλονίκη και το νοτιότερο το Καλαμάκι, δυτικά των Ματάλων.

Σήμερα είναι δεκαπέντε ετών. Κάποιες νύχτες ροχαλίζει σαν Σίμκα της δεκαετίας του ’70 μα κάποιες άλλες ίσα που ακούγεται. Πρόσφατα την συνόδευσα σ’ ένα χειρουργείο και όπως είχε ο γιατρός μισάνοιχτη την πόρτα και φαίνονταν ορθάνοιχτα τα ποδαράκια της ήταν αδύνατο να συγκρατήσω κάτι δάκρυα πολύ τσουχτερά. Τώρα πια πηγαίνουμε στο απέναντι λιόφυτο και περπατάμε αργά, καθώς, σύμφωνα με το σχετικό διάγραμμα, είναι 83 ανθρώπινων ετών. Στην ουσία κι εκείνη με συνοδεύει γιατί μεγαλώσαμε μαζί. Και μετρώ μια μια τις μέρες και τις ώρες μαζί της γιατί ξέρω πόσο πολύτιμες είναι.

Στις εικόνες: έργα τέχνης των Gilles Vidal, Mo Nong, Jess Doutrich, αγνώστου,  Gabriele Munter, Bill Sanderson, Pablo Picasso, Karl Hofer, Christina Malman και η Πέτρα σε ρεματιά στην Στενή Ευβοίας στον δρόμο για την Αιδηψό, στην Κυψέλη για γνωριμία με τον πιο παλιό μου αγαλματένιο φίλο, στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ και ξανά στην ρεματιά που την είχε ενθουσιάσει.

Δημοσίευση στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 71, φθινόπωρο 2022 με θέμα: Κατοικίδια, σελ. 57-63.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Υστερόγραφο: λίγες ημέρες μετά την δημοσίευση του κειμένου, η Πετρούλα δεν είναι πια δίπλα μας.

05
Νοέ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 29: Οι ουτοπικές, Α΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 47 (Νοέμβριος 2022), εδώ

XXΧΙΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 29: Οι ουτοπικές, Α΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Γνωρίστηκα με την Εουτζένια στο Σαν Τζιμινιάνο, μια μεσαιωνική πόλη με ψηλούς στενούς πύργους που ξεχωρίζουν από μακριά, σαν πέτρινα άνθη χωρίς πέταλα, ακίνητο και παραμυθικό φόντο για τους εραστές που μόλις μαθαίνουν τι σημαίνει έρωτας. Οι δρόμοι είναι στενοί και η πλακόστρωτη πλατεία μικρή αλλά αρκετή για ένα ζαχαροπλαστείο, ένα οπωροπωλείο, το τέρμα του λεωφορείου και λίγο χώρο μπροστά, να βουτάει ο ήλιος ελεύθερος από τις γύρω στενωπούς. Έφτασα εδώ για να τακτοποιήσω εκκρεμείς υποθέσεις σχετικά με ένα παλιό πατρογονικό σπίτι, προτού επιστρέψω στο Μιλάνο για να εργαστώ σε κάποιο δημοτικό γραφείο. Το ίδιο βράδυ έφαγα με μια παρέα ντόπιων. Το τραπέζι σε μια ψηλή αυλή, ο βραδιασμένος σκούρος μπλε ουρανός, το περίγραμμα των δέντρων, η γύρω φύση, μαγευτική και καταπραϋντική: σκέφτηκα πως δεν θέλω να φύγω ποτέ, πως όλη μου η ζωή έγινε για να καταλήξω εδώ και, όπως έγραψα αργότερα στον φίλο μου Λεονάρντο, για να γνωρίσω την Εουτζένια. Η Εουτζένια εργαζόταν στην φορολογική υπηρεσία της γειτονικής Φλωρεντίας και στον ελεύθερο χρόνο της διοργάνωνε θεατρικές παραστάσεις για παιδιά μ’ ένα παλιό όσο και η πόλη θέατρο δρόμου. Έτσι την πρωτοείδα, φωτεινή και χαμογελαστή πάνω στα ξυλοπόδαρα, και την ακολούθησα μαγεμένος. Πως την λένε; ρώτησα έναν μικρό της κουστωδίας της κι αυτός μου είπε το όνομά της και πρόσθεσε με πειραχτικό χαμόγελο ότι «τραβιέται» ήδη με τον Έντσο.

Η πολύχρωμη πορεία έφτασε ως τα περίχωρα της πόλης και μια δυνατή βροχή την έστειλε σ’ ένα παλιό σπίτι. Όταν έφυγαν τα παιδιά κι ενώ απ’ έξω ερχόταν η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος, κουβεντιάσαμε όπως οι άγνωστοι, φτάνοντας δηλαδή σε συνήθως αμίλητα θέματα, όπως η ευτυχία. Η Εουτζένια μου είπε ότι πιστεύει στην ευτυχία γιατί βεβαιώθηκε πως υπάρχει, καθώς την γνώρισε· ήταν όταν η οικογένειά της αναγκάστηκε να μετοικήσει κι έτσι όπως ήταν πάνω στην καρότσα του φορτηγού με όλα τους τα πράγματα και είδε από ψηλά τον δρόμο μπροστά της, οπουδήποτε κι αν τους πήγαινε, ένοιωσε ευτυχισμένη. Η δική μου εκδοχή της ευτυχίας ήταν μετά από ένα κινηματογραφικό έργο, όταν κατάλαβα ότι η ζωή αξίζει αν μπορείς να επικοινωνείς με τους άλλους με κάποιο μέσο και για μένα αυτό το μέσο ήταν το σινεμά· δεν ήξερα κανέναν από τους θεατές αλλά ένας από αυτούς όταν βγήκε, φώναξε Holla! συνεπαρμένος κι αυτός απ’ το έργο κι εγώ του αντιφώναξα το ίδιο. Όταν αργότερα η Εουτζένια με ρώτησε – Γιατί τρέμεις; Κρυώνεις; της απάντησα Τρέμω επειδή σε αγαπώ. Θα γίνει ποτέ έτσι η ζωή έξω από τον κινηματογράφο, τόσο γρήγορη και τόσο ακαριαία στα πλέον ουσιώδη;

Για δυο μέρες κλειστήκαμε στο σπίτι μου, στο δωμάτιο του πάνω ορόφου, με το παράθυρο που έβλεπε στα γύρω λιβάδια και στον μικρό αγροτικό δρόμο. Μείναμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι ή ξαπλωμένοι στο πάτωμα, πάνω σ’ ένα σεντόνι. Την επόμενη μέρα μού γνώρισε τον Έντσο, έναν άνεργο επιστήμονα της αγροτικής οικονομίας που φιλοδοξούσε να εφαρμόσει ένα σχέδιο μετατροπής των ακαλλιέργητων και παρατημένων εδαφών της περιοχής σε κολλεκτίβες. Οι δυο τους ήταν μέλη μιας παρέας που ονειρευόταν να ξαναδώσει ζωή στα λιβάδια, εργασία στους νέους, και μια ακριβοδίκαιη διανομή των δώρων της γης. Τους άκουγα προσεκτικά και ανέκφραστα, αλλά μέσα μου ήδη έβραζε η έξαψη μιας νέας ζωής όπου όλοι μας θα είμαστε ευτυχισμένοι. Αν όμως η γη μπορεί να αποτελεί ελεύθερο δώρημα για όλους, κτήμα κοινό και δίκαια μοιρασμένο, τότε το ίδιο δεν αξίζουν και οι ερωτευμένοι; Δεν μπορεί μια γυναίκα να αγαπά και να αγαπιέται από δυο άντρες;

Όταν καθίσαμε οι τρεις μας στο μικρό ζαχαροπλαστείο της πλατείας ήμασταν αμήχανοι· κανείς μας δεν πίστευε πως μπορούμε να αγαπάμε μόνο ένα πρόσωπο αλλά τώρα καλούμασταν να κάνουμε πράξη την τριαδική αγάπη. Απορούσα πώς μπορούσε ο Έντσο να με δεχτεί ανάμεσά τους. Ο Έντσο με κάλεσε να σεβαστώ τα συναισθήματά του και τα συναισθήματα της Εουτζένια· χωρίς αυτό τον σεβασμό δεν θα ήταν ήδη τέσσερα χρόνια μαζί της. Η Εουτζένια παραδέχτηκε πως ως τώρα επικροτούσε την ελεύθερη αγάπη μα ένοιωθε ακόμα μπερδεμένη. Ένα μήνα πριν θα γελούσε με αυτή την ιδέα, τώρα όχι. Όμως είχε ήλιο και ήδη μια άλλη ζωή ζέσταινε μαζί μου. Έτσι ανέβαλα την αναχώρησή μου για μια μέρα, κι ύστερα για άλλη μια και άλλη μια…

Οι φίλοι τους έφτασαν στο λιβάδι μ’ ένα μικρό τρακτέρ και το κατέλαβαν συμβολικά. Προτίμησα να σταθώ παράμερα, όπως έγραψα στον Λεονάρντο, όχι τόσο για να μην χαθώ στις κοινοβιακές ψευδαισθήσεις όσο επειδή τους ζήλευα για την βεβαιότητά τους. Παρατηρούσα που μιλούσαν για την γη σα να ήταν ήδη δική τους. Άγγιζαν την τύρφη κι έλεγαν πως αν της αφαιρεθούν τα φυτοφάρμακα και αποσυντεθεί στα φυσικά της συστατικά μπορεί να αποτελέσει ένα ιδανικό χημικό εργαστήριο. Παρατηρούσα και την Εουτζένια να φτάνει σε μια κατάσταση ευδαιμονίας έτσι όπως αγαπιόταν από δυο άντρες. Το απόγευμα εξαντλημένοι επιστρέφαμε από τον χωματόδρομο. Κάποιος πάτησε ένα κουμπί στο φορητό κασετόφωνο και ακούστηκε ένα εξαίσιο τραγούδι, μελαγχολικό και ελπιδοφόρο μαζί. Περπατούσαμε σιωπηλοί και ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς πόσο σκεφτικοί ή αισιόδοξοι ήμασταν και σε ποια αναλογία. Η Εουτζένια γυρνούσε κάθε τόσο να με κοιτάξει που βάδιζα στην άκρη, μόνος μου. Ένας σκύλος μας ακολουθούσε πιστά. Στο βάθος οι πύργοι του Σαν Τζιμινιάνο, ήταν διαφορετικοί. Όλα έδειχναν αλλιώς.

Το βράδυ η Εουτζένια ετοιμαζόταν για μια παράσταση στην πλατεία. Γνώριζε ότι οι ιδιοκτήτες μπορεί να μην έχουν πρόθεση να πουλήσουν τα εγκαταλειμμένα λιβάδια, πόσο μάλλον να τα παραχωρήσουν. «Οι συνηθισμένοι φασίστες!», είχε πει, «λίγοι αλλά υπάρχουν παντού». Τότε έμαθε πως πληροφορήθηκαν τα πάντα και αντέδρασαν αλλά συνέχισε να προσκαλεί όπως πάντα το κοινό της: «Μη στέκεστε μπροστά στην τηλεόραση, ελάτε στην πλατεία!». Ήταν ήδη πάνω στα ξυλοπόδαρα, μ’ έναν βυσσινί μανδύα όταν δυο αστυνομικοί την ρώτησαν αν έχει άδεια για δημόσια παράσταση. Έχασε την ισορροπία της και έπεσε, η παράσταση ματαιώθηκε και αρχίσαμε να μαζεύουμε τους πάγκους.

Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι μου είχε πυρετό. Όλοι ήμασταν ανήσυχοι, ιδρωμένοι, ο Έντσο στράφηκε προς το μέρος μου και με ρώτησε με εμφανή αγωνία: Είναι δυνατόν άνθρωποι σαν εμάς τους τρείς να χάσουμε τους εαυτούς μας για πάντα; Αργότερα θα τους ξαναβρούμε, και οι άνθρωποι θα ανακαλύψουν και πάλι τον εαυτό τους, τον καθησυχάσαμε. Η Εουτζένια αναρωτιόταν αν γελούσαν στο χωριό επειδή έπεσε. Φοβόταν να κοιμηθεί, γνώριζε πως έπρεπε να μείνει ξύπνια, να μη χειροτερεύσει, και μας ζήτησε να της λένε ιστορίες. Της διηγήθηκα μια παραλλαγή του Μαγικού Αυλού και με άκουγε με προσοχή μέχρι που αποκοιμήθηκε. Και τότε, σαν όνειρο ή παραίσθηση, ξετυλίχτηκε μπροστά της μια εξαίσια σεκάνς.

Είδε τον εαυτό της να παίζει με τον αυλό ένα μαγευτικό κομμάτι· είδε την  πλατεία ηλιόλουστη και γεμάτη από ανθρώπους πεσμένους, νεκρούς εξαιτίας όσων διέπραξαν. Είδε από κοντά τα γυμνά πόδια ενός μικρού κοριτσιού, που βάδιζε προσεκτικά ανάμεσα στα σώματα και που μαζί με δεκάδες άλλα παιδιά με πολύχρωμα ρούχα την ακολούθησαν όπως έφευγε με την μουσική της σ’ ένα στενό, ενώ γυρνούσε κάθε τόσο το κεφάλι της πίσω, για να βεβαιωθεί πως έρχονται. Και ύστερα τα είδε πιασμένα όλα χέρι χέρι να διασχίζουν το λιβάδι και μ’ ένα τελευταίο χαμογελαστό της νεύμα να μπαίνουν στο βαθύ πράσινο δάσος, όπου θα ζούσαν,  όπως διηγούνταν ο αφηγητής, σε μια κοινωνία δίκαιη και ευτυχισμένη. Αργότερα μαθεύτηκε πως τα παιδιά έγιναν ενήλικοι και συνέχισαν να ζουν την ευτυχισμένη ζωή. Στην τελευταία εικόνα είδε τον εαυτό της να κάθεται κάτω από ένα σκιερό δέντρο μαζί με τους δυο αγαπημένους της και να χειροτεχνούν αντικείμενα που άρχιζαν την Ιστορία από την αρχή, ενώ μια άμαξα μ’ έναν φτερωτό μονόκερo περνούσε από δίπλα τους.

Όταν άνοιξε τα μάτια της μας διηγήθηκε όσα είδε.  Ήταν όμορφη, και στο ημίφως του δωματίου φορούσε μαύρα ρούχα· τα μόνα λευκά της σημεία ήταν ο γυμνός λαιμός της στην τριγωνική κόψη της μπλούζας και το γυμνό της πέλμα. Τότε μας είπε «ελπίζω να είμαστε κι εμείς έτσι ευτυχισμένοι». Ίσως όταν η πραγματικότητα υστερεί, τότε έρχεται ένα ενύπνιο ή μια αφήγηση να καλύψει το υστέρημα αναζητώντας ένα μύθο για την αναγκαία παραμυθία. Μπορεί όμως κανείς να αλλάξει τον μύθο; Ο μεσαιωνικός μύθος Pifferaio di Hamelin και οι παραλλαγές του Μαγεμένου Αυλού δεν είχαν ευτυχισμένο τέλος. Ο Έντσο φόρεσε καλά ρούχα για να γίνει υπάλληλος σ’ ένα πολυκατάστημα κι εγώ άρχισα την δουλειά στο γραφείο που είχα πιστωθεί. Η Εουτζένια μου τηλεφώνησε και μου ανακοίνωσε πως σχεδιάζει να πάει στην Αλγερία, να διδάσκει παιδιά Ιταλών και να σπουδάσει ανθρωπολογία· στην επιστήμη της θα αναζητούσε τους τρόπους να εφευρεθούν οι άνθρωποι από την αρχή. Έπεισε και τον Έντσο να πάει μαζί της για να αποφύγει τις διώξεις· στην πλατεία της Santa Croce μια διαδήλωση εξελίχτηκε σε αναταραχή και τώρα είναι σεσημασμένος. Δεν είναι απόδραση, μου είπε, είναι κάτι άλλο. Όσο για το κίτρινο λιβάδι, θα αποτελεί για εκείνη πάντα την ιδέα της ευτυχίας.

Όταν πρωτογνώρισα την Εουτζένια είχα βγει σ’ ένα σημείο του λιβαδιού όπου περνούσε με ταχύτητα το τρένο για την Φλωρεντία και μακάρισα όλους όσοι ήταν μέσα μαζί της. Τώρα έτρεξα πάλι προς το τρένο, όπως περνούσε ιλιγγιωδώς ξανά από την άκρη του λιβαδιού, δάγκωσα με δύναμη το χέρι μου και άφησα έναν φοβισμένο σκύλο να μου δαγκώσει στο πόδι. Μετά έτρεξα για τελευταία φορά στον Σαν Τσιμινιάνο, λυσσασμένος από την απόγνωση, λυσσασμένος από το δάγκωμα. Στο ελικόπτερο για το νοσοκομείο ή για την ανυπαρξία, είδα από ψηλά τους πύργους, την πλατεία, το σπίτι μου, το παράθυρο απ’ όπου είδαμε με την Εουτζένια τον νέο κόσμο, το λιβάδι, όσα οι επιθυμίες της οικογένειας, η ανάγκη του βιοπορισμού και η σκληρή πραγματικότητα δεν με άφησαν να χαρώ. Πιθανότατα θα αναρωτήθηκα αν τα πολιτικά όνειρα ματαιώνονται, αν οι έρωτες είναι καταδικασμένοι σ’ ένα τέλος, αν ο αυτοκαθορισμός μας είναι ανέφικτος. Το όνομά μου ήταν Τζιοβάνι.

Κάποιος που μπορεί να τα είδε όλα αυτά, ακόμα και από κάποια βυσσινί καρέκλα ενός κινηματογράφου, ίσως να θυμάται το τραγούδι που τραγουδούσε αργά και σχεδόν τελετουργικά η συντροφιά, το απογευματινό φως που χρύσιζε τα χωράφια, την αίσθηση μιας επερχόμενης κοινότητας. Μπορεί να έσπευσε να πάρει τον δίσκο με την ούτως ή άλλως αξέχαστη μουσική του Έννιο Μορρικόνε και να διαπίστωσε όχι χωρίς λύπη πως εκείνο το τραγούδι δεν βρισκόταν μέσα. Ίσως επειδή η πηγή του ήταν άλλη, ίσως επειδή απλώς τραγουδήθηκε ως μια υπόσχεση ενός καλύτερο αύριο και μετά το πήρε ο άνεμος ή κατακάθισε κάπου εκεί, στα χόρτα έξω από τον Σαν Τζιμινιάνο.

Μπορεί επίσης να θυμάται την Εουτζένια όπως μου μιλούσε δακρυσμένη από τον τηλεφωνικό θάλαμο σ’ εκείνο το τελευταίο τηλεφώνημα ενώ μια κυρία απ’ έξω της έκανε νεύμα να συντομεύει, περίσταση ξεχασμένη σήμερα και άγνωστη στους νεότερους· ίσως θυμήθηκε και όλες τις φορές που μέσα σ’ ένα παρόμοιο ασφυκτικό κουβούκλιο υπό τα επίμονα βλέμματα των επόμενων τηλεφωνητών έπρεπε να πει μέσα σε τόσο λίγο χώρο και χρόνο όσα θα ήθελε να εκφράσει σε άπλετο λιβάδι και απεριόριστες ώρες. Δεν αποκλείεται να διατήρησε στη μνήμη του την τελευταία μας σκηνή στο λιβάδι, όταν οι τρεις περπατούσαμε, ξαπλώναμε στην άσπαρτη ακόμα αγκαλιά του, παίζαμε με τον σκύλο και ξεκαρδιζόμασταν, κι όταν η Εουτζένια αποκοιμήθηκε και ξύπνησε με είδε να παλεύω με τον Έντσο, αλλά ήταν ένας εφιάλτης, όπως αποδείχτηκε, και ξύπνησε ξανά, γιατί δεν ήταν απίθανο το μοίρασμα των εραστών σε ισόπλευρο τρίγωνο να είναι εφικτό.

Αν ο ίδιος αυτός μακρινός θεατής αναζητούσε ένα πρόσθετο νόημα στα σώματα ή ειδικότερα στα πόδια, τότε δεν θα είχε μόνο παρατηρήσει μια από τις κοπέλες της παρέας που περπατούσαν στο λιβάδι, εκείνη με την λευκή κεντητή μπλούζα, το μπλου τζην και τα πέδιλα, βέβαιος πως τα ξερά χόρτα θα υποδέχονταν ανακουφισμένα με ελαφρύ γαργάλημα τα πόδια της, αλλά θα διέκρινε το καμπύλο, αριστερό πέλμα της Εουτζένια, έτσι όπως έγερνε ολόκληρη πάνω μου, ξαπλωμένη στο σεντόνι που είχαμε στρώσει στο πάτωμα, όταν κλειστήκαμε στο σπίτι, επειδή διακρινόταν, αφημένο και συμμέτοχο στις πεπερασμένες πλην αιώνιες στιγμές της μαγικής συμπαιγνίας που υπογράφουν οι εραστές κατά τις πρώτες τους ώρες. Τώρα στην μόνη διαθέσιμη προβολή του φιλμ σε ηλεκτρονικό υπολογιστή το κάτω μέρος έχει κοπεί και το πέλμα δεν διακρίνεται. Το ίδιο πέλμα όμως θα το είδε ολοκάθαρα πάνω στο κρεβάτι της ανησυχίας της, όταν μας διηγούνταν το όνειρο με το γυμνό πόδι εκείνου του κοριτσιού που η ίδια, ως αυλήτρια, οδήγησε μαζί με τις άλλες αμόλυντες παιδικές ψυχές να δημιουργήσουν πέρα από το λιβάδι μια communita giuste e felice. Και αυτός ο σημειολόγος του ποδιού θα σημείωνε πως τα βήματα προς μια νέα αρχή για μια όμορφη ζωή είναι πάντα ξυπόλητα. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Il prato (Paolo e Vittorio Taviani, 1979). H γυναίκα: Isabella Rosselini. Ελληνικός τίτλος: Το λιβάδι.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Νοέμβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Blog Stats

  • 1.123.635 hits

Αρχείο