18
Ιαν.
23

James David Vance – Το τραγούδι του χιλμπίλη

Τα βιβλία της Αμερικής, 1

Η κυκλοφορία και μόνο ενός τέτοιου βιβλίου (για να μην αναφερθώ στην μέγιστη αναγνωστική του εξάπλωση στην ήπειρό του) αποτελεί μια παράξενη έκπληξη. Πρώτα απ’ όλα γιατί αφορά την αφήγηση του προσωπικού και οικογενειακού βίου ενός ανθρώπου που «απλώς» μεγάλωσε στα μεσοδυτικά της Εδέμ και κατέκτησε όχι και ιδιαίτερα αργά στην ζωή του αλλά πάντως εις πείσμα των πάντων το Αμερικανικό του Όνειρο. Προφανώς κανείς άνθρωπος δεν είναι απλός και συνηθισμένος, ποια είναι όμως η αξιόγραφη κατάκτηση του συγκεκριμένου ήρωα εκτός από την … επιτυχή ένταξη και αποφοίτηση από την Νομική Σχολή του Γέηλ; Ποιος ενδιαφέρεται για τα έργα και τις ημέρες μιας θεοπάλαβης οικογένειας ακόμα κι αν οι ιδιόμορφοι χαρακτήρες της περνάνε τα μύρια όσα εξαιτίας της ανέχειας, διαφόρων μορφών ενδοοικογενειακής βίας, του εθισμού στα ναρκωτικά και των συνεχών μετακομίσεων; Ένα δεύτερο αναπάντεχο στοιχείο αυτού του αυτοβιογραφικού χρονικού είναι το γεγονός ότι διανθίζεται από… βιβλιογραφικές παραπομπές. Τι ωθεί τον συγγραφέα να στηρίξει όσα γράφει με επιστημονικές υποσημειώσεις μεν, όχι τόσες πολλές δε ώστε να πει κανείς ότι επιχειρεί έναν συνδυασμό λογοτεχνήματος και μελέτης; Κι όμως, αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι που καθιστούν το βιβλίο ένα ελκυστικό ανάγνωσμα. καθώς ο Βανς κατορθώνει να μεταπλάσει το υλικό της ζωής του σε καθολική εικόνα μιας ολόκληρης κοινωνίας, γεωγραφίας και ιδεολογίας.

Ο συγγραφέας αφήνει κατά μέρος κάθε ιδέα ποιητικής, πόσο μάλλον την ίδια την λογοτεχνικότητα, καθώς το εγχείρημά του ήδη είναι δύσκολο: μπορείς να καλύψεις μια ολόκληρη παιδική, εφηβική και, εν μέρει, ενήλικη ζωή ώστε να προκύπτει ένα συναξάρι βίου που αφορά και τους άλλους; Μπορείς να καταγράψεις την ζωή σου ανιχνεύοντας τα ουσιώδη μέσα στα τετριμμένα χωρίς να αφήσεις χάσματα και κενά; Θα καταφέρεις να παραμείνεις ξεχωριστά προσωπικός – εφόσον άλλωστε κάθε ατομική ιστορία είναι μοναδική και ανεπανάληπτη; – και την ίδια στιγμή το προσωπικό σου πορτραίτο να γίνεται παράλληλα και το καθολικό πορτραίτο μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων;

Μεγαλωμένος στην Ζώνη της Σκουριάς (Rust Belt), εκτεταμένη γεωγραφική περιοχή με επίκεντρο τις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ με έντονες τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της παρακμής της βαριάς βιομηχανίας, και ειδικότερα σε μια πόλη του Οχάιο όπου είχε την έδρα της μια μεγάλη χαλυβουργία, ο Βανς όλες αυτές τις περιοχές χάνουν θέσεις απασχόλησης και τους κατοίκους την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν. Άλλωστε ήταν ένας από αυτούς: ήδη από έφηβος ήταν έτοιμος να βυθιστεί στην καθολική πίκρα και οργή των νέων και των μεγαλύτερων. αλλά και, σε ευρύτερο κάδρο, ένοιωθε εξαρχής ταυτισμένος με τα εκατομμύρια των λευκών Αμερικανών της εργατικής τάξης δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση, για τους οποίους η φτώχεια υπήρξε μια οικογενειακή παράδοση. Οι πρόγονοί του και οι πρόγονοι των συντοπιτών του υπήρξαν διαδοχικά εργάτες της γης, κολίγοι, ανθρακωρύχοι και εργάτες σε εργοστάσια. Για όλους τους άλλους ήταν οι hillbillies, rednecks, τα λευκά σκουπίδια.

Ακόμα και μέσα στην τραγική αυτή ομογένεια, ο ήρωας διαφοροποιείται στο γεγονός ότι το σπίτι του και η διεύθυνσή του δεν ταυτίζονται. Μπορεί να μένει υποχρεωτικά με την μητέρα του στο Μιντλτάουν του Οχάιο αλλά μοιράζει την ζωή του και με την γιαγιά του στο Τζάκσον του Κεντάκι, όπου οι κάτοικοι ζουν γύρω από τον αυτοκινητόδρομο, σε μάντρες με τροχόσπιτα, σε κατοικίες κοινωνικής πρόνοιας, σε παράγκες στα χωράφια, κάποιες μισοδιαλυμένες με σαπισμένα ξύλα, ενώ οι γύρω αλάνες είναι γεμάτες πεταμένα έπιπλα. Όμως εκεί ζει το πρόσωπο που ορίζει από την αρχή την ζωή του πρωταγωνιστή και δεν παύει να τον βγάζει από τα σκοτάδια του σε κάπως φωτεινότερους δρόμους, δύσβατους και ζόρικους, αλλά πάντως δρόμους.

Πρόκειται για την γιαγιά του, που κατά την συνήθεια των χιλμπίληδων αποκαλείται Memaw (Μέμω), μια γυναίκα δυναμική, αμόρφωτη και αθυρόστομη, που στέκεται προστάτης του τόσο ως προς την αλλοπρόσαλλη, βίαιη και εθισμένη μητέρα του όσο και ως προς τον ευρύτερο περίγυρο, χωρίς να τον παραχαϊδέψει όμως ποτέ: τον ενθαρρύνει να παλεύει με τους συνομηλίκους του όταν του προσβάλλουν την οικογένεια, να βοηθάει έως και να σώζει την μητέρα του ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν θέλει, και, το κυριότερο, τον πείθει να μην εγκαταλείψει το σχολείο αλλά να το τελειώσει και να απογειωθεί προς το όνειρό του. Είναι εκείνη που θα του πει: Μην γίνεις ποτέ σαν εκείνους τους κακομοίρηδες που νομίζουν πως η τράπουλα είναι σημαδεμένη σε βάρος τους. Μπορείς να καταφέρεις ό,τι θελήσεις.

Η κοινότητά τους πίστευε το ίδιο και στη δεκαετία του ’50, ακόμα κι όταν η πεποίθηση αυτή έμοιαζε να πατά σε γερά θεμέλια, αλλά τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα από ποτέ. Ακόμα κι όταν η Μέμω αποσύρεται από τον κόσμο, τα σκουπίδια υψώνονται σε στοίβες μες στο σπίτι και τα δωμάτιά της γεμίζουν με άχρηστα πράγματα και αδειανές συσκευασίες, είναι πάντα παρούσα δίπλα του. Μιλάμε για μια γυναίκα που όταν κάποτε ο βίαιος άντρας της γύρισε μεθυσμένος σπίτι ενώ τον είχε προειδοποιήσει να μην το ξανακάνει, τον περιέλουσε με βενζίνη και του πέταξε ένα σπίρτο. Η Μέμω πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της αντιμετωπίζοντας κρίσεις αλλά δεν  έχασε ποτέ την ελπίδα της, παρά τις συνεχείς διαψεύσεις και απογοητεύσεις. Παρέμεινε πιστή στις δυνατότητες και τις δυνάμεις των ανθρώπων, τουλάχιστον εκείνων που είχε επιλέξει να εμπιστεύεται.

Στον αντίποδα βρίσκεται η μητέρα του, ένα τυπικό υπόδειγμα μιας single μητέρας σ’ εκείνους τους τόπους. Όταν τελείωσε το Λύκειο παντρεύτηκε τον φίλο της  και προσπάθησε να ζήσει μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή, ενώ είχε συνηθίσει σε μια ακριβώς αντίθετη. Στα δεκαεννιά της βρέθηκε χωρίς πτυχίο, χωρίς σύζυγο και μια κόρη – την αδελφή του Βανς. Την στήριξαν με κάθε τρόπο, κατάφερε να γίνει νοσοκόμα αλλά όχι και να μην εθιστεί στις ουσίες. Άρχισε να κλέβει φάρμακα από τους ασθενείς και κάποια στιγμή «φτιαγμένη» άρχισε να κάνει πατινάζ στα επείγοντα του νοσοκομείου, γεγονός που της στοίχισε φυσικά την απόλυση. Η προσπάθειά της να απεξαρτηθεί τον έφερε σε επαφή με τον αθέατο κόσμο της αμερικανικής τοξικομανίας και τις ατέλειωτες συναντήσεις των τοξικομανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια οριακή στιγμή της ενήλικης πλέον ζωής του, όταν έπρεπε να είναι αφοσιωμένος σε κάτι που αφορά το μέλλον του, ο Βανς επιστρέφει για να την σώσει και καταλήγουν σ’ ένα άθλιο μοτέλ, σε μερικές από τις πιο δυνατές σελίδες του βιβλίου.

Εκείνο που κατά παραδοχή του σημάδεψε τον Βανς όμως όσον αφορά την μητέρα του ήταν αφενός η διαρκής εναλλαγή υποψηφίων για τον ρόλο του πατέρα και αφετέρου οι βίαιες εκρήξεις της μητέρας. Καθώς άλλαζε συντρόφους κάθε ένα-δυο χρόνια, ο Βανς βρισκόταν μέσα σ’ ένα «ασταμάτητο γαϊτανάκι νέων ανθρώπων» που έπρεπε να γνωρίσει, να μάθει να αγαπάει, κάποτε να δεθεί και μετά να ξεχάσει οριστικά, καθώς όλοι αυτοί οι άντρες αποχωρούσαν απ’ την ζωή του (ορισμένοι τρέχοντας) ακριβώς την στιγμή που άρχιζε να τους συμπαθεί. Όσο διαρκούσαν οι σχέσεις τους με την μητέρα του οι μεταξύ τους διαφωνίες «εξελίσσονταν σε διαγωνισμό κραυγών». Μπορεί να μην υπήρχε σωματική βία αλλά σε κάθε περίπτωση «έπιπλα τραντάζονταν, πράγματα εκσφενδονίζονταν, ουρλιαχτά ακούγονταν». Οι νύχτες του γίνονταν μέρες και φυσικά έμενε άυπνος για μεγάλα χρονικά διαστήματα. «Ήταν», γράφει, «σα να παρακολουθείς το τέλος του κόσμου να εκτυλίσσεται στο καθιστικό κάθε μέρα». Όταν όμως τσακώνονταν με τον ίδιο τρόπο οι γείτονες, τότε όλοι ενδιαφέρονταν για το σχετικό ακρόαμα, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή. Στο τέλος το συνήθιζε και δεν το πρόσεχε καν ή έσπευδε να το παρακολουθήσει – το πράγμα που μισούσε του είχε γίνει ναρκωτικό! Η μητέρα του είχε βίαιες εκρήξεις και απέναντι στον ίδιο, όπως όταν σ’ έναν καυγά με τον έφηβο γιό της από την έντασή της οδηγεί το αυτοκίνητο με 150 χλμ. και τον απειλεί ότι θα το ρίξει σ’ ένα τοίχο.

Το Μιντλτάουν είναι μια πόλη ενδιάμεση – μεταξύ Σινσινάτι και Ντέιτον, εξ ου και το όνομά της – κανείς άλλωστε δεν μπήκε στον κόπο να της δώσει κάποιο άλλο. Τυπικό δείγμα αστικής ανάπτυξης της ζώνης της σκουριάς ήταν ένας ειδυλλιακός τόπος κατά την δεκαετία του ’80 αλλά την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε ο συγγραφέας το κέντρο του είναι σχεδόν εγκαταλειμμένο – βρήκε μόνο ένα κινέζικο εστιατόριο κι ένα εκπτωτικό σούπερ μάρκετ, ενώ τα γήπεδα έχουν χορταριάσει και τα καταστήματα στέκουν άδεια, με σπασμένα γράμματα και σβησμένες πινακίδες. Φυσικά τα ενεχυροδανειστήρια λειτουργούν κανονικά.

Η εσωτερική μετανάστευση των χιλμπίληδων προς το Οχάιο δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Συνήθως ήταν ανεπιθύμητοι καθώς είχαν μαζί τους πολλά παιδιά και φιλοξενούσαν συγγενείς για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν διαφορετικές συνήθειες και ομιλία και έμοιαζαν να έχουν μια ξένη φυλετική ταυτότητα. Ενδιαφέρουσα είναι μια υποσημείωση από ένα βιβλίο που ονομάζεται Appalachian Odyssey πως οι χιλμπίληδες είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους μαύρους του Νότου που κατέφθαναν στο Ντιτρόιτ

Σ’ εκείνο τον τόπο δυστυχίας, όπως τον αποκαλεί, ναρκωτικά και διαζύγια χαρακτηρίζουν πολλά σπίτια. Κυριαρχεί μια επιδημία εθισμού σε συνταγογραφούμενα φάρμακα καθώς και το αποκαλούμενο «ζαχαρόστομα» που μαστίζει τις παιδικές ηλικίες, δηλαδή οδοντιατρικά προβλήματα λόγω υπερβολικής κατανάλωσης ζαχαρούχων αναψυκτικών. Σκουπίδια βρίσκονται παντού πεταμένα στην ύπαιθρο. Στις εκκλησίες επικρατεί η συναισθηματική ρητορική και απουσιάζει η κοινωνική στήριξη. Σ’ ένα περιβάλλον έντονης θρησκοληψίας, η Μέμω ξεχωρίζει για άλλη μια φορά: η  πίστη της ήταν απολύτως προσωπική. Δεν μπορούσε να πει την φράση οργανωμένη θρησκεία χωρίς περιφρόνηση. Έβλεπε τις εκκλησίες ως εκκολαπτήρια ανώμαλων και απατεώνων και απεχθανόταν όσους κράδαιναν τη πίστη τους σαν σημεία, κάνοντας διαρκείς επιδείξεις της ευσέβειάς τους. Έχω την αίσθηση ότι για την βαθιά Αμερική των φανατικών θεοσεβούμενων και των τηλε-ευαγγελιστών, η Μέμω θα έμοιαζε ως εξωγήινη. Ακόμα και στην ενθάρρυνσή της προς τον Βανς έλεγε: «Ο Θεός βοηθά όσους βοηθούν τον εαυτό τους».

Εδώ έρχεται το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο του Hillbilly Elegy: ο συγγραφέας εκπροσωπεί ένα κομμάτι της Αμερικής που μπορεί να μας εκπλήσσει ή να μας βρίσκει έκπληκτους ή αντίθετους, όμως υπάρχει και αποτελεί μέρος της, μας αρέσει δεν μας αρέσει, συμφωνούμε δεν συμφωνούμε. Δεν είναι μόνο η σταδιακή στροφή στην θρησκεία (και η αναγκαστική της σύγκρουση με το αγαπημένο του ροκ εντ ρολ)· είναι η τετραετής θητεία του ως πεζοναύτης στο Ιράκ, το ελάχιστο υποχρεωτικό χρονικό διάστημα, μοναδικός τρόπος να πληρώσει τα δίδακτρα στο πανεπιστήμιο· είναι η αντίθεσή τους στους Δημοκρατικούς και ιδίως στην πολιτική των κρατικών επιδομάτων, την οποία θεωρεί ουσιαστικά υπεύθυνη για το τέλμα που έχουν πέσει οι κάτοικοι των μεσοδυτικών πολιτειών. Ο Βανς είναι απόλυτος ως προς το ακανθώδες θέμα των επιδομάτων, μόνιμο πεδίο πολιτικής-ιδεολογικής αντιπαράθεσης, καθώς έκπληκτος βλέπει τον εαυτό του και την οικογένειά του να λιώνουν στην δουλειά και να μην έχουν τα στοιχειώδη, ενώ άλλους που δεν δούλεψαν ούτε ένα μεροκάματο στην ζωή τους ούτε δέχτηκαν δουλειές που τους προτάθηκαν να έχουν αγοράζουν ηλεκτρικές συσκευές και κινητά ή να σπεύδουν να εξαργυρώσουν τα κουπόνια σίτισης σε μετρητά. Ας μην απορούμε λοιπόν για την μεγάλη στροφή Αμερικανών από περιοχές σαν κι αυτές προς πολιτικούς σαν τον Ντόναλντ και τους ομοίους τους.

Στο τέλος ο συγγραφέας-ήρωας κατακτάει το αμερικανικό όνειρο, τουλάχιστο όπως το εννοεί ο ίδιος, αλλά παράλληλα με την όποια ευγνωμοσύνη του προς εκείνους που στάθηκαν δίπλα του, παραδέχεται ότι οι δαίμονες και τα δαιμόνια του παρελθόντος του είναι πάντα εκεί και τον έχουν συνεχώς στο στόχαστρο. Μπορεί να έφτασε εκεί που ήθελε αλλά δεν ξεχνάει. Κι εμείς μπορεί να μην είμαστε βέβαιοι πως όλα όσα μοιράζεται μπορεί να ισχύουν για όλους τους συντοπίτες του, αν όμως διαβάσουν το βιβλίο μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να ενθαρρυνθούν και να βγουν μόνοι τους από το τέλμα – ποιος ξέρει.

Όσον αφορά τις σποραδικές παραπομπές, ο Βανς δεν διεκδικεί κανένα επιστημονικό θέσφατο, ούτε καν μοιάζει να επιθυμεί να τις εντάξει σε μια πλήρη ιστορική εικόνα του χωροχρόνου του. Αυτό που φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι να βρει τις δικές του απαντήσεις ως προς όσα πίστευε πως επηρέαζαν σημαντικά την ζωή του: την ιστορία των μεταναστεύσεων στην περιοχή, τις τοπικές αξίες, τις διαπιστώσεις των μελετητών ως προς τα αίτια και τα αιτιατά των οριακών συνθηκών ζωής σ’ εκείνα τα μέρη. Άλλοτε αμφιβάλλει ή προβληματίζεται ως προς κάποια συμπεράσματα, άλλοτε διαπιστώνει μια, κάποτε, τραγική καθολικότητα μιας ζωής που νόμιζε ως μοναδική. Έτσι δεν έχει σημασία αν, όπως κάνει συνήθως, παραπέμπει σε μια και μόνο μελέτη ενώ ένα επιστημονικό εγχειρίδιο θα παρέπεμπε σε δεκάδες και φυσικά στις μεταξύ τους αντίθετες. Ο Βανς εξιστορεί ζωή – δεν κάνει διατριβή. Είναι σα να την διηγείται προφορικά σε κάποιον φίλο και μετά να του λέει με έκπληξη «διάβασα μάλιστα εκεί πως αυτό ισχύει και αλλού» ή «η ιστορία των τόπων που έζησα βρίθει από ιστορίες σαν και την δική μου», ή «δεν φανταζόμουν πως η ναρκομανία έχει και άλλες ψυχολογικές πηγές από εκείνες που γνώριζα».

Αν δεν ήταν το βιβλίο δεν είμαι βέβαιος αν θα έσπευδα να δω την ταινία – μεταφορά του (Ron Howard, Hillbilly Elegy, 2020), αλλά σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό και σύνηθες: μια αδιάφορη ταινία που ισοπεδώνεται σε τυπικό οικογενειακό δράμα. Καταρχήν επιχειρείται βλακωδώς μια εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος, αυτή η μάστιγα του κινηματογράφου, που κάποτε ήταν πρωτοτυπία και τώρα είναι κανονικότερη του κανόνα. Δηλαδή ένα βιβλίο που αναπτύσσει την δυναμική του ακριβώς επειδή περιγράφει με γραμμικό χρόνο την ανηλικότητα, την ενηλικίωση και την πορεία του χαρακτήρα, εδώ επιλέγεται να κινηματογραφηθεί ως μια συρραφή χρονικά ανακατεμένων αλλά, κυρίως, τετριμμένων σκηνών. Ενδεικτικά ο ήρωας μάς παρουσιάζεται γραβατωμένος και έτοιμος και να μπει στη νομική σχολή του Γέηλ, καθώς συνομιλεί μαζί του η ωραία του μνηστή λάιβ από το κινητό της (Apple προφανώς) ή να σπεύδει να του κλείσει αεροπορική πτήση από το λάπτοπ της (Apple ξανά προφανώς).

Γενικώς χάνεται πολύς χρόνος σε ανάλογα τετριμμένα εσωτερικά πλάνα, ενώ δεν απεικονίζεται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κανένα από τα σκουριασμένα και βρώμικα τοπία στα οποία αναφέρεται ο Βανς. Βέβαια ο Ron Howard δεν είναι κανένας ιδιαίτερος σκηνοθέτης, το αντίθετο μάλιστα, ένας διατεταγμένος των παραγωγών είναι, αλλά, και πάλι, το βιβλίο θα αποτελούσε ένα γερό στοίχημα για έναν ικανό και εύστροφο τεχνίτη. Πάντως η Glenn Close ως Μέμω είναι άξια θέασης και η αξέχαστη μορφή αυτής της γυναίκας που πράγματι υπήρξε, βρίσκει την ιδανική της υποκρίτρια.

Εκδ. Δώμα, 2018, μτφ. Αριστείδης Μαλλιαρός, σελ. 360 [J.D.Vance, Hillbilly Elegy: a memoir of a family and culture in crisis, 2016].

Στις εικόνες: στιγμές από την σχετική ταινία – στην τελευταία λήψη, το χέρι βοήθειας που πάντα άπλωνε η μητέρα του Βανς.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 244, με τίτλο HillBilly the Kid, εδώ (προσεχώς ο σύνδεσμος).

10
Ιαν.
23

Τζανίν Ντι Τζιοβάνι – Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν. Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία

Από την Βοσνία και την Τσετσενία μέχρι την Σιέρα Λεόνε και την Λιβερία, και από το Ιράκ και το Αφγανιστάν μέχρι την Λιβύη, την Ρουάντα και το Ανατολικό Τιμόρ, η συγγραφέας και πολεμική ανταποκρίτρια Τζανίν Ντι Τζιοβάνι βρίσκεται εκεί που η ανθρωπότητα δοκιμάζεται και υποφέρει στην ύστατη δοκιμασία της: στον πόλεμο. Το εν λόγω βιβλίο δημιουργήθηκε από την εμπειρία της στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, μια αδιανόητη κατάσταση που παρά το εφιαλτικό της μάθημα, πως δηλαδή μια κοινωνία και μια χώρα μπορεί να βρεθεί ριγμένη στο απόλυτο χάος, στην καταστροφή και στην συντριβή κάθε ανθρώπινης αξίας, δεν μοιάζει να εκλείπει από τον πλανήτη.

Η συγγραφέας γνωρίζει καλά το υπόβαθρο κάθε πολέμου που σπεύδει να καλύψει –υπήρξε, εκτός των άλλων, και πρώην αρχισυντάκτρια του Newsweek σε θέματα Μέσης Ανατολής– όμως εκείνο που την ενδιαφέρει, είναι ο αντίκτυπός του στους ανθρώπους που τον ζουν. Αυτό είναι το μεγάλο της αγώνισμα: οι σελίδες των βιβλίων της ανήκουν στους ανθρώπους που υφίστανται τον πόλεμο και χάνουν κάθε οριστικά και αμετάκλητα κάθε ιδέα «κανονικής» και «φυσιολογικής» ζωής. Οι μαρτυρίες των ανθρώπων που ζουν σε μια τέτοια δίνη είναι πλέον το άμεσο και πηγαίο υλικό κάθε ιδέας να καταγραφεί μια σύγχρονη πολεμική σύρραξη ή και οποιαδήποτε ανθρωπιστική κρίση. Δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε την Σβελτάνα Αλεξίεβιτς (για το Τσερνομπίλ της οποίας γράψαμε εδώ, ενώ το Τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου θα παρουσιαστεί σύντομα από το Πανδοχείο), η οποία «παραχώρησε» τις σελίδες της στους ίδιους τους αφανείς πρωταγωνιστές και κομπάρσους της δημόσιας ιστορίας που θέλησε να αφηγηθεί, αλλά και την μεγάλη συζήτηση που ανέφλεξε, περί του αν μια τέτοια επιτομή / συρραφή μαρτυριών συνιστά λογοτεχνία.

Η Ντι Τζιοβάνι δεν απασχολείται από σχετικούς προβληματισμούς, καθώς λειτουργεί ως πολεμική ανταποκρίτρια που επιθυμεί να αποστάξει την τραγική του εμπειρία σε ουσιώδες κείμενο και το δύσκολο έργο της, εκτός από την αυτονόητη διαβίωση στην πολεμική ζώνη με κάθε ρίσκο ζωής και υγείας, αφορά ακριβώς στην επιλογή των συνομιλητών της που όπως είναι τίμιο, οφείλουν να προέρχονται απ’ όλες τις πλευρές του πολέμου και από κάθε «κατηγορία» εμπλεκόμενου ανθρώπου. Γυναίκες που αδυνατούν να παραδεχτούν τον βιασμό τους ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό, άνθρωποι που βασανίστηκαν και καλούνται να ζήσουν με την ιδέα του απόλυτου εκμηδενισμού τους (θυμίζοντάς μας τα Μαθήματα επιβίωσης του Χόρχε Σέμπρουν), γιατροί που ασκούν με μυστικότητα και κίνδυνο ζωής το ιερό τους καθήκον, άμαχοι που γνωρίζουν πως το μέλλον τους εξαντλείται στο παρόν, στρατιώτες από τις αντίπαλες παρατάξεις, παιδιά που μοιάζουν να γέρασαν πρόωρα.

Είναι ευνόητο πως δεν είναι απλό να προσκαλείς όλους τους παραπάνω να εξομολογηθούν τα ανομολόγητα. Η συγγραφέας προσπαθεί να τους επιλέξει, να τους εντοπίσει (συχνά η ίδια η συνάντηση μαζί τους παίρνει την μορφή επικίνδυνης αποστολής), να γίνει η ματιά και τα χείλη τους. Στα δικά της κομμάτια δεν ξεχνάει τα οφειλόμενα των πολεμικών ανταποκριτών: απουσία μελοδραματισμού και εκβιασμού των συναισθημάτων, ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά, απλός λόγος με λέξεις που δεν φοβούνται το βάρος τους, και κάπου κάπου, σαν ταπεινή ανταύγεια ενός κρυμμένου φωτός, απόπειρες ποιητικής έκφρασης, σαν μια προσπάθεια να μην ξεχαστεί η ανθρώπινη ματιά αλλά και η ανάδειξη μιας τραγικής πραγματικότητας με άλλα μέσα.

Έτσι προφανώς εδώ απουσιάζει κάθε ιδέα ιστορικής και γεωπολιτικής ανάλυσης του πολύπλοκου συριακού ζητήματος, η οποία, αναπόφευκτα, θα αφορούσε τους περισσότερο ειδικούς· αντίθετα δημιουργείται ένα βιβλίο που αφορά και τον τελευταίο άνθρωπο στην παραμικρή γειτονιά του κόσμου, γιατί στο σημειωματάριο και στο μαγνητόφωνο της Ντι Τζοβάνι έχουν θέση οι άνθρωποι που την μία ημέρα ζουν την ζωή τους και την επόμενη καλούνται να την ακυρώσουν, να την αντιστρέψουν και να μάθουν να ζουν με το αρνητικό της, ενίοτε και με το απόλυτο τίποτα. Αλλά εμείς οι αμύητοι στο θέμα δεν ριχνόμαστε εδώ χωρίς αποσκευές: εκτός από τις χρήσιμες σημειώσεις της εντός των κειμένων, μας επιφυλάσσεται πολυσέλιδο χρονολόγιο που εκκινεί από το απώτερο ιστορικό παρελθόν της Συρίας, διατρέχει τον 20ό αιώνα και την εδραίωση του αραβικού έθνους, φτάνει στις αρχές του 21ου αιώνα και στην ένταση της δυσαρέσκειας και καταλήγει στον εμφύλιο πόλεμο, από τις διαδηλώσεις του 2011 μέχρι την ένταση των συγκρούσεων και την συνέχιση του πολέμου μέσω τρίτων το 2016, κεφάλαια που εκτός των λεπτομερών χρονικών ενδείξεων παρουσιάζονται σε δυο στήλες, στα εντός Συρίας και στις διεθνείς αντιδράσεις. Η εικόνα δεν μπορεί να γίνει πληρέστερη.

Όπως συμβαίνει με τόσους εμφυλίους πολέμους και όπως αντιληφθήκαμε καλά από την τραγική βαλκανική εμπειρία, η μανιασμένη εμπλοκή της θρησκείας και ο συνακόλουθος  φανατισμός έρχονται την κατάλληλη στιγμή να καταστήσουν τις διαφορές αγεφύρωτες, να αυξήσουν το μίσος και να προσδώσουν την απαραίτητη ταυτότητα σε εκείνους που απεγνωσμένα την χρειάζονται. Εδώ η εμπλοκή της θρησκείας υπήρξε σχεδόν κωμικοτραγική: αρχικά η αντιπολίτευση που φώναζε για ελευθερία και δημοκρατία επέλεξε την ακραία θρησκευτική – ριζοσπαστική πλευρά και η είσοδος των τζιχαντιστών και του ISIS στην πλευρά της ήταν γεγονός, ενώ αργότερα συνέβη ακριβώς το αντίστροφο, μια ακόμα πολύπλοκη πλευρά των δεδομένων ενός σύγχρονου πολέμου και της οργανωμένης θρησκείας που βρίσκει ιδανικό έδαφος.

Ένα δεδομένο που δεν περνάει απαρατήρητο στα γραπτά της ντι Τζιοβάνι είναι η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να επέμβουν δραστικά σε ανάλογες πολεμικές και ανθρωπιστικές κρίσεις. Η Συρία αποτελεί «άλλη μια αποτυχία στη μακρά λίστα των καταστροφικών αποτυχιών του ΟΗΕ» και «οι γραφειοκράτες εργάζονται με επιμέλεια στα γραφεία τους με θέα την Γενεύη», γράφει, θυμίζοντας τις διαπιστώσεις του Ρεζίς Ντεμπρέ για τους διάφορους ειδικούς και εμπειρογνώμονες των πολεμικών πεδίων, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που παρουσιάσαμε παλαιότερα, εδώ. Μέχρι σήμερα θυμάμαι και τον καθηγητή Διεθνών Σχέσεων της Νομικής του ΑΠΘ Θεόδωρο Κουλουμπή, όταν εν έτει 1988 είχα ως πρώτη επιλογή την κατεύθυνση των διεθνών σπουδών, σε αξέχαστες συζητήσεις στα μαθήματα ειδικής επιλογής. Όταν τον είχαμε ρωτήσει αν μπορούμε τελικά να περιμένουμε κάτι ουσιώδες από τους διάφορους ΟΗΕ μας είχε πει: πράγματι, το έργο τους είναι κατώτερο των προσδοκιών και στις μεγάλες συγκρούσεις είναι και θα είναι απόντες. Όμως είναι κάτι, παρά καθόλου! Τότε αντιληφθήκαμε το αυτονόητο: σε σχέση με το μακρινό, σκοτεινό παρελθόν, κάθε σχετικός οργανισμός αποτελεί ένα μικρό βήμα, όμως κανείς ρεαλιστής δεν μπορεί να περιμένει κάποιον καταιγιστικό ρόλο. Ή, αντίστροφα, κανείς ρεαλιστής κλπ., αλλά κάθε οργανισμός αποτελεί κι ένα μικρό βήμα…

Από τα διεκπεραιωτικά πεντάλεπτα των δελτίων ειδήσεων μέχρι τις εφημερίδες, ο τρόπος με τον οποίον τα μέσα προβάλλουν έναν πόλεμο είναι πάντα ο ίδιος: αναφέρονται οι πολεμικές συρράξεις, οι κινήσεις των αρχηγών, οι διπλωματικές ή οικονομικές αντιδράσεις των άλλων κρατών, κάποιοι αριθμοί και στατιστικές, και οι απαραίτητες ιστορίες δυο τριών προσφύγων. Δημιουργείται γενικώς και αορίστως η εικόνα μιας τραγικότητας που δεν μας αφορά, που συμβαίνει κάπου αλλού (ευτυχώς) μακριά, σε τρίτο πολιτισμό που δεν μοιάζει και τόσο με τον δικό μας. Μένουν βιβλία σαν κι αυτό για να μας μιλήσουν για ανθρώπους που μοιάζουν μ’ εμάς και θα μπορούσαμε να είμαστε στη θέση τους. Μια γυναίκα επιμένει να μένει στα μπάζα του βομβαρδισμένου της σπιτιού. Ένα παιδί παρακαλάει την μητέρα του να βγει λίγο έξω να παίξει. Κάποιοι εχθές το πρωί πήγαιναν στην δουλειά τους και το βράδυ συναντούσαν φίλους στο σπίτι, αλλά σήμερα δεν υπάρχει σπίτι, φίλοι ή δουλειά. Μια ημέρα με καθαρό ουρανό αποτελεί ιδανικό καιρό για βομβαρδισμούς. Κι αν κανείς αναρωτιέται πως μπορεί οποιοσδήποτε να ρίξει μια βόμβα, η απάντηση είναι απλή: γεμίζεις ένα βαρέλι με εκρηκτικά υλικά, καρφιά, γυαλιά, μπουλόνια, χημικά, και αρκεί ένα απλό ελικόπτερο για να το ρίξει σε οποιαδήποτε περιοχή επιθυμείς θύματα και καταστροφές.

Ένας άλλος συνομιλητής εκφράζει τη νέα του πραγματικότητα: στην αρχή παρατηρείς τα παρατημένα λεωφορεία που τοποθετούνται για προστασία όσων βγαίνουν στον δρόμο και γενικά όλα σου φαίνονται περίεργα· μετά συνηθίζεις να τα βλέπεις και όλα μοιάζουν φυσιολογικά. Κάποιος διατυπώνει την έννοια του «ελαστικού χρόνου»: υπάρχουν μέρη όπου ο χρόνος τρέχει ταχύτατα και άλλοτε μένει ακίνητος. τα λεπτά μοιάζουν ατέλειωτα και νομίζεις πως δεν θα φτάσεις ποτέ στην ερχόμενη μέρα. Σε πόλεις όπως το Χαλέπι υπάρχει ακριβώς μια αίσθηση αχρονίας, ότι ο χρόνος έχει χαθεί. Έννοιες όπως καθημερινότητα, ρουτίνα ή κανονικότητα ακούγονται αστείες, κενές· για την ακρίβεια, αποκτούν άλλο περιεχόμενο: μιλάμε για μόνιμη κατάσταση έκτακτης ανάγκης, για την αγωνία της επιβίωσης. Οι γειτονιές γίνονται τσιφλίκια και κυριαρχεί η μαύρη αγορά. Κάνεις μαύρες σκέψεις για ανθρώπους που κάποτε ήξερες καλά κι εμπιστευόσουν. Δεν υπάρχουν νοσοκόμες, σκουπιδιάρηδες, καφετζήδες – τα επαγγέλματά τους τελούν υπό αναστολή.

Μπορεί κανείς να διανοηθεί πως υπάρχουν ολόκληρα στρατόπεδα βιασμών και πώς ο βιασμός θεωρείται πλέον στην σύγχρονη ιστορία ένας ασφαλής και ατιμώρητος τρόπος εθνοκάθαρσης; Μπορεί κανείς να δεχτεί πως καθιερώνεται πλέον και ειδικός όρος για τις βιασμένες γυναίκες – «οι επιζήσασες»;

Τέτοια βιβλία δεν αποτελούν απλές ανταποκρίσεις αλλά αποτυπώσεις της καθολικής φωνής των θυμάτων πολέμου. Ζωντανή και ζέουσα, η Ιστορία διεκδικεί αυτήν ακριβώς την μορφή της βιωματικής αφήγησης εκείνων που βρέθηκαν στη δίνη του. Η ιδιωτική Ιστορία καταγράφεται παράλληλα με την «δημόσια» και η γραφή του ιστορικού κινείται παράλληλα με την πρωτοπρόσωπη μαρτυρία των υποκειμένων της. Εκείνα είναι που θα μιλήσουν για το αντίκτυπο του «μείζονος» στο «έλασσον», του πολέμου στην ιδιωτική ζωή των πολιτών.

Το ερώτημα βέβαια παραμένει στις παγωμένες σκέψεις όλων αυτών των ανθρώπων. Πως μπορεί η αλλοτινή χώρα – χωνευτήρι εθνοτικών ομάδων και θρησκειών να φτάσει ως εδώ; Ποιος ωφελείται; Τι κερδίζουν οι ξένες δυνάμεις και πώς ευνοούνται οι δικτάτορες; Πώς εκείνοι που διεκδικούν ελευθερία και δημοκρατία θεωρούνται εχθροί ενός αχανούς εσωτερικού και εξωτερικού κοινωνικοπολιτικού συστήματος; Εκείνο που κατακάθεται όταν η σκόνη των αφηγήσεων κοπάσει είναι η εφιαλτική αίσθηση πως σήμερα τα πράγματα είναι έτσι και αύριο μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στην σύγχρονη ιστορική συγκυρία. Ο πόλεμος δεν θα αποτελέσει ποτέ αποκλειστικό κομμάτι ενός μακρινού παρελθόντος που έδωσε την θέση του στην διπλωματία ή σε άλλες μορφές του – αντίθετα, είναι έτοιμος να εμφανιστεί οπουδήποτε. Και ακόμα, μπορεί οι πόλεμοι κάποτε να τελειώνουν αλλά αυτό που αφήνουν μέσα στον καθένα που τους διέσχισε δεν τελειώνει ποτέ. Έχω την αίσθηση πως για κάθε πολεμική σύρραξη στον πλανήτη, απαιτούνται διαρκώς τέτοια βιβλία, να θυμίζουν πως οποιοσδήποτε μπορεί να βρεθεί στην αντίστοιχη θέση των τραγικών προσκεκλημένων του βιβλίου. Και πως μόνο τέτοια βιβλία μπορούν να οδηγήσουν στο επιθυμητό: στο να πάψουν να υπάρχουν.

Εκδ. Δώμα, 2018, μτφ.: Μαριάννα Ρουμελιώτη, σελ. 320 [Σειρά Testimonia]. [Janine Di Giovanni, The morning they came for us. Dispatches from Syria, 2017].

Στις εικόνες, φωτογραφίες των Khalil Hamra / Associated Press (1), Spencer Platt  / Getty Images (2), Alexander Kots / Associated Press (4), Joseph Eid / Reuters (6) και Bengin Ahmad (9).




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.128.280 hits

Αρχείο