Θοδωρής Τσεκούρας – Στην αρχή του Αιγαίου

Αφήγηση, πηγή κάθε φαντασίας

H πρώτη παράγραφος, κι ενώ είμαστε ήδη βουτηγμένοι στο μπλε της θάλασσας, στο γαλάζιο του ουρανού και στο λευκό της προκυμαίας, είναι καθοριστική: ένας νέος μας αφηγείται πως όταν ήταν μικρός ο παππούς του τού έλεγε τις πιο παράξενες ιστορίες, τις οποίες όχι μόνο πίστευε αλλά τις φανταζόταν να συμβαίνουν μπροστά του, σαν να συνέβαιναν στον ίδιο· και πως σε αυτό το βιβλίο θα μας διηγηθεί μια από αυτές. Να ’την λοιπόν, η αφήγηση μιας αφήγησης που έγινε «πραγματική», περνώντας μέσα από τρία ζευγάρια μάτια – του παππού, του ακροατή εγγονού και του εγγονού που την ζωντάνεψε και τώρα την χαρίζει σ’ εμάς.

Επιστρέφουμε λοιπόν στην νεότητα του παππού που συνήθιζε να βουτάει με τον δικό του τον παππού για σφουγγάρια και στην ανακάλυψη μιας πόρτας στον βυθό, όταν για λίγο απομακρύνθηκε να κολυμπήσει μόνος. Ποιος δεν θα άνοιγε αυτή την πόρτα και ποιος δεν θα ανυπομονούσε να δει πού οδηγεί; Ο νεαρός παππούς επιλέγει το δεύτερο και βρίσκεται στην δίνη μιας ρουφήχτρας, όμως δεν φοβάμαι· μόνο έχει περιέργεια να δει πού οδηγεί. Και η πρώτη αίσθηση είναι πως όλα όσα του ήταν ως τότε γνωστά αλλάζουν ή αντιστρέφονται. Τι υπάρχει στον βαθύτερο βυθό; Μήπως ένας καινούργιος ουρανός; Μπορεί ένα τεράστιο και βαρύ ζώο όπως μια φάλαινα να πετάξει; Και τα αεροπλάνα δεν πετούν; Κι αν πετάξει μαζί της μπορεί να δει από ψηλά ολόκληρο το Αιγαίο και τους ανθρώπους του;

Και τα νησιά ποιος τα κατασκεύασε; Μήπως αυτοί που τώρα βλέπει να τα φτιάχνουν με σκοινιά; Σε αυτή την περίπτωση έχει επιστρέψει και στον χρόνο – και μάλιστα η θάλασσα είναι ακόμα υπό κατασκευή, συνεπώς κάπου τελειώνει, πού όμως; Ο ήρωας κατάφερε να βρει ακόμα και το σημείο όπου δύει ο ήλιος! Μεταξύ μας, μικροί, ποιος πίστευε ότι χανόταν επειδή γύριζε η γη; Αφού ήταν εμφανές ότι κάπου χωνόταν – και εδώ όντως βρίσκεται η σχισμή μέσα στην οποία μπαίνει κατά την δύση του, σαν νόμισμα! Και καθώς το «ταξίδι» συνεχίζεται, θα μπορούσε η μαλακή ράχη μιας μέδουσας να μας ξεναγήσει στην άγνωστη πολεοδομία των σύννεφων; Τελικά στον Όλυμπο ζει ακόμα ο αθάνατος, όπως μας μάθαιναν, Δίας, και πού έμενε πριν το αποφασίσει; Και αν εκεί στα μέρη του υπάρχει άλλη μια πόρτα και δη με μια πολύτιμη επιγραφή, θα την ακολουθήσει; Και πού θα τον οδηγήσει;

Είναι εμφανές ότι η δύναμη της αφήγησης οδηγεί στην δύναμη της εικόνας κι αυτή με την σειρά της στην έξαρση της φαντασίας και αντίστροφα. Αλλά και πέρα από αυτές, η ιστορία που διηγείται κανείς έχει πάντα τον τρόπο να βάζει τον ακροατή μέσα της, κι εκείνος να την βιώνει με τον δικό του τρόπο, ενεργοποιώντας για άλλη μια φορά την εικονοπλαστική του φαντασία. Και σε αυτήν, τα πάντα είναι δυνατά – είναι ενδεικτικό εδώ ότι οι τόποι δεν είναι η συνήθως διασχιζόμενοι αλλά οι άγνωστοι – μέχρι τον υπερρεαλισμό και ακόμα παραπέρα. Είμαστε, άλλωστε, όλοι ίσοι στο μερίδιο της φαντασίας· δεν είναι μόνο ο αφηγητής και ο ακροατής που καταφέρνουν όλα αυτά τα άλματα στον χωροχρόνο· αυτά αποτελούν προνόμιο του καθενός μας και η φαντασία είναι το κατάλληλο όχημα μπορούν όλοι να το οδηγήσουν. Από την άλλη, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι οι εταίροι αυτής της σχέσης είναι παππούς και εγγονός. Ο πρώτος μπορεί να διηγηθεί το άλλο, το μακρινό, το παλαιό, το διαφορετικό. Είναι ο θεματοφύλακας ιστοριών και εικόνων που κινδυνεύουν να χαθούν στο παρελθόν, να μείνουν χωρίς αφηγητή και αντίστοιχα οι ακροατές να μείνουν χωρίς την ιδιαίτερη φαντασία που εκείνος ενεργοποιεί.

Με όλα αυτά, η υπερίσχυση των εικόνων απέναντι στις λέξεις δεν είναι τυχαία. Υπάρχουν ταξίδια και ταξίδια, αλλά εκείνα με την φαντασία είναι τα πιο φαντασμαγορικά. Και ακριβώς η απόδοση αυτών υπήρξε δύσκολο στοίχημα για την εικονογράφο, η οποία όμως κατόρθωσε με πλήρη παλέτα χρωμάτων και ιδεών να αποδώσει όλη αυτή την πανδαισία της φαντασίας.

Εικονογράφηση: Έλενα Τσαπρούνη

Εκδ. Παπαδόπουλος, 2025, σελ. 32

Ηλικίες: 5+

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

William Golding – Ο άρχοντας των μυγών. The graphic novel. Διασκευή και εικονογράφηση Aimée de Jongh

Δεν είναι οι 342 σελίδες με τα εκατοντάδες βουτηγμένα στα χρώματα της φύσης, της θάλασσας και της πρωτόγονης ζωής καρέ· δεν είναι ούτε η εκπληκτική εικονογράφηση της Aimée de Jongh που αντλεί από την πλουσιότερη παράδοση των παιδικών και μεταπαιδικών κόμικς· είναι που όλα αυτά ζωντανεύουν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα διαχρονικής αξίας, που συν τοις άλλοις έχει και το σπάνιο στοιχείο να αφορά και να γοητεύει εξίσου τους πλέον προβληματισμένους ενήλικους και τους πλέον ανυποψίαστους ανήλικους. Εμείς που έχουμε διαβάσει το βιβλίο (1954) και έχουμε δει και τις δυο κινηματογραφικές του μεταπλάσεις (1963, 1990 – υπάρχει και μια φετινή τηλεοπτική) μπορούμε να ξαναβρούμε την μαγεία στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ γραμμάτων και υποκριτικής, στις κινούμενες εικόνες των κόμικς αλλά στο βάθος ζηλεύουμε και εκείνους που για πρώτη φορά ανοίγουν τις σελίδες του χωρίς να γνωρίζουν τις τους περιμένει αλλά και τι περιμένει αυτά τα αγόρια που βρίσκονται λόγω πτώσης του αεροπλάνου τους σε ένα έρημο νησί.

Πρώτος εμφανίζεται ο Ραλφ που μόλις βλέπει νερό πανευτυχής βγάζει τα ρούχα του και βουτάει να κολυμπήσει. Η σταδιακή συνειδητοποίηση του προκαλεί ενθουσιασμό: «Πουθενά μεγάλοι»! Δίπλα του μια πλήρως αντίθετη μορφή, ο εύσαρκος και ασθματικός διοπτροφόρος Πίγκι (παρατσούκλι που αντιπαθεί καθώς του δόθηκε στο σχολείο) που δεν έχει μάθει καν να κολυμπάει, με εξίσου αν όχι περισσότερο συγκροτημένη σκέψη και λόγο. Όταν βρουν ένα κοχύλι που ονομάζουν «μπουρού» και σφυρίξουν τον χαρακτηριστικό ήχο μαζεύονται και τα υπόλοιπα επιζήσαντα παιδία στην παραλία αλλά και μια μαυροντυμένη ομάδα που υποτάσσεται στον αρχηγό τους Τζακ – δυο άλλοι δυο βασικοί ήρωες, που εκπροσωπούν την «ηθική» και «ανήθικη» πλευρά αντίστοιχα, ο Σάιμον και ο Ρότζερ, παρόλο που οι διακρίσεις δεν είναι πάντα τόσο ευκρινείς. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αρχικός ενθουσιασμός σύντομα θα αντικατασταθεί από την βεβαιότητα της απαραίτητης ύπαρξης ενός αρχηγού και τελικά ο Ραλφ εκλέγεται με δημοκρατικό τρόπο ο Τζακ εμφανίζεται ως εχθρικός αντίπαλος είναι εμφανές και ήδη σχηματίζονται δυο στρατόπεδα.

Εδώ δεν υπάρχει κάποια μανιχαϊστική διάκριση – οι βασικοί ήρωες μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, όλοι ηλικίας από έξι έως δώδεκα, έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά ζωτικών, κυριολεκτικά, ζητημάτων τα οποία με την σειρά τους. Πώς επιβιώνει κανείς χωρίς δεδομένη τροφή, ανέσεις, σκεύη, γονείς; Ποιος φτιάχνει τους κανόνες και πώς ελέγχεται η εφαρμογή τους; Πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις και τι γίνεται αν διαφωνείς ριζικά; Πώς αναχαιτίζεται η επιθυμία έως λύσσα για εξουσία και η συνακόλουθη βία; Τι είδους σχέσεις και φιλίες αναπτύσσονται και πως επιβάλλονται οι ισχυρότεροι στους ανίσχυρους; Πώς αντιμετωπίζεται ο διαφορετικός Πίγκι; Πώς εξερευνάται και πώς τιθασεύεται ένα εξ ορισμού «άγριο» περιβάλλον; Πώς ελέγχεται το εγώ και ο εγωισμός; Πώς διαχειρίζεται κανείς τους φόβους του αγνώστου, της νύχτας, του θηρίου που πιθανώς παραμονεύει;

Το τελευταίο στοιχείο αποτελεί και εκείνο που θα οδηγήσει ταχύτερα την εκκολαπτόμενη αυτή «κοινωνία» στα άκρα. Ο ακαθόριστος εχθρός που παραμονεύει στο σκοτάδι και θεριεύει με τις φήμες θα οδηγήσει τον καθένα να επιλέξει ή να αλλάξει στρατόπεδο, να αισθανθεί ως μέρος δολοφονικού στρατού, να ζήσει την έξαψη της βίας, ακόμα να εξολοθρεύσει τους αντιπάλους. Εδώ δεν υπάρχουν νόμοι ούτε όργανα της τάξης ή δικαστές – ακόμα και οι κανόνες για να τηρηθούν επαφίενται στην κρίση των παιδιών. Αν αρχικά η φύση πρέπει να δαμαστεί, οι κατοικίες να οχυρωθούν και οι δεσμοί της ομάδας να σφιχτούν με χορούς και σύμβολα, αν η ανάγκη τροφής θα τα στείλει σύντομα ως κυνηγούς αγριογούρουνων στα βάθη του δάσους, εκείνο που τελικά θα τα χωρίσει είναι η λογική από τον παραλογισμό και ο πολιτισμός από την βαρβαρότητα. Το ένστικτο της βίας ενοικεί σε κάθε ανθρώπινη ψυχή και δεν χρειάζονται παρά οι κατάλληλες συνθήκες για να ξεσπάσει.

Έτσι λοιπόν δομείται η κάθε κοινωνία; Το κακό θα κρύβεται πάντα στην ανθρώπινη συνθήκη; Ακόμα και τα νεαρότερα μέλη της θα αφανιστούν μεταξύ τους, όπως οι ενήλικοι κατά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο η λήξη του οποίου είχε συμβεί δέκα χρόνια πριν την συγγραφή του βιβλίου; Υπάρχει φως στον ειδυλλιακό αυτό τόπο πέρα από το φυσικό; Υπάρχει φλόγα ζωής πέρα από εκείνη που ανάβει για να κάψει τα πάντα; Η πλευρά του Ραλφ δίνει μια πρώτη απάντηση αλλά υπάρχει ακόμα μακρύς δρόμος. Επανερχόμενος στην εικονοπλαστική δύναμη της διασκευάστριας – σχεδιάστριας, δεν έχω παρά να τονίσω πως τέτοιες αποδόσεις θα άξιζαν όλα τα έμπλεα νοημάτων μυθιστορήματα που πρέπει να διαβαστούν ιδίως από τους νεαρούς αναγνώστες.

Εκδ. Διόπτρα, 2024, σελ. 342, μτφ. Έφη Τσιρώνη. Περιλαμβάνονται μονοσέλιδο σημείωμα της εικονογράφου και πεντασέλιδο με πρώιμα σχέδια του έργου [Lord of flies – The graphic novel, 224]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

ΥΓ. Είναι εμφανές από τα παραπάνω ότι τα καρέ με βίαια περιστατικά είναι πολλά, συνεπώς μιλώντας για ανήλικο κοινό μπορεί ο κάθε γονέας να κρίνει πότε το παιδί είναι έτοιμο να το διαβάσει.