25
Jul
16

Μνήμες από έξι θερινά βιβλία

chatwin

Το πλοίο Σίφνος – Παταγωνία

Το 1992 αναζητούσα δουλειά στο Αιγαίο και μετά από τρεις μήνες σε Σύρο, Θήρα και Μήλο κατέληξα στην Σίφνο, όπου θα έβγαζα τις επόμενες πέντε καλοκαιρινές σαιζόν, δουλεύοντας οπουδήποτε, σε ψυγεία παγωτών, παρατημένα ταβερνεία στην άκρη του κόσμου (ή του Κάστρου), αγγειοπλαστεία, μπάρες. Όλα αυτά τα καλοκαίρια έπαιρνα μαζί μου τα βιβλία του Bruce Chatwin Στην Παταγωνία και Τι γυρεύω εδώ; (αμφότερα εκδ. Χατζηνικολή, μτφ. Τάσος Κιρκής). Με συνάρπαζε η αυθόρμητη γραφή του ακούραστου ταξιδιώτη, το αδηφάγο του μάτι, η μανιώδης καταγραφή των εντυπώσεών του, η αναζήτηση συνομιλητών όπου και να βρισκόταν. Τα βιβλία έμεναν στην μέση και τα συνέχιζα στην επόμενη θερινή περιπέτεια. Όταν τελείωναν τα ξανάρχιζα. Με είχε τόσο πολύ ξεσηκώσει η περιπλάνηση του Τσάτουιν που συμφώνησα να μπαρκάρω για έξι μήνες με γκαζάδικο που έφτανε ως την Νότια Αμερική. Η φυγή κόλλησε την τελευταία στιγμή στην έκδοση ναυτικού φυλλαδίου αλλά ο συγγραφέας παραμένει ο μόνος που με οδήγησε σε απόφαση τόσων ναυτικών μιλίων.

modinos_

Η Αφρική στο Φραγκοκάστελλο

Το 2008 νοίκιασα ένα πέτρινο σπίτι δίπλα στην θάλασσα, στο Φραγκοκάστελλο, στον Νότο των Χανίων, ενώ παραδίπλα εξίσου βουλιαγμένο στην άμμο και τις καλαμιές έστεκε το αρχαίο φρούριο. Μοιραζόμασταν την ίδια ερημιά και τους ίδιους δαιμονισμένους αέρηδες. Τότε ήταν που διάβαζα βουλιμικά το βιβλίο του Μιχάλη Μοδινού Ο μεγάλος Αμπάι (εκδ. Καστανιώτη), την αδιανόητη ιστορία της αναζήτησης των πηγών του Νείλου αλλά και την εξίσου συναρπαστική διαδικασία της αφήγησής της. Κάθε φορά που ο αέρας με κατέκλυζε με άμμο που παραμένει μέχρι και σήμερα ανάμεσα στις σελίδες, ήθελα να σκέφτομαι πως φτάνουν μαζί από εκείνα τα μέρη, από την Αίγυπτο απέναντι. Πράγματι, χάρη σ’ εκείνο το βιβλίο της άμμου, η Αφρική πλησίασε όσο ποτέ τον δικό μου Νότο.

banks

Λιβεριανή Αντίπαρος

Τα καλοκαίρια δεν παύω να αναζητώ την Αφρική, με την αυταπάτη ότι η θερινή ζέστη θα μου μεταδώσει κάτι από τις πονεμένες της αύρες. Κι έτσι ένα αχρονολόγητο καλοκαίρι στην Αντίπαρο, στο κάμπινγκ όπου μέτρησα τα περισσότερα απολαυστικά ακοίμητα εικοσιτετράωρα που έζησα ποτέ, μπορούσα να βρίσκομαι και στην Λιβερία, χάρη στην συναρπαστική μυθιστορία του Russel Banks American darling (εκδ. Πόλις). Κι ας γνώριζα ότι η άγραφη μαγεία της μαύρης ηπείρου αποτελεί την μια πλευρά της, και πως η άλλη μαυρίζει από τις δραματικές πολιτικές συγκυρίες και την σκληρότητα ενός κόσμου που την συνθλίβει. Αλλά η ηρωίδα του βιβλίου δεν φοβήθηκε να τολμήσει τις πιο δύσκολες επιλογές και να αλλάξει την ζωή της ξανά και ξανά.

paradiso_

Τεμπελχανείο στην Κούβα

Το 2011 έζησα είκοσι μερόνυχτα στα ελεύθερα κατασκηνώματα της Γαύδου, που ταυτίστηκαν με το Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα (εκδ. Ίνδικτος). Θυμάμαι τις αναγνώσεις κάτω από τις μικρές λάμπες ενός καφενείου με το όνομα Τεμπελχανείο στην έρημη «χώρα» του νησιού, ένα μέρος όπου τα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα ήταν περισσότερα από τους κατοίκους. Η μικρή αυλή του καφενείου, με τους κάθε λογής ξέμπαρκους του νησιού και τις παραισθησιογόνες συζητήσεις, έμοιαζε με ανεστραμμένο καθρέφτη του μεγάλου αιθρίου γύρω από το οποίο ζούσαν οι δεκάδες χαρακτήρες του καλειδοσκοπικού, μπαρόκ μυθιστορήματος ενός σπουδαίου Κουβανού συγγραφέα, που οι αρχές απαγόρευσαν ακριβώς γιατί δεν το καταλάβαιναν, συνεπώς «κάτι ύποπτο θα έγραφε».

TE?IKO

Η γυναίκα της Γαύδου

Ανίκανος να ξεχάσω τις θάλασσες του Κρητικού Νότου, επανήλθα στην Γαύδο το επόμενο καλοκαίρι και οι αμμόλοφοί της ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να αισθανθώ έστω κάτι ελάχιστα κοινό με τον αξέχαστο ήρωα του βιβλίου του Κόμπο Άμπε Η γυναίκα της άμμου (εκδ. Άγρα). Εκεί διάβαζα την αδιανόητη ιστορία του άντρα που αιχμαλωτίστηκε από μια γυναίκα που του δινόταν ολοκληρωτικά, σ’ ένα σπίτι χωμένο στο βάθος ενός λάκκου, σε μια αχανή αμμώδη περιοχή, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Ένα μεσημέρι που αποκοιμήθηκα σ’ έναν κεκαυμένο αμμόλοφο ονειρεύτηκα ότι ήμουν εγώ ο αιχμάλωτος της Γυναίκας και, παραδόξως, δεν με ενοχλούσε καθόλου το γεγονός ότι με κρατούσε δέσμιο στον βαθύ της λάκκο, όπου περνούσαμε τις ημέρες μας εξαντλημένοι από τους πανταχού παρόντες και στα πάντα εισχωρούντες κόκκους, ενώ τις νύχτες φτυαρίζαμε την άμμο, για να μη μας σκεπάσει ολοκληρωτικά.

Αντίδρομα_

Αντίδρομος στο Ταρλάμπασι

Άλλα πέρυσι το καλοκαίρι έζησα σ’ έναν πραγματικό λάκκο του κόσμου, στις απερίγραπτες φτωχογειτονιές του Ταρλάμπασι και του Μπουλμπούλ, στα έγκατα της Κωνσταντινούπολης, μακριά από τα περάσματα των τουριστών. Σ’ εκείνες τις γειτονιές με τις βαθιές κατηφόρες και τους στενούς δρόμους που έσφυζαν από τους κατοίκους, που αδυνατούσαν να ζουν στα πνιγηρά τους σπίτια, παρά κάθονταν όλοι έξω, δίπλα στα σκουπίδια, πάνω σε χαλάκια και χαρτόνια, μαζί με τα μικρά παιδιά να φτιάχνουν αυτοσχέδια παιχνίδια από το τίποτα, αναζητούσα ένα ανάγνωσμα να μου μιλήσει για όλες αυτές τις επικράτειες. Είχα εξαντλήσει τον Ορχάν Παμούκ και τον Γιασάρ Κεμάλ, αλλά ευτυχώς είχαν μόλις εκδοθεί τα Αντίδρομα στον ήλιο του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Πανοπτικόν), συλλογή εξαίσιων ταξιδιωτικών κειμένων που ξεκινούν από την Κωνσταντινούπολη και φτάνουν μέχρι την Μέση και την Βαθειά Ανατολή. Ο πρώτος αυτός τόμος είναι γεμάτος από τα βλέμματα ενός πολυδιαβασμένου, πολιτικοποιημένου και ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης.

Πρώτη δημοσίευση σε: Lifo, μπλογκ / στήλη Βαγγέλη Μακρή / VAM33.

Παρουσιάσεις των παραπάνω βιβλίων εδώ: Μοδινός, Μπανκς, Λίμα, Αμπέ. Τσάτουιν και Τερζάκης θα παρουσιαστούν σύντομα στο Πανδοχείο όποτε και θα προστεθούν οι σχετικοί σύνδεσμοι.

13
Jul
16

Η μουσική της Μεγάλης Παρασκευής

Αγία Ζώνη 1_

Οι καμπάνες της Αγίας Ζώνης

Αν υπάρχει μια μουσική που να ταυτίζεται απόλυτα με μια προσφιλέστατη συγκυρία, μια ακολουθία ήχων που διακαώς θα επιθυμούσα να μην έχει χαθεί από την ζωή μου, αυτή θα ήταν οι καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής. Μπορεί να βίωσα την πένθιμη ημέρα στην αστική γειτονιά της Κυψέλης και όχι σε ιδανικότερους για την περίσταση επαρχιακούς και μυρωμένους τόπους· μπορεί ο ενοριακός ναός να μην ήταν κάποιο περίκομψο βυζαντινό κτίσμα αλλά μια τυπική ογκώδης εκκλησία «των νεότερων χρόνων»· όμως, με την βεβαιότητα των δεδομένων που συγκέντρωσα όλα αυτά τα χρόνια, μπορώ να πω ότι είχα την τύχη μιας σπάνιας, αν όχι ανεπανάληπτης κωδωνοκρουσίας.

Η Αγία Ζώνη λοιπόν, η εκκλησία στο τέρμα της οδού Επτανήσου, λίγα μέτρα δεξιότερα από την είσοδο της πολυκατοικίας μας, είχε την δική της ιδιαίτερη ηχητική ακολουθία για τις Μεγάλες Παρασκευές, καθώς πέντε διαφορετικές καμπάνες που ηχούσαν με συγκεκριμένη σειρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Πρώτη σ’ εκείνη την υποβλητική χορεία ήταν μια καμπάνα που αποκαλούσαμε με την πρώτη λέξη που ερχόταν στο μυαλό για τον βροντερό, βαρύ της ήχο: «χοντρή» – και η ονομασία της διατηρήθηκε όλα τα χρόνια. Ο χτύπος της δικαιωματικά απορροφούσε το περισσότερο από το διαθέσιμο δέος μου και η περικύκλωσή της από τη σιωπή, λίγα δευτερόλεπτα πριν και λίγα μετά, την έκαναν ν’ ακούγεται ακόμα πιο βαθιά.

Ακολουθούσαν τρεις λεπτές και τρεις ακόμα λεπτότερες, καμπάνες, που κάποιος από την οικογένεια αποκάλεσε «ψιλές»· αυτές έμοιαζαν να επικαλούνται μια διαφορετική, έκφραση πένθους, μέσω του υψηλού ψιλού. (Αν κάτι κάπως απαλύνει την επεξεργασμένη εμπειρία και ιδίως εκείνη που ανασυνθέτει δια της γραφής αυτό που κάποτε έζησε, είναι ακριβώς η δυνατότητα να επιστρατεύει λέξεις και λογοπαίγνια που νωρίτερα υπήρχαν απλώς ως ιδέες ανέκφραστες). Ο κύκλος ολοκληρωνόταν με άλλες δυο τριάδες με κλιμακούμενη βαθύτητα, η τελευταία από τις οποίες ηχούσε γνώριμη, καθώς έβγαινε από τις, «καθημερινές» καμπάνες, εκείνες που χτυπούσαν όλη τη χρονιά. Αναρωτιέμαι αν συμπεριλήφθηκαν σε εκείνη την πρωτοφανή κωδωνοκρουσία ως μια μικρή υπενθύμιση της κανονικότητας μπροστά στο έκτακτο και το τελετουργικό.

Καμπάνες

Η επινόηση ενός παιχνιδιού

Η Μεγάλη μου Παρασκευή αποκάλυπτε την καρδιά της, που χτυπούσε στον ρυθμό των καμπανισμάτων της Αγίας Ζώνης. Η σειρά των δεκατριών χτύπων ξεκινούσε στις οκτώ το πρωί και σταματούσε αργά το βράδυ λίγο μετά το τέλος της περιφοράς του Επιταφίου, όταν το σμάρι της πομπής τρύπωνε στην φωλιά της εκκλησίας. Έτσι ολόκληρη η ημέρα των Παθών αυλακωνόταν από τις βαθμιδωτές καμπάνες, που σιωπούσαν κάθε τόσο και συνέχιζαν αργότερα ακριβώς από εκεί που έμειναν, όπως ένα βιβλίο που έμεινε ανοιχτό μέχρι την επόμενη ανάγνωση, σαν όνειρο που κόπηκε στη μέση και συνεχίζεται από το σημείο της διακοπής. Εκείνος ο δεσμός με την προηγούμενη καμπανοκρουσία έμοιαζε να διατηρεί την ημέρα σε μια τελετουργική ισορροπία με μια τακτή γλυκόπικρη υπενθύμιση, αλλά ενέπνεε και κρυφό παιχνίδι, από τα αμέτρητα της επινοητικής ηλικίας, για το ποιο θα ήταν το νέο εναρκτήριο καμπάνισμα.

Και ποιος έπαιζε αυτό το παιχνίδι; Δεν γνωρίζω άλλον τόσο ανυπόμονο για την ημέρα με τα ατέλειωτα καμπανίσματα. Υπήρχε άραγε κανείς που αισθανόταν, όπως εγώ, το συνεχές ανέβασμα στα πέντε σκαλοπάτια προς το απόλυτο χτύπημα ή την παράδοση σ’ εκείνη την κυκλικότητα των μπρούτζινων αποχρώσεων; Μου φαινόταν πως μοναχός μου μαγευόμουν από εκείνα τα μελωδίσματα του θρήνου, προσηλωμένος σε μια ενασχόληση που αποτελούσε ταυτόχρονα δέηση δέους και παίγνιο αναψυχής. Ακόμα και οι «πιστοί» έμοιαζαν να αδιαφορούν για τα καμπανιστά υπομνήματα του ιερού δράματος. Παρατηρούσα τους περαστικούς στην γειτονιά, τις γυναίκες που πήγαιναν για ψώνια ή τα μικρά παιδιά που έπαιζαν μπάλα στο προαύλιο της εκκλησίας· κανείς δεν σταματούσε να αφουγκραστεί, να δείξει έστω ένα σημάδι πως όλα τριγύρω είναι διαφορετικά σήμερα. Αναρωτιέμαι αν έστω ένας ακόμα, στα σπίτια που βρίσκονταν μέσα στην εμβέλεια του ναού, σταματούσε την ασχολία του ή «κοντοστεκόταν» (ίσως πρώτη φορά χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα των παλιών αναγνωστικών) για να προσέξει τις καμπάνες και κατόπιν να της αφήσει να του ξυπνήσουν σκέψεις που μέχρι τότε έμεναν σιωπηλές, ακαμπάνιστες.

Agia Zoni

Γλυκός φόβος, εκκωφαντική σιωπή

Ας ομολογήσω κάτι που δεν είπα ποτέ σε κανέναν: σε κάθε χτύπο της βαθειάς καμπάνας η καρδιά μου σκιρτούσε φοβισμένη. Εκείνος ο φόβος ήταν διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο· δεν επεδίωκα την εξαφάνισή του αλλά την παρουσία του. Ήθελα η μέρα να διαρκέσει, να μην τελειώσει προτού εξαντληθώ από το διπλό της καρδιοχτύπι, εκείνο της κορυφαίας του χορού και το δικό μου, που έμοιαζε να αντιλαλεί από μέσα μου το δικό της. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο υποβλητικός ήχος της πρώτης καμπάνας με τύλιγε με εκείνη την απροσδιόριστη ανατριχίλα, ιδίως αν μ’ έβρισκε μόνο μου σε κάποιο δωμάτιο. Συχνά φρόντιζα να πηγαίνω στα μικρότερα, μοναχικά δωμάτια του σπιτιού στο ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στα δυο βαθιά χτυπήματα, ώστε να μη με βρει μόνο μου εκεί εκείνο το δέος. Έχοντας αποκλείσει το ενδεχόμενο του θεολογικού ή μεταφυσικού φόβου, ποτέ μου δεν κατάλαβα τις πηγές εκείνου του ανατριχιάσματος. Μπορεί η ίδια η μουσική να προκαλέσει δέη από τα ίδια βάθη της;

Αφουγκραζόμουν με προσοχή τον χτύπο που ξέφευγε από την καμπάνα και διαχεόταν στα μήκη και στα πλάτη προτού σβήσει στην σιωπή. Εκείνη η σιωπή ήταν διαφορετική· έμοιαζε με βουητό που γέμιζε ένα κενό ανάμεσα στις δυο καμπάνες. Ποτέ άλλοτε δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο ηχηρή, πόσο διαπεραστική μπορεί να είναι μια σιωπή. Το ίδιο έντονα μου ακούγονταν, μετά τον χάλκινο αντίλαλο, ο ήχος των πουλιών, οι φωνές των παιδιών που έπαιζαν κάπου μακριά, το γάβγισμα ενός σκύλου, μια κόρνα αυτοκινήτου, μια μπαλκονόπορτα που έκλεινε. Μέσα στην ίδια στιγμή, μια περίεργη αντίστιξη εναρμόνιζε τα καθημερινά με τα εξαιρετικά.

Ψιλικατζίιδικο_

Η απρόσωπη ενορχήστρωση και οι τελευταίοι χτύποι

Ποιος χτυπούσε λοιπόν τις καμπάνες; Πώς κατάφερνε να ορθοστατεί σ’ εκείνα τα ύψη και να τηρεί ευλαβικά την ισορροπία των κρούσεων και των παύσεων; Αισθανόταν καθόλου άρχων των ήχων του περίγυρου τόπου εκείνη την ημέρα; Τού προσέδιδε αυτή η θέση ιδιότητα ενορχηστρωτή στα συναισθήματα των περίοικων; Πόσο θα ήθελα να βρίσκομαι στην θέση του, αφοσιωμένος στυλίτης της μιας ημέρας που πάντα αφήνει το αποτύπωμά της στη μνήμη… Πως θα ήταν άραγε να ακούς εκείνη την βαθειά καμπάνα στο ίδιο της το καμπαναριό; Θα αποκορύφωνε την αίσθηση ή θα την απομυθοποιούσε;

Σύντομα θα διαπίστωνα, όχι χωρίς κάποια απογοήτευση, πως η ολοκληρωμένη εκείνη μουσική εκτέλεση δεν ήταν έργο ικανού μαέστρου αλλά κάποιου ηλεκτρονικού προγράμματος. Ένας διακόπτης λοιπόν ενορχήστρωνε την πένθιμη σύνθεση, χωρίς άλλη χειροτεχνία. Δεν άργησα να προσαρμοστώ στα νέα δεδομένα και άρχισα να φαντάζομαι το καμπαναριό άδειο από κάθε παρουσία. Η «εικόνα» παρουσίαζε κάποια ευπρόσδεκτη, έστω και τεχνητή μεταφυσική. Άλλωστε οι απαραίτητες παρουσίες ήμασταν εμείς από κάτω· χωρίς εμάς οι καμπάνες δεν είχαν λόγο ύπαρξης – ήταν όπως η μουσική αποστερημένη από τους ακροατές της. Άφησα κατά μέρος το ενδεχόμενο μιας ανάλογης, βιαστικής παραβολής για την ίδια την θρησκεία και σκέφτηκα ότι σε αμέτρητους άλλους ναούς ανά τις επαρχίες του κόσμου αληθινοί κωδωνοκρούστες θα εμψύχωναν αυτοπροσώπως όσους πιστούς είχαν ανάγκη από έμψυχους χειριστές της θρησκευτικής ατμόσφαιρας.

Οι καμπάνες βρίσκονταν στο αποκορύφωμά τους κατά την πομπή του επιταφίου, καθώς συνόδευαν την αδιανόητη, για το μικρό παιδί που ήμουν, αργόσυρτη διαδρομή των πιστών πίσω από το κατάφορτο λουλουδιών ομοίωμα του περιφερόμενου τάφου. Τότε ένοιωθα πως τουλάχιστον δικαίωναν μια παρουσία που είχε περάσει μέχρι τότε απαρατήρητη – κι ίσως τώρα τις πρόσεχαν περισσότεροι. Αλλά και πάλι, όταν η προσοχή όλων βρισκόταν στα εξαπτέρυγα, στον μαύρο ψηλό σταυρό ή στα εγκώμια, εγώ μετρούσα τους ύστατους χτύπους μιας ημέρας που άφηνε τις τελευταίες της πνοές. Οι καμπάνες – εκτός από την συνηθισμένη, την πέμπτη τη τάξει – θα σιωπούσαν για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι την επόμενη Μεγάλη Εβδομάδα, περιμένοντας ασάλευτες, άμουσες, παροπλισμένες σε μια σιωπηρή μόνωση. Κι εγώ επέστρεφα στην βραδινή πια σιωπή με μια γλυκόπικρη μελαγχολία.

TDK

Η κασέτα

Ένα μεσημέρι Μεγάλης Παρασκευής, την εποχή ακόμα που η κωδωνοκρουσία δεν σταματούσε το μεσημέρι (όπως συνέβη σε μεταγενέστερα χρόνια, μετά τις διαμαρτυρίες των περίοικων πιστών ότι διαταράσσει την μεσημβρινή τους ανάπαυση), αποφασίσαμε μαζί με την αδελφή μου να μαγνητοφωνήσουμε τις καμπάνες. Είχαμε μόλις αποκτήσει ένα μολυβδόχρωμο κασετόφωνο που αποτελούσε το καινούργιο θαυματουργό παιχνίδι μας. Αρκούσε να πατήσεις το κουμπί Record για να ηχογραφήσεις οτιδήποτε, από τις πολύτιμες σοφίες του παππού (πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του θα εκπλήσσαμε ένα ολόκληρο ακροατήριο παλιών μαθητών του σε μια τιμητική βραδιά) μέχρι έναν διάλογο από την τηλεόραση. «Γράψαμε» λοιπόν για λίγο τις καμπάνες, με μια ελαφριά ενοχή πως αιχμαλωτίζουμε κάτι ιερό.

Σπεύσαμε αμέσως να «δούμε» το αποτέλεσμα: μέσα από εκείνη την μεταλλική κασετίνα οι καμπάνες ακούγονταν παράξενες, ελαφρά παραμορφωμένες. Η κασέτα διέσωζε κάτι από την ατμόσφαιρα, αλλά όχι την πεντακάθαρη ακρίβειά της. Και τελικά τι νόημα είχε η ηχογράφηση; Πώς θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε κάποια άλλη ημέρα, εφόσον είχαν οριστικά πιστωθεί στις Μεγάλες μας Παρασκευές; Κι όμως, σήμερα σκέφτομαι πως αυτή η κασέτα δεν έπρεπε να χαθεί. Το πλαστικό εκείνο κουτάκι με τα δυο οδοντωτά κυκλάκια και την καφέ γυαλιστερή ταινία είχε αιχμαλωτίσει κάτι από την ημέρα, την εποχή, την δική μου παιδικότητα. Γνωρίζω πως δεν θα μπορούσα να επιστρέψω αλλά θα μου αρκούσε ότι το ανεπίστροφο βρισκόταν και εκεί, χειροπιαστό, ακουστό.

radio_recorder_m_2420_ne_513149_

Η κασέτα τυχαία αιχμαλώτισε και κρουστά άλλου είδους, που πάντα συμπλήρωναν την ηχητική της Μεγάλης Εβδομάδας: ένα βαρελότο, που έσκασε κάπου κοντά. Θορυβώδη και διόλου μελωδικά, τα βαρελότα και οι τρακατρούκες σημάδευαν επαρκώς την είσοδο και την έξοδο από τις μεγάλες ημέρες. Δεν αναφέρομαι βέβαια σε αυτά που αλλοίωναν τις έστω και υποθετικώς αναστάσιμες επικλήσεις σε εκκωφαντική φαντασμαγορία, αλλά σε όσα ακούγονταν σε ανύποπτες στιγμές.

Εκείνη η «άκαιρη» ηχώ τους δεν μαρτυρούσε μόνο κάποια παιδική αδημονία που επέσπευδε την τιμητική τους στιγμή αλλά έμοιαζε και μ’ ένα ιδιόμορφο περιγέλασμα του χρόνου. Όταν οι κρότοι ακούγονταν πριν από το Μεγάλο Σάββατο, έκλεβαν το μέλλον για να το φέρουν στο παρόν· όταν έρχονταν καθυστερημένοι, στις ημέρες μετά την Ανάσταση, έμοιαζαν διακαώς να επιζητούν την παράταση των ιδιαίτερων ημερών, προτού αυτές γλιστρήσουν στην κανονικότητα. Ποιο παιδί άραγε από ποιο προαύλιο και ποια αλάνα απελευθέρωνε το τελευταίο του βαρελότο, πιθανώς αποξεχασμένο κάπου εκτός εορτής; Και ήταν γύρω στο Σαββατοκύριακο του Θωμά, που ένας τέτοιος ήχος έκλεινε την αυλαία των εξαιρετικών ήχων, αφήνοντας κι αυτός την μελαγχολική του νότα. Μετά δεν έμενε τίποτα, παρά η μόνη ψυχικώς ελαφρυντική σκέψη: ότι η άνοιξη δεν θα φύγει τόσο γρήγορα.

Νάξου Δ1_

Η αναζήτηση και η επιστροφή

Κάποτε έφυγα από την Κυψέλη και μέτρησα σχεδόν τριάντα Μεγάλες Εβδομάδες σε άλλες συνοικίες και άλλες πόλεις. Έσπευδα πάντα να ακούσω την πένθιμη κωδωνοκρουσία των ναών τους, γειτονικών και μη, για να βρω κάτι από εκείνη την μακριά, κλιμακωτή ακολουθία. Άκουσα τις καμπάνες στους βυζαντινούς ναούς της Θεσσαλονίκης, στους ενετικούς των Χανίων, στους ενοριακούς του Ηρακλείου, στους μοναστηριακούς απανταχού της Κρήτης, στους καθολικούς της Σύρου, στους λευκούς νησιωτικούς άλλων Κυκλάδων, στους μοντέρνους των επόμενων αθηναϊκών διαμονών – Κουκάκι, Εξάρχεια, Ζωγράφου, Ηλιούπολη. Πουθενά δεν βρήκα έναν ναό που να τελετουργεί την μέγιστη Παρασκευή με τέτοια εναλλασσόμενη ποικιλία, πόσο μάλλον σε εκείνο το «1-3-3-3-3».

Κι έτσι επέστρεψα για μια ημέρα στην Κυψέλη. Έφτασα αργά το πρωί, στις Ώρες της Αποκαθήλωσης, υποκρινόμενος ψυχραιμία ενηλίκου. Πλησίασα αργά την Αγία Ζώνη και στην γωνία Επτανήσου και Κύπρου, έστρεψα το βλέμμα μου στο αριστερό καμπαναριό. Ο ήλιος με τύφλωσε όπως και στην πρώτη μου ανάμνηση, όταν, στον περίπατο με τον παππού μου, κοίταξα ψηλά να δω την καμπάνα αλλά μια εκτυφλωτική ηλιοφάνεια που προφανώς πήγαζε πίσω από το καμπαναριό μού δάκρυσε τα μάτια και μου χαμήλωσε το βλέμμα. Και τώρα, όπως και τότε, άκουσα τις ίδιες καμπάνες. Η ακολουθία τους δεν είχε αλλάξει· είχαν μείνει πιστές στο χρονισμένο τυπικό. Μπόρεσα μάλιστα να διαπιστώσω ότι η πρώτη ψιλή και η τελευταία μέση είχαν παραμείνει ίδιες, αν και ακούγονταν φθαρμένες, κουρασμένες. Αντίθετα, η δεύτερη ψιλή και η πρώτη μέση έμοιαζαν ολοκαίνουργιες· προφανώς είχαν αντικατασταθεί. Η βαριά καμπάνα ήταν απαράλλαχτη, όπως και το σκίρτημά μου. Ήταν μονάχα λιγότερο ηχηρή, σα να έφευγε προς την άλλη πλευρά. Το απέδωσα στο ελαφρύ αεράκι.

66_

Τις επόμενες ώρες περπατούσα στους γύρω δρόμους, για να τις ακούω όπως και τότε, από διαφορετικά σημεία και αποστάσεις. Οι καμπάνες της Αγίας Ζώνης έμοιαζαν να μου λένε πως δεν ήταν εκείνες που σταμάτησαν να χτυπάνε αλλά εγώ εκείνος που σταμάτησε να τις παρακολουθεί. Πώς θα ήταν αν δεν έφευγα ποτέ από την συνοικία τους; Θα συνέχιζα να τις παρακολουθώ με προσοχή; Θα αποτελούσαν το σημαντικότερο σήμα των Μεγάλων μου Παρασκευών; Ή θα τις είχα τόσο πολύ συνηθίσει που θα αποτελούσαν «σιωπηρά» συνοδευτικά της ημέρας, δεδομένα και αυτονόητα;

Κοίταξα προς τις πολυκατοικίες των γύρω δρόμων. Ίσως κάποιο παιδί, γέννημα θρέμμα της συνοικίας ή φερμένο από άλλες γωνιές του κόσμου που από τότε συνέκλιναν στην Κυψέλη, να αναρριγούσε όπως κι εγώ. Και ίσως πάλι κάποιος στα παλιά διαμερίσματα, μέσα από τις παράπλευρες μπαλκονόπορτες και τους στενούς ακάλυπτους, να δοκίμαζε παρόμοια συγκίνηση. Πίσω από τους γκρίζους τοίχους και τις πράσινες τέντες αναζήτησα τον εαυτό μου, να ζει τις πιο αμφίθυμες ημέρες του πρώιμου βίου του· τις Μεγάλες Παρασκευές που ευχόταν να τελειώσουν και να μην τελειώσουν. Δεν τον βρήκα, αλλά αναρωτήθηκα αν είναι δυνατόν μια τέτοια βίωση να έχει κληρονομηθεί σε διάδοχους ακροατές.

Δημοσίευση: Περιοδικό Φρέαρ, τεύχος 15, Ιούνιος 2016, σ. 279 – 284.

Στις εικόνες: Η απαράλλαχτη Αγία Ζώνη, οι καμπάνες της όπως τις φανταζόμουν,  το ψιλικατζίδικο ανάμεσα στο σπίτι μας και στην εκκλησία, τόπος ιδανικός για παρατήρηση των μικροπραγμάτων αλλά και αφορμή για πλησίασμα στον ήχο των καμπανών, κλειστό εδώ και χρόνια, τα όργανα με τα οποία επιχειρήσαμε να αιχμαλωτίσουμε τους ήχους της Μεγάλης Παρασκευής, η μονοκατοικία απέναντι από την μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, στο τέρμα της οδού Νάξου, στα πλευρά του Ασύλου Ανιάτων (στο μεσαίο πεζούλι με ανέβασαν για να δω την περιφορά του μικρού του Επιταφίου), το πατρικό μου στην Επτανήσου 66, όπου ήμουν έτοιμος να μπω, μετά την τελευταία επίσκεψη για τις καμπάνες. Οι τρεις κτισμένοι χώροι αλιεύτηκαν από τους διαδικτυακούς χάρτες. Απέφυγα να τους φωτογραφίσω ο ίδιος, για το ενδεχόμενο να βρω τον μικρό μου εαυτό.

11
Jul
16

Φρέαρ, τεύχος 15 (Ιούνιος 2016)

Φρέαρ 15

Κάθε τεύχος του περιοδικού κοσμείται από τουλάχιστον μια εκτενή συνομιλία με κάποιον σύγχρονο στοχαστή, που πάντα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Αυτή την φορά διαβάζουμε τον Ζαν Λυκ Μαριόν σε συνομιλία του με τον Διονύση Σκλήρη. Ο μελετητής, μεταξύ άλλων, της καρτεσιανής σκέψης, ερευνητής των γνωστικών επιστημών, της τέχνης και της ψυχανάλυσης, εμπνευσμένος από τους Καινή Διαθήκη, τους Αποστολικούς και άλλους ελληνόφωνους Πατέρες των πρώτων αιώνων, και τον Ιερό Αυγουστίνο Ιππώνος, εφορμάται στην αναζήτησή του από την εντελώς σύγχρονη υποκειμενικότητα, στην οποία ασκείται μέσω της φιλοσοφικής μεθόδου της φαινομενολογίας.

Jean Luc Marion

Με την φαινομενολογία μπορούμε να φιλοσοφήσουμε και πάλι για τον έρωτα, την τέχνη, τον Θεό, το θαύμα, υποστηρίζει ο Μαριόν. Δεν υπήρξε μια «θεολογική στροφή στην φαινομενολογία» αλλά, αντιθέτως, το θεολογικό ερώτημα είχε τεθεί στον ορίζοντα της φαινομενολογίας ήδη από τον Husserl· και μετά έχουμε ασφαλώς τον Martin Heidegger, τον Paul Ricoeur, τον Emmanuel Levinas, τον Jacques Derrida, τον Michel Henry. Γιατί ασχολούνται όλοι αυτοί οι φαινομενολόγοι στοχαστές με την θεολογία; Όχι, ασφαλώς, επειδή επρόκειτο ειδικά για θεολόγους ή για ιδιαιτέρως αφοσιωμένους πιστούς. Όχι, ήταν για έναν λόγο περισσότερο τυπολογικό. Η περιοχή της θρησκευτικής εμπειρίας και της πνευματικής ζωής, αν μπορούμε να μιλήσουμε για «θρησκευτική» εμπειρία και για «πνευματική ζωή», είναι ένας «χώρος» που όλοι ξέρουν ότι προσφέρει φαινόμενα, τα οποία έχουν μια ορισμένη πραγματικότητα, ενίοτε μια εξαιρετική, μια έκτακτη πραγματικότητα, που υπάρχει ακόμα κι αν είναι δύσκολο να ανιχνευθεί.

Edmund Husserl.

Ο Μαριόν αναφέρει εδώ ακριβώς την έννοια του μυστικισμού που εμφανίστηκε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, ακριβώς σε μια στιγμή που η φιλοσοφία αδυνατεί να αποδώσει την θρησκευτική εμπειρία. Γιατί και η συστηματική θεολογία – δογματική γίνεται μια οιονεί φιλοσοφία και δεν μπορεί ούτε και αυτή να εξηγήσει την «γεωγραφία» της πνευματικής ζωής. Σε μια τέτοια στιγμή δημιουργείται ένας ανεξάρτητος λόγος που αποκαλείται μυστικισμός και ο οποίος ομιλεί με τρόπο αυτοαναφορικό, χωρίς αναφορά ούτε στην φιλοσοφία, που τον κακολογεί, ούτε στην συστηματική θεολογία που δυσπιστεί απέναντί του, ενώ οι Διαφωτιστές τον θεωρούν ως μια μορφή τρέλας, και ορισμένοι θεολόγοι ως αρχή ανεξέλεγκτων αιρέσεων. Σε κάθε περίπτωση, η μυστική εμπειρία δεν έλαβε καμία σωστή ερμηνεία. Και είναι απολύτως αναμενόμενο που η φαινομενολογία πήγε να ψάξει εκεί, γιατί ήθελα να διαπιστώσει τι μπορούμε να κάνουμε με αυτές τις απρόσιτες περιοχές.

hernan-lavin-cerda

Η δεύτερη, επίσης καθιερωμένη στο Φρέαρ, εκτενής συζήτηση περί λογοτεχνίας, γίνεται ανάμεσα στον Χιλιανό ποιητή και πεζογράφο Ερνάν Λαβίν Θέρδα [Hernán Lavin Cerda] και τους Mario Meléndez και Gerardo Miranda, αδημοσίευτη ακόμα στα ισπανικά. Ο Θέδρα, που έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στο Μεξικό, όπου κατέφευγε μετά την επιβολή της δικτατορίας του Πινοσέτ, συζητά και συ-σκέπτεται πάνω στο πνεύμα της Λένκα Φρανούλιτς, σημαντικής προσωπικότητας της χιλιανής κουλοτύρας, την επίδραση του Πάμπλο Νερούδα, την εξάπλωση του Νερουδισμού προς το καλό και το κακό, την καταλυτική εμφάνιση Νικανόρ Πάρρα. Ένα μεγάλο μέρος του τεύχους αφιερώνεται στον Μανόλη Αναγνωστάκη, για τον οποίον γράφουν νέοι φιλόλογοι που συμμετείχαν σε πλούσια σχετική Ημερίδα.

Γιατί δεν αγαπάμε την δημοκρατία; αναρωτιέται η Μυριάμ Ρεβώ Ντ’ Αλλόν [Myriam Revault d’ Allonnes], που τιτλοφορεί έτσι το νέο της βιβλίο (χωρίς το ερωτηματικό) και μπορούμε να διαβάσουμε σε προδημοσίευση της ελληνικής έκδοσης τις σκέψεις της για την συνθήκη απογοήτευσης του δημοκρατικού ανθρώπου και τις διαβαθμίσεις του μίσους για την «αστική δημοκρατία». Μιλάμε για την αγάπη της πατρίδας, του έθνους, της πολιτείας, της ανθρωπότητας, αλλά ποτέ για την αγάπη της δημοκρατίας – γιατί άραγε;

Henri Bergson

Στο τεύχος δημοσιεύονται τρία ανέκδοτα, νεανικά κείμενα του Χρήστου Μαλεβίτση, σπουδαίου στοχαστή και μεταφραστή σημαντικών φιλοσοφικών έργων, στα οποία αναγνωρίζει κανείς, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Δημήτρης Αγγελής, ορισμένους από τους θεματικούς άξονες που θα τον απασχολήσουνε και αργότερα (η επικαιρότητα του φιλοσοφικού λόγου σήμερα, το ιερό, η μεταφυσική δίψα κλπ.). Σε αυτά τα πρώιμα εξομολογητικά γραπτά, συνεχίζει ο επιμελητής, δεν μπορεί να μην παρατηρήσει κανείς το πάθος της έκφρασης και τον έντονο ιδεαλισμό του συγγραφέα. Επιλέγω μια ενδεικτική παράγραφο από τα «Γράμματα στην αγαπημένη»:

Ρίχνω δίκαιο του Μπερξόν που λέει πως οι άντρες που είχανε πλούσιο, δημιουργικό ψυχικό κόσμο, νιώθανε την παρουσία τους σα μια νέα μουσική. Είτε ήτανε δημιουργοί θρησκειών, είτε φιλόσοφοι, είτε οδηγοί λαών, είτε ποιητές, αυτό που κάνανε  δεν ήταν παρά το συγκεκριμένο: ποίηση μιας μουσικής αρμονίας. Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε πως όταν δε νιώθουμε τη μουσική υφή των έργων αυτών των ανθρώπων, τα έργα σκέτα τα βλέπουμε παράταιρα, αδιανόητα και πολύ συχνά ανόητα. Ακόμα και οι πιο λογικές ιδέες των φιλοσόφων είναι αποκυήματα της μουσικής. Γι’ αυτό παραξενευόμαστε όταν βλέπουμε μεγάλα μυαλά να μη μπορούσαν να δουν πράγματα που ο κοινός νους έβλεπε.

Εσωτερική διάσταση

Στις ύστερες σελίδες ο Μαριάνος Καράσης συνεχίζει ακάθεκτος στις ουτοπίες της αρχαιότητας, με στάση αυτή τη φορά στον Αριστοφάνη, ο Γιάννης Β. Κωβαίος εντοπίζει στοχαστικές και αστόχαστες «προσαρμογές» στα σχολικά βιβλία, η Νατάσα Κεσμέτη εκφράζει τις πάντα πυκνές σκέψεις της, o Γιώργος Μητρούλιας παρατηρεί την πόλη να εισχωρεί στην «χαμένη ύπαιθρο». Ξεχωρίζω δυο εξαιρετικά κείμενα: ένα εγκώμιο μεμψιμοιρίας δια χειρός Θεοφάνη Τάση κι ένα διπλό σχόλιο του Κώστα Βραχνού, πρώτα περί facebook,  σε συνομιλία με γραπτά του Byung – Chul Han και ύστερα περί ισλαμοφιλίας, όπου αναρωτιέται πώς η συντριπτική πλειονότητα των μετριοπαθών ισλαμιστών (περίπου 1,5 δισεκατομμύριο πιστών) ανέχεται να κατασυκοφαντείται και να καταδυναστεύεται από μια αμελητέα μειονότητα φανατικών.

Στα λογοτεχνικά πεζά του τεύχους, ο Δημήτρης Χριστόπουλος παρακολουθεί «ένα ζευγάρι στο χρόνο» με τρία στιγμιότυπα σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο αντίστοιχα. «Η απόστροφος», μου είχες πει τότε, «μας υπενθυμίζει αυτό που πρέπει να χάσουμε, ό,τι τέλος πάντων αφήνουμε πίσω μας, για να γίνει καλύτερη η ζωή μας». Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δημιουργεί πάνω στο αστείρευτο μοτίβο του άγνωστου επισκέπτη στην πόρτα [«Ο επισκέπτης»], ο Βασίλης Τσιαμπούσης ανασυνθέτει μια γλωσσική Βαβέλ σε μοναστηριακή αυλή και ο υπογράφων αναθυμάται μια ημέρα που έμεινε ίδια και απαράλλαχτη στον χρόνο, από την Κυψέλη μιας παιδικής δεκαετίας. Και όπως πάντα, τα παραπάνω αποτελούν ένα μόνο μέρος από την ύλη του τεύχους.

Το τεύχος κοσμείται με σχέδια της Ελένης Γλύνη.

Στις εικόνες: Jean Luc Marion, Edmund Husserl, Hernán Lavin Cerda, Henri Bergson, Εσωτερική διάσταση.

01
Jul
16

Ηρώ Νικοπούλου – Ασφαλής πόλη

ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΑΣΦΑΛΗΣ ΠΟΛΗ

Ήρωες στην αιώρα των ορίων

Γι’ αυτό διάλεξε τον τεσσαρακοστό πέμπτο όροφο, της άρεσε να βλέπει τα μεγέθη και τα πράγματα αλλοιωμένα. Το ύψος να τα συντρίβει, να τα λιώνει. Τα σπουδαία, τα φοβερά. Να τα ημερεύει, να τα αδρανοποιεί. Κι εκείνη εκεί ψηλά ασφαλής, περίκλειστη στο εναέριο γυάλινο ενυδρείο της. Κουρτίνες δεν κρέμασε ποτέ. Θα έχανε το διαμέρισμα το μισό τουλάχιστον από το μεγαλείο του, κι εκείνη το φιλοσοφικό αποκούμπι της, το εργαλείο για να αποκωδικοποιεί τη ζωή, ειδικά όταν την στρίμωχναν άνθρωποι και καταστάσεις. [σ. 12]

ΚΟΥΚΛΑ-01_

Η ασφαλής πόλη παρακολουθεί έναν έρωτα που παραπατάει ανάμεσα στο περιβάλλον της πόλης, πάνω από την οποία σχεδόν ίπταται το διαμέρισμα της Λόις, και στις άγνωστες πατρογονικές καταβολές που καθορίζουν την προσωπικότητα του συντρόφου της – ήταν και εκείνες που άσκησαν πάνω της μια εξωτική γοητεία. Εκείνος δεν συμπάθησε ιδιαίτερα τον χώρο της: στα τζάμια κυμάτιζε η εικόνα του τα βράδια, το σώμα του παραπατούσε στο ανεμπόδιστο φως την ημέρα, έλεγε πως πατάει στο κενό. Τώρα η τηλεφωνική τους συνομιλία βυθίζεται σε μια σιωπή επιθετική, επικίνδυνη, που όταν δεν συναγωνίζεται τον επίμονο βόμβο από την διακοπή της σύνδεσης καλύπτει τα κενά ανάμεσα στον ίλιγγο του δεσμού τους, κάτω από τον οποίο χάσκει ένα χαμένο παιδί.

Οι ώρες της αιχμής αποτελούν τις ιδανικότερες ώρες για τους χαρακτήρες των δυο δίδυμων απολαυστικών διηγημάτων Traffic No 1 και Traffic No 2. Στην πρώτη περίπτωση, το σχόλασμα των γραφείων και των εμπορικών βρίσκει τους καταρρακωμένους από το ελάχιστο της μέρας που τους απομένει, απ’ της ζωής τους το ελάχιστο. Εκείνες τις ώρες οι αστικές συγκοινωνίες γίνονται λίκνα τρυφερών φορτίων, γεμάτα από τη ζεστασιά του ξένου σώματος, που ανώνυμο δίνει χωρίς τίποτα να ζητά. Είναι θεραπευτικό το άγγιγμα, ακόμα κι έτσι. Ακαριαία αγκαλιάσματα στο ξαφνικό πάτημα του φρένου, … δώρα αθώα της ασφάλτου. Πόσοι άραγε παρακαλάνε να ’ναι μεγάλο το μποτιλιάρισμα, να διαρκέσει πολύ η διαδρομή, να παραταθεί η θαλπωρή της ακούσιας απραξίας; Για λίγο γίνονται προνομιούχοι του ου τόπου, έρμαιοι και ξένοιαστοι, άλλος οδηγεί.

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΠΕΙ.Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ Νο 1_

Τι κάνει σε αυτές τις τροχήλατες κιβωτούς ο ήρωας; Στέκει ψύχραιμος εξουσιάζοντας την παράδοση των σωμάτων και γυρεύει το πιο λαχταριστό· πλησιάζει την ωραία καθισμένη κοιμωμένη και με τα μάτια χιμά στο αφύλακτο κομματάκι της σάρκα της, στον κόρφο της· «πάντα από κάπου πιάνεται και μπαίνει». Κρατιέται από την χειρολαβή και τοποθετεί το μέσο του σώματός του βρίσκεται κοντά στο κεφάλι της,  ενώ αυτή κοιμάται. Ή μήπως προφασίζεται; Όταν σηκωθεί για να κατέβει, η θέση της του ανήκει και κάθεται στην ζεστή μονιά της, να νιώσει την θέρμη του κορμιού της. Κι εκεί, ανάλογα με την πολυκοσμία και την ώρα, αφήνεται σε μια γλυκιά εκτόνωση.

Τι γίνεται όμως το καλοκαίρι όταν τα κλιματιστικά των λεωφορείων του στερούν από τον ίδιο ήρωα την επιθυμητή ζεστασιά των σωμάτων; Αλλάζει στόχο και κατεύθυνση και επικεντρώνεται στα πόδια, ακολουθεί μια ολόκληρη διαδικασία, γίνεται κυνηγός, αργότερα μένει μετέωρος και δίγνωμος, ενώ η τελική πράξη είναι εξίσου απρόσμενη. Η ιδιαίτερη αυτή ιστορία, πλουτισμένη με εξαιρετικές ανατομικές περιγραφές, τιτλοφορείται Traffic No 2 και αποτελεί προσωπική μου τιμή το γεγονός ότι πρωτοδημοσιεύτηκε στο ανάλογης και αποκλειστικής θεματολογίας ιστολόγιο Γυμνά Πόδια που διακονώ ο ίδιος, ενδεικτικό μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 36 (χειμώνας 2013).

ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ (ακρυλικό, 35Χ45 εκ)

Στην Διεκδίκηση ένα κορίτσι που δεν το παίζουν στη γειτονιά προσκολλάται στην μικρή αφηγήτρια και διεκδικεί το παγωτό της με το «ακλόνητο» επιχείρημα της φιλίας, κορυφώνοντας σε μια έξαρση παιδικής «επιθετικότητας» μια σχέση ούτως ή άλλως άνιση. Στην ίδια επικράτεια της σκληρής παιδικής ηλικίας, Η έδρα του δασκάλου της πέμπτης δημοτικού μετατρέπεται σε κουβούκλιο εγκλεισμού ως τιμωρία για τους αδιάβαστους μαθητές. Η μνήμη του αφηγητή διατηρεί έντονη μια από τις πέντε αισθήσεις και συμπυκνώνεται σε μια ύστατη παράγραφο. Τα όρια και Η ΚατάλΥψη συμπληρώνουν μια τριάδα κειμένων γνώριμης κωμικοτραγικής σχολικής πραγματικότητας αλλά εκείνο που θα έπρεπε να διδάσκεται στις σχολικές αίθουσες των νέων ψυχών είναι το Μόνιμο μακιγιάζ, μια προσφιλής εφαρμογή ενός διαρκούς καλλωπισμού που νομοτελειακά αποδεικνύει την μάταιη κούρσα των υποχρεωτικών καλλυντικών διαταγών.

Τα είκοσι δύο διηγήματα αποτυπώνουν σχέσεις που διαρρηγνύονται άμεσα ή συνθλίβονται από το βάρος της χρονικότητάς τους και καταστάσεις γνώριμες και οικείες, που όμως είναι πάντα ξεχωριστές και μοναδικές για τον καθένα. Σμιλεύουν δεσμούς ερωτικούς και αποδεσμεύσεις οριακές, ορόσημα αμφότερα του ανθρώπινου βίου, που δεν συμβαίνουν σε εξαιρετικές περιπτώσεις αλλά κάθε μέρα, κάθε λεπτό που περνάει. Αποτελούν άραγε επαρκή στιγμιότυπα ή φωτογραφικές λήψεις μιας ιδιωτικής ή δημόσιας πραγματικότητας; Όχι, εδώ διαφοροποιούνται ως προς την παραπάνω διάθεση πολλών διηγηματογράφων.

Untitled-16_

Η συμπύκνωση ολόκληρων κόσμων σε λίγες σελίδες και η κατάληξη των μύθων σε ένα τέλος αιφνίδιο και αναπάντεχο αποκρυσταλλώνει τα διηγήματα σε αυτοτελείς, ολοκληρωμένες ιστορίες, ενώ οι μικρότερες σε έκταση από αυτές και για τον παραπάνω λόγο αλλά και για όλους τους υπόλοιπους του είδους, καλύπτουν τα σύνθετα και απαιτητικά χαρακτηριστικά των μικροϊστοριών – των μικρών διηγημάτων τύπου μπονζάι, στην έντυπη και ηλεκτρονική διάδοση των οποίων έχει μεγάλο μερίδιο η συγγραφέας. Άλλωστε είναι ακριβώς το ιστολόγιο Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι, όπου έχουν δημοσιευτεί τρεις από αυτές, ενώ από μια δημοσιεύτηκε στα λογοτεχνικά περιοδικά Δίοδος, Πλανόδιον, Νέα Εστία, στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος και στο προαναφερθέν ιστολόγιο των Γυμνών Ποδιών, ενώ οι υπόλοιπες  εκδίδονται εδώ για πρώτη φορά.

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015, σελ. 174

Υπό δημοσίευση στο προσεχές τεύχος του περιοδικού (δε)κατα,

Όπως και στην ανάρτηση του προηγούμενου βιβλίου της Η. Νικοπούλου, το κείμενο «εικονογραφείται» με έργα της, που πάντα βρίσκονται σε συνεχή διάλογο αλλά και αντίλογο με τα γραπτά της.

27
Jun
16

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 176. Έρση Σεϊρλή

ErsiEgina2_

Περί γραφής.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου; Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Από την αθωότητα του ευαίσθητου βλέμματος (Μικρές Ανάγκες, Δελφίνι 1992) και την βιαστική επανεμφάνιση, όπου σπαταλήθηκαν οι ωραίες ιδέες (Αν ήθελε να πει την αλήθεια, Εξάντας 1994), στην ολοκληρωμένη πρόταση για ένα ταξίδι στο ανοίκειο. Αγαπημένο βιβλίο Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΤΟΥ ΙΣΟΡΡΟΠΙΣΤΗ, κυκλοφόρησε από τις εκδ. ΑΠΟΠΕΙΡΑ το 1998. Ακολούθησε ένα μορφολογικό παιχνίδι με το παράλογο (Επιζήμιο Εύρημα, Γαβριηλίδης, 2003). Στο ΝΕΟΙ ΑΝΤΡΕΣ (Μεταίχμιο, 2008), η ερημιά μιας αφιλόξενης πόλης γίνεται μάρτυρας  στα ερωτικά σκιρτήματα μοναχικών γυναικών.  Στο ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΕΧΘΡΟ ΜΟΥ (Απόπειρα, 2013) η κρίση έχει καταστήσει την Αθήνα πόλη δυστοπική. Άραγε ο έρωτας ανάμεσα στην ώριμη ηρωίδα  και τον νεαρό Γερμανό επισκέπτη  είναι καταδικασμένος; Μόνη ελπίδα η Φύση και οι ιστορίες του παρελθόντος.

ΡΕΚΒΙΕΜ

Το ΡΕΚΒΙΕΜ που μόλις κυκλοφόρησε, (εκδ. Απόπειρα), περιλαμβάνει τρία αφηγήματα και είναι επισήμως αφιερωμένο στην Αθήνα και σε όσους νοιάζονται γι’ αυτήν. «Ο Μάρκος των Εξαρχείων» άρχισε να παίρνει μορφή το 2003 και το «Περίληψη Καταστροφής», το 2008, μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Το «Ρέκβιεμ» γράφτηκε το καλοκαίρι του 2015 στην Πλατεία Βικτωρίας.  Ο σαρκασμός, η ειρωνεία και η υπονόμευση των κωδίκων στις δύο πρώτες ιστορίες, συμπληρώνονται με τη δραματική αλληγορία του ΡΕΚΒΙΕΜ. Επειδή ενίοτε τα γεγονότα μας ξεπερνούν και η ζωή διαψεύδει τις καλές μας προθέσεις….  Αν το «Η αμηχανία του ισορροπιστή» θεωρηθεί ως μια ποιητική εκδοχή του Πόνου, το «Ρέκβιεμ» βρίσκεται στους αντίποδες. Αποτελεί την Μεταποιητική του.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Η διάκριση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό είναι ισχυρή μέσα μου. Δεν γράφω ποτέ εκτός γραφείου-σπιτιού.

b79682

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Αναπόφευκτα  βρίσκεις αρκετούς ήρωες μπροστά σου. Κάποιες κυρίες, μάλιστα, φημίζονται για την επιμονή τους.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δυστυχώς θα καταφύγω στην κοινοτοπία…. Δεν βρίσκω εγώ τις ιδέες. Εκείνες με βρίσκουν. Εξάλλου δεν είμαι επαγγελματίας γραφιάς. Χρειάζομαι ισχυρό ερέθισμα. Αλλά από ό, τι φαίνεται, δεν λείπουν οι συγκινήσεις….

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Τις απογευματινές ώρες είμαι επιρρεπής στη μελαγχολία. Γι’ αυτό γράφω κυρίως το απόγευμα μέσα στη σιωπή. Η μουσική – η κλασσική, αλλά και ορισμένα τραγούδια- ασκεί καταλυτική επίδραση πάνω μου, διεκδικώντας την αποκλειστικότητα…..

b208

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι θεωρητικές και καλλιτεχνικές. Όσο για τον τρόπο βιοπορισμού…. Μάλλον ακολουθώ τη μέθοδο της ηρωίδας μου από το «Γράμμα στον Εχθρό μου». «……Θα μου άρεσε να υπήρχε μια ανάλογη εργασία. Να κάθομαι δηλαδή σε μια πολυθρόνα και να καταγράφω τις αλλαγές των σύννεφων. Δεν ξέρω πόσο ανταποδοτική θα ήταν, αλλά από γαλήνη, άλλο τίποτα».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Δεν θα ανελάμβανα να γράψω τη βιογραφία κανενός. Προτιμώ το μύθο των προσώπων  παρά τα ίδια τα πρόσωπα. Δεν τρέφω καμία αυταπάτη…..

Περί ανάγνωσης

b195401

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εκτός από τη σταθερή, συναισθηματική και μαγική επαφή που διατηρώ με τον Μ. Προυστ, οι προτιμήσεις μου αλλάζουν. Παλιά είχα δημιουργήσει σχέση με τον Σάμπατο και τον Κορτάσαρ (ποτέ με τον Μαρκές). Έχω περάσει θαυμάσιες ώρες  με τον Τόμας Μαν, τον Γκόγκολ και τόσους άλλους. Σήμερα γέρνω προς τους γερμανόφωνους, τους οποίους δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω στο πρωτότυπο. Κάφκα, Μούζιλ, Μπροχ, Ροτ, Μπέρνχαρντ, Zebald. Θα παραλείψω τα καθ’ ημάς αυτονόητα. Παπαδιαμάντη τουτέστιν και Βιζυηνό, για να αναφέρω το «Κιβώτιο», του Αλεξάνδρου, τις «Δύσκολες Νύχτες» και το «Θέλετε να χορέψομε, Μαρία»  της Μέλπως Αξιώτη. Θεωρώ επίσης σημαντικάτα πρώτα βιβλία της Μαργαρίτας Καραπάνου. Αλλά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω το χρέος μου στον Γονατά και τον Καχτίτση.

b130345

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Πώς να διαλέξεις μόνο ένα διήγημα ή μόνο ένα ποίημα; Παραλείποντας γνωστά και σπουδαία ονόματα, θα αναφέρω έναν υποτιμημένο στυλίστα της μικρής φόρμας. Τον Φαίδρο Μπαρλά.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Με ενδιαφέρει η νεωτερική γραφή, αλλά αυτό που εγώ θεωρώ νεωτερικό, δεν είναι η αναπαραγωγή κάποιων μοντερνιστικών στερεοτύπων. Είμαι βέβαιη ότι υπάρχουν νέοι συγγραφείς οι οποίοι επιχειρούν κάτι προσωπικό, άρα νέο (στη μικρή κλίμακα που αναλογεί στον καθένα από μας, εννοείται).  Πιστεύω επίσης ότι είναι αρκετοί εκείνοι που αντιστέκονται στον  παρωχημένο  «ανθρωπιστικό» και με «κοινωνικές ευαισθησίες» ρεαλισμό,  τόσο της μόδας τελευταία….  Αλλά πώς να διακρίνεις την ήρα από το στάρι; Πώς να τους ανακαλύψεις;   Δεν υπάρχει αξιόπιστη Κριτική. Δεν θα αντιλαμβανόμουν  το «ΓΑΜ» πχ. της Κατερίνας Έσσλιν,  εάν δεν είχε τραβήξει την προσοχή μου το κίτρινο εξώφυλλο του  στην προθήκη του εκδοτικού μου οίκου.

Φαίδρος Μπαρλάς

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Πίσω και από τον πιο ζηλευτό ήρωα καιροφυλακτεί η πραγματικότητα. Δεν διαλέγω έναν ολόκληρο. Κλέβω κομμάτια από τον καθένα.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν θέλω να αδικήσω κανένα περιοδικό. Όλα κάνουν σπουδαία δουλειά. Παλιά ήμουν συνδρομήτρια στη «Λέξη», το «Διαβάζω» κλπ. Αλλά γιατί να το κρύψω; Το αγαπημένο μου περιοδικό είναι «Το Δέντρο». Μου δίνει την αίσθηση του χειροποίητου. Αποπνέει γνώση, γούστο, μεράκι. Όλα με μέτρο και προ παντός φαντασία. Χωρίς φιλολογική σκόνη.

Memoires

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Αυτόν τον καιρό διαβάζω τις «Memoires de la Comtesse de Boigne». Εκδ. του ’71, που ανακάλυψα στο περίπτερο με τα συλλεκτικά βιβλία επί της Ασκληπιού.  Και τι σύμπτωση! Ο Προυστ είχε γοητευθεί ιδιαιτέρως από τις αναμνήσεις της εν λόγω κυρίας

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Κάποτε διάβαζα κριτικές βιβλίων με ενδιαφέρον –και προτιμούσα- τις έντυπες. Τώρα μου αρκεί μια διαγώνια ματιά για να αντιληφθώ το κινούν αίτιον.

HERMAN-BROCH

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Κυκλοφορώ συχνά με τα ΜΜΜ και, όταν δεν πέφτω σε περισυλλογή, διαβάζω Κυριακάτικες εφημερίδες ή το «Δέντρο». Ποτέ κάτι που απαιτεί  απόλυτη συγκέντρωση. Αλλά νομίζω ότι και η Comtesse θα ταίριαζε στο μετρό.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Είμαι φανατική cinephile. Καταβροχθίζω ταινίες. Έχω δει σπουδαία φιλμ τα τελευταία χρόνια. Ο κατάλογος είναι μακρύς, γι’ αυτό αναφέρω ενδεικτικά μόνο το «Λεβιάθαν» και το  «Ανθρώπινη Κιβωτός». Ρώσων δημιουργών -κατά σύμπτωση- και τα δύο. Το θέατρο, έχω αρχίσει να το βαριέμαι. Αναμονή, κοσμικότητες, μαϊμουδισμοί. Πολλή η ταλαιπωρία, σπανιότατη η συγκίνηση.

sabato_con_sombrero

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αιώνια νιότη; Και μάλιστα με τόσο βαρύ αντίτιμο; Ω πόση πλήξη, Θεέ  μου…..

Στις εικόνες: Φαίδρος Μπαρλάς, Hermann Broch, Ernesto Sabato.

26
Jun
16

Εντευκτήριο τεύχος 109, Απρίλιος – Ιούνιος 2016 (κυκλοφορία 12 Μαΐου 2016)

ent

Πήγα στην ποίηση εν αγνοία μου, ομολογούσε η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου στο επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της Επιλογές και σύνολα [2001], μιλώντας ακόμα για ροές ρημάτων και λέξεις ρέουσες, για νερά γλυκά και εφιαλτικά μαζί. Ακριβώς το «αντιθαλασσινό μάτι» της συγγραφέα εξετάζει σε κείμενό της η Τιτίκα Δημητρούλια, καθώς είναι πολύ το νερό στην ποίησή της: θολό ποτάμι, στάσιμο νερό, άσπρο νερό που γίνεται αίμα στο καζάνι της μπουγάδας, αλμυρό στην θάλασσα, μυστικός καθρέφτης και τόσα άλλα.

Εντευκτήριο ΜΚΑ__

Πρόκειται για ένα από κείμενο από τις αφιερωματικές σελίδες για την Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ένα αδημοσίευτο πεζό της, πλήρες χρονολόγιο δια χειρός Γιώργου Κορδομενίδη, ένα γράμμα από την Κική Δημουλά, μια διερεύνηση της ορμής και του αισθησιασμού της ματαιότητας από την Μαρία Κουγιουμτζή, «ιδιόχειρες» επιστολές προς την τιμώμενη από τους Γιώργο Ιωάννου, Καίη Τσιτσέλη, Ηλία Πετρόπουλο, Ελένη Βακαλό, Ντίνο Χριστιανόπουλο, ιδιαίτερες αναγνώσεις από την Κούλα Αδαλόγλου και την Χλόη Κουτσουμπέλη και πολλά άλλα κείμενα.

b312Σ’ ένα από αυτά, ο Τάσος Καλούτσας εστιάζει στην επαφή με τους ανθρώπους και τα πράγματα στα βιβλία της Αγαθοπούλου.  Από το πρώτο αφήγημά της, τον Συνοικισμό σιδηροδρομικών, διαφαίνεται η δεσπόζουσα θεματική της πεζογραφία της, όσον αφορά τα πρόσωπα και τους χώρους, καθώς επιλέγει να μας μιλήσει με ρεαλιστική ειλικρίνεια για την ζωή του προσφυγικού συνοικισμού, με έντονα χρωματισμένες αυτοβιογραφικές καταγραφές. Η συγγραφέας εμβαθύνει στον ψυχισμό των ανθρώπων του περιβάλλοντός της, ιδίως των γυναικών, ενώ η μνημονική αναδρομή αποτελεί βασική λειτουργία στον τρόπο γραφή της. Αργότερα, με την συλλογή Στο δωμάτιο, περνάει σε μια «αυτονομημένη από την ρητή μαρτυρία πεζογραφία», προχωρώντας και σε μια εσωστρεφή μορφή αφήγησης. Η δράση στα διηγήματά της είναι εσωτερικού τύπου· είναι «δράση αισθημάτων, σκέψεων, αποφάσεων, συνειρμών, αντιδράσεων, ενεργειών, μνήμης».

b168545

Η ποιητική ενότητα των τευχών του Εντευκτηρίου πάντα μας παρουσιάζει νέους, άγνωστους ποιητές που συχνότατα μας εκπλήσσουν με την ποιητική τους γραφή. Αυτή τη φορά διαβάζουμε ποιήματα από τον Σέρβο Νέναντ Μιλόσεβιτς [παρουσίαση – μετάφραση: Κλεοπάτρα Λυμπέρη], τον Τουρκοκύπριο Γκιουργκέντς Κορκμάζελ [απόδοση: Λευτέρης Καβαλιέρος], τον Αμερικανό Φρανκ Μπίνταρτ [παρουσίαση – μετάφραση: Μαρία Μουσαφίρη], τον Σύριο Μοχάμαντ Μπασίρ Αλ-Άνι, [μετάφραση: Χαλέντ Ραούφ, παρουσίαση – ποιητική απόδοση: Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος]. Στην ποιητική του τεύχους εντάσσεται και η σύνθεση του Γ. Χ. Ώντεν, Βγήκα να περπατήσω ένα βράδυ [σημείωμα και μετάφραση Ερρίκος Σοφράς]

b159783Μια άλλη ποιήτρια, η Μαρία Κυρτζάκη, είναι πια παρούσα μόνο με την γραφή της και η Κατερίνα Ζαρόκωστα της αφιερώνει έναν μικρό αποχαιρετισμό. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος γράφει για την Αγγελική Ελευθερίου, η Τζένη Μαστοράκη κρατά  Ημερολόγιο μιας τυπογραφικής διόρθωσης, ο Σταύρος Ζαφειρίου ορίζει σκηνικές οδηγίες για κείμενο που τιτλοφορεί Δεν πάει έτσι, Όσκαρ, ο Παντελής Βουτουρής ξαναδιαβάζει Τελευταίο σταθμό του Γιώργου Σεφέρη. Και μέσα από τον φωτογραφικό φακό του τριμήνου, ο Αντρέας Σκρέλη αναφωνεί Καλημέρα Οστάνδη!  [192 σελ.]

25
Jun
16

Antonio Tabucchi – Ο μαύρος άγγελος

Εξώφυλλο Μαύρος Άγγελος

Πάντα απολαμβάνω την γραφή του Ταμπούκι και αδυνατώ να προκρίνω το είδος του κειμένου προτιμώ περισσότερο· διήγημα, μυθιστόρημα ή δοκίμιο. Και στις τρεις λογοτεχνικές του δοκιμές ο συγγραφέας κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο του, αιχμαλωτίζοντάς τον σε ένα διαρκές παιχνίδι με τις λέξεις και τις ιστορίες. Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ακολουθεί την γνώριμή του πρόζα: ιστορίες που αντιστρατεύονται μια πραγματικότητα που δεν είναι ποτέ αρκετή (ας θυμηθούμε Το παιχνίδι της αντιστροφής), ελεγείες ή επανεμφανίσεις των φωνών της μνήμης (με τις οποίες ξεχείλιζε το Ρέκβιεμ) και βέβαια συνομιλώντας πάντα με συγγραφείς όπως ο Φερνάντο Πεσσόα, τις Τρεις τελευταίες μέρες του οποίου άλλωστε επαρκώς λογοτέχνησε.

Η διαφορά εδώ είναι ότι όλο και κάποιος άγγελος θα εισχωρήσει στις ιστορίες, προσδίδοντας ένα μεταφυσικό στοιχείο. Ο τίτλος, άλλωστε, όπως γράφει ο συγγραφέας στην εισαγωγή του, ανήκει στον Εουτζένιο Μοντάλε που έπεσε πάνω σ’ έναν άγγελο με μαύρα φτερά πριν από τον ίδιο, συνεπώς είναι ένας τίτλος φόρου τιμής αλλά κυρίως τρυφερής θύμησης. Όμως σε ποιο βιβλίο του Ταμπούκι δεν υπήρχαν αλαφροΐσκιωτες αισθήσεις ή ανεξήγητες φωνές; Ίσα ίσα: αν ένα ακόμα από τα βιβλία του που απολαύσαμε είχε τον τίτλο Είναι αργά, όλο και πιο αργά, σε πλείστα γραπτά του ποτέ δεν είναι αργά για να ζήσει κανείς έστω και εν παραισθήσει εκείνο που του έχασε ή του διέφυγε. Κι εκείνο που τελικά μένει δεν είναι το παράξενο ή το ξένο αλλά το βαθιά ανθρώπινο που πάντα είναι και το ελάχιστα παρατηρημένο.

Lisboa_

Στις Φωνές μεταφερόμενες από κάτι, αδύνατο να πεις τι ο συγγραφέας απευθύνεται σε κάποιον που διατηρεί ένα παιχνίδι που άλλος θα έλεγε παιδικό, ένα παιχνίδι μόνο ο ίδιος γνωρίζει και από ντροπή δεν θα το έλεγε ποτέ σε κανέναν. Είναι κάτι σαν πλάκα με τον εαυτό μας ή με τυχαίους περαστικούς, αυτοί είναι οι αδαείς σύντροφοι του εφευρέτη του. Αρκεί να βγαίνεις έξω για παράδειγμα μια Κυριακή, όπου όλοι κυκλοφορούν στους δρόμους κι αρκεί μια φράση που αποφασίζεις ότι είναι αυτή, την απομονώνεις με την λαβίδα σαν ένα κομμάτι ύφασμα, την κόβεις με το ψαλίδι της φαντασίας και αυτή είναι το ξεκίνημα μιας ιστορίας. Είναι μια ιστορία που ανήκει μόνο σ’ εσένα, γιατί εκείνοι δεν θα ήξεραν τι να την κάνουν, ούτε καν θα την αναγνώριζαν. Σε αυτό το παίγνιο…

… ο καθένας πρόσθεσε μια μικρή τσόντα, ένα πετραδάκι που εσύ μάζεψες, διάλεξες, έβαλες στη θέση που του ταίριαζε, εκείνο και μόνο εκείνο, για να φτιάξεις ένα μωσαϊκό που απόψε θα το κοιτάξεις με μάτια άπληστα, έκπληκτος για το ποιον δρόμο παίρνουν τα πράγματα, για το πώς η μια λέξη δένεται με την άλλη, το ένα γεγονός με το άλλο, η μια λεπτομέρειες με την άλλη, μέχρι να δημιουργήσουν μια ιστορία που πριν δεν υπήρχε και τώρα υπάρχει: τη δική σου ιστορία. [σ. 15]

Revolución de los Claveles

Τώρα είσαι εσύ αυτός που τροφοδοτεί τους άλλους με προκατασκευασμένες φράσεις, γράφει ο Ταμπούκι, και αυτή είναι η ιδανικότερη παραβολή για την γραφή, την λογοτεχνία, την ίδια την δημιουργία. Στο δεύτερο διήγημα, Νύχτα, θάλασσα ή απόσταση, μια συντροφιά φίλων, άντρες και γυναίκες πάνω από τα είκοσι, με έντονες ανησυχίες συναντιούνται σε ένα σπίτι με διάθεση να συνομιλήσουν μ’ έναν ποιητή που κάποτε υπήρξε σκληρός και μαχητικός κι ύστερα τα ίδια τα γεγονότα τον λύγισαν, μεταστρέφοντας την μαχητικότητα σε πικρία και στην αίσθηση ότι είναι μάταιο να δίνει κανείς μάχες.

Ο συγγραφέας αποδίδει περίτεχνα την ατμόσφαιρα της σαλαζαρικής δικτατορικής περιόδου: ένα μείγμα φόβου, λύπης και ανασφάλειας που κάνει τους Πορτογάλους να νοιώθουν πρόσφυγες σε μια πόλη που ήταν η πόλη τους και να νοσταλγούν παλιές νύχτες, όχι σαν αυτή την εχθρική με τα αρνητικά της κύματα που πάλλονταν έτοιμα να ξεσπάσουν». Σε αυτόν τον κύκλο ο Ταντέους πάντα αποζητά συνενόχους στο ξενύχτι, ώστε να διαβάσουν ποίηση για να χάσουν την αίσθηση του χρόνου. Έξω οι φανοστάτες έχουν σβήσει, μια λαμπρή ιδέα της αστυνομίας ώστε να μη συγκεντρώνονται στους δρόμους ανατρεπτικές ομάδες. 

Revolución de los Claveles Poster

Κανείς δεν θέλει να τελειώσει η βραδιά· η Ζοάνα προτείνει να διαβάσουν κάτι ακόμα, για να πιστέψει και η ίδια στην ποίηση και στη ζωή, ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι οι υπόλοιποι δεν είχαν τη διάθεση να αποδώσουν στην ανάγνωση μερικών στίχων την ίδια έννοια της ελπίδας και της ψευδαίσθησης. Είναι αναπόφευκτο η νύχτα να φτάσει σ’ εκείνο το σημείο που δεν υπάρχει επιστροφή. Κι ίσως σ’ αυτό το συναρπαστικό διήγημα ο Ταμπούκι να υπερβαίνει την γλυκιά ευθεία πολλών ιστοριών του και να αφήνεται σε μια απροσδόκητη, δραματικότατη κορύφωση.

Κι όλα άρχιζαν από την αρχή στη φαντασία αυτού που φανταζόταν εκείνη τη νύχτα, εν είδει παντομίμας ή μαγείας: από την πόρτα στις πολυθρόνες, από τις πολυθρόνες στην πόρτα, σαν πλάσματα υπνωτισμένα, καταδικασμένα σε μια επανάληψη χωρίς λογική, πλάσματα αναγκασμένα να ζουν συνεχώς το πρελούδιο της φρικτής περιπέτειας που τα περίμενε εκείνη η νύχτα και καμία φαντασία δεν είχε το κουράγιο να τα κάνει να ζήσουν όπως έπρεπε να ζήσουν. [σ. 45]

Tabucchi A_

Μην ξεχνάμε ότι για την ατέλειωτη θλιβερή πολιτική περίοδο της Πορτογαλίας ο Ταμπούκι έγραψε το περίφημο Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Εδώ στην συλλογή ο ζοφερός πολιτικός μανδύας σκεπάζει πρώτα την Πρωτοχρονιά, στα τέλη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, όπου ο φασισμός αυτή την φορά εμφανίζεται στην μορφή του πατέρα του μικρού ήρωα, ο οποίος αναζητά καταφύγιο στην φαντασία, δίνοντας αλλόκοσμες ιδιότητες στις οικογενειακές μορφές. Το νανούρισμα, από την άλλη, επιστρέφει στο σήμερα, και στην πρόσκληση μιας ακροδεξιάς οργάνωσης προς μια κριτικό λογοτεχνίας για να δώσει διάλεξη για τον Σελίν. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και πάλι το ταξίδι για να βυθίσει την ηρωίδα στις δικές της αναδρομές. Το άλμα της πέστροφας ανάμεσα στα βράχια μου θυμίζει τη ζωή σου αφορά την ύστατη ευκαιρία για φλερτ που απρόσμενα δίνεται σε έναν γηραιό ποιητή.

Ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται στο πιο εφιαλτικό κείμενο του βιβλίου:Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε εις το όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οιενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης.

Tabucchi b

Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών. Δεν ψάξαμε εμείς να σας βρούμε, είστε εσείς αυτός που μας έκανε νεύμα […] ο μοναδικός λόγος είναι ότι είχατε διάθεση να διηγηθείτε μια ωραία ιστορία από το άλφα ως το ωμέγα. […] Εμάς δεν μας ενδιαφέρει μόνο ό,τι συμβαίνει έξω αλλά και ό,τι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι των ανθρώπων. Κι αυτός ο τελευταίος καγχασμός ενώνει τους πολιτικούς εφιάλτες παρελθόντος και παρόντος.

Εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991].

Οι ενδιάμεσες εικόνες από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων [1974], στην καρδιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ.




Ιουλίου 2016
Δ T Τ T Π S S
« Jun    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 751,679 hits

Αρχείο


Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 413 ακόμα followers