20
Μαρ.
19

Χουάν Κάρλος Ονέτι – Η σύντομη ζωή

Οι άπειρες ζωές που ενοικούμε

Ο αφηγητής Χουάν Μαρία Μπράουσεν είναι ένας σαραντάρης υπάλληλος διαφημιστικής εταιρίας που ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες και βιώνει την αποτυχία και την πλήξη μέσα σε μια ανούσια και μίζερη καθημερινότητα: Η Γερτρούδη, η σιχαμερή δουλειά, ο φόβος μήπως την χάσω, οι λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν και η αλησμόνητη βεβαιότητα ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει μια γυναίκα, ένας φίλος, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ούτε καν ένα βίτσιο που να μπορούν να με κάνουν ευτυχισμένο. [σ. 82] Ο ύστατος τρόπος διαφυγής είναι να ζητήσει καταφύγιο σε άλλο τόπο και άλλο χρόνο και να λυτρωθεί μέσω της προβολής του εγώ σε άλλες συνειδήσεις που συνιστούν άλλες δυνατότητες ζωής· καταφεύγει, συνεπώς, στη δημιουργία δυο παράλληλων κόσμων με επίκεντρο δυο ήρωες με τους οποίους θα ταυτιστεί.

Έτσι η διαφυγή του συντελείται σε διπλό επίπεδο. Στο πρώτο επίπεδο, για τις ανάγκες ενός κινηματογραφικού σεναρίου που του προτείνουν να γράψει, δημιουργεί τον γιατρό Ντίας Γκρέι, κάτοικο της Σάντα Μαρία (που θα αποτελέσει την μυθική πόλη – σκηνικό του Ονέτι για τα περισσότερα μυθιστορήματά του). Στο δεύτερο,  ο αφηγητής υποδύεται ένα άλλο πρόσωπο, τον Χουάν Μαρία Άρσε, για να εισχωρήσει στην ζωή της Κέκας, μιας γυναίκας που εκπορνεύεται στο διπλανό δωμάτιο. Με αυτές τις δυο μάσκες η απόγνωση μετατρέπεται σε δημιουργική αναγέννηση, όπως γράφει στο πολύτιμο σημείωμά της η μεταφράστρια.

Ήδη από την πρώτη σελίδα, ο αφηγητής ακούει πίσω από τον τοίχο την άγνωστη γυναίκα που μόλις έχει μετακομίσει στο διπλανό διαμέρισμα· κάποιος Ρικάρδο την έχει κάνει για άλλη μια φορά να κλάψει σαν τρελή. Είναι το ίδιο πρωί που ο γιατρός αφαίρεσε το αριστερό στήθος της Γερτρούδης. Όσο κι αν αδυνατεί να ξεχάσει το κομμένο στήθος σαν μια μέδουσα πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, το στήθος που είχε βυζάξει ή παίξει, σκέφτεται πως έχει καθήκον να κοιτάξει χωρίς αποστροφή την καινούργια του ουλή, ζευγαρωμένη πια με την άλλη που έχει στην κοιλιά της και που τόσες φορές έχει αναγνωρίσει με την άκρη της γλώσσας του. Εύχεται κάποια μέρα η Γερτρούδη να ξαναγελούσε δίχως αιτία κάτω από τον ανοιξιάτικο ή τον καλοκαιρινό αέρα του μπαλκονιού και να τον κοίταζε με τα λαμπερά της μάτια, με προσήλωση, για μια στιγμή. Θέλει να της πει: Μην είσαι θλιμμένη. Για μένα είναι όλα όπως πριν, δεν άλλαξε τίποτα.

Γιατί η μοναδική πειστική απόδειξη, η μοναδική πηγή ευτυχίας που μπορώ να της προφέρω θα είναι να σηκώσω το βλέμμα μου και να βυθιστώ στο ολοφώτιστο δωμάτιο, με το ξανανιωμένο πρόσωπό μου από τη λαγνεία στο ακρωτηριασμένο στήθος, να το φιλήσω και να χάσω εκεί πάνω το μυαλό μου [σ. 30].

Ο άσπονδος φίλος του Χούλιο Στάιν (που παλαιότερα είχε πλαγιάσει με την Γερτρούδη) του προσφέρει την δυνατότητα της χρηματικής ενίσχυσης αν γράψει ένα σενάριο. Αυτό μπορεί να είναι η σωτηρία του και όχι μόνο από οικονομική πλευρά. Όλα πρέπει να ξεκινάνε από έναν ξερακιανό γιατρό που πουλάει μορφίνη και μένει στη Σάντα Μαρία, κοντά στο ποτάμι, ένα μέρος που ο Μπράουσεν θυμάται από κάποιο καλοκαίρι, επειδή υπήρξε ευτυχισμένος εκεί, χρόνια πριν, για είκοσι τέσσερις ώρες, χωρίς αιτία. Ο γιατρός δημιουργείται: άσημος, λακωνικός κι απελπισμένος. Στα κουρασμένα μάτια του, μια ασάλευτη λάμψη υπενθύμιζε ότι δεν είχε απομείνει το παραμικρό ίχνος πίστης στην έκπληξη. Σιγά σιγά φτιάχνεται το ιατρείο του, τα βιβλία του, η θέα, η ίδια η πόλη, μαζί με το πορθμείο, την πλατεία, την εκκλησία της. Κι ας μην υποψιάζεται ακόμα ότι μια οποιαδήποτε στιγμή θα επιβιβάσει στο πορθμείο μια ανήσυχη γυναίκα.

Ο Μπράουσεν πιστεύει πως μπορεί να σωθεί γράφοντας· ετοιμάζεται να ανοίξει την πόρτα του ιατρείου στην Γερτρούδη της φωτογραφίας που βλέπει απέναντί του, κι εκείνη είναι νέα και ανέμελη, ή σαν κι εκείνη όταν την πρωτογνώρισε. Την ονομάζει Ελένα Σάλα δε Λάγος και την προσκαλεί να οδηγήσει το χέρι του για να γράψει μια νέα αρχή και μια άλλη συνάντηση. Σύντομα έρχεται η φράση που θα τον επαναφέρει ξανά στην ζωή. Μπαίνει λοιπόν η Ελένα Σάλα στο ιατρείο του Ντίας Γκρέι και γδύνεται, όχι για να τον σαγηνεύσει αλλά για να υποκριθεί την ασθενή επειδή αναζητά κάποιον με τον οποίο να μπορεί να συνομιλήσει – και για να της γράψει ή να της δώσει μορφίνη. Παραδέχεται, άλλωστε, πως το να συμβουλεύεται κανείς έναν γιατρό ισοδυναμεί με το να παραδέχεται ότι είναι άρρωστος· είναι σαν να επιτρέπει στην ασθένεια να εδραιωθεί και να προοδεύσει.

Στην άλλη πλευρά του τοίχου, η Ενρικέτα – Κέκα επιστρέφει χαράματα, συνοδευόμενη από τον πρώτο τυχόντα ή μόνη και ξεγυμνώνει το κάθιδρο κορμί της, θαρρείς αποκλειστικά και μόνο για το τεντωμένο του αυτί. Πίσω στο ασφυκτικό τους υπνοδωμάτιο τον περιμένουν τα μακριά αργά βήματα και τα πνιχτά αναφιλητά της Γερτρούδης, όταν υποθέτει ότι εκείνος ακόμα κοιμάται. Και ανάμεσά τους, το φάντασμα μιας ιδιόμορφης σχέσης του με την εικοσάχρονη Ρακέλ, αδελφή της Γερτρούδης, που τον αφήνει να αναρωτιέται:

Αυτό θα ήθελα να μάθω: αν για έναν άντρα υπάρχει η αίσθηση του μυστηρίου σε κάθε οικεία στιγμή που του είναι άγνωστη ή αν του αρκεί να γνωρίζει ότι αυτού του είδους η οικειότητα έχει δοθεί σε άλλους (ποια γυναίκα μετά τα είκοσι δεν την έχει δώσει, ποια θα μπορούσε να ζήσει, χωρίς να την έχει δώσει) για να εξανεμιστεί το μυστήριο. [σ. 179]

Αυτή είναι η ηλικία που η ζωή αρχίζει να γίνεται ένα στραβό χαμόγελο και ανακαλύπτεις πως είναι καμωμένη εδώ και πολλά χρόνια από παρεξηγήσεις. «Στο μεταξύ», μονολογεί, «είμαι αυτός ο άτολμος, αμετάβλητος άνθρωπος, παντρεμένος με την μοναδική γυναίκα που σαγήνευσα ή που σαγήνευσε εμένα, ανίκανος, όχι πλέον να είμαι κάποιος άλλος αλλά ανίκανος να έχω την θέληση να είμαι κάποιος άλλος». Κι όμως, κάποια μέρα, βγαίνοντας από το ασανσέρ, βλέπει το διαμέρισμα της Κέκας ανοιχτό, την αρμαθιά με τα κλειδιά να κρέμεται στην κλειδωνιά, το λουτρό στο βάθος ανοιχτό, γυναικεία ρούχα στις καρέκλες. Τώρα παρατηρεί με προσοχή το σπίτι που ως τώρα μόνο άκουγε και προσπαθεί, αντίστροφα, ν’ αφουγκραστεί την Γερτρούδη πίσω απ’ τον τοίχο.  Φαντάζεται τον εαυτό της να αναπαύεται…

και διέβλεπε ένα μέλλον, μια ευτυχία γεμάτη εκπλήξεις, αφού θα ήταν θεμελιωμένη στον ακρωτηριασμό της, μια νίκη απέναντι σε κάποιον άγνωστο, μια νίκη που θα είχε επιτύχει χωρίς καμία στρατηγική εναντίον κάποιου απροσδιόριστου τύπου άντρα για τον οποίο ο ακρωτηριασμός θα αντιπροσώπευε χωρίς διαστροφή καμιά, την ακαταμάχητη ιδιότητα του σώματός της. [σ. 99]

Καθώς η Γερτρούδη φεύγει για το μητρικό της Τεμπερλέι, ο Μπράουσεν παραδέχεται ότι η αμοιβαία τους αγάπη έχει αναμφίβολα ατονήσει και εξευτελιστεί, προστατευμένη μα και αλλοιωμένη μέσα στο καταφύγιο των σεντονιών, των κοινών γευμάτων και της συνήθειας, τόσο απομακρυσμένη από τις ρίζες της όπως ένας μετανάστης που τον έχει παρασύρει με αγριότητα η ζωή. Τώρα στο σπίτι κοιμάται μόνος του, χωρίς το σώμα της, «ένα φράγμα που πάνω του σταματούσε η θλίψη», ενώ δεν παύει να φθονεί τον Στάιν που είχε διεισδύσει στην Γερτρούδη χωρίς να γίνει αιχμάλωτός της, αλλά και να βασανίζεται από μια ανησυχία μοιχείας: ίσως αυτή η μάσκα να γεννήθηκε τις μέρες που έμεινε στο Τεμπερλέι, τέκνο ενός βλέμματος, μιας φράσης, ενός ανυπόμονου γόνατου, και να τράφηκε το ένα απόγευμα μετά το άλλο σε ζαχαροπλαστεία, απόμερα δρομάκια και ξενοδοχεία.

Στην δουλειά αναγκάζεται να εξηγεί πώς και γιατί οι σημερινές αρνητικές απαντήσεις θα μετατραπούν στα αυριανά συμβόλαια. Το μοναδικό σημαντικό πράγμα στην ζωή του τώρα είναι να ξαπλώνει στο κρεβάτι με το πρόσωπο κολλητά στον τοίχο, με το στόμα ανοιχτό να μην τον ενοχλεί ο θόρυβος της αναπνοής, να συλλέγει φωνές και θορύβους από την άλλη μεριά. Περνάει νύχτες και αυγές ακούγοντας την Κέκα «να νταραβερίζεται με άντρες και γυναίκες, να αραδιάζει και σε αυτούς ψευτιές, να ταράζεται, μεθυσμένη, κλαίγοντας με λυγμούς, όταν εκείνοι εισέβαλλαν στην μοναξιά της».

Κάποτε χτυπάει την πόρτα της, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι δεν έχουν ποτέ συναντηθεί στην πολυκατοικία· κι εκείνη εμφανίζεται πιο μικροκαμωμένη και αδύναμη από την γυναίκα που είχε φανταστεί. Υποκρίνεται έναν φίλο τού Ρικάρντο, ενός άντρα που μάλλον την ταλαιπωρεί, ενώ παραμένει πανικόβλητος από φόβο μην τυχόν και γίνει με το παραπάνω τολμηρή, μην τυχόν επαναλάβει και σ’ εμένα εκείνα τα προστυχόλογα που τόσες φορές αναγκάστηκα να την ακούω να λέει. Σύντομα η Κέκα του εξομολογείται όσα χρειάζεται να ξέρει, ώστε να συνεχίζει να την εξαπατά: πως ο Ρικάρντο δεν μπορεί να την ανεχτεί, πως θεωρεί ότι τον απατά, πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να ζήσει μαζί της. Του τα αποκαλύπτει όλα μόνη της κι εκείνος της αντιπροσφέρει: Εγώ ξέρω ότι ο Ρικάρδο σας αγαπάει. Η σχέση τους έχει μόλις ξεκινήσει.

O συγγραφέας προκαλεί τις επαναλαμβανόμενες επισκέψεις της γυναίκας στο ιατρείο, στις δώδεκα το μεσημέρι ακριβώς και χαίρεται να διαπιστώνει ότι παρέμεναν πιστοί στην σιωπηρή τελετουργία των πλατωνικών, ανειλικρινών, εμπορικών τους σχέσεων. Το ιατρείο «ανυψώνεται σε ένα απίθανο ύψος μοναξιάς και σιωπής». Μια μέρα που περιμένει την γυναίκα και «την αιφνιδιαστική νεότητα που του δανείζει για να της την επιστρέψει σε λίγα λεπτά», αντ’ αυτής φτάνει ο σύζυγός της, κύριος Οράσιο Λάγος και ζητά να συμπεριληφθεί στην φιλία των δυο. Τον ενημερώνει ότι η Ελένα εδώ και δυο χρόνια γνώρισε τον Όσκαρ, έναν άντρα που την ξελόγιασε, που της έγινε απαραίτητος, ενώ κόλλησε στους συζύγους και την συνήθεια της μορφίνης, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι εκείνοι, σε ανώτερο επίπεδο κουλτούρας και κοινωνικής θέσης του φέρθηκαν ως ίσοι.

Οι ιστορίες προχωρούν ανεξέλεγκτες. Ο Μπράουσεν διαπιστώνει την ευχαρίστηση του μεθοκοπήματος και της βίας απέναντι στην Κέκα και ο Ερνέστο, ένας από «εκείνους» που φοβάται η Κέκα, εισβάλλει στο διαμέρισμα και χτυπά τον Μπράουσεν, ο οποίος με την σειρά του θα τον εμπλέξει αργότερα σε μια απρόσμενη δολοφονία. Ο γιατρός αναζητώντας τον αναντικατάστατο Πρίαπο Όσκαρ καταλύει με την Ελένα σ’ ένα ξενοδοχείο στην ακροποταμιά και μοιράζονται «ένα παρελθόν που δεν θα συντελούνταν ποτέ».

Ο Μπράουσεν επιζεί καθημερινά μέσα από την διπλή μυστική ζωή του Άρσε και του επαρχιακού γιατρού Ντίας Γκρέι στην πόλη στην άκρη του ποταμού και ανασταίνεται καθημερινά όταν μπαίνει στο διαμέρισμα της Κέκας ή συνομιλεί με την Ελένα. Αυτοί οι τρεις παράλληλοι εναλλασσόμενοι κόσμοι αναπτύσσονται και διασταυρώνονται μέχρι την πλήρη συγχώνευσή τους, ενώ οι δυο επινοημένοι ήρωες τού διαφεύγουν και αυτονομούνται πλήρως, μέχρι να καταστούν οι ίδιοι πρωταγωνιστές της αφήγησης. Η δύναμη που ο Μπράουσεν νόμιζε πως είχε πάνω στα πλάσματά του εξανεμίζεται. Πραγματικότητα και μυθοπλασία γίνονται ένα. Κι όπως γράφει η μεταφράστρια, «αποζητώντας να υπερβεί την πραγματικότητα ο Μπράουσεν θα συσσωρεύσει μια σειρά από «σύντομες ζωές» που το ανοιχτό τέλος του βιβλίου μας αφήνει να εννοήσουμε ότι είναι άπειρες».

Να ξανασκεφτώ ότι όλοι οι άνθρωποι που την κατοικούσαν είχαν γεννηθεί από μένα και ότι ήμουν ικανός να τους κάνω να συλλάβουν την αγάπη σαν κάτι το απόλυτο… να παράσχω στον καθένα από αυτούς ένα διαυγές και ανώδυνο ψυχομαχητό, προκειμένου να κατανοήσουν το νόημα αυτών που είχαν ζήσει. [σ. 384-385]

Η Σύντομη Ζωή, το κατά Ονέτι πιο φιλόδοξο και περίπλοκο έργο του, αποτελεί προάγγελο για τα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του, ιδίως ως προς τους πειραματισμούς και τις καινοτομίες. Λυγίζω μπροστά στην απόδοση της συγκίνησης από την ανάγνωση ενός τέτοιου μυθιστορήματος. Και μακαρίζω τον Ονέτι για την γραφή του αλλά και την σιωπή του, ιδίως όταν τιμήθηκε το 1962 στην χώρα του με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Η ομιλία του περιορίστηκε στη φράση: Εγώ δε μιλάω, γράφω.

Εκδ. Καστανιώτη, 2003, μτφ. από τα ισπανικά Αγγελική Αλεξοπούλου, σελ. 433. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδο χρονολόγιο. [Juan Carlos Onetti, La vide breve, 1950]

Το επίσης εξαίσιο Ναυπηγείο εδώ.

Κάποτε ο Γκαλεάνο για τον Ονέτι.

Το κόμικ, από εικονογράφηση κειμένου για το βιβλίο του La cara de la desgracia, από εδώ.

Advertisements
01
Μαρ.
19

Οι ξυπόλητες μιας Πόλης

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών {Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος}  

Η στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη, τεύχος 3 (Μάρτιος 2019), εδώ.

ΙΙ. Οι ξυπόλητες μιας Πόλης

Όπου ο εγκυκλοπαιδιστής των γυμνών ποδιών αναζητά την Ηλέκτρα στην Κωνσταντινούπολη, στους βυζαντινούς ναούς που αναστηλώνει, ελπίζοντας να συνεχίσει την ερωτική τους μυθιστορία, που άρχισε στα δέκα τους έναν παραθεριστικό Αύγουστο στο Λουτράκι και συνεχίστηκε ανά τις δεκαετίες διασκορπισμένος έναν Απρίλιο στην Κυψέλη, έναν Μάιο στην Θεσσαλονίκη κι έναν Ιούνιο στην Γαύδο.

Μυρελαιούσες: υψιπετείς των κλιμάκων 

Ξεκίνησα την αναζήτηση της Ηλέκτρας στην αλλοτινή Μονή Μυρελαίου που είχε αλλάξει το όνομά της σε Bodrum Camii· βρισκόταν σε περιοχή με εμπορικά καταστήματα μοντέρνων ρούχων αλλά δεν την γνώριζε κανείς από τους περαστικούς. Ξεπρόβαλλε ανάμεσα σε δυο μπουτίκ, πιο πίσω και ψηλότερα και για λίγα λεπτά, καθώς ο ήλιος έκρυψε τα γκρίζα σύννεφα, ο ναός έμοιαζε να αναδύεται ψηλά από το έδαφος. Πίσω του οριστικά και αμετάκλητα υψωνόταν η πίσω όψη μιας παλιάς, κιτρινισμένης πολυκατοικίας· οι εξωτερικές στριφογυριστές σκάλες μου υπενθύμισαν για άλλη μια φορά την «ψηλότερη» θέση της καθημερινότητας σε σχέση με την Ιστορία ή μια συμφιλίωση του τετριμμένου με το θαυμαστό. Εκεί είδα μια νέα γυναίκα να ανεβαίνει με σύνεργα καθαρισμού προς το τελευταίο όροφο. Παρά την απόσταση και το καμουφλάρισμα των χρωματιστών της ρούχων, ή, μάλλον, εξαιτίας αυτών, διέκρινα τα γυμνά της πόδια.

Στο τελευταίο σκαλί κάθισε κι έβαλε το κεφάλι της μέσα στα χέρια. Τηλεφωνούσε και σπάραζε από απαντήσεις που πρέπει να την άφηναν, έτσι όπως βρισκόταν στην άκρη, διπλά ξεκρέμαστη. Οι σύγχρονοι πόνοι, σκέφτηκα,  δακρύζονται αποκλειστικά στις μέσες και τις άκρες των πολυκατοικιών που κρέμονται στο κενό, κι όχι μπροστά στις εκκλησιαστικές εικόνες ενός πέρα κόσμου που σταμάτησε να περιμένει τους πιστούς του. Έτσι, ψηλότερα απ’ τον τρούλο, που κάποτε συμβόλιζε την αρχή του ουρανού ή την επικράτεια του Θεού, μια ξυπόλητη γυναίκα ήλπιζε να καταστεί η θεά κάποιου άλλου και αδιαφορούσε για την θεαματική κάτοψη του ναού, στο βλέμμα του οποίου με παρέδιδε, που αισθάνθηκα αυστηρό ή γλυκό, επειδή αφιέρωνα πια την λατρεία μου σε δίδυμες θεότητες ισάριθμες με τον γυναικείο πληθυσμό όλων των εποχών.

Αναζητώντας την είσοδο έκανα τον γύρο του τετραγώνου και ανέβηκα σε άδειο ακάλυπτο χώρο, που ήταν και η ταράτσα των κτιρίων από κάτω. Από εδώ αποκτούσε ξανά το κομψό σώμα των μεσοβυζαντινών ναών, πιθανώς για να παρακολουθεί την ταπεινότητα των γύρω καταστημάτων: νεωτερισμοί, αθλητικές φόρμες, περούκες. Bukle Peruc, έγραφε μια ταμπέλα, προτείνοντας παραλλαγές χτενισμάτων για κάθε χρήση. Ανακουφίστηκα με την ιδέα πως δεν θα υπάρξει αντίστοιχο ανταλλακτικό στα πόδια, με κίνδυνο να γνωρίζεις μια γυναίκα χάρη στα πόδια της και να μην είσαι σίγουρος αν είναι τα αληθινά.

Δίπλα στην είσοδο, ένα κατάστημα με καλσόν ειρωνευόταν μια συνύπαρξη: η νεωτερικότητα των νεωτερισμών δίπλα στην αιωνιότητα των μνημείων. Της αγόρασα ένα μαύρο μάλλινο καλσόν με σχέδια που έφερναν προς σταυρούς, βέβαιος πως θα γελούσε κι εγώ θα τιμούσα έστω κι έτσι την κρυφή μου λατρεία. Ίσως πάλι οι αντίθετοι πόλοι να με καθησύχαζαν πως όσο νεωτερικοί είμαστε άλλο τόσο αρχαίοι παραμένουμε: ένας άντρας σπεύδει να αναζητήσει το δώρο για μια γυναίκα, μόνο και μόνο για την ψευδαίσθηση ότι θα την ξαναδεί ή για το σκίτσο μιας ρυτίδας που προδίδει το χαμόγελο την στιγμή που το ξετυλίγει. Βγαίνοντας χάιδεψα εκείνο που θα τύλιγε ζεστά τα πόδια της, δοκιμάζοντας μια προβολή σ’ ένα μέλλον απ’ όπου θα απουσίαζα.

Εδώ τις προηγούμενες δεκαετίες συνυπήρχαν εργαστήρια, αποστακτήρια, χαμάμ και αποθήκες, μέχρι που εγκαταλείφθηκαν, αφήνοντας την περιοχή να μετατραπεί σε σκουπιδότοπο, όπως μαρτυρούν παλιές φωτογραφίες του κούφιου τότε ναού. Αναρωτήθηκα αν η Ηλέκτρα εργαζόταν στα έγκατά του, όπου για αιώνες στέγνωνε μια κυκλική κινστέρνα και κρυβόταν το παλάτι του Ρωμανού και μια «κάτω εκκλησία». Προχώρησα σε μια ανήλιαγη στοά, όπου διάφορα αναιδή καταστήματα κρεμούσαν φορέματα και πανωφόρια στις εξωτερικές κολώνες της εκκλησίας, προκρίνοντας πρόσκαιρες πλην προσφιλές εμφανίσεις αντί άλλων πνευματικών ανταλλαγμάτων. Πέρασα τις σκεπαστές βρύσες για την πλύση των ποδιών και κατέβηκα στο υπόγειο. Ερημιά και μια απόκοσμη ησυχία.

Απληροφόρητος διαπίστωσα πως δεν ήμουν μόνος. Στο υπόγειο του ναού κοιμόταν (γι’ αυτόν που θεωρεί τον θάνατο ύπνο αιώνιο ή πρόσκαιρο ή απλά ακολουθεί το λεξιλόγιο των σχετικών επιγραφών) ο αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός και η Άννα Λεκαπηνή, ζεύγος που έγδυσα απ’ τα πολυποίκιλτα ενδύματα για να φανταστώ τα σώματά τους έτοιμα για ανταλλαγή αυτοκρατορικών χαδιών ή απλώς για εκείνα που κάνουν όλοι, όταν πάψουν να είναι ό,τι είναι για τους άλλους. Άραγε τα συμβασιλεύοντα ζεύγη θυμούνταν τον παλιό τους εαυτό όταν έκλειναν οι βαριές πόρτες και πλάγιαζαν ενώπιος ενωπίω; Υπήρξε κανείς βασιλεύς της Ρωμανίας που γονάτισε ο ίδιος μπροστά στα πόδια της παντάνασσας του κράτους; Δεν προχώρησα, να μην ενοχλήσω τα τέσσερα πέλματα που, σκελετωμένα ή ποιος ξέρει πώς διατηρημένα, κείτονταν δίπλα δίπλα στην αιώνια σιωπή κάτω από την πολύβουη εμπορική συνοικία.

Παντεπόπτριες: δέσποινες των περασμάτων

Στον περίκομψο βυζαντινό ναό του Παντεπόπτη, τώρα Eski Imaret Camii, ένα από τα λιγότερο γνωστά μνημεία της πόλης, που, κρυμμένο στα ασφυκτικά στενά μιας ταπεινής συνοικίας, αποφεύγει τους τουρίστες και την φασαρία των περαστικών, είδα δυο νεαρά κορίτσια να κάθονται στο κατώφλι μιας μικρής πολυκατοικίας που, όπως όλες σ’ αυτή την γειτονιά, είχαν την πόρτα τους διαρκώς ανοιχτή. Κρυφογελούσαν η μια στο αυτί της άλλης, μοιραζόμενες, πιθανώς, τα μυστικά της εισόδου στα μυστήρια της νεότητας. Ντυμένες με χρώματα που περιγελούσαν γάργαρα, όπως και οι ψίθυροι τους, κάθε επιταγή ταιριάσματος, είχαν αποδιώξει τα κλειστά τους σαμπό κι ίσως ήταν τελικά τα γυμνά τους πόδια που κορόιδευαν τα άλλα ρούχα.

Κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο μικρό προαύλιο του άλλοτε περιδόξαστου κτίσματος και στο σπίτι τους σαν δέσποινες που δικαιωματικά διαφεντεύουν τα περάσματα ενός τόπου όπου εφάπτονται ιστορίες, κοινωνίες και θεολογίες. Στάθηκα κι εγώ έκθαμβος, ανάμεσα στην κοκκινωπή εκκλησία που για ώρες αναζητούσα και στην δική τους κυριαρχική παρουσία. Στον ήλιο του χορταριασμένου στις άκρες στενού έλαμπαν δυο αντιθέσεις: ο ακίνητος χρόνος του ναού, ίδιος και απαράλλακτος στο μέλλον, και οι αεικίνητες στον τόπο κορασίδες, με την άγουρη θηλυκότητα να τις ωθεί μπροστά, διαρκώς μπροστά. Όμως κι εκείνος υπήρξε μεταβλητός, από την μεγαλοπρέπεια στα ερείπια κι από τα ερείπια στην αναστήλωση· εκείνες, πάλι, δρομολογούνταν με ταχύτητα ηλικίας αλλά η μνήμη τους και η φωτογραφία μου θα τις μνημειώσουν εδώ, σ’ ένα αναπότρεπτο, συνεχές παρόν «τότε». Μόνο η θρησκεία δεν άλλαξε: Ένας αντάλλαξε θέση με άλλον Έναν.

Ήθελα να φωτογραφίσω το μνημείο αλλά δεν διανοήθηκα να τους ζητήσω να παραμερίσουν. Δεν παρεμβάλλονταν εκείνες στην εικόνα του ναού, αλλά εγώ στο πεδίο τους. Σιώπησα στην άκρη του δρόμου, χωρίς να διαθέτω κάτι να αντιπροτείνω για να κάνουν εκείνες στην άκρη, οτιδήποτε ισχυρότερο της μύησής τους στην ταχύτητα ηλικίας ή στο παιχνίδι, αδιαφιλονίκητες προτεραιότητες που δεν γνωρίζουν έργα τέχνης ή ιερούς χώρους. Κατόρθωσα όμως, για μια στιγμή, να υποκλέψω με τον φακό μου τον δρόμο που, συννεφιασμένος επανήλθε στην βυζαντινή του αποκοσμικότητα, ενώ τα κορίτσια κάθισαν μέσα από την εξώπορτα, ίσως επειδή αντιλήφθηκαν μερικές αναπάντεχες ψιχάλες. Κι από εκεί, ξεπρόβαλλε ένα ανέμελο γυμνό πέλμα, για να μου περιγελάσει κάθε στοχασμό και να δώσει στο κάδρο και στον τόπο ζωή.

Παντοκρατόρισσες: αιωρούμενες των μπαλκονιών

Παρέμεινα στην περιοχή του Φατίχ, για να αναζητήσω την Ηλέκτρα στις τρίδυμες εκκλησίες που, χτισμένες κολλητά η μια δίπλα στην άλλη, διατηρούσαν διπλή ταυτότητα, ως Μονή Παντοκράτορος και Molla Zeyrek Camii. Σκαλωσιές και αλουμινένια παραπήγματα χωρίς ίχνος ζωής υποδείκνυαν αργές εργασίες – ούτε εγώ θα βιαζόμουν να παραδώσω το έρημο συγκρότημα στα αδηφάγα πλήθη. Περπάτησα στην συνοικία με τα οθωμανικά σπίτια που κατάστικτα από δορυφορικά πιάτα έμοιαζαν ξύλινα ή τσιμεντένια φυτά με μεταλλικά άνθη. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα κάτω από τα πέλματα ενός κοριτσιού.

Είχα ήδη παρατηρήσει μια ιδιομορφία των κτισμάτων: τα περισσότερα ισόγεια παράθυρα δεν είχαν κάγκελα και συχνά έβλεπε κανείς ένα μικρό παιδί, ακόμα και μωρό, να κρέμεται με ασφάλεια από την μέσα πλευρά· εκεί, έστω και γαντζωμένο, έπαιρνε θέση μπροστά στην πρώτη του βιτρίνα στον κόσμο, στις εικόνες της περαστικής ζωής που έσφυζε έξω από το σπίτι. Το ίδιο κάποτε συνέβαινε και στα ανώτερα πατώματα κι έτσι εκείνη την ημέρα, σε μια ψηλή πολυκατοικία καλυμμένη με μπλε και λευκά πλακίδια, είδα ένα κορίτσι που καθόταν οκλαδόν σ’ ένα μπαλκόνι το οποίο σχηματιζόταν αποκλειστικά με αυτά τα καμπυλωτά κάγκελα, που εκτείνονταν αρκετά έξω από το παράθυρο. Στο «δάπεδό» του είχε τοποθετήσει ένα μαξιλάρι που κάλυπτε όλο το οριζόντιο κιγκλίδωμα, κι έτσι όπως την έβλεπα από χαμηλά, σε αυτοσχέδιο κάθισμα πάνω από το κενό, μου φάνηκε ανεμόπτερη σε ιπτάμενο χαλί πάνω από τους δρόμους που επιχειρούσαν να την περιορίσουν στην πολεοδομία τους.

Κοντοστάθηκα κι εκείνη έκανε να φύγει· υποκρίθηκα πως προχωρούσα και χώθηκα κάτω από το μπαλκόνι, να θαυμάζω τα πτερύγια πέλματά της που διέγραφαν τροχιές στον αέρα. Τι σχέδια έφτιαχναν οι αόρατες ζωγραφιές της; Μια πόλη κατά τις προτιμήσεις της; Δρόμους που τώρα αλαφροπετούσε σαν κυρίαρχη, ενώ σύντομα την περίμεναν δύσβατοι; Ο κόσμος τής προσφερόταν στο πιάτο, αλλά εκείνη, αιχμάλωτη της ηλικίας, μπορούσε να τον διασχίζει μόνο αφ’ υψηλού, με τα πόδια που θα την περπατούσαν κάποια στιγμή, όπως ευχήθηκα, στην ελευθερία της.

Για άλλη μια φορά κατακλύστηκα από ένα γνώριμο βασανιστικό δίλημμα: να την απολαύσω απερίσπαστος ή να δράσω προς την αποτύπωσή της; Από την μία θέλησα να της αφεθώ με όλες τις αισθήσεις, ενεργοποιώντας το βλέμμα στον ύψιστο βαθμό. Από την άλλη, να σπεύσω στην αιχμαλωσία της εικόνας· να την εγγράψω σε κάδρο και να την υποτάξω στην σκόπευση. Με αυτό τον τρόπο όμως ένα ταξίδι μπορεί να εξελιχθεί απλώς σε μια διαδικασία αλλεπάλληλων φωτογραφήσεων, οι οποίες, βέβαια, στο τέλος καταρτίζουν ένα πολύτιμο λάφυρο μνήμης που υπόσχεται πολλαπλή επανάληψη έστω και δευτεροβάθμιας βίωσης· τότε μπορώ να απολαύσω, ακίνητο πια και σε μικρότερη διάσταση, εκείνο που δεν χάρηκα τρισδιάστατο και ζωντανό μπροστά μου. Αλλά, πάλι, αν προτιμούσα το τεταμένο βλέμμα, θα επέστρεφα με άδεια χέρια, και μόνο απόκτημα την σεσημασμένη ως ψεύτρα μνήμη

Αυτή τη φορά προτίμησα την φωτογράφηση, προκρίνοντας την πλαστή αιωνιότητα από την αστραπιαία στιγμή· θα μπορούσα να προσποιηθώ πως φωτογραφίζω αλλού αλλά ο ενθουσιασμός με πρόδωσε κι έτσι ύψωσα τον φακό προς τα ύψη της. Εκείνη με αντιλήφθηκε αμέσως και εξαφανίστηκε στην μαύρη τρύπα πίσω της, στα ενδότερα του σπιτιού. Πρόλαβα μια και μόνη στάση, προτού της στερήσω την καθημερινή της τελετουργία. Σημείωσα την διεύθυνση του σπιτιού και περνούσα συχνά ώστε να την διακρίνω ακόμα και τυφλωμένος απ’ την έντονη ηλιοφάνεια ή την εξάντληση. Και πράγματι, νωρίς ένα απόγευμα, είδα από μακριά τα δυο λεπτά, σαν καλαμάκια, ποδαράκια της, να κουνιούνται πέρα δώθε στο κενό, ενώ εκείνη σκυμμένη ανάμεσα στα κάγκελα ρουφούσε τις περαστικές φιγούρες κάτω στον δρόμο. Τώρα δεν θα μου διέφευγε· το σκόπευτρο ήταν μέσα στο κεφάλι μου.

{συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Χάρτης, τεύχος 3 (Μάρτιος 2019), εδώ.

Στις φωτογραφίες: 1. Ναός Μυρελαίου. Διακρίνεται η κλίμακα της υψιπετούς γυναίκας. 2. Αυτό που λέει. 3. Ναός Παντεπόπτη. Κάτω αριστερά διακρίνεται το πόδι της δέσποινας των περασμάτων. 4. Το μπαλκόνι. Διακρίνεται η αιωρούμενή του. 5. To μπαλκόνι χωρίς την αιωρούμενή του. 6. Η κλίμακα χωρίς την υψιπετή της.

Οι φωτογραφίες είναι του Πανδοχέα. Για την αναδημοσίευση κειμένου και φωτογραφιών, ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

17
Φεβ.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 4. Χρυσάνθη Τσιαμπαλή

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Ευχαρίστως! Μου ήρθε μια ιδέα! είναι ο τίτλος του τελευταίου μου βιβλίου. Η ηρωίδα, μια Φαεινή Ιδέα, ζει στον Κόσμο των Ιδεών, μέχρι που η πλήξη και οι συμβουλές μια Παλιάς Ιδέας θα την οδηγήσουν στον Κόσμο των Ανθρώπων για να αναζητήσει εκείνον που θα τη μεταμορφώσει σε Πράξη και θα χαρίσει και στους δυο την ευτυχία. Η Ιδέα μας μπαίνει σε έξι διαφορετικά κεφάλια, ενός πολιτικού, ενός φούρναρη, ενός υποχθόνιου επιστήμονα, μιας συγγραφέα, ενός ποντικού και ενός παιδιού. Αν και τα πράγματα θα αποδειχθούν δυσκολότερα απ ό,τι φανταζόταν, η Ιδέα μας θα βρει τον άνθρωπό της.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Στις ιστορίες για παιδιά με γοητεύει, ανάμεσα σε άλλα, η αισιοδοξία, η απουσία κακού τέλους. Το πρώτο βιβλίο ξεκίνησα να το γράφω το 2000-2001 και με την απόσταση των 18 χρόνων που μας χωρίζουν από τότε, μπορώ να πω πως ήταν ένας πειραματισμός. Θα μπορούσα να γράψω μια ιστορία για παιδιά; Και αν τα κατάφερνα, θα αποτελούσε ικανοποιητικό τρόπο έκφρασης για μένα αυτό το είδος; Το δεύτερο ερώτημα απαντήθηκε πολύ γρήγορα γιατί η διαδικασία με είχε συνεπάρει από την πρώτη σελίδα. Το πρώτο, καθώς εμπεριέχει και ανησυχίες για την ποιότητα της ιστορίας, απαντήθηκε επί της ουσίας χρόνια μετά, όταν το 2005 την έστειλα στις Εκδόσεις Ψυχογιός. Εγώ είχα πια κατασταλάξει στο τι ήθελα να κάνω και οι εκδόσεις Ψυχογιός ήθελαν τις ιστορίες μου. Οπότε τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα βιβλία για παιδιά είναι πράγματι περίπλοκη υπόθεση. Όσο μικρής έκτασης και αν είναι, κουβαλούν μηνύματα, ιδέες, αξίες, Αυτό που δεν χρειάζεται να κουβαλούν είναι διδαχή. Κανείς (άρα και κανένα παιδί ή έφηβος) δεν έχει όρεξη να διαβάσει ένα βιβλίο που να του υποδεικνύει γλυκερά ή αυστηρά πώς πρέπει να συμπεριφέρεται. Τα βιβλία μας ωθούν να σκεφτούμε.

Επιπλέον, η γλώσσα πρέπει να είναι πλούσια και καλοδουλεμένη αλλά απολύτως κατανοητή από τα παιδιά. Το χιούμορ είναι απαραίτητο. Τα παιδιά το λατρεύουν. Μπορούν όμως να γελάσουν και με ‘’εύκολες’’ ατάκες που ανακυκλώνουν στερεοτυπικές και ρατσιστικές αντιλήψεις. Άρα το χιούμορ που τους δίνουμε πρέπει να είναι ποιοτικό. Η δράση είναι επίσης απαραίτητη, αλλά χρειάζεται να σμιλεύουμε όσο είναι δυνατό τους χαρακτήρες των ηρώων. Γενικότερα το παιδικό βιβλίο πρέπει να κινείται γύρω από τα ενδιαφέροντα των παιδιών και την ίδια στιγμή να συμβάλλει με έναν αδιόρατο τρόπο στην συναισθηματική και νοητική τους καλλιέργεια και εξέλιξη. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Πιστεύω πως οι παιδικές μνήμες ενεργούν αθόρυβα πάνω μας. Ανεπαίσθητα συμβάλλουν στο να χτιστεί η προσωπικότητα μας, κατ’  επέκταση και η γραφή μας. Έχω την αίσθηση πως ασυνείδητα με έχουν επηρεάσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζω ή θα μπορούσα να σκεφτώ.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Τα παιδικά βιβλία πρέπει να αφορούν και τους ενήλικες αναγνώστες. Εννοώ πως πρέπει να αποτελούν ευχάριστα/αξιόλογα αναγνώσματα και για τους ενήλικες, αν θέλουμε να είναι τέτοια για τα παιδιά. Κατά πόσο βέβαια απολαμβάνει κάποιος ενήλικας ένα βιβλίο για παιδιά, έχει να κάνει και με τον χώρο που έχει κρατήσει μέσα του για τον… παιδικό του εαυτό.

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;  

Α! Δεν τις παγιδεύω… Ειδικά από τότε που έγραψα την ιστορία για τη Φαεινή Ιδέα νιώθω μια ευθύνη και ένα ιδιαίτερο νοιάξιμο για εκείνες. Γενικότερα τις αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου, καταγράφω ατάκες ή εικόνες που μου δημιουργούν. Εστιάζω σε εκείνη που με ενδιαφέρει περισσότερο, αλλά και πάλι είμαι ανοιχτή σε νέες ιδέες, πράγμα που οδηγεί στο να γράφω, γενικά, μάλλον αργά.

Υπήρξε κάποια ιστορία ή παραμύθι που σας έκανε να αναφωνήσετε (ή να ψιθυρίσετε) πως θα θέλατε κι εσείς να γράψετε κάτι ανάλογο;

Τόσα πολλά που θα ήταν άδικο να αναφέρω ένα συγκεκριμένο. 

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αγαπώ την ροκ μουσική, παλιά και νέα, ελληνική και ξένη. Μουσική ακούω στα διαλείμματα, θέλοντας να χαλαρώσω ή να γεμίσω τις μπαταρίες μου. Όταν γράφω συνήθως θέλω ησυχία, απομόνωση και καφέ. 

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Όχι, δεν έχω γράψει. Νομίζω πως για να καταφέρω να γράψω κάπου αλλού, θα πρέπει να νιώσω πολύ οικεία και δεν υπάρχει εκτός του σπιτιού μου ένας τέτοιος χώρος, ακόμη.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου;

Η επίδραση των βιβλίων στα παιδιά είναι τόσο πολυδιάστατη, που δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με τις ηλεκτρονικές συσκευές. Ένα βιβλίο καλλιεργεί γλωσσικά αλλά και αισθητικά. Πλαταίνει και εμβαθύνει τη σκέψη. Κοινωνικοποιεί, φέρει δηλαδή τα παιδιά σε επαφή με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα χωρίς όμως να τα πληγώνει. Ηρεμεί και ανακουφίζει τα παιδιά, τόσο μέσα από αστείες ιστορίες, όσο και μέσα από ιστορίες που τα παιδιά συναντούν ήρωες με τους δικούς τους προβληματισμούς. Και επιπλέον τα βιβλία καλλιεργούν μοναδικά την φαντασία και την πολυπόθητη ενσυναίσθηση, που είναι απαραίτητη για την πολιτισμένη και αρμονική συμβίωση όλων των ανθρώπων.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Δεν μπορώ να ξεχωρίσω σύγχρονους συγγραφείς ή παιδικά και εφηβικά βιβλία γιατί είναι πάρα πολλά αυτά που έχω απολαύσει, ξένα και ελληνικά. Θα αναφέρω, ωστόσο, έναν αγαπημένο μου συγγραφέα (κυρίως) για ενήλικες, τον Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αγαπημένοι σας αντίστοιχοι εικονογράφοι;

Κατά τον ίδιο τρόπο απολαμβάνω τις εικονογραφήσεις τόσο των παλιών όσο και των νέων εικονογράφων, ιδιαιτέρως εκείνων που με σεβασμό στα κείμενα προσπαθούν να δώσουν το στίγμα τους μέσα από πανέμορφες εικονογραφήσεις.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Διαβάζω τη βιογραφία του Λεονάρντο Ντα Βίντσι, του Walter Isaacson, εκδ. Ψυχογιός και πείθομαι ακόμη περισσότερο για τη δύναμη της φαντασίας και την αξία της παρατήρησης.

Εσείς ως παιδί

Η δική σας ανάμνηση από κάποιο ανάγνωσμα οποιασδήποτε φύσης;

Υπήρχαν 3-4 βιβλία που αγαπούσα πολύ στα χρόνια του δημοτικού. Η ιστορία του μέρμηγκα που κλείστηκε κατά λάθος σε μια σαπουνόφουσκα με γέμιζε ενθουσιασμό και αγωνία ίδια με του μέρμηγκα! Φυσικά έχω ακόμη το βιβλίο. (Μια ωραία πεταλούδα, Μαρία Γουμενοπούλου, Έπαινος Κύκλου, 2 Απριλίου 1976). Εξίσου έντονα θυμάμαι την ποίηση του Καρυωτάκη στην εφηβεία. Τον είχα ανακαλύψει στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μου και τον είχα ξεχωρίσει ανάμεσα σε άλλους, προφανώς γιατί η μελαγχολία και η υπαρξιακή αγωνία των ποιημάτων του έβρισκε ήδη πρόσφορο έδαφος στις περίπλοκες ψυχικές διεργασίες της εφηβείας.

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Η αξία της τόλμης και της προσπάθειας. Να τολμάς για ό,τι επιθυμείς και να προσπαθείς χωρίς να υποτιμάς τις ικανότητές σου.

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Α.Π.Θ. Εργάζομαι ως υπεύθυνη παιδαγωγός σε Κέντρο Δημιουργικής Απασχόλησης του Δήμου Λαρισαίων. Επειδή οι σπουδές μου έχουν να κάνουν με παιδιά, (αν και δεν εργάστηκα ποτέ στην τυπική εκπαίδευση ως νηπιαγωγός) τα πρώτα χρόνια μού ήταν δύσκολο να διακρίνω την επίδραση των σπουδών μου στη γραφή μου. Αναμφίβολα υπάρχει επίδραση στον τρόπο προσέγγισης. Υπάρχει η γνώση της παιδικής ψυχολογίας που την κουβαλάς. Αυτό σε σώζει από διάφορα ατοπήματα. Από την άλλη μπορεί να σου βάλει εμπόδια που δεν είσαι σε θέση να αντιληφθείς εύκολα. Θεωρώ όμως τη γνώση δύναμη και προσπαθώ να τη θέτω στην υπηρεσία της λογοτεχνίας.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ελπίζω να μη σας απογοητεύσω, αλλά αυτό τον καιρό δεν γράφω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε αλλά δεν σκεφτήκαμε; Απαντήστε την!

Με καλύψατε πλήρως! Σας ευχαριστώ για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις!

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τα βιβλία Μου ήρθε μια ιδέα  και Το αγόρι που κέρδισε τον χρόνο στο Πανδοχείο των παιδιών εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

10
Φεβ.
19

Astrid Lindgren – Kitty Crowther – Ο νάνος δεν κοιμάται

Οι ακοίμητοι σύντροφοι

Τώρα έχει νυχτώσει. Τώρα κοιμάται το παλιό αγρόκτημα και όλοι όσοι ζουν εκεί. Όλοι εκτός από έναν… Κάπως έτσι αρχίζει η μαγική ιστορία της Λίνγκρεν, που μας αφήνει να δούμε τι συμβαίνει μέσα στην βαθιά ησυχία μιας χειμερινής, χιονισμένης νύχτας. Αυτός που δεν κοιμάται είναι ένας νάνος που έχει δει εκατοντάδες χειμώνες. Τώρα σηκώνεται κι επιβλέπει τις κάμαρες και τα καμαράκια του αγροκτήματος κι ύστερα πηγαίνει σ’ όλα τα ζώα και τους μιλάει με την γλώσσα των νάνων, «μια σιωπηλή μικρή γλώσσα που όλα καταλαβαίνουν». Καθώς ο βαρύς χειμώνας απλωθεί σα λευκή κουβέρτα σ’ όλα τα τοπία, ο νάνος σπεύδει όχι μόνο να προσφέρει μικρές νυχτερινές φροντίδες στα πλάσματα της φάρμας αλλά και να τους υπενθυμίσει ότι κι αυτή η εποχή θα κάνει την θητεία της και σειρά θα πάρει η άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, στον αέναο κύκλο της ζωής.

Σε ιστορίες σαν κι αυτή δεν υπάρχουν κεντρικές ιδέες ή εμφανή διδάγματα. Είναι οι ίδιοι οι αναγνώστες που θα δώσουν στον νάνο το περιεχόμενο που του ταιριάζει. Την πρώτη φορά σκέφτηκα πως έρχεται από τους τόπους των παραμυθιών και της μαγείας, ενώ εμείς τους έχουμε πια ξεχάσει. Είναι σα να μας υπενθυμίζει πως εκείνα που δεν βλέπουμε δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν· πως το θαυμαστό και το ανοίκειο εξακολουθούν να ζουν μακριά από τα δικά μας φώτα. Σε επόμενη ανάγνωση σκέφτηκα την αδιόρατη παρουσία ενός προστάτη που όλοι έχουμε ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Άλλη φορά αναρωτήθηκα πάνω στην ειδικότερη συμβολική του νάνου: εκείνο που μας διατηρεί ζεστούς και ήσυχους στον ύπνο είναι κάτι που δεν έχει να κάνει με μεγέθη, ύψη ή κάποια καταιγιστική παρουσία. Μπορεί να είναι η ίδια η αγάπη, μια ιδέα, η συνείδησή μας, ο ίδιος μας ο εαυτός.

Κι ύστερα, πως μπορεί κανείς να αγνοήσει το ενδεχόμενο πως εκείνος που έρχεται να κοιτάξει αν είμαστε καλά είναι οι ίδιοι οι συνάνθρωποι που ασκούν το δύσκολο έργο της αλληλεγγύης. Ο νάνος είναι το μικρό πλάσμα της συντροφικότητας που κρατά τον κόσμο ζωντανό, νοιάζεται για όλα τα πλάσματά του και έχει πάντα το νου του αν έχουν την τροφή τους. Κι είναι μια δράση καθολική, που δεν αγγίζει μόνο τους ανθρώπους αλλά και τα ίδια τα ζώα, που χρειάζονται πάντα την αγάπη μας.  Αν όλοι αξίζουμε τον δικό μας νάνο, μπορούμε οι ίδιοι με την σειρά μας να πάρουμε την θέση του.

Η Σουηδή συγγραφέας αποτελεί μια σπάνια περίπτωση στην ιστορία του παιδικού βιβλίου. Δεν έγραψε μόνο την Πίπη την Φακιδομύτη και την σειρά των παραμυθιών του Νάνου αλλά και πάνω από 70 βιβλία, εικονογραφημένα και μη, ενώ αγωνίστηκε τόσο για τα δικαιώματα των παιδιών όσο και γενικότερα για την οικολογία, τα ζώα και την καταπολέμηση κάθε μορφής βίας και καταπίεσης. Εδώ εμπνέεται από ένα ποίημα που γράφτηκε το 1881 από τον Βίκτορ Ρίμπεργκ και το εγγράφει σ’ ένα σύντομο παραμύθι που είχε και την συνέχειά του. Η Λίντγκρεν είχε την τύχη να ζει και να δημιουργεί μέχρι τα 95 της. Όπως διαβάζω στην ωραία ιστοσελίδα για το έργο της, είχε κάποτε πει: Μια παιδική ηλικία χωρίς βιβλία – αυτή δεν θα ήταν καν παιδική ηλικία. Θα ήταν σα να κλείνεσαι έξω από ένα γοητευτικό τόπο όπου μπορείς να πας και να βρεις το σπανιότερο είδος χαράς.

Η εικονογράφος Κίττυ Κρόουθερ (Βρυξέλλες, 1970) αποδίδει ιδανικά όλες τις αποχρώσεις των χειμερινού νυχτερινού τοπίου από το λευκό και υπόλευκο της χιονισμένης γης μέχρι τα ξύλινα σπίτια και τον κάταστρο ουρανό.

Εικονογράφηση: Κίττυ Κρόουθερ. Εκδ. Μάρτης, 2015, μτφ. Άννα Παπαφίγκου, σελ. 28 [Astrid Lindgren, Tomten är vaken, 1960, εικονογράφηση Kitty Crowther: 2012].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

01
Φεβ.
19

Επιστολή στην Συλβάνα Μάνγκανο

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος. 

Η στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη, τεύχος 2 (Φεβρουάριος 2019), εδώ.

I. Επιστολή στην Συλβάνα Μάνγκανο

1. Χορεύουσα του ασπρόμαυρου

Σε πρωτογνώρισα στα ημίφωτα ενός νυχτερινού κέντρου αρχαίου και μαυρόασπρου όπως και οι ταινίες της εποχής. Δυο μελανά σώματα έπαιζαν μαράκες μπροστά σε μια ορχήστρα από σκιές μουσικών κι εσύ βγήκες από το σκοτάδι για να χορέψεις το El Negro Zumbon. Και τι δεν θα ’δινα να έχεις τα πόδια σου γυμνά σ’ εκείνο τον αξέχαστο λατίνο χορό, στην ταινία Anna. Έμεινα να τα φαντάζομαι και να χαζεύω τα άλλα σου τα γυμνωμένα, γάμπες, πλάτη και ώμους. Κι όλο αυτό ήταν και για σένα μια ανάμνηση, καθώς, μοναχή σε μοναστήρι πια, με τα χέρια σου σε στάση λαχτάρας και τα μάτια λαμπερά, αναλογιζόσουν την πρώην ζωή σου (Anna, Alberto Lattuada, 1951).

 2. Καλλιεργήτρια του ρυζικού σου

Ευτυχώς φρόντισες να μας τα δείξεις στο Πικρό Ρύζι του 1949, μελόδραμα νεορεαλιστικό, ρομαντικό και περιπετειώδες μαζί. Έγινες κι εσύ μια από τις αμέτρητες γυναίκες του Νότου που ανέβαιναν κάθε Μάιο στην βόρεια Ιταλία για να δουλέψουν στις καλλιέργειες του ρυζιού και σύντομα αποτέλεσες μία γωνία ενός τετραγώνου εραστών. Γοητεύτηκες από έναν φιλόδοξο αδικητή, έναν κουρασμένο βετεράνο στρατιώτη και μια περπατημένη κοπέλα που βρέθηκε εκεί γιατί δεν είχε αλλού να πάει (Riso Amaro, Giuseppe De Santis, 1949).

 3. Δημοσίως αισθησιακή

Είχες επίγνωση της σεξουαλικότητάς σου και της επίδρασής σου σε άντρες και γυναίκες. Ήσουν όμορφη και θρασεία, με μια μοιραιότητά αναδυομένη μόλις στα δεκαοχτώ σου. Χόρευες παντού, από τον σταθμό του τραίνου, αμέσως μόλις φτάσατε, μέχρι τις αυτοσχέδιες βραδινές συνάξεις, κι οι γύρω σου σχημάτιζαν κύκλο ενθουσιασμένων θεατών. Σήκωνες τα μπράτσα σου κι οι εμφανείς τριχούλες στις μασχάλες σου έγιναν τα πειστήρια για να χαρακτηριστείς απολύτως γήινη, σε αντίθεση με τις χολιγουντιανές σταρ. Ο ερωτισμός σου ξεχείλιζε ακόμα και στα χωράφια ή στα άθλια δωμάτια των εργατριών.

4.Φυσικώς ξυπόλητη

Εκεί σ’ ένα από τα δεκάδες κρεβάτια σε βρίσκει ξαπλωμένη μια αγαπημένη μου φωτογραφία σκηνής: ένα περιοδικό δίπλα, το πικάπ από πίσω, τα λαγόνια και τα πέλματα εμφανή. Η επόμενη ημέρα θα τα βρει ξανά στις λάσπες αλλά το μυαλό σου θα είναι πάλι στα σύννεφα. Ξυπόλητη η θηλυκότητά σου έλαμπε παντού, ως και στις αποθήκες του ρυζιού, ή ακόμα κι όταν στις ξύλινες καρότσες συντροφιά με τον στρατιώτη κλέβατε λεπτά από την απόγνωση. Απολάμβανες να προκαλείς τους άντρες, ιδίως έναν ανερχόμενο νεαρό υποκοσμικό που κυνηγούσε τα δικά του όνειρα κι έξω από τα πλατώ ονομαζόταν Βιττόριο Γκάσμαν.

5. Τιμωρούμενη εκ ρόλου

(Αχ) Συλβάνα, ακόμα και στην σκηνή της τιμωρίας σου ήσουν τόσο λατρεύσιμη, με το λουλουδένιο σου φόρεμα και τα γυμνά σου πόδια. Περπατούσατε μαζί στον έρημο δρόμο κι όταν τόλμησες να τον προκαλέσεις με μια βέργα, αυτός την άρπαξε απ’ το χέρι σου κι άρχισε να σε δέρνει παντού, στο πρόσωπο, στα χέρια. Το ψάθινο καπέλο έπεσε απ’ το κεφάλι σου, το πρόσωπό σου με την έκφραση της απορίας και του πόνου γέμισε δάκρυα και βροχή. Ριγμένη σ’ ένα δέντρο συνέχισε να σε μαστιγώνει προς την οριστική υποταγή. Η κάμερα απομακρύνθηκε από τον επίλογο της τιμωρίας, για να σεβαστεί τον βιασμό σου. Άλλωστε ύστερα σε περίμενε να επιστρέψετε, πιστός στον ρόλο του εραστή προστάτη που μόλις αποκτούσε. Κι εσύ που ήθελες να φύγεις μακριά απ’ όλα αυτά, στάθηκες ανήμπορη να αποφύγεις τα χτυπήματα που αναλογούν στη νέα σου θέση, της γυναίκας που υποτάσσεται στην φτώχεια της αλλά και στον άντρα που η ίδια έθεσε ως οδηγό.

6. Πεπρωμένη και ιπτάμενη

Ενώ η φίλη σου άρχισε να ωριμάζει στην συντροφικότητα των γυναικών, εσύ έψαχνες τρόπους να ξεφύγεις, αναπόφευκτα προδοτικούς για την κοινότητά σας. Κατά την επιστροφή σου από την ταπείνωση τις βρήκες να μαζεύουν το ρύζι κάτω από καταρρακτώδη βροχή και αμέσως μετά να σηκώνουν στα χέρια μια γυναίκα που είχε μόλις γεννήσει. Το τραγούδι τους έμοιαζε με θρήνο, τα πόδια τους χάνονταν κάτω από τα πλημμυρισμένα χώματα. Τότε ξέσπασες στον δικό σου γόο, ίσως γιατί συνειδητοποίησες τα σύνορα εκείνου του κόσμου ως όρια της ζωής σου.

Τα ίδια αυτά όρια αρνήθηκες, αφού στο τέλος έδωσες μόνη σου την λύση της άλλης, της ύστατης φυγής. Βλέπεις, τα γυμνά σου πόδια μπορεί να χόρεψαν για να χαίρεσαι εσύ κι οι θεατές σου αλλά δεν μπορούσαν να σε πάρουν μακριά γιατί βούλιαζαν στου κόσμου την λάσπη. Κι αν, ωραία Συλβάνα, από τότε σε πολιτογράφησαν στην Αισθησιακή Διεθνή, εσύ φρόντισες να περπατήσεις σε άλλες διαλεκτές ταινίες γιατί θέλησες να δεις πώς είναι να είσαι και άλλες γυναίκες.

7. Σε άλλους τόπους με ίδιους πόνους

Μια άλλη γη που πάσχιζε να σε κρατήσει δεμένη σε περίμενε και σε μια άλλη ταινία δίτιτλη (This Angry Age / The Sea Wall, René Clément, 1958). Αυτή τη φορά βρέθηκες στην Ινδοκίνα, ζωντανεμένη από τις λέξεις της Μαργκερίτ Ντυράς, κι ήταν πάλι μια καλλιέργεια ρυζιού στην οποία απεγνωσμένα προσπαθούσε να σε κρατήσει η σκληρή, χήρα μάνα σου, μαζί με τον αδελφό σου. Εσείς όμως είχατε άλλα όνειρα, ήσουν μόλις δεκαέξι κι αυτός είκοσι, και σου μάθαινε διάφορους μοντέρνους χορούς που δοκίμαζες ξυπόλητη, με το ψαράδικο παντελόνι σου στα σανίδια της ξύλινης καλύβας σας. Μόνο τότε χαμογελούσε το θλιμμένο, μασκώδες σου πρόσωπο, που έμενε ανέκφραστο ακόμα κι όταν η μητέρα σου έκπληκτη μάθαινε για έναν αυτοσχέδιο αρραβώνα σου και σου έδινε το ένα χαστούκι μετά το άλλο, ενώ εσύ στριμωγμένη στον τοίχο αρνιόσουν τις κατηγορίες πως πούλησες την αξιοπρέπειά σου σ’ εκείνον τον δωρητή δαχτυλιδιών.

8. Οι Τριάντα σου Συλβάνες

Στο κινηματογραφικό σου ταξίδι έγινες μόνο τριάντα γυναίκες, που θεωρούνται λίγες για τον πολυπληθή κόσμο της υποκρισίας, αφού επέλεξες ως μόνιμη ζωή την ιδιωτική, ακόμα κι όταν ολοκληρώθηκαν οι δεκαετίες του γάμου σου. Εκεί, χωρίς μακιγιάζ και με ενδύματα που δεν χρειάζονταν να προκαλούν για να σε τονίζουν, ίσως να είδες ότι το νόημα της δικής σου ζωής βρισκόταν στην απέναντι πλευρά της φιλοδοξίας για μια συνεχή αστρική λάμψη. Αλλά αυτές οι ταινίες ήταν αρκετές για να τιμήσεις αιώνιες εκδοχές γυναικών: υπήρξες ευαίσθητη πόρνη (Gold of Naples, 1954), απορριφθείσα σύζυγος (Dark Eyes, 1987), Πηνελόπη και Κίρκη μαζί (Ulysses, 1954), Ραχήλ αγαπημένη του Βαρραβά που λιθοβολήθηκες μέχρι θανάτου για βλασφημία επειδή πίστεψες στον Ιησού (Barabbas, 1961). Οι άγριες ανάγκες του βίου και της σάρκας σ’ έφτασαν ως την σχέση με τον εχθρό κατακτητή και ως τέτοια προδότρια σου ξύρισαν το κεφάλι για να σε ταπεινώσουν και να σε διαπομπεύσουν μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες (Jovanka e le alter, 1960). Σου δόθηκε όμως το δικαίωμα της μετάνοιας και βρήκες το σθένος να διεκδικήσεις την εξιλέωση συμμετέχοντας σε αντίσταση. Έγινες κορίτσι που το επιθυμεί άλλο κορίτσι (Mambo, 1954), και μητέρα που ποθεί ο γιος της, στον Βασιλιά Οιδίποδα (Edipo re, 1967).

9. Ζυμωμένη ενός Αγίου

Εκεί σε πήρε στα χέρια του ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, πρώτα να σε κάνει αρχέτυπη Ιοκάστη μ’ ένα πρόσωπο κατάλευκο, σαν να το έβαψαν με κιμωλία. Σ’ επέστρεψε στα παιδικά του χρόνια, όπως παραδεχόταν στον πρόλογο, για να ξαναγίνεις η δασκάλα μητέρα του και μαζί να ελευθερώσετε το σεξ από τις ενοχές προτού το ποτίσετε με το ιδιότυπο χιούμορ σας. Ύστερα έγινες Παναγία του Δεκαημέρου (Decameron, 1971) και επανήλθες ως αξέχαστη σύζυγος και μητέρα που αναστατώνεται, όπως κι όλα τα μέλη της μεγαλοαστικής της οικογένειας, ο σύζυγος, ο γιος και η κόρη, από τον νεαρό φιλοξενούμενό τους. Τα ερωτικά σου ένστικτα ξύπνησαν, οι ισορροπίες της αγίας οικογένειας διαταράχθηκαν, οι ζωές όλων σας ξεγυμνώθηκαν ως άνυδρες και μάταιες. Το Θεώρημα του Παζολίνι έγινε το απόλυτο θεώρημα της ζωής μου, πως ο έρωτας μπορεί να κατευθύνεται οπουδήποτε αλλά μένει κατασιγασμένος στις ηθικές και εργασιομανείς κοινωνίες μας, ενώ αναβράζει στα υπεδάφη, έτοιμος να μας οδηγήσει σε πράξεις πρωτόγνωρες.

Αυτός ο έρωτας δεν νοείται χωρίς το σαρκικό του μισό, το σεξ που περιστρέφει τον πόθο προς πάσα κατεύθυνση στις τριακόσιες εξήντα μοίρες κι έτσι ολόκληρος και ολοκληρωμένος  αποτελεί την υπέρτατη μορφή επικοινωνίας αλλά και την ίδια την ουσία της ιερότητας. Αυτό μου έμαθες, Συλβάνα, ακόμα και στην μανιώδη σου αναζήτηση εφήμερων εραστών στον δρόμο, πως ο έρωτας είναι άγιος και ιερός σε αντίθεση με όσους διατείνονται πως δεν έχει ιερό και όσιο. Δεν σου κρύβω πως τα επόμενα βράδια έβγαινα στις λεωφόρους και στις παρόδους για να βρω την αντίστοιχή σου κοσμική. Πόσες γυναίκες δεν ένοιωθαν την ίδια εσώτερη κάψα αλλά δεν τόλμησαν να βγουν στους δρόμους; (Theorema, 1968)

10. Ολοκληρούσα του κύκλου

Δεν έμενε παρά να αφεθείς σ’ έναν άλλο πλάστη εικόνων για να ολοκληρώσεις τον κύκλο των αρχέτυπων γυναικών. Ο Λουκίνο Βισκόντι σ’ έκανε Κοζίμα του Βάγκνερ (Ludwig, 1972) και μητέρα με εραστή (Conversation Piece, 1974), ενώ σου επιφύλαξε τον έσχατο ρόλο για την ωραία γυναίκα, εκείνον της μητέρας που πλέον δεν μπορεί παρά να παρακολουθεί σιωπηλή τον βλαστό της να γίνεται αντικείμενο πόθου, στον Θάνατο στην Βενετία. Εκεί σε άφησα, στην μοίρα της γεννήτριας που δεν είναι παρά ένας δεύτερος ρόλος, ανήμπορος να δράσει, μόνο να αποδέχεται.

11. Φευγαλέα και φεύγουσα

Δεν έπαψα σ’ όλες αυτές τις εκδρομές σου να ψάχνω τα πόδια σου, να τα δω να μεγαλώνουν μαζί σου. Δεν μου τα έδειξες ποτέ, μόνο κάποιες φορές περνούσαν φευγαλέα κάποιες ιδέες φτέρνας ή αστραγάλου. Δεν έχει σημασία: τα φανταζόμουν κάθε φορά ανάλογα με την περίσταση και μακάριζα τους οικείους σου που, μακριά από τους προβολείς και τα καλλωπίσματα, τα ζούσαν στο έπακρο της καθημερινότητας. Άλλωστε τα είχα ήδη δει στις δυο ταινίες κι ήταν πια δικά μου, όπως τα πόδια των γυναικών που αρκούσε να τα δω έστω και μια φορά. Κι αν αιχμάλωτα σε πικρά ρύζια και θαλάσσια τείχη δεν κατάφεραν με τον χορό τους να σε πάρουν μακριά, εσύ την έκανες την απόδρασή σου, και κέρδισες το πλέον πλούσιο δώρο που αποκαλείται ζωή, ή βίτα, όπως πρόφεραν γλυκύβραστα τα χείλη σου. Όχι αντίο, Συλβάνα, αλλά εις το επανιδείν – στις ταινίες σου για άλλη μια φορά, κάποτε και χαρτογραφημένη σε πολύχρωμο άτλαντα ευαγούς λογοτεχνίας και άλλων παιγνίων όπως είναι ο Χάρτης. Και σε λίγες σελίδες ενός μυθιστορήματος, που θα είναι όλες δικές σου.

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό Χάρτης, τεύχος 2 (Φεβρουάριος 2019), εδώ.

26
Ιαν.
19

Στο αίθριο του πανδοχείου των παιδιών, 3. Γιολάντα Τσορώνη-Γεωργιάδη

Περί γραφής της παιδικής λογοτεχνίας

Θα μας συνοδεύσετε ως την αυλή του τελευταίου σας βιβλίου;

Κυκλοφόρησαν πρόσφατα τρία καινούρια παιδικά βιβλία μου, ένα από αυτά είναι το «Οι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας». Είναι το πρώτο της νέας σειράς «Βιβλία που προάγουν την κοινωνική νοημοσύνη»,  κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας και στοχεύει –όπως και τα υπόλοιπα που θα ακολουθήσουν– να αναδείξει και να καλλιεργήσει ένα βασικό στοιχείο της νοημοσύνης αυτής, την καλοσύνη. Αποφάσισα να γράψω τούτες τις ιστορίες  σκεπτόμενη πως στην εποχή του θυμού και του εκφοβισμού που ζούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί επιβάλλεται να θέσουμε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη μιας νοημοσύνης με καρδιά διδάσκοντας στα παιδιά να νοιάζονται για τους άλλους και να ευγνωμονούν όσους τα φροντίζουν και τα αγαπούν. Παράλληλα με το βιβλίο οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναζητήσουν και το ομότιτλο επιτραπέζιο παιχνίδι που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαββάλας επίσης και αρέσει πολύ. 

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν); 

Ταξιδεύω αρκετά κάθε χρόνο, έτσι πολλά βιβλία μου είναι εμπνευσμένα από τόπους που επισκέπτομαι. Για παράδειγμα το «Εγώ κι εσύ μαζί» που βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τον Σεπτέμβριο γράφτηκε αμέσως μετά τον ερχομό μου από την Προβηγκία με τις ατελείωτες εκτάσεις ανθισμένης λεβάντας. Είχα κατά νου να γράψω μια ιστορία πάνω στη βασική ιδέα «Ό,τι δεν μπορούμε να καταφέρουμε αλλιώς, το μπορούμε με την αγάπη», οπότε δανείστηκα ήρωες και περιβάλλον από το μέρος αυτό για να αναπτύξω την πλοκή και να μπορέσω να μοιραστώ με τους αναγνώστες το θαύμα που είχαν δει τα δικά μου μάτια και το συναίσθημα που είχα νιώσει. Το «Μπατλό ο δράκος» επίσης, καινούριο κι αυτό, το επινόησα βγαίνοντας από το παραμυθένιο κτίριο Casa Batlló του Antoni Gaudi στη Βαρκελώνη. Γενικότερα κάθε βιβλίο μου έχει την απαρχή του σε έναν λόγο, ένα θέαμα, μια συμπεριφορά, ένα συναίσθημα.

Πώς αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε με την παιδική λογοτεχνία;

Κάποιος είπε πως για όλα τα σημαντικά πράγματα που μας συμβαίνουν, δεν κλείνουμε εμείς το ραντεβού, αλλά η ίδια η ζωή. Τρία τέτοια ραντεβού έκλεισε λοιπόν και σε εμένα η ζωή με καταξιωμένους συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, οι οποίοι, διαβάζοντας ανέκδοτα ακόμα κείμενά μου, με ενθάρρυναν με τα θετικά σχόλιά τους να «εκτεθώ». Στα χρόνια που ακολούθησαν γράφω γιατί πιστεύω πως έχω κάτι να πω και αυτό το «κάτι» θέλω να το μοιραστώ. Ωστόσο θα ήθελα να επισημάνω πως η παρουσία μου στον εκδοτικό χώρο δεν ξεκίνησε με τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά. Το πρώτο βιβλίο μου επιχειρεί να φωτίσει το παρασκήνιο δημιουργίας παροιμιακών φράσεων της καθημερινότητάς μας και φέρει τον τίτλο «Γιατί το λέμε έτσι…». Πρόκειται για ένα ογκώδες πόνημα, αποτέλεσμα πολυετούς έρευνας, κίνητρο για την οποία υπήρξε το πάθος μου για τη λαογραφία και η αγωνία μου να διασωθεί το ήθος, τα χαρακτηριστικά και η σοφία του λαού μας. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα για ενήλικες, «Η σύγκρια», και ευελπιστώ πως μέχρι το τέλος του χρόνου θα έχω τελειώσει και το δεύτερο.

Ποιες δυσκολίες ή και παγίδες κρύβει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Τα παιδιά είναι απαιτητικοί αναγνώστες. Έτσι, η συγγραφή βιβλίων γι’ αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Για τη δημιουργία του μυθοπλαστικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο επιλέγεις ως συγγραφέας να εντάξεις την ιστορία σου, οφείλεις να λάβεις υπόψη σου την εξελικτική ψυχολογία, κοινωνικές παραμέτρους, την ψυχοσύνθεση των παιδιών. Πρέπει ακόμα να μπορείς, τηρουμένων των αναλογιών, να ξαναγίνεις παιδί και να δεις με τη ματιά του αυτό που γράφεις, πρέπει επίσης να «κατεβάσεις» το λεξιλόγιό σου στα μέτρα του με συνώνυμα που έχουν το σημασιολογικό περιεχόμενο και το εννοιολογικό δυναμικό που θέλεις. Αυτές είναι δύσκολες λειτουργίες κι αν δε δουλέψεις το κείμενο ξανά και ξανά, έχοντας όλα αυτά υπόψη σου, τα παιδιά βρίσκουν τελικά αδιάφορο το βιβλίο σου. Όταν όμως τα σεβαστείς ως προσωπικότητες, σκύψεις στα προβλήματα που φαντάζουν στα μάτια τους αξεπέραστα, όταν τα απενοχοποιήσεις μέσω των ηρώων σου, εισπράττεις τον ενθουσιασμό τους και την αίσθηση ότι το βιβλίο, γενικά το βιβλίο, τα κέρδισε. Γενικότερα θα έλεγα πως η συγγραφή παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας απαιτεί ειλικρίνεια και σεβασμό στις ανάγκες, τους προβληματισμούς, τα «θέλω» και τις δυνατότητες της κάθε ηλικίας. 

Επηρεάζουν την γραφή σας οι παιδικές σας μνήμες; Αν ναι, μπορείτε να θυμηθείτε κάποιο σχετικό παράδειγμα;

Τα βιώματα της προσωπικής μου διαδρομής αποτελούν για μένα πρωταρχικές πηγές έμπνευσης και δημιουργίας. Η γλώσσα των λαϊκών παραμυθιών που άκουγα από τη Μικρασιάτισσα γιαγιά μου νομίζω πως επηρεάζει πάντοτε τη γραφή μου, γι’ αυτό και συχνά βάζω στο στόμα των ηρώων παροιμίες, παροιμιακές εκφράσεις και ό,τι άλλο έχει τη «μυρωδιά» εκείνων των ακουσμάτων.

Τα σχετικά βιβλία αφορούν και τους ενήλικους αναγνώστες; Υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στην ζωή των «μεγάλων»;

Καλώς ή κακώς τα βιβλία που προορίζονται για μικρά παιδιά περνούν αναγκαστικά από τα χέρια και τα μάτια των μεγάλων. Καταθέτοντας την προσωπική μου εμπειρία θα έλεγα πως οι γονείς είναι αρκετά εξασκημένοι πλέον να ξεχωρίζουν αναγνώσματα που έχουν να προσφέρουν κάτι στα παιδιά τους. Και ναι, νομίζω πως υπάρχει χώρος για παραμύθι και παιδικές ιστορίες στη ζωή των μεγάλων είτε γιατί θέλουν να ξαναβρούν ένα χαμένο κομμάτι του εαυτού τους είτε γιατί βαθιά μέσα τους έχουν ανάγκη να (ξανα)πιστέψουν πως όλα είναι δυνατά είτε για να «παρηγορηθούν» πως στο τέλος πάντα το καλό νικάει. 

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Πώς ξεκινάτε να γράψετε ένα νέο βιβλίο;

Η αρχική ιδέα συνήθως έρχεται απρόσμενα. Μπορεί να ακούσω, να δω ή να νιώσω κάτι που θα με εμπνεύσει. Γι’ αυτό έχω πάντοτε στην τσάντα μου χαρτί και μολύβι, ώστε να μπορώ να κρατήσω σημειώσεις. Ακολούθως αναπτύσσω την ιστορία στον υπολογιστή. Παρόλα αυτά μία και μοναδική φορά έγραψα βιβλίο σε μια χαρτοπετσέτα εστιατορίου στην Αμφιλοχία. Ήταν «Το τικ και το Τακ» που τόσο τελικά άρεσε σε μικρούς και μεγάλους.

Σας ενέπνευσε ποτέ κάποιο συγκεκριμένο παιδί για να συλλάβετε μια ιστορία; 

Από τους μαθητές μου εμπνεύστηκα αρκετά βιβλία, γιατί ο τρόπος που σκέφτονται, η αθωότητα, το χιούμορ τους, οι αναστολές τους, τα διλήμματά τους, ο εγωκεντρισμός τους, ακόμα και οι πονηριές τους δίνουν άφθονη πρώτη ύλη για… μαγείρεμα ιστοριών. Ωστόσο ένας συγκεκριμένος  μαθητής μου, ο αγαπημένος μου αλλά ατίθασος Οδυσσέας, έγινε πρωταγωνιστής του βιβλίου «Ένας πιγκουίνος όχι και τόσο τέλειος».

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Δεν ακολουθώ κάποιο ιδιαίτερο τελετουργικό γραφής ούτε ακούω μουσική όταν προσπαθώ να συνθέσω τις σκέψεις μου. Σε αντίθεση με άλλους δημιουργούς η μουσική εκείνη την ώρα με αποδιοργανώνει κι εγώ θέλω να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη. Όταν δε γράφω όμως, νότες από έντεχνο ελληνικό τραγούδι πλημμυρίζουν το σπίτι μου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Όχι. Μόνο σκόρπιες σκέψεις. Κι αυτό γιατί, προκειμένου να αποδώσω, χρειάζομαι το οικείο περιβάλλον και τη ρουτίνα μου. Η μόνη γραφή που «ξεστράτισε», σας είπα… Ήταν «Το τικ και το τακ».   

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βέβαια. Οι περισσότεροι από τους ήρωές μου μαθαίνω πως ζουν σε σχολεία και νηπιαγωγεία, αισθάνονται όμορφα στις αγκαλιές των παιδιών, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από παιχνίδια ρόλων και δραματοποιήσεις των περιπετειών τους στις τάξεις. Πολύ συχνά οι εκπαιδευτικοί μού στέλνουν υλικό και φωτογραφίες από τις δράσεις και τις επεκτάσεις που κάνουν με τους μαθητές τους, οπότε γνωρίζω πως οι ήρωές μου συνεχίζουν τη ζωή τους και μετά το τέλος των σελίδων της ιστορίας. Χαίρομαι που περνούν καλά τα παιδιά μαζί τους και που εξαιτίας τους μπορούν να γνωρίσουν προοδευτικά τον εαυτό τους και τον κόσμο.

Στην εποχή των ηλεκτρονικών εικόνων και παιχνιδιών τι μπορεί να προσφέρει σ’ ένα παιδί η ανάγνωση ενός βιβλίου; 

Η ανάγνωση ενός βιβλίου δίνει στα παιδιά χρόνο να τοποθετήσουν τα γεγονότα σε σειρά, να παρατηρήσουν τους ήρωες, να ταυτιστούν μαζί τους, να εξετάσουν προσεκτικά συμπεριφορές και καταστάσεις που μοιάζουν με τις δικές τους, να ξεφορτωθούν ενοχές, να σκεφτούν και να βρουν λύσεις σε πιθανά προβλήματα, να μπουν στη θέση των άλλων, να συνδέσουν τον προφορικό με τον γραπτό λόγο, να απολαύσουν την εικονογράφηση και να καλλιεργήσουν την αισθητική τους. Όλα αυτά δεν μπορούν να τα κάνουν όταν η μία εικόνα διαδέχεται την άλλη στην οθόνη εν ριπή οφθαλμού. Τα τελευταία χρόνια, εκτιμώ, πως  η αξία του βιβλίου έχει αναδειχτεί, ως ένα βαθμό, με τη συμβολή βιβλιόφιλων εκπαιδευτικών που αναλαμβάνουν προγράμματα φιλαναγνωσίας. Χρειάζεται βέβαια πολλή δουλειά ακόμα, αλλά είμαστε σε καλό δρόμο.

Περί ανάγνωσης 

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς ή βιβλία παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας; Αν θέλετε βάλτε και για την ενήλικη!

Όταν εγώ ήμουν μικρή δεν υπήρχαν παραμύθια με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα. Μόνο μεταφρασμένη λογοτεχνία κυκλοφορούσε τότε –και σε ογκώδη μάλιστα βιβλία. Διάβαζα λοιπόν, και μου άρεσαν πολύ, τα «Χωρίς οικογένεια», «Με οικογένεια», «Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και δε θυμάμαι πόσα άλλα. Μεγαλώνοντας διαπιστώνω εμμονή μου με τους παλαιότερους Έλληνες συγγραφείς, αν και έχω διαβάσει αρκετά κλασικούς και σύγχρονους ξένους. Δε θα ήθελα να αναφερθώ σε ονόματα της σύγχρονης λογοτεχνίας την οποία επίμονα παρακολουθώ, σας βεβαιώ όμως πως το διάβασμα καταναλώνει τον περισσότερο από τον ελεύθερο χρόνο μου. Η ποίηση επίσης είναι κομμάτι της ζωής μου και ομολογώ πως με συναρπάζουν τα πεζογραφήματα που έχουν γραφτεί σε ύφος ποιητικό. 

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Θα σας φανεί περίεργο, αλλά εδώ κι έναν χρόνο μελετώ την αρχαία ελληνική τραγωδία. Δεν ξέρω πόσο θα μου πάρει να διαβάσω τα έργα που θα ήθελα, είχα όμως δώσει από παλιά την υπόσχεση στον εαυτό μου και βοηθούν τώρα οι συγκυρίες να την εκπληρώσω.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε μεταφορικό μέσο, ταξίδι ή ιδιαίτερο τόπο που θυμάστε ιδιαίτερα;  

Σε μεταφορικά μέσα δεν μπορώ να διαβάσω, πραγματικά αρρωσταίνω. Θυμάμαι όμως χαρακτηριστικά την ανάγνωση του «Αλέξης Ζορμπάς» στη Στούπα Μεσσηνίας κάτω από τη συκιά που, καθώς λέγεται, ο μεγάλος λογοτέχνης έγραψε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου. Ήμουν τότε δεκαοκτώ ετών και με είχε συνεπάρει η εκδοχή πως μπορούσα να απολαύσω το «γέννημα» στον τόπο που έγινε η «σύλληψη». Από τότε, κάθε φορά που το ξαναδιαβάζω, με συνοδεύουν πάντα οι έντονες μνήμες εκείνων των στιγμών. 

Εσείς ως παιδί

 Τα αγαπημένα σας παιχνίδια; Ένα «χειροπιαστό» κι ένα επινοημένο από εσάς;

Όταν ήμουν παιδί, τα περισσότερα ήταν ομαδικά παιχνίδια που τα παίζαμε στην αλάνα της γειτονιάς οχτώ μήνες τον χρόνο. «Τζαμί», «Μήλα», «Πινακωτή», «Βασιλιά-Βασιλιά» κι ένα σωρό άλλα μας κρατούσαν πολλές ώρες της σχόλης στους δρόμους. Τους χειμώνες όμως που μαζευόμασταν στα σπίτια, πολύ μου άρεσε το επιτραπέζιο «φιδάκι». Τώρα πια επινοώ διάφορα που τα παίζω με τα παιδιά στις παρουσιάσεις των βιβλίων μου, επειδή θέλω μέσα από το κατάλληλο παιχνίδι να βγαίνει βιωματικά το νόημα της ιστορίας που μόλις αφηγήθηκα και να συνειδητοποιεί έτσι το παιδί πως κάθε παραμύθι κρύβει μια αλήθεια της καθημερινής μας ζωής. 

Και μια παιδική ανάμνηση που κρατάτε μέχρι σήμερα πολύτιμο φυλαχτό;

Έχω τόσες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια που δυσκολεύομαι να επιλέξω. Θυμάμαι όμως με νοσταλγία τις φωτιές που ανάβαμε στη γειτονιά το βράδυ της 23ης Ιουνίου και τους χορούς μικρών και μεγάλων γύρω από αυτές, τη μεταφορά του αμίλητου νερού και την ιεροτελεστία της προετοιμασίας για τον «Κλείδωνα», τις κούνιες που ρίχναμε στα δέντρα ανήμερα του Αγιωργιού, τα ομαδικά παιχνίδια που παίζαμε στους ανοιχτούς χώρους.  Η εικόνα επίσης  του ψαρά, του γαλατά, του γιαουρτά, του μανάβη, του καρεκλά, του γανωματή, του παπλωματά και του αρκουδιάρη που περιδιάβαιναν ανά εποχή τις ρούγες διαλαλώντας τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους, με συνοδεύει πάντα. Το Δωδεκαήμερο επίσης στο χωριό του πατέρα μου, τις ετοιμασίες των γλυκών, τα κάλαντα που τα λέγαμε τότε βράδυ και αμειβόμασταν με ξηρούς καρπούς, τις ψημένες φέτες στο τζάκι με λαδορίγανη και τη γιαγιά στο παραγώνι να μας λέει ιστορίες με ξωτικά. Όλα αυτά και άλλα πολλά είμαι Εγώ, συνιστούν την ταυτότητα και την προσωπικότητά μου. 

Αν ξαναγινόσασταν παιδί και μπορούσατε να πάρετε μαζί σας μια και μόνη γνώση ενήλικα, ποια θα ήταν αυτή;

Για να αφήσω θετικό αποτύπωμα στο διάβα μου επί Γης θα έπαιρνα από τα βιώματα της ενήλικης ζωής μου το «Να βρίσκεις νόημα σε αυτό που κάνεις, να πορεύεσαι με καθαρή καρδιά, να αγαπάς τους ανθρώπους και να δρας ως μέρος της Φύσης και όχι ως κυρίαρχός της», ενώ για την ψυχική μου υγεία θα έπαιρνα το «Και αυτό θα περάσει». 

… κι ένα κουαρτέτο παιδικής περιέργειας

Σπουδάσατε κάτι; Πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή ή αφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Είμαι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχω μετεκπαιδευτεί στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στη δημόσια εκπαίδευση ως δασκάλα, συνταξιοδοτήθηκα όμως το 2014 μετά από 30 χρόνια Υπηρεσίας. Εκτιμώ ωστόσο πως συνεχίζω να υπηρετώ τις ανάγκες του παιδιού μέσα από τα βιβλία μου, τα οποία μαζί με τις μελέτες λαογραφικού περιεχομένου που έχουν εκδοθεί ξεπερνούν πλέον τα εβδομήντα. Η θητεία μου ως δασκάλας αναμφίβολα «προικοδότησε» το Είναι μου με τη γνώση της παιδικής ψυχής και τους προβληματισμούς της κάθε ηλικίας, πρόκειται για ένα δικό μου «συν» που αποτυπώνεται, ευελπιστώ,  στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι.

Παρακολουθείτε παιδικό θέατρο; Σας μάγεψε κάποιο έργο, παράσταση, κείμενο;

Όταν ήμουν δασκάλα, πήγαινα στο θέατρο συχνά με τους μαθητές μου. Τώρα παρακολουθώ λιγότερο. Φέτος είδα δύο έργα. Ωραία σκηνικά, εντυπωσιακά κοστούμια, έλειπαν όμως τα μηνύματα που έχει ανάγκη η εποχή μας, αλλά και οι μικρές σιωπές ανάμεσα σε ορισμένες ατάκες, απαραίτητες για να ανασάνει ο Λόγος. Από φόβο προφανώς των σκηνοθετών μήπως το κείμενο κάνει «κοιλιά», βομβάρδιζαν το κοινό με λόγια και κινήσεις, έτσι που, τα παιδιά ιδιαίτερα, δεν είχαν το χρονικό περιθώριο να αφομοιώσουν τα τεκταινόμενα. Όχι, κανένα από τα δυο δε με μάγεψε. Για να μην αδικήσω όμως όλες τις παραστάσεις, ίσως δεν έκανα εγώ καλή επιλογή θεατρικών έργων. 

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Μόλις έφυγαν από τα χέρια μου για εικονογράφηση τρία βιβλία μου για παιδιά. Έτσι, μέχρι να αρχίσει ο νέος κύκλος επισκέψεών μου σε νηπιαγωγεία και σχολεία της χώρας, θα συνεχίσω το δεύτερο μυθιστόρημα που ήδη έχω αρχίσει να γράφω και το οποίο ελπίζω να καταφέρω να τελειώσω μέσα στη χρονιά.

Παρουσίαση του βιβλίου Ο μέγας Μελομακάρων …. εδώ κι εκείΟι καλοσυνόγατες και ο κακοπόντικας σύντομα στα δυο Πανδοχεία. 

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

18
Ιαν.
19

Donatella Di Pietrantonio – Αρμινούτα

«Αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω»

Τον μήνα που απογαλακτίστηκα, οι δυο οικογένειες μοιράστηκαν τη ζωή μου στα λόγια, χωρίς συγκεκριμένες συμφωνίες, χωρίς να αναρωτηθούν πόσο ακριβά θα πλήρωνα την αοριστία τους. [σ. 58] / Με το πέρασμα του χρόνου έχασα ακόμα κι εκείνη τη συγκεχυμένη ιδέα μου περί κανονικότητας και σήμερα στ’ αλήθεια αγνοώ τι τόπος είναι μια μητέρα. […] Είναι ένα ανυποχώρητο κενό που γνωρίζω ότι υπάρχει αλλά δεν το προσπερνώ. Ένα κενό που σε ζαλίζει αν κοιτάξεις μέσα του. [σ. 134]

Με μια βαλίτσα στο χέρι, η Αρμινούτα αναγκάζεται να επιστρέψει στην βιολογική της οικογένεια. Χρεωμένοι την είχαν δώσει, πέμπτο τους παιδί, σε μια ξαδέρφη που ήθελε μωρό και κοριτσάκι, αλλιώς δεν θα ξυπνούσε η αγάπη μέσα της. Ορφανή από δυο μητέρες εν ζωή, η πρώτη να την έχει εγκαταλείψει με το γάλα της ακόμα στη γλώσσα της και η άλλη να την επιστρέφει στα δεκατρία της, η Αρμινούτα αισθάνεται «ένα παιδί αποχωρισμών, απατηλών ή αποσιωπημένων συγγενειών, αποστάσεων». Εκείνος που νόμιζε για πατέρα της την παραδίδει και φεύγει· κι όταν αργότερα επανέλθει, αυτή με σκίρτημα χαράς τρέχει στην πόρτα, για να διαπιστώσει ότι απλά είχε ξεχάσει να της δώσει ένα κουτί παγωτό βανίλια, την αγαπημένη της γεύση. Το έφαγαν οι άλλοι, εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου του 1975. 

Μέσα σε λίγες μέρες μαθαίνει να παλεύει για το φαγητό της, να προσηλώνεται στο πιάτο της και να το υπερασπίζεται από τα καταδρομικά πιρούνια των άλλων αδερφιών. Κρεβάτι θα μοιράζεται με την μικρή της αδελφή Αντριάνα, με το κεφάλι της μιας στα πόδια της άλλης. Σ’ ένα σκοτάδι κατοικημένο από χνότα κι εφηβικό ιδρώτα, πρέπει να συνηθίσει και την υγρή θέρμη από τα ούρα της Αντριάνας, που της φεύγουν κάθε βράδυ. Ένα σπίτι συνωστισμένο από παιδιά και στο άλλο δωμάτιο μια γυναίκα που δεν ξέρει πώς να την αποκαλέσει. Μαμά; Η λέξη φωλιάζει στον λαιμό της και δεν αναπηδά ποτέ από κει μέσα. Όταν θέλει να της μιλήσει της τραβά την προσοχή με διάφορους τρόπους.

Από τα αδέλφια της ο Τζουζέπε είναι ακόμα μωρό κι ο Σέρτζιο είναι διαρκώς εναντίον της – «εσύ ζήτησες πίσω τούτη τη σαλεμένη;» – αλλά ο δεκαοκτάχρονος Βιντσέντζο της δίνει κάποια σημασία. Η πρώτη τους κοινή εμπειρία στο λούνα παρκ της μένει αξέχαστη. Το κορίτσι δεν είχε ξαναζήσει από κοντά την βία, αλλά ο πατέρας σφαλιαρίζει τα παιδιά σε κάθε παράπτωμα. Ο Βιντσέντζο έχει τάσεις φυγής, συχνά ακολουθεί τους πλανόδιους τσιγγάνους του λούνα παρκ ως άλλα χωριά κι επιστρέφει μέρες μετά, με όλες τις συνέπειες.

Όσο διαφορετική κι αν είναι, αρχίζει να δένεται με την Αντριάνα, που ανυπομονεί να γνωρίσει την πόλη της και να δει για πρώτη φορά την θάλασσα. Αρχίζει το δέσιμο με την Αντριάνα και οι πρώτες υποσχέσεις. Στο νέο σπίτι προσαρμόζεται σ’ έναν άλλο τρόπο καθημερινότητας. Δεν πετιέται τίποτα, τα πάντα ξαναμπαίνουν στο τσουκάλι. Όταν την ρωτάνε οτιδήποτε, κανείς δεν ακούει τις απαντήσεις της. Όταν καταφτάνει ως δώρο μια κουκέτα και καινούργια στρώματα με παραβάν, τα αγόρια το χρησιμοποιούν να τις τρομάζουν. Άμαθη στις άμυνες, δέχεται τις επιθέσεις ανήμπορη και θυμωμένη.

Η Αρμινούτα δεν παύει να αναρωτιέται για τον λόγο που δεν την κράτησε παραπάνω εκείνη που νόμιζε ως μητέρα της. Την θυμάται όλες τις τελευταίες μέρες να κάθεται στο κρεβάτι και να μην έχει καν την δύναμη να μαγειρέψει. Ήταν τόσο άρρωστη που δεν ήθελε να την στενοχωρήσει; Έμαθε ότι δεν μπορεί να την έχει κοντά της όταν την ζήτησε πίσω η αληθινή της μητέρα; Μια επιστολή της μένει αναπάντητη, ακόμα κι όταν επιχειρεί να της τραβήξει την προσοχή: Στο ίδιο δωμάτιο κοιμούνται και τ’ αγόρια που είναι πάνω από δεκαπέντε κι αυτό δεν νομίζω ότι θα σου άρεσε. Δεν ξέρω τι μπορεί να συμβεί εδώ μέσα. Εσύ που πας κάθε Κυριακή στην εκκλησία, που διδάσκεις στο κατηχητικό της ενορίας, δεν μπορείς να μ’ αφήσεις σ’ αυτή την κατάσταση.

Φαίνεται πως όλες οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν γκρεμιστεί· ακόμα και η νεαρή θεία Λίντια που της έκανε συντροφιά σπαράζοντας στα ερωτικά τραγούδια του ραδιοφώνου ή χορεύοντας σέικ στην τραπεζαρία με μάτια κλειστά και σκαρφιζόταν και μια ιστορία για κάθε σπόνδυλο της μικρής. Όταν έφυγε να δουλέψει σε μεγαλύτερα πολυκαταστήματα έστελνε καρτ ποστάλ με τα μνημεία της πόλης, «μετά μάλλον τελείωσαν». Όταν επέστρεψε το καλοκαίρι μιλούσε με ψεύτικη βόρεια προφορά κι η Αρμινούτα ντράπηκε για κείνη κι άρχισε να σκοτώνει την νοσταλγία της.

Κάποτε αποφασίζει να πάει στην παραθαλάσσια πόλη να την ψάξει. Παίρνει μαζί της την Αντριάνα, ιδανική πρόφαση για την μακρινή βόλτα, αν και στο σπίτι κανείς δεν ενδιαφέρεται για την απουσία των άλλων. Ο ναυαγοσώστης άνοιγε τις ομπρέλες όχι όμως και την αγαπημένη της θέση, λες και ήξερε ότι δεν θα είχε νόημα. Ακόμα και λαθρόβια πια της παραλίας που την είχε μεγαλώσει, μπαίνει στη θάλασσα με τον Βιντσέντζο και ξεχνούν ποιοι είναι. Αργότερα αυτός θα της χαρίσει μια καρδιά – κόσμημα, πιθανώς κλεμμένη, που θα διασώσει ως σήμερα κι ας μην την φόρεσε ποτέ. Κάθε φορά όμως που τον βλέπει να έρχεται, ένας εσωτερικός σπασμός στα σωθικά της κι ένα λίγωμα στην κοιλιά της. Απέφευγε να μείνει μόνη μαζί του και με βαριά καρδιά αγνοεί τα παρακλητικά του σφυρίγματα από την αποθήκη, μέχρι να επιστρέψει οργισμένος στο κρεβάτι του. Αργότερα, σε κάποιο νυχτερινό άγγιγμα, «μετέωροι στο χείλος του ανεπανόρθωτου», θα γράψει: Δεν ήμασταν μαθημένοι να είμαστε αδέρφια, κατά βάθος δεν το πιστεύαμε καν.

Η μοναχική κατόπτευση του σπιτιού της είχε αποβεί άκαρπη αλλά η Αρμινούτα κάθε τόσο πηγαίνει να επισκεφτεί την καλύτερη φίλη της, Πατρίτσια, τον έσχατο σύνδεσμο με την κλεμμένη της ζωή. Στις σύντομες φιλοξενίες βρίσκει λίγη παρηγοριά, προτού το λεπτό στρώμα της αγωνίας έρθει πάντα συνεπές το επόμενο πρωινό.  Κι ύστερα το πρώτο χαστούκι από την μάνα της, η αδόκητη πτήση του Βιντσέντζο, ένα ποτήρι νερό με γεύση αίματος, το παγωμένο σπίτι, η οριστική παραίτηση της μάνας του αχαλίνωτου γιου, το ψωμί πάντα χθεσινό από τον φούρνο για να είναι πιο φτηνό, τα γλυκά μάτια στον παντοπώλη για ένα καρότο, οι πρώτες μέρες του μικρού Τζουζέππε στο σχολείο κι αργότερα στο ίδρυμα, ένα «διαφορετικό» παιδί που δεν έπαψε να πηγαίνει να το βλέπει, ένα παιδί που φρόντιζε να της χαρίζει ένα φυλλαράκι όποτε έπεφτε κάποιο κοντά τους.

Στο ίδιο σχολείο γίνεται «αυτή που όταν ήταν μικρή την ήθελε για κόρη της μια μακρινή τους συγγενής, τώρα όμως που έγινε κοτζάμ δεσποινίς την επέστρεψαν στους ακαμάτηδες». Σύντομα γοητεύεται από την δασκάλα και τις πτήσεις των χεριών της στον αέρα που συνοδεύουν τα λόγια της. Η δασκάλα διακρίνει και τις ντροπαλές, με την κίνηση των χειλιών, απαντήσεις της κι αυτή είναι η αρχή μιας ενθαρρυντικής σχέσης, σε αντίθεση με την μάνα της, που παραπονιέται για το ρεύμα που χαλάει με το διάβασμά της. Αλλά η μελετηρή ζωή της έχει ήδη αρχίσει.

Η μητέρα της θάλασσας φρόντιζε μέσω της μητέρας του χωριού να φτάνει στα χέρια της Αρμινούτας ένα μικρό πόσο. Εκείνη περίμενε τα κέρματα μόνο και μόνο για την αίσθηση της θέρμης του χεριού της, θαρρείς και τις είχε αγγίξει η ίδια. Αλλά είναι τα έστω και ύποπτα χαρτονομίσματα του Βιντσέντζο που εκστασιάζουν την μικρή Αντριάνα: Με ξάφνιασε η έκστασή της. Εκείνος ο πόθος στα μάτια της στη θέα των χαρτονομισμάτων. Εγώ δεν είχα γνωρίσει κανένα είδος πείνας στη ζωή μου και τώρα ζούσα σαν ξένη ανάμεσα στους πεινασμένους. Το προνόμιο που κουβαλούσα από την προηγούμενη ζωή μου με ξεχώριζε, με απομόνωνε από την οικογένεια. Ήμουν η Αρμινούτα, αυτή που την είχαν γυρίσει πίσω. Μιλούσα μια άλλη γλώσσα και δεν ήξερα πλέον πού ανήκα. Ζήλευα τις συμμαθήτριές μου στο χωριό, ακόμα και την Αντριάνα, που γνώριζαν με βεβαιότητα τις μητέρες τους. [σ. 127]

Η Αρμινούτα δεν παύει να κάνει σενάρια για την επιστροφή της – αν και πότε θα την πάρουν πίσω, αν όλα έγιναν για να μην την στενοχωρήσουν. Καθώς θριαμβεύει στο σχολείο αναρωτιέται αν η μητέρα της θα χαιρόταν όταν μάθαινε τους καλούς βαθμούς. Σε μια συγκινησιακή περιγραφή, η μικρή γιορτάζει μόνη της τα γενέθλιά της στην υπόγεια αποθήκη του σπιτιού. Αγοράζει μια μιλφέιγ από το μοναδικό ζαχαροπλαστείο του χωριού, ζητάει κι ένα κεράκι, κι αφού δεν της το χρεώνουν, το θεωρεί ως το δώρο της. Σιγοτραγουδά το τραγουδάκι στα σκοτεινά, χειροκροτεί, σβήνει το κεράκι και χαίρεται το γλυκό της.

Σύντομα θα αποχαιρετήσει και την δεύτερη – πρώτη αυτή οικογένεια για το λύκειο στην πόλη: αποχωρισμός από την Αντριάνα, ένοικος σ’ ένα νέο σπίτι, σε μια άλλη οικογένεια, όπου, τουλάχιστον η κυρία Μπίτσε εκεί δεν της προσφέρεται ως υποκατάστατο, μόνο αρκείται να την περιβάλλει με στοργή. Τα Σαββατοκύριακα που επιστρέφει στο «σπίτι» της, η μητέρα της συμπεριφέρεται σα να έχει λείψει μόνο πέντε λεπτά, ενώ η Αντριάνα αισθάνεται προδομένη.

Όμως είναι αυτή η Αντριάνα που θα παραμείνει πολύτιμη αδελφή της Αρμινούτας, «τόσο μόνες και τόσο κοντά», που θα της διδάξει την αντοχή και που στο μαζί θα βρουν αργότερα την σωτηρία. Λίγο πιο πριν, η Αρμινούτα μόνη της θα πάρει όλη την δύναμη για την Μεγάλη Συνάντηση με εκείνη που νόμιζε ως μητέρα. Εξαντλημένη από μια διαρκή εσωτερική θερμοκρασία αλλά δυνατή από την αδικία, θα διεκδικήσει της απαντήσεις που της αξίζουν, προτού η ίδια η ζωή της δώσει την τελευταία κι οριστική. Όπως λέγεται κάποια στιγμή: Δεν φταις εσύ αν λες την αλήθεια. Η αλήθεια φταίει που είναι λάθος.

Πώς καταφέρνει η συγγραφέας να γράψει ένα τόσο σαγηνευτικό βιβλίο; Ίσως επειδή κατέχει την τέχνη της αφήγησης και την πλέκει με ακαριαίες φράσεις (απλών κατά τα άλλα λέξεων) που όμως κρύβουν η καθεμιά τους ολόκληρες καταστάσεις. Η νεαρή της πρωταγωνίστρια δεν εκμαιεύει ούτε εκβιάζει λεπτό την συγκίνηση. Όσο κι αν είναι φαρμακωμένη από εκείνο που θεωρεί σκληρή συμπεριφορά, η απορία, η αίσθηση της αδικίας κι η ανάγκη των απαντήσεων απλώς εκφέρονται με τον πιο απλό κι έξυπνο τρόπο. Ίσως γι’ αυτό κόβουν βαθιά. Αυτή η ιστορία ενηλικίωσης είναι ταυτόχρονα και μια διαρκώς ανοιχτό υπόμνημα πως η παιδικότητα χάνεται ολοένα και σε πιο μικρές ηλικίες. Τίποτα δεν περισσεύει εδώ, ακόμα κι οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής· αντίθετα, φορτίζουν κι αυτές μια διαρκώς ζεστή διήγηση. Έχω την αίσθηση πως ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να διαβαστεί κι από αναγνώστες στην ηλικία της Αρμινούτας.

Εκδ. Ίκαρος, 2018, μτφ: Δήμητρα Δότση, 216 σελ. [L’ Arminuta, 2017]

Στις εικόνες έργα των: José Jorge Oramas, Rick Beerhorst, Cynda Luclaire, Kathrin Honesta, Felice Casorati, Louis Treserras, Sora Ceballos-Lopez.




Μαρτίου 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Blog Stats

  • 972.268 hits

Αρχείο

Advertisements