William Golding – Ο άρχοντας των μυγών. The graphic novel. Διασκευή και εικονογράφηση Aimée de Jongh

Δεν είναι οι 342 σελίδες με τα εκατοντάδες βουτηγμένα στα χρώματα της φύσης, της θάλασσας και της πρωτόγονης ζωής καρέ· δεν είναι ούτε η εκπληκτική εικονογράφηση της Aimée de Jongh που αντλεί από την πλουσιότερη παράδοση των παιδικών και μεταπαιδικών κόμικς· είναι που όλα αυτά ζωντανεύουν ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα διαχρονικής αξίας, που συν τοις άλλοις έχει και το σπάνιο στοιχείο να αφορά και να γοητεύει εξίσου τους πλέον προβληματισμένους ενήλικους και τους πλέον ανυποψίαστους ανήλικους. Εμείς που έχουμε διαβάσει το βιβλίο (1954) και έχουμε δει και τις δυο κινηματογραφικές του μεταπλάσεις (1963, 1990 – υπάρχει και μια φετινή τηλεοπτική) μπορούμε να ξαναβρούμε την μαγεία στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ γραμμάτων και υποκριτικής, στις κινούμενες εικόνες των κόμικς αλλά στο βάθος ζηλεύουμε και εκείνους που για πρώτη φορά ανοίγουν τις σελίδες του χωρίς να γνωρίζουν τις τους περιμένει αλλά και τι περιμένει αυτά τα αγόρια που βρίσκονται λόγω πτώσης του αεροπλάνου τους σε ένα έρημο νησί.

Πρώτος εμφανίζεται ο Ραλφ που μόλις βλέπει νερό πανευτυχής βγάζει τα ρούχα του και βουτάει να κολυμπήσει. Η σταδιακή συνειδητοποίηση του προκαλεί ενθουσιασμό: «Πουθενά μεγάλοι»! Δίπλα του μια πλήρως αντίθετη μορφή, ο εύσαρκος και ασθματικός διοπτροφόρος Πίγκι (παρατσούκλι που αντιπαθεί καθώς του δόθηκε στο σχολείο) που δεν έχει μάθει καν να κολυμπάει, με εξίσου αν όχι περισσότερο συγκροτημένη σκέψη και λόγο. Όταν βρουν ένα κοχύλι που ονομάζουν «μπουρού» και σφυρίξουν τον χαρακτηριστικό ήχο μαζεύονται και τα υπόλοιπα επιζήσαντα παιδία στην παραλία αλλά και μια μαυροντυμένη ομάδα που υποτάσσεται στον αρχηγό τους Τζακ – δυο άλλοι δυο βασικοί ήρωες, που εκπροσωπούν την «ηθική» και «ανήθικη» πλευρά αντίστοιχα, ο Σάιμον και ο Ρότζερ, παρόλο που οι διακρίσεις δεν είναι πάντα τόσο ευκρινείς. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο αρχικός ενθουσιασμός σύντομα θα αντικατασταθεί από την βεβαιότητα της απαραίτητης ύπαρξης ενός αρχηγού και τελικά ο Ραλφ εκλέγεται με δημοκρατικό τρόπο ο Τζακ εμφανίζεται ως εχθρικός αντίπαλος είναι εμφανές και ήδη σχηματίζονται δυο στρατόπεδα.

Εδώ δεν υπάρχει κάποια μανιχαϊστική διάκριση – οι βασικοί ήρωες μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, όλοι ηλικίας από έξι έως δώδεκα, έρχονται αντιμέτωποι με μια σειρά ζωτικών, κυριολεκτικά, ζητημάτων τα οποία με την σειρά τους. Πώς επιβιώνει κανείς χωρίς δεδομένη τροφή, ανέσεις, σκεύη, γονείς; Ποιος φτιάχνει τους κανόνες και πώς ελέγχεται η εφαρμογή τους; Πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις και τι γίνεται αν διαφωνείς ριζικά; Πώς αναχαιτίζεται η επιθυμία έως λύσσα για εξουσία και η συνακόλουθη βία; Τι είδους σχέσεις και φιλίες αναπτύσσονται και πως επιβάλλονται οι ισχυρότεροι στους ανίσχυρους; Πώς αντιμετωπίζεται ο διαφορετικός Πίγκι; Πώς εξερευνάται και πώς τιθασεύεται ένα εξ ορισμού «άγριο» περιβάλλον; Πώς ελέγχεται το εγώ και ο εγωισμός; Πώς διαχειρίζεται κανείς τους φόβους του αγνώστου, της νύχτας, του θηρίου που πιθανώς παραμονεύει;

Το τελευταίο στοιχείο αποτελεί και εκείνο που θα οδηγήσει ταχύτερα την εκκολαπτόμενη αυτή «κοινωνία» στα άκρα. Ο ακαθόριστος εχθρός που παραμονεύει στο σκοτάδι και θεριεύει με τις φήμες θα οδηγήσει τον καθένα να επιλέξει ή να αλλάξει στρατόπεδο, να αισθανθεί ως μέρος δολοφονικού στρατού, να ζήσει την έξαψη της βίας, ακόμα να εξολοθρεύσει τους αντιπάλους. Εδώ δεν υπάρχουν νόμοι ούτε όργανα της τάξης ή δικαστές – ακόμα και οι κανόνες για να τηρηθούν επαφίενται στην κρίση των παιδιών. Αν αρχικά η φύση πρέπει να δαμαστεί, οι κατοικίες να οχυρωθούν και οι δεσμοί της ομάδας να σφιχτούν με χορούς και σύμβολα, αν η ανάγκη τροφής θα τα στείλει σύντομα ως κυνηγούς αγριογούρουνων στα βάθη του δάσους, εκείνο που τελικά θα τα χωρίσει είναι η λογική από τον παραλογισμό και ο πολιτισμός από την βαρβαρότητα. Το ένστικτο της βίας ενοικεί σε κάθε ανθρώπινη ψυχή και δεν χρειάζονται παρά οι κατάλληλες συνθήκες για να ξεσπάσει.

Έτσι λοιπόν δομείται η κάθε κοινωνία; Το κακό θα κρύβεται πάντα στην ανθρώπινη συνθήκη; Ακόμα και τα νεαρότερα μέλη της θα αφανιστούν μεταξύ τους, όπως οι ενήλικοι κατά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο η λήξη του οποίου είχε συμβεί δέκα χρόνια πριν την συγγραφή του βιβλίου; Υπάρχει φως στον ειδυλλιακό αυτό τόπο πέρα από το φυσικό; Υπάρχει φλόγα ζωής πέρα από εκείνη που ανάβει για να κάψει τα πάντα; Η πλευρά του Ραλφ δίνει μια πρώτη απάντηση αλλά υπάρχει ακόμα μακρύς δρόμος. Επανερχόμενος στην εικονοπλαστική δύναμη της διασκευάστριας – σχεδιάστριας, δεν έχω παρά να τονίσω πως τέτοιες αποδόσεις θα άξιζαν όλα τα έμπλεα νοημάτων μυθιστορήματα που πρέπει να διαβαστούν ιδίως από τους νεαρούς αναγνώστες.

Εκδ. Διόπτρα, 2024, σελ. 342, μτφ. Έφη Τσιρώνη. Περιλαμβάνονται μονοσέλιδο σημείωμα της εικονογράφου και πεντασέλιδο με πρώιμα σχέδια του έργου [Lord of flies – The graphic novel, 224]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

ΥΓ. Είναι εμφανές από τα παραπάνω ότι τα καρέ με βίαια περιστατικά είναι πολλά, συνεπώς μιλώντας για ανήλικο κοινό μπορεί ο κάθε γονέας να κρίνει πότε το παιδί είναι έτοιμο να το διαβάσει.

Anna Kemp – Κάτω τα χέρια από το δάσος

Πράσινη εξέγερση!

Είναι πολλά τα εικονογραφημένα βιβλία παιδικής λογοτεχνίας που μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως απολύτως επίκαιρα, αλλά αυτό εδώ πραγματεύεται το πλέον καυτό σύγχρονο οικολογικό πρόβλημα. Η καταστροφή των δασών, η εξαγορά του φυσικού τοπίου, η κερδοφορία εις βάρος του περιβάλλοντος, ο αφανισμός της πανίδας και της χλωρίδας, όλα βρίσκονται σε αυτό το συμβολικό παραμύθι. Διόλου τυχαία, ο κεντρικός ήρωας και … υποκινητής της εξέγερσης είναι ένας τυφλοπόντικας, ένα ήρεμο και ευγενικό ζώο που όμως εξαγριώνεται όταν δει τα παραπάνω, γιατί πραγματικά είναι αδύνατο να μείνει άπραγο καθώς αφορούν την ίδια του την ζωή, το ίδιο και εμείς, γιατί πρόκειται και για την δική μας.

Όλα ξεκινούν όταν ο τυφλοπόντικας δει καρφωμένη σε ένα δέντρο την πινακίδα «Το δάσος πουλήθηκε στον κύριο Εντμόν Τσιμεντόν του μεσιτικού γραφείου Μπετόν αντί για Γκαζόν». Το αρχικό σοκ δίνει την θέση του στην ψύχραιμη αντιμετώπιση. Η λογική μπορεί να επικρατήσει συνεπώς μια επιστολή προς τον αγοραστή θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους. Αρκεί μία και μόνο φράση: «Δεν μπορείτε να αγοράσετε το μοναδικό μας σπίτι, το πευκοδάσος». Ακόμα και όταν το επόμενο πρωί μια θορυβώδης μπουλντόζα χώνεται ανάμεσα στα δέντρα, εκείνος σκέφτεται δεν μπορεί, ίσως δεν πρόλαβε να φτάσει το γράμμα και έχει προνοήσει για δεύτερο σχέδιο. Τι κι αν βρέχει με χαλάζι, ξεκινά μαζί με τους φίλους του (βλέπω από τάρανδο ως ποντικάκι και από αλεπού και σκίουρο ως λαγό, ασβό και κάστορα μαζί με διάφορα πουλιά) για το γραφείου το Τσιμεντόν να διαμαρτυρηθούν. Τα βλέμματά τους αγριεμένα και φοβισμένα, το σύνθημα «Το όμορφο σπίτι μας, δεν θα πουληθεί!».

Νάτος ο αχρείος καταπατητής, στο γκρίζο του γραφείο με τα διαγράμματα στους τοίχους και τα μαραμένα φυτά στις γλάστρες. Γελάει και ξεκαθαρίζεται: το δάσος κοστίζει μια περιουσία και μια χαρά μπορούμε να ζήσουμε χωρίς δέντρα και φυτά. Οι εκφράσεις των ζώων αλλάζουν σε έκπληξη και απελπισία. Το επόμενο δισέλιδο είναι τρομακτικό. Οι μπουλντόζες πιάνουν δουλειά, η γη σείεται, τα δέντρα τσακίζονται, οι φωλιές των πουλιών πέφτουν, τα ζώα του δάσους το βάζουν στα πόδια τρομοκρατημένα. Ο τυφλοπόντικας σκέφτεται την έσχατη λύση: εφόσον ο Τσιμεντόν έρχεται αυθαίρετα να εγκατασταθεί στο σπίτι τους, αυτοί θα πάνε να μείνουν στο δικό του! Όμως είναι γνωστό πως τέτοιοι σαν και αυτόν δεν θέλουν να μοιράζονται το παραμικρό και όταν βλέπει το αρσενικό ελάφι να στέκει απειλητικό στο χολ γίνεται βίαιος όχι φυσικά με αυτό αλλά με το πιο μικρό ζώο που βλέπει μπροστά του.

Τα όρια ξεπεράστηκαν, ο τυφλοπόντικας ταράζεται, ο οργανισμός του βράζει από θυμό και οργή και το ξέσπασμα είναι τρομερό αλλά και θεαματικότατο. Το τράνταγμα που έζησε το δάσος τώρα μεταφέρεται στο σπίτι του αυτουργού, γιατί απλούστατα έρχεται το ίδιο «αυτοπροσώπως» και οι ρίζες του τρυπώνουν από το πάτωμα, λουλούδια ξεχύνονται από τα συρτάρια, φυτά καλύπτουν τους τοίχους και σε δυο έξοχες ζωοφιλικές εικόνα, τα πούπουλα χήνας που βρίσκονταν μέσα στα μαξιλάρια επιστρέφουν στις κατόχους που βγαίνουν από μέσα τους με κατάλευκα φτερά ενώ η γούνα της αρκούδας που χρησίμευε για χαλί ζωντάνεψε και αυτή και έβγαλε μια κραυγή. Η χλωρίδα και η πανίδα του δάσους θέλει βέβαια και το νερό της, οπότε οι βρύσες του μπάνιου πλημμυρίζουν τα ξύλινα πατώματα για να δροσίσουν και να ποτίσουν. Άφωνος ο Τσιμεντόν, μένει μια σκιά που πιάνει το κεφάλι της καθώς βλέπει το σπίτι του να μεταμορφώνεται καταπράσινο όμορφο δάσος γεμάτο ζωή, ένα καταφύγιο για ζωάκια και δέντρα αειθαλή». Άρχισε να τρέχει και, είμαστε βέβαιοι, τρέχει ακόμα.

Η μεγάλη συντροφιά εκπλήσσεται με το θάρρος του τυφλοπόντικα αλλά και ο ίδιος παραδέχεται πως δεν ήξερε πως είναι τόσο θαρραλέος. Φαίνεται λοιπόν πως μια πρώτη μεγάλη αλήθεια του βιβλίου είναι πως δεν γνωρίζουμε πόσο γενναίοι μπορούμε να γίνουμε μέχρι να φτάσει εκείνη η στιγμή. Και είναι η στιγμή όπου τα πράγματα δεν πάνε άλλο, η καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να απαντηθεί, η περιβαλλοντική καταστροφή να αντιμετωπιστεί. Με την υπέροχη, αλληγορική πράσινη εξέγερσή τους, τα ζώα μας δείχνουν τον δρόμο πως μπροστά σε τέτοια θεμελιώδη προβλήματα δεν έχει κανένα νόημα να είσαι θεατής ή να αποχωρείς ηττημένος, παρά οφείλεις να δοκιμάσεις όλους τους τρόπους, την έκφραση της άποψης, την επικοινωνία, την διαμαρτυρία, την διαδήλωση και αν χρειαστεί, την πιο δραστική λύση! Η εικονογράφος ζωντανεύει την ιστορία με πλήθος εκφραστικών ζώων και χρωματισμών.

Εικονογράφηση Natelle Queck

Εκδ. Διόπτρα, 2023, σελ. 32, μτφ. Τατιάνα Γαλατούλα [Wild wild wood, 2023]

Ιστοσελίδα της συγγραφέως εδώ

Ιστοσελίδες της εικονογράφου εδώ και εδώ

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.