13
Σεπτ.
12

Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου

Τα κατά (σπουδαίων) συγγραφέων ευαγγέλια

«Τι είναι η μυθοπλασία; Είναι να γράφεις μια απλή ιστορία με κοινότοπους ανθρώπους αλλά να τη γράφεις τόσο ζωντανά, με τόση ένταση και τόση αυτοσυγκέντρωση, ώστε ο αναγνώστης να τη νιώθει, να την κάνει δική του. […] Αυτό κάνει ο καλλιτέχνης με τον κόσμο. Παίρνει κάτι το συνηθισμένο και, μολονότι δεν το μετατρέπει σε κάτι ασυνήθιστο, δείχνει καθαρά πόσο ασυνήθιστο είναι το κάθε αντικείμενο στην κοινοτοπία του. Αυτή είναι τελικά η δουλειά της τέχνης: να δείχνει πόσο εκπληκτική είναι η κοινή εμπειρία». (Τζον Μπάνβιλ, σ. 44)

Πώς γεννιέται ένας συγγραφέας και γιατί αρχίζει να γράφει; Επειδή του αρέσει να διηγείται ιστορίες ή επειδή θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του μέσω των ιστοριών που επινοεί;  Πώς επιλέγει τα θέματά του και πώς καταλαβαίνει ότι μια ιδέα μπορεί να γίνει μυθιστόρημα και μια άλλη όχι; Ξεκινάει το γράψιμο ενός βιβλίου έχοντας την πλοκή ή την ιδεολογία του; Όταν γράφει σκέφτεται τον αναγνώστη; Πότε η βιογραφία γίνεται λογοτεχνία; Πότε αυτό που εμείς έχουμε ζήσει αποκτά ενδιαφέρον και για τους άλλους; Γιατί διαβάζουμε λογοτεχνία; Επειδή θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή άλλη από την αληθινή μας; Μήπως επειδή θέλουμε να μάθουμε μέσα από τις ζωές άλλων τι είναι η ζωή; Μια ολόκληρη σειρά ερεθιστικών ερωτημάτων οδηγούν στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνομιλίες που μεταγράφονται εδώ από την γνωστή τηλεοπτική εκπομπή που παρουσιάζει από το 2006 ο Α.Χ. είτε μόνος του είτε με την Μικέλα Χαρτουλάρη.

Ο Μάριο Βάργκας Λιόσα πιστεύειπως αν έχεις διαβάσει καλή λογοτεχνία, ο τρόπος με τον οποίο βιώνεις π.χ. τον έρωτα είναι πιο πλούσιος σε σχέση με αυτόν που δεν έχει μια τέτοια εμπειρία: «Η λογοτεχνία έχει αντίχτυπο στη ζωή μας, στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα: αναπτύσσουμε μια περισσότερο κριτική στάση, δεν μένουμε ικανοποιημένοι από το αληθινό κόσμο, θέλουμε να τον αλλάξουμε. Γι’ αυτό και όλοι οι δικτάτορες, αριστεροί και δεξιοί, προσπαθούν πάντα να ελέγχουν τη λογοτεχνία». Η Μάργαρετ Άτγουντ υποστηρίζει πως το διάβασμα επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν τη δική τους ζωή με πιο προσεκτικό τρόπο, τους δίνει ένα μέτρο σύγκρισης, ακόμα και τη σκέψη πως η δική τους ζωή είναι καλύτερη, πως μπορούν να αισθάνονται ευτυχείς εφόσον αυτό που διαβάζουν – τουλάχιστον όσον αφορά δυστυχείς καταστάσεις – δεν τους έχει συμβεί ακόμα.

Για τον Ίνγκο Σούλτσε η λογοτεχνία γεννά κάτι το εντελώς καθημερινό που έχει όμως ταυτόχρονα τη δύναμη να ξεπερνά τον εαυτό του και να διασπά το αυτονόητο της καθημερινότητας: «Και τότε, ξαφνικά, αντιλαμβάνεται κανείς το θαύμα της ζωής, πόσο μεγάλο θαύμα είναι ότι ζούμε, ότι ακούμε, βλέπουμε, γευόμαστε, αισθανόμαστε – πράγμα που ούτε καν σκεφτόμαστε στην καθημερινότητά μας». Για τον Αντόνιο Ταμπούκι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε «άλλοι». Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό».

«Το μυθιστόρημα είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη στον κόσμο όπου δύο άγνωστοι συναντιούνται κάτω από απολύτως οικείους όρους. Αναφέρομαι στον συγγραφέα και τον αναγνώστη. Μαζί φτιάχνουν το βιβλίο. Δεν είναι μόνο ο συγγραφέας. Είναι και ο αναγνώστης που επινοεί ένα βιβλίο. Κάθε αναγνώστης διαβάζει ένα διαφορετικό βιβλίο. Διότι φέρνεις όλη σου τη ζωή σε ό,τι διαβάζεις» λέει ο Πολ Όστερ και οι περισσότεροι συγγραφείς συμφωνούν για την αυτονομία της κάθε ανάγνωσης. Σύμφωνα με τον Χάρι Μούλις το βιβλίο δεν ανήκει τον συγγραφέα, αλλά στον αναγνώστη: «Το χαρακτηριστικό ενός καλού μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως. Ένα μυθιστόρημα δεν μπορεί ποτέ να είναι σωστό ή λάθος, όπως μια επιστημονική πραγματεία». Για τον Μάρτιν Βάλζερ ο κάθε αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα κάποιου άλλου δημιουργεί το δικό του μυθιστόρημα. «Μου γράφουν συχνά πολυσέλιδα γράμματα για κάποιο μυθιστόρημα μου: είναι άντρες και γυναίκες κάθε επαγγέλματος και καταγωγής, που πιστεύουν ότι μου γράφουν σχετικά με κάποιο κείμενό μου. Στην πραγματικότητα μου γράφουν για τον εαυτό τους, γι’ αυτό που οι ίδιοι νιώθουν σημαντικό όταν διαβάζουν ένα μυθιστόρημά μου».

Όσον αφορά τη σχέση Ιστορίας και λογοτεχνίας, ο Χαβιέρ Θέρκας υποστηρίζει ότι υπάρχει μεν μια αλήθεια, αλλά κατά πάσα πιθανότητα είναι το άθροισμα όλων των εκδοχών της πραγματικότητας. «Αυτό μπορεί να ισχύει για την Ιστορία, δεν ισχύει όμως για την ηθική: υπάρχει μια τεράστια ποικιλία ηθικών αληθειών. Εκεί δεν υπάρχει μια αλήθεια, αλλά πολλές. Εξαρτάται από την εποχή, την οπτική γωνία, το πρόσωπο που διερευνά». Ο ίδιος ομολογεί πως στα βιβλία του τον ενδιαφέρει περισσότερο να κατανοήσει (αλλά όχι και δικαιολογήσει) τους εχθρούς του, παρά τους φίλους του και να ερευνήσει γιατί οι καλύτερες προθέσεις και τα καλύτερα ιδανικά μετατράπηκαν σε τερατωδίες και δημιούργησαν μια επίγεια κόλαση αλλά και ποιος είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους ανθρώπους σε τέρατα.

Για τον Μούλις η μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία δεν είναι λιγότερο υπεύθυνη για τα εγκλήματα των καθεστώτων. Αν δεν μιλήσουμε για τις συλλογικές ευθύνες όσων ανέχτηκαν τη φρίκη, υποστηρίζει, θα έχουμε πάντα ανοιχτή την πόρτα σε άλλα παρόμοια εγκλήματα του μέλλοντος. Σε κάθε περίπτωση η Ιστορία είναι άτεγκτη, δεν ενδιαφέρεται για τα ατομικά δράματα, σε κάθε της στροφή δεν υπάρχουν αθώοι και ένοχοι, όλοι είναι αθώοι και ταυτόχρονα ένοχοι. Για τον Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ιστορική πηγή δεν είναι μόνο ό,τι βρίσκεται στα ράφια, αλλά και ό,τι κρύβεται στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Οι συγγραφείς εκφράζουν τις σύγχρονες πολιτικές τους ανησυχίες αλλά και πολλές διαπιστώσεις σε σχέση με το παρελθόν. Ο Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει πιστός στην φράση του Γκράμσι πως πρέπει να είμαστε απαισιόδοξοι στη λογική μας και αισιόδοξοι στη βούλησή μας· άλλωστε οι τελευταίες του λέξεις στο blog του ήταν ένα «Ευχαριστώ, Μανκέλ», που απευθυνόταν στον μόνο διάσημο συγγραφέα που μπήκε στα «πλοία της ειρήνης» για να σπάσουν το ισραηλινό εμπάργκο της Γάζας. Κατά τη γνώμη του η ελευθερία λόγου δεν αρκεί όταν περνάμε σε μια περίοδο όλο και πιο αυταρχικών δημοκρατιών· μπροστά δε στην παγκοσμιοποίηση, που είναι ο φασισμός της εποχής μας, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε και να ξαναδούμε τι σημαίνουν διεθνισμός και ελευθερία.

Σύμφωνα με τον Κάρλος Φουέντες, η εποχή της παγκοσμιοποίησης δεν επιτρέπει τις ένοπλες επαναστάσεις με την κλασική έννοια του όρου. Αν δεν καταφέρει η Δημοκρατία να προσφέρει φαγητό, μόρφωση και στέγαση στα εκατομμύρια των μη προνομιούχων τότε οι κατακτημένοι δημοκρατικοί θεσμοί θα κινδυνεύσουν. Στο ίδιος μήκος κύματος ο Ίνγκο Σούλτσε δίνει έμφαση στα οικονομικά θέματα και τις σχέσεις ιδιοκτησίας καθώς εκεί κρίνεται η ελευθερία μας, έννοια ανύπαρκτη όταν δεν υπάρχει κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη. Ο Τζον Λε Καρέ είναι απογοητευμένος που χάθηκε το τρένο όταν τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος και εξοργισμένος με τις ΗΠΑ που δεν μπορούν να φανταστούν την ύπαρξή τους χωρίς πολέμους, αλλά και τους Βρετανούς που γίνονται σκλάβοι της εξωτερικής της πολιτικής. Για τον Άμος Όζ το βασικό πρόβλημα του 21ου αιώνα θα είναι ο φανατισμός· το γεγονός ότι είμαστε συνεχώς και απόλυτα πεπεισμένοι ότι οφείλουμε να αλλάξουμε τον άλλον:. «Ο φανατικός είναι πάντα αλτρουιστής: θέλει να σε αλλάξει, ακόμα κι αν εσύ δεν το θέλεις. Κι αν δεν σε σώσει, σε σκοτώνει για το καλό σου. Ο συμβιβασμός είναι ζωή. Το αντίθετο του συμβιβασμού είναι ο φανατισμός και ο θάνατος».

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει τα πολιτικά δεδομένα; Όταν ο Λιόσα αναρωτήθηκε, όπως φανταζόταν πως κάνουν ακόμα πολλοί νέοι του Τρίτου Κόσμου, αν, από ηθική και πολιτική άποψη, είναι σωστό να αφιερώνεις τη ζωή σου στη συγγραφή, ειδικά όταν προέρχεσαι από χώρα με τόσα άλυτα προβλήματα, εμπνεύστηκε από τον Σαρτρ που έλεγε πως ναι, πως άξιζε τον κόπο, διότι η λογοτεχνία ήταν μια μορφή δράσης, διότι οι ίδιες οι λέξεις είναι πράξεις. Ο Εντσενμπέργκερ, αντίθετα, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να υπερτιμούμε το ρόλο της λογοτεχνίας: «Αν θέλω να καταπολεμήσω, για παράδειγμα, την πείνα στον πλανήτη, ένα ποίημα δεν είναι το πιο κατάλληλο μέσο. Η λογοτεχνία και η ποίηση είναι, κατά κάποιον τρόπο, αυτόνομες, δεν υπάρχουν για να εκπληρώνουν κάποιο πολιτικό ή κοινωνικό πρόγραμμα. Οι ρίζες της λογοτεχνίας έχουν σχέση με αυτά που έχει ανάγκη ο άνθρωπος, και σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που είναι πιο διασκεδαστικά, πιο ωραία και πιο αστεία από την πολιτική».

Ο Βάλζερ είναι βέβαιος πως ο ναζισμός αποτελεί οριστικό παρελθόν και πως δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να ξαναγίνει κάτι παρόμοιο: «Θεωρώ γελοίο, επειδή κάποιοι μισότρελοι ή δυστυχισμένοι νεαροί τρέχουν δεξιά κι αριστερά με τις σβάστικες στον ώμο, να πιστεύουμε ότι θα επαναληφθεί κάτι που συνέβη κάτω από συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες». Η Ναντίν Γκόρντιμερ τονίζει πως οι Έλληνες της Νοτίου Αφρικής δεν έδειξαν την παραμικρή ευαισθησία σε όσα συνέβαιναν στην μεγάλη πλειονότητα του λαού της και δεν ύψωσαν ποτέ φωνή διαμαρτυρίας, αλλά αντίθετα επιθυμούσαν την διατήρηση του καθεστώτος ανισότητας και ανελευθερίας. Ο Νικολό Αμανίτι διαπιστώνει ότι όλα όσα έμαθε από μικρός ως κακά πράγματα, την ανηθικότητα, την γελοιότητα, την χυδαιότητα, τώρα πια θεωρούνται συνηθισμένα και νόμιμα και ηθικά και δεν εκπλήσσουν πλέον κανέναν.

Ο Χρυσοστομίδης αφηγείται περίτεχνα και το περιθώριο των συνομιλιών: τις εντυπώσεις του από την υποδοχή, την επικοινωνία, την περιποίηση, τις απαιτήσεις τους αλλά και το σαλόνι τους, το γραφείο τους, την περιοχή όπου ζουν , με την ζωντανή γραφή μιας λογοτεχνίας ταξιδιωτικής– ταξιδιωτικής όμως όχι μόνο όσον αφορά τις γειτονιές των συγγραφέων και τους καθημερινούς τόπους της έμπνευσης, της δημιουργίας και της προσωπικής τους μυθολογίας. Επιπρόσθετα, καθώς διαθέτει την απαραίτητη γνώση του έργου τους, η συζήτηση επεκτείνεται σε ιδέες που πηγάζουν από συγκεκριμένα βιβλία κι έτσι ο αναγνώστης αποκτά έναν δεύτερο, ειδικότερο οδηγό ανάγνωσης. Οι υπόλοιποι συγγραφείς: Μωρίς Αττιά, Γκαμάλ Αλ Γιτάνι, Αντρέα Καμιλέρι, Ντάνιελ Κέλμαν, Χανίφ Κιουρέισι, Κλαούντιο Μάγκρις, Βλαντίμιρ Μακάνιν, Ιάν ΜακΓιούαν, Νόρμαν Μανέα, Ορχάν Παμούκ, Τζορτζ Πελεκάνος, Σέρχιο Πιτόλ, Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, Π.Ντ. Τζέιμς, Ντάριο Φο, Γιασμίνα Χάνρα και Άλαν Χόλινγκχερστ.

Δεν είναι λίγες οι φορές οι συγγραφείς εκφράζονται με αυτοσαρκασμό για το έργο και την εποχή τους, όπως ο Άμος Όζ, που παραδέχεται πως όταν γράφει τα βιβλία του ο νους του πηγαίνει καμιά φορά στους ανθρώπους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί: «Σκέφτομαι ποια άραγε γνώμη θα έχουν για μας, αν τύχει να μας διαβάσουν. Αν θα μας αγαπήσουν ή αν θα μας αντιμετωπίσουν ως τους απόλυτους ηλίθιους». Ή παραδέχονται με συγκινητική ειλικρίνεια τους λόγους που τους ωθούν στη γραφή, όπως ο Ταμπούκι: «Ίσως περισσότερο η αίσθηση ότι η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή. Είναι η διάθεση να πλάσεις μια άλλη πραγματικότητα. Είναι ότι η ίδια η ζωή δεν είναι αρκετή για τους συγγραφείς. Γράφουμε κυρίως επειδή η ζωή δεν μας αρκεί».

Πλήρης τίτλος: Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 589.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 31 (Φθινόπωρο 2012).

Στις εικόνες: John Banville, Antonio Tabucchi, Paul Auster, Javier Cercas, Harry Mulisch, José Saramagu, Hans Markus Enzersberger, Martin Walser, Niccolò Amaniti, Amos Oz.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Σεπτεμβρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιολ.   Οκτ. »
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Blog Stats

  • 862,027 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: