Author Archive for

09
Δεκ.
19

Μπάμπης Αργυρίου – Άλμπουμ διασκευών

Η άγραφη πρόζα του ροκ

Η ιδέα σιγοκαίει εδώ και χρόνια όλους όσοι από εμάς έχουν την τύχη να ζουν και ν’ αναπνέουν μέσα από την μουσική, πόσο μάλλον αν αφιερώσαμε τρισεκατομμύρια στιγμές στην προσπάθεια να την μεταγράψουμε σε κριτικά κείμενα μέσα σε περιοδικά, φανζίν και ραδιοσταθμούς: Να υπήρχε επιτέλους ένα βιβλίο που να μετέτρεπε σε πρόζα τα ίδια τα τραγούδια των συγκροτημάτων που αγαπήσαμε, τους στίχους τους, την πορεία της μπάντας, τις ίδιες τις ζωές των μελών της. Αλλά τίποτα! Ένα αχανές χρυσωρυχείο ιστοριών έμενε κλεισμένο μέσα στους δίσκους και την ιστορία του ροκ εν ρολ. Ίσως υπάρχει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια άκρη του κόσμου, αλλά ψάχνοντας χρόνια δεν έχω πέσει πάνω του. Τώρα όμως…

Έτσι οι ιστορίες εδώ αναβλύζουν μέσα ή με αφορμή το ατόφιο ροκ των Ramones και των Clash ή το πανκ των Sex Pistols, τα σκοτάδια των Cure και τις αβύσσους του Nick Cave και των Dead Can Dance· εδώ «γράφουν» ή «γράφονται» αρχιμάστορες όπως ο Bob Dylan και ο Neil Young, διαχρονικοί ραψωδοί όπως οι Tim Buckley, Nick Drake και Leonard Cohen, αιώνιοι ρόκερς σαν τον Iggy Pop και τον Rory Gallagher κι όσοι άλλοι ενέπνευσαν (ενίοτε προκάλεσαν!) τα διηγήματα του βιβλίου: The Beatles, The Rolling Stones, Pink Floyd, Simon & Garfunkel, Bob Marley, The Go-Betweens, R.E.M.,The Walkabouts, Rage against the Machine/Magazine, Talking Heads, Tindersticks, Massive Attack, Radiohead, Nirvana, PJ Harvey, Bjork κι όσοι αναφέρονται εδώ πιο κάτω.

Κάθε κείμενο έχει τίτλο το όνομα του εκάστοτε καλλιτέχνη/γκρουπ μαζί με μια φράση σαν πρόγραμμα κι επίγραμμα μαζί. H ζωή σου μπορεί να επιδεινωθεί και χωρίς την κινητοποίησή σου, αναγράφεται στο δεκασέλιδο του αφηγητή Tom Waits και η ιστορία δεν θα μπορούσε παρά ν’ αρχίσει σ’ ένα μπαρ, που στην μια του γωνιά κάποτε άραζε η Λουσίντα· τώρα του έστειλε χριστουγεννιάτικη κάρτα απ’ τη Μινεάπολις, γράφοντας ότι ξεμπέρδεψε με τις καταχρήσεις, ζούσε μ’ έναν μουσικό που την αγάπησε, υιοθέτησε το παιδί της και την έβγαζε για χορό κάθε Σαββατόβραδο. Αλλά μπορεί όλα να είναι και ψέματα, να ξαναγύρισε στο Σαν Λεμέντε και να δούλευε πάλι σαν πουτάνα. Ο Τζωρτζ παραδίπλα ψελλίζει Μόνο όταν ονειρεύομαι είμαι αθώος, μέχρι την στιγμή που το ενδιαφέρον του αφηγητή πάει στην νεαρή Μέλανι, με την οποία αρχίζει ένας διάλογος πλημμυρισμένος από ιστορίες που ίσως εμείς οι πιστοί του Waits γνωρίζουμε καλά. Αποτυχημένες σχέσεις, ματαιωμένες φυγές, τα φιλιά που είναι πάντα σαν φιλιά ξένων.

Ο συγγραφέας μας αιφνιδιάζει με την θέση στην οποία βάζει κάθε φορά τον καλλιτέχνη του. Ο Lou Reed γίνεται ταξιτζής που μονολογεί στους πελάτες τους κατά τις κούρσες του – που αλλού; – στη Νέα Υόρκη. Η Αφροδίτη με τις Γούνες, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα του Μανχάτταν, εκείνοι που περπατούν στην άγρια πλευρά της πόλης και της ζωής, όσο έκαναν ό,τι ταπεινωτικό τους ζητήθηκε για να επιβιώσουν, είναι όλοι παρόντες στην λακωνική του πολυλογία. Και φυσικά η Κάρολιν, που την συγκρίνει με τον χρόνο, που ποτέ δεν είναι αρκετός, που είσαι ανήμπορος να τον κρατήσεις. Αλλά ο κόσμος χωρίς την αγκαλιά των γυναικών, μοιάζει μ’ ένα ανόητο παιδί. Αυτός ο τύπος πάντα αναζητούσε τα απλά και αυθόρμητα πράγματα, όσα φτιάχνουν μια perfect day· δεν θέλει άλλες ενοχές, αρνητικές σκέψεις, τους μονίμως σκυθρωπούς ανθρώπους που συζητάνε για τα στραβά του κόσμου – ή αυτούς που πάντα σε στήνουν λες και είναι ντίλερ! Δεν του αρέσει να μετανιώνει για τίποτα, αφού κάθε φορά έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό. Κανείς δεν του δίδαξε την διαχείριση του θυμού ή την ομορφιά της λησμονιάς. Όμως σε ποιον πελάτη τα λέει όλα αυτά ο Lou και πότε; Αν φτάσουμε ως το τέλος και ξαναδιαβάσουμε την ιστορία, τότε όλα αλλάζουν.

Θα μπορούσε, λοιπόν, μια τέτοια σύλληψη να μείνει στα προφανή ή στα λιγότερο προφανή των τραγουδιών ή των ίδιων των καλλιτεχνών. Οι ιστορίες θα ήταν ποικίλες κι ατέλειωτες και δεν ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Αλλά γνωρίζουμε καλά τις γραφές του Αργυρίου: δεν ευχαριστιέται με μια ιδέα, θέλει να την σκάψει ακόμα παρακάτω. Κι έτσι σχεδόν «διήγημα» έχει μια ευφάνταστη σχέση με το τιμώμενο όνομα. Ενδεικτική η περίπτωση της Patti Smith που παραμερίζει στην άκρη για να δούμε τρεις βαθύτατα κινηματογραφικές και ροκ εντ ρολ ιστορίες. Η πρώτη έχει ως πρωταγωνιστή τον Τζο, καπετάνιο σε μαούνα στον Χάντσον της Νέας Υόρκης, με μια κρυμμένη γραφομηχανή στην καμπίνα του, ερημίτη ακόμα κι όταν βρίσκεται με παρέα, να συναντάει κάπου κάπου την Ζακλίν με το τεχνητό πόδι ή την Φέι, ιδανική παρέα για να «χτυπάνε» μαζί.

Η δεύτερη μοιράζεται σε περισσότερους χαρακτήρες που ζουν παραισθησιογόνες κι ερωτογόνες ζωές θυμίζοντας χαρακτήρες του Μπάρροουζ. Και η τρίτη πρωτοπρόσωπα ξεφυλλίζει κάτι σαν ημερολόγιο ενός κλέφτη ο οποίος δεν παύει να αναζητά τον αγνό έρωτα: Η περιπέτεια της ζωής μου ήταν ένα εκτεταμένο ζευγάρωμα, φορτισμένο και περιπλεγμένο από μια βαριά, παράξενη ερωτική τελετή. Το ερωτικό παιχνίδι αποκαλύπτει έναν κόσμο χωρίς όνομα, που φτιάχνεται από τη βραχνή γλώσσα των εραστών, η οποία ψιθυρίζεται στο αφτί και το πρωί ξεχνιέται [σ. 112]. Στην ουσία χαιρόμαστε τρεις συμπυκνώσεις ισάριθμων βιβλίων των Alexander Trocchi, William Burroughs και Jean Genet, αγαπημένα της Patti Smith, όλα με ήρωες χωρίς ηθική, χωρίς ιερό και όσιο, ισόβια παραδομένους στους εθισμούς τους. Άραγε τα βιβλία που διάβασε ένας καλλιτέχνης μέχρι που εισχώρησαν στα τραγούδια του;

Η ιστορία των Calexico αναπνέει μέσα από την σκόνη του ροκ εν ρολ της λατινικής ερήμου. Μια οικογένεια ξεκινάει από την χώρα της για να διασχίσει μέσω Γουατεμάλας το Μεξικό κι από εκεί να βρεθεί στην γη της επαγγελίας. Γνωστή και χιλιοπαιγμένη ιστορία αλλά εδώ είναι τα παιδιά που παρασύρουν τους γονείς, κι οι εικόνες του ταξιδιού ό,τι πρέπει για στίχους νότιας καυτής μουσικής. Μια σπάνια εναλλαγή συναισθημάτων και καταστάσεων, μια ιστορία που φτάνει μέχρι το σημείο που μπορεί κανείς να θυσιάσει τα πάντα για μια νέα ζωή. Και πώς μπορεί κανείς να βάλει σε νέες λέξεις την παλιά περίπτωση των Joy Division; Με διάλογο των δυο διαφορετικών φωνών που μαλώνουν μέσα σ’ ένα κεφάλι – υπέρ ζωής και υπέρ αυτοχειρίας, με τον αγώνα να βαίνει ισόπαλος στα επιχειρήματα αλλά μόνο εκεί. Τρεις αυτόχειρες πλαγιοκοπούν και τους Black Sabbath, στην πιο απρόβλεπτη ιστορία, ενώ οι Clash, αντίθετα, αφήνουν σπαράγματα της αλληλογραφίας τους να συνθέσουν την δική τους.

Η κατά David Bowie πρόζα τον βρίσκει τηλεπαρουσιαστή, από την ταπεινή αρχή ως την κορυφή της καριέρας του, να ονειρεύεται ένα πρόγραμμα που θα μεταδίδεται σ’ ολόκληρο τον πλανήτη κι ακόμα παραπέρα. Έχει πέσει κανείς ποτέ από το διάστημα στη Γη; Μπορεί κανείς, αντί να ακολουθεί την μόδα, να την διαμορφώσει; Ο Αστράνθρωπος και η Λαίδη Αστερόσκονη, οι πανικόβλητοι του Ντιτρόιτ, οι γυναίκες της Suffragette City, τα τραύματα που είναι τα παράσημά μας, ο Major Tom και Α lad insane, όλοι κάνουν ένα πέρασμα από εδώ, με τελευταίο τον ίδιο που χαίρεται «γιατί άνοιξε μια πόρτα που θα μείνει για πάντα ανοιχτή». Η ζωή είναι ένας λόφος που ανεβαίνεις βαδίζοντας ανάποδα. Τον ανέβηκα τρέχοντας, ήμουν άνθρωπος της δράσης. Η ζωή είναι μικρή αλλά χωράει όσα κι αν σκεφτείς να κάνεις. [σ. 279]

Όταν όλη αυτή η πρόζα έχει τόσες φανερές κι άλλες τόσες υπόγειες αναφορές, τι είδους αναγνώστες μπορούν να την χαρούν; Εκείνοι που γνωρίζουν καλά τα ονόματα και θα τις αντιληφθούν πίσω από κάθε σχεδόν λέξη; σίγουρα· όσοι ενδιαφέρονται να μπουν σ’ ένα υπέροχο διακειμενικό παιχνίδι και να ψάξουν σαν ερευνητές τους στίχους και τα δεδομένα που κρύβονται εδώ; οπωσδήποτε! Αλλά και οι ανίδεοι, εκείνοι που δεν έχουν βυθιστεί σ’ όλη αυτή την μουσική και δεν θέλουν να αναζητούν πρόσθετα πέρα από τις σελίδες, μπορούν να απολαύσουν τις ιστορίες ως πρωτότυπες και ευρηματικές. Δεν χρειάζεται καμία προϋπηρεσία εδώ, ούτε καν να έχει διαβάσει κανείς τον συγγραφεά στο φανζίν του Rollin Under (1985-1991) ή στο Mic.gr που συνδημιούργησε από το 2000 και μετά, ούτε να τον έχει ακούσει στον ραδιοσταθμό του Radio Free (1980 – 1987). Τα προηγούμενα δυο μυθιστορήματα του συγγραφέα εδώ κι εδώ.

Εκδ. Mic Books, 2019, σελ. 336

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο αρ. 232, υπό τον τίτλο Look back in hunger.

Στις εικόνες: Tom Waits, Lou Reed, δυο προφανής αφίσες, μια προφανής κασέτα, P.J. Harvey.

01
Δεκ.
19

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 12 (Δεκέμβριος 2019), εδώ

XΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 1: Οι αισιόδοξες

Άρχισα λοιπόν να παίζω ένα παιχνίδι με κάθε γυναίκα που συναντούσα σε κινηματογραφική ταινία ξυπόλητη ή με τα γυμνά της πόδια να ξεχωρίζουν σε κάποια ιδιαίτερα σκηνή: έπαιρνα την θέση του εκάστοτε ήρωα για να την ζω μαζί της ξανά και ξανά· ενίοτε συνέχιζα την ιστορία από εκεί που έμεινε, καθώς αρνιόμουν να δεχτώ πως κάθε σχέση με τις ηρωίδες σταματούσε με το λογότυπο The end. Δεν σχετιζόμουν όμως μόνο με τις σαφώς αυτόνομες προσωπικότητες που πλάστηκαν από συγγραφείς, σεναριογράφους και σκηνοθέτες, μόνιμες πια κατοίκους του χωροχρόνου της ταινίας· αποκτούσα προσωπικές διασυνδέσεις με τις ίδιες τις ηθοποιούς, βέβαιος πως στις πολλαπλές τους προσωπικότητες είχαν προσθέσει κι εκείνες των ρόλων που υποδύθηκαν. Μεγαλώναμε μαζί και συνομιλούσαμε με κάθε ευκαιρία· ενίοτε ανταλλάζαμε και επιστολές, από τις οποίες σκοπεύω να δημοσιοποιήσω μόνο τις δικές μου, για να διαφυλάξω την ιδιωτικότητα των δικών τους. Όλες μαζί, υποκρίτριες ή αληθινές, μου κληροδοτούσαν μια γνώση – ευαγγέλιο που απαιτούσε να γίνει πράξη.

Το 1936 οι καιροί ήταν πια μοντέρνοι και με βρήκαν να δουλεύω περιτριγυρισμένος από μεγάλα γρανάζια και τεράστια μηχανήματα, χωρίς να γνωρίζω πως τα ίδια θα μ’ έδιωχναν από την δουλειά μου. Την ίδια στιγμή στην άκρη της πόλης ένα θηλυκό χαμίνι ονόματι Εllen αρνούνταν να μείνει πεινασμένο μαζί με τα μικρά του αδέλφια και πήδηξε σε μια βάρκα για να κλέψει ένα τσαμπί μπανάνες. Έτσι γνώρισα την Paulette Goddard, ξυπόλητη και τρεχούμενη στους δρόμους της πόλης, κυνηγημένη επειδή άρπαξε ένα καρβέλι από την ανοιχτή καρότσα ενός φορτηγού. Προθυμοποιήθηκα να εμφανιστώ ως ένοχος, άλλωστε είχα περάσει καλά στην φυλακή πριν λίγο καιρό όταν με συνέλαβαν ως κομμουνιστή ηγέτη· είχα αναπαυτικό κελί και δωρεάν εφημερίδα, για να διαβάζω τα νέα των απεργιών. Μια καλοντυμένη κακόψυχη κυρία με μαρτύρησε που ψευδομαρτύρησα και τελικά συνέλαβαν και το κορίτσι. Φρόντισα βέβαια να διασκεδάσω την τελευταία μου «ελεύθερη» βόλτα με τον αστυνόμο: πρόλαβα κι έφαγα μπόλικο φαγητό, αγόρασα τσιγάρα για μένα και σοκολάτες για κάτι μικρά παιδιά κι όταν μου ζητούσαν να πληρώσω έδειχνα αυτόν. Τι μπορούσε να κάνει; Να συλλάβει τον ήδη συλληφθέντα;

Έτσι βρέθηκα μαζί της στο κλουβί της αστυνομίας, που σύντομα ντεραπάρισε στο οδόστρωμα. Εκείνη βρέθηκε ήδη πίσω από μια γωνία και μου έγνεφε να αποδράσουμε μαζί. Με ελαφρώς βαριά καρδιά έριξα μια μέτρια ροπαλιά στον φρουρό κι έτρεξα προς το μέρος της. Τι ωραία που ήταν! Μου φαίνεται πως μου ηχούσε μια ωραία μελωδία έτσι όπως περπατούσαμε σ’ έναν άδειο φαρδύ δρόμο κι εκείνη μου χαμογελούσε, ενώ έλαμπαν τα μαυρισμένα της μάγουλα. Όταν την ρώτησα πού μένει μού απάντησε πουθενά και παντού. Καθίσαμε στο πεζοδρόμιο έξω από μια ωραία μονοκατοικία και αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν να είχαμε μια δική μας φωλιά. Σε μια πεταμένη εφημερίδα διάβασα πως ζητάνε νυχτοφύλακα σ’ ένα μεγάλο πολυκατάστημα. Με προσέλαβαν ενώ εκείνη με περίμενε έξω, τρίβοντας ανυπόμονα το πέλμα της στον τοίχο.

Όταν έφυγε και ο τελευταίος πελάτης έτρεξα και την έβαλα μέσα στην άδεια σάλα, μπήκα πίσω από το μπαρ και της σέρβιρα του κόσμου τα καλά. Ύστερα ανεβήκαμε στο κατάστημα των παιχνιδιών, φορέσαμε παπούτσια του πατινάζ κι έκανα ακόμα και με δεμένα μάτια, ενώ κάτω έχασκε το κενό (μου αρκούσε ο ίλιγγος του στροβίλου και η χαρά της παρανομίας). Στον όροφο με τις κρεβατοκάμαρες την έβαλα να κοιμηθεί στο καλύτερο κρεβάτι και στο μεταξύ αντιμετώπισα μερικούς ληστές, ήπια ένα βαρέλι ρούμι (οι σφαίρες τους άνοιξαν μια τρύπα που έρεε ακριβώς στο στόμα μου) και κοιμήθηκα εξαντλημένος μέσα στα υφάσματα. Φυσικά με συνέλαβαν και πιστώθηκα άλλο ένα δεκαήμερο στις φυλακές.

Με περίμενε ξανά περιχαρής πίσω από μια γωνία, με τα ποδαράκια της σηκωμένα στις μύτες, ενώ κάποιο γραμμόφωνο εκεί κοντά ξανάπαιζε την ωραία μελωδία. Μου ανακοίνωσε πως βρήκε ένα σπίτι για μας και με οδήγησε ως εκεί: ήταν μια στραβή καλύβα στη μέση του πουθενά. Κάθε τι που ακουμπούσα γκρεμιζόταν, με αποκορύφωμα μια πόρτα, που μ’ έριξε κατευθείαν στην λίμνη που κρυβόταν από πίσω. Αλλά και πάλι, εκείνη έσπευσε να με βοηθήσει, απλώνοντας μάλιστα το πόδι της να πιαστώ.

Το επόμενο πρωί κι ενώ το σπίτι κατέρρεε, τουλάχιστον με πιο αργό ρυθμό, μου σέρβιρε καφέ σε δυο κονσερβοκούτια αλλά η εφημερίδα (με κάποιο τρόπο στο φτωχικό βρέθηκε μια εφημερίδα) έγραφε ότι ξανανοίγουν τα εργοστάσια και η ιδιότητα του εργάτη με καλούσε. Χώθηκα μέσα στο πλήθος και πέρασα την πύλη την τελευταία στιγμή, για να βρεθώ ξανά στις μηχανές, αλλά ένα τούβλο που τυχαία πάτησα εκσφενδονίστηκε στο κεφάλι ενός αστυνομικού, θαρρείς μόνο και μόνο για να γελάσουν τυχόν θεατές στην άλλη άκρη του χρόνου κι έτσι φυλακίστηκα για άλλη μια φορά. Ευτυχώς στον έξω κόσμο εκείνο το κορίτσι έσφυζε από ζωή. Αρκούσε η μουσική ενός καρουζέλ για να την κάνει να χορεύει στη μέση του δρόμου – κάπου έμεινε για πάντα αυτή η σκηνή, ακριβώς τη στιγμή που πίσω της περνάει ένα πλοίο. Δεν βρέθηκε κάποιος ποιητής να την αιχμαλωτίσει αλλά ένας καταστηματάρχης που έτυχε να είναι παρών την προσέλαβε στο κέντρο του, κι εκεί άρχισε να χορεύει με παπούτσια μπαλαρίνας (χρυσά; ασημένια; έλαμπαν πάντως στην μαυρόασπρη εικόνα τους).

Την τρίτη φορά που άκουσα την μελωδία με περίμενε καλοντυμένη και παπουτσωμένη και με πήγε να προσληφθώ στην δουλειά της. Είπαμε ψέματα πως ξέρω να σερβίρω και να τραγουδάω. Φυσικά η αποτυχία μου ήταν διπλή και παταγώδης· όταν μάλιστα κλήθηκα να τραγουδήσω, ξέχασα τις λέξεις (ήμουν ένας βουβός κωμικός) αλλά τελικά έβαλα δικές μου, όποια μου ερχόταν στη διάθεση, όπως άλλωστε κάνω τώρα. Κανείς δεν κατάλαβε τον ανύπαρκτο ειρμό και πήρα την δουλειά! Πάνω που νόμιζα πως τελείωσαν τα βάσανά μου ήρθαν να συλλάβουν τον φύλακα άγγελό μου για τα γνωστά παλιά αδικήματα. Αλλά εμείς, πείσμονες της ελευθερίας, αποδράσαμε από το κέντρο ενώ η αυγή μας βρήκε στην άκρη του δρόμου όπου και άκουσα για τελευταία φορά την μελωδία. Τότε για πρώτη φορά είδα το χαμόγελό της να κρύβεται μουτρωμένο, καθώς με ρωτούσε δακρυσμένη τι νόημα έχει να προσπαθεί κανείς κι εγώ της απάντησα buck up never say die, we’ ll get along κι έσφιξα την γροθιά μου κι έσφιξε κι εκείνη την δική της γροθίτσα και τα μάτια της σπίθισαν όπως κι ο άδειος, μακρύς δρόμος μπροστά μας.

Πωλέτ, εγώ σε ακολούθησα για να μάθω την δική σου συνέχεια, συχνά για να σε συντροφεύω όταν ήσουν μόνη. Όσο μεγάλωνες γινόσουν μια όμορφη, μαχητική γυναίκα. Κυνήγησες τον έρωτα σε χώρες και τέχνες και είμαι βέβαιος πως κάπου κρύβεσαι ξανά πίσω από μια γωνία, μέσα στις δημιουργίες των εραστών σου: σε γραμμές που έγραψαν οι John Steinbeck, Aldous Huxley και Erich Maria Remarque, σε μελωδίες που ενορχήστρωσαν οι Artie Shaw και Anatole Litvak, σ’ ένα απραγματοποίητο πλάνο του Howard Hughes, σε κάποια σύνθεση του George Gershwin· ο τελευταίος σου μετάγγισε την αγάπη για το Μεξικό, όπου βρέθηκες για ένα φωτορεπορτάζ κάποιου περιοδικού (Η Πωλέτ Γκοντάρ ανακαλύπτει το Μεξικό), κι εκεί γνώρισες έναν ακόμα αλησμόνητο εραστή, τον Diego Rivera, που ζωγράφιζε σχεδόν απέναντι από το ξενοδοχείο σου. Εσύ δεν τον ειδοποίησες πως αναζητείται από την αστυνομία για την ανάμιξή του στην απόπειρα δολοφονίας του Τρότσκι, τον Μάιο του 1940; Χάρη σ’ εσένα μπόρεσε να διαφύγει και να κρύβεται για βδομάδες· του πήγαινες φαγητό, όπως στις παλιές ηρωικές ταινίες, και τον βοήθησες να φύγει για την Καλιφόρνια, γεγονός που σ’ έβαλε στο στόχαστρο μιας συνεχούς παρακολούθησης από τις αμερικανικές αρχές για το είδος των κόκκινων απόψεων που πιθανώς εκπροσωπούσες.

Μα προτού συμβούν όλα αυτά εσύ πήγες κι έμεινες μέσα σε δυο έργα του. Στο πρώτο φοράς ένα λευκό φουστάνι και κάθεσαι συντροφιά με μια γυμνόστηθη μιγάδα γηγενή γυναίκα. Εσύ δεν γύμνωσες το στήθος σου, όσο κι αν σου ζητήθηκε· απεναντίας το έκανες στα πόδια σου: έχεις βγάλει τα πασούμια σου και αγγίζεις με το αριστερό σου χέρι το δεξί σου πέλμα, ως ένδειξη -δε μου το βγάζεις απ’ το νου- πως δεν ξεχνάς το παρελθόν [Diego Riviera, Portrait of Paulette Goddard, 1940 – 1941]. Στο δεύτερο, σε μια πολυπρόσωπη τοιχογραφία, με το ίδιο φουστάνι και πάντα ξυπόλητη, βρίσκεσαι αντικριστά με τον ίδιο τον Δαιμόνιο Διέγο και φυτεύετε μαζί, με αγγιχτά χέρια, ένα λευκό δέντρο – σύμβολο, διάβασα, της ενότητας μεταξύ Βορρά και Νότου [Diego Riviera, Pan American Unity, 1940].

Σ’ όλα αυτά, ωραία μου Πωλέττα, στο αρχαϊκό σου σινεμά και στις μεξικανικές σου αφιερώσεις, δεν εξέφρασες μόνο τις αρετές που συνήθως εικονίζονται ανυπόδητες, όπως η αξιοπρεπή ένδεια ή η ψυχική αγνότητα, ούτε αγαπήθηκες μόνο έτσι επειδή κρυβόσουν από τους συνήθεις κυνηγούς της «νομιμότητας». Ήσουν η πρώτη από τις ξυπόλητές μου που περπάτησες με τόλμη σε μια διακήρυξη της αισιοδοξίας, για τον καθένα μας χωριστά και όλους μαζί. Φροντίζω να το θυμάμαι κάθε φορά που ακούω το Smile, από το σάουντρακ των Μοντέρνων Καιρών, την έξοχη σύνθεση που έγραψε ο μέγιστος έρωτάς σου Charlie Chaplin και τραγούδησε ο Nat King Cole και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως προσπάθησα και προσπαθώ, όσο μπορώ, να τηρήσω την καταστατική σας αρχή: Smile though your heart is aching, Smile even though it’s breaking, When there are clouds in the sky, You’ll get by If you smile through your fear and sorrow Smile and maybe tomorrow You’ll see the sun come shining through for you…

Με τόσο ξυπόλητο περπάτημα, προσφέρθηκε κανείς να σου τρίψει τα πόδια; Σε ακολούθησα σε ένα από εκείνα τα γουέστερν που συνδυάζουν Έρωτα και Ιστορία, στους Unconquered του Cecil De Mille (1947), όπου υποκρίθηκες μια σκλάβα που καταδικάζεται άδικα σε θανατική ποινή αλλά τελικά αγοράζεται από έναν Αμερικανό στην πορεία του προς την ονειρεμένη Δύση. Τόσο στο χαμαιτυπείο, όπου σε σώζει από διάφορους απειλητικούς άντρες όσο και σε μια πορεία σας στην φύση, εσύ έχεις βγάλει το παπούτσι σου και τρίβεις το ποδαράκι σου, προς αδιαφορία του κτήτορά σου Γκάρι Κούπερ, με τον οποίο σαφώς είσαι ερωτευμένη – κι εκείνος όπου να ’ναι, αν όχι ήδη. Ασυγχώρητος! Η μόνη στιγμή που έδειξε την έγνοιά του ήταν όταν πήρε το τρύπιο σου παπούτσι και το μάνταρε στην στιγμή, διατηρώντας, φυσικά ύφος, αγέλαστο.

Ήταν λοιπόν η εποχή όπου στις ταινίες ήταν αδιανόητο ο άντρας να τρίβει τα πόδια μιας γυναίκας, ακριβώς το αντίθετο δηλαδή με ό,τι βλέπουμε σήμερα σε πάσης φύσεως γυρίσματα. Εκείνες τότε αναγκάζονταν μόνες κι έρημες να ξεκουράσουν τις περπατημένες τους επιφάνειες, όπως, για παράδειγμα, η έκλαμπρη Carol Lombard στο Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), που σε μια σκηνή αλλά και στην ίδια την αφίσα της ταινίας βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, ρίχνοντας μουτρωμένες ματιές στον ασυγκίνητο συμπρωταγωνιστή της. Αλλά η απόλυτη σκηνή προσωπικής τριβής και δη μπροστά σε περισσότερους του ενός άντρες συμβαίνει στα πρώτα λεπτά της ταινίας Fallen Angel (Otto Preminger, 1945). Ο πρωταγωνιστής Άντριους αναγκάζεται να κατέβει από ένα λεωφορείο καθώς δεν έχει εισιτήριο και μπαίνει σ’ ένα ταπεινό καφεστιατόριο, όπου ο ιδιοκτήτης και μερικοί πελάτες συζητούν για την Στέλλα, την σερβιτόρα που έχει εξαφανιστεί για λίγες μέρες. Σύντομα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η υπέροχη Linda Darnell, με ταγέρ και καπέλο: είναι η άσωτη, που επιστρέφει ξανά στην φωλιά της. Αμέσως κάθεται, βγάζει το γοβάκι της και τρίβει το πέλμα της, χωρίς καν να κοιτάξει προς τους όρθιους άντρες. Προφανώς περπάτησε ώρες, κρύωσε και τα συναφή – είναι μια γυναίκα που δεν ήταν εκεί και με αυτούς που «έπρεπε» να είναι, αλλά αλλού και με άλλους.

Οι δυο σκηνές, και πολλές άλλες ανάλογες, διασώζουν ένα ενδιαφέρον στοιχείο. Η έκφραση της γυναίκας είναι παραπονεμένη, σα να επιθυμεί να μεταθέσει το κέντρο βάρους της πηχτής ατμόσφαιρας (που προφανώς στρέφεται εναντίον της) σε ελαφρότερα ζητήματα, για να εκμαιεύσει κάποια στοργή. Ειδικά η Νταρνέλ μοιάζει να θέλει να πάρει τον ρόλο ενός ταλαιπωρημένου θύματος «λέγοντας» πως τα πόδια της ήταν τα πρώτα που υπέφεραν στις άδικες περιπέτειές της. Βέβαια παρακάτω απλώνει τα χεράκια της σε ταμεία ή στα μπράτσα διαφόρων αντρών και όταν ο Άντριους την ερωτεύεται ο όρος είναι απαράβατος: ένα σπίτι δικό της. Η συνέχεια γνωστή και το ερώτημα αιώνιο: μέχρι πού μπορεί να φτάσει ένας άντρας για την ικανοποίηση μιας γυναίκας; Αλλά ήδη βρισκόμαστε σε μια άλλη κατηγορία κινηματογραφημένων ξυπόλητων γυναικών, τις νουαρέσσες. Προσεχώς λοιπόν. [Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται]

Οι ταινίες: Modern Times (Charlie Chaplin, 1936), Unconquered (Cecil De Mille (1947), Fools for scandal (Melvin LeRoy, 1938), Fallen Angel (Otto Preminger, 1945).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

01
Νοέ.
19

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ

Χ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Καθώς τα ξυπόλητα κορίτσια στα εξώφυλλα των δίσκων φωτογραφίζονταν αποκλειστικά σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους και πάντα στο ημίφως, αναρωτιόμουν: Δεν υπήρχε τραγουδίστρια να γυμνώνει τα πόδια της στο φυσικό φως;  Υπήρχε αλλά εντοπίστηκε στην άλλη άκρη του κόσμου! Ήταν ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι μεσογειακής κατατομής και σαρκώδους ομορφιάς, με μακριά μελαχρινά μαλλιά σε συμμετρικές αφέλειες, με μηρούς χυτούς και πόδια τορνευτά, όπως θα καλολογούσαν οι πεζογράφοι άλλων δεκαετιών.

Στα ίδια μουσική τοπογραφία αλλά σε αντίθεση με τις άλλες εξώφυλλες νεοϋορκέζες Κάρλυ και Κάρολ, η Λίντα Ρόνσταντ ήταν κορίτσι του ζεστού νότου της Αριζόνα. Προικισμένη κι αυτή με φωνητικό και συνθετικό τάλαντο, από το ντεμπούτο της κιόλας στο εξώφυλλο του Hand sown…Home Grown (1969) πόζαρε με λευκό φόρεμα μπροστά από φωτεινά δέντρα, πατώντας ξυπόλητη πάνω σε μια πέτρα και ένα σωρό φύλλα, ενώ στο οπισθόφυλλο καθόταν έξω από ένα πετρόκτιστο, σχεδόν αυτοσχέδιο σπίτι που έμοιαζε με καλύβα, τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα με ξέφτια, ξανά ξυπόλητη. Πίσω της ψηλά δέντρα και πράσινη ησυχία. Είμαι βέβαιος πως χαιρόταν ένα ένα τα φυλλαράκια κάτω από τα πέλματά της, εκτός αν τα είχε τόσο συνηθίσει στην φυσική της ζωή.

Ήταν άραγε η ίδια εκείνη φύση που την ωθούσε να βγαίνει ξυπόλητη στις συναυλίες της; Κάποτε την βρήκα με ανάλογη εμφάνιση σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να τραγουδάει με την μπάντα της, τους The Stone Poneys, το Α different drum. (Μπορεί κανείς να την χαρεί έτσι σε μια επιβραδυμένη εκτέλεση που διασώζεται στο αχανές βιντεοκλάμπ του διαδικτύου.) Σ’ εκείνο το έξοχο τραγούδι απομάκρυνε γλυκά κι αιχμηρά κάποιον που προφανώς επιθυμούσε να την περιορίσει στα δικά του δεσμά:  Εγώ κι εσύ ταξιδεύουμε στο χτύπο ενός διαφορετικού τύμπανου … δεν είμαι έτοιμη για κανέναν και τίποτα που θα μου βάλει τα ηνία… θα ζήσουμε περισσότερο αν ζήσουμε χωριστά. Με την ίδια μπάντα στο Train And The River ψέλλιζε και τον στίχο Ι remember we used to go barefoot hand in handΤα γυμνά πόδια ως ασυμβίβαστη φύση και ως κοινή βίωση – συμβίωση του έρωτα!

Η Λίντα απαρνήθηκε το Λος Άντζελες, όπου η επίδειξη της λάμψης ήταν υπερβολική και οι αυτοκινητόδρομοι απολύτως απαραίτητοι ακόμα και για να φτάσει ως το στούντιο, κι έφυγε για το Σαν Φρανσίσκο, φορώντας σίγουρα λουλούδια στο κεφάλι της. Αλλά η πολυπόθητη αρμονία βρισκόταν και πάλι αλλού κι έτσι προτίμησε την επιστροφή στο αριζόνιο Τούσον, να βρει το δικό της προσωρινό κάθισμα στη γη. Πριν και μετά από αυτήν, ανυπότακτα κι ελεύθερα τα ξυπόλυτα κορίτσια των δυτικών λειμώνων της άλλης άκρης του κόσμου, μαζί με τις χίππισες που διατήρησαν την ιδιότητά τους και μετά τα ψυχεδελικά χρόνια, ζούσαν σε καλύβες, τροχόσπιτα, φάρμες, ασράμ και πάσης φύσεως κοινόβια όπου βίωναν την φύση με κάθε τρόπο, από την αναπνοή τους μέχρι τα γυμνά βήματα στο χώμα. Άραγε γνώριζαν το παράδειγμα του Thoreau, που έφυγε για να ζήσει σ’ ένα δάσος κοντά σε μια λίμνη που του πρόσφερε και το όνομα του κλασικού του βιβλίου Walden, ή του Le Corbusier, που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων αλλά δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα κάπου στην Κυανή Ακτή; Είχαν διαβάσει τον Χάιντεγκερ, που έλεγε πως το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη; Συγκέντρωνα στοιχεία για τα αναχωρήτριες του κόσμου, που δεν αρνήθηκαν την ζωή άλλα έφυγαν για να την βρουν και να την μοιραστούν, για εκείνες που με συντριπτικές πιθανότητες θα χαίρονταν ξυπόλητες την γη.

Την ίδια εποχή στο καθιστικό μας άνοιξα με την έξαψη της παρανομίας το ξύλινο συρταρωτό πορτάκι του μπουφέ, σχεδιασμένου από τον Σκουρόπουλο της Πατησίων και συχνά  σκηνογραφημένου σε ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπως το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, με την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον νεαρό αποπλανητή ωραίων μοναχικών γυναικών σαν την Αλεξάνδρα Λαδικού, που τον υποδεχόταν με τα πασούμια της στο μοναχικό της σαλόνι. Στα ενδότερα του ντουλαπιού μια σειρά ευφάνταστα μπουκάλια με υποσχετικά ονόματα, όπως βερμούτ, τσέρρυ ή καμπάρι περίμεναν τον δοκιμαστή τους. Στην αριστερή άκρη σίγαζε μια πάκα παλιών δίσκων· στο φυλλομέτρημα μου αποκαλύφθηκε μια ζουμερή κοσταρικανή με πολύπτυχο φόρεμα, σφιχτές κοτσίδες και ξυπόλητη – εμφάνιση που θα είχε σε πολλά ακόμη εξώφυλλα. Δίπλα της δυο χαρωποί κιθαρωδοί με τουλάχιστον δυο λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά, το πόντσο και το σομπρέρο. Ονομάζονταν Los Machucambos κι επρόκειτο εμφανώς για σχήμα λατινοαμερικάνικης ευφορίας, που παρακινούσε τα σώματα σε χορευτικές χαρές, ενώ ένα τραγούδι με τον αναπάντεχο τίτλο El Otorrino Laringolo με προσκαλούσε να τους γευτώ όχι μόνο με ώτα αλλά και με λάρυγγα. Αυτό ήταν: η ονομαζόμενη Julia Cortes σχεδόν βγήκε από το κάδρο κι άρχισε μπροστά μου έναν ξυπόλητο χορό που μόνο χάρη στη μέθη μου μπορούσα να απολαύσω. Στο τέλος, κάτω από μια παραίσθηση καθαρά οινοπνευματώδη, σωριάστηκα στα χάρτινα πόδια της.

Έκτοτε σχεδόν χάθηκα στις εξοχές μιας μουσικής εξωτικής, όπως ονομαζόταν το είδος από κάποιους που προφανώς βρίσκονταν κάπου «μέσα», η οποία πήγαζε από μακρινούς τόπους: από την Αφρική και την Κεντρική και Νότια Αμερική, μέχρι την Καραϊβική και τον Νότιο Ειρηνικό. Τα ξυπόλητα κορίτσια της με τα χειροποίητα φουστάνια και τα θεαματικά κοσμήματα ακολουθούσαν μια εμφάνιση που ήταν αυτονόητη για όλες τις γυναίκες του τόπου τους. Σωστά ξωτικά της exotica, είχαν πάντα τα ποδαράκια τους ελεύθερα και κάτι θα σήμαινε αυτό, κάτι θα ήθελαν να πουν! Μακάρισα τους τυχερούς των νοτίων ημισφαιρίων που είχαν ως καθημερινότητα εκείνο που για μένα ήταν μια σπανιότητα. Όμως μια υποψία σφηνώθηκε μέσα στην ευδαιμονία μου: Μήπως δεν θα με συντάραζε η γύμνια των άκρων αν την είχα ανά πάσα στιγμή δεδομένη; Μήπως ακριβώς η κρυφότητα και η σπανιότητα απογείωσαν αν όχι προκάλεσαν την προτίμηση;

Το εφιαλτικό ενδεχόμενο επιβεβαιώθηκε σε μια δημόσια παρουσίαση βιβλίου από τον Δημήτρη Καλοκύρη, ο οποίος διαπίστωνε την απομυθοποίηση στα μάτια ενός ταξιδιώτη συγγραφέα [Αντώνης Καλαϊτζάκης, Ένας Έλληνας στη χαμένη Αφρική, εκδ. Παρατηρητής, 1997], ο οποίος έγραφε: Αυτό που εγώ βλέπω σαν κάτι παράξενο και μυστηριακό, γι’ αυτούς […] είναι καθημερινή ρουτίνα. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει, γι’ αυτούς είναι μια καθημερινότητα. Εγώ παίρνω τον αιθέρα της ομορφιάς του τόπου, γι’ αυτούς χάθηκε [1]. Αναρωτήθηκα κι εγώ αν αυτή ήταν η μικρή εκδίκηση του Δυτικού: να χάσει την αιώνια συνήθεια μα να κερδίσει ένα μοναδικό φετίχ. Ή αν πρόκειται για μια οριστική ήττα: να καταδικάστηκε να απολαμβάνει τα αλλοτινά ελεύθερα δώρα της ζωής σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις.

Σα να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με το Δοκίμιο για τον εξωτισμό του ταξιδευτή λογοτέχνη Βικτόρ Σεγκαλέν, αν ο εξωτισμός είναι η αισθητική και η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης. Όμως δεν νοείται σε αυτόν καμία προσαρμογή. Δεν είναι η τέλεια κατανόηση εκείνου που βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, κλείνοντας το μέσα μας, αλλά η οξεία και άμεση αντίληψη του αιώνιου ακατάληπτου. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την ευχή της αδύνατης διείσδυσης [2].

Αυτά μας έκαναν οι εξωτικές ξυπόλητες! Διατάραζαν τα δεδομένα μας και παρέμεναν ακατάληπτες και ασύλληπτες μέσα στους πόθους μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας βλέμματα. Όμως εκείνος ο στοχαστής των μακρινών οριζόντων είχε επιπλέον γράψει πως η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, αν οι δικές μας αστικές δυτικές γυναίκες κάποτε υποδύθηκαν εκείνες τις «ξένες», μπορεί στο βάθος να βρήκαν κάτι ολότελα δικό τους. Γι’ αυτό κι εγώ συνέχισα πλέον στις ταινίες να αναζητώ όλες τις εξωτικές· τις πραγματικές, που κάπου στον κόσμο θα ζούσαν δίπλα στη θάλασσα ή μέσα στα δέντρα και τις καλαμιές, και τις σταρέσσες που προσομοίασαν ιδανικά στις πρώτες και προσάραξαν σε καλαμένια δωμάτια και αμμώδεις αυλές.

Και πάντα θυμάμαι την Kerima, με το περήφανο ξυπόλητο βάδισμα της ανάμεσα στις ξύλινες ινδονησιακές καλύβες πάνω από το νερό, στην ταινία  Outcast Of The Islands (Carol Reed, 1952), μιας νέας που διάλεξαν για την ανατολική ομορφιά της και διέδωσαν την φράση της «ζω την ζωή της φύσης, περπατώ ξυπόλητη, κολυμπώ γυμνή», για να ταιριάξει με τον ρόλο της Aissa (όνομα που κυριάρχησε στον ελληνικό τίτλο της ταινίας: Αισά, το Ρόδο της Πολυνησίας)· την λατρευτή μου Gene Tirney στο Son of Fury (John Cromwell, 1942) να κουλουριάζεται στην αγκαλιά του Tyrone Power, με τις πατούσες της χωμένες στην άμμο των Νοτίων Θαλασσών· την Heddy Lamar ως αξέχαστη Tondelayo να παγιδεύει στα δίχτυα της δυο άντρες στην ζούγκλα του Κονγκό έχοντας φυσικά χορέψει ξυπόλητη (White cargo, Richard Thorpe, 1942)· την «βουβή» και διαρκώς γυμνόποδη βασίλισσα της ζούγκλας Edwina Booth στο Trader Horn, στην πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Αφρική (W.S. Van Dyke, 1931)· ακόμα και την αυστηρότερη Ava Gardner να εμφανίζεται ξυπόλητη σε μια ξύλινη αποβάθρα κάπου στην Αφρική με μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα κλίματα (Mogambo, John Ford, 1953).

Έσπευσα, βέβαια, να μειώσω τις χιλιομετρικές αποστάσεις για να αυξήσω τα ενδεχόμενα μιας πιθανότερης συνάντησης. Πιστός των μεσαιωνικών παραμυθιών και της βικτωριανής ατμόσφαιρας ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα αλλόκοσμο κορίτσι που εμφανιζόταν ξυπόλυτο σε εξώφυλλα δίσκων, σαλόνια περιοδικών και πάσης φύσεως φωτογραφίες επί και εκτός σκηνής. Οι χορευτικές της χειρονομίες πρόδιδαν την χορεύτρια που κάποτε υπήρξε, τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της σχεδόν μου γαργαλούσαν τα μάγουλα και τα γυμνά της πόδια τονίζονταν περισσότερο κάτω από τα μακριά της φορέματα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους.

Την άκουσα να μου κελαηδά με την ιδιαίτερη φωνή της μέσα από το κασετόφωνο του γειτονικού διαμερίσματος. Μου συστηνόταν ως Cathy και με αποκαλούσε Heathcliff· μου έλεγε πως κρυώνει και μου ζητούσε να την αφήσω να περάσει μέσα από το παράθυρο, βεβαιώνοντάς με πως γύρισε σπίτι, σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη. Από εκείνη διάβασα για πρώτη φορά πως ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την ευτυχία,  πως είναι πόνος βαθύς. Και μαζί υπήρξαμε στις φαντασίες μου πραγματικό ζεύγος σε σκοτεινό ρομάντζο, εξίσου μυθιστορηματικό μ’ εκείνο της Έμιλυ Μπροντέ. Η κατά κόσμον Kate Bush του Wuthering Heights έγινε η δική μου Ανεμοδαρμένη των Υψών της Αγάπης και την περιμένω, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα κάθε φορά που την ακούω, να έρθει πετώντας, όπως εμφανίζεται φτερωτή στο εξώφυλλο του Butterfly kisses (1988), μιας ανεπίσημης live συλλογής με αποσπάσματα από συναυλίες μεταξύ 1978 – 1987, με τα πόδια της ευκρινέστερα από ποτέ.

Στο τέλος, ίσως τίποτε απ’ όλα αυτά, τα στημένα μπροστά στους τρίποδες ή τα εκτεθειμένα στις σκηνές των συναυλιών, δεν είχε τόση μαγεία όσο μια στάση σ’ ένα γυμνό δωμάτιο. Εκεί ήθελα να με περιμένει μια γυναίκα απλή, γοητευτική όπως κάθε γυναίκα, με ελαφρώς ανταριασμένα μαλλιά, μ’ ένα χρωματιστό φουστάνι, ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα, με το βλέμμα της πάνω μου. Την έψαχνα για χρόνια μέχρι να την βρω σ’ ένα εξώφυλλο, γνωρίζοντας πως νωρίτερα φυλλομετρούσε τον Φερνάντο Πεσσόα και διάλεγε λέξεις του για να τις μελωδήσει με την φωνή της παρέα με δυο τσέλα. Την έλεγαν Μπεβίντα (Bévinda ((Ferreire)) και χάρη στον δίσκο της Pessoa em Pessoas (1997) διάβασα το Βιβλίο της Ανησυχίας, που με κατεύθυνε οριστικά στην γραφή των παθών μου. Το ιδανικό μου, έγραφε ο Πεσσόα, θα ήταν να τα ζω όλα σε μυθιστόρημα και να αναπαύομαι στη ζωή – να διαβάζω τις συγκινήσεις μου…. Για όποιον έχει τη φαντασία εύκολη, οι περιπέτειες ενός πρωταγωνιστή μυθιστορήματος είναι αρκετή προσωπική συγκίνηση, και ακόμα πιο πολύ γιατί είναι και δικές του και δικές μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη Λαίδη Μάκβεθ με αληθινή και άμεση αγάπη [3]. Έτσι άρχισα τούτο το μυθιστόρημα, για να διαβάζω τις συγκινήσεις που έζησα με τις αναρίθμητες ξυπόλητες των δίσκων, των ταινιών και της έξω ζωής, με τις οποίες αγαπηθήκαμε με άμεση και αληθινή αγάπη.

[1] Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν, εκδ. Άγρα, 2014, λήμμα Αφρικανός, σ. 31.

[2] Μαρία Στεφανοπούλου, «Ο εξωτισμός, η αισθητική του διαφορετικού και η εσωτερική εμπειρία. Για τον Victor Segalen», Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας, εκδ. Αρμός, 2015, σ.  90-120, ιδίως 105-107.

[3] Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Β΄, εκδ. Gutenberg, 2018, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, αρ. 348, σ. 111.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

23
Οκτ.
19

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 186. Λίζα Καβάγιου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Σας συνοδεύω ως την θύρα της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Εκεί, ακριβώς». Εκεί θα σας υποδεχθεί η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος της συλλογής, η κυρία Μάρω.  Η κυρία Μάρω στέκεται υποδειγματικά στην αρχή του βιβλίου ως πιο σοφή, πιο έμπειρη.  Αποτελεί την εισαγωγή σε μια σειρά μαχών μεταξύ των ηρώων και της καθημερινότητας.  Ο καθένας τους στέκεται ηρωικά ή όχι, ανάλογα με τις αδυναμίες και την ψυχοσύνθεσή του. Το «Εκεί, ακριβώς» είναι έντεκα διηγήματα εμπνευσμένα από έντεκα εικόνες, του φωτογράφου Μπάμπη Γιαννικάκη, που εστιάζουν ακριβώς τη στιγμή που οι ήρωες καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής τους.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Τα διηγήματα γράφτηκαν μέσα σε δύο χρόνια, αφότου γέννησα τον γιο μου. Είχα πάντα ιστορίες στο μυαλό μου αλλά τότε έκατσα τελικά να τις γράψω. Παρακολούθησα κάποια σεμινάρια, που με βοήθησαν αρκετά.  Οι συνθήκες δεν ήταν και δεν είναι εύκολες, διότι εργάζομαι, ασχολούμαι το απόγευμα εξ ολοκλήρου με τον γιο μου και καταλήγω να κοιμάμαι ελάχιστα προκειμένου να γράψω στις μόνες ελεύθερες ώρες που διαθέτω το βράδυ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Τελευταία έτυχε να γράψω σε ταξί στο κινητό μου. Επειδή, όμως, γράφω πολύ πιο γρήγορα στο πληκτρολόγιο απ’ ότι σε χαρτί, κυρίως γράφω όπου έχω υπολογιστή (σπίτι) ή laptop. Επίσης «γράφω» το μυαλό μου ενώ οδηγώ και συνήθως τότε μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η κυρία Μάρω είναι η αγαπημένη μου και αποτελεί ένα αμάλγαμα αγαπημένων μου πραγματικών προσώπων. Με ακολουθεί κάπως σαν συμβουλάτορας.  Αλλα γενικά, όχι, δεν συνηθίζω να σκέφτομαι ήρωες των οποίων την ιστορία έχω «κλείσει» στο νου μου, γιατί αφοσιώνομαι στους τρέχοντες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή ή στο μυαλό μου.  Συνήθως σκέφτομαι την αρχική ιδέα, την δουλεύω όλη μέρα νοητά και το βράδυ την καταγράφω.  Βέβαια με την καταγραφή έρχονται νέες ιδέες, προβλήματα, αδιέξοδα και νέες σκέψεις για την επόμενη μέρα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ανοίγω τον υπολογιστή μου, κλείνω εκκρεμότητες (λογαριασμούς, email, κοινωνικά δίκτυα) πριν ξεκινήσω και φροντίζω να έχω ανοιχτό μόνο το αρχείο στο οποίο πρόκειται να γράψω. Το καλοκαίρι συνήθως έχω ένα δροσερό κρασί και το χειμώνα ένα σκωτσέζικο ουίσκι. Μουσική σπάνια ακούω όταν γράφω ή όταν διαβάζω, γιατί με αποσπά. Τραγουδάω από μέσα μου, της δίνω πολλή σημασία και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να ακούσω ορχηστρικό metal γιατί με βοηθά να μείνω ξύπνια.

Ως προς τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις, αγαπώ το rock, alternative και κάποιες metal μπάντες. Η ελληνική μουσική σκηνή έχει πολλά χρόνια να με συγκινήσει, δυστυχώς. Αγαπημένος μουσικός και ποιητής, που θαυμάζω και μου ασκεί τεράστια επιρροή, είναι ο Nick Cave.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι κάπως ετερόκλητες γι’αυτό και στο βιβλίο μου δεν έχω συμπεριλάβει το μη-λογοτεχνικό μου βιογραφικό.  Έχω σπουδάσει στη σχολή Ηλεκτρολόγων και Μηχανικώς Υπολογιστών του ΕΜΠ και κατόπιν έκανα MSc in Computer Science στο Εδιμβούργο. Παράλληλα, πήρα πτυχίο στο πιάνο και στον χορό, και για κάποιο διάστημα δίδαξα και τα δύο. Από γλώσσες, πέρα από αγγλικά, έχω μάθει γερμανικά και ιταλικά.  Εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση χονδρικού εμπορίου κοσμημάτων. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με υπολογιστές για να αποφύγω τους ανθρώπους και κατέληξα να γράφω μόνο για αυτούς!

Οι θετικές επιστήμες σίγουρα με έχουν επηρεάσει στο να γράφω με μια λογική αλληλουχία, χωρίς κύκλους και αδιέξοδες σπείρες, ακόμη κι όταν αναφέρομαι σε ονειρικές καταστάσεις. Από τις καλλιτεχνικές μου σπουδές έχω πειστεί ότι αν θες να ακούσει ο αναγνώστης αυτό που έχεις να πεις, οφείλεις να το εκφράσεις δυνατά και καθαρά. Η εργασία μου, από την άλλη πλευρά, με έχει φέρει σε επαφή με μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων –εν δυνάμει ηρώων διηγημάτων- που καλούμαι να ψυχογραφήσω προκειμένου να συνεργαστώ επιτυχώς. Από όλα, κάτι μαθαίνεις αν θέλεις να μάθεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αν είχα τον χρόνο και τις γνώσεις, θα επέλεγα την Ζυράννα Ζατέλη.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω στο νου μου ένα μυθιστόρημα, το οποίο όμως μου κρατάει πολλά μυστικά ακόμη, οπότε δεν το ξεκινάω. Συνθέτω δύο νέες συλλογές.  Η μία αφορά ανθρώπους που τόλμησαν την υπέρβαση. Η άλλη, πιο ελαφριά και χιουμοριστική, αφορά παράδοξα και παιχνίδια της ειρωνείας και της τύχης στις ζωές μας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αυτή είναι μία από τις ερωτήσεις, που σίγουρα θα έχω πολλά ονόματα να προσθέσω, αφού στείλω την απάντηση. Ενδεικτικά λοιπόν, οι Χέμινγουεϊ, Πόε, Καμύ, Μπόρχες,  Δάντης,  Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Στάινμπεκ, Ζατέλη, Λουντέμης, Βιρτζίνια Γουλφ, Σκαμπαρδώνης, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ και η λίστα συνεχίζεται…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Κερασιές θ’ανθίσουν και φέτος (Λουντέμης), Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Ζατέλη), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Confiteor (Καμπρέ), Τα σταφύλια της οργής (Στάινμπεκ), Το άρωμα (Ζισκιντ).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου είναι πολύ δύσκολο να θυμάμαι τίτλους διηγημάτων, οπότε θα αναφερθώ στους συγγραφείς διηγημάτων που με έχουν συγκινήσει. Χέμινγουεϊ, Παπαδιαμάντης, Παπαδημητρακόπουλος, Ροϊδης, Σκαμπαρδώνης, Alice Munro, Flannery O’Connor και Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σκαμπαρδώνης, η Ζατέλη και ο Παλαβός. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία εντρυφώ στην παιδική λογοτεχνία λόγω του γιου μου, οπότε έχω μείνει αρκετά πίσω ως προς τις νέες ελληνικές κυκλοφορίες!

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζαν Μπατίστ στο «Άρωμα», ο Μερσώ στον «Ξένο» και ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πρέπει να είναι κοντά στα δέκα βιβλία ταυτόχρονα. Έχω μεγάλη περιέργεια να ξεκινήσω κάποιο νέο μου απόκτημα, οπότε δεν μπορώ να περιμένω να τελειώσω το προηγούμενο.  Είναι ο «Επικίνδυνος Οίκτος» του Τσβάιχ, το «Αστείο» του Παλαβού, τα Άπαντα του Σαχτούρη, δύο βιβλία με πεζά του Μπόρχες που μ’ αρέσει να ανοίγω και να διαβάζω τυχαία κάποιο, «Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια» του ντε Λούκα, «Η γραμματική της φαντασίας» του Ροντάρι, κάποια λογοτεχνικά περιοδικά και άλλα!

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω ηλεκτρονικές λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές. Είναι πολύ πιο προσβάσιμες και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες οι ηλεκτρονικές. Έχω ξεχωρίσει συγκεκριμένους κριτικούς, που δε με έχουν απογοητεύσει ποτέ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ήταν ανάγνωση ακριβώς, αλλά ακρόαση, γιατί ακούω και βιβλία στα αγγλικά μέσω του audible. Σε μια πτήση άκουγα τον Δράκουλα του Bram Stoker και αποκοιμήθηκα. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα την εξοχή, το σπίτι και τον ίδιο τον Δράκουλα, όπως τα περιγράφει ο συγγραφέας κι ήταν μια εμπειρία σχεδόν βιωματική, λόγω του ονείρου και της απώλειας της συνείδησης.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ να βλέπω τις παραστάσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μου αρέσει η ματιά της, οι πειραματισμοί που τολμά, και διαλέγει έργα που σου εντυπώνονται πολύ μετά το πέρας της παράστασης.  Ταινίες βλέπω κυρίως ξένες και με εμπνέει η απλότητα κι ο ρεαλισμός του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Δεν μπορώ τις επικές και  πολύ φορτωμένες, θορυβώδεις ταινίες. Συνήθως όταν γράφω φαντάζομαι την σκηνή όπου δρουν οι ήρωές μου, ως σκηνή ταινίας, ειδικά του Κισλόφσκι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Έχοντας μεγαλώσει με το διαδίκτυο και σπουδάσει τους υπολογιστές, δε με ξενίζει καθόλου.  Αποτελεί ένα ακόμη μέσο, που είτε θα το χρησιμοποιήσουμε έξυπνα είτε θα μας αποχαυνώσει. Ως προς την κοινωνική πλευρά του πράγματος, όπως σε οποιαδήποτε κοινωνική συναναστροφή, αργά ή γρήγορα ο καθένας δείχνει τον χαρακτήρα/απωθημένα/στόχους του και αντίστοιχα κρίνουν οι γύρω του.  Προσωπικά με διευκολύνει και με βοηθά να κρατώ ουσιαστική επαφή με φίλους σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό ακόμη και τώρα που έχω μηδενικό ελεύθερο χρόνο.  Άλλωστε το πόσο ουσιαστική είναι η επαφή μας με κάποιον δεν ορίζεται από το μέσο ή από το αν η επικοινωνία είναι σύγχρονη ή ασύγχρονη, αλλά από το κατά πόσον είμαστε διατεθειμένοι να επιδιώξουμε την ουσιαστικότητα των σχέσεών μας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οτιδήποτε «αιώνιο» μού μοιάζει τρομακτικό. Δεν θα με απασχολούσε τόσο η απώλεια της συγγραφικής μου ιδιότητας.  Θα έβρισκα άλλον τρόπο να εκφραστώ αργά ή γρήγορα, αλλά η ατέρμονη νιότη, χμ, βγαίνει εκτός των ορίων του εγκεφάλου μου…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί γράφετε;

Από τη μία γράφω για να πω κάποιες ιστορίες ανθρώπων που δεν θέλω να περάσουν στην αφάνεια. Να αναδείξω ήρωες και να διηγηθώ αυτό που δεν μπορούν εκείνοι. Από την άλλη, όμως, γράφω επειδή στον γραπτό λόγο εκφράζομαι καλύτερα από τον προφορικό, οπότε είναι το μέσο που ασυνείδητα διάλεξα για να με γνωρίσουν οι γύρω μου.

Στις εικόνες: Virginia Woolf, Ernest Hemingway, Nick Cave, John Steinbeck, Flannery O’Connor, Patrick Suskind, Μερσώ Εικονογραφημένος, Alice Munro, Κατερίνα Ευαγγελάτου.

20
Οκτ.
19

Βέρνερ Χέρτσογκ – Οδοιπορία στον πάγο

To περπάτημα ως ύστατη πράξη αγάπης

Κομμάτια σιδερικών απ’ το κατεστραμμένο πάνω κατάστρωμα κρέμονται στο ενδιάμεσο, και το πλοίο ολόκληρο θυμίζει χαμένη ναυμαχία. Ο Φιτσκαράλντο τα ’χει χαμένα, δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα τι ακριβώς συνέβη. Αυτό το χτύπημα της μοίρας ήταν πολύ δυνατό για να μπορέσει να το αφομοιώσει. Ο Χάιμε, με αίματα στο στόμα του – κάπου θα χτύπησε – ανακρίνει τους Ινδιάνους που έχουν απομείνει στο πλοίο. Όλοι μαζί είναι τέσσερις, και δίνουν με ζωηρές κινήσεις και ευτυχισμένα, χαλαρωμένα πρόσωπα αναφορά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι τους κάνει να δείχνουν ιδιαίτερα ανακουφισμένοι, σχεδόν χαρούμενοι. [Βέρνερ Χέρτσογκ, Φιτσκαράλντο (αφήγημα), Εκδ. Θεμέλιο, 1984, μτφ. Μαριλένα Κασιμάτη, σ. 151]

Ποιος μπορεί να ξεχάσει το τέλος του οράματος του Φιτσκαράλντο, να φέρει τον Ενρίκο Καρούζο σε μια πόλη του Περού, μέσα σε μια ζούγκλα γεμάτη σαπισμένες σανιδοπαράγκες πάνω στις λάσπες, για να πραγματοποιήσει μια μεγάλη τελετουργία στον Βέρντι; Εκείνο το αδιανόητο εγχείρημα, να περάσει ένα γιγαντιαίο ατμόπλοιο από ένα βουνό για να πάει από το ένα ποτάμι στο άλλο, με την βοήθεια μιας φυλής Ινδιάνων που μάγεψε με τη φωνή του Καρούζο μέσα από εκείνο το γραμμόφωνο που αντηχούσε στα παρθένα δάση, δεν χρειάστηκε παρά λίγα δευτερόλεπτα να διαλυθεί, όταν οι Ινδιάνοι έλυσαν κρυφά το πλοίο, για να το πάρει ξανά το ποτάμι, ως θυσία στον δικό τους θεό του χειμάρρου. Και, ακόμα, πώς να λησμονήσει κανείς τα τελευταία λεπτά του Cobra verde, ένα από τα συναρπαστικότερα τέλη που ζήσαμε ποτέ στον κινηματογράφο;

Σχέδια που μοιάζουν απραγματοποίητα αλλά δεν εγκαταλείπονται χάρη στις εμμονές των αυτουργών τους, πορείες στον αχανή χώρο που ταυτίζονται με τις διαδρομές ολόκληρων βίων… ο ιδιότυπος και αμφιλεγόμενος Γερμανός σκηνοθέτης έφτιαχνε σε εικόνες εκείνο που δύσκολα μπαίνει σε λέξεις. Κι όμως, εδώ, είναι η πρόζα του που αποδεικνύεται πλήρης και αυτόνομη, που δεν χρειάζεται καμία κινηματογράφηση. Αυτή την φορά εκείνο που μοιάζει απραγματοποίητο είναι ένα ταξίδι με τα πόδια, από το Μόναχο ως το Παρίσι. H ιδέα του ήρθε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ότι η Λόττε Άισνερ, σπουδαία θεωρητικός του κινηματογράφου και μέντοράς του, είναι βαριά άρρωστη· τότε σκέφτηκε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέψουμε τον θάνατό της», πόσο μάλλον στην παρούσα στιγμή που ο γερμανικός κινηματογράφος την χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε.

Κι έτσι συνέλαβε την αδιανόητη ιδέα, να πάει να την συναντήσει, κάνοντας το ταξίδι με τα πόδια, μετατρέποντάς το σε προσκύνημα για να ξορκίσει τον θάνατο. Ακολούθησε την ευθύγραμμη διαδρομή για το Παρίσι, με την ακλόνητη πίστη ότι όσο θα περπατούσε, τόσο εκείνη θα έμενε ζωντανή. Το βιβλίο αποτελεί ακριβώς τις ημερολογιακές σημειώσεις εκείνου του οδοιπορικού, που όμως δεν προορίζονταν για το αναγνωστικό κοινό. Τέσσερα χρόνια μετά ξαναπιάνοντας το μικρό σημειωματάριο ένιωσε την επιθυμία να μοιραστεί το κείμενο.

Έξοδος από το Μόναχο, περιφερειακά νοσοκομεία, τροχόσπιτα, αυτόματα πλυντήρια αυτοκινήτων, ξεχορταριασμένα χωράφια που εκτελούν χρέη γηπέδου, προαστιακοί σταθμοί, κλειστά αγροκτήματα, μισοτελειωμένες οικοδομές, εξοχικές κατοικίες σε χειμερία νάρκη, στρατώνες, καταφύγια από τον δεύτερο παγκόσμιο, καταυλισμοί τσιγγάνων εγκατεστημένων με μισή καρδιά σ’ αυτά τα μέρη, αγροτικές εργασίες και το μονότονο θέαμα των ξυλοκόπων. Η φύση επίμονα παρούσα – αχανείς πεδιάδες, λασπωμένα ζαχαρότευτλα, κρωξίματα των πουλιών. Και πάνω απ’ όλα, η μοναξιά των αυτοκινητοδρόμων που «σπάει μόνο με τις κωνικές δέσμες από τα φώτα των προβολέων» – πώς να μη θυμηθεί εδώ κανείς τον απόλυτο δίσκο τους, το Autobahn των Kraftwerk που κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο (1974);

Ο περιπατητής προσανατολίζεται με χάρτες αγορασμένους στα πρατήρια, τρώει στους σταθμούς εξυπηρέτησης αυτοκινητιστών, ξαποσταίνει σε εγκαταλειμμένες στάσεις λεωφορείου και σε μισοσκότεινες εκκλησίες, διανυκτερεύει σε όποια κλειστά σπίτια μπορεί να εισβάλει, σε πατάρια, σε στάβλους και αχυρώνες, σε πλυσταριά και τροχόσπιτα. Δεν χάνει το χιούμορ του – σ’ ένα σπίτι που μπαίνει για να ζεσταθεί, συμπληρώνει το μισολυμένο σταυρόλεξο για να φανταστεί τον αιφνιδιασμό του ιδιοκτήτη. Κάποτε η φαντασία του οργιάζει – ήταν εδώ ρωμαϊκές οδοί, κέλτικοι προμαχώνες;

Για ποιο λόγο δεν επισπεύδει την άφιξή του στο Παρίσι με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο; Νομίζω πως η ίδια του η επιλογή δίνει τις απαντήσεις: επειδή μόνο η εκ φύσεως αργή πεζοπορία μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα τελετουργικό και να ταυτιστεί με προσκύνημα. Δεν γνωρίζω ποιες δυνάμεις επικαλείται αυτή η ευλαβική διαδρομή στο περιβάλλον· μπορεί την φύση, τον χρόνο, την μοίρα, την αναγκαιότητα, την δικαιοσύνη, μια κοσμική παράκληση – επίκληση για μια παράταση ζωής.

Θα περίμενε κανείς τον εξωραϊσμό αυτής της περιπλάνησης, την εξύμνηση των τοπίων· πολύ περισσότερο, μια ποιητική πρόζα στο είδος των λυρικών ταξιδιωτικών αφηγητών· όμως όχι, ο Χέρτσογκ προτιμά την ωμή ειλικρίνεια μαζί με την απομυθοποίηση της ίδιας της ηρωικής διαδικασίας. Τα τοπία παρουσιάζονται ακριβώς όπως είναι, «άχαρα και θλιβερά», μοναχικά, λιτά, ανιαρά και την ίδια στιγμή απρόβλεπτα. Είναι οι απέραντοι χώροι που πάντα πρόσεχε ο σύγχρονος Γερμανικός κινηματογράφος, και δεν αναφέρομαι μόνο στον Βέρντερς ή τον ίδιο τον Χέρτσογκ. Τα παπούτσια τον χτυπάνε (σύντομα τα τακούνια από τις αρβύλες του φαγώνονται πλήρως), η δίψα είναι αφόρητη, όλα είναι κρύα, έρημα και εγκαταλειμμένα, οι άνθρωποι ανέκφραστοι. Μια ματιά στα πρόσωπα των οδηγών φτάνει, για να καταλάβουμε πόσο έχουμε ταυτιστεί με τα αυτοκίνητα που οδηγούμε.

Ακόμα κι όταν φιλοξενείται από ζεστούς ανθρώπους, είναι πολύ κουρασμένος για να περάσει πολλή ώρα μαζί τους. Κάποτε χάνεται και αφήνει το ένστικτο να τον οδηγήσει, άλλοτε φεύγει εντελώς από τους δρόμους και ακολουθεί την κοίτη του Σηκουάνα. Νοιώθει αμήχανα στα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών, στα χωριά υποκρίνεται τον χωριάτη για να τα αποφύγει τις ερωτήσεις. Ο χειμώνας δυναμώνει, η πορεία με τον άνεμο να τον χτυπάει κατά πρόσωπο γίνεται επίπονη. Κάποια στιγμή σκέφτεται να συνεχίσει στο Παρίσι οδικώς. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ταλαιπωρίας, αναρωτιέται· μα ύστερα σκέφτεται: να έχω φτάσει τόσο μακριά με τα πόδια και να εγκαταλείψω πριν το τέλος; / Θα αφήσω τη θύελλα να με στροβιλίσει γύρω από το βενζινάδικο μέχρι να βγάλω φτερά.

Φυσικά η ποίηση εισχωρεί σαν τον ήλιο μέσα από τα σύννεφα, με την μορφή σκόρπιων φράσεων που προδίδουν τον κινηματογραφιστή. Δυο κορίτσια με τροχοπέδιλα κόβουν κύκλους σε μια τσιμεντένια αυλή, μια αμαξοστοιχία δεν θα ταξιδέψει ποτέ ξανά, στην ερημιά ένας ξύλινος εσταυρωμένος κι ένα παγκάκι περιμένουν τους ανύπαρκτους διαβάτες, φορτηγά τον προσπερνούν κάτω από τη θλιβερή βροχή, μια μεσόκοπη γυναίκα του μιλάει για όλα της τα παιδιά και συντομεύει τις ζωές τους για να μην αφήσει κανένα αμνημόνευτο. Στην αγορά ένα αγόρι με δεκανίκια ήταν ακουμπισμένο με την πλάτη στον τοίχο ενός σπιτιού. Μόλις το αντίκρισα τα πόδια αρνήθηκαν να κάνουν έστω κι ένα βήμα παραπάνω. Δε χρειάστηκε παρά να ανταλλάξουμε ένα φευγαλέο βλέμμα για να επιβεβαιώσουμε τον βαθμό συγγένειάς μας. [σ. 127]

Την σκέψη του δεν απορροφά μόνο η περιπλάνηση. Άλλωστε το γράφει ο ίδιος: Χιλιάδες σκέψεις περνούν από το κεφάλι σου όταν βαδίζεις. Κι είναι σκέψεις διάστικτες από μνήμες. Όταν το σώμα του φτάνει στα όρια, θυμάται που κολύμπησε από την Αυστραλία στη Νέα Ζηλανδία, πενήντα μίλια, μαζί με πρόσφυγες, κρατώντας μόνο μπάλες ποδοσφαίρου για σωσίβια. Σε όλη την διαδρομή διατηρεί ένα πείσμα κατά του θανάτου – το περπάτημά του δεν καθυστερεί αλλά και αναβάλλει οριστικά τον θάνατό της αγαπημένης του Λόττε. Η πορεία του, «ένα εκατομμύριο βήματα εξέγερσης ενάντια στον θάνατο». Σα να επιμένει πως η ζωή είναι μια συνεχής πορεία που όσο την διασχίζουμε τόσο παρατείνουμε την άφιξη στον τερματισμό.

Στο τέλος, αντί επιλόγου, περιλαμβάνεται το εγκώμιό του στην Άισνερ, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Χέλμουτ Κόυτνερ· εδώ ο Χέρτσογκ θυμίζει την ιστορία της, την σωτηρία της από την βαρβαρότητα του Τρίτου Ράιχ, την διαφυγή της στην Γαλλία όπου έζησε με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στον κινηματογράφο (Η Δαιμονική Οθόνη), την διάσωση, σε συνεργασία με τον Ανρί Λανγκλουά, χιλιάδων ταινιών του βωβού κινηματογράφου, που ειδάλλως θα είχαν χαθεί για πάντα.

Μόνο αν ήμουν στον κινηματογράφο θα μπορούσα να πιστέψω ότι όλα αυτά είναι αλήθεια. [σ. 12]

Πλήρης τίτλος: Οδοιπορία στον πάγο. Μόναχο – Παρίσι, 23 Νοεμβρίου – 14 Δεκεμβρίου 1974. Εκδ. Alloglotta, 2019, μτφ. Γιάννης Καλιφατίδης, 176 σελ., με δεκαπεντασέλιδες σημειώσεις της επιμελήτριας Ελένης Γιαννάτου [Werner Herzog, Vom Gehen im Eis. Muncehn – Paris, 23.11 bis 14.12.1974, εκδ. 1978]

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: Φανζίν Lung, τεύχος 4 (Οκτώβριος  2019).

Στις εικόνες: Klaus Kinski ως Fitzccaraldo (1982) / Werner Herzog / πλάνο από την ταινία του Stroszek  (1977) / πλάνο από την ταινία του Wim Wenders Kings of the road (1976) /o σκηνοθέτης στα γυρίσματα του Fitzccaraldo / πλάνο από την προαναφερθείσα ταινία του Wenders / ο Herzog με την Lotte Eisner.

18
Οκτ.
19

Εντευκτήριο, τεύχος 117 – 118 (Απρίλιος – Σεπτέμβριος 2017) (κυκλοφ. 17 Σεπτεμβρίου 2019)

Μια χορταστική πρόζα ζωολογίας

Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί ότι το μαύρο, άσπρο, κοκκινότριχο ή ανγκορά τηλέφωνό του προσέρχεται κάθε τόσο με αποφασιστικό ύφος, σταματάει στα πόδια του συνδρομητή και εκπέμπει ένα μήνυμα που η στοιχειώδης και θλιβερή γραμματογνωσία μας το μεταφέρει ηλιθίως σε μιάου και άλλα φωνήεντα του ιδίου είδους. Ρήματα μεταξωτά, βελούδινα επίθετα, φράσεις απλές και σύνθετες αλλά πάντα σαπωνοειδείς και γλυκερινώδεις, σχηματίζουν μια πρόταση που πείνα σχετίζεται με την πείνα, οπότε το τηλέφωνο δεν είναι παρά γάτα, όμως άλλες φορές διατυπώνει κάτι που συναρτάται με προσωπικές ανάγκες, κάτι το οποίο αποδεικνύει ότι οι γάτες είναι τηλέφωνα…

 … γράφει ο Χούλιο Κορτάσαρ σε μια από τις πολλές ενδεχόμενες ματιές πάνω στα κατοικίδια, κεντρικό θέμα του αφιερώματος (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Ας σημειωθεί πως ο Κορτάσαρ ονόμαζε τον γάτο του Τέοντορ Αντόρνο, όπως διαβάζουμε στο ενδιαφέρον κείμενο του Αναστάση Βιστωνίτη, που αφορά ενδιαφέρουσες σχέσεις ζώων και συγγραφέων από τον Τ.Σ. Έλιοτ και τον Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ μέχρι τον Τζακ Λόντον και τον Τζόρτζ Όργουελ. Μια αντίστοιχη ματιά σε πέντε ταινίες δοκιμάζει ο Πάνος Αχτσιόγλου, μεταξύ των οποίων εκλεκτή θέση έχει η αξέχαστη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν Στην τύχη ο Μπαλταζάρ, με το σπάνιο ζεύγος της Μαρί (Αν Βιαζέμσκι) και του γαϊδάρου Μπαλταζάρ.

Δίνοντας στο σκυλί ένα όνομα, νομίζεις ότι το κάνεις λίγο ανθρώπινο. Όταν του δίνεις πολλά ονόματα, του αναγνωρίζεις πολλαπλές σκυλίσιες προσωπικότητες. Η Βασίλω αυτά απλώς τα ανεχόταν. Αρχικά, εκείνη μας είχε δώσει τα δικά της ονόματα, που δεν τα μάθαμε ποτέ. Στη γλώσσα της πάντως σήμαινε «αυτός που μυρίζει έτσι» κι «εκείνη που μυρίζει αλλιώς». Κι αφού μας έδωσε τα δικά της ονόματα, μας προσέλαβε στη δική της αγέλη… καταθέτει ο Ευάγγελος Χεκίμογλου, ενώ η Μπέλα του Νικόλα Σεβαστάκη σίγουρα θα κάνει πολλούς από εμάς τους συντρόφους ζώων να χαμογελάσουμε, καθώς… εναποθέτει καθημερινά τις ελπίδες της στις έκτακτες δωρεές. Αργά το βράδια πια θα παραδεχτεί την ήττα της όταν υποχρεώνεται να σκύψει στο μπολ με τις κροκέτες, που είναι το «θεσμικό» της φαγητό. Και εμείς, όπως οι περισσότεροι, ενδίδουμε στην επιμελημένα δραματική τέχνη των ματιών της. Για μήνες μάλιστα το αστείο που λέγαμε στο σπίτι ήταν πως περιμέναμε να μιλήσει, ν’ ακούσουμε τη φωνή της. Όχι το γάβγισμα μα μια κανονική ανθρώπινη φωνή, ικανή να σπάσει την αιώνια απομόνωση των ειδών.

Οι Γιώργος Χρονάς, Ρέα Βιτάλη, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ναζίμ Χικμέτ Ραν, Ελένη Γκίκα, Βάνα Χαραλαμπίδου, Έλσα Κορνέτη, Άνταμ Ο’ Φάλον Πράις, Γιώργος Δεπάστας, Σωτήρης Τριβιζάς, Λουκία Δέρβη, Άρης Στυλιανού, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μιχάλης Στρατάκης, Μιχάλης Μπαρτσίδης, Τασούλα Επτακοίλη, Γιάννης Σκαραγκάς, Γιώργος Σαράτσης, Άκης Σακισλόγλου, Μαρία Κουγιουμτζη, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Αργυρής Παλούκας, Μαίρη Νταή, Ελένη Μερκενίδου  και πολλοί άλλοι συμμετέχουν στην χορταστική αυτή πρόζα της ζωολογίας.

Φυσικά δεν λείπουν Οι γάτες των φορτηγών του Νίκου Καββαδία, Οι γάτες που ψυχοπονούν του Γιάννη Υφαντή, όπως αποκαλύπτει στο σχετικό ποίημά του, ποιήματα παλαιότερα (Σαρλ Μπωντλαίρ, Κωστής Παλαμάς, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κ. Π. Καβάφης)  και νεότερα (Γουίλλιαμ Μπάροουζ, Μάργκαρετ Άτγουντ, Βισουάβα Σιμπόρσκα, Πατρίτσια Χάισμιθ, κ.ά.) – και πώς να λείπουν βέβαια τα δυο σεσημασμένα ποιήματα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες για γάτους, ένα εκ των οποίων το υπέροχο Σ’  έναν γάτο (μτφ. Δημήτρης Καλοκύρης): […] Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους / μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου· / πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη / εσύ κρατάς της μοναξιάς το μυστικό αντικλείδι. / Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο / του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα / που έχουν χαθεί στη λησμονιά, αφήνεις μόνο ‘ στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά. / […]

Ένα έξοχο ποίημα της Καναδής Dilys Laing ενσωματώνει η Ζυράννα Ζατέλη στο δικό της Cat Cat Catastrofe, όπου τιμάται η περίφημη Σέρκα της, που μασουλούσε από δέκα μεριές τα χειρόγραφα της συγγραφέως ή γλυφόταν θρονιασμένη από πάνω τους (τι θα θες όλα αυτά αφού έχεις εμένα). Και ποιος φανταζόταν πως ο Γιώργος Ιωάννου θα αποτολμούσε μια Ωδή στην Κότα του σε ένα Φυλλάδιό του!: Κι έτσι χρόνια και χρόνια θα περάσουμε μαζί. / Μια μαύρη κότα κι ένας άσπρος άνθρωπος. / Το ίδιο έρημος μ’ αυτήν, το ίδιο άοπλος.

Τώρα είμαι εντελώς σίγουρος πως δεν ήμουν εγώ που είχα έναν σκύλο. Ήσουν εσύ που είχες έναν άνθρωπο, γράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ στους Οικογενειακούς δεσμούς της κι είναι η σειρά του Γιώργου Κορδομενίδη να πάρει την σκυτάλη της, για να γράψει επιτέλους για τον κύριο Ίμο, που κατά καιρούς απολαμβάνουμε στις σιδηροδρομικές του περιπέτειες. Μαθαίνουμε λοιπόν όλη την ιστορία του, πώς ήρθε στο σπίτι, ποια γωνιά διάλεξε, ποια βιβλία κατούρησε (του Σκαμπαρδώνη και του Κοροβίνη, μαρτυρώ, παρόλο που ο συγγραφέας μας ζήτησε να μην το κάνουμε), ποιο φαγητό δεν τρώει (να μην είναι προχθεσινό), μέχρι την μύχια σκέψη του συγγραφέα:

Ίσως είναι νωρίς (αν και ποτέ δεν ξέρεις), αλλά συχνά πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται αν είναι προτιμότερο πρώτος να πεθάνω εγώ ή ο Ίμο. Νομίζω πως είναι καλύτερο το δεύτερο. Όχι από εγωισμό αλλά επειδή εγώ θα μπορέσω (ελπίζω) να διαχειριστώ την οδύνη (που θα είναι τεράστια, βέβαια) από την απώλειά του, ενώ εκείνος ίσως δεν καταλάβει ποτέ ότι δεν τον εγκατέλειψα. Διότι όσο ο Ίμο είναι ο σκύλος μου άλλο τόσο εγώ είμαι ο άνθρωπός του.

 [σελ. 208]

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Anne Wiasemsky [Au Hasard Balthazar], Jorge Luis Borges, Clarice Lispector

06
Οκτ.
19

Σάββας Πατσαλίδης – Θέατρο και παγκοσμιοποίηση: Αναζητώντας τη «χαμένη πραγματικότητα»

Η μηχανή μνήμης που αναζητά αγωνιωδώς το αυθεντικό δια του ψέματος

Ποτέ επακριβώς και ποτέ αυθεντικώς. Ιστορίες ξαναειπωμένες, γεγονότα ξαναπαιγμένα, εμπειρίες ξαναβιωμένες, ρόλοι ξαναφορεμένοι. Ούτε τελειολογίες, ούτε τελεολογίες. Διαρκώς ένα «ανά»: ανα-πλάθω, ανα-κυκλώνω, ανα-βιώνω, ανα-εώνω, ανα-καλώ, ανα-παριστάνω, ανα-μοχλεύω. Ένας κόσμος εις διπλούν (τουλάχιστον). Και αυτό είναι τελικά το θέατρο: το ανα-κυκλούμενο προσωπείο γεγονότων και σωμάτων, ένα μόνιμο πηγαινέλα σημείων, που λένε (ή δείχνουν) και ξαναλένε (ή ξαναδείχνουν) όσα έχουν ήδη λεχθεί, που τελούν όσα έχουν ήδη συντελεστεί, που λένε την αλήθεια δια του ψέματος, κάθε φορά μέσα από άλλα (υποκρινόμενα) σώματα, σε άλλους χώρους, με άλλους τρόπους και για ένα διαφορετικό κοινό. Και αυτή η αδιάκοπη μεταλλαγή (σωμάτων, εικόνων, θεατών, συναισθημάτων, απουσιών, παρουσιών κ.λπ.) είναι που εμπλουτίζει τη μνήμη, ατομική και συλλογική και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ακόμη περισσότερες (εν)αλλαγές και, συνεπώς, περισσότερες μνήμες…. [σ. 260-261]

… γράφει ο συγγραφέας στο εκτενές του κείμενο Περί μοντέρνας μνήμης και μεταμοντέρνας λήθης, όπου εξετάζει τις δυο αυτές αντίθετες και αλληλοεξαρτώμενες έννοιες σε όλο το φάσμα του θεάτρου: τον ηθοποιό ως (μετα)φορέα μνήμης, τον σκηνοθέτη ως ενορχηστρωτή της, τους κλασικούς ως αποθήκη της, την αέναη κίνηση της ιστορικής μνήμης, τον χώρο ως οικοδεσπότη της μνήμης (καθώς δεν παίζουμε ποτέ σε χώρους εντελώς γυμνούς από σημασίες – όλοι οι χώροι παραπέμπουν ή θυμίζουν κάτι). Την ίδια στιγμή το ανέβασμα ενός ιστορικού (ή και κλασικού) έργου δεν έχει να κάνει μόνο με τη μνήμη αλλά και με την επαναδραστηριοποίηση της σημασίας του παρελθόντος, σε σχέση πάντα με το παρόν των θεατών, με στόχο την δημιουργία μιας νέας κοινότητας δεκτών με διαφορετικές αποθήκες μνήμες

Το θέατρο είναι εκ φύσεως ένα «μπάσταρδο» είδος: που κινείται αενάως ανάμεσα στο εκεί και τότε (της αναπαράστασης και της μυθιστορίας) και στο εδώ και τώρα (της παράστασης και της ιστορίας)· κι ύστερα, μόλις σβήσουν τα φώτα, δεν υπάρχει πουθενά αλλού, παρά μόνο στα διαμερίσματα της μνήμης και στα παράγωγα της τεχνολογίας. Είναι, λοιπόν, μια μηχανή μνήμης· ένας χώρος που αναζητά αγωνιωδώς το αυθεντικό δια του ψέματος, για να καταλήξει να επαναλαμβάνει το αναπόφευκτο του μη αυθεντικού. Κανένα άλλο καλλιτεχνικό είδος δεν είναι τόσο φορτωμένο με σκιές, με απουσίες και μνήμες όσο αυτό. Κάθε παράσταση είναι ταυτόχρονα και μια άσκηση/δοκιμασία της μνήμης που αναβιώνει ή ξαναπαίζει «εδώ και τώρα» κείμενα και γραφές που έλαβαν χώρα αλλού και άλλοτε.

Μονολογώντας επιβιώνουμε, τιτλοφορείται ένα άλλο εκτενές κείμενο που, όπως όλα εδώ, καλύπτει και εξαντλεί κυκλωτικά το θέμα του. Ο μονόλογος δεν είναι υποχρεωτικά δείκτης ή δεδομένο της ανθρώπινης μοναχικότητας, αλλά μορφή γλωσσικής ατομικότητας, μια στροφή μακριά από τον διάλογο. Δίνει την ευκαιρία στον θεατή να εισχωρήσει στο μυαλό του χαρακτήρα, να μάθει τις ανείπωτες αλήθειες του. Ο άνθρωπος από την φύση του αρέσκεται να αφηγείται και να του αφηγούνται ιστορίες. Μονόλογοι αποκαλυπτικοί (όπως στα σαιξπηρικά έργα), δηκτικοί (John Webster), εξομολογητικοί (Chekhov, Tennessee Williams), σαρκαστικοί (Eric Bogosian), μεταθεατρικοί και φιλοσοφικοί (Beckett, Ευτυχισμένες μέρες), παραληρηματικοί (στα περισσότερα έργα του Mac Wellman), ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η αποξένωση του ατόμου και οι ψυχώσεις του μονολογούνται στα κλασικά έργα του Eugene O’ Neill, ενώ στα αντίστοιχα του Tennessee Williams τα πλάσματα αναζητούν στον μονόλογο λύσεις στα αναπάντητα προβλήματα του εσωτερικού τους κόσμου. Από διαφορετική οπτική γωνία αναζητά λύσεις ο Bertolt Brecht, ο οποίος στη θέση του στανισλαφσκικού υποσυνείδητου επιλέγει  ως ρυθμιστικό μοχλό το συνειδητό κομμάτι του μυαλού, με την αιτιολογία ότι ο υποσυνείδητο έχει ήδη διαβρωθεί και «αποικιστεί» από τους κοινωνικούς θεσμούς.

Στις περιπτώσεις των σύγχρονων δημιουργών (Sam Shepard, David Mamet, Edward Albee) o μονόλογος λειτουργεί ως η στιγμή της κορύφωσης, κατά την οποία αποκαλύπτεται η αλήθεια, ενώ στον Harold Pinter κάνει θέμα την αδυναμία της μνήμης να συλλάβει τις αλήθειες που υποβόσκουν στα δρώμενα. Για να απαλλαγεί κανείς από το τραύμα, πρέπει να μιλήσει γι’ αυτό, όπως συμβαίνει στους μονόλογους των τραυμάτων, ενώ οι γλωσσολάγνοι μονόλογοι, σε μια εποχή όπου η αυτονομία του Εγώ και η ευκλείδεια λογική είναι οι μεγάλοι ηττημένοι, εστιάζουν σε ένα υποκείμενο που είναι ένα δημιούργημα πολλαπλών και συχνά συγκρουόμενων πολιτισμών, ιδεολογιών και γλωσσών. Υπάρχει εδώ και εκεί, χωρίς κέντρο. Από τον Heiner Mueller και τον Peter Handke μέχρι την Μαρία Ευσταθιάδη και τον Δημήτρη Δημητριάδη, η γλώσσα αναδεικνύεται σε απόλυτο πρωταγωνιστή σε σημείο να εξαφανίζεται η ανάγκη του δράματος.

Στις ακραίες σωματικές εμφανίσεις – performances της Karen Finley η εμμονή της για την εικόνα του θεατή ως καταναλωτή γενικώς (προϊόντων, ειδήσεων, θεατρικών θεαμάτων, σωμάτων) και της γυναίκας ως ζώου που ο άνθρωπος ετοιμάζει να σφάξει και να καταναλώσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο σύγχρονος μονόλογος μοιάζει να επιβεβαιώνει τον Foucault που υποστηρίζει ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να μελετάται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλες εκείνες τις (γλωσσικές, πολιτιστικές, θεσμικές) δυνάμεις που το διαμορφώνουν. Κι εκείνο που τείνει να κυριαρχήσει στον χώρο αυτό είναι μια αναστάτωση των σχέσεων ανάμεσα στην persona και τον πραγματικό εαυτό.

Γράφοντας Περί σωμάτων, πτωμάτων και το φύλο του θανάτου και εστιάζοντας στην  περίπτωση της Στέλλας Βιολάντη, ο συγγραφέας ερευνά διεξοδικά το θέμα εκκινώντας από το σώμα της εκβιομηχάνισης και την εκπόρνευση του ιδιωτικού, τον θάνατο και το τέλος της ανα-παράστασης και την αυτοκτονία (από την ηθική και ηρωική αυτοκτονία στην πολιτικοποιημένη, στην ρομαντική και στην επιστημονική) ως δια-κείμενο· ως προς την τελευταία, διαπιστώνει πως μια μέχρι πρότινος προσωπική επιλογή μετατρέπεται σε επιστημονικά εξηγήσιμο φαινόμενο: η προσοχή μετακινείται από την λειτουργία στο κίνητρο.

Η αυτοκτονία δεσπόζει σε αρκετά έργα του Ξενόπουλου. Η Στέλλα Βιολάντη αποτελεί το καλύτερο θεατρικό του επίτευγμα και, συνάμα, το πλέον ενδεικτικό της άρνησής του ή της αδυναμίας του να καταφύγει σε οποιαδήποτε λύση που θα έθετε σε κίνδυνο τις «φιλειρηνικές» του σχέσεις με το αστικό κοινό. Η αυτοκτονία της ηρωίδας εξαερώνεται από τις κοινωνικές της αιχμές. Από την στιγμή που αρνήθηκε να υποταχθεί στην βούληση του πατέρα της είναι ένας παραβάτης που πρέπει να τιμωρηθεί. Ο θάνατός της είναι ένας τρόπος να επιστρέψουν όλα στην θέση τους και ο θεατής να πίσω στο σπίτι του, αφού η τάξη έχει αποκατασταθεί. Ο Ξενόπουλος δείχνει να δέχεται όλη την κατεστημένη μυθολογία και φιλοσοφία γύρω από τις σχέσεις και ιεραρχήσεις των φύλων.

Μια τεράστια λίστα με τις ηρωίδες του είναι ενδεικτική: ανήθικη αδελφή, πανούργα, ξελογιάστρα, άπιστη, ζηλιάρα, υποκρίτρια, αδίστακτη Σαλώμη, άβουλο αντικείμενο που οδηγείται στον ηθικό ξεπεσμό, αντικείμενο του πάθους, συναισθηματικά ασταθής, οδηγούμενη στην πορνεία… η γυναίκα στα έργα του Ξενόπουλου και δεν είναι ποτέ επικίνδυνη, όπως θα ήταν μια κοινωνική ταραξίας τύπου Nora του Ibsen, η οποία δεν καταλαβαίνει από απειλές και οικογενειακή τυπολογία. Από την στιγμή που νιώθει να πνίγεται, σηκώνεται και φεύγει και μάλιστα εντυπωσιακά: κλείνει με δύναμη την πόρτα πίσω της, θέλοντας έτσι να σηματοδοτήσει και την δυναμική είσοδό της στον μοντερνικότητα, όπου πλέον θα αυτό-ορίζεται, θα είναι ο ελεγκτής του σώματος και της σκέψης της.

Κατανεμημένα σε τρία μέρη, τα ερεθιστικότατα κείμενα του Πατσαλίδη κινούνται από «Από το αρχαίο σώμα στο μεταδραματικό» και «Από τη θεατροφοβία του Πλάτωνα στη θεατρολαγνεία των μεταμοντέρνων», προβληματίζονται «Περί τόπων και ουτοπιών» με αφορμή «το μοντέρνο Bayreuth, τη μεταμοντέρνα Disneyland και το παγκόσμιο Las Vegas», αλλά και για τους τρόπους με τους οποίους η παγκοσμιότητα του χρήματος εισχωρεί στην θεατρική πραγματικότητα, παρατηρούν την «εκπόρνευση της αναπηρίας» στην σκηνική δράση, διυλίζουν την θεατρική κριτική, συναντούν τον Γκονό στην «διεθνή εξουσία της αναμονής» και συστηματοποιούν την παρουσία του αμερικανικού θεάτρου στην Ελλάδα, προτού συλλογιστούν για «Το άγνωστο αύριο του θεάτρου», για να αναφέρω ορισμένους από τους τίτλους εδώ. Ας σημειωθεί πως, παρά την ειδική τους θεματική, πρόκειται για κείμενα που διαβάζονται από θεατρικούς γνώστες και μη, ωθούν στην αναζήτηση κειμένων και παραστάσεων και βρίσκονται σε διαρκή διάλογο με το σήμερα, τόσο το καθημερινό όσο και το καλλιτεχνικό.

Εκδ. Παπαζήση, 2012, 718 σελ [Θεατρικοί Τόποι], Περιλαμβάνεται πολυσέλιδο παράρτημα με κείμενα και πίνακες, βιβλιογραφία, ευρετήρια ονομάτων, τίτλων και θεάτρων.

Στις φωτογραφίες: Heiner Müller – Medeamaterial, Sam Shepard – Fool for love, μονόλογος Karen Finley, Γρηγόριος Ξενόπουλος – Στέλλα Βιολάντη [Εθνικό Θέατρο, 1948], Harold Pinter – The birthday party.




Δεκέμβριος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοέ.    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031  

Blog Stats

  • 1.004.410 hits

Αρχείο