Author Archive for

19
Μάι.
18

Ο Αντόνιο Ταμπούκι και η διπλή φύση μιας θαυμαστής γραφής

Κείμενο δημοσιευμένο στην εφημερίδα Δρόμος της αριστεράς, [Στήλη: Προσωπογραφίες], Σάββατο 19 Μαΐου 2018

Μια μέρα συνειδητοποίησα, λόγω κάποιων απρόβλεπτων γεγονότων της ζωής, πως ένα πράγμα που ήταν «έτσι» ήταν παράλληλα και αλλιώς, είπε κάποτε ο Αντόνιο Ταμπούκι, εκφράζοντας ένα ενδεχόμενο που κυριαρχεί μόνιμα στην πρόζα του. Ο σημαντικός Ιταλός συγγραφέας (1943-2012) έγραψε διηγήματα και μυθιστορήματα ενώ ταυτόχρονα ήταν ένας πολιτικοποιημένος δοκιμιογράφος με άρθρα σε εφημερίδες. Η παράλληλη περιπλάνηση σε δυο διαφορετικά είδη και περιεχόμενα γραφής, στην ιδιαίτερη, εσωστρεφή και συχνά συγκινησιακά φορτισμένη μυθοπλασία και στην σαφή, ρεαλιστική πολιτική συλλογιστική αποτελεί την πρώτη από τις σαγηνευτικές ιδιότητες του έργου του.  Η γραφή του μας εισάγει βαθειά στον κόσμο των χαρακτήρων του, στις μικρές, επαναλαμβανόμενες συνήθειές τους, στις λεπτομέρειες μιας καθημερινότητας συχνά αβάσταχτης, στις περιπλανήσεις τους στις πόλεις που βράζουν αλλά σιωπούν. Αυτή η αφήγηση κατορθώνει να εμπλέξει τον αναγνώστη στον εκάστοτε κόσμο της, παρασύροντάς τον στην δίνη των λέξεων και σε μια ανεπαίσθητη συνύπαρξη με τους χαρακτήρες.

Σε μια προσωπική συνομιλία με τον μεταφραστή του Ανταίο Χρυσοστομίδη, στην ερώτηση τι τον έθελξε περισσότερο στον Ταμπούκι, εκείνος απάντησε: «Οι βουβές πλοκές των έργων του. Η εκπληκτική του γλώσσα που μοιάζει ένα τίποτα κι είναι τα πάντα. Η ηθική του στάση απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα. Και η άποψή του ότι το καθετί σέρνει πίσω του και το αντίστροφό του» [1]. Άλλωστε ο ίδιος ο συγγραφέας, είχε πει στον Χρυσοστομίδη ότι η λογοτεχνία προσφέρει «αυτό το κάτι περισσότερο σε σχέση με αυτά που η ζωή μας παραχωρεί – εδώ συμπεριλαμβάνεται η ετερότητα, το μικρό θαύμα που μας επιτρέπει να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε “άλλοι”. Μας βάζει να ταξιδεύουμε στον κόσμο, στις ζωές των άλλων, στον ίδιο μας τον εαυτό» [2]. Έλεγε ακόμα πως πατρίδα του είναι η γλώσσα του· πως ένας συγγραφέας ζει μέσα στη γλώσσα του κι αυτός κατοικεί μέσα στη ιταλική γλώσσα, αλλά η αγάπη του για την Πορτογαλία τον έκανε να γράψει το βιβλίο του Ρέκβιεμ στα πορτογαλικά [3]. Κι ότι μ’ αυτό το εξαγνιστικό γεγονός ξαναβαφτίστηκε, ότι ένοιωσε σα να διέσχισε ένα ποτάμι και να πέρασε στην άλλη όχθη.

Στην Πορτογαλία άλλωστε διαδραματίζεται το μυθιστόρημά του Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Μια μαρτυρία [4]. Στην Λισαβόνα του 1938 ο Περέιρα, υπεύθυνος για την πολιτιστική σελίδα της μικρής απογευματινής εφημερίδας Λισμπόα, περιφέρει το ταλαίπωρο σαρκίο του ανάμεσα σ’ ένα άθλιο δωματιάκι, στο καφέ Ορκίντεα και σ’ ένα γραφείο όπου εξαργυρώνει την αγάπη του για την λογοτεχνία. Όταν ο νεαρός Μοντέιρο Ρόσσι του στέλνει κείμενα για τον Λόρκα «που δολοφονήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ενώ όλος ο κόσμος αναρωτιέται πώς ήταν δυνατόν να συμβεί μια μέγιστη βαρβαρότητα» ή για τους «εχθρούς της δημοκρατίας» Μαρινέττι και Ντ’ Αννούντσιο, ο Περέιρα αναστατώνεται.

H χώρα βρίσκεται υπό την δικτατορία του Σαλαζάρ και ο Περέιρα γνωρίζει καλά ότι ολόκληρη η χώρα σιωπά, άνθρωποι χάνονται, η πόλη αναδίδει θάνατο αλλά αυτός έχει επιλέξει τη σιωπή. Η ζωή του τάχθηκε στη λογοτεχνία, άλλωστε συχνά μεταφράζει διηγήματα σπουδαίων συγγραφέων για την εφημερίδα, που τα αισθάνεται ως μηνύματα σε μπουκάλι που κάποιος θα μαζέψει· το καθήκον του ολοκληρώνεται εκεί. Αλλά δεν μπορεί να ησυχάσει και η πορεία των πραγμάτων θα είναι δεδομένη και αναπότρεπτη: θα προσφέρει κατάλυμα στον Ρόσσι, θα αντιμετωπίσει με αξιοπρέπεια τους φύλακες του φασισμού, θα ηττηθεί αλλά θα φυλάξει ένα τελευταίο ευφυές σχέδιο, μια ύστατη νίκη με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει, ένα συγκλονιστικό δημοσίευμα που θα δημοσιευτεί στην εφημερίδα εξαπατώντας τους λογοκριτές.

Στο σημείωμά του στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας μας εξομολογείται πως ο ίδιος ο Περέιρα τον επισκέφτηκε ένα βράδυ ως ένα πρόσωπο σε αναζήτηση ενός συγγραφέα. Τότε θυμήθηκε έναν δημοσιογράφο που κάποτε δημοσίευσε σε μια πορτογαλική εφημερίδα ένα σκληρό άρθρο κατά του καθεστώτος και ύστερα από ταλαιπωρίες αναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της εξορίας. Όταν μετά το 1974 επανήλθε η δημοκρατία, είχε ξεχαστεί απ’ όλους. Τώρα στη θέση του πιθανώς ήρθε ο Περέιρα για «να περιγράψει μια επιλογή» και να αφηγηθεί την ιστορία εκείνων που έχασαν την Ιστορία, που δεν μπήκαν ποτέ στα επίσημα εγχειρίδια.

Ο Ταμπούκι υπήρξε ένας από τους σημαντικούς μελετητές και μεταφραστές του έργου του Φερνάντο Πεσσόα. Στο βιβλίο του Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα [5] ένας άντρας οδεύοντας προς το νοσοκομείο περνάει από τον κήπο όπου πριν χρόνια έδινε ραντεβού στην Οφέλια Κεϊρός, τον μοναδικό του μεγάλο έρωτα και ψιθυρίζει: Συγχώρεσέ με Οφέλια, αλλά εγώ έπρεπε μονάχα να γράφω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο… Ετοιμοθάνατος σ’ ένα νοσοκομείο της Λισσαβώνας ο Πεσσόα δέχεται την επίσκεψη των ετερωνύμων του, των ποιητών που ο ίδιος έπλασε με τη φαντασία του χαρίζοντάς τους μια «πραγματική» ζωή. Τα περίφημα ετερώνυμα του Πεσσόα δεν ήταν μια σειρά από απλά ψευδώνυμα, από αυτά που χρησιμοποιούν οι λογοτέχνες για να διαχωρίσουν την λογοτεχνική τους ιδιότητα από την κοινωνική τους υπόσταση. Ήταν πρόσωπα αυθύπαρκτα, με τη δική τους ζωή, τις δικές τους σκέψεις, τα δικά τους ενδιαφέροντα, τον δικό τους διαφορετικό τρόπο γραφής. Σε μια επιστολή προς κάποιον υπαρκτό φίλο του, ο Πεσσόα περιέγραψε τον πρώτο του ετερώνυμο ως τον «πρώτο ανύπαρκτο γνωστό» του. Ακολούθησαν πολλοί άλλοι, δίπλα στους οποίους ο αληθινός Πεσσόα, το ορθώνυμο, ήταν κι αυτός ένα είδος ετερώνυμου του ίδιου του εαυτού του.  

Άλλωστε η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ αρκετή, όπως συνήθιζε να τονίζει ο Ταμπούκι. Η συλλογή Το παιχνίδι της αντιστροφής [6] επιχειρεί ακριβώς αυτήν την διαρκή μετάπλαση της καθημερινής ζωής. Στο διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα μια γυναίκα θυμάται τον Ροντόλφο, που έλεγε ότι μέσα σε κάθε βιβλίο κρύβεται πάντα ένας άνθρωπος αλλά και το παιχνίδι που εκείνος έκανε με τον γιο τους, να διαβάζουν βιβλία και ύστερα να γράφουν ο ένας στον άλλο γράμματα σαν να ήταν ο καθένας τους ένα πρόσωπο από τα βιβλία που είχαν διαβάσει. Υπάρχουν όμως και επιστολές που όλοι σκεφτήκαμε να γράψουμε αλλά αναβάλαμε για την επόμενη μέρα. Μια τέτοια σειρά γραμμάτων αποτελεί τον κορμό του βιβλίου Είναι αργά, όλο και πιο αργά. Μυθιστόρημα σε επιστολική μορφή [7]. Πρόκειται για δεκαεπτά ερωτικές επιστολές από άντρες προς γυναίκες και μια ακόμα με άγνωστο παραλήπτη.

Αυτό το διακεκομμένο μυθιστόρημα γράφει για τον αδύνατο πια έρωτα αλλά κυρίως για ένα αναπόσπαστο στοιχείο του, εκείνο που τον επισφραγίζει οριστικά: το τέλος του, σαφές ή αιωρούμενο, παρελθόν ή επερχόμενο. Οι επιστολογράφοι βρίσκονται στην ηλικία κατά την οποία η νεότητα έχει παρέλθει· έχουν γευτεί τον έρωτα στα αλήθεια ή στα ψέματα και τώρα τρεκλίζουν μεταξύ μοναξιάς και μοναχικότητας. Οι αποστολείς κάποτε μοιάζουν με περσόνες του ίδιου του συγγραφέα: είναι στοχαστικοί, αυτάρκεις, αναλυτές των συμβάντων, ημερολογιογράφοι του ενστίκτου. Είναι και αναγνώστες, στο βαθμό που σκέφτονται φράσεις που κάποτε διάβασαν στα βιβλία και που τώρα εκφράζουν απόλυτα αυτό που ζουν ή τους δημιούργησαν πλάνες για πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ.

Στην συλλογή διηγημάτων Ο μαύρος άγγελος [8] η πρόζα εμποτίζεται με μεταφυσικά στοιχεία, ενώ ένας ακόμα παράδοξος τίτλος επιφυλάσσεται για το πιο εφιαλτικό κείμενο Μπορεί το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη να προκαλέσει τυφώνα στο Πεκίνο; Ο «ντυμένος στα γαλάζια κύριος» ανακρίνει «τον άντρα με τα γκρίζα μαλλιά» πιέζοντάς τον να ομολογήσει όλα τα αδικήματα που διέπραξε στο όνομα μιας διαστρεβλωμένης άποψης για την δικαιοσύνη. Οι ενθουσιασμοί πληρώνονται και τριάντα χρόνια μετά, αναφωνεί χαιρέκακα ο ανακριτής, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο ανακρινόμενος υπήρξε πολιτικός τρομοκράτης. Αλλά εκείνο που βυθίζει αυτές τις σελίδες σε ζοφερό μελάνι είναι η ατμόσφαιρα και ο σχεδόν παιγνιώδης τρόπος με τον οποίο ο ανακριτής εκμαιεύει την ομολογία με ένα παιχνίδι διαδοχικών υποθέσεων και έμμεσων παραδοχών.

Κοσμοπολίτης συγγραφέας που ταξίδευε συνεχώς, ο Ταμπούκι συγκέντρωσε τα ταξιδιωτικά του κείμενα στον τόμο Ταξίδια και άλλα ταξίδια [9]. Ένας τόπος δεν είναι ποτέ «ένας» τόπος: εκείνος ο τόπος είμαστε λιγάκι κει εμείς. Εξαρτάται από το πώς τον διαβάζουμε, από τη διαθεσιμότητά μας να τον δεχτούμε στα μάτια και στην ψυχή μας, από το αν είμαστε εύθυμοι ή μελαγχολικοί, σε ευφορία ή όχι, νέοι ή γέροι, αν νιώθουμε καλά (…) από το ποιοί είμαστε τη στιγμή κατά την οποία φτάνουμε σ’ εκείνον τον τόπο… έγραφε στο κείμενο «Οι δικές μου Αζόρες» εκφράζοντας το πνεύμα της προσωπικής του περιπλάνησης.

Για τον συγγραφέα ο κάθε ταξιδευμένος τόπος αποτελεί ένα είδος ραδιογραφίας του εαυτού μας· οι φωτογραφίες που βγάζουμε δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση ότι παίρνουμε κάτι μαζί μας, ενώ στην ουσία όσα μας προκαλεί είναι αδύνατο να φωτογραφηθούν, όπως συμβαίνει και με τα όνειρα που επιθυμούμε να διηγηθούμε αλλά δεν μπορούμε να μεταδώσουμε τη συγκίνησή τους. Καθώς ο Ταμπούκι ξεφυλλίζει τον παλιό αγαπημένο του άτλαντα Ντε Αγκοστίνι είναι βέβαιος: κάθε απεικόνιση του κόσμου είναι σχετική, τα χρώματα των γεωγραφικών χαρτών αλλάζουν, τα μεγέθη των χωρών μεταβάλλονται, οι μεθοριακές γραμμές μετατοπίζονται. Τα μόνα «σύνορα» που δεν θα αλλάξουν ποτέ είναι εκείνα του ανθρώπινου σώματος και αυτό που αισθάνονται όταν παραβιάζονται ή βασανίζονται.

[1] Συνομιλία με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη, ιστοσελίδα Πανδοχείο, https://pandoxeio.com/2010/03/01/aithrio26chryssostomides/

[2] Ανταίος Χρυσοστομίδης – Οι κεραίες της εποχής μου. Ταξιδεύοντας με 33 διάσημους συγγραφείς σ’ ένα δωμάτιο, εκδ. Καστανιώτη, 2012, σελ. 79 – 102.

[3] Αντόνιο Ταμπούκι – Ρέκβιεμ. Μια παραίσθηση, εκδ. Άγρα, 2008, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 186 [Antonio Tabucchi – Requiem: uma alucinação, 1991].

[4] Αντόνιο Ταμπούκι – Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Μια μαρτυρία, εκδ. Άγρα, 2010, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 215 [Sostiene Pereira, 1994]

[5] Αντόνιο Ταμπούκι – Οι τρεις τελευταίες μέρες του Φερνάντο Πεσσόα. Ένα παραλήρημα, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 91 [I tre ultimi giorni de Fernando Pessoa. Un delirio, 1994]

[6] Αντόνιο Ταμπούκι – Το παιχνίδι της αντιστροφής, εκδ. Άγρα, 2005, μτφ. Ανταίος Χρυστοστομίδης, σελ. 213 [Il gioco del rovescio, 1988]

[7] Αντόνιο Ταμπούκι – Είναι αργά, όλο και πιο αργά. Μυθιστόρημα σε επιστολική μορφή, εκδ. Άγρα, 2002, [Β΄ έκδ.: 2003] μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 304 [Sti sta facendo sempre più tardi, 2001]

[8] Αντόνιο Ταμπούκι – Ο μαύρος άγγελος, εκδ. Άγρα, 2014, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σελ. 197 [L’ angelo nero, 1991]

[9] Αντόνιο Ταμπούκι – Ταξίδια και άλλα ταξίδια, εκδ. Άγρα, 2011, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, σ. 307 [Viaggi e altri viaggi, 2010]

Φωτογραφία του συγγραφέα: Daniel Mordzinski

Πρώτη δημοσίευση: Δρόμος της αριστεράς, [Στήλη: Προσωπογραφίες] Σάββατο 19 Μαΐου 2018. Όλη η σειρά των Προσωπογραφιών εδώ.

Advertisements
16
Μάι.
18

Εντευκτήριο, τεύχος 114 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2016, κυκλοφορία 20 Μαρτίου 2018)

Αν η Αναγνωστάκη θα παραμείνει θεατρολογικά ένα διαρκώς διερευνήσιμο υλικό, είναι κυρίως γιατί η ίδια ήταν εντελώς ακατάλληλη (είτε γιατί το αγνοούσε είτε γιατί δεν την ενδιέφερε) να επισημάνει ανάμεσα στα θεατρικά της έργα περιόδους ή συγγένειες, σε σχέση με το εκάστοτε πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που είχε εμπνεύσει το καθένα τους – ό,τι υπάρχει είχε προκύψει από μόνο του, λόγω του ταλέντου της. Σε τέτοιο βαθμό ώστε, παρά την ποικιλία των προσώπων σε όλα της τα έργα και την ένταση της ιστορία που τα κινεί – καθώς πρόκειται για πρόσωπα σε τόπο και χρόνο ορισμένο -, η πιο αναμενόμενη αντίδρασή τους να ηχεί ως απρόβλεπτη, αποκαλυπτική…

… γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος στο κείμενο Εκ γενετής μυστική, σε μια από τις δεκάδες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στο πλήρες αφιέρωμα του περιοδικού στην Λούλα Αναγνωστάκη. Λίγο πιο κάτω ο Τάκης Σπετσιώτης στα πάντα ωραία μνημονικά του κείμενα θυμάται το ασπρόμαυρο δισέλιδο του περιοδικού Γυναίκα, τεύχος 447, 1-14 Μαρτίου 1967 και την αξέχαστη για εκείνον φράση της Αναγνωστάκη: Πιστεύω ότι ο θεατρικός συγγραφέας δεν γράφει βιβλία, αλλά κείμενα για παράσταση. Ένας πραγματικός συγγραφέας δεν είναι λογοτέχνης. Δεν είναι δηλαδή «τεχνίτης του λόγου».  Παρ’ όλον ότι σ’ αυτόν, όπως και στους άλλους συγγραφείς, ο λόγος είναι το μέσον του, δεν τον απασχολεί πρωταρχικά.

Σε μια ενδιαφέρουσα αναδημοσίευση από το βιβλίο του Μάνου Καρατζογιάννη Στην Πόλη της Λούλας Αναγνωστάκη ο συγγραφέας ταξινομεί την δραματουργία της σε τέσσερις ενότητες και συνοψίζει τα στοιχεία που επαναλαμβάνονται ως μοτίβα στα δώδεκα έργα της. Συνοψίζω με την σειρά μου την εκτεταμένη του παρουσίαση:  πρόκειται λοιπόν για ένα δημόσιο γεγονός που επηρεάζει τις ζωές των ηρώων και εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, εντείνοντας την αγωνία τους αλλά και την ανάγκη για επικοινωνία, για την ύπαρξη ενός εξιλαστήριου θύματος που απορροφά όλη την ένταση του μύθου, για την αναζήτηση εκ μέρους των ηρώων μιας Μεγάλης Πράξης που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν και να δραπετεύσουν από την πλήξη της καθημερινότητάς τους και την ασφυξία του κοινωνικού περιγύρου.

Επιπρόσθετα, ο έρωτας εκφράζεται με έναν τρόπο «εξαρτητικό», το πρόσωπο της μητέρας εμφανίζεται ως κυρίαρχο ακόμα και στις πιο ευάλωτες στιγμές του, η έννοια της ετερότητας είναι συχνά παρούσα, οι πραγματικές δραματικές καταστάσεις συνυπάρχουν με τις ψευδαισθητικές, ενώ ίδια ορίζει τις σκηνικές οδηγίες αλλά και την μουσική των παραστάσεων. Όσο για την παραδοσιακή λύση, αυτή δεν επέρχεται ποτέ, αφού δεν αποκαλύπτεται μία και μοναδική αλήθεια αλλά το έργο μένει ανοικτό στις υποκειμενικές ερμηνείες του εκάστοτε αναγνώστη – θεατή.

Η πρώτη μου γνωριμία με το θέατρο της Αναγνωστάκη ήταν στον Ήχο του όπλου, το 1987. Ανατρέχω στις σκέψεις του Δημήτρη Καταλειφού από το κείμενό του εδώ με τον τίτλο Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Για τον ίδιο το έργο αποτελεί τραγωδία και μιλάει για την δύναμη, ενώ οι ήρωες είναι όλοι τόσο αδύναμοι, πληγωμένοι και αβοήθητοι. Το εύρημα της Αναγνωστάκη τους τοποθετεί τσακισμένους μέσα σε μία μέρα, στον ίδιο ουσιαστικά χώρο, όπως η τραγωδία, περικυκλωμένους από κούφια πολιτικά συνθήματα, ψεύτικες υποσχέσεις και διασπορά αντιθέσεων και διχασμού που δεν έχει κανέναν απολύτως νόημα.

Τα υπόλοιπα κείμενα: Νικηφόρος Παπανδρέου – Τρεις φορές Παρέλαση, Βίκυ Μαντέλη – Η Λούλα της καρδιάς μου, Δηώ Καγγελάρη-  Ο άγγελος της Ιστορίας πάνω από την Πόλη, Βίκτωρ Αρδίττης – Τα μαύρα γυαλιά της Λούλας. Αναδρομικές σκέψεις για το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη, Γιώργος Αρμένης – Καθαρά προσωπικό, Σπύρος Βραχωρίτης – Κάθοδος στον Άδη του έρωτα, Βασίλης Κατσικονούρης – Βραδάκι…, Άκης Δήμου – Love Me or Leave Me, Λάκης Δόλγερας – Ο ήχος της σιωπής, Μάρω Δούκα – Από εικόνα σε εικόνα τα χρόνια, Ζυράννα Ζατέλη – «Το γελεκάκι που φορείς…», Μάνος Καρατζογιάννης – Η Λούλα στον ουρανό, Λυδία Κονιόρδου – Πάντοτε ο Άλλος, Όλια Λαζαρίδου – Αχ!, Παύλος Μάτεσις – Αντόνιο ή Το μήνυμα, Θανάσης Θ. Νιάρχος – Εκ γενετής μυστική, Λεωνίδας Προυσαλίδης –  Αποχαιρετισμός κι ένα υστερόγραφο, Σύλβια Σολακίδη – Ρόζα, Μαρία Στασινοπούλου – Αλαβάστρινη, αερική κι ανάλαφρη, Κωνσταντίνος Χατζής – «Δεν είμαι έτσι από κοντά», κ.ά.

Το αφιέρωμα περιλαμβάνει ακόμα μια απομαγνητοφώνηση ηχογράφησης μιας συνομιλίας με την Λούλα Αναγνωστάκη σε εισαγωγή και επιμέλεια Γιώργου Ζεβελάκη ενώ ο Μάνος Καρατζογιάννης συμπληρώνει με μια πλήρη Παραστασιογραφία Λούλας Αναγνωστάκη με τις επαγγελματικές παραστάσεις έργων της στην Ελλάδα (1965-2017). Η καθιερωμένη ύλη και οι γνωστές στήλες συμπληρώνουν το τεύχος, μαζί με έναν ωραιότατο φάκελο της Camera Obscura, με την Οικογενειακή υπόθεση, σειρά φωτογραφιών της Κατερίνας Τσακίρη. Στα αυτοπορτραίτα της (μια σύγχρονη συστηματική καλλιτεχνική αναζήτηση) η φωτογράφος σκηνοθετεί εαυτήν σε μοναχικές τελετουργίες  όπου η παραλλαγή της ομοιότητας ευνοεί την εμβάθυνση στις αποχρώσεις της ιδιαιτερότητας, όπως επισημαίνει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Το τεύχος συνοδεύεται από cd όπου η Λούλα Αναγνωστάκη διαβάζει τον μονόλογό της Ο ουρανός κατακόκκινος. Πρόκειται για τη μοναδική διαθέσιμη ηχογράφηση της φωνής της, που την έκανε η ίδια σε φορητό κασετόφωνο.

Στις εικόνες: το αναφερόμενο τεύχος της Γυναίκας (από το αρχείο του Τάκη Σπετσιώτη) / Η παρέλαση σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μάρκελλου και Ελένης Στεργίου στο θέατρο Αυλαία Θεσσαλονίκης [συνεργασία This Famous Tiny Circus theatergroup και ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων] και μια από τις Οικογενειακές υποθέσεις της Κατερίνας Τσακίρη.

[σ. 160]

14
Μάι.
18

Φρέαρ, τεύχος 21 (Μάρτιος 2018)

είμαστε ελεύθεροι, αν αυτό που αποφασίζουμε ή πράττουμε συνιστά με κάποιον τρόπο εξαίρεση από τους αναγκαίους κανόνες του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε. Γιατί, αν αυτό που πράττουμε ή αποφασίζουμε είναι εφαρμογή ακριβώς αυτών των νόμων, τότε η «ελεύθερη» εφαρμογή αυτών των νόμων είναι μια ψευδαίσθηση, πρόκειται περισσότερο για έναν τρόπο με τον οποίο η αναγκαιότητα ενεργεί υποκειμενικά. Δεν μπορείτε να είστε πλήρως ελεύθερος, παρά μόνο αν αυτό που πράττετε, αυτό που σκέφτεστε, αυτό που λέτε είναι κάτι διαφορετικό από τους προκαθορισμούς, τους κοινωνικούς και συλλογικούς, της κατάστασης στην οποία βρίσκεστε…

λέει ο Αλαίν Μπαντιού, που κατέχει πλέον μια ιδιαίτερη θέση μεταξύ των σύγχρονων στοχαστών αλλά και στην Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας και αποτελεί πλέον έναν από τους τελευταίους μεταφυσικούς σε μια μεταμοντέρνα εποχή όπου η φιλοσοφία έχει μετατραπεί είτε σ’ ένα μετασχόλιο σε άλλες σπουδές είτε σε μια φορμαλιστική μελέτη της γλώσσας. Ο Γάλλος στοχαστής αυτή τη φορά εκκινεί από την υποστήριξη της «εμμένειας των αληθειών», δηλαδή ότι φιλοσοφικώς δικαιούμαστε να κάνουμε λόγο για απόλυτες αλήθειες, αυτές οι αλήθειες είναι, όμως, ενθαδικές, ενυπάρχουσες στον πεπερασμένο στόχο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο στοχαστής αντιτίθεται αφενός στον σύγχρονο μεταμοντέρνο σχετικισμό που απορρίπτει την απολυτότητα της αλήθειας και αφετέρου διαχωρίζεται από την παραδοσιακή μεταφυσική (χριστιανική, θεϊστική ή άλλη), η οποία αναζητά μια υπερβατική θεμελίωση της αλήθειας εκτός του κόσμου.  Είναι χαρακτηριστικό ότι μιλάει για αλήθειες, στον πληθυντικό και όχι για μία αλήθεια στον ενικό. Η συνομιλία με τον Διονύση Σκλήρη, η τρίτη που δημοσιεύεται στο Φρέαρ, είναι συναρπαστική.

Σ’ ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείωμά της η Τιτίκα Δημητρούλια μας γνωρίζει τον Ντανί Λαφαριέρ, που με την σειρά του συστήνεται ως συγγραφέας αϊτινής καταγωγής που γράφει στα γαλλικά, εγκατέλειψε κάποτε αναγκαστικά τη χώρα του, για να ξεφύγει από τον δικτάτορά της, αλλά τώρα έχει επιλέξει να ζει έξω από αυτήν. Δεν αυτοπροσδιορίζεται εθνικά, με βάση μια χώρα ή μια ευρύτερη περιοχή (Αϊτινός, της Καραϊβικής), ούτε ως εξόριστος, ούτε καν ως γαλλόφωνος· άλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, είναι τόσο προσαρμοστικός και ευέλικτος, ώστε είναι κάθε φορά από την χώρα του αναγνώστη του. Όπως τονίζει η ίδια, ο συγγραφέας αφήνει ανοιχτά τα περιθώρια του αυτοπροσδιορισμού του, ορίζοντας μια παλίμψηστη υποκειμενικότητα που προσδιορίζεται κατά περίπτωση και η υβριδικότητά της προκύπτει από την υπερ-διαπολιτισμικότητά της, από τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο ενσωματώνει την εκάστοτέ διάδρασή του με το ιστορικά προσδιορισμένο περιβάλλον στην ζωή του.

Διηγήματα των Δημήτρη Μίγγα, Νένας Κοκκινάκη, Ούρσουλας Φωσκόλου, Τάσου Ελένα, π. Παναγιώτη Χαβάτζα, Βάσως Χόντου, δοκίμια και μελετήματα των Γιάννη Κιουρτσάκη, Δημήτρη Ραυτόπουλου, Νατάσας Κεσμέτη και Δημήτρη Κόκορη, κείμενα περί ζωγραφικής των Στέφανου Δασκαλάκη και Γ.Σ. Ντι Πιέτρο, ποιήματα των Σταμάτη Πολενάκη, Γουίλλιαμ Στάνλεϋ Μέργουιν, Ντίνου Φλαμάντ, Ένο Αγκόλλι, Βασίλη Στάμου, Νικόλα Ευαντινού, δίστηλα με σχόλια επικαιρότητας (Μαριάνος Δ. Καράσης, Διονύσης Κ. Μαγκλιβέρας, Κώστας Μελάς, Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Γιώργος Κεντρωτής, Γιάννης Β. Κωβαίος, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Νίκος Γριπονησιώτης, Κώστας Βραχνός, Γιώργος Μητρούλιας, Σωτήρης Παστάκας, Αντώνης Ν. Παπαβασιλείου), ημερολόγια (Δημήτρης Αγγελής, Κώστας Ε. Τσιρόπουλος), κριτικές βιβλίου, σελίδες για τη ζωγραφική, το θέατρο, τον κινηματογράφο, τη μουσική και κείμενα για άλλα κείμενα συμπληρώνουν την ύλη. Το τεύχος κοσμούν σχέδια του Αχιλλέα Παπακώστα.

Από τις Σελίδες Ημερολογίου του Θανάση Νιάρχου κρατώ μια εγγραφή που αξίζει να μείνει. Με αφορμή την παρουσίαση δυο τόμων του Βασίλη Βασιλικού αισθάνεται πως δεν υπάρχει τίποτε πιο αμήχανο και προβληματικό από το να συζητάνε διάφοροι άνθρωποι, όσο σπουδαίοι και αν είναι, για την συμμετοχή τους σ’ ένα παρελθόν αγωνιστικό και αντιστασιακό, όταν ως συνέχεια του παρελθόντος αυτού υπήρξε ένα μέλλον που δεν το επιβεβαίωσε σε τίποτε απολύτως.

Κάτω από κάθε γραφή υπάρχει μια καλύτερη που πρέπει να την βρεις, υποστηρίζει ο Κώστας Μαυρουδής στην δεύτερη άξια αποδελτίωσης συνομιλία του τεύχους (με την Νότα Χρυσίνα). Ιδού δυο δικά μου δελτία: Το ότι πολλοί διαβάζουν σημαίνει ότι μέσα σε έναν αιώνα ένα ιλιγγιώδες ποσό τυπωμένων ανοησιών έφτασε στα χέρια ανθρώπων που δεν είναι πια αναλφάβητοι. Καλό, κακό, δεν ξέρω· είναι αδιάφορο για την καλλιέργεια και ακόμα πιο αδιάφορο για την δημιουργική έκφραση. Κι ένας ήρωας βιβλίου που άρχισε πάλι να τον συγκινεί: εκείνοςο μαθητής από το βιβλίο του Δημοτικού, που τρέχει κρατώντας ένα ενδεικτικό με «Άριστα 10». Ο συγγραφέας συγκινείται από την ανεμελιά του για έναν κόσμο όπου η ζωή είναι ακόμα απέραντο καλοκαίρι. Γελά και τρέχει με ενθουσιώδη άγνοια για το μέλλον. Τον περιμένει μια γαλήνια θάλασσα, κολύμπι, παιχνίδια, μέσα σε μία στέρεα χωρίς κανέναν ρήγμα, οικογένεια. Να μια αιώνια, απρόσβλητη, ανθρώπινη εικόνα.

 [σελ. 206]

Στις εικόνες: Alain Badiou, Dany Lafarriere, έργο του Αχιλλέα Παπακώστα, Αριστεία.

28
Μαρ.
18

Σάββας Μιχαήλ – Homo liber. Δοκίμια για την εποχή, την ποίηση και την ελευθερία

Μια αειθαλής διακλάδωση ιδεών και κειμένων

«Τι αιώνα κάνει εκεί έξω;» αναρωτιέται σε ένα ποίημά του ο Μπορίς Παστερνάκ · «Αιώνα μου θεριό μου, ποιος θα τολμήσει / στις κόρες των ματιών να σ’ αντικρίσει;» αναρωτιέται ο Οσίπ Μαντελστάμ σ’ ένα δικό του, καθώς αμφότεροι είδαν την ρήξη που σημαδεύει την είσοδο στη νέα Εποχή, που έκανε τον Αιώνα ένα θηρίο με σπασμένη ράχη· είναι η ίδια ράχη που στον καιρό της ξέφρενης νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης χάθηκε κάτω από το κολοσσιαίο πλασματικό κεφάλαιο, το μέγιστο και έσχατο όλων των φετίχ, όπως προείδε ο Μαρξ. Εάν καταρρεέουν όλες οι βεβαιότητες που λειτουργούσαν ως «καθεστώς αλήθειας», τότε ο υπαρκτός καπιταλισμός στον οποίον κυρήσσεται πλέον κατά κανόνα κι όχι κατ’ εξαίρεση η κατάσταση εξαίρεσης ή έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβάνει σ’ αυτήν ακριβώς την διάσωση του καθεστώτος αλήθειας που την στηρίζει.

Το καθεστώς αλήθειας είναι ένας από τους όρους διαμόρφωσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ο Μισέλ Φουκώ το ονομάζει πολιτική οικονομία της αλήθειας και διακρίνει σ’ αυτήν, μεταξύ άλλων, την υποταγή της σε μια συνεχή οικονομική και πολιτική υποκίνηση, την μετατροπή της σε αντικείμενο τεράστιας διάδοσης, την παραγωγή και μετάδοσή της κάτω από τον κυρίαρχο έλεγχο μεγάλων πολιτικοοικονομικών μηχανισμών. Το πρόβλημα, υποστήριζε ο Φουκώ, δεν είναι να αλλάξουμε την συνείδηση των ανθρώπων ή το τι έχουν μέσα στα κεφάλια τους, αλλά να αλλάξουμε το πολιτικό, οικονομικό, θεσμικό καθεστώς παραγωγής της αλήθειας. Αλλιώς, ποια εξουσία θα ενδιαφερθεί να βρει εάν υπάρχει άλλη αλήθεια έξω από το δικό της καθεστώς αλήθειας, γεγονός που θα ισοδυναμούσε με το τέλος της; Η συμβουλή του Μαντελστάμ παραμένει επιτακτική: να αντικρίζουμε την Εποχή πάντα στις κόρες των ματιών της.

Το κείμενο Heimat – Η ανέστια Εστία ή Ένας περίπατος στο Gezi Park μαζί με τους Ernst Bloch, Walter Benjamin και Alain Badiou εκκινεί με τις φράσεις του Νίτσε από το Also spracht Zarathoustra (Πού βρίσκεται τα δικό μου σπίτι; Αυτό είναι που ζητώ και ψάχνω κι αυτό είναι που πάντα έψαχνα και ποτέ δεν βρήκα), την ζοφερή πρόγνωση του Charles Fourier – Ολοένα περισσότερο είναι στα γραφεία και στα κέντρα των εμπορικών – οικονομικών επιχειρήσεων που πρέπει να ψάξουμε να βρούμε το πραγματικό πλαίσιο της ζωής του πολίτη – και την παρομοίωση του Μπένγιαμιν του διαμερίσματος – κουτιού με ανθρώπους με τα κουτιά για παπούτσια ή καπέλα. Δεν είναι λοιπόν αυτονόητο ότι η κατοικία είναι οικεία. Το σπίτι δεν είναι αυτόματα η γεμάτη θαλπωρή εστία του ανθρώπου. Η μέχρι τώρα Ιστορία είναι Ιστορία της αποξένωσης του ανθρώπου και ο τόπος διαμονής του δεν μπορεί παρά να συμπυκνώνει την αλλοτρίωσή του.

Ο σπουδαίος μαρξιστής φιλόσοφος Ernst Bloch έβαλε στο κέντρο της φιλοσοφικής του αναζήτησης όχι το όν ή την Ιδέα αλλά την Εστία [die Heimat]. Και στο λαμπρό πανόραμα των ανθρωπίνων προσδοκιών που μας χαρίζει το μπλοχιανό έργο Η Αρχή της Ελπίδας, ιδιαίτερη και αξιοπρόσεκτη θέση καταλαμβάνουν οι αρχιτεκτονικές ουτοπίες. Από την αρχαιότητα η αρχιτεκτονική και η ουτοπία συνδέονται με την άριστη Πολιτεία του ευ ζην. Η ουτοπία, έγραψε, έχει δυο τάσεις, την μορφή της άκαμπτης πέτρα, του κλειστού και αμετάβλητου κόσμου, και την μορφή του εδεμικού Δέντρου της Ζωής. Ίσως με αυτή την σκέψη μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η τύχη είκοσι δένδρων στο πάρκο Γκεζί της Πλατείας Ταξίμ που απειλούνταν με κόψιμο πυροδότησε μια εντελώς αναπάντεχη λαϊκή εξέγερση κατά της νέο-οθωμανικής τάξης, ένα Συμβάν-Τομή. Η αναδόμηση – καταστροφή της ιστορικότερης Πλατείας και τόπου ιστορικής μνήμης, ακολούθησε άλλα έργα της νέο-οθωμανικής μεγαλομανίας και νεοφιλελεύθερης κερδοσκοπίας της τουρκικής κυβέρνησης, και ήταν η πιο προκλητική και αντιδραστική «αλλαγή κόσμου» για τον λαό της πόλης. Δεν του έκοβαν απλώς είκοσι δέντρα, αλλά το ίδιο το Δέντρο της Ζωής.

Η αθέατη πλευρά της τέφρας αφορά το βιβλίο Αντιμέτωπη με το Ολοκαύτωμα – Η Λίζα Πίνχας διηγείται [έκδοση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδας, 2014], όπου η Πίνχας αφηγείται την ζωή μέσα στον θάνατο, στο στρατόπεδο Άουσβιτς – Μπίρκενάου, όπου μπήκε στο στρατόπεδο το 1943, είκοσι επτά χρονών κορίτσι, και βγήκε ζωντανή δυο χρόνια μετά αφήνοντας εκατόν δώδεκα συγγενείς νεκρούς μαζί με τα έξι εκατομμύρια των εξοντωμένων Εβραίων. Η τέφρα ενάντια στην οποία γράφει είναι εκείνη που εκμηδενίζει ή απειλεί να εκμηδενίσει ακόμα και την δυνατότητα να μαρτυρήσει κανείς για την ίδια την εκμηδένιση. Υπάρχουν πάνω από εκατό χιλιάδες ατομικές μαρτυρίες επιζώντων, καθεμιά μοναδική, όπως η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, καθεμιά ανεπανάληπτη, ενική, μη αφομοιώσιμη σε κάποιο γενικό στατιστικό σύνολο. Η μαρτυρία της συνεχίζεται στο διπλό αυτό ενάντια: αντιμέτωπη με την Καταστροφή, την Σοά, μένει ακλόνητη στον αγώνα ενάντια στην εκμηδένιση όχι μόνο του θανάτου αλλά και της ίδιας της μνήμης.

Η δικαιοκρισία της Λίζας Πίνχας είναι αμείλικτη. Μέσα από την μαρτυρία της περνάει μπροστά στα μάτια μας μια ατέλειωτη σειρά εξευτελισμών και βασάνων, μέχρι την εξόντωση και την αποτέφρωση. Όλα όσα το σύγχρονο σύστημα θέλει να ξεχαστούν και να σβήσουν ή να μετατραπούν σε ακίνδυνα εικονίσματα· να μη φανεί προπαντός η ίδια η αδυσώπητη λογική του Ναζισμού και κάθε φασισμού που αρχίζει με το ποδοπάτημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και καταλήγει στα στρατόπεδα εκμηδένισης. Αυτόν ακριβώς τον κεντρικό άξονα της δράσης του φασισμού, την συστηματική καταστροφή του ανθρώπινου μέσα στον άνθρωπο, ξεσκεπάζει χωρίς φτιασιδώματα η μαρτυρία αυτής της απλής αλλά αλύγιστης Θεσσαλονικιάς Εβραίας. Η αντίσταση σε αυτή την καταστροφή του ανθρώπινου ήταν η δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης ανάμεσα στους κρατούμενους. Με την απελευθέρωσή της η Πίνχας γνώριζε καλά ότι το πένθος της δεν τελείωσε, ότι το ζήτημα της απόδοσης Δικαιοσύνης ως αίτημα Ζωής εκκρεμεί. Γι’ αυτό και δεν εξαφάνισε την πικρή της ελευθερίας μέσα στο πένθος αλλά μετέτρεψε την εργασία του πένθους σε δράση για τα δίκαια των επιζώντων, σε μαρτυρία.

Στο κείμενο Ελευθερία – …non ut Legem, sed ex amore ο συγγραφέας αναρωτιέται ποιο ευαίσθητο νεύρο άγγιξε ο Εβραίος σοφός του Άμστερνταμ Μπαρούχ Σπινόζα για να έχει προκαλέσει και να συνεχίζει να προκαλεί τόσα πάθη και να εξαπολύονται εναντίον του, από τον 17ο ως τον 21ο αιώνα τόσες  βίαιες επιθέσεις. Τόσο η Ηθική του όσο και η Θεολογικοπολιτική πραγματεία στα υπό έρευνα κεφάλαια έχουν ως κοινή κατάληξη την Ελευθερία [Libertas] και σ’ αυτούς τους δρόμους συναντιέται με έναν άλλο πρώιμο εξάγγελο της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης, τον Giovanni Pico della Mirandola, ο οποίος στον λόγο του περί της αξιοπρέπειας του ανθρώπου επέστρεψε στην Ελευθερία το αληθινό της όνομα: Αξιοπρέπεια [Dignitas].

O Σπινόζα συγκρούστηκε με τις συντηρητικές πολιτικές και θρησκευτικές εξουσίες, με όλες τις σύγχρονές του μορφές υποδούλωσης, μαζί και με την εθελούσια δουλεία του πλήθους, την οποία διατηρούσαν κι εκμεταλλεύονται οι εξουσίες για να κάνουν τις λαϊκές μάζες «να μάχονται για την δουλεία τους σαν να επρόκειτο για την σωτηρία τους». Στον πρόλογο της Πραγματείας του ο Σπινόζα είχε ήδη δείξει πως σε καιρούς κρίσεις η fluctuation animi, ο κλυδωνισμός της ψυχής μεταξύ φόβου και ελπίδας γίνεται το πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους σαπρόφυτα και προκαταλήψεις. Κι αυτός ήταν ο στόχος του έργου του, η δεισιδαιμονία ως εξουσιαστικός μηχανισμός υποδούλωσης και ελέγχου των πληθυσμών στην νεωτερική αστική κοινωνία. Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, κατά τον Πίκο ντέλλα Μιράντολα, έγκειται στην καθολικότητα στην οποία μπορεί να ανοιχτεί κάθε άνθρωπος· στο ίδιο μοίρασμα ανοίγεται και ο Σπινόζα, που, παρόλο που δεν έχασε τις εβραϊκές ρίζες της σκέψης του, θα συμφωνούσε με την δαιμόνια ξεριζωμένη Εβραία, την Γερτρούδη Στάιν, η οποία, σαρκάζοντας την μυθολογία των Ναζί για «ρίζες», «αίμα και γη», θα πει: Είναι σπουδαίο να έχεις ρίζες, αρκεί να μπορείς να τις πάρεις μαζί σου!

Ο Jean Genet στον κόσμο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή έχει ως αφορμή το βιβλίο του Το παιδί εγκληματίας [Άγρα, 2015]. Ο Ζενέ δεν έπαψε ποτέ να επανέρχεται και να μιλά σαν Νέμεση, πόσο μάλλον όταν επιχείρησε την απαγορευμένη τελικά ραδιοφωνική εκπομπή Το παιδί εγκληματίας. Το ίδιο απαγορευμένα ήταν και τα λόγια του πέντε χρόνια μετά το τέλος του Άουσβιτς: Οι εφημερίδες εξακολουθούν να δημοσιεύουν φωτογραφίες των πτωμάτων […] … αυτά είναι τα εγκλήματα του Χίτλερ. Κανείς όμως δεν διανοήθηκε ότι ανέκαθεν στις φυλακές ανηλίκων, στις γαλλικές φυλακές, βασανιστές βασανίζουν παιδιά και άνδρες… Εμάς μας κακοποίησαν τόσο στη φυλακή και τόσο άνανδρα που ζηλεύω τα δικά σας βασανιστήρια. […] εμείς όμως θα εξακολουθούμε να ενσαρκώνουμε τις τύψεις σας.

Ο Ζενέ μιλάει ως εχθρός του κόσμου, ως νομικός εκπρόσωπος του Κακού. Δηλώνει απερίφραστα ότι πρόθεσή του είναι «να ακουστεί η φωνή του εγκληματία». Χρειάζεται, γράφει, θάρρος να έρθεις σε ρήξη με την παντοδυναμία του κόσμου, και ακόμα να αρνηθείς οποιοδήποτε «σωφρονισμό» ή «ανασυγκρότηση» ή «επανένταξη». Όπως ο Ιβάν Καραμάζοφ του Ντοστογέφσκυ στην αφήγηση του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, έτσι και αυτός εναντιώνεται σε κάθε κανόνα γιατί είναι κανόνας υποδούλωσης στην υπάρχουσα τάξη των πραγμάτων. Αν η ανθρωπότητα, το ανθρώπινο που την καθιστά «ανθρωπότητα» δεν είναι μια αφηρημένη ταυτότητα κοινών χαρακτηριστικών αλλά η αναγνώριση του Μοναδικού ως του κοινού στους ανθρώπου, στοιχείο που διαπερνά και την συζήτηση με τον Αλμπέρτο Τζιακομέττι στο Εργαστήριό του, τότε δεν μας κάνει εντύπωση που ο μεγάλος ζωγράφος ερωτεύτηκε μια γοητευτική γριά κλοσάρ κι ο Ζενέ έναν εξίσου ρακένδυτο ζητιάνο.

Ένας άλλος έρωτας ενέπνευσε τον σπουδαίο Βάλτερ Μπένγιαμιν στο έργο του Μονόδρομος: η αναφερόμενη Οδός Άσια Λάτσις στην αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου δεν είναι παρά η Λεττονή μπολσεβίκα από την Ρίγα, πρωτοποριακή σκηνοθέτρια του προλεταριακού παιδικού θεάτρου στην Σοβιετική Ρωσία και παιδαγωγός αφοσιωμένη στα ορφανά και εγκαταλελειμμένα παιδιά. Η Άσια Λάτσις δεν ήταν κάποια εφήμερη ερωτική περιπέτεια αλλά μια συνάντηση με το πνεύμα της μοντέρνας τέχνης και την ψυχή της επανάστασης, ένας μονόδρομος. Σύντομα καταλήγουν σ’ έναν άλλου είδους μονόδρομο, την σταδιακή απογοήτευση από το έλλειμμα και την γραφειοκρατικοποίηση της επανάστασης από τον σταλινισμό. Όμως η περίπτωση του Μπένγιαμιν (στον οποίο αφιερώνονται και άλλα κεφάλαια) έχει ένα παράδοξο: ενώ στον Μάη του ’68 ήρθε στην επικαιρότητα ως ο στοχαστής της επανάστασης, όπως όντως είναι, στα τέλη του 20ού αιώνα μετατράπηκε σε θλιβερό εστέτ και σε εκπρόσωπο όλων των παραιτημένων. Ποιος φοβάται άραγε την επαναστατική του ιδιότητα και τον Μονόδρομο του, έναν δρόμο που τον χαράσσεις όσο τον περπατείς ενώ τα ερείπιά του που σωριάζονται μπροστά σου δεν φράζουν αλλά ανοίγουν τον δρόμο;

Ο Angelus Novus στον καιρό της Μεγάλης Ύφεσης, Ο William Blake στην Πλατεία Συντάγματος, Ο αντισημιτισμός ως κρίση του πολιτισμού, Η Άκρα Ταπείνωση της Ρέας Γαλανάκη, Οι Κώδικες του Γιώργου Λαζόγκα, Το Άουσβιτς sub specie future, Η τέχνη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, Ο Ρωμαίος, η Ιουλιέττα και τα φαντάσματα των ταυτοτήτων, Ο Ζντάνωφ και οι γάτες της Αχμάτοβα, Η αλληλογραφία Γιάννη Ρίτσου – Άρη Αλεξάνδρου – Καίτης Δρόσου, Σκέψεις για τον Βύρωνα Λεοντάρη, Ο Μίλτος Μακρίδης και η απόγνωση ως ευγένεια, Ο βιβλικός ποιητής Α. Εμπειρίκος, Η επανάσταση στους Deleuze και Guattari είναι μόνο ορισμένα θέματα που αναταράσσει η γραφή του συγγραφέα με το γνωστό της ύφος: με πλήρη επιστημονικό εμπλουτισμό (πάντα με πλούσιες σημειώσεις), απρόσμενους συνειρμούς, ενθουσιώδη γραφή και απολαυστικό λόγο, όπου το κάθε κείμενο ανοίγει και παραπέμπει σε πολλαπλά άλλα κείμενα, σ’ ένα καταιγισμό ιδεών και προβληματισμών. Έχουμε, άλλωστε, ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο τις γραφές του για την Περιπλάνηση, το Μεσσιανικό και την Musica ex nihilo.

Στις εικόνες: Michel Foucault, Ernst Bloch, Εξεγερτές της Κωνσταντινούπολης, Holocaust Survivor [Hanka Kornfeld-Marder], Baruch Spinoza [Alexey Leonov], Anna Lācis.

22
Μαρ.
18

André Gide – Οι κιβδηλοποιοί & Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών

Στο διαρκές σταυροδρόμι των ηθικών και αισθητικών επιλογών

Να μη βασίσω τη συνέχεια του μυθιστορήματός μου στην προέκταση των ήδη χαραγμένων γραμμών· ιδού η δυσκολία. Μια διαρκής εμφάνιση νέων στοιχείων· κάθε νέο κεφάλαιο πρέπει να θέτει ένα καινούργιο πρόβλημα, να’ ναι μια εισαγωγή, μια κατεύθυνση, μια ώθηση, ένα βήμα μπροστά για το πνεύμα του αναγνώστη. Όμως, ο αναγνώστης θα πρέπει να «φύγει» από μένα, όπως η πέρα «φεύγει» απ’ τη σφεντόνα. Δεν έχω μάλιστα, αντίρρηση να επιστρέψει, σαν μπούμεραγκ και να με χτυπήσει…

… έγραφε ο Αντρέ Ζιντ στο Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών [σ. 445], και η επιθυμία του εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τον πυρήνα του σπουδαίου μυθιστορήματος που παραμένει μέχρι σήμερα κλασικό και επίκαιρο. Ο Ζιντ συνέλαβε την ιδέα ενός έργου μεγάλης έκτασης, με πολλούς πρωταγωνιστές, με διάφορες επιμέρους ιστορίες που αλληλοδιαπλέκονται, στον πλαίσιο των οποίων δοκιμάζονται και αντιπαρατίθενται ποικίλες ηθικές και αισθητικές επιλογές. Έβλεπε το κείμενό του σαν ένα σταυροδρόμι θεμάτων, μια διασταύρωση προβλημάτων όπως η εξέγερση εναντίον της οικογένειας, η σύγκρουση των γενεών, η θρησκεία, η ομοφυλοφιλία, η σχέση της λογοτεχνίας και της ζωής, το καλό και το κακό, η κιβδηλεία.

Η αρχή γίνεται με την φυγή ενός νέου από το πατρικό του, όταν ανακαλύπτει ότι είναι νόθος, ενώ στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται ένας μυθιστοριογράφος, που κρατάει ημερολόγιο και προσπαθεί να γράψει τους Κιβδηλοποιούς, ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένο θέμα, που θα περιλαμβάνει ό,τι βλέπει, ό,τι γνωρίζει και όλα όσα του μαθαίνει η ζωή αλλά και η σύγκρουση ανάμεσα στα γεγονότα και την ιδεατή πραγματικότητα. Γύρω του κινούνται δεκάδες χαρακτήρες που εκπροσωπούν ξεχωριστές νοοτροπίες και στάσεις ζωής. Στην ουσία όλοι αποτελούν υποκείμενα μιας μαθητείας αλλά ζουν καταστάσεις στο πλαίσιο των οποίων όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται την πλάνη τους αλλά και στο τέλος βυθίζονται περισσότερο σ’ αυτήν. Πρόκειται για έναν αναπότρεπτο ανθρώπινο νόμο που δεν είναι μοιραίος, καθώς εναπόκειται στον καθένα να τον αναγνωρίσει και να διατηρήσει την ελευθερία του.

Οι Κιβδηλοποιοί αποτελούν κορυφαία στιγμή στην πορεία διαμόρφωσης του μυθοπλαστικού κόσμου  του συγγραφέα πριν το μεγάλο ταξίδι του στην μαύρη Αφρική και την εποχή της στράτευσης και των μαρτυριών. Το μυθιστόρημα ανταποκρίνεται στην επιθυμία του συγγραφέα για ένα έργο πληθωρικό, τροφοδοτούμενο απ’ όλα όσα προσφέρει η ζωή· αφηγείται γεγονότα που διαδραματίζεται με βάση περισσότερες της μιας οπτικές γωνίες και αφηγηματικές τεχνικές, καλώντας τον αναγνώστη σε ένα είδος ενεργητικής και κριτικής συμμετοχής. Το βιβλίο άσκησε βαθιά επίδραση σε πολλά μεταγενέστερα μυθιστορήματα αλλά και συγγραφείς, όπως οι πρωτεργάτες του «νέου μυθιστορήματος» (Sarraute, Butor, Robbe-Grillet), ενώ ο Σαρτρ μίλησε για ένα μυθιστόρημα που επιμένει να αμφισβητεί τον εαυτό του και να αναστοχάζεται την ίδια του την υπόσταση.

Μου είναι οπωσδήποτε πιο εύκολο να βάλω έναν απ’ τους ήρωές μου να μιλάει, παρά να εκφράζομαι εγώ ο ίδιος· και μάλιστα, όσο περισσότερο ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας διαφέρει από μένα, τόσο το καλύτερο. Οι μονόλογοι του Λαφκαντιό ή το ημερολόγιο της Αλισά, είναι ό,τι καλύτερο έχω γράψει, και μάλιστα με τη μεγαλύτερη ευκολία. Όταν τα γράφω αυτά, ξεχνώ ποιος ήμουν, αν υποθέσουμε πως ήξερα ποτέ. Γίνομαι «ο άλλος». (Ζητάνε να μάθουν τη γνώμη μου· αδιαφορώ γι’ αυτήν. Δεν είμαι πια κάποιος, αλλά πολλοί – εξού και μου αποδίδουν αστάθεια, με θεωρούν ευμετάβλητο). Να ωθείς την αυταπάρνησή σου ως την απόλυτη λήθη του εαυτού σου. [Ημερολόγιο των Κιβδηλοποιών, σ. 442]

Ο Ζιντ αντιδρούσε στο να μένει κανείς «ήσυχος», στη θέση που του είχε προκαθορίσει η κοινωνία. Σε όλη του τη ζωή θα είναι ένας νομάδας, σπάνια στο δικό του σπίτι, πάντα σε σπίτια άλλων· ένας ψυχαναγκαστικός ταξιδιώτης που θεωρούσε την ακινησία μίμηση θανάτου. Ήταν πάντα έτοιμος να εγκαταλείψει το σημείο όπου είχε φτάσει, προκειμένου να ανακαλύψει ένα καινούργιο, κατά προτίμηση στους αντίποδες του προηγούμενου. Οι πνευματικές του περιπέτειες, οι ανεξάντλητες απολαύσεις των αισθήσεων, τα ανήσυχα νοητικά παιχνίδια του πέρασαν αυτούσια στην πρόζα του. Κάθε βιβλίο του είναι μοναδικό, αντίθετο ή και σε αντίφαση με κάποιο άλλο. Η ζωή του δεν υπήρξε ένα δράμα επιλογών αλλά ενορχήστρωσης και ενσωμάτωσης, αυτών· δεν ήταν απλώς το παραδοσιακό πλαίσιο των έργων του αλλά συστατικό τους στοιχείο. Πρόκειται για σπάνιο παράδειγμα όπου «ο άνθρωπος και το έργο του» είναι αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Στην αμφισημία της πραγματικότητας δεν μπορεί να αντιστοιχεί ένας μόνο λόγος, γράφει ο Pierre Masson στον πρόλογό του στην έκδοση των Πλειάδων [Bibliothèque de la Pléiade]. Γι’ αυτό και ο Ζιντ δεν παύει ποτέ να στηλιτεύει ή να σαρκάζει κάθε είδους λόγο, λογοτεχνικό ή θρησκευτικό, που ισχυρίζεται ότι αποδίδει την πραγματικότητα. Υποστήριξε την πάλη κατά της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης αλλά και αποδοκίμασε τον σταλινισμό σε όλες τις εκδοχές του. Καταδίκασε την αποικιοκρατία, αποκήρυξε τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των θρησκειών και την υποκριτική λατρεία του πόνου και διεκδίκησε μια νέα σεξουαλική ηθική. Στο πλαίσιο αυτό η ομοφυλοφιλία του ήταν ο ιδανικότερος δρόμος προς την στράτευση.

Οι μυθιστοριογράφοι μας εξαπατούν όταν μας αναπτύσσουν την εξέλιξη ενός ατόμου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πιέσεις που του ασκεί το περιβάλλον του. Το δάσος διαμορφώνει το δέντρο. Ο χώρος που αναλογεί στο κάθε δέντρο είναι τόσο λίγος! Πόσοι και πόσοι βλαστοί μένουν τελικά ατροφικοί! Καθένας απ’ αυτούς απλώνεται όπου βρει χώρο. Το κλαδί του μυστικισμού το οφείλουμε, κατά κανόνα, στην «ασφυξία» που επικρατεί. Μόνο προς τα πάνω, προς τον ουρανό, υπάρχει διαφυγή! [Ημερολόγιο του Εντουάρ, σ. 290]

Η πρόζα του δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο πειραματισμού ενώ η γλώσσα του, πάντα πλούσια και καλογραμμένη, τον ανέδειξε ως έναν μεγάλο στιλίστα, υποδειγματικό στην αναζήτηση της πιο κατάλληλης έκφρασης για να αποδώσει την σκέψη του. Το επίμετρο περιλαμβάνει ακόμα κείμενα των Pierre Lepape, Claude Martin και Alain Goulet, συνέντευξη του Frank Lestringant στον Joseph Vebret, κείμενο του Ζαν-Πωλ Σαρτρ για τον συγγραφέα, εργοβιογραφικό χρονολόγιο και 102 σημειώσεις της μετάφρασης, όλα πολύτιμα συμπληρώματα μιας εξαιρετικής έκδοσης.

Μπορεί άραγε σ’ έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο να αναγνωρίσει κανείς τα κίβδηλα και τα πλαστά; Η ίδια η λογοτεχνία θα σπεύδει κάθε φορά όχι να δώσει τις απαντήσεις αλλά να ανοίγει τα μάτια των ανθρώπων. Ο Αντρέ Ζιντ δεν έπαψε να εργάζεται πάνω στο αδιανόητο αυτό σχέδιο. Κι όπως έγραψε στον έξοχο Θησέα, ένα είδος διαθήκης τους: Έχω αποδεχτεί ότι πλησιάζω στον μοναχικό μου θάνατο. Γεύτηκα πολλά από τα καλά αυτού του κόσμου. Με ευχαριστεί να σκέφτομαι ότι, έπειτα από μένα, χάρη σ’ εμένα, οι άνθρωποι θα νιώθουν πιο ευτυχείς, καλύτεροι, πιο ελεύθεροι. Το έργο μου και η ζωή μου είναι συμβολή σε ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. [σ. 486]

Εκδ. Πόλις, 2014 (ανατ. 2016), μτφ. Ανδρέας Παππάς, εισαγωγή Αλεξάνδρα Σαμουήλ, σελ. 525 [Les Faux-monnayeurs, 1925]

Υπό δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, προσεχές τεύχος, αφιέρωμα Γαλλία.

16
Μαρ.
18

Ντενί Τεριώ – Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου

Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών τού προκαλούν συναισθήματα και τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 224, εδώ.

Στις εικόνες: Karl Spitzweg – The Postman (Der Briefbote im Rosenthal), Ma Liang – Postman, No. 1, Basil Blackshaw Hrha Rua – Postman on a bike.

05
Μαρ.
18

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 183. Σόνια Ζαχαράτου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Θύρα κόλασης ή παραδείσου, η αναδρομή στο παρελθόν, η λογοτεχνικοποίηση ονείρων, η κατάθεσή τους στο χαρτί. Από κάποιους επίμονους εφιάλτες ξεκίνησε  η συγγραφή του βιβλίου «Παιχνίδι με τον σπάγκο», (εκδόσεις Κουκούτσι). Ακολούθησαν μνήμες, ανασκαλέματα, φαντασία και μυθοπλασία, αναζητώντας την τακτοποίηση της σχέσης μιας κόρης με τη μάνα της και την οριστική κάθαρση. Υπάρχει, όμως, κάθαρση; Πόσο συγχωρείται η ενοχή; Πόσο γίνεται δυνατή η συγγνώμη; Πόσο αρχετυπικά λατρευτική είναι αυτή η σχέση; Ποιο είναι, εντέλει, το τραύμα και από πού εκπορεύεται και πού εδραιώνεται; Ποίηση, διάλογοι με θεατρικότητα και πεζά κείμενα έδεσαν τα αναπάντητα ερωτήματα, μετατρέποντάς τα σε μια σχεδόν τελετουργική εξομολόγηση.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Οι πρώτες προσπάθειες αφορούσαν τη συμμετοχή μου σε μικρές  ανθολογίες. Ήταν τότε, μεταξύ εφηβείας και μετεφηβείας, που τα όνειρα αλλά και η μελαγχολία έδιναν το παρών τους. Μαζεύαμε χρήματα και εκδίδαμε τα ποιήματά μας. Νομίζαμε ότι βάζαμε τα θεμέλια της διαφοράς από τους υπάρχοντες ποιητές, αλλά ακολουθούσαμε τους δρόμους που είχαν ανοίξει. Έπειτα, πέρασαν χρόνια, και το 1989 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Αστάρτη μια σειρά πεζοποιημάτων μου, με τίτλο «Πανσέληνος παρά κάτι».

Η ουσιαστική εμπλοκή μου με τη συγγραφή έγινε δέκα χρόνια αργότερα –απείχα εξ αιτίας της έντονης επαγγελματικής δραστηριότητάς μου στον χώρο της δημοσιογραφίας-, με το ψυχολογικό θρίλερ «Τρεις νύχτες του Αυγούστου (και μία ημέρα)» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Έχοντας πενθήσει, εκείνο το διάστημα, κάποιους λατρεμένους ανθρώπους μου, ήμουν πολύ θυμωμένη για το άδικο του θανάτου και προσπαθούσα να ‘τα βάλω’ μαζί του, να του αποδείξω ότι μπορούσα κι εγώ να κλέψω ζωές. Ήθελα να βγω νικήτρια, σκοτώνοντας ωσάν μαινάδα ή σαν τη θεά Εκάτη και έγραψα ένα κείμενο με αρκετή βία που με αιφνιδίασε και με τρόμαξε.

Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», εκδόσεις Εξάντας, είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα ή ιστορικό αφήγημα αν προτιμάτε, που ξεκίνησε και προχώρησε μέσα από συμπτώσεις. Συμπτωματικά είδα μπροστά μου, καθώς περπατούσα, το όνομα Μαρία Θηρεσία, σκέφτηκα ‘πόσο δύσκολο είναι να σε φωνάζουν έτσι στις ημέρες μας’, το ξαναείδα τυχαία κάπου αλλού, θυμήθηκα την αυτοκράτειρα της Αυστρίας, ξεσκόνισα τις γνώσεις μου μπαίνοντας στο διαδίκτυο. Εκεί, ανακάλυψα και την Μαρία Θηρεσία Καρλότα. Έπεσα πάνω σε κάποιο ημερολόγιό της, το οποίο ξεκινούσε από μια 10η Αυγούστου, ημερομηνία των γενεθλίων μου. Άρχισα να το διαβάζω. Η Μαρία Θηρεσία Καρλότα ήταν η θυγατέρα της Μαρίας Αντουανέτας και του Λουδοβίκου 16ου, η οποία βίωσε στην εφηβεία της τον αποκεφαλισμό όλων των δικών της. Αναρωτήθηκα πώς μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος με τον λαιμό του, όταν μια λεπίδα έχει κόψει το κεφάλι των αγαπημένων του. Θέλει να τον βλέπει στον καθρέφτη, να τον πιάνει, να δέχεται πάνω του ένα χάδι, ένα φιλί; Έτσι, ξεκίνησε η περιπέτειά μου με αυτό το βιβλίο, για το οποίο ταξίδεψα στο Παρίσι, περιδιάβηκα όλους τους χώρους που είχε ζήσει η μικρή πριγκίπισσα, διάβασα αμέτρητες σελίδες ιστορίας.

«Τα νερά στα μάτια σου» από τις εκδόσεις Τόπος, είναι ένα ιστορικό αφήγημα, ερωτικό, η εξομολόγηση του Αντίνοου προς τον αυτοκράτορα Αδριανό, μια εξομολόγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο. Ο συγκεκριμένος έρωτας πάντα με συγκινούσε, καθώς είναι ίσως ο μοναδικός στην ιστορία που έχει αφήσει τόσα μνημεία πίσω του, τα οποία κοσμούν τα μουσεία της Ευρώπης. Ο Αντίνοος, μετά τον θάνατό του, ανακηρύχτηκε θεός από τον Αδριανό σε διάφορες επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και στην Αθήνα, και το όνομα του δόθηκε σε μια πόλη της Αιγύπτου, σε ένα αστέρι και σε αγώνες που διεξάγονταν στη Μαντινεία.

«Ο εχθρός μου», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Κι αυτός, ο εχθρός, είχε ως ερέθισμα ένα ντοκιμαντέρ του BBC που αφορούσε τη σφαγή στο σχολείο του Μπεσλάμ, όταν το κατέλαβαν τρομοκράτες. Ποιος είναι, αλήθεια, ο τρομοκράτης; Πώς φτάνει σε μια τέτοια πράξη; Τι συνθήκη αναπτύσσεται σε έναν κλειστό χώρο, όπου εχθροί και δικοί συγκατοικούν και ο θάνατος παραμονεύει για όλους; .Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα σε μερικές ώρες ανάμεσα σε έναν τρομοκράτη και σε μία μητέρα που κρατά αγκαλιά το παιδί της. Πρόκειται για έναν διάλογο, που ανέβηκε σε παράσταση στο Ίδρυμα Κακογιάννη, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο. Μπαγιάν έπαιζε η Ξένια Τσέλιγκα. Επίσης, ως αναλόγιο, με τους ηθοποιούς Τιτίκα Βλαχοπούλου και Δημήτρη Πετρόπουλο, σκηνοθετημένο από την πρώτη, με συνοδεία φλάουτου από την Σοφία Μαυρογενίδου.

«Madre Dolorosa –O Έρωτας», εκδόσεις Μελάνι. Μακροσκελές ποίημα. Ένας άνδρας, κοιτώντας μια φωτογραφία, βυθίζεται στις ερωτικές μνήμες του, περνά με τη φωτογραφία στο χέρι, ολόκληρη τη ζωή του. Το ποίημα είναι μια εμμονή στο θέμα της απώλειας. Ανέβηκε, ως σκηνοθετημένο αναλόγιο, από τον Δημήτρη Καντιώτη στην Αθήνα και σε περιφερειακά φεστιβάλ με την ηθοποιό Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Τη συνόδευε με το τραγούδι του ο πορτογάλος καλλιτέχνης Αντρέ Μάια και με το τσέλο του, ο Γιώργος Ταμιωλάκης.

«Το γκολ», εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος. Ένας θεατρικός μονόλογος μιας έγκλειστης ψυχοπαθούς, η οποία είχε σκοτώσει ένα παιδί. Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία, ασφαλώς δοσμένη με μυθοπλασία, καθώς έψαχνα τα αίτια που δεν γνώριζα.

«23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση», εκδόσεις Πολύτροπον. Συνομιλίες συγκεντρωμένες από τη δημοσιογραφική πορεία μου, κυρίως ψυχογραφήματα προσωπικοτήτων. Έλληνες και ξένοι, καλλιτέχνες, επιστήμονες, φιλόσοφοι, που έχουν αφήσει το στίγμα τους στους τομείς με τους οποίους ασχολούνται ή ασχολήθηκαν, καθώς αρκετοί έχουν φύγει από τη ζωή.

 Η συγγραφή θεατρικών έργων έχει διαφορετικούς στόχους και απαιτήσεις σε σχέση με τα άλλα λογοτεχνικά είδη; Τι σας ωθεί στην συγγραφή ενός θεατρικού έργου;

Ασφαλώς και έχουν διαφορετικές απαιτήσεις και πιστεύω ότι είναι ένα πολύ δύσκολο είδος. Αυτό που με ωθεί σε αυτό το είδος είναι η διατύπωση της άμεσης έκφρασης των ανθρώπων -ηρώων. Επίσης, η ‘συνομιλία’ αυτής της αμεσότητας με τους θεατές.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ποτέ. Ίσως μόνο να έχω κρατήσει κάποιες ελάχιστες σημειώσεις.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Βεβαίως. Τόσο ο Αντίνοος όσο και ο Αδριανός, καθώς και ο ανώνυμος ήρωάς μου στο «Madre Dolorosa –O έρωτας». Ο τελευταίος φοβάμαι ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, ότι θα σέρνει πάντα τις μνήμες και τα ερωτήματά του και τις λιωμένες παντόφλες του στους αιώνες των αιώνων, για αυτό σκέφτομαι ότι, κάποια στιγμή, θα πρέπει να τον ελευθερώσω από τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Να του χαρίσω ξανά έναν έρωτα για να αναζωογονηθεί ή να τον αφήσω να πεθάνει εν ηρεμία. Και ο Αδριανός και ο Αντίνοος πώς να μη με ακολουθούν με τόσες δημοσιεύσεις και εκδηλώσεις για τον αυτοκράτορα και για τον έρωτά του; Άλλωστε, είμαι γραμμένη και δέχομαι τα newsletters της σελίδας  Following Adrian. Ξέρω, λοιπόν, κάθε τι που τους αφορά. Επίσης, τους ακολουθώ, περπατώντας όπου υπάρχουν σημάδια τους, στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στη Βιβλιοθήκη του Αδριανού και σε ό,τι έχει απομείνει στον Εθνικό Κήπο, καθώς είναι μέρος της περιοχής, όπου ο Αδριανός είχε κτίσει την πόλη έξω από την πόλη, ονομάζοντάς την, Νέαι Αθήναι.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Με βοηθά το τυφλό σύστημα φραφής, επειδή με την ταχύτητα προλαβαίνω την σκέψη μου. Φυσικά, πρόκειται για μια πρώτη γραφή, διότι ο αριθμός των αντιγραφών, των διορθώσεων, των διαγραφών είναι μεγάλος. Ως προς το πώς και πού παγιδεύω τις ιδέες μου, η απάντηση περιλαμβάνεται στην ερώτησή σας για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνεγράφησαν τα βιβλία. Να προσθέσω  ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει ακούγοντας ένα μουσικό κομμάτι, μια φράση, διαβάζοντας έναν στίχο, βλέποντας μια σκηνή στον δρόμο ή σε ένα φίλμ.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Επιλέγω απομόνωση και σιωπή. Και αν θελήσω να ακούσω μουσική, θα είναι ή κάποιο θέμα του Φίλιπ Γκλας, του Ουμεμπαγιάσι, του Κορζενιόφσκι –για να θυμηθώ μερικούς-, ή κάποιο κλασικό κονσέρτο για βιολί ή πιάνο. Κυρίως, μουσική που δεν μου δημιουργεί σύγχυση.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στην πρώτη δημοσιογραφική σχολή της Αθήνας. Ο επηρεασμός έχει να κάνει με δικά μου διαβάσματα, με την αγάπη μου στην αρχαιολογία και στη γαλλική παιδεία, καθώς οι Γάλλοι όταν σε εκπαιδεύουν ξέρουν να σου περνούν τον πολιτισμό τους, και η γλώσσα –εννοώ, οικονομία λόγου, σύνταξη κλπ., -στη δημοσιογραφία. Κάποτε, ήταν μεγάλο σχολείο…

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Άγνωστες γυναίκες που συναντώ στη ζωή. Ωστόσο, καμία δεν θα ήθελα να παρουσιάσω ως έχει. Πάντα μεταπλάθω ό,τι προσλαμβάνω. Από ιστορικά πρόσωπα, την Αρτεμισία Α΄ της Καρίας, βασίλισσα της Αλικαρνασσού, που πολέμησε με τα πλοία της στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Την γνώρισα στην Ιστορία του Ηρόδοτου και με εντυπωσίασε.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Ετοιμάζω έναν δεύτερο τόμο με συνομιλίες που είχα την τύχη να κάνω με επιφανείς Έλληνες. Συγχρόνως, γράφω πολλά και μικρά, ποιήματα και διηγήματα που βάζω στο συρτάρι μου.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αρχαίοι Έλληνες, ιδίως ιστορικοί και, κάνοντας ένα μεγάλο άλμα, Κούντερα, Ντάρελ, Μπροχ, Μπέκετ, Ναμπόκωφ, Αντρέγιεφ, Τσέχωφ, Έκο, Φώκνερ, Κορτάσαρ, Φουέντες και τόσοι πολλοί άλλοι… Από τους Έλληνες, θα αναφέρω, για λόγους ευνόητους, μόνο κάποιους που έχουν φύγει από τη ζωή: Τσίρκα, Καραγάτση, Μάτεσι, Χατζή, Κουμανταρέα, Μοσκώφ, Σεφέρη…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Αν ρωτάτε μόνο για λογοτεχνικά βιβλία: ‘Έγκλημα και Τιμωρία’ του Ντοστογιέφσκι, ‘Ταξίδι στην άκρη της νύχτας’ του Σελίν, ‘Ο Εραστής’ της Ντυράς, ‘Το μυθιστόρημα της Κυρίας Έρσης’ του Πεντζίκη, ‘Ζήτω η κόλαση’ του Μπατάιγ, ‘Κόκκινο Σκυλί, Κόκκινο Σκυλί’ του Λέιν Πάτρικ, ‘Η γυναίκα του μεσημεριού’ της Γιούλιας Φρανκ, η τριλογία (Μύηση-Λαβύρινθος-Έξοδος) του Γιώργου Μιχαηλίδη και πολλά άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Το Λευκό Μακρύ Παλτό (και άλλες ιστορίες) της Χρυσοξένης Προκοπάκη, διηγήματα που διάβασα πρόσφατα και που τα αγάπησα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Με έχει εντυπωσιάσει ο Σταύρος Σταμπόγλης.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ιουστίνη του Ντάρελ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Προσπαθώ να τα παρακολουθώ, αλλά ομολογώ ότι όχι όσο και όπως θα έπρεπε. Γι’ αυτόν τον λόγο, διστάζω να αναφερθώ σε δύο που προτιμώ.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία ποίησης νέων Ελλήνων, Βασίλη Αμανατίδη, Βασίλη Ζηλάκο, Δημήτρη Αγγελή, Μαρία Κουλούρη, Γιάννη Στίγκα για να θυμηθώ μερικά ονόματα. Προσπαθώ να μπω στη σκέψη τους. Συγχρόνως, διαβάζω το «Εκείνος που δεν με συντρόφευε» του Μωρίς Μπλανσό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ναι, έντυπες και ηλεκτρονικές, αλλά δεν τις αφήνω να με επηρεάσουν, καθώς οι κριτικές τους είναι πάντα υποκειμενικές.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα; [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν μπορώ να διαβάσω στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Προτιμώ να μελετώ τα πρόσωπα των επιβατών, γύρω μου.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Από το θέατρο με έχει επηρεάσει κυρίως ο σκηνοθέτης Θεόδωρος Τερζόπουλος με τις εμμονές του, έργα του Βογιατζή και του Γιώργου Μιχαηλίδη, σκηνές του Μαρμαρινού, του Χουβαρδά -όταν είχε το Θέατρο του Νότου-, για να θυμηθώ μερικούς, αδικώντας τους υπόλοιπους. Από τον κινηματογράφο, κατά πολύ ο Ταρκόφσκι, ο Γκριναγουέι, ο Αγγελόπουλος, ο Μπέργκμαν, κινέζοι σκηνοθέτες…

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το συμβουλεύομαι συχνά κι έχω βρει παλιούς γνώριμους, συναδέλφους και συμμαθήτριες, αλλά και ανθρώπους οι οποίοι –καλοσύνη τους- με έχουν βοηθήσει στην προβολή των έργων μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Τραγικό να είσαι σε μια συνεχή νιότη, όταν οι άλλοι γύρω σου γερνούν.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Μα, είπαμε τόσα πολλά, ξεφεύγοντας από την οικονομία του λόγου, για την οποία πριν λίγο κόμπαζα! Και σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.

Στις εικόνες: Lawrence Durrell, Julia Franck.




Μαΐου 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 917,971 hits

Αρχείο

Advertisements