Author Archive for

01
Σεπτ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 27. Οι επίτομες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 45 (Σεπτέμβριος 2022), εδώ

XXΧVΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 27: Οι επίτομες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Δεν θυμάμαι αν αυτό που έβλεπα ήταν η ζωή μας που έμοιαζε ταινία ή αν επρόκειτο όντως για μια ταινία που ήταν σα να την ζω. Αυτόνομες ή ταυτόσημες, οι δυο αυτές ζωές συμπύκνωναν τις ζωές όλων των εραστών που τρελαίνονται να ζουν μαζί, πιστεύοντας πως η συνέχεια θα είναι πάντα ένα ατέλειωτο ερωτικό ταξίδι. Υπήρξαμε κι εμείς, λοιπόν, αισιόδοξοι του αίσιου έρωτα και τώρα που επιχειρώ να τον αποστάξω σε επίτομο δίωρο, ίσως μπορέσω να διακρίνω αλήθειες που ως τότε μου ήταν αδιόρατες.

Πώς να συντάξει όμως κανείς μια περίληψη ενός έρωτα που δεν τελείωσε οριστικά αλλά ορίζει και το παρόν; Αν ένας τρόπος είναι η επιλογή μιας ειδικής περίστασης που εξαρχής τον χαρακτήρισε, σκέφτηκα να επιλέξω κάθε στιγμή που βρεθήκαμε «στον δρόμο»: σε δρόμους που διέσχιζαν εξοχές και κωμοπόλεις, σε αυτοκίνητα όλων των ειδών, σε αεροπλάνα, σε δωμάτια ξενοδοχείων, εστιατόρια και καφέ. Στον δρόμο, άλλωστε, γνωριστήκαμε, εκείνη ως μέλος μιας χορωδίας, κι εγώ ως εκκολαπτόμενος αρχιτέκτονας που περιπλανιόταν προς αναζήτηση έμπνευσης.

Τώρα στο παρόν την βλέπω ωραία όπως πάντα: κώμη γλυπτή από κάποιο ευαγές κομμωτήριο ίδρυμα, μάτια ζωγραφισμένα με μολύβι εικαστικής διάθεσης, ενδύματα περίκομψα, που αν δεν είναι στην μόδα, την δημιουργούν. Ταξιδεύουμε μαζί στο αεροπλάνο προς έναν ακόμα προορισμό, ανταλλάζουμε αιχμηρές ματιές κι ακόμα πιο καυστικές κουβέντες, κάπου μακριά ζει η μεγάλη πια κόρη μας και θα αναρωτιόταν κανείς γιατί μένουμε ακόμα μαζί, ενώ εμφανώς ο καθένας μας θέλει να έχει την τελευταία λέξη, την πιο αποστομωτική φράση ή ένα από τα λεκτικά παίγνια που πάντα συνηθίζαμε, όπως, για παράδειγμα, είμαστε μαζί για να μην είμαστε μόνοι αλλά τελικά είμαστε πάντα μόνοι επειδή είμαστε μαζί. Ίσως δικαιώνουμε την περίφημη αποστροφή των εραστών του τελευταίου φιλμ του Τρυφώ: «Ούτε μ’ εσένα, ούτε χωρίς εσένα».

Κι όμως, υπήρχε κάποτε η αρχή, και η αρχή είναι πάντα ένα έδαφος παρθένο, μια γνωριμία όπου κανείς δεν φαντάζεται τι ακολουθεί. Είχε την μορφή της Όντρεϊ Χέπμπορν, ελκυστικότερης από ποτέ, και ήταν θαρραλέα στην έκφραση της ερωτικής της προτίμησης. Κι είχα την μορφή του Άλμπερτ Φίνεϊ, με το πλούσιο λεξιλόγιο στο βλέμμα. Στο ταξίδι όπου συναντηθήκαμε κάναμε ωτοστόπ στις ερημιές και καταλήξαμε σε κωμοπόλεις όπου φωτογράφιζα τα μνημεία, θαυμάζοντας τα κτίσματα ανθρώπων που κάποτε «έκαναν πράγματα ενώ σήμερα κάνουν ονόματα», ενώ εκείνη περιχαρής δοκίμαζε να μπει στο κάδρο, υπενθυμίζοντάς μου την «τρισδιάστατη μορφή» της. Ήταν εμφανές πως όσο διαφωνούσαμε για τα πάντα, άλλο τόσο μας άρεσε να ανταλλάσσουμε ευφυή σχόλια με ακαριαία ταχύτητα. Επιζητούσαμε όμως κι οι δυο απαντήσεις σε οτιδήποτε δεν κατανοούσαμε· δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο ρώτησε «Τι είδους ζευγάρια κάθονται αμίλητα στις ταβέρνες» και ποιος απάντησε «Τα παντρεμένα ζευγάρια». Εμείς σίγουρα δεν θα καταλήγαμε έτσι.

Έτσι όπως καθρεφτίζαμε την ευφορία μας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, ήταν αδύνατο να μην ταξιδεύουμε αεικίνητοι και ανυπόμονοι για τα τοπία που διασχίζουν και τους τόπους όπου καταλήγουν οι εξοχικοί δρόμοι. Μας έλουζε ο ήλιος και μας νότιζαν οι συννεφιές της ατέλειωτης γαλλικής επαρχίας. Κοντράραμε στα ίσια τον αέρα με ανοιχτά αυτοκίνητα, αλλάζαμε θέσεις οδηγού και συνοδηγού χωρίς να ελαττώνουμε ταχύτητα, στρώναμε οπουδήποτε για να φάμε, ξαπλώναμε σε ψημένες από τον ήλιο παραλίες και δεν σταματούσαμε να γελάμε.

Πάνω απ’ όλα γελούσαμε με τα παθήματα που συνταξιδεύουν με τους πλάνητες: όταν διαπιστώσαμε πως ένα μας δωμάτιο τρανταζόταν ολόκληρο από το πέρασμα του τραίνου, όταν μια νύχτα καλυφθήκαμε ολόκληροι κάτω από το σεντόνι για να αποφύγουμε τα κουνούπια, ενώ την επόμενη ημέρα η καμαριέρα έκπληκτη μας ρώτησε γιατί δεν ανοίξαμε την κουνουπιέρα, όταν κάποτε καήκαμε τόσο πολύ απ’ τον ήλιο που δεν μπορούσαμε ούτε να αγκαλιαστούμε, όταν εκεί που περιπλανιόμασταν με τα πόδια άρχισε μια καταρρακτώδης βροχή, βρήκαμε καταφύγιο σε κυλινδρικούς τσιμεντένιους σωλήνες, αποκοιμηθήκαμε και ξυπνήσαμε τρανταγμένοι, καθώς είχαμε φορτωθεί μαζί τους σε φορτηγό και τρέχαμε στην εθνική οδό προς άγνωστη κατεύθυνση. Και στο αποκορύφωμα, όταν αναγκασμένοι να καταλύσουμε στο μοναδικό διαθέσιμο πλην πανάκριβο ξενοδοχείο βγήκα για να ψωνίσω κρυφά ό,τι τρόφιμα μπορούσα να βρω για να αποφύγουμε το δείπνο και το πρωινό, μέχρι να διαπιστώσουμε πως αυτά συμπεριλαμβάνονταν στην τιμή που είχαμε ήδη πληρώσει χωρίς να τα χαρούμε!

Υποστήκαμε εφιαλτικούς συνταξιδιώτες με ανάγωγα παιδιά, ενώ κάποτε το αμάξι μας έγινε παρανάλωμα του πυρός και κατέληξε μαύρο τετράτροχο που οφείλαμε, σα να μην έφταναν τα παραπάνω, και μόνοι μας να απομακρύνουμε. Το αφήσαμε να κυλίσει στον δρόμο, μέχρι να εξοκείλει σε κάποια άκρη, κι ήμασταν ξανά με τα πόδια. Και τι κάναμε απέναντι σ’ όλα αυτά; Σαρκάζαμε, φιλοσοφούσαμε, και γελούσαμε, πόσο γελούσαμε! Τι σημασία είχαν όλες αυτές οι αναποδιές όταν εμείς κυλούσαμε στους δρόμους αχόρταγοι και ερωτευμένοι; Μας αρκούσε να δίνουμε ραντεβού στην ίδια παραλία ή στην ίδια εξοχή δέκα χρόνια μετά, βέβαιοι πως θα είμαστε το ίδιο γελαστοί. Τι άλλαξε μετά και τα βλέμματά μας από ενθουσιώδη έγιναν σαρκαστικά; Γιατί τώρα οι διαφωνίες μας ήταν τόσο βαθιές και δεν εκτονώνονταν σε αγώνες επιχειρημάτων αλλά αντιπαραθέσεων – κόσμιων πάντα, αλλά τόσο πικρών; Ήταν η άφιξη ενός παιδιού που τα ανατρέπει όλα; Ήταν η πίεση της ζωής; Ήμουν ένας περιώνυμος αρχιτέκτονας με αυξημένες υποχρεώσεις – θυμάμαι το πλάνο όπου διασκεδάζουμε στην παραλία με φίλους, ενώ μια μπουλντόζα λίγα μέτρα παραπέρα περιμένει τις εντολές μου και όταν την ξεχάσω, παραλίγο και να μας πάρει από κάτω της.

Αν, πάλι, είναι η ίδια η φύση του έρωτα που τρέχει προς την αναπότρεπτη φθορά, μπορεί κανείς να βρει την κατάλληλη έξοδο προς την αγάπη, προτού χαθεί σε κανένα σκοτεινό τούνελ; Τότε δεν γνωρίζαμε πως μια συνήθης παρακαμπτήριος σε ανάλογες κούρσες καταλήγει σε τρίτες αγκάλες. Έτυχε (έτυχε;) να ήταν εκείνη που εκτροχιάστηκε, γοητευμένη από την προσφορά κατανόησης και το φιλοσοφικό, επιμελώς κουρασμένο ύφος ενός άντρα από τον ευρύτερο κύκλο που είχαμε πλέον δημιουργήσει. Πάντα ειλικρινής ήρθε και μου το είπε και ύστερα με άφησε με την αίσθηση πως όλοι οι δρόμοι τώρα θα ήταν διαφορετικοί χωρίς αυτήν, στερημένοι κάθε ενδιαφέροντος, με ασήμαντο τέρμα. Όταν μου το ανακοίνωσε, ήθελα να την χτυπήσω με το μέσο που πάντα διαθέταμε, τις λέξεις, αλλά το μόνο που μπόρεσε να τις αντικαταστήσει ήταν το βλέμμα μου. Κι όταν σύντομα επέστρεψε θα μπορούσα να ξεσπάσω, να την διώξω ή να την πληρώσω τίμια με το ίδιο νόμισμα, έστω να την ειρωνευτώ. Όμως δεν μπορούσα παρά να φιλοσοφήσω κάτι γλυκόπικρο, να την κοιτάξω μισός με ένα τεράστιο ερωτηματικό κι άλλος μισός μ’ ένα θαυμαστικό, και να την αρπάξω πάνω μου. Ίσως στο βάθος ξέραμε πως στο ταξίδι μας ένας τέτοιος σταθμός ήταν αναπόφευκτος. Είχαμε, άλλωστε, νωρίτερα συμφωνήσει, πως «το σεξ μας έπαψε να αποτελεί διασκέδαση κι έγινε περισσότερο επίσημο» και «πως το απολαμβάναμε περισσότερο όταν αυτό σήμαινε λιγότερο». Σίγουρα τότε επιβεβαιώθηκε κάποια παλιά μας ρητορική ερώτηση: «γιατί το να κάνεις έρωτα είναι πάντα καλύτερο όταν δεν σημαίνει τίποτα;».

Κάπως έτσι η κινηματογραφημένη ζωή μας ήταν ταυτόχρονα χολιγουντιανό ρομάντζο, απροκάλυπτη ιστορία δυο εραστών που αναπόφευκτα έχασαν τον ενθουσιασμό τους, ταξιδιωτική αφήγηση μιας μοιρασμένης ζωής «στον δρόμο» και η στο διηνεκές άλυτη εξίσωση «Ένας Άντρας και μια Γυναίκα». Οι άλλοι σίγουρα θα πουν πως ο έρωτας στο σινεμά είναι διαφορετικός από την πραγματικότητα, πώς εκεί οι εραστές δικαιούνται έξοχη σκηνογραφία και φόντο με τις πιο πορτοκαλιές δύσεις, εικαστικές εστιάσεις στα μαγεμένα πρόσωπα και παραθαλάσσιες στιγμές σε αργή κίνηση. Και πάνω απ’ όλα, ο έρωτας στο πανί υποκρούεται από εξαίσια μουσικά θέματα που κάνουν την κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη, να αξίζει τον κόπο και την θέαση, όπως το συγκεκριμένο, δια χειρός Henry Mancini. Όμως όλες αυτές οι επικαλύψεις αποκαλύπτουν μια φύση του κινηματογράφου: τα πράγματα όπως θα μπορούσαν να είναι ή όπως είναι απλώς δεν τα βλέπουμε. Και αν οι ερωτικές ιστορίες όλων μας διέθεταν ανάλογη μουσική και γωνίες λήψης που μπορούσαμε να δούμε ως θεατές, θα αντιλαμβανόμασταν πως είμαστε κι εμείς ήρωες μιας κινηματογραφικής ιστορίας!

Περίμενα ο πυκνωτής της ιστορίας μας, κοινώς ο σκηνοθέτης των εξωτερικών μας διαδρομών, να περιελάμβανε στις ερωτικές μας τρυφερότητες και κάποια για τα πόδια της, αλλά το τρίψιμο το είχε ήδη στην κατά τέσσερα χρόνια προγενέστερη ταινία Charade, όπου η ίδια ηθοποιός μετά από σειρά αδιανόητων περιπετειών με τον φύλακά άγγελό της, κι αφού αντάλλαξαν κι εκεί μπόλικες ευφυείς φράσεις και διένυσαν όλα τα σκαλοπάτια έλξης και απώθησης, βρίσκονταν, έτοιμοι πια να γίνουν ζεύγος, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί – κι εκεί της επεφύλαξε το μασάζ που αξίζει κάθε γυναίκα, ενώ εκείνη ανακουφισμένη προσπαθούσε να συνέλθει από τις συγκινήσεις των τελευταίων ημερών.

Τώρα τα πόδια της αποκαλύφθηκαν σε περιστάσεις απολύτως οικουμενικές. Στο πρώτο δείγμα ήταν δημόσια, κατάφωτα, προσφερόμενα σε όλους. Ήταν τα πέλματα της γυναίκας που ξαπλώνει στην παραλία ή την σεζλόνγκ: λευκά από τον ήλιο, αμμώδη, ανέμελα και ανυποψίαστα πως κάποιος μπορεί να μαγεύεται από το θέαμά τους. Στο δεύτερο δείγμα βρίσκονταν σε περιβάλλον ιδιωτικό, σκοτεινό, προσπελάσιμα μόνο στον εκλεκτό τους. Ετοιμαζόμασταν να κοιμηθούμε σ’ ένα ακόμα ξενοδοχείο και υποφέραμε από τα κουνούπια σε σημείο να σκεπαστούμε ολόκληροι από τα σεντόνια. Η λήψη επικεντρώθηκε στα πόδια της έτσι όπως γειτνίαζαν με τα δικά μου και ίσως αυτή να είναι η τελική εικόνα ενός έρωτα, όσα χρόνια κι αν περάσουν: δυο ζευγάρια πόδια που, ο κόσμος να χαλάσει, συνυπάρχουν, αγγίζονται και περιπλέκονται στο κάτω μέρος ενός κοινού κρεβατιού.

Το τέλος της ταινίας μας βρήκε στην αρχή της μετέπειτα ζωής μας, να ξεκινάμε ένα ακόμα ταξίδι σε κάποιον τόπο, γνωρίζοντας πια πως θα κάναμε κι ένα δεύτερο παράλληλο ταξίδι στον Τόπο που αποτελούσε ο άλλος. Και ίσως τώρα, αδέσμευτοι και ελεύθεροι, να σαρκώναμε τους στίχους που αξίζουν όλοι οι εραστές σαν κι εμάς: If you’re feeling fancy free, Come wander through the world with me, And any place we chance to be, Will be a rendez-vous – Two for the road, We’ll travel down the years, Collecting precious memories, Selecting souvenirs, And living life the way we please – In summertime the sun will shine, In winter we’ll drink summer wine, And everyday that you are mine, Will be a lovely day – As long as love still wears a smile, I know that we’ll be two for the road, And that’s a long, long while…

Είδα την ταινία στον κινηματογράφο Γαλαξίας στο Λουτράκι, στις 11 Αυγούστου 1979, μία ημέρα μετά τα γενέθλιά μου, μετρώντας ήδη έντεκα ημέρες που δεν είχε εμφανιστεί η Ηλέκτρα στο ραντεβού που δώσαμε ένα χρόνο πριν. Τώρα ένοιωθα ακόμα πιο έμπειρος, έτοιμος να διασχίσουμε όλα τα στάδια της αγάπης, αρκεί να περιπλανιόμαστε μαζί. Δεν χρειαζόμουν τα αυτοκίνητα του ήρωα – είχα ήδη εντοπίσει διάσπαρτα στην κωμόπολη, αφημένα σε αλάνες, χωράφια ή στην άκρη επαρχιακών δρόμων, μια φρέζα, μια μηχανή με καλάθι, ένα τρίκυκλο, μια μπουλντόζα, ένα παρατημένο πορτοκαλί φορτηγό Σκάνια με ανοιχτές πόρτες κι ένα παλιό πετρόλ λεωφορείο του ΚΤΕΥΛ χωρίς πόρτες. Είχα μαζί μου έναν γεωγραφικό Άτλαντα, με σημειωμένες όλες τις διαδρομές και πρώτη πρώτη την «Ελληνική Ριβιέρα – Γαλλική Ριβιέρα». Θα ανεβαίναμε πάνω και θα κάναμε πως πηγαίναμε. Μήπως κι αυτοί οι δυο δεν έκαναν πως πήγαιναν; Ίσως τελικά αυτό να είναι το σινεμά: η αίσθηση πως τα πάντα είναι δυνατά. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Two for the road (Stanley Donen, 1967). Αναφορά και στην ταινία: Charade (Stanley Donen, 1963). H γυναίκα: Audrey Hepburn. Το μουσικό θέμα: εδώ. Το τραγούδι: εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

26
Αυγ.
22

Η Αύρα της Αιδηψού

Επέστρεψα στην Αιδηψό σαράντα χρόνια μετά το καλοκαίρι που μοιράστηκα με την Αίγλη (βλ. Η Αίγλη της Αιδηψού, (δε)κατα, τεύχος 67, φθινόπωρο 2021, σ. 51-57), χωρίς να την έχω ξαναδεί από τότε. Περπάτησα στον παραλιακό δρόμο την ίδια απογευματινή ώρα που συνηθίζαμε οικογενειακά τα καλοκαίρια της δεκαετίας του εβδομήντα. Οι θερινοί κινηματογράφοι Τιτάνια, Νινόν και Ρεξ δεν υπήρχαν, ούτε καν ως μάντρες· μόνο ο Απόλλων έχασκε αδειανός, ορατός από την μισογκρεμισμένη πλαϊνή πλευρά του. Προχώρησα ως το τέρμα του δρόμου, για να δω στο βάθος πάνω από την θάλασσα τα περίφημα δυο ξενοδοχεία. Βρίσκονταν πάντα εκεί, το ένα μπροστά πάνω από το άλλο, ένα βυσσινί κι ένα λευκό, τα σήματα κατατεθέντα των Λουτρών Αιδηψού στα καρτ ποστάλ και στις φωτογραφίες των φυλλαδίων, ακόμα και στο σχολικό βιβλίο της Πατριδογνωσίας: το Ηράκλειον και το Στάδιον. Μου φαινόταν παράξενο που αποτελούσαν τα δίδυμα εμβλήματα μιας λουτρόπολης, ενώ βρίσκονταν στην άκρη της, δεν κυκλώνονταν από κανέναν περίπατο, δεν αποτελούσαν την θέα κανενός σπιτιού. Φαίνονταν μόνο όταν η παράλια οδός έπαιρνε αριστερή στροφή, ελαφρά ανηφορική προς μια έξοδο της κωμόπολης. Φυτεμένα στην χαμηλή πλαγιά, δεσποτικά μπροστά από διάσπαρτα αγενή νεόκτιστα, ήταν σα να αναδύονταν από την θάλασσα που λαδωνόταν πάντα ήρεμη από κάτω τους, σαν φυσική τους βάση.

Τα παλιά καλοκαίρια δεν φτάναμε ποτέ μέχρι εκεί. Σταματούσαμε στο «τουριστικό περίπτερο», στα δεξιά του δρόμου, πάνω από τα βράχια, ένα εσπερινό αναψυκτήριο δίπλα στα δημόσια θαλάσσια λουτρά όπου ακόμα και ως πολύ αργά το απόγευμα ταλαιπωρημένα σώματα θερμαίνονταν στους αφρίζοντες κολπίσκους· ήταν το μόνο κτίσμα που έβλεπε επαρκώς όλο το κάδρο με τα δυο ξενοδοχεία από την μια και την ανοιχτή θάλασσα από την άλλη. Έμενα με το παράπονο κι όταν κάποτε ζήτησα να πάμε μου είπαν, «δεν υπάρχει κάτι άλλο εκεί, μόνο δυο ξενοδοχεία και πάνε μόνο οι πελάτες». Επιθυμούσα διακαώς να γυροφέρω τα κτίρια όπου διέμεναν όσοι διάλεξαν να μένουν στην άκρη και να βλέπουν την ακριβώς αντίστροφη θέα απ’ ότι εμείς. Κι ακόμα περισσότερο, να εισχωρήσω στο εσωτερικό εκείνων των θερινών φιλοξενείων της λουτρόπολης, που κατάφερναν να κάνουν την απλότητα μεγαλοπρέπεια και φρόντιζαν να θυμίζουν πως κάθε στιγμή του παραθερισμού, ακόμα του ιατρικού, έχει την σημασία της, όπως υπογράμμιζαν οι ευρύχωρες τραπεζαρίες, οι σκιερές βεράντες, τα ιδιαίτερα πλέγματα στα κάγκελα των μπαλκονιών. Έκτοτε δεν σταμάτησα να επιζητώ μανιωδώς την είσοδο στου κόσμου τα ξενοδοχεία και να φαντάζομαι πως μου επιτρέπεται να ζήσω στο κάθε δωμάτιο χωριστά, ενώ στο κομοδίνο θα με περίμενε ένας πλήρης κατάλογος όλων όσοι διέμειναν εκεί, μαζί με τα ιδιόχειρα σημειώματα των περαστικών τους.

«Μεγάλος» τώρα πια επιτέλους προχώρησα, όχι χωρίς δέος επειδή πλησίαζα όλο και περισσότερο εκείνα που μέχρι σήμερα ήταν ακίνητα εικονογραφημένα: τα δεκάδες μικρά μπαλκόνια με τις στενές μπαλκονόπορτες, τα ξύλινα πατζούρια και τις παμπάλαιες καρέκλες, την ταπεινή δήλωση της «Βήτα Κατηγορίας», τις αποχρωματισμένες πινακίδες. Είχα πια μπροστά μου το Ηράκλειον, σε μια στιγμή που ο απογευματινός ήλιος χυνόταν στην κεραμιδί του βαφή. Τότε θυμήθηκα τα αρχαία μου βλέμματα: η αρχιτεκτονική του, προορισμένη για το πρόσκαιρο των διακοπών και το παροδικό του θέρους, τα σημάδια του χρόνου στην ανεπιδιόρθωτη επιδερμίδα του, κάτι ξεπερασμένο που το έκανε από τότε να μοιάζει ήδη παλιό, σα να ενσωμάτωνε την μελλοντική του ερήμωση, όλα αυτά του προσέδιναν μια έντονη μελαγχολία. Εκτός αν αυτή βρισκόταν ήδη μέσα μου κι εκείνο ήταν ικανό να την αντλήσει.

Οι γύρω χώροι φαίνονταν παρατημένοι, λασπωμένοι με τις ανεξίτηλες καφέ αποχρώσεις των ιαματικών νερών που έβραζαν σε μικρούς χωμάτινους κρατήρες στο κοκκινόχωμα. Περιτριγύρισα το κτίριο πέφτοντας πάνω σε κλειδωμένες ισόγειες πόρτες, ενώ μέσα από τα αλατισμένα τζάμια φαίνονταν τα αλλοτινά εντευκτήρια των ενοίκων: πλαστικές καρέκλες κατά μήκος των τοίχων, κάδρα με κεντημένα τοπία, κιτρινισμένες αφίσες του ΕΟΤ. Προς μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες και των δυο ξενοδοχείων δεν βρίσκονταν στην περίφημη ορατή πλευρά αλλά πίσω: του Στάδιον στριμωγμένη σε ανήλιαγη στενωπό ανάμεσά τους, του Ηράκλειον στον δρόμο που βρισκόταν στην πλαγιά και άγγιζε σχεδόν το ύψος της στέγης του. Πόσο παράδοξο: τα περίφημα στολίδια των Λουτρών εικονίζονταν περήφανα από το πίσω τους μέρος!

Η πόρτα του Ηράκλειον ήταν ανοιχτή και μπήκα· η ρεσεψιόν ήταν άδεια, πίσω από κάθε φως, όπως και οι ξύλινες προθήκες των κλειδιών. Ήταν μια απρόσμενη ευκαιρία να περιηγηθώ ανενόχλητος  αλλά οι γύρω πόρτες ήταν κλειστές. Βγήκα έξω και διέσχισα μια στενόμακρη βεράντα. Στο βάθος είδα μια γυναίκα να κάθεται στον μπροστινό εξώστη σε μια πλαστική πορτοκαλιά καρέκλα, από εκείνες με τις μικρές τετράγωνες τρύπες, ένα ακόμα υπόλειμμα προπερασμένων δεκαετιών. Φορούσε μια καφεκόκκινη ρόμπα, σα να ήθελε να ταιριάξει με τα χρώματα των τοίχων.  Όσο την πλησίαζα τόσο άνοιγε μπροστά της η προοπτική της θάλασσας, ενώ τα πόδια της πάνω στα χαμηλά κάγκελα έμοιαζαν με ακρόπρωρα στραμμένα σε προορισμούς υπό διαρκή αναβολή, οικειοθελώς περιορισμένα σ’ ένα ακίνητο πέτρινο πλοίο. Στο βάθος ένα φέρι μποτ έπλεε αθόρυβα προς το λιμάνι, κι ίσως κάποιος επιβάτης μ’ ένα τηλεσκόπιο μέγιστης ακρίβειας να εστίαζε στην γυναίκα που έκλεινε τα μάτια και άνοιγε τα πέλματα στο πέλαγος, περιβαλλόμενη από αμέτρητα κλειστά παράθυρα. Κι έναν άντρα πίσω της, που έγινε σύντομα αντιληπτός, κι έτσι κατέβασε αμέσως τα πόδια της, με την βεβιασμένη κίνηση των γυναικών όταν συλληφθούν σε τέτοια στάση, λες και κάνουν κάτι ανεπίτρεπτο. Το πρόσωπό της, γαλήνιο και απόμακρο, ήταν κατάστικτο με πινελιές από έναν ήλιο πέντε δεκαετιών.

Δεν είχα παρά να υποκριθώ τον ενδιαφερόμενο πελάτη. Το ξενοδοχείο ήταν και δεν ήταν ανοιχτό. Βρισκόταν σε μια συνεχή ενδιάμεση κατάσταση, ίσως επειδή έμενε ίδιο κι απαράλλαχτο απ’ την εποχή του, απόμακρο από εστιατόρια κι αναψυκτήρια, ανήμπορο ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των νέων παραθεριστών. Αν δε με πείραζαν οι ανύπαρκτες καθιερωμένες ανέσεις, όπως ο κλιματισμός, το ψυγείο, ένα τραπεζάκι στο μπαλκόνι, κουρτίνες και τα συναφή, μπορούσα, μου είπε, να καταλύσω σ’ ένα από τα μπροστινά δωμάτια. Την έλεγαν Αύρα ήταν η τελευταία διαχειρίστρια του ξενοδοχείου που γέρασε μαζί με τους εκλεκτούς του και ξεπεράστηκε από τα εξοπλισμένα ενοικιαζόμενα και τις νέες μονάδες με τα ενσωματωμένα λουτρά. Ακολούθησαν τα μεγάλα πλήγματα στα ξενοδοχεία του ιαματικού τουρισμού, οι κρατικές καθυστερήσεις στην καταβολή των οφειλόμενων, η αφαίρεση των θεραπειών από τις λίστες των ταμείων, η παρακμή ενός τόπου που ταυτίστηκε με τα γηρατειά.

Εκείνη το κρατούσε ανοιχτό για να μην κατακτηθεί από ανελέητους διεκδικητές: τον χρόνο που ερχόταν πάντα στην ώρα του, την υγρασία που ταπείνωνε την αγέρωχη τέχνη του, την ερήμωση που είχε εξ αρχής αποδεχτεί το κτίριο και μόνο με την ιδιότητά του, εφόσον γνώριζε ότι ακόμα και οι παραθεριστές δεν είναι παρά ένας πεπερασμένος αριθμός, τους άσπιτους που κατέληξαν εδώ για να επιβιώσουν στις οικοδομικές εργασίες των τουριστικών καταλυμάτων. Κοίταξα τα παλιομοδίτικα λευκά της τσόκαρα. Θύμιζαν τα πάντα και τίποτα, σαν μια διαχρονική ωραιότητα, που κάθε φορά έμοιαζε να έρχεται για πρώτη φορά. Ζήτησα ένα δωμάτιο στην πλαϊνή πλευρά – η θέα του οικισμού μού ήταν πάντα προσφιλέστερη και λιγότερο μελαγχολική από την ολική θάλασσα.

Πέρασα μέρες στο πνιγηρό δωμάτιο, βγαίνοντας συχνά στο κρεμαστό, υποτυπώδες μπαλκόνι για να εισπνεύσω τα πολλαπλά σωματίδια αναμνήσεων που συνήθως αιωρούνται σε τόπους επιστροφής, ακόμα και τόσο καθυστερημένης. Το απέναντι αρχοντικό με την πυργοειδή απόληξη μού θύμισε πως μπροστά του είχα επιχειρήσει τις πρώτες απόπειρες ποδηλασίας που είχαν παταγώδη αποτυχία, λόγω αδιαφορίας της επιβλέπουσας οικογενειακής επιτροπής. Στερήθηκα την μαγεία της δίκυκλης ισορροπίας αλλά «ακόμα κι αυτό έχει πια μετατραπεί σε θετική μνήμη», επιβεβαιώνοντας την αποστροφή του Οράτιου. Πιο πέρα υψωνόταν θεόρατο το άλλοτε καινούργιο θεραπευτήριο, που έμοιαζε με εργοστάσιο. Μπροστά τους σιγούσε το παλιό «Υδροθεραπευτικό Κατάστημα»· την άκουγα τη σιωπή του, κι ας μην φαινόταν από εδώ εκείνο το κτίσμα που με προσέλκυε κατά τις απογευματινές επισκέψεις εκείνων των καλοκαιριών στο παρακείμενο μικρό πάρκο της Αιδηψού. Η μορφή του ήταν αναπάντεχη: ναόσχημη πρόσοψη με αέτωμα και τέσσερις τετράπλευρους κίονες, μπορντό τοίχοι, ένα σχεδόν εκκλησιαστικό σώμα που κατέληγε σε αψίδα· και παράταιρα μέσα στο ήδη παράταιρο, λευκά πλακάκια να μισοφαίνονται στις καμπίνες και παράθυρα με ξύλινα πατζούρια.

Συναντούσα την Αύρα τα απογεύματα στο έρημο καθιστικό, γοητευμένος όλο και περισσότερο από την παρουσία της. Δεν είχα μάθε ποτέ πώς προσεγγίζει κανείς μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει και τώρα, με τόσα ερεθίσματα να βουίζουν σαν μελίσσι γύρω μου, ήμουν περισσότερο ανήμπορος από ποτέ. Αφιερωνόταν σ’ ένα πλήθος εγγράφων που αφορούσαν το ξενοδοχείο και δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητική. Συνυπήρχαμε σα να ήμασταν μόνιμοι ένοικοι· σίγουρα ήμασταν οι μοναδικοί, καθώς δεν έβλεπα κανέναν άλλον. Η σιωπή μας ήταν σαν εύπλαστο σώμα που γεφύρωνε κάθε απόσταση. Όταν αισθανόμασταν κάποιο σημείο ακάλυπτο το συμπληρώναμε με ελλειπτικές διηγήσεις. Συνήθως ψέλλιζα ιστορίες ανήλικων διακοπών σε σύντομη πρόζα με αρχή, μέση και τέλος, διανθισμένη με κάποιο ευτράπελο ή συγκινητικό συμβάν, για να καθυστερήσω την επιστροφή της στα σκληρόδετα τετράδια. Όταν κατάφερνα να χαμογελάσει και να σηκώσει το βλέμμα της από τις τροχιές του μολυβιού, ολόκληρο το απόγευμα γινόταν περίλαμπρο και το μοναχικό μου δείπνο στα παραλιακά εστιατόρια γέμιζε ανυπομονησία.

Ένα απόγευμα της ζήτησα να ξεφυλλίσω ένα από εκείνα τα αρχαία αρχεία κι έπεσα σ’ ένα βιβλίο πελατών του 1974. Την στιγμή που ονοματεπώνυμα και ημερομηνίες έπαιρναν μια καλλιγραφημένη θέση, κάπου όχι πολύ μακριά από εκεί, ως ανήλικος παραθεριστής δοκίμαζα την περίφημη ευτυχία που δεν συστήνεται όταν έρχεται παρά μόνο αργότερα, όταν τα επισκεπτήριά της έχουν την μορφή απλών αναμνηστικών. Σε ξεχωριστή στήλη υπήρχε ένδειξη για τις λουτροθεραπείες των ενοίκων και το σχετικό θεραπευτήριο. Σ’ έναν ιδανικό κόσμο (ή ένα μυθιστόρημα) ο καθένας θα είχε παραδώσει και μια φωτογραφία, μια φράση και μια μνήμη, να μην τα κάνει όλα μόνος του ο αφηγητής. Της εκμυστηρεύτηκα πως γράφω ένα βιβλίο μοιρασμένο σε λογοτεχνία και μελέτη για τα λουτρά των θέρετρων. Φυσικά απέκρυψα πως επρόκειτο για ένα απλό κεφάλαιο στο βιβλίο των γυμνών ποδιών. Έδειξε ενδιαφέρον επειδή οι διαδρομές της ζωής της ήταν από λουτρό σε λουτρό. Εκείνο που για τους παραθεριστές υπήρξε πρώτος και τελευταίος λόγος για την μικρής διάρκειας παρουσία τους, για την ίδια υπήρξε καθημερινότητα. Γνώριζε όλους τους φύλακες, την άφηναν να μπει εκτός ωραρίου και ακόμα περισσότερο εκτός τουριστικής περιόδου. Δεν έφυγε ποτέ απ’ την ιαματική νερόπολη της Αιδηψού.

Την ρώτησα για το παλιό λουτρό. Το Δημοτικό Κέντρο Λουτροθεραπείας, όπως το ανέφερε, ήταν για δεκαετίες κλειστό αλλά θέλησε να του ξαναδώσει ζωή. Μπήκε μέσα και άρχισε να το καθαρίζει, να επιδιορθώνει τις ζημιές, να αλλάζει τους σωλήνες, να φτιάχνει τα παράθυρα, να πλένει ευλαβικά τις μπανιέρες και τους λουτήρες. Οι «αρμόδιοι φορείς» ευχαρίστως της άφησαν ανενόχλητη, αρκεί να  απαγορευόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε άλλο και ειδικά επειδή ευελπιστούσαν σε κάποια μελλοντική αποκατάσταση, με την μισή δουλειά να έχει ήδη γίνει από εκείνη. Μπορεί και να την θεωρούσαν μια ιδιόμορφη αν όχι «γραφική» περίπτωση. Μου εξομολογήθηκε πως πηγαίνει και χρησιμοποιεί την μοναδική μπανιέρα που είχε ήδη φτιάξει, την πιο φωτεινή. Μου πρότεινε να δοκιμάσω την σπάνια εμπειρία, ως αντίδωρο για την προτίμησή μου στο ξενοδοχείο.

Θα ήταν η πρώτη φορά που θα βγαίναμε μαζί έξω από το Ηράκλειον και όπως πάντα κατακλύστηκα από ερωτήματα συχνά αντιφατικά. Θα μπορούσα να θεωρήσω την μικρή διαδρομή ως ρομαντική απογευματινή βόλτα; Με ποιες ερωτήσεις θα κατέβρεχε τις σελίδες μου με τις μνήμες των λουτρών της; Ακολουθούσε μια σειρά επιθυμητών ενδεχόμενων που συνέτασσα σε κατάλογο εξίσου καλλιγραφημένο στο δικό μου λογιστικό τετράδιο: θα σμίγαμε ανεπαίσθητα, χωρίς υπεκφυγές και προφάσεις· θα μέναμε σ’ όλα τα δωμάτια του ξενοδοχείου, κάθε βράδυ και σε άλλο, για την ψευδαίσθηση πως ταξιδέψαμε σε διαφορετικά μέρη ή σε πολλά καλοκαίρια· τα παλιά τους κρεβάτια θα έτριζαν σε κάθε μας μετακίνηση, ώστε να μας ξυπνούν, για να επιβραδύνουν τον χρόνο διάρκειας ενός έρωτα που έχει πάψει να διαποτίζει τέτοια ξενοδοχεία· στις επίμονες αϋπνίες θα έπιανα ξανά την σκυτάλη στην μακριά σειρά των φιλημάτων στα πόδια, που σίγουρα θα δέχονταν κάποιες παραθερίστριες στις ένδοξες και άδοξες εποχές της Αιδηψού, ίσως με την πρόσθετη τόλμη των διακοπών.

Έτσι έκανα πάντα. Δεν αφηνόμουν ποτέ στις παροντικές στιγμές, που έφευγαν αλλεπάλληλες η μια μετά την άλλη, παρά μόνο σχεδίαζα διαρκώς τις επόμενες κινήσεις για πράξεις που δεν πραγματοποιούσα ποτέ αλλά έδιναν τροφή σε νέες διακλαδώσεις σεναρίων και φαντασιώσεων. Ήμουν ένας άνθρωπος που αδυνατούσε να απολαύσει όλα τα τώρα, επειδή έσπευδε πρώτα να τα καταχωρήσει στα αρχεία του ώστε να αποστάζει τα ιδανικότερες ιστορίες. Αποφάσισα να μην σκεφτώ τίποτα παραπάνω· μόνο να βρεθώ εκεί μέσα χωρίς σχέδιο, φωτογραφική μηχανή ή σημειωματάριο, μήπως κι έτσι φτάσουν απρόσκλητες αυθεντικές, ακατέργαστες αισθήσεις.

Έξω από το κτίσμα, οι γαλάζιες κυκλικές γούρνες των σιντριβανιών άδειες κι η μυρωδιά πάντα γνωστή. Μέσα το νερό σιγούσε, παγιδευμένο στην φυσική του πηγή που κρυβόταν στα έγκατα, όπως πάντα λεγόταν για τον συγκεκριμένο χώρο. Προτού της το ζητήσω προσφέρθηκε να με αφήσει μόνο. Μπορούσα να τα υποδεχτώ στην αναπαλαιωμένη μπανιέρα της Αύρας. Το λουτρό ήταν έτοιμο να λειτουργήσει για μένα. Θα με κλείδωνε για το ενδεχόμενο τυχαίων επισκεπτών και θα ερχόταν σε μια ώρα.

Περπάτησα στον διάδρομο με τις καμπίνες δεξιά κι αριστερά· κάποιες πόρτες ήταν ξεχαρβαλωμένες, άλλες ήταν μισάνοιχτες, αποκαλύπτοντας στεγνά, έρημα δωμάτια. Αναρωτήθηκα πόσα σώματα να αφέθηκαν στο πλημμύρισμα των ιαμάτων· πόσα να έκλεισαν τα μάτια για να ξεπλυθεί κάθε κρούστα από τις σκέψεις τους· κι όμως, όλες εκείνες οι αποχρώσεις του λευκού, του υπόλευκου και του κιτρινισμένου στις φθαρμένες επιφάνειες μου φαίνονταν σαν διαδοχικά στρώματα που τις συγκράτησαν και τις επικάλυψαν, λείες και ασφαλείς. Κι ύστερα οι λεκέδες που υποκρίνονταν σκιές οι οποίες ξέμειναν από κάποιο λάθος του φωτός και η οριστικά πετρωμένη μυρωδιά της υγρασίας, όλα είχαν κάτι από το πέρασμα των θεραπευμένων που άφησαν εδώ όσα πόθησαν κρυφά ή ευχήθηκαν ταπεινά, ώστε να δικαιωθεί έστω ένα μέρος της παρουσίας τους. Άραγε, έτσι όπως εγκολπώνονταν στους λουτήρες, εφαρμόζοντας το σχήμα τους στην αγκάλη τους, στην αρχή αμήχανα, ίσως και κλειστοφοβικά, αργότερα ανυπόμονα για τις επιδράσεις των ζεόντων νερών, άλλαξαν όλα αυτά τα ελπιδοφόρα ρεύματα κάτι μέσα τους;

Αναγνώρισα αμέσως την επισκευασμένη καμπίνα. Ένα τρίγωνο ήλιου στα λευκά της πλακάκια άλλαζε σαν φωτογραφικό φίλτρο το χρώμα της μπανιέρας. Ήταν η στιγμή του αγαπημένου μου φωτός που κιτρινίζει τα πάντα τέτοια εποχή από τις εφτά ως τις οχτώ. Έβγαλα τα ρούχα μου, μπήκα και αφέθηκα στην τριπλή διαβάθμιση της θερμότητας των υδάτων, μέχρι να καλυφθούν τα πάντα από ατμούς. Όταν έκλεισα τα μάτια άρχισαν να έρχονται μία μια οι λουόμενες που θαύμασα κατά την δεκαετία οικογενειακών παραθερισμών, εκείνες που κρυφοκοίταζα από τα παράθυρα κι οι άλλες που φανταζόμουν να παραδίδονται στα χάδια του νερού. Πρώτα άκουσα τα βήματά τους, ύστερα τις είδα να περνούν θαμπές έξω από την μισάνοιχτη πόρτα μου αλλά δεν ανησύχησα: ήταν πιθανόν όσες την συγκεκριμένη στιγμή σκέφτονταν μια ανάλογη ανάμνηση ή τους επισκεπτόταν εκείνη. Μπορεί ο ίδιος ο χώρος να κράτησε την ανάμνηση του περάσματός τους ή κάθε φορά που κάποιος τις έφερνε στο μυαλό του, εκείνες να έρχονταν εδώ, στην υγρή πλευρά της μνήμης.

Κι ύστερα από ανυπολόγιστο χρόνο, σερνάμενα βήματα από τις πλαστικές παντόφλες στο δάπεδο, πόρτες που κλείνουν, εσπερινοί χαιρετισμοί. Τελευταίες νότες σ’ όλη αυτή την συμφωνία ήταν πάντα κάποιες σταλαγματιές, μια βρύση που έμεινε να στάζει, σωληνώσεις που δεν άδειασαν ολοκληρωτικά. Κάποια στιγμή όλα σιώπησαν κι ένιωσα μόνος· ήταν σαν την ώρα που τα λουτρά άδειαζαν και τα ύστατα ύδατα γίνονταν ατμοί που διέφευγαν από τα μικρά παράθυρα, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για τους τελευταίους αναστεναγμούς μετά τον ευχάριστο δαρμό. Ένα τελευταίο γουργούρισμα του νερού έμενε στους σωλήνες κι ο αχός από τα ηχηρά πλημμυρίσματα εξανεμιζόταν μαζί με το αεράκι προς το βουνό.

Αλλά λίγο μετά την σιωπή, άκουσα αργά βήματα γυμνών ποδιών από τον διάδρομο – αυτά σίγουρα μπορούσα να τα αναγνωρίσω. Εξοικειωμένος με την μνήμη που απαιτεί να γίνεται αισθητή, φώναξα εδώ είμαι. Μπορεί να ήταν κι ένας τρόπος να μην δείξω αιφνιδιασμένος ή ανήσυχος. Αν το νερό ούτε χρόνο έχει ούτε ηλικία, όπως έγραψε ο Πασκάλ Κινιάρ, τότε εδώ δίπλα του, μπορούσα να ξεγελάσω και τα δυο, ή, έστω να τα αφήσω έξω από το κτίσμα. Καθώς άνοιγε η μισόκλειστη πόρτα (τότε διαπίστωσα την περίεργη αιδώ της πράξης μου να την σπρώξω ελαφρά όταν μπήκα) το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω από τους ατμούς ήταν το σχήμα μιας γυναίκας. Εδώ είμαι, ψέλλισα αυτή τη φορά σαν αντίφωνο υπενθύμισης, για να μη κάνει πίσω. Η δική της αποδοχή ήταν να μου κλείσει τα μάτια απαλά αλλά, όπως συχνά γράφουν τα βιβλία, «αποφασιστικά». Ακόμα κι η συμφωνία να αφήσουμε μόνο νέα νερά να σπάσουν την σιωπή του λουτρού ήταν σιωπηρή. Θα μπορούσε να είμαστε απολύτως άγνωστοι ή παλιοί γνωστοί ή μόλις γνωστοί· θα μπορούσε να είναι η Αύρα, κι αυτός να ήταν ο τρόπος της να καίει την μοναχική δροσιά του μεγάλου μπαλκονιού: να προσκαλεί τους φιλοξενούμενους στο παλιό λουτρό κι εκεί, ανώνυμοι από κάθε πλευρά, να χάνονται στην αχρονία του νερού.

Εκεί χαθήκαμε κι εμείς, πλαγιάζοντας στην κοίλη πορσελάνη, δυο σώματα σε ημικύκλιο, περικυκλωμένα από λευκότητα. Υποδεχτήκαμε το κρύο νερό με την θέρμη της σφιχτής αγκαλιάς, μουσκέψαμε ο ένας τον άλλον για να ξεπλύνουμε τα νερά που έρχονταν με την σειρά τους να μας ξεπλύνουν από τα κολλώδη μας ρευστά. Χωρίς ομιλήματα ή κοιτάγματα οι πόροι μας άνοιξαν ολοκληρωτικά – σχεδόν νιώθαμε τις μικρές τρυπούλες να διαστέλλονται. Τώρα απολύτως άγλωσσοι, σε μια επικράτεια αναρίθμητων καθαρμών, τα άκρα του ενός καθοδηγούσαν τα άκρα του άλλου. Στο τέλος σειστήκαμε ό ένας μετά τον άλλον, σαν κρουνοί που ξέχυναν όλο τους το φορτίο στις στεγνές μας στέρνες.

Ήταν η Αύρα; Δεν άκουσα την φωνή της και δεν γνώριζα την μυρωδιά της. Τα μαλλιά της ήταν μουσκεμένα, τα χέρια της αταυτοποίητα. Ψηλαφούσα τα δάχτυλα των ποδιών της που είχα ήδη αποτυπώσει σε φευγαλέες στιγμές μα δεν είχαν κάποια κυριολεκτικά χειροπιαστή ιδιαιτερότητα· η διάταξή τους ήταν «αρμονική», η κλίμακά τους ελαφριά κι ανεπαίσθητη. Μα ακόμα κι αν διέθετε ένα πιο σμιλευτό χαρακτηριστικό, για παράδειγμα ένα μακρύ δεύτερο δάχτυλο, θα αποτελούσε αυτό ικανό πειστήριο ή θα την κατέτασσε στην εξίσου αχανή κατηγορία ομοδάκτυλων γυναικών;

Για μια στιγμή αθέτησα την συμφωνία. Με το ελαφρυντικό των θολών ματιών, ίσως και μιας θολωτικής παραφοράς, μισάνοιξα τα μάτια μου για να δω τα πέλματα που φιλούσα. Στην άχνη των ζεστών νερών είδα τις δυο ελιές στο αριστερό, στην καμάρα και κάτω απ’ το προτελευταίο δαχτυλάκι. Στην αποπνικτική οσμή του νόστου αναγνώρισα τις δυο τελείες που ζωγράφιζα σ’ ένα καλοκαιρινό τετράδιο πασχίζοντας να αποδώσω τα πόδια της Αίγλης, όταν δεν τις στιχουργούσα στα πρώτα μου ποιήματα. Πηγαινοερχόμουν από την άγνωστη των λουτρών στην αύρα του κόκκινου ξενοδοχείου κι ύστερα στην αίγλη του πρώτου έρωτα, από την Αύρα στην Αίγλη. Σε μια στιγμή που είναι αδύνατον να ξεχάσω, κατακλύστηκα από την αίσθηση πως εκείνη ήταν μια από τις δυο, με λαμπρό ενδεχόμενο και οι δυο να είναι εκείνη. Θα μπορούσαν πάλι και τα ίδια τα σημάδια να με εμπαίζουν, με τον τρόπο που η ίδια η ζωή αρέσκεται να μαστορεύει ομοιότητες και συμπτώσεις για την αγωγή των συγκινήσεων. Το χέρι της άνοιξε ξανά την μεγάλη βρύση και τότε μακρινό παρελθόν και πρόσφατο παρόν χύθηκαν στην ίδια γούρνα, αφήνοντας μόνους μας στην επιφάνεια της στιγμής.

Προτού οι ατμοί φύγουν και αφήσουν το πρόσωπό της έκθετο και καθαρό, άπλωσε το χέρι της στο στέρνο μου, σε μια απτή συνεννόηση πως πρέπει να φύγουμε χωριστά. Την άκουγα να ντύνεται και να κλείνει την πόρτα. Βρήκα τα κλειδιά πάνω της και βγήκα. Στα γύρω σπίτια ένοικοι και κάτοικοι έβγαζαν τις καρέκλες στο δρόμο για να χαζεύουν τον περίπατο των περαστικών, το σταθερό και απαράλλακτο θέαμα της λουτρόπολης. Κάποιο περίεργο ή τυχαίο μάτι μπορεί να είχε διακρίνει δυο μορφές να βγαίνουν αργά το σούρουπο από τα έρημα λουτρά. Επέστρεψα στο άδειο ξενοδοχείο αλλά η Αύρα δεν βρισκόταν εκεί. Να φοβήθηκε μην την βρω μουσκεμένη, με την αξέχαστη προδοτική οσμή του ιαματικού νερού; Όσο περνούσε η ώρα, δυνατότητες και αδυνατότητες παρέμεναν ισόβαθμες. Αργότερα βγήκε από ένα δωμάτιο του ισογείου και με καλησπέρισε με τον συνηθισμένο γλυκό κι ευγενικό τρόπο. Μου είπε πως είχε ανάγκη από τον απογευματινό ύπνο και μύριζε το χαρακτηριστικό της σαπούνι.

Ο κινηματογράφος μού είχε μάθει να μην ρωτώ όσους εμφανώς έχουν διαλέξει την σιωπή. Η αναχώρησή μου είχε προγραμματιστεί για το επόμενο πρωινό αλλά με μια ασυγχώρητη, εξίσου κινηματογραφική μελοδραματικότητα μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα άμεσα, παίρνοντας μαζί μου την πολύτιμη αποσκευή εκείνης της στιγμής μέσα στο λουτρό, την δυαδική επανένωση των τριών μας. Προτίμησα την πιθανότητα παρά την απάντηση μεταξύ βεβαιότητας ή της ακύρωσής της. Ίσως διαισθανόμουν πως όσα απογεύματα και να μοιραζόμασταν, εκείνη δεν θα άφηνε τα αρχεία της για να μου αφεθεί. Της έγραψα τον αριθμό του τηλεφώνου μου και για χρόνια σε κάθε χτύπημα σκεφτόμουν πως μπορεί να ήταν εκείνη. Μέχρι σήμερα το πενταψήφιο νούμερο του ξενοδοχείου δεν απαντά ποτέ. Προτού φύγω διέπραξα κάτι που και για τους δυο μας αποτελούσε ιεροσυλία αλλά ήλπιζα πως θα με καταλάβαινε: σε μια στιγμή που έφυγε από το καθιστικό έσκισα για ενθύμιο μια σελίδα από εκείνο το μεγάλο τετράδιο των επισκεπτών.

Παραμένω αβέβαιος και για το θεραπευτήριο, αν τελικά επρόκειτο να αναστηλωθεί ή θα παρέμενε εγκαταλειμμένο, κι εκείνη με κάποιο τρόπο να είχε κρατήσει μια και μοναδική καμπίνα, και να την χρησιμοποιεί για να σβήνει την δική της φόρτιση με το προσωπικό της λουτρό. Τότε, ως πρώτη λουόμενη μιας νέας εποχής των λουτρών, αν ποτέ αυτή έφτανε, ή ως τελευταία λουόμενη της Ιστορίας τους, θα ισορροπούσε κι η ίδια πάνω στους χρόνους, ενώ το κτίσμα θα αποτελούσε μνημείο μιας αρχαιολογίας ιδιωτικής, που περιλαμβάνει ό,τι υπήρξε ως τέχνη στο «παρελθόν» του καθενός, με την παλαιότητα να υπολογίζεται ως προς τα βάθη ενός προσωπικού βίου. Στη νέα αυτή επιστήμη το θεραπευτήριο και το ξενοδοχείο θα βρίσκονταν πάντα υπό αναπαλαίωση όχι της κατασκευής αλλά της μνήμης που τα διαπότισε.

Άνοιξα να την σκισμένη σελίδα όταν ήμουν πια στο φέρι μποτ «Διάνα» και άρχισαν να φαίνονται τα δυο ξενοδοχεία. Στο περιθώριο της τελευταίας στήλης είδα μια ιδιόχειρη σημείωση: «Ο Χάιντεγκερ άφηνε την καλύβα του στον Μέλανα Δρυμό και επισκεπτόταν την Αιδηψό αρκετές φορές λόγω αρθριτικών. Σε συνέντευξή του στο Stern, είχε πει για το μέρος: “Εδώ, δεν ξαποσταίνει μόνο το Είναι, αλλά και ο Χρόνος”».

Οι φωτογραφίες του ξενοδοχείου Ηράκλειον, του παλιού Δημοτικού Κέντρου Λουτροθεραπείας και της πινακίδας των λουτρών Αύρα είναι του Πανδοχέα. Παρακαλείται θερμά όποιος έζησε τα δύο αυτά κτίσματα να επικοινωνήσει με το Πανδοχείο.

Δημοσίευση στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 70, καλοκαίρι 2022 με θέμα: Ελληνικό καλοκαίρι.

01
Αυγ.
22

Φρανσουάζ Εσκαρπί – Ο Μάρκος κάτω από την πάσα μοντάνια

Εμείς οι άνδρες Ζαπατίστας είμαστε πολλές φορές φαλλοκράτες και οι γυναίκες κέρδισαν την θέση τους μέσα στο κίνημα με τις δικές τους ενέργειες, ανεξάρτητα από εμάς. Αρχικώς όλα ήσαν εναντίον τους. Η γυναίκα η οποία άφηνε την οικογένεια της και αναχωρούσε για το βουνό ώστε να εισέλθει στις τάξεις μας εθεωρείτο πουτάνα. Στην αρχή, στα χωριά μας, τις γυναίκες Ζαπατίστας δεν μπορούσαν να τις καταλάβουν καθόλου οι άλλες γυναίκες… Εν τέλει, όταν οι γυναίκες των κοινοτήτων αντίκρυσαν αυτές τις γυναίκες Ζαπατίστας να κάνουν πράγματα τα οποία εκείνες δεν φαντάζονταν ότι θα μπορούσαν να κάνουν – να γράφουν και να διαβάζουν, να κρατούν όπλο και να γνωρίζουν να το χρησιμοποιούν, να λένε την γνώμη τους, να διοικούν άνδρες – υπήρχε ένα είδος εσωτερικής εξέγερσης ενάντια στην πολιτισμική δομή της κοινότητας. Συνειδητοποίησαν πως μπορούσαν και εκείνες να εκπαιδευτούν, πως ο αγώνας δεν ήταν αποκλειστικώς ανδρική υπόθεση και πως είχαν και εκείνες λόγο σχετικά με την πορεία των πραγμάτων. Η πρώτη εξέγερση των Ζαπατίστας δεν σημειώθηκε την Πρωτοχρονιά του 1994. Σημειώθηκε από τις γυναίκες, στο εσωτερικό του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας…[Υποδιοικητής Μάρκος, Συνέντευξη στην Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 58]

Είναι αδύνατον να μην αρχίσω από αυτή την επιπλέον εξαίσια πτυχή του αγώνα των Ζαπατίστας που κοινωνείται στο κεφάλαιο με τίτλο Το «ya basta» των γυναικών και αφορά όλες τις γυναίκες των τακτικών δυνάμεων του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας. Οι γυναίκες αμφισβήτησαν τρία προνόμια των ανδρών: την κατοχή γης, την επιλογή συντρόφου και την κατανάλωση αλκοόλ, ενώ ο «επαναστατικός νόμος των γυναικών» που υιοθετήθηκε το 1993 ορίζει μεταξύ άλλων το δικαίωμά τους να επιλέγουν τον σύντροφό τους και να μην υποχρεώνονται να παντρευτούν δια της βίας, το δικαίωμα να αποφασίζουν πόσα παιδιά μπορούν να γεννήσουν και να μεγαλώνουν και την απαγόρευση να τις χτυπήσει ή να τις κακομεταχειριστεί κανείς από την οικογένειά τους, πόσο μάλλον ξένος. Είναι εμφανές πως ένας τέτοιος πολιτικός αγώνας ανοίγει οριστικά και αμετάκλητα τον ορίζοντα μιας πλήρους προσωπικής και συλλογικής ελευθερίας.

Έχουμε ήδη παρουσιάσει στο Πανδοχείο το μνημειώδες βιβλίο των E.Z.L.N. – Subcomandante Marcos – Subcomandante Moises Οι λέξεις της σιωπής [Εκδόσεις των ξένων, 2014] καθώς και τις Ιστορίες του γερο-Αντόνιο [Ροές, 2003] και τις Άλλες ιστορίες [Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014] που έγραψε / μετέγραψε ο Υποδιοικητής Μάρκος, αλλά κάθε έκδοση πού αφορά την ιστορία των Ζαπατίστας, μια ιστορία αισιόδοξη και συναρπαστική, είναι ευπρόσδεκτη, πόσο μάλλον όταν περιλαμβάνει μια σειρά λόγων των Ζαπατίστας, πρωτίστως του Μάρκος, έως την περίοδο της Έκτης Διακήρυξη της ζούγκλας Λακαντόνα και της Άλλης καμπάνιας. Έχουμε εδώ, λοιπόν, όπως γράφει στην εισαγωγή του ο Νίκος Παπαχριστόπουλος, μια συνολική αποτίμηση του επαναστατικού προτάγματος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, μέσα από κείμενα των ίδιων των δρώντων υποκειμένων τα οποία εμπλέκονται στο ευρύτερο συγκείμενο της πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης στο Μεξικό.

Μαύρη, γκρι ή καφέ, η πάσα μοντάνια χαρακτήρισε μαζί με το καλυμμένο πρόσωπο και τις παλιακάτες, τα συνήθως κόκκινα εμπριμέ φουλάρια, του άντρες και τις γυναίκες που βγήκαν από την ομίχλη των βουνών και την υγρή ζέστη της ζούγκλας και κατέλαβαν πόλεις και χωριά της Τσιάπας το 1994. Τρεις δεκαετίες αργότερα οι Ζαπατίστας είναι πάντοτε εδώ, έτοιμοι να εισακουστεί η φωνή τους για δημοκρατία, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Η πάσα μοντάνια που φορά η ζούγκλα είναι η ομίχλη, με την οποία μπορεί να κρύβει τους καταδιωγμένους. Από εκεί βγαίνουν μασκοφορεμένοι ώστε να ξεμασκαρέψουν εκείνους που τους άρπαξαν τη γη, τους αρνήθηκαν τον λόγο και τους απαγόρευσαν την μνήμη. Ο Μάρκος ήρθε απ’ έξω, τους μίλησε αλλά δεν τον κατάλαβαν. Μόνο όταν χώθηκε στην ομίχλη έμαθε να ακούει και τώρα μιλά μέσα από αυτούς, όντας πια η φωνή των φωνών τους, όπως έγραψε ο Εντουάρντο Γκαλέανο στην La Jornada το 1996.

Περιστοιχισμένος από έξι αρχηγούς της Παράνομης Επαναστατικής Ινδιάνικης Επιτροπής του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας, για την απόδοση τιμών στον Χοσέ Λουίζ Σολίς Λόπεζ, με το ψευδώνυμο Γκαλεάνο, έναν Ζαπατίστας δάσκαλο που δολοφονήθηκε σε ενέδρα σε αυτοκινητόδρομο, στην Ρεαλιδάδ στην Τσιάπας, ο υποδιοικητής Μάρκος δηλώνει: «Συνειδητοποιήσαμε ότι εκείνοι απ’ έξω δεν μας έβλεπαν. Συνηθισμένοι να κοιτάζουν τους Ινδιάνους αφ’ υψηλού, συνηθισμένοι να μας βλέπουν ταπεινωμένους, η καρδιά τους δεν καταλάβαινε την αξιοπρεπή μας επανάσταση». Και οι αρχηγοί μας, άνδρες και γυναίκες, αναφώνησαν: «Βλέπουν απλώς την δική τους μικρότητα Ας κατασκευάσουμε ως εκ τούτου κάποιον τόσο μικρό σαν και αυτούς, ώστε να τον βλέπουν και να μας βλέπουν μέσω εκείνουΈτσι άρχισε ένα τέχνασμα ινδιάνικης σοφίας, η κατασκευή της φιγούρας που ονομάστηκε Μάρκος, που όπως κάποτε επινοήθηκε από εμάς, τώρα την καταστρέφουμε»». Εκείνη την ημέρα λοιπόν αποφάσισαν πως ο Μάρκος έπαψε να ζει ως Μάρκος και ονομάστηκε εξεγερμένος υποδιοικητής Γκαλέανο.

Στο κεφάλαιο Πρόγονοι και κληρονόμοι παρουσιάζονται εκείνοι που προηγήθηκαν στην μακραίωνη ιστορία του τόπου και επιβεβαιώνεται πως τίποτα δεν γεννιέται από το πουθενά. Η εξέγερση ακολουθεί μια τεράστια συσσώρευση αδικιών και θυμού. Ο Μάρκος και οι νεο-Ζαπατίστας (αν θεωρήσουμε ως Ζαπατίστας εκείνους του 1910) έχουν προκατόχους. Το Μεξικό της κατάκτησης και του αποικισμού είναι γεμάτο ηρωικές φιγούρες και στα γραπτά του ο Μάρκος αναφέρεται συχνά σε αυτούς, ώστε να επισημάνει ότι οι τωρινοί γηγενείς αγωνιστές συγκροτούν την σύγχρονη συνισταμένη μιας προγονικής βούλησης, δημοκρατίας, δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας.

Στο κεφάλαιο Η Τσιάπας των Ινδιάνων και των ανταρτών υπενθυμίζεται πως ο Μάρκος έφερε εξ αρχής τον βαθμό του υποδιοικητή για να δείξει ότι η πολιτική διεύθυνση ανήκει στους Ινδιάνους. Εκείνος δεν είναι παρά ο Γενικός Εντολοδόχος του Εθνικο-Απελευθερωτικού Στρατού των Ζαπατίστας και έχει αναλάβει την επικοινωνία με τον εθνικό και διεθνή τύπο. Ο στρατός που εισέβαλε στο μικρό χωριό όπου είχε εγκατασταθεί η Επιτροπή του αγώνα, απέτυχε φυσικά να συλλάβει τους καθοδηγητές της «ανταρσίας» και ο Μάρκος με ολόκληρο τον πληθυσμό κατόρθωσαν να διαφύγουν και, εγκαταλείποντας τα ελάχιστα που κατείχαν, κατέφυγαν στο βαθύτερο σημείο της ζούγκλας. Στερημένοι τα πάντα, άρχισαν να επιβιώνουν υπό τις πλέον επισφαλείς συνθήκες. Ο Μάρκος εξηγεί με σκωπτικό πάντα τρόπο τους λόγους για τους οποίους η Πολιτεία των Τσιάπας παρά τους σημαντικούς φυσικούς της πόρους, παραμένει από τις φτωχότερες του Μεξικού και περιγράφει τους δρόμους από τους οποίους δραπετεύουν όλα της τα πλούτη: οδικό δίκτυο, αγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου, ηλεκτρικές γραμμές, σιδηροδρόμους, τραπεζικούς λογαριασμούς. Το Μεξικό, ένατος παραγωγός πετρελαίου παγκοσμίως, αφήνει τον λαό του σε καταδίκη πείνας και ανέχειας.

Ο πόλεμός μας είναι ένας πόλεμος για να μιλήσουμε και να εισακουσθούμε. Η φτώχεια είναι η πηγή του. Στην ζούγκλα Λακαντόνα φτάσαμε το 1983, επηρεασμένοι από τους αντάρτες της δεκαετίας του 1980 και από την μορφή του Τσε Γκεβάρα. Είχαμε την πεποίθηση πως μια μικρή ομάδα ηρώων μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. Με την επαφή με τους Ινδιάνους έμαθα να ζω στο βουνό. Και να επικοινωνώ μαζί τους. Επικοινωνία δεν σημαίνει να μιλάς απλώς την ίδια γλώσσα αλλά να έχεις την ίδια αντίληψη για τον κόσμο. [Μάρκος, Συνέντευξη Ρεαλιδάδ, Δεκέμβριος 1995, εδώ σ. 48-49]

Ήταν 2003 όταν οι Ζαπατίστας δημιούργησαν τα Καρακόλ και τις Επιτροπές Ορθής Διακυβέρνησης ως τρόπους αυτόνομης διακυβέρνησης. Στα Καρακόλ, τα οποία αποτελούν ενώσεις πολλών αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες διοικούνται από Συμβούλια Ορθής Διακυβέρνησης, των οποίων τα μέλη ορίζονται από τις συνελεύσεις των αυτόνομων κοινοτήτων και εναλλάσσονται τακτικά, πλείστα ζητήματα κρίνονται με βάση το εθιμικό δίκαιο: ο κλέφτης οφείλει να προσφέρει δωρεάν εργασία στην κοινότητα, ο βίαιος θα τεθεί υπό την κηδεμονία ενός διαμεσολαβητή και ο δολοφόνος είναι υποχρεωμένος δια παντός να καλύπτει τις ανάγκες της οικογένειας την οποία κατέστρεψε.

Είναι χαρακτηριστικό το βίντεο στο οποίο υποτίθεται πως ο Μάρκος ετοιμάζεται να βγάλει τη κουκούλα και εκείνη την στιγμή, πίσω από αυτήν, αρχίζουν να αποκαλύπτονται τόσα άλλα πρόσωπα εξαθλιωμένων γηγενών, εν είδει αναπαραγωγής του ενός και μοναδικού προσώπου το οποίο κρύβεται πίσω από το προσωπείο του. Πριν από το 1994 Ινδιάνος σήμαινε καταφρόνια, άσχημη αντιμετώπιση και εξευτελισμούς. Τώρα, με τον αγώνα μας, Ινδιάνος σημαίνει να σηκώνεις ψηλά το κεφάλι. Οι γηγενείς θέλουν να γραφτεί στο Σύνταγμα πως οι Ινδιάνοι είναι Μεξικανοί, με διαφορές στον πολιτισμό και τις παραδόσεις. Από το 1994 το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας δεν αποστέλλει πλέον δασκάλους στις ζώνες των Ζαπατίστας. Μόνο αλληλέγγυοι έρχονται από άλλες περιοχές της χώρας ή και άλλες χώρες για να καλύψουν την σχετική ανάγκη.

Από την ατομικότητα στην συλλογικότητα, από την θεωρία στη πράξη, από το σύμβολο στο γεγονός, από την αυτοοργάνωση στον πλήρη σχεδιασμό της δράσης, από τα πολυβόλα στα λόγια, από την αμάθεια στην απόλυτη γνώση, από την ετερότητα στην ενσωμάτωση: αυτή είναι η σύγχρονη μορφή της κοινωνικής εξέγερσης, γράφει ο Νίκος Παπαχριστόπουλος στα κείμενά του εδώ. «Ως σύγχρονοι επαναστάτες, οι Ζαπατίστας και ο Μάρκος κλέβουν αυτό που τους έχει κλαπεί: απαλλοτριώνουν από τον καπιταλισμό το κυρίαρχό του όπλο, την οικουμενικότητά του, και βάσει αυτού διαδίδουν το μήνυμά τους· μετατρέπουν την κατ’ εξοχήν διεργασία επιβολής του, την δικτατορία της πληροφόρησης, σε απαραίτητο στοιχείο για την δική τους συμβολική και πρακτική κατοχύρωση ως νομιμοποιημένων επαναστατών. Έτσι ένα εγχώριο και τοπικό επαναστατικό συμβάν καθίσταται μια διεθνής συμβολική αναφορά, μια ατέρμονη διαδικασία επικοινωνίας με τους απανταχού εξεγερμένους».


Είναι γνωστό ότι ο Μάρκος γράφει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους: από τα μανιφέστα μιας άξιας ζωής μέχρι την πολιτική καταγγελία και από την παράθεση στιγμιότυπων και εικόνων από την σύγχρονη μεξικανική πραγματικότητα έως την σκωπτική εξιστόρηση αδιανόητων καταστάσεων, τα κείμενά του δεν γίνονται ποτέ βαρετά. Με όποιον τρόπο και να διαλέξει να κοινωνήσει αυτό που συμβαίνει στα μέρη του, το παράθυρο είναι πια ανοιχτό και δεν μπορούμε να πούμε πως δεν γνωρίζουμε. Η συγγραφέας είναι ανταποκρίτρια γαλλικών εντύπων στην Λατινική Αμερική και πλήρως εξοικειωμένη με τις συνιστώσες της καθημερινής ζωής των Ζαπατίστας. Το βιβλίο περιλαμβάνει μικρό χρονολόγιο των Ζαπατίστας και παράρτημα με δέκα φωτογραφίες από το αρχείο της Μαρίας Κατεργάρη.

Εκδ. Opportuna, 2016, μτφ. Κωνσταντίνος Αναστασόπουλος, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 164. Επίμετρο: Περικλής Κοροβέσης, Σάββας Κωφίδης [Francoise Escarpit, Marcos. Seus le passe-montagne, 2006].

Σημείωση: Η έκδοση έχει ήδη εξαντληθεί και επίκειται άμεση ανατύπωση.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο αρ. 242, εδώ.

29
Ιολ.
22

Éric Marty – Ρολάν Μπαρτ. Το επάγγελμα του συγγραφέα

Οι πολίτες της αρμονίας θα επεδείκνυαν ασυγχώρητη αδεξιότητα εάν δεν γνώριζαν να αξιοποιήσουν τα σπέρματα τόσον ρομαντικών και μυθιστοριακών ψευδαισθήσεων· όχι μόνον δεν θα τις περιφρονούν αλλά θα είναι σε θέση να κάνουν να αναβλύσουν ηδονές υπέροχες από μία πηγή εκ της οποίας σήμερα αντλούμε μονάχα ματαιότητες … φυλακισμένες στα μυθιστορήματα και σε αυτούς τους πολίτες της αρμονίας ετούτες οι ηδονές δεν θα είναι ιδεατές αλλά και πραγματικές…

έγραφε ο Κάρολος Φουριέ στον Νέο ερωτικό κόσμο του (μτφ. Γ. Καυκιά, εκδ., 2003, σ. 49-50, εδώ σ. 415) και ήταν ο Ρολάν Μπαρτ στο βιβλίο του Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα (που κυκλοφόρησε εδώ από τις αλησμόνητες εκδόσεις Άκμων, σε μτφ. Ι. Ευσταθιάδου-Λάππα, 1η έκδ. 1971) ο οποίος σε αμέτρητους από εμάς όχι μόνο σύστησε τον Φουριέ αλλά κι έναν μοναδικό τρόπο ανάγνωσής του. Η «συνάντηση» αυτών των δυο στοχαστών αποτελεί το αντικείμενο του επιμέτρου του Νίκου Παπαχριστόπουλου, ο οποίος εξετάζει την ουτοπία του νέου ερωτικού κόσμου που συνέλαβε ο Φουριέ υπό το βλέμμα του Μπαρτ.

«Πρέπει να ξαναφτιάξω τον κόσμο σύμφωνα με εκείνα που με ευχαριστούν: εκείνα που με ευχαριστούν θα είναι ταυτόχρονα ο σκοπός και το μέσο…», έγραφε ο Φουριέ, η θεωρία του οποίου ήταν ένας ριζικός ευδαιμονισμός, μια κατάφαση της αισθησιακής ηδονής. Καθώς ο πολιτισμός, ως εποχή της βαρβαρότητας, αντιτίθεται στην παγκόσμια αρμονία, το ουτοπικό πρόταγμα του Φουριέ αντιτίθεται στην αρχή κάθε πολιτικού συστήματος ως θεωρίας, ως επιστήμη. Ο Φουριέ επιτίθεται στο πολιτισμένο (κατασταλτικό) σύστημα και ζητά μια ολοκληρωτική ελευθερία στις επιθυμίες, τις ορέξεις, τα πάθη, τις μανίες, τις ιδιοτροπίες. Θα περιμέναμε επομένως μια φιλοσοφία αυθορμητισμού αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: ένα ταραγμένο σύστημα, του οποίου η φαντασιακή ένταση ξεπερνά το σύστημα και ολοκληρώνει το συστηματικό, δηλαδή την γραφή – μια γραφή που κινητοποιεί ταυτόχρονα μια εικόνα και το αντίθετό της. Το συστηματικό του Φουριέ λοιπόν είναι το ίδιο του το κείμενο. Ο Φουριέ επινοεί έναν κόσμο συστηματικής εμβέλειας, παραθέτει του όρους της κοινωνικής οργάνωσης και κατοχυρώνει ένα σύμπαν ατέρμονων υπολογισμών. Είναι ευνόητο ότι ο Μπαρτ δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος από ένα τέτοιο κείμενο.

Θα επανέλθουμε στα σχετικά κείμενα αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Για ποιον λόγο ένα ακόμα βιβλίο για τον Ρολάν Μπαρτ; αναρωτιέται στον πρόλογό του ο Ερίκ Μαρτύ, καθηγητής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7 και επιμελητής των Απάντων του (βλ. παρακάτω). Εκείνο που αναμφίβολα διακρίνει τον Μπαρτ από τους συντρόφους του είναι ότι το έργο του, παρ’ όλο που διέπεται σταθερά από την «θεωρία», χαρακτηρίζεται από απαντήσεις στις οποίες η γραφή κατέχει την προνομιακή θέση. Η αναγωγή της σε κυρίαρχο τελεστή συνιστά και τον πιο κατάλληλο τρόπο σκέψης: η γραφή αποτελεί την υπευθυνότητα επιλογής μιας θέσεως, η οποία αποτελεί επίσης πράξη, την μετάβαση από μια θέση ως προς τον κόσμο σε μια πράξη εντός του κόσμου. Από τον Βαθμό μηδέν της γραφής έως τον Φωτεινό θάλαμο, από την Αυτοκρατορία των σημείων έως τα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου και από τις Μυθολογίες έως την Ευχαρίστηση του κειμένου, ο Μπαρτ αποφαίνεται περί του νοήματος της λογοτεχνίας, της φωτογραφίας, του θανάτου, του έρωτος και του λόγου του, των εικόνων και πάλι της λογοτεχνίας, με την βεβαιότητα πως καμία απάντηση δεν αξίζει χωρίς να θεμελιώνεται επί της ίδιας της υπάρξεως του βιβλίου· μονάχα το βιβλίο δύναται να καταστήσει την απάντηση ενεργό και ζώσα.

Ο Μαρτύ αποφασίζει να δώσει τρεις διαφορετικές μορφές στον λόγο του- την μαρτυρία, την σύνθεση και την έρευνα. Το πρώτο μέρος του βιβλίου («Αναμνήσεις μιας φιλίας») έχει (αυτο)βιογραφικό περιεχόμενο και εκκινεί από την συνάντηση του συγγραφέα, εικοσάχρονου τότε φοιτητή γαλλικής φιλολογίας, με τον Μπαρτ, την δεκαετία του ’80 και φτάνει ως τις τελευταίες ημέρες του απρόσμενου θανάτου του έξω από το Collège de France. Είναι ένας τρόπος, γράφει, να ανασυστήσει μια παρουσία, μια φωνή, μια ύπαρξη, ένα βλέμμα που δεν είναι δικά του. Όπως είναι αναμενόμενο, από εδώ παρελαύνουν όλα τα ονόματα της γαλλικής διανόησης από το περιβάλλον του Μπαρτ, ενώ αποτυπώνονται πτυχές της καθημερινής ζωής του.

Η δεύτερη ενότητα, «Το έργο», περιλαμβάνει τους πέντε προλόγους που έγραψε ο Μαρτύ για την κυκλοφορία των Απάντων του Μπαρτ στην Γαλλία, στις εκδόσεις Seuil. Σε αυτή την συνοπτική καταγραφή επιχειρείται μια σύνθετη παρουσίαση των σημαντικών θεμάτων και των λαϊτμοτίφ του έργου του. Σαρτρ, Μαρξ, Μπρεχτ, «Κοινωνική μυθολογία» (Α΄ τόμος), Σωσσύρ, Σημειολογία (Β΄ τόμος), Σολλέρς, Κρίστεβα, Ντερριντά, Κειμενικότητα (Γ΄ τόμος), Νίτσε, Ηθικότητα (Δ΄ τόμος) είναι ορισμένα μόνο από τα θέματα κάθε τόμου, θέματα που μαζί με τα μεταγενέστερα γραπτά του Ε΄ τόμου, ο Μαρτύ διανύει με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις, όπως, για παράδειγμα, όταν γράφει, περί του Α΄ τόμου, πως ο Μπαρτ πριν τον Αλτουσσέρ, είχε αντιληφθεί ότι η ιδεολογία δεν τοποθετείται στο πεδίο των ακαθόριστων και ανομολόγητων πίστεων ή των μεγάλων συνειδητών και ασυνείδητων προκαταλήψεων (το στερέωμα των ιδεών) αλλά διαθέτει μιαν υλική πραγματικότητα, σωματική και οργανική. Ο Μπαρτ διέκρινε την υπόσταση μιας υλικότητας της ιδεολογίας και ότι η ισχύς της συνίσταται στην σύγχυσή της με την πραγματικότητα, στην τελική ενοίκησή της στην πραγματικότητα και στην περιβολή της στις πιο συγκεκριμένες της μορφές, τις πιο καθημερινές, τις πιο καταναλώσιμες. Γι’ αυτό και στις Μυθολογίες του προσέγγισε την ιδεολογία εντός της σειράς των αντικειμένων τα οποία περιβάλλουν τους Γάλλους την δεκαετία του ’50 στις πιο οικίες τους στιγμές, στην καθημερινότητα, δείχνοντας πως κάτω από την φυσική προφάνεια τα πάντα είναι σημεία και σημαίνοντα (σ. 133 και επ.).

Η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Περί των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου» αποτελεί μετεγγραφή του Σεμιναρίου του Μαρτύ στο Πανεπιστήμιο Παρίσι 7, το 2006, σχετικά με το μνημειώδες κείμενο του Μπαρτ. Το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1977 σε υπερβολικά απλή μορφή (ένα είδος λεξικού ή καταγραφής των καταστάσεων του έρωτα) φάνταζε ως εξαπάτηση έτσι όπως προερχόταν από έναν συγγραφέα του οποίου το έργο χαρακτηριζόταν από ένα είδος ερμητισμού, έναν θεωρητισμό και κυρίως από την άρνηση των προφανειών. Οι πολλαπλές αναφορές – παραπομπές σε σύγχρονους (Λακάν, Σολλέρς, Φουκώ, Σεβέρο, Σαρδουί) ή παλαιότερους (Σωκράτη, Ιωάννη του Σταυρού) είναι σα να μην ανήκουν στους επινοητές τους αλλά να αποτελούν τον ερωτικό λόγο στο αμιγές του καθεστώς, τα λόγια αυτά δηλαδή να ανήκουν πράγματι στην καθολική γλώσσα του ερωτευμένου κόσμου!

Στα αποσπάσματα του ερωτικού λόγου κυριαρχεί η κριτική της αφήγησης και η αναστολή του αφηγηματικού. Από τον Ζυλιάν Σορέλ στη λαιμητόμο έως τον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα ενωμένους στην αυτοκτονία τους, η αφήγηση έχει επιτελέσει το άχαρο καθήκον της, την κάθαρση, επιτρέποντας στην μπουρζουαζία να εξαγνιστεί για τα πάθη της. Ιδού γιατί ο Μπαρτ δεν επιθυμεί να υποχωρήσει εμπρός στο γόητρο της ερωτικής ιστορίας και δεν επιθυμεί να της παραχωρήσει τίποτε. Δεν υποστηρίζει όμως την αισθητική ανωτερότητα του ερωτικού λόγου από την ερωτική αφήγηση. To κείμενο – «κηδεμόνας» του βιβλίου, άλλωστε, είναι ένα μυθιστόρημα επιστολών, ο Βέρθερος, του οποίου η επιστολική δομή ευνοεί τον λόγο εις βάρος της αφήγησης. Όμως ο Μπαρτ φαίνεται να μην συγκινείται από τις «ίντριγκες», από την επεισοδιακή πρακτική και την αφηγηματική διάταξη των μυθιστορημάτων τα οποία επικαλείται.

Ο ερωτευμένος δεν ευρίσκεται σε κάποιο σενάριο, αλλά εντός του δράματος, με την αρχαϊκή έννοια του όρου. Πρόκειται για ένα δράμα το οποίο πρέπει να αναπαρασταθεί ως ιστορία, χωρίς δράση – η «έκσταση» την οποία ομολογώ στον εαυτό μου συνιστά ένα ολοκληρωμένο συμβάν. Το μυθιστόρημα δεν δύναται να ενσαρκώσει την αρχαϊκή αυτή μορφή του κλασικού δράματος, την επίμονη και υπνωτική ομολογία ενός «ανέκαθεν», ίσως μονάχα με τρόπο λίαν αποσπασματικό. Το εγώ του ερωτικού υποκειμένου είναι κάποιος ο οποίος ομιλεί μέσα του ερωτικά απέναντι στον άλλον ο οποίος δεν ομιλεί.

Με το τελευταίο «νεωτερικό» βιβλίο του, το Σαντ, Φουριέ, Λογιόλα του 1971, ο Μπαρτ διαμορφώνει και προωθεί έναν κύριο όρο, την ευχαρίστηση. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο απογοητευτικό από το να το εκλάβουμε το κείμενο ως αντικείμενο διανόησης (στοχασμού, αναλύσεως, σύγκρισης, αντανάκλασης κ.λπ.). Το Κείμενο είναι αντικείμενο ευχαρίστησης». Η ευχαρίστηση δεν είναι νεωτερική έννοια αλλά εμφανέστατα υποκειμενική, άκρως ηδονιστική και δεν ενέχει κανέναν ριζοσπαστισμό, κανένα επιτέλεσμα ισχύος, τρόμου ή εκφοβισμό. Αυτή η «ευχαρίστηση» θα αποτελέσει αργότερα το αντικείμενο του συγγράμματος «Η απόλαυση του κειμένου». Ο νέος ερωτικός κόσμος εξεδόθη για πρώτη φορά στην Γαλλία το 1967, 140 χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα, εντοπισμένος στα παραμελημένα χειρόγραφά του, και αποτελεί μια σύνθεση χειρογράφων σε ημιτελή κατάσταση, ένα εκ φύσεως ανοιχτό κείμενο, έναν κειμενικό όλο, περιχαρακωμένο στην ασφάλεια του υποκειμενικού λόγου. Σε αυτή την ατέρμονη εκτύλιξη ενός θεωρητικού λόγου γεμάτου από θέσεις, αντιθέσεις, ανασκευές και ανατροπές, παρεμβάλλεται ένα σκηνοθετικό εγχείρημα: η διήγηση μιας ιστορίας, ένα αφήγημα με πρόσωπα υπαρκτά, εντός της θεωρίας, εναρμονιζόμενο πλήρως με αυτήν.

Βρισκόμαστε ξανά στο επίμετρο του Νίκου Παπαχριστόπουλου ο οποίος παρουσιάζει ενδελεχώς το κείμενο που τόσο συγκίνησε τον Μπαρτ. Στον νέο ερωτικό κόσμο η μυθιστορία εγκιβωτίζεται εντός του θεωρητικού κατασκευάσματος και διαχέεται στο ευρύτερο θεωρητικό συγκείμενο, ο αφηγηματικός λόγος καθίσταται η κυρίαρχη μορφή πρόσληψης της πραγματικότητας, το ίδιο το κειμενικό δεν διαχωρίζεται από την κειμενική του επινόηση. Έτσι το ουτοπικό εγχείρημα της αρμονίας παρουσιάζεται σε πολλαπλή εκδοχή: θεωρία, μυθιστορία, υποκειμενικό σχόλιο του συγγραφέως. Σε αυτή την ουτοπική αφήγηση με όρους αμιγούς ρεαλισμού, η κυρίαρχη υποκειμενική βούληση αποτελεί το ύψιστο κριτήριο τοποθέτησης στην πραγματικότητα.

Ο Φουριέ διαβάζεται από τον Μπαρτ ως είναι ένας «επινοητής» και όχι ως συγγραφέας, καθώς προσφέρει μια πλήρη δυνατότητα επανακατασκευής του κόσμου αποκλειστικά και μόνο μέσω της δικής του μοναδικής επινόησης. Το βιβλίου του αποτελεί μια απλή ομιλία και ο επινοητής είναι ένα ομιλούν υποκείμενο που ομιλεί για το βιβλίο του, πρόκειται δηλαδή στην ουσία για ένα μετα-βιβλίο, χωρίς θέμα, με αναβλητικό δηλούμενο. Η αποσπασματική γραφή, ο κατακερματισμένος λόγος, το αχανές εννοιολογικό σύμπαν, η παρείσφρηση της γραφής εντός της γραφής, της ιστορίας εντός της ιστορίας, της μυθιστορίας εντός της θεωρητικής κατασκευής, και κυρίως η επεξήγηση όλων τούτων μέσω ενός προσωπικού σχολίου, όλα συνεργούν στην μανιακή εκδίπλωση ενός ερωτικού παραληρήματος και μιας κοινωνικής ερωτικής θεωρίας στον αντίποδα του φόβου του θανάτου. Επειδή κατά τον Μπαρτ ο Φουριέ είναι ένα υποκείμενο της γραφής που γράφει υπό την απειλή του «νευρωτικού φόβου της αποτυχίας» και του θανάτου και μεταστρέφει αυτό τον φόβο σε ηδονή της δημιουργίας.

Όταν το ανθρώπινο γένος, έχοντας κατακτήσει την κοινωνική αρμονία, θα έχει απαλλαγεί από αυτές τις χίμαιρες σχετικά με την άλλη ζωή, όταν θα ξέρει πως σε αυτήν την άλλη ζωή η ευτυχία των πεθαμένων συνδέεται στενά με την ευτυχία των ζωντανών, ότι δεν είμαστε ευτυχισμένοι στον άλλον κόσμο παρά ανάλογα με την ευτυχία που απολαμβάνουμε σε τούτον εδώ τον κόσμο, δεν θα ασχοληθεί παρά με την οικοδόμηση της ευτυχίας του ζωντανού κόσμου…[Φουριέ, ό.π., σ. 144, εδώ σ. 430]

Εκδ. Opportuna, 2012, μτφ. Κυριακή Σαμαρτζή, Μαγδαληνή Σαμαρτζή, Νίκος Παπαχριστόπουλος, σελ. 430. Επιμέλεια – Επίμετρο: Νίκος Παπαχριστόπουλος [Le métier d’ écrire, 2006]. Στις εικόνες: Charles Fourier [Fred Sochard], προσωπογραφίες του Roland Barthes και το πολύτιμο προσωπικό αντίτυπο των Αποσπασμάτων του ερωτικού λόγου.

16
Ιολ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 43 (Ιούλιος 2022), εδώ

XXΧΙVΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 26: Οι προσκλητικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Η Kay ήταν μια σπάνια περίπτωση. Την συνάντησα σε μια και μόνο ταινία, χωρίς να μάθω τι απέγινε μετά και χωρίς να την ξαναβρώ σε κάποιο άλλο φιλμ, όπως συμβαίνει μια γυναίκα που μας γοητεύει σε κάποια μας περιπλάνηση, είμαστε βέβαιοι πως θα την δούμε σε κάποιον άλλον δρόμο της πεπερασμένης πόλης αλλά τελικά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ. Ήταν μελαχρινή μακρυμάλλα, το είδος της κάπως ψηλής και αδύνατης γυναίκας που κάποιοι πάντα αποκαλούν άχαρη, επειδή αδυνατούν να διακρίνουν τις χάρες που δεν φωνάζουν. Εργαζόμασταν σ’ ένα εργοστάσιο μιας βαρετής αυστραλιανής κωμόπολης και οι άλλες κοπέλες την αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά, έτσι όπως έμοιαζε πάντα αφηρημένη, απορροφημένη «στον κόσμο της». Ήμουν ένας χαμηλών τόνων νέος και είχα αρραβωνιαστεί μια από αυτές.

Η Κέι ήταν μια αλαφροΐσκιωτη των προαστίων, που έδινε προσοχή στους οιωνούς των φύλλων του τσαγιού, όπως τους αποκρυπτογραφούσε μια εξειδικευμένη αναγνώστριά τους. Ένας εξ αυτών ήταν απόλυτος: ο μέλλων αγαπημένος της θα αναγνωριστεί από ένα ερωτηματικό σημάδι στο πρόσωπό του. Όταν την άλλη μέρα το είδε σε μια δική μου τούφα μου δήλωσε απερίφραστα πως εμείς οι δυο έμελλε να είμαστε μαζί. Επισφραγίσαμε άμεσα την ακαριαία συμφωνία πλαγιάζοντας στο δάπεδο του κλειστού πάρκινγκ των αυτοκινήτων, ενώ σε απόσταση αναπνοής με αναζητούσε η μόλις πρώην μνηστή μου.

Όλα έδειχναν πως μας περίμενε μια ζευγαρωτή ρομαντική ζωή. Όμως η Κέι έμοιαζε αμήχανη και αδυνατούσε να συνδεθεί μαζί μου, λες κι ένα μεγάλο κενό έχασκε ανάμεσά μας. Εκδήλωσε μάλιστα και μια παράξενη ανησυχία: επέμενε να μην φυτέψω ένα μικρό δέντρο για να ομορφύνει η μικρή τσιμεντένια αυλή, επειδή, έλεγε, τα δέντρα απλώνουν ρίζες κάτω από τα σπίτια και δημιουργούν ζημιές. Την καθησύχασα και υποχώρησε, μέχρι που κάποια στιγμή το βρήκα ξεριζωμένο, κρυμμένο κάτω απ’ το κρεβάτι μας.

Δεκατρείς μήνες μετά κι ενώ η Κέι εξακολουθούσε να προσαρμοστεί σε μια μοιρασμένη «κανονική» ζωή, ήρθε απροειδοποίητα η αδελφή της Dawn, η Sweetie του τίτλου: το κορίτσι που πάντα τρομοκρατούσε την οικογένεια, πιστωμένη από τον μπαμπά της ως μια αδιαφιλονίκητη βασίλισσα, που μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Η κακομαθημένη «Γλυκούλα» πάντα απαιτούσε να είναι το κέντρο όλης της οικογένειας και τιμωρούσε όσους δεν της έδιναν σημασία. Με δεδομένη πια διανοητική διαταραχή μπαινόβγαινε σε ιδρύματα. Αυτή την φορά ήρθε με τον «μάνατζέρ» της, έναν μουσικό που παρέπαιε, εμφανώς «φτιαγμένος».

Ο μπαμπάς της ήταν ο δεύτερος απρόσκλητος, καθώς η μητέρα τον εγκατέλειψε για να ζήσει σε ράντσο με καουμπόις (γιατί ποτέ δεν είναι αργά να κυνηγήσουμε το όνειρό μας, ή έστω να αποδράσουμε από τον εφιάλτη μας), αφού πρώτα φρόντισε να του αφήσει μια σειρά γευμάτων σε πιάτα καλυμμένα με σελοφάν. Ο μπαμπάς εξακολουθούσε να την βλέπει ως ταλαντούχο παιδί που τώρα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας ψυχαγωγός, ακόμα κι όταν ο μάνατζερ της όχι απλώς δεν του γέμιζε το μάτι αλλά και αποκοιμήθηκε πάνω στην κουβέντα κι έγειρε πάνω στο πιάτο του. Κάποια στιγμή μας επισκέφτηκε η μητέρα και η τετραμελής οικογένεια βρέθηκε ξανά ενωμένη στην συναισθηματική της σιωπή.

Παρατηρούσα την Κέι και την Σουίτι, ένα δίπολο συνεχών αντιθέσεων. Η εύθραυστη, χαμηλότονη και μοναχική, η θορυβώδης, ασυγκράτητη και καταστροφική. Σώμα καλαμοειδές και πληθωρικό αντίστοιχα. Απουσία που κρύβεται, παρουσία που επιβάλλεται. Η ντροπαλή και η επιδεικτική, η «βαρετή» και η «άγρια». Ένας ερμητικός οικογενειακός κόσμος άνοιγε μπροστά στα μάτια μου. Η Κέι βρισκόταν πάντα στο ημίφως, παραμελημένη, ενώ η Σουίτι είχε όλη την προσοχή των γονέων· ακόμα και ο τίτλος της ταινίας φαίνεται παραπλανητικός, αφού κεντρική ηρωίδα είναι η Κέι· μέχρι κι αυτόν της έκλεψαν. Αυτό λοιπόν βασάνιζε την αγαπημένη μου; Ο συνεχής παραμερισμός από μια ασυγκράτητη κυρίαρχο; Η υπόκωφη ζήλεια επειδή ποτέ δεν γευόταν την απεριόριστη ελευθερία που χαρίστηκε στην αδελφή της; Και τι ζητούσε τώρα η Σουίτι από μας; Να την προωθήσουμε στην λαμπρή καριέρα που της υποσχέθηκαν από μικρή και που ακόμα περίμενε με τα μάτια της πάντα βαμμένα; Να μας αναστατώσει και να με αποπλανήσει, όπως επιχείρησε; Να την υποδεχτούμε ως αυτό που ήμασταν, μια οικογένεια τρελή και ασυνάρτητη όπως όλες;

Φαίνεται πως κανείς τους δεν τα κατάφερνε με τις λέξεις και ο μόνος τρόπος να της πουν να φύγει ήταν να φύγουν οι ίδιοι. Μπήκαμε σ’ ένα αυτοκίνητο και βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο, προς άγνωστη κατεύθυνση. Σταματήσαμε βράδυ σ’ ένα ράντσο· από τα μεγάφωνα ακουγόταν μια γλυκερή cowboy μουσική κι οι άντρες χόρευαν στο χωμάτινο αίθριο. Ήταν τόσο σουρεαλιστική εκείνη η σκηνή, που έμοιαζε με όνειρο κάποιου από μας. Μήπως τελικά αυτό ήταν το όνειρό τους, να φύγουν μακριά της; Η Σουίτι ενσάρκωσε όλα τους τα προβλήματα; Ποιος της άφησε ελεύθερο τον δρόμο για την παράνοια; Η Κέι και οι γονείς της αντιμετώπιζαν καλύτερα τα δικά τους; Η πνευματική διαταραχή πάει πάντα μόνη της ή έχει πηγές και συνοδοιπόρους;

Η κάμερα ακολουθούσε την Κέι παντού, αλλά εκείνη παρέμενε ένας γρίφος. Ίσως ο φακός αποτύπωνε το δικό της βλέμμα κι όχι ενός αντικειμενικού παρατηρητή. Συχνά το περιβάλλον έμοιαζε να ξεγλιστράει από την πραγματικότητα και να γίνεται παράξενο, ονειρικό. Θραύσματα μνημών, ριπές ονείρων, ένα ακαπέλα ρεφραίν του Love will never let you fall down, γκόσπελ φωνητικά, μαυρόασπρα ιντερλούδια και οπτικές γωνίες κάτω από αμάξια, τραπέζια κουζίνας και κρεβάτια, σαν επιστροφές των υπόγειων φόβων της, όλα ανάδευαν εντός της. Τα φλάσπμπακ που εδώ δεν είναι παρά η μνήμη της, υπενθυμίζουν τα πάντα. Η ολιγογράφος νεοζηλανδή σκηνοθέτιδα Jane Campion βάσισε την πρώτη της αυτή ταινία σε προσωπικές εμπειρίες και την αφιέρωσε στην αδελφή της. Φαίνεται πως το πρώτο έργο τέχνης ενός δημιουργού πάντα θα αναζητά την αλήθεια της ζωής του.

Προς το τέλος της ιστορίας η Σουίτι ανέβηκε ξανά στο δεντρόσπιτο όπου πάντα έπαιζε μόνη της, προνομιούχος και αποκλειστική ιδιοκτήτρια, αλλά τώρα δεν είχε πια χειροκροτητές στις ακροβασίες της. Ίσως τότε διέκρινα τον βαθύτερο φόβος της Κέι: δεν είναι τα δέντρα που έχουν κρυμμένες δυνάμεις, αλλά η άγνωστη, άλογη αδελφή της. Ήταν ένας φόβος που αδυνατούσε να παραδεχτεί, όπως άλλωστε κάθε συναίσθημα απέναντί της. Έτσι μεγάλωσαν: ανέκφραστες και ανειλικρινείς, χωρίς επικοινωνία. Ίσως οι βαθιές ρίζες που τόσο έτρεμε η Κέι να ήταν η οικογένεια από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει. Αλλά σε αντίθεση με τους γονείς που αδυνατούσαν ακόμα και τώρα να συνειδητοποιήσουν πως άφησαν τα παιδιά τους να πλέουν ακοινώνητα, η Κέι είδε την πραγματικότητα κατάματα. Οι ιδιοσυγκρασίες είναι για να συγχωρούνται, οι οριακές καταστάσεις για να βιώνονται, οι πόνοι για να εκδηλώνονται. Το ξέσπασμά της με λέξεις που επιτέλους αναδύθηκαν και κυκλοφόρησαν ήταν καθυστερημένο αλλά ζωτικό.

Ύστερα απ’ όλα αυτά πώς να ρεύσει η σεξουαλικότητα αυτής της νέας γυναίκας; Το σώμα της -πρώτο και ατυχέστερο θύμα των περιστάσεων- κλειδώθηκε, ο ερωτισμός του εγκλωβίστηκε. Αν αδυνατούσε να συνδεθεί με οποιονδήποτε άνθρωπο, πώς περίμενα να κουμπώσουν οι αρμοί μας; Η παραφυσική αναγνώστρια των φύλλων του τσαγιού της είχε πει πως αγάπη είναι «courage and sex». Της έλειπαν και τα δυο.

Αναρωτιόμουν αν μπορούσε να αντιληφθεί την ομορφιά του ψηλόλιγνου μίσχου της, τους χυμούς κυλούσαν εντός της. Διόλου τυχαία η κάμερα την κομμάτιαζε σε τμήματα, σαν να τόνιζε πως ούτε τα μέρη της δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ εστίαζε περισσότερο στο πρόσωπο, στα χέρια και τα πόδια της: τα βήματα ανάμεσα στις ρωγμές του πεζοδρομίου, το παίξιμο των παπουτσιών στο χαλί, το καλσόν πάνω στο πλεγμένο χαλί, στον περιπλεγμένο κόσμο. Αμήχανα, νευρικά, με πλήρη άγνοια ωραιότητας. Περίμενα πως και πώς να τα δω ελεύθερα απ’ όλα αυτά και η περιπόθητη στιγμή έφτασε, ακριβώς στο τελευταίο δίλεπτο της ταινίας, σαν τέρμα που μπαίνει στο 90΄, αρκετό για να ξεχαστεί ένας ολόκληρος άνυδρος αγώνας και να γίνει αυτό και μόνο ικανή ανάμνησή του.

Να τα λοιπόν. Αριστερά τα δικά της, δεξιά τα δικά μου. Φοράμε κι οι δυο μαύρες κάλτσες. Εκείνη βγάζει τις δικές της. Τα δάχτυλά της σηκώνονται, παίζουν, ανεβοκατεβαίνουν. Ακούγεται χαλαρωμένη και ανυπόμονη, με την χαρακτηριστική αυξομείωση της φωνής που προηγείται της ερωτικής πράξης. «Ξέρεις πώς συμπεριφέρονται στα πόδια στο σεξ;», με ρωτάει, και δεν γνωρίζω αν γνωρίζει την απάντηση ή αν θέλει να την ανακαλύψει. Πρώτα αυτά προτείνουν ετοιμότητα και δηλώνουν απαραίτητα μέλη της επερχόμενης τελετής. Έτσι κι εγώ: καλώ τις απανταχού δέσποινες πρώτα να αποδεχτούν και μετά να αποτάξουν τα οικογενειακά τραύματα που φέρουν όπως όλοι μας, να ξαπλώσουν, να κυματίσουν τα δάχτυλά τους και να μας προσκαλέσουν στην νέα ζωή που δικαιώνεται οριζοντιωμένη.

Και η Σουίτι; Πέταξε από το δεντρόσπιτο, ξυπόλητη φυσικά, αφήνοντας την εικόνα της όταν ήταν μικρή, με την ζωή ανοιχτή μπροστά της, τότε που χόρευε, έκανε μικρά ακροβατικά νούμερα και τραγουδούσε. Ίσως η ζωή είναι το καλύτερο που κάποτε ήμασταν, όποτε κι αν ήμασταν. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Sweetie (Jane Campion, 1989). Η γυναίκα: Karen Colston.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

04
Ιολ.
22

Η Αίγλη της Αιδηψού

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57.

Το καλοκαίρι του 1974 παραθερίζαμε στα Λουτρά Αιδηψού και νοικιάζαμε ένα μικρό ισόγειο με μικρό παραθυράκι στον δρόμο, σε μια ανηφόρα αριστερά από το τέρμα της κεντρικής οδού Θερμοποτάμου. Ένα απόγευμα έξω από το σπίτι γνώρισα την Αίγλη. Το προχωρημένο μαύρισμά της μαρτυρούσε ότι ζούσε όλο τον χρόνο στην Αιδηψό· αυτή ήταν η ορατή διαφορά μεταξύ των ντόπιων και των αλλότοπων κοριτσιών. Το βλέμμα μου γλιστρούσε στα ποδαράκια τους, για την σπάνια αντίθεση της σοκολατένιας τους απόχρωσης με το υπόλευκο των νυχιών. Τα γηγενή θηλυκά είχαν και μια διαφορετική συμπεριφορά: ήταν πιο ευθείς, κάποτε και απότομες· αντιμετώπιζαν τα αγόρια στα ίσια κι ήταν ψημένες στα ομαδικά παιχνίδια. Εκείνη διέθετε μια ιδιαίτερη, Ιούλια ομορφιά· αχτένιστες αφέλειες μισόκρυβαν δυο σχιστά, αυθάδικα βλέμματα, ενώ τα δάχτυλά της βρίσκονταν μονίμως στο στόμα της, καθώς θεωρούσε τα νύχια της φαγώσιμα. Τα κάτω δάχτυλα άξιζαν μια παρομοίωση με δέκα παράλληλα μικροσκοπικά λεπτά κολοκυθάκια. Οι σαγιονάρες της με την πρώτη ευκαιρία βρίσκονταν πεταμένες σε κάποια άκρη. Ήταν το μοναδικό ξυπόλητο κορίτσι της παρέας και το λάτρεψα αμέσως.

Αποτραβούσα την ματιά μου αλλού αλλά εκείνη εκεί, επέστρεφε πάνω της, να την διατρέχει ως κάτω. Ήταν κατατσιμπημένη από τα κουνούπια και αναρωτιόμουν αν είναι συμπτωματικό τα πιο άτακτα κορίτσια να είναι και τα πιο σημαδεμένα από τους ιπτάμενους πότες, λες και το δικό τους δέρμα ήταν περισσότερο εύγευστο από τα άλλα. Τα συνήθη δυο τρία δαγκώματα που είχε πάντα σε πρώτο πλάνο την έκαναν ακόμα πιο ποθητή. Προσπαθώ να θυμηθώ τι είδους πόθος ήταν αυτός, από την στιγμή που δεν γνώριζα τίποτα από τις χειροτεχνίες του. Υποθέτω πως σιγόβραζε όπως κάθε ανώριμη λαγνεία μαζί της με όλα τα αδιευκρίνιστα που προκαλούνται στην ανήλικη ψυχή. Σε μια από τις επιθυμίες μου, ήθελα εγώ να γίνομαι μικροσκοπικός φτερωτός περικυκλωτής και να πεταρίζω γύρω της μέχρι να επιλέξω πού θα την τσιμπήσω και με πόσο αίμα θα δροσιστώ. Για την γεύση του υπέθετα ότι το βαθύ πορφυρό της βυσσινάδας θα μαρτυρούσε κάποια συγγένεια.

Αχ, άντρες αναγνώστες, εσείς καταλαβαίνετε τι συμβαίνει σε οποιονδήποτε μικρό γοητευμένο από ένα κορίτσι: κάθε λεπτό που περνάει νοιώθει ακόμα πιο μικρός και ακόμα πιο γοητευμένος. Κάνει τον σοβαρό και τον αστείο, γιατί δεν ξέρει τι προτιμά εκείνη κι επειδή την ίδια στιγμή που επιλέγει το ένα, σκέφτεται ότι έπρεπε να είχε διαλέξει το άλλο. Στεκόμουν εκεί, άγουρο αγγούρι, αλλά όπως ευτυχώς συμβαίνει στα βιβλία, ανέλαβε εκείνη πρωτοβουλίες υποδοχής. Τα λιγότερο ντροπαλά κορίτσια πάντα γελούσαν πιο εύκολα κι έτσι σύντομα βρήκα τον δρόμο προς τα στιγμιαία της ξεκαρδίσματα: έκανα τον έκπληκτο σε κάθε της πρόταση παιχνιδιού, ακόμα και σε οποιαδήποτε τυχαία φράση. Στην πραγματικότητα ήμουν όντως έκπληκτος αλλά όταν διαπίστωσα την ανταπόκριση του ελαφρώς βλαμμένου ύφους μου η χαρά μου ήταν μεγάλη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή για ένα άπειρο αρσενικό από μια γελαστή ανταποκρίτρια.

Ρωτούσα λοιπόν δήθεν απορημένος τους κανόνες κάποιου παιχνιδιού, φτιάχνοντας νέες εξωφρενικές ερωτήσεις σε κάθε της εξήγηση, σταδιακά εμφανώς πειρακτικές. Τότε ακολουθούσε η δεύτερη ευπρόσδεκτη αντίδραση: το γνωστό ελαφρώς δυνατό χτύπημα απ’ τις παλάμες της ως «αυθόρμητη» απάντηση στα λεκτικά μου τσιμπήματα – όπως κάθε κορίτσι, έκανε πως δεν γνωρίζει το όριο μεταξύ ελαφρών και δυνατών χτύπων. Ήταν κι αυτό ένα άγγιγμα, και μια ένδειξη ότι διανύσαμε κάποια εκατοστά οικειότητας. Όταν μια φορά το χέρι της αστόχησε χάρη στον επιδέξιο ελιγμό μου, ήρθε το πόδι της να μου τραντάξει το σώμα: αυτό που εκείνη θεώρησε ως κλωτσιά ήταν για μένα ένα ζεστό πέλμα της στην γάμπα μου. Πολλαπλασίασα τα πειράγματα για να εισπράττω αντίστοιχες αστραπιαίες πατημασιές και αμειβόμουν με την προσφορά μιας μέχρι τώρα αδιανόητης αφής. Ευμενώς καταχτυπημένος, αναζητούσα πάνω μου τα ροζ αποτυπώματα των πελμάτων της, μάταια βέβαια.

Μ’ όλο αυτό το παιδομάνι έξω στον δρόμο, ήταν αδύνατο να βρεθούμε οι δυο μας. Οι διαθέσιμες απογευματινές ώρες γλιστρούσαν γρήγορα, σα να διέφευγαν προς τους δυο γωνιακούς κατήφορους που όριζαν την γωνία του σπιτιού. Δεν είχα παρά να ασκήσω πρακτικές μεσημβρινής κατασκοπίας: την παραμόνευα από νωρίς το απόγευμα πίσω από το μικρό παράθυρο του υπνοδωματίου. Αν έβγαινε νωρίτερα από τα άλλα παιδιά, θα έσπευδα τυχαία ολοταχώς. Αλλά εκείνη συνήθιζε να βγαίνει έξω πιο ακατάλληλες ώρες, ιδίως ντάλα μεσημέρι. Ως γέννημα θρέμμα της γειτονιάς είχε ασυλία στους κανόνες των παραθεριστών, ιδίως στην υποχρεωτική μεσημεριανή ανάπαυλα όλης της οικογένειας και την προστασία από τον ήλιο που μας είχε ζεματίσει όλο το πρωί. Την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμούνταν έπαιρνα την θέση μου πίσω από τα παντζούρια, που έμοιαζαν με σύνορο δυο κλιμάτων. Μέσα με τύλιγε η γλυκιά δροσιά των παλιών τοίχων, έξω ο δρόμος κόχλαζε μέσα στην πολυφωνία των τζιτζικιών.

Τότε εμφανιζόταν εκείνη. Μέσα από τις γρίλιες την έβλεπα διαγραμμισμένη με ρίγες φωτός, να βγαίνει στο απέναντι πεζούλι, εμφανώς βαριεστημένη. Έκοβε μικρά φυλλαράκια και τα μύριζε προτού τα πετάξει με θεατρικές κινήσεις, μετά κλωτσούσε τα βοτσαλάκια που της «έφραζαν» τον δρόμο μέχρι το επόμενο βήμα. Δεν γνώριζα την τέχνη της αρπαγής της ευκαιρίας· δεχόμουν τα πάντα σαν αναπότρεπτα δεδομένα κι ευγνωμονούσα για τα δώρα που έκρυβαν, εκτός αν κι αυτό είναι μια τέχνη, έστω και παθητική. Κι έτσι, αντί να βγω έξω, έμεινα να την παρατηρώ με την ησυχία μου, κάτι που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω φανερωμένος απέναντί της. Μπορεί να ήταν μια από τις πρώτες μου πατόκορφες παρατηρήσεις ενός κοριτσιού.

Έμενα λοιπόν, ακίνητος μεσημβρινός, να χαζεύω την μορφή της σε λεπτά παράλληλα θραύσματα. Αναζητούσα στις κάτω γρίλιες τα πόδια της, κι αν δεν φαίνονταν άλλαζα στάση στο σώμα. Ένοιωθα ότι την σκηνοθετούσα όλη δική μου έτσι όπως κάθε αλλαγή στην θέση μου αποκάλυπτε και άλλες λωρίδες σώματος. Σύντομα έβγαζε τις σαγιονάρες της, σα να ήθελε να ελευθερωθεί στον δρόμο που είχε σαν δικό της δωμάτιο. Για λίγο περιφερόταν πάνω στο πεζούλι – μύριζε τα γιασεμιά, αγκάλιαζε την λεμονιά – κι ύστερα αφοσιωνόταν στο παιχνίδι της: πατούσε με τα πέλματά της ένα ένα τα βυσσινιά κι άσπρα πλακάκια, φροντίζοντας να μην ξεφεύγει από το περίγραμμά τους. Ήθελα να διαθέτω ζουμ στο βλέμμα, να τα χορταίνω (ή να μην τα χορταίνω) στο αυτοσχέδιο κουτσό τους. Ήταν σα να διαδραματιζόταν ένας συναρπαστικός αθλητικός αγώνας αλλά καθόμουν πολύ μακριά στις εξέδρες κι έχανα τις καλύτερες φάσεις.

Όταν βαριόταν έτριβε τα πέλματά της στην ευεργετική σκόνη που εφημέρευε στο δάπεδο και δοκίμαζε χορευτικές κινήσεις. Είχε άραγε κάποια μουσική στο κεφάλι της και ποια; Στο τέλος καθόταν στο ψηλό πεζούλι πάνω απ’ τον δρόμο και κινούσε πέρα δώθε τις πατούσες της σε ομόκεντρους κύκλους, μια μαέστρος της αναταραχής μου. Κρατούσα την ανάσα μου θαρρείς και μπορούσε να την ακούσει κι ένοιωθα τον ερεθισμό που προσπαθεί να γίνει σωματικός αλλά βρίσκει εμπόδιο το άγουρο σώμα  και καταλήγει στα σωθικά.

Θα ήθελε να την συντροφεύω στα άπραγα, αργά μεσημέρια της; Ολόκληρη η λουτρόπολη σιγούσε κάτω από έναν ζαλιστικό ήλιο, αλλά την ίδια στιγμή έμοιαζε με τόπο θαυμάτων που είναι έτοιμα να συμβούν αρκεί να τα προκαλέσεις. Στο λεπτό έφτιαξα κατάλογο με κοντινές βόλτες και παράπλευρες δράσεις. Στις έξι, που θα έρχονταν και οι υπόλοιποι της γειτονιάς, θα είχαμε επιστρέψει, χαμογελώντας συνένοχα. Το ίδιο απόγευμα της είπα τα πρώτα ψέματα, συνήθεια πολιορκητών παντός καιρού και πάσης ηλικίας. «Τα μεσημέρια που οι άλλοι κοιμούνται, εγώ βγαίνω από μια πίσω πόρτα, σ’ έναν αγρό πίσω από το σπίτι. Να έρθεις μια μέρα να σου δείξω». Με ρώτησε «και τι έχει εκεί;», της απάντησα «πολλά, και βρήκα κάτι που θα σου αρέσει». Αυτό ήταν, της έκλεψα την περιέργεια.

Ο κόσμος ομορφαίνει ολόκληρος στις ώρες της αναμονής ενός ρομαντικού ραντεβού. Τότε όλα όσα παρατηρεί ούτως ή άλλως οξυμένος ο παιδικός παρατηρητής, τώρα φαντάζουν αλλιώς· άλλα μοιάζουν λιγότερο σημαντικά κι άλλα απολύτως συναρπαστικά. Το επόμενο απομεσήμερο ήρθε ακριβώς όπως την γνώριζα κρυφοκοιταγμένη, μια ολόκληρη χρωματιστή γεωμετρία: ρίγες στο φόρεμα, τρίγωνο στις σαγιονάρες και γραμμές τεθλασμένες στις μπούκλες, ευθείες στα καλάμια της, καμπύλες στους ώμους. Την πήγα στο ανοιχτό χωράφι πίσω απ’ το σπίτι υποκρινόμενος πως γνώριζα καλά την διαδρομή. Διασχίζαμε μικρά χωμάτινα μονοπάτια, ενώ τα στάχια της γαργαλούσαν τις γάμπες, όπως παρατήρησε με το γέλιο της. Καθίσαμε έξω από μια παρατημένη αυλή· τα σώματα γειτόνεψαν, τα γόνατα κουτούλησαν.

Με βόλευε που ήμασταν δίπλα δίπλα και δεν χρειαζόταν να ευθυγραμμίζονται οι ματιές μας, άρα μπορούσα και να κρυφοκοιτάζω τα δάχτυλά της, κι ας ήταν χωρίς χορικά αυτοσχεδιάσματα. Δεν ξεχνούσα τα ευρήματα που της υποσχέθηκα κι έβγαλα ένα κουτί γεμάτο με κάθε λογής μικροπράγματα. Δεν της είπα ότι τής τα μάζευα εδώ και μέρες· προτίμησα την επινοημένη εξερεύνηση του χωραφιού, την ιδέα μιας ανακάλυψης που χαρίζεται. Το άνοιξα μπροστά στα πόδια της, για να τους κλέψω ακόμα περισσότερες ματιές. Εκείνη το αναποδογύρισε άγαρμπα, βουλιμικά.

Πρώτα φάνηκαν τα καπάκια μπουκαλιών: το μπλε της Φιξ, το κόκκινο της Χέννινγκερ, το λαχανί της λεμονάδας Ήβη, το μαύρο της γκαζόζας, το ανοιχτό μπλε και το πορτοκαλί της αντίθεσης των ανθρακικών στις πορτοκαλάδες. Θυσίαζα την δική μου συλλογή, προσθέτοντας ένα εύρημα από ένα παλιό συρτάρι του σπιτιού, μια πλακέ μπαταρία Μπέρεκ που είχε ωραίο κυανό χάρτινο περιτύλιγμα και μπορεί να ταίριαζε στο τρανζιστοράκι που συχνά γυρόφερνε. Η πλαστική βασίλισσα από ένα λειψό σκάκι ολοκλήρωνε τις προσφορές. Ένα βασίλειο πολύχρωμο, όπως και το μέλλον μας. Το αδιαφιλονίκητο ατού της συλλογής ήταν δυο πλαστικές μαργαρίτες, κλεμμένες από ψεύτικα λουλούδια, αξεσουάρ για τις σαγιονάρες της. Οι κόρες των ματιών της έλαμψαν. Κλείσαμε ο ένας τα μάτια του άλλου και εισπνεύσαμε την μυρωδιά από την μέσα πλευρά των καπακιών – τα μαντέψαμε όλα σωστά. Μείναμε λίγο περισσότερο στο Ούζο 12, στη μόνη διαθέσιμη μέθη των μικρών.

Αν ο ενήλικος έρωτας καταλήγει κάπου, σε κλίνη, δωμάτιο, σπίτι, δεσμό, οικογένεια, ο ανήλικος δεν καταλήγει πουθενά. Απλά υπάρχει, χωρίς να περιμένει κάτι χειροπιαστό. Τίποτα δεν είναι γνωστό, ούτε προδιαγεγραμμένο. Δεν ακολουθείται κανένα πρωτόκολλο, δεν υπάρχει καμία σειρά. Περίμενα πως κάποτε θα εφάπταμε τα χείλη μας· προς το παρόν το ευχαριστήριο φιλί των τηλεοπτικών έργων ήταν άφαντο. Υπήρχε όμως το πιο ευρύ επίθετο που θα μπορούσε να μου χαρίσει. «Ήμουν πολύ γλυκός». κάτι που έκτοτε δεν έπαψε να με μπερδεύει, γιατί σήμαινε πολλά και τίποτα. Μείναμε σιωπηλοί, γειτνιασμένοι, ενώ οι πλαϊνές μας γάμπες αγγίζονταν ζεστές. Χαμογέλασε· μπορεί και να σκέφτηκε ότι τα παρατημένα χωράφια δεν είναι σπαρμένα με τέτοια πράγματα.

Προχωρήσαμε σ’ ένα μεγαλύτερο χωράφι, που ανέβαινε σαν χαμηλό βουνό πίσω απ’ τα τελευταία σπίτια της Αιδηψού. Το βράδυ γινόταν πρασινόμαυρο μεγάφωνο τριζονιών και πηγή της χαρακτηριστικής μυρωδιάς του χωριού· τώρα ήταν ήσυχο και κατακίτρινο. Το πήραμε από την αρχή για να δούμε πού βγάζει κι αυτό όλο πήγαινε. Στο τέρμα του η έκπληξη ήταν μεγάλη. Είχαμε βρεθεί στα Πλατάνια, έναν τόπο σποραδικών απογευματινών επισκέψεων με την οικογένεια. Τα νόμιζα για μακρινά, αφού πάντα πηγαίναμε με τα παλιά γκρίζα «αγοραία», από τον οδικό δρόμο που περικύκλωνε την Αιδηψό. Τώρα όμως εμφανίστηκαν μπροστά μας! Κάτω από ένα πυκνό πλέγμα πλατανόφυλλων απλώνονταν παλιά αναψυκτήρια. Ο τόπος βούιζε – θροΐσματα, ζουζούνια, τα ρυάκια των ιαματικών. Ήταν σα να βρέθηκα εκτός έδρας αλλά σε γήπεδο που γνώριζα καλά. Η αγωνία για την σκανδαλιά της απομάκρυνσης ηρεμούσε από τον ήχο των ποδιών της στα χαλίκια. Ήταν διαφορετικός απ’ όλων των άλλων. Μετά ο χρόνος χάθηκε κι άφησε αμέτρητη την περιπλάνησή μας.

Τότε είδα για πρώτη φορά το μεγάλο, παλιό ιαματικό λουτρό των Πλατανιών: ένα κτίσμα μακρύ, με μικρά παράθυρα και ξεφτισμένο κίτρινο χρώμα στους τοίχους. Τριγύρω παντού η χαρακτηριστική μυρωδιά των πηγών, «του κλούβιου αυγού» όπως  λέγαμε. Φέραμε τον γύρο του κτίσματος και στην πίσω πλευρά σκύψαμε στα χαμηλά παράθυρα για να δούμε τι συμβαίνει μέσα: λευκές μπανιέρες που έμοιαζαν να βρίσκονται εκεί από πάντα υποδέχονταν ηχηρές ροές νερών ενώ παραμέσα κόχλαζαν οι ζεματιστές πηγές. Μέσα από τους ατμούς μόλις ξεχώριζαν τα σώματα που αναζητούσαν την θεραπεία των ιδιαίτερων υδάτων.

Ωραία θα ήταν να μπαίναμε κι εμείς – Θα αναλάμβανα το ρόλο του τρίφτη – Κι εγώ της τριμμένης – Θα περιμέναμε να φύγουν όλοι – Και θα πηγαίναμε από μπανιέρα σε μπανιέρα – Λένε πως είναι καυτά εκεί μέσα – Θα αντέχαμε, θα δίναμε θάρρος ο ένας στον άλλον – Και μετά θα μπαίναμε στους κρύους καταρράκτες – Όχι, μετά θα ήταν η σειρά μου να σε τρίψω – . Υπογράψαμε την συμφωνία μας σφίγγοντας τις παλάμες πάνω απ’ το αναβράζον χώμα. Τότε στην ζάλη των αναθυμιάσεων τής φίλησα το μάγουλο, που έγινε κατακόκκινο, σαν τα μούρα που, λιωμένα στο έδαφος, είχαν ήδη βάψει την άκρη απ’ το μικρό της δαχτυλάκι.

Στον δρόμο της επιστροφής μπλέχτηκε στ’ αγκάθια· άκουσα το παιδικό της άουτς κι είδα τις σαγιονάρες της πεταμένες, τα ψευτολούλουδα ξεχαρβαλωμένα, το αριστερό της ποδαράκι κρεμαστό. Καμώθηκε την άπονη αλλά ήταν εμφανώς έτοιμη να κλάψει. Την κάθισα όπως όπως και επιθεώρησα το πέλμα της, μουδιασμένος απ’ την απρόσμενη συγκυρία. Θυμάμαι τις δυο ελιές του, στην καμάρα και κάτω απ’ το προτελευταίο δαχτυλάκι, σαν τις σπάνιες γνώσεις που προσφέρονταν μόνο στους εξερευνητές των μακρινών θαλασσών. Περνούσα το δάχτυλό μου από την επιφάνειά του για να ψηλαφήσω την απόληξη των αγκαθιών κι ύστερα πίεζα ελαφρά τριγύρω για να βγουν. Στο τέλος, με την φτέρνα της πάντα στην παλάμη μου έμενε να με κοιτάζει με δακρυάκια που ξεραίνονταν όπως τα γύρω στάχια. Δεν κατάφερα πολλά και γαντζώθηκε στο μπράτσο μου μέχρι τέλος. Ευφραινόμουν με τόσο πλησιασμό αλλά εκείνη ανησυχούσε για την συνέχεια στο σπίτι της. Αργότερα έξω απ’ το παράθυρό της ακούγονταν ξυλιές από σαγιονάρες. Η Αίγλη μου δερνόταν από την βάρβαρη μάνα της επειδή όχι μόνο ξεπόρτισε αλλά και γύρισε αγκαθιασμένη. Ίσως αυτή ήταν η πρώτη μορφή ειρωνείας που γνώρισα με σάρκα και οστά: ένα παιδί της πόλης, άψητο απ’ τις εξοχές, να θεωρούμαι κίνδυνος για ένα κορίτσι που σκούραινε και σκλήραινε όλη μέρα στους δρόμους. Μέσα στην ταραχή μου αναρωτήθηκα αν την χτυπούσε με τις δικές της κι αν διασώθηκαν οι μαργαρίτες.

Για μέρες δεν την είδα κι ο εγκλεισμός της μου δημιούργησε μεγάλο θέμα συνείδησης. Αντιλήφθηκα ότι η αξιόποινη πράξη είχε ενορχηστρωθεί από μένα όμως κατά το ήμισυ αντιλαμβανόμουν πως χωρίς αυτήν δεν θα μου είχε δοθεί το δώρο που επιθυμούσα. Η ατυχία της ήταν το ευτύχημά μου. Είδα τα πέλματά της, τα στόλισα, τα άγγιξα. Αν είχα την ευκαιρία να ξαναζήσω εκείνο το απόγευμα, θα το επαναλάμβανα ή θα την κρατούσα σε ασφαλέστερες περιοχές χωρίς τα υπόλοιπα; Χωρίς δυσκολία διάλεξα το πρώτο, κι ας πολλαπλασιάζονταν οι ξυλιές της στο άπειρο. Καλύτερα ένα μπουκέτο από αλησμόνητες, συμπυκνωμένες στιγμές μας ακόμα και μ’ εκείνες τις συνέπειες, παρά άσκοπες βόλτες στην γειτονιά μας. Αναρωτήθηκα μέχρι πού μπορώ να φτάσω για να θρέψω τις ορέξεις μου. Ένας διχασμός μετατόπιζε τα όρια της προσωπικής ηθικής και ηδονής. Η δεύτερη επεκτεινόταν στα χωράφια της πρώτης. Στην προσωπική μου απολογία υποστήριζα τις ευγενείς μου προθέσεις και κάθε διάθεση να γίνω ο τιμητικός της ακόλουθος.

Πολλά από τα επόμενα μεσημέρια προσπάθησα να κοιμηθώ, με τη περίεργη αίσθηση πως, παρά τα δικά μας κοσμοϊστορικά, ο τόπος έξω συνέχιζε να υπάρχει, τα τηγάνια να τσιτσιρίζουν από τα γειτονικά ισόγεια παράθυρα και τα αγροτικά αυτοκίνητα να κυλούν στην πάνω κατηφόρα. Κάποιες φορές, στις σύντομες παύσεις των θερινών ήχων, ήμουν βέβαιος πως αφουγκραζόμουν τα πλαταγίσματα από δεκάδες γυμνά ποδαράκια να γυροφέρνουν αιχμάλωτα, όπως κι οι δέσποινές τους, πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Αρκετές μέρες μετά, το γνώριμο άκουσμα των πελμάτων της Αίγλης πάνω στα σκονισμένα πλακάκια μ’ έκανε να σπεύσω στις γρίλιες κι εκείνη ήταν εκεί, στο αυτοσχέδιο κουτσό της – άραγε απελεύθερη στις έρημες μεσημβρινές ώρες ή κλεφτή εξοδούχος για την ώρα που οι αυθέντες της κοιμούνταν τον ύπνο του δικαίου; Θα μπορούσα να γλιστρήσω αθόρυβα έξω, να τρέξω να την ρωτήσω ή απλά να σταθώ και να της χαμογελάσω. Δεν το έκανα, από φόβο μην χειροτερέψω την θέση της. Μπορεί και απλά να επέστρεψα στον παθητικό θεατή που πάντα ήμουν.

Οι μέρες περνούσαν κι εκείνη τα απογεύματα παρέμενε έγκλειστη και τιμωρημένη. Περιμένοντας την έξοδό της, της ετοίμαζα μια νέα συλλογή σ’ ένα κουτί που θα ονόμαζα κουτί δευτέρων βοηθειών, λόγω της καθυστερημένης του προσφοράς. Έφτιαξα ένα κόσμημα από τον μίσχο ενός λουλουδιού να της το φορέσω γύρω από τον αστράγαλο, ζωγράφισα τους ρόμβους του δέρματός της στο τσιγαρόχαρτο που είχαν για τραπεζομάντηλα στα εστιατόρια, πήγα μόνος μου στις πηγές και μάζεψα ιαματικό σ’ ένα πλαστικό μπουκαλάκι, να της το βάλω εκεί που έφαγε τις ξυλιές.

Συνέχισα όλα τα επόμενα μεσημέρια να την βλέπω ή να την θυμάμαι σε λωρίδες, να βηματίζει στο δικό της σταυρόλεξο, καθώς προσπαθούσε πιθανώς να λύσει δύσκολους ορισμούς σε σκούρα κι ανοιχτά τετράγωνα ή να μου φτιάξει ένα γράμμα που θα πάσχιζα μέχρι σήμερα σ’ αυτό το βιβλίο να αποκρυπτογραφήσω. Ούτε το κουτί δεν μπόρεσα να της δώσω. Το έθαψα σε μια άκρη του μονοπατιού πίσω από το σπίτι, στον δρόμο προς τα Πλατάνια. Όλος εκείνος ο αγρός παραμένει ως σήμερα σε μεγάλο μέρος άκτιστος, το ίδιο και το σπίτι απ’ όπου την θαύμαζα αγκρέμιστο. Θεωρητικά το κουτί πρέπει να είναι ακόμα εκεί. Κι εγώ επιστρέφω μια φορά κάθε πολλά χρόνια, για να βρω την Αίγλη που μου αναλογεί.

Δεν έπαψα να την αναζητώ στις σελίδες των άλλων, όπως έκανα με κάθε μονόδρομο έρωτα. Δεν είχα αυταπάτες ότι θα έβρισκα την ίδια, παρόλο που θα της άξιζε ένας πραγματικός λογοτέχνης. Είχα όμως την ελπίδα πως κάποιος άλλος θα μοιραζόταν την δική του Αίγλη κι εγώ θα χαιρόμουν με την μακρινή πλην εκλεκτική συγγένεια αλλά και την άγρια χαρά να βλέπω να μεγαλώνει η κοινότητα των ξυπόλητων κοριτσιών που έδωσαν την εικόνα τους στις θερινές αναμνήσεις. Ένα τέτοιο κορίτσι βρήκα χρόνια μετά σ’ ένα βιβλίο του Φώτη Πρασίνη, ενός άγνωστου πλην αξιανάγνωστου λογοτέχνη που έγραφε διηγήματα δεκαετίες πριν, στην άλλη άκρη της θάλασσας, στην Καβάλα. Στο διήγημα Βαθιά στον ορίζοντα… ο δεκαοχτάχρονος αφηγητής ζει σ’ ένα μεσημβρινό σπίτι και ξαπλώνεται στην αυλή κάτω από την τέντα του πατέρα του ή τα διπλανά πεύκα. Τακτικά κάποια συγκεκριμένη ώρα τρυπώνοντας μέσα από τις αγριοτριανταφυλλιές του κήπου, έρχεται από δίπλα η Μαργή. Τα πόδια της γυμνά πλατσουρίζουν, αγάλι – αγάλι, τις άσπρες πλάκες της αυλής, σαν ένα ζευγάρι λευκά περιστέρια. Είναι, πάντα, ξυπόλητη. Φοράει μια κρεμ ξεθωριασμένη ποδιά, πότε μιλά πότε όχι και κοιτά προς την θάλασσα. Πόσο να είναι; αναρωτιέται ο αφηγητής· δεκαπέντε; Η ποδιά της έχει ανεβεί πολύ πιο πάνω απ’ τα γόνατα, πολύ πιο πάνω. Τα πόδια φαίνονται. Είναι άσπρα, λίγο παχιά και δεμένα, με γραμμούλες γαλάζιες και ροζ. Κάτι, λέει, πηδά μέσα του.

Ο αφηγητής φεύγει από τα μέρη του κι όταν επιστρέφει την αναγνωρίζει να τον χαιρετά από ένα σπίτι. Τα είπαμε σα νάμασταν, όπως τότε, στην αυλή. Ξυπόλητοι δίπλα στον κισσό. Αλλά εκείνη είναι πλέον είκοσι· δεν φορά ποδιά ούτε είναι ξυπόλητη. Παίρνουν τον δρόμο του βουνού και λένε ιστορίες, εκείνη τον φιλάει χωρίς να το πολυκαταλάβει. Λίγο πριν το τέλος του διηγήματος, τα μάτια της ροδίζουν. Η δική μου Αίγλη ήταν η Μαργή ενός άλλου. Δεν ζήλεψα που αυτοί μπορεί να πρόλαβαν να ροδίσουν στον έρωτα. Μόνο αναρωτήθηκα γιατί το κορίτσι δεν ήταν πια ξυπόλητο. Το θεωρούσε δείγμα μιας ανηλικότητας που ήθελε να αποδιώξει; Ή απλώς θέλησε να μοιάζει με τις άλλες, τις ώριμες και πάντα παπουτσωμένες γυναίκες; Μέχρι πότε θα έβγαινε ξυπόλητη η Αίγλη στον δρόμο; Δεν έπαψα να την σκέφτομαι πάντα έτσι, ανήλικη κι ενήλικη, να στέκει με τον ίδιο τρόπο μπροστά στα γιασεμιά, να τα εισπνέει λαίμαργα, να αγκαλιάζει την λεμονιά κι ύστερα να καθυστερεί τον ίδιο τον χρόνο, αργή και νωχελική, σ’ όλα τα θερινά της μεσημέρια. Και κάποιες φορές, να κοιτάζει το παράθυρό μου απέναντι, να με θυμάται και να χαμογελά.

Σημείωση. Βιώθηκε στα Λουτρά Αιδηψού το 1974, γράφτηκε στον ίδιο τόπο το 2014, κι έκτοτε ξαναγράφεται κάθε καλοκαίρι. Το βιβλίο του Φώτη Πρασίνη αποτελεί έκδοση της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Καβάλας (1987). Ευχαριστώ θερμά τον Κοσμά Χαρπαντίδη που φρόντισε την πλοήγησή του ως τα χέρια μου. 

Κείμενο δημοσιευμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 67 (φθινόπωρο 2021), σ. 51-57. 

Στις φωτογραφίες, τραβηγμένες από τον Πανδοχέα: 1. Το παράθυρο του παραθερισμού, 2. Η πόρτα του αξέχαστου σπιτιού, 3. Το υπερυψωμένο του πεζούλι – αυλή, 4. Η πινακίδα της Οδού Πλουτάρχου όπου βρίσκεται, 5. Αναψυκτήριο στα Πλατάνια, 6. Η βάρκα που προσπεράσαμε στον δρόμο για τα Πλατάνια, 7. Οι αιώνιες καρέκλες στα πεζοδρόμια της Αιδηψού, 8-9. Το λουτρό στα Πλατάνια, 10. Το παλιό ζαχαροπλαστείο του Πετράκου, όπου είχαμε συμφωνήσει κάποτε να μοιραστούμε τέσσερις πάστες, 11. Το αναφερόμενο βιβλίο, 12. Το τελευταίο βλέμμα πριν την αναχώρηση. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.

23
Ιον.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 42 (Ιούνιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Κάποτε συνυπήρξα με μια γυναίκα χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Δεν χρειάστηκε να μου μιλήσει με το στόμα της· αρκούσε το πρόσωπο, τα χέρια της, ακόμα και τα πόδια της. Εκείνη την περίοδο έμενα σε όποιο σπίτι μπορούσα να μπω κρυφά από τους απόντες ενοίκους. Περιπλανιόμουν στους άδειους δρόμους με την μηχανή και άφηνα στις πόρτες φυλλάδια για μενού. Επέστρεφα κάποια επόμενη μέρα κι αν βρίσκονταν ακόμα εκεί, το πεδίο ήταν ελεύθερο. Τα μηνύματα του αυτόματου τηλεφωνητή μου επιβεβαίωναν το ταξίδι τους. Αγαπούσα όλα αυτά τα σπίτια, και νοιαζόμουν για τα αντικείμενά τους. Πότιζα και κλάδευα τα φυτά, έπλενα τα ρούχα με το χέρι, επιδιόρθωνα οτιδήποτε χαλασμένο – ένα ραδιόφωνο, ένα ρολόι, ένα παιδικό παιχνίδι. Φωτογραφιζόμουν μπροστά από χαρακτηριστικά σημεία και δημιουργούσα μια μεγάλη σέλφι συλλογή. Δεν έκλεβα ποτέ και τίποτα, εκτός αν θεωρηθούν κλοπιμαία τα φαγητά που έτρωγα από τις κονσέρβες και τα ψυγεία τους. Στο τέλος άφηνα το σπίτι στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Φυσικά οι ένοικοι αντιλαμβάνονταν το πέρασμά μου και έμεναν με μια περίεργη αίσθηση απορίας αλλά ήμουν πλέον μακριά.

Προφανώς το σύστημά μου δεν ήταν αλάνθαστο και κάποτε μπήκα σε σπίτι που δεν ήταν άδειο. Από της άκρη της σκάλας με παρατηρούσε μια γυναίκα· μόλις ξεχώριζε το δαρμένο της πρόσωπο και το γυμνό της πόδι. Αρχικά φοβήθηκε, μετά κάτι πάνω μου την ηρέμησε και άρχισε να με παρατηρεί. Αργότερα μου έδειξε την παρουσία της αλλά με κάποιο τρόπο μου ζητούσε να μη φύγω. Όταν ανέβηκε στην ζυγαριά διέκρινα πρώτα την αγωνία στα μάτια της και στα πόδια της, με τα βαμμένα στο ελαφρότερο δυνατό ασημί νύχια, κι ύστερα ίσως μια καθησύχαση όταν ο δείκτης σταμάτησε στο 47. Στο κρεβάτι της αυνανίστηκα με τις φωτογραφίες που είχε ως μοντέλο σ’ ένα λεύκωμα. Μετά είδα τον τρόμο της στην αναμονή της επιστροφής του συζύγου της και ήταν αδύνατο να την αφήσω μόνη.

Πρώτα βρήκε ένα ροζ φόρεμά της ριγμένο στο ξύλινο πάτωμα ενώ ένα μπαλάκι του γκολφ κύλισε μπροστά στα γυμνά της πόδια. Τότε εμφανίστηκε το  πρόσωπο της προσταγής και της απειλής και χαστούκισε το γυμνό της μάγουλο για άλλη μια φορά. Στάθηκα στον κήπο μέχρι να με δει κι όταν ήρθε να με αντιμετωπίσει τον σημάδεψα με μερικές μπάλες του γκολφ, μ’ ένα από τα μπαστούνια τύπου 3-Ιron που είχε σπίτι του. Μετά βγήκα και την περίμενα πάνω στη μοτοσυκλέτα μου. Εκείνη πλησίασε τον άντρα της που ριγμένος στο δάπεδο, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα πόδια της ζητώντας βοήθεια. Εκείνη μέσα στα λευκά της τσόκαρα τα τράβηξε μακριά· ήταν τα φτερά της απόδρασης. Ήρθε, όπως ήλπιζα, και φύγαμε, γκαζωμένοι μέσα κι έξω.  Έχω κάπου κρατημένη την εικόνα τους, καθώς κρέμονταν πίσω μου, στη σέλα της μηχανής. Τώρα διαμέναμε μαζί στα ξένα σπίτια χωρίς να πάψουμε να σιωπούμε. Ετοίμαζα και το δικό της γεύμα και μοιραζόμασταν το κρεβάτι όπου απλά την αγκάλιαζα. Η ζωή της είχε αντιστραφεί: εκείνο που για άλλους θα αποτελούσε τον απόλυτα αγωνιώδη τρόπο ζωής, να γνωρίζεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να σε δουν, εισβολέα στον πύργο τους, για την Sun-hwa ήταν απόλυτα χαλαρωτικό. Οπουδήποτε αλλού ήταν ηρεμότερα από το σπίτι της. Όταν κάποια στιγμή είδε στον τοίχο ενός καθιστικού μια γυμνή φωτογραφία της την τεμάχισε σε μικρά ισόπλευρα τετράγωνα, άλλαξε την διάταξή τους και ξανακρέμασε την μορφή της, κατακερματισμένη. Ήταν σαν δήλωση για το σώμα της: αρνιόταν οριστικά το αντικείμενο που του ζήτησαν να είναι και την σεξουαλικότητα που της επιβλήθηκε χωρίς να είναι δική της. Απεικονιζόταν πια ως ένα μωσαϊκό που είναι αυτό που είναι, ένα ανακατεμένο παζλ που περιμένει τον άξιο ερευνητή του.

Ενοικούσαμε σε όλα τα είδη των σπιτιών όπου έμεναν πάσης φύσεως ένοικοι: ασύμβατοι εραστές, επιθετικοί σύζυγοι, ασυνεννόητες οικογένειες. Τα δωμάτια φαίνονταν να ηρεμούν από τις φωνές τους. Κάποια στιγμή βρήκαμε κι εκείνο που μας ταίριαζε απόλυτα. Ήταν ένα γαλήνιο παραδοσιακό σπίτι, ένα «χανόκ». Ακούσαμε τον ήχο του νερού από ένα σιντριβάνι, εισπνεύσαμε τον ίδιο αέρα με τα φυτά της αυλής. Ο ύπνος μας στον καναπέ ήταν ήρεμος, σχεδόν ονειρικός. Σ’ ένα άλλο σπίτι μου έτεινε το ψαλίδι να της κόψω τα μαλλιά. Οι τρίχες της έπεφταν πάνω στα πόδια της κι η κάμερα φώτισε πάνω τους μια δεύτερη πράξη απελευθέρωσης. Τα ίδια αυτά πόδια μου είπαν πως είμαι ευπρόσδεκτος στην αγκαλιά της: καθόμασταν δίπλα δίπλα σ’ έναν καναπέ και το δικό της άγγιζε όλο και περισσότερο το δικό μου. Η θέρμη του, η θέρμη της, η θέρμη μας.

Όμως ακόμα κι η διάχυτη διαβίωση είχε ημερομηνία λήξεως. Την πρώτη φορά μας ανακάλυψε ένα ζευγάρι και τώρα η σειρά της να φροντίσει τα χτυπήματά μου από τον σύζυγο. Την δεύτερη τα πράγματα εξελίχθηκαν τραγικά: βρήκαμε έναν μεγάλο άντρα νεκρό και κρίναμε πως του άξιζε μια αξιοπρεπής ταφή. Τον πλύναμε, τον σαβανώσαμε με σεβασμό και τον θάψαμε κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Όμως πέσαμε πάνω στον γιό του, για τον οποίον φυσικά ήμασταν οι δολοφόνοι που επιχειρούσαν να εξαφανίσουν τη σωρό. Μας συνέλαβε η αστυνομία και κατηγορήθηκα για φόνο, απαγωγή και καταπάτηση οικιών που τις πρόδωσαν οι φωτογραφίες στο κινητό μου. Η Sun-hwa «παραδόθηκε» στον άντρα της. Θα την ξανάβλεπα ποτέ;

Ακόμα και μπροστά στους ανακριτές δεν διέκοψα την σιωπή μου. Η ηρεμία μου μπροστά στο καταδικασμένο μου μέλλον, η αδιαφορία μου στις απειλές τους, η αδυναμία τους να κατανοήσουν γιατί έμπαινα σε ξένα σπίτια «άνευ λόγου» καθώς οι ένοικοι μαρτυρούσαν πως δεν τους έκλεψα τίποτα και ο άντρας αποδείχτηκε πως πέθανε με φυσικό θάνατο, όλα μεγάλωναν το μίσος τους. Με έκλεισαν σε κελί με άλλους επιθετικούς κρατούμενους και στο τέλος έμεινα ολομόναχος. Στην φυλακή έπρεπε να βρω έναν νέο τρόπο ύπαρξης και άρχισα να εξασκώ μερικές πολύ ιδιαίτερες ιδιότητες. Μπορούσα να κινούμαι αθόρυβα στο μικρό κελί, να κρύβομαι πίσω από την πλάτη του έκπληκτου φρουρού μου χωρίς τον παραμικρό ήχο, να σκαρφαλώνω πολύ ψηλά στους τοίχους σαν αράχνη – τα γυμνά μου πόδια κολλούσαν όσο χρειαζόταν πάνω τους. Έφτασα στο σημείο να κινούμαι σαν φάντασμα έξω από το κάδρο, να εξαφανίζομαι από την ματιά των άλλων και να αποκτώ κατά βούληση μια μορφή ανάλαφρη, σχεδόν αόρατη. Στο τέλος μπορούσα πια να φεύγω.

Η Sun-hwa ξαναπήγε σ’ εκείνο το ήσυχο σπίτι, μπήκε χωρίς να μιλήσει στο ζευγάρι των ενοίκων που φρόντιζαν τον κήπο, πέρασε από μια ανοιχτή πόρτα στο εσωτερικό κι έγειρε σ’ έναν καναπέ να κοιμηθεί. Η έκπληκτη γυναίκα πήγε να την ξυπνήσει αλλά ο άντρας την σταμάτησε. Το ήρεμο πρόσωπό της τους ησύχασε. Ξέρω καλά πως πήγε εκεί να αναζητήσει κάτι από την παρουσία μου. Πίσω στο σπίτι της, τα πόδια της πάνω στην ζυγαριά που έδειχνε 57 ήταν το ίδιο χαμογελαστά με το πρόσωπό της. Την «επισκέφτηκα» και η ερωτική μας ιστορία συνεχίστηκε από εκεί που σταμάτησε. Κρυβόμουν στις σκιές και στις αντανακλάσεις του φωτός ενώ ο σύζυγός της ήταν σε συνεχή επιφυλακή, ένας δυστυχής που έβλεπε παντού κάτι ύποπτο. Έγινα ο αιθέριος εραστής της, κυριολεκτικά και μεταφορικά πίσω από την πλάτη του ανασφαλούς συζύγου, ο οποίος δεν θα ξανατολμήσει μετά την φυγή της να την αγγίξει με βία, διαφορετικά θα εφαρμόσω πάνω του νέες τεχνικές με το 3-Iron και αυτή τη φορά δεν θα ξέρει από πού του ήρθαν.

Σ’ έναν κόσμο συνεχούς θορύβου και επαναλαμβανόμενου βουητού, εμείς ανταλλάξαμε τα δώρα της σιωπής. Αποδείξαμε πως η ανυπαρξία της γλώσσας είναι ευθέως ανάλογη με την σωματική έκφραση των συναισθημάτων.  Επικοινωνούσαμε ιδανικά, χωρίς την ανάγκη των λέξεων και σαρκώσαμε τους στίχους ενός σπάνιου τραγουδιού που χρόνια πριν έγραψε και τραγούδησε ο Winston Tong με τους Tuxedomoon: In a manner of speaking / I just want to say / That I can never forget the way / You told me everything by saying nothing.

Οι λέξεις που εμείς δεν χρειαστήκαμε, επιστρατεύτηκαν για να μας ερμηνεύσουν. Μίλησαν για την παγίδευση των ανθρώπων στα σπίτια, την προσκόλληση σε πράγματα, την βουδιστική θεώρηση της απελευθέρωσης απ’ όλα αυτά, μια φωτισμένη σχέση με τον κόσμο χωρίς δεσμεύσεις. Θα μπορούσα κι εγώ να γράψω φράσεις που επιθυμούν να σημάνουν πολλά: η φιλοξενία των άδειων σπιτιών, το βλέμμα και η τυφλότητα, οι επιφάνειες των σωμάτων και τα επιφάνεια των συναισθημάτων, η υπέρβαση του φυσικού κόσμου, η μαγική δύναμη του έρωτα, η μεταφυσική της αγάπης. Κάποιοι επιχείρησαν να αντικαταστήσουν τον σκηνοθέτη, που δεν ενδιαφέρθηκε να εξηγήσει τα γεγονότα πάρα μόνο να τα αφήσει να μιλήσουν μόνα τους· είχε, άλλωστε, δηλώσει ότι αυτός ήταν ο τρόπος να στρέψει την ματιά του κοινού στους χαρακτήρες, αμφιβάλλοντας «ότι οι λέξεις κάνουν τα πάντα κατανοητά».

Ακόμα και οι ίδιοι οι τίτλοι της ταινίας αδυνατούν να την περιγράψουν. Ο νοτιοκορεατικός τίτλος Empty House εστιάζει στα άδεια σπίτια ή στους άδειους ανθρώπους; Για τον σκηνοθέτη «είμαστε όλοι άδεια σπίτια, περιμένοντας κάποιον να ανοίξει την κλειδαριά». Ο μεταφρασμένος τίτλος 3-Iron αναφέρεται σ’ ένα σύμβολο πολυτελείας του σύγχρονου άδειου ανθρώπου ή σ’ ένα εξάρτημα παραμελημένο σήμερα στο άθλημα, όπως παραμελημένοι υπήρξαμε οι δυο μας; Με άλλες λέξεις αναζήτησαν τις ενδεχόμενες μορφές της ύπαρξης μου. Είχα κατακτήσει ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης, μια μυστική ζωή όπου δεν μπορούν να με δουν όσοι δεν θέλω να με δουν; Έγινα κι εγώ ένας από τους ανθρώπους που αλαφροπατούν στη γη και δεν αφήνουν ορατά ίχνη της παρουσίας τους, κανένα υλικό σημάδι, κανέναν απόηχο φήμης; Μπορεί να μετέδωσα στην Sun-hwa κάτι από τις νέες μου ικανότητες, ώστε να μπορεί να με συναντά στα προάστια της φαντασίας και των φαντασμάτων; ήμουν ένα όνειρό της, όπως μπορούσαν να συνηγορήσουν οι άδειοι δρόμοι, οι περίεργες συμπτώσεις και η διάχυτη ησυχία;

Αλλά εμείς, δυο διαλυμένοι μοναχικοί που περιπλανηθήκαμε σε μια πόλη που ταίριαξε την μοναξιά της στην δική μας και μπήκαμε στα ξένα σπίτια για να τα γεμίσουμε ζωή, εμείς που ήταν μοιραίο να ερωτευτούμε ίσως από εκείνη την πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε στο σπίτι της και πέσαμε τόσο αναπάντεχα ο ένας πάνω στον άλλον, γίναμε ο ένας το σπίτι του άλλου και παραμείναμε στην γαλήνη της σιωπής ακόμα κι όταν θόρυβος της ζωής και του κόσμου συνέχιζε εκκωφαντικός τριγύρω μας. Μόνο στην τελευταία σκηνή μου πρόσφερε κάποιες λέξεις: μου είπε πως με αγαπά. Ο άντρας της νόμιζε πως απευθυνόταν στον ίδιο· αδυνατούσε να διανοηθεί ότι ακριβώς από πίσω του θα ήμουν πάντα εγώ· πως κάθε της ματιά και αγκάλιασμα ήταν για μένα. Όταν αυτός έφυγε για επαγγελματικό ταξίδι ανεβήκαμε μαζί στην ζυγαριά που είχα νωρίτερα επισκευάσει. Τα γυμνά μας πόδια στάθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και ο μετρητής έδειξε 0. Δεν ζυγίζαμε τίποτα πια, είχαμε αποβάλει κι οι δυο το βάρος της ζωής μας, ήμασταν άλλοι. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: 3-Iron (Kim Ki-duk, 2004). Νοτιοκορεατικός τίτλος: Empty House. Ελληνικός τίτλος: Ολομόναχοι μαζί. Η γυναίκα: Lee Seung-yeon. Το τραγούδι των Tuxedomoon εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.

04
Μάι.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 41 (Μάιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Ωραία μου Στεφάν.

Μετά από όλες αυτές τις απιστίες, τα γυρίσματα της ίδιας της ζωής ή της κινηματογραφικής μηχανής του σκηνοθέτη συζύγου σου φρόντισαν να σου δείξουν την άλλη πλευρά του νομίσματος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, άλλωστε, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου θα συνεργούσε ώστε η αειθαλής γοητεία σου να υπολείπεται της εύπλαστης θελκτικότητας μιας γυναίκας νεότερης (στην ηλικία ή στην άφιξη). Ο Σαμπρόλ σίγουρα θα σου διηγήθηκε την ιστορία: ο Ζορζ Σιμενόν τον ρώτησε για ποιο λόγο οι σκηνοθέτες δεν φτιάχνουν περισσότερες ταινίες χωρίς πλοκή (σήμερα ίσως θα ρωτούσε το αντίθετο). Ο συγγραφέας, συνέχισε, απαιτεί την πλοκή για να κινήσει τα γεγονότα πάνω στις λευκές σελίδες, ενώ ο σκηνοθέτης έχει εξαρχής το σπάνιο δώρο του ανθρώπινου προσώπου, που από μόνο του μπορεί να εκφράσει τα πάντα αλλά και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το ποιον και τις πράξεις του φορέα του. Η απάντηση του Σαμπρόλ ήταν έμπρακτη: θα έφτιαχνε λοιπόν μια τέτοια ταινία και θα διάλεγε το μυθιστόρημα Betty που εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Σιμενόν χάρη σ’ εκείνη την κουβέντα.

Μια γυναίκα μπαίνει μούσκεμα από την βροχή σ’ ένα μπαρ. Είναι μεθυσμένη και μοιάζει δυστυχής· έχει έκφραση απελπισμένη και μάτια βυθισμένα στον πόνο. Καπνίζει αλλεπάλληλα τσιγάρα και ψωνίζεται από έναν άντρα που της προτείνει να φύγουν. Πηγαίνουν μέσω ενός σκοτεινού περιφερειακού σ’ ένα απομακρυσμένο εστιατόριο. Ο άντρας που ισχυρίζεται πως είναι γιατρός βρίσκεται ήδη υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μόλις αρχίσει να της ψελλίζει αδιανόητες φράσεις και λίγο προτού γίνει απειλητικός, εμφανίζεσαι εσύ: σπεύδεις από το μπαρ όπου καθόσουν και την παίρνεις δίπλα σου. Είσαι η Λωρ, ετών 49, είναι η Μπέττυ, ετών 28. Γνωρίζεις ήδη αυτόν τον διαταραγμένο πελάτη γιατί το εστιατόριο, «η Τρύπα» όπως ονομάζεται, ανήκει στον σύντροφό σου Μάριο και αποτελεί καταφύγιο βασανισμένων ψυχών. Είσαι μια πρώην νοσοκόμα και νυν πλούσια χήρα που φροντίζει τους πελάτες, ενώ το διπλανό ξενοδοχείο είναι κτήμα και κατοικία σου. Προθυμοποιείσαι να την φιλοξενήσεις εκεί σ’ ένα δωμάτιο, πρώτα για μια νύχτα, μετά για πολλές ακόμα.

Είσαι και πάλι, λοιπόν, ευκατάστατη και βαριεστημένη, αυτή τη φορά όμως ενδεδυμένη με την ευγένεια μιας νοσοκομειακής φροντίδας. Κάθε βράδυ βρίσκεσαι ανάμεσα στους δυστυχείς της «Τρύπας» που δεν έχει την μορφή του τυπικού κινηματογραφικού χαμαιτυπείου όπου διάφοροι μεθυσμένοι τρεκλίζουν στο ημίφως με ένα μπουκάλι στο χέρι. Εδώ όλοι είναι καλοντυμένοι και προσπαθούν να δείχνουν αξιοπρεπείς κάτω από ένα σχετικά δυνατό φως, ελαφρώς γαλάζιο λόγω ενός ενυδρείου που τέμνει σχεδόν εγκάρσια την αίθουσα, σα να είμαστε σ’ ένα «συνηθισμένο» στέκι, πόσο μάλλον όταν ακούγεται το θεσπέσιο μελοδραματικό τραγούδι του Michel Jonasz Je voudrais te dire que je tattends, μια φράση που πιθανώς θα ήθελαν να ψελλίσουν οι περισσότεροι: θα ήθελα να σου πω πως σε περιμένω. Αν κατά τύχη έρθουν κάποιοι ανυποψίαστοι πελάτες, ο Μάριο σπεύδει για παραγγελία λέγοντας «Υποθέτω θέλετε όλοι μανιτάρια», κι όταν εκείνοι μάλλον έκπληκτοι τον ρωτούν τι άλλο υπάρχει, αυτός απαντά μ’ ένα ψυχρό, δήθεν αθώο χαμόγελο, «μόνο μανιτάρια». Η ανύπαρκτη στο παρόν πλοκή, όπως την συζήτησαν οι δυο Γάλλοι μαιτρ, περιορίζεται στο ρεστοράν όπου πίνετε και συζητάτε και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου την περιποιείσαι και την φροντίζεις μέχρι να συνέλθει απ’ την κατάρρευσή της.

Στους δυο αυτούς χώρους σου διηγείται με αλλεπάλληλα, θραυσματικά φλας μπακ την ζωή της σε τρεις διαφορετικούς, εναλλασσόμενους κύκλους. Στον πρώτο στενάζουν ο έρωτας και ο πρώιμος γάμος της μ’ έναν πλούσιο γόνο και η ασφυκτική διαβίωση μέσα στον αυστηρό οικογενειακό του κλοιό· στον δεύτερο, οι συνεχείς απιστίες της και η σχέση με έναν νεαρό φοιτητή· στον τρίτο, η παιδική ηλικία με την τραυματική μνήμη της κρυφής ερωτοτροπίας του πατέρα της με μια γυναίκα. Ενώ οι τελευταίες δυο ιστορίες είναι περισσότερο στατικές και απλώς καθαρίζουν σταδιακά την εικόνα, η πρώτη οδηγείται σε δραματική κορύφωση καθώς η ερωτική της ιστορία κάποτε αποκαλύπτεται στην οικογένειά της με τραγικές συνέπειες. Η άγνωστη ψυχογραφία / ψυχορραγία της Μπέττυ ξεδιπλώνεται ως παζλ καθώς η πλοκή τελικά φτάνει από το παρελθόν.

Μ’ έναν ψυχρό και άβουλο σύζυγο, υποταγμένο σε μια μητριαρχική μητέρα που κυριαρχεί στο σπίτι, θα σκέφτηκες πως η μοιχεία δεν αποτελεί παρά την πρώτη διαθέσιμη διαφυγή. Όμως η ίδια παραδεχόταν την ερωτομανία της, την διακαή κι ακαταμάχητη επιθυμία να συνευρεθεί με άντρες, που την έφερε στο σημείο να προσκαλέσει τον εραστή της στο ίδιο της το σπίτι ένα βράδυ που οι άλλοι έλειπαν σε μια θεατρική παράσταση. Τον υποδέχτηκε ξυπόλητη με χορευτικές κινήσεις κι έσπευσαν στα καθιερωμένα τους πάνω στον οικογενειακό καναπέ. Η αναβολή της παράστασης είχε ως αποτέλεσμα την βίαιη διακοπή της δικού τους ερωτικού μονόπρακτου: σύσσωμος ο οίκος βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα και προτού πεταχτεί στο δρόμο υποχρεώθηκε να επιλέξει: ή θα έφευγε χωρίς τίποτα, γνωρίζοντας πως αναμφισβήτητα θα έχανε την δικαστική διαμάχη για τις μικρές της κόρες ή θα υπέγραφε την παραχώρηση της επιμέλειάς τους στην οικογένεια έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Ήταν εμφανές πως τους ήταν πλέον άχρηστη· η δουλειά της ως οργάνου αναπαραγωγής κληρονόμων είχε τελειώσει. Εξαρχής, άλλωστε, την αποκαλούσαν μητέρα, προτού καν γεννήσει, συνεπώς οποιαδήποτε γυναίκα θα μπορούσε να έχει παίξει αυτό τον ρόλο. Η απελπισία κι ο πανικός την οδήγησαν στην δεύτερη επιλογή και, εξαναγκασμένη στο μέγιστο ταπείνωμα, βρέθηκε στους δρόμους να τρεκλίζει και ν’ αναζητά την αλκοολική λήθη.

Σας θυμάμαι και τις δυο πολύ καλά να γεμίζετε την οθόνη με κοντινά πλάνα και προσπαθούσα να διακρίνω πάνω στα πρόσωπά σας κάτι από το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Πρώτα εσένα: μια σχεδόν μητρική παρουσία διαρκώς δίπλα της. Εμφανώς την περιέβαλλες με στοργή αλλά συχνά κάλυπτες τα λόγια της με τα λόγια σου, σα να ήθελες να διατηρείς τον έλεγχο και να ορίζεις πλήρως τους όρους της επικοινωνίας σας, ίσως κι επειδή ήταν σα να τα γνώριζες όλα: είχες κι εσύ το δικό σου ταραχώδες, κάποτε και κοινό παρελθόν. Πες μου, για ποιο λόγο την περιμάζεψες; Την επιθυμούσες ως γυναίκα; Δεν έδειξες κάτι τέτοιο, αν και υπήρξε μια κάπως ιδιαίτερη στιγμή. Όταν βγήκε από το πρώτο της μπάνιο στο δωμάτιο, την είδες ξυπόλητη και γονάτισες μπροστά της για να της φορέσεις κάποιες παντόφλες. Η κάμερα εστίασε στα πόδια της καθώς τα άγγιξες για να τα ντύσεις – μια στιγμή ακινησίας κι η είσοδος κάποιας μουσικής φράσης ίσως τόνισαν κάτι ανομολόγητο. Μήπως ήθελες απλή συντροφιά; Κάποια να έχει περάσει χειρότερα από τα δικά σου; Είχες το σύνδρομο της Μητέρας Τερέζας; Ήθελες να αποτελέσεις το ζωντανό παράδειγμα της «καλοσύνης των ξένων»;

Αν εσύ ήσουν η συγκρατημένη ακροάτρια, εκείνη ήταν μια γυναίκα συναισθηματικά παράλυτη και ανεπανόρθωτα ταπεινωμένη. Στο έγγραφο που την έβαλαν να υπογράψει δήλωνε: Εγώ η Ελίζαμπεθ Ετάμπλ, ετών 28, χωρίς επάγγελμα, δηλώνω πως υπήρξα πόρνη, πως είχα εραστές πριν και μετά τον γάμο μου και κοιμήθηκα μαζί μ’ έναν από αυτούς δίπλα στο παιδικό δωμάτιο. Η υπογραφή κοστολογήθηκε στα 200.000 φράγκα. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένα σώμα εύφλεκτο, που αισθανόταν ή χρησιμοποιούσε την αχαλίνωτη σεξουαλική επιθυμία ως την μοναδική αίσθηση ελευθερίας ή για κάποιον σκοτεινό λόγο. Κάποτε σου μίλησε περισσότερο για την «ερωτική» σκηνή που είδε ολοζώντανη μπροστά της όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας της πάνω σε μια γυναίκα ορειβατούσεδεν υπήρχε καταλληλότερη λέξη. Το πρόσωπο της γυναίκας έγραφε πόνο ή ευχαρίστηση. Νόμιζα, σου είπε, πως οι γυναίκες πρέπει να υποφέρουν για έναν άντρα, να είναι θύματα. Ελκύστηκα τόσο πολύ και φοβήθηκα το ίδιο, ταυτόχρονα. Ήθελα να δω τα πάντα ως το τέλος, το πρόσωπό της «μετά», ν’ ακούσω την φωνή της. Κυνηγούσα όλους τους άντρες για να πληγώσω τον εαυτό μου. H αλλόκοτη ομορφιά της ίσως τελικά έκρυβε μια ψυχολογική διαταραχή ή απλώς μια κυνική προσωπικότητα που επιθυμούσε να καταστρέφει κάθε της σχέση για χάρη μιας άλλης. Η Μπέττυ εμφανιζόταν ως θύμα αλλά τελικά της άρεσε να πληγώνει όσους την αγαπούσαν κι εσύ, καλόκαρδή μου Λωρ, υποτίμησες αυτή την αμετανόητη, ανεξέλεγκτη πλευρά της, μια απόλυτα εγωιστική φύση που αναζητούσε κάθε ευχαρίστηση στην δική της ηδονή και στον πόνο των άλλων.

Τότε κατάλαβα πως η πλοκή ζητούσε ώθηση. Οι ιστορίες σας είχαν πια ειπωθεί και δεν θα παραμένατε έτσι. Όταν ο Μάριο κάποια στιγμή της χαμογέλασε πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα (και θυμάμαι πως από μισάνοιχτη πόρτα σάς είχε δει κι αυτή να κάνετε έρωτα μια από τις πρώτες της νύχτες εκεί), υποψιάστηκα το αναπόδραστο. Χωρίς να το πάρει κανείς μας είδηση, κρυφά κι από τις κάμερες, το νέο ζευγάρι είχε ήδη συνεννοηθεί. Αυτή η γυναίκα που νυχοπατούσε ξυπόλητη από πόρτα σε πόρτα φαίνεται πως είχε ανταλλάξει τις απαραίτητες ματιές με τον Μάριο. Σε άφησε, Λωρ, η Μπέττυ «σου», κι έφυγαν μαζί. Αυτή ήταν το νέο, το άγνωστο και το ατελείωτα διαθέσιμο, ενώ εσύ το παλιό, το γνωστό και το πεπερασμένο. Έγιναν όλα κάτω απ’ τη μύτη μας ενώ έπρεπε να το υποψιαστούμε απ’ την αρχή. Ο αξεπέραστος ηδονισμός της θα αναζητούσε νέο πεδίο, η αμαρτωλή που εμφανίστηκε ως αγία επέστρεφε στην αμαρτία της. Οι θέσεις αντιστράφηκαν: τώρα γινόσουν εσύ το θύμα που θα χρειαζόταν βοήθεια αλλά ποιος θα σου την έδινε; Το βλέμμα σου όταν έμπαινες σ’ ένα ταξί για να φύγεις οριστικά από εκεί, τα έλεγε όλα. Τίτλοι τέλους.

Η κινηματογραφική σου ζωή ακολουθούσε την βιολογική ή και αντίστροφα. Μεγάλωνες, ωρίμαζες και παρέμεινες, όπως κάθε ωραία γυναίκα, εσαεί ωραία. Τελείωσε κι η ζωή σου με τον Κλωντ Σαμπρόλ, που κάποτε σάρκασε τον ίδιο τον έρωτα όταν δήλωσε πως χωρίσατε επειδή, από την δική του πλευρά, αντιλήφθηκε πως ενδιαφερόταν περισσότερο για την ηθοποιό παρά για την γυναίκα Στεφάν Οντράν. Ποιος ξέρει τι μπορεί να τον ώθησε σ’ αυτή την άκομψη ομολογία! Η ταινία της ζωής σου διάρκεσε 85 χρόνια, καθόλου άσχημα δηλαδή· της Μαρί Τρεντινιάν που έπραξε την Μπέττυ κράτησε λιγότερο από τα μισά, και, σκέψου, θα μπορούσε να είναι κόρη σου, αφού με τον πατέρα της Ζαν-Λουί Τρεντινιάν είχατε ένα σύντομο γάμο, προτού συνταιριάξεις με τον Σαμπρόλ που, πάντα δαιμόνιος, σας έβαλε στην ταινία Les biches (βλ. προηγούμενο τεύχος) να αγκαλιαστείτε έστω και «στα ψέματα». Τα ίδια αυτά ψέματα, άλλωστε, του σινεμά μας κρατούν αληθινούς τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Betty (Claude Chabrol, 1992). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Marie Trintignant. Το τραγούδι: Michel Jonasz Je voudrais te dire que je t’ attends (1976)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

11
Απρ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Γ΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 40 (Απρίλιος 2022), εδώ.

XXΧΙΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 23: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Γ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν.

Συνέχισες να είσαι η αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια της ερωτικής επιθυμίας των άλλων. Θα δεχόσουν όμως να είσαι η μόνη; Είχες ετοιμαστεί για την στιγμή όπου κάποια νεαρότερη γυναίκα θα διεκδικούσε αντί για σένα το πραγματικό ενδιαφέρον ενός άντρα; Έδωσες την απάντησή σου στις Ελαφίνες, στην ταινία όπου, εκφράστηκες με τα πόδια σου πιο απροκάλυπτα από ποτέ. Ήσουν λοιπόν η ευκατάστατη και ωραία Φρεντερίκ και συνάντησες στον δρόμο σου μια νεαρή και εξίσου όμορφη κοπέλα που ζωγράφιζε ελαφίνες σε μια γέφυρα πάνω από τον Σηκουάνα. Οι περαστικοί έριχναν κέρματα πάνω στην ζωγραφιά της ενώ εσύ της άφησες ένα χαρτονόμισμα επειδή, την διαβεβαίωσες, το άξιζε. Κάπως έτσι της πρόσφερες κουβέντα και περπατήσατε ως το σπίτι σου. Ήταν αμήχανη αν όχι απότομη, κι όταν την ρώτησες το όνομά της, σου απάντησε με την ερώτηση why/γιατί; Την ονόμασες λοιπόν Why και το θέμα έληξε εκεί· άλλα ενδιέφεραν εσένα, όχι τα αινίγματα.

Όταν φτάσατε στην πόρτα της πρότεινες καφέ κι εκείνη δέχτηκε μόνο αν μπορούσε να κάνει ένα μπάνιο. Της έβαλες παραπάνω ζάχαρη για να γλυκάνεις την αψάδα της κι έφερες τα φλιτζάνια στο λουτρό. Εκείνη έβγαλε το γυμνό της πόδι από τους αφρούς για να κλείσει την βρύση και ανάδευε τα γόνατά της στο σαπουνισμένο νερό. Φιλοφρόνησες το σώμα της και την χαρακτήρισες «καπριτσιόζα και απαιτητική» επειδή αντέδρασε στον γλυκύτερο καφέ. Μετά σου ζήτησε να περάσεις έξω, για να βγει από την μπανιέρα, αλλά αρνήθηκες και άναψες τσιγάρο – η φράση σου «μεταξύ γυναικών» ακύρωνε οποιοδήποτε ενδεχόμενο ντροπής ανάμεσά σας. Αργότερα όταν ντύθηκε γονάτισες για να της δέσεις το πουκάμισο στην κοιλιά αλλά ξέδεσες το παντελόνι της. Πριν καν την αγγίξεις, το βλέμμα σου ήταν απόλυτο, απερίφραστο. Ένοιωσες έλξη για εκείνη την γυναίκα ή σου φάνηκε ενδιαφέρον απόκτημα; Επιζητούσες τον ρόλο της προστάτριας ή σκόπευες απλώς να ψυχαγωγηθείς με μια μυητική ερωτική σχέση;

Φυσικά το επόμενο βήμα ήταν να την πας στο παραθαλάσσιο σπίτι σου στο Σαιν Τροπέ. Ήταν χειμώνας και τα πάντα ήταν έρημα. Σας υποδέχτηκαν δυο εύθυμοι ομοφυλόφιλοι κύριοι που φρόντιζαν τον χώρο και συμπεριφέρονταν ως γελωτοποιοί σου, όταν δεν έπαιζαν οργιαστική  μουσική με αυτοσχέδια πνευστά και κρουστά. Έκαναν, μάλιστα, ένα σχόλιο για την νέα σου φίλη: «το κέντρο βαρύτητάς της βρίσκεται σε τέλεια ισορροπία». Της είχες πει ότι η αναψυχή τέτοια εποχή είναι περιορισμένη: χαρτοπαίγνια, συγκεντρώσεις φίλων και κάτι αδιευκρίνιστες διανοητικές απολαύσεις. Την έπαιρνες και πηγαίνατε στις υπαίθριες αγορές και διοργανώνατε πάρτι στο σαλόνι με τα αφρικανικά σουβενίρ. Ήταν φανερό πως σε θαύμαζε γιατί ήσουν υπέρκομψη και διεκδικητική, το ακριβώς αντίθετο από τον υποχωρητικό, συνεσταλμένο χαρακτήρα της.

Εργαζόμουν ως αρχιτέκτονας στην περιοχή και είχα την ευπρόσδεκτη εμφάνιση του Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Είδα για πρώτη φορά την Why σε μια βόλτα με το ποδήλατό της και σαγηνεύτηκα από μια επιβλητική αλλά εύθραυστη ομορφιά. Την ξαναείδα σε μια απ’ τις θορυβώδεις βραδιές στο σπίτι σας. Στο πικάπ έπαιζαν δίσκοι μοντέρνας ορχηστρικής μουσικής κι οι καλεσμένοι σας  έπαιζαν πόκερ, διάβαζαν ή φιλοσοφούσαν σωριασμένοι στους καναπέδες. Είδα τον δεσποτικό τρόπο με τον οποίο της φερόσουν· την πρόσταζες να μας σερβίρει, την ανάγκαζες να πιεί σαμπάνια ενώ δεν ήθελε. Την παρατηρούσα με το ντροπαλό μου βλέμμα και το παρατήρησε. Όταν ήρθες και κάθισες δίπλα μας, κατάλαβα ότι εκεί θα ήταν αδύνατο να την προσεγγίσω, όμως οι δρόμοι έξω ήταν δικοί μας. Μιλήσαμε και δέχτηκε να την φιλήσω επειδή ήξερε πως την παρακολουθείς μέσω των δυο σου ακόλουθων και παραδέχτηκε πως το κάνει για να σε ευχαριστήσει. Έχετε ιδιαίτερη αίσθηση φιλίας, σκέφτηκα φωναχτά. Χαμογέλασε, με ακολούθησε στο σπίτι και ήπιαμε όσο χρειαζόταν για να διανύσουμε περισσότερο χρόνο γνωριμίας. Η επόμενη σκηνή σε βρήκε στο ξαπλωμένη στο κρεβάτι, στην πρώτη αποκάλυψη των γυμνών σου ποδιών. Φορούσες λευκή πιτζάμα κι έριχνες ζάρια σ’ έναν στρογγυλό δίσκο όταν μπήκαν οι πληροφοριοδότες σου και σε πληροφορούν με γλαφυρό ύφος πως η προστατευόμενή σου έμεινε σπίτι μου. Αν κρίνω απ’ την ανεπαίσθητη κίνηση των δαχτύλων σου, πρέπει να σχεδίαζες κάτι ιδιαίτερο, που, όπως αποδείχτηκε, περιελάμβανε και τους τρεις μας.

Όταν την άλλη μέρα το πρωί η Why επέστρεψε σπίτι και συνόψισε την γνωριμία μας, την διαβεβαίωσες πως το μόνο πράγμα που θέλεις από εκείνη είναι να είναι ευτυχισμένη. Ξέχασες όμως να προσθέσεις ότι κρατούσες για τον εαυτό σου το μεγαλύτερο μερίδιο στην διαθέσιμη «ευτυχία» που προφανώς περνούσε από την περιοχή μου. Το μεσημέρι που είχα ραντεβού μαζί της εμφανίστηκες στο σπίτι που επέβλεπα να χτίζεται μπροστά σ’ ένα λιμανάκι. Αρχίσαμε να πίνουμε και ξέχασα ή αγνόησα την υποχρέωσή μου. Ήσουν, βλέπεις, ακαταμάχητη κι εκείνη την στιγμή δεν υπήρχε παρά μόνο ένα ημιτελές σπίτι που μας κάλυπτε, η αρμύρα της θάλασσας, η ζάλη του οινοπνεύματος κι ίσως μια ανεπαίσθητη μυρωδιά που ανάβλυζε απ’ τον κόρφο σου. Στεκόμασταν στην άχτιστη βεράντα και μου είπες πως παραήπιες, ικανή αφορμή για να ακουμπήσεις το μέτωπό σου πάνω μου. Μπήκαμε μέσα σα να βρισκόμασταν στο παραθεριστικό μας σπίτι, λες και ο κλειστός χώρος θα μας ξεζάλιζε περισσότερο, και μου παρέδωσες την εξαίσια φράση «τα μάγουλά μου καίνε». Το γυμνό στρώμα πάνω σ’ ένα ακριανό ντιβάνι μας αρκούσε.

Εκείνη ήρθε στο σπίτι μου, ξέγυμνη πια από κάθε αναστολή. Μου χτύπησε την πόρτα αλλά ο θόρυβος του δρόμου έσβηνε την φωνή της. Ο απογευματινός ήλιος επιχρωμάτιζε την αίσθηση μιας απόρριψης που από την πιθανότητα κυλούσε στην βεβαιότητα. Ύστερα με αναζήτησε στις καφετέριες με τα άδεια τραπέζια και στο τέλος δεν είχε παρά να γυρίσει σπίτι και να μας περιμένει. Όταν φτάσαμε της ανακοινώσαμε πως θα πεταχτούμε ως το Παρίσι. Είχα ήδη συναινέσει στην γνώμη σου να μην προχωρήσω άλλο μαζί της, έλεγα καλύτερα τώρα στην αρχή παρά τρεις – τέσσερις μήνες μετά, που το πλήγωμα θα ήταν μεγαλύτερο. Προσπάθησα να την κοιτάξω στα μάτια, της ζήτησα να με καταλάβει, ψέλλισα πως «δοκιμάζω κάτι». Πόσο ψέμα και πόση αλήθεια χωρούσαν στις δυο αυτές λέξεις;

Το σχήμα τώρα ολοκληρωνόταν: είχες πλέον εμάς, μόνιμη διασκέδαση στο σπίτι σου, και δεν χρειαζόσουν τους δυο σαρδανάπαλους μετρ. Τους έδιωξες και μείναμε οι τρεις μας. Εμείς ως ζευγάρι συχνά βγαίναμε έξω και την αφήναμε σπίτι. Μια φορά που έμεινε μόνη της φόρεσε τα ρούχα σου και βάφτηκε με τα καλλυντικά σου. Το να χρησιμοποιείς τα πράγματα των άλλων ανθρώπων είναι σα να αλλάζεις το δέρμα σου, σκέφτηκε και ξάπλωσε. Προτού η κάμερα την αφήσει να κοιμηθεί και να ονειρευτεί, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει τα δάχτυλα των ποδιών της να τεντώνονται ευτυχή μέσα στο μαύρο καλσόν μιας άλλης κυρίας.

Η πρώτη εμφάνιση των δικών σου ωραίων πελμάτων σου έγινε στο φως, έστω στο χλωμό ηλιακό φως του χειμερινού νότου, όταν πλέον με είχες κατακτήσει. Αγέλαστη και μελαγχολική ξάπλωνες σε μια σεζλόνγκ στο αίθριο και είμαι πια βέβαιος πως η έκφρασή σου οφειλόταν από την μία στο σχέδιο μιας διαπλαστικής εκμετάλλευσης της Why κι από την άλλη στην απραξία που δεν άφηνε ποτέ σε ησυχία. Τα πόδια σου αδυνατούσαν να βολευτούν, τα μάζευες και τα άπλωνες, μέχρι να τεντωθούν σε μια ευθεία που κατέληγε στην τεθλασμένη του πέλματος και στην καμπύλες των δαχτύλων. Μου φάνηκαν αθώα και πρόστυχα την ίδια στιγμή.

Τις νύχτες κλεινόμασταν στην κρεβατοκάμαρα για να δικαιώσουμε την σχέση μας. Στο μπλε ημίφως του δωματίου η κάμερα φώτισε όσα μαρτυρούσαν καλύτερα την ερωτική σου ηδονή: το πρόσωπό σου (χαμογελαστό στόμα, γαλακτερή οδοντοστοιχία) και τα πέλματά σου, έτσι όπως πλάγιαζαν κατά την ερωτική μας τριβή. Έξω από την πόρτα αλαφροπατούσε εκείνη. Δεν άνοιξε το πόμολο, μόνο αφουγκραζόταν, δάγκωνε τα χείλη της, υπομειδιούσε. Θα μπορούσε να ζηλεύει ή να ηδονίζεται· να αισθάνεται ως ένα μέρος του τριγώνου μας ή να αποδέχεται πως μπορούσε να φτάσει μέχρι την δεύτερη θέση της καρδιάς μας. Δεν θα μάθω ποτέ.

Τα πόδια σου ήταν πλέον εύγλωττα σε μια από τις βραδιές που μοιραζόμασταν οι τρεις μας στο καθιστικό. Προσπαθούσα να σας διηγηθώ μια ιστορία αλλά ήσουν μεθυσμένη και με διέκοπτες συνεχώς, ενώ έτριβες τα πέλματά σου στο πρόσωπό μου, σε απροκάλυπτο πλέον ερωτικό χάδι. Δεν το χαιρόμουν, εκνευριζόμουν για την ανύπαρκτη προσοχή στην διήγησή μου. Η Why συνέχισε να μας υπηρετεί· έβαζε δίσκους ή τους άλλαζε όταν κολλούσε η βελόνα. Ήταν σύμπτωση ότι εσύ φορούσες το μαύρο σου καλσόν ενώ εκείνη ήταν ξεκάλτσωτη; Ποιος ήταν ο αγνός και ποιος ο καλυπτόμενος;

Τα θυμάμαι όλα αυτά σε παλ αποχρώσεις φυσικών φωτισμών και χλωμών χρωμάτων. Ήταν λες και ο ενορχηστρωτής μας δεν ενδιαφερόταν για την ιστορία μας αλλά για τον τρόπο της μεταφοράς της. Σα να ήθελε να τονίσει περισσότερο την χρωματογραφία και την φωτολογία μιας συνάντησης τριών χαρακτήρων και μας άφησε με κινήσεις αργές και ομιλίες σχεδόν αποστασιοποιημένες. Ίσως μια τέτοια αντιμετώπιση ταίριαζε σε ανθρώπους σαν κι εμάς, λάτρεις των εαυτών μας  και παίκτες ανθρώπινων ψυχών, που με ύφος αφηρημένων σκέψεων αγωνιζόμασταν με κάποιο τρόπο να υπάρξουμε.

Οι διαφημιστές έσπευσαν να σκανδαλίσουν τους υποψήφιους θεατές με την υποσχετική για «το τολμηρότερο θηλυκό φιλμ της εποχής»· παραμέριζαν δηλαδή από την τόλμη τον αιώνιο θετό καθοδηγητή της, τον άντρα, και αποκάλυπταν πως οι γυναίκες μπορούσαν να τολμούν ερωτικά χωρίς αυτόν. Φυσικά δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι αναμενόμενες αποπλανητικές σκηνές θα εξαντλούνταν απλά στην ύπαρξη της σχετικής ιστορίας και σε μερικές σκηνές επιθυμίας και όχι πράξης. Όμως ήταν 1968: η Γαλλία ζούσε μια νέα εποχή σεξουαλικής απελευθέρωσης, οι νόμοι έπαυαν την απαγόρευση των αμβλώσεων, η γυναίκα διεκδικούσε τα αυτονόητα για το ίδιο της το σώμα. Έσπευδε τώρα και η τέχνη να εξερευνήσει την γυναικεία σεξουαλικότητα, ακόμα και στους κόλπους μιας υποκριτικής αριστοκρατικής κοινωνίας. Οι ελαφίνες προφανώς απείχαν από κάθε ιδέα ενός απροκάλυπτου φεμινιστικού μανιφέστου, δεν έπαυαν όμως να προφέρουν το ενδεχόμενο του έρωτα δυο γυναικών και μάλιστα από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Τέτοιων ειδών συνδυασμοί δεν αναγράφονταν στο αόρατο βιβλίο των επιτρεπτών ερώτων σε πλείστες κοινωνίες και η ταινία απαγορεύτηκε σε πολλές χώρες. Αρκέστηκε ο σκηνοθέτης μας σ’ αυτή την εξερεύνηση; Όχι, η δική του εμμονή εξακολουθούσε να αφορά τα μέλη των ανώτερων κοινωνικών τάξεων και τον τρόπο που συνθλίβουν την σεξουαλικότητά τους προς όφελος μιας αέναης επίδειξης και μιας σφοδρής ανάγκης να γεμίσουν τις άδειες τους ζωές.

Απάντησέ μου, Στεφάν, ήταν όντως έτσι; Την επιθύμησες πραγματικά ή ήσουν καταδικασμένη να εξουσιάζεις κάθε σου εραστή ως ένα παιχνίδι αναψυχής για τις ατέλειωτες ημέρες της ανίας; Υπήρχε περίπτωση, αν δεν εμφανιζόμουν, να καταλήγατε ένα αγαπημένο ζευγάρι ή θα ακολουθούσατε κι εσείς την τύχη όλων των ομοφυλόφιλων ζευγών στο σινεμά, οι ιστορίες τους να μην έχουν ποτέ αίσιο τέλος; Υπήρξα ο καταλύτης στην ενδεχόμενη αίσια σχέση σας ή ήμουν κι εγώ ένα τρόπαιο; Κι αν ήθελες και τους δυο μας, γιατί δεν μπορέσαμε ως ένα ménage à trois  να χαρούμε εκείνη την ανεστραμμένη, χειμερινή Ντόλτσε Βίτα, όσο κι αν κρατούσε; Μετέωρες ερωτήσεις, κρεμάμενες απαντήσεις… Τώρα με την απόσταση τόσων χρόνων δεν μπορώ να μη σκεφτώ πως η Why μας αγάπησε και τους δυο με τον τρόπο της – μπορεί ως εραστές, μπορεί ως γονεϊκές φιγούρες, αλλά πάντως μας αγάπησε, και χαιρόταν που οι δυο της αγαπημένοι αγαπιούνταν.

Όταν διάβασε το γράμμα σου με το οποίο της ανάγγειλες την αναχώρησή μας για το Παρίσι για λίγες μέρες και την προέτρεπες να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που της άφησες και να φροντίσει να μην βαρεθεί, δεν μπόρεσε λεπτό να μείνει εκεί. Σε επισκέφτηκε στο σπίτι σου στην πόλη (τι απελπισμένη έκφραση πήρες όταν την είδες!) και σου είπε πως αν έμενε στο Σαιν Τροπέ θα έπληττε θανάσιμα. Κατάλαβες πως δεν θα ξεμπέρδευες εύκολα μαζί της, πως η ανία δεν αποτελούσε μόνο δικό σου προνόμιο. Το αστείο μας παραήταν σοβαρό για εκείνη. Σου μίλησε για κάτι παράξενες φωνές που άκουγε στο κεφάλι της, ανθρώπους να τραγουδούν ή να φωνάζουν δυνατά, να της λένε πως δεν τους αρκεί εκείνη αλλά θέλουν και κάποιον τρίτο. Κι αυτός ο τρίτος ήσουν εσύ, γι’ αυτό και θα έμενε μαζί μας. Σου είπε ακόμα πως τώρα που γνώρισε κι άλλα πράγματα, δεν ήθελε να επιστρέψει στις ελαφίνες· μας αγαπούσε σφοδρά, ήμασταν όλα όσα ήξερε. Αλλά εσύ ήσουν πλέον περιττή, άλλωστε δίπλα σου είχε μαθητεύσει και σου έμοιαζε ήδη. Έτσι είπε. Όταν τηλεφώνησα, απάντησε με την φωνή σου και με κάλεσε σπίτι, ενώ ήσουν πια ριγμένη στο πάτωμα. Πού να ήξερα ότι είχες πάψει να υπάρχεις! {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία:  Les Biches (Claude Chabrol, 1968). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Jacqueline Sassard.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

09
Απρ.
22

Johannes Weiss – Ο αρχέγονος Χριστιανισμός. Η ιστορία της περιόδου 30-150 μ.Χ.

Κάθε σχεδόν ιστορία των αρχικού χριστιανισμού και των λεγόμενων αποστολικών χρόνων έχει για κέντρο της τον Απόστολο Παύλο. Οι πληροφορίες μας σχετικά με την περίοδο αυτή περιορίζονται σε μια σύντομη σειρά γεγονότων κυρίως σε ό,τι αφορά την εξάπλωση του ιεραποστολικού του έργου και σε λίγα σκόρπια στοιχεία για την ιστορία των Παύλειων κοινοτήτων. Αντίθετα, η αρχή του χριστιανισμού στην Αίγυπτο και την Ρώμη ή το έργο σημαντικών ανδρών όπως ο Απολλώς ή ο Βαρνάβας και τα ίχνη των ιεραποστολών του Κηφά/Πέτρου, των «αδελφών του Κυρίου» και τον άλλων αποστόλων χάνονται στο σκοτάδι της Ιστορίας. Ακόμη ατελέστερες είναι οι γνώσεις μας για την «προπαύλεια» περίοδο, για την ιστορία της πρωταρχικής κοινότητας. Όσα βλέπουμε από εκείνη την περίοδο τα βλέπουμε μέσα από τα μάτια του ίδιου του Παύλου και η έλλειψη άμεσων μαρτυριών φιλτράρεται αναγκαστικά μέσα από μεταγενέστερες πηγές.

Στην ουσία όλα τα κείμενα της Καινής Διαθήκης και μια ολόκληρη κατηγορία ακόμη μεταγενεστέρων, εκτός κανόνα βιβλίων, όπως η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων ή η Επιστολή Βαρνάβα μπορούν να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των πηγών. Μεταξύ των πρώτων πηγών λοιπόν περιλαμβάνονται φυσικά οι αυθεντικές Επιστολές του Παύλου και το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Στις Πράξεις των Αποστόλων η περιγραφή της αρχικής κοινότητας γίνεται μ’ ένα πνεύμα ωραιοποίησης και άμβλυνσης των αντιθέσεων· η κοινότητα διοικείται από τους αποστόλους που είναι τρανοί μάρτυρες της ανάστασης του Ιησού και επιτελούν σημεία και τέρατα – αν και στην πραγματικότητα ένα μονάχα θαύμα περιγράφεται. Το κήρυγμα περιορίζεται στους Ιουδαίους εφόσον η μεταστροφή του Ισραήλ αποτελεί προκαταρκτικό όρκο για την έλευση της τελικής σωτηρίας – η επέκταση του Ευαγγελίου πέρα από τα σύνορα της Ιουδαίας ήταν έργο των Ελληνιστών. Είναι αναμφίβολο πως ο συγγραφέας δεν βασίστηκε σε προσωπικές μνήμες ή στην φαντασία του αλλά χρησιμοποίησε γραπτές πηγές που συνάρμοσε ελεύθερα.

Βασικές πηγές αποτελούν και τα Ευαγγέλια (και φυσικά όχι τελειωμένα συγγράμματα των τεσσάρων ευαγγελιστών αλλά κυρίως οι παλαιότερες παραδόσεις που περιέχουν και οι οποίες δεν έχουν επηρεαστεί από Παύλειες ή εκκλησιαστικές αντιλήψεις), το υλικό που περιέχεται στην Πηγή των Λογίων (Q), το βασικό υλικό του Μάρκου και η ιδιαίτερη παράδοση του Λουκά (LQ). Όσο κι αν οι πηγές αυτές πήραν την τελική τους μορφή αρκετά αργά, o πυρήνας τους σαφώς κατάγεται από την πρώτη εκκλησία. Όταν αναλογιζόμαστε πόσα λόγια του Ιησού δεν έχουν καταχωρηθεί, γίνεται φανερό πως αυτά που καταχωρήθηκαν διατηρήθηκαν για τον μόνο λόγο ότι προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση στην αρχική κοινότητα και θεωρήθηκαν σημαντικά. Κάθε διήγηση που καταγράφτηκε, κάθε λόγος που διασώθηκε είναι και μια μαρτυρία για ένα συγκεκριμένο ενδιαφέρον τα πρώτης εκκλησίας.

Στο δεύτερο κεφάλαιο ερευνάται «Το ξεκίνημα της νέας πίστης». Μετά την ατιμωτική σταύρωση του Ιησού, οι ιουδαϊκές και οι ρωμαϊκές αρχές δεν θεώρησαν αναγκαίο να διωχτούν οι οπαδοί του, ο αριθμός των οποίων θα θεωρήθηκε ασήμαντος ή εκείνοι ήταν τόσο προσεκτικοί και παρέμειναν απαρατήρητοι. Συνέχισαν όμως να προβάλλουν το μήνυμα της εγγύτητας της βασιλείας του Θεού αλλά και την ανοιχτή διακήρυξη ότι ο Ιησούς ήταν ο πραγματικός Μεσσίας. Αυτό ήταν κάτι ανήκουστο γιατί κανένα μεσσιανικό κίνημα της εποχής δεν επέζησε μετά την πτώση του ηγέτη του. Εδώ, αντίθετα, ο θάνατος του αρχηγού δίνει το έναυσμα για ανανέωση του ζήλου. Τι μεσολάβησε ανάμεσα στη Μεγάλη Παρασκευή και στο πρώτο μεσσιανικό κήρυγμα των Αποστόλων;

Είναι φυσικό οι πρώτες αρχές να είναι σκοτεινές, καθώς οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είναι πολύ απορροφημένοι από τις  θαυμαστές τους εμπειρίες για να ενδιαφερθούν για την παρουσίασή τους για κάποια συνοχή, ενώ οι εξωτερικοί παρατηρητές κατά κανόνα απουσιάζουν. Μόνο σε μεταγενέστερη εποχή προκύπτει η ανάγκη ή ευκαιρία να καταγραφεί η ανάμνηση των γεγονότων, ως τότε όμως η μνήμη έχει στρεβλωθεί. Οι μαθητές φαίνεται πως έμειναν όλοι μαζί στην Ιερουσαλήμ, περιμένοντας προσευχόμενοι το Πνεύμα του Θεού που ήρθε κατά την Πεντηκοστή και τότε ακριβώς ιδρύεται η πρώτη χριστιανική κοινότητα που από εκατόν είκοσι μέλη φτάνει στα τρεις χιλιάδες. Δεν υπάρχει καμία αναστάτωση των οπαδών, μόνο η μελαγχολία καθ’ οδόν προς την Εμμαούς, η απογοήτευσή τους, οι συγκεντρώσεις πίσω από κλειστές πόρτες και η μαρτυρία ότι κάποιοι μαθητές σκόρπισαν και έφυγαν (η επονομαζόμενη «φυγή στη Γαλιλαία»), που αντικρούεται από τον Βάις.

Με το θέμα ασχολείται το υποκεφάλαιο «Ο διασκορπισμός και η ανασυγκρότηση των Αποστόλων». Πράγματι, λοιπόν, οι μαθητές  κλονίστηκαν σοβαρά από τη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιησού. Σύμφωνα με μια άποψη καταλήφθηκαν παντελώς από απελπισία, επέστρεψαν στις εστίες τους και απαρνήθηκαν όσα είχαν ζήσει. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει καθώς πέρα από τις προαναγγελίες του Πάθους, είχαν γνωρίσει τον Ιησού προσωπικά, πολύ κοντά και για πολύ καιρό και γνώριζαν ότι δεν οδηγήθηκε στην Ιερουσαλήμ από μια αισιοδοξία θριάμβου, με την ελπίδα να δει εκεί τη βασιλεία του Θεού να πραγματοποιείται αλλά μάλλον με την πεποίθηση ότι σίγουρα ο δρόμος για την δόξα περνά μέσα από την καταδίκη, το πάθος και τον θάνατο. Η τελική εκπλήρωση των προρρήσεων του πάθους, που ήταν τόσο συντριπτική, θα μπορούσε πράγματι να πτοήσει τους μαθητές ήταν όμως εξίσου ευνόητο ότι η ανάμνηση των λόγων του και η μνήμη του μεγαλείου της προσωπικότητάς του θα αντικαθιστούσε το χαμένο θάρρος. Τις βδομάδες που πέρασαν κοντά του «είχαν υψωθεί πάνω από τους εαυτούς τους». «Ήμασταν μάρτυρες του μεγαλύτερου δράματος στην ιστορία του κόσμου κι ούτε καν υποψιαζόμασταν τι συνέβαινε μπροστά στα μάτια μας» ανέφερε ο Λουκάς. Φαίνεται λοιπόν πως η διάθεση των μαθητών μετά τον θάνατο του Ιησού δεν ήταν καθόλου η έσχατη απελπισία. Αντίθετα, όσο μεγαλύτερη ήταν η λύπη τόσο περισσότερο πίστευαν στην απόλυτη δικαιοσύνη – δικαίωση και τόσο ζούσαν την επιβεβαίωση της πίστης τους.

Στο υποκεφάλαιο «Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Κυρίου» τίθεται, όπως ένα διπλό ερώτημα: πω τις θεωρούσαν εκείνοι που τις βίωσαν και πως εμείς με τα δεδομένα της σύγχρονης επιστήμης. Ως προς την τελευταία δεν υπάρχει άλλη διέξοδος παρά να θεωρηθούν ως απλά «οράματα». Αυτός ήταν ο «τρόπος» που χρησιμοποιεί ο Θεός κατ’ επανάληψη στην ιστορία του αρχαίου κόσμου. Και μπορεί τα γεγονότα του πρώτου Πάσχα ιδωμένα σαν οράματα να χάνουν κάτι από την αξία για μας, όμως δεν έγιναν για μας, αλλά για τους τότε άμεσα ενδιαφερόμενους. Γι’ αυτούς το όραμα ήταν αρκετό και τους παρείχε μια βεβαιότητα που τους μετέβαλε σε φωτισμένους ιεραπόστολους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπόθεση του οράματος κάνει τα γεγονότα πιο κατανοητά σ’ εμάς και πιο οικεία απ’ ότι η παλιά αντίληψη πως πρόκειται περί θαύματος. Ίσως αυτές οι εμφανίσεις να μην ήταν εξωτερικά φαινόμενα αλλά απλώς το τέρμα μιας εσωτερικής πάλης, όπου η πίστη νίκησε την αμφιβολία. Είναι σημάδια βαθιάς αναταραχής που δείχνουν ωστόσο καθαρά ποιες ιδέες και ελπίδες κυριαρχούσαν εντός τους. Δεν αποτέλεσαν οι εμφανίσεις τις βάσεις για την πίστη τους, αλλά έγιναν το αποτέλεσμα της πίστης τους.

«Η ιστορική σημασία της πίστης στην εξύψωση του Ιησού», όπως τιτλοφορείται το σχετικό κεφάλαιο, είναι καθοριστική. Καταρχήν πρέπει να τονιστεί πως η νίκη των δυνάμεων του θανάτου δεν αποτελεί απόδειξη μεσσιανικότητας. Ο Μωυσής, ο Ενώχ, ο Ηλίας, ο Ησαΐας «αναλήφθηκαν» επίσης στους ουρανούς και δεν τέθηκε θέμα βασιλείας ή μεσσιανικότητας. Για τους μαθητές του ο Ιησούς δεν ήταν μεσσίας αλλά είχε κληθεί να γίνει βασιλιάς. Στα χείλη τους η φράση «ελθέτω η βασιλεία σου» είχε χαρμόσυνη σημασία. Δεν ήταν μόνο πεπεισμένοι ότι η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και ότι οι ίδιοι ανήκαν στους λίγους εκλεκτούς που θα σωθούν αλλά ήταν σίγουροι ότι το αποφασιστικό βήμα για την τελική εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού είχε ήδη γίνει. Έτσι η «μεσσιανική ελπίδα» της πρώτης χριστιανικής κοινότητας αποτέλεσε ένα μεγάλο βήμα μέσα στον γενικότερο ιουδαϊσμό. Για τους ανθρώπους αυτούς ή νέα εποχή είχε ήδη αρχίσει, ακόμα κι αν το πλήρωμά της είναι κάτι που ακόμα αναμένεται στο μέλλον

Εκεί που η μνήμη αδυνατούσε να βοηθήσει, παίρνονταν αποφάσεις που να είναι μέσα στο δικό του πνεύμα, όπως θα αποφάσιζε εκείνος στην κάθε περίπτωση. Παρά τις ελάχιστες μαρτυρίες οι μαθητές έστρεψαν το νου τους στον υψωθέντα Κύριό τους, με άλλα λόγια έπαιρναν το θάρρος να προσευχηθούν σ’ αυτόν. Αυτό είναι το πιο σημαντικό βήμα σ’ ολόκληρη την ιστορία των αρχών του χριστιανισμού, η μετάβαση προς την «θρησκεία του Ιησού». Για πρώτη φορά Ιουδαίοι, που αντίθετα προς τους Έλληνες είχαν ανατραφεί με το φόβο του Θεού και με βαθειά την αίσθηση του χάσματος Θεού και ανθρώπου, μπορούσαν να εξυψώσουν τον άνθρωπο Ιησού στη σφαίρα της θεότητας;

Αυτό είναι, λοιπόν, «Το Πνεύμα του Θεού», όπως τιτλοφορείται το παρεπόμενο υποκεφάλαιο; Ο διαδεδομένος κύκλος των πρωτοχριστιανικών ιδεών στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θεολογική έκφραση μιας θρησκευτικής εμπειρίας, μιας συνειδησιακής κατάστασης η οποία όμως ήταν απαραίτητο και ουσιαστικό στοιχείο του αρχικού χριστιανισμού. Και η συνεχής διάθεση νικηφόρας, θριαμβευτικής ευτυχίας και πίστης τον ξεχώριζε από τον ιουδαϊσμό. Ο θυελλώδης ενθουσιασμός, η άμεση επίγνωση της παρουσίας του Θεού, η υπερφορτισμένη συναισθηματική κατάσταση ή και παραίσθηση, αποτελούν στοιχεία που σαφώς αντιστέκονται στην ορθολογική ερμηνεία των πραγμάτων αλλά αναφέρονται στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας

Πώς διαμορφώθηκε λοιπόν «Η αρχική κοινότητα», που αποτελεί και το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου; Πλάι στους Δώδεκα (που ο Παύλος πάντως δεν είδε ποτέ ως ηγέτες της εκκλησίας αφού απόστολος για εκείνον είναι ο απεσταλμένος του Χριστού, η αποστολικότητα του οποίου αποδεικνύεται από την επιτυχία της ιεραποστολής του) υπήρχε το πλήθος που αρχικά απαριθμούσε εκατόν είκοσι άτομα και αργότερα αυξήθηκε στα τρεις χιλιάδες, καθώς, ακόμα και στην εποχή του Ιησού δεν υπήρχε κανέναν εξωτερικό κριτήριο που να πιστοποιεί κάποιον ως μέλος ή οπαδό· δεν υπήρχε ούτε βάπτισμα ούτε άλλη τελετή εισδοχής παρά μόνο μια πνευματική σχέση μαθητείας. Ο συγγραφέας των Πράξεων, βασικότερης πηγής για το συγκεκριμένο θέμα, δεν κάνει λόγο για οργανωμένη εκκλησία αλλά περί αδελφών, πιστευόντων ή μαθητών. Πολλές φορές λέει απλώς «ήσαν πάντες ομού επί το αυτό», σαν να μην ξέρει πώς ακριβώς να περιγράψει την κοινότητα, αοριστία που αντιστοιχεί απόλυτα στην τότε κατάσταση.

Τα μέλη της κοινότητας δεν αποκόπηκαν από την καθημερινή λατρεία, τις θυσίες και την προσευχή στο ναό, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε η αίσθηση ότι αυτή ήταν η παλιά λατρεία· έπαιρναν μέρος στις αναγνώσεις του Σαββάτου όπως έκανε άλλωστε και ο Ιησούς. Εφόσον λοιπόν οι πρώτοι χριστιανοί είχαν την ευκαιρία να συμμετέχουν στην λατρεία της Συναγωγής δεν υπήρχε λόγος στην αρχή να αναπτύξουν την δική τους λατρεία – η αρχή μιας τέτοιας εξέλιξης δεν θα συμβεί στον ναό αλλά στις ιδιωτικές συνάξεις για το κοινό δείπνο, στο οποίο αφιερώνεται ειδικότερο κεφαλαίο, όπου και η διαπίστωση ότι η ευχαριστία αναφερόταν γενικά στις πράξεις χάριτος του Θεού και η «αγαλλίασις» ήταν για την βεβαιότητα του ερχομού της σωτηρίας του μάλλον παρά για την σκέψη του θανάτου του Ιησού. Οι πρώτοι μαθητές δεν έβλεπαν τον θάνατο σαν τη βασική σωστική πράξη αγάπης του Κυρίου τους αλλά αντίθετα εξακολουθούσαν να πιστεύουν σ’ αυτόν παρά τον θάνατό του. Η ενότητα γινόταν το κονίαμα που θα τους έδενε αξεχώριστα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα κεφάλαια του συγγραφέα που αφορούν την κοινοκτημοσύνη ή τον «κολεκτιβισμό» των πρώτων χριστιανών, τις κοινωνικές απόψεις της αρχικής ομάδας, την νέα διδασκαλία και ιδίως την σχετική για την ανάσταση (όπου και η διαδεδομένη λατρεία και τον μύθο του αποθνήσκοντος και ανιστάμενου  θεοού, όπως ο φοινικικός Άδωνις, ο αιγυπτιακός Όσιρις, ο ρωμαϊκός Φρύγιος Άττις) και την περί θανάτου διδασκαλία (και την σχετική αγωνία να δώσουν ένα νόημα και να συμβιβαστούν με τον θάνατο του Ιησού), η οποία κατέληξε πως ο θάνατός του δεν ήταν αποτυχία του θεϊκού σχεδίου αλλά ένα καθορισμένο στοιχείο στο πρόγραμμά του. Στα υπόλοιπα «βιβλία» παρουσιάζονται η ιεραποστολή στα έθνη και ο Παύλος ως ιεραπόστολος, οι ιεραποστολικές κοινότητες και οι απαρχές της εκκλησίας και η εξάπλωση του χριστιανισμού σε επιμέρους περιοχές (Ιουδαία, Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Αχαΐα, Ρώμη).

Το βιβλίο του Βάις για τον αρχέγονο Χριστιανισμό θεωρείται μέχρι σήμερα ως ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία που γράφτηκαν σχετικά με το θέμα. Όσο κι αν η όλη πορεία του αρχικού χριστιανισμού «παρουσιάζεται κάπως μονόπλευρα, σαν ένα έπος, με πρωταγωνιστή τον Απόστολο Παύλο, ο μύθος ερμηνεύεται κυρίως ψυχολογικά και ορισμένες επιμέρους απόψεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές», όπως ορθά γράφει στον πρόλογό του ο Σάββας Αγουρίδης, δεν παύει να είναι ένα βιβλίο του οποίου η όλη σκέψη και επιχειρηματολογία καλλιέργησε το έδαφος για την εμφάνιση των βιβλικών σχολών σκέψης του 20ού αιώνα. Εδώ ο Παύλος δεν είναι ο παραδοσιακός φιλόσοφος ή ο συστηματικός θεολόγος, αλλά ένας άνθρωπος με ενθουσιασμούς, προκαταλήψεις, έντονες αγάπες και μίση – ένα πολύ ανθρώπινο πρόσωπο.

Σαν ιστορικός των αρχών μιας θρησκείας που στηρίζεται στο υπερφυσικό, ο Βάις  (με διατύπωση που συχνά δίνει στο βιβλίο χαρακτήρα λογοτεχνικό) προσπάθησε να δείξει την περιπέτεια της περιπλοκής του αόρατου και μυστικού με λογικά και ηθικά στοιχεία και παρουσίασε κριτικά και αναλυτικά τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες και τις μορφές με τις οποίες αυτό λειτούργησε, χωρίς να καταστρέφει την «πίστη» και το «ήθος» εκείνων που το δέχτηκαν και τους χάρισε το αίσθημα της ελευθερίας από τον παλιό κόσμο και το χάρισμα της εισόδου σ’ έναν καινούργιο. Και μια βασική του συμβολή ήταν η ιδιαίτερη εστίαση στο στοιχείο του «νέου» και της «αλλαγής» και μετατοπίζοντας το φως πέρα από το ατομικό.

Εκδ. Άρτος Ζωής, [Α΄ έκδ. 1983], Β΄ έκδ. 2001, 608 σελ. μτφ. και πρόλογος Σάββας Αγουρίδης [Das Urchristentum, 1917]

Στις εικόνες: έργα των Helena Cherkasova [1, 2, 7], Maria Laughlin [3], Alberto da Veiga Guingnard [4], Todor Mitrovic [6] και μια αιιθιοπική τοιχογραφία [5].

04
Απρ.
22

Paul Ricoeur & Andre LaCocque – Ας σκεφτούμε τη βίβλο

«Το βιβλίο αυτό προέκυψε από μια συνεργασία, η οποία δεν είναι πολύ συνηθισμένη. Συνένωσε έναν εξηγητή, ειδικό της εβραϊκής Βίβλου, και ένα φιλόσοφο, ο οποίος εντάσσεται στο λεγόμενο ερμηνευτικό ρεύμα σκέψης. Οι δυο συγγραφείς αποφάσισαν να διαβάσουν και να σχολιάσουν τα ίδια χωρία, τα οποία προέρχονται από την εβραϊκή Βίβλο. Ο εξηγητής έγραψε κατ’ αρχάς το κείμενό του, επί του οποίου στη συνέχεια ο φιλόσοφος τοποθετήθηκε. Έπειτα, και οι δύο εναρμόνισαν τις αμοιβαίες συνεισφορές τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδώσουν στην τελική τους σύνταξη τη δομή ενός βιβλίου όπου ο ένας λαμβάνει υπόψη τον άλλο».

Έτσι ξεκινάει ο πρόλογος του βιβλίο, υπογεγραμμένος από αμφότερους τους συγγραφείς, που επιχειρούν να μιλήσουν με «μια φωνή», ενώ οι προσεγγίσεις τους, εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνονται διαφορετικές μέχρι και αντικρουόμενες,  καθώς ο εξηγητής υιοθετεί την ιστορικο-κριτική μέθοδο ενώ ο φιλόσοφος λαμβάνει υπόψη του την πρόσληψη του βιβλικού κειμένου από τους στοχαστές, οι οποίες επηρεάστηκαν αρχικά από την ελληνική φιλοσοφία, και έπειτα από τη μοντέρνα φιλοσοφία. Ο ένας μπορεί να διατείνεται πως είναι επιστήμονας, και ο άλλος φιλόσοφος· ο πρώτος μπορεί να είναι στραμμένος προς εκείνο που προηγείται του κειμένου, προς την αρχαιολογία του, και ο άλλος προς εκείνο που έπεται, προς την τελεολογία του. Κι όμως, αυτό που ανασκευάζεται στις σελίδες του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η φαινομενική αντινομία μεταξύ αναδρομικότητας και προοπτικότητας, παραγωγής του κειμένου και πρόσληψής του.

Ο πρώτος παράγοντας που ο εξηγητής λαμβάνει υπόψη αφορά τον ρόλο που παίζει η γραφή στη διαμόρφωση του βιβλικού corpus. Απέναντι στην γραφή τοποθετείται η ανάγνωση, πρώτο έργο της οποίας είναι να προσδώσει στο κείμενο μια αυτονομία, μιας ανεξάρτητη ύπαρξη, η οποία του επιτρέπει αναπτύξεις και μεταγενέστερους εμπλουτισμούς – όπως αναφέρει η ρήση του Γρηγορίου του Μεγάλου «Η Γραφή μεγαλώνει μαζί με τους αναγνώστες της». Ακολουθεί η εγγραφή του κειμένου σε μια ή περισσότερες παραδόσεις, οι οποίες άφησαν την σφραγίδα τους στο υπό θεώρηση κείμενο, η «διαδρομή» που έχει την καταγωγή του στο ίδιο το κείμενο. Ένας τρίτος παράγοντας τον οποίον ο εξηγητής λαμβάνει περισσότερο υπόψη αφορά τους δεσμούς του κειμένου με μια ζωντανή κοινότητα. Τα βιβλικά κείμενα συντάχθηκαν επίσης για να απαντήσουν στις ανάγκες και στις αναμονές μιας ζωντανής κοινότητας, τις οποίες οι ερευνητές οφείλουν να ανασυστήσουν. Το έργο του εξηγητή και του φιλοσόφου συνδέεται και στο πεδίο της πολυσημαντότητας του κειμένου. Είναι σπάνιο να μην έχουν γεννηθεί πολλές κοινότητες ερμηνείας από το ίδιο το κείμενο.

Ο φιλόσοφος διανύει το άλλο μισό του δρόμου προς την κατεύθυνση ενός σημείου συνάντησης με τον εξηγητή. Εδώ απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: να αποδεχτεί ότι τα λογοτεχνικά γένη των βιβλικών κειμένων προκαλούν την φιλοσοφική σκέψη, να διακρίνει την λεγόμενη «αλλαγή σκηνικού», που φτάνει μέχρι την μεταφορική γλώσσα, της οποίας η ποίηση είναι το πλησιέστερο κοσμικό ισοδύναμο, και, τέλος, να αντιληφθεί ότι η ανάγνωση φιλοσοφικών κειμένων, ακόμα και στο πλαίσιο συγκεκριμένων σχολών, δεν μπορεί καθόλου να συγκριθεί με την πρόσληψη ενός θρησκευτικού κειμένου από μια ιστορική κοινότητα, όπως οι ιουδαϊκές και οι χριστιανικές κοινότητες. Έτσι οι συγγραφείς δεν ζητούν από τους αναγνώστες του βιβλίου «να πιστέψουν μαζί με…» αλλά να συμμετάσχουν «δια της φαντασίας και της συμπάθειας» στην σχέση μεταξύ θεμελιωτικών κειμένων και κοινοτήτων ανάγνωσης και ερμηνείας ως ελάχιστη συνθήκη πρόσβασης στο νόημα αυτών των κειμένων.

Κατόπιν τούτων πώς να μην σπεύσει κανείς με ενδιαφέρον στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται «Η γαμήλια μεταφορά» και αφορά το Άσμα ασμάτων; Το κείμενο του Λακόκ με τίτλο «Η Σουλαμίτισσα» εκκινεί με μια εκ πρώτης όψεως απλή διαπίστωση για την γυναίκα του ποιήματος που αποκαλείται μεταξύ πολλών άλλων τρυφερών προσαγορεύσεων sosanah (κρίνο)· πρόκειται για ένα στοιχείο που υπογραμμίζει που υπογραμμίζει την ασυνήθιστη φύση του ποιήματος, αφού σε όλη την υπόλοιπη εβραϊκή Βίβλο, ο ρόλος της φύσης είναι δευτερεύον και υπηρετεί την μετάδοση ενός θρησκευτικού μηνύματος. Εδώ όμως βρίσκουμε εκστατικές περιγραφές μιας ολόκληρης σειράς φυτών, φρούτων, προϊόντων του αγρού και ζώων. Πρόκειται για περιγραφές καθαρά αισθητικές, που δεν χρειάζεται να «κυρωθούν» από κάτι «ανώτερο». Η φύση είναι όμορφη αυτοδικαίως και αυτοδυνάμως. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στις εβραϊκές γραφές. Η ερωτευμένη γυναίκα είναι κρίνο, όπως και κήπος, άμπελος, φοράδα, περιστερά, σμέρνα, κερήθρα, κρασί γάλα και εκπροσωπεί πραγματικά την ομορφιά ολόκληρου του σύμπαντος. Στα άλλα βιβλικά κείμενα η γυναικεία ομορφιά υμνείται για την «χρησιμότητά» της στην εκπλήρωση ενός ιερού σχεδίου (Σωσάννα, Ιουδήθ, Εσθήρ και κατ’ επέκταση Ρουθ)· οι ηρωίδες αυτές χρησιμοποιούν επίσης την αισθητική για ιστορικούς και θεολογικούς σκοπούς. Δεν συμβαίνει το ίδιο στο Άσμα, όπου η αισθητική καλλιεργείται αυτοδικαίως, χωρίς καμία αμηχανία και καμία ανάγκη να δικαιολογηθεί.

Ο Λακόκ υποστηρίζει πως το βιβλίο πρέπει να εξεταστεί χωριστά από την υπόλοιπη Βίβλο γιατί πρόκειται για ένα ποίημα ανατρεπτικό, ενώ το ύφος του είναι παραπλανητικά λυρικό και βουκολικό. Ο ποιητής χρησιμοποιεί την ανώδυνη γλώσσα των φιλοφρονήσεων και παρουσιάζει στους πουριτανούς, μέσω της αντίθεσης και της ειρωνείας, έναν κόσμο αμιγώς ερωτικό. Στο Άσμα ασμάτων ο έρωτας είναι «αποηθικοποιημένος», ένα στοιχείο που πάντως δεν γίνεται σεβαστό από τους σύγχρονους βιβλιστές. Ολόκληρο το ποίημα ψάλλει τον «ελεύθερο έρωτα», τον έρωτα χωρίς επίσημη ή θεσμική αναγνώριση. Υπήρξαν μελετητές όπως ο Ραβί Aqiba που αντιτάχθηκαν στο ρεύμα της «κοσμικής» ερμηνείας του ποιήματος και ήθελαν να επιβάλουν την αλληγορική, έτσι ώστε το ποίημα να αποκτήσει πρόσβαση στον Κανόνα των Γραφών. Είχε μάλιστα, αλλού γράψει, αν δεν είχε δοθεί η Τορά, το Άσμα θα αρκούσε για να καθοδηγεί τον κόσμο.

Ο εξηγητής είναι βέβαιος ότι ο συγγραφέας είναι γυναίκα και προσπαθεί να το αποδείξει. Στο ποίημα μιλά κυρίως η νεαρή γυναίκα, και, ακόμα κι αν αγαπημένος της μιλά επίσης συχνά, συμβαίνει πολλές φορές να παραθέτει λόγια της Σουλαμίτισσας. Πρόκειται για φαινόμενο μοναδικό στη Βίβλο, παρόλο που δεν είναι το πρώτο ποίημα της αρχαίας Εγγύς Ανατολής ή της βιβλικής ποίησης που έχει γραφτεί από γυναίκα. Γυναίκες συχνά σχηματίζουν ομάδες τραγουδιστριών και χορευτριών, πολλά ποιητικά είδη όπως το επιτάφιο άσμα ανήκουν στη δικαιοδοσία των γυναικών, στα ανάγλυφα του Ελ-Αμάρνα μια γυναίκα διευθύνει την ορχήστρα, η είσοδος στο Ναό της Ιερουσαλήμ δεν απαγορεύεται σε γυναίκες, εν ολίγοις στην αρχαία Εγγύς Ανατολή δεν ήταν απλώς δυνατό αλλά και πιθανό να γραφτεί ερωτικό άσμα από γυναίκα.

Αν εξετάσουμε προσεκτικά το περιεχόμενο του Άσματος θα εκπλαγούμε από την μεγάλη ελευθερία της Σουλαμίτισσας. Η πρωτοβουλία ανήκει τις περισσότερες φορές σε αυτήν. Η αιγυπτιακή επίδραση είναι αδιαμφισβήτητη· η χώρα του Νείλου είχε πολύ πιο φιλελεύθερη αντίληψη για τις γυναίκες και χρησίμεψε ως πρότυπο στην ποιήτρια του άσματος. Η θέση της είναι κεντρική στο ποίημα και όλα τα περιστατικά εξιστορούνται από την δική της σκοπιά. Είναι  εκπληκτική η ομοιότητά της με την στάση πολλών άλλων ηρωίδων, όπως η Ρουθ στο αλώνι, η Θαμάρ στις πύλες της Αινάν ή η Ιoυδήθ στη σκηνή του Ολοφέρνη αλλά η Σουλαμίτισσα αγγίζει επικίνδυνα το όριο της αναισχυντίας. Δεν υποστηρίζεται όμως η χαλάρωση των ηθών ή ο λεγόμενος «ελεύθερος έρωτας». Η Σουλαμίτισσα είναι πράγματι ελεύθερη γυναίκα, αλλά η ελευθερία της συνίσταται στο να παραμένει πιστή σε εκείνον που αγαπά. Πρόκειται για μια πίστη που δεν επιβάλλεται από τα δεσμά του γάμου και τις κοινωνικές απαιτήσεις.

Η γυναίκα υμνείται ως ερωτευμένη. Είναι αλήθεια ότι το Άσμα ασμάτων εξυμνεί την χαρά της ζωής και την χαρά του έρωτα, από την οποία απουσιάζει κάθε αίσθημα ενοχής. Η ενοχή που αισθάνεται το προπατορικό ζευγάρι όταν ανακαλύπτει την γύμνια του υπερβαίνεται εδώ από τη μαγεία που ασκεί η διαφορά. Το ποίημα απομυθικοποιεί την σεξουαλική ένωση και παραπέμπει με συγκαλυμμένο τρόπο στην υπαρξιακή εμπειρία της ένωσης Θεού και Ισραήλ. Ο σαρκικός έρωτας δεν είναι εδώ μιμητική αντιγραφή ενός αρχέγονου θεϊκού αρχετύπου. Κάθε έννοια χρησιμότητας αποκλείεται. Η γονιμότητα δεν θεωρείται πουθενά δικαίωση της ένωσης του άνδρα και της γυναίκας, γεγονός που αποκλείει εντελώς την πιθανότητα να πρόκειται για το ποίημα ή το κείμενο μιας γιορτής της εποχιακής αναβλάστησης ή μιας γαμήλιας τελετής, όπως, για παράδειγμα, διέγνωσαν στις αμοιβαίες ηδονικές περιγραφές των ερωτευμένων στα ποιήματα που συνηθίζονταν στα χωριά της Σύριας στη διάρκεια της επταήμερης γαμήλιας τελετής.

Το μοτίβο της τελετουργικής μετάβασης «στο σπίτι του πατέρα» αντικαθίσταται με την άνευ προηγουμένου πρόσκληση που απευθύνει η μνηστή στον μνηστήρα να έρθει στο σπίτι της μητέρα της. Έτσι οι ρόλοι αντιστρέφονται: η πρόσκληση προέρχεται από τη γυναίκα και η μελλοντική συγγένεια συνάπτεται με τη μητέρα. Το ποίημα δεν υμνεί την κοινωνική συγκατάθεση σε έναν «συμβατικό γάμο» αλλά ψάλλει τον «απείθαρχο» έρωτα. Εδώ ο Λακόκ παραπέμπει στον ίδιο τον Ρικέρ γράφει: ο Έρωτας δεν είναι θεσμός. Τον προσβάλλουμε όταν τον υποβιβάζουμε σε συμβόλαιο, σε συζυγικό καθήκον – νόμος του είναι η αμοιβαιότητα του δώρου. Γι’ αυτό και είναι υπο-νομικός, παρα-νομικός, υπερ-νομικός. Το αίνιγμα της σεξουαλικότητας, συνεχίζει ο Ρικέρ, έγκειται στο ότι παραμένει απρόσβλητη από την τριλογία που συνιστά τον άνθρωπο: γλώσσα, εργαλείο, θεσμός. Μπορεί να επιστρατεύει την γλώσσα αλλά τη διαπερνά, την ανατρέπει, την μετουσιώνει, την αποβλακώνει, της αφαιρεί την διαμεσολαβητικότητά της· δε είναι λόγος αλλά έρως

Φυσικά εκείνο που η συγγραφέας του Άσματος έγραψε με πρόθεση ανατρεπτική και απελευθερωτική ενσωματώθηκε δια της βίας στην «αστική νοοτροπία» μέσω μεταγενέστερων αναγνώσεων. Στον έρωτα του ποιήματος αντιπαρατάχθηκε μια εξαϋλωμένη αγάπη και το επαναστατικό πνεύμα του έργου μετατράπηκα σε μυστικό και δυιστικό ύμνο. Το Ειδύλλιο που έγραψε η συγγραφέας έφερε σε αμηχανία τους Ιουδαίους συμπατριώτες της και αργότερα τους Χριστιανούς. Αλλά, ως γνωστόν, μια εύκολη ερμηνευτική αρχή για οτιδήποτε θεωρείται σκανδαλώδες από τους αδιάλλακτους συντηρητικούς είναι η προσφυγή στην αλληγορία. Όσο τολμηρότερη είναι μια ερωτική σκηνή τόσο περισσότερο ωθεί ορισμένους να την ερμηνεύσουν μυστικιστικά. Πρόκειται για κανόνα που, όμως μας λέει ο Jean Daniélou, είχε ήδη θεσπιστεί από τον Ωριγένη: «Οι Γραφές δεν είναι δυνατό να μας λένε κάτι που ο Θεός θεωρεί ανάξιο. Αν υπάρχει κάτι ανάξιο του Θεού, πρέπει να ερμηνεύεται πνευματικά».

Και ποια είναι η θέση των όρκων στο Άσμα; Έχουμε να κάνουμε με «κοσμικούς» όρκους, κάτι απολύτως βλάσφημο για τον αρχαίο κόσμο που θεωρούσε αυτονόητο ότι ο όρκος γίνεται στο όνομα των θεών. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε, υποστηρίζει ο Λακόκ, ότι οι ακροατές (και αργότερα οι αναγνώστες) του Άσματος στα εβραϊκά δεν κατάλαβαν τον υπαινιγμό. Όπως ακριβώς ο «Σολομώντας» χρησιμοποιείται στο βιβλίο ειρωνικά, σαν η συγγραφέας να θέλει να κοροϊδέψει το κατεστημένο, οι τυπικές εκφράσεις των όρκων παρωδούν και περιπαίζουν τη θρησκευτική γλώσσα. Από την άλλη, το Άσμα 7, 1 είναι το πρώτο και μοναδικό κείμενο όπου η νέα αποκαλείται (δυο φορές) «Σουλαμίτις», επωνυμία που έρχεται σε αντιδιαστολή με την Σουναμίτισσα, την παθητική και πραγμοποιημένη γυναίκα. Η Σουλαμίτισσα είναι ακριβώς το αντίθετό της, ένα ενεργητικό υποκείμενο, ένας αντι-Σολομώντας.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, ενώπιον καθαρής ασέβειας! Η ποιήτρια χρησιμοποιεί ειρωνικά εκφράσεις που είχαν γίνει «ιερές» μέσα στα γιαχβιστικά κείμενα. Το Άσμα δεν είναι βιβλίο που γράφτηκε για τον παγανιστικό ιερό γάμο, ούτε αλληγορία της ενδόμυχης σχέσης Θεου και Ισραήλ (κι ακόμα λιγότερο, εννοείται, της σχέσης Χριστού και Εκκλησίας). Είναι η εξύμνηση το έρωτα. Μιλά για τον ελεύθερο, τον αδάμαστο και μάλιστα, ως έναν βαθμό, παράνομο έρωτα, με έναν λόγο φυσιοκρατικό και παρωδιακό. Και αποτελεί θαύμα που βρίσκεται μέσα στον Κανόνα των Αγίων Γραφών.

Στο δικό του κείμενο ο Ρικέρ αναφέρεται σε πολλά γνωρίσματα του ποιήματος που το κρατούν ανοιχτό σε μια πολλαπλότητα ερμηνειών και υπογραμμίζει την τάση όλου του μεταφορικού παιχνιδιού που υπερβαίνει την κυρίως αναφορική λειτουργία του ποιήματος, δηλαδή την σεξουαλική. Η επιστροφή στον Ωριγένη, «έναν από τους εισηγητές της αλληγορικής ερμηνείας, σπουδαιότερο εκφραστή του αλληγορισμού των Πατέρων της εκκλησίας και θεμελιωτή όλης της ανατολικής εξηγητικής παράδοσης και στη συνέχεια της δυτικής παράδοσης που έχει χαρακτηριστεί αλληγορική» είναι αναπόφευκτη. Για τον Ρικέρ η Γραφή είναι ένα τεράστιο εργοτάξιο, λέξεων, στο οποίο καμία λέξη δεν παρουσιάζεται χωρίς λόγο και όπου, κατά συνέπεια, όλες οι λεκτικές συσχετίσεις επιτρέπονται και, ακόμη καλύτερα, συνιστώνται.

Ο δεσμός της αλληγορικής παράδοσης και της μοναστικής συνθήκης είναι ισχυρότατος. Για την ασκητική και μυστική παράδοση που σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με την μοναστική συνθήκη, η σημασία του γαμήλιου είναι κατ’ αρχάς πνευματική και για εμάς τους μοντέρνους διανοητές, έγινε κατ’ αρχάς σαρκική, μέχρι του σημείου να μην βλέπουμε περισσότερη διαφορά μεταξύ του γαμήλιου και του ερωτικού απ’ ότι έβλεπαν οι Αλεξανδρινοί μεταξύ γαμήλιου και μυστικού. Η σεξουαλική πράξη αποενοχοποιείται και το αμάρτημα δεν μπορεί να αποδοθεί εφεξής παρά μόνο στην ποιότητα της σχέσης προς τον άλλον, η οποία ενεργοποιείται στο σεξουαλικό επίπεδο (έλλειψη συγκατάθεσης, αναγωγή στην κατάσταση αντικειμένου, εκμετάλλευση, βία κ.λπ.).

Είναι εμφανές ότι αυτή η συνομιλία πάνω στα δύσβατα χωρία της Βίβλου μας προσφέρει ένα σπάνιο πνευματικό ταξίδι. Τα υπό έρευνα κεφάλαια και οι αντίστοιχοι τίτλοι των συνομιλητών, εκτός του προαναφερθέντος: Γένεσις 2-3 [Ρωγμές στον τοίχο, Ας σκεφτούμε τη Δημιουργία], Έξοδος 20,13 [Ου φονεύσεις, Υπακούοντας από αγάπη], Ιεζεκιήλ 37 [Από το θάνατο στη ζωή, Φύλακας του επικείμενου], Ψαλμός 22 [«Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;», Ο Θρήνος ως προσευχή], Έξοδος 3,14 [Η αποκάλυψη των αποκαλύψεων, Από την ερμηνεία στη μετάφραση], Γένεσις 44 [Μια αρχαία αφήγηση: Η ιστορία του Ιωσήφ], Ζαχαρίας 12,10 [«Et aspicient ad me quem confixerunt»].

Εκδ. Άρτος Ζωής, 2005, μτφ. Αλεξάνδρα Παπαθανασίου, Φώτης Σιατίτσας, 522 σελ. [Thinking biblically: Exegetical and Hermeneutical Studies, 1998]

Στις εικόνες: εικονογραφήσεις για το Άσμα Ασμάτων από τους: Marc Chagall, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Hans Erni, Janna Shulrufer, (Χαράκτης) Τάσσος [Αλεβίζος], Egon Tschirch, Hans Erni, Γιάννης Κυριακίδης.

28
Μαρ.
22

Συλλογικό – Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων [Επιμέλεια: Σταύρος Ζουμπουλάκης]

Διαβάζω πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την σειρά των «Συναντήσεων» του Άρτου Ζωής, στην ουσία τα πρακτικά των συνεδρίων που οργανώνει ο εκδοτικός οίκος, καθώς έχουν πάντα έναν πλούτο κειμένων για ένα συγκεκριμένο θέμα κάθε φορά, κείμενα που κατατίθενται σε κατά κυριολεξία ανοιχτές συναντήσεις ανθρώπων που σκέφτονται εντός της πίστεως με στοχαστές του εκκοσμικευμένου Λόγου. Πίσω από τον τίτλο του συγκεκριμένου τόμου διακρίνεται ο Πασκάλ και το Memorial εκείνης της πυρακτωμένης νύχτας της 23ης Νοεμβρίου 1654 όπου τέθηκε η απόλυτη τομή: από τη μια ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, ο Θεός του Ιησού Χριστού, και από την άλλη ο Θεός των φιλοσόφων και των επιστημόνων, με οριστική απάντηση – κατάφαση στον πρώτο, με τον οποίο μπορείς να συνομιλήσεις, να ελπίσεις στο έλεός του, να απελπιστείς, να εξεγερθείς εναντίον του, να επιστρέψεις ή να μην επιστρέψεις, σε αντίθεση με τον Θεό κάποιας φιλοσοφικής θεωρίας ή συστήματος με τον οποίο δεν μπορεί να υπάρχει καμία προσωπική σχέση.

Ερευνάται λοιπόν εδώ, όπως γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο εισαγωγικό του σημείωμα, η σχέση βιβλικού και φιλοσοφικού Θεού και όχι η σχέση θεολογίας και φιλοσοφίας. Μπορεί η απόλυτη διχοτομία του Πασκάλ να υιοθετήθηκε από ένα ολόκληρο ρεύμα σκέψης, με κορυφαία δείγματα τον Κίρκεγκωρ και τον Καρλ Μπαρτ, πολλοί άλλοι στοχαστές όμως, που ήταν ταυτόχρονα και άνθρωποι της πίστης, δεν θα την δεχτούν και θα εκπονήσουν το έργο τους με τους αυστηρότερους όρους του φιλοσοφείν, όπως για παράδειγμα ο Λεβινάς, που εννοούσε το δικό του έργο ως μετάφραση της βίβλου στα ελληνικά, δηλαδή στην γλώσσα της φιλοσοφίας. Ο τόμος χωρίζεται σε πέντε συνεδρίες, οι οποίες προφανώς ακολουθούν την χρονολογική – ιστορική σειρά των υπό έρευνα περιόδων, αλλά λόγω ειδικότερου προσωπικού ενδιαφέροντος τα δυο κείμενα που με έλκυσαν περισσότερο και επιλέγω να παρουσιάσω προέρχονται από την πέμπτη συνεδρία

«Ο θεός ως παράδοξο στη σκέψη του Κίρκεγκωρ» αποτελεί το αντικείμενο της μελέτης της Βασιλικής Τσακίρη. Η θεώρηση του Θεού ως ενός προσωπικού Θεού, ως ενός άλλου υποκειμένου/προσώπου το οποίο σχετίζεται με το άτομο/υποκείμενο μέσω μιας σχέσης υποκειμένων (μιας σχέσης Εγώ-Εσύ) και όχι μιας σχέσης αντικειμένων (δηλ. μιας σχέσης Εγώ-αυτό), κατέχει κομβική θέση στη φιλοσοφία του Κίρκεγκωρ και εξηγεί εν μέρει γιατί ο τελευταίος απορρίπτει όλες τις προσπάθειες απόδειξης ύπαρξης του θεού αποτυγχάνουν εντελώς στη στόχευσή τους. Όπως και ο Καντ, ο Κίρκεγκωρ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη σκέψη και νόηση δεν θα μπορέσει να συλλάβει ποτέ επαρκώς εννοιολογικά το θείο ούτε να αποδείξει την ύπαρξή του χρησιμοποιώντας ερευνητικές μεθόδους. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στα Φιλοσοφικά ψιχία ή κνήσματα και περιτμήματα, «Το υπέρτατο παράδοξο της σκέψης είναι ότι θέλει να ανακαλύψει κάτι το οποίο δεν μπορεί να σκεφτεί» (στην μετάφραση του Κωστή Παπαγιώργη). Έτσι, σύμφωνα με τον Ρικαίρ, η καντιανή ρήση «Έπρεπε λοιπόν να καταργήσω τη γνώση, για να κερδίσω τόπο για την πίστη» μπορεί να ερμηνευτεί σε αντιστοιχία με την κιρκεγκωριανή θέση ότι, όταν «η διάνοια αυτοεκμηδενίζεται», αναδύεται ένα «ευτυχές πάθος… [που] θα το αποκαλέσουμε πίστη». Η θέση του Καντ, όμως, πως η πίστη είναι έλλογη, πρακτική και ηθική και ο Θεός γίνεται αντιληπτός είτε ως ρυθμιστική αρχή είτε ως αίτημα του πρακτικού Λόγου είτε ως ο ηθικός κυρίαρχος του κόσμου, δεν ταυτίζεται με την υπερβατική, παράδοξη πίστη του Κίρκεγκωρ, o οποίος πιστεύει πως με αυτό τον τρόπο ο Θεός γίνεται ένα αόρατο σημείο και εξαφανίζεται σαν μια σκέψη χωρίς ισχύ.

Για τον Δανό φιλόσοφο, υπέρμαχο της έμμεσης επικοινωνίας Θεού-ανθρώπου, δεν τίθεται ζήτημα άμεσης αποκάλυψης του Θεού στον άνθρωπο. Μια τέτοια άμεση αποκάλυψη θα κατέστρεφε την υποκειμενικότητα του ανθρώπου, θα παραβίαζε την ελευθερία του και ταυτόχρονα θα οδηγούσε σε μια ειδωλολατρική πρόσληψη του Θεού. Ακριβώς η κρυπτότητα του Θεού αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πρόσληψής του. Στο έργο του Φόβος και τρόμος ο Θεός ακριβώς σκιαγραφείται ως πρόσωπο και ως Απόλυτο Άλλο, δηλαδή ως υπόσταση ταυτόχρονα ανοιχτή στη σχέση με τον άνθρωπο και προσήκουσα στον υπερβατικό χώρο, προσεγγίσιμη μόνο δυνάμει του παραλόγου. Με άλλα λόγια, ο καθημερινός λόγος αδυνατεί να εκφράσει τη μυστική σχέση που είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μεταξύ Θεού και ανθρώπου και της οποίας η σιωπή αποτελεί τον προνομιακό τρόπο ανάπτυξης και εκδήλωσης.

Όσο μεγαλύτερη και βαθύτερη είναι η γνώση του εαυτού, όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από τον εαυτό/είδωλο τόσο μεγαλύτερο είναι και η αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο και άρα και η ιερή γνώση του Θεού. Ο Κίρκεγκωρ δεν αναφέρεται σε πομπώδεις φανερώσεις το θείου ούτε σε μυστικιστικές εμπειρίες του ανθρώπου αλλά στην εσωτερική ανάπτυξη του εαυτού «ως το σημείο όπου ο Θεός γίνεται μια ουσιώδης πραγματικότητα για τον άνθρωπο». Έχει μάλιστα υποστηριχθεί από τον Ντέιβιντ Λω ότι στο έργο του Κίρκεγκωρ σημείο της φανέρωσης του Θεού είναι η δημιουργία ελεύθερων όντων που έχουν τη δυνατότητα άσκηση της ελευθερίας τους και της ανάπτυξής τους.

Η ενσάρκωση του Χριστού ως Θεανθρώπου απασχολεί ιδιαίτερα την σκέψη του Κίρκεγκωρ, ο οποίος επιχειρεί να διαφοροποιηθεί από τις κύριες χριστολογικές τάσεις της εποχής του που είτε επικεντρώνονταν στην ιστορικότητα του Ιησού, είτε αντιμετώπιζαν την εν λόγω εμφάνιση ως μια ιστορική αναγκαιότητα, είτε ανήγαγαν τον Ιησού σε έναν δάσκαλο του δόγματος. Το δικό του ενδιαφέρον έγκειται στη σκανδαλώδη και παράδοση υπαρξιακή σημασία του Χριστού, στο μέτρο που η ιστορική του εμφάνιση, η είσοδος της αιωνιότητας στον ιστορικό χρόνο καθώς και ο ταπεινός τρόπος ζωής του αποτελεί το μέγιστο σκάνδαλο για τη σκέψη. Συνεπώς η ενσάρκωσή του Ιησού αποτελεί για τον φιλόσοφο μια δεύτερη έκφανση του παραλόγου. Η παράδοξη ένωση ιστορικότητας και αιωνιότητας στο πρόσωπο του Χριστού ανοίγει  τον δρόμο και αφήνει τα ίχνη που είναι απαραίτητα για την μίμηση αυτής της παράδοξης μορφής ύπαρξης και από το ίδιο το άτομο.

Χρησιμοποιώντας μια αναλογία, ο Κίρκεγκωρ παρομοιάζει τη σχέση του Χριστού με τον άνθρωπο με τον έρωτα ενός βασιλιά με μια υπηρέτρια όπου προκρίνεται αναγκαστικά η μόνη επιλογή της έμμεσης επικοινωνίας, (καθώς η αποκάλυψη του μεγαλείου του βασιλιά θα σκότωνε την αγαπημένη του, αφού «η αγάπη δεν αλλάζει το αγαπώμενο, αλλάζει τον εαυτό της»), να κατέλθει ο βασιλιάς στο επίπεδο της υπηρέτριας και να την συναντήσει ως υπηρέτης, σεβόμενος τα όρια και την αυτονομία της. Αντίστοιχα ο Ιησούς συναινεί εκουσίως την εμφάνισή του ως υπηρέτης και εμφανίζεται incognito, διατηρώντας εν μέρει την κρυπτότητά του. Η ιστορική εμφάνιση του Ιησού, το πέρασμα από την κρυπτότητα στην μερική τουλάχιστον φανέρωση του προσώπου του αποτελεί για τον φιλόσοφο την «στιγμή», που την αποκαλεί «πληρότητα του χρόνου». Το άτομο καλείται να συμμετάσχει ενεργά στο παράδοξο της Ενσάρκωσης και δύναται να γίνει πραγματικά σύγχρονο του Ιησού όταν βιώνει στο μέγιστο βαθμό την παραδοξότητα αυτής της στιγμής, με βασική προϋπόθεση, φυσικά, την πίστη του. Στο ύστερο έργο του Άσκηση στον χριστιανισμό καθίσταται φανερό ότι η απαραίτητη αυτή πίστη δεν είναι άλλη από το δώρο της δυνατότητας της συγχρονικότητας, της συνεχούς δηλαδή παρουσίας του Χριστού ως διωκόμενου Χριστού στη ζωή του ανθρώπου και αυτή ακριβώς η σύλληψη χαρακτηρίστηκε από τον Λεβινάς  ως μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Κίρκεγκωρ στην φιλοσοφία. 

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επισκόπηση της πνευματικής διαδρομής του Λεόν Σεστώφ κατατίθεται από τον Σταύρο Ζουμπουλάκη στο κείμενο «Αθήνα και Ιερουσαλήμ: Πού κατοικεί τελικά ο Σεστώφ;». Ο φιλόσοφος που έχει σαρκάσει από τον Σωκράτη ως τον Έγελο, τον Καντ και  τον Σπινόζα, πίστευε πως πίστευε πως «όποιος προσβλέπει στην αλήθεια οφείλει να μάθει την τέχνη να διαβάζει τα λογοτεχνικά έργα». Στα δοκίμιά του άλλωστε δεν διακρίνει τα λογοτεχνικά έργα από τα φιλοσοφικά και τα χρησιμοποιεί και τα δύο αξεχώριστα ως πηγές της σκέψης του.

To θέμα του Θεού είναι το μόνο ζήτημα σε ολόκληρο το έργο του Σεστώφ. Στα κείμενά του γράφει διαρκώς για την χριστιανική πίστη και το Ευαγγέλιο, ώστε όλοι σχεδόν να ότι ήταν ένας εβραίος που είχε μεταστραφεί στον χριστιανισμό. Ο Σεστώφ παίρνει θέση στο μεγάλο φιλοσοφικο-θρησκευτικό κίνημα των αρχών του 20ού αιώνα στην Ρωσία και ορίζει τον κεντρικό άξονα  του πνευματικού εγχειρήματός του, ο οποίος θα παραμείνει σταθερός μέχρι το τέλος της ζωής του: πόλεμος κατά της λογικής και της ηθικής και αναζήτηση του Θεού πέρα από αυτές και εναντίον τους. Ο Νίτσε είχε ανοίξει τον δρόμο μα είχε και αυτούς τους έστω και ελάχιστους προδρόμους του: Πλωτίνος, Τερτυλλιανός, Αυγουστίνος, Πέτρος Δαμιανός, Λούθηρος, Πασκάλ, Κίρκεγκωρ, Ντοστογιέφσκι και εξαιρώντας βέβαια τους συγγραφείς και τα κείμενα της Βίβλου. Όλοι τους όμως έμειναν στα μισά του δρόμου, δείλιασαν και δεν ολοκλήρωσαν την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της λογικής και της ηθικής.

Κατά τον Σεστώφ o Λούθηρος ορίζεται ως ο κατεξοχήν πρόδρομος του Νίτσε. Το Sola fide, που ο Λούθηρος το παραλαμβάνει από τον απόστολο Παύλο και τον Αυγουστίνο, από την πολεμική του ειδικότερα κατά του Πελαγίου, λυτρώνει τους ανθρώπους από την αλαζονική αυταπάτη ότι μπορούν να σωθούν με τις δικές τους δυνάμεις, με τα καλά τους έργα, με την αρετή τους. Η αρετή και τα καλά έργα όχι μόνο δεν σώζουν αλλά διαφθείρουν την ψυχή, αφού της πορίζουν δόξα. Εκείνο που χαρακτηρίζει τον καθολικισμό είναι η ιδέα της αλάθητης αυθεντίας και εξουσίας της Εκκλησίας. Πρόκειται για μια ιδέα που καθολικισμός έχει πάρει από την Αρχαία Ελλάδα, μόνο που στη θέση του Λόγου τοποθέτησε την εκκλησία. Η Καθολική Εκκλησία τιμά τον απόστολο Παύλο αλλά σκέφτεται σαν τον Σωκράτη. Την αγεφύρωτη και ασυμβίβαστη διαφορά λογικής και πίστης, φιλοσοφίας και Βίβλου, Αθήνας και Ιερουσαλήμ, η Ευρώπη δεν μπορούσε να τη δεχτεί. Ο χριστιανισμός, προκειμένου να γίνει δεκτός στην Ευρώπη, έπρεπε να υποταχθεί στη λογική, στη φιλοσοφία. Η θεολογία έγινε υπηρέτρια της φιλοσοφίας, και όχι το αντίθετο, όπως νομιζόταν.   

Η συνάντηση του Σεστώφ με το έργο του Κίρκεγκωρ υπήρξε συγκλονιστική. Ο Κίρκεγκωρ κατά τον Σεστώφ είναι ο μεγάλος στοχαστής της υπαρξιακής φιλοσοφίας, η οποία, αντίθετα από ό,τι η θεωρητική, δεν επιδιώκει να κατανοήσει, αλλά να οδηγήσει τον άνθρωπο να ζήσει, να τον οδηγήσει να δρέψει τον καρπό του δέντρου της ζωής, και όχι του δέντρου γης γνώσης. Ο μόνος δρόμος για αυτό είναι ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το Παράλογο μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη δεσποτεία της λογικής και της ηθικής και να τον οδηγήσει στην Ελευθερία της απεριόριστης δυνατότητας, δηλαδή στον Θεό.

Η σχέση γνώσης και πίστης, θεωρητικού φιλοσοφικού Λόγου και Βίβλου, Αθήνας και Ιερουσαλήμ είναι το μόνο σταθερό ερώτημα του Σεστώφ. Είναι υπέρ του Αβραάμ και εναντίον του Σωκράτη, υπέρ του Ιώβ και εναντίον του Έγελου. Τις δυο πόλεις δεν τις συνδέει κανένας δρόμος, είναι ασύμβατοι προορισμοί. Η Αθήνα αντιπροσωπεύει τον κόσμο της λογικής και της ηθικής, τον κόσμο των καθολικών, αιώνιων, υποχρεωτικών για όλους αληθειών, δηλαδή τον κόσμο της αναγκαιότητας. Η Ιερουσαλήμ αντιπροσωπεύει τον κόσμο της πίστης, δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη αιώνιων και απαράβατων νόμων, είναι ο κόσμος του Θεού, που σημαίνει ότι στην πόλη αυτή όλα είναι δυνατά, τίποτε δεν είναι οριστικό, ακόμη και αυτό που έχει ήδη γίνει μπορεί να αλλάξει. Η Ιερουσαλήμ είναι τελικά ο κόσμος των θαυμάτων και της απόλυτης Ελευθερίας.

Όμως πόσο βιβλική είναι η πίστη του Σεστώφ, μια πίστη για την οποία είναι ξένα η αγάπη, το έλεος και η δικαιοσύνη; Η Βίβλος είναι πρωτίστως η κλήση του Θεού στους ανθρώπους να συγκροτήσουν μια κοινότητα λατρευόντων και τηρούντων τις εντολές του, οι οποίες συγκεφαλαιώνονται στην αγάπη και στον συνάνθρωπο· πρόκειται για μια βιβλική ηθική. Η πίστη του Σεστώφ δεν έχει καμία κοινοτική αναφορά, είναι μοναχική, αναρχική. Όταν η πίστη διαδίδεται, θεωρεί ο Σεστώφ, όταν υιοθετείται από τους πολλούς, τότε χάνεται, πόσο μάλλον όταν θεσμοποιείται και γίνεται Εκκλησία ή Συναγωγή. Η πίστη που γεννιέται μέσα στην απελπισία, στη μοναξιά, στην απόλυτη μυστικότητα είναι τελικά έκσταση, γι’ αυτό και είναι αμετάδοτη στον πολύ κόσμο, που ψάχνει απλώς λύση στα προβλήματά του.

Πρόκειται για μια πίστη ριζικά αντιηθική, πηγή της οποίας δεν είναι παρά η απελπισία. Μόνο ο απελπισμένος άνθρωπος χωρίς βεβαιότητες, εκείνος που έχει χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του μπορεί να σπάσει τα δεσμά της λογικής και της ηθικής και να στραφεί στον Θεό. Πουθενά όμως στο έργο του δεν βρίσκεται η χαρά της αληθινής συνάντησης με τον Θεό. Πρέπει να καταστρέψουμε την λογική και την ηθική για να μείνουμε χωρίς βεβαιότητες και στηρίγματα, και να ζήσουμε αυθεντικά απελπισμένοι. Έτσι η Ιερουσαλήμ του Σεστώφ δεν έχει τα βασικά γνωρίσματα της βιβλικής πόλης. Όμως χωρίς αγάπη για τον πάσχοντα δεν μπορεί ποτέ να γίνει κάτοικός της. Χωρίς έλεος, αγάπη, δικαιοσύνη, συγχώρηση δεν υπάρχει Ιερουσαλήμ. Ο Σεστώφ μένει για πάντα Αθηναίος που μισεί τον τόπο του και αποφασίζει να ζήσει στην Ιερουσαλήμ, πάντα όμως ως Αθηναίος, καταλήγει ο Ζουμπουλάκης.

«Είναι η σύγχρονη ενασχόληση των φιλοσόφων με τον Παύλο καλά νέα για τους χριστιανούς;» αναρωτιέται στην δική του κατάθεση ο π. Ευάγγελος Γκανάς, εκκινώντας από την παρατήρηση πως μια σειρά από στοχαστές με κοινό στοιχείο τη θητεία στους τελευταίους σπασμούς της μαρξιστικής ουτοπίας, παρουσίασαν εργασίες με οδηγητικό νήμα τη σκέψη του αποστόλου Παύλου. Σε έργα των Μπαντιού, Αγκάμπεν και Ζίζεκ ειδικότερα, επιχειρήθηκε η σύζευξη του ιουδαϊκού με τον μαρξιστικό μεσσιανισμό, με κοινή αναφορά στον Μπένγιαμιν. Αρχικός εισηγητής της συζήτησης για την πολιτικής σημασία του έργου του Παύλου ήταν ο εβραϊκής καταγωγής φιλόσοφος Γιάκομπ Τάουμπες, σύμφωνε με τον οποίο ο Παύλος ως ένας καινούργιος Μωυσής, ανέθετε στον εαυτό του το έργο της δημιουργίας ενός νέου λαού. Το εγχείρημα επιχειρείται έχοντας προ οφθαλμών δυο στόχους: αφενός μια νέα έξοδο από την Αίγυπτο, που για τον Παύλο δεν είναι άλλη από τα ασφυκτικά πλαίσια του μωσαϊκού νόμου, που απαγορεύουν κάθε άνοιγμα και επαφή με τους goyim, τα έθνη, και αφετέρου την κήρυξη του πολέμου ενάντιο στον Ρωμαίο αυτοκράτορα και την απαίτησή του να λατρευτεί ως Θεός και να διεκδικήσει το ρόλο του χορηγού της αιώνιας ειρήνης. Ο Τάουμπες θα καταδείξει την επίδραση του Παύλου σε στοχαστές όπως ο Νίτσε και ο Φρόυντ, ο Μπένγιαμιν ή ο Αντόρνο και θα έχει ως μέλημά του να αναδείξει όχι μόνο τι είπε ο Παύλος τότε αλλά τι έχει να μας πει σήμερα.

Με το βιβλίο του για τον Παύλο ως θεμελιωτή μιας οικουμενικής σκέψης ο Μπαντιού στρέφεται στον Παύλο γιατί πιστεύει πως ανακαλύπτει σε αυτόν, πρώτον, μια αλήθεια οιονεί αντικειμενική, την πεποίθηση πως ό,τι είναι αληθινό, είναι αληθινό για όλους, και, δεύτερον, μια αποστολή, να μεταδοθεί η αλήθεια αυτή στα πέρατα του κόσμου. Στον Παύλο βλέπει τον ποιητή-στοχαστή του Συμβάντος· η αλήθεια εκρήγνυται ως ένα μοναδικό και εξαιρετικό Συμβάν που διακόπτει την υπάρχουσα τάξη. Για τον Παύλο το Συμβάν είναι ο Χριστός, εσταυρωμένος και αναστάς, γεγονός που είναι μωρία για τον ελληνικό λόγο και σκάνδαλο για τον ιουδαϊκό. Το Συμβάν θα μεταμορφώσει πλήρως την ζωή του και θα συγκροτήσει τη νέα του ταυτότητα. Ακολουθεί η ανάγκη να ονοματίσουμε το Συμβάν, να το προσφέρουμε σε όλους, γιατί αυτή η πράξη αποτελεί μέρος του. Η ανάσταση δεν συνιστά επιχείρημα, ούτε αποδεικνύει τίποτα, αφού για τον Μπαντιού αποτελεί ένα μύθο μη αποδεκτό σήμερα, συνιστά όμως μια καθαρή εκκίνηση. Η γνήσια επαναστατική πεποίθηση του Παύλου είναι ότι η κλήση του Ενός απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως. Εδώ είναι που ο Μπαντιού διακρίνει στον Παύλο το πάθος της οικουμενικότητας.

Ο δεύτερος στοχαστής, ο Αγκάμπεν, επιχειρεί να αναδείξει το παύλειο corpus ως το θεμελιώδες σώμα μεσσιανικών κειμένων της δυτικής παράδοσης. Ο Παύλος δεν είναι πια ο ιδρυτής μιας νέας θρησκείας, αλλά ο πιο απαιτητικός αντιπρόσωπος του ιουδαϊκού μεσσιανισμό. Το μεσσιανικό δεν πρέπει να συγχέεται με το εσχατολογικό· δεν συνίσταται στο τέλος του χρόνου, αλλά στο χρόνο που πρέπει να διατρέξουμε μέχρι να έρθει το τέλος, είναι ο χρόνος που απομένει. Ο Μεσσίας έχει ήδη έρθει, το μεσσιανικό συμβάν έχει λάβει χώρα, αλλά η παρουσία του εμπεριέχει ένα χρόνο, ο οποίος επεκτείνεται, όχι για να αναβάλει την παρουσία, αλλά για να την καταστήσει απτή. Υπ’ αυτή την έννοια κάθε στιγμή μπορεί να γίνει η θύρα δια της οποίας μπορεί να εισέλθει ο Μεσσίας.

Η θέση του Ζίζεκ, τέλος, είναι φαινομενικά παράδοξη: υπερασπίζεται μια αθεΐα, η οποία όμως μπορεί να καταστεί δυνατή μόνο αν διέλθει μέσα από τη χριστιανική εμπειρία. Βρίσκουμε έτσι εδώ μια μορφή επιβεβαίωσης της άποψης πως η ιουδαιοχριστιανική παράδοση, με τον ριζικό διαχωρισμό Θεού και κόσμου που επιχειρεί, την απομάγευση δηλαδή του κόσμου, εμπεριέχει τη δυνατότητα της αθεΐας. Ακολουθώντας τον Λακάν, ο Ζίζεκ θεωρεί πως με τον θάνατο του Χριστού πεθαίνει και η ελπίδα πως υπάρχει ένας πατέρας που μας έχει προσωρινά εγκαταλείψει, αλλά τελικά θα εμφανιστεί. Η παρουσία του «Αγίου Πνεύματος» έγκειται ακριβώς στην ύπαρξη μιας κοινότητας που στερείται την παρουσία του μεγάλου Άλλου.

Σε κάθε περίπτωση πίσω από το εγχείρημα των παραπάνω φιλοσόφων διακρίνεται ή κρύβεται το αγωνιώδες πολιτικό ερώτημα: Τι να κάνουμε; Αυτό αποκαλύπτεται εύγλωττα στην παραδοχή του Μπαντιού πως ο Παύλος είναι για τον Χριστό ό,τι υπήρξε ο Λένιν για τον Μαρξ ή στην τάση του Αγκάμπεν να βλέπει τον Παύλο ως πρόδρομο του Μπένγιαμιν ή στην προγραμματική θέση του Ζίζεκ για την αναγκαιότητα του χριστιανισμού ως σταδίου για την ποθούμενη εδραίωση ενός γνήσιου διαλεκτικού υλισμού. Ο Μπένγιαμιν είχε οδηγηθεί στον ισχυρισμό πως κάθε δευτερόλεπτο του παρόντος χρόνου μπορεί να γίνει η στενή πύλη δια της οποίας θα μπορούσε να διέλθει ο Μεσσίας.

Το τελικό συμπέρασμα, όπως το θέτει ο θεολόγος Χάουερβας, είναι πως το ενδιαφέρον του Παύλου ή του Λουκά δεν είναι να αποδείξουν την Ανάσταση, όχι βέβαια γιατί αυτή είναι αδιάφορη ως μύθος, όπως θεωρεί ο Μπαντιού, αλλά γιατί η μόνη απόδειξη που μπορεί να δοθεί είναι η ύπαρξη μιας κοινότητας, η ζωή της οποίας θα ήταν αδιανόητη αν ο Ιησούς δεν είχε αναστηθεί. Δεν συνιστά χρέος της κοινότητας να εξηγήσει την Ανάσταση, αλλά αντιστρόφως, η Ανάσταση εξηγεί την κοινότητα των χριστιανών. Σε κάθε περίπτωση κορυφαίοι θεολόγου του 20ού αιώνα, από τον Μπαρτ μέχρι τον ντε Λυμπάκ και τον Μπάλταζαρ, ή και σύγχρονοι όπως ο Χάουερβας, ο Μίλμπανκ ή ο Ρόουαν Ουίλλιαμς κατέδειξαν με το έργο τους πως θ θεολογία μπορεί κάλλιστα να βγαίνει από την κρυψώνα της και να συνομιλεί με την δική της φωνή στον δημόσιο χώρο του δυτικού κόσμου. Ίσως το μελάνι του Παύλου και της θεολογίας γενικότερα να είναι πολύ διαβρωτικό για να απορροφηθεί από την φιλοσοφία, καταλήγει ο π. Γκανάς.

Οι ανακοινώσεις – κείμενα που περιλαμβάνονται στον τόμο είναι οι εξής: Α΄ συνεδρία: Θεός και θεολογία στο έργο του Πλάτωνα (Παύλος Καλλιγάς), Είναι αναγκαίος ο Θεός στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη; (Βασίλης Κάλφας), Η θεολογία των Στωικών (Κατερίνα Ιεροδιακόνου), Ο Θεός στον Πλωτίνο: Νους ή Εν; (Ελένη Περδικούρη)· Β΄ Συνεδρία: Ο Θεός της Πεντατεύχου (Δημήτρης Καϊμάκης), Ο Θεός σε αγωνία: το προφητικό βίωμα του θείου διλήμματος μεταξύ δικαιοσύνης και αγάπης (Μυρτώ Θεοχάρους), Εν αρχή ην ο Λόγος: Το αποκλειστικά παλαιοδιαθηκικό υπόβαθρο, η μετεξέλιξη και η θεολογική σημασία του όρου «Λόγος» στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (Χρήστος Καρακόλης), Μονοθεϊσμός και αρχέγονος χριστιανισμός. Το παράδειγμα του 1 Κορ 8:1-6 (Χαράλαμπος Ατματζίδης)· Γ΄ Συνεδρία: Ο Θεός της Βίβλου και ο Θεός των φιλοσόφων στην πατερική θεολογία (π. Δημήτριος Μπαθρέλλος), Η καθαρή ενέργεια στον Θωμά Ακινάτη (Θάνος Σαμαρτζής), Ο Λούθηρος, η θεολογία του Σταυρού και ο σταυρός του θεολόγου (Παναγιώτης Κανταρτζής).

Στην Δ΄ Συνεδρία περιλαμβάνονται τα κείμενα: Πασκάλ και Ντεκάρτ: ο Θεός που κρύβεται και ο φανερός Θεός (Θοδωρής Δρίτσας), Ο Θεός του Σπινόζα (Άρης Στυλιανού), Ο Κάντ σε αναζήτηση του Θεού (Κώστας Ανδρουλιδάκης), Οι διενέξεις για τον πανθεϊσμό και τον αθεϊσμό στην κλασική γερμανική φιλοσοφία (Γιάννης Πίσσης), «Και ο λόγος σαρξ εγένετο». Η ορθολογικότητα του χριστιανισμού κατά τον Έγελο (Γιώργος Φαράκλας), και, τέλος, στην Ε΄ Συνεδρία (εκτός των τριών προαναφερθεισών καταθέσεων) τα: Quid Athenae Hierosolymis? Το δίλημμα πίστη ή/και λογική στη θεολογία. Οι προτάσεις της ρωσικής θεολογικής και φιλοσοφικής σκέψης (Νικόλαος Ασπρούλης), Μια νέα μορφή πανενθεϊσμού (Στέλιος Βιρβιδάκης). Στο τέλος όλων των συνεδριών αναπτύσσεται ενδιαφέρουσα συζήτηση που επίσης περιλαμβάνεται εδώ.

Εκδ. Άρτος Ζωής [Συναντήσεις, αρ. 2], 2012, 602 σελ. Περιλαμβάνονται σύντομα βιογραφικά των συνέδρων.

Στις εικόνες: Blaise Pascal, Søren Kierkegaard [David Amblard], έργο του Antoniuk Oleksandr, Søren Kierkegaard Kierkegaard, Leon Shestov [2], Jerusalem [Linda Feinberg], έργο του Todor Mitrovic, σκαρίφημα αγνώστου, έργο του Eric Gill και ο ναός Parroquia Santa Teresita del Niño Jesús -Diócesis de Ciudad Obregón, Cajeme, Sonora, Μεξικό.

19
Μαρ.
22

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119.

Σύμφωνα με την καταστατική αρχή του σαλού μου βίου η γυναίκα καταφάσκει οριστικά και αμετάκλητα την γυναικότητά της όταν είναι ξυπόλητη συνεπώς η επιτέλεση του χαρμόσυνου γεγονότος είναι η αφαίρεση των παπουτσιών και των καλτσών της. Η χρόνια αισθητική κι αισθησιακή εμμονή μου καταλαγιάζει μόνο με την συγγραφή ενός βιβλίου που την χαρτογραφεί. Το απόλυτο αυτό βιβλίο των ξυπόλητων ποδιών ξεκινά από την αναζήτησή τους έξω στους δρόμους και μέσα στις σελίδες. Εκεί συναντήθηκα τρεις φορές με τον Μίλτο Σαχτούρη.

Πού όμως ασκούσαν τα κορίτσια και οι γυναίκες τα ποθητά γυμνώματα; Μόνο στις κάμαρές τους επιδείκνυαν τις καμάρες τους, το πολύ και στα γύρω δωμάτια· κι εκεί καλότυχοι ήταν μονάχα όσοι διέθεταν σχετικό διαβατήριο, οικείοι, σύνοικοι κι επισκέπτες. Οι εξωτερικοί τόποι του ξεκαλτσώματος ήταν ακόμα πιο δυσεύρετοι. Οι παραλίες ήταν απομακρυσμένες στον χώρο και περιορισμένες στον παραθεριστικό χρόνο. Αλλά ο πρώτος μου μοναχικός περίπατος στην οδό Πατησίων, στην πλησιέστερη στο σπίτι μου μεγάλη λεωφόρο, μου υπέδειξε τους κατεξοχήν χώρους της αφαιρετικής κατάφασης των ποδιών. Η Πλατεία Αμερικής όριζε μια μεγαλοπρεπή έναρξη με το επιβλητικό κτίριο του κινηματογράφου Άττικα στο φόντο, τους φοίνικες στα ύψη, τις στάσεις των λεωφορείων που έρχονταν από τις συνοικίες με τα ευφάνταστα ονόματα,  στις γωνίες τα περίπτερα με τις γυναίκες που εξώπλατες κι εξωτικές μου χαμογελούσαν στα εξώφυλλα των περιοδικών.

Λίγο μετά την διασταύρωση με την Αγίου Μελετίου τα εμπορικά μαγαζιά αποδεικνύονταν περάσματα αληθινών γυναικών. Η πρώτη που τράβηξε το βλέμμα μου, αργοπερπάτητη και χαμογελαστή, μπήκε σ’ ένα κατάστημα παπουτσιών. Δεν την άφησα από τα μάτια μου, από την στιγμή που πλησίασε τον υπάλληλο με μια ευγενική έκφραση, άπλωσε το λεπτό της χέρι για να δείξει τα παπούτσια που ήθελε να δοκιμάσει, κάθισε διστακτικά σ’ ένα σκαμνάκι και περίμενε. Ο αξιοζήλευτος άντρας έφερε το κουτί με τα παπούτσια κι εκείνη άρχισε να λύνει τα κορδόνια από το μποτάκι της – κάθε λύση κι ένας κόμπος στην καρδιά μου. Όταν προς μεγάλη μου έκπληξη είδα να βγάζει και τις ανοιχτές καφέ κάλτσες της για να δοκιμάσει τις επιλεγμένες γόβες το καρδιοχτύπι μου ήταν έντονο. Στη μέση του χειμώνα μια γυναίκα ξεκαλτσωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Είδα τα δάχτυλά της να κυματίζουν, τα ροδαλά της πέλματα, αιφνιδιασμένα από την ξαφνική γύμνωση να μου παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση στην ωραιότητά τους. Γεμάτη με καταστήματα γυναικείων παπουτσιών, η Πατησίων μέχρι το Πεδίον του Άρεως μεταμορφωνόταν σε τελετουργική οδό με δεκάδες μικρά ιερά γύμνωσης των ποδιών.

Ένα απόγευμα κατέβαινα την οδό Ίμβρου, μια κάθετη στην Επτανήσου όπου διέμενα, ήσυχη και περιορισμένη ανάμεσα στις δυο οριζόντιες παλίρροιες της οδού Αγίας Ζώνης και της Πατησίων των Παθών. Σε λίγο κάποιες γυναίκες θα έβγαζαν τα παπούτσια τους κι έπρεπε να είμαι στη θέση μου. Κάθε φορά διάλεγα και διαφορετική διαδρομή από την Θάσου μέχρι την Φωκίωνος, από ένα ανεξήγητο αλλά βουλιμικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς η Κυψέλη ήταν γεμάτη από κάθε είδους κτίσματα: διώροφες αστικές μονοκατοικίες, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες ενός παλαιού μοντερνισμού, σύγχρονες κατασκευές. Οι πόρτες ήταν πάντα διαφορετικές, οι σκάλες στα ενδότερα συχνά ντύνονταν με βυσσινί ή λαδί μοκέτα, το έρημο γραφείο του θυρωρού με προσκαλούσε να πάρω θέση δίπλα στις αλληλογραφίες και τα περιοδικά· όλα αυτά μαζί με τα φωτιστικά στους τοίχους και το κλιμακοστάσιο στο βάθος έμοιαζαν αυθύπαρκτα, πέρα από το πέρασμα των ιδιαίτερων ανθρώπων που ζούσαν στα σωθικά τους.

Πάνω απ’ όλα ήθελα να παρατηρήσω τις γυναίκες αυτών των κατοικιών. Μου ήταν απαραίτητες, ιδίως αν γυρνούσα άπραγος, χωρίς να έχω χαρεί κάποια δοκιμάστρια υποδημάτων, ώστε να την καταστήσω ηρωίδα της νέας καθημερινής μου ιστορίας. Η διεύθυνσή τους αποτελούσε την ιδανική αφετηρία εκείνων των αυτοσχέδιων επινοήσεων, που σκάρωνα κάθε βράδυ, με ροκ ή κλασική μουσική από τους δίσκους του Τρίτου Προγράμματος και άλλων ραδιοσταθμών. Τις περισσότερες φορές αφηνόμουν στο παιχνίδι της τύχης: επιβράδυνα το βήμα χωρίς να σταματώ, για να αποφύγω την ανησυχία που συνήθως προκαλούσε στους ενοίκους μια ακίνητη μορφή έξω από την πόρτα τους. Αν σ’ εκείνο το σύντομο «περαστικό» διάστημα έβγαινε ή έμπαινε κάποια, τότε μου προσφερόταν το πρόσωπο της ιστορίας μου. Αν επρόκειτο για άντρα, προσπαθούσα να φανταστώ μια γυναίκα του σπιτιού του. Σύντομα δεν υπήρχε πολυκατοικία που να μην έχει την δική της ηρωίδα.

Στο τελευταίο σπίτι πριν την Πατησίων, στον αριθμό 2, μέσα από το τζάμι μιας διπλής πόρτας με μαύρο πλαίσιο, είδα να κατεβαίνει αργός και παράξενος ένας γερασμένος άντρας. Γκρίζα ζακέτα, μαύρο παντελόνι, γκριζόμαυρη γενειάδα. Απορροφημένο ή άδειο από σκέψεις το βλέμμα του με αγνόησε κι ο ίδιος κινήθηκε προς την χοάνη της λεωφόρου. Τι είδους γυναίκα να σκεφτώ στο διαμέρισμά του; Στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλίο, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο ενός Μίλτου Σαχτούρη. Αν υπήρχε χαρά στον άλλο δρόμο, σκέφτηκα, ίσως εκεί πάει.

Αναζήτησα τον ποιητή στην βιβλιοθήκη του παππού μου στο πάνω τέρμα της Ίμβρου όπου διέμενε, στον αριθμό 32, και βρήκα το ίδιο εκείνο βιβλίο. Μια φωτογραφία σε απόκομμα από εφημερίδα διπλωμένο στη μέση του βιβλίου με αιφνιδίασε. Είχε το πρόσωπο του ανθρώπου που είδα στο άλλο άκρο της ίδιας πλευράς του δρόμου. Πού πήγαινε με τα δικά του ποιήματα; Ή πού τα πήγαινε; Περπατούσε τόσο αργά που δεν θα με εξέπληττε αν τα έβγαζε βόλτα μαζί του. Προτίμησα την εκδοχή να σκόπευε να τα χαρίσει σε κάποια συγκεκριμένη γυναίκα. Μήπως σε κάποια που θα γνώριζε τυχαία; Αν γινόμουν κι εγώ ποιητής θα μπορούσα να χαρίζω τις ποιητικές μου συλλογές στις διερχόμενες του δρόμου;

Τώρα έπρεπε να εφεύρω τρεις γυναίκες, μαζί μ’ εκείνη που θα τον περίμενε στο σπίτι. Ίσως αυτές να ήταν τα φάσματα, οι μορφές που έρχονταν ως φυσιογνωμίες μιας αφηρημένης τέχνης, για να τις πλάσω πιο «πραγματικές», κι όλη αυτή η περιδιάβαση έξω από τα κτίσματα, απ’ όπου θα έβγαινε μια γυναίκα με θαυμαστά πόδια, να ήταν η ατέρμονη αναζήτηση της χαράς που θα με περίμενε κάθε φορά στον επόμενο δρόμο. Άνοιξα το βιβλίο ψάχνοντας μια ένδειξη· σε κάποια σελίδα κρυβόταν μια άλλου είδους χαρά.

Η Μαρία σκεφτική / έβγαζε τις κάλτσες της // Από το σώμα της έβγαιναν / φωνές άλλων ανθρώπων […] // Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε / τώρα η Μαρία γελούσε / άπλωνε τα χέρια της το βράδυ / έμενε με τα πόδια ανοιχτά // Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της / μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν // Το ραδιόφωνο έπαιζε / Η Μαρία έκλαιγε / Η Μαρία έκλαιγε / το ραδιόφωνο έπαιζε // Τότε η Μαρία / σιγά σιγά άνοιγε τα χέρια της / άρχιζε να πετάει / γύρω γύρω στο δωμάτιο

Έμεινα έκθαμβος από την Μαρία και το ποίημα που είχε το όνομά της. Πώς ήταν δυνατό να συμβαίνουν όλα αυτά μόνο με σκέτες μαύρες λέξεις σε λευκές σελίδες; Το ξεκάλτσωμά της έμοιαζε ζωντανότερο από την πραγματικότητα, η ταραχή της ήρθε δίπλα στην δική μου. Πόσο έμεινε με τα πόδια γυμνά και ανοιχτά; Είχε ερωτική επιθυμία ή άλλη σκοτεινότερη έξη; Και πώς έφτασε να αιωρείται μέσα στην κάμαρά της; Βγήκε κάποιος μαγικός σκοπός από το ράδιο ή ακολούθησε τυχαία μια μελωδία;

Αισθάνθηκα περικυκλωμένος από την ηλεκτρική ενέργεια ενός ποιήματος. Όσα δεν μου φανερώνονταν στον έξω κόσμο μπορούσα να τα δω μέσα στην ποίηση. Ιστορίες άφαντες, ακόμα και απραγματοποίητες, τώρα συνέβαιναν με λέξεις αλλεπάλληλες και καταιγιστικές. Αλλά ακόμα πιο ηλεκτροφόρα ήταν η αίσθηση της συνάντησης με κάποια από τις γυναίκες που βρίσκονταν μέσα απ’ τα παράθυρα που προσπερνούσα. Άκουγα το ανοιχτό τους ραδιόφωνο κι ήμουν βέβαιος πως θα πήγαιναν κι εκείνες δακρυσμένες να διώξουν την μοναξιά με τα πόδια τους. Τώρα ήταν σα να είδα μια από εκείνες στο ανοιχτό παράθυρο των σελίδων.

Δεν ξανασυνάντησα τον Σαχτούρη στην Ίμβρου, όσες φορές κι αν πέρασα. Χρόνια αργότερα διάβασα ότι μετακόμισε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Μηθύμνης 14. Μου φάνηκε σα να διάλεγε μια νέα κάθοδο: σε αντίθεση με τις δυο πρώτες κάθετες στην Επτανήσου ανόδους, την Λήμνου και την Τενέδου,  που τελείωναν στην κοσμική Φωκίωνος Νέγρη, οι ενδιάμεσες Ίμβρου και Μηθύμνης κατρακυλούσαν προς τις εκβολές της Πατησίων, στο υπογάστριο της Πλατείας Αμερικής κι ακόμα παρακάτω. Εκεί κατηφόριζε και μια άλλη γυναίκα, μνημειωμένη και αυτοκίνητη, η συνονόματη Λαμπρινή που είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη συνοικία και στο λεωφορείο της, το μόνο που διέσχιζε την Αγίας Ζώνης κι έστριβε στην Μηθύμνης, αθόρυβο κι εκείνο, σα να σιγούσε τις μηχανές προτού ξαναβγεί στα επίκεντρα. Μετά την Καλύμνου 35, που ήταν το πατρικό του, και την Ίμβρου, ο ποιητής διέγραφε τον κύκλο του. Ολοκλήρωσε την ζωή του στην άνοδο της Τενέδου, στον αριθμό 22, στο Βασιλάκειο Θεραπευτήριο.

Ένα πρωινό δέκα χρόνια μετά ο Σαχτούρης με επισκέφτηκε στην παλαιά μονοκατοικία που νοίκιαζα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αχιλλέως 13. Το προηγούμενο βράδυ φιλοξένησα ένα κορίτσι που γνώρισα στην απαρχαιωμένη καφετερία όπου εργαζόμουν στα πλευρά της ρωμαϊκής Ροτόντας. Καθόταν σ’ ένα ακριανό τραπέζι και διάβαζε ένα φθαρμένο βιβλίο, με μαυρισμένες τις ετικέτες της αρίθμησης, προφανώς δανεισμένο από κάποια βιβλιοθήκη. Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές των θαμώνων ανοίγαμε διόδους χαμόγελων και κάποιας συνενοχής καθώς, όλοι αυτοί απεγνωσμένα επιδείκνυαν την διαφυγή από την μοναξιά τους, ενώ εμείς την συνοδεύαμε μέχρι εδώ, αυτή ήταν η συντροφιά μας.

Αργά τη νύχτα, όσο άδειαζε το μαγαζί γεμίζαμε τον κενό χώρο με τις λίγες αλλά απαραίτητες φράσεις για την αναβολή του αποχωρισμού. Κοιτούσε κάθε τόσο το διαφημιστικό ρολόι του τοίχου για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο για τις Συκιές αλλά ο χρόνος του πήγαινε αντίστροφα με τον δικό μας ρυθμό – εκείνο επιτάχυνε κι εμείς επιβραδύναμε. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις συμφωνήσαμε σιωπηρά να τον αγνοήσουμε. Αστειευτήκαμε υποκρινόμενοι πως κάπου μακριά ακούμε το μουγκρητό της μηχανής του, μια τελευταία ευκαιρία να επιβιβαστούμε στο κανονισμένο πρόγραμμα της ημέρας.

Με περίμενε υπομονετικά να κλείσω και μοιραστήκαμε την παγωμένη διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, όπου κρυφτήκαμε κάτω από τις διπλές κουβέρτες, προσπαθώντας να ζεσταθούμε με αγκαλιάσματα και εντριβές. Στην κλινοπάλη των αθέρμαστων σπιτιών του βορρά, του οποιουδήποτε βορρά, τα σώματα περισσότερο μαντεύονται παρά βλέπονται· ευτυχώς μυρίζονται κι αγγίζονται διπλάσια, κερδίζοντας ό,τι χάνεται από τα αδηφάγα βλέμματα. Φιλιόμασταν κι αποφιλιόμασταν στα σκοτάδια και μόνο στα ξαφνικά πετάγματα της κουβέρτας άστραφτε το πορτοκαλί φως του πορτατίφ, σαν λάμψη του έξω κόσμου. Χάρη σ’ αυτά τα αστραπιαία φωτορυθμικά κατάφερνα να δω τα πέλματά της σχεδόν αιφνιδιασμένα από την ανάδυση στην ψυχρή κάμαρα.

Το πρωί μας βρήκε ζεστούς, τα σώματά μας μια πλεξίδα που ευνοείται στα μονά κρεβάτια. Έξω απ’ τα λερά τζάμια είδα ηλιακό φως στην αυλή και βγήκα ν’ αλλάξω θέρμη. Πρώτα αναζήτησα την μουσική· σχεδόν κάθε μορφή της θα ήταν ευπρόσδεκτη τώρα. Ο συγκάτοικός μου είχε αφήσει μια σειρά ορφανές κασέτες, χωρίς κουτί και ετικέτα. Διάλεξα μια στην τύχη, την γύρισα στην αρχή της μ’ ένα στυλό, σαν ροκάνα και την έβαλα στη ξεχαρβαλωμένη, χωρίς καπάκι θήκη. Ήμουν ήδη έξω όταν άκουσα κοντραμπάσο, κρουστά, σαξόφωνο και μια ολοκάθαρη, γέρικη φωνή να απαγγέλλει αργά:

Το πρωί, βλέπεις το θάνατο να κοιτάζει απ’ το παράθυρο· τον κήπο· το σκληρό πουλί και την ήσυχη γάτα πάνω στο κλαδί· έξω στο δρόμο περνάει το αυτοκίνητο – φάντασμα·  ο υποθετικός σωφέρ… και το βράδυ στον κινηματογράφο, βλέπεις ό,τι δεν είδες το πρωί· το χαρούμενο κηπουρό,  το αληθινό αυτοκίνητο, τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι· ότι δεν αγαπάει το θάνατο ο κινηματογράφος

Το κορίτσι βγήκε και κάθισε στο σκαλοπάτι που ύψωνε το σπίτι πάνω από την αυλή. Αναγνώρισε τον Σαχτούρη στην φωνή και άγνωστους μουσικούς στο υπόβαθρο. Έτσι ήταν λοιπόν η φωνή του ποιητή που πρώτος μου γνώρισε την άλλη ποίηση. Έκπληκτος είδα στο μοναδικό δέντρο μέσα στο παράπλευρο παρτέρι το πλαστικό κόκκινο πουλί που είχαμε αγοράσει από τα παζάρια των Ρώσων στα ερείπια της οδού Μελενίκου – το είχαμε βρει στους σωρούς των μεταχειρισμένων από εκείνον τον τόσο άλλο κόσμο. Ήταν πάνω στο κλαδί, προφανώς τοποθετημένο από τα χέρια κάποιου επισκέπτη μας, ενώ από τα αυτοκόλλητα μάτια του είχε μείνει μόνο ένα. Στην γαλαρία του δέντρου χαρχάλευε «το γάτα», όπως το αποκαλούσε ο Σύριος ένοικος που έμεινε για ένα μισοφέγγαρο μαζί μας, ένας γάτος που είχε αυτοβούλως χριστεί προαύλιο μέλος.

Μετρούσα ήδη δυο πλάσματα του ποιητή ολοζώντανα μπροστά μου. Δεν χρειαζόταν να περάσει κανένα αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι στον συνήθως απέραστο δρόμο μας αραιά και που κατρακυλούσε κάποιο όχημα από τους στραβούς δρόμους της Άνω Πόλης, το Σέιχ Σου ή το φορτωμένο ιστορίες Νοσοκομείο του Αγίου Δημητρίου, αν και κατά βάθος έμοιαζε να φτάνει από την ομίχλη των γειτονικών, σε απόσταση ρόγχου, Νεκροταφείων της Ευαγγελιστρίας. Είχαμε ήδη ένα «αυτοκίνητο φάντασμα» και το αποκαλούσαμε ακριβώς έτσι, επειδή χορτάριαζε στην διπλανή έρημη αυλή, παρατημένο εδώ και άγνωστο καιρό. Ήταν ένα παλιό σιελ Σιτροέν Ντεσεβώ, με τετράγωνο κουβούκλιο πίσω, σαν τα αντίστοιχα ταχυδρομικά Ρενώ που πρόλαβα μικρός προτού γίνουν κι αυτά φαντάσματα, σε άλλες αυλές, κάποτε άυλες, σαν τις ενθυμήσεις. Έκανα συχνά υποθέσεις, αν μπορούσα να ξαναδώσω ζωή στο σαράβαλο να τρεκλίζουμε στις ανηφόρες μέχρι το Επταπύργιο, για να διανέμω ανώνυμες τρυφερές επιστολές στους μοναχικούς κατοίκους όλων εκείνων των μονοκατοικιών: ο υποθετικός σωφέρ ήμουν εγώ. Όλες οι μορφές του ποιήματος ήταν παρούσες εντός κι εκτός της αυλής.

Ο ποιητής έπαιρνε μια ανάσα, η τζαζ έβγαινε μπροστά· γύρισα και κοίταξα το κορίτσι στο κατώφλι – ό, τι και να της έλεγα για τους στίχους γύρω μου δεν θα ήταν πειστικό. Μπροστά μου ζωντάνευε ένα άλλο ποίημα: φορούσε τα ρούχα της αλλά ήταν ξυπόλητη, με πόδια λευκότερα από το μάρμαρο που πατούσαν. Μου συστήθηκε: την έλεγαν Μαρία. Όταν άρχιζε να βάζει τις κάλτσες της, επαναλαμβανόταν η μοναδική στροφή του ποιήματος. Ο Σαχτούρης περνούσε δίπλα μου για άλλη μια φορά, είκοσι χρόνια αργότερα, όχι πια σε γκριζόμαυρο δρόμο κατάκτιστης συνοικίας αλλά σε μεταβυζαντινό στενό με αρχαϊκά σπίτια. Η Μαρία που κάποτε ήταν γράμματα και στίξεις τώρα είχε σάρκα και οστά.

Συνυπήρξαμε τους πέντε μήνες του βορινού χειμώνα. Κάθε φορά που έβγαζε τις κάλτσες της μικρές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού χάνονταν αστραπιαία, φευγαλέες πυγολαμπίδες στο ημίφως του δωματίου. Έσπευδα να ζεστάνω τα πόδια της, με τα χνώτα μου, για να μείνουν μαζί μου, μη μου διαφύγουν στους υπόλοιπους στίχους και κάνουν τα δικά τους. Τότε δοκίμασα να γράψω ένα δικό μου ποίημα, για την ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζεται κάθε φορά που ένα κορίτσι βγάζει τις κάλτσες του, σα να σπιθίζουν οι δυο αντίθετοι πόλοι, η ταραχή μου και η σωματική της αίσθηση. Φαντάστηκα την πράξη σε αργή κίνηση: την μικροσκοπική σκόνη να σκορπίζεται γύρω της, μικρές αόρατες κλωστίτσες να αιωρούνται προτού χαθούν, κι ύστερα να μένει μονάχα η λευκότητα των πελμάτων της, γαλαξίες χωρίς αστρόσκονη. Κάθε μέρα άλλαζα θέση στις λέξεις, τις έδιωχνα, τις έφερνα. Στο τέλος έκρυψα την ιδιόχειρη πρόζα μέσα στο βιβλίο της, περισσότερο για ν’ απαλλαγώ από μια διαδικασία που έμοιαζε χωρίς τέλος. Μάταια περίμενα την ανταπόκρισή της. Αναρωτήθηκα για τους ποιητές, αν, καταδικασμένοι να μη γνωρίζουν τις αντιδράσεις των αναγνωστών τους, νοιώθουν ακόμα πιο μόνοι.

Ένα απόγευμα την βρήκα αποκαμωμένη από τους περιπάτους της να με περιμένει έξω από την πόρτα. Κρατούσε μια συλλογή του Σαχτούρη, τον δικό του Περίπατο. Μπαίναμε στο σπίτι όταν το ημίφως της χειμερινής ώρας των πέντε και τέταρτο έφευγε σιγά σιγά από το δωμάτιο, επιστρέφοντας στην πηγή του. Μου ζήτησε να μην ανάψω τα φώτα και να διαβάσουμε τα ποιήματα, άφωνα, μέχρι να διαλέξουμε από ένα και να συναντηθούμε εκεί μέσα. Καθώς ξεφυλλίζαμε μπρος πίσω τις σπασμένες φράσεις σχεδόν ταυτόχρονα μας βρήκε το Φθινόπωρο: Τι γυρεύει το κορίτσι / στο σκοτάδι της καρέκλας; / γρήγορα / καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο / γδύνεται / με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι / με τη βελόνα στην καρδιά / βγάζει τις κάλτσες / βγάζει τα λουλούδια / πετάει το φωτοστέφανο // έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται μες στο αίμα

Ο Σαχτούρης γύμνωνε ξανά ένα κορίτσι από τις κάλτσες του στο επίκεντρο έντονων συμβάντων. Αυτή τη φορά δεν την ονόμαζε, αλλά η Μαρία βρισκόταν δίπλα μου, στο σκοτάδι μιας καρέκλας κοντά στο νύχτωμα, νοτισμένη ακόμα απ’ το ψιλόβροχο. Θυμηθήκαμε τις βελόνες στην καρδιά, ο καθένας τις δικές του, τα φωτοστέφανα που δεν μας παραπλανούσαν, γιατί ήμασταν πρόθυμοι για όλες τις αμαρτίες της νεότητας. Εκείνη πάλι μετά τις οργασμένες της αφέσεις συνήθιζε να μου ψιθυρίζει για δικά της ματώματα που δεν έκλειναν. Δεν μου αρκούσε να διαβάζω το ξεκαλτσωμένο κορίτσι· ήθελα να δω τις λέξεις να συμβαίνουν. Της ζήτησα να το υποδυθεί, ποθώντας να την δω ανυπόδητη.  Νόμιζα πως θα αρνηθεί αλλά πήρε το βιβλίο από τα χέρια μου, έβαλε την καρέκλα πιο πέρα σα να ήθελε να την βλέπω ολόκληρη, ξανακάθισε και άρχισε να γδύνεται. Έλυσε τα κορδόνια της, έβγαλε τα μποτάκια και τις κάλτσες της και τοποθέτησε τα πόδια της δίπλα δίπλα, σταματώντας την ροή του ποιήματος, σα να ήθελε να δώσει χρόνο στον κάθε στίχο να αναπνεύσει. Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσα από ένα κορίτσι να γυμνώσει τα πόδια του μπροστά μου, και χωρίς το ποίημα δεν θα το είχα καταφέρει. Ακόμα θυμάμαι τα δέκα της δάχτυλα στον σκονισμένο καφέ μουσαμά του δαπέδου, εκείνα που μου κρύβονταν κάτω απ’ τις κουβέρτες, τώρα να δικαιώνουν ένα ποίημα που γράφτηκε τριάντα χρόνια πριν.

Θυμάμαι την συνέχεια σαν σε όνειρο, καθώς ξεφλούδιζε ένα ένα τα ενδύματά της, ελευθερώνοντας μικρά κυματάκια ζέστης που εξατμιζόταν γρήγορα προτού φτάσουν στην πλευρά μου. Ύστερα έβγαλε το δικό της φωτοστέφανο, μια πολύχρωμη πλεκτή κορδέλα, και μ’ έβαψε με το δικό της αίμα, χωρίς καν να πληγωθεί· το είχε ήδη διαθέσιμο στο ίδιο σημείο που με προσκαλούσε. Δεν την τράβηξα στην κρεβατοκάμαρα που έχασκε χωρίς φως πίσω από την παλιά τζαμόπορτα, γιατί φοβήθηκα πως θα χαθεί ο τόπος του ποιήματος. Πλαγιάσαμε στο πάτωμα, βορά στο ρεύμα που έμπαινε κάτω από την πόρτα και στην σκόνη που μαζεύουν σπίτια σαν κι αυτό, ανοιχτά από παντού. Οι λέξεις των ποιημάτων που οικειοποιηθήκαμε είχαν σωθεί, τώρα δεν έμενε παρά να φτιάξουμε το δικό μας, με χειρονομίες και αφωνίες ή λέξεις που υπάρχουν μόνο στα λεξικά των ερωμένων. Όταν μαζί βάλαμε την τελεία, έκλεισε τις τρεχούμενες πηγές, ντύθηκε και βγήκε στην αυλή ξυπόλητη να μαζέψει λίγα φύλλα, παραχωμένοι μέχρι σήμερα σελιδοδείκτες του Φθινοπώρου.

Κάθε φορά που την έβλεπα να φεύγει, λίγο πριν το τρίξιμο της αυλόπορτας, έβλεπα το ανοιχτό χρώμα στις φτέρνες της και δεν κατάλαβα αν φορούσε τα μπεζ παπούτσια της ή έφευγε ξυπόλητη, να περιπλανηθεί στις άγραφες συνέχειες των ποιημάτων, σ’ εκείνα που δεν έγραψε ο Σαχτούρης. Γνώριζα πως κάποια στιγμή η διαδρομή της δεν θα περνάει από την οδό Αχιλλέως, αλλά ούτε και η δική μου, η εξωφρενική περιπλάνηση ενός σαλού ακόλουθου των γυμνών ποδιών που ξεκίνησε από την Πατησίων των γυναικείων παπουτσιών, πέρασε από την Ίμβρου του Σαχτούρη, τα ποιήματά του στα βιβλία και στην κασέτα, το πρώτο κορίτσι μιας αέναης ξυπόλητης ανθολογίας, τις δυο Μαρίες που έβγαζαν τις κάλτσες τους με διαφορά τριών δεκαετιών.

Προτού φύγει οριστικά στα ξενοδοχεία των λέξεων ο Σαχτούρης μου έδωσε μια συστατική επιστολή που έγραφε το όνομα ενός Ουαλού ποιητή. Είν’ αυτός που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις, κι αυτές με κρότο εκρήγνυνται στο αχανές, με προειδοποιούσε γράφοντας Στον Ντύλαν Τόμας. Πήρα τα βιβλία του και στην Προοπτική της θάλασσας γνώρισα ένα άλλο κορίτσι μ’ ένα σχισμένο βαμβακερό φόρεμα. Τα γυμνά μαυρισμένα πόδια της είχαν παντού γδαρσίματα, είχε λεκέδες από μούρα στο στόμα της, τα νύχια της ήταν μαύρα και σπασμένα και τα δάχτυλά της κρυφοκοίταζαν μεσ’ απ’ τα λαστιχένια παπούτσια της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Έκτοτε δεν σταμάτησα να στέκομαι έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων με γυναικεία παπούτσια. Κοιτάζω μέσα στο κατάστημα να δω αν υπάρχει κάποια γυναίκα που θα με ενδιέφερε πάνω κάτω να την παρατηρήσω, ιδίως κάτω. Τότε παίρνω διακριτική θέση μάχης: κάνω πως κοιτάζω απορροφημένος τα παπούτσια, ενίοτε υποκρίνομαι πως μονολογώ συγκρίνοντας τιμές. Πιστεύω πως έχω πλέον κατακτήσει την έκφραση του ενδιαφερομένου για τις νέες τάσεις ή για κάποιο δώρο. Αν καθίσει στα σκαμνάκια ακούω πιο γρήγορους τους χτύπους της καρδιάς μου: είναι δεδομένο ότι σε λίγη ώρα θα βγάλει τα παπούτσια της. Περιμένω υπομονετικά (ψέματα, ανυπόμονα) να φτάσει η στιγμή της δοκιμής και ρίχνω κλεφτές ή αδιάκριτες ματιές σε κάθε της κίνηση. Οι αντανακλάσεις στο τζάμι και οι ανεπιθύμητοι που μπαίνουν στο οπτικό μου πεδίο συχνά δυσχεραίνουν την αποστολή μου.

Δεν άλλαξε κανείς μας. Εγώ συνεχίζω να ταξινομώ την συμπεριφορά τους κι εκείνες συμπεριφέρονται το ίδιο: άλλες μοιάζουν αδιάφορες για το τι συμβαίνει γύρω τους, επικεντρωμένες στην επιλογή του υποδήματος, άλλες θαρραλέες, σχεδόν πρόθυμες να περπατήσουν κατά το ήμισυ ξυπόλητες μέχρι τον καθρέφτη, άλλες αμήχανες, ντροπαλές στο φως μιας διάχυτης παρατήρησης. Σ’ εκείνες στέκομαι λίγο περισσότερο, για να γλυκαθώ από την συστολή τους· ίσως νοιώθουν διπλά ευάλωτες: ξαφνικά βρίσκονται ανυπόδητες σ’ έναν χώρο με παπουτσωμένους ανθρώπους· είναι και καθισμένες, άρα σε χαμηλότερο επίπεδο από τους άλλους. Άραγε αισθάνονται άβολα με την ιδέα ότι οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα μέχρι τώρα κρυμμένα πόδια τους;

Η μονοκατοικία στην οδό Αχιλλέως παραμένει όπως ήταν, αλλά έρημη κι ανοίκιαστη. Το γειτονικό σπίτι με το αυτοκίνητο φάντασμα γκρεμίστηκε, το σαράβαλο χάθηκε.  Πριν χρόνια, νομίζω πως είδα εκεί το πλαστικό κόκκινο πουλί κάπου ανάμεσα στα σκορπισμένα αντικείμενα που πάντα συνυπάρχουν με τα χαλάσματα. Το βιβλίο του Σαχτούρη παραμένει στα χέρια μου· κάποια βιβλιοθήκη θα το αναζητά, αλλά δεν γνωρίζω ποια. Κάποτε το ξέχασα έξω και μια ψιλή βροχή μούσκεψε την γαλάζια σφραγίδα. Έχει ακόμα μέσα τα φθινοπωρινά φύλλα της Μαρίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, Αθήνα, 1958· Φθινόπωρο, Ο περίπατος, Αθήνα, 1960· Στον Ντύλαν Τόμας, Το σκεύος, εκδ. Κείμενα, 1971· Ποιήματα 1945-1971, [συγκεντρωτική έκδοση], εκδ. Κέδρος, 1977, Ντύλαν Τόμας, Προοπτική της Θάλασσας [1955], Πεζά, εκδ. Πλέθρον, 1983, μτφ. Μιράντα Σταυρίνου [σ. 12]. Το κομμάτι Το πρωί και το βράδυ συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο του Μιχάλη Σιγανίδη Το πρωί και το βράδυ (1990). Τηρείται η στίξη ακριβώς όπως ακούγεται στην ηχογραφημένη φωνή του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119, πλαισιωμένο με ένα έξοχο ζωγραφικό έργο του Αλέξανδρου Ίσαρη. 

Τα έργα τέχνης: Leyly Matine-Daftary, Pyankov Ilya, Sara Morais, Michael Carson. Φωτογραφίες εισόδων: 1. Μαίρη Λαναρά (οδός Άνδρου 7, Κυψέλη). 2. Ευαγγελία Σύρου (οδός Ίμβρου αρ. 2). 3. Κατερίνα Λεγάκη (εσωτερικό της εισόδου της ίδιας πολυκατοικίας). Η φωτογραφία του κοριτσιού με το βιβλίο αναγράφεται ως: Julia. Warszawa. Kamienica studio. 2017. Η φωτογραφία σε αρνητικό είναι του Joseph Janney Steinmetz.

10
Μαρ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν (Β΄)

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 39 (Μάρτιος 2022), εδώ

XXΧΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 22: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Β΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους. 

Ωραία μου Στεφάν

Αν Η άπιστη γυναίκα που υποκρίθηκες στην φερώνυμη ταινία μ’ έχρισε δολοφόνο του εραστή σου και μας επανέφερε στην αμοιβαία και αποκλειστική συζυγική λατρεία, στον Κόκκινο γάμο ήταν η σειρά μου να γίνω εγώ ο εραστής σου σε μια παράλληλη και αντικριστή μοιχεία. Επιτέλους, είχα την ευκαιρία να σε πλημμυρίζω όχι μόνο με την αγάπη μου αλλά και με το ίδιο μου το σώμα. Αυτή τη φορά ονομαστήκαμε εσύ Λυσιέν κι εγώ Πιέρ και ενδύθηκα την εμφάνιση του Μισέλ Πικολί.

Θυμάσαι την αρχή της ταινίας; Έφευγα από το μελαγχολικό, κυανό σπίτι μου, ύστερα από μια ακόμα ψυχρή συνομιλία με την γυναίκα μου Κλοτίλντ, που μου αρνούνταν κάθε άγγιγμα και κάθε προθυμία μου να την βοηθήσω να ξαναβγεί στη ζωή. Η Κλοτίλντ ήταν μια γυναίκα διαρκώς ασθενής, κατά φαντασία ή κατά πραγματικότητα, δεν είχε σημασία. Ύστερα οδήγησα την Σιτροέν μου σ’ έναν δρόμο γεμάτο πεσμένα φύλλα, αδημονώντας να σε συναντήσω. Με περίμενες στις όχθες μιας ηλιόλουστης λίμνης και κάναμε έρωτα πάνω στα χώματα, ηδονισμένοι και περιχαρείς. Ακόμα και το σύντομο πέρασμα μιας βάρκας με παιδιά δεν μας αναστάτωσε, αντίθετα κρυφτήκαμε έμπλεοι αδρεναλίνης. Κι ύστερα η συνήθης ακολουθία: σύντομη συνομιλία, βιαστικό ντύσιμο, ανανέωση του ραντεβού μας, αποχαιρετισμός. Μια παράλληλη σεκάνς έδειχνε την δική σου επιστροφή, αντίστροφα στον ίδιο δρόμο. 

Το δικό σου σπίτι είχε άλλου είδους θλιβερότητα. Ο σύζυγός σου Πολ, ειρωνικός και γλοιώδης, απορούσε που εσύ και η δεκατριάχρονη κόρη σου από προηγούμενο γάμο βλέπατε τηλεόραση, παραβλέποντας πως βαριόσασταν και τον βαριόσασταν θανάσιμα. Πως μπορείτε και βλέπετε τέτοια σκουπίδια στην τηλεόραση; ρωτούσε εσάς τις έγκλειστες της οικίας του, για να εισπράξει την δική σου ειρωνεία: Εσείς οι αντιπρόσωποι του έθνους πρέπει να το διορθώσετε αυτό. Πόση μοναξιά εξέπεμπαν τα ωραία σου πόδια με το μαύρο καλσόν πάνω στο τραπεζάκι! Ήταν σίγουρα ανέγγιχτα για χρόνια, αν αγγίχτηκαν και ποτέ. 

Θυμάσαι την αίσθηση εκείνου του τόπου; Η ταινία μας την αποκάλυπτε από την αρχή. Κλειστές πόρτες, άδειοι δρόμοι ακόμα και το πρωί, μια κωμόπολη σε διαρκή υπνηλία. Γκρίζα πέτρινα σπίτια κάτω από γκρίζους ουρανούς. Τα πάντα ήταν ήσυχα, κάποτε ακούγονταν μόνο οι καμπάνες της εκκλησίας που έστεκε βαριά και πέτρινη ξυστά στο δρόμο. Υπήρχε ακριβέστερος καθρέφτης της διάθεσής μας; Τι μπορούσαμε να κάνουμε δυο δημόσια κι αναγνωρίσιμα πρόσωπα σε μια τέτοια θλιβερή επαρχιακή πόλη; Σχολικές γιορτές, τοπικοί ποδοσφαιρικοί αγώνες, κυριακάτικες λειτουργίες. Η μόνη ευχάριστη ενασχόληση μου ήταν ένα παιχνίδι μπριτζ με τους φίλους μου. Την άχαρη ζωή μου ολοκλήρωναν οι πολιτικές συνεδριάσεις του δήμου. Ήμουν το δεξί χέρι του συζύγου σου, αυτός ένας συντηρητικός, διεφθαρμένος δήμαρχος, εγώ ένας ιδεαλιστής, αριστερός συνεργάτης, άσπονδοι συνεργάτες με αγεφύρωτες ιδέες. 

Στην αρχή δεν είχαμε καμία μαύρη σκέψη. Τρέχαμε ενθουσιασμένοι ο ένας προς τον άλλον, αγκαλιαζόμασταν ολογέλαστοι. Γδύναμε ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανυπόμονα. Αναζητούσαμε τόπους συνεύρεσης και διασκεδάζαμε την περιφερόμενη ερωτομανία μας. Όταν τελείωσε μια ξενάγηση στην έκθεση του τοπικού μουσείου κρυφτήκαμε και παραμείναμε μέσα, για να πλαγιάσουμε πάνω σ’ ένα ιδιαίτερης ιστορικής αξίας κρεβάτι. Υποκριθήκαμε τους άγνωστους επισκέπτες και τριφτήκαμε στα μεταξένια σεντόνια. Θυμάσαι όταν τελειώσαμε; Αναδύθηκα από το κάτω μέρος των σεντονιών στα αχνιστά σου πόδια για να καπνίσω ενώ εσύ έτριβες το πέλμα σου στο μάγουλό μου, σα να υπέγραφες την αμοιβαία μας γέμιση. 

Πόσο ήθελα να γελάσω όταν στην επόμενη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου έπρεπε να συζητήσουμε για την ακατανόητη εισβολή στο μουσείο και τον βανδαλισμό της βασιλικής κλίνης! Ποιοι να ήταν άραγε; Μήπως μια πολιτική διαμαρτυρία ή κάποια κακοποιά στοιχεία; Κάποιος κατέληξε πως θα ήταν τίποτα ξεδιάντροποι έφηβοι. Η σημερινή νεολαία, είπε, δεν έχει σεβασμό για τίποτα. Εμείς λοιπόν ήμασταν οι νεότεροι εκείνου του γηραλέου τόπου, εμείς είχαμε την φλόγα της νεότητας!

Σύντομα αρχίσαμε να υποφέρουμε σε κάθε αποχαιρετισμό. Είχαμε αιχμαλωτιστεί από ανάξιους συντρόφους. Δια βίου; Κάθε βράδυ επέστρεφα στην απάθεια της Κλοτίλντ που πλέον βρισκόταν μόνιμα στο κρεβάτι, αγέλαστη και ασθενική, της ετοίμαζα το φάρμακό της και αποκοιμιόταν. Αυτή τη φορά της το έφτιαξα διαφορετικά. Είχα πάρει πια την απόφαση, να σταματήσουμε να υποφέρουμε κι οι δυο σ’ αυτό το σπίτι. Έσβησε ήσυχα, σχεδόν αναμενόμενα από τον περίγυρο. Γνώριζαν πως ήταν άρρωστη και θα σκέφτηκαν πως κάποια σκοτεινή παθολογία την συνόδευσε με ασφάλεια ως το τέρμα. Ακόμα κι αν ακούγονταν ψίθυροι, δεν θα ήταν η πρώτη φορά σ’ εκείνο το άθλιο μέρος. Το πρώτο μας εμπόδιο είχε καμφθεί. Ακολουθούσε η σειρά του.

Ήταν ένα από τα βράδια που ερχόσουν πλέον στο σπίτι μου, όταν βεβαιωνόσουν πως η κόρη σου έχει αποκοιμηθεί. Ο Πολ έφυγε για το Παρίσι και θα γυρνούσε την επόμενη μέρα αλλά σε παραπλάνησε και εμφανίστηκε το ίδιο βράδυ. Δεν είχες καμία δικαιολογία για την νυχτερινή σου απουσία. Εξαγριώθηκε αλλά ταυτόχρονα είχε μια ιδιαίτερη ηρεμία. Την επόμενη μέρα δέχτηκα το επείγον τηλεφώνημά του. Ζήτησε να με συναντήσει σε μια ερημική τοποθεσία για να συζητήσουμε κάτι σοβαρό. Έφτασα στον άδειο τόπο, κάτω από έναν μουντό ουρανό. Ήρθε μαζί σου αλλά σε άφησε λίγα μέτρα πίσω. Μου είπε πως γνωρίζει τα πάντα για εμάς. Θα μας σκότωνε; Θα έπαιρνε κάποια σκοτεινή εκδίκηση; Φάνηκε αδιάφορος για σένα, μόνο ξέρασε τον κυνισμό του σ’ έναν εκβιασμό που ταίριαζε πλήρως στον χαρακτήρα του. Είχε ήδη εκφράσει στο δημοτικό συμβούλιο την επιθυμία του να εξαγοραστεί ένα μεγάλο κομμάτι δημοτικής γης για κατοικίες, τις οποίες όμως θα εκμεταλλευόταν εκείνος. Πίσω από την βιτρίνα ενός κοινωφελούς έργου θα κρυβόταν ο τραπεζικός του λογαριασμός. Με την απαραίτητη υποστήριξή μου θα ξεχνούσε τα πάντα. Μετά το «Σου δίνω κάτι που χρειάζεσαι και μου δίνεις κάτι που χρειάζομαι». Έτσι θα γινόμουν κι εγώ κάθαρμα σαν κι αυτόν, θα τον βοηθούσα να πλουτίσει με ψέματα εις βάρος των πολιτών και θα διέλυα την πολιτική μου συνείδηση μ’ έναν ολικό εξευτελισμό. Με τέτοιους τρόπους λοιπόν είχε φτάσει ως εδώ. 

Η ανεκτικότητά του μας τρομοκράτησε και ήταν πια αδύνατο να κάνουμε πίσω. Ταπεινωμένη όπως ήσουν από την ανακάλυψη της μοιχείας σου, του ζήτησες να τον ακολουθήσεις στο ταξίδι του στο Παρίσι. Οδηγούσατε νύχτα, στον ερημικό αυτοκινητόδρομο, μέχρι που μια μορφή στην άκρη του δρόμου σας ανάγκασε να σταματήσετε. Ήμουν Κατέβηκε και τον χτύπησα από πίσω. Η αυταρχική, ανυπόφορη μορφή του δεν θα σε βασάνιζε ποτέ ξανά, καλή μου. Στην κηδεία της γυναίκας μου όλοι με κοιτούσαν με βλέμμα συμπόνιας. Το δικό του σώμα, κάπου χαμένο τώρα σε νερά σκοτεινά, θα έπαιρνε λίγο χρόνο μέχρι να στείλει το σήμα της εξαφάνισης.

Όμως εμείς παραμέναμε απεγνωσμένοι και μετά τον θάνατό τους. Αναγκαζόμασταν ξανά να συναντιόμαστε στα κρυφά, στριμώχναμε την αγάπη μας στον κλειστό πια χώρο του σπιτιού μου, αλλά ερχόσουν στα κλεφτά, όταν είχε σκοτεινιάσει, κι έφευγες νωρίς το ξημέρωμα, όταν βεβαιωνόμασταν πως έξω δεν περνάει κανέναν αυτοκίνητο. Όταν ο ένας απελπιζόταν, ο άλλος του έδινε θάρρος, μέχρι να αντιστραφεί η σειρά και ούτω καθεξής. – Κάθε φορά που φεύγω στενοχωριέμαι και περισσότερο. – Υπομονή, έρχεται χειμώνας και οι νύχτες μας θα είναι μακρύτερες.

Είχαμε οδεύσει σαν υπνωτισμένοι σε πράξεις που έμοιαζαν αναπόφευκτες. Ίσως είμαστε δυο διαφορετικοί, ασύμβατοι κόσμοι, εμείς οι ερωτευμένοι, με την δική μας, ιδιαίτερη λογική, κι οι χειριστές των νόμων, με την δική τους, άκαμπτη, θετή λογική. Εκείνο που για εμάς ήταν ένα καλομελετημένο έγκλημα, για εκείνους θα ήταν απλώς ένας γρίφος προς επίλυση. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ξυπνάει κανείς από την έκσταση ενός έρωτα και βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των ενεργειών του; Σ’ εμάς έφτασε διαφορετικά απ’ ότι συνήθως. Αρχικά οι αστυνομικές αρχές είχαν οπισθοχωρήσει στην επίλυση του αινίγματος. Σύμφωνα με κάποια άνωθεν διαταγή, τα ενδεχόμενα βρώμικα μυστικά των εκλεκτών αρχόντων έπρεπε να καλυφθούν. Η γκωλική κυβέρνηση θα ζημιωνόταν από παραμύθια εγκληματικής ή σεξουαλικής πλοκής. Γι’ αυτήν την «ενδεχόμενη» πλευρά της πολιτικής απαγορεύτηκε η ταινία μας στην Γαλλία.

Αλλά η ζωή και πλείστοι σκηνοθέτες της, όπως ο δικός μας, αρέσκονται στην ειρωνεία που φροντίζει να διανθίζει τις οριακές μας στιγμές κι έτσι εκείνη που τους οδήγησε αναπότρεπτα στα ίχνη μας ήταν η κόρη σου, που φυσικά ονομαζόταν Ελέν! Αυτή η νεαρότατη, αμόλυντη ιδεαλίστρια που κάποτε σου έλεγε ότι θέλει να είσαι ευτυχισμένη προσπάθησε να προστατεύσει την φήμη σου και κατάφερε το ακριβώς αντίθετο. Έστειλε ένα γράμμα στην αστυνομία που δεν ενοχοποιούσε κανέναν, μόνο αποκάλυπτε πως οι δυο χήροι ήσασταν εραστές, προσπαθώντας να σε διαφυλάξει, αλλά τελικά κατάφερε το αντίθετο. Πάντα δεν έλεγαν πως κόσμος θα σωθεί από τους νέους; Φαντάσου: εμείς που δολοφονήσαμε ακριβώς για να αποφύγουμε τις εναντίον μας φήμες, τώρα συλλαμβανόμασταν επειδή η Ελέν έκανε κάτι για να μας προστατεύσει από αυτές. Δεν ξέρω αν ήταν η αθωότερη, προεφηβική εκδοχή σου, αλλά σίγουρα ήταν ο μόνος χαρακτήρας που δεν συρόταν από κάποια βουλιμία – χρηματική, σεξουαλική, πολιτική.

Όταν έφτασαν σ’ εμάς δεν προβάλαμε καμία άρνηση· απλώς ομολογήσαμε. Η επιθυμία μας ήταν να αποφύγουμε τις φήμες. Αν τώρα πλέον ξεσκεπαζόμασταν ως εραστές, δεν μας πείραζε να αποκαλυφθούμε και ως δολοφόνοι. Την τελευταία φορά που σφίξαμε τα χέρια μας φορούσαμε κι οι δυο χειροπέδες. Νωρίτερα ο αστυνομικός μας έκανε την ερώτηση που επιχειρούσε να γεφυρώσει τις δυο λογικές. Γιατί έπρεπε να τους σκοτώσετε; Γιατί απλά δεν φεύγατε;Να φύγουμε; Ποτέ δεν ονειρευτήκαμε να φύγουμε από εδώ, του απαντήσαμε. Δεν το επέτρεπε η κοινωνική μας θέση. Ήμασταν επιφορτισμένοι με ρόλους και ιδιότητες και μας ήταν αδιανόητο να προδώσουμε τις προσδοκίες των άλλων. Καλύτερα μυστικοί δολοφόνοι παρά φανεροί προδότες! Κατάλαβες, Λυσιέν, πόσο υποκριτές υπήρξαμε; Προτιμήσαμε να εξοντώσουμε τους συζύγους μας παρά να αντιμετωπίσουμε την δημόσια κατακραυγή. Άκου να φύγουμε! Και να χάσουμε τις ανέσεις μας, την εικόνα μας, το γόητρό μας;  Καιγόμασταν για μια ελευθερία που η τάξη μας δεν μας επέτρεπε. Ήμασταν άλλωστε κι εμείς θύματα της «κρυφής γοητείας της μπουρζουαζίας», την οποία γνώριζες καλά ως παίκτρια στην φερώνυμη ταινία του Λουίς Μπουνιουέλ, κοινώς παραμείναμε συνεπείς στον απόλυτο παραλογισμό. Ποτέ δεν διανοηθήκαμε οποιαδήποτε άλλη επιλογή!

Τώρα θα φυλακιζόμασταν εμείς που ήμασταν ήδη υπήρξαμε έγκλειστοι σε φυλακή που οι ίδιοι είχαμε φτιάξει. Για άλλη μια φορά ο Σαρτρ συνέχιζε να εμποτίζει το γαλλικό σινεμά της εποχής: ζούμε κεκλεισμένων των θυρών και οι χειρότεροι τόποι της κόλασης είναι εκείνοι που κατασκευάζουμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας μέσα από τις πτώσεις και τις δειλίες μας. Σ’ εκείνο το έργο δεν ήταν οι τέσσερις ναρκισσιστές που συνειδητοποιούσαν ότι ο απόλυτος βασανισμός δεν είναι να βρίσκεσαι κολλημένος σε μια δυστυχή σχέση αλλά να μην φεύγεις από αυτήν επειδή αδυνατείς ή δεν θέλεις να φύγεις;

Καλλιεργήσαμε άραγε αισθήματα συμπάθειες στους θεατές κριτές μας; Πρόσεχαν την φωνή του αφηγητή που μας παρουσίαζε ως δυο ανθρώπους δυστυχείς από την κοσμική αδικία μιας ψυχρής συμβίωσης; Έβλεπαν πως ζούσαμε σε γάμους μοναχικούς, χωρίς ίχνος έρωτα, χωρίς την ελάχιστη σωματική επαφή; Αντιλήφθηκαν πως το έγκλημα μάς φαινόταν ως η μόνη ηθικά δικαιολογημένη απόδραση; Παραδέχτηκαν, τουλάχιστον, ότι είχαμε γίνει αναπόσπαστα μέλη της συλλογιστικής των φιλμ νουάρ, πως ό,τι συνιστά ηθική, εδώ δοκιμάζεται και αμφισβητείται; Απάντησαν στην απελπισμένη αποστροφή του Ορέστη προς την Αθηνά από τις Ευμενίδες «Θεά, πες μου αν είμαι ένοχος ή αθώος» που προβάλλει στους τίτλους της αρχής;

Μπορεί να τους έκανε εντύπωση που τίποτα πάνω μας δεν έμοιαζε δραματικό, πως ήμασταν τόσο ψυχροί που θα αναρωτιούνταν μήπως απολαμβάναμε την μιζέρια των αποχωρισμών μας. Εσύ ειδικά θα μπορούσες να δείχνεις έμπλεη πάθους και να μείνεις ως ένας αξιομνημόνευτος ρόλος μιας ερωτευμένης γυναίκας. Όμως ας το θυμίσουμε ο ένας στον άλλον για μια ακόμα φορά: ο σκηνοθέτης μας δεν ήθελε δράματα και ψυχολογικά βάθη, αλλά γεγονότα που μιλούν από μόνα τους, όπως άλλωστε μίλησε το αληθινό γεγονός πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, μια ιστορία που συγκλόνισε την Γαλλία δυο χρόνια νωρίτερα.

Δεν σου κρύβω πως αν κάτι περίμενα από τους δυο σας ήταν μια μεγαλύτερη εστίαση στην ιστορία σου, έτσι ώστε να βλέπω ευκρινέστερα το σκίτσο της γυναίκας που ξεκίνησε την ζωή της σαν έφηβη μητέρα, παντρεύτηκε έναν άντρα που δεν αγαπούσε αλλά προφανώς θεώρησε απαραίτητο για την κόρη της, τον υποστήριξε στην καριέρα του και ήταν πάντα δίπλα του στην άνοδό του αλλά μέρα με την ημέρα υπέφερε μέχρι να βρεθεί σ’ έναν ρομαντικό δρόμο που δεν είχε ούτε γυρισμό ούτε κατάληξη. Τώρα στην φυλακή μου κλείνω τα μάτια και αφήνω τα μάγουλά μου να ζεσταθούν από το πέλμα σου και είμαι βέβαιος πως κι εσύ, στο δικό σου κελί, το αισθάνεσαι πάνω μου. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Les noces rouges (αγγλ. τίτλος Wedding in blood, ελλ. τίτλος Ματωμένος γάμος) (Claude Chabrol, 1973). H γυναίκα: Stéphane Audran.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

14
Φεβ.
22

Ένα γράμμα, μια συλλογή μνημών και μια κασέτα για τον Μπάμπη Αργυρίου

Λοιπόν, φίλε, κι οι δυο το τηρούσαμε σε κάθε χαμό κάποιου αγαπημένου μουσικού. Σημασία δεν είχε τι χανόταν αλλά τι έμενε. Τώρα που έφυγες πρώτος δεν θα είναι εύκολο να το τηρήσω, αλλά θα προσπαθήσω. Άλλωστε μέχρι κι ο Σοπράνο το είπε σ’ εκείνο το φαγάδικο, λίγο προτού σκοτεινιάσει ο καιρός του: Focus on the good times. Σίγουρα θα ήθελα να γράψω για το τι άνθρωπος ήσουν, πόσο ροκ εντ ρολ ψυχή, πόσο δοτικός σ’ ένα σινάφι όπου δεκάδες κακόμοιροι αρνούνταν να μοιραστούν δίσκους και τραγούδια, ώστε να νοιώθουν οι μόνοι τους κάτοχοι, πόσο αξιοθαύμαστα δημιουργικός την στιγμή που όλα γίνονταν όλο και πιο δύσκολα για σένα. Με πόσα πλάνα πλάνευες το μέλλον σου, με πόσους διαφορετικούς και ευφάνταστους τρόπους μπορούσες να γράψεις οτιδήποτε, πόσο καταλυτικό ήταν το χιούμορ σου. Πόσο ταξίδευες κολλημένος στην καρέκλα σου, πόσα σχέδια σκάρωνες στο αεικίνητο εγκεφαλικό σου σχεδιαστήριο, γνωρίζοντας πως το σώμα σου έχει τα δικά του. Αλλά δεν θα τα γράψω γιατί θυμάμαι πολύ καλά πως μέσα στις ατέλειωτες συμφωνίες μας, ισάριθμες με τις διαφωνίες, αντιπαθούσαμε τις καλολογίες, ακόμα κι αν έλεγαν αλήθειες. Άλλωστε τι σημασία έχει; Όσοι σε γνώρισαν αυτά τα ξέρουν καλά κι όσοι δεν σε γνώρισαν δεν θα καταλάβουν. Εμείς ήμασταν οι τυχεροί. Τύχη βουνό θα την έλεγα, κι όρος θεόρατο για μένα, που υπήρξες ο καλύτερός μου φίλος στην πόλη σου, στα δεκαπέντε οδυσσειακά μου χρόνια εκεί πάνω, λίγα μέτρα από τα σπίτια και τα δισκάδικά σου.

Για όλους εμάς που χαρακωθήκαμε από οριακούς χωρισμούς κι αποχωρισμούς, όπως τώρα και ο δικός μας, το ιδανικότερο θα ήταν, όπως έγραψα αμέσως μετά το νέο σου σ’ έναν στενό κύκλο φίλων, να βρεθούμε όσοι σε γνωρίσαμε και να διηγηθούμε τις ιστορίες μας μ’ εσένα. Αλλά είμαστε πλέον όλοι σκορπισμένοι στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και στα σαράντα τέσσερα των διαφορετικών μας ζώων. Κι έτσι δεν μένει παρά να καταγραφεί μια συλλογή μνημών για τον άνθρωπο που μας έφερε όλους στην καλοπλεγμένη παρέα ενός περιοδικού και στην τεράστια συντροφία μιας ιστοσελίδας. Τώρα δε που έκλεισε μήνας αδυνατώ να τα κρατήσω άλλο μέσα μου και αρχίζω, όπως πάντα, χωρίς κανένα διάγραμμα. Τα ξέρεις, τα έχουμε πει, αυτό ήταν τα φανζίν: λέξεις που συλλαμβάνονται όπως φτάνουν, που γράφονται όπως ξεχύνονται.

Υπήρξαμε λοιπόν, Μπάμπη, κι όχι μόνο υπήρξαμε αλλά και συνυπήρξαμε με μια γερή δόση σχέσεων. Ας πούμε:

Γραφέας και αναγνώστης. Φεβρουάριος 1987. Ζούσα σ’ ένα μικροσκοπικό δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στην εμπορική πλευρά της πόλης, τόσο μικροσκοπικό που μ’ έπνιγε και φρόντιζα όσο περισσότερο γινόταν να βρίσκομαι έξω. Όταν δεν έπαιρνα τους δρόμους ξημεροβραδιαζόμουν στην τεράστια βιβλιοθήκη – αναγνωστήριο του Πανεπιστημίου. Σε μια βόλτα έφτασα ως ένα δισκάδικο και στην βιτρίνα είδα το Rollin Under. Είχε την ασυνήθιστη αισθητική του φανζίν, σκίτσα και γράμματα γραφομηχανής στο εξώφυλλο, αγαπημένες μπάντες στο υπέδαφος. Το πήρα κι έσπευσα να το διαβάσω στο τραπέζι μου στο αναγνωστήριο. Έχασα το φως μου ή μάλλον το βρήκα οριστικά. Τι συνέβαινε εκεί μέσα! Μιλούσες μόνο για εκείνα που σ’ αρέσουν, μ’ ένα σωρό εύστροφους τρόπους και με πανέξυπνα λογοπαίγνια. Ήταν αδύνατο να παραμείνω θεατής αναγνώστης ενός τέτοιου περιοδικού. Ήθελα να γίνω κομμάτι του, μήπως και καταφέρνω να μεταδίδω την ευφορία άγνωστων ή ξεχασμένων τραγουδιών σαν κι αυτό:

Ariadne McKinnon – Naughty dreams

Συνδαιτυμόνες και συνομιλητές. Δεν γινόταν να μη σε γνωρίσω – ο κύκλος των συγκεκριμένων ακροατών ήταν άλλωστε περιορισμένος. Βρισκόμασταν σ’ ένα παμπάλαιο φαγάδικο πάνω στην Εγνατία, λίγο πριν το Μπέι Χαμάμ, δίπλα στα μαγαζιά με τις εικόνες και τα εκκλησιαστικά είδη. Επέστρεφα με το λεωφορείο από την λέσχη, σ’ έβλεπα να περπατάς με το αξέχαστο, χαρακτηριστικό σου βάδισμα, πηδούσα στην επόμενη στάση, κι έμπαινα να σε συναντήσω. Ξανάτρωγα κι εγώ, μόνο και μόνο για να κρατά περισσότερο εκείνη η ώρα της συνομιλίας. Έγινε το στέκι μας και χωρίς να έχουμε συνεννοηθεί. Όταν χρόνια μετά πηγαίναμε στο μαγειρείο δίπλα στην Αχειροποίητο επιβεβαίωσα πως η ώρα του γεύματος δεν αποτελεί διάλειμμα στις ακατάπαυστες ξεκαρδιστικές παρατηρήσεις αλλά ακριβώς το αντίθετο.

Εκδότης και συνεργάτης. Σου είπα πως θέλω να γράψω στο περιοδικό, μου είπες καλώς ήρθες, για ποιους θέλεις να γράψεις, σου έγραψα στο χάρτινο τραπεζομάντηλο τα πρώτα αγαπημένα σχήματα που μου ήρθαν στο μυαλό: Cocteau Twins, Vietnam Veterans, Chumbawamba, Waterboys, η σκηνή της Νέας Υόρκης με Sonic Youth, Swans κλπ., η μισή Creation Records. Είχες ήδη ετοιμάσει κάτι για τους πρώτους, κράτησα την υπόσχεσή μου για τους υπόλοιπους, αθέτησα δεκάδες άλλες, ένα κομμάτι δε για τον Nikki Sudden το γράφω εδώ και τριανταπέντε χρόνια. Στα έδινα γραμμένα στο χέρι, με την άμεση, ασθματική γραφή των φανζίν (κανείς δεν διανοούνταν να γράψει το ίδιο χειρόγραφο κείμενο δεύτερη φορά) και τα δαχτυλογραφούσες με υπομονή, προσθέτοντας μια στις τόσες τις σπαρταριστές σκέψεις σου μέσα σε παρένθεση, με υπογραφή «-εκδ.». Πόσο γελούσαμε! Κάπου πρέπει να έχω  μισογραμμένη μια κριτική για εκείνους τους παραγνωρισμένους mod τύπους:

Makin’ time – The night time

Πομπός και δέκτης, σώστης και σωσμένος. Οι πρώτοι φίλοι που με είχαν ήδη μπάσει στα στέκια της πόλης μου είχαν μιλήσει για το Radio Free, τον ραδιοφωνικό σου σταθμό. Έβγαινες στις 4 το απόγευμα και σου είχα πει ότι σ’ εκείνη την πόλη ήταν για μένα η πιο δύσκολη στιγμή της ημέρας. Τα πρωινά της ήταν τα καλύτερά μου, γιατί κάθε φορά περίμενα πως κάτι συναρπαστικό θα συμβεί. Όταν δε έβγαινε ο σπάνιος ήλιος της Θεσσαλονίκης η αισιοδοξία γινόταν εκτυφλωτική. Όταν σκοτείνιαζε πάλι, ένοιωθα στο στοιχείο μου, γιατί τα πάντα άλλαζαν πρόσωπο κι έβλεπα μια δεύτερη πόλη, χωρίς να γνωρίζω τότε πως γινόταν το σκηνικό στην ταινία της ζωής μου. Αλλά τα απογεύματα της Θεσσαλονίκης ήταν το βασίλειο της απόγνωσης. Τα πάντα βούλιαζαν σε μια ανελέητη μελαγχολία κι όλα έμοιαζαν μάταια. Τότε μ’ έσωζες: έβαζες τρεις ώρες μουσική που με κρατούσε στην επιφάνεια και πάντα, μα πάντα, έριχνες και πέντε έξι τραγούδια σωσίβια που μ’ έβγαζαν στην στεριά. Όπως αυτών που τόσο αγαπούσες:

Died pretty – Out of the unknown

Died pretty – Blue sky day

Δότης και λήπτης (μουσικών) οργάνων. Αρχίσαμε λοιπόν να συνεργαζόμαστε. Θυμάσαι όμως; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ούτε διαδίκτυο, ούτε εγκυκλοπαίδειες για το σύγχρονο ροκ εντ ρολ. Μόνο τα οπισθόφυλλα και τα ένθετα των δίσκων έδιναν μερικές πληροφορίες κι έτσι η μόνη μας πηγή ήταν τα μουσικά έντυπα της δικής μας, της «ανεξάρτητης» όπως την ονόμαζαν, μουσικής. Μάζευες τα πάντα. Από το New Musical Express ως το Maximum Rock’n’ Roll και το Bucketfull of Brains και μια σειρά απίθανα φανζίν σαν το The next big thing! ή το The Legend. Σου είπα πως τα χρειάζομαι, πως θέλω τα κείμενα να μην έχουν μόνο την πλημμύρα των γούστων μας αλλά και τα απαραίτητα στοιχεία για να εμπλακούμε βαθιά σε όλες εκείνες τις μουσικές. Μου είπες να περάσω να δω την συλλογή σου και να πάρω ό,τι θέλω. Είπα μέσα μου δεν είναι δυνατόν, δεν μπορεί να το εννοεί. Ολόκληρο το βράδυ περιπλανιόμουν με την έξαψη της νέας στροφής που καταλαβαίνει κανείς ότι παίρνει η ζωή του και στα αμέτρητα λεπτά εκείνης της περιπλάνησης χώρεσε αυτό:

Blaine L Reininger – Mystery and confusion

Ήρθα τότε στο σπίτι όπου συνέβαιναν όλα, στην οδό Καυκάσου σε μια συνοικία που την έλεγαν Καλλιθέα. Κατέβηκα στο υπόγειο που από μια πλευρά του ήταν ισόγειο και μέχρι τώρα ζω και ξαναζώ την αίσθηση. Την εξαίσια πια στη μνήμη μυρωδιά της υγρασίας και των στοιβαγμένων χαρτιών, την μουσική που έπαιζε ασταμάτητα – ποτέ δεν έχουμε βρεθεί σε σπίτι και να μην παίζει μουσική, ποτέ. Συχνά ήταν μαζί μας και η τότε φίλη σου, η Μαρία, ένα τόσο ερωτεύσιμο κορίτσι. Ξεφύλλιζα με βουλιμία τα έντυπα, κι όταν έβρισκα κάτι που μ’ ενδιέφερε μου έλεγες πάρε το και το ξαναφέρνεις. Έπαιρνα τα φανζίν και τα φωτοτυπούσα, έπαιρνα φύλλα των μουσικών εφημερίδων και τις άφηνα στην άκρη με σκοπό να τα επιστρέψω, να τα βάλω ακριβώς εκεί που ανήκαν. Όταν μετά από μήνες βρήκα τις εφημερίδες αλλιώς τακτοποιημένες και σε ρώτησα, τώρα πώς θα τα ξαναβάλω πίσω; μου απάντησες, βάλε τα παρμένα φύλλα όλα μαζί, και φτιάχνεται νέο τεύχος. Με το γνωστό σου, αλλοπαρμένο χαμόγελο. Οι δυο μας ή οι τρεις μας ακούγαμε μουσική, ανταλλάζαμε ρήσεις, φιλοσοφούσαμε και γελούσαμε, πόσο γελούσαμε!

υπέργειοι! Μια φορά μπήκα ενθουσιασμένος κρατώντας μια κασέτα, για να μου την γεμίσεις με τα πιο χαρούμενα τραγούδια που γνώριζες και δεν γνώριζα. Είχα όμως ήδη γράψει το πρώτο τραγούδι, να το μοιραστώ μαζί σου. Ήταν το Seventh heaven των Lizard Train. Επιτέλους, ένας τύπος δεν βρισκόταν 8 αλλά 18 μίλια ψηλά και μας προσκαλούσε μαζί του. Ήξερα πως έχεις συχνά κι εσύ τις μαύρες σου και σου είπα, έχω το φάρμακό σου. Στο έβαλα και άρχισες να το τραγουδάς. Φυσικά και το ήξερες, πώς σκέφτηκα ότι δεν; Για μένα είναι το τραγούδι μας, μια υπόσχεση που σιωπηλά δώσαμε. Να τον ψάχνουμε τον έβδομο ουρανό, κι όταν φτάσουμε να τον αναγνωρίσουμε!

The lizard train – Seventh heaven 

Ευτυχείς συναυλητές. Είμαστε ακόμα στο 1987 και μαζί ζήσαμε δυο αξέχαστες συναυλίες για την ισχνή μας πόλη: Chills στις αρχές Μαΐου και Wipers στα τέλη του μήνα. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό μας έξω από την … ντισκοτέκ, τα μάτια μας που έλαμπαν μέσα, την έξαψη όταν βγήκαμε έξω, την αίσθηση πως δεν μας χωρούσε όχι ο δρόμος ή η πόλη αλλά ο κόσμος ολόκληρος. Κι αν ο Martin Phillips των πρώτων επέστρεφε ο ίδιος στην ζωή με αυτή τη συναυλία και μας έδινε κι εμάς ένα φιλί ζωής, ο Greg Sage με το βλέμμα του Straight Ahead ανυψωνόταν και μας την έπλαθε όπως θέλαμε. Ήταν αδύνατο να ψελλίσω οτιδήποτε για εκείνα τα λάιβ, πόσο μάλλον να γράψω. Έλεγα την επόμενη φορά θα έχω χαρτί και στυλό μαζί μου και θα γράψω μόλις τελειώσει το λάιβ. «Αν το κάνεις έτσι, γράψε μου», αμφέβαλες. Αλλά το τήρησα κι αυτά ήταν τα πρώτα μου κείμενα στο Rollin Under, για τις αθηναϊκές συναυλίες των Savage Republic και του Nick Cave με τους Bad Seeds, Σεπτέμβριο του 1987. Και τώρα πια, με χωρούσε ο κόσμος, γιατί κάπου υπήρχε ο χάρτινος κόσμος που είχες φτιάξει.

Greg Sage – Lost in space

Εντάξει, από τις άλλες συναυλίες που μοιραστήκαμε σίγουρα θυμάμαι πόσα κρουστά μας έπαιξαν στους πνεύμονες μας οι Ex ή με τι έγχορδα μας χαράκωσε ο Blaine Reininger αλλά ήταν ένα χρόνο μετά που κάτι κόκκινοι έκαναν φεστιβάλ στην παραλία και είχαν καλέσει τους Mekons και τον Paul Roland (!). Ανέβαινα πάνω στη σκηνή και φωτογράφιζα με μια ινσταμάτικ κι η Sally Timms έλεγε, this guy is crazy. Κι εσύ από κάτω γελούσες και της έλεγες tell him to write some review at last! Στο τέλος σου έμειναν οι φωτογραφίες. Θυμάσαι τι σου είπα ακούγοντας το Ghost of American Astronauts των Mekons; Πως μια ιστορία που αρχίζει ως Up on the hills above Bradford, outside the napalm factory… δεν μπορεί, δημιουργεί κάποιο ενδιαφέρον για την συνέχεια. Ναι αλλά πόσες φορές ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες η πρώτη φράση; απαντούσες για να με κοντράρεις με το γνωστό αντιρρησιακό σου χαμόγελο. Μήπως να φτιάξουμε τις δικές μας ιστορίες; σε ρώτησα. Τα μάτια σου έλαμψαν. Μήπως τότε αντιληφθήκαμε το μικρόβιο; Ή μήπως ήταν με το Antigone speaks about herself, με τους στίχους της ποιήτριας Kathy Acker να παραλλάσσουν την ιστορία της Αντιγόνης, που τελικά αγρίευε και τα έσπαγε όλα;

The Mekons – Ghosts of American Astronauts

The Mekons – Antigone speaking about herself

Σελιδοποιοί. Ένα βράδυ στο σπίτι σου φτιάχναμε το τεύχος. Γιάννης, Πάκης, Μπάμπης, Λάμπρος. Οι σελίδες απλωμένες σε τραπέζια, καρέκλες και στερεοφωνικά γύρω γύρω, και περνούσαμε ο καθένας με την σειρά και παίρναμε από μια, ώστε να συρραφτεί το τεύχος. Δεν θυμάμαι ποιος άρχισε να κάνει γρηγορότερα, ποιος άρχισε να τρέχει, ποιος προσπερνούσε, ποιος έβαζε τρικλοποδιές. Πόσο γελούσαμε!  Ήταν το τεύχος που μονταρίστηκε σε μια σπάνια συντεχνία φίλων. Κάποιος άτυχος μπορεί να αγόρασε ένα αντίτυπο με μπερδεμένες σελίδες και θέλω δεκαετίες τώρα να του ζητήσω συγνώμη.

Οικοδεσπότης και περαστικός. Μετακόμισες στο κέντρο και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Ήταν ένα στενάκι κάθετο στην Εγνατία, η οδός Εξαδακτύλου 5. Θυμάμαι την διαφήμιση που έφτιαξες με το χέρι: «Προσοχή, όχι Πενταδακτύλου 6 αλλά Εξαδακτύλου 5!». Το μικρό σου ισόγειο έβλεπε στην αυλή ενός παλιού ναού βαμμένου μ’ ένα σκούρο πορτοκαλί και αφιερωμένου στον συνονόματό σου άγιο. Τις ελάχιστες ώρες της ημέρας που ο ήλιος χτυπούσε τον χρωματιστό του τοίχο, έστελνε μια φωτεινή αντανάκλαση στο πρόσωπό σου. Ευτυχής στο γραφείο σου, μπορούσες πια να δέχεσαι όλο τον κόσμο, να βλέπεις τα πρόσωπα εκείνων που αγόραζαν το περιοδικό ή δίσκους, να γνωρίζεστε, να συζητάτε. Στο συνεχόμενο δεύτερο δωμάτιο είχες το κρεβάτι σου και παντού στους τοίχους αφίσες και κασέτες. Μπορεί κανείς να διανοηθεί πόσο πολύτιμο είναι να γνωρίζεις πως οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας υπάρχει ένα σπίτι όπου σε περιμένει ένας πάντα πρόθυμος οικοδεσπότης; Αν ήσουν μόνος, ακούγαμε τους νέους δίσκους (το βλέμμα σου κάθε φορά που έφτανε ένα πακέτο!), αν υπήρχε κόσμος, συζητούσαμε αγρίως για την μουσική που είχε πάρει τον μεγαλύτερο χώρο στη ζωή μας.

Αντίστροφοι, ακροατής και πειρατής. Εκείνη την εποχή αντιστράφηκαν οι όροι: Eίχες πια εγκαταλείψει την ραδιοφωνία ενώ εγώ μόλις την γνώριζα και είχα συνεπαρθεί. Έκανα εκείνες τις πολύωρες εκπομπές στο Ράδιο Κιβωτός και συνήθιζες να μου λες: Θα βάλεις κάτι που να μην το ξέρω; Χαλούσα τον κόσμο να βρω μαργαριτάρια, να ξαναθυμηθείς την ηδονή του ακροατή. Σε μια από εκείνες τις εκπομπές ο Βασίλης ο Παυλίδης (όχι ο δικός μας, ένας συνονόματος) έφερε σε κασέτα τον πρώτο δίσκο των Astronauts, το Peter Pan hits the suburbs. Λάτρευα την μπάντα χάρη στο Semaphore men, στην έφερα τις επόμενες μέρες κι έγινε μια πολύτιμη κυκλοφορία στην δισκογραφική σου εταιρεία. Πόσο χαιρόμασταν τότε! Μια μέρα επιτέλους ομολόγησες πως ένας πολυγαπημένος μου ύμνος στα μικρά και τετριμμένα που μου είχε στείλει σε κασέτα ο ίδιος ο δημιουργός του, ο Martin Newell, σε είχε αγγίξει:

The cleaners from Venus – Wivenhoe bells II

Το πρώτο «επίσημο» δισκοπωλείο στην Σωκράτους ήταν ένα κανονικό κατάστημα, με βιτρίνα, πινακίδα, τα πάντα. Με τον αχό της Εγνατίας λίγα μέτρα μακριά και μια άλλη παλιά εκκλησία απέναντι, ήμασταν πλέον στην ζωτικότερη φλέβα της πόλης και σε μια αρμονική συνύπαρξη θρησκειών. Πίσω από τον τοίχο βρισκόταν η κρεβατοκάμαρά σου, κοινώς η φαντασίωση να ζούμε σ’ ένα σπίτι με μια διαρκώς μεταβαλλόμενη δισκοθήκη, για σένα ήταν απλή καθημερινότητα. Τότε συνέβη η πρώτη μου αναχώρηση από την πόλη αλλά φρόντιζες να μου φτιάχνεις κασέτες που ομόρφαινες με διάφορες γραμματοσειρές κι εξώφυλλα. Όταν μετά από μια πενταετία έφυγες και από εκεί, στην μετακόμιση, για να μην ταλαιπωρούνται τα περαστικά αυτοκίνητα, έβαλα το μηχανάκι στη μέση του δρόμου μ’ ένα χαρτί κολλημένο στη σέλα, που έλεγε: «Τώρα πάμε στην καρδιά της πόλης!». Καθώς κοίταξα για τελευταία φορά το άδειο σπιτομάγαζο βρήκα σε μια γωνιά ξεχασμένο το έξοχο βιβλίο του Πάνου Θεοδωρίδη, Τι εφύλαγε αυτός ο χαμαιδράκων. Εκεί μέσα διάφορες αδιανόητες μορφές της βυζαντινής Θεσσαλονίκης επανεμφανίζονταν στην σύγχρονη ζωή και γινόταν μεγάλο μπλέξιμο. Ήταν η αφορμή για να συζητήσουμε για πρώτη φορά μια δική μας εκδοχή: Τι θα γινόταν αν οι ροκ μουσικοί / τραγουδιστές που εκτιμήσαμε εμφανίζονταν ξαφνικά στα γύρω στενά; Δεν θα άξιζε σε μερικούς ένα διήγημα, έστω μια δισέλιδη ζωή; Αυτό δεν έκανες στο τρίτο σου βιβλίο; Ποιους θα πρωτοδιαλέγαμε από την ποστ πανκ σκηνή που μας είχε καθορίσει οριστικά και αμετάκλητα; Ή μήπως να κάναμε διήγημα τα τραγούδια τους, όπως αυτό εδώ που βάζαμε στο τέρμα όταν η άνοιξη μας έπαιρνε και μας σήκωνε;

The chameleons – Denim and curls

Ηλεκτρονικός εκδότης και ηλεκτρονικός γραφέας. Ήταν στο τελευταίο κατάστημα Rollin Under, στην Ιωάννου Μιχαήλ (ξανά δίπλα σε ναό, βαθύτερο και σκοτεινότερο,  όπως κάθε σινεμά, το Βακούρα όπου βλέπαμε οτιδήποτε παιζόταν ανελλιπώς), όπου στήθηκε το mic.gr, πίσω από τον πάγκο σου. Έφερνα τα κείμενα σε δισκέτες, έπαιρνες τα αρχεία, μιλάμε για σπάνια τεχνολογία! Τότε δούλευα στο πανεπιστήμιο και παρατούσα ανοιχτή την βιβλιοθήκη για να πεταχτώ με το μηχανάκι, οδηγώντας με το ένα χέρι, κρατώντας τον καφέ στο άλλο. Ταχύτατα διαλείμματα μισής ώρας μού χάριζαν την αίσθηση μιας αιώνιας ρουτίνας. Υπάρχει άραγε σήμερα αυτό, φίλοι να συζητάνε πάνω από έναν δίσκο που στροβιλίζεται και η συνομιλία να εκκινεί από μια εύφορη μελωδία πλήκτρων και να καταλήγει σε πολύτιμα επιγράμματα ζωής; Ο πρώτος δίσκος που ζήτησα να ακούσω στο μαγαζί σου ήταν το φρέσκο Songs of Strength and Heartbreak των The Mighty Wah! και τον πίστωσα για πάντα σ’ εκείνες τις εύφορες ημέρες. Έμπαινα στον πειρασμό να σου βάζω το Sing all the saddest songs, έτσι όπως αγαπούσες κάτι θλιμμένα τραγούδια, όμως για μένα όλο αυτό ήταν η επιστροφή του δικού μας ροκ’ εν’ ρολ, όπως ακριβώς το τραγούδησε ο Pete Wylie:

The mighty Wah! – Sing all the saddest songs

The mighty Wah! – The return of rock’n’ roll

Και στο πρώτο μου μεγάλο αφιέρωμα στο mic, στους Belle and Sebastian, μού έβαλες τίτλο Our spaceboy is dreaming again! 

Αλληλογράφοι, εμπνευστές. Όταν έφυγα οριστικά από την πόλη, γίναμε πιστοί ηλεκτρονικοί αλληλογράφοι και εξασκηθήκαμε καλά σε σημειώματα επιτομής μιας ζωής μηνιαίας, δίμηνης ή τρίμηνης, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που είχαμε σιωπήσει. Ξαναδιαβάζω όλα αυτά τα μέιλ και βλέπω πως αναπόφευκτα οι ελλείψεις αντικαθιστούσαν τις πληρώσεις, αλλά με κάποιον ασυνεννόητο τρόπο, όταν ο ένας γκρίνιαζε ο άλλος του συνταγογραφούσε ενέσεις διαφυγής. Είναι ειρωνικό αλλά όσα δεν είπαμε ζωντανά τόσα χρόνια, τα καλογράψαμε όταν πια ήμασταν μακριά. Σήμερα πια το γνωρίζω καλά αυτό το οξύμωρο παραμύθι, έτσι είναι. Κάθε φορά που μοιραζόμασταν τα σκοτάδια μας, άκουγα αυτό:

John Frusciante – Dark/Light

Συγγραφέας και αναγνώστης. Μετά ήρθε η εποχή που είχες ακόμα μεγαλύτερες φιλοδοξίες για το mic.gr, να γίνει καθημερινό, συνεχές, να αγγίζει και να διαπερνά τους πάντες. Σου έγραφα πως είμαστε ένα μάτσο εξαντλημένοι γραφείς που καθόμαστε τις μεταμεσονύκτιες ώρες για να γράψουμε για όσα μας θερμαίνουν και πως είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από αυτό. Πως σύντομα μάλιστα ο ίδιος θα σταματούσα την γραφή για δίσκους και συγκροτήματα, γιατί πλέον η μουσική που τόσο καιγόμασταν να μοιραστούμε τώρα έφτανε με πολλούς τρόπους στους αναγνώστες μας, πως οι λέξεις μου στέρεψαν, πως αδυνατώ να περιγράψω έναν δίσκο χωρίς να επαναλαμβάνομαι. Πως υπάρχουν πλέον οδοί να φτάσει κανείς σ’ ένα δίσκο χωρίς να θρηνήσει τα έξοδά του, ενώ για το βιβλίο ισχύει το αντίθετο, εκεί χρειάζονται κριτικά θαυμαστικά κείμενα. Πώς σκόπευα να φτιάξω ένα αντίστοιχο ηλεκτροφανζίν (όπως μου άρεσε να αποκαλώ τα μπλογκ) για να υμνώ τα βιβλία που αγάπησα – και το έφτιαξα εμπνευσμένος από την δική σου ιστορία. Κι ήταν και το άλλο: όλα τα θυελλώδη που υπήρχαν στο μυαλό μου και έζησα ή δεν έζησα απαιτούσαν κι αυτά την δική τους γραφή κι έτσι η μουσική θα συνέχιζε να κατακλύζει τον βίο μου αλλά άγραφη! Και πως το ίδιο έφτασε η στιγμή να κάνεις κι εσύ. Δεν γινόταν οι ατέλειωτες ιδέες και το χιούμορ να ξεχειλίζουν ακόμα και τα σημειώματα των Linear, των σιντί που έβγαζες σε μηνιαία βάση με τις τρέχουσες κυκλοφορίες – άξιζε να γίνουν ιστορίες. Έχω ως σήμερα τον εγωισμό να αισθάνομαι πως ήμουν από εκείνους που σ’ έσπρωξαν οριστικά στην συγγραφή βιβλίων. Υποψιάζομαι πως το ίδιο έκανε κι ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο όμως ευγενώς αποποιήθηκε την τιμή και με παρέπεμψε σε τρίτο πρόσωπο. Πόσο θα γελούσες με τον αστυνομικό μας γρίφο… Για τα τρία αυτά βιβλία σου δεν θα γράψω τίποτα παραπάνω από τις λέξεις που έγραψα στο Πανδοχείο,  εδώ, εδώ κι εδώ.

Οικοδεσπότης και φιλοξενούμενος. Η πρώτη φορά που έμεινα στο σπίτι σου στην Δημητρίου Γούναρη, όταν πλέον το δισκάδικο είχε κλείσει, ήταν μια Μεγάλη Βδομάδα που δικαίωσε την ονομασία της. Ο πεζόδρομος που ήταν για χρόνια το δεύτερο μας σπίτι, τώρα βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό σου. Κάθε φορά που μπαίναμε στο σπίτι, η μποξερίνα μας η Πέτρα έτρεχε κατευθείαν αριστερά στον διάδρομο και στο βάθος δεξιά, κατευθείαν στο γραφείο σου – το δεξί σου χέρι ήταν ένα συνεχές χάδι πάνω της. Επαναλάβαμε τις χρόνιες τελετουργίες μας: φαγητό σε πλαστικά πακέτα, βουλιμική ακρόαση νέων δίσκων, σχέδια για μυθιστορήματα, ιδέες για οτιδήποτε δημιουργικό αλλά τα βράδια ήταν αδύνατο να κοιμηθώ. Από κάτω περνούσαν εκατοντάδες περαστικοί στην διαδρομή που ανελλιπώς έκανα κάθε βράδυ επί δεκαπέντε χρόνια. Βρισκόμουν στο κέντρο του κόσμου. Με μια αίσθηση σαν και του τραγουδιού που διάλεξα να μπει στον ετήσιο δίσκο που συνηθίζαμε να μοιράζουμε στις γιορτές του Rollin Under.

Mull Historical Society – Watching Xanadu

Σε ανεβάζαμε στο αμαξίδιο και πηγαίναμε βόλτες, από την Ροτόντα ως την Πλατεία Ναυαρίνου. Θυμάμαι πόσο γελάσαμε όταν, βλέποντας το βιβλίο σου στην βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Κεντρί, άρχισες να εκτοξεύεις εμπνευσμένες φράσεις για να σταματήσουν οι περαστικοί, να χαζέψουν την βιτρίνα. Καθώς δεν σταματήσαμε ποτέ να μοιραζόμαστε οτιδήποτε μας έφτιαχνε τις μέρες, πετάχτηκα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, το τελευταίο μου αγαπημένο βιβλιοπωλείο της Θεσσαλονίκης, και σου έφερα τα Ανατρεπτικά βιβλία του Πάμπλο Γκουτιέρεζ, ένα βιβλίο που είχα χαρεί πολύ. Για τα εξαίσια απογεύματά μας σαν κι εκείνο, ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια από «τότε», μπορεί να είναι υπέρτατα ερωτικό, όμως για άκου πόσο μπορεί να εκφράζει μια φιλία:

In Embrace – This brilliant evening

Η τελευταία φορά που έμεινα στο σπίτι σου ήταν σ’ ένα τριήμερο ενός ζεστού Σεπτεμβρίου. Ο χρόνος ήταν λιγότερος αλλά ξαφνικά έμοιαζε να θυμίζει και να χωρά τα πάντα. Συζητήσαμε για το προαναφερθέν βιβλίο και μου είπες πως «σου φάνηκε μικρή η συμμετοχή της Ρέμε και δεν την χόρτασες». Παίξαμε ένα παιχνίδι που το είχαμε δοκιμάσει κι άλλες φορές, προφορικά. Τώρα το στοιχηματίσαμε γραπτώς: να σκαρώσουμε μέσα σ’ ένα μισάωρο την συνέχεια της ιστορίας της. Μας πήρε δυο ώρες αλλά το ευχαριστηθήκαμε: διαβάσαμε τις ιστορίες μας, γελάσαμε, ασκήσαμε ανελέητη κριτική και στα δυο κομμάτια. Λίγο αργότερα μοιραστήκαμε την τελευταία μας σιωπή. Ήξερα καλά πόσο σου αρέσει ο Phil Ochs αλλά επέμεινα να ακούσεις την διασκευή από δυο έμπιστους φίλους μας, τον Gene Clark και την Carla Olson. Κοιτούσαμε έξω από το παράθυρο, τον κόσμο που περνούσε χωρίς να υποψιάζεται πως σ’ έναν πρώτο όροφο πάνω από το πέρασμά του δυο φίλοι μνημειώνουν ένα τραγούδι σε μια σπάνια συναισθητική ακρόαση. Όταν έφτασε η ώρα να φύγω, σου είπα, όπως πάντα έκανα για τριάντα χρόνια, «σ’ ευχαριστώ». Μέχρι τώρα ανταπέδιδες μ’ ένα αδιόρατα χαμογελαστό κατέβασμα του προσώπου. Τώρα μου είπες «εγώ ευχαριστώ». Αυτή ήταν η τελευταία μας αμοιβαία ματιά.

Gene Clark & Carla Olson – Changes

Changes

Sit by my side, come as close as the air
Share in a memory of gray
Wander in my words, dream about the pictures that I play of changes

Green leaves of summer turn red in the fall
To brown and to yellow they fade
And then they have to die, trapped within the circle time parade of changes

Scenes of my young years were warm in my mind
Visions of shadows that shine
Till one day I returned and found they were the victims of the vines of changes

The world’s spinning madly, it drifts in the dark
Swings through a hollow of haze
A race around the stars, a journey through the universe ablaze with changes

Moments of magic will glow in the night
All fears of the forest are gone
But when the morning breaks they’re swept away by golden drops of dawn, of changes

Passions will part to a strange melody
As fires will sometimes burn cold
Like petals in the wind, we’re puppets to the silver strings of souls, of changes

Our hands will be trembling, now we’re somewhere else
One last cup of wine we will pour
And I’ll kiss you one more time, and leave you on the rolling river shore of changes

Sit by my side, come as close as the air
Share in a memory of gray
Wander in my words, dream about the pictures that I play of change!

(Phil Ochs)

Είμαι ευτυχής που σε γνώρισα Μπάμπη, γιατί όλα θα ήταν διαφορετικά χωρίς εσένα. Είμαι ευτυχής που υπήρξαμε, συναντηθήκαμε, μοιραστήκαμε, συνυπήρξαμε, γράψαμε, συγγράψαμε, γελάσαμε, πόσο γελάσαμε! Τίποτα δικό μας δεν χάνεται γιατί το θυμόμαστε και το διηγούμαστε, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί συνέβη. Άλλωστε η «κασέτα» μας συνεχίζει να παίζεται και τώρα βρίσκεσαι παντού στην μουσική μας.

Το κείμενο θα γράφεται και θα ξαναγράφεται τους επόμενους μήνες, σίγουρα. Συνεπώς στο Πανδοχείο η κάθε εκδοχή θα ακυρώνεται από την επόμενη. Θα αναδημοσιευτεί στο mic.gr όταν έρθει η στιγμή του.

06
Φεβ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 21: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 38 (Φεβρουάριος 2022), εδώ

XXΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 21: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Ωραία μου Στεφάν

Στον υποκριτικό κινηματογραφικό μου βίο είχα την ευκαιρία να σχετιστώ με διάφορους τρόπους με την ίδια γυναίκα αλλά μόνο εσύ με αγκάλιασες με τόσες διαφορετικές ιδιότητες. Έτσι όχι μόνο μπόρεσα να σε δω στα όριά σου αλλά είχα και την ευκαιρία να μελετήσω την έκφραση των ποδιών σου στις εκάστοτε συνθήκες. Υπήρξες λοιπόν κατά σειρά δίπλα μου λατρεμένη αλλά άπιστη σύζυγος, περιπαθής σύντροφος σε αμοιβαία μοιχεία, εράστρια που μ’ έκλεψε από εράστρια, απατημένη αγαπημένη, συνένοχη σύζυγος (στις ταινίες La femme infidèle, Les noces rouges, Les biches, Betty, Jusqavant la nuit αντίστοιχα). Θυμάσαι; 

Πρώτα σε λάτρεψα ως σύζυγο, στην ταινία La femme infidele. Η μεγαλοπρεπής ομορφιά σου, τα παστέλ χρώματα στο μακιγιάζ σου, η καλοφτιαγμένη σου κόμη, τα πάντα πάνω σου ήταν λατρεύσιμα. Μετρούσαμε πολλά χρόνια γάμου και μοιραζόμασταν μια βολεμένη ζωή. Το ωραίο μας σπίτι στις Βερσαλλίες είχε έναν μεγάλο περίκλειστο κήπο κι ήταν διακοσμημένο σε αποχρώσεις καφέ, μπλε και πράσινες. Είχαμε πάντα συμμετρία στο τραπέζι, λουλούδια στα μπουκέτα και λάμψη στα ασημικά. Ανταλλάζαμε σιωπές στα γεύματα και τετριμμένες κουβέντες στα ενδιάμεσα. Όποτε συζητούσαμε κανείς μας δεν έδινε την παραμικρή σημασία στα λεγόμενα του άλλου, κι έτσι η μηχανή μας λειτουργούσε σωστά. Τα σκηνοθετημένα κάδρα μας γέμιζαν με διάφορες ανούσιες στιγμές, αέναα επαναλαμβανόμενες στην χλιαρή μας καθημερινότητα. Όμως αυτή δεν είναι η ημερήσια διάταξη της συζυγικής ζωής; Ήμουν γύρω στα σαράντα, κι εσύ γύρω στα τριάντα και είχαμε κατακτήσει μια επιθυμητή κοινωνική θέση. Ένας γιος ολοκλήρωνε την τρίγωνη ευημερία μας.

Ο αδιάκριτος φακός μάς ακολουθούσε μέχρι και την κρεβατοκάμαρα. Κοιταζόμασταν τρυφερά, έβαζα έναν δίσκο στο πικάπ και ξάπλωνα. Έβαζες τα πόδια σου στο μπουντουάρ, περιποιόσουν τα δάχτυλα, τα νύχια. Ερχόσουν κι εσύ στο κρεβάτι, ξάπλωνες, περίμενες. Δεν έκανα τίποτα. Αποκοιμιόμουν κι εσύ παρέμενες ξύπνια. Σε αγαπούσα με μια αγάπη ίσως διαφορετική, άλλη από εκείνη που περίμενες.

 

Ήμουν ένας ασφαλιστικός πράκτορας και εργαζόμουν ως αργά το απόγευμα. Έτσι τρία απογεύματα την βδομάδα κατέβαινες στο Παρίσι. Έκανες ψώνια, φρόντιζες την εμφάνισή σου, πήγαινες στον κινηματογράφο. Έτσι μου έλεγες. Όμως είχες εραστή. Αρχικά δεν το είχα καταλάβει, όταν ας πούμε έκλεινες βιαστικά το τηλέφωνο, προφασιζόμενη λάθος αριθμό. Σε πίστευα μηχανικά κι αδιάφορα. Εξαρχής ο σκηνοθέτης μας ευφυώς παρουσίαζε τα γεγονότα από την πλευρά μου. Ήταν δίπλα μου όταν έμπαινα μέσα στο σπίτι αλλά κι όταν οδηγούσα για να σε ακολουθήσω. Το έκανα επειδή κάποιες αόριστες αμφιβολίες, ίσως από αδιευκρίνιστες ενδείξεις άρχισαν να με ταλανίζουν. Ένας ντετέκτιβ με βεβαίωσε πως πράγματι έβλεπες κάποιον, έναν διαζευγμένο συγγραφέα ονόματι Βικτόρ. Μου έδωσε μια φωτογραφία και μια διεύθυνση και με αποχαιρέτησε με βλέμμα γεμάτο οίκτο. Ένα μουντό απομεσήμερο στήθηκα στην γωνία απέναντι από το σπίτι του. Περίμενα εκεί, ακόμα κι όταν άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Κάποτε μια γυναίκα βγήκε από το σπίτι. Ήσουν εσύ. 

Αποφάσισα να τον επισκεφτώ. Αρχικά ήμουν ευγενικός, χαιρόμουν κιόλας που επιτέλους έβλεπα ολοζώντανο το μυστικό σου. Ήταν εμφανώς αμήχανος, αν όχι ταραγμένος. Αντί να ψελλίζω εγώ, ψέλλιζε εκείνος! Για να τον ηρεμήσω, του είπα πως έχουμε συμφωνήσει να μην ανακατευόμαστε ο ένας στην ιδιωτική ζωή του άλλου, αλλά κι ότι έχουμε συνεννοηθεί να τα λέμε όλα μεταξύ μας. Συνεπώς μου μίλησες γι’ αυτόν κι έτσι θέλησα να τον συναντήσω. Του έριξα κι ένα δηλητηριώδες βέλος, ότι είχες πολλούς εραστές συντομότερης διάρκειας. Τον ρώτησα πώς γνωριστήκατε: καθόσασταν δίπλα στο σινεμά κι ένοιωσε ένα είδος διαθεσιμότητας εκ μέρους σου. Η ταινία ήταν απαίσια, παραπονεθήκατε σχεδόν ταυτόχρονα, σου έδωσε την διεύθυνσή του και τον επισκέφτηκες. Τόσο απλά… Σα να ήθελα να βασανιστώ περισσότερο, τον ρώτησα αν ήταν ευχαριστημένος μαζί σου. Φωτίστηκε το πρόσωπό του, ναι, η Ελέν είναι άνθρωπος χωρίς περιπλοκές και τώρα καταλάβαινε γιατί, ήταν επειδή της είχα δώσει μηδενική αίσθηση ενοχής! Ανυποψίαστος για τον βρασμό μου, προχώρησε: Ξέρετε τι μου αρέσει στην Ελέν; η γλυκύτητά της. Δεν της φαίνεται, αλλά είναι ιδιαίτερα μαλακή και τρυφερή. Ήταν εμφανές πως δεν σε γνώριζα σχεδόν καθόλου ή δεν μου έδειξες ποτέ την πραγματική σου φύση. Ένοιωθα να ανεβαίνει θερμό αίμα στο κεφάλι μου. Αυτός συνέχισε να με φλογίζει: Μένετε στις Βερσαλλίες κι αυτό είναι εφιάλτης για την Ελέν. Είναι φτιαγμένη για το Παρίσι. 

Με ρώτησε κιόλας αν θέλω να δω το σπίτι και απάντησα καταφατικά, πως με βοηθάει να φανταστώ… Ζήτησα να δω την κρεβατοκάμαρα κι ανησύχησε μήπως είχα κάποια σχετική διαστροφή αλλά τον καθησύχασα, πως απλώς θα με ευχαριστούσε να δω τον χώρο όπου ευτυχούσε η καλή μου. Δεν με διέλυσε τόσο το άστρωτο κρεβάτι όσο κάτι που βρισκόταν στο κομοδίνο. Ένας μεγάλος αναπτήρας που σου είχα κάνει δώρο στην τρίτη επέτειο του γάμου μας. Δεν έχει σημασία πως μόνο εγώ κάπνιζα. Ήταν το δώρο μου σ’ εσένα. Μου είπε πως του το έφερες από το σπίτι, λέγοντάς του πως θα είχα ξεχάσει την ύπαρξή του. Σίγουρα θα χαμογελάσατε κι οι δυο εκείνη την ώρα. Ήταν το τελειωτικό χτύπημα, άρχισα να μην αισθάνομαι καλά. Μπορεί να το είχα προετοιμάσει ή να το συνέλαβα σε δευτερόλεπτα πάνω στον βρασμό μου: τον χτύπησα στο κεφάλι από πίσω με μια γλυπτή κεφαλή. Κατέρρευσε στο πάτωμα βαρύς και άψυχος.

Μπορείς, νομίζω, να φανταστείς την διαδοχή των πράξεων της συγκάλυψης, την έχεις δει δεκάδες φορές σε ταινίες νωρίτερα και αργότερα. Με ψυχραιμία και ταχυπαλμία ταυτόχρονα καθάρισα το δάπεδο, σκούπισα τα αποτυπώματά μου, τακτοποίησα τον χώρο που επιτέλους ησύχαζε από την φλυαρία του συγγραφέα σου, τύλιξα σ’ ένα σεντόνι την σορό, την έβαλα στο πορτ μπαγκάζ και την άδειασα σε μια παρακείμενη λίμνη. Γύρισα σπίτι το βράδυ μ’ ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ανακούφισης, σα να επέστρεφα στην παλιά, ήρεμη ζωή μας. Στο τραπέζι μού ανακοίνωσες τους καλούς βαθμούς του γιου μας. Σήκωσα το ποτήρι με την σαμπάνια κι έκανα πρόποση «σ’ αυτή την αξιομνημόνευτη μέρα». Δεν ήταν;

Οι μέρες περνούσαν κι ο εραστής σου δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Υποθέτω σκεφτόσουν πως θα σε βαρέθηκε Μια αργόσυρτη θλίψη ζωγράφιζε το ωραίο σου πρόσωπο. Καθόμασταν στον κήπο και περπάτησες αργά για να μπεις στο σπίτι. Ήσουν ξυπόλητη και τα γκρίζα σου πέλματα αντανακλούσαν το χρώμα της ψυχικής σου διάθεσης. Κλεινόσουν στο υπνοδωμάτιο και σωριαζόσουν στο κρεβάτι· το σώμα που άλλοτε έσφυζε σε μια κλίνη, τώρα έμοιαζε πάνινο. Έβγαζες έναν ήχο που η κάμερα πλησίασε για ν’ ακουστεί. Ήταν ο αναστεναγμός της απόγνωσης. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, τότε στην κρεβατοκάμαρα καλλώπιζες τα πόδια σου για εμένα, για εκείνον ή και για τους δυο μας;

Ήταν θέμα χρόνου να πληροφορηθεί η αστυνομία την εξαφάνισή του και σ’ επισκέφθηκαν επειδή υπήρχες στην ατζέντα του. Τους είπες την αλήθεια σου, πως δεν γνωρίζεις που μπορεί να πήγε. Τα κατάλαβες όλα όταν ανακάλυψες στην τσέπη του σακακιού μου την φωτογραφία του. Αισθάνθηκες ταπεινωμένη επειδή τελικά γνώριζα, μπορεί και να ανακουφίστηκες που ο εραστής σου δεν σε απέρριψε μα συνετρίβη από το βάρος της μεγαλύτερης συζυγικής αγάπης. Όμως πάνω απ’ όλα συγκλονίστηκες επειδή αντιλήφθηκες πως σε αγαπούσα τόσο πολύ ώστε να φτάσω σε αυτό το σημείο. Κι έτσι δεν με κατέδωσες, μα σιώπησες. Κατέστρεψες την φωτογραφία ενώ θα μπορούσες να με ενοχοποιήσεις οριστικά και αμετάκλητα. Ύστερα βγήκες στον κήπο, όπου έκανα κάποιες δουλειές. Ο φακός πλησίασε το πρόσωπό σου, όπου άρχισε να διαγράφεται η αρχή ενός χαμόγελου.

Ίσως αυτή η πράξη πάθους να ήταν το κομμάτι που έλειπε στο παζλ μας, όπως το αντίστοιχο κομμάτι στο παιχνίδι του γιου μας που έμενε ανολοκλήρωτο και δημιουργούσε σ’ όλους μας ένταση. Γνωρίζαμε πως έχουμε φταίξει κι οι δυο ή ένα μέρος των ενοχών μου σίγουρα έπρεπε να μετατοπιστεί σ’ εσένα. Στο τέλος οι αστυνομικοί ήρθαν για μια ακόμα φορά, ίσως με ατράνταχτες πια αποδείξεις εναντίον μου. Η τελευταία μου φράση «σε αγαπώ τρελά», ήταν η προσωπική μου απολογία προς εσένα. Είχαμε προλάβει να δούμε ο ένας τον άλλον με ένα διαφορετικό φως.  Σα να ανακάλυψα μια νέα αρμονία στην ζωή μας, σα να σε κέρδισα ξανά ολοκληρωτικά. Βλέπεις την ειρωνεία; Βρεθήκαμε πιο κοντά από πότε κι ας μην παραδεχτήκαμε ποτέ τι κάναμε!

Τι ιστορία φτιάξαμε, Στεφάν μου. Με μια πρόχειρη ματιά έμοιαζε με απλή ιστορία απιστίας και εκδίκησης, στα πρότυπα του Άλφρεντ Χίτσκοκ, του μαιτρ που πρώτος διέχυσε στις ιστορίες του την ειρωνεία και την φύση της ενοχής. Όμως ο δικός μας σκηνοθέτης, ο σύζυγός σου Κλωντ Σαμπρολ, ήταν ένας διαφορετικός στυλίστας, που καρύκευε τον κυνισμό του με αδιόρατο χιούμορ και γινόταν πιο ανθρώπινος. Η ταινία μας αδιαφόρησε για την διάκριση της ενοχής και της αθωότητας. Ο Σαμπρόλ δεν έδινε σημασία ούτε σε ηθικά ζητήματα ούτε σε αστυνομικούς γρίφους· τον ενδιέφεραν οι καταστάσεις της καρδιάς. Κι ίσως μόνο οι εγκαυματίες των παθών μπορούσαν να διακρίνουν την ανεστραμμένη ερωτική ιστορία, την σιωπηλή παθολογία του έρωτα. Κάθε άλλη προστιθέμενη πλοκή δεν έχει σημασία· αρκούν τα γεγονότα και η αίσθηση που αφήνουν στον καθένα μας.

Ήσουν κι εσύ μια έξοχη υποκρίτρια. Τόσο στον «κύκλο της Ελέν», μια τριλογία πάνω στη μοιχεία, όσο και σε άλλες ταινίες του αποτυπώσατε τις πλέον απολίτιστες συμπεριφορές των «πολιτισμένων» αστών· την βία που παρέμενε πιεσμένη κάτω από την πολιτιστική επιφάνεια της κοινωνίας τους προτού ξεσπάσει δραματικά. Οι έξυπνες γυναίκες που υποδυόσουν υφίσταντο κάθε αντίφαση της αστικής τους ευπρέπειας με ανυπολόγιστες συνέπειες. Υπάρχει όμως ένα πρόσθετο καθοριστικό στοιχείο που νομίζω πως διέκρινα· θα σε ρωτήσω στο επόμενο τεύχος, όπου θα ξαναβρεθούμε σε άλλη ταινία, αμφότεροι μοιχοί πλέον, κι εκεί βάζεις τα ίδια σου τα πόδια μέσα στην πρόσκαιρη γιορτή του εξωσυζυγικού έρωτα, που κι αυτή θα έχει το σκληρό της τέλος.

Ο Σαμπρόλ σε κρατούσε, όπως όλους μας, με ελάχιστα συναισθηματικά ξεσπάσματα. Οι εκφράσεις σκεπάζονταν κι οι εντάσεις μεταφέρονταν στην περιφέρεια: στα σκουλαρίκια σου, στον έντονα χρωματισμένο τοίχο της κρεβατοκάμαρας, στο δυνατό φως μιας λάμπας, σ’ ένα φωτεινό σου φόρεμα. Τα αντικείμενα, άλλωστε, τα χρησιμοποιούσε και ως σύμβολα: το λευκό αγαλματίδιο που προσπαθούσα να καθαρίσω από το αίμα ήσουν εσύ, ο τεράστιος αναπτήρας το πάθος που μεταφέρθηκε στον εραστή, το ανολοκλήρωτο παζλ του γιου μας ο ημιτελής γάμος μας.

Κάποιος αμερικανός σκηνοθέτης επιχείρησε να δοκιμάσει ένα ριμέικ της ταινίας τριάντα πέντε χρόνια αργότερα. Εκεί αποκαλύπτεται η χαώδης διαφορά μεταξύ μιας γαλλικής και μιας αμερικανικής θέασης των πραγμάτων. Οι υπερατλαντικοί διασκευαστές δεν διανοούνται μια εξωσυζυγική γνωριμία ως συνειδητή, παρά μόνο ως έργο συμπτώσεων ή κάποιου θεού. Τυχαία οι εραστές πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλον, τυχαία εισβάλλει ο σύζυγος στην πολυκατοικία του εραστή. Μια φίλη της γυναίκας, μάλιστα, ανύπαρκτη στην γαλλική ταινία, φιλοσοφεί: κάποιος ερωτεύεται και όλα τελειώνουν καταστροφικά. Πάντα τελειώνουν καταστροφικά. Επίσης η γυναίκα συλλαμβάνει τον σύζυγό της να φλερτάρει με άλλη γυναίκα, συνεπώς θα τον τιμωρήσει με απιστία. Στο δε τέλος της ταινίας, τον χωρίζει. Πάνω απ’ όλα πρέπει να μπουν στη θέση τους οι παρεκκλίνοντες και να μην διασαλευτεί το ήθος του γάμου. Εμείς ως αστοί Γάλλοι του Σαμπρόλ, δεν νοιαζόμασταν γι’ αυτά – η σχέση απλώς συνέβη και ο καθένας έκανε ό,τι έκανε. 

Τελικά με συνέλαβαν ή όχι; Οι θεατές μας μπορούν να διαλέξουν. Αν έμενα δίπλα σου, πιθανώς να ήμουν πάντα περιορισμένος στην λωρίδα του παραδείσου που έφτιαξα κι εσύ θα παρέμενες για μένα μια θεότητα που ποτέ δεν θα είχα ολοκληρωτικά δική μου. Ίσως και ο Σαμπρόλ να ένοιωθε κάτι ανάλογο για σένα, Στεφάν Οντράν, και να το δήλωνε κινηματογραφικά στον κόσμο ή σ’ εσένα. Άλλωστε το επίθετο της ηρωίδας του αποτελεί αναγραμματισμό με το πατρικού σου. Και, τελικά, σε μοιράστηκε με όλο τον κόσμο, ώστε να μην σ’ έχει αποκλειστικά δική του κανείς. Ή απλώς να κινηματογραφούσε μια μέγιστη δήλωση λατρείας προς την δική του «Ελέν».

Όμως είτε έτσι είτε αλλιώς, εμείς θα παραμέναμε σιωπηλοί. Σε κάποιο κιτρινισμένο πια κινηματογραφικό περιοδικό διάβασα πως αυτή ήταν η τιμωρία μας για ό,τι ήμασταν. Ακόμα και μετά από τέτοια αμοιβαία παραδοχή αγάπης, αδυνατούσαμε να κοινωνήσουμε τα αισθήματά μας, λες και οι αλλεπάλληλες κοινωνικές συμβάσεις μάς είχαν απογυμνώσει από κάθε εκφραστική ικανότητα. Ήμασταν εγκλωβισμένοι σε εσωτερικά δεσμά. Ακόμα κι ο ίδιος ο τίτλος μας μοιάζει ειρωνικός: τελικά άπιστη ήσουν και στον εκτός της τάξης σου εραστή, που σύντομα θα ξεχνούσες και, πιθανώς, στο μέλλον να αντικαθιστούσες. 

Η ταινία: La Femme Infidèle (Claude Chabrol, 1969). Η γυναίκα: Stéphane Audran. 

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

03
Ιαν.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 37 (Ιανουάριος 2022), εδώ

XXΧ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 20: Οι παραμυθικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Πρώτα άκουσα το τραγούδι. Η διαπεραστική μελωδία κι ο βηματιστός ρυθμός διέχυναν την ευεξία τους μέσα από τις μικρές γκρίζες τρύπες του φορητού ραδιόφωνου. Ύστερα κατέγραψα τους στίχους στο τετράδιο των πολύτιμων σημειώσεων. Ακολουθούσαν σε διπλανές στήλες δυο μεταφράσεις, η πιστή και η ελεύθερη. Η επόμενη σελίδα έμενε λευκή, για την μετατροπή τους σε μια σύντομη ιστορία, ανεξάρτητη από τα χωροχρονικά δέσμια του τραγουδιού. Έτσι ήταν τότε οι ακροαστικές τελετές.

Ήταν το Raindrops keep falling on my head από κάποιον B.J. Thomas. Το έβαζα, γυρνούσα την κασέτα στην αρχή, το ξανάβαζα. Ο τύπος μου έλεγε πως οι σταγόνες της βροχής συνεχίζουν να πέφτουν στο κεφάλι του και τίποτα δεν πάει καλά, οπότε άρχισε να μιλάει με τον ήλιο και του είπε στα ίσια πως δεν του αρέσει έτσι όπως αυτός τα κανόνισε. Ήξερε πως η βροχή δεν σταματάει με τα παράπονα και φυσικά δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κλάψει γιατί ήταν ελεύθερος και δεν τον ανησυχούσε τίποτα. Για ένα πράγμα ήταν βέβαιος και το αφήνω αμετάφραστο, για να μη χαθεί το χαμόγελο μιας τριπλής ομοιοκαταληξίας: The blues they send to meet me wont defeat me, it wont be long till happiness steps up to greet me.

Μάθαινα λοιπόν πως εκείνα που με βασάνιζαν, παρά την μεταφορά, έχουν μπλε αποχρώσεις και πως υπάρχουν και αυτουργοί που μου τα έστελναν, «αυτοί», κι έτσι είχα μπροστά μου έναν ορατό αντίπαλο που όφειλα να νικήσω: αποστολείς μπλε μορφών που ενσάρκωναν όσους και όσα με ταλαιπωρούσαν. Όταν γνωρίζεις τον εχθρό αποκτάς σημαντικό πλεονέκτημα στις μάχες. Το κομμάτι έγινε ο ύμνος μιας καθημερινής αναμέτρησης. Μπορεί να αδυνατούσα να τηρήσω την αγέρωχη στάση του τραγουδιστή, μπορεί να συννέφιαζα από πάνω κι από μέσα και τελικά να βρεχόμουν από ψιχάλες ή κλάματα, όμως το σιγοτραγουδούσα, έστω και αμυνόμενος.

Αργότερα είδα μια μαγευτική φωτογραφία από μια ταινία, χωρίς την παραμικρή αναφορά στην υπόθεση, παρά μόνο στον τίτλο της: Butch Cassidy and the Sundance Kid. Ένα ζευγάρι πάνω σ’ ένα ποδήλατο, ο άντρας ήταν ο μετέπειτα γνωστός μου Πολ Νιούμαν, η γυναίκα ήταν μια όμορφη μελαχρινή. Είχε όλα τα μάκρη της τότε θηλυκότητας: στο σώμα, στα μαλλιά, στο φόρεμα. Χαμογελούσαν, έμοιαζαν ερωτευμένοι κι έλαμπαν φως ολόφωτο αλλά δυο πρωτοφανείς πρωτοτυπίες απογείωναν την ζευγαρωτή ποδηλασία – εκείνη ήταν ξυπόλητη και καθόταν μπροστά από το τιμόνι, σε μια επικίνδυνη ισορροπία που όμως βρισκόταν με το μέρος τους!

Τότε που οι παλαιότερες ταινίες δεν παίζονταν στην μεγάλη οθόνη και είχαν μερικές μόνο πιθανότητες για την μικρή, αρκούσε μια φωτογραφία για να φτιάξω απ’ την αρχή το φιλμ: αυτοί σίγουρα ήταν ζευγάρι που χωρίς καμιά έγνοια κυλούσαν σε χωματόδρομους και λιβάδια τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα, μια το πρωί για να υμνήσουν τα όσα τους περίμεναν, και μια αργά το απόγευμα, για να συνοψίσουν τα όσα μοιράστηκαν. Ή για να γιορτάσουν τις νυκτόβιες αγκάλες που, αντίστοιχα, προηγήθηκαν ή ακολουθούσαν. Όμως γνώριζα πως με τέτοιες ιστορίες δεν γράφονται βιβλία ούτε γυρίζονται ταινίες. Ποια τέχνη αρκείται στην