Author Archive for

12
Μαρ.
17

Στάθης Γουργουρής – Ενδεχομένως αταξίες. Κείμενα ποιητικής και πολιτικής

Τα ηρεμιστικά του βάλτου και οι στοχασμοί της αφύπνισης

Στοχάζεται η λογοτεχνία; αναρωτιόταν ο συγγραφέας σε παλαιότερη συλλογή κειμένων (που παρουσιάσαμε εδώ)· αυτή τη φορά το πεδίο μετατοπίζεται στην ποιητική και την πολιτική και όσα μύρια περικλείουν αλλά κατά κάποιο τρόπο το ερώτημα παραμένει ίδιο. Άλλωστε οι επιμέρους τομείς της τέχνης του λόγου ή της σκέψης, της πολιτικής ή της ιστορίας, δεν αποτελούν παρά ενδεικτικές διαγραμμίσεις σ’ έναν ενιαίο χάρτη όπου όλα συνδέονται. Και ακριβώς αυτή είναι η αρετή των περισσότερων κειμένων του συγγραφέα: από την μία επικεντρώνουν σε ένα θέμα με πλήρη αυτονομία και από την άλλη το ανοίγουν προς όλες τις κατευθύνσεις, σε δοχεία συγκοινωνούντα που καταλήγουν σε μια ευρύτερη δεξαμενή. Και, βέβαια, το ερώτημα είναι πάντα έτοιμο να αντιστραφεί: τι στοχαζόμαστε εμείς μέσα από την πεζογραφία, την ποίηση, την πολιτική, την φιλοσοφία, την επικαιρότητα, την τρέχουσα καθημερινότητα.

Ας ξεκινήσω από την ανάγνωση μιας συγγραφέως που δεν έχει διαβαστεί αρκετά, της Μιμίκας Κρανάκη, και του σημαντικού της βιβλίου Φιλέλληνες (είκοσι τέσσερα γράμματα μιας Οδύσσειας). Ο Γουργουρής εκκινεί από τον Μπρεχτ που έλεγε ότι το πιο θλιβερό για μια κοινωνία είναι να έχει ανάγκη από ήρωες. Είναι μια κοινωνία που νοσεί: η ανάγκη της για ήρωες και ηρωισμούς υποδηλώνει την αδυναμία της να δράσει σύσσωμη και να μοιράσει την ευθύνη σε όλα της τα μέλη. Έτσι θυσιάζει κάποια επίλεκτα μέλη της στο βωμό της επωνύμου δόξας (συνήθως μεταθανάτιας), για να συγκαλύψει την συλλογική της ανεπάρκεια.

Στο επίπεδο παραγωγής και κατανάλωσης ηρώων η λογοτεχνία συμβαδίζει με την «πραγματικότητα», αλλά και μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύονται οι κοινωνίες τους ήρωές τους· πώς τους ανταμείβουν και πώς τους απωθούν; Και το εκτενές τόλμημα γραφής της Κρανάκη αναλαμβάνει την ευθύνη της κατάδυσης στην μεταπολεμική ελληνική ιστορία όπου ηρωισμός και θλίψη αναπόφευκτα συνυφαίνονται. Το μυθιστόρημα αφορά τους αριστερούς (κυρίως) επιστήμονες, διανοούμενους και καλλιτέχνες που διασώθηκαν κατά τον Εμφύλιο χάρη στην πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης να τους χορηγήσει υποτροφίες για σπουδές στο Παρίσι (1945).

Η συγγραφέας ήταν μια από τους υποτρόφους αλλά εδώ το αναμφισβήτητο αυτοβιογραφικό στοιχείο δεν εμφανίζεται παρά ως σκιαγράφηση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο τα πάντα λάμπουν ως μύθοι: όχι μόνο τα πρόσωπα αλλά και ο ίδιος ο Εμφύλιος, η μετανάστευση, η διασπορά, η Ευρώπη κ.ό.κ., και τυλιγμένος γύρω τους ο ίδιος ο μύθος της Αριστεράς. Οι ήρωές του είναι πραγματικά θλιμμένοι, όχι τόσο γιατί κουβαλούν το βαρύ πεπρωμένο του μετεμφυλιακού ελληνισμού όσο γιατί αναγνωρίζουν ότι αποτελούν τα εξιλαστήρια θύματα μιας ανεπαρκούς μυθολογίας. Και εφόσον η πλοκή του μυθιστορήματος στηρίζεται σε αυτό το τεράστιο χάος που επικρατεί στους κόλπους της ελληνικής Αριστεράς, η συγγραφέας παραδίδεται στον γνωστό αφοριστικό λόγο αυτών που είδαν τα οράματά τους να διαπομπεύονται από τους ίδιους τους συντρόφους τους εν ονόματι μιας μίζερης πολιτικής σκοπιμότητας.

Τελικά αυτοί οι ήρωες γίνονται υπότροφοι μιας αέναης μετατόπισης· μιας ιστορίας όπου η εξορία – ξενιτιά δεν είναι απλώς μια μόνιμη (εγ)κατάσταση αλλά και μια ολοένα και πιο α-νόητη σημασία. Οι πάτριες αναμνήσεις τους εναλλάσσονται με τους απάτριδες στοχασμούς και χωρίς ακριβώς να παύουν να είναι Έλληνες, γίνονται Φιλέλληνες. Όπως γράφει η συγγραφέας: Φιλέλληνες, όπως λες φιλό-σοφος ή φιλό-μουσος, αγαπάς τη σοφία, τη μουσική, χωρίς ούτε σοφός ούτε μουσικός να ’σαι. Εξ’ αποστάσεως. Άλλοι θα φτειάχνουνε τον κόσμο, τη ζωή, και συ, μακρινός εραστής, θα κάθεσαι να βλέπεις. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και η άλλη φωνή μέσα στο μυθιστόρημα, πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ξένος. Η αρνητική γραμματική της πιο οικουμενικής κατάφασης: Ξένος ουδείς, συνεπώς ούτε Οδυσσέας.

Οι πιστοί αναγνώστες του Πλανόδιου γνωρίζουμε τον συγγραφέα από τις ανεξάντλητες «πίσω» σελίδες του περιοδικού, όπου μαζί με άλλους ερευνητές, δοκιμιογράφους και συγγραφείς άνοιγε ακριβώς αυτή την βεντάλια των στοχασμών· στην προκείμενη περίπτωση με την στήλη Διαβατήρια, πέντε από τα οποία αναδημοσιεύονται εδώ. Το πρώτο μας ταξιδεύει στο «μετεμφυλιακό Βελιγράδι», στο τιτοϊκό ξενοδοχείο Μετροπόλ και σε μια αξέχαστη συνύπαρξη πρώην Γιουγκοσλάβων όλων των «εθνοτήτων», ανθρώπων που είχαν μάθει να ζουν με την απώλεια της χώρας τους· που περιφρόνησαν το καινούργιο τους διαβατήριο και δεν περιφέρονταν σαν ζωντανοί νεκροί στο νεκροταφείο των οραμάτων τους. Κανείς τους, αν και ά-εθνος ή άπατρις δεν ένοιωθε άπολις. Η συνάντηση δεν αποσκοπούσε σε κάποια ιεροτελεστία συμφιλίωσης. Τίποτα δεν χώριζε αυτούς τους ανθρώπους για να χρειάζεται να επαναστήσουν γέφυρες. Ή μάλλον, ό,τι τώρα τους χωρίζει – η αμείλικτη αλήθεια της Ιστορίας – τους είναι ξένο, επιβεβλημένο από κάποιους άλλους. Έχει φτάσει να τους ανήκει μόνο και μόνο επειδή τους αποκαλεί – τους αποκλείει ονομάζοντάς τους – Σέρβους, Κροατες, Μαυροβούνιους, Βόσνιους, Σλοβένους, Μακεδόνες, και εκεί ακριβώς έγκειται η εναντίωσή τους: στο βάπτισμα στο οποίο, παρά τη θέλησή τους, τους εξαναγκάζει ο εθνικισμός. [σ. 241 – 242]

Το τρίτο διαβατήριο αφιερώνεται στον τρομπετίστα Μάζεν Κερμπάτζ που το 20006 βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του για να παίξει τρομπέτα ντουέτο με τις βόμβες που έπεφταν στον απέναντι λοφίσκο [συμπληρώνοντας την τέχνη εν καιρώ πολέμω με τις εικαστικές και ιστολογιακές ανταποκρίσεις του] αλλά θα σταθώ περισσότερο στο δεύτερο, που αφορά τον Φιλ Όουκς, εκκινώντας από την τραγική εμφάνιση του στο Κάρνεγκι Χολ το 1969. Ο πιο στρατευμένος στιχουργός της παρέας των φολκ τροβαδούρων Ντύλαν και Μπαέζ, ο πιο πολιτικοποιημένος τραγουδοποιός της γενιάς του, απαγορευμένος σε κάθε ραδιοφωνική και τηλεοπτική αναμετάδοση, κατέρρευσε μετά το τραυματικό 1968 και τα πρωτοφανή επίπεδα βίας, πολιτικού διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης, ύστερα από τα οποία η στρατευμένη αριστερά της αμερικανικής φολκ φαινόταν αδύναμη και αφελής. Άλλωστε ήταν ο μοναδικός μουσικός της επαναστατημένης νεολαίας που ήταν παρών στο μακελειό κατά την Συνέλευση του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο.

Στην σκηνή δεν ανέβηκε ο άλλοτε προκλητικός και σαρκαστικός Όουκς αλλά ένας νεκροζώντανος άντρας με την λαμέ αμφίεση του Έλβις· ήταν η τελευταία του εμφάνιση προτού προχωρήσει στην ψυχασθένεια και την αυτοχειρία. Ο συγγραφέας αναζητά τα διαβατήριά του: την ανέστια ζωή του μοναχικού που αναζητά το πλήθος που άλλοτε τον επευφημεί και άλλοτε τον αποπέμπει, την μοναξιά που είναι ελεύθερος αέρας και αβάσταχτο βάρος συνάμα. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Πατριώτη και τον Προδότη (όπως τιτλοφορούσε ένα 45άρι του) όταν η ηγεσία έχει προδώσει τις βασικές αξίες της χώρας και η προδοσία είναι η απώτατη πατριωτική πράξη; Ο Όουκς δεν σταματούσε να τραγουδά κατά του θανάτου εν ονόματι των νεκρών του Βιετνάμ με το άλλοθι μιας επικείμενης επανάστασης. Όμως οι συνεχείς δολοφονίες των ηγετών κάθε εστίας αντίστασης και η εξάπλωση της βίας τον έφεραν ενώπιον μιας αλήθειας: η αμερικανική κοινωνία στην ουσία της είναι μια κοινωνία θανάτου, μια κοινωνία φαντασμάτων που εξοντώνει οτιδήποτε θετικό. Και εξάγει θάνατο παντού γιατί τον παράγει εν αφθονία. Ο ίδιος έγραψε ως ημερομηνία θανάτου του το 1968, κι ας άντεξε λίγα χρόνια ακόμα, βλέποντας την δολοφονία του Βίκτορ Χάρα στην Χιλή, κυνηγημένος και επιτηρούμενος από τους πράκτορες του FBI, λογοκριμένος από τα Μέσα, ξεχασμένος από την Αμερική.

«Τα ηρεμιστικά του βάλτου» εκκινούν από την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου, άρα και της ψυχροπολεμικής σύλληψης της Ιστορίας. Η επανάσταση μεταδόθηκε από την τηλεόραση, άρα δεν γλίτωσε από το ζάπινγκ των θεατών και μετά από μερικά τρίλεπτα σπασμωδικού τηλεοργασμού χάθηκε στην γκρίζα άβυσσο πίσω από το προσωπείο της οθόνης. Τα τείχη γκρεμίστηκαν χωρίς ήχο κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της «σύγχρονης» κοινωνίας που θεσμοθετείται ως σύγχρονη βάσει των ιδεών του λεγόμενου Διαφωτισμού, έγκειται δηλαδή σε μια αδιάλλακτη ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Παύουμε λοιπόν να ψάχνουμε το νόημα της ύπαρξής μας σε κάποιο άγνωστο, μυστηριώδη χώρο στα χέρια ενός παντοκράτορος Άλλου και το ψηλαφούμε μέσα στις σκέψεις και τις πράξεις μας ως αναπόφευκτα κοινωνικά και ιστορικά όντα.

Πρόκειται για μια δραματική στροφή στην ανθρώπινη φαντασία που μας επαναθέτει την δυνατότητα μιας πραγματικής κοινωνικής αυτονομίας. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι τα «σύγχρονα» επαναστατικά κινήματα βασίστηκαν ακριβώς σε αυτό το πρόταγμα της αυτονομίας αλλά και απέτυχαν επειδή η ίδια η κοινωνία «δεν έχει καταφέρει ακόμα να σηκώσει το βάρος της τεράστιας ευθύνης που θέτει η αυτονομία της, προδίδοντας στα ίδια της τα ευρήματα ιδιότητες θείες: την ορθολογικότητα ως υπέρτατο ον, την επιστήμη ως αλήθεια της Φύσης, το Έθνος ή το Κράτος ως εγγύηση πρόνοιας, το Κόμμα ως κλειδοκράτορα των νόμων…». Αλλά το πιο επαναστατικό παράδειγμα της διαφωτιστικής παράδοσης είναι ακριβώς η δυνατότητα της αυτοκριτικής! Τι συμβαίνει λοιπόν και η κοινωνία κλονίζεται από κάθε λογής εκρήξεις φανατισμού ο οποίος διακρίνεται από μια ενσυνείδητη επιλογή μεταφυσικών αξιών και οραμάτων αντί μιας στοχαστικής αναμέτρησης με την ιστορική περιστασιακότητα της ζωής; Η διανόηση και ο στοχασμός, γράφει ο Γουργουρής, είναι διαμετρικά αντίθετοι με τον μαζικό φανατισμό εν ονόματι μιας υπερβατικής ιδέας (εθνικισμός, φονταμενταλισμός κ.λπ.) και την μαζική παραίτηση από τα κοινά εν ονόματι μιας αυτοέγκλειστης τελετουργίας (καταναλωτισμός, τηλεχαύνωση κ.λπ.).

Με ανοιχτό τον προβληματισμό για την αυτονομία της κοινωνίας, φυλλομετρώ τον τόμο και στέκομαι στο κείμενο για την σημασιακή σχέση πόλης και ποίησης στον Χάιντεγγερ. Ποια είναι η πολιτική σημασία της ποίησης ιδιαίτερα μετά τις φιλοσοφικές συνέπειες του πλατωνικού διατάγματος για την απαραίτητη εξορία των ποιητών από την πόλη; Ο όρος «κοινωνία των πολιτών» χρησιμοποιείται εδώ με την αρχαία έννοια του αυτοκαθορισμού και της αυτονομίας της πόλης. Μπορεί ο φιλόσοφος να παραποίησε την αρχαιοελληνική σκέψη αλλά ταυτόχρονα και την επέκτεινε και την εμβάθυνε ριζικά. Η χαϊντεγγεριανή θεώρηση της αρχαίας σκέψης αποδίδει στην ποίηση θεμελιώδη στοχαστικό ρόλο. Άλλωστε παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ανακοίνωσε το τέλος της φιλοσοφίας, ολόκληρο το έργο του καταπιάνεται με τον πρωταρχικό όρο ύπαρξής της, την πολιτική: ο συνεχής προβληματισμός της καθημερινής ζωής έξω από κάθε μεταφυσική υπέρβαση, μέσω της αυτονομίας της πόλης.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον έχουν «Οι αντιφάσεις και αμφιθυμίες του Άγγελου Ελεφάντη». Ο άρτια καταρτισμένος ιστορικός και θεωρητικός της πολιτικής που έδρασε, μεταξύ άλλων, ως στοχαστής, συγγραφέας, σχολιαστής και μεταφραστής γαλούχησε τρεις τουλάχιστον γενιές με το περιοδικό Ο Πολίτης. Ο Πολίτης υπήρξε το κατεξοχήν φόρουμ ειδών όπου η πιο σύγχρονη τότε λογοτεχνική θεωρία ερχόταν σε επαφή με την ελληνική πραγματικότητα και την ελληνική λογοτεχνία αυτή καθαυτήν. Ο Γουργουρής (που, σημειωτέον, υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και δημοσίευε κείμενα με τα οποία διαφωνούσε ο Ελεφάντης αλλά ουδέποτε διανοήθηκε να μην δημοσιεύσει) θεωρεί ότι η δεινή αφοσίωση του Ελεφάντη στις αρχές του Διαφωτισμού και την μορφή του έθνους ως κύριο έδαφος συλλογικής πολιτικής πρακτικής τού κατέστησε δύσκολο να εκτιμήσει την ονομαζόμενη μεταμοντέρνα ή μεταδομική σκέψη.

Για τον Ελεφάντη το έθνος υπήρξε κληρονομιά του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, που λειτούργησαν ως μαγματικές πηγές όλων των ευρωπαϊκών εθνικών φαντασιακών. Η επιτυχία των Γάλλων στοχαστών (Αλτουσέρ, Λακάν, Φουκώ, Ντερινά) στον αμερικανικό ακαδημαϊκό χώρο τού ήταν ανυπόφορη. Την έβλεπε σαν ιμπεριαλιστική πραγματικότητα, ένα είδος αναρρόφησης της αληθινής σκέψης από ένα αποστειρωμένο θεσμικό πλαίσιο που παρήγαγε ιδεολογικές μορφές προς όφελος των δομών της αυτοκρατορίας. Ακόμα και μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όταν η αμφισβήτηση άγγιξε τον Διαφωτισμό, την καρτεσιανή λογική, την μορφή του έθνους και του πολίτη και όλα όσα απελευθέρωσαν τα ιδεώδη της Γαλλικής Επανάστασης ο Ελεφάντης αντιτάχθηκε σε αυτού του είδους τον ριζοσπαστισμό και δεν είχε υπομονή για τις διάφορες μετα – εθνικές κατηγορίες, για την μετα – αποικιακή σκέψη ή τις «φαντασιακές κοινότητες» του Μπένεντικτ Άντερσον και βέβαια παρέμενε συνεπής σε μια γκραμσιανή «αισιοδοξία της βούλησης». Και αναρωτιέται ο Γουργουρής…

…. πώς ένας στρατευμένος διεθνιστής – ως κομμουνιστής δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο – δίσταζε μπροστά σε νέες ιδέες και κινήματα που υπερβαίνουν τα εθνικά όρια και τις εθνικές ταυτότητες. Αναρωτιέται κανείς πώς ένας στοχαστής, ρασιοναλιστής σίγουρα αλλά με εξαίσια και λεπτή αίσθηση του ποιητικού, που ως ακτιβιστής ήταν γκραμσιανός, που ανδρώθηκε πολιτικά στους δρόμους του Παρισιού τον Μάη του ’68 με το σύνθημα «Η φαντασία στην εξουσία» έδειχνε τέτοια δυσπιστία προς την έννοια του φαντασιακού; [σ. 324]

Το κείμενο «Βάλτερ Μπένγιαμιν: φυσιοδίφης και φωτογράφος της ιστορίας» εστιάζει σε δυο ιδιαίτερες εκδόσεις για τον σπουδαίο στοχαστή, μια εκ των οποίων θα παρουσιάσουμε σύντομα (πρόκειται για την σημαντική ανάγνωση της διαλεκτικής του περί φωτογραφίας από τον Εντουάρντο Καντάβα, που κυκλοφόρησε από τις ίδιες εκδόσεις). Ο ερευνητής μέσα από ένα ιδιαίτερο λεξικό εννοιών καταδεικνύει ότι η φωτογραφία είναι φύσει «μπενγιανική» στην σχέση της με την ιστορία: είναι ταυτόχρονα σημείο σύνδεσης και διάρρηξης, ένας φωτοδιακόπτης μεταξύ ανάμνησης και θανάτου. «Το θεμελιακό ψευδές δίλημμα του Λούκατς», η Αμερική που είναι «αναπόφευκτα μερική», το Ιράκ που καθρεφτίζει το αμερικανικό σύμπλεγμα, η τηλεκατευθυνόμενη κοινωνία και τα θηράματά της, η νέα τάξη θυμάτων, ο «παράδοξος και τακτικός» Σεφέρης, ο «αλογάριαστος» Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Χουλιάρας και ο Τάκης Σιμώτας, οι τσαρλατάνοι του ύφους, το «ασύλληπτο μυθιστόρημα» της εγχώριας τρομοκρατίας είναι μερικά ακόμη από τα θέματα πάνω στα οποία προβληματίζεται η ευρύτατη ματιά του συγγραφέα. Τα κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Πλανόδιον, Σχεδία), εφημερίδες (Ελευθεροτυπία, Αυγή, Εποχή, Το Βήμα), συλλογικά θεματικά βιβλία, πρακτικά συνεδρίων και αλλού· άλλα υπήρξαν αντικείμενο διαλέξεων ή ήταν μέχρι σήμερα ανέκδοτα.

Εκδ. Νήσος, [Πολιτείες, 36], σελ. 404.

Στις εικόνες: Μιμίκα Κρανάκη [έργο της Άννας Φιλίνη], αναμνηστική φωτογραφία των διανοουμένων – επιβατών του πλοίου Ματαρόα το 1945 [Παρίσι, 1946 (Πανεπιστημιούπολη). Από αριστερά: Μέμος Μακρής, Γιώργος Καρούζος, Κατερίνα Καχραμάνη, Κώστας Παπαϊωάννου, N. Καχραμάνη, Ντούντα – Ζίζικα, άγνωστος, Μέμος Αλίκουλης (Αρχείο Μάνου Ζαχαρία)], Mazen Kerbaj, Phil Ochs, Martin Heidegger, Άγγελος Ελεφάντης [1976], Τριακοστός Πολίτης, Walter Benjamin κι ένα ξενοδοχείο πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού, μετέπειτα υπερεθνικής συνύπαρξης.

05
Μαρ.
17

Πήτερ Μπρουκ – Η Αρετή της Συγγνώμης. Σκέψεις πάνω στον Σαίξπηρ

peter-brook_

«Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού»

Για να λάβουν οι απλές φράσεις των λέξεων την πληρέστερη ανθρώπινη διάσταση, ο ομιλητής πρέπει να εμπιστευτεί τις αντηχήσεις που εμφανίζονται σε αυτά τα μικρά κενά. Αυτές οι στιγμές σιωπής υπάρχουν στις ταινίες, στην πρόζα. στο θέατρο όμως, στην αναδημιουργία κάθε φράσης σε κάθε παράσταση μαζί με το κοινό, οι παύση, οι τρεις τελείες, δεν μπορεί ποτέ να είναι ίδιες. Είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα που δείχνει ότι η ζωή είναι παρούσα…

 ….γράφει ο Πίτερ Μπρουκ σε ένα από τα εννιά κείμενα όπου στοχάζεται πάνω σε διαχρονικά σαιξπηρικά θέματα, συνομιλεί με τους χαρακτήρες που τα έφεραν πάνω στη σκηνή και θυμάται τις δικές του εμπειρίες απ’ όλες αυτές τις διόλου εύκολες αναμετρήσεις. Πάντα σεμνός, αρνείται ως προς το συγκεκριμένο βιβλίο τον χαρακτηρισμό της διάλεξης και προτιμά να το θεωρεί «εντυπώσεις, εμπειρίες και προσωρινά συμπεράσματα».

shakespeare-2_

Στο πρώτο κείμενο με τον τίτλο «Αλίμονο, καημένε Γιόρικ ή Κι αν ο Σαίξπηρ έπεφτε απ’ τον θρόνο;», ο Μπρουκ επανέρχεται σε τετριμμένο πλην μείζον θέμα. Ποιος έγραψε τον Σαίξπηρ; ρωτούν και ξαναρωτούν κάθε τόσο οι ερευνητές. Ο Σαίξπηρ αγγίζει κάθε πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης· το πιο βρώμικο και ποταπό στοιχείο της συνυπάρχει με το εκλεπτυσμένο και το υψηλό. Αυτό φαίνεται τόσο στους χαρακτήρες που δημιουργεί, όσο και στις λέξεις που χρησιμοποιεί. Πώς μπορεί ένας εγκέφαλος να περιλαμβάνει μια πλούσια γκάμα; Αδύνατον να ήταν κάποιος άνθρωπος του λαού, έλεγαν, παρά μόνο κάποιος με υψηλή καταγωγή. Σαφώς αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για μεγαλοφυΐα, μια λέξη όμως που χρησιμοποιείται τόσο σπάνια σήμερα, ενώ παραδεχόμαστε ότι πλέον μπορεί να ξεπηδήσει ακόμα και από ένα πολύ ταπεινό υπόβαθρο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν ένα νόθο παιδί από ένα ιταλικό χωριό. Οι άγιοι και ο ίδιος ο Ιησούς έχουν καταγωγή κοινών ανθρώπων.

Άλλοι εμμένουν σε έναν λογοκλόπο Σαίξπηρ, που με ιδιαίτερη απληστία και προσληπτική δύναμη απορροφά κάθε κοινωνικό, πολιτικό και πνευματικό υλικό για τα έργα του. Πώς θα μπορούσε όμως έτσι ψεύτικος να παρίσταται στις πρόβες, να σπεύδει να διορθώνει σκηνές και να προσθέτει λέξεις κάθε φορά που του το ζητούσαν, επί χρόνια ολόκληρα; Ο Μπεν Τζόνσον τονίζει το γεγονός ότι ο σαιξπηρικός εγκέφαλος δεν σταματούσε να ψάχνει και να πειραματίζεται. Και ο Μπρουκ επιμένει: το θέατρο ζει και αναπνέει στο παρόν, όχι σε βιβλιοθήκες και αρχεία· και όσες θεωρίες δεν λαμβάνουν υπόψη τους ειδικά τις πρόβες και τις παραστάσεις είναι εκτός πραγματικότητας.

shakespeare-1

Πέρασαν αιώνες πριν αρχίσει κάποιος να αναρωτιέται ποιος είναι ο συγγραφέας πίσω από αυτό το όνομα. Μια βιομηχανία απατεώνων έπιασε δουλειά και σταδιακά εμφανίστηκαν περίπου εβδομήντα διεκδικητές για τον θρόνο του. Η Βιομηχανία Μπέηκον και ο Κύκλος Μάρλοου καλά κρατούν. Θα υπάρχει πάντα ένα μυστήριο, καθώς κάθε πλευρά της ιστορίας είναι γεμάτη ανεξήγητες αντιφάσεις. Πόσο μάλλον όταν ο Σαίξπηρ ήταν ένας πολύ σεμνός άνθρωπος που δεν χρησιμοποιούσε τους χαρακτήρες του για να μιλήσει για τις σκέψεις ή τις ιδέες του. Σε αντίθεση με τον Ίψεν που δεν δίσταζε να δείξει τι ένιωθε για την κοινωνία του ή τον Μπρεχτ που υποδείκνυε τα λάθη της κι έγραφε για να αλλάξει τον κόσμο, ο Σαίξπηρ ποτέ δεν έκρινε, «μόνο παρέθετε άπειρες οπτικές γωνίες με την δική τους πληρότητας ζωής, αφήνοντας ανοιχτά τα ερωτήματα τόσο στον ανθρωπότητα όσο και στην ευφυΐα του θεατή».

Στο κείμενο «Ήμουν εκεί. Πώς ο Μερκούτιος βρήκε το γέλιο του» περιγράφει πώς μετά το τέλος της πρώτης του παράστασης στο Στάτφορντ (Αγάπης αγώνας άγονος), έτοιμος να συνεχίσει με το Ρωμαίος και Ιουλιέτα, επέλεξε δυο νεαρούς ηθοποιούς σε πείσμα μιας παράδοσης που επέλεγε πάντα ωριμότερους, γιατί ήθελε να πουν τα λόγια τους με την δική τους αίσθηση ελευθερίας, και πώς ταξίδεψε στην Ταγγέρη για να ανακαλύψει το κλίμα του έργου, διαπιστώνοντας πως η ιστορία πράγματι δεν ανήκει στον ευγενικό κόσμο του Στάτφορντ ή του West End.

vivienne-leigh-lavinia

Μετά από ένα ταξίδι στην Βερόνα, όπου έχει κατασκευαστεί η απόλυτη βιομηχανία Ρωμαίου και Ιουλιέτας, ο Μπρουκ ανέβασε μια παράσταση αποτυχημένη: της έλειπε ο γενικός ρυθμός και ο ακατανίκητος παλμός που οδηγούσε από την μια σκηνή στην άλλη, κρατώντας το κοινό καθηλωμένο. Δεν είχε μάθει ότι σε αυτό βασιζόταν όλο το ελισαβετιανό θέατρο. Και τώρα στο West End με τα δυο διαλείμματα, τις παύσεις και τις αυλαίες, αυτό το στοιχείο είχε οριστικά χαθεί. Η πρόσθετη εμπειρία της όπερας του επιβεβαίωσε το λάθος του, κι έκτοτε αντιλήφθηκε ότι ένα έργο του Σαίξπηρ πρέπει να παίζεται σαν μια μεγάλη, ελικοειδής φράση, που δεν τελειώνει ποτέ πριν από το τέλος του έργου.

Ο Μπρουκ αρκείται σε κείμενα λίγων σελίδων για να αποστάξει από τις εμπειρίες του από τις αναμέτρησεις με το σαιξπηρικό έργο. Μαγειρεύοντας τον «Τίτο Ανδρόνικο» θυμάται το έργο που υπερέβαινε όλα τα ηθικά όρια της βικτωριανής αντίληψης και το πώς επανέφερε στην επιφάνεια το άγριο έργο με τον Λώρενς Ολίβιε και την Βίβιαν Λη, μια Λαβίνια βιασμένη και με κομμένα χέρια, που μετέτρεψε το σκληρό γκραν γκινιόλ σε μια στοιχειωμένη στιγμή ομορφιάς. Έτσι όταν έφτασε η ώρα της εκδίκησης του Τίτου για τον βιασμό της, εκείνος ήταν έτοιμος να απαντήσει στην Βασίλισσα των Γότθων πού βρίσκονται οι αυτουργοί γιοί της: Εκεί…μέσα στην πίτα. «Με το ίδιο μέτρο» ακόμα βλέπει για άλλη μια φορά τον τρόπο με τον οποίο ο Σαίξπηρ συνδέει τον ουρανό επάνω με την λάσπη κάτω, αρνούμενος τη συνήθη διχοτόμηση. Τα περιττώματα έχουν κι αυτά τον ρόλο τους, καθώς λιπαίνουν το έδαφος όπου μπορεί να φυτρώσουν εκπληκτικά φυτά.

shakespeare_-_by_lukaskaraba

Όταν η συζήτηση γίνεται Για τον «Βασιλιά Ληρ» ο Μπρουκ μας υπενθυμίζει ότι ο Σαίξπηρ δείχνει πώς μέσα σε κάθε ισχυρό χαρακτήρα υπάρχουν στρώματα αδυναμίας που ούτε καν υποπτευόμασταν. Είναι το κρυφό ελάττωμα που μας οδηγεί στην τραγωδία. Σήμερα διαθέτουμε πολλούς ψυχολογικούς και νευρολογικούς όρους που δηλώνουν την ίδια δυσάρεστη αλήθεια: πως κανείς μας δεν γεννήθηκε άγραφο χαρτί. Η ελληνική Ειμαρμένη δεν είναι παρά το σύγχρονο, αποδεκτό DNA. Από τον Κοριολανό μέχρι την Τρικυμία με πυξίδα τον ίδιο τον Οιδίποδα ο Σαίξπηρ διερεύνησε πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας άνθρωπος που γεννιέται με εγγενή όρια καταφέρνει να τα ξεπεράσει.

Υπάρχει ένας κόσμος κάπου αλλού [There is a world elsewhere], μας διαβεβαίωνε ένας στίχος από τον Κοριολανό, κι ήταν κάτι παραπάνω από τα λόγια ενός πικραμένου πολεμιστή που απαρνιέται την γενέτειρά του. Δεν ήταν μόνο το κλείσιμο μιας πόρτας με πάταγο αλλά και μια ενστικτώδης αναγνώριση ότι πάντα υπάρχουν άλλες πόρτες που ανοίγουν. Η Πόρσια στον Έμπορο της Βενετίας μιλάει για την αρετή της συγνώμης, αλλά οι στίχοι που ο Μπρουκ αισθάνεται ως πλησιέστερους προέρχονται από τον Ληρ κι είναι κυρίως εκείνο το Ω, σ’ αυτά είχα δώσει πολύ λίγη προσοχή [Ι have taken too little care of this]. Αναμφισβήτητα ο καθένας δίνει το δικό του περιεχόμενο σ’ έναν τέτοιο στίχο κι ο ίδιος ο Μπρουκ σίγουρα έχει δώσει λιγότερη προσοχή σε κάτι που θα άξιζε περισσότερη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, έδωσε την μέγιστη προσοχή στο σαιξπηρικό έργο, μέσα από θεατρικές παραστάσεις, ερμηνευτικά κείμενα, κινηματογραφικές ταινίες κι έναν συνεχή διάλογο με τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ.

Peter Brook

Η μετάφραση του βιβλίου αφιερώνεται στον Βασίλη Ρώτα, που πρώτος μετέφρασε τα Άπαντα του Σαίξπηρ στα Ελληνικά, «σε μεταφράσεις στέρεες, ποιητικές, θεατρικές, που παίζονται και σήμερα ύστερα από τόσα χρόνια». Περιλαμβάνεται δισέλιδο ευρετήριο τίτλων των έργων και χαρακτήρων και χρονολόγιο των παραστάσεων με έργα του Σαίξπηρ που ανέβασε ο συγγραφέας.

Εκδ. Σοκόλη, 2016, μτφ. Μαρία Χατζηεμμανουήλ, σελ. 98. [Peter Brook, The Quality of Mercy. Reflections on Shakespeare, 2013]. Στην μαυρόασπρη φωτογραφία η Βίβιαν Λη ως Λαβίνια στον Τίτο Ανδρόνικο. Στην τελευταία εικόνα ο συγγραφέας.

27
Φεβ.
17

Φρέαρ τεύχος 18 (Φεβρουάριος 2017)

18

Αν δείτε το έργο μου ως ένα σύνολο είτε πρόκειται για τα ζώα, είτε πρόκειται για την παγκόσμια φτώχεια και τον αποτελεσματικό αλτρουισμό, είτε για την ευθανασία και άλλα ζητήματα ζωής και θανάτου στην Ιατρική, το σταθερό θέμα μου είναι το πώς θα ζήσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μειώσουμε την οδύνη όσο περισσότερο μπορούμε και πώς θα βελτιώσουμε την ευημερία όλων των όντων που μπορούν είτε να υποφέρουν είτε να ευχαριστηθούν τη ζωή τους. Οπότε αναζητώ περιοχές όπου μου φαίνεται ότι είναι δυνατό να αποφευχθεί η οδύνη μες από αλλαγές που μπορούμε να επιφέρουμε. Στην περίπτωση των ζώων, για παράδειγμα, προκαλούμε ένα τεράστιο ποσό οδύνης με το να εγκλείσουμε ζώα μέσα σε βιομηχανικές φάρμες. Πραγματικά δεν χρειάζεται να το κάνουμε αυτό γιατί μπορούμε να ζήσουμε εξίσου καλά ή και καλύτερα χωρίς να τρώμε ζώα…

 … λέει ο Πίτερ Σίνγκερ που γνωρίζουμε ήδη από το βιβλίο του Η απελευθέρωση των ζώων (σύντομα θα παρουσιάσουμε την πρόσφατη επανέκδοση) και έχουμε ήδη παρουσιάσει την συλλογή τεσσάρων κειμένων με τον τίτλο Ζώα και Ηθική. Ο Σίνγκερ είναι ένας από τους λίγους φιλοσόφους που ευτύχησαν να κατάσχουν μια ιδιαίτερη θέση στην Ιστορία της Φιλοσοφίας ενόσω είναι ακόμα ενεργός, καθώς επέκτεινε την ηθική φιλοσοφία του ωφελιμισμού και στα ζώα. Ο ωφελιμισμός επιμένει ότι η ηθικά ορθή πράξη είναι αυτή που μεγιστοποιεί την ωφέλεια, η οποία συνήθως ορίζεται με όρους ευχαρίστησης, ευημερίας και ευτυχίας των όντων που αισθάνονται και έχουν συναφώς δυνατότητα ευχαρίστησης και οδύνης.

peter-singer-by-derek-goodwin

Ο ωφελιμισμός συνδέεται απαραίτητα με ένα ευρύτερο ηθικό αίτημα καθολικότητας και καθολίκευσης (universalism), δηλαδή με ένα αίτημα ευτυχίας του συνόλου, συνεπώς παραμένει μια ηθική θεωρία αντιτιθέμενη στον απλό εγωισμό, ηδονισμό ή ευδαιμονισμό. Το αίτημα ακριβώς της καθολικότητας επεκτείνεται και στα ζώα, αφού κριτήριο της ευτυχίας δεν είναι παρά η ευχαρίστηση και η έλλειψη πόνου, ένα κριτήριο που αφορά και τα άλλα ζωικά είδη πέραν του ανθρώπου. Ο συγγραφέας απαντά στις διόλου εύκολες ερωτήσεις του Διονύση Σκλήρη που έχει συντάξει και την κατατοπιστική εισαγωγή.

Ο Σίνγκερ αναρωτιέται πώς μπορεί να είναι κανείς ωφελιμιστής και να μην ενδιαφέρεται για τα ζώα. Ο ίδιος ο ωφελιμισμός ενδιαφέρεται για την ευτυχία και την οδύνη, μεριμνά επομένως για οποιοδήποτε ον μπορεί να υποφέρει ή να ευτυχεί. Όλοι οι μεγάλοι ωφελιμιστές στοχαστές διατύπωσαν ρητά ότι η οδύνη των ζώων δεν μπορεί να μείνει έξω από τους σχετικούς υπολογισμούς, ενώ επέκριναν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καθόλου νόμοι που να προστατεύουν τα ζώα.

tavares

Σε μια άλλη συνομιλία, ο εξαιρετικά ενδιαφέρων Πορτογάλος συγγραφέας Γκονσάλο Μ. Ταβάρες (βλ. παλαιότερη παρουσίαση της Ιερουσαλήμ του από το Πανδοχείο, εδώ) υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το βιβλίο προϋποθέτει την ιδέα ενός αναγνώστη πομπού και όχι δέκτη, συνεπώς για να μπορέσει όμως ο αναγνώστης να εκπέμψει, θα πρέπει να απενεργοποιήσει τη συνθήκη της υποδοχής, της λήψης. Ο συγγραφέας διαφοροποιεί πλήρως το λογοτεχνικό βιβλίο από την κινηματογραφική ταινία, όπου ο θεατής είναι για μιάμιση ώρα χωρίς καμιά διακοπή ένας δέκτης. «Το βιβλίο είναι μια τελείως διαφορετική μηχανή που επιτρέπει στον αναγνώσει ανάμεσα σε δυο σελίδες, να κάνει ένα ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου, να επιστρέψει και να ξαναπιάσει το νήμα της ανάγνωσης στην επόμενη σελίδα. Και νομίζω ότι αυτή είναι η μεγάλη ελευθερία που επιτρέπει η λογοτεχνία στην ανθρώπινη σκέψη: να ταξιδέψει ανάμεσα σε δυο σελίδες» (συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο).

david-hockney-oona-zlamany

Καθώς οι καιροί είναι αβυθομέτρητοι, οι φερώνυμες σελίδες συνεχίζουν να ανασκάπτουν με τον λόγο θέματα ευρύτατου προβληματισμού, εντός και εκτός λογοτεχνίας. Ο Γιώργος Κεντρωτής συνεχίζει πάνω στην μεταφραστική ρητορική του, ο Μαριάνος Καράσης κατά την έρευνα πάνω στις Ουτοπίες της Αρχαιότητας φτάνει στον αριστοφανικό Πλούτο, ο Διονύσης Μαγκλιβέρας επιχειρεί μια ανατομία πάνω στον φόβο του ίδιου του φόβου κ.ά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα κείμενο της τακτικής συνεργάτριας του περιοδικού Νατάσας Κεσμέτη, που εκκινεί από τρεις διαφορετικές αφορμές: από τον Ψαλμό του Κόσμου, ένα κεφάλαιο από ένα παλιό βιβλίο για την ζωή του στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ, από την καθιερωμένη είδηση για τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχει η φύση και από δικές της απόπειρες μετάφρασης αγγλικών ποιημάτων. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι θέματα παρμένα από την φύση εμφανίζονται όλο και λιγότερο στην λογοτεχνία, κι όταν αυτό συμβεί, πρόκειται περισσότερο για θρήνο, παρά για θαυμασμό και στην συνέχεια διατρέχει ακριβώς τέτοια πεδία, από το προαναφερθέν κεφάλαιο μέχρι την σύγχρονη ποίηση.

p-singer_

Με αφορμή την έκθεση 82 πορτραίτα και 1 νεκρή φύση του David Hockney, ενός ζωγράφου που μάθαμε καλά όταν εντρυφήσαμε στην δεκαετία του ’60 και όχι μόνο, ο Νίκος Αλ. Μηλιώνης γράφει μεταξύ άλλων για τον καλλιτέχνη που παρότι χρησιμοποιεί μοντέλο, ζωγραφίζει με την μνήμη του, ως ένας συσσωρευτής εμπειριών και γνώσεων από το παρελθόν, που το εκλαμβάνει ως γόνιμο έδαφος εμπειρίας και γνώσης για να ασκήσει την επιλεκτικότητα της μνήμης του. Ανέκδοτα σχεδιάσματα ποιημάτων της Ζωής Καρέλλη (εισαγωγικό σημείωμα και καταγραφή από την Μαρία Κόκορη), ένα εξαιρετικό κείμενο για τον  βιωμένο και τον φαντασιακό χώρο στην πρώιμη βυζαντινή λογοτεχνία από τον Φώτη Βασιλείου, διηγήματα (Ωντ, Νοντάρ Αμανατισβίλι, Γιάροσλαβ Ιβασκίεβιτς, Ευρυπίδης Νεγρεπόντης, Γιώργος Γκόζης, Μαρία Κουγιουμτζή, Μιχάλης Μακρόπουλος), ποιήματα (Τ.Κ. Παπατσώνης, Άδωνις, Ντίνος Σιώτης), κριτικές βιβλίων και ποικίλα σημειώματα συμπληρώνουν την ύλη του τεύχους.

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Σίνγκερ, αλιεύω από το εισαγωγικό κείμενο της συνομιλίας με τον Σίνγκερ: βρισκόμαστε σε μια εποχή όπου η βιομηχανική κτηνοτροφία καθιστά τον βίο πολλών ζωικών ειδών πραγματικά αβίωτο (μέχρι να τον αφανίσει), συνεπώς αποτελεί το μεγάλο αξιακό ζήτημα του καιρού μας.

Στις εικόνες: Peter Singer, Gonzalo M. Tavares, David Hockney [Oona Zlamany], Peter Singer.

[σ. 230]

25
Φεβ.
17

Βασιλική Πέτσα – Όταν γράφει το μολύβι. Πολιτική βία και μνήμη στη σύγχρονη ελληνική και ιταλική πεζογραφία

petsa_otan-grafei-to-molibi_

Αναμέμνοντας την λογοτεχνία της ένοπλης βίας

Θυμάμαι πόσο με είχαν συνεπάρει αλλά και αιφνιδιάσει Οι πολίτες της σιωπής, ένα παλαιότερο βιβλίο της πρόωρα χαμένης Νένης Ευθυμιάδη. Ήταν η πρώτη λογοτεχνική μου ανάγνωση ενός πολιτικού μυθιστορήματος με θέμα την τρομοκρατία. Εδώ η πολιτική βία εμφανίζεται κυρίως ως απειλή της επικείμενης εμφάνισής της, όπως γράφει η ερευνήτρια κάπου στη μέση του βιβλίου. Η ένοπλη ομάδα «Μηδέν» με την ανατίναξη μιας σειράς αγαλμάτων στρέφεται εναντίον συμβόλων εθνικής ταυτότητας· με την απανθράκωση σταθμευμένων αστικών λεωφορείων στηλιτεύει την σχετική κρατική ανεπάρκεια· με το χτύπημα ενός ναού θέτει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους – εκκλησίας. Η δολοφονία αστυνομικού, στρατιωτικού και αλλοδαπού αξιωματικού πλήττουν εξίσου θεμελιώδεις βεβαιότητες ή προκαταλήψεις. Η οργάνωση αναπροσαρμόζει την στρατηγική της για να αποφύγει την ταύτισή της με τις καθιερωμένες ερμηνείες και εμμένει στην συμβολική διάσταση των χτυπημάτων ως αυτόνομων εκφρασιακών ενεργημάτων.

Η στροφή εναντίον πολιτών είναι ζήτημα χρόνου κι έτσι σχεδιάζεται η ανατίναξη μιας αστικής πολυκατοικίας, που υποτίθεται πως εκπροσωπεί τον εφησυχασμένο μεταπολιτευτικό modus vivendi. Ολόκληρο το χωροθετημένο συγκρότημα μετατρέπεται ως πεδίο επιτήρησης και ελέγχου, μια σύγχρονη εκδοχή του στρατοπέδου, του κατεξοχήν χώρου μιας κατάστασης εξαίρεσης. Αλλά και η ίδια η επίδοξη βομβίστρια – γειτονική ανθοπώλισσα καθίσταται αντικείμενο επιτήρησης από την μικρή Χριστίνα και τους άλλους και καθώς αναπτύσσουν πάσης φύσεως κοινωνικές σχέσεις η πίστη της στους σκοπούς της οργάνωσης αρχίζει να κλονίζεται. Η εξανθρώπιση των στόχων μέσω της διαπροσωπικής επαφής προκαλεί στην ηρωίδα κρίσεις συνείδησης και εγκλωβίζεται σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο από το οποίο αδυνατεί να διαφύγει. Οι βεβαιότητές της για την αναγκαιότητα της βίας κλονίζονται και η ίδια αναλογίζεται μια εναλλακτική πορεία ζωής. Δεν επιλέγει όμως την παράδοση αλλά την συντριβή του εαυτού της.

faranda

Το παραπάνω βιβλίο αποτελεί ένα από τα δεκάδες έργα που μελέτησε η ερευνήτρια για να συγκροτήσει μια μελέτη που καλύπτει ένα σημαντικό βιβλιογραφικό κενό και θέτει ως ερευνητικό στόχο την συγκριτική αποτίμηση των μυθοπλαστικών κειμένων της ιταλικής και της ελληνικής λογοτεχνίας στα οποία αναπαρίστανται ή και αναδιαμορφώνονται μυθοπλαστικά εκφάνσεις της ένοπλης βίας των δυο χωρών. Η αντιπαραβολή των αντίστοιχων έντεχνων λόγων τόσο ως προς την επιλογή των θεματικών και αφηγηματικών τεχνικών όσο και ως προς την ιδεολογική οργάνωση την οδηγούν σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με την ευρύτατη πολιτισμική επεξεργασία της ένοπλης βίας πολιτικών οργανώσεων και την κοινωνική επίδραση που άσκησε ως φαινόμενο.

Το ερευνητικό της πεδίο καλύπτει αποκλειστικά την δράση ένοπλων ακροαριστερών οργανώσεων και, ειδικά για την ελληνική περίπτωση, αντικαθεστωτικών οργανώσεων που έδρασαν κατά τη διάρκεια της Δικτατορίας. Το ένα μέρος του βιβλίου λοιπόν εστιάζει στην ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Η Μεταπολίτευση αποτέλεσε κρίσιμη μεταβατική περίοδο προς μια δημοκρατικότερη πολιτειακή συνθήκη και σηματοδότησε το τελευταίο στάδιο του «κοινωνικού δράματος» του Εμφυλίου. Ωστόσο για ένα σκέλος της αντισυστημικής Αριστεράς, οι διαδικασίες εκδημοκρατισμού κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μειοψηφικές ομάδες αντιτάχθηκαν στην ηγεμονική ιστορική αφήγηση και συσπειρώθηκαν γύρω από μια εναλλακτική πολιτική ταυτότητα που εστίασε στο «συμβάν» – λαϊκή εξέγερση.

1151

Ως προς τις κυρίαρχες ιδεολογικές και αφηγηματικές τάσεις των ελληνικών μυθοπλαστικών έργων διαπιστώνεται το σχετικά περιορισμένο εύρος και η ελλιπής κριτική αναγνώρισή του που συσχετίζεται με την αδυναμία ευρείας επικράτησης συναινετικών πολιτικών αφηγήσεων για την ένοπλη πολιτική βία. Από την άλλη παρατηρείται η επικέντρωση σε ατομικές (και όχι συλλογικές) αφηγηματικές υποκειμενικότητες και η απουσία ρεαλιστικής αναπαράστασης στη διάπραξη βιαιοτήτων. Σε αυτό το σημείο η συγγραφέας εντοπίζει δυο κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα: την τραγική αφήγηση και την οικογενειακή μυθιστορία.

Στην πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική στην εργογραφία του Δημήτρη Νόλλα (Το πέμπτο γένος, Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, Ο καιρός του καθενός), οι χαρακτήρες λειτουργούν ως αυτοκαταστροφικοί «αντι – ήρωες», εμφορούμενοι από την ηθική της μελαγχολίας, ενώ η βία παραμένει απούσα. Στα έργα του Νόλλα ο ρόλος της θυσίας είναι κομβικός ενώ η τραγωδία έγκειται ακριβώς στην εξαφάνιση των προϋποθέσεων του τραγικού, στην κατάργηση των οριακών αντιθέσεων και στην εγκατάλειψη των ουτοπικών οραμάτων. Ειδική περίπτωση τραγικής αφήγησης αποτελεί και το έργο του Τάσου Δαρβέρη Μια ιστορία της νύχτας (1967 – 1974). Στην δεύτερη περίπτωση η πολιτική βία ερμηνεύεται είτε ως «αντι – βία» της Αριστεράς απέναντι στην δομική βία του συντηρητικού μεσοπολεμικού κράτους είτε ως βία που στοχοποιεί τις παγιωμένες συνήθειες της μεσοαστικής τάξης. Εδώ εξετάζονται τα βιβλία Τέσσερις ελληνικοί φόνοι του Αλέξη Πανσέληνου, Οι πολίτες της σιωπής της Νένης Ευθυμιάδη, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι του Λευτέρη Μαυρόπουλου και Η μανία με την άνοιξη του Άρη Μαραγκόπουλου.

maragopoulos-400

Η Πέτσα δεν εξαντλείται στην ενδελεχή ανάγνωση των βιβλίων κάτω από την ερευνητική προβληματική της αλλά και εμβαθύνει στο ευρύτερο φιλοσοφικό και θεωρητικό υπόβαθρό τους. Αυτό αποτελεί ένα από τα ακαταμάχητα θέλγητρα της έρευνάς της. Στο μυθιστόρημα της Ευθυμιάδη, για παράδειγμα, η τρομοκράτισσα, χαρακτηρίζεται ως άλλη Αντιγόνη μεταξύ δυο θανάτων, του συμβολικού και του πραγματικού. Η Χριστίνα από την άλλη ενσαρκώνει μια εναλλακτική εκδοχή αντίστασης στην εξουσία, βασισμένη όχι στην κατά μέτωπο αμφισβήτηση, αλλά στη φανέρωση της βίας που προϋποθέτει η κυριαρχία της. Η στάση της, και με τις δυο σημασίες της ακινησίας και της επανάστασης, καταδεικνύει την κατά Weber δύναμη της αδυναμίας και την αδυναμία της δύναμης. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συνομιλεί με τις σχετικές θέσεις του Agamben, ενώ η πράξη της Χριστίνας οράται και υπό το πρίσμα της κατά Benjamin «ασθενικής μεσσιανικής δύναμης». Η αγάπη για τον πλησίον και ο φετιχισμός του πένθους δεν μπορεί παρά να διαπερνούν το έργο των Φρόυντ, Κίργκεγκωρ, τις απόψεις του Ζίζεκ κ.ό.κ.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζει στην αντίστοιχη ιταλική πεζογραφική παραγωγή. Η σύγχρονη κοινωνικο – πολιτική ιστορία της Ιταλίας διακρίνεται από περιόδους έντονης συγκρουσιακότητας και μαζικής συμμετοχής στο πεδίο των πολιτικών εξελίξεων, ενώ η ένοπλη βία ασκήθηκε από οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής ή άκρας Αριστεράς. Το σχετικό εισαγωγικό κείμενο εστιάζει στην ιστορία της ταραγμένης περιόδου που ονομάστηκε «μολυβένια χρόνια», που ξεκινούν με την σφαγή της Πλατείας Φοντάνα το 1969 (βλ. Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού, του Ντάριο Φο σε δυο παλαιότερες δημοσιεύσεις του Πανδοχείου εδώ και εδώ) και τελειώνουν στην εξάρθρωση των Ερυθρών Ταξιαρχιών το 1982, ενώ είναι εμφανές ότι τα εξεταζόμενα βιβλία παρουσιάζουν πρόσθετο ενδιαφέρον εφόσον δεν έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας.

natalia-ginzburg

Το νεανικό εξεγερσιακό πνεύμα του 1968 δεν αφορούσε μόνο το πεδίο της αμφισβήτηση των πολιτικών θεσμών αλλά προέταξε ως αίτημα και την επανεξέταση των διαπροσωπικών σχέσεων και της συγκρότησης της προσωπικής ταυτότητας. Οι γυναίκες και οι νέοι βγήκαν ως υποκείμενα αυτόνομα και ξεχωριστά από τον οικογενειακό πυρήνα. Έτσι το πρώτο ερμηνευτικό σχήμα που εντοπίζεται στην σχετική ιταλική λογοτεχνία αφορά μια οιδιπόδεια ή ευρύτερη ενδοοικογενειακή σύγκρουση. Η ρήξη σχετίζεται με την πατροκτονία ή αδελφοκτονία και λαμβάνει την μορφή της απόπειρας επούλωσης του τραύματος που προξένησε στην οικογένεια η συμμετοχή ενός μέλους σε ένοπλη ακροαριστερή οργάνωση.

Στο επιστολικό μυθιστόρημα της Ναταλία Γκίνζμπουργκ Αγαπητέ μου Μικέλε η περιγραφή της πολιτικής βίας υποβιβάζεται και η ίδια η ύποπτη δράση του γιου περιθωριοποιείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Το βιβλικό υπόστρωμα του «άσωτου υιού» συνδυάζεται με την απόρριψη της πατρικής κληρονομιάς, ενώ η υποχώρηση της ανδρικής κυριαρχίας επιτείνει την έλλειψη νοήματος στην ζωή των γυναικών. Η νεότερη γενιά αδιαφορεί για το παρελθόν ή το μέλλον και προσηλώνεται στο παρόν. Αυτή η στάση, γράφει η Πέτσα, δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκούσια άρνηση του ιστορικού παρελθόντος αλλά σχετίζεται με τις ανεπάρκειες της προηγούμενης γενιάς, η οποία αδυνατεί να επιτελέσει τον ρόλο της ως πρότυπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αμυντική απάρνηση ενός τραυματικού παρελθόντος, η μνήμη του οποίου βαραίνει τις προηγούμενες γενιές. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το διήγημα Η Ντολόρες Ιμπαρούρι χύνει πικρά δάκρυα από την συλλογή του Αντόνιο Ταμπούκι, Το παιχνίδι της αντιστροφής (για το βιβλίο βλ. εδώ).

il-paese-delle-meraviglie

Σε μια σειρά έργων η αφήγηση του τραύματος συγκροτεί το μυθιστόρημα της διαμόρφωσης. Η χώρα των θαυμάτων [Il paese delle meraviglie] του Giuseppe Culicchia αποτελεί ένα μυθιστόρημα μαθητείας και προς την πολιτική συνειδητοποίηση του ήρωα που πληροφορείται τον θάνατο της αδελφής του κατά την διάρκεια μιας αστυνομικής επιχείρησης λόγω της συμμετοχής της σε ένοπλη οργάνωση. Η επαρχιακή πόλη όπου ζει ο νέος είναι καταδικασμένη σε ένα αιώνια επαναλαμβανόμενο παρόν και δεν επιδέχεται ιστορικοποίηση. Οι πολιτικές εξελίξεις φτάνουν μόνο μέσω της μιντιακής ενημέρωσης και η απώλεια της Αλίτσε σηματοδοτεί την απώλεια της προοπτικής μιας «χώρας των θαυμάτων».

Ο πόλεμος των παιδιών [La Guerra dei figli] της Lidia Ravera εστιάζει σε δυο αδερφές, η μια εκ των οποίων διακόπτει κάθε οικογενειακή σχέση και περνάει στην παρανομία και στοχοποιεί τον πιθανό πατέρα του παιδιού της άλλης. Η ένταξή της στην τρομοκρατική οργάνωση προκύπτει ως εναντίωση στην οικογένεια που μοιάζει με «δικτατορία» και ως αντίδραση στην ασφυκτική καταπίεση της μητέρας της. Είναι ενδιαφέρον ότι και εδώ οι ρόλοι της Αντιγόνης και της Ισμήνης μοιάζουν μοιρασμένοι, ενώ η αποσιώπηση της τραγικής είδησης από την δεύτερη αδελφή μοιάζει με συμβολική απόπειρα διαγραφής γεγονότων από την Ιστορία. Αυτή η συλλογική φαντασίωση της επανόρθωσης περιλαμβάνεται και στην ταινία Καλημέρα, νύχτα [Buongiorno notte] του Μάρκο Μπελόκιο, όπου ο Άλντο Μόρο δεν δολοφονείται, όπως συνέβη στην πραγματικότητα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, αλλά κατορθώνει να απεγκλωβιστεί από την ομηρία και να μείνει ζωντανός.

lidia-ravera

Στο μυθιστόρημα Ανατομία της μάχης [Anatomia della battaglia] του Giacomo Sartori ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να συμφιλιωθεί με το ευρύτερο οικογενειακό και προσωπικό του παρελθόν και καταφεύγει στην αυτοεξορία σε μια χώρα της Αφρικής. Ενδιαφέρουσα μορφολογική επιλογή αποτελεί εδώ η απόδοση της εμφανούς ετερογλωσσίας των δυο κόσμων με διαφορετικές ιδιόλεκτους και χρήση αποκλειστικά κεφαλαίων γραμμάτων για την μια πλευρά. Ο συγγραφέας αναζητά τα κενά της Ιστορίας και αγγίζει την «αμνηστία Τολιάτι», σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των παρτιζάνων δεν χαρακτηρίστηκαν ως πολιτικά αλλά ποινικά εγκλήματα, αποδεικνύοντας τελικά ότι η πραγματική συμφιλίωση με τα αιματηρά γεγονότα εκείνης της εποχής δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο μιας συλλογικής μνήμης που αποσιωπά πτυχές της εθνικής ιστορίας.

Παρουσιάζονται ακόμα τα μυθιστορήματα Tuo figlio [Ο γιος σου] του Gian Mario Villalta, Libera I miei nemici [Απελευθερώστε τους εχθρούς μου] του Rocco Carbone, Piove all’ insu [Βρέχει προς τα πάνω] του Luca Rastello,  Piombo [Μολύβι. Στο τελευταίο νησί, 1980 και τριγύρω  [Nell’ ultima isola, 1980 e dintorni] του Duccio Cimatti και 1977, Εξέγερση [1977, Insurrezione] του Paolo Pozzi. Με τα δυο τελευταία βρισκόμαστε σε μια άλλη περιοχή, της βιωμένης εμπειρίας αλλά και των γλωσσικών πειραματισμών. Και ακόμα πιο βαθιά, η επική εκδοχή της μνήμης «εκπροσωπείται» με τα καταρρακτώδη έργα του Νάννι Μπαλεστρίνι Τα θέλουμε όλα, La violenza illustrate, Οι αόρατοι και Εκδότης (τρία εκ των οποίων έχουν κατ’ εξαίρεση μεταφραστεί στη γλώσσα μας). Η στρατευμένη λογοτεχνία του Μπαλεστρίνι εμφανίζεται ως μια βίαιη πράξη, όπου η γραφή διαμορφώνεται ως δράση δημιουργικής καταστροφικότητας, έναυσμα για την σύλληψη μιας καινούργιας τάξης πραγμάτων.

ballestrini_

Στο πρώτο μυθιστόρημα ο ανώνυμος προλετάριος πρωταγωνιστής ενσωματώνει το μοναδιαίο ατομικιστικό «εγώ» του στη συλλογική αγωνιστική υποκειμενικότητα ενώ στο δεύτερο περιγράφεται η βία σε επίπεδο έκφρασης, με μια παράθεση διαφορετικών περί βίας λόγων. Η κατάργηση των σημείων στίξης διατηρείται και στο τρίτο έργο, που αποκτά μάλιστα την επική μορφή μεσαιωνικού ηρωικού ποιήματος. Αλλά οι κρατούμενοι θα είναι για άλλη μια φορά «αόρατοι», ενώ παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι στην ελπίδα:

… σε μια ορισμένη ώρα μέσα στη νύχτα όλοι μαζί ανάβαμε το λάδι στις δάδες έκλαιγαν πολύ ώρα θα πρέπει να ήταν ωραίο θέαμα απ’ έξω όλες εκείνες οι φωτιές που έτρεμαν επάνω στο μαύρο τοίχο της φυλακής μέσα σ’ εκείνο τον απέραντο κάμπου αλλά οι μόνοι που μπορούσαν να δουν τους πυρσούς ήταν οι λιγοστοί αυτοκινητιστές που τρέχουν μικροσκοπικοί […]  ή κάποιος αεροπλάνο ίσως που περνά πάνω ψηλά αλλά αυτά πετούν πολύ ψηλά εκεί πάνω στο μαύρο σιωπηλό ουρανό και δεν βλέπουν τίποτα… [σ. 251].

renault-moro_

Είναι ενδιαφέρον ότι στην ιταλική περίπτωση στη θέση των μελών έχουμε τους συγγενείς του θύτη ή του θύματος, συνεπώς η έμφαση αποδίδεται στους «θεατές» του κοινωνικού δράματος και όχι στους πρωταγωνιστές. Η σκοπιά αυτή της κοινής γνώμης απηχεί τον ισχυρισμό της Χάνα Άρεντ ότι η δημόσια σφαίρα συγκροτείται από τους θεατές και όχι από τους πρωταγωνιστές της πολιτικής. Κατά βάθος όμως η συγκεκριμένη αυτή αφηγηματική επιλογή αποσκοπεί στην απόκρυψη του συμβάντος, μια στόχευση που απηχεί τη γενική ιδεολογία της μεταπολιτικής συνθήκης. Έτσι το παρελθόν συνεχίζει να αιμορραγεί από τις πληγές του, συνεπώς, συμπεραίνει η Πέτσα, εντοπίζοντας και καταγράφοντας τις πρωτογενείς παθογένειες που το σημάδεψαν ίσως τότε να κατορθώσει να συνειδητοποιήσει ότι αυτό υπήρξε αλλά είναι πλέον νεκρό και έτσι να ζητήσει την οριστική ταφή – την ανάστασή του.

Η μελέτη δεν ολοκληρώνεται με τα εκτενή συμπεράσματα. Το επίμετρο περιλαμβάνει μια παράπλευρη έρευνα πάνω σε θεμελιώδη θεωρητικά έργα που σχετίζονται άμεσα με τα παραπάνω ζητήματα (Ζιράρ, Ίγκλετον, Μπένγιαμιν, Σαρτρ, Καμύ, Άρεντ, Μερλώ – Ποντύ, Λούκατς, Μπαντιού, Ζίζεκ κ.ά) αλλά και σημαντικές έννοιες όπως η νοσταλγία, ο παροντισμός, ο αφηγηματικός φετιχισμός, η μελαγχολική γραφή (που σε αντίθεση με την πένθιμη γραφή αρνείται να αποδεχτεί την απώλεια ως γεγονός) κ.ά. Στο παράρτημα δημοσιεύονται τρεις συνεντεύξεις: με την Adriana Faranda, πρώην μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών, η οποία συμμετείχε στην απαγωγή του Άλντο Μόρο, με τον Νάννι Μπαλεστρίνι και με τον Γιώργο Μομφερράτο, γιο του δολοφονηθέντα εκδότη Νικόλαου Μομφερράτου από την 17Ν.

protest-rue-saint-jacques-paris-6-may-1968

Η πρώτη, που είναι και η εκτενέστερη, είναι πραγματικά συγκλονιστική. Η Φαράντα περιγράφει πόσο σταδιακά και αδιόρατα, «φυσικά» για εκείνη την εποχή, γλιστρούσε κανείς στο επαναστατικό κίνημα, αναλαμβάνει το κομμάτι της συλλογικής ευθύνης που της αναλογεί, παρά την διαφωνία της τότε για την δολοφονία, κρίνει το παρελθόν της και υποστηρίζει ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς, τα πάντα εκτός από τον ένοπλο αγώνα. Σήμερα, λέει κάπου αλλού, «καμία ομάδα και καμία δύναμη δεν έχει στο μυαλό της μια επαναστατική διαδρομή, υπάρχουν όμως πλήθη στις πλατείες που μπορούν να εκραγούν».

Η Πέτσα τιμά τόσο την δοκιμιακή γραφή, αυτή την πλούσια παράδοση ύφους και σκέψης, όσο και την ερευνητική εργασία, γράφοντας ένα συναρπαστικό στην ανάγνωση μελέτημα που κατορθώνει ταυτόχρονα να ανοίξει ένα από δεκαετίες κλειστό παράθυρο σε μια ελάχιστα ερευνημένη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε μια εξίσου άγνωστη λογοτεχνία αλλά και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο όλων των ακάνθινων θεμάτων της.

balestrini-1971-vogliamo-tutto_

Εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 387. Περιλαμβάνεται βιβλιογραφία με πρωτογενείς πηγές (λογοτεχνία, μαρτυρίες, αυτοβιογραφίες, χρονικά, ταινίες και ντοκιμαντέρ) και κριτική βιβλιογραφία (βιβλία και μελέτες, άρθρα, ημερήσιος τύπος, άλλα ντοκουμέντα και πηγές στο διαδίκτυο).

Στις εικόνες: Adriana Faranda, Natalia Ginzburg, Lidia Ravera, Nanni Ballestrini, το Ρενώ όπου βρέθηκε νεκρός ο Άλντο Μόρο, Οδός Saint-Jacques, Παρίσι, 6 Μαΐου 1968.

19
Φεβ.
17

Νίκος Δ. Πλατής – Γελαστικό λεξικό

Layout 1

Γελάει καλύτερα όποιος γελάει πάντα

Αφού λοιπόν μας έδωσε σελίδες καυτερές και πάντως πεντανόστιμες στο Μπαχαρικό του Λεξικό (που μετρά εκδόσεις επί εκδόσεων), μας εισήγαγε στην επιστήμη του Κάμα Τσούχτρα, λεξικογράφησε μεταξύ άλλων λήμματα Αθωνικά, Μαύρα, Βρώμικα και άλλα, συνέταξε πλήρες Λεξικό του Σεξ για να πλουτίσουμε το σεξιλόγιό μας, αποτόλμησε ακόμα κι ένα Λεξικάκι που παίζει με τον Θάνατο (όσο ζούμε θα τον κοροϊδεύουμε), έρχεται ο Αυτουργός των Αιφνίδιων Λημμάτων να μας ξεκαρδίσει με επί τούτου έργο, λες και νωρίτερα δεν έχουμε ήδη γελάσει με όλα αυτά τα απρόβλεπτα λεξικά με τα αιφνίδια λήμματα. Γιατί αυτή είναι μια μόνο από τις ιδιότητές τους: σε αντίθεση με όλα τα άλλα, εδώ όχι μόνο ποτέ δεν ξέρεις ποια λέξη ακολουθεί αλλά και πόσο θα σε αιφνιδιάσει.

Αστείοι και αστειότητες, γελαστικοί και γελοίοι, γέλωτες και χαμόγελα, ανέκδοτα και κωμικά απαγορευμένα, οτιδήποτε σπάει την ισιάδα του στόματος με καμπύλη προς τα πάνω, εδώ δηλώνει αλφαβητικώς παρόν: περίφημοι γελοιογράφοι όπως ο Laplace, ο Reiser ή ο Wolinski, Έλληνες ομότεχνοι των παλιών περιοδικών, σούπερ ήρωες όπως ο επιθεωρητής Κλουζό, αξέχαστοι χαρακτήρες ελληνικών ταινιών, εμβληματικές μορφές όπως ο Σαρλό και οι αδελφοί Μαρξ, τα Γελαστά Ζώα του Κωστή Παπαγιώργη, η αξέχαστη Τζόαν Ρίβερς από μια εποχή όπου η stand up comedy δεν υπήρχε καν ως όρος και βέβαια ο πολυαγαπημένος μου Μπαντ Σπένσερ έχει την θέση που του αξίζει, πόσο μάλλον όταν χρόνια μετά τα αεροπλανικά του χαστούκια κι εκείνη την έκφραση, ετοιμοθάνατος «στ’ αλήθεια» ψέλλισε ένα απλό «ευχαριστώ».

charlie-chaplin_

Εδώ συνυπάρχουν αποσπάσματα και αναφορές βιβλίων, όπως η υπέροχη Ανήκουστη Βλάβη του Ντέιβιντ Λοτζ, οι χρήσιμες υποδείξεις της γελωτολόγου Στεφανί Ντέιβις, όψεις της σάτιρας και της φαρσοκωμωδίας, εικόνες που προκαλούσαν έστω και πνιχτό γέλιο, όπως το μαλλί λάχανο των μαμάδων, άγνωστες ιστορίες όπως το ξεκαρδιστικό πλην «σόκιν» ενέχυρο του Φρανσουά Βιγιόν στο δικαστήριο ή ο βασιλιάς Λουδοβίκος Φίλιππος Α΄ σκιτσαρισμένος ως αδηφάγος και πλεονέκτης Γαργαντούας, πιθανώς η πρώτη πολιτική γελοιογραφία που απαγορεύτηκε με αποτέλεσμα ο Ονορέ Ντομιέ να βλέπει επί έξι μήνες τον κόσμο ριγέ, όπως θα έλεγε και ο Νίκος Τσιφόρος, παρών και αυτός.

Ως επί το πλείστον δε, γελούν όσοι, έχοντας επίγνωση των ελάχιστων ικανοτήτων τους, εξαναγκάζονται, για να διατηρούν την αυτοεκτίμησή τους, να προσέχουν τις ατέλειες των άλλων. Συνεπώς το πολύ γέλιο με τα ελαττώματα των άλλων είναι σημείο μικροψυχίας. Διότι είναι ένα από τα κύρια καθήκοντα των μεγαλόψυχων ανθρώπων είναι να απαλλάσσουν τους άλλους από τον περίγελο, καθώς και να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τους βέλτιστους έγραφε ο Τόμας Χομπς στο «Περί Παθών» κεφάλαιο στο μείζον έργο του Λεβιάθαν κι ένα άλλο απρόσμενο στοιχείο του Λεξικού είναι ακριβώς οι πηγές από σημαντικά έργα που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι έχουν θέση εδώ. Ο Τάιμπο βέβαια αναμενόμενα έχει, όπως και το αξέχαστο τραγικό Αστείο του Κούντερα.

%cf%84%ce%b1-%ce%ba%ce%af%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%b1-%ce%b3%ce%ac%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%b1-12-12-60

Το Λεξικό δεν είναι μόνο γελαστικό αλλά και χαμογελαστικό. Το χαμόγελο, σκέφτομαι,  είναι το δίδυμο αδελφάκι του γέλιου, απλώς το ένα δείχνει πιο εύθυμο από το άλλο και κάνει λίγο περισσότερο θόρυβο. Δεν είναι βέβαια πάντα ειλικρινές: Η αεροσυνοδός, όταν παίρνει επιτέλους το δίσκο μού χαμογελάει. Από πού κι ως πού; αναρωτιέται ο ήρωας του Μαξ Φρις στο Ας με λένε Γκάντεμπαϊν, που αργότερα διαπιστώνει πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ «είναι αναγκασμένος σε κάθε πρώτη σελίδα να χαμογελάει, αλλιώς δεν τον ξαναψηφίζουν». Μιλώντας για πολιτικούς ο Μάρκ Τουέιν που γνώριζε καλά την τέχνη της ευθυμογραφίας είπε κάποτε: Μην πείτε στη μητέρα μου ότι ασχολούμαι με την πολιτική. Νομίζει ότι είμαι πιανίστας σε μπουρδέλο.

Οι Κινέζοι λένε ότι υπάρχει τύχη, όμως και χτυπάει την γελαστή πόρτα, ενώ ένας άγνωστος υποστηρίζει ότι το χιούμορ είναι το ντεκολτέ του άντρα. Είναι και κάποια πράγματα με τα οποία γελάει κανείς μονάχα όταν περάσει καιρός, έλεγε ο συνταξιούχος μποξέρ Ατίλιο Ντάουν. Είναι ένα βιβλίο λιαν ευρούφηκτον, πρόχειρο σε όλους (αστειόφιλους, αστειόφοβους, αστείους και λοιπούς τύπους του άστεως) όπως ακριβώς το υποτιτλίζει ο συγγραφέας το εξώφυλλό του. Σωστά όλα, με μια υποσημείωση: δεν γελάει μόνο καλύτερα όποιος γελάει πάντα, όπως κάπου γράφεται μέσα στα εκατοντάδες λήμματα· ζει πραγματικά όποιος γνωρίζει, αναβλύζει και υποδέχεται όλες τις όψεις του γέλιου.

bud_spencer_by_chuckie96-d5o7f0j

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2016, σελ. 358. Περιλαμβάνονται  «βιβλιογραφία, φιλμογραφία και άλλες πηγές πληροφόρησης».

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο 214, με τίτλο Falling in laugh.

Ο Νίκος Δ. Πλατής στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

17
Φεβ.
17

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Μαρία Ρασσιά – Η απόλαυση της σκιάς

rassia-maria_

Γράψτε για το βιβλίο σας

Η απόλαυση της σκιάς είναι η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις Κέδρος. Δύο νουβέλες και επτά διηγήματα γράφτηκαν σε διάστημα δύο ετών. Κάθε κείμενο, έγινε δυνητικά η αρχή ενός άλλου. Η απώλεια κάθε μορφής· ο προαιώνιος φόβος του θανάτου, είναι η αναζήτηση των ηρώων του βιβλίου μέσα από την καθημερινότητα τους. Στην πραγματικότητα, δεν επιθυμούν να γίνουν ήρωες, αλλά να απεγκλωβιστούν από τον μικρόκοσμό τους. Και κάπου εκεί, στη μέση της διαδρομής τους, αρχίζουν να μετατοπίζονται, με κίνητρα κατά το δοκούν, όχι αθώα.

Τις προθέσεις τους χρειάστηκε να τις ανακαλύψω, μια σύνθετη αναζήτηση σε γεγονότα που βίωσαν στο παρελθόν ή που βιώνουν σε χρόνο Ενεστώτα. Και αν τελικά, όλοι τους και όλες τους, φαίνεται να τους απασχολούν ή να φοβούνται διαφορετικά θέματα, υπάρχει κάτι που τους ενώνει : ο σαρκασμός και η αμηχανία, που τους κάνει να αντιμετωπίσουν τις πιο μύχιες και ασυμπάθηστες σκέψεις τους. Η διαδρομή τους είναι σκοτεινή και κάποιες φορές παράλογη. Τοποθετούνται ειρωνικά, ενίοτε είναι προκλητικοί, για να αντέξουν αυτό που οι ίδιοι επέλεξαν. Δεν επιστρέφουν στα παλιά, δεν υπόσχονται απαντήσεις σε ερωτήματα που δημιουργούνται. Η αίσθηση της ερήμωσης σαν εσωτερική αναζήτηση, θα τους κάνει να αναρωτηθούν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τελικά θα βρουν τη δύναμη και την ησυχία και την γοητεία, να απολαύσουν την εύθραυστη ομορφιά μιας αχτίδας φωτός που μπαίνει από την χαραμάδα.

maria-rassia-02

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Ο λόγος μου ξεκινάει από την παρατήρηση και την ανθρώπινη αντίληψη. Από την ανοικείωση, όχι με τη μορφή κάποιας νέας ιδέας, αλλά ως ένας πειραματισμός της μορφής. Όχι τυχαίος, αλλά κυνηγώντας την ανάπλαση μιας άλλης οπτικής, για να αποκτήσει το κείμενο αυτόνομη ύπαρξη. Τα ερωτήματα λοιπόν, δεν ήταν καινούργια για να με ωθήσουν να γράψω ιστορίες, ίσως η αντοχή για ζωή, σαν μια αφηγηματική επινόηση, από διαφορετικές εκδοχές των ηρώων, που και οι ίδιοι ποικίλλουν, τόσο σε ηλικίες, ιδιότητες και βιώματα, μπαίνοντας χαμογελαστοί στον χώρο μου και αφού μου έδειξαν πως δεν έχουν διάθεση να φύγουν σύντομα. Οι εννέα ιστορίες του βιβλίου, ξεδιπλώνονται χωρίς γραμμική αλληλουχία, αλλά σ’ ένα σύνολο με συνέπεια, για να μην λείψει ο αέρας στους ήρωες, όταν θα αντικρίσουν τα ανομολόγητα.

Κι επειδή οι απώλειες δεν κρύβονται, ακόμη και πίσω από ένα χαμόγελο, άρχισα να τις παρατηρώ στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μου στις διαδρομές με το μετρό, στους πεζούς που περιμένουν να ανάψει πράσινο το φανάρι για να περάσουν απέναντι.

Εκείνη την εποχή διάβασα το βιβλίο Πέδρο Πάραμο του Χουάν Ρούλφο και ομολογώ πως ένιωσα στο δέρμα μου αυτό που βίωναν τα  πρόσωπα-ήρωες. Και σκέφτηκα πως η ερημιά, η εγκατάλειψη με στοίχειωσαν, με γοήτευσαν, αλλά και το υπόγειο χιούμορ του αφηγητή. Στο Πέδρο Πάραμο, η γη, το χωριό είναι πανταχού παρούσα-παρόν, και βιώνει τη θλίψη και την απώλεια. Αυτό πυροδότησε μέσα μου εικόνες, σκέψεις και αισθήσεις. Και σα να άρεσε αυτό και στους δικούς μου ήρωες, που ήδη «μου μιλούσαν». Νομίζω πως πιαστήκαμε χέρι χέρι, για να ακούσουμε τους ψίθυρους από τις ρωγμές των τοίχων του ερημωμένου χωριού Κομάλα, που ο ήρωας του Ρούλφο, ο Χουάν Πρεσιάδο πηγαίνει για να βρει τον πατέρα του.

maria-rassia-03 [Anthonys Art Collectibles]

Συστήστε μας έναν χαρακτήρα του

Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο να διαλέξω έναν από τους εννέα χαρακτήρες των ιστοριών, για να τον συστήσω. Εκείνο όμως που με οδηγεί για να καταλήξω  σε έναν, είναι πως με τη Μήδεια, ακόμη δεν έχουμε αποχαιρετιστεί. Συνεχίζουμε κάποιες στιγμές μέσα στην ημέρα να αντικριζόμαστε και μπορεί να μιλήσουμε για λίγο. Η Μήδεια λοιπόν, με τον τίτλο μέσα στο βιβλίο:  «H Μήδεια θέλει να γεράσει», αποφασίζει μετά από δέκα χρόνια που έφυγε, να γυρίσει στον τόπο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Δέκα χρόνια την διατήρησαν σε μια φούσκα πάγου και κανένα συναίσθημα δεν κατάφερε να την φθείρει, αλλά ούτε και να την ανανεώσει. Γι’ αυτό και νιώθει την απέραντη επιθυμία να την αφήσουν οι άνθρωποι επιτέλους να γεράσει. Ο Γιώργος Χειμωνάς, ποιητής, νευρολόγος-ψυχίατρος, προλογίζοντας την ελεύθερη απόδοση της Μήδειας γράφει : «Δε φταίει αυτή, δεν έχει άλλο τρόπο, γιατί κανένα άλλο συναίσθημα δεν βρίσκει, δεν υπάρχει για να το χρησιμοποιήσει». Η οπτική του αυτή, γεμάτη κατανόηση, την ερμηνεύει με επικοινωνιακούς όρους. Η Μήδεια χρησιμοποιεί το σώμα των παιδιών της, ως προέκταση του δικού της σώματος, για να μεταφέρει το μήνυμα της οδύνης της. Αυτή την εκδοχή του Χειμωνά, την σκεφτόμουν χρόνια.

Η Μήδεια λοιπόν, η δική μου Μήδεια,  επιστρέφοντας στον τόπο του εγκλήματος, θέλει να ομολογήσει αυτό που εκείνη πιστεύει πως την ώθησε να σκοτώσει τα παιδιά της κι όχι αυτά που ειπώθηκαν από τρίτους, σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις.  Όσο λοιπόν σαν αφηγητής τριτοπρόσωπος, ήμουν μέσα στη σκέψη αυτής της γυναίκας, στο σημείο της ομολογίας της, στάθηκα παγωμένη και ανήμπορη μπροστά στις λευκές σελίδες, για να μεταφέρω την ανάμνησή της.  Κι έρχεται η Μήδεια τότε, που τόσες μέρες ήταν στην καθημερινότητά μου και μου μιλούσε και μου λέει : «δώσε μου τον λόγο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η στιγμή που θα μιλήσω για τα παιδιά, άλλωστε αυτό είχαμε συμφωνήσει από την αρχή , αλλά μου είχες πει πως δεν ήσουν έτοιμη ακόμη».

Και είναι σίγουρο, ότι αφού έχουν περάσει δέκα χρόνια, τόσο το σώμα της, όσο και η συμπεριφορά της και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τα γεγονότα, έχουν αλλάξει. Είναι σα να λέμε, πως αλλιώς ανεβοκατέβαινε μια σκάλα πριν και αλλιώς τώρα.

Και λέει η Μήδεια σε πρώτο πρόσωπο :  «Κάποιοι θα παραποιήσουν την ιστορία μου, γιατί δεν την αντέχουν. Κανείς δε θα αστειευτεί μαζί μου. Μπορεί η ετυμηγορία αυτή να αποτρέψει κάποιες μητέρες να σκοτώσουν τα  παιδιά τους. Αρκεί να προφέρουν δυνατά το όνομά μου με μίσος. Να πουν πως καμία δε θα μου μοιάσει. Θα είμαι φιγούρα με ρούχα κατάδικης ή τροφίμου τρελλοκομείου. Μπορεί και να θέλουν να είμαι σκεπασμένη με χιόνι. Αν ήμουν άγαλμα, θα κολλούσαν την τσίχλα τους πάνω μου και κάποιοι θα κατουρούσαν και θα γελούσαν. Κανείς άντρας δε θα μ’ ερωτευτεί, έμπνευση σε κανέναν δε θα γίνω».

Στο μόνο που σίγουρα έπεσε έξω η Μήδεια, είναι πως έγινε έμπνευση. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρη.

maria-rassia-04_

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Η μετά-αφήγηση του έργου μεταλλάσσεται. Το βιβλίο, οι ήρωες των εννέα ιστοριών, μεταλλάσσονται. Μετατρέπονται σε μια επικράτεια μυθοπλασίας. Ο Ζακ Ντεριντά στην Έννοια του αρχείου επισημαίνει : «Η αρχή ονομάζει την έναρξη και συνάμα την επιταγή».

Ο συγγραφέας επινοεί τη δική του εκδοχή σ’ εκείνον που προηγήθηκε. Ίσως από την ανάγκη μου να επαναπροσδιοριστώ και να διαχειριστώ προηγούμενες βεβαιότητες. Οι  προθέσεις μου στη διαδικασία της γραφής ήταν σκοτεινές, αλλά γόνιμες· δε θέλω να κρύψω την αμηχανία μου αυτή. Οι ήρωες του βιβλίου, κάποια στιγμή στην απλή καθημερινότητά τους, ανακάλυψαν πως τίποτε δε θα φωτίσει τις σκιές τους. Αναρωτήθηκαν από τι είναι φτιαγμένη η σκιά τους και τότε η σκέψη πως ο κόσμος δεν άλλαξε, ούτε θα αλλάξει, τους έκανε να λειτουργήσουν σαν ακροατές των συναισθημάτων τους. Επεδίωξαν ας πούμε, έναν καταμερισμό. Μια αναζήτηση : ανάμεσα σε κάτι που δεν υπάρχει, που δεν βλέπουν και σε ερωτήματα που δεν χρειάζονται απαντήσεις. Το νέο στοιχείο θα είναι η μνήμη και ο χρόνος.

[Εκδόσεις Κέδρος, 2016]

[3η φωτογραφία: Anthonys Art Collectibles]

16
Φεβ.
17

Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 79 – 80 (Άνοιξη – Καλοκαίρι 2016)

%ce%b5%ce%bc%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82

Πάντα μανιώδης αναγνώστης των λογοτεχνικών περιοδικών, και ιδίως εκείνων που εκδίδονταν εκτός των μεγαλουπόλεων, σε μικρότερες πόλεις, κωμοπόλεις και πολίσματα, ήταν θέμα χρόνου να βρεθώ στην Πάροδο, το ιδιαίτερο λογοτεχνικό περιοδικό της Λαμίας, που εξέδιδε ο Κώστας Θ. Ριζάκης. Την ίδια στιγμή ερχόμουν σε επαφή με έναν από τους πιο ιδιαίτερους, και πλέον σημαντικούς σήμερα, ποιητές της γενιάς του 1980. Με την πάροδο του χρόνου ο ποιητής αποτέλεσε παράδειγμα δημιουργού δρώντος στην ελληνική επαρχεία, κυριολεκτικού εγκάτοικου της ποιητικής τέχνης εντός των τειχών του ενδιαιτήματός τους¨», όπως γράφει στην εισαγωγή ο Γ. Χ. Θεοχάρης, εκτός των δικών μας τειχών και βεβαιοτήτων συμπληρώνω ο ίδιος. Ήταν επόμενο λοιπόν να του προσφερθεί αφιέρωμα από το Εμβόλιμον, που είναι ήδη σεσημασμένο για μια ολόκληρη σειρά εξαιρετικών αφιερωμάτων σε ποιητές.

%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82-%ce%b8-%cf%81%ce%b9%ce%b6%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82-%cf%83%cf%87%ce%ad%ce%b4%ce%b9%ce%bf-%ce%bc%ce%bf%ce%bb%cf%8d%ce%b2%ce%b9-%ce%b3-%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%b1

Ο Ριζάκης άρχισε να εκδίδει την Πάροδο το 1986 σε ηλικία 26 ετών. Το περιοδικό διένυσε δυο εκδοτικές περιόδους [1986 – 1993 και 2003 – 2011], έβγαλε 57 τεύχη και αποτελούσε μια εξαιρετική κάθε φορά συλλογή λογοτεχνημάτων. Πρόσφερε βήμα σε νεοεμφανιζόμενους λογοτέχνες και είχε μια χαρακτηριστική άψογα τυπογραφική έκδοση. Ο ίδιος ο ποιητής διακεκριμένος πια επιμελητής ποιητικών βιβλίων έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ποίηση. Ζει απομονωμένος ως ασκητής στην γενέτειρά του, εργάζεται νυχθημερόν και έχει πλέον αμέτρητους συνεργάτες και φίλους απ’ όλη την Ελλάδα, ακόμα κι αν δεν τους έχει συναντήσει ποτέ.

Αλλά εδώ είναι η ποιητική τέχνη του Ριζάκη που έχει προσελκύσει όλα αυτά τα περί αυτής κείμενα. Για την Δήμητρα Μήττα η ποίηση του Ριζάκη είναι κρύπτια και συγχρόνως γοητευτική. Το άφεμα στην γοητεία ενέχει το κίνδυνο της αρπαγής, καθώς ο ποιητής αρπάζει τον αναγνώστη σε ένα βάθος που μόνο την αντίδραση της Περσεφόνης όταν την αρπάζει ο Άδης στον πίνακα του Ρέμπραντ μπορεί να προκαλέσει: το κορίτσι αποστρέφεται το πρόσωπό του από το πρόσωπο του άρπαγα, προκειμένου να σωθεί από την ποιητική δίνη που ωθεί σε κόσμους σκοτεινούς και αναχωρητικούς.

%ce%bc%ce%b1%cf%81%ce%af%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%bb%cf%86%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%cf%8c%ce%bb%ce%b1%cf%82

Γεωργώνοντας τις λέξεις, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ανοίγει πρώτα τις Σημειώσεις για την Τραγωδία του Γιώργου Χειμωνά, όπου έγραφε πως η τραγωδία, ως τέχνη του νόστου, μας επαναφέρει στην πρωταρχική, στην πιο καθαρόαιμη μορφή της συγκίνησης που είναι το πένθος. Μνημονεύει κάθε φορά την έκτοτε αμετάκλητη, δυσοίωνη προφητεία: ό,τι θα συγκλονίζει τον άνθρωπο θα είναι πόνος. κι ό,τι θα ανασκάπτει τον πόνο θα είναι ηδονικό. Η σχέση του Ριζάκη με τον πόνο παραπέμπει στο παιχνίδι της τυφλόμυγας, όπου η γραφή την ίδια στιγμή τον αναβιώνει μα και τον εξορκίζει, μια σχέση έλξης – άπωσης που αφήνει το στίγμα της τραγικότητά της στον χρόνο της ποιητικής στιγμής. Και η πράξη της ποίησης, συμπληρώνει αργότερα, αυτή η ακτιβιστική δράση, συνιστά για τον Ριζάκη την ίδια στιγμή ρομφαία και πινέλο, καταγγελία και διακόπτη, μια διαπιστωμένη ανάγκη να πεπωθει και να καταγραφεί το φως, προκειμένου να λάμψει.

%ce%bc-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%b9%ce%bb%ce%ac%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%8d%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7

Η πρώτη ποιητική του συλλογή που διάβασα ήταν ο Κυρίως Ναός (για ευνόητους λόγους), κι είναι το βιβλίο που εξετάζει εδώ η Μαρία Σκουρολιάκου. Ο Κυρίως Ναός, γράφει, είναι ένας χώρος λατρείας ομολογίας και προσφοράς, συμβολικός της ύπαρξης του Ριζάκη. Εντός του ναού, το εικονοστάσι του ποιητή: οι άγιοι της ζωής του, που τον συνδέουν με τον κόσμο των αδύτων, το αισθητό με το νοητό. Στον κυρίως ναό ο ποιητής ψάλλει τα συναισθήματα από τα αναλόγια της ασκητικής του. Εκεί τα προσκυνητάρια, τα κεριά των ψυχών σε κηροπήγια σώματα που καίγονται πεπρωμένα, κι ο Επιτάφιος στον βορεινό τοίχο με την δική του αποκαθήλωση».

%cf%80%ce%ac%cf%81%ce%bf%ce%b4%ce%bf%cf%82-1

Αν όμως ο Ριζάκης γράφει τα ποιήματα του έγκλειστος κυριολεκτικά και μεταφορικά, αφού αναπολεί ένα παρελθόν ωραίων ημερών όταν οι πολυγαπημένοι οικείοι του βρίσκονταν εν ζωή, η ποίησή του δεν είναι ούτε κρυπτική ούτε σκοτεινή, ούτε καταθλιπτική, γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Είναι τραγούδι στην ζωή και στις χαρές της με τρόπο που μονάχα όσοι βίωσαν βαθειά την μοναξιά μπορούν να το κάνουν. Οι Άννα Αφεντουλίδου, Γιώργος Γεωργούσης, Πέτρος Γκολίτσης, Παναγιώτης Γούτας, Άννα Γρίβα, Ανθούλα Δανιήλ, Βικτωρία Καπλάνη, Άννα Κουστινούδη, Εύα Μοδινού, Γιολάντα Πέγκλη, Τάσος Πορφύρης και πολλοί άλλοι καταθέτουν σκέψεις και συναισθήματα, ενώ οι Μαργαρίτα Βασιλάκου και Γιάννης Στεφανάκις, εκτός από κείμενα εικονογραφούν το τεύχος. Στις πρώτες σελίδες ο ίδιος ο ποιητής αντιπροσφέρει τρία ποιήματα. Σε ένα εξ αυτών, που τιτλοφορείται «Ο Ιησούς λανθάνοντας κάποτε βλασφημεί» διαβάζω: κι αν σου ’δειξα σκαντζόχοιρος τα μυτερά τ’ αγκάθια / να σ’ αγκαλιάζω πάσκισα στην κάθε μια στιγμή.

Η προσωπογραφία του ποιητή από τον Γιάννη Στεφανάκι. Τα δυο άλλα έργα (Αδελφή Γιόλας και Η Σταύρωση) από την Μαργαρίτα Βασιλάκου.

[σ. 192]




Μαρτίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 817,652 hits

Αρχείο