Franck Damour – Μακάριοι οι θνητοί… γιατί είναι ακόμη ζωντανοί

Ο θάνατος του θανάτου

Στο περίφημο θεατρικό του Κάρελ Τσάπεκ Υπόθεση Μακρόπουλου μια νέα γυναίκα στην Πράγα του 1923 αποκαλύπτει ότι έχει κατακτήσει την αθανασία χάρις σ’ ένα ελιξίριο και γνωστοποιεί την χημική φόρμουλα προκαλώντας το ξέσπασμα μιας δημόσιας διαμάχης σχετικά με το αν θα έπρεπε αυτό να περιοριστεί σε κάποια προνομιούχο ελίτ ή να διατεθεί στο σύνολο του πληθυσμού. Η ίδια η ηρωίδα, αθάνατη πλέον, κυριεύεται από πλήρη απάθεια για την πορεία των πραγμάτων, αδιαφορώντας για τα πάθη και τα συναισθήματα που βιώνουν οι θνητοί αλλά κυριαρχείται από μια απόλυτη αδιαφορία για την πορεία των πραγμάτων. Φαίνεται πως όποιος συγχέει την αθανασία με την αιωνιότητα, όπως οι ιμορταλιστές, κινδυνεύει να πεθάνει πριν προλάβει να ζήσει την ζωή του, σχολιάζει ο ο εκ Μαδαγασκάρης δοκιμιογράφος Φρανκ Νταμούρ, που ακριβώς στρέφει τα βέλη του σε αυτούς, απευθύνοντας μια σειρά επιστολών στους δισεκατομμυριούχους επιχειρηματίες συνιδρυτές της Google οι οποίοι επενδύουν σημαντικά ποσά στον αγώνα ενάντια στον θάνατο, εμφανιζόμενοι ως ζηλωτές της ιδέας μιας καινούργιας ανθρωπότητας, μεταφυσικοί του καιρού μας. Ο αγώνας τους εξειδικεύεται στην εξουδετέρωση της γήρανσης και στην επιμήκυνση του προσδόκιμου ζωής και είναι ακριβώς η ιδεολογία του ιμορταλισμού που τους προσφέρει το απαραίτητο θεωρητικό υπόβαθρο.

Ο Νταμούρ ξεκαθαρίζει πως δεν πρόκειται για εγκώμια της θνητότητας αλλά των θνητών, των όντων που συνειδητοποίησαν το αναπόδραστο του θανάτου τους κι έχτισαν πάνω σε αυτή τη συνείδηση αυτοκρατορίες και πολιτισμούς, συνέθεσαν έργα και χορούς  που βασιζόμενα σε αυτήν ακριβώς την συνείδηση εκδηλώνουν πλήθος συναισθημάτων. Η θνητότητά μας δεν συνδέεται απλώς με την βιολογική επισφάλεια, που χαρακτηρίζει εξίσου και τα ζώα, τα οποία εν τούτοις δεν είναι «θνητά», μιας και το προνόμιο του ανθρώπου συνίσταται ακριβώς στο ότι έχουμε συνείδηση τούτης της επισφάλειας η οποία βάζει σε λειτουργία το πνεύμα μας, την συνείδηση της ύπαρξής μας

Αναζητώντας τον πρώτο ιμορταλιστή της ιστορίας καταλήγουμε στο μαυσωλείο που στεγάζει το ταριχευμένο σώμα του Λένιν, μετά τον θάνατο του οποίου συστάθηκε μια «Επιτροπή αθανασίας», αφού πρώτα εξέτασε το ενδεχόμενο της κρυογονικής. Υπήρχαν, άλλωστε, την ίδια εποχή ανάμεσα στα μέλη του ΚΚΣΕ οπαδοί του κινήματος των «κατασκευαστών του Θεού», το οποίο υιοθετούσε τις θεωρίες του Ορθόδοξου χριστιανού φιλοσόφου Ν.Φ. Φιοντόροφ και θωρούσε τον μποσελβικισμό ως την έσχατη θρησκεία. Ο Φιοντόροφ πίστευε ότι η ανθρωπότητα οφείλει να συντονίσει τις δυνάμεις τις προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης ενός μεγάλου Κοινού Έργου: την ανάσταση των νεκρών της ιστορίας την οποία θα καθιστούσαν κάποια στιγμή εφικτή οι πρόοδοι της επιστήμης και της τεχνολογίας. Εξίσου ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής ήταν και ο γιατρός Αλεξάντρ Μπογκντάνοφ που είχε εμμονή με την αθανασία την οποία προσπαθούσε να πετύχει μέσω μεταγγίσεων αίματος. Η Επιτροπή σκόπευε να επαναφέρει τον Λένιν στη ζωή αλλά τελικά αρκέστηκε σε μια συμβολική αθανασία μέσω της ταρίχευσης. Η ιστορία είναι ενδεικτική της πίστης στην μέσω της τεχνολογίας αλλαγή του ανθρώπου – ο Τρότσκι το 1919 έγγραφε για την παραγωγή μιας «βελτιωμένης εκδοχής» του ανθρώπινου όντος και αναφερόταν σε αυτόν ως «μια πρώτη ύλη ή ένα ημι-κατασκευασμένο προϊόν».

Τι έχει αλλάξει σήμερα; Ο σύγχρονος ιμορταλισμός στοχεύει στην αύξηση των βιολογικών δυνατοτήτων του ανθρώπου με νέες εφαρμογές της βιοτεχνολογίας  και μέσω των τεχνολογικών επιτευγμάτων της ιατρικής (μεταμοσχεύσεις τεχνητών οργάνων, πλαστική χειρουργική, νέες θεραπείες κ.λπ.) αλλά αυτή την φορά αναπτύσσεται μόνο χάρις σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερες αντίληψης περί οικονομίας. Τότε ήταν ο κομμουνισμός, σήμερα νεοφιλελευθερισμός και η τεχνολογική ουτοπία του ιμορταλισμού αποτελεί το ανώτατο στάδιό του, καθώς η νεοφιλελεύθερη κοινωνία, βασιζόμενη στην εξάλειψη του νόμου και του κράτους, απαρτίζεται με άτομα που συνάπτουν συμβολαιακού τύπου σχέσεις οι οπαίες μπορούν ν’ ακυρωθούν ανά πάσα στιγμή μιας και θεμελιώνονται αποκλειστικά στην επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος. Αυτού του είδους οι σχέσεις κάνουν το άτομο να πιστεύει ότι είναι ελεύθερο και αυτόνομο μιας και υποτίθεται πως πρόκειται πάντα για σχέσεις «προσαρμοσμένες στις ανάγκες» του, συχνά περιορίζοντας την βούλησή του σε δυαδικού τύπου επιλογές («τικάρω/δεν τικάρω»). Έτσι ο νεοφιλελευθερισμός αναλαμβάνει πλήρως τους στόχους της βιοπολιτικής με την διαφορά πως χρησιμοποιεί πλέον ως εργαλεία του τις επιχειρήσεις, την ιδιωτική ασφάλιση κλπ. και μετατρέπει τον θάνατο σε καταναλωτικό αγαθό και σίγουρα αντικείμενο συμβολαίου που ήδη έχει αναπτυχθεί με τις ασφάλειες ζωής, κηδείας, γήρατος κλπ. – η αθανασία θρέφει ένα αποτελεσματικό μάρκετινγκ. Χρειάζεται βέβαια να γίνουμε δωρητές του σώματός μας για να το πάρουμε πίσω μπολιασμένο με εμφυτεύματα, πρόσθετα μέλη κ.λπ.

Σύμφωνα με την οπτική των δυο «παραληπτών» των επιστολών, η ασθένεια και το γήρας συνιστούν βλάβες (το γήρας δε την κατεξοχήν  ασθένεια) και ο θάνατος ένα κατασκευαστικό ελάττωμα, καθώς αμφότερα αποτελούν ανίατες καταστάσεις, που ξεφεύγουν από τον έλεγχό μας. Διόλου άσχετη είναι και η ρήση του Γάλλου ιμορταλιστή Λωρέν Αλεξάντρ σύμφωνα με την οποία σε πενήντα χρόνια ενδεχομένως να θεωρούμε τον «φυσικό» τρόπο τεκνοποίησης περίεργο ή ανθυγιεινό, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά την περίφημη σκηνή της ταινίας Gattaca (Andrew Nicol, 1997), όπου οι γονείς καλούνται να επιλέξουν τις γενετικές φυσικές ροπές του μέλλοντος παιδιού τους. Το παιδί ως προϊόν προγραμματισμού και γενετικών βελτιώσεων είναι πλέον εμφανές ως πλάνο, αν επισκεφτούμε τις ιστοσελίδες ορισμένων τραπεζών σπέρματος στις ΗΠΑ και αλλού, όπου θα διαπιστώσουμε ότι προτείνουν στους υποψήφιους πελάτες να επιλέξουν τον μελλοντικό δότη σπέρματος ανάλογα με το επίπεδο σπουδών του, τον χαρακτήρα του, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις κλ.π.

Όμως το μόνο που θα επιτύχει αυτή η αναζήτηση τη αθανασίας είναι να μας κάνει ν’ απωλέσουμε την αίσθηση και το νόημα της θνητότητας. Όλοι οι μύθοι και τα έθιμα του έως τώρα ανθρώπινου πολιτισμού, από τους παραδοσιακούς χορούς των νησιών του Ειρηνικού μέχρι τα άσματα των Αρχαίων Ελλήνων, από τα κείμενα της Βίβλου μέχρι τις προσταγές του βουδισμού και τις ηθικές παραινέσεις του Κορανίου, από τους θρύλους των Ινδιάνων της Αμερικής και του Καναδά μέχρι τους αντίστοιχους της Αφρικής, δεν σταμάτησαν ποτέ να επαναλαμβάνουν ότι, αν οι θνητοί προσπαθήσουν να ζήσουν ως αθάνατοι, στην πραγματικότητα παύουν να ζουν, καθώς χάνουν την αιωνιότητα.

Η θνητότητα συνιστά ίδιον του ανθρώπου, όχι μόνο εν συγκρίσει με τους θεούς αλλά και σε σχέση με τα ζώα και τις μηχανές γιατί δεν είναι μόνο ένα βιολογικό δεδομένο αλλά και μια πνευματική κατάσταση. Να είσαι θνητός σημαίνει να διαπνέεσαι από την αίσθηση της θνητότητας. Ο σημαντικός Σενεγαλέζος μυθιοστοριογράφος Σεΐκ Αμιντού Καν [Cheik Hamidou Kane] προβαίνει σε μια σύγκριση στο μυθιστόρημά του Η αμφίσημη περιπέτεια ανάμεσα στη θέση που κατέχει ο θάνατος στη Δύση και στην «χώρα των Ντιαλομπέ», όπως ονομάζει μια ευρύτερη περιοχή στην χώρα του. Στην δεύτερη ο άνθρωπος ζει εξοικειωμένος με τον θάνατο και η εξοικείωση αυτή προσδίδει αυθεντικότητα στην ύπαρξή του. Και αναρωτιέται ο Νταμούρ, πως εξηγείται η θλίψη του καλύπτει τα πρόσωπα των ανθρώπων στις δυτικές μητροπόλεις που έρχεται σε φανερή αντίθεση με την αυθόρμητη χαρά που συναντά κανείς σε αρκετές φτωχές χώρες όπου η συνείδηση της θνητότητας είναι εμφανής;

Η πρώτη ηρωική άρνηση της αθανασίας ήρθε από τον Οδυσσέα προς την Καλυψώ, αλλά εκτός από ηρωική ήταν και ανθρώπινη. Η ζωή των αθάνατων θεών της μυθολογίας χαρακτηρίζεται όχι απλά από πλήξη αλλά και από ένα κενό και μια βαθύτατη μοναξιά. Όσο παράδοξο κι αν φαντάζει, η αθανασία καταστρέφει εν των πραγμάτων την ζωή που υποτίθεται ότι επιμηκύνει. Η θνητότητα δεν αποτελεί κατασκευαστικό ελάττωμα αλλά αντιθέτως αυτή είναι που μετατρέπει την περατότητά μας σε μια έκρηξη ζωής και δημιουργικότητας.  Με πρόλογο του Ζαν Κλωντ Γκιγκιεμπό, εισαγωγή, το σώμα των δώδεκα επιστολών μαζί με ένα υστερόγραφο, και με αστραπιαίες αναφορές στους Πίνδαρο, Σενέκα, Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, Comenius, Χάιντεγκερ, Μπερξόν, Άρεντ, ντε Τοκβίλ, Χανς Γιόνας, Ζ.Π. Βερνάντ και σε άλλους, ο Νταμούρ αντί για εκατοντάδες σελίδες που θα μπορούσαν να γραφτούν για το θέμα, μας δίνει ένα πυκνότατο δοκίμιο για ερεθιστική ανάγνωση και περισυλλογή.

Εκδ. Μάγμα, 2018, μτφ. Νίκος Μ. Μάλλιαρης, σελ. 144. Με 54 σημειώσεις του συγγραφέα. Πλήρης τίτλος: Δεκατρείς επιστολές στους ιδρυτές της Google Larry Page και Sergey Brin [Heureux les mortels, car il sont vivants. Lettres a Larry Page et Sergey Brin, 2016].

Στις εικόνες: 2. Το πρώτο ξύλινο μαυσωλείο του Λένιν στην Κόκκινη Πλατεία, 3. Έργο της Léna Mačka, 4. Λήψη από την ταινία Gattaca.

Ορχάν Παμούκ – Το μαύρο βιβλίο

Ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο

Απ’ όλα τα βιβλία του Παμούκ, το Μαύρο Βιβλίο θα παραμένει για μένα το αξεπέραστο αριστούργημά του, εκείνο που σε βυθίζει στις περιπλανήσεις του κεντρικού ήρωα Γκαλίπ στην Κωνσταντινούπολη καθώς ψάχνει την γυναίκα του, Ρουγιά, που έφυγε χωρίς καμία προειδοποίηση από το σπίτι, και σύντομα και τον ετεροθαλή αδελφό της Τζελάλ, που εξαφανίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Ολόκληρη η πόλη ξεχειλίζει τις σελίδες επειδή ακριβώς είναι η μόνη που μπορεί να δώσει τις απαντήσεις για την φυγή της και για όσους από εμάς την έχουμε ζήσει και ιδίως στις απόμερες και σκοτεινές γωνίες της η φόρτιση είναι μεγάλη και η επιθυμία να την ξαναζήσουμε εντονότερη από ποτέ· αλλά και εκείνοι που δεν την έχουν ακόμα περπατήσει, έχουν ένα σπάνιο δώρο να την ψάξουν αλλιώς. Ο Παμούκ βέβαια κατακλύζει τις περιπλανήσεις του Γκαλίπ με διαδρομές που οπωσδήποτε περιλαμβάνουν συνεχώς κινηματογράφους, πορνεία, παράνομες βιοτεχνίες πλαστικών, λασπωμένους παράδρομους, παράγκες, τζαμιά, τεκέδες και λίγο παραπέρα, στον μεγάλο υδάτινο βούρκο της, αναποδογυρισμένα καράβια των Ακτοπλοϊκών Γραμμών Χαγριγιέ, βυζαντινούς θησαυρούς και σκουριασμένες πανοπλίες των σταυροφόρων σκεπασμένες από μέδουσες και μια βυθισμένη μαύρη Κάντιλλακ που καλύπτεται από μύδια και ενώ όταν φαντάζεται τον οδηγό και την συνοδηγό να φιλιούνται με δεμένα μεταξύ τους κρανία σ’ ένα αθάνατο φιλί σκέφτεται πως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’ αντιμετωπιστεί ο θάνατος.

Εκείνος που μεγάλωσε ανάμεσα στις παιδικές φωτογραφίες της Ρουγιά (ενώ αργότερα καταλαβαίνει πως αυτό που βύθιζε τους άντρες και τις γυναίκες της πολυκατοικίας σε μια αφηρημένη ονειροπόληση όταν οι φωτογραφίες της Ρουγιά γύριζαν από χέρι σε χέρι, ήταν εκείνο που λέγανε ομορφιά) τώρα λέει σε όλους ψέματα πως εκείνη κρυολόγησε και πήρε πολλά αντιβιοτικά για να κοιμηθεί και αν την είδαν στο δρόμο, ναι, βγήκε για να αγοράσει μωβ κουμπιά· κρατά ζηλότυπα την εξαφάνισή της, ίσως και επειδή ανησυχεί πως συμβαίνει κάτι που δεν πρέπει κανείς να μάθει. Οι πρώτες ενδείξεις αναζητούνται στο ντουλάπι της που έχει μετατραπεί σε μουσείο του παρελθόντος της με αντικείμενα όπως ένα μαύρο αστυνομικό βιβλίο όπου μέσα του βρίσκεται κομμένη από περιοδικό η εικόνα γυμνού άντρα και μια τσαλακωμένη Μιλλιέτ, όπου ο Τζελάλ έγραφε ανυπόγραφα εξαιρετικά άρθρα μνήμης της ίδιας της Πόλης. Είχε πάρει μαζί της λίγα χειμωνιάτικα ρούχα και τις παντόφλες της και όπως δεν άφηνε να εννοηθεί ότι θα γυρίσει, δεν άφηνε να εννοηθεί κι ότι δεν θα γυρίσει. Θαρρείς και δεν εγκατέλειπε τον Γκαλίπ, αλλά το σπίτι και πρότεινε μια μορφή συμμαχίας, μια συνενοχή έξι λέξεων: Βόλεψέ τα με τους δικούς μου! Στα τρία χρόνια γάμου την παρακολουθούσε ανυπόμονη και νευρική, να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα, να πασπατεύει τα μαλλιά της, να απορροφάται στις αναλύσεις του περιοδικού Το χάραμα της εργατιάς. Η Ρουγιά έμοιαζε να δυσανασχετεί επειδή θαρρούσε πως έχανε την χαρά μιας ζωής άγνωστης, σ’ έναν απροσδιόριστο τόπο. Και ο Γκαλίπ θυμήθηκε που μια μέρα, αντιγράφοντας τους συζύγους στις ευρωπαϊκές ταινίες, την ρώτησε ανοιχτά τι είχε κάνει εκείνη την μέρα στο σπίτι, αλλά ένιωσε ότι εισβάλει σε μια απροσδιόριστη και γλιστερή περιοχή, η οποία δεν αναφέρεται σε καμιά κινηματογραφική ταινία.

Ο Γκαλίπ επισκέπτεται διάφορα σπίτια όπου η τηλεόραση μένει πάντα ανοιχτή, να μαγνητίζει το βλέμμα των ενοίκων, όπως μια άθλια πολυκατοικία στο Νισάντας όπου μένουν διάφοροι συγγενείς της που εγκαταστάθηκαν ίσως επειδή δεν έπρεπε να χάσουν την ευκαιρία να ενοχοποιούν ο ένας τον άλλον για την επιλογή τους. Ένας θείος αναφωνεί ότι ο Τζελάλ δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιεί τόσο άξεστη γλώσσα κατά του πρωθυπουργού, και ότι είχε παρασυρθεί από μια «γενιτσαρικού τύπου» μπολσεβικική επανάσταση και είχε συμπαρασύρει στις ίδιες απόψεις και την Ρουγιά. Άλλοι λένε ότι θα την έμπλεκε με τους απόβλητους από τους οποίους έπαιρνε συνεντεύξεις, τους παραγωγούς ηρωίνης, τις Αμερικανίδες που έπαιρναν μέρος σε όργια στα λουτρά, τις τραγουδίστριες με την σπασμένη από σύφιλη φωνή. Η μνήμη είναι ένας κήπος, , είχε γράψει σ’ ένα άρθρο του ο Τζελάλ, αλλά δεν τολμά να σκεφτεί τον προσωπικό κήπο της Ρουγιά γιατί ξέρει πως θα ζηλέψει.

Ο Γκαλίπ χρησιμοποιεί ως οδηγό τα ίδια τα άρθρα του Τζελάλ, τα ήδη δημοσιευμένα και τα αδημοσίευτα που βρίσκει στο σπίτι του, αλλά και εκείνα που συνεχίζουν να δημοσιεύονται στην εφημερίδα από παλιά φύλλα, ώστε να μην γίνει γνωστή η εξαφάνισή του, μην μειωθούν οι πωλήσεις. Διάφορα άρθρα με τον ένα ή τον άλλον τρόπο του αποκαλύπτουν μια πόλη πρωτοφανή, μυστική, με μια παράλληλη ζωή. Και εδώ ακριβώς ξετυλίγεται το Μαύρο Βιβλίο σε δεκάδες συμπλεκόμενες ιστορίες μαζί, που αρχικά μοιάζουν απλώς εμβόλιμες όμως όλες αποτελούν το αχανές παλίμψηστο μιας πόλης που βρίσκεται σε ύπνωση και παραίτηση. Πως να ξεχάσει κανείς το μαγαζί του Αλαντίν  από το οποίο κάποτε αγόρασε αστυνομικό μυθιστόρημα για έναν δημοσιογράφο που οργάνωνε συνωμοσία η οποία θα άλλαζε την ιστορία της χώρας τους και όλης της Ανατολής; Σπεύδει στο μαγαζί και ζητά να ακούσει οτιδήποτε μπορεί να του διηγηθεί ο Αλαντίν για όσα του ζητάνε: τις κολόνιες, τα χαρτόσημα, τις εικόνες πάνω στα κουτιά των σπίρτων, τις νάιλον κάλτσες, τις καρτ-ποστάλ, τα εγχειρίδια σεξολογίας, τα βιβλία της προσευχής, τις γκοφρέτες με τις φωτογραφίες ποδοσφαιριστών· να ακούσει ιστορίες για τους πελάτες που τον κατηγορούσαν επειδή δεν τους άρεσαν οι πολιτικές θέσεις μια δυο εφημερίδων, για ένα κουτί που δεν περιείχε καφέ αλλά μπογιά για παπούτσια, για ένα κουτί τσιγάρων που είχε μέσα μια πρόταση για έρωτα από μια ονειροπαρμένη εργάτρια, οι γυναίκες επειδή τους έφυγε ένας πόντος στην κάλτσα. Είχε δει παντρεμένα ζευγάρια να τσακώνονται διαλέγοντας ένα εθνικό λαχείο, γυναίκες να μυρίζουν τριάντα διαφορετικά σαπούνια για να πάρουν ένα αλλά εκείνος γνώριζε την κρυμμένη τους σπουδαιότητα και τριγύριζε όλη την πόλη για να φέρει πράγματα για το μαγαζί του – χαλκομανίες με τον Μπαρμπαρόσα, τσίχλες με άρωμα πεύκου, μπαλαρινούλες που έκαναν πιρουέτες μόλις τις πλησίαζες, γύψινα αγαλματάκια του Ατατούρκ με γαλάζια φωτάκια που αναβόσβηναν στα μάτια. Οτιδήποτε του ζητούσαν απαντούσε «αύριο θα το έχουμε», το σημείωνε στο τετράδιό του και την άλλη μέρα, σαν ταξιδιώτης που έψαχνε να λύσει ένα μυστήριο μέσα στην πόλη, το έψαχνε παντού και το ανακάλυπτε και μετά χωρίς να το καταλάβει αυτά γίνονταν μόδα. Και οπωσδήποτε αγαπούσε τον νεαρό που πήγαινε σε μια γωνιά του μαγαζιού και κοιτούσε την γυμνή γυναίκα στο περιοδικό για να κάνει μετά έρωτα μαζί της.

Τώρα έχει σημασία το παραμικρό πράγμα που είχε σχέση με την Ρουγιά και ο  Γκαλίπ είναι βέβαιος (ίσως δεν μπορεί να κάνει και διαφορετικά) πως θα βρει τα ίχνη της στην πόλη.  Περιπλανιέται σε μια ατμόσφαιρα πάντα βρώμικη από τις εξατμίσεις των αυτοκινήτων, τους καπνούς των καλοριφέρ, την μυρωδιά του καμένου βουτύρου και του κρεμμυδιού, κάτω από έναν ουρανό μόνιμα γκρίζο από το κάρβουνο και το μαζούτ από τις καπνοδόχους. Και στις σελίδες του Παμούκ πάντα ακούγονται τα παλιά λεωφορεία να ξεφυσάνε, οι σφυρίχτρες των χωροφυλάκων και του επιστάτη στην στάση των πειρατικών ντολμούς, τα χάλκινα δοχεία του σελπιτζή. Πρόκειται για ένα σύμπαν όπου τα πάντα έχουν το νόημά τους. Πώς να προσπεράσει κανείς τα ξεχασμένα από το Βυζάντιο υπόγεια περάσματα ή τα βιβλία που χάθηκαν γιατί οι αναγνώστες δεν άντεχαν να διαβάζουν για την σεξουαλικότητα των μανάδων και των παντρεμένων γυναικών;

Οι ιστορίες του Τζελάλ τον βάζουν ακόμα βαθύτερα σε μια χώρα γεμάτη κρυφές, μυστηριακές περιοχές. Ο ίδιος ο δημοσιογράφος έλεγε πως ανοίγει την στήλη του σε ανθρώπους από κάθε περιοχή, τάξη και επίπεδο να πουν τις δικές τους αλήθειες και διαπιστώνει πως οδηγούν στα λασπερά σκοτάδια ενός τόπου για τα οποία κανείς μέχρι τότε δεν έχει γράψει τίποτα. Πώς να προσπεράσει κανείς «Τα παιδιά του Μάστορα Μπέντι», τις κούκλες βιτρινών που έφτιαξε από ξύλο, γύψο και κερί που οι στενοκέφαλοι θρησκευτικοί αρχηγοί επειδή ήταν τόσο τέλεια η απομίμηση πλασμάτων του Αλλάχ τις θεώρησαν ως κάποιας μορφής ανταγωνισμό και αποσύρθηκαν από το ναυτικό μουσείο για το οποίο προορίζονταν; Ο Μπέντι συνέχισε να φτιάχνει κούκλες στο υπόγειο του σπιτιού του, περίεργα και σκονισμένα έργα τέχνης που ήταν «η ουσία μας» και ο Γκαλίπ οδηγείται από τον γιο του στο κρύο υπόγειο του σπιτιού τους όπου εκατοντάδες εκφραστικά μάτια τους κοίταζαν και κοιτάζονταν μεταξύ τους, σα να περίμεναν να τελειώσει η ατέλειωτη αιωνιότητα για να αρχίζουν να κουνιούνται και να βγουν μια ώρα αρχύτερα από το μουχλιασμένο υπόγειο στην επιφάνεια της γης.

Ποιοι μπορούν να τον πληροφορήσουν για τις άγνωστες πλευρές της Ρουγιά; Παλιοί εραστές της, παλαβιάρες φίλες της, πολιτικοί φίλοι από τα παλιά, όλοι μπορεί να μοιραστούν κάτι που εκείνος δεν ξέρει αλλά δεν θέλει να τους αφήσει να καταλάβουν τίποτα μέχρι να την βρει. Το ενδεχόμενο να είχε γυρίσει στον πρώτο της άντρα είναι ιδιαίτερα πιθανό και εδώ ανοίγεται ένας ολόκληρος πολιτικός κόσμος στον οποίο εμπλεκόταν οι δυο τους προτού την γνωρίσει.  Βουτάει στον κόσμο των μικρών αριστερών ομάδων, τηλεφωνεί σε φίλο του που μάζευε όλα τα πολιτικά περιοδικά και φυλλομετρά τα έντυπα της έντασης και της αναμονής για μια μέρα λύτρωσης, ακόμα και τις λίστες αυτών που αποστάτησαν, ομολόγησαν, βασανίστηκαμ, φυλακίστηκαν ή δολοφονήθηκαν. Ο Σαΐμ που κάποτε έπαιρνε μέρος σε όλες τις πολιτικές συγκεντρώσεις τα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκε στην ιδέα ενός φράγματος που θα συγκρατούσε τα νερά των … εντύπων ώστε να μη χάνονται άδικα. Αλλά σε αυτόν τον παλλόμενο και διαρκώς διαφεύγοντα κόσμο ο Γκαλίπ έρχεται σε επαφή με το μυστήριο των συγγραφέων-φαντασμάτων που έγραφαν στη θέση των νεκρών και των εξαφανισμένων, και πως συχνά αναφέρονταν γεγονότα φανταστικά, για να ενθαρρύνουν τους αναγνώστες. Ο Σαΐμ του διαβάζει το ιστορικό μιας λαϊκής εξέγερσης σε μια κωμόπολη της Ανατολικής Τουρκίας είκοσι χρόνια νωρίτερα, όπου σχηματίστηκε προσωρινή κυβέρνηση, τυπώθηκε ένα ροζ γραμματόσημο με ένα περιστέρι και κυκλοφόρησε μια ημερήσια εφημερίδα γεμάτη ποιήματα. Οι αναγνώστες δεν βρήκαν την συνέχεια των γεγονότων σε επόμενα τεύχη, όπως ακριβώς γίνονταν με τις ιστορίες που διάβαζαν κομματιαστά.

Βρισκόμαστε πλέον στα βάθη της Κωνσταντινούπολης και του Μαύρου Βιβλίου, όταν ο Γκαλίπ διαπιστώνει την ύπαρξη μιας μυστικής γλώσσας, την ιερή σημασία που δινόταν στη λέξης «δρόμος», την επανάληψη λέξεων και φράσεων, κώδικες για την αναγνώριση των μυημένων μεταξύ τους. Και μέσα σε όλες αυτές τις έρευνες σε έντυπα, περιοδικά και αλλεπάλληλες αναφορές ανακαλύπτει πνευματικές σχέσεις με το δόγμα των Χουρουφιστών και τα τάγματα των Μπεκτατσήδων και όλων των δερβίσηδων που απαγορεύτηκαν την κεμαλική εποχή και οι μυστικές διδασκαλίες των οποίων ετάφησαν για να επανεμφανιστούν όμως με το ένδυμα του μαρξισμού-λενινισμού. Δεν μπορεί παρά να συνεχίσει σε τεκέδες δερβίσηδων και φωλιές μαρξιστικών ομάδων αλλά πώς είναι δυνατόν να ενωθεί το παζλ της ιστορίας που θέλουν ν’ αφηγηθούνε όλα τα γράμματα και οι λέξεις;

Η επίσκεψη στο σπίτι του πρώην συζύγου της είναι ενδεικτική μιας μεγάλης στροφής. Εδώ έζησε η Ρουγιά του πριν από δέκα χρόνια αγωνιζόμενη για χάρη μιας υπόθεσης στην οποία πίστευαν με όλη τους την ψυχή να ζήσουν με ψεύτικα ονόματα, μεταφράζοντας μανιφέστα που έρχονταν από μια χώρα στην οποία ποτέ δεν είχαν πάει, πολιτικές προφητείες γραμμένες από ανθρώπους που ποτέ δεν είχαν δει, για να τις γνωστοποιήσουν σε ανθρώπους που επίσης δεν είχαν ποτέ δει, ξεχνώντας την κούραση από τις τόσες ώρες δουλειάς στο εργοστάσιο μπαταρίας. Κάποτε θα άρχιζαν να επιστρέφουν στην αρχή, ώστε να εκστασιαστούν όπως τότε, κάτι που ύστερα από χρόνια ο πρώην σύζυγος θα καταλάβαινε πως επρόκειτο για έναν φαύλο κύκλο που αποτελούσε ένα είδος παρηγοριάς που είχαν εφεύρει, να νομίζουν ότι μπορούν να επιστρέψουν στην ευτυχία της αρχής και πλέον, ζώντας μια «φιλήσυχη» ζωή, συνειδητά αχρήστευε μαζί με μια συνομωσία δυο χιλιάδων χρόνων.

Ίσως η αταξική κοινωνία να ήταν κι αυτή ένας σκοπός ύπαρξης, ή μια πλάνη, όπως πολλοί νέοι ερωτεύονται εξαιτίας μιας κουβέντας χωρίς ποτέ να συνειδητοποιήσουν ακριβώς αυτή την πλάνη που υπάρχει πίσω από τον έρωτά τους. Κι όμως, ο Γκαλίπ αντιλήφθηκε πως δίπλα σε εκείνους που ονειρεύονταν μια ολοκληρωτική νίκη της Ανατολής ενάντια στη Δύση και της αθλιότητας στον πλούτο, δίπλα στην Ιστανμπούλ που μονίμως έμοιαζε να περιμένει κάτι, υπήρχε ένα κίνημα που έχει απλωθεί σα δίχτυ σε όλη την Ανατολία και είναι έτοιμο για δράση αλλά με κάποιο τρόπο χάθηκε, αποσιωπήθηκε, καταπνίγηκε ή απλώς τα μέλη του παραιτήθηκαν απογοητευμένα. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα πέρα από όσα του αποδίδει η κριτική, ορίζοντάς το ως ένα βιβλίο για την Κωνσταντινούπολη  ή για την ρευστότητα της ταυτότητας (στοιχεία που σαφώς το καθορίζουν), είναι πάνω απ’ όλα ένα βαθύτατα πολιτικό βιβλίο. Δεν είναι, άλλωστε τυχαίο, ότι ο αφηγηματικός του χρόνος, χωρίς να αναφέρεται ανοιχτά, αλλά με βάση μια σειρά ενδείξεων, και ιδίως της μεγάλης ανάπτυξης των αριστερών ομάδων όπως εκείνη όπου ανήκε η Ρουγιά και του μετέπειτα αφανισμού τους, στις αρχές του 1980 πριν το πραξικόπημα του Κενάν Εβρέν.

Διάβασα το Μαύρο Βιβλίο τρεις δεκαετίες μετά την ανάγνωση από την τότε έκδοση του 1997 σε άλλον εκδοτικό οίκο και η αναγνωστική συγκίνηση παρέμενε ισχυρή, ενώ είναι εμφανής και η επίδρασή του από τους Αποσυνάγωγους του Ογκούζ Ατάι (βλ. εδώ). Για άλλη μια φορά σε έργο του Παμούκ επιβεβαιώνεται ότι ο κόσμος είναι ένα πραγματικό βιβλίο και ένας ήρωάς του διερευνά το μυστήριο του δεύτερου κόσμου που υπάρχει στον εμφανή κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια στιγμή ο Γκαλίπ νοιώθει το βάρος από όλες τις ιστορίες που έχει ακούσει, ούτε το γεγονός ότι διαβάζοντας ένα ένα τα άρθρα του Τζελάλ ήταν βέβαιος πως αποκτούσε την μνήμη του και θα έβρισκε τον ίδιο. «Γιατί τι άλλο σημαίνει ανάγνωση, αν όχι η κατάκτηση σιγά σιγά της μνήμης κάποιου άλλου;». Αυτό ποθεί ο Παμούκ, να αποκτήσει την μνήμη των ανθρώπων αυτής της αχανούς Πόλης, ενώ ταυτόχρονα θρηνεί το τέλος της εποχής όπου τα παραμύθια και η ζωή ήταν τόσο αληθινά, ώστε κανείς δεν σκεφτόταν να ρωτήσει ποια ήταν η πραγματική ζωή και ποιο το πραγματικό παραμύθι. Υπάρχουν, άλλωστε δυο φράσεις σφηνωμένες σε αυτό το τεράστιο σώμα αξιομνημόνευτων φράσεων και αμφότερες αφορούν την συγγραφή. Αφενός, σε κάποια «εσωτερική» συνομιλία περί αυτής, διατυπώνεται η φράση «Αυτός που εσύ ονομάζεις αναγνώστης σου, είναι ένα παιδί που θέλει να πάει στο πανηγύρι»· αφετέρου, κάποια στιγμή ο Γκαλίπ λέει πως πρέπει να γραφεί ένα μυθιστόρημα που δεν θα έχει «τέλος» γιατί το πραγματικό τέλος θα είναι κρυμμένο κάπου μέσα στην ιστορία. Γράφτηκε, λοιπόν, ένα τέτοιο μυθιστόρημα και είναι αυτό εδώ.

Εκδ. Πατάκη, 2021, σελ. 696, μτφ. Στέλλα Βρετού. Με επίμετρο του συγγραφέα [Kara Kitap, 1990] [Πρώτη παλαιότερη έκδοση: [Εκδ. Ωκεανίδα, 1997]

Εδώ οι Αποσυνάγωγοι.

Οι φωτογραφίες από εδώ, με εξαίρεση την πρώτη (Stefano Manjo)