Author Archive for

02
Φεβ.
23

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 32: Οι ύστερες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 50 (Φεβρουάριος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 32: Οι ύστερες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

1. Οι Γυναίκες Μετά

1985. Ύστερα από μια βαρετή ημέρα στην δουλειά πήγα σε μια καφετέρια της γειτονιάς που τέτοια ώρα, απόγευμα, ήταν άδεια. Στο κασετόφωνο έπαιζε ροκ της δεκαετίας του εβδομήντα, κάτι αγαπητικές μπαλάντες που μεγένθυναν ακόμα περισσότερο την μοναξιά μου. Άνοιξα τις Ιστορίες του Καζαμία του Νάσου Θεοφίλου (εκδόσεις Ύψιλον, 1980), αγορασμένες από τα μεταχειρισμένα της φοιτητικής λέσχης, και αναρωτιόμουν αν υπήρχε σε κάποια καφετέρια της πόλης καμιά γυναίκα που να διάβαζε κι αυτή το βιβλίο της με όρεξη για συζήτηση, με κάποιον που στο απέναντι τραπέζι διάβαζε το δικό του με διάθεση για ανάλογη συνομιλία· αναρωτιόμουν επίσης αν αυτή η γυναίκα σκεφτόταν το ίδιο. Για να καθυστερήσω την επιστροφή μου χώθηκα στον μικρό κινηματογράφο της περιοχής που έπαιζε την ταινία After Hours με ελληνικό τίτλο Μετά τα μεσάνυχτα.

1985. Ύστερα από μια βαρετή ημέρα στην δουλειά ο Πωλ, ένας υπάλληλος που θρέφει τους θηριώδεις τότε ηλεκτρονικούς υπολογιστές με ντάτα, κάνει μια στάση σ’ ένα καφέ και διαβάζει το βιβλίο του. Στο απέναντι τραπέζι η Μάρσυ Φράνκλιν τον κεντρίζει με ευθύγραμμο βλέμμα και του αναφέρει πόσο αγαπάει το συγκεκριμένο βιβλίο. Η συγκάτοικός της Κίκι είναι μια γλύπτρια που κατασκευάζει αντικείμενα από γύψο ή πεπιεσμένο χαρτί, κάτι τέτοιο, και του προτείνει να αποκτήσει ένα. Αφήνει το τηλέφωνό της και φεύγει. Για να μην τελειώσει παθητικά μια άδοξη μέρα, αργά το βράδυ ο Πωλ της τηλεφωνεί και προσκαλείται στο σπίτι της.

Από αυτή την στιγμή η νύχτα ανοίγει τα μαύρα της χείλη και τον ρουφάει εντός της. Χάνει τα χρήματά του στο ταξί και αντιμετωπίζει την οργή του ταξιτζή. Βιώνει την ανησυχητική ατμόσφαιρα του διαμερίσματος των δυο γυναικών και ιδίως ενός εφιαλτικού γλυπτού. Η Μάρσυ συμπεριφέρεται παράξενα, αποκαλύπτοντας σε θραύσματα μια ιστορία δραματικού χωρισμού και εγκαυμάτων στο σώμα της. Ο Πωλ αψηφά την ομορφιά της και φεύγει από το διαμέρισμα. Στο μεταμεσονύκτιο μετρό το εισιτήριο έχει ακριβύνει και τον καταδιώκουν όταν επιχειρεί να πηδήξει τις μπάρες. Βρίσκει καταφύγιο σ’ ένα μπαρ όπου η σερβιτόρα τον φλερτάρει πιεστικά. Ο αγέλαστος μπάρμαν προθυμοποιείται να του δανείσει χρήματα αλλά η ταμειακή μηχανή έχει μπλοκάρει και του δίνει το κλειδί του σπιτιού του. Στις σκάλες συναντά δυο διαρρήκτες που κουβαλάνε το εφιαλτικό γλυπτό της Κίκι αλλά το αφήνουν για να γλιτώσουν. Το παίρνει για να το επιστρέψει στο διαμέρισμα της Μάρσυ, ιδανική αφορμή συγνώμης για την άτακτη αναχώρησή του, αλλά πληροφορείται ότι αυτοκτόνησε.

Θυμάται πως πρέπει να επιστρέψει το κλειδί αλλά το μπαρ έχει πια κλείσει, μαθαίνει πως ο μπάρμαν ήταν ο φίλος της Μάρσυ και αναζητά την συγκάτοικό της σ’ ένα σκοτεινό κλαμπ. Βλέπει ένα σκίτσο με το πρόσωπό του ως καταζητούμενου καρφιτσωμένο σε στύλους, καθώς η σερβιτόρα τον έχει υποδείξει ως κλέφτη και ολόκληρη η γειτονιά τον παίρνει στο κυνήγι. Βρίσκει καταφύγιο στο κλαμπ λίγο πριν κλείσει, και, καθώς ακούγεται το Is That All There Is? της Peggy Lee,  θαρραλέος όσο ποτέ ζητά από μια γυναίκα, την Τζουν, να χορέψουν. Ή απλώς είναι τόσο εξαντλημένος που δεν θέλει τίποτα περισσότερο από έναν χορό. Της εξηγεί την κατάσταση κι η Τζουν, που ζει στο υπόγειο του κλαμπ, προθυμοποιείται να τον βοηθήσει, καλύπτοντάς τον με γύψο και πεπιεσμένο χαρτί. Διώχνει τον όχλο που τον αναζητά, αλλά αρνείται να τον απελευθερώσει μήπως και ξανάρθουν, και φεύγει. Λίγο αργότερα ο Πωλ ως γλυπτό κλέβεται από τους ίδιους κλέφτες που το πέρασαν για εκείνο που είχαν αφήσει στις σκάλες. Έτσι όπως τρέχουν με το βαν, πέφτει από την μισάνοιχτη πίσω, σπάνε τα δεσμά του και βρίσκεται μπροστά στην είσοδο των γραφείων της εταιρείας του. Έχει πια ξημερώσει, ώρα για να πιάσει δουλειά. Ο κύκλος κλείνει αλλά τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.

Πόσες δυνάμεις ενεργοποιεί μια σαγηνευτική γυναίκα, πόσα απρόοπτα ενδεχόμενα ενυπάρχουν στην αποδοχή μιας ελκυστικής πρότασης; Πώς βιώνει ένας άντρας την απορροφητική δύναμη των γυναικών, την επιθετικότητα της γλύπτριας, την εκδικητικότητα της σερβιτόρας, την παγίδευση της άλλης γλύπτριας και το μεγάλο μυστήριο της Μάρσυ με τους διαρκείς υπαινιγμούς, όπως όταν, μιλώντας για τις συνεχείς απιστίες του συζύγου της, είπε I broke the whole thing off, έκφραση βίαιου χωρισμού αν όχι ενδεχόμενου ευνουχισμού; Βγήκα στον βρεγμένο δρόμο μετά τα μεσάνυχτα και σκεφτόμουν πόσες ιστορίες γυναικών χωρούν σε μια νύχτα.

2. Η Ροζάνα και το αιώνιο πρόβλημα

Περισσότερο από την φασματική περιπέτεια που ζει ο ήρωας την νύχτα που διανοήθηκε να βγει από το σπίτι του για να συναντήσει εκείνη την γυναίκα, με συνεπήρε η ίδια η γυναίκα, και ιδίως η ανακάλυψη μιας περιοχής όπου η ομορφιά συνορεύει με το αντίθετό της. To πρόσωπο της Ροζάνα Αρκέτ ήταν ακριβώς εκείνο το σημείο: ήταν πανέμορφη και τρυφερά αντι-όμορφη, καθώς, από ορισμένες γωνίες και σε συγκεκριμένες της εκφράσεις, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και άσχημη. Πάνω στον θερμό αυτόν τόπο δοκιμάζονταν και τελικά αναιρούνταν χαρακτηρισμοί και ιδιότητες που συμπιέστηκαν σε δυο λέξεις και δεν απηχούσαν παρά απολύτως υποκειμενικά γούστα, υπόπτως πλασμένα. Και τελικά μια γυναίκα ένα καφέ μπορεί να να μιλήσει με κάποιον που διαβάζει και να ξεκινήσει ένα ρομάντζο (ή ένας εφιάλτης).

Όμως, όμως… η γνωριμία με την Μάρσυ-Ροζάνα μου άφησε μια γλυκόπικρη αίσθηση καθώς μάταια περίμενα να αποκαλυφθούν τα πόδια της, ιδίως όταν βρέθηκε με τον Πωλ στην ημιφωτισμένη κρεβατοκάμαρά της και του μιλούσε για τα μυστηριώδη εγκαύματα που είχαν ζωγραφιστεί στο δέρμα της. Ιδανική ευκαιρία, χαμένη! Το ίδιο βράδυ έγραψα φορτισμένος μια επιστολή στον σκηνοθέτη. Δεν είχα να χάσω και τίποτα· αν ο φάκελος δεν παρέπεφτε ή δεν πετιόταν από κάποια γραμματέα, θα έφτανε στα χέρια του. Πιθανότατα θα την διάβαζε, θα μειδιούσε και θα την έριχνε στο καλάθι με εύστοχο σουτ. Αν όμως μια στις χίλιες την έπαιρνε στα σοβαρά; Χάρη στον ιδιοκτήτη ενός περίφημου βιντεοκλάμπ βρήκα την διεύθυνση των γραφείων του από ένα τομίδιο με τα στοιχεία των κινηματογραφικών στούντιο του Χόλυγουντ και έγραψα απευθείας, χωρίς προσχέδιο.

3. Η επιστολή στον Μάρτιν Σκορσέζε

Αξιοθέατε κύριε Σκορσέζε. Ακούστε. Είμαι γνώστης του έργου σας και θαυμαστής των γυναικών του: της κοινωνικής αγωνίστριας Boxcar Bertha, της αγωνίστριας στη μοναχική μητρότητα Αλίκης που δεν μένει πια εδώ, εκείνων που συντρόφευαν άντρες σε Κακόφημους δρόμους. Μπορώ, συνεπώς, νομίζω, να σας γράψω με το χέρι στην καρδιά. Κάθε φορά που ως εραστής, φίλος ή συνομιλητής γνωστοποιώ στις γυναίκες την έλξη μου προς τα πόδια τους, εκείνες σχηματίζουν έκφραση έκπληκτη με χείλη στραβά· και δεν επεκτείνομαι στις σχετικές αρνητικές κρίσεις. Όπως καταλαβαίνετε, ακόμα και το να τα δω γίνεται δύσκολο, αν όχι αδύνατον. Το μέγιστο αυτό έλλειμμα σπεύδω να αναπληρώσω στις τέχνες και ιδίως στην θεαματικότερη αυτών, που μια χαρά ασκείτε. Όμως ολόκληρη η κινηματογραφική βιομηχανία τα αγνοεί επιδεικτικά ως πρωταγωνιστικά σε κάποιο καίριο σημείο της ιστορίας. Οι σχετικές σκηνές είναι τόσο σπάνιες που μετριούνται στα δέκα δάχτυλα των ποδιών. Όταν, κατ’ εξαίρεση, κάποιος γυναικείος χαρακτήρας προσφέρει πλήρη θέα τους, τότε η αφήγησή του γδύνεται ως το κρυμμένο της νόημα. Εδώ εισέρχεστε εσείς, που σκηνοθετείτε με τόση μαεστρία το σώμα ή το αφήνετε να εκφραστεί μόνο του, δεν γνωρίζω. Δεν θα άξιζε να εστιάσετε στα πόδια, καθώς, ως λιγότερο έκθετα σημεία του σώματος, συμπληρώνουν όσα οι λέξεις αδυνατούν να πουν ή οι παύσεις να εκφράσουν; Για να μη μιλήσω για το ευφρόσυνο της όποιας εικόνας τους, που, πιστέψτε με, αφορά πολύ περισσότερους απ’ όσους νομίζετε. Όσο για τις Μάρσυ και Ροζάνα, μου στερήσατε την εικόνα τους ακριβώς την ώρα που ζητούσαν να πουν μια πλήρη ιστορία. Τι σκοπεύετε να κάνετε για όλα αυτά; Θα ενδιαφερόμουν ιδιαίτερα να δω μια δική σας τέτοια ματιά και να μάθω κάτι από αυτήν. Δικός σας, κλπ. κλπ.

4. Η αδιανόητη πιθανότητα μιας απάντησης

Όταν τέσσερα χρόνια αργότερα πληροφορήθηκα πως μεταξύ των νέων ταινιών της εβδομάδας ήταν και οι Ιστορίες της Νέας Υόρκης, τρεις μεσαίου μήκους αυτοτελείς ταινίες υπό ενιαίο τίτλο, την πρώτη από τις οποίες σκηνοθετούσε ο Σκορσέζε με πρωταγωνίστρια την Ροζάνα Αρκέτ, η έξαψη ήταν ανυπολόγιστη. Ταλαντευόμουν μεταξύ θερμής ελπίδας και ψυχρής λογικής και παρόλο που επαναλάμβανα «δεν συμβαίνουν αυτά», έσπευσα στην απογευματινή παράσταση της πρώτης ημέρας προβολής. Ο πρωταγωνιστής, ένας φτασμένος ζωγράφος στη Νέα Υόρκη, έβαλε μια ξέσκεπη κασέτα στο ξεχαρβαλωμένο κασετόφωνο για να ακουστεί στη διαπασών το A whiter shade of pale των Procol Harum και προτού χωθώ στο σώμα του αναφώνησα προς έκπληξη των λιγοστών θεατών: Εδώ είμαστε, εγώ είμαι! 

Νευρικά βήματα, βλέμμα αντιπαράθεσης με τον άχρωμο καμβά, στούντιο αχανές και ακατάστατο, ένα μπουκάλι Κουρβουαζιέ στο δάπεδο, ένα σωληνάριο μπογιάς ριγμένο κάτω, έτοιμο μ’ ένα πάτημα να εκτοξεύσει μπλε μπογιά στον τοίχο, το ενοχλητικό κουδούνι όπου εκτόξευσα το ποτήρι μου, ο ατζέντης που στέκεται έξω από το συρματόπλεγμα του ασανσέρ και μου θυμίζει πως η έκθεση είναι σε τρεις βδομάδες, ανήσυχος μην εκτεθούμε, και φωνάζει, καθώς τον διώχνω, πως κάθε φορά πριν από μια έκθεση, εδώ και 20 χρόνια, κάνω το ίδιο πράγμα…

Αεροδρόμιο. Λαδωμένα μαλλιά, βρώμικα νύχια, ρουφάω το τσιγάρο σα να αναπνέω και μέσα από την χοάνη του διαδρόμου αποβίβασης φτάνει εκείνη, ως Πωλέτ, υπέροχα ομορφάσχημη όπως πάντα. Δεν της άρεσε που με είδε, άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή μου πως δεν πρόκειται να επιστρέψει «σπίτι», δεν πήγε στην Φλόριντα με φίλη της, όπως είχε πει, αλλά με κάποιον καλλιτέχνη, τσακώθηκαν και γύρισε μόνη. Οι ερωτήσεις μου έπεφταν στο κενό – πού θα πάς, πως θα ζήσεις, σε τι υπνωτήρια θα κοιμάσαι, που θα φτιάξεις το στούντιό σου, σε κάποιο θλιβερό επαρχιακό γκαράζ σαν του πατρικού σου; Στο ατελιέ στάθηκα μπροστά στον άδειο πίνακα όσο εκείνη που τόσο καιρό ανεφοδίαζε την έμπνευσή μου μάζευε τα ρούχα της. Η φυγή της: θάνατος για μένα, αυτοκτονία για εκείνη. Ποιος την έδιωχνε από μια τέτοια πόλη, εκείνος ή εγώ; Την ήθελα με κάθε τρόπο στην ζωή μου κι έφτασα στο σημείο να της ορκιστώ πως δεν θα ξανακοιμηθούμε μαζί. Ας μέναμε σύμβιοι,  πιστοί στην αρχική συμφωνία της μαθητείας.

Η κασέτα, το ίδιο τραγούδι, το προσχέδιο στον καμβά, το ανοιχτό παραθυράκι του δωματίου της, το πορτοκαλί πορτατίφ αναμμένο κι εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι όπου δεν θα ήμουν ποτέ ξανά ευπρόσδεκτος. Ανέβηκα να δω αν είναι εντάξει και η ματιά μου γλίστρησε στο πόδι της. Η κάμερα (ίσως και κι ένα εσωτερικό σκόπευτρο) το κύκλωσε μαυρίζοντας τον περίγυρο κι έπιασε μια ανεπαίσθητη κίνηση. Της έκλεισα με δύναμη το παράθυρο, γιατί έτσι ασκέπαστη θα κρύωνε το πρωί, ενοχλήθηκε, κατέβηκα, έχυσα τα χρώματα στο άφτιαχτο έργο και άρχισα να τα πασαλείβω, να βγω εκεί μέσα.

Ανέβηκα ξανά. Αργότερα. Να την δω. Κρυφά. Κοιμόταν. Κοίταξα πάλι. Το πόδι της. Τα ασημένια νύχια της. Έλαμπαν στο χαμηλό φως. Ξύπνησε, άναψε το πορτατίφ, με κοίταξε εκνευρισμένη, της είπα «είναι τρελό, μια παρόρμηση, θέλω να φιλήσω το πόδι σου». Με φανερή απέχθεια το σκέπασε και με αποκάλεσε τρελό. Οπισθοχώρησα, το απέδωσα στην πίεσης της δουλειάς και απολογήθηκα: Ήθελα απλώς να φιλήσω το πόδι σου, δεν είναι τίποτα προσωπικό. Έκλεισα την πόρτα, κατέβηκα, κι ύστερα, στον ήχο πάντα του τραγουδιού, σαν αναπόληση βέβαιων πεπραγμένων ή όνειρο οριστικά απραγματοποίητο, γίναμε κι οι δυο μας γαλάζιοι, εκείνη έστρεφε το κεφάλι της νωχελικά να βρει το βλέμμα μου, ακουμπήσαμε τα μάγουλά μας ήρεμα και ξεκινούσε η ένωσή μας ή έληγε οριστικά. Έξω η νύχτα άδειαζε, μέσα ο πίνακας γέμιζε.

Το επόμενο πρωί οι όροι αντιστράφηκαν. Τώρα ήταν εκείνη που εκλιπαρούσε για μια ειλικρινή γνώμη περί των έργων της. Της απαντούσα με ξερούς χαρακτηρισμούς –ενδιαφέρον, ωραίο– που ίσως συγκρατούσαν τον υπαινιγμό της μετριότητας. Με ρωτούσε αν έχει ταλέντο, αν αξίζει να συνεχίσει και δεν άντεξα να μην της απαντήσω από καρδιάς μου: Τι νόημα έχει τι πιστεύω; Το έργο είναι δικό σου. Κάνεις τέχνη επειδή πρέπει, επειδή δεν έχεις άλλη επιλογή. Ποιος ξέρει και ποιος νοιάζεται αν είσαι καλή; Εσύ δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς. Αυτός που εγκαταλείπει ποτέ δεν υπήρξε καλλιτέχνης! Θα μπορούσα να την εκθειάσω, να της πω όσα ήθελε να ακούσει και γνωρίζαμε κι οι δυο πως αυτό θα μας ξαναέκανε εραστές. Όμως προτίμησα να μην ξεπουλήσω την ειλικρίνειά μου. Είχα πια επιστρέψει αποκλειστικά στο ρόλο του δασκάλου.

Κι ύστερα οργισμένος στράφηκα στον πίνακα κι έβαλα τέρμα την επτάλεπτη, μεθυσμένη, σχεδόν καρναβαλική εκτέλεση του Like a rolling stone από τον διπλό λάιβ δίσκο του Bob Dylan με τους The Band, το Before the flood του 1974. Nobody’s ever taught you how to live out on the street / And now you ’re gonna have to get used to it / You say you never compromise / With the mystery tramp, but now you realize / He’s not selling any alibis / As you stare into the vacuum of his eyes / And say do you want to make a deal? / How does it feel, how does it feel? / To be on your own, with no direction home / A complete unknown, like a rolling stone… Τώρα ήμουν αλλού, σ’ έναν πίνακα που απορροφούσε το πάθος μου, ενώ εκείνη με έλουζε με το βλέμμα της, έκπληκτη αυτόπτης της κατάληψής μου, συγκινημένη μάρτυρας της καλλιτεχνικής δημιουργίας που συνέβαινε εκείνη την στιγμή. Ήμασταν πια χώρια, κυλιόμενες πέτρες σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Με συνόδευσε σ’ ένα πάρτι του σιναφιού, όπου υπέκυψε σ’ έναν πολιορκητή γόη και τον έφερε σπίτι, να κλειδωθούν στα ενδότερά της, ενώ εγώ συντετριμμένος άκουγα στη διαπασών το Nessun dorma. Την συνόδευσα σε κάτι εγκαταλειμμένες ράγες του μετρό, στην παράσταση εκείνου που την είχε παρατήσει, και την προέτρεψα να του μιλήσει επειδή κατά βάθος ήξερα πως θα την αγνοήσει και θα ντροπιαζόταν. Επιστρέφαμε από βρεγμένα, απόμερα στενά κι έτσι όπως ήταν οργισμένη ήθελε να δει αν θα έκανα τα πάντα για εκείνη, όπως της έλεγα. Η δοκιμασία ήταν να φιλήσω έναν αστυνομικό που βρισκόταν στο περιπολικό του. Τον πλησίασα αργά ενώ εκείνος είχε ήδη αστειευτεί με τον συνοδηγό του πως μάλλον έχασα το λάμα μου, του έστειλα ένα φιλί από μακριά, με ειρωνεύτηκε πως κι αυτός με αγαπάει, γύρισα να δω αν εκείνη παρακολουθούσε τα πειστήρια αλλά είχε φύγει. Τουλάχιστον το είδατε οι θεατές, άκουσα το μακρινό σας γέλιο.

Ένα επεισόδιο που προκάλεσα σ’ ένα μπαρ ήταν το αποκορύφωμα: μάζευε εκτός εαυτού τα πράγματά της και θα αναχωρούσε οριστικά σε δυο ώρες. Δεν ήθελε όμως να φύγει χωρίς απάντηση για την τέχνη της, αν ως καλλιτέχνης είναι καλή ή αν θα γίνει ποτέ καλή. Ούτε τώρα της την έδωσα· της είπα μόνο ότι είναι νέα και ότι την αγαπώ, ότι δεν πιστεύει ότι την αγαπώ γιατί δεν αγαπά τον εαυτό της και όσο ξεσπούσε τόσο της τόνιζα πως δεν ξέρει τίποτα για μένα, τους τέσσερις γάμους που έκανα προτού καν γεννηθεί, πόσο εμπλέκομαι, πόσο κάτω κατεβαίνω. Την βραδιά της έκθεσης βρισκόταν πλέον μακριά. Φωτογραφιζόμουν βαριεστημένα με διάφορους και πήγα ως τον μπουφέ να πιω παραπάνω. Ένα όμορφο κορίτσι μου είπε πόσο θαυμάζει το έργο μου· ήταν «μια απλή ζωγράφος που θέλει να διδαχτεί». Κοίταξα το αυτί της, το στέρνο της, μια ελιά της, τα χείλη της όπως αμήχανα χαμογελούσαν προς τον σεβάσμιο εαυτό μου. Δεν θυμάμαι αν ανέβαινα ή κατέβαινα, είχα όμως ξαναμπεί σε τροχιά. Είναι μια ακριβή πόλη, μου είπε, είναι η μόνη πόλη, της είπα, χρειάζομαι μια βοηθό, δίνω στέγη, τροφή και μαθήματα ζωής. Τίτλοι τέλους.

Η βεβαιότητα πως ο σκηνοθέτης είχε ευθέως απαντήσει στην επιστολή μου με είχε εμποτίσει με μια αίσθηση πρωτόγνωρης ευφορίας. Ήθελα να το μοιραστώ με φίλους αλλά ποιος θα με πίστευε; Τώρα τριάντα τρία χρόνια μετά, το αποκαλύπτω πρώτη φορά, αδιάφορος για την αληθοφάνειά του. Μου αρκεί που συνέβη: ο Σκορσέζε δεν μου ικανοποίησε απλώς την επιθυμία να δω το –ένα, έστω– πόδι της Ροζάνα αλλά και κινηματογράφησε την επικρατούσα αντίδραση των γυναικών όταν τους ζητείται η κατάδειξη των κατωτέρων τους. Έβαλε στην ίδια ταινία τις δυο όψεις του πάθους μου: την επιθυμία και την ανελέητη ρουτίνα που την ακύρωνε. Αλλά έχω μέχρι σήμερα την αίσθηση ότι δεν έμεινε εκεί· καθώς στο τέλος της επιστολής του έγραφα ότι ήθελα να μάθω κάτι από την ματιά του σε όλα αυτά, τα «Μαθήματα ζωής» που έδωσαν τον τίτλο της μπορεί να απευθύνονταν και σ’ εμένα.

Ίσως ήθελε να θυμάμαι ότι οι έρωτες εκτός από αρχή έχουν και τέλος ή ότι η συμφωνία παροχής διαφόρων εκατέρωθεν υπηρεσιών αρχικά μπορεί να φαίνεται αυτονόητη, ακόμα και ερωτική, αλλά κάποια στιγμή θα καταλήξει να μοιάζει με απελπισμένη ανταλλακτική δοσοληψία. Ίσως να μου επεσήμαινε πως πολλές επιθυμίες μας αναδύονται όταν ανακοινωθεί η παύση του δεσμού και είναι πια πολύ αργά να ικανοποιηθούν· πως πιθανώς υπάρχει ένας μηχανισμός που μας συγκρατεί να τις εκφράσουμε όταν το πάθος είναι στο αποκορύφωμά του ή κάποιος άλλος, ακόμα πιο απατηλός, που απλά τις ξυπνάει όταν είναι αδύνατον να συμβούν. Ίσως πάλι να μου έλεγε ότι αν κάποτε θελήσω να δημιουργήσω ας γνωρίζω πως χωρίς το καύσιμο ενός έρωτα δεν παράγεται τίποτα και, ακόμα χειρότερα, ίσως απαιτείται η συντριβή του τέλους, ώστε να ξεχυθούν τα θραύσματα στο λευκό, άφτιαχτο έργο.

Σίγουρα, όμως, μου έλεγε πως σίγουρα θα υπάρξει και στην δική μου ζωή μια ύστερη γυναίκα, που στα ύστερα του έρωτα θα με κάνει να εκλιπαρώ την επιστροφή στην αρχή, αναιρώντας την ίδια του την φύση, θα εμπνεύσει διακαές φετίχ και θα με φτάσει στο βάραθρο της λύπης, δηλαδή ακριβώς εκεί όπου παράγεται η καλλιτεχνική δημιουργία. Ή ότι, όσο κι αν ανακοινώνω το τέλος του κόσμου μου, στην άλλη γωνία o ίδιος κόσμος θα επανιδρυθεί, γιατί ο έρωτας απλώς αλλάζει τόπους και δεν κατοικεί ποτέ στο ένα και μοναδικό πρόσωπο που πιστέψαμε ότι τον περιέχει, αλλά και σε όλα τα υπόλοιπα. Το ίδιο και η ύλη της έμπνευσης. Ποιος θα τολμήσει να διανοηθεί πως είναι ο μόνος και αποκλειστικός αυτουργός της; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

 Οι ταινίες: After hours (Martin Scorsese, 1985), Stories of New York (I: Life lessons) (Martin Scorsese, 1989). Η γυναίκα: Rosanna Arquette.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

18
Ιαν.
23

James David Vance – Το τραγούδι του χιλμπίλη

Τα βιβλία της Αμερικής, 1

Η κυκλοφορία και μόνο ενός τέτοιου βιβλίου (για να μην αναφερθώ στην μέγιστη αναγνωστική του εξάπλωση στην ήπειρό του) αποτελεί μια παράξενη έκπληξη. Πρώτα απ’ όλα γιατί αφορά την αφήγηση του προσωπικού και οικογενειακού βίου ενός ανθρώπου που «απλώς» μεγάλωσε στα μεσοδυτικά της Εδέμ και κατέκτησε όχι και ιδιαίτερα αργά στην ζωή του αλλά πάντως εις πείσμα των πάντων το Αμερικανικό του Όνειρο. Προφανώς κανείς άνθρωπος δεν είναι απλός και συνηθισμένος, ποια είναι όμως η αξιόγραφη κατάκτηση του συγκεκριμένου ήρωα εκτός από την … επιτυχή ένταξη και αποφοίτηση από την Νομική Σχολή του Γέηλ; Ποιος ενδιαφέρεται για τα έργα και τις ημέρες μιας θεοπάλαβης οικογένειας ακόμα κι αν οι ιδιόμορφοι χαρακτήρες της περνάνε τα μύρια όσα εξαιτίας της ανέχειας, διαφόρων μορφών ενδοοικογενειακής βίας, του εθισμού στα ναρκωτικά και των συνεχών μετακομίσεων; Ένα δεύτερο αναπάντεχο στοιχείο αυτού του αυτοβιογραφικού χρονικού είναι το γεγονός ότι διανθίζεται από… βιβλιογραφικές παραπομπές. Τι ωθεί τον συγγραφέα να στηρίξει όσα γράφει με επιστημονικές υποσημειώσεις μεν, όχι τόσες πολλές δε ώστε να πει κανείς ότι επιχειρεί έναν συνδυασμό λογοτεχνήματος και μελέτης; Κι όμως, αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι που καθιστούν το βιβλίο ένα ελκυστικό ανάγνωσμα. καθώς ο Βανς κατορθώνει να μεταπλάσει το υλικό της ζωής του σε καθολική εικόνα μιας ολόκληρης κοινωνίας, γεωγραφίας και ιδεολογίας.

Ο συγγραφέας αφήνει κατά μέρος κάθε ιδέα ποιητικής, πόσο μάλλον την ίδια την λογοτεχνικότητα, καθώς το εγχείρημά του ήδη είναι δύσκολο: μπορείς να καλύψεις μια ολόκληρη παιδική, εφηβική και, εν μέρει, ενήλικη ζωή ώστε να προκύπτει ένα συναξάρι βίου που αφορά και τους άλλους; Μπορείς να καταγράψεις την ζωή σου ανιχνεύοντας τα ουσιώδη μέσα στα τετριμμένα χωρίς να αφήσεις χάσματα και κενά; Θα καταφέρεις να παραμείνεις ξεχωριστά προσωπικός – εφόσον άλλωστε κάθε ατομική ιστορία είναι μοναδική και ανεπανάληπτη; – και την ίδια στιγμή το προσωπικό σου πορτραίτο να γίνεται παράλληλα και το καθολικό πορτραίτο μιας ολόκληρης τάξης ανθρώπων;

Μεγαλωμένος στην Ζώνη της Σκουριάς (Rust Belt), εκτεταμένη γεωγραφική περιοχή με επίκεντρο τις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ με έντονες τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της παρακμής της βαριάς βιομηχανίας, και ειδικότερα σε μια πόλη του Οχάιο όπου είχε την έδρα της μια μεγάλη χαλυβουργία, ο Βανς όλες αυτές τις περιοχές χάνουν θέσεις απασχόλησης και τους κατοίκους την ελπίδα ότι τα πράγματα μπορεί να φτιάξουν. Άλλωστε ήταν ένας από αυτούς: ήδη από έφηβος ήταν έτοιμος να βυθιστεί στην καθολική πίκρα και οργή των νέων και των μεγαλύτερων. αλλά και, σε ευρύτερο κάδρο, ένοιωθε εξαρχής ταυτισμένος με τα εκατομμύρια των λευκών Αμερικανών της εργατικής τάξης δίχως πανεπιστημιακή μόρφωση, για τους οποίους η φτώχεια υπήρξε μια οικογενειακή παράδοση. Οι πρόγονοί του και οι πρόγονοι των συντοπιτών του υπήρξαν διαδοχικά εργάτες της γης, κολίγοι, ανθρακωρύχοι και εργάτες σε εργοστάσια. Για όλους τους άλλους ήταν οι hillbillies, rednecks, τα λευκά σκουπίδια.

Ακόμα και μέσα στην τραγική αυτή ομογένεια, ο ήρωας διαφοροποιείται στο γεγονός ότι το σπίτι του και η διεύθυνσή του δεν ταυτίζονται. Μπορεί να μένει υποχρεωτικά με την μητέρα του στο Μιντλτάουν του Οχάιο αλλά μοιράζει την ζωή του και με την γιαγιά του στο Τζάκσον του Κεντάκι, όπου οι κάτοικοι ζουν γύρω από τον αυτοκινητόδρομο, σε μάντρες με τροχόσπιτα, σε κατοικίες κοινωνικής πρόνοιας, σε παράγκες στα χωράφια, κάποιες μισοδιαλυμένες με σαπισμένα ξύλα, ενώ οι γύρω αλάνες είναι γεμάτες πεταμένα έπιπλα. Όμως εκεί ζει το πρόσωπο που ορίζει από την αρχή την ζωή του πρωταγωνιστή και δεν παύει να τον βγάζει από τα σκοτάδια του σε κάπως φωτεινότερους δρόμους, δύσβατους και ζόρικους, αλλά πάντως δρόμους.

Πρόκειται για την γιαγιά του, που κατά την συνήθεια των χιλμπίληδων αποκαλείται Memaw (Μέμω), μια γυναίκα δυναμική, αμόρφωτη και αθυρόστομη, που στέκεται προστάτης του τόσο ως προς την αλλοπρόσαλλη, βίαιη και εθισμένη μητέρα του όσο και ως προς τον ευρύτερο περίγυρο, χωρίς να τον παραχαϊδέψει όμως ποτέ: τον ενθαρρύνει να παλεύει με τους συνομηλίκους του όταν του προσβάλλουν την οικογένεια, να βοηθάει έως και να σώζει την μητέρα του ακόμα κι όταν ο ίδιος δεν θέλει, και, το κυριότερο, τον πείθει να μην εγκαταλείψει το σχολείο αλλά να το τελειώσει και να απογειωθεί προς το όνειρό του. Είναι εκείνη που θα του πει: Μην γίνεις ποτέ σαν εκείνους τους κακομοίρηδες που νομίζουν πως η τράπουλα είναι σημαδεμένη σε βάρος τους. Μπορείς να καταφέρεις ό,τι θελήσεις.

Η κοινότητά τους πίστευε το ίδιο και στη δεκαετία του ’50, ακόμα κι όταν η πεποίθηση αυτή έμοιαζε να πατά σε γερά θεμέλια, αλλά τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα από ποτέ. Ακόμα κι όταν η Μέμω αποσύρεται από τον κόσμο, τα σκουπίδια υψώνονται σε στοίβες μες στο σπίτι και τα δωμάτιά της γεμίζουν με άχρηστα πράγματα και αδειανές συσκευασίες, είναι πάντα παρούσα δίπλα του. Μιλάμε για μια γυναίκα που όταν κάποτε ο βίαιος άντρας της γύρισε μεθυσμένος σπίτι ενώ τον είχε προειδοποιήσει να μην το ξανακάνει, τον περιέλουσε με βενζίνη και του πέταξε ένα σπίρτο. Η Μέμω πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της αντιμετωπίζοντας κρίσεις αλλά δεν  έχασε ποτέ την ελπίδα της, παρά τις συνεχείς διαψεύσεις και απογοητεύσεις. Παρέμεινε πιστή στις δυνατότητες και τις δυνάμεις των ανθρώπων, τουλάχιστον εκείνων που είχε επιλέξει να εμπιστεύεται.

Στον αντίποδα βρίσκεται η μητέρα του, ένα τυπικό υπόδειγμα μιας single μητέρας σ’ εκείνους τους τόπους. Όταν τελείωσε το Λύκειο παντρεύτηκε τον φίλο της  και προσπάθησε να ζήσει μια φυσιολογική οικογενειακή ζωή, ενώ είχε συνηθίσει σε μια ακριβώς αντίθετη. Στα δεκαεννιά της βρέθηκε χωρίς πτυχίο, χωρίς σύζυγο και μια κόρη – την αδελφή του Βανς. Την στήριξαν με κάθε τρόπο, κατάφερε να γίνει νοσοκόμα αλλά όχι και να μην εθιστεί στις ουσίες. Άρχισε να κλέβει φάρμακα από τους ασθενείς και κάποια στιγμή «φτιαγμένη» άρχισε να κάνει πατινάζ στα επείγοντα του νοσοκομείου, γεγονός που της στοίχισε φυσικά την απόλυση. Η προσπάθειά της να απεξαρτηθεί τον έφερε σε επαφή με τον αθέατο κόσμο της αμερικανικής τοξικομανίας και τις ατέλειωτες συναντήσεις των τοξικομανών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια οριακή στιγμή της ενήλικης πλέον ζωής του, όταν έπρεπε να είναι αφοσιωμένος σε κάτι που αφορά το μέλλον του, ο Βανς επιστρέφει για να την σώσει και καταλήγουν σ’ ένα άθλιο μοτέλ, σε μερικές από τις πιο δυνατές σελίδες του βιβλίου.

Εκείνο που κατά παραδοχή του σημάδεψε τον Βανς όμως όσον αφορά την μητέρα του ήταν αφενός η διαρκής εναλλαγή υποψηφίων για τον ρόλο του πατέρα και αφετέρου οι βίαιες εκρήξεις της μητέρας. Καθώς άλλαζε συντρόφους κάθε ένα-δυο χρόνια, ο Βανς βρισκόταν μέσα σ’ ένα «ασταμάτητο γαϊτανάκι νέων ανθρώπων» που έπρεπε να γνωρίσει, να μάθει να αγαπάει, κάποτε να δεθεί και μετά να ξεχάσει οριστικά, καθώς όλοι αυτοί οι άντρες αποχωρούσαν απ’ την ζωή του (ορισμένοι τρέχοντας) ακριβώς την στιγμή που άρχιζε να τους συμπαθεί. Όσο διαρκούσαν οι σχέσεις τους με την μητέρα του οι μεταξύ τους διαφωνίες «εξελίσσονταν σε διαγωνισμό κραυγών». Μπορεί να μην υπήρχε σωματική βία αλλά σε κάθε περίπτωση «έπιπλα τραντάζονταν, πράγματα εκσφενδονίζονταν, ουρλιαχτά ακούγονταν». Οι νύχτες του γίνονταν μέρες και φυσικά έμενε άυπνος για μεγάλα χρονικά διαστήματα. «Ήταν», γράφει, «σα να παρακολουθείς το τέλος του κόσμου να εκτυλίσσεται στο καθιστικό κάθε μέρα». Όταν όμως τσακώνονταν με τον ίδιο τρόπο οι γείτονες, τότε όλοι ενδιαφέρονταν για το σχετικό ακρόαμα, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή. Στο τέλος το συνήθιζε και δεν το πρόσεχε καν ή έσπευδε να το παρακολουθήσει – το πράγμα που μισούσε του είχε γίνει ναρκωτικό! Η μητέρα του είχε βίαιες εκρήξεις και απέναντι στον ίδιο, όπως όταν σ’ έναν καυγά με τον έφηβο γιό της από την έντασή της οδηγεί το αυτοκίνητο με 150 χλμ. και τον απειλεί ότι θα το ρίξει σ’ ένα τοίχο.

Το Μιντλτάουν είναι μια πόλη ενδιάμεση – μεταξύ Σινσινάτι και Ντέιτον, εξ ου και το όνομά της – κανείς άλλωστε δεν μπήκε στον κόπο να της δώσει κάποιο άλλο. Τυπικό δείγμα αστικής ανάπτυξης της ζώνης της σκουριάς ήταν ένας ειδυλλιακός τόπος κατά την δεκαετία του ’80 αλλά την τελευταία φορά που το επισκέφτηκε ο συγγραφέας το κέντρο του είναι σχεδόν εγκαταλειμμένο – βρήκε μόνο ένα κινέζικο εστιατόριο κι ένα εκπτωτικό σούπερ μάρκετ, ενώ τα γήπεδα έχουν χορταριάσει και τα καταστήματα στέκουν άδεια, με σπασμένα γράμματα και σβησμένες πινακίδες. Φυσικά τα ενεχυροδανειστήρια λειτουργούν κανονικά.

Η εσωτερική μετανάστευση των χιλμπίληδων προς το Οχάιο δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Συνήθως ήταν ανεπιθύμητοι καθώς είχαν μαζί τους πολλά παιδιά και φιλοξενούσαν συγγενείς για μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν διαφορετικές συνήθειες και ομιλία και έμοιαζαν να έχουν μια ξένη φυλετική ταυτότητα. Ενδιαφέρουσα είναι μια υποσημείωση από ένα βιβλίο που ονομάζεται Appalachian Odyssey πως οι χιλμπίληδες είχαν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τους μαύρους του Νότου που κατέφθαναν στο Ντιτρόιτ

Σ’ εκείνο τον τόπο δυστυχίας, όπως τον αποκαλεί, ναρκωτικά και διαζύγια χαρακτηρίζουν πολλά σπίτια. Κυριαρχεί μια επιδημία εθισμού σε συνταγογραφούμενα φάρμακα καθώς και το αποκαλούμενο «ζαχαρόστομα» που μαστίζει τις παιδικές ηλικίες, δηλαδή οδοντιατρικά προβλήματα λόγω υπερβολικής κατανάλωσης ζαχαρούχων αναψυκτικών. Σκουπίδια βρίσκονται παντού πεταμένα στην ύπαιθρο. Στις εκκλησίες επικρατεί η συναισθηματική ρητορική και απουσιάζει η κοινωνική στήριξη. Σ’ ένα περιβάλλον έντονης θρησκοληψίας, η Μέμω ξεχωρίζει για άλλη μια φορά: η  πίστη της ήταν απολύτως προσωπική. Δεν μπορούσε να πει την φράση οργανωμένη θρησκεία χωρίς περιφρόνηση. Έβλεπε τις εκκλησίες ως εκκολαπτήρια ανώμαλων και απατεώνων και απεχθανόταν όσους κράδαιναν τη πίστη τους σαν σημεία, κάνοντας διαρκείς επιδείξεις της ευσέβειάς τους. Έχω την αίσθηση ότι για την βαθιά Αμερική των φανατικών θεοσεβούμενων και των τηλε-ευαγγελιστών, η Μέμω θα έμοιαζε ως εξωγήινη. Ακόμα και στην ενθάρρυνσή της προς τον Βανς έλεγε: «Ο Θεός βοηθά όσους βοηθούν τον εαυτό τους».

Εδώ έρχεται το τρίτο ενδιαφέρον στοιχείο του Hillbilly Elegy: ο συγγραφέας εκπροσωπεί ένα κομμάτι της Αμερικής που μπορεί να μας εκπλήσσει ή να μας βρίσκει έκπληκτους ή αντίθετους, όμως υπάρχει και αποτελεί μέρος της, μας αρέσει δεν μας αρέσει, συμφωνούμε δεν συμφωνούμε. Δεν είναι μόνο η σταδιακή στροφή στην θρησκεία (και η αναγκαστική της σύγκρουση με το αγαπημένο του ροκ εντ ρολ)· είναι η τετραετής θητεία του ως πεζοναύτης στο Ιράκ, το ελάχιστο υποχρεωτικό χρονικό διάστημα, μοναδικός τρόπος να πληρώσει τα δίδακτρα στο πανεπιστήμιο· είναι η αντίθεσή τους στους Δημοκρατικούς και ιδίως στην πολιτική των κρατικών επιδομάτων, την οποία θεωρεί ουσιαστικά υπεύθυνη για το τέλμα που έχουν πέσει οι κάτοικοι των μεσοδυτικών πολιτειών. Ο Βανς είναι απόλυτος ως προς το ακανθώδες θέμα των επιδομάτων, μόνιμο πεδίο πολιτικής-ιδεολογικής αντιπαράθεσης, καθώς έκπληκτος βλέπει τον εαυτό του και την οικογένειά του να λιώνουν στην δουλειά και να μην έχουν τα στοιχειώδη, ενώ άλλους που δεν δούλεψαν ούτε ένα μεροκάματο στην ζωή τους ούτε δέχτηκαν δουλειές που τους προτάθηκαν να έχουν αγοράζουν ηλεκτρικές συσκευές και κινητά ή να σπεύδουν να εξαργυρώσουν τα κουπόνια σίτισης σε μετρητά. Ας μην απορούμε λοιπόν για την μεγάλη στροφή Αμερικανών από περιοχές σαν κι αυτές προς πολιτικούς σαν τον Ντόναλντ και τους ομοίους τους.

Στο τέλος ο συγγραφέας-ήρωας κατακτάει το αμερικανικό όνειρο, τουλάχιστο όπως το εννοεί ο ίδιος, αλλά παράλληλα με την όποια ευγνωμοσύνη του προς εκείνους που στάθηκαν δίπλα του, παραδέχεται ότι οι δαίμονες και τα δαιμόνια του παρελθόντος του είναι πάντα εκεί και τον έχουν συνεχώς στο στόχαστρο. Μπορεί να έφτασε εκεί που ήθελε αλλά δεν ξεχνάει. Κι εμείς μπορεί να μην είμαστε βέβαιοι πως όλα όσα μοιράζεται μπορεί να ισχύουν για όλους τους συντοπίτες του, αν όμως διαβάσουν το βιβλίο μπορεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο να ενθαρρυνθούν και να βγουν μόνοι τους από το τέλμα – ποιος ξέρει.

Όσον αφορά τις σποραδικές παραπομπές, ο Βανς δεν διεκδικεί κανένα επιστημονικό θέσφατο, ούτε καν μοιάζει να επιθυμεί να τις εντάξει σε μια πλήρη ιστορική εικόνα του χωροχρόνου του. Αυτό που φαίνεται να τον ενδιαφέρει είναι να βρει τις δικές του απαντήσεις ως προς όσα πίστευε πως επηρέαζαν σημαντικά την ζωή του: την ιστορία των μεταναστεύσεων στην περιοχή, τις τοπικές αξίες, τις διαπιστώσεις των μελετητών ως προς τα αίτια και τα αιτιατά των οριακών συνθηκών ζωής σ’ εκείνα τα μέρη. Άλλοτε αμφιβάλλει ή προβληματίζεται ως προς κάποια συμπεράσματα, άλλοτε διαπιστώνει μια, κάποτε, τραγική καθολικότητα μιας ζωής που νόμιζε ως μοναδική. Έτσι δεν έχει σημασία αν, όπως κάνει συνήθως, παραπέμπει σε μια και μόνο μελέτη ενώ ένα επιστημονικό εγχειρίδιο θα παρέπεμπε σε δεκάδες και φυσικά στις μεταξύ τους αντίθετες. Ο Βανς εξιστορεί ζωή – δεν κάνει διατριβή. Είναι σα να την διηγείται προφορικά σε κάποιον φίλο και μετά να του λέει με έκπληξη «διάβασα μάλιστα εκεί πως αυτό ισχύει και αλλού» ή «η ιστορία των τόπων που έζησα βρίθει από ιστορίες σαν και την δική μου», ή «δεν φανταζόμουν πως η ναρκομανία έχει και άλλες ψυχολογικές πηγές από εκείνες που γνώριζα».

Αν δεν ήταν το βιβλίο δεν είμαι βέβαιος αν θα έσπευδα να δω την ταινία – μεταφορά του (Ron Howard, Hillbilly Elegy, 2020), αλλά σε κάθε περίπτωση το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό και σύνηθες: μια αδιάφορη ταινία που ισοπεδώνεται σε τυπικό οικογενειακό δράμα. Καταρχήν επιχειρείται βλακωδώς μια εναλλαγή παρόντος και παρελθόντος, αυτή η μάστιγα του κινηματογράφου, που κάποτε ήταν πρωτοτυπία και τώρα είναι κανονικότερη του κανόνα. Δηλαδή ένα βιβλίο που αναπτύσσει την δυναμική του ακριβώς επειδή περιγράφει με γραμμικό χρόνο την ανηλικότητα, την ενηλικίωση και την πορεία του χαρακτήρα, εδώ επιλέγεται να κινηματογραφηθεί ως μια συρραφή χρονικά ανακατεμένων αλλά, κυρίως, τετριμμένων σκηνών. Ενδεικτικά ο ήρωας μάς παρουσιάζεται γραβατωμένος και έτοιμος και να μπει στη νομική σχολή του Γέηλ, καθώς συνομιλεί μαζί του η ωραία του μνηστή λάιβ από το κινητό της (Apple προφανώς) ή να σπεύδει να του κλείσει αεροπορική πτήση από το λάπτοπ της (Apple ξανά προφανώς).

Γενικώς χάνεται πολύς χρόνος σε ανάλογα τετριμμένα εσωτερικά πλάνα, ενώ δεν απεικονίζεται, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, κανένα από τα σκουριασμένα και βρώμικα τοπία στα οποία αναφέρεται ο Βανς. Βέβαια ο Ron Howard δεν είναι κανένας ιδιαίτερος σκηνοθέτης, το αντίθετο μάλιστα, ένας διατεταγμένος των παραγωγών είναι, αλλά, και πάλι, το βιβλίο θα αποτελούσε ένα γερό στοίχημα για έναν ικανό και εύστροφο τεχνίτη. Πάντως η Glenn Close ως Μέμω είναι άξια θέασης και η αξέχαστη μορφή αυτής της γυναίκας που πράγματι υπήρξε, βρίσκει την ιδανική της υποκρίτρια.

Εκδ. Δώμα, 2018, μτφ. Αριστείδης Μαλλιαρός, σελ. 360 [J.D.Vance, Hillbilly Elegy: a memoir of a family and culture in crisis, 2016].

Στις εικόνες: στιγμές από την σχετική ταινία – στην τελευταία λήψη, το χέρι βοήθειας που πάντα άπλωνε η μητέρα του Βανς.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 244, με τίτλο HillBilly the Kid, εδώ




Φεβρουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728  

Blog Stats

  • 1.128.955 hits

Αρχείο