Author Archive for

18
Νοέ.
18

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης – Η ιδιωτική μου αντωνυμία

Η αλληλοπάθεια των βίων που γίνονται βιος

Μαζεύω τυχάρπαστες λέξεις δίχως κανέναν ταξικό, γεωγραφικό ή πνευματικό περιορισμό. Απ’ τα χαμίνια των δρόμων, τους παγωμένους άστεγους, τις κακοποιημένες συζύγους, τους συνεσταλμένους εφήβους, τις κυρίες των σαλονιών και τους ξεμωραμένους γέρους. Και κάθε βράδυ, σαν πέφτω για ύπνο, κάθομαι από συνήθεια και τις επαναλαμβάνω. Σαν τότες που ήμουνα μωρό παιδί, δευτεράκι ή τριτάκι, και με έστελνε η μάνα μου στο μπακάλικο, αφού προηγουμένως με έβαζε να παπαγαλίσω όλα τα ψώνια: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές. Με τη βεβαιότητα ότι το ξύλο δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω. Ή που θα μπέρδευα την παραγγελία ή που θα ξεχνιόμουν στην πλατεία να παίζω μπίλιες με τους φίλους μου. Και όταν κλείνω τα μάτια έχω την ίδια πάντα αγωνία: ότι τις πιο δύσκολες ώρες της νύχτας θα βρω τις λέξεις μου να χαρχαλεύουν ξεραμένες μνήμες, να ξεφυλλίζουν ασπρόμαυρα άλμπουμ και να ανασταίνουν αγαπημένα πτώματα, ώστε είτε να μείνουν άπραχτες ξεθυμαίνοντας τον οίστρο τους σε μια ακόμα διαδήλωση ονείρων είτε να με ξυπνήσουν απότομα μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή. Με τα χέρια στο πληκτρολόγιο και τον κέρσορα να σχηματίζει ξανά και ξανά την ίδια φράση: Δυο συσκευασίες ζάχαρη, έξι αυτά, ένα μπέικιν πάουντερ, τρεις βανίλιες και μισό κιλό ελιές («Παραγγελιές», σ. 39-40).

Αδυνατώ να καταλήξω αν είναι η ίδια η ζωή ή η άλλη της πλευρά, αυτή της λογοτεχνίας, που μου πρότειναν πως ό,τι αξίζει απ’ όσα ζούμε ή ό,τι μας έκανε αυτό που είμαστε, δεν φτιάχνει μυθιστόρημα, ούτε καν διηγήματα, αλλά μικρά πεζά, σκόρπια κομμάτια, πυκνά θραύσματα μνήμης. Και πως όλα αυτά από την ίδια τους τη φύση αποζητούν τις ελάχιστες δυνατές λέξεις, εκείνες που έχουν διπλό φορτίο, και του νοήματος και της σιωπής. Αλλά και πάλι, τι απ’ όλα αυτά αφορά έναν αναγνώστη; Σίγουρα όχι η ωραιοποίηση μιας βιωμένης πεντηκονταετίας ή η νοσταλγία για τα αγνά συστατικά ενός ανεπίστροφου παρελθόντος, όπως η φύση, η παιδική ηλικία, οι αγαπημένοι περίγυροι, οι συγγενείς, ομοαίματοι κι εκλεκτικοί, οι έρωτες.

Μπορεί το απόσταγμα να είναι διπλό, ώστε να μείνει εκείνο που αφορά και τον αφηγητή και τον διαλεκτικό του σύντροφο από την άλλη πλευρά της σελίδας; Η ιδιωτική αντωνυμία του Χατζημωυσιάδη, χωρισμένη σε εννιά ενότητες –αντωνυμίες όλων των ειδών, είναι μια ψηφιδωτή λογοτεχνία όπου η κάθε ψηφίδα χωρά έναν ολόκληρο βιωμένο κόσμο, που, ιδωμένος από λίγο μακρύτερα ή πλαγιότερα, είναι και δικός μας. Κι ακόμα παραπέρα, είναι το τοπίο όπου ο έρωτας, η μύηση και ο θάνατος είναι δεν έχουν χρόνο.

Γι’ αυτό και από την μια μας περιμένουν παιδικές άνοιξες που θάλλουν, ασθένειες ευπρόσδεκτες γιατί αύριο δεν έχει σχολείο, βροχές που αναβάλλουν το μάζεμα του καπνού ή του βαμβακιού, σκιάχτρα που φορούν τις παλιές μας φανέλες και ασκούνται στην υπομονή, ύστερες αλλά ποτέ καθυστερημένες συμποσιάσεις με τον πατέρα και οι υποσχέσεις του παππού για την εβδομάδα που δεν έχει Παρασκευή (και που ο εγγονός ακόμα την περιμένει). Κι ύστερα, στην δεύτερη ανάγνωση, αλλάζει το φως και αποκαλύπτει κάτι άλλο, σαν τις ιστορίες του παππού που, ενώ ήταν οι ίδιες. τα διδάγματα κάθε φορά ήταν διαφορετικά, ακόμα και αντίθετα· ή σαν τις ιστορίες με τις νεράιδες και τα φαντάσματα που συνήθιζε να λέει η γιαγιά, οι οποίες τελικά βρίσκουν την δικαίωσή τους στην ίδια την Ιστορία, γιατί κάθε τόπος είναι φορτισμένος με τους τραυματίες του, με ή χωρίς εισαγωγικά.

Μπορεί η λογοτεχνία να αλλάξει το παρελθόν ή πρόκειται για μια τρυφερή άσκηση παρηγοριάς, ένα παιχνίδι που μας έμαθε η ίδια η αφήγηση; Γίνεται οι χειροποίητοι χαρταετοί, με την αλησμόνητη τελετουργία της κατασκευής, να πάψουν να σωριάζονται χάρη στην φαντασιακή επανάληψη των ίδιων κινήσεων και επιτέλους να πετάξουν; Γίνεται να θέσουμε την ερώτηση στην γιαγιά ποιους παππούδες, ποια δεκατετράχρονα κοριτσάκια και ποιες κρυφές ζωές φυλάς μες στις ερμητικές σιωπές σου; Υπάρχουν τρόποι να προληφθεί ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου; Μπορεί η ανάμνηση να αλλάξει την ροή των πραγμάτων όπως στην βουτιά;

Είπαμε, κάθε μαγεία εδώ βγαίνει από την μνήμη και φυλάσσεται στις λέξεις. Αλλά είναι οι ίδιες λέξεις που δεν κρύβουν τίποτα, απροκάλυπτα ειλικρινείς για την πλήρη απομάγευση. «Δυτικά της ιστορίας», το ποταμάκι των παιδικών χρόνων κατεβάζει του κόσμου της ακαθαρσίες, το δε πλατανόδασος αποψιλώνεται χρόνο με τον χρόνο και καταπατάται. «Στη μεθόριο της μεθορίου», εκεί όπου νέος σε ένα χωριό της Μακεδονίας στις αρχές του ’80 στοιχίζεσαι στους κυκλικούς χορούς και στις ενιαίες αντιλήψεις, όποιος είναι διαφορετικός και διαβάζει, απομονώνεται από τις παρέες και σήμερα – πώς είναι άραγε;

Υπάρχουν πολλά κείμενα που προκαλούν διπλή ανάγνωση, όπως Μια παγωμένη άνοιξη, με τους ήρωες των παιδικών χρόνων να φοράνε λουλουδάτα φορέματα και παντελόνια καμπάνα, να ακούνε ξένη μουσική, να συχνάζουν σε γεμάτα αμφιθέατρα και να αντιμετωπίζονται αρνητικά από τους μεγάλους. Τώρα θλιβεροί μεσήλικες τρέχουν στις εκκλησίες και ψάχνουν σε εθνικά συλλαλητήρια τις πιο βολικές κολυμπήθρες. Κάτι λίγοι μόνο άντεξαν, σαν φαντάσματα του παρελθόντος, βουτηγμένοι σε φτηνό αλκοόλ και απέραντη μοναξιά, χάρτινοι και κατανοητοί πια, γιατί «είναι αβάσταχτες εκείνες οι ατέλειωτες Πρωτομαγιές του ’75, σαράντα τόσα χρόνια μετά».

Κι όμως, παρά την απομάγευση οι συνοδοιπόροι του συγγραφέα ενηλικώνονται και γερνούν μαζί του με μια αίσθηση παραμυθίας πως όλα ανήκουν στον κύκλο της ζωής. Όπως, ας πούμε, ο μικρός Ινδιάνος Τσιπιρίπο τέταρτο και πολυτιμότερο μέλος της παρέας του Μικρού Σερίφη · τώρα τελευταία τον φαντάζεται μεσήλικα, να πάσχει από σάκχαρο ή να υποφέρει από αρθριτικά. Αλλά να συνεχίζει κάθε βράδυ να παίρνει το στενό μονοπάτι για το βουνό των Θεών, για μοναχικούς ολονύχτιους χορούς («Ο μικρός μου ήρωας»). Ή ο δικός του κακός λύκος μιας πυκνόφυτης ρεματιάς, πού όταν κάποτε, ενήλικος πια, την κατέβηκε, τον είδε που πέρασε δίπλα του, αναμαλλιασμένος, γεροντιάρης, κυνηγημένος από μια αγέλη. Αργότερα η ρεματιά αφανίστηκε από τους καταπατητές αλλά ο συγγραφέας θέλει να πιστεύει ότι ο λύκος βρίσκεται ακόμα εκεί στο πράσινο λημέρι του· και να τον φαντάζεται ανήμπορο, φαφούτη, στο κρεβάτι, με μια πονηρούλα Κοκκινοσκουφίτσα να του παραστέκεται και να τον παρηγορεί («Αλυχτίσματα»).

Ούτως η άλλως η ίδια η πραγματικότητα είχε την άλλη της πλευρά, αθέατη τότε, σήμερα ηθελημένα παραμερισμένη. Γιατί είναι ωραίο να είσαι στα δεκάξι στον πευκώνα του χωριού για το πρώτο ραντεβού και να ονειρεύεσαι ότι έτσι ακριβώς θα ήθελες να είναι όλη η ζωή σου: ένας καταπράσινος Απρίλιος, με το πρώτο ανοιξιάτικο ψιχάλισμα. Και να αγνοείς τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για το ραδιενεργό νέφος εξαιτίας του προ δυο ημερών ατυχήματος στο Τσέρνομπιλ («Ανθοφορίες»).

Αυτοί είναι και για μένα οι ιδανικοί χαρακτήρες των βιβλίων. Όπως εκείνος που μαθαίνει πως είναι πολύ άρρωστος αλλά δεν τα βάζει με τον εαυτό του ούτε με την τύχη του. Φεύγει από το νοσοκομείο, κλείνεται στο σπίτι και ξαπλώνει. Πόσα λόγια, πόσοι μορφασμοί, πόσες χειρονομίες, πόσα βλέμματα ανασταίνονται σε είκοσι μέρες μέσα; Κάποιες ημιτελείς ζωές τον περίμεναν ανυπόμονα για να τις ζήσει («Πολλές ζωές για να τις ζήσει»).

Κάποτε το διαρκώς αναζητούμενο βαθύτερο νόημα τελικά βρίσκεται στο παρελθόν. Άλλωστε «Οι γιαγιάδες που μας υπήρξαν» που μνημονεύονται από τον αφηγητή δεν είναι οι νεανίζουσες και καλοχτενισμένες αλλά οι μαγκούφες, οι αναμαλλιασμένες κι οι λιγομίλητες, γιατί περιέφεραν στον παιδικό του κόσμο μια υπενθύμιση θανάτου, μια απόδειξη της φθοράς και με αυτό τον τρόπο έθεταν, έστω και εν αγνοία τους, ένα όριο στην ύβρη. Και ζώντας σ’ έναν τόπο όπου νυχτώνει νωρίς, τα καφενεία είναι κλειστά, οι φανοστάτες χαλασμένοι και δεν ακούγονται παρά μακρινά γαβγίσματα σκύλων, ο συγγραφέας σκέφτεται πως ο θάνατος δεν είναι τόσο ένα συμβάν όσο μια εξελισσόμενη κατάσταση, και δεν αφορά μόνο ανθρώπους αλλά και τα σπίτια, τις πλατείες, τον τόπο εντέλει που αγάπησες («Το βοριαδάκι του Γενάρη»).

Κι εμείς συνεχίζουμε να περιδιαβαίνουμε «το ναρκοπέδιο των λέξεων», πάντα ανέτοιμοι για οποιαδήποτε «Προφορική εξέταση» (σε αντίθεση με μια μαθήτρια που ξεπέρασε την διδασκαλία γιατί ήταν μάθημα από μόνη της), αλλά για να μάθουμε ιστορία από την καμπούρα της γιαγιάς που είχε άντρα σκοτωμένο στον εμφύλιο κι γιο εξόριστο στη Λέρο κι όχι απ’ το σχολικό μάθημα όπου έπαιρνε κακό βαθμό ο εγγονός της («Εθνική αγωγή») ή για να προχωρήσουμε πέρα από την λατρεία ενός Θεού και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας («Δήλωση μετανοίας»). Κι ας γίναμε κι εμείς οι ίδιοι του καιρού μας, με πρωινό ξύπνημα με τρία χιλιόμετρα διάδρομο στο υπόγειο του σπιτιού ή μια χαμογελαστή ανάρτηση στο Facebook με εξακόσια τριάντα δυο λάικ και εβδομήντα τρεις καρδούλες ή ένα παράνομο παρκάρισμα μπροστά στο ΑΤΜ της γειτονιάς για μια βιαστική ανάληψη («Χειραψία γνωριμίας»).

Ή για να καταλάβουμε ότι η γραφή είναι έκθεση, αλητεία και ασέλγεια στα αγαπημένα μας πτώματα, τριγύρισμα στους δρόμους με περιφορά του εαυτού. Οριστικός και αόριστος, κτητικός και αναφορικός, προσωπικός και αυτοπαθής,  δεικτικός (και δηκτικός) και ερωτηματικός, ακριβώς όπως οι αντωνυμίες του, ο συγγραφέας καθίσταται αλληλοπαθής με τον καθένα μας, στην κοινότητα της γραφής και της ανάγνωσης όπου ανήκουμε όλοι γιατί οτιδήποτε ατομικό εδώ αφορά κάθε συλλογικό αλλού.

Κι αν η λογοτεχνία μερικές φορές μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν έχει αξία, όλη αυτή η σπατάλη, η ματαιοδοξία κι ο αυτισμός του εγώ, έρχεται με τις δικές του Κροστάνδες ο Χατζημωυσιάδης να μας πει ότι λογοτεχνία είναι εκείνη που επιχειρεί ασταμάτητα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων απ’ τους επαναστάτες που τα έχουν ήδη καταλάβει. Υπάρχει και μια ακόμα ένδειξη, που για άλλη μια φορά είχε μαρτυρήσει το παρελθόν αλλά δεν της δώσαμε σημασία. Με αφορμή μια αναδρομή στο παιδικό ημερολόγιο, ο συγγραφέας στέκεται σε μια συχνή καταγραφή: «Σήμερα τίποτα». Πιο παλιά θα το σκεφτόταν αλλιώς αλλά τώρα γνωρίζει πως η διατύπωση αυτή είναι ό,τι πιο σοφό έχει γράψει. Στο κάτω κάτω, αν γράφει τώρα, λέει, είναι κυρίως για να δώσει σ’ αυτό το τίποτα την ψευδαίσθηση του κάτι.

Αν για κάτι λατρεύω τη γραφή, είναι που μπορεί να αίρεται πάνω από την πραγματικότητα. Τις προάλλες φερειπείν κάτι γριές μαγκούφες με φαρδιές ρόμπες, μουστάκια και τρέμουλο στα χέρια εμφανίστηκαν απρόσκλητες στην οθόνη του μυαλού μου και ως δια μαγείας μεταμορφώθηκαν αμέσως σε αθώα κοριτσόπουλα που κάναν πιτζάμα πάρτι στον υπολογιστή μου. Στεκόμουν εγώ αντίκρυ τους σαν χάνος και κοιτούσα. Ξανά με εμπαίζουν οι λέξεις, είπα. Ως δια μαγείας», σ. 168-169).

Εκδ. Κίχλη, 2018, 176 σελ. Δυο κείμενα έχουν δημοσιευτεί σε δυο συλλογικά βιβλία και τα υπόλοιπα σε μια πρώτη μορφή στην ιστοσελίδα artinews.gr.

Στις εικόνες: Βεβιασμένη φωτογραφία του νεότατου συγγραφέα ενόψει πιθανού θανάτου. Φαίνεται πως πείσμωσε κι έζησε. Αποτελεί το έναυσμα για το πρώτο κείμενο της συλλογής / Π.Χ. ετών 17 / Έργο του Βασίλη Σολιδάκη / Φωτογραφία της Elisabeth Carecchio από προφανή θεατρική παράσταση / Έργο του Bernard Locca / Χορτιάτης 1944 / Π.Χ. ετών μεταγενέστερων.

Ο συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Advertisements
14
Νοέ.
18

Ξανθή Μαντέλα – O άσπρος σκύλος με τα πολλά ονόματα. Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη

Αμοιβαίοι θετοί σύντροφοι

Τα αδέσποτα ζώα διασταυρώθηκαν πολλές φορές με την ζωή μου. Άλλοτε μοιραστήκαμε μικρές οδύσσειες για να σωθούν από κάποιο σκληρό περιβάλλον και να βρουν την στέγη που τους αξίζει κι άλλοτε και κυρίως όταν πήρα την απόφαση να συμβιώσουμε ως ισότιμοι ένοικοι μιας κοινής καθημερινότητας. Πρώτα είχα την γάτα Μάη που σώθηκε τελευταία στιγμή από τα χέρια ενός αχαρακτήριστου δίποδου (την άρπαξε στο τσακ ο Γιάννης Αγγελάκας στο Berlin) και βαφτίστηκε έτσι χάρη σ’ έναν ωραίο Θεσσαλονίκειο Μάιο, και λίγα χρόνια μετά τον γάτο Μαρσέλο, που του έδωσα το όνομά ενός εξαίρετου χαρακτήρα από το βιβλίο Σκηνές από την ζωή των μποέμ του Ερρίκου Μυρζέ. Εδώ και δώδεκα χρόνια ήρθε η σκυλίτσα Πέτρα για να συντροφιαστούμε για τα καλά.

Αλλά τι είναι το ζωάκι του καθενός μας μπροστά στην αχανή κοινωνία των αδέσποτων που αναζητούν τα ελάχιστα; Και μόνο η ιδέα με φορτίζει ιδιαίτερα και, όπως συνηθίζουμε να κάνουμε σε κάθε άβολη σκέψη, την παραχώνω σε κάποιο ράφι εντός.  Και πάλι, κάποια πλάσματα επιμένουν να φωλιάζουν στην πρώτη σειρά του, κι αυτά είναι όσα συνάντησα στα παζάρια των φιλοζωικών οργανώσεων όπου προτείνεται η υιοθεσία ενός ζώου αντί για την αγορά του. Κι είναι ακριβώς εκείνα που δεν βρίσκουν τον θετό τους σύντροφο, επειδή είναι μεγαλύτερα στην ηλικία ή στο μέγεθος από κάποια άλλα ή ταλαιπωρημένα ή απλά δεν επιλέχτηκαν.

Πώς αισθάνονται αυτά τα ζώα που περιμένουν να τα διαλέξει ένας περαστικός; Του μιλάνε με το βλέμμα; Κι όταν τελειώσει το παζάρι, επιστρέφουν στα κοινόβια των φιλοζωικών περισσότερο απογοητευμένα; Διαισθάνονται κάποια απόρριψη; Οι σχετικοί επιστήμονες έχουν πολλά να πουν, αλλά ποιος διαβάζει τις εξειδικευμένες τους μελέτες; Για άλλη μια φορά έρχεται η λογοτεχνία, ακόμα και στη μορφή μιας μικρής «παιδικής» ιστορίας, για να μας φωτίσει τα συναισθήματα ενός άλλου πλάσματος. Δεν έχουμε καλύτερο τρόπο.

Και τι ωραία και πόσο επιτέλους που το ορθάνοιχτο αυτό θέμα βρίσκει την ευαίσθητη γραφή και εικονογράφηση που του ταιριάζει, σ’ ένα βιβλίο που μπορεί να φωτίσει την σκέψη των μικρών μικρών ανθρώπων. Ο τρόπος που διαλέγει η συγγραφέας είναι κατά κάποιο τρόπο μια μυθοπλαστική ενσυναίσθηση, καθώς παραχωρεί την αφήγηση στον ίδιο το σκύλο να μας διηγηθεί την δική του προσωπική ιστορία που συμπυκνώνει όλα τα παραπάνω και να αναρωτιέται σε ακόμα μια εκδήλωση αν σήμερα θα είναι η τυχερή του μέρα, να βλέπει πως δεν τον προτιμάνε, να φτάνει στο σημείο να προτιμά τελικά την σίγουρη επιστροφή στη φάρμα της φιλοζωικής, παρά να βρεθεί προσωρινά σ’ ένα σπίτι με εξίσου προσωρινό όνομα. Γιατί υπάρχουν κι εκείνοι που παίρνουν ζωάκια για όσο χρόνο θεωρούν ότι αποτελούν «χρήσιμα παιχνίδια» για τα παιδιά τους, κι όταν τα βαρεθούν τα εγκαταλείπουν, ξεχνώντας και το όνομά τους, μέχρι να βρεθεί, αν είναι «τυχερά», να τα πάρει κάποιος άλλος και να τους δώσει νέο όνομα. Κι έτσι το όνομα, η μικρή λέξη που αποτελεί και μια πρώτη κοινωνική ταυτότητα για το ζώο, αλλάζει συνεχώς.

Το βιβλίο έχει την ιδανική εικονογράφηση, από μια ούτως η άλλως προικισμένη εικονογράφο. Βουτηγμένη σε ανοιχτόχρωμο γαλάζιο και πράσινο φόντο, δεν παραπέμπει στη μελαγχολία αλλά σ’ έναν ήρεμο παλ φωτισμό που δεν μπορεί παρά να αισιοδοξεί.  Χάρη στο μεγάλο μέγεθος των σελίδων μπαίνουμε ολόκληροι στην ιστορία και την ζούμε κάθε φορά, μέχρι το ευπρόσδεκτο αλλά και απροσδόκητο τέλος και τις χρήσιμες συμβουλές για όποιο παιδί αποφασίσει να γίνει αμοιβαίος θετός σύντροφος μ’ ένα μη ανθρώπινο πλάσμα.

Και φυσικά, όπως πάντα συμβαίνει με την ανάλογη λογοτεχνία, αναζητώ κι εγώ, όχι κάποιες απαντήσεις, αλλά μερικά ενδεχόμενα, κι ας μένουν πάντα ανοιχτά. Υπάρχει περίπτωση αντί να διάλεξα εγώ τα ζώα μου να με διάλεξαν εκείνα; Δεν θα ήταν δικαιότερο να μπορούν εκείνα να το κάνουν; Εδώ πάντως ο σκυλάκος εκφράζει ανάλογη σκέψη – και την ζωγραφίζει. Είναι ίσως η εικόνα που αξίζει να δουν όλοι.

Υιοθέτησα και υιοθετήθηκα κι εγώ κάποτε από έναν άσπρο αδέσποτο σκύλο. Με περίμενε πάντα ακίνητος, στην πράσινη νησίδα στο μέσον της Φωκίωνος Νέγρη. Δεν θυμάμαι πόσες φορές κάθισα πάνω του, ακίνητος ιππέας με την βεβαιότητα πως δεν γίνομαι βάρος στο λείο του κορμί· θυμάμαι όμως καλά την λευκότητα και την δροσιά του μαρμάρου, την αναζήτηση μιας ζωντάνιας στο ακίνητο πρόσωπο, τις ερωτήσεις που έκανα στο αγέρωχο, ελαφρώς υψωμένο του πρόσωπο, την ασφαλή αλλά και ζηλευτή θέση του στο μέσο των περιπάτων. Πηγαίνω μέχρι σήμερα αραιά και που να τον δω, και συνεχίζει να μου δίνει τα δώρα του, κυρίως την ατόφια ανάμνηση του παππού μου που με πήγαινε ως εκεί. Και βλέποντας μικρά παιδιά να σκαρφαλώνουν και να τον χαίρονται, αναρωτιέμαι πόσες αμοιβαίες συντροφιές να χαίρεται αυτά τα τελευταία σαράντα χρόνια.

Εκδόσεις Κόκκινη Κλωστή Δεμένη, 2018, σελ. 32, εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη, γυαλιστερό χαρτί, μέγεθος 21Χ29.

Ηλικίες: 5+

Στις εικόνες: Μαύρος κούταβος με λευκή ψυχή, βρέθηκε στο Λουτράκι έκθετος σε δίποδους κινδύνους και βρήκε το σπίτι που του αξίζει / Η Πέτρα αυτοπροσώπως / Η θέση που τους αξίζει / Υποψήφιοι σύντροφοι / Ο σκύλος της Φωκίωνος Νέγρη, ο πρώτος μου τετράποδος σύντροφος

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

09
Νοέ.
18

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου – Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017

Κανονικά και μόνο η κυκλοφορία ενός τόμου με το συγκεκριμένο θέμα και αυτή την υπογραφή θα αρκούσε για να μιλάμε όχι μόνο για μια πολύτιμη, και μάλλον αναπάντεχη έκδοση αλλά και για ένα σπάνιο έργο που αποτελεί ταυτόχρονα ιστορία, γραμματολογία, κριτική και ερμηνεία της αχανούς εγχώριας πεζογραφικής παραγωγής των τελευταίων σαράντα πέντε χρόνων, και όχι μόνο, εφόσον ο διάλογος με τα προγενέστερα έργα των ίδιων συγγραφέων είναι συνεχής. Αξίζει όμως να γράψουμε ελάχιστα λόγια πέρα από την αυτονόητη αξία του ενιακοσασέλιδου βιβλίου.

Για εμάς που τον διαβάζουμε εδώ και δεκαετίες, ο κριτικός λόγος Χατζηβασιλείου, εκτός των δεδομένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε άξιο κριτικό λόγο, έχει τρία πρόσθετα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από πλείστους ομότεχνους: είναι εύληπτος και προσιτός στην (ωραία) ανάγνωση, δεν απαξιοί να αναφερθεί με σαφήνεια στην πλοκή κάθε βιβλίου και, τέλος, μπορεί να εστιάσει τον μεγεθυντικό φακό του στο έργο και την ίδια στιγμή να αποστασιοποιηθεί ώστε να το δει με τηλεσκόπιο, ως μέρος ενός γενικότερου κοινωνικού και λογοτεχνικού όλου. Αυτά τα στοιχεία απογειώνουν το βιβλίο του, που όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, μπορεί να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί από τον ειδικότερο των ειδικών ως τον πλέον αδαή, με την ίδια απόλαυση.

Σε κάθε κεφάλαιο ο συγγραφέας προτάσσει, όπου κρίνει ότι χρειάζεται, απαραίτητα εισαγωγικά δοκίμια, ενώ στο τέλος ανακεφαλαιώνει σε ανάλογο κείμενο τα συμπεράσματά του. Όσον αφορά τα θεωρητικά του εργαλεία, φροντίζει να συμπυκνώσει σε λίγες σελίδες ή παραγράφους τα βασικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας εκτενέστατη βιβλιογραφία, την οποία, παρεμπιπτόντως, συμπεριλαμβάνει μόνο στις εκάστοτε υποσημειώσεις και όχι σε ειδικό παράρτημα στο τέλος, όπως πιθανώς θα επέλεγαν άλλοι περισσότερο της επίδειξης. Εννοείται πως η μοιρασιά θεματολογίας και μορφής των αναφερόμενων έργων είναι ακριβοδίκαιη, ενώ τα κείμενά του χρωματίζονται από την προσωπική του άποψη.

Η παρακάτω ταχύτατη διέλευση δεν είναι παρά μια ενδεικτική, κλεφτή ματιά σ’ έναν τεράστιο χάρτη μυθοπλασίας. Οι φράσεις με πλάγια γράμματα είναι ακριβώς οι χρησιμότατοι και πρωτότυποι τίτλοι που προτάσσει ο συγγραφέας στα κεφάλαια, τα υποκεφάλαια και τις ειδικότερες ενότητες. Ας σημειωθεί πως αναφέρω ελάχιστους από τους εκατοντάδες περιλαμβανόμενους συγγραφείς και περιορίζομαι μόνο σε θέματα θεματολογίας. Εννοείται, τέλος, πως κάθε αναφορά στους συγγραφείς αφορά συνήθως συγκεκριμένα έργα, που εδώ παραλείπονται· έτσι ο κάθε συγγραφέας μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικά κεφάλαια ανάλογα με το μυθιστόρημα ή την συλλογή διηγημάτων του.

Το πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Το δημόσιο βάρος μιας εποχής κοιτάζει κατευθείαν μέσα στο καμίνι της πολιτικής και της Ιστορίας. Η πολιτική ως κενό νοήματος εκφράζεται με το πολύτροπο και πολυκύμαντο Κιβώτιο (1974) του Άρη Αλεξάνδρου, που παραμένει μέχρι σήμερα ένα βιβλίο – σταθμός· η πολιτική ως λογοτεχνικό βαρίδι κυριαρχεί στην Χαμένη άνοιξη (1976) του Στρατή Τσίρκα, ενώ στο Διπλό βιβλίο (1976) του Δημήτρη Χατζή ό, τι ετοιμαζόταν να γεννηθεί και να ανθήσει στο Τέλος της μικρής μας πόλης τώρα έχει ακινητοποιηθεί και λιμνάσει. Οι ήρωες δεν περιμένουν πια να αλλάξουν και να μεταμορφωθούν· το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να αποδεχτούν την κοινή τους μοίρα και την συντριβή από ένα υπερσύστημα που αλέθει τα πάντα, από τις συνειδήσεις και τα όνειρα μέχρι τους φίλους και τους εχθρούς. Η πολιτική ως ηθικός αναστοχασμός χαρακτηρίζει το έργο του Σπύρου Πλασκοβίτη· στο μυθιστόρημά του Η πόλη (1979) το συλλογικό είναι αδύνατο να αποσπαστεί από το ατομικό αλλά και το ατομικό συναντά αναπόφευκτα, κάτω από τις πιο διαφορετικές περιστάσεις το συλλογικό.

Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς εμφανίζεται με το ωριμότερο μέχρι τότε βιβλίο του, Αντιποίησις αρχής (1979), με έναν απόλυτα αρνητικό λογοτεχνικό ήρωα, ενώ η Φανταστική περιπέτεια (1985) βάζει στην άκρη τους ματωμένους ογκόλιθους του ιστορικού και πολιτικού παρελθόντος πλησιάζοντας την καθημερινότητα και το παρόν της Μεταπολίτευσης, όπου κι εκεί γρήγορα τα πάντα καταρρέουν. Εδώ ο ήρωας αδυνατεί να δει ότι η επερχόμενη καταστροφή έχει πολύ συγκεκριμένες και χειροπιαστές αιτίες και δεν προέκυψε από το πουθενά· η καταστροφή του δεν είναι μια κατ’ ιδίαν διάλυση αλλά μια απείρως σκοτεινή απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας.

Στο σημαδιακό βιβλίο του Αντρέα Φραγκιά Το πλήθος (1985, 1986) σ’ έναν αδιευκρίνιστο ως προς την οποιαδήποτε λεπτομέρεια χωροχρόνο δεν υπάρχουν πρωταγωνιστές αλλά επιμέρους σύνολα, ένας διασκορπισμένος και ταυτόχρονα περιχαρακωμένος πληθυσμός. Κανείς μέσα στην πολιτεία του Πλήθους δεν μετράει ως μονάδα. Το άτομο συντρίβεται εκ των προτέρων μπροστά σε μια εξουσία που έχει ως στόχο την καταστροφή οποιασδήποτε πνευματικής ή υλικής οντότητας που ξεχωρίζει. Η πολιτική ως άκρατη και απροκάλυπτη βία αποτελεί απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του Νίκου Κάσδαγλη, όπου αναδεικνύεται η πολιτική και κοινωνική παθολογία τόσο του παρόντος όσο και του παρελθόντος και η κατάδειξη των αόρατων μηχανισμών της εξουσίας και της ακαριαίας δράσης τους. Οι πεζογράφοι του μυθιστορήματος της πολιτικής εξορίας (Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Άλκη Ζέη, Μιμίκα Κρανάκη) συνδέουν αξεχώριστα τον ξεριζωμό και την εσωτερική τους αποξένωση.

Στο κεφάλαιο Η Ιστορία ως απουσία και ο παραλογισμός της ύπαρξης κυριαρχούν δυο γλωσσικά παλίμψηστοι συγγραφείς: ο Αριστοτέλης Νικολαΐδης και ο Παντελής Καλλιότσος. Στον πρώτο, ο έρωτας, το κατεξοχήν προσωπικό καταφύγιο, μεταβάλλεται γρήγορα σε ένα νεκρωμένο πάθος, που απλώς επιτείνει την αίσθηση της ανυπαρξίας. Οι διαστροφικοί δεσμοί του έρωτα με την Ιστορία που κυριαρχούν στην Κίτρινη ώρα (1980) αγγίζουν το κορυφαίο τους σημείο στον Ιερό μαστό (1987) ενώ στην Δεκεμβριανή νύχτα του δεύτερου (1979) η Ιστορία συμβολίζει μια ευθύς εξαρχής χαμένη επανάσταση. Υπάρχουν άλλες Γέφυρες και έξοδοι; Ο Τηλέμαχος Αλαβέρας δίνει την απόλυτη προτεραιότητα στον έρωτα, το μοναδικό αντίδοτο για τον θάνατο, ενώ η Τατιάνα Γκρίτση Μιλλιέξ εστιάζει στον δύσκολο και μοναχικό δρόμο της γυναίκας προς την δική της ελευθερία.

Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι που παίζουν σχεδόν μόνοι στην την περιοχή της τέχνης τους, για να παραφράσω ελαφρά τον τίτλο μια άλλης υποενότητας. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, για παράδειγμα, μέσα από την γλωσσική φαντασμαγορία του απομυθοποιεί οποιαδήποτε ιδεολογία – κοινωνική, πολιτική, ηθική και κυρίως αισθητική – σε ένα πεδίο που μένει μακριά από τα φώτα της πολιτικής και της Ιστορίας. Ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς διαγράφει την τροχιά του έξω από τον ιστορικό χρόνο ή, καλύτερα, έξω από οιονδήποτε χρόνο, ενώ ο Αλέξανδρος Σχινάς φροντίζει να υπενθυμίζει πως έξω από την σκακιέρα δεν υφίσταται κανένας κόσμος.

Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά την μεσολάβηση της μνήμης. Αρκετοί από τους διαδόχους των πρώτων μεταπολεμικών εξακολουθούν να κινούνται στο πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, με τη διαφορά ότι η Ιστορία παίρνει τώρα μια εντελώς διαφορετική μορφή και ενεργεί ως ένα εντελώς διαφορετικό είδος πηγής για την δουλειά τους. Οι εν λόγω συγγραφείς φροντίζουν να προβάλουν το αναμνηστικό τους υλικό σ’ ένα καυτό παρόν ενώ παρατηρείται και η πορεία προς την ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου. Η στρατηγική των ίσων αποστάσεων αφορά κυρίως τον Θανάση Βαλτινό στο έργο του οποίου η μνήμη χωρίζεται σε προσωπική και σε επινοημένη, ενώ τα θαμπά αποτυπώματα ανήκουν στον Χριστόφορο Μηλιώνη, που κρατά τις αποστάσεις του μένοντας πιο μακριά από την ιστορική πραγματικότητα.

Η πεζογραφία του Τόλη Καζαντζή κινείται από την ευφορία του παρελθόντος στον σαρκασμό του παρόντος, καθώς η μνήμη αποβάλλει κάθε ενήλικο βάρος και σταθεροποιείται στο παιδικό βλέμμα. Μαζί με το πέρασμα στη νιότη και στην ενήλικη ζωή επέρχεται και η ενηλικίωση της μνήμης, όχι για να ξαναζήσει τις συγκινήσεις αλλά για να έχει ένα σταθερό και έγκυρο μέτρο σύγκρισης των πραγμάτων. Στην περίπτωση του Βασίλη Βασιλικού ο εαυτός ρίχνει στο συλλογικό τη σκιά του με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο, ενώ στα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου και του Όμηρου Πέλλα κυριαρχεί ο εγωτικός εαυτός ως πολιτική μαρτυρία.

Η ελευθερία του ατόμου κυρίως με την έννοια της απομάκρυνσης από την θηλιά της πολιτικής και της Ιστορίας αποτελεί το αντικείμενο του τρίτου κεφαλαίου. Πρόκειται για την επίκληση της αυτοβιογραφικής μνήμης ή την μετατόπιση του βλέμματος προς μια καθημερινότητα όπου το άτομο έχει τη δυνατότητα να υποβάλει τη συμβίωσή του σε έναν διπλό έλεγχο ευθυνών. Ο πόθος για ατομική απελευθέρωση του κοινωνικού περίγυρου χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου του Μένη Κουμανταρέα και του Πέτρου Αμπατζόγλου. Στο αφηγηματικό σύμπαν του Γιώργου Ιωάννου (όπου εστιάζει κυρίως η ενότητα Ένταση και περιορισμοί της υποκειμενικότητας) το ατομικό δημιουργεί από την πρώτη στιγμή τους όρους για την οικοδόμηση μιας άκρατης υποκειμενικότητας που όχι μόνο θεωρεί πλέον αυτονόητη την ελευθερία της αλλά και αγωνίζεται να την βιώσει με όσους όρους διαθέτει ενάντια σε κάθε συλλογικό ντετερμινισμό. Ωστόσο, το ακέραιο της ατομικής υπόστασης μένει εκκρεμές σε έναν κόσμο όπου το άτομο δεν μπορεί να κερδίσει μια επιτέλους ισορροπημένη ταυτότητα.

Το καθημερινό τοπίο χαρακτηρίζει το έργο του Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλου ενώ ακόμα πιο πέρα ο Περικλής Σφυρίδης διοργανώνει ένα σύμπαν καθημερινών αυτοβιογραφικών συμβάντων με την πολιτική και την Ιστορία να έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το πεδίο του. Συμπληρωματικές εδώ είναι οι τροχιές των Κώστα Ταχτσή, Κώστα Λαχά, Κωστούλας Μητροπούλου και Νανάς Ησαΐα. Ένας ορκισμένος του μοντερνισμού πραγματοποιεί άλλου είδους καλλιτεχνική διαφυγή: η γραφή του Γιώργου Χειμωνά απελευθερώνει από την μία πλευρά το υποκείμενο από το συλλογικό του περιβάλλον τονίζοντας την αναντικατάστατη προτεραιότητα του ατόμου, ενώ από την άλλη σημαίνει τον ενταφιασμό της λογικής συγκρότησής του.

Στο τέταρτο κεφάλαιο οι μεταπολιτευτικοί πεζογράφοι αποχαιρετούν την πολιτική και την Ιστορία και βρίσκονται αντιμέτωποι με το δράμα της δημόσιας πτώσης. Οι νέοι πεζογράφοι στρέφουν την προσοχή τους στο Πολυτεχνείο, στις μνήμες της Κατοχής και του Εμφυλίου και στο νεόκοπο φαινόμενο της τρομοκρατίας αλλά από την άλλη πλευρά κατευθύνονται προς τα κράσπεδα της πολιτικής και της Ιστορίας είτε για να εξισώσουν το ατομικό με το συλλογικό είτε για να μεγεθύνει την παράμετρο του εγώ, είτε, τέλος, για να καταφύγουν σε μια συμβολική σύλληψη του υπερατομικού. Η ταλάντευση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό εκφράζεται από την Μάρω Δούκα, η αρνητική υπογράμμιση του ατομικού από τον Αλέξη Πανσέληνο, η εκτρωματική του εκδοχή από τον Δημήτρη Νόλλα, ο δρόμος της παραβολής και του συμβολικού από τον Γιώργη Γιατροανωλάκη και η αναζήτηση των εκφραστικών του ορίων από τον Δημήτρη Δημητριάδη. Στο έργο του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή εμφανής είναι η έκπτωση των ιστορικών μεγεθών και ο ρόλος της ανώνυμης καθημερινότητας, ενώ η ίδια αυτή καθημερινότητα για τον Μήτσο Κασόλα έχει ένα επίμονα φαρσικό στοιχείο που μπορεί να εξελιχθεί σε τραγέλαφο.

Ολόκληρο το πέμπτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην επέλαση της παρωδίας. Οι πεζογράφοι που την υιοθετούν έχουν προ οφθαλμών μια ζωντανή και άμεση, εντελώς καθημερινή πραγματικότητα. Ο κόσμος της παρωδίας δεν προσδοκά την διόρθωση της σάτιρας και δεν έχει τίποτε να ελπίζει από την εκτόνωση της κωμωδίας. Πρόκειται για έναν κόσμο που θέλει να αγνοήσει το μέλλον και να προκαλέσει μόνο το παρόν μέσα από τη διακωμώδηση και την ανοχή των πάντων. Η πολιτική και η Ιστορία, ο αγώνας υπέρ του ατόμου αλλά και η πτώση του από το δημόσιο βάθρο αποσύρονται από την περιοχή φιλοτεχνώντας ένα θεαματικά σβησμένο παρελθόν.

Σε αυτή την σκόρπια ζωή της αποπροσωποποίησης και της ιδιώτευσης οι ήρωες του Χρήστου Βακαλόπουλου διακηρύσσουν την απόδραση από την σφαίρα της πολιτικής και της ιδεολογίας, και σε αντίστιξη με το ανυποψίαστο και τη μακαριότητα της παιδικής ηλικίας επιδιώκουν να ελαφρώσουν τα πράγματα. Ο Σάκης Σερέφας κινείται ανάμεσα σε μια υπερεξατομικευμένη και ολοφάνερα διαταραγμένη καθημερινότητα και στο χάος μιας φαντασίας με πλήρη άρνηση αναγνώρισης του πραγματικού. Όταν οι δαίμονες είναι ακόμα πιο ιδιωτικοί, οι τόνοι αναβαίνουν. Ο Λένος Χρηστίδης επιδίδεται σε μια λεξιλαγνική παραμόρφωση της σύγχρονης πραγματικότητας με πληθώρα φραστικών και εικονοποιητικών ευρημάτων.

Ο δραματικός κυνισμός και η μετεξέλιξη της γελοιογραφίας σε τερατόμορφη εξαχρειωμένη καρικατούρα ξεπηδούν ως αναπόφευκτες προτεραιότητες. Το εγώ προβάλλει ως η μοναδική ζωτική περιοχή και η οποιαδήποτε ανθρωπολογία καταλήγει στο ξήλωμα της ανθρωπιάς και περνά στην ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση. Το άδειο κέλυφος και οι τεχνικές μετατόπισης ή απώθησης του δράματος αναφέρονται στους πεζογράφους που δεν καταπίνουν ή καταναλώνουν το δράμα αλλά το υπομένουν δια του εξορκισμού του. Ο Αντώνης Σουρούνης χρησιμοποιεί την ειρωνεία, οι Βασίλης Τσιαμπούσης, Νίκος Βασιλειάδης και Χρήστος Χαρτοματσίδης το χιούμορ.

Το έκτο και εκτενέστερο κεφάλαιο έχει τον εύγλωττο τίτλο Καθημερινές και αλληγορικές κοινωνίες. Στο κάστρο του εγώ και της οικογένειας η ατομικότητα συνορεύει με τον άκρατο ατομικισμό και το συλλογικό παραμένει σε αβυσσαλέα απόσταση από τη μυθοπλαστική δράση. Η Κασσάνδρα της Μαργαρίτας Καραπάνου είναι ένα εξωφρενικά διογκωμένο εγώ προσπαθεί να αποσαφηνίσει την ταυτότητα του, ενώ στην Μαρία Μήτσορα το κατακερματισμένο εγώ προβάλλεται σε μια εξίσου ασταθή αλλά και ευπαθή πραγματικότητα. Οι ήρωες του Διαμαντή Αξιώτη παραδίδονται στα πάθη και την αυτοκαταστροφή στην οποία μπορεί να οδηγήσει το σεξουαλικό ένστικτο, ενώ εκείνοι της Ιωάννας Καρυστιάνη, παρά τις αποστάσεις από το κλίμα του άγριου ατομικισμού, δεν ξεφεύγουν από τα όρια ενός εσωστρεφούς, σχεδόν περίκλειστου ατομικού κόσμου. Το κακό φωλιάζει στην διηγηματογραφία της Μαρίας Κουγιουμτζή κουρελιάζοντας την ζωή των ηρώων της και οδηγώντας τον στενόχωρο κόσμο τους στα όριά του.

Εντός κι εκτός των τειχών, το εγώ και η οικογένεια μπορούν να κρατούν την εσωστρεφή συμπεριφορά τους, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα σ’ έναν κόσμο που κοιτάζει προς το εξωτερικό περίβολο, φτάνοντας μέχρι την προοδευτική προσέγγιση και υποδοχή του Άλλου. Η κοινωνική καθημερινότητα κυριαρχεί στα γραπτά του Δημήτρη Πετσετίδη όπου η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό κινείται πάνω σε ένα πολύ λεπτό νήμα, ενώ τα μελαγχολικά και συχνά ευτράπελα πλην πάντοτε σκιώδη ανθρώπινα κάδρα μοιάζουν να προκύπτουν από την καρδιά της κοινωνίας και της εποχής τους χωρίς υπερσυγκινησιακές διογκώσεις.

Στην πρόζα του Τάσου Καλούτσα κάτω από την ήρεμη αδιατάρακτη επιφάνεια της οικογενειακής ζωής κινείται πάντα κάτι δυσοίωνο, έτοιμο να διαρρήξει την τάξη των πραγμάτων. Η καθημερινότητα γίνεται κοινωνικοπολιτική στο Άκυρο αύριο του Κοσμά Ι. Χαρπαντίδη όπου, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, τα συλλογικά πάθη του παρελθόντος μεταγγίζονται σχεδόν ακέραια στο παρόν, αποδεσμεύοντας τα ίδια ποσοστά πολιτικής βίας και κοινωνικού διαχωρισμού. Άλλοτε ο στόχος των ακροδεξιών ήταν οι κομμουνιστές, σήμερα είναι οι μετανάστες. Η μόλυνση της φυλής και του έθους εκπροσωπεί πάντοτε τον μείζονα κίνδυνο.

Στις υπερβάσεις της αλληγορίας μια πρώτη μεγάλη επικράτεια αφορά το παραμυθητικό, το ονειρικό και το καθημερινό ως όψεις του φανταστικού. Οι ήρωες του Νίκου Χουλιαρά ασφυκτιούν μέσα στην καθημερινότητά τους, δίνοντας έναν επίμονο αγώνα για την παράκαμψη και την αποφυγή της, μένοντας μετέωροι μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, φροντίζοντας να κρυφτούν πίσω από τη σαγήνη του παραμυθιού ή τρέχοντας να αρπαχτούν από το όνειρό τους. Ο συγγραφέας πάντως δείχνει εμμέσως πλην σαφώς πως το παραμύθι και το όνειρο μπορεί να ευαγγελίζονται την κατάργηση κάθε περιοριστικής σύμβασης αλλά δεν είναι σε θέση να διασφαλίσουν την απολύτρωση ούτε να εγγυηθούν τα φρόνημα της ελευθερίας. Ένας ανάλογος μαγικός ρεαλισμός διατρέχει και την πεζογραφία της Ζυράννας Ζατέλη όπου το αντιθετικό δίδυμο του έρωτα και του θανάτου συνυπάρχει μ’ έναν θησαυρό αφανών λεπτομερειών της καθημερινότητας.

Ο διηγηματογράφος Γιώργος Σκαμπαρδώνης μυθοποιεί το περιστασιακό και το τετριμμένο ενώ οι ήρωές του κυνηγούν απεγνωσμένα την ίδια χίμαιρα: την αθωότητα του παιχνιδιού και την λυτρωτική αγαθοσύνη των παιδικών χρόνων, σε μια επινόηση μεταφορικών προσώπων που θέλουν να απαγκιστρωθούν από τη μέγγενη της καθημερινής κατάθλιψης. Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης εστιάζει στον δισυπόστατο και ρευστό χαρακτήρα της σεξουαλικής και της ερωτικής ταυτότητας, ενώ ομόλογη είναι και η προβληματική του για τα πορώδη σύνορα ανάμεσα στους διακριτούς ρόλους που επιβάλλουν οι κοινωνικά και ηθικά οριοθετημένες διαφορές το φύλου.

Οι Έλληνες συγγραφείς του φανταστικού δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα αυτοτελές εγχώριο είδος, συνενώνοντας τις επιρροές τους μόνο κατά το σκέλος του μαγικού ρεαλισμού. Δεν ισχύει το ίδιο και για τους μυθιστοριογράφους της μελλοντολογίας, της δυστοπίας και της επιστημονικής φαντασίας, όπως ο Τριαντάφυλλος Πίττας, ο Μάκης Πανώριος, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος και η Ιωάννα Μπουραζοπούλου. Οι ετεροτοπίες, από την άλλη πλευρά, οι οποίες δεν αναφέρονται σε ένα φανταστικό μέλλον, όπως η ουτοπία και η δυστοπία, αλλά στο παρόν, έχουν την δικό τους αντικατοπτρισμό στην σύγχρονη πεζογραφία. Με τα πεζά του Αριστείδη Αντονά βρισκόμαστε στην λογοτεχνία της ηθικοπολιτικής ετεροτοπίας η οποία διοργανώνει τους χώρους της επί τη βάσει μιας σειρά σημείων που παραπέμπουν σε ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι ο χώρος, ένας τυραννικός και εν πολλοίς ακατανόητος χώρος ενώ τα πρόσωπα που κινούνται σε αυτόν είναι καταδικασμένα στο φάσμα της ανωνυμίας.

Το έβδομο κεφάλαιο αφιερώνεται στο αστυνομικό μυθιστόρημα και το όγδοο στην ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος και τη στροφή προς μια καινούργια συλλογικότητα. Εδώ εξετάζονται η ριζική μεταμόρφωση ενός δοκιμασμένου είδους και οι νέες εκδοχές του. Μεταξύ των ειδικότερων κατηγοριοποιήσεων αξίζει να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Διαμαντή Αξιώτη Το ελάχιστον της ζωής του, καθώς, εκείνο που καθορίζει τα γεγονότα είτε της συλλογικής είτε της ατομικής ζωής δεν είναι ο διαχωρισμός των φυλετικών και θρησκευτικών ιδιοτήτων αλλά η μείξη αυτών.

Γενικότερα, είτε πρόκειται για τον ιστορικό Άλλο και το τέλος των εθνικών ανατάσεων είτε για την εισβολή του καθημερινού στη θαμμένη Ιστορία, διαπιστώνεται πως η μυθιστορηματική καθημερινότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον δρόμο που ακολούθησε η Ιστορία. Η Ιστορία αποτελεί τη μήτρα και την τροφό της καθημερινότητας. Στην πεζογραφία του Τάσου Χατζητάτση η συλλογική εμπειρία αποκτά τη μορφή θραυσμάτων που αιωρούνται γύρω και πάνω από τα κεφάλια των ηρώων, για να δώσουν πρωτίστως την ατομική της διάσταση.

Στην πρόζα του Νίκου Μπακόλα κυριαρχεί η ιστορική μεταμυθοπλασία. Η εποχή και το κλίμα της αποτυπώνονται σε συνειδήσεις που κατανοούν το ιστορικό τους περιβάλλον μέσα από το χαμηλό και καθημερινό τους βίωμα. Οι ήρωες δεν ζωντανεύουν ιδεολογίες και δεν επωμίζονται ορατά κοινωνικά βάρη. Το συλλογικό εισβάλλει στη ζωή τους λιγότερο ως κοντινό και χειροπιαστό συμβάν και περισσότερο ως μακρινός και παραμορφωμένος θόρυβος. Ο συγγραφέας συντονίζεται και με την διεθνή πορεία της ιστορικής μεταμυθοπλασίας, καθώς υιοθετεί ένα ειρωνικό ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, που βάζει στη θέση του έθνους όχι τον ιστορικό Άλλο ή μια σειρά από ετερογενείς ταυτότητες, αλλά μια αμέριστη υποκειμενικότητα.

Στην ίδια περιοχή προσέρχεται ο Πάνος Θεοδωρίδης που δεν παύει ούτε στιγμή να μεταφέρει τον αναγνώστη στον παρόντα ιστορικό χρόνο, σε μια λογοτεχνία που αποτελεί μια ατέλειωτη διαδικασία κατασκευής και επινόησης. Στην περίπτωση του Μιχάλη Μοδινού η ιστορική μεταμυθοπλασία ανοίγει διάλογο με το οικολογικό μυθιστόρημα όπου, μεταξύ άλλων, τίθεται κάθε φορά το ίδιο ερώτημα: μπορεί ο ονειρικός πόθος για άλλη μια πραγματικότητα να έχει την οποιαδήποτε πολιτική προοπτική; Σε κάθε περίπτωση η διαχρονική επιμονή του ονείρου μοιάζει να εγγράφεται οργανικά έστω και ως χρονικό συντριβής στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού.

Οι Θανάσης Βαλτινός, Κώστας Βούλγαρης, Θανάσης Σκρουμπέλος, Ελένη Στεφανοπούλου και άλλοι έχουν ξεκινήσει έναν νέο γύρο για τον Εμφύλιο. Η λογοτεχνική αποθεραπεία που εφαρμόζουν οι νεότερες γενιές αποκαθιστά μια επί δεκαετίες διασαλευμένη ισορροπία, ικανή να ενθαρρύνει αν όχι την αμοιβαία συγχώρηση, τουλάχιστον ένα κλίμα καταλλαγής και συνεννόησης. Η πεζογραφία της κρίσης με την ολική επαναφορά του συλλογικού, αποτελεί βασική επιλογή δεκάδων πεζογράφων και δικαίως καταλαμβάνει αυτόνομο κεφάλαιο. Οι πεζογράφοι της θέτουν την κρίση στο επίκεντρο, αναζητούν τα ιστορικά της αίτια, στρέφονται στην καλλιτεχνική εξωστρέφεια, τοποθετούν το Κακό να έρχεται από το μέλλον (κάποτε κι από το αρχαίο παρελθόν) ή επιλέγουν την φόρμα του αστυνομικού μυθιστορήματος. Με μια σειρά από ποικίλες διαβαθμίσεις η μυθοπλασία οδηγείται σε μια βίαιη συλλογικότητα, υποχρεωμένη να μιλήσει για μια κοινωνία σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Πέρα από το άτομο και την κοινωνία, υπάρχει και ο λόγος του συγγραφικού εργαστηρίου, στον οποίο αφιερώνεται το δέκατο και τελευταίο κεφάλαιο. Οι συγγραφείς δεν εκθέτουν μόνο τις αφηγηματικές τους τεχνικές αλλά και τις αναρωτήσεις τους γύρω από το ίδιο το νόημα και τους σκοπούς της τέχνης τους. Στην εσωτερική, σκοτεινή οθόνη του Σάκη Παπαδημητρίου η ερωτική μοναξιά συνταιριάζεται με μια σαφώς αντικοινωνική στάση. Οι ήρωες του Νάσου Θεοφίλου αποδρούν από τον περίκλειστο λογοτεχνικό τους χρόνο στον χρόνο της καθημερινής πραγματικότητας, όπου και διεκδικούν μια πρωτόφαντη ελευθερία. Φαίνεται ακόμα πως τα παιδικά χρόνια αρδεύουν πάντοτε τη μνήμη μας και μας καθησυχάζουν για την τωρινή μας ρευστότητα.

Ο πεζογραφικός κύκλος του Αχιλλέα Κυριακίδη χαρακτηρίζεται από δεσμούς αναστροφής με τους μείζονες λογοτεχνικούς μύθους, καθώς η πραγματικότητα των ηρώων του οδηγεί σε μια ολοζώντανη, καθημερινή ύπαρξη που υπονομεύει τη μυθολογική τους καταγωγή. Η λογοτεχνία αποτελεί για την Μαρία Ευσταθιάδη μια σύμβαση ή μια επινοημένη συνθήκη όπου ο κόσμος αναπαριστά την πραγματικότητα όπως ο σπασμένος καθρέφτης, με παραμορφωμένα είδωλα και ραγισμένες εικόνες, ενώ ο παράδοξος κόσμος του Ευγένιου Αρανίτση ζει ανάμεσα στην απομάγευση και την επαναμυθολόγηση.

Παράπλευρα λειτουργεί και ο λόγος των ποιητών οι οποίοι, δημοσιεύοντας συστηματικά πρόζα, πρότειναν ένα υβρίδιο, μια ανάμειξη πεζογραφίας και ποίησης, διαμορφώνοντας κατά κάποιο τρόπο ένα καινούργιο είδος. Εδώ το παράδειγμα του Δημήτρη Καλοκύρη είναι ενδεικτικό, καθώς μοναδική του έγνοια είναι η αναμέτρηση με την φαντασία της γλώσσας και η διερεύνηση των δυνατοτήτων της λογοτεχνίας να γεννήσει εκ του μηδενός και εξ υπαρχής τον κόσμο. Το μέγα θέμα για τους συγγραφείς του κεφαλαίου αλλά στην ουσία όλων των συγγραφέων εδώ είναι η σχέση της λογοτεχνικής αλήθειας με την υπό αναπαράσταση πραγματικότητα (αν πιστέψουμε ότι αμφότερες υπάρχουν), ο κατασκευαστικός και  επανακατασκευαστικός  χαρακτήρας της λογοτεχνίας και η ικανότητά της να προσφέρει αναστάσιμο βίο.

Εκδ. Πόλις, 910 σελ. Περιλαμβάνεται εξασέλιδο ευρετήριο συγγραφέων.

07
Νοέ.
18

Χρυσάνθη Τσιαμπαλή – Μου ήρθε μια ιδέα!

Οι φαεινές αφανείς

Είναι αμέτρητες και βρίσκονται παντού. Έρχονται πάντα απρόσκλητες αλλά όλοι τις θέλουν σπίτι τους. Μόνο που εκείνες επιλέγουν πού θα πάνε, κι ας νομίζουμε το αντίθετο· συχνά βέβαια μπορεί να βρεθούν σε λάθος τόπο κι εκεί το πράγμα περιπλέκεται. Κινούν τα νήματα μυριάδων πράξεων αλλά σπάνια τους αποδίδουμε τα εύσημα – ή την ευθύνη! Δεν συνάντησα ως τώρα κάποιον που να σκέφτηκε να τις κάνει ηρωίδες με σάρκα και οστά, να περιγράψει πώς αισθάνονται και δρουν· ακόμα και οι εικονογράφοι τους τις απέδιδαν με μια λάμπα! Εδώ αποκαθίσταται η μέγιστη αυτή παράλειψη.

Ο λόγος φυσικά για τις ιδέες, που, ανάλογα με την περίσταση, μπορεί να είναι ξαφνικές, έξυπνες, πρωτότυπες, τολμηρές, λαμπρές, ανόητες και κυρίως φαεινές. Αυτές τις τελευταίες ήθελα πάντα να τις γνωρίσω και να μάθω πώς έρχονται και πού τις βρίσκει κανείς. Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Που ζει μια Φαεινή Ιδέα; Μα στον κόσμο των Ιδεών, μαζί με χιλιάδες άλλες Ιδέες, νέες και παλιές, λογικές και τρελές, και πάει λέγοντας. Είναι θέμα χρόνου να την αγγίξει η αναπόφευκτη πλήξη και να φύγει για τον κόσμο των Ανθρώπων. Εκεί την περιμένει η ιδανική πορεία στη ζωή κάθε Ιδέας: να αναζητήσει τον Άνθρωπο που θα την μεταμορφώσει σε πράξη και να μοιραστούν την ίδια ευτυχία.

Και το ταξίδι αρχίζει. Πρώτα προσγειώνεται στο αυτί ενός καλοντυμένου κυρίου ως μεγαλεπήβολο σχέδιο για μια ωραία γέφυρα αλλά μένει για καιρό παρατημένη κι απραγματοποίητη. Σα να μην έφτανε αυτό, δεν μπορεί ν’ αλλάξει κουβέντα με ανάλογες Ιδέες εκεί μέσα, κι έχει και τις εικόνες του ίδιου που γέμιζαν το κεφάλι του. Βλέπετε, έπεσε σε υπουργό! Ευτυχώς αποδρά κατά την επίσκεψή του στον φούρνο και βρίσκει ζεστασιά στο μυαλό του φούρναρη που μόλις έχει συλλάβει την ιδέα ενός νέου ζυμαριού. Και απολαμβάνει και το μασάζ του! Αλλά ζυμάρι χωρίς ψήσιμο δε νοείται κι η Ιδέα ευτυχώς διαφεύγει την τελευταία στιγμή. Έτσι νόμιζε… Το μυαλό του τυχαίου περαστικού είναι σκοτεινό και γεμάτο καταστροφικές Ιδέες για να μην πούμε για τους σκελετούς άλλων Ιδεών. Και πώς αλλιώς, αφού ο ίδιος είναι ο Ερρίκος φον των Μεγάλων Καταστροφών. Όμως…

Εκείνη ήταν μια Φαεινή Ιδέα! Έπρεπε να πιστέψει στον εαυτό της. Να αφήσει το φως που έκλεινε μέσα της να φωτίσει αυτούς τους σκοτεινούς διαδρόμους. Έκλεισε τα μάτια της και συγκεντρώθηκε στη δική της λάμψη. Όταν τα άνοιξε, το σκοτάδι της φάνηκε διάφανο.

Κι ύστερα μεταπηδά στο μυαλό-γκαρσονιέρα ενός ποντικού που ροκανίζει εκκωφαντικά και στο κεφάλι της συγγραφέως Ερμιόνης Εμπνευσμένης, το γεμάτο με συνωστισμένες Ιδέες, που προφανώς περιμένουν να γίνουν ιστορίες. Αλλά όταν φτάνει στην πρώτη σειρά βλέπει έναν τεράστιο δράκο που δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, καθότι έπεσε στην περίπτωση λογοτέχνισσας περιπετειωδών ιστοριών.

Ξανά στον αέρα, αυτή τη φορά πάνω σε μια αλογοουρά μικρής μαθήτριας. Εκεί βρίσκει μια άδεια γωνιά και, επιτέλους μεταμορφώνεται σε επινόηση που της ταιριάζει, αλλά δεν αποκαλύπτω, μόνο ομολογώ πως πολύ θα ήθελα να είχα κι εγώ στην δική μου θητεία στο δημοτικό. Αλλά θα φροντίσω να την διαδώσω, γιατί δεν είναι μόνο απόλυτα εφικτή αλλά και πολύτιμη σε μικρούς, μεγάλους, σε μικρούς που θα γίνουν μεγάλοι και σε μεγάλους που θα γίνουν μικροί.

Σπάνιο το εύρημα, επιθυμητή η κάθε προσωποποίηση μιας αφηρημένης έννοιας με τις ανάλογες εικονοπλασίες λέξεων και φράσεων που συχνά χρησιμοποιoύμε, ταιριαστή εικονογράφηση κι ένα μυρωδάτο οικολογικό χαρτί. Μου αρέσουν οι ιστορίες που μπορούν να συνεχίζονται επ’ άπειρον. Ήδη σκέφτομαι στις δικές μου πια διηγήσεις, σε πόσα ακόμα κεφάλια μπορεί να ταξιδέψει μια Ιδέα μέχρι να βρει εκείνο που της αξίζει. Κι έτσι η συγγραφέας μάς δίνει τη σκυτάλη, να γίνουμε ακόλουθοι προφορικοί συγγραφείς και εμπνευσμένοι αφηγητές. Και στο εξής, όποτε νοιώθω ένα ελαφρύ γαργάλημα στο αυτί ή θέλω να ξύσω το κεφάλι μου, θα έχω το νου μου. Γιατί μπορεί μια ιδέα να θέλει να δηλώσει την ευγενική της παρουσία!

Εκδ. Ψυχογιός, 2018, 42 σελ., Εικονογράφηση: Στάθης Πετρόπουλος, [Σειρά Βατόμουρο / 7-8 ετών], [Ευέλικτη ζώνη – Φιλαναγνωσία], οικολογικό χαρτί.

Στις εικόνες: Στις εικόνες: 1. Τέρμα στην παραδοσιακή εικονογράφηση της Ιδέας ως λάμπας! / 2. Οι κίνδυνοι μιας Ιδέας στο μυαλό περιπετειώδους συγγραφέως (εικονογράφηση του Στάθη Πετρόπουλου από το βιβλίο) / 3. Κάπως έτσι φαντάζομαι την τυχερή μικρή μαθήτρια που φιλοξένησε εν αγνοία της την εδώ Ιδέα / 4. Οι Ιδέες βρίσκονται παντού κι είναι πολύχρωμες, άρα ας έχουμε το νου μας (ανοιχτό).

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

04
Νοέ.
18

Κώστας Χατζηαντωνίου – Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές Ημέρες» στις ημέρες μας.

Η Ιστορία ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας αλλά το ερώτημα που παραμένει ζεστό αφορά την δομική σχέση που ενώνει σε ένα σχήμα μία τέχνη όπως η λογοτεχνία και μία επιστήμη όπως η ιστορία. Οριστικές απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν αλλά ο συγγραφέας στην εισαγωγή του προβαίνει σε μια τυπολογία προσλήψεων της ιστορίας στην λογοτεχνία ενώ τονίζει την ειδικότερη σχέση της ελληνικής πεζογραφίας με όλο το πανόραμα των ιστορικών γεγονότων της ελληνικής διαχρονίας. Έγκαιρα όμως ξεκαθαρίζει πως οι μηχανές του χρόνου είναι γοητευτικές, πλην όμως ύποπτες συσκευές· το είχαν, άλλωστε φωνάξει και οι αξέχαστοι χαρακτήρες του Πάνου Θεοδωρίδη, στο άριστο Τι εφύλαγε εκείνος ο Χαμαιδράκων;

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να διασχίσουμε το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορά, τις απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής και του βυζαντινού βάθους μιας πόλης που υπήρξε πολυφυλετική, κοσμοπολίτικη αλλά και πανορθόδοξη, για να ψάξουμε για άλλη μια φορά τις ιδιότυπες προσλαμβάνουσες του χώρου που επέτρεψε την δημιουργία μιας διακριτής τάσης που ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Πλοηγός μας θα είναι ο συγγραφέας μ’ ετούτο το μικρό σκάφος – δοκιμιακή μεταγραφή μιας ομιλίας, και το ταξίδι θα είναι σύντομο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς στο τέλος θα κατεβούμε με εντελώς διαφορετική ματιά χάρη στην φιλολογική ερμηνευτική του πρόταση.

Ήταν βέβαια ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», κατά την δεκαετία του 1930, που ανέδειξε ένα νέο ύφος, με θεμελιώδη στοιχεία τον εσωτερικό μονόλογο, την χαλαρή δομή (με περιορισμό ή και ανατροπή της πλοκής) και την αποσπασματική αφήγηση, ορίζοντας ένα τετράγωνο που χαράζουν η Εσωτερικότητα, η Λύπη, η Μεταφυσική και το Ημίφως. Η αντιρεαλιστική γραφή, η διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, το ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιακή αγωνία και η συγκινησιακή φόρτιση διαπερνούν το ύφος αυτής της λογοτεχνίας. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκλογή αυτού του ύφος προερχόταν από ένα αίσθημα φυγής, γεννιόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ή επρόκειτο για έναν προγραμματικό καρπό μύησης στη νεωτερική γραφή.

Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιθυμούσαν να απελευθερωθούν από τη συμβατικότητα και δεν αποστρέφονταν την Ιστορία, αλλά ήθελαν να ανακαλύψουν τα μυστικά της πέρα από τις προφάνειες· ακόμα και να νιώσουν την πιο μεγάλη επίδρασή της, πάνω στην ίδια τους την ψυχή. Τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού του Στέλιου Ξεφλούδα (1930) με την δίχως πρόσωπα και γεγονότα υπόθεση δεν μαρτυρούν παρά την καταθλιπτική μοναξιά του ανθρώπου σ’ έναν κατατεμαχισμένο κόσμο. Ταυτόχρονα εμφανίζονται εξαιρετικές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Είναι καιρός να μεταστούμε από τον αστερισμό της παγανιστικής μορφολατρίας και του αρμονικού κάλλους όπου μας έχει εντάξει η γεωγραφική μεσογειακή μας μοίρα, στον αστερισμό της δύναμης και της τόλμης μπροστά στο ανεξερεύνητο, το προ-αρμονικό, το ουσιαστικό ή και το γυμνά εκφραστικό…έγραφε σε δοκίμιό του ο Πέτρος Σπανδωνίδης, μια άλλη μορφή του περιοδικού και κριτικός του νους. Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ουσιώδης επισήμανση του συγγραφέα: οι ιδέες του Σπανδωνίδη αποκαλύπτουν τις προθέσεις εκείνων των πεζογράφων της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης που δεν ήταν απλώς πιο κοντά σε νεωτερικές επιρροές απ’ ότι οι ποιητές της πόλης αλλά πιο μπροστά και από την περίφημη γενιά του Τριάντα, από μορφική άποψη και ως προς την εξέλιξη της πεζογραφίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι λοιπόν επίτευγμα των μεταπολεμικών χρόνων ο μοντερνισμός και η γνωριμία με τα πιο πρωτοποριακά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η σύνδεση της λογοτεχνίας μας με μορφές όπως ο Προυστ, ο Κάφκα, ο Μαλρώ, ο Τόμας Μαν, η Γουλφ, ο Τρακλ. Γι’ αυτό, γράφει, και ο όρος «σχολή» έπρεπε να περιποιεί τιμή και όχι να προκαλεί την υποψία της περιφερειακότητας.

Ο προσανατολισμός των «Μακεδονικών Ημερών» συνεπώς υπήρξε ευρύτατος και διόλου τοπικιστικός. Δεν επρόκειτο όμως για μια «κοσμοπολίτικη» εκλογή ή απόπειρα επικοινωνίας μ’ έναν μοντέρνο ή εκλεκτικό κόσμο. Ο βαθύτερος λόγος αφορούσε κάτι περισσότερο οργανικό και περιπαθές. Οι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι αναζητούσαν το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ η ενδοσκόπηση, η εξομολόγηση και οι μονόλογοι αντικαθιστούσαν την έλλειψη συνομιλίας με το παρόν. Αυτή η πεζογραφία που αφηγείται την ιστορία μέσα από την εσωτερική περιπέτεια του «εγώ» βρήκε στον εσωτερικό μονόλογο το ιδανικό σχήμα που διαδραματίζεται στην περιοχή της υποκειμενικής μας ζωής.

Ο μοντερνισμός της σχολής της Θεσσαλονίκης έρχεται από τον γερμανικό ρομαντισμό που με το κοινοτικό του πνεύμα θα οδηγούσε τους διανοούμενους σε φυγές στον εσωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση δυο τέμνων του ρομαντισμού, το γερμανικού εξπρεσιονισμού και του γαλλικού συμβολισμού, υπό το φως του υποστασιακού δράματος του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Τρακλ, χωρίς να υποβαθμίζεται η καταλυτική επιρροή των Κάφκα, Προυστ και Σβέβο. Ιδού γιατί, συνεπώς, ήταν επόμενο η ιδιαίτερη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη βυζαντινή μυστική παράδοση, με την Ιουδαϊκή εσωτερικότητα αλλά και με την Κεντρική Ευρώπη, να φέρουν πρώτα σε αυτή την πόλη τον εσωτερικό μονόλογο. Στην Θεσσαλονίκη με τις έντονες μεταφυσικές και αναχωρητικές διαθέσεις, ο εσωτερικός μονόλογος είναι η μόνη διέξοδος από την απομόνωση και την ερμητισμό.

Οι πεζογράφοι του ύφους των «Μακεδονικών Ημερών» δεν ενδιαφέρθηκαν για το ρεαλιστικό αντίκρισμα της ζωής, την λογική κατασκευή ή την αντικειμενικότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως συνθέσεις πολλών προσώπων και την ανυπαρξία αρχής και τέλους σε οτιδήποτε και τα πάντα. Η μόνη αλήθεια έγκειτο στην μυθική αντιμετώπιση του παρελθόντος, σε μια ονειρική ή εφιαλτική προβολή του εσωτερικού μας κόσμου. Δεν επρόκειτο για κατάσταση απελπισίας αλλά για μια ακραία αυτοσυνειδησία, ένα υπερευαίσθητο παραμορφωτικό κοίταγμα του εγώ ενός αποτραβηγμένου ατόμου, μια προβολή του υπόγειου ανθρώπου, μια ζωγραφική της φαντασίας που έδινε «πίσω στην πεζογραφία ό,τι η ποίηση της υπέκλεψε»! Κάπως έτσι ο Κλείτος Κύρου έγραψε για την κρύπτη που θα διασώζει τα όνειρα, ο Κωστής Μοσκώφ αναζήτησε την πνευματική του οδό στην σύμπλευση του κομμουνισμού με την κοινοβιακή ορθοδοξία.

Μετά τον πόλεμο η εσωστρέφεια, η φιλοσοφική διάθεση και η υποβλητική ποιητικότητα του πεζού λόγου φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς να χαθεί οριστικά ο κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών», που συμπλέει τώρα με τον ρεαλισμό της πρωτεύουσας, σε μια ώσμωση εμφανή στους Τριαντάφυλλο Πίττα, Γιώργο Κιτσόπουλο, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Γιώργο Καφταντζή. Ακόμα και ο ισχυρός ρεαλισμός του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου Μπακόλα είναι ιδιαίτερος· δε είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της ενδόμυχης πραγματικότητας. Η εικαστική ματιά του Κώστα Λαχά, η εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμωνά, το εγώ που αυτοσχεδιάζει στον Σάκη Παπαδημητρίου, η παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων στον Γιώργο Κάτο, ο βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη, όλα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους…

Η μεταπολιτευτική περίοδος βρίσκει την πεζογραφία σε μια ανεξάντλητη περιδίνηση σε όλο το σώμα της γλώσσας (Δημήτρης Δημητριάδης), στην αναζήτηση της ενότητας του διασπασμένου προσώπου στην πατερική αποταγή της φαντασίας (Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), στον βιωματικό υπερρεαλισμό (Μανόλης Ξεξάκης), στην γλωσσική μυθοπλασία της ιστορίας (Πάνος Θεοδωρίδης), στην διαφυγή προς το παράλογο (Νίκος Βασιλειάδης) ή προς το ονειρικό στοιχείο και τις ετερόκλητες φωνές (Τάσος Χατζητάτσης). Με τον τελευταίο βρισκόμαστε ήδη στην δεκαετία του 1980 και στην εντυπωσιακή ανανέωση της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (Γιάννης Πάνου, Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Θωμάς Κοροβίνης, Σοφία Νικολαΐδου κ.ά). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος των προαναφερθέντων πεζογράφων έχει σηματικό ποιητικό έργο. Για άλλη μια φορά εκείνο το εσωτερικό κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών» απαντά σε κάθε ορθολογιστική προσέγγιση για δήθεν ασύμπτωτα είδη γραφής.

Εκδ. Κουκούτσι, [Έρημος Βάρκα – 1], 2016, σελ. 50.

30
Οκτ.
18

Λουίς Σεπούλβεδα – Η ιστορία ενός σαλίγκαρου που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας

Ο αντάρτης και η μνήμη

Μπορεί ο Σεπούλβεδα να είναι ένας ανεξάντλητος στην έμπνευση μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, αλλά αυτή τη φορά το εύρημα της «παιδικής» τους ιστορίας το πρόσφερε αφειδώς ο εγγονός του στον κήπο του σπιτιού τους, ούτως ή άλλως γνωστό τόπο θαυμάτων ανεξάρτητα από τόπους κι εποχές. Υποθέτω έχετε ήδη αντιληφθεί ποια ήταν η ερώτηση: Γιατί είναι τόσο αργό το σαλιγκάρι;

Το θέμα είναι ότι σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι μας ζει πράγματι μια αποικία σαλιγκαριών τα μέλη της οποίας δεν έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο· ούτε τα σαλιγκάρια της που κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους είναι ο καλύτερος. Δεν έχει σημασία που κανέναν απ’ αυτά δεν έχει ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού· τους αρκεί που ήταν σκεπασμένο με χόρτα και αγριολούλουδα, στεγάζονται σε πυκνόφυλλο χειμωνανθό και τρώνε το νοστιμότατο λιονταρόδοντο. Είναι σημαντικό να χαίρεσαι όσα έχεις αλλά πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις που βασανίζουν κάποιον ανικανοποίητο νέο. Γιατί τα σαλιγκάρια δεν αποκτούν ονόματα και το ένα αποκαλεί το άλλο σαλιγκάρι; Και το κυριότερο: γιατί πάνε τόσο αργά;

Το σαλιγκάρι γνωρίζει πως μόνο με την συνδρομή των άλλων μπορεί κάπως να διαφωτιστεί. Τα σαλιγκάρια του περίγυρου όχι μόνο δεν έχουν τι να απαντήσουν αλλά και το σαρκάζουν. Μόνο η κουκουβάγια (που ανοίγει τα μάτια της τη νύχτα και βλέπει ό,τι γίνεται και τα κλείνει τη μέρα και βλέπει ό,τι έγινε) έχει απλά να του πει πως όλα όσα έχει δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα πάνε μαζί του και τον βαραίνουν, εξ ου και η βραδύτητα. Μόνη λύση είναι η φυγή προς αναζήτηση της αλήθειας.

Η αναζήτηση είναι περιπετειώδης και οι συναντήσεις με άλλα ζώα πολλές. Η εξίσου αργοκίνητη χελώνα τον ενημερώνει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις λέγεται Αντάρτης. Κι εκείνη που δεν σταμάτησε να θυμάται τον δρόμο απ’ όπου ήρθε και το δικό της παρελθόν την είπαν Μνήμη. Αμφότεροι διαθέτουν πια ονόματα και καταλαβαίνουν πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν. Φαίνεται πως αντάρτης και μνήμη πάντα πάνε μαζί και αντιστρόφως.

Περιπλάνηση χωρίς περιπέτεια δεν νοείται. Στην άκρη του λιβαδιού το σαλιγκάρι εντοπίζει ένα τεράστιο ανθρώπινο εργοτάξιο όπου πελώρια ζώα με κυκλικά πόδια και μεταλλικές καρδιές στρώνουν μια μαύρη λωρίδα γης που ονομάζεται δρόμος. Οι απαντήσεις μπορούν να περιμένουν· τώρα προέχει η επιστροφή για να προειδοποιήσει την κοινωνία του. Τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ειδήσεις που φέρνει ο Αντάρτης· οι μεγάλοι πάντα ανησυχούν μη χάσουν το κύρος και την εξουσία τους.  Στο μαύρο πέπλο όμως τίποτα δεν φυτρώνει, τα χόρτα τις άκρες του έχουν γεύση περίεργη και δυσάρεστη, οι ακτίνες του ήλιου δεν αντανακλώνται κι η εγκλωβισμένη θέρμη παραπλανά τους σκαντζόχοιρους. Η κατάσταση επείγει και σύντομα αλλάζει.

Αργά, πολύ αργά, ο Αντάρτης συνέχισε το δρόμο του και, στρέφοντας το κεφάλι, είδε πως όλα τα σαλιγκάρια τον ακολουθούσαν. Ούτε καμάρωσε γι’ αυτό, ούτε ένιωσε καμιά ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να μην τον είχαν ακολουθήσει, αφού τότε θα είχε την ευθύνη μόνο για τη δική του τύχη. Τα σαλιγκάρια τον ακολούθησαν, κι αυτό του προκάλεσε πολύ φόβο, αλλά τότε θυμήθηκε αυτό που του ’χε πει η Μνήμη, ότι οι πραγματικοί αντάρτες νιώθουν φόβο αλλά τον ξεπερνάνε, κι αργά, πολύ αργά, συνέχισε το δρόμο του πάνω στο χορτάρι.

Ο Σεπούλβεδα γνωρίζει καλά και την τέχνη της αφήγησης μιας παιδικής ιστορίας που αφορά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Περιγράφει την φύση (με εκφράσεις που εστιάζουν σε λεπτομέρειες που δεν παρατηρούμε), αγγίζει περιφερειακά θέματα (η εγκατάλειψη ζώου) και προκαλεί ερωτήματα που έρχονται αβίαστα, χωρίς αναφορά – να αρκείσαι στα καλά που σου δίνει η ζωή ή να συνεχίζεις να ψάχνεις μια γνώση που μπορεί να σου τα στερήσει; Την δε ιστορία του δεν βιάζεται καθόλου να την ολοκληρώσει· φαίνεται πως ακολουθεί κι ο ίδιος την βραδύτητα του σαλιγκαριού. Είναι η ίδια βραδύτητα που επέτρεψε στο σαλιγκάρι να γνωρίσει τόσα ζώα και αναζητώντας απαντήσεις να εντοπίσει κινδύνους και να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία του. Κι όχι μόνο! Χάρη στις αργές του κινήσεις προειδοποίησε και άλλα ζώα, όπως τις μέλισσες και τους σκαραβαίους, ενώ αν ήταν ταχύς δεν θα τους είχε καν δει. Μένει εμείς οι σοφοί δίποδοι μεγάλοι να εμπνευστούμε το γρηγορότερο δυνατό (εδώ θέλει ταχύτητα!) από την εμπειρία του σαλιγκαριού και να διαπιστώσουμε πως η δική μας ζωή, ακόμα και στα λιβάδια που προτιμήσαμε, δεν απολαμβάνεται με υπερταχείες.

Εκδ. Opera, 2013, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση Ειρήνη Ελευθεριάδη, σελ. 88 [Luis Sepúlveda, Historia de un caracol que descubrió la importancia de la lentitud, 2013]

ΥΓ. Το νου σας, ο Σεπούλβεδα έχει συνεταιρικά γράψει και τα χειρότερα των αδελφών Γκριμ, όχι των γνωστών, αλλά κάτι άλλων.

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

20
Οκτ.
18

Βισέντε Αλφόνσο – Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου

Οι πολλαπλές υποκειμενικές πραγματικότητες

Οι φάκελοι πάντα είναι ελλιπείς. Η ανασύσταση της πραγματικότητας είναι αδύνατη, τα γεγονότα συμβαίνουν και χάνονται. Αυτό που ακολουθεί είναι ατελείς αναπαραστάσεις, απεικονίσεις φτιαγμένες από λέξεις. [σ. 70]

Ένα από τα συναρπαστικότερα μυθιστορήματα που απόλαυσα πριν πολλά χρόνια και στις δυο αναγνώσεις ήταν το Η Ροσάουρα απόψε στις δέκα, του δυστυχώς άγνωστου στη χώρα μας Αργεντινού Μάρκο Ντενέβι [Rosaura a las diez, 1955, ελλ. έκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αλεξάνδρα Σπυριδοπούλου, με πολύτιμο επίμετρο του Χουάν Κάρλος Μέρλο]. Με το πρόσχημα της διαλεύκανσης ενός φόνου και μέσα από διαφορετικές καταθέσεις των μαρτύρων ο συγγραφέας παρουσίαζε διαφορετικές ερμηνείες της «ορατής» πραγματικότητας, βασισμένες στην εκάστοτε αντίληψη του κάθε πρωταγωνιστή. Επρόκειτο για εκδοχές τόσο πειστικές που έμοιαζαν σχεδόν να παρουσιάζουν ισάριθμες εναλλακτικές πραγματικότητες.

Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά απολαμβάνω ένα ανάλογο μυθιστόρημα, αυτή τη φορά από έναν σύγχρονο Μεξικανό συγγραφέα. Φυσικά το εύρημα δεν είναι ούτε καινούργιο ούτε σπάνιο στην λογοτεχνία· όμως οι ενδείξεις που απροσανατολίζουν τον αναγνώστη, η συνεχής και ανατρεπόμενη αναζήτηση της αληθοφάνειας και ο αντίρροπος αγώνας να διακρίνουμε πίσω από το «φαίνεσθαι» των πραγμάτων χρειάζονται μια ιστορία κατάλληλη, πρόσφορη σε ποικίλες οπτικές και διασπάσιμη σε κομμάτια όπως ένα παζλ που συν τοις άλλοις δίνει και διαφορετική εικόνα ανάλογα από την θέση του βλέμματος. Και απαιτείται ικανή γραφή· κι εδώ αμφότερα επιτυγχάνονται.

Το βιβλίο χωρίζεται σε εναλλασσόμενες ενότητες που αφορούν και μια διαφορετική πηγή της έρευνας: Θεραπευτική Συνεδρία (σε οκτώ μέρη), Η «τελευταία γουλιά» (σε τρία), Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου (σε πέντε), Ανοιχτός Φάκελος (σε τρία), Ad Maiorem Dei Gloriam (σε τέσσερα), Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο (σε τρία), Ημέρα επίσκεψης (σε πέντε). Υπάρχουν ακόμα το Γράμμα από το Τοπολομπάμπο, ένα δεύτερο κείμενο για τον ίδιο τόπο, ένα δίστηλο από τον Κίτρινο Τύπο και το καταληκτικό Η συκιά και οι στάχτες. Με τον τρόπο αυτό αλλάζει και η οπτική της ιστορίας, καθώς η σε πρώτο πρόσωπο εξομολόγηση του συγγραφέα εναλλάσσεται με τριτοπρόσωπες ή πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των γεγονότων με επίκεντρο διαφορετικούς κάθε φορά χαρακτήρες.

Στην Θεραπευτική Συνεδρία ο ψυχολόγος αφηγητής Αλμπέρτο Αλμπόρες θυμάται τις συνεδρίες του με τον νεαρό Ρώμο Αγιάλα, ως μέρος μιας ομάδας που θα υπερασπιστεί την αθωότητά του για τον φόνο που του αποδίδεται. Πρόκειται για την δολοφονία ενός τσιρκολάνου μάγου στο Μπαρ «Τελευταία Γουλιά», για την οποία τελικά φυλακίστηκε, και τώρα ο Αλμπόρες επιθυμεί να διαλευκάνει. Εγκαταλείπει τις συνεδρίες και επιχειρεί την συγγραφή ενός βιβλίου που θα συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, με συνεντεύξεις όλων των εμπλεκομένων, καταθέσεις από τις ανακρίσεις αλλά και προσωπικές σημειώσεις από τις δικές του μνήμες.

Ο Ρώμος είναι δίδυμος με τον Ρωμύλο, έχουν για πατέρα έναν ευυπόληπτο δικαστή, δούλευαν σ’ έναν μάγο ονόματι Μεγάλο Παδίγια σε πανηγύρια και γιορτές πολιούχων και γυρνούσαν την επικράτεια με δυο σαραβαλιασμένα τροχόσπιτα. Μαζί τους ταξίδευε και η κατά έξι χρόνια μεγαλύτερή τους Μάγδα Γκονσάλες, ερωμένη του Παδίγια, που σχετίστηκε με τον Ρωμύλο αλλά προσέλκυσε και τον Ρώμο, πρόθυμη να ζήσει μια κοινή ερωτική εμπειρία με τους αδελφούς. Η Μάγδα αποτελεί μια από τις βασικές μορφές της ιστορίας. Όταν κάνει τα μαλλιά της κοτσίδα και βάζει το λευκό της φόρεμα γίνεται η Μικρή Κάντε ή απλώς η Μικρή, που ο κόσμος λατρεύει ως θαυματουργή, τής αφιερώνει τάματα, γεμίζει τα ερημοκλήσια με εικόνες της κι έχει να λέει πως χάρη σ’ αυτήν σώθηκαν οι δικοί τους άνθρωποι από πάσης φύσεως συμφορές.

Στην διακεκομμένη ενότητα Τα λείψανα του Αγίου Λαυρεντίου Ι-V ο γερο-ρεπόρτερ Πέπε Σαμόρα ταξιδεύει στα μέρη του θρύλου της Μικρής, για την οποία φαίνεται πως όλοι έχουν να διηγηθούν κάποια θεραπεία, σωτηρία ή προφητεία. Αναζητά στοιχεία στην λεηλατημένη εκκλησία όπου εκείνη χτυπήθηκε και βιάστηκε. Στο ξωκλήσι του Σταυρού σε μια φωτογραφία της ανάμεσα στα τάματα φοράει ένα φουστάνι ίδιο με το καμένο υφασμάτινο κομμάτι που έχει στην τσέπη του. Δίπλα της, μια ζωγραφιά με το ίδιο φόρεμα, δια χειρός του σωσμένου Χουάν Μποράδο, που της υπόσχεται να επιστρέφει κάθε χρόνο την νύχτα του Αγίου Λαυρεντίου. Είναι η νύχτα όπου η γιορτή του Αγίου μετατρέπεται σε βακχική τελετή. Η μικρή θεωρούσε τον εαυτό της όργανο του Θεού· ότι δεν ήταν εκείνη που θεράπευε τους αρρώστους, αλλά ο Θεός που ενεργούσε μέσω αυτής. Για τους ντόπιους η αξία της είναι ίδια μ’ εκείνη του Σταυρού: μια απόδειξη ότι ο Θεός δεν τους έχει ξεχάσει.

Η «τελευταία γουλιά», το όνομα του μπαρ όπου έγινε ο φόνος, συγκεντρώνει ως ενότητα τις διαφορετικές αν όχι αντιφατικές καταθέσεις των θαμώνων. Ο Ανοιχτός Φάκελος περικλείει το αρχείο του ψυχοθεραπευτή, που εκ των υστέρων ομολογεί πως αν είχε αποκαλύψει όσα γνώριζε, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς· αλλά σιώπησε όχι μόνο για λόγους δεοντολογίας αλλά και από φόβο. Τα τέσσερα κεφάλαια Ad Maiorem Dei Gloriam εστιάζουν στην φαινομενικά παράπλευρη ιστορία ερωτικής μύησης του Ρώμου και των άλλων Αποστόλων σ’ ένα ιησουιτικό οικοτροφείο. Οι νέοι εντρυφούν στο Βαθύ Λαρύγγι της περίφημης Λίντα Λαβλεϊς και επιδίδονται σε όργια προετοιμασίας για την ερωτική τους πρεμιέρα κρυφά από τον κληρικό Οράσιο Πέρες Βάργκας ή, σύμφωνα με άλλο εξίσου πειστικό ενδεχόμενο, με την απόλυτη συναίνεσή του. Ποιος τόπος άλλωστε θα ήταν ασφαλέστερος και ποιος χρόνος καταλληλότερος για την σχετική εκπαίδευση; Η φωτιά στο κτίριο εκκινεί μια χιονοστιβάδα συμβάντων τελικά διόλου άσχετων με την ιστορία.

Στο τριπλό Γράμμα στον Δον Μπερνάρντο ο Ρωμύλος απευθύνεται στον πατέρα του και τον ρωτάει για τον τάφο της μητέρας του, καθώς, στοιχειωμένος από μια συγκινητική ιστορία που συνήθιζε να ακούει, τον εντοπίζει αλλά τον βρίσκει άδειο. Η Ημέρα επίσκεψης περιγράφει την σύλληψη του Ρώμου στα σύνορα επειδή στο αυτοκίνητό του βρίσκουν μια παλιά ελαιογραφία με το Μαρτύριο του Αγίου Λαυρεντίου. Πιθανώς άλλη μια παραπλάνηση του φαίνεσθαι, καθώς αναφέρονται άλλες περιπτώσεις πλαστογραφίας ή απλής αντιγραφής ενός έργου τέχνης που εξαπατούν τους ειδικούς και σίγουρα κάποιους αδαείς αστυνομικούς.

Κάθε νέα διακλαδωμένη ιστορία συνεχίζει να έχει δυο διαφορετικές εκδοχές, όπως, για παράδειγμα,  η ιστορία της Ροζάριο, της μητέρας των αδελφών. Η νοσηρή σχέση με τον πατέρα τους και οι αντιδράσεις από την πλούσια οικογένειά της είναι δεδομένα αλλά η συνέχεια της ζωής της διττή. Εξαφανίστηκε για σπουδές στην Ευρώπη ή παρέμεινε στα πάτρια με πλούσια κοινωνική προσφορά; Ένα δεύτερο, ξανά φαινομενικά άσχετο, ένθετο κεφάλαιο που εκκινεί από την ουτοπία του Άλμπερτ Όουεν στα τέλη του 19ου αιώνα και την ίδρυση μιας αντικαπιταλιστικής πόλης με πλήρη καταμερισμό της παραγωγής – ένα όνειρο που κράτησε δέκα χρόνια – φτάνει ως εδώ, καθώς, από μια μεγάλη ειρωνεία της Ιστορίας, είναι ο ίδιος ο βορειοδυτικός μεξικανικός κάμπος που διαφεντεύει ο πατέρας της Βίκτορ Ναβάρο Τσάβες. Και πρόκειται για τεράστιες εκτάσεις γης που στα αρχεία φαίνονται ως μικρές ιδιοκτησίες άλλων, ενώ προσλαμβάνονται ξένοι εργάτες που δεν έχουν οικογένεια εκεί και δεν μπορούν να οργανωθούν. Αν η Ροζάριο επιχείρησε να αναστρέψει την μεγάλη κοινωνική αδικία; Δεν θα μπορούσε ο τάφος της να είναι η τέλεια κρυψώνα για τα όπλα μιας εξέγερσης ή τα πολύτιμα έγγραφα μιας αποκάλυψης;

Όταν κάποτε φτάσει η στιγμή της τριπλής συνεύρεσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ρώμου, ο Ρωμύλος εμποδίζει την Μάγδα ν’ αναπνεύσει, ενώ μέσα της βρίσκεται ο δίδυμος αδελφός του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει εδώ η επίκληση ενός διηγήματος του Μπόρχες («Η παρείσακτη»), όπου δυο φίλοι επιλέγουν να σκοτώσουν την γυναίκα που αμφότεροι επιθύμησαν. Θυμάμαι με συγκίνηση το διήγημα, ήταν από τα πρώτα που διάβασα στην παλιά έκδοση του Ερμή, με το πορτοκαλί εξώφυλλο και τον μονοκόμματο τίτλο «Διηγήματα». Η μπορχεσιανή πρόζα, άλλωστε, περνάει σαν σκιά τις σελίδες, μ’ όλες αυτές τις πολλαπλές διαθλάσεις της πραγματικότητας.

Όμως ο ερευνητής δέχεται και την επίσκεψη του Ρωμύλου, που ισχυρίζεται απερίφραστα πως ο Ρώμος είναι ένας μυθομανής, μιλάει αυθαίρετα για εγκλήματα και βιασμούς, οι αφηγήσεις του είναι γεμάτες σεξ και βία. Και πως ευρισκόμενος σε κατάσταση φαντασιωσικής ψευδολογίας, επιθυμεί εμμονικά να είναι άγιος, αν όχι μάρτυρας. Φυσικά ο Ρώμος σε μια επόμενη συνεδρία ανασκευάζει όλα τα εναντίον του λεγόμενα και τον οδηγεί στο υποτιθέμενο σημείο ταφής. Κάποτε η Μάγδα είχε διαπιστώσει ότι κάποια που υποτίθεται προστάτευσε χάνει με βίαιο τρόπο την ζωή της. Η σκληρή εμπειρία έγινε απελευθερωτική: συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχει κανείς να μας προσέχει εκεί ψηλά. «Δεν ξέρετε», ομολογούσε, «πόση ανακούφιση είναι να νιώθεις πως ο Θεός είναι η παραμορφωμένη ηχώ της ίδιας μας της συνείδησης, όπως όταν βλέπουμε το καθρέφτισμά μας σε μια λακκούβα με νερό».

Έτσι ο αφηγητής αισθάνεται πως βρίσκεται μπροστά στην «κάρα του Αγίου Λαυρεντίου» και «το φαινόμενο του Λαζάρου». Η χρυσή λάρνακα με την απανθρακωμένη κάρα του Αγίου σήμερα αμφισβητείται ότι ανήκει στον άγιο. Το ερώτημα της πραγματικής της προέλευσης οδήγησε στην καθιέρωση της φράσης «η κάρα του Αγίου Λαυρεντίου», που χρησιμοποιείται για κάθε πρόβλημα λογικής για το οποίο τα στοιχεία αντιφάσκουν. Όσο για το φαινόμενο του Λαζάρου, η περιοχή του παραμένει σκοτεινή αλλά πάντα ερευνητέα: είναι το ενδεχόμενο να εφάπτονται σε κάποιο σημείο η πίστη και η επιστήμη.

Οι δίδυμοι αποτελούν εξαιρετικά ενδιαφέροντες λογοτεχνικούς χαρακτήρες που αν και αναπότρεπτα δεμένοι βρίσκονται σε μια μόνιμη αντιστικτική αντίθεση: ο ένας εξωστρεφής, ερωτικός, χωρίς συμπλέγματα, ο άλλος μοναχικός και φοβισμένος· ο Ρώμος σκαλίζει το παρελθόν, ο Ρωμύλος διαβλέπει το μέλλον· ο πρώτος αφοσιώνεται στην συντήρηση έργων τέχνης, με το βάρος του φιλοσοφικού ερωτήματος μέχρι ποιο σημείο φτάνει η επέμβαση του συντηρητή, ο δεύτερος ασχολείται με έναν μεγάλο συνεταιρισμό.

Οι συνομιλίες του Ρώμου με τον Αλμπόρες, ο οποίος τον βοηθά να ανασυστήσει, όπως λέει ο R.D.Laing, τον τρόπο να σταθεί στον κόσμο και να εκφράσει την δική του θέαση των γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη σε οποιαδήποτε σχέση, όχι μονάχα μεταξύ ασθενούς και θεραπευτή, αποτελούν ένα από τα δυνατά κομμάτια του βιβλίου. Αλλά είναι και ο ίδιος ο ψυχολόγος που θα διδαχτεί από τον Ρώμο πως «η ανασύσταση του παρελθόντος είναι ένα παζλ που τα κομμάτια του δεν μπορούν να θηλυκώσουν», σαν τα χίλια μικρά κομμάτια ενός σπασμένου καθρέφτη.

Η ιστορία δεν αρχίζει εκείνη τη στιγμή, όμως απ’ αυτό σημείο προτιμάς ν’ αρχίζεις να τη διηγείσαι κάθε φορά. Αν έμαθες κάτι στην εφημερίδα, είναι πως οι ιστορίες ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν μόνες τους: εκείνος που τις γράφει, επιλέγει τι να κόψει και τι όχι. 

Εκδ. Ίκαρος, 2017, μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, 248 σελ. [Vicente Alfonso, Huesos de San Lorenzo, 2015].




Νοέμβριος 2018
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 951.422 hits

Αρχείο

Advertisements