09
Νοέ.
12

Χοσέ Λεσάμα Λίμα – Paradiso

O κολασμένος παράδεισος της γραφής

Α. Περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου

Ύστερα από πολλές μέρες σκοπιάς στο μελαγχολικό παρατηρητήριο του κατωφλιού, ο Χοσέ Εουχένιο ξαναγύρισε με μεγαλύτερη επιμονή στη διόραση μέσα από τις περσίδες. Το παιχνίδι τους μετασχημάτιζε την κατοικία των γειτόνων σε ένα πολύεδρο που τα φώτα του συνενωνόντουσαν μετά τη στιγμιαία κατάτμησή τους από τις λάμες των περσίδων. Εκείνοι οι νεοφερμένοι μεταμορφωνόντουσαν στα μάτια του σε θραύσματα μυστηρίου και περιπέτειας, που όταν πλησίαζαν, έμοιαζαν με σπινθηροβολήματα που σκέπαζαν το παντζούρι με μια επιφάνεια φωτός, συμπαγούς και κατόπιν υποδιαιρεμένου σε λωρίδες, έτσι που η όρασή του δεν συγκρατούσε παρά αποσπάσματα μορφών, με τα οποία δεν μπορούσε να ανασυνθέσει την ολότητα ενός σώματος ή μιας κατάστασης, οπότε συνέχιζε να τις θωπεύει με μια ανάλαφρη και απροσδιόριστη ηδυπάθεια. Κατ’ αυτό τον τρόπο συνελάμβανε και κατόπιν σταθεροποιούσε τις φευγαλέες ριπές φωτός που φώτιζε περιπλανώμενες φιγούρες ενυδρίου. [σ. 120]

Ιδού πως λογοτεχνεί ο συγγραφέας την παρακολούθηση του απέναντι γειτονικού σπιτιού στην άλλη πλευρά της αυλής από τον μικρό Χοσέ Εουχένιο· το απόσπασμα είναι ενδεικτικό της εκπληκτικής Παραδείσιας εικονοπλασίας και περιγραφικότητας. Μιλάμε για μια μνημειώδη σελίδα της λατινοαμερικανικής γραφής, ένα αριστείο της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, το κατά Φουέντες μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε στην ισπανόφωνη Αμερική. Το Paradiso είναι η παιδικότητα, η εφηβικότητα, η σταδιακή ωρίμανση και ο τερματισμός προς την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα, του Χοσέ Σεμί, ποιητή μεγαλωμένου σε σπίτια περιπλανώμενων στρατοπέδων στους Τροπικούς, στα αίθρια πολλών ενοίκων και υπηρετών, «με τα δωμάτια με τις κρυφές προσωπικότητες». Σε αυτές τις επικράτειες δεν υπάρχει καν πλοκή ή γραμμικότητα, σε αυτούς τους τόπους η πολυπλόκαμη οικογενειακή σάγκα μοιάζει απειροελάχιστο μόριο.

Β. Η γραφή που φοβίζει τους δικτάτορες ή H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Ο κουβανικής, βασκικής και ανδαλουσιάνικης καταγωγής συγγραφέας Χοσέ Μαρία Αντρές Φερνάντο Λεσάμα Λίμα (Αβάνα 1910 – 1976), ποιητής και δοκιμιογράφος, ίδρυσε ο ίδιος το περιοδικό Origenes (1944), όπου και άρχισε την τμηματική δημοσίευση του Paradiso. Το έργο εκδόθηκε στην Κούβα το 1966 προκαλώντας αμηχανία στο καθεστώς, παρά το γεγονός ότι δεν είχε συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Όμως η ίδια η γραφή, που θεωρήθηκε ακατανόητη, μεταφυσική και επικίνδυνη, πανικόβαλλε τους λογοκριτές που το απέσυραν από την κυκλοφορία. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία κατατρομοκρατεί τους δικτάτορες και μόνο ως λογοτεχνία! Ο συγγραφέας ανταπέδωσε την ψυχρότητα, παραιτούμενος από την εργασία του ως δικηγόρου και την θέση του στο υπουργείο Παιδείας της Κούβας για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη γραφή. H λογοτεχνικότητα ως επαναστατική πράξη!

Γ. Μυθιστορημένο ποίημα, ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα

Ο μεταφραστής συντάσσει πλήρεις Οδηγίες προς Ναυτιλομένους (συμβουλευόμενος και την εισαγωγή της επιμελήτριας της ισπανικής έκδοσης, της Ελοΐσα Λεσάμα Λίμα, αδελφής του συγγραφέα) που μας οδηγούν τουλάχιστο μέχρι τα ανοιχτά, γιατί από εκεί κι έπειτα ανοίγεται ένας ωκεανός γραφής, της γραφής του Paradiso, που αποτελεί ένα άκρως προσωπικό νεομπαρόκ δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα ή ποιητικοποιημένο μυθιστόρημα, ένα ολικό μυθιστόρημα [Novela Total]. Η δοκιμιακή συνιστώσα χαρακτηρίζεται από πυκνές αναφορές σε ελληνική μυθολογία, αρχαιοελληνική φιλοσοφία και γραμματεία, ορφισμό, κινεζική σοφία, αιγυπτιακή θρησκεία, ρωμαϊκή ιστορία, θρησκειολογία, σε πλήθος τεχνών και επιστημών. Η ποιητική – μυθοποιητική πλευρά είναι εμφανής όχι μόνο μορφολογικά – ο συγγραφέας πέρασε πολλά χρόνια στην ποίηση – αλλά και λειτουργικά, ενώ η μυθιστορηματική ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα.

Δ. Ο παιάνας του τσιγάρου, μια χαρωπή πυγολαμπίδα στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς

Το κείμενο είναι καταφορτωμένο από σχοινοτενείς παρεμβάσεις και ρήξεις της συνέχειας, αλληγορίες και συμβολίσματα. Αλλά είναι κυρίως οι μεταφορές, οι παροιμοιώσεις και οι εικονοπλασίες που το απογειώνουν. Οι μασκαρεμένοι του καρναβαλιού δίνουν άγριες μαχαιριές σ’ έναν αποξηραμένο αέρα, οι συριγμοί του εκκλησιαστικού οργάνου μοιάζουν με του μαχαιριού που κόβει ένα παγωμένο κυδώνι και ο παιάνας του τσιγάρου με χαρωπή πυγολαμπίδα λουσμένη στη μουσική της πυκνής σκοτεινιάς. Οι ατμόσφαιρες της ευθιξίας σκεπάζουν σαν ομίχλη καθημερινά  το σπίτι, οι αναθυμιάσεις του πηχτού απόβραδου διαδέχονται τη νυσταλέα αχλύ του απομεσήμερου. Η βιτρίνα των κατευοδίων αφήνει τον πιο αποτελεσματικό σπόρο για να φυτρώσουν οι αναμνήσεις, το μικρό σώμα μοιάζει με ιππόκαμπο θρονισμένο στο καύκαλο γιγάντιας χελώνας, η ξηρασία του Αυγούστου πυρπολεί τον ύπνο.

Οι κυκλοφορούντες χαρακτήρες, κάποτε πλαδαροί σαν βρεγμένη φέτα ψωμιού, γεύονται μέλι από μέλισσες άξιες ελληνικού επιγράμματος, υφίστανται την απαλή βία του ζευγαρώματος και το μυστήριο των υπόγειων καμωμάτων της θέλησης και απαιτούν να διεισδύσουν στο μυθιστόρημα, εκεί όπου τα γηρατειά είναι ένα άλλο είδος νεότητας, διαπερατή και ανάλαφρη, ή «μεγαλώνουν προς τα μέσα, προς το όνειρο». Οι εικόνες είναι καταιγιστικές: οι κλωστίτσες της βροχής κυλούν ή στροβιλίζονται ταχέως ανάμεσα στα παράσημα, τα γαλόνια και τα μεταλλικά κουμπιά της στολής του Συνταγματάρχη, η πυγολαμπίδα της κάφτρας του τσιγάρου χαράσσει σπείρες, σαν προειδοποιητικά σήματα της πλημμυρίδας του ύπνου που πλησιάζει, κλειστή βαλβίδα στην προβολή του φωτός. Μια πεταμένη κάλτσα μοιάζει με ουρά σειρήνας σε λασπερή αμμουδιά, κάποιες ρίζες πλέχτηκαν γύρω από την ξιφολόγχη σαν ένα πυθαγόρειο κηρυκείο…

Χρόνια αργότερα θα μαθαίνανε ότι από εκείνη την καταβόθρα πετούσαν τα σκουπίδια, και γι’ αυτό το λόγο οι καρχαρίες μπαίνανε στις υποβρύχιε σπηλιές του φρουρίου, περνώντας από το όνειρο στο βαβυλωνιακό τσιμπούσι των σκουπιδιών. Τόνοι ολόκληροι σκουπιδιών μεταμορφωνόντουσαν στο ιερό ασήμι των φτερών τους και των λεπιών τους, σαν να είχαν στιλβωθεί από τον Γλαύκο, και την ακολουθία του των χαρούμενων σαλπιγκτών. Κίνητρο επαρκές, εντούτοις, για να τροφοδοτήσει πολλά χρόνια εφιαλτών… [σ. 199]

Ε. Γελοιογράφοι και γελοιογραφούμενοι

Όπως συμβαίνει με τις πολυπρόσωπες τοιχογραφικές και τοιχογραφημένες σάγκες, οι δευτερεύοντες και δορυφορικοί χαρακτήρες έχουν ειδικό λογοτεχνικό βάρος αλλά και αποκτούν έδαφος για ολόδικές τους εμφανίσεις, όπως ο φλαουτίστας Μαρτινσίλιο, «με μια ωχρότητα κιννάβαρης, ψιλόλιγνος και υπερόπτης» όποτε ένιωθε να φυσάει η αύρα στις στρεβλωμένες καλαμιές των σπλάχνων του ή ο Αδαλμπέρτο, γελοιογράφος των μπιστρό, ο οποίος….

τη νύχτα έβγαινε, έχοντας μαζί του ένα μικρό βαλιτσάκι με κοχύλια κάθε είδους. Με μια ψυχρή ευγένεια πλησίαζε στα τραπέζια των νυκτερινών καφέ και, με τα χρώματα που περιείχαν τα κοχύλια του, έφτιαχνε τα πορτραίτα των αργόσχολων κυριών. Καθόταν στο τραπέζι όπου ασκούσε την τέχνη του, όταν, περασμένα μεσάνυχτα, έχοντας φύγει οι πελάτες, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με μια ερωτομανή κυρία περασμένης νεότητας. Αφού τελείωσε το πορτραίτο της, αλληλοκοιτάχτηκαν με μακριές παύσεις ανικανοποίητης προσφοράς και σαρκικής αισθησιακότητας με πρόοδο συμφωνικού έργου. Τον προσκάλεσε στο απαστράπτον διαμέρισμά της, ερωτικά δροσισμένο με μεταλλικό νερό. [σ. 49, 50]

ΣΤ. Η Μπαρόκ Τέχνη του Λόγου

Αν η μπαρόκ τέχνη περιλαμβάνει κολοσσιαία μεγέθη, διακοσμητική υπερφόρτωση, οπτικές απάτες και μαζικά εφφέ, η αντίστοιχη λογοτεχνία πλημμυρίζει από μεγάλες περιόδους και προτάσεις, πληθωρική ρητορεία μέσω εκφραστικών σχημάτων του λόγου (κυρίως παρομοιώσεων και μεταφορών) και υποβλητικές εικόνες, ο δε εκλεκτικισμός της συμμειγνύει στοιχεία από διάφορα και ποικίλα στυλ: από ρεαλισμό, μαγικό ρεαλισμό και υπερρεαλισμό μέχρι λογική, προ – λογική, όνειρο και φαντασία. Πρόκειται όμως – επιμένει ο επιμετρών μεταφραστής – για αμερικανικό μπαρόκ (ή Νεομπαρόκ), διακρινόμενο από το ευρωπαϊκό κλασικό γοτθικό μπαρόκ ή το ισπανοαραβικό μπαρόκ. Το πρώτο διαθέτει τα στοιχεία του δεύτερου αλλά έχει συν τοις άλλοις τα χαρακτηριστικά ανοιχτού συστήματος σύνθεσης, που δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση αλλά παραμένει ατέλειωτο, με ερωτήματα αναπάντητα και επιθυμίες ανεκπλήρωτες. Και φυσικά η ποικιλία των εκφραστικών λύσεων και η ικανότητα αφομοίωσης των ποικίλων και των ετερόκλητων κατασκευάζουν ένα μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα – άλλωστε «το μεταμοντέρνο δεν είναι παρά ένα μπαρόκ με σύγχρονα υλικά και οικοδομική».

Ο Συνταγματάρχης πήγε στο Τάτσκο υπακούοντας σε ορισμένες μυστικές οδηγίες, και, στο καφέ Μπέρτα, είδε τα συλλογή των μασκών. Εκεί ήταν που τις φύλαγαν, όμως τις ημέρες των μεγάλων εορτών ή επετείων, ο κατειλημμένος από τα δαιμόνιά του λαός έτρεχε εκεί για να τις βρει. Καθένας έψαχνε τη δική του, σαν να του ήταν αφιερωμένη τώρα και αιώνες. Μάσκες αγριεμένων μοσχαριών, χαρακωμένες με επιθετικά χρώματα· ή βοδιών, με ένα χρώμα σιέννας ομοιογενές και νυσταλέο, ψηλές σαν πύργοι, για να δηλώσουν με το κούνημα του κεφαλιού τους μια ανεξήγητη κόπωση·  ή μάσκες αιματόχρωμες, με ένα γκριζοπράσινο βρώμικο ράμφος, δηλωτικό μιας νευρωτικής φεουδαρχικής ναυτίας, που τα χτυπήματά του στο ψοφίμι μιμούνταν μια επαναληπτική αιγυπτιακή περιέργεια· και μάσκες κογιότ, που θα ’λεγες ότι η νύχτα τους ερέθιζε την προβιά, αιφνιδίως ακινητοποιημένα, σαν να ξεφύτρωναν από το σώμα τους ζευγάρια μάτια.  [σ. 67-68]

Ζ. Αναζητώντας τον Χαμένο Παράδεισο

Ο κύκλος των συγγενών και ο δεσμός των φίλων, οι αντιθέσεις της λατινοαμερικάνικης ψυχής και η ουσία της κουβανικότητας, η ιστορική διάσταση και η βαθύτατη αγνεία της παιδικότητας όλα επιχειρούν να χωθούν στον Παράδεισο. Ο Οδυσσέας του Παραδείσου γίνεται τελικά Άνθρωπος με Ιδιότητες και Αναζητητής του Χαμένου Χρόνου μαζί και λογοτεχνείται από τον συγγραφέα που χαρακτηρίστηκε ως ο «Προυστ της Καραϊβικής».

Εκδ. Ίνδικτος, 2002, μτφ. από τα ισπανικά, μελέτημα – κριτική παρουσίαση: Μανώλης Παπαδολαμπάκης, 723 σελ. Το εκατοντασέλιδο επίμετρο περιλαμβάνει κείμενα για τη μετάφραση, το έργο, εργογραφία, βιβλιογραφία, χάρτη και χρονολόγιο συνοπτικής ιστορίας της Κούβας [José Lezama Lima, Paradiso, 1966.]

και ήταν ακριβώς αυτή η λέξη Ακροατής που την άκουσε και την αφομοίωσε ο Χοσέ Σεμί σαν το ερμηνευτικό κλειδί ενός άγνωστου κόσμου και θύμιζε το πέτρινο πρόσωπο της αυτοκράτειρας Πλοτίνα στο Παλάτι του Καπιτωλίου όπου η βράχινη κούκλα που σχηματίζει η μύτη από τις γλυφές, προκαλεί την εντύπωση ενός αιγυπτιακού προσώπου της εποχής του Διπύλου, από το οποίο, αν αφαιρέσει κανείς τις γάζες, αποκαλύπτει τη νεανική συντήρηση της επιδερμίδας του, ωσάν να πρόκειται για κάποιο νέο είδος, όπου ο χρόνος παρεμβαίνει ως αναγκαίο αλλά τυφλό τεχνούργημα, ακυρώνοντας τις αρχικές ιδιότητες που επεδίωξε ο καλλιτέχνης, για να τις αντικαταστήσει με άλλες, ικανές να ταπεινώσουν αυτό τον ίδιο τον καλλιτέχνη, καθώς μας φανερώνεται μια νέα λύση στη δημιουργία ενός πέτρινου προσώπου, που ούτε καν τη διέβλεψε. Μας φαίνεται ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο χρόνος περιπαίζει τον χρόνο, καθόσον όταν επιτίθεται άγρια πάνω σ’ εκείνο το πέτρινο πρόσωπο και πετυχαίνει την πρώτη του στιγμιαία νίκη σκαλίζοντας τη μύτη, η ίδια μύτη επανεμφανίζεται για να διαλεχθεί ή να ομοιοκαταληκτήσει με το υπόλοιπο πρόσωπο που παρέμεινε αναλλοίωτο. [σ. 79].

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Νοέμβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 834,553 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: