19
Μαρ.
22

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119.

Σύμφωνα με την καταστατική αρχή του σαλού μου βίου η γυναίκα καταφάσκει οριστικά και αμετάκλητα την γυναικότητά της όταν είναι ξυπόλητη συνεπώς η επιτέλεση του χαρμόσυνου γεγονότος είναι η αφαίρεση των παπουτσιών και των καλτσών της. Η χρόνια αισθητική κι αισθησιακή εμμονή μου καταλαγιάζει μόνο με την συγγραφή ενός βιβλίου που την χαρτογραφεί. Το απόλυτο αυτό βιβλίο των ξυπόλητων ποδιών ξεκινά από την αναζήτησή τους έξω στους δρόμους και μέσα στις σελίδες. Εκεί συναντήθηκα τρεις φορές με τον Μίλτο Σαχτούρη.

Πού όμως ασκούσαν τα κορίτσια και οι γυναίκες τα ποθητά γυμνώματα; Μόνο στις κάμαρές τους επιδείκνυαν τις καμάρες τους, το πολύ και στα γύρω δωμάτια· κι εκεί καλότυχοι ήταν μονάχα όσοι διέθεταν σχετικό διαβατήριο, οικείοι, σύνοικοι κι επισκέπτες. Οι εξωτερικοί τόποι του ξεκαλτσώματος ήταν ακόμα πιο δυσεύρετοι. Οι παραλίες ήταν απομακρυσμένες στον χώρο και περιορισμένες στον παραθεριστικό χρόνο. Αλλά ο πρώτος μου μοναχικός περίπατος στην οδό Πατησίων, στην πλησιέστερη στο σπίτι μου μεγάλη λεωφόρο, μου υπέδειξε τους κατεξοχήν χώρους της αφαιρετικής κατάφασης των ποδιών. Η Πλατεία Αμερικής όριζε μια μεγαλοπρεπή έναρξη με το επιβλητικό κτίριο του κινηματογράφου Άττικα στο φόντο, τους φοίνικες στα ύψη, τις στάσεις των λεωφορείων που έρχονταν από τις συνοικίες με τα ευφάνταστα ονόματα,  στις γωνίες τα περίπτερα με τις γυναίκες που εξώπλατες κι εξωτικές μου χαμογελούσαν στα εξώφυλλα των περιοδικών.

Λίγο μετά την διασταύρωση με την Αγίου Μελετίου τα εμπορικά μαγαζιά αποδεικνύονταν περάσματα αληθινών γυναικών. Η πρώτη που τράβηξε το βλέμμα μου, αργοπερπάτητη και χαμογελαστή, μπήκε σ’ ένα κατάστημα παπουτσιών. Δεν την άφησα από τα μάτια μου, από την στιγμή που πλησίασε τον υπάλληλο με μια ευγενική έκφραση, άπλωσε το λεπτό της χέρι για να δείξει τα παπούτσια που ήθελε να δοκιμάσει, κάθισε διστακτικά σ’ ένα σκαμνάκι και περίμενε. Ο αξιοζήλευτος άντρας έφερε το κουτί με τα παπούτσια κι εκείνη άρχισε να λύνει τα κορδόνια από το μποτάκι της – κάθε λύση κι ένας κόμπος στην καρδιά μου. Όταν προς μεγάλη μου έκπληξη είδα να βγάζει και τις ανοιχτές καφέ κάλτσες της για να δοκιμάσει τις επιλεγμένες γόβες το καρδιοχτύπι μου ήταν έντονο. Στη μέση του χειμώνα μια γυναίκα ξεκαλτσωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Είδα τα δάχτυλά της να κυματίζουν, τα ροδαλά της πέλματα, αιφνιδιασμένα από την ξαφνική γύμνωση να μου παρέχουν ελεύθερη πρόσβαση στην ωραιότητά τους. Γεμάτη με καταστήματα γυναικείων παπουτσιών, η Πατησίων μέχρι το Πεδίον του Άρεως μεταμορφωνόταν σε τελετουργική οδό με δεκάδες μικρά ιερά γύμνωσης των ποδιών.

Ένα απόγευμα κατέβαινα την οδό Ίμβρου, μια κάθετη στην Επτανήσου όπου διέμενα, ήσυχη και περιορισμένη ανάμεσα στις δυο οριζόντιες παλίρροιες της οδού Αγίας Ζώνης και της Πατησίων των Παθών. Σε λίγο κάποιες γυναίκες θα έβγαζαν τα παπούτσια τους κι έπρεπε να είμαι στη θέση μου. Κάθε φορά διάλεγα και διαφορετική διαδρομή από την Θάσου μέχρι την Φωκίωνος, από ένα ανεξήγητο αλλά βουλιμικό αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, καθώς η Κυψέλη ήταν γεμάτη από κάθε είδους κτίσματα: διώροφες αστικές μονοκατοικίες, μεσοπολεμικές πολυκατοικίες ενός παλαιού μοντερνισμού, σύγχρονες κατασκευές. Οι πόρτες ήταν πάντα διαφορετικές, οι σκάλες στα ενδότερα συχνά ντύνονταν με βυσσινί ή λαδί μοκέτα, το έρημο γραφείο του θυρωρού με προσκαλούσε να πάρω θέση δίπλα στις αλληλογραφίες και τα περιοδικά· όλα αυτά μαζί με τα φωτιστικά στους τοίχους και το κλιμακοστάσιο στο βάθος έμοιαζαν αυθύπαρκτα, πέρα από το πέρασμα των ιδιαίτερων ανθρώπων που ζούσαν στα σωθικά τους.

Πάνω απ’ όλα ήθελα να παρατηρήσω τις γυναίκες αυτών των κατοικιών. Μου ήταν απαραίτητες, ιδίως αν γυρνούσα άπραγος, χωρίς να έχω χαρεί κάποια δοκιμάστρια υποδημάτων, ώστε να την καταστήσω ηρωίδα της νέας καθημερινής μου ιστορίας. Η διεύθυνσή τους αποτελούσε την ιδανική αφετηρία εκείνων των αυτοσχέδιων επινοήσεων, που σκάρωνα κάθε βράδυ, με ροκ ή κλασική μουσική από τους δίσκους του Τρίτου Προγράμματος και άλλων ραδιοσταθμών. Τις περισσότερες φορές αφηνόμουν στο παιχνίδι της τύχης: επιβράδυνα το βήμα χωρίς να σταματώ, για να αποφύγω την ανησυχία που συνήθως προκαλούσε στους ενοίκους μια ακίνητη μορφή έξω από την πόρτα τους. Αν σ’ εκείνο το σύντομο «περαστικό» διάστημα έβγαινε ή έμπαινε κάποια, τότε μου προσφερόταν το πρόσωπο της ιστορίας μου. Αν επρόκειτο για άντρα, προσπαθούσα να φανταστώ μια γυναίκα του σπιτιού του. Σύντομα δεν υπήρχε πολυκατοικία που να μην έχει την δική της ηρωίδα.

Στο τελευταίο σπίτι πριν την Πατησίων, στον αριθμό 2, μέσα από το τζάμι μιας διπλής πόρτας με μαύρο πλαίσιο, είδα να κατεβαίνει αργός και παράξενος ένας γερασμένος άντρας. Γκρίζα ζακέτα, μαύρο παντελόνι, γκριζόμαυρη γενειάδα. Απορροφημένο ή άδειο από σκέψεις το βλέμμα του με αγνόησε κι ο ίδιος κινήθηκε προς την χοάνη της λεωφόρου. Τι είδους γυναίκα να σκεφτώ στο διαμέρισμά του; Στο χέρι του κρατούσε ένα βιβλίο, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο ενός Μίλτου Σαχτούρη. Αν υπήρχε χαρά στον άλλο δρόμο, σκέφτηκα, ίσως εκεί πάει.

Αναζήτησα τον ποιητή στην βιβλιοθήκη του παππού μου στο πάνω τέρμα της Ίμβρου όπου διέμενε, στον αριθμό 32, και βρήκα το ίδιο εκείνο βιβλίο. Μια φωτογραφία σε απόκομμα από εφημερίδα διπλωμένο στη μέση του βιβλίου με αιφνιδίασε. Είχε το πρόσωπο του ανθρώπου που είδα στο άλλο άκρο της ίδιας πλευράς του δρόμου. Πού πήγαινε με τα δικά του ποιήματα; Ή πού τα πήγαινε; Περπατούσε τόσο αργά που δεν θα με εξέπληττε αν τα έβγαζε βόλτα μαζί του. Προτίμησα την εκδοχή να σκόπευε να τα χαρίσει σε κάποια συγκεκριμένη γυναίκα. Μήπως σε κάποια που θα γνώριζε τυχαία; Αν γινόμουν κι εγώ ποιητής θα μπορούσα να χαρίζω τις ποιητικές μου συλλογές στις διερχόμενες του δρόμου;

Τώρα έπρεπε να εφεύρω τρεις γυναίκες, μαζί μ’ εκείνη που θα τον περίμενε στο σπίτι. Ίσως αυτές να ήταν τα φάσματα, οι μορφές που έρχονταν ως φυσιογνωμίες μιας αφηρημένης τέχνης, για να τις πλάσω πιο «πραγματικές», κι όλη αυτή η περιδιάβαση έξω από τα κτίσματα, απ’ όπου θα έβγαινε μια γυναίκα με θαυμαστά πόδια, να ήταν η ατέρμονη αναζήτηση της χαράς που θα με περίμενε κάθε φορά στον επόμενο δρόμο. Άνοιξα το βιβλίο ψάχνοντας μια ένδειξη· σε κάποια σελίδα κρυβόταν μια άλλου είδους χαρά.

Η Μαρία σκεφτική / έβγαζε τις κάλτσες της // Από το σώμα της έβγαιναν / φωνές άλλων ανθρώπων […] // Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε / τώρα η Μαρία γελούσε / άπλωνε τα χέρια της το βράδυ / έμενε με τα πόδια ανοιχτά // Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της / μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν // Το ραδιόφωνο έπαιζε / Η Μαρία έκλαιγε / Η Μαρία έκλαιγε / το ραδιόφωνο έπαιζε // Τότε η Μαρία / σιγά σιγά άνοιγε τα χέρια της / άρχιζε να πετάει / γύρω γύρω στο δωμάτιο

Έμεινα έκθαμβος από την Μαρία και το ποίημα που είχε το όνομά της. Πώς ήταν δυνατό να συμβαίνουν όλα αυτά μόνο με σκέτες μαύρες λέξεις σε λευκές σελίδες; Το ξεκάλτσωμά της έμοιαζε ζωντανότερο από την πραγματικότητα, η ταραχή της ήρθε δίπλα στην δική μου. Πόσο έμεινε με τα πόδια γυμνά και ανοιχτά; Είχε ερωτική επιθυμία ή άλλη σκοτεινότερη έξη; Και πώς έφτασε να αιωρείται μέσα στην κάμαρά της; Βγήκε κάποιος μαγικός σκοπός από το ράδιο ή ακολούθησε τυχαία μια μελωδία;

Αισθάνθηκα περικυκλωμένος από την ηλεκτρική ενέργεια ενός ποιήματος. Όσα δεν μου φανερώνονταν στον έξω κόσμο μπορούσα να τα δω μέσα στην ποίηση. Ιστορίες άφαντες, ακόμα και απραγματοποίητες, τώρα συνέβαιναν με λέξεις αλλεπάλληλες και καταιγιστικές. Αλλά ακόμα πιο ηλεκτροφόρα ήταν η αίσθηση της συνάντησης με κάποια από τις γυναίκες που βρίσκονταν μέσα απ’ τα παράθυρα που προσπερνούσα. Άκουγα το ανοιχτό τους ραδιόφωνο κι ήμουν βέβαιος πως θα πήγαιναν κι εκείνες δακρυσμένες να διώξουν την μοναξιά με τα πόδια τους. Τώρα ήταν σα να είδα μια από εκείνες στο ανοιχτό παράθυρο των σελίδων.

Δεν ξανασυνάντησα τον Σαχτούρη στην Ίμβρου, όσες φορές κι αν πέρασα. Χρόνια αργότερα διάβασα ότι μετακόμισε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Μηθύμνης 14. Μου φάνηκε σα να διάλεγε μια νέα κάθοδο: σε αντίθεση με τις δυο πρώτες κάθετες στην Επτανήσου ανόδους, την Λήμνου και την Τενέδου,  που τελείωναν στην κοσμική Φωκίωνος Νέγρη, οι ενδιάμεσες Ίμβρου και Μηθύμνης κατρακυλούσαν προς τις εκβολές της Πατησίων, στο υπογάστριο της Πλατείας Αμερικής κι ακόμα παρακάτω. Εκεί κατηφόριζε και μια άλλη γυναίκα, μνημειωμένη και αυτοκίνητη, η συνονόματη Λαμπρινή που είχε δώσει το όνομά της σε ολόκληρη συνοικία και στο λεωφορείο της, το μόνο που διέσχιζε την Αγίας Ζώνης κι έστριβε στην Μηθύμνης, αθόρυβο κι εκείνο, σα να σιγούσε τις μηχανές προτού ξαναβγεί στα επίκεντρα. Μετά την Καλύμνου 35, που ήταν το πατρικό του, και την Ίμβρου, ο ποιητής διέγραφε τον κύκλο του. Ολοκλήρωσε την ζωή του στην άνοδο της Τενέδου, στον αριθμό 22, στο Βασιλάκειο Θεραπευτήριο.

Ένα πρωινό δέκα χρόνια μετά ο Σαχτούρης με επισκέφτηκε στην παλαιά μονοκατοικία που νοίκιαζα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης, στην οδό Αχιλλέως 13. Το προηγούμενο βράδυ φιλοξένησα ένα κορίτσι που γνώρισα στην απαρχαιωμένη καφετερία όπου εργαζόμουν στα πλευρά της ρωμαϊκής Ροτόντας. Καθόταν σ’ ένα ακριανό τραπέζι και διάβαζε ένα φθαρμένο βιβλίο, με μαυρισμένες τις ετικέτες της αρίθμησης, προφανώς δανεισμένο από κάποια βιβλιοθήκη. Ανάμεσα στους καπνούς και τις φωνές των θαμώνων ανοίγαμε διόδους χαμόγελων και κάποιας συνενοχής καθώς, όλοι αυτοί απεγνωσμένα επιδείκνυαν την διαφυγή από την μοναξιά τους, ενώ εμείς την συνοδεύαμε μέχρι εδώ, αυτή ήταν η συντροφιά μας.

Αργά τη νύχτα, όσο άδειαζε το μαγαζί γεμίζαμε τον κενό χώρο με τις λίγες αλλά απαραίτητες φράσεις για την αναβολή του αποχωρισμού. Κοιτούσε κάθε τόσο το διαφημιστικό ρολόι του τοίχου για να προλάβει το τελευταίο λεωφορείο για τις Συκιές αλλά ο χρόνος του πήγαινε αντίστροφα με τον δικό μας ρυθμό – εκείνο επιτάχυνε κι εμείς επιβραδύναμε. Κάπου ανάμεσα στις λέξεις συμφωνήσαμε σιωπηρά να τον αγνοήσουμε. Αστειευτήκαμε υποκρινόμενοι πως κάπου μακριά ακούμε το μουγκρητό της μηχανής του, μια τελευταία ευκαιρία να επιβιβαστούμε στο κανονισμένο πρόγραμμα της ημέρας.

Με περίμενε υπομονετικά να κλείσω και μοιραστήκαμε την παγωμένη διαδρομή μέχρι το σπίτι μου, όπου κρυφτήκαμε κάτω από τις διπλές κουβέρτες, προσπαθώντας να ζεσταθούμε με αγκαλιάσματα και εντριβές. Στην κλινοπάλη των αθέρμαστων σπιτιών του βορρά, του οποιουδήποτε βορρά, τα σώματα περισσότερο μαντεύονται παρά βλέπονται· ευτυχώς μυρίζονται κι αγγίζονται διπλάσια, κερδίζοντας ό,τι χάνεται από τα αδηφάγα βλέμματα. Φιλιόμασταν κι αποφιλιόμασταν στα σκοτάδια και μόνο στα ξαφνικά πετάγματα της κουβέρτας άστραφτε το πορτοκαλί φως του πορτατίφ, σαν λάμψη του έξω κόσμου. Χάρη σ’ αυτά τα αστραπιαία φωτορυθμικά κατάφερνα να δω τα πέλματά της σχεδόν αιφνιδιασμένα από την ανάδυση στην ψυχρή κάμαρα.

Το πρωί μας βρήκε ζεστούς, τα σώματά μας μια πλεξίδα που ευνοείται στα μονά κρεβάτια. Έξω απ’ τα λερά τζάμια είδα ηλιακό φως στην αυλή και βγήκα ν’ αλλάξω θέρμη. Πρώτα αναζήτησα την μουσική· σχεδόν κάθε μορφή της θα ήταν ευπρόσδεκτη τώρα. Ο συγκάτοικός μου είχε αφήσει μια σειρά ορφανές κασέτες, χωρίς κουτί και ετικέτα. Διάλεξα μια στην τύχη, την γύρισα στην αρχή της μ’ ένα στυλό, σαν ροκάνα και την έβαλα στη ξεχαρβαλωμένη, χωρίς καπάκι θήκη. Ήμουν ήδη έξω όταν άκουσα κοντραμπάσο, κρουστά, σαξόφωνο και μια ολοκάθαρη, γέρικη φωνή να απαγγέλλει αργά:

Το πρωί, βλέπεις το θάνατο να κοιτάζει απ’ το παράθυρο· τον κήπο· το σκληρό πουλί και την ήσυχη γάτα πάνω στο κλαδί· έξω στο δρόμο περνάει το αυτοκίνητο – φάντασμα·  ο υποθετικός σωφέρ… και το βράδυ στον κινηματογράφο, βλέπεις ό,τι δεν είδες το πρωί· το χαρούμενο κηπουρό,  το αληθινό αυτοκίνητο, τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι· ότι δεν αγαπάει το θάνατο ο κινηματογράφος

Το κορίτσι βγήκε και κάθισε στο σκαλοπάτι που ύψωνε το σπίτι πάνω από την αυλή. Αναγνώρισε τον Σαχτούρη στην φωνή και άγνωστους μουσικούς στο υπόβαθρο. Έτσι ήταν λοιπόν η φωνή του ποιητή που πρώτος μου γνώρισε την άλλη ποίηση. Έκπληκτος είδα στο μοναδικό δέντρο μέσα στο παράπλευρο παρτέρι το πλαστικό κόκκινο πουλί που είχαμε αγοράσει από τα παζάρια των Ρώσων στα ερείπια της οδού Μελενίκου – το είχαμε βρει στους σωρούς των μεταχειρισμένων από εκείνον τον τόσο άλλο κόσμο. Ήταν πάνω στο κλαδί, προφανώς τοποθετημένο από τα χέρια κάποιου επισκέπτη μας, ενώ από τα αυτοκόλλητα μάτια του είχε μείνει μόνο ένα. Στην γαλαρία του δέντρου χαρχάλευε «το γάτα», όπως το αποκαλούσε ο Σύριος ένοικος που έμεινε για ένα μισοφέγγαρο μαζί μας, ένας γάτος που είχε αυτοβούλως χριστεί προαύλιο μέλος.

Μετρούσα ήδη δυο πλάσματα του ποιητή ολοζώντανα μπροστά μου. Δεν χρειαζόταν να περάσει κανένα αυτοκίνητο παρά το γεγονός ότι στον συνήθως απέραστο δρόμο μας αραιά και που κατρακυλούσε κάποιο όχημα από τους στραβούς δρόμους της Άνω Πόλης, το Σέιχ Σου ή το φορτωμένο ιστορίες Νοσοκομείο του Αγίου Δημητρίου, αν και κατά βάθος έμοιαζε να φτάνει από την ομίχλη των γειτονικών, σε απόσταση ρόγχου, Νεκροταφείων της Ευαγγελιστρίας. Είχαμε ήδη ένα «αυτοκίνητο φάντασμα» και το αποκαλούσαμε ακριβώς έτσι, επειδή χορτάριαζε στην διπλανή έρημη αυλή, παρατημένο εδώ και άγνωστο καιρό. Ήταν ένα παλιό σιελ Σιτροέν Ντεσεβώ, με τετράγωνο κουβούκλιο πίσω, σαν τα αντίστοιχα ταχυδρομικά Ρενώ που πρόλαβα μικρός προτού γίνουν κι αυτά φαντάσματα, σε άλλες αυλές, κάποτε άυλες, σαν τις ενθυμήσεις. Έκανα συχνά υποθέσεις, αν μπορούσα να ξαναδώσω ζωή στο σαράβαλο να τρεκλίζουμε στις ανηφόρες μέχρι το Επταπύργιο, για να διανέμω ανώνυμες τρυφερές επιστολές στους μοναχικούς κατοίκους όλων εκείνων των μονοκατοικιών: ο υποθετικός σωφέρ ήμουν εγώ. Όλες οι μορφές του ποιήματος ήταν παρούσες εντός κι εκτός της αυλής.

Ο ποιητής έπαιρνε μια ανάσα, η τζαζ έβγαινε μπροστά· γύρισα και κοίταξα το κορίτσι στο κατώφλι – ό, τι και να της έλεγα για τους στίχους γύρω μου δεν θα ήταν πειστικό. Μπροστά μου ζωντάνευε ένα άλλο ποίημα: φορούσε τα ρούχα της αλλά ήταν ξυπόλητη, με πόδια λευκότερα από το μάρμαρο που πατούσαν. Μου συστήθηκε: την έλεγαν Μαρία. Όταν άρχιζε να βάζει τις κάλτσες της, επαναλαμβανόταν η μοναδική στροφή του ποιήματος. Ο Σαχτούρης περνούσε δίπλα μου για άλλη μια φορά, είκοσι χρόνια αργότερα, όχι πια σε γκριζόμαυρο δρόμο κατάκτιστης συνοικίας αλλά σε μεταβυζαντινό στενό με αρχαϊκά σπίτια. Η Μαρία που κάποτε ήταν γράμματα και στίξεις τώρα είχε σάρκα και οστά.

Συνυπήρξαμε τους πέντε μήνες του βορινού χειμώνα. Κάθε φορά που έβγαζε τις κάλτσες της μικρές σπίθες στατικού ηλεκτρισμού χάνονταν αστραπιαία, φευγαλέες πυγολαμπίδες στο ημίφως του δωματίου. Έσπευδα να ζεστάνω τα πόδια της, με τα χνώτα μου, για να μείνουν μαζί μου, μη μου διαφύγουν στους υπόλοιπους στίχους και κάνουν τα δικά τους. Τότε δοκίμασα να γράψω ένα δικό μου ποίημα, για την ατμόσφαιρα που ηλεκτρίζεται κάθε φορά που ένα κορίτσι βγάζει τις κάλτσες του, σα να σπιθίζουν οι δυο αντίθετοι πόλοι, η ταραχή μου και η σωματική της αίσθηση. Φαντάστηκα την πράξη σε αργή κίνηση: την μικροσκοπική σκόνη να σκορπίζεται γύρω της, μικρές αόρατες κλωστίτσες να αιωρούνται προτού χαθούν, κι ύστερα να μένει μονάχα η λευκότητα των πελμάτων της, γαλαξίες χωρίς αστρόσκονη. Κάθε μέρα άλλαζα θέση στις λέξεις, τις έδιωχνα, τις έφερνα. Στο τέλος έκρυψα την ιδιόχειρη πρόζα μέσα στο βιβλίο της, περισσότερο για ν’ απαλλαγώ από μια διαδικασία που έμοιαζε χωρίς τέλος. Μάταια περίμενα την ανταπόκρισή της. Αναρωτήθηκα για τους ποιητές, αν, καταδικασμένοι να μη γνωρίζουν τις αντιδράσεις των αναγνωστών τους, νοιώθουν ακόμα πιο μόνοι.

Ένα απόγευμα την βρήκα αποκαμωμένη από τους περιπάτους της να με περιμένει έξω από την πόρτα. Κρατούσε μια συλλογή του Σαχτούρη, τον δικό του Περίπατο. Μπαίναμε στο σπίτι όταν το ημίφως της χειμερινής ώρας των πέντε και τέταρτο έφευγε σιγά σιγά από το δωμάτιο, επιστρέφοντας στην πηγή του. Μου ζήτησε να μην ανάψω τα φώτα και να διαβάσουμε τα ποιήματα, άφωνα, μέχρι να διαλέξουμε από ένα και να συναντηθούμε εκεί μέσα. Καθώς ξεφυλλίζαμε μπρος πίσω τις σπασμένες φράσεις σχεδόν ταυτόχρονα μας βρήκε το Φθινόπωρο: Τι γυρεύει το κορίτσι / στο σκοτάδι της καρέκλας; / γρήγορα / καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο / γδύνεται / με σύννεφα μπροστά στα μάτια/ με τη βροχή μες στο κεφάλι / με τη βελόνα στην καρδιά / βγάζει τις κάλτσες / βγάζει τα λουλούδια / πετάει το φωτοστέφανο // έξω τα φύλλα του καιρού/ βάφονται μες στο αίμα

Ο Σαχτούρης γύμνωνε ξανά ένα κορίτσι από τις κάλτσες του στο επίκεντρο έντονων συμβάντων. Αυτή τη φορά δεν την ονόμαζε, αλλά η Μαρία βρισκόταν δίπλα μου, στο σκοτάδι μιας καρέκλας κοντά στο νύχτωμα, νοτισμένη ακόμα απ’ το ψιλόβροχο. Θυμηθήκαμε τις βελόνες στην καρδιά, ο καθένας τις δικές του, τα φωτοστέφανα που δεν μας παραπλανούσαν, γιατί ήμασταν πρόθυμοι για όλες τις αμαρτίες της νεότητας. Εκείνη πάλι μετά τις οργασμένες της αφέσεις συνήθιζε να μου ψιθυρίζει για δικά της ματώματα που δεν έκλειναν. Δεν μου αρκούσε να διαβάζω το ξεκαλτσωμένο κορίτσι· ήθελα να δω τις λέξεις να συμβαίνουν. Της ζήτησα να το υποδυθεί, ποθώντας να την δω ανυπόδητη.  Νόμιζα πως θα αρνηθεί αλλά πήρε το βιβλίο από τα χέρια μου, έβαλε την καρέκλα πιο πέρα σα να ήθελε να την βλέπω ολόκληρη, ξανακάθισε και άρχισε να γδύνεται. Έλυσε τα κορδόνια της, έβγαλε τα μποτάκια και τις κάλτσες της και τοποθέτησε τα πόδια της δίπλα δίπλα, σταματώντας την ροή του ποιήματος, σα να ήθελε να δώσει χρόνο στον κάθε στίχο να αναπνεύσει. Ήταν η πρώτη φορά που ζητούσα από ένα κορίτσι να γυμνώσει τα πόδια του μπροστά μου, και χωρίς το ποίημα δεν θα το είχα καταφέρει. Ακόμα θυμάμαι τα δέκα της δάχτυλα στον σκονισμένο καφέ μουσαμά του δαπέδου, εκείνα που μου κρύβονταν κάτω απ’ τις κουβέρτες, τώρα να δικαιώνουν ένα ποίημα που γράφτηκε τριάντα χρόνια πριν.

Θυμάμαι την συνέχεια σαν σε όνειρο, καθώς ξεφλούδιζε ένα ένα τα ενδύματά της, ελευθερώνοντας μικρά κυματάκια ζέστης που εξατμιζόταν γρήγορα προτού φτάσουν στην πλευρά μου. Ύστερα έβγαλε το δικό της φωτοστέφανο, μια πολύχρωμη πλεκτή κορδέλα, και μ’ έβαψε με το δικό της αίμα, χωρίς καν να πληγωθεί· το είχε ήδη διαθέσιμο στο ίδιο σημείο που με προσκαλούσε. Δεν την τράβηξα στην κρεβατοκάμαρα που έχασκε χωρίς φως πίσω από την παλιά τζαμόπορτα, γιατί φοβήθηκα πως θα χαθεί ο τόπος του ποιήματος. Πλαγιάσαμε στο πάτωμα, βορά στο ρεύμα που έμπαινε κάτω από την πόρτα και στην σκόνη που μαζεύουν σπίτια σαν κι αυτό, ανοιχτά από παντού. Οι λέξεις των ποιημάτων που οικειοποιηθήκαμε είχαν σωθεί, τώρα δεν έμενε παρά να φτιάξουμε το δικό μας, με χειρονομίες και αφωνίες ή λέξεις που υπάρχουν μόνο στα λεξικά των ερωμένων. Όταν μαζί βάλαμε την τελεία, έκλεισε τις τρεχούμενες πηγές, ντύθηκε και βγήκε στην αυλή ξυπόλητη να μαζέψει λίγα φύλλα, παραχωμένοι μέχρι σήμερα σελιδοδείκτες του Φθινοπώρου.

Κάθε φορά που την έβλεπα να φεύγει, λίγο πριν το τρίξιμο της αυλόπορτας, έβλεπα το ανοιχτό χρώμα στις φτέρνες της και δεν κατάλαβα αν φορούσε τα μπεζ παπούτσια της ή έφευγε ξυπόλητη, να περιπλανηθεί στις άγραφες συνέχειες των ποιημάτων, σ’ εκείνα που δεν έγραψε ο Σαχτούρης. Γνώριζα πως κάποια στιγμή η διαδρομή της δεν θα περνάει από την οδό Αχιλλέως, αλλά ούτε και η δική μου, η εξωφρενική περιπλάνηση ενός σαλού ακόλουθου των γυμνών ποδιών που ξεκίνησε από την Πατησίων των γυναικείων παπουτσιών, πέρασε από την Ίμβρου του Σαχτούρη, τα ποιήματά του στα βιβλία και στην κασέτα, το πρώτο κορίτσι μιας αέναης ξυπόλητης ανθολογίας, τις δυο Μαρίες που έβγαζαν τις κάλτσες τους με διαφορά τριών δεκαετιών.

Προτού φύγει οριστικά στα ξενοδοχεία των λέξεων ο Σαχτούρης μου έδωσε μια συστατική επιστολή που έγραφε το όνομα ενός Ουαλού ποιητή. Είν’ αυτός που βάζει φωτιά, πυροδοτεί τις λέξεις, κι αυτές με κρότο εκρήγνυνται στο αχανές, με προειδοποιούσε γράφοντας Στον Ντύλαν Τόμας. Πήρα τα βιβλία του και στην Προοπτική της θάλασσας γνώρισα ένα άλλο κορίτσι μ’ ένα σχισμένο βαμβακερό φόρεμα. Τα γυμνά μαυρισμένα πόδια της είχαν παντού γδαρσίματα, είχε λεκέδες από μούρα στο στόμα της, τα νύχια της ήταν μαύρα και σπασμένα και τα δάχτυλά της κρυφοκοίταζαν μεσ’ απ’ τα λαστιχένια παπούτσια της. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Έκτοτε δεν σταμάτησα να στέκομαι έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων με γυναικεία παπούτσια. Κοιτάζω μέσα στο κατάστημα να δω αν υπάρχει κάποια γυναίκα που θα με ενδιέφερε πάνω κάτω να την παρατηρήσω, ιδίως κάτω. Τότε παίρνω διακριτική θέση μάχης: κάνω πως κοιτάζω απορροφημένος τα παπούτσια, ενίοτε υποκρίνομαι πως μονολογώ συγκρίνοντας τιμές. Πιστεύω πως έχω πλέον κατακτήσει την έκφραση του ενδιαφερομένου για τις νέες τάσεις ή για κάποιο δώρο. Αν καθίσει στα σκαμνάκια ακούω πιο γρήγορους τους χτύπους της καρδιάς μου: είναι δεδομένο ότι σε λίγη ώρα θα βγάλει τα παπούτσια της. Περιμένω υπομονετικά (ψέματα, ανυπόμονα) να φτάσει η στιγμή της δοκιμής και ρίχνω κλεφτές ή αδιάκριτες ματιές σε κάθε της κίνηση. Οι αντανακλάσεις στο τζάμι και οι ανεπιθύμητοι που μπαίνουν στο οπτικό μου πεδίο συχνά δυσχεραίνουν την αποστολή μου.

Δεν άλλαξε κανείς μας. Εγώ συνεχίζω να ταξινομώ την συμπεριφορά τους κι εκείνες συμπεριφέρονται το ίδιο: άλλες μοιάζουν αδιάφορες για το τι συμβαίνει γύρω τους, επικεντρωμένες στην επιλογή του υποδήματος, άλλες θαρραλέες, σχεδόν πρόθυμες να περπατήσουν κατά το ήμισυ ξυπόλητες μέχρι τον καθρέφτη, άλλες αμήχανες, ντροπαλές στο φως μιας διάχυτης παρατήρησης. Σ’ εκείνες στέκομαι λίγο περισσότερο, για να γλυκαθώ από την συστολή τους· ίσως νοιώθουν διπλά ευάλωτες: ξαφνικά βρίσκονται ανυπόδητες σ’ έναν χώρο με παπουτσωμένους ανθρώπους· είναι και καθισμένες, άρα σε χαμηλότερο επίπεδο από τους άλλους. Άραγε αισθάνονται άβολα με την ιδέα ότι οποιοσδήποτε μπορεί να δει τα μέχρι τώρα κρυμμένα πόδια τους;

Η μονοκατοικία στην οδό Αχιλλέως παραμένει όπως ήταν, αλλά έρημη κι ανοίκιαστη. Το γειτονικό σπίτι με το αυτοκίνητο φάντασμα γκρεμίστηκε, το σαράβαλο χάθηκε.  Πριν χρόνια, νομίζω πως είδα εκεί το πλαστικό κόκκινο πουλί κάπου ανάμεσα στα σκορπισμένα αντικείμενα που πάντα συνυπάρχουν με τα χαλάσματα. Το βιβλίο του Σαχτούρη παραμένει στα χέρια μου· κάποια βιβλιοθήκη θα το αναζητά, αλλά δεν γνωρίζω ποια. Κάποτε το ξέχασα έξω και μια ψιλή βροχή μούσκεψε την γαλάζια σφραγίδα. Έχει ακόμα μέσα τα φθινοπωρινά φύλλα της Μαρίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία, Τα φάσματα ή Η χαρά στον άλλο δρόμο, Αθήνα, 1958· Φθινόπωρο, Ο περίπατος, Αθήνα, 1960· Στον Ντύλαν Τόμας, Το σκεύος, εκδ. Κείμενα, 1971· Ποιήματα 1945-1971, [συγκεντρωτική έκδοση], εκδ. Κέδρος, 1977, Ντύλαν Τόμας, Προοπτική της Θάλασσας [1955], Πεζά, εκδ. Πλέθρον, 1983, μτφ. Μιράντα Σταυρίνου [σ. 12]. Το κομμάτι Το πρωί και το βράδυ συμπεριλαμβάνεται στον δίσκο του Μιχάλη Σιγανίδη Το πρωί και το βράδυ (1990). Τηρείται η στίξη ακριβώς όπως ακούγεται στην ηχογραφημένη φωνή του ποιητή.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εμβόλιμον, τεύχος 93-94 (2021), Αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, σελ. 113-119, πλαισιωμένο με ένα έξοχο ζωγραφικό έργο του Αλέξανδρου Ίσαρη. 

Τα έργα τέχνης: Leyly Matine-Daftary, Pyankov Ilya, Sara Morais, Michael Carson. Φωτογραφίες εισόδων: 1. Μαίρη Λαναρά (οδός Άνδρου 7, Κυψέλη). 2. Ευαγγελία Σύρου (οδός Ίμβρου αρ. 2). 3. Κατερίνα Λεγάκη (εσωτερικό της εισόδου της ίδιας πολυκατοικίας). Η φωτογραφία του κοριτσιού με το βιβλίο αναγράφεται ως: Julia. Warszawa. Kamienica studio. 2017. Η φωτογραφία σε αρνητικό είναι του Joseph Janney Steinmetz.


2 Σχόλια to “Ο Σαχτούρης στα μέρη μου και οι γυναίκες που βγάζουν τις κάλτσες τους”



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Μαρτίου 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.116.163 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: