01
Νοέ.
12

Τεννεσσή Ουίλλιαμς – Αναμνήσεις

Είχαμε έρθει στο Κέιπ υπερβολικά νωρίς για μπάνια στον ωκεανό, που ήτανε ακόμα παγωμένος. Συνέχισα όμως να εργάζομαι πάνω στο Λεωφορείο και μέσα σ’ εκείνη την καμπάνα σκέφτηκα την ατάκα εξόδου από τη σκηνή της Μπλανς, που αργότερα έγινε κατά κάποιο τρόπο ιστορική: «Πάντα στηριζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων». / Στην πραγματικότητα αυτό ήταν αλήθεια, κι εγώ πάντα έκανα το ίδιο, και δίχως να απογοητεύομαι συχνά. Και μάλιστα, φανταζόμουνα πως οι συμπτωματικές γνωριμίες, ή οι ξένοι, υπήρξαν συνήθως απέναντί μου πιο καλόκαρδοι απ’ όσο ο φίλοι μου  -πράγμα που δεν μαρτυράει και τόσο καλά πράγματα για λογαριασμό μου. Το να με ξέρεις ισοδυναμεί με το να μ’ αγαπάς. Στην καλύτερη περίπτωση, ισοδυναμεί με το να με ανέχεσαι… [σ. 197 – 198]

Σε ολόκληρο το σώμα των Αναμνήσεών του, ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς [1911 – 1983] ανοίγει τον προσωπικό του κόσμο χωρίς φόβο αλλά με όλο το πάθος που φλόγιζε τον χαρακτήρα του. Ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος, είναι γραμμένο «σαν σε ελεύθερο συνειρμό», που έμαθε να εφαρμόζει στην διάρκεια κάμποσων χρονικών περιόδων ψυχανάλυσης. Είναι πραγματικά άξιο απορίας το γεγονός πως σε τούτες τις αβίαστες, εξομολογητικές διηγήσεις προσπερνά τις θεατρικές του κορυφώσεις για να εστιάσει γύρω κι έξω από αυτές: στον έρωτα και τις ματαιώσεις του, στην οικογένεια και τις τραγωδίες της, στην δημιουργία και τα σκαμπανεβάσματά της. Η «καταγραφή των πρακτικών» της ζωής του περιλαμβάνει εξίσου «σημαντικά» και «ασήμαντα» στοιχεία: Πόσα ασήμαντα πράγματα υπάρχουνε που πρέπει να καταγραφούν στα πρακτικά της ζωής ενός ανθρώπου: Πρέπει να υπάρχουνε πολλά έμμεσα στοιχεία που είναι περισσότερο αντάξια ενθύμησης αλλά με κάποιον τρόπο όλα αυτά παραμένουν σε μια νεφελώδη κατάσταση ενώ η απλή επιφανειακή ιστορία επανέρχεται με καθαρότητα στο μυαλό μας. Εννοώ με σχετική καθαρότητα…[σ. 174]

Ο συγγραφέας άλλαξε πολλά επαγγέλματα αλλά ήταν η τριετής εργασία του ως υπάλληλος σε υποκατάστημα της Διεθνούς Εταιρείας Υποδημάτων [1931 – 1934] που του άνοιξε με παράδοξο τρόπο τα φύλλα της δημιουργικότητας. Πρώτα άρχισε να γράφει τις νύχτες, ολοκληρώνοντας μια ιστορία την εβδομάδα και ταχυδρομώντας την στο διακεκριμένο περιοδικό ιστοριών Στόρυ. Ύστερα, τα Σαββατιάτικα απογεύματα πήγαινε στην Εμπορική Βιβλιοθήκη του Σαιν Λούις και διάβαζε άπληστα. Και τέλος, η εξαντλητική δουλειά (ατέλειωτα κουβαλήματα των βαριών κασονιών και αμέτρητες ώρες δακτυλογράφησης παραγγελιών) επιβάρυνε την υγεία του και αποχώρησε, ελεύθερος πλέον να προσεγγίσει την «σκυθρωπή του τέχνη, το μελαγχολικό του επάγγελμα» όπως περιέγραψε ο Ντύλαν Τόμας την κλίση της συγγραφής.

Ένα βράδυ δούλευα ένα διήγημα που είχε τον τίτλο Ο Τόνος του Επερχόμενου Ποδός, ίσως το πιο ώριμο διήγημα που συνέθετα εκείνη την περίοδο. Είχα φτάσει σε μια προοδευτικά κλιμακούμενη σκηνή όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα πως η καρδιά μου χτυπούσε άρρυθμα και γρήγορα…τινάχτηκα μ ένα πήδημα από τη γραφομηχανή και χίμηξα έξω στους δρόμους…. Βάδιζα όλο και πιο γρήγορα σαν να μπορούσα μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αφήσω πίσω μου την κρίση…[σ. 68 -69]

Ο συγγραφέας σταχυολογεί μνήμες από την παιδική του ηλικία, όπου ήδη αποτελούσε «ένα ξεκάθαρο υβρίδιο διαφορετικό από την οικογενειακή γενεαλογία των ακριτών ηρώων του ανατολικού Τεννεσσή» και την ταραγμένη του εφηβεία κι από τις πνευματικές του ανησυχίες μέχρι τις βιοπαλαιστικές του περιπέτειες (ταξιθέτης στο Μπρόντγουεϊ, ξεπουπουλιαστής σε ράντσο με κοτόπουλα, χειριστής ανελκυστήρων στο Μανχάταν). Η περιγραφή της πρώτης, τελευταίες και μοναδικής ολοκληρωμένης του σχέσης με γυναίκα, την Σάλλυ με την ετρουσκική κατατομή και τα σαρκώδη χείλη, είναι κινηματογραφική: το ζεύγος συνευρισκόταν επί … τρεις μήνες στο σαλόνι της πανσιόν όπου εκείνη έμενε, αδιαφορώντας για τους επίσης αδιάφορους περαστικούς του ούτως ή άλλως ανυπόληπτου οικήματος. Στον αντίποδα, την ίδια θέση στην αφήγηση έχει και η οριακή εσωτερική του εμπειρία μέσα σ’ έναν καθεδρικό ναό:

αυτή η αναγνώριση πως είσαι μέλος της πολυειδούς ανθρωπότητας με τις πολλαπλές,  ανάγκες, προβλήματα και συναισθήματα, όχι ένα μοναδικό πλάσμα, αλλά ένας, μονάχα ένας ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων σου, ναι, υποπτεύομαι πως αποτελεί την σπουδαιότερη παραδοχή για όλους εμάς απ’ αυτές που θα μπορούσαμε να κατορθώσουμε ατή τη στιγμή, κάτω απ’ όλες τις περιστάσεις, αλλά ιδιαίτερα τις περιστάσεις του παρόντος. Η στιγμή της ομολογίας τού ότι η ύπαρξή μου και η μοίρα μου θα μπορούσε να διαλυθεί τόσο ανεμπόδιστα όσο η στάχτη που πέφτει κάτω μέσα σ’ έναν δυνατό χιονιά αποκατέστησε μέσα μου, μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, την εμπειρία του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Και αναρωτιέμαι αν δεν αποτελούσε μια συνέχεια εκείνης της εμπειρίας, μια προαγωγή της: στην αρχή, το άγγιγμα του μυστηριώδους χεριού πάνω στο έρημο, γεμάτο αγωνίες κεφάλι, και μετά το ήπιο μάθημα ή η απόδειξη πως το κεφάλι, παρά την προοδευτικά κλιμακούμενη κρίση που εμπεριέχει, ήταν ακόμα ένα και μοναδικό κεφάλι που συνωστιζόταν μέσα σ’ έναν δρόμο μαζί με πολλά άλλα. [σ. 47]

Η επιτυχία στο θέατρο ήρθε πολύ αργά για τα τότε δεδομένα κριτήρια, αλλά και πάλι, ο ίδιος λέει είτε η καλή τύχη έρθει σε σένα νωρίς είτε αργά, αν έρθει και ποτέ, πρέπει να καταλάβεις πως υπήρξες τυχερός. Από την Νύχτα της Ιγκουάνα και μετά οι περιστάσεις της ζωής του ενέπνεαν  – απαιτούσαν γράφει ο ίδιος – από μέρους του ένα λιγότερο παραδοσιακό στυλ θεατρικής γραφής, κι έτσι ρίχτηκε με όλο και μεγαλύτερη απόλαυση «στην καινούργια φόρμα της απροκάλυπτης αυτό-αποκάλυψης».

Ίσως είμαι μια μηχανή, ένας δακτυλογράφος. Ένας καταναγκαστικός δακτυλογράφος κι ένας καταπιεστικός συγγραφέας. Αλλά αυτή είναι η ζωή μου, και αυτό που υπάρχει μέσα σε τούτα τα απομνημονεύματα είναι κυρίως η ελαχιστότατη περιφέρεια εκείνου που συνιστά την έντονη ζωή μου, διότι η έντονη ζωή μου είναι η δουλειά μου. / Έχω τη γνώμη πως το γράψιμο είναι μια διαρκής αναζήτηση ενός πολύ και σκόπιμα διφορούμενου θηράματος, και ποτέ δεν καταφέρνεις να το παγιδέψεις εντελώς. [σ. 134]

Ο Ουίλλιαμς δεν διστάζει να μοιραστεί ακόμα και τις καταστάσεις η ονομασία των οποίων «προέρχεται από το «Παν», χωρίς το μικρό της όνομα να είναι Πήτερ», θυμάται τις στιγμές όπου το γέλιο του υπήρξε το υποκατάστατο της θρηνωδίας και καταδύεται στις ψυχολογικές αβύσσους της εξάρτησης και της απόγνωσης, των γνωστών οικογενειακών του τραγωδιών και της προσωπικής ψυχοπνευματικής του κατάπτωσης, διατηρώντας καθαρή ματιά και διαυγή σκέψη ως το τέλος.

Δουλεύω ενάντια στον χρόνο, και δεν υπάρχει λόγος να αποφύγω αυτό το θέμα, εννοώ το να αγνοήσω το πρόβλημα του χρόνου που εκπνέει τόσο γρήγορα. Θα μπορούσα σ’ αυτό το σημείο, να προσποιηθεί κάποιου είδους ηρωική στάση, αλλά αυτό θα κατέληγε μονάχα σ’ ενός είδους αυταρέσκεια που απεχθάνομαι, η οποία θα έπρεπε να αποδοθεί στην αυτολύπηση, μια ιδιότητα που βρίσκω ιδιαίτερα αποτροπιαστική. Η στάση μου απέναντι στον εαυτό μου ποτέ δεν εκπήγαζε από τον οίκτο, δόξα τω Θεώ. Διαθέτω,  για να μνημονεύσω την Λεόνα Ντώσον στις Μικρές Εμπειρικές Συμβουλές, αυτή την τρομερή περηφάνια στον χαρακτήρα μου: εάν ένα άτομο, είτε είναι μια ερωτοχτυπημένη αισθητικός σαν την λεόνα είτε όχι, έχει περηφάνια στη φύση του, δεν είναι έτοιμο να παραδοθεί στην εξευτελιστική άσκηση της αυτολύπησης. [σ. 147 – 148]

Εκδ. Ίνδικτος, 200, μτφ. Εύη Γεωργούλη, 379 σελ., με τρισέλιδο κατάλογο ονομάτων και τοπωνυμίων και 56 πρόσθετες σελίδες με 144 ασπρόμαυρες φωτογραφίες [Tennessee Williams, Memoirs, 2003].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Down in Tennessee.

Advertisements

0 Responses to “Τεννεσσή Ουίλλιαμς – Αναμνήσεις”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Νοέμβριος 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.   Δεκ. »
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Blog Stats

  • 853,295 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: