05
Ιον.
12

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 94. Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πολύ  ευχαρίστως. Όλα ξεκινούν ακριβώς, όταν ο γερμανός ήρωας του Παράξενου καλοκαιριού ανοίγει την πόρτα σε μία ελκυστική ελληνίδα, που θυμίζει ηθοποιό του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, η οποία βρίσκεται σε αναζήτηση του συζύγου της, φίλου και συνεργάτη του αφηγητή. Η νουβέλλα εκτυλίσσεται στην καλοκαιριάτικη κουφόβραση, με φόντο τον «Γύρο της Γαλλίας», σε τρεις πόλεις (Αμβούργο, Αθήνα, Μόναχο) και ο αφηγητής, ένας μάλλον «ομπλομοβικός» τύπος, που ζει μοναχικά και περιφέρεται με ποδήλατο στην πόλη, μπαίνει σε περιπέτειες, προσπαθώντας να εντοπίσει τον φίλο του, αλλά και να κατανοήσει τι κρύβεται πίσω από τη φυγή. Το βιβλίο διαθέτει στοιχεία νουάρ και, ταυτόχρονα, είναι ένα σχόλιο για τις ελληνο-γερμανικές σχέσεις, αλλά και την αλλοτρίωση της πολιτικής, ανάμεσα σε τέσσερα διαφορετικά, σε νοοτροπία και συμφέροντα, πρόσωπα, στο ύφος μιας αστυνομικής ιστορίας, που όμως περισσότερο ενδιαφέρεται για τα κίνητρα παρά για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το Τilt! Δοκίμιο για το φλίππερ είναι ένα λογοτεχνικό δοκίμιο, στα ίχνη του αντίστοιχου έργου του Πέτερ Χάντκε (Δοκίμιο για το τζουκ-μποξ) και αναφέρεται στον μαγικό κόσμο των φλίππερ, αλλά και στις αναμνήσεις του συγγραφέα, όσον αφορά το παιγνίδι και τον νεανικό έρωτα. Το Tilt! γράφτηκε με τους ήχους και τα χτυπήματα στο φλίππερ της μνήμης και της γλώσσας. Στο Καφέ Λούκατς-Budapest Noir o αφηγητής πιάνεται στα «δίχτυα της αράχνης-Ιστορίας», επισκεπτόμενος τη Βουδαπέστη και γνωρίζοντας μία ώριμη femme fatale, καθώς θα έρθει αντιμέτωπος με τον σκοτεινό κόσμο ενός παρελθόντος, που συνδέεται με το Ολοκαύτωμα στην Ουγγαρία. Οι λογοτεχνικές και κινηματογραφικές «νουάρ» αναφορές είναι ενσωματωμένες στον ρυθμό αφήγησης.

Αν υπάρχει κάτι κοινό στα προαναφερόμενα έργα, πέραν των λογοτεχνικών αναφορών, αυτό είναι η φυγή από μία μίζερη, ελληνική πραγματικότητα, κι ο πόθος της λογοτεχνικής απόδρασης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Νομίζω, πως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: είναι οι ήρωες που με (μάς) παρακολουθούν, αθέατοι, σιωπηλοί, υπομονετικοί, όχι σαν «χαφιέδες», αλλά σαν σωματοφύλακες. Είναι όμως δύσκολο να μάθω τα νέα τους, αφού όλοι τους είναι ανώνυμοι στα έργα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πλέον η ευρωπαϊκή παράδοση της «δημόσιας συγγραφής» στα Café, όπως στη Βιέννη ή το Παρίσι. Αυτό, νομίζω, απαντάει στο ερώτημά σας. Από την άλλη, όλοι έχουμε γράψει «εκτός έδρας».

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Κι εδώ, επιτρέψτε μου να αντιστρέψω το ερώτημα: πιστεύω πως οι ιδέες, όπως αντίστοιχα τα βιβλία και οι συγγραφείς, είναι που μάς παγιδεύουν, και καταντούν εμμονές μέχρι να βρουν τον δρόμο τους στο χαρτί ή στο πληκτρολόγιο.  Εκτιμώ, ότι κάθε θέμα και κάθε βιβλίο σχεδόν προδιαγράφει μυστικά τη δική του διαδικασία της συγγραφής.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αυτή είναι μια ερώτηση που αφορά πρωτίστως το «εργαστήριο» των  μεγάλων συγγραφέων, γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο έγραφε ο Σιμενόν ή η Χαϊσμιθ, ακόμα και ο Τσάτουιν. Προσωπικά, δεν υπάρχουν ούτε επιλογές ούτε ειδικές προετοιμασίες, αλλά αυτό εκτιμώ ότι σχετίζεται με την ιδιοσυγκρασία του κάθε συγγραφέα. Πάντως, η μουσική υπόκρουση δεν διευκολύνει, ταυτόχρονη ακρόαση και συγγραφή δεν συνταιριάζουν κατά τη γνώμη μου. Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις: από Μπητλς, Ντύλαν, Mazzy Star και Barbara μέχρι Μοσχολιού, Ζαμπέτα, Μουζάκη και Dire Straits, ενδεικτικά πάντα.

Έχετε επιμεληθεί πολλές εκδόσεις και θα έχετε παρατηρήσει το έργο των επιμελητών και των διορθωτών συνήθως τίθεται σε «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους με εκδότες αλλά και μεταφραστές και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Η «ελληνική υπανάπτυξη», όπως κι εσείς διαπιστώνετε, αδικεί συχνά το έργο του επιμελητή (editor) ή το περιορίζει στη γλωσσική, τυπογραφική επιμέλεια μόνο. Τα προβλήματα, στα οποία ορθώς αναφέρεστε, έχουν να κάνουν με το γεγονός, ότι οι ρόλοι δεν είναι διακριτοί σε επαγγελματικό επίπεδο ούτε ανταμείβονται αυτονόητα. Στο εξωτερικό, οι περισσότεροι εκδοτικοί είναι οργανωμένοι στη βάση αρμοδιοτήτων και καταμερισμού εργασίας.

Ασχολείστε επισταμένα και με την κριτική λογοτεχνίας. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Δεν είμαι κριτικός με την αυστηρή έννοια του όρου, τη δουλειά αυτή τη διεκπεραιώνει εξαιρετικά η νέα γενιά των ελλήνων κριτικών. Συνήθως, παρουσιάζω με κριτικό τρόπο (ελπίζω) βιβλία και συγγραφείς, κυρίως από το εξωτερικό (fiction και non fiction), μεταφρασμένα ή όχι ακόμα. Η κριτική προσέγγιση και καταγραφή βοηθάει πάντα έναν συγγραφέα στο να κατανοήσει άλλα έργα κι άλλους κόσμους, άρα ούτε υποκλέπτει ούτε εξαργυρώνεται. Όμως το ζήτημα της κριτικής και της επιτυχίας ή αποτυχίας ενός βιβλίου είναι ένα πολύπλοκο θέμα με πολλούς παράγοντες που το διαμορφώνουν.

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Η παράθεση ονομάτων είναι περισσότερο ή λιγότερο μια ιδιωτική, και πάντως μάλλον αδιάφορη υπόθεση για τους τρίτους. Συνήθως απαντάμε είτε με κλασσικούς (παλαιότερους και σύγχρονους) είτε με άγνωστα στο κοινό ονόματα. Επιτρέψτε μου να αναφέρω μόνο δύο ονόματα, λόγω προσωπικής συμπάθειας: Βάλτερ Μπένγιαμιν και Ούβε Γιόνζον.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Εδώ, θα σας απογοητεύσω λιγότερο, χωρίς αξιολογική ή χρονολογική σειρά: Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, Βασίλης Βασιλικός, Γλαύκος Θρασάκης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μαριάμπας, Ζωρζ Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, Μαξ Φρις, Stiller, Ούβε Γιόνζον, Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ, Βλάντιμιρ Ναμπόκοβ, Λολίτα, Τέοντορ Αντόρνο, Minima Moralia, Ρολάν Μπαρτ, Μυθολογίες, Πέτερ Χάντκε, Η αγωνία του τερματοφύλακα στο πέναλτυ, Πατρίτσια Χάισμιθ, Το Παιγνίδι του Ρίπλεϋ (Ο αμερικανός φίλος), Βάλτερ Μπένγιαμιν, Μονόδρομος, Φίλιππος Φιλίππου, Το τέλος της περιπλάνησης, τα έργα του Γιάννη Μαρή, του Νίκου Τσιφόρου, του Μάριου Χάκκα και του Τάσου Λειβαδίτη, και άλλα πολλά.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα διηγήματα του Καραγάτση, του Κορτάζαρ (τον οποίο έχετε παρουσιάσει), της Χάισμιθ, του Πόε, του Βασιλικού την περίοδο 1967-1974.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δύσκολη ερώτηση με πιο δύσκολη απάντηση, σε μια χώρα όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, όμως λιγότερο γνωρίζουμε το έργο και περισσότερο αναγνωρίζουμε, θετικά ή αρνητικά, τον συγγραφέα. Προσωπικά, με συγκίνησαν τα Γλυκά του κουταλιού, της Ελένης Ζαχαριάδου, και εκτιμώ ιδιαίτερα το Επτά μέρες βροχή, του Αναστάση Σιχλιμίρη.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ρόλλο Μάρτινς, στον Τρίτο άνθρωπο του Γκράχαμ Γκρην, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά.

Πώς βιοπορίζεστε;

Κι άλλη δύσκολη ερώτηση «σ’ αυτόν τον δύσκολο καιρό»: με τα βιβλία και τη δημοσιογραφία κυρίως στην «Καθημερινή» και σε γερμανόφωνα έντυπα, όσο το επιτρέπουν ακόμα οι συνθήκες.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Είναι αυτονόητο, ότι η Νέα Εστία,  η Λέξη και το Δέντρο είναι εκείνα τα περιοδικά που μάς διαμόρφωσαν και επιμόρφωσαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς να αγνοήσουμε όμως και τον περιφερειακό περιοδικό τύπο. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος προτίμησης, το κάθε ένα από αυτά έχει μια ενδιαφέρουσα προϊστορία, ξεχωριστούς διευθυντές και σημαντική συμβολή στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Περί τίνος πρόκειται;

Η ΕΛΣΑΛ είναι κατά βάσιν ένα πείραμα: συνενώνει παλαιότερους και νεότερους συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας, πλην, δυστυχώς, του Πέτρου Μάρκαρη, και συμπεριλαμβάνει γνωστά ονόματα, όπως την Αθηνά Κακούρη, την Τιτίνα Δανέλλη, τον Ανδρέα Αποστολίδη, τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη, τον Δημήτρη Μαμαλούκα και πολλούς άλλους. Σκοπός της είναι να θέσει ένα πλαίσιο διαλόγου και συνεργασίας μεταξύ των μελών της και να αναδείξει δημιουργικά το είδος, χωρίς προκαταλήψεις, ανταγωνισμούς και συνδικαλιστικές απαιτήσεις. Ταυτόχρονα, επιδίδεται σε κοινές συγγραφικές και εκδοτικές προσπάθειες.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα επέλεγα αναφανδόν τον Γιάννη Διακογιάννη. Είναι εκείνος ο δημοσιογράφος με μεγάλη παιδεία, που μάς έμαθε μέσα από τον μοναδικό σχολιασμό (και τη φωνή) του, όχι μόνο ποδόσφαιρο, αλλά και τον κλασσικό αθλητισμό, συνδυάζοντας το άθλημα με την ιστορία και τον πολιτισμό, αλλά και το γαλλικό τραγούδι. Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω κάτι ανάλογο με τον Γιάννη Μαρή επίσης, αλλά νομίζω πως είναι άλλοι αρμοδιότεροι από εμένα και εύχομαι να το καταφέρουν.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Δεν πηγαίνω πλέον κινηματογράφο ή θέατρο, με τη ζέση των νεανικών χρόνων. Λόγω όμως του δορυφορικού προγράμματος, παρακολουθώ ανελλιπώς παλιές και νεότερες ταινίες στα γερμανικά κυρίως κανάλια, και βέβαια στην ελληνική τηλεόραση. Με γοήτευσαν σκηνοθέτες, ταινίες  και ηθοποιοί που τούς απολαύσαμε στα νεανικά μας χρόνια, ας μην μπούμε στην ονοματολογία, όπως θα έλεγαν και οι τηλεοπτικοί talking heads. Θα υποκύψω όμως στον πειρασμό δύο ενδεικτικών αναφορών: «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων», των Σίλλιτόου/ Ρίτσαρντσον και «Ο έμπορος των τεσσάρων εποχών» του Φάσσμπίντερ.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε, όπως έγραφε κι ο Καρυωτάκης, ας το αφήσουμε λοιπόν καταχωνιασμένο στο παρελθόν μας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, ατάκτως εριμμένα: την Κυρά της λίμνης, του Τσάντλερ, τον Κόκκινο βράχο, του Ξενόπουλου, σε μία εξαιρετική έκδοση του 1955, τα Θύματα ειρήνης, του Βασιλικού, κάποια κριτικά δοκίμια του γερμανού Karl Heinz Bohrer για τον σύγχρονο πολιτισμό, ανάμεσά τους ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για το ουέστερν, το του Φεντερίκο Φελλίνι. Σημασία, πάντως, έχει τι ξαναδιαβάζουμε.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας., και πάντως, όλοι μας όλο και κάτι πασπατεύουμε στα συρτάρια του γραφείου και του μυαλού μας.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Το «διαδικτυώνεσθαι» είναι όπως το οδηγείν, θέλει προσοχή και σύνεση. Δεν εκτιμώ σε υπερθετικό βαθμό αυτού του είδους την ενημέρωση και επικοινωνία (κοινωνικά δίκτυα, ηλεκτρονική ενημέρωση κλπ.), αλλά έχει πολλές πρακτικές και ενδιαφέρουσες πλευρές, κυρίως στη χώρα μας, όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες, όπως και πολύ έρμα, κοινώς σαβούρα.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Περισσότερο τις έντυπες, αλλά και αρκετές από τις ηλεκτρονικές, που δεν υπολείπονται σε ποιότητα και εγκυρότητα των πρώτων. Κυρίως, όμως μ’ ενδιαφέρει το έργο της κριτικής από τη σκοπιά των μεγάλων συγγραφέων (π.χ. Λούκατς, Ναμπόκοβ) και των ξένων εφημερίδων.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Συνήθως, δεν μετακινούμαι εντός Ελλάδος, σε αντίθεση, όταν ταξιδεύω στο εξωτερικό, κυρίως στη Γερμανία, και πάντα με τον σιδηρόδρομο. Θυμάμαι πάντως, ότι σε ένα πολύωρο ταξείδι με νυχτερινό τραίνο στη Γερμανία, με είχε συνεπάρει, διόλου τυχαία, το έργο του Σιμενόν, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τραίνα να περνούν, η ανάγνωσή του τελείωσε μαζί με τη διαδρομή.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Στη μεφιστοφελική σας ερώτηση, σάς παραπέμπω στον Δημήτρη Χορν, στο Αλοίμονο στους νέους. Η αιώνια νιότη είναι μια ουτοπία, κι όπως κάθε ουτοπία είναι κι αυτή ένα καθεστώς ανίας (boredom) και μελαγχολίας. Θα ήθελα πάντως να μπορούσα να ξαναπαίξω ποδόσφαιρο, όπως στα νειάτα μου, ίσως εκεί να ενέδιδα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Από τις δικές σας ερωτήσεις, περισσότερο φοβάμαι τις δικές μου απαντήσεις, εάν τυχόν απογοήτευσαν εσάς ή κούρασαν το αναγνωστικό κοινό σας. Θα ήθελα, όμως, να με είχατε ερωτήσει, «τι ομάδα είμαι», και μια που δεν την κάνατε την ερώτηση, δεν υπάρχει απάντηση επ’ αυτού. Σάς ευχαριστώ πάντως ιδιαίτερα, για τον χρόνο και τον χώρο που διαθέσατε στο πάντα φιλόξενο «Πανδοχείο» σας.

Στις φωτογραφίες, ο συγγραφέας μαζί με τον Βασίλη Βασιλικό στην 9η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη και, πιο κάτω, άτυποι πλην πιστοί συνομιλητές του: Walter Benjamin, Uwe Johnson, Peter Handke, Patricia Highsmith, Vladimir Nabokov, George Simenon, Roland Barthes. Ανάμεσά τους, o Τρίτος Άνθρωπος, ο Τζέντλεμαν των Μεταδόσεων και ο Έμπορος των Τεσσάρων Εποχών.

Advertisements

1 Response to “Στο αίθριο του Πανδοχείου, 94. Κώστας Θ. Καλφόπουλος”



Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Ιουνίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.   Ιολ. »
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 841,070 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: