06
Φεβ.
12

Ρέιμοντ Κάρβερ – Αρχάριοι

Οι ρημαγμένοι μιλούν ακόμα

«Θεέ μου» έλεγε. Όμως ο Θεός δεν είχε τίποτα να κάνει μ’ αυτά. Είχε νίψει τας χείρας του. (σ. 36)

Οι χαρακτήρες του Κάρβερ βρίσκονται στα όρια του πόνου και στις παρυφές της θλίψης αλλά δεν είναι αυτοκαταστρεφόμενοι μοιρολάτρες. Γνωρίζουν καλά πώς βρέθηκαν ως εδώ, κάποτε γνωρίζουν και πώς να βγουν απ’ την απόγνωση. Αλλά μένουν για να δουν το απώτατο όριο μιας ζωής ρευστής «όπου τη μια στιγμή είσαι εδώ κι όλα είναι μέλι γάλα και την άλλη βρίσκεσαι στο χείλος της αβύσσου». Άλλοτε τους λείπει ένα τρυφερό χέρι βοήθειας, άλλοτε συναισθάνονται ότι το φως δεν είναι καλύτερο απ’ το σκοτάδι τους.

Σε κάθε περίπτωση ξέρουν καλά τι υπήρξαν κάποτε και τι έχασαν τώρα. Το συντετριμμένο ζεύγος που ετοιμάζεται «άδειο από λέξεις» να χωρίσει μοιράζεται μνήμες της εποχής που εγκατέλειψαν τα πάντα για να αναλάβουν ένα μοτέλ: οι καλύτερες αναμνήσεις λειτουργούν ως αντίβαρο στη απωλεσθείσα αξιοπρέπεια («Κιόσκι»). Στην παραμυθητική ανασκόπηση ζωής (και στη σκέψη της παράφορης αγάπης του) προβαίνει κι ένα άλλο ζεύγος, με άπιστη αυτή τη φορά την γυναίκα («Πού έχουν πάει όλοι;»). Εδώ όμως ο μεθυσμένος σύζυγος εκφράζει μια ρέουσα, λανθάνουσα καλοσύνη, όπως και πολλοί καρβερικοί χαρακτήρες: αδυνατεί να μην εκφράσει, έστω και μονολογώντας, την συμπόνιά του στον εξίσου αλκοολικό εραστή της, άνεργο της βιομηχανίας διαστημοπλοίων, που περνάει την ώρα του επισκευάζοντας «κάθε λογής παλιοσυσκευές και εξαρτήματα που δεν επρόκειτο να πλύνουν, να μαγειρέψουν ή να παίξουν ξανά».

Κάποιοι επιδίδονται σε αυθόρμητες πράξεις γενναιοδωρίας όπως εκείνος που έχει αποθέσει όλα του τα υπάρχοντα στην αυλή και τα πουλάει φτηνά ή τα χαρίζει σ’ ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι, μεταγγίζοντας τα έσχατα αποθέματα ηδονής του σ’ έναν τελευταίο προαύλιο χορό («Γιατί δεν χορεύετε;»). Άλλοι επιθυμούν να μοιραστούν το αλγεινό τους βάρος, όπως η γυναίκα που μοιράζεται την αϋπνία της με τον μονομανιακό γείτονα που θρηνεί οριακές απώλειες. «Στεκόμενη στη μέση της αυλής και κοιτώντας ολόγυρα την ήσυχη γειτονιά νοιώθει πολύ μακριά από οποιονδήποτε γνώριζε και αγαπούσε όταν ήταν μικρή» και επιστρέφει για να συνεχίσει την μεγάλη συζήτηση με τον κοιμώμενο άντρα της («Θέλεις να δεις κάτι;»). Την ίδια διάθεση αντιμετωπίζει ο φωτογράφος σπιτιών που πουλάει τις φωτογραφίες στους ιδιοκτήτες, που σπεύδουν να βεβαιωθούν πως συμπεριλαμβάνονται στο κάδρο ή εκφράζουν τα οικιακά τους συναισθήματα («Σκόπευτρο»).

Μέσα στα ρημαγμένα οικογενειακά ναυάγια οι νεαρότεροι ήρωες αναδύονται αναπνέοντες: είτε ξεκαρδίζονται βεβιασμένα με τους φίλους τους για την τρέλα και τους καυγάδες των γονέων τους («Πού έχουν πάει όλοι;») ή υιοθετούν πιο θαρραλέα οπτική, όπως η 15χρονη κόρη που φωνάζει στον επιθετικό απελπισμένο πατέρα: «Όλα είναι μέσα στο κεφάλι μας. Αν πεις στον εαυτό σου να σταματήσει, θα σταματήσει. Το μυαλό μπορεί να κάνει τα πάντα. …Είναι το πιο δυνατό όργανο του σώματος. Μπορεί να κάνει ό,τι του ζητήσεις» («Κάτι ακόμα»). Ακόμα και η συντετριμμένη πενθούσα μητέρα γνωρίζει πως «θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να πάει πιο πέρα απ’ αυτό το απέραντο κενό που ήξερε πως απλωνόταν μπροστά της» (στο συνταρακτικό «Μια μικρή παρηγοριά»).

Η παρούσα έκδοση της αρχικής εκδοχής των διηγημάτων της συλλογής What we talk about when we talk about love (1981) χωρίς τις εκτεταμένες επεμβάσεις και αφαιρέσεις του επιμελητή Gordon Lish (που αποδεικνύει πως το περίφημο αφαιρετικό καρβερικό ύφος υπήρξε δικό του δημιούργημα) αποτελεί το αντικείμενο μεγάλης συζήτησης. Ανεξάρτητα από τις πλείστες παραμέτρους του θέματος (αποκαθήλωση ενός μύθου, λάμψη της αλήθειας, φιλολογικό ενδιαφέρον, απαύγασμα συγκριτικής λογοτεχνίας, θέση του επιμελητή [editor] ως εταίρου του λογοτεχνικής συγγραφής) η κατάληξη είναι ίδια: η ευκαιρία προσωπικής ανάγνωσης ενός νέου, αυθεντικότερου Κάρβερ. Που δεν έπαψε να αναρωτιέται «πώς γίνεται και κάποιες αγάπες χάνονται, σβήνονται απ’ τον χάρτη» και να είναι βέβαιος πως «είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη». Τελικά για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη;

Παράξενο που ’ναι το ποτό. Τώρα που το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες μας τις σημαντικές αποφάσεις τις πήραμε πίνοντας. Ακόμα κι όταν κουβεντιάζαμε πως έπρεπε να βάλουμε λίγο φρένο στο ποτό, καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας ή στο τραπέζι του πικνίκ στο πάρκο με ένα πάκο μπύρες ή ένα μπουκάλι ουίσκι μπροστά μας. (…) Κι αυτό το πρωινό που η Χόλι ισχυρίζεται ότι πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα για τη ζωή μας, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τρέξω στην κάβα για ένα μπουκάλι…(σ. 49, 50)

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. – επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης σ. 328, με σημειώσεις των επιμελητών Γουίλιαμ Λ. Σταλ και Μορίν Π. Κάρολ, και επίμετρο του μεταφραστή (Raymond Carver, Beginners, 2008 –William L. Stull – Maureen P. Carroll).

Σημ.: Η συλλογή «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» εκδόθηκε εδώ πριν από μια εικοσαετία (εκδ. Απόπειρα, 1993, ίδιος μεταφραστής). Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr. (δηλαδή εδώ).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Φεβρουαρίου 2012
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Ιαν.   Μαρ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
272829  

Blog Stats

  • 881,589 hits

Αρχείο


Αρέσει σε %d bloggers: