Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].

Θωμάς Λιναράς – Κινηματογραφικά δεινά. Από τον Βιμ Βέντερς στον Γιασουχίρο Όζου

cover

Εκεί που ζήσαμε αμέτρητες ζωές

Γράφω και στα Περί του Πανδοχείου πως πάντα αναζητούσα κείμενα αξιανάγνωστα, ενίοτε λογοτεχνικά και κατ’ ευσεβή πόθο συναρπαστικά σε μια πληθώρα πηγών εκτός των βιβλίων. Ακριβώς μια τέτοια πηγή υπήρξαν τα κινηματογραφικά περιοδικά και αργότερα οι εξαιρετικές εκδόσεις του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από το 1992 κι έπειτα, όταν άνοιξε σε Νέους Ορίζοντες και γενικώς διέσπειρε το βλέμμα του στον κόσμο. Αγόραζα με το υστέρημά μου εκείνα τα αφιερωματικά τομίδια, αναζητώντας με μανία όχι μόνο την γνωριμία με σκηνοθέτες, ταινίες και κινηματογραφικές σχολές αλλά και μια σιωπηρή ανταλλαγή απόψεων με όσους ήδη γνώριζα, την ταύτιση και την διαφορά στις ματιές μας.

Anna Karina in Jean-Luc Godard's ALPHAVILLE (1965). Courtesy: Rialto Pictures

Υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο σε αυτά τα γραπτά: σε έφερναν σε επικοινωνία με τον εκάστοτε ιδιαίτερο σελιλόιντ κόσμο αλλά και πάσχιζαν να μεταδώσουν και μια υποκειμενική ματιά, συνήθως συνεπαρμένη, προβληματισμένη, σε κάθε περίπτωση ταραγμένη. Αποτελούσαν την ίδια στιγμή λήμματα σε ένα αχανές λεξικό κινηματογράφου και ταυτόχρονα ημερολογιακές καταγραφές όπου συναντιούνταν δυο θεατές: ο «κριτικός» και ο απλός θεατής. Η ιδιαίτερη φύση τέτοιων σημειωμάτων τα περιόριζε στα ειδικά περιοδικά· κι όπως κάθε μορφή περιοδικής έκδοσης, ήταν συνήθως καταδικασμένα να μένουν εκεί, σε εξειδικευμένα έντυπα, άρα λιγότερο χρηστικά «ράφια». Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για τις εκτενείς κριτικές λογοτεχνικές των λογοτεχνικών περιοδικών, όπως επίσης έχω αναφέρει με διάφορες αφορμές.

Έτσι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, κάθε συγκεντρωτική έκδοση παρόμοιων κειμένων είναι όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά και πολύτιμη. Δεν έχουμε μόνο την ευκαιρία να (ξανα)διαβάσουμε για ταινίες που είδαμε και να δούμε εκείνες που χάσαμε αλλά και να ξανατρέξουμε προς τα πίσω την διαδρομή της δικής μας κινηματογραφικής εμπλοκής. Μια ρετροσπεκτίβα όλη δική μας! Εδώ έχουμε κριτικές και δοκίμια (απορώ γιατί αρνούμαστε τον όρο σε κατεξοχήν δοκιμιακές γραφές, που μπορεί να υπολείπονται σε έκταση, συμπυκνώνουν όμως πλήρως έργα και ημέρες δημιουργών) ενός γνώριμού μας ειδικού, που δημοσιεύτηκαν στα κινηματογραφικά περιοδικά Σύγχρονος Κινηματογράφος, Οθόνη, Καθρέφτης, στους καταλόγους και τα έντυπα του προαναφερθέντος Φεστιβάλ, στον Ετήσιο κινηματογραφικό οδηγό της Π.Ε.Κ.Κ, στα λογοτεχνικά περιοδικά Εντευκτήριο και Το Δέντρο και αλλού.

wenders-alice

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε σπίτι, έλεγε ο Νίκολας Ραίη μέσω του τίτλου της τελευταίας, ανολοκλήρωτης ταινίας και ο Βέντερς μοιάζει να κληρονόμησε την φράση ως ολόκληρη κοσμοθεωρία. Πράγματι, οι ήρωές του δεν μπορούν να γυρίσουν σπίτι και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταξιδεύουν, όχι για να φτάσουν απαραίτητα κάπου αλλά για να συναντηθούν με τον εαυτό τους, χωρίς κι αυτό να είναι σίγουρο. Αυτοί οι ήρωες τρέφονται από την κίνηση με την μορφή της περιπλάνησης η οποία γίνεται τρόπος ύπαρξης, μια δυνητική αναζήτηση ταυτότητας. Στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού, τα πάντα (ή και τίποτα) μπορούν να μετασχηματιστούν: μια στιγμή αλήθειας να παγιδευτεί στο πλάνο, μια σειρά από φωτογραφίες του ίδιου θέματος να μην είναι ίδιες, μια χειρονομία να μείνει μετέωροι. Οι απομαγευμένοι χαρακτήρες καταλήγουν σχεδόν πάντα στην πικρή συνειδητοποίηση της ρήξης ανάμεσα στο άτομο και στον κόσμο, γι’ αυτό και τα σύνορα είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να τους μαγέψει.

Ο συγγραφέας διατρέχει όλες τις ταινίες του Βέντερς αλλά είναι Η Αλίκη στις πόλεις [1973] εκείνη που εκφράζει περισσότερο τα παραπάνω κι είναι ίσως η μόνη που με συνεπήρε στο ταξίδι της. Εδώ είναι όλα εμφανή: η περιπέτεια του βλέμματος, η ανάγκη της αποχώρησης και πολύ λιγότερο της άφιξης, ο φόβος του φόβου, το φάρμακο – πανάκεια της μουσικής. Οι μόνες αποσκευές του Φίλιπ είναι ένα σημειωματάριο και μια πολαρόιντ· της Αλίκης μια βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα. Εκείνος στο μπλοκ περισσότερο ξεγράφει παρά γράφει, γι’ αυτό και προτιμά να φωτογραφίζει, δυσανασχετώντας όταν διαπιστώνει πως το πραγματικό ποτέ δεν ταυτίζεται ακριβώς με την αναπαραγωγή του. Θυμάμαι την σκηνή που η Αλίκη παίζει κρεμάλα με τον Φίλιπ και αρνείται να κρεμάσει τη λέξη όνειρο. Η περιπλάνησή τους είναι μια νιοστή κινηματογραφική παραλλαγή του πανάρχαιου μύθου και φέρνει τον ένα κοντά στον άλλον, ευτυχισμένοι πλάνητες αφού δεν τους τρώει το σαράκι του νόστου.

Kieslowski - Magda

Η εκτενής ενότητα για τον Κριστόφ Κισλόφσκι περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και κείμενα για τον Δεκάλογο αλλά διασώζει και την πολύτιμη εξομολόγηση του ίδιου του σκηνοθέτη, ο οποίος δεν πιστεύει πως οι Εντολές είναι ο θεμελιώδης νόμος της ιουδαιοχριστιανικής θρησκείας αλλά δέκα καλογραμμένες φράσεις που προσπαθούν να ρυθμίσουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Είναι κανόνες απλοί, στοιχειώδεις και ενδιαφέροντες, γιατί ποτέ καμία ιδεολογία δεν τους αμφισβήτησε. Κι ενώ όλοι είμαστε σύμφωνοι πως είναι σωστές, την ίδια στιγμή όλοι τις παραβιάζουμε. Αυτό ακριβώς προσέλκυσε το ενδιαφέρον του: η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου, η φύση τους ως ψυχικών και πνευματικών κανόνων.

Ο σκηνοθέτης ομολογεί την γέννηση Δεκαλόγου ακριβώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παρατήρηση και την συμπάθεια για τους ήρωες. Το να παρατηρείς σημαίνει να κατανοείς την συμπεριφορά και το να καταλαβαίνεις σημαίνει να συγχωρείς. Τα άτομα υποκρίνονται όχι επειδή είναι κακά, αλλά από φόβο. Το θέμα είναι ν’ αναγνωρίσουμε αυτές τις υποκρισίες μ’ έναν τρόπο γενναιόδωρο, χωρίς διαχωρισμούς ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Στο τέλος μας φιλοδωρεί με τις δικές του δέκα κινηματογραφικές εντολές, στην τρίτη από τις οποίες διαβάζω: Να μην πιστεύεις στη δική σου οπτική γωνία περισσότερο από εκείνη του θεατή.  

moretti-bianca

Από το μπουκέτο των οκτώ Ιταλών σκηνοθετών έσπευσα σε δυο αγαπημένους, ιδίως στην πρώιμη φάση τους, στον Νάνι Μορέτι και τον Μάρκο Μπελόκιο. Ο Μορέτι μας χάρισε μερικές από τις «ωραιότερες κωμικά και ηθικά ανήσυχες» ταινίες, ταινίες που έκανε ακριβώς όπως ήθελε σε μια εποχή πλήρους παρακμής της ιταλικής πολιτικής ταινίας ή κωμωδίας. Επρόκειτο για έργα αυτοβιογραφικής εξομολόγησης, που δεν του χρησίμευαν όμως για να φανερωθεί αλλά για να κρυφτεί. Και στην ουσία μόνο κωμικός δεν ήταν: το κωμικό του δεν ήταν παρά ήταν ένα περίβλημα του τραγικού. Θυμάμαι σαν τώρα το αφιέρωμα στο Φεστιβάλ του 1995, ιδίως την ταινία Θα συμβεί αύριο [Domani Accadra] – ακόμα την ψάχνω, παρακαλώ βοηθήστε  – και την δύστροπη Bianca, όπου ο γνωστός μας Μικέλε βασανίζεται από την ηθική δίψα για το απόλυτο, την μανία για την τελειότητα και την ίδια την Μπιάνκα.

Ο Μπελόκιο παίχτηκε λιγότερο στη χώρα μας, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, αν και έσπευσα να τον δω χάρη σε μερικά περίφημα σάουντρακ. Από το I pugni in tasca [Οι γροθιές στην τσέπη] με το ανελέητο βλέμμα απέναντι στην «ιερή αγελάδα» της ιταλικής κοινωνίας, την οικογένεια και το σπάσιμο κάθε δεσμού με το νεορεαλιστικό σινεμά στο περίφημο Nel nome del padre [Εν ονόματι του πατρός], την σκληρή ματιά στην Καθολική Εκκλησία και μια από τις πιο εξπρεσιονιστικές ταινίες ιταλικού κινηματογράφου o Μπελόκιο εξέφρασε τις αγωνίες του για τον άνθρωπο και τα πάσης φύσεως δεσμά του.

bellocchio-giulia

Πόσο προφητικά ήταν το Sbatti il mostro in prima pagina [Βιασμός στην πρώτη σελίδα] ή το περίφημο ντοκιμαντέρ του για τα ψυχιατρικά ιδρύματα, Nessuno o tutti / Matti da slegare [Όλοι ή κανένας / Τρελοί για λύσιμο]! Πόσο μαγικός ο τσεχωφικός Γλάρος [Il gabbiano], πόσο αληθινό το Salto nel vuoto [Πήδημα στο κενό], εκείνη η ταινία η εξ ολοκλήρου γυρισμένη στο ημίφως ενός διαμερίσματος, όπου η τρέλα κατοικεί στην φυσιολογικότητα, εικόνα όλων μας των διαμερισμάτων σήμερα σπεύδω αυθαίρετα να προσθέσω. Και βέβαια η ίδια η τρέλα υπήρξε χρήσιμο προσωπείο και έσχατο καταφύγιο απέναντι στην υποκρισία της πραγματικής ζωής στον Ερρίκο τον Δ΄ όπως και απαραίτητο καύσιμο στην απελευθερωμένη σεξουαλική ενέργεια των εραστών στο Ο διάβολος στο κορμί της, για να αναφέρω και δυο ταινίες της δεκαετίας του ’80.

Πολυσέλιδα κείμενα για τους Αντρέι Ταρκόσφκι, Ρομπέρ Μπρεσόν, Καρλ Ντράγιερ, Βέρνερ Χέρτσογκ, Γέρζυ Σκολιμόφσκι, Οτάρ Ιοσελιάνι, Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ, Σάρα Ντράιβερ, Σταύρο Τορνέ, Μάικ Λη, Κέν Λόουτς, Άκι Καουρισμάκι, Τζων Σαίηλς, Μπέλα Ταρ, Αλεξάντρ Σοκούροφ, Σεργκέι Λοζνίτσα και Γιασουχίρο Όζου, διαδέχονται μικρότερα κριτικά σημειώματα για δεκάδες ταινίες αλλά και μικρά ή λιγότερο μικρά δοκίμια για την Οθόνη που λέγεται Μεγάλη επειδή μας χωράει όλους. Και μπορεί η υπ’ αρ. 2 «εντολή» του Κισλόφσκι να μας λέει «Να μην πιστεύετε στο σινεμά περισσότερο απ’ ό,τι σε οτιδήποτε άλλο», εμείς σε αυτό εκτός από περισσότερα ψέματα βρήκαμε και περισσότερες αλήθειες από οπουδήποτε αλλού.

wong-kar-wai-su-li-zhen_

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015, σελ. 464. Με πληθώρα μαυρόασπρων φωτογραφιών και πολυσέλιδο ευρετήριο κυριότερων ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων και τίτλων έργων καθώς και μη εξελληνισμένων τίτλων έργων.

Στις εικόνες, ηρωίδες που λατρέψαμε και περνάνε για λίγο από εδώ: η Νατάσα του Γκοντάρ, η Αλίκη του Βέντερς, η Μπιάνκα του Μορέτι, η Τζούλια του Μπελόκιο, η Μάγκντα του Κισλόφσκι, η Su Li-zhen του Γουονγ Καρ Γουάι.

Δημοσίευση και σε: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 213, με τίτλο Cinematic cinemanic, με τίτλο εμπνευσμένο από το κατεξοχήν σινεματικό τραγούδι.