Αρχείο για Απρίλιος 2019

20
Απρ.
19

Charles E. Schaefer, Theresa Foy DiGeronimo – Ages and Stages. Στάδια ανάπτυξης. Ένας οδηγός για την ενίσχυση των κοινωνικών, συναισθημάτικών και γνωστικών δεξιοτήτων του παιδιού σας

Οδηγός πλοήγησης στο ωραιότερο ταξίδι

Είναι πλέον κοινός τόπος ότι οι καλές προθέσεις κάθε γονέα για την υγιή ανάπτυξη του παιδιού του δεν είναι αρκετές. Η συνεχής συνδρομή του δεν είναι μόνο απαραίτητη σε μια διαρκή καθημερινότητα αλλά και κρίσιμη και καθοριστική για όλη την ζωή του. Τι συμβαίνει λοιπόν με το νέο πλάσμα από την στιγμή της γέννησής του μέχρι τα εννιά του χρόνια και με ποιους τρόπους μπορεί ο γονέας να βρίσκεται συνεχώς παρών στην συναισθηματική υγεία, την γνωστική ανάπτυξη, την οικογένεια και σχέσεις με συνομήλικους, την προσωπική ανάπτυξη και την διαμόρφωση του χαρακτήρα του; Ακριβώς αυτοί οι πέντε τομείς εξετάζονται σε αυτό το πολύτιμο βιβλίο, χωρισμένοι σε τέσσερα ηλικιακά στάδια: Γέννηση έως 18 μηνών [πρώτο στάδιο], 18 έως 37 μηνών [δεύτερο στάδιο], 36 μηνών έως 6 χρόνων [τρίτο στάδιο], 6 έως 9 χρόνων [τέταρτο στάδιο],

Η δομή των κεφαλαίων χαρακτηρίζεται από μια ενδιαφέρουσα ποικιλία γραφής. Προηγούνται ημερολογιακές σελίδες από γονείς, οι οποίοι περιγράφουν μια ενδεικτική εμπειρία από το παιδί τους. Ακολουθούν οι επιμέρους ενότητες οι οποίες όμως διανθίζονται από ξεχωριστά «κουτάκια» άλλοτε με αυτόνομες παραγράφους και άλλοτε με επισήμανση σημαντικών φράσεων του κειμένου αλλά και ευσύνοπτες λίστες με όσα οφείλει κανείς να ενθαρρύνει ή να αποφεύγει, ενώ περιλαμβάνονται και δεκάδες ένθετα κείμενα που παρουσιάζουν σημαντικά επιστημονικά στοιχεία με την απαραίτητη βιβλιογραφική ένδειξη Με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης μπορεί και να διαβάσει το κύριο σώμα του βιβλίου αλλά και να ανατρέξει στην τεκμηρίωσή του, χωρίς να διακόπτει ένα κείμενο που ρέει.

Ας δούμε, για παράδειγμα, μερικές σημαντικές πλευρές του πρώτου αναπτυξιακού σταδίου. Όσον αφορά την συναισθηματική υγεία, είναι προφανές ότι το επίπεδο της συναισθηματικής επάρκειας ενός παιδιού επηρεάζεται από πολλούς γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, όμως είναι η σχέση γονιού και παιδιού κατά την διάρκεια της βρεφικής και παιδικής ηλικίας που ασκεί καίρια μακροπρόθεσμη επιρροή στην συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Είναι πλέον τα ίδια τα επιστημονικά στοιχεία που μας βεβαιώνουν ότι το βρέφος έχει ανάγκη κάθε θετική ανταπόκριση από τους γονείς του, ώστε να αναπτυχθούν κατάλληλα τα τμήματα του εγκεφάλου που ελέγχουν τα συναισθήματα.

Ο πιο σημαντικός στόχος του γονικού ρόλου είναι το να κάνει τα παιδιά να νιώθουν ότι αγαπιούνται. Αυτό το συναίσθημα δίνει την δυνατότητα στα παιδιά να εκτιμούν και να αγαπούν τον εαυτό τους. Τους επιτρέπει να γίνουν συναισθηματικά σταθερά άτομα και να μαθαίνουν να αγαπούν μέσα από την αγάπη που δέχονται τα ίδια. Τα μωρά που μαθαίνουν ότι οι ενήλικες είναι αξιόπιστοι και ότι μπορούν να βασιστούν πάνω τους όταν κλαίνε, διαμορφώνουν μια θετική εικόνα για τον εαυτό τους και τους άλλους. Η εμπιστοσύνη και η σιγουριά απέναντι στα άτομα που τα φροντίζουν, είναι συναισθήματα απαραίτητα στην ποιότητα των σχέσεων που θα έχουν αργότερα, με συγγενείς, συμμαθητές, άλλους ενήλικες, έως και τον ή την σύντροφό τους. Αντίθετα, αν δεν βρουν ζεστή ανταπόκριση στο κλάμα τους, βιώνουν μια έλλειψη αυτοπεποίθησης και αισθάνονται ανάξια μιας ζεστής και ανταποδοτικής προσοχής.

Εδώ διαβάζουμε για τα βασικά στοιχεία αυτού του ισχυρού συναισθηματικού δεσμού (της προσκόλλησης), για την ανυπολόγιστη σημασία του αγγίγματος και της άφθονης φυσικής επαφής,  εκείνα που πρέπει να ενισχύουμε ή να αποφεύγουμε, τις εκδηλώσεις της χαράς και του θυμού (που είναι πολύ πιο πολύπλοκες απ’ όσο νομίζουμε). Όσον αφορά την εμπειρία του θυμού, που δεν είναι παρά μια φυσική αντίδραση στην δυσφορία, τα μωρά έχουν ανάγκη να τον μαθαίνουν σ’ ένα ασφαλές, προστατευμένο περιβάλλον, ώστε να διδαχτούν τον συναισθηματικό έλεγχο. Τα αναφυόμενα θέματα δεν σταματούν ποτέ: Πώς διαχειριζόμαστε τον θυμό αλλά και τον φόβο; Για ποιο λόγο πρέπει φωναχτά να ονομάζουμε τα συναισθήματα; Ποια είναι τα σωστά παιχνίδια επιβράβευσης και αποχωρισμού;

Στο κεφάλαιο της γνωστικής ανάπτυξης αντιλαμβανόμαστε την θεμελιώδη ανάπτυξη του εγκεφάλου από τις εμπειρίες της ζωής και την αλληλεπίδραση με άλλα άτομα και αντικείμενα. Τα βρέφη και τα παιδιά στα οποία σπάνια απευθύνεται κανείς και τα οποία διαθέτουν λίγα παιχνίδια και ερεθίσματα ή ευκαιρίες πειραματισμού και εξερεύνησης είναι πιθανόν να μην καταφέρουν να αναπτύξουν πλήρως τις νευρικές συνδέσεις που διευκολύνουν την μάθηση. Έτσι, παρά το γεγονός ότι γενετικά είναι φυσιολογικά, έχουν ένα μόνιμο διανοητικό μειονέκτημα. Ως καθηγητής σε παιδιά γυμνασίου και λυκείου συναντώ σε μόνιμη βάση αυτό το «ανεξήγητο» μειονέκτημα. Ίσως λοιπόν και εδώ οι «απορημένοι» ως προς αυτό γονείς να αναλογιστούν ρόλους και ευθύνες.

Ποια η σημασία της επίλυσης προβλημάτων και της τυχαίας μάθησης στα παιδιά; Πώς αναπτύσσονται δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων μέσα από δοκιμές και λάθη; Για ποιο λόγο δεν πρέπει να σπεύδουμε να λύσουμε κάθε τους πρόβλημα αλλά να τους επιτρέπουμε να το κάνουν εκείνα; Πόσο καθοριστική είναι η φαντασία και το παιχνίδι και πώς ενθαρρύνονται; Με ποιο τρόπο τα παιχνίδια της προσποίησης ευνοούν την ανάπτυξη της γλώσσας; Ποια είναι τα μέσα της γλωσσικής επικοινωνίας του βρέφους και ποιος ο ρόλος του γονέα στην ενθάρρυνση της γλωσσικής ανάπτυξης;

Στο κεφάλαιο για την οικογένεια και τις σχέσεις με συνομηλίκους, διδασκόμαστε για τις ευχάριστες αλλά και μη διαπραγματεύσιμες συνήθειες καθώς και για την απαραίτητη ρύθμιση της ρουτίνας αλλά και του εσωτερικού ρολογιού των παιδιών. Τα τελετουργικά δίνουν μια αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου του γύρω κόσμου τους. Η προσωπική ανάπτυξη, από την άλλη, εδώ καταρχήν αφορά την αντίληψη του εαυτού, με την σταδιακή ανακάλυψη των ορίων και της ολότητας του σώματος και την δημιουργία θετικής εικόνας γι’ αυτό, την αντίληψη του εαυτού ως πράττοντος, την αναγνώριση του φύλου και την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα ξεχωριστό άτομο με αξία. Ακολουθεί η αυτονομία, με τα μικρά βήματα ελέγχου του κόσμου, την ικανότητα ανακούφισης με το κλάμα και  την συμπεριφορά «ψάχνω και κατατρέφω» ως περιπέτεια εξερεύνησης, αλλά και η υπευθυνότητα, αμφότερα με δεκάδες προεκτάσεις, απαραίτητες ενέργειες αλλά και παγίδες.

Η διαμόρφωση του χαρακτήρα, ολοκληρώνει την κάθε ενότητα του επιμέρους αναπτυξιακού σταδίου. Για να μπορέσουμε να υιοθετήσουμε αξίες όπως η ειλικρίνεια και η ευγένεια και να αναπτύξουμε την αίσθηση της ηθικής για το σωστό και το λάθος, πρέπει όλοι να είμαστε σε θέση να βιώνουμε συναισθήματα άμεσα συνδεδεμένα με τις συνέπειες των πράξεών μας – άγχος, ενοχές, τύψεις, δυσφορία. Το μωρό τα διδάσκεται όλα αυτά μέσα από τον τρόπο που το μεγαλώνουμε.  Όσο περισσότερο συμμετέχουν τα παιδιά σε δραστηριότητες αγάπης και φροντίδας με τους γονείς τους, τόσο πιθανότερο είναι να επιδείξουν και αυτά την ίδια συμπεριφορά αγάπης και φροντίδας όσο μεγαλώνουν. Η αίσθηση του να αγαπιέται κανείς έχει μια βαθιά και παντοτινή δράση στα συναισθήματα ενός ανθρώπους για τους άλλους. Εδώ αναπτύσσονται ιδιαίτερα δύσκολα θέματα όπως η εμφύσηση αξιών, ο αυτοέλεγχος και η πειθαρχία, καθώς και η διδασκαλία των καλών τρόπων.

Εννοείται ότι η ανάπτυξη κάθε μωρού και παιδιού είναι μοναδική και εξατομικευμένη. Όλα τα χρονοδιαγράμματα δεν είναι παρά απλώς οδηγοί που βασίζονται σε μέσους όρους. Όμως βιβλία σαν κι αυτό δεν μας προσφέρουν μόνο απαραίτητα δεδομένα που σε πολλές περιπτώσεις διαφοροποιούνται απ’ όσα έχουν ήδη «καθιερωθεί» αλλά και αποτελούν πολύτιμο πλοηγό όχι πλέον στην θεωρία αλλά στην ζωντανή καθημερινότητα για το μεγάλωμα ενός ευτυχισμένου παιδιού με ολοκληρωμένη προσωπικότητα.

Εκδ. Μάρτης, 2016, μτφ. Μαριαλένα Κατσούρα, 256 σελ. [Ages and stages. A parent’s guide to Normal Childhood Development, 2000]. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδη βιβλιογραφία.

Στις εικόνες έργα των: Sora Ceballos-Lopez, Snezhana Soosh, Amanda Varga, οκτάχρονης Liang Shihe, Snezhana Soosh.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Advertisements
13
Απρ.
19

Δημήτρης Καλοκύρης – Η ανακάλυψη της Ομηρικής και άλλες φαντασμαγορίες. Με ενσωματωμένο το Φωτορομάντσο

Τακτοποίηση του γνωστικού χάους σε λογοτεχνικά φωτογραφήματα

Στην πρόζα του Δημήτρη Καλοκύρη δεν νοείται παίγνιο χωρίς λογοπαίγνιο ούτε δοξολογία χωρίς παραδοξολογία. Η πλημμύρα των αξιανάγνωστων πληροφοριών διοχετεύεται από την μια παραπομπή στην άλλη, σε μια ατέλειωτη σύνδεση των πάντων. Εδώ τα πάντα υμνούνται και παρωδούνται με την ίδια λατρεία, που αποδεικνύεται όχι μόνο επειδή ο συγγραφέας τούς δίνει αρμόζουσα θέση στο λογοτεχνικό του σύμπαν αλλά και επειδή τα τιμά με τις λέξεις ενός ακούραστου γλωσσοπλάστη.  Είναι η ίδια πρόζα που κυκλοφορεί αβίαστα από την ποίηση και την πεζογραφία του μέχρι τα δοκίμια και τα περιοδικά του – μην ξεχνάμε πως υπήρξε η κινητήριος μηχανή του Τραμ και του Χάρτη, ο οποίος φέτος ζει μια νέα ηλεκτρονική ζωή. Ιδού, λοιπόν, εδώ, δυο παλαιότερα βιβλία που αναμειγνύουν όλα τα παραπάνω, σε μια νέα έκδοση όπου διαθλάται το φως μιας διπλής φαντασμαγορικής λογοτεχνίας, ακαριαίας στην πύκνωση και αληθέστατης μέσα στα ψέματά της. Ας ξεκινήσουμε από την Ανακάλυψη της Ομηρικής.

Ο μάγος του Ρόζ ανιχνεύει την λεγόμενη «ερωτική εικόνα» ως μια, κατά βάση, παράσταση αμιγών πορνογραφικών προθέσεων που δεν ευοδώθηκαν. Και μπορεί αμφότερες να αποσκοπούν αποκλειστικά στην έξαψη, απλώς η μεν είναι έμμεση, αλληγορική και γι’ αυτό διαρκέστερη, ενώ η άλλη άμεση και, δυστυχώς, στιγμιαία. Ο ερωτισμός εννοεί. Η πορνογραφία δείχνει. Στην λογοτεχνία συμβαίνει κάτι ανάλογο: Η ποίηση εννοεί αυτό που η πεζογραφία δείχνει. Και βέβαια, όσο κι αν σκεπάζονται ακροθιγώς και δεξιοτεχνικά τα επίμαχα σημεία μιας ερωτικής λ.χ. φωτογραφίας, πάντα η ακριτομυθία του θεατή παίρνει το πραγματικό μήνυμα: ότι ο φωτογράφος κάποτε ε ί δ ε!

Οι Αχανείς εκτείνονται σε Βίους Αθανάτων και στην υπόθεση της μακροζωίας διατρέχοντας πλείστους υπερήλικες, από τους αποδιδόμενους στον Λουκιανό Μακρόβιους μέχρι τους αρχαίους φιλοσόφους (φαίνεται πως η φιλοσοφία ενισχύει την επιμήκυνση των εγκοσμίων), ενώ η Βίβλος βέβαια το παρακάνει· ακολουθεί ο Ενώχ, γνωστός θεμελιωτής του ενωχικού δικαίου και ο Ιάπωνας Ιζούμε που δικαιώνει το όνομά του επί 120 χρόνια και απέδιδε την επιβίωσή του «στον Θεό, τον Βούδα και τον Ήλιο», οι οποίοι, προφανώς, είχαν άδηλα συμφέροντα επί της επίγειας παρουσίας του. Το ακαταλόγιστο αφιερώνεται σε έναν άλλο κατάλογο, καταλόγων αυτή την φορά, τους οποίους δεν διαβάζει κανείς, διατελούν δηλαδή σε ένα είδος κοσμικής ερημίας [άρα εδώ ας διαβάσουμε τουλάχιστον τους τίτλους τους]

Η αρχή της αυτοκαταστροφής των βιβλίων εκκινεί από το μείζον θέμα του εξωφύλλου τους και τις σχετικές απόψεις και προχωρά σε κωμικοτραγικά τυπογραφήματα, όπως το πραγματικά σατανικό τυπογραφικό λάθος σε κάποια Ιερή Σύνοψη, όπου σε ένα από τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδας αντί «αγγελικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου» τυπώθηκε «αγγλικαί δυνάμεις», αποδεικνύοντας έτσι ότι οι Άγγλοι σταύρωσαν τον Χριστό, συνταράσσοντας κάποιο Πελοποννησιακό ποίμνιο!

Το θέμα είναι πως ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι το ένα βιβλίο αναιρεί το άλλο ή σιωπηλά, με τον καιρό, το καταργεί, συχνά εμφανίζονται τα ίδια βιβλία σε «νέες» εκδόσεις, χωρίς να δίνεται ικανοποιητική απάντηση πού πάνε οι παλιές· η εύκολη υπεκφυγή «εξαντλήθηκε» δεν διευκρινίζει από τι προήλθε η εξάντλησή τους. Όσες επιζούν στα πατάρια νοούνται αθάνατες; Κανείς πάντως δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι ένα βιβλίο που μας φάνηκε συναρπαστικό σε λίγο αυτοαναρροφά την γοητεία του, το εξώφυλλο συνωμοτεί με την φθορά και ο λόγος του αποδομείται διαδοχικά, αυτοχειριάζεται. Η Βιβλιοθήκη μετατρέπει τα γραπτά σε μηνύματα και έχει τάσεις αναρριχητικού που εκτοπίζει τον άνθρωπο.

Στα Θρυλικά φληναφήματα ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής που καταγίνεται με την Ιστορία ετοιμάζεται να συγγράψει ένα βιβλίο που θα ερευνά κατά πόσο τον ρόλο που έπαιζε κάποτε η θρησκεία στον χρόνο τον υποδύεται σήμερα στον χώρο η εργασία. Αφου έχει βρει τον τίτλο (Το Κεφάλαιο, διότι έως τώρα μονάχα ένα κεφάλαιό του έχει γράψει) και αφού διαπιστώσει ότι ο όρος Νέο- (νεορθόδοξος, νεοέλληνας) περικλείει σχεδόν πάντοτε μια πιο συρρικνωμένη και πιο συντηρητική μορφή του προηγούμενου σχήματος, αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία μπορεί να εκληφθεί ως ένα συχνά αναστρέψιμο «σημείο φυγής» για την ερμηνεία του τετελεσμένου γεγονότος. Ως εκ τούτου προβαίνει σε συναρπαστικές ιστορικές παραλληλίες· για παράδειγμα, ζούμε τον αναβρασμό της Νέας Εικονολατρίας, που ξεσπά από τις δορυφορικές κεραίες και διαχέεται στην υφήλιο. Διότι, διατελώντας Εικονολάτρης στο σώμα αλλά Εικονομάχος στην ψυχή, όπως έχω επανειλημμένα δηλώσει, διαβάζω συνθηματικά την Ιστορία ως ένα κλάδο της πολύμορφης μανίας του ατόμου να ανακόψει δυναμικά το ρεύμα της λησμοσύνης: μια ακόμα εκδοχή, δηλαδή της Λογοτεχνίας. [σ. 85]

Πράγματι, το επιχείρημα της Ιστορίας ότι ανταποκρίνεται στην «αλήθεια», επικαλούμενη την μαρτυρία του ανθρώπινου λόγου, αναλογεί με το τέχνασμα της Λογοτεχνίας ότι εκφράζει επίσης την αλήθεια, επιστρατεύοντας τα πάθη. Ιστορική αλήθεια είναι η αλήθεια που ευκαιριακά μας εξυπηρετεί. Παραχάραξη της Ιστορίας είναι η εκδοχή που προτιμούν οι άλλοι. Όπως «καλή» λογοτεχνία, ουσιαστικά, είναι αυτή που «μου» αρέσει. Αν λοιπόν, όπως εξηγείται, δεν τον απασχολεί και τόσο η ιστορία της Λογοτεχνίας, όσο η λογοτεχνία της Ιστορίας, μόνο αυτό το νόημα έχει μια επιστήμη ή μια τέχνη· να δίδει πρώτες ύλες στις μορφές των άλλων. Με το πρίσμα αυτό και η ζωή είναι μία μορφή λογοτεχνίας που απαρτίζεται κυρίως από αστραπιαίες μεταφορές.

Φυσικά υπάρχουν οι γνωστές θεματικές του θεματικώς αεικίνητου συγγραφέα. Για παράδειγμα, πράγματι Εικόνες Ελλήνων ιππέων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίζονται ξαφνικά σε καθρέφτη κεντρικού ξενοδοχείου της Σκάνιας,  τοπωνύμιο που δεν είναι δυνατόν σ’ εμάς τους λάτρεις των παλαιών φορτηγών να μην φέρει στο νου το περίφημο Scania Vabis, που ο συγγραφέας οδηγεί μέχρι το κείμενο, εφόσον πρόκειται για το βυσσινί τριαξονικό φορτηγό που κάποτε τον μετέφερε με ωτοστόπ εκεί όπου συνεχίζεται το κείμενο. Στα Οράματα και διοράματα διοράται το ιστορικό δέος του μέσου ανθρώπου απέναντι στην φωτογραφική μηχανή. Ένα που έχει πετύχει τον περίφημο τετραγωνισμό του κύκλου του φωτός! Ο στρογγυλός φακός μετατρέπει τις φωτεινές δέσμες σε ορθογώνια εικόνα. Ο φακός γίνεται κάθε φορά το κρυστάλλινο αλώνι όπου σκιαμαχεί η Στιγμή με την Αιωνιότητα.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τις λεγόμενες προηγούμενες κοινωνίες είναι ότι σήμερα καταναλώνουν εικόνες και όχι πια, όπως οι προηγούμενες, δοξασίες… έγραφε ο Ρολάν Μπαρτ και σαφώς θα το υπογραμμίζαμε, όπως και ο αφηγητής στην Φωτογένεια, που ταξιδεύει για ένα συνέδριο όπου τον περιμένει ένα ρεύμα ζεστού αέρα στο ξενοδοχείο και το σκάλωμα του βλέμματος στην πίσω σελίδα κάποιας εφημερίδας με μεθαυριανή ημερομηνία και η φωτογραφία του δίπλα σε άγνωστη φλαμανδική γλώσσα.

Και, σίγουρα, για μένα που πάντα αναζητούσα ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές μικροϊστορίες ή έστω φράσεις στα μικρά θεολογικά βιβλιαράκια με τους βίους αγίους (με τα εύσημα στον εκάστοτε μακετίστα, εφόσον το εξώφυλλο κάθε αγίου είχε και διαφορετικό χρώμα), δεν μπορώ να μην θυμηθώ τον Νίκωνα τον Μετανοείτε (ένα ρήμα ως προσδιοριστικό ενός Αγίου!), όμως εδώ, αφού ο συγγραφέας, αφού αφήσει για άλλες λογοτεχνίες πλείστες φωτογραφικές μορφές όπως ο αρχαίος γεωγράφος Κάνων στις υπώρειες του Ολύμπου, ο λάκων Πένταξ, που συνέγραψε τα περιώνυμα Κωνικά στις όχθες του ποταμού Μινώλτα και άλλοι που μελετούν το σύμφωνο Σίγμα στα Πρακτικά του ναυάρχου Ρόλεη, τακτοποιεί κάτω από τον τίτλο Nicon ή Μετανοείτε τα αμέτρητα αρνητικά που έχει τραβήξει ένας φωτογράφος αγιορείτης μοναχός, ο οποίος τοποθετούσε κάθε πρωί τον τρίποδα σ’ έναν εξώστη της ίδιας Μονής, για να αποτυπώσει περιχαρής τον ανατέλλοντα ήλιο. Ο εν λόγω κηρουλάριος δεν εμφάνισε ποτέ τα μύρια αρνητικά, ενώ αργότερα, λόγω οικονομικών δυσχερειών, περιορίστηκε να τραβά χωρίς φιλμ. Μπορείτε να φανταστείτε με τι λογοτεχνία ολοκληρώνεται ο φωτογραφικός του βίος;

Η φωτογραφία αποτελεί το κεντρικό θέμα στο Φωτορομάντσο, όπου φωτομετρούνται οι συλλογισμοί ενός Φωτογράφου Συγγραφέα σε μια σειρά Argumenta, επιχειρήματα που συμψηφίζονται με τις φωτογραφίες. Αν λοιπόν ο φωτογράφος αποκτά τον κόσμο σε χρόνο παρελθόντα και ο συγγραφέας σε χρόνο μέλλοντα το πεδίο της συνάντησής τους είναι ένα διαχρονικό πολυτάραχο φωτορομάντσο: μυθολογίες φωτογραφικών εικόνων. Ιστορίες με λάμψεις. Κάθε φορά που ο συγγραφέας κοιτάζει μια φωτογραφία σκέφτεται την λέξη «λήθη» και την δυνητική ανάπτυξη της επιστήμης της ληθογραφίας. Ήδη παλαιότερα στο έργο του ΕπέΚινα διεκτραγωδούνταν η περιπέτεια του ανθρώπου που οφείλει να βγάζει φωτογραφίες όχι τόσο για να αποδείξει την φυσική του παρουσία Εκεί, όσο για να εξηγήσει την περιστασιακή απουσία του από Εδώ.

Ο ίδιος φωτογράφισε κυρίως με λέξεις και όχι με μηχανές. Εν ανάγκη, επιστράτευσε μηχανικές λέξεις, και αργότερα αξιοποίησε ψηφιακά λογοπαίγνια, αναμοχλεύσεις οπτικής και ανακατασκευές μικρόκοσμων για να διαπιστώσει, όπως γράφει, ότι ο κόσμος δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά τυχαία· ότι οι ακολουθίες τείνουν περισσότερο στο ακαριαίο παρά στο σειριακό. Εξάλλου, κάθε φωτογραφία παρέχει μία (τουλάχιστον) αφηγηματική πηγή ανά θεατή. Οι λεζάντες – το ρηματικό σκέλος της φωτογραφικής αφήγησης – μετατρέπουν τις άπειρες ιστορίες σε μία: την εκδοχή του φωτογράφου.

Το Περί αμνηστείας κείμενο είναι ένα τυπικό καλοκυρικό λογοτέχνημα όπου μια λέξη κι ό,τι αυτή σημασιοδοτεί (εδώ ο αμνός) ταξιδεύει ανά αιώνες και πηγές. Έτσι συναντούμε τα προβατάκια στην Διήγηση των τετράποδων ζώων, σε αρχαίο ναό, στην ανατολική παράδοση, στην χριστιανική εικονογραφία, στην θυσία τους που σημαίνει θυσία της ζωώδους φύσης, δηλαδή της λίμπιντο των εξορμήσεων, όπως έγραψε ο Καρλ Γιουγκ, σε πλείστους αρχαίους και νεότερους συγγραφείς και σε δυο συγκριτικές φωτογραφίες, αφού βέβαια θυμηθούμε την επιστολική διακήρυξη του Συρανό ντε Μπερζεράκ «Μαθαίνω στους βοσκούς το Πάτερ Ημών των λύκων». Για άλλη μια φορά όλα αυτά δεν είναι απολύτως τυχαία: «Ο σύγχρονος πανθεϊστής, όχι μόνο βλέπει τον Θεό στο καθετί, αλλά τον φωτογραφίζει κιόλας», όπως έγραψε ο Ντ. Χ. Λώρενς

Η αρχιτεκτονική του φωτός μας υπενθυμίζει πως, όπως ο αρχιτέκτων σκηνοθετεί και διαιρεί τον χώρο, ορίζοντας τις συντεταγμένες του, ο φωτογράφος κάνει ασυνείδητα το ίδιο ακριβώς, χωρίζοντας το χώρο εν χρόνω. O φυσικός κόσμος μεταλλάσσεται σε άβακες σταματημένου, ορατού χρόνου, που περικλείει ορθογώνιες επιφάνειες επίπεδου χώρου, ενώ καταλύεται η νομοθεσία της φθοράς και καταπατάται η λήθη και η εξουσία του θανάτου. Η φωτογραφία δεν είναι τέχνη· είναι μάλλον στιγμιαία τελετή και εξορκισμός του μοιραίου.

Η λογοτεχνία, φυσικά, συνδιαλέχθηκε με την φωτογραφία, όπως, για παράδειγμα, ο Καλβίνο, που στην «Περιπέτεια ενός φωτογράφου» (από τους Δύσκολους έρωτες), βεβαίωνε πως όλα όσα δεν έχουν φωτογραφηθεί χάνονται, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, και, άρα, για να ζει κανείς πραγματικά πρέπει να φωτογραφίζει όσο περισσότερα πράγματα μπορεί, ενώ ο Μισέλ Τουρνιέ αναφέρεται στην χρήση ενός υποθετικού διαφράγματος από τους μεγάλους Γάλλους μυθιστοριογράφους του 19ου αιώνα, το άνοιγμα του οποίου ποικίλλει από τον έναν στον άλλον (F4 Στεντάλ, F16 Ζολά!).

Ο κτηνίατρος Αντρέ Βουαζέν υποστήριξε ότι «όλα τα ζωντανά πράγματα είναι βιοχημικές φωτογραφίες του περιβάλλοντός τους», ο φιλόσοφος Μπενεντέτο Κρότσε προεξέτεινε την άποψή του φτάνοντας στο σημείο να ταυτίσει έστω και προσωρινά τους δύο κόσμους, τον «υλικό» και τον «πνευματικό». Ο Νάσος Θεοφίλου, βέβαια, είχε Με ταχύτητα ηλικίας διακρίνει πως στις προγονικές φωτογραφίες οι περισσότερες μορφές είχαν εξαλειφθεί και απέμειναν μόνο κάτι αδιόρατες σκιές – όλες οι φωτοσκιάσεις είχαν ξαναγίνει φως, που διαχύθηκε στο περιβάλλον, αφήνοντας πάνω στο χαρτί μια γαλακτερή επιφάνεια.

Στο Argumentum Ex Libris, ήγουν Η φωτογραφία ως λογοτεχνικό μέσο, «βλέπουμε» φωτογραφίες σχηματισμένες με λέξεις που συνδυάζονται από τεχνικούς του νεοελληνικού λόγου χάρη σε ανθολογημένα δείγματα. Εδώ μέσα από την φωτογραφία κάποιοι νοσταλγούν τον χαμένο παράδεισο, (Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Πάνος Θεοδωρίδης, Νίκος Καββαδίας κ.ά.) ή αναβιώνουν την μορφή του νεκρού (Ν.Γ. Πεντζίκης, Γιώργης Γιατρομανωλάκης κ.ά.), ενώ άλλοτε ο νεκρός αλλά και ο ζωντανός που ταυτίζεται με την φωτογραφία του, αυτή που διασώζει, κατά τον Καβάφη, «το πιο τίμιο· την μορφή του» (Τόλης Καζαντζής, Γιώργος Χουλιάρας, Πέτρος Αμπατζόγλου κ.ά.), χωρίς να ξεχνάμε φυσικά τον εκστασιασμό του έκθαμβου θεατή στα σύνεργα της φωταγωγικής μαγγανείας (Ανδρέας Εμπειρίκος, Μιχάλης Κατσαρός, Νίκος Καχτίτσης, Κώστας Λαχάς, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Χουλιαράς, κ.ά.) αλλά και το ερώτημα «πού καταλήγει μια φωτογραφία και τι θ’ απογίνει ο φωταυγής συλλογισμός» (Τάσος Ρούσσος, Αλέξης Τραϊανός, Αχιλλέας Κυριακίδης, κ.ά.).

Με την φωτογραφική μηχανή στο χέρι χρησιμοποιούμε δυο κυρίως ρήματα: Τραβώ φωτογραφίες και Βγάζω φωτογραφίες. Από πού τραβιούνται όμως και από πού βγαίνουν οι φωτογραφίες; Από το συλλογικό ασυνείδητο; αναρωτιέται ο συγγραφέας που θα προτιμούσε να προτείνουμε: από τον χρόνο και το φως. Εκτός αν βγαίνουν από τον θρυλούμενο «Βυθό των Φωτογράφων», όπως άλλωστε τιτλοφορούσε μια δίχρωμη εικονογραφική σύνθεση σε μια φωτολιοθογραφική έκδοση του περιοδικού Φωτογραφία, το 1979. Και, παραφράζοντας τον Κορτάσαρ, που έλεγε πως ο φωτογράφος ενεργεί πάντεο με έναν συνδυασμό του υποκειμενικού τρόπου να βλέπει τον κόσμο και της πραγματικότητας εκείνης που η επίβουλη φωτογραφική μηχανή επιβάλλει», σκέφτεται ότι η φωτογραφία δεν είναι αναγκαίο να λογαριάζεται ως μια από τις Καλές Τέχνες· κατά βάθος η φωτογραφία, καταλήγει ο συγγραφέας, είναι μια Καλή Πράξη.

Ως πολύτιμο δώρο μαζί με τα δυο βιβλία επισυνάπτεται ένας σύνδεσμος με τον Νάσο Θεοφίλου. Ο Εραστής της Αθανασίας ανοίγει ως τρίπτυχο με πλαγιογράμματη πεζογέφυρα, συνεχίζεται με την περίφημη Φίλμα του, το φωτογραφημένο κορίτσι που ύμνησε στο προαναφερθέν μυθιστόρημά του, και κλείνει με μια πλήρη περιπλάνηση στο έργο του. Έτσι τιμούν οι φίλοι τους φίλους, όσο μακριά κι αν βρίσκονται. Άλλωστε, πέρα από την φιλία, εδώ αναγνωρίζεται ένας ομότεχνος μιας μοναδικής σχολής γραφής. Τα κείμενα της Ανακάλυψης της Ομηρικής πρωτοδημοσιεύτηκαν άλλα σε εφημερίδες της Κυριακής, για περιοδικά (Ρεύματα, η Λέξη, Το Δέντρο, ο Φωτογράφος) και άλλα σε αιολικές ανθολογίες ή τόμους για πόλεις όπως το Μάλμε, ή σε άλλα βιβλία του συγγραφέα, ενώ κάποια εμφανίστηκαν μυστηριωδώς για πρώτη φορά. Τα κείμενα του Φωτορομάντσου δημοσιεύτηκαν στην προαναφερθείσα σειρά του Φωτογράφου, ορισμένα δε είναι επαρκώς εικονογραφημένα. Αμφότερα βιβλία περιλαμβάνουν σε ένθετο τις παλαιότερες κριτικές τους.

Κι εμείς συνεχίζουμε να ανακαλύπτουμε τον κόσμο μέσα από τους φακούς τέτοιων βιβλίων. Γιατί, όπως διατείνεται ο συγγραφέας, Cogito ergo zoom!

Εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 197. Πρώτες εκδόσεις: 1995 και 1993, αντίστοιχα, εκδ. Ύψιλον/βιβλία.

Στις εικόνες: Ένα από τα κορίτσια με τον περίφημο αστερίσκο, φωτοφράκτης τεσσάρων λεπτών, ο συγγραφέας των Θρυλικών Φληναφημάτων, ένα Scania του 1977 στις κάρτες – παίγνια της εποχής, Photoautomat στο Βερολίνο, ένας φλου Roland Barthes, Michel Tournier, «Ο βυθός των φωτογράφων» (έργο του Δημήτρη Καλοκύρη, βλ. κείμενο), Asahi Pentax, η πρώτη φωτογραφική μηχανή ανακάλυψης του κόσμου μου και, από το γραφείο του Πανδοχέα, τα δυο βιβλία έτοιμα να γίνουν ένα.

03
Απρ.
19

Οι ξυπόλητες μιας Πόλης, 2

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη.

Τεύχος 4 (Απρίλιος 2019), εδώ.

Όπου ο εγκυκλοπαιδιστής των γυμνών ποδιών αναζητά την Ηλέκτρα στην Κωνσταντινούπολη, στους βυζαντινούς ναούς που αναστηλώνει, ελπίζοντας να συνεχίσει την ερωτική τους μυθιστορία.

Υστεροβυζαντινές των τζαμιών

Χαμηλά προς την θάλασσα του Μαρμαρά αναζήτησα τον πρωτοβυζαντινό ναό των Αγίων Στέργιου και Βάκχου. Φαίνεται πως οι δυο ευφυώς αρχιτεκτονημένοι νέοι επιθυμούσαν προσερχόμενους με τεταμένες αισθήσεις, διαφορετικά δεν εξηγείται η τοποθέτηση μικρών συνοικιακών φούρνων σε στρατηγικές θέσεις στους δρόμους πέριξ του ναού. Εκεί ξαναβρήκα ύστερα από δεκαετίες τα κουλουράκια με μαύρο σουσάμι, που έπαιρνα από το Πελίτ της Πλατείας Αμερικής στα αμέτρητα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Προσήλθα με την χαρτοσακούλα στο χέρι, θρυμματίζοντας αργά τις μπουκιές για να παρατείνω την αιφνίδια χρονομηχανική.

Στον προθάλαμο του ναού ένας αυστηρός ηλικιωμένος πρόσταξε βαριεστημένα τις γυναίκες που βρίσκονταν μπροστά μου να βγάλουν τα παπούτσια τους, δείχνοντάς τους μικρά ξύλινα ντουλαπάκια. Να ένα ταιριαστό μου επάγγελμα, να υπενθυμίζω στις εκατοντάδες επισκέπτριες να ξυποληθούν για να μπουν στο τζαμί, σύμφωνα με την σχετική παράδοση. Εγώ βέβαια θα ήμουν ευγενικός και θα παρέστεκα καθ’ όλη την διάρκεια της έκδυσης, δήθεν για να επιβλέπω την ορθή τήρηση των ιερών κανόνων, που θα τους εγχείριζα σε έγγραφο πολύγλωσσο και καλλιγραφημένο. Θα μπορούσα, μάλιστα, κάλλιστα να τις βάζω και να υπογράφουν, ώστε με το ονοματεπώνυμό τους και την δική μου άμεση καταγραφή του σχήματος των δαχτύλων τους και άλλων εμφανισιακών στοιχείων, να διαθέτω εκατοντάδες δελτία ταξιδιωτικών ποδιών.

Μέσα: ήμουν τοποθετημένος σε χώρο ιδανικό. Χαμήλωνα το κεφάλι ευλαβικά, για να παρακολουθώ τις ροδαλές φτέρνες των ταξιδιωτισσών πάνω στο στρωμένο χαλί. Το χρώμα των ποδιών τους ήταν μια συνάρτηση των αποχρώσεων του γαλάζιου που κυριαρχούσαν σε τοίχους και διακοσμήματα και των φωτοσκιάσεων από τα παράθυρα του οκταγωνικού τρούλου. Έτσι όπως, σύμφωνα με το σχέδιο του ναού, το εξωτερικό τετράγωνο σταδιακά συγχωνευόταν με την κυκλικότητα του θόλου, οι όγκοι διαλύονταν ο ένας μέσα στον άλλον και ο κεντρικός χώρος έχανε τα σαφή του όρια, έχασα κι εγώ τα όριά μου και περιήλθα σε σιωπηλή έκσταση, που επιχείρησα να αποκρύψω γονατίζοντας δήθεν για να προσευχηθώ, όπως οι θρησκευόμενοι του είδους. Άλλωστε από εκείνη τη στάση πλησίαζα ακόμα περισσότερο τα ανυποψίαστα άκρα τους. Εκεί διέκρινα και το δαχτυλίδι στο τρίτο δάχτυλο του αριστερού ποδιού μιας χαμογελαστής γυναίκας που είχε αφεθεί στην ενατένιση του ναόσχημου επέκεινα. Την περίμενα στον νάρθηκα των παπουτσιών και της προσέφερα ως αντάλλαγμα δυο μαυροσούσαμα, για να της κοινωνήσω ισάριθμες ατόφιες αναμνήσεις: την πρωταρχική από μια Κυψέλη όπου για πρώτη φορά τα γεύτηκα αλλά και ξεφύλλισα τις εκκλησίες της Πόλης στις εγκυκλοπαίδειες του σπιτιού, και εκείνη που μόλις μου δημιουργούσε, και ήλπιζα πως θα αποτύπωνα σε μελλοντικό ηλεκτρικό περιοδικό γεωγραφικών και ψυχογραφικών ανακαλύψεων. Καθώς με χαιρετούσε φεύγοντας διέκρινα ένα μαύρο σουσαμάκι δίπλα στα χείλη της κι αυτό μαζί με το δαχτυλίδι στο δάχτυλο αρκούσαν για την οικοδόμηση, ή έστω την θεμελίωση ενός ποιήματος που θα κρατούσα μαζί μου τις επόμενες μέρες, ελπίζοντας να την ξανασυναντήσω.

Έτσι άρχισα να πηγαίνω και σε άλλα τζαμιά, παλιούς βυζαντινούς ναούς ή μεταβυζαντινά οθωμανικά τεμένη, μόνο και μόνο για την ισόγεια θέα των γυναικών. Όταν δεν ήταν επισκέψιμα ως μουσεία, αναζητούσα τις ώρες των προσευχών, που, ως γνωστόν, ήταν χωριστές για το κάθε φύλο. Εκεί, αποκλεισμένος από το άδυτο, ευελπιστούσα η κρήνη να είναι υπαίθρια κι όχι κλειστή, ώστε, να σταθώ κάπου παράμερα και να περιμένω υπομονετικά την πιστή που θα ερχόταν να καθίσει στα ξύλινα ή πέτρινα, χωρίς πλάτη καθίσματα, που, τοποθετημένα γύρω γύρω από το πολυγωνικό ή κυκλικό σκέπαστρό της, την ενέγραφαν ήδη σε υπερβατικό σχήμα.

Τότε, υποκρινόμενος πως διαβάζω κάποιον τουριστικό οδηγό, το περικύκλωνα αργά, για να παραδοθώ σε μια θεία λειτουργία που άρχιζε με τον πιο γήινο τρόπο: οι γυναίκες άνοιγαν τις μικρές βρύσες μπροστά από το αυλάκι κι έπλεναν τα πόδια τους με μια λευκή πλάκα σαπούνι, χωρισμένες χωρίς να το γνωρίζουν σε τρεις κατηγορίες που κατέγραφα σε ειδικό λογιστικό βιβλίο που είχα αγοράσει σε θεοσκότεινο χαρτοπωλείο σ’ ένα αδιέξοδο στο τέρμα της κλειστής αγοράς: οι βιαστικές με τις μηχανικές κινήσεις, εκείνες που προτού πλυθούν φρόντιζαν να βεβαιωθούν πως δεν τις κοιτάζει κανείς κι οι συγκεντρωμένες σε μια αργή, σχεδόν ιερατική πράξη, που αδιαφορούσαν πλήρως για το γύρω περιβάλλον και πλησίαζαν ήδη σε μια κατάσταση αυτοσυγκέντρωσης. Κατόπιν τις περίμενα στα σκαλιά του τεμένους, να βρω στο πρόσωπό τους οτιδήποτε (μια έκφραση ανακούφισης ή ενοχής;) θα πρόδιδε κάτι που συνέβη μέσα, αλλά και στα πόδια που πάτησαν σε «ιερό» χώρο, αδιάκριτος για να διακρίνω ό,τι τα φόρτωσε η συνομιλία με άγιο συνομιλητή – φτερά ή βαρίδια.

Ακατάληπτες των υπογείων

Ήταν πλέον απόγευμα όταν διέσχισα μια συνωστισμένη πόλη για να φτάσω στο ναό της Θεοτόκου Κυριώτισσας, σπάνιο 12άρι, όπως αποκαλούσα τους ναούς του δωδέκατου αιώνα, σαν τα οινοπνευματώδη που δεν είχαν αναγνωρισμένη αξία μόνο λόγω παλαιότητας αλλά και της παραζάλης που προκαλούσαν. Τώρα ως Kalenderhane Camii πρόβαλλε το μεταβυζαντινό της παρελθόν, όταν την τριγυρνούσε (λέει) ένα τάγμα Δερβίσηδων που ονομαζόταν Καλεντέρ, αλλά εμένα μου είχε συστηθεί με ένα «δεύτερο», αρχαιότερο όλων όνομα που υποσημείωσα στα παλιά επιστημονικά περιοδικά: Ακατάληπτος. Την διέκρινα μάλλον έκπληκτη καθώς μισοφαινόταν από μια κεντρική διασταύρωση με μεγάλη κυκλοφορία, αταίριαστη με οτιδήποτε άλλο γύρω της· παρ’ όλα αυτά ησύχαζε στο δικό της παράλληλο αδιέξοδο. Ποιος ξέρει, μπορεί μια εκκλησία να αφιερωνόταν στον ακατάληπτο Θεό, παραιτούμενη από κάθε προσπάθεια να τον καταλάβει, αλλά να με φώτιζε προς την κατανόηση αλλά και την κατάληψη της γυναίκα που με Ηλέκτριζε από το Βυζάντιο ως σήμερα.

Λίγα μέτρα κάτω από το έδαφος και στην χορταριασμένη του πλευρά το κτίσμα αποκάλυπτε πως εδώ την εποχή των πολλών θεών λουτρώνονταν ρωμαίοι και ρωμαίες, ενώ  σχεδόν μπροστά στο ναό, μια υπόγεια τουαλέτα με καταθλιπτική μυρωδιά εξέβρασε ένα χαμογελαστό ζεύγος που αναρωτήθηκα αν κατήλθαν μαζί στο βρώμικο αποχωρητήριο για λόγους ασφαλείας ή για κάποια ερωτική περίπτυξη που αδυνατούσε να περιμένει. Μέσα στο τζαμί δυο τρεις άντρες κοιμούνταν κολλητά στους τοίχους, κάτι που θα έβλεπα συχνά: γηγενείς και ταξιδιώτες έβρισκαν το ιδανικό ήσυχο μέρος με μαλακό έδαφος για να ξεκουραστούν. Τι ωραία θα ήταν να μπορούσαν και οι γυναίκες να ξαπλώνουν κι η κλινήρης μορφή τους να γαληνεύει κάθε ενδιαφερόμενο προσερχόμενο ή προσευχόμενο. Προσέθεσα στον κατάλογο με αύξοντα αριθμό μια ακόμα αδικία του φύλου τους και βγήκα έξω. Τότε την είδα.

Προχωρούσε γρήγορα αλλά πρόλαβα να δω την προφίλ ομοιότητα: ίδιες λοφογραμμές στην μύτη και τα χείλη, παρόμοια σωματοδομή. Τα μαλλιά της θα έδιναν οριστική ετυμηγορία αν δεν σκεπάζονταν από ένα σταχτί μαντήλι. Κάλυπτε όλο το σώμα της με ρούχα – σακάκι, φουλάρι, παντελόνι, αλλά ξεχώρισα λευκά τα πόδια της μέσα σε ευάερα σανδάλια. Ήταν και πάλι ο ωραιότερος τρόπος να τονιστεί η γύμνια τους. Το προφίλ τους ίδιο κι αυτό: δάχτυλα στραβά κι ευλύγιστα. Θυμάμαι που σε ανύποπτη στιγμή μου είχε απάντησε στην Θεσσαλονίκη πως αποτολμά τα πέδιλα αμέσως μόλις πλησιάζει η άνοιξη, για να πάρει πρώτη τις ευλογίες της. Όλες οι ενδείξεις ήταν θετικές κι έσπευσα να την πλευρίσω. Περπατούσε πολύ γρήγορα, όπως οι γυναίκες που ακολουθούσα ασθμαίνοντας στην Αθήνα. Για άλλη μια φορά μια μεγαλούπολη με δυσκόλευε αν ήθελα να κοιτάξω από διάφορες γωνίες μια περιπατήτρια· έπρεπε να λαχανιάζω, αν όχι να τρέξω. Σύντομα παραιτήθηκα, υπερίσχυσε και η επιθυμία να την κατοπτεύσω με την ησυχία μου, όπως άλλωστε έκανα και στην κοινή μας ζωή. Είχα μια σπάνια ευκαιρία να την δω σε πλήρη κίνηση στην πόλη, ανυποψίαστη.

Πέρασε την πολύβουη λεωφόρο και βρέθηκε στην πλατεία απέναντι όπου βρισκόταν ο σταθμός του μετρό Vezneciler. Στις κυλιόμενες σκάλες ξαναβρήκα την αναπνοή μου. Η κάθοδος συνέχιζε και σε δεύτερο κλιμακοστάσιο σε ορθή γωνία, και μετά τρίτο και τέταρτο και πέμπτο – έξι επίπεδα κάτω από την γη, μέχρι να καταλήξουμε στην σύγχρονη κατακόμβη της αποβάθρας. Από τις σήραγγες έφτανε κρύο το ρεύμα του αέρα από άγνωστη πηγή. Έπιασα την αντίθετη άκρη του βαγονιού και περίμενα μέχρι να την δω να κατεβαίνει. Φτάσαμε μέχρι το άγνωστο τέρμα και ξεχύθηκα πρώτος ώστε να την περιμένω στην μοναδικό έξοδο, ψηλά στην επιφάνεια ξανά. Πέρασαν όλα τα πρόσωπα που είχα παρατηρήσει στο βαγόνι, ακολούθησαν οι απαρατήρητοι, κι ύστερα ερημιά. Ξανακατέβηκα, βγήκα πάλι έξω, τίποτα.

Θυμήθηκα ένα διήγημα του Χούλιο Κορτάσαρ, το Κείμενο σε σημειωματάριο. Για τις ανάγκες μιας τεχνικής μελέτης καταμετρούνται με ακρίβεια οι επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά τον υπόγειο επί μια βδομάδα, σε μια συγκεκριμένη γραμμή. Σύντομα συμβαίνει το αναπάντεχο: από τα δεκάδες χιλιάδες εισερχόμενα άτομα επιστρέφουν στην επιφάνεια τέσσερα λιγότερα. Τέσσερις άφαντοι επιβάτες… Το λάθος αποδίδεται στις μηχανές ή τους ελεγκτές. Ο αφηγητής παίρνει τακτικά τον υπόγειο και θυμάται εκείνο το «σφάλμα». Κοιτάζει μάλιστα ειρωνικά τους επιβάτες κρεμασμένους από τις χειρολαβές σαν σφαχτάρια. Κάποιες φορές όμως αρχίζει να του φαίνεται πως κάποια άτομα δεν είναι απλοί επιβάτες όπως όλοι. Πως η μισοκοιμισμένη κοπέλα στο παγκάκι της αποβάθρας δεν βρίσκεται εκεί επειδή περιμένει το επόμενο τρένο.

Τότε νοιώθει πως κάτι εδραιώνεται στο παράλογο, στο φόβο σχεδόν. Ο υπόγειος του φαίνεται σαν κάτι άλλο, σαν μια αργή, διαφορετική αναπνοή, ένας παλμός που δεν χτυπά για την πόλη. Και φτάνει στην ολοφάνερη αλήθεια του αναγκαίων απόβλητων που δεν εντοπίζονται  κάπου συγκεκριμένα: ζουν στον υπόγειο, στα τρένα, σε διαρκή κίνηση. Ο τρόπος που ζουν και κυκλοφορούν ευνοεί την ανωνυμία που τους προστατεύει. Κι έτσι σαν να αποκαλύπτεται ένα τρομερό ενδεχόμενο σύμφωνα με το οποίο όσοι ζουν εκεί κάτω αλλάζουν συνεχώς βαγόνια και τρένα, έχουν μάθει να κοιμούνται στα καθίσματα για ένα τέταρτο της ώρας το πολύ (είκοσι τέτοια τους αρκούν για να ξεκουραστούν), αναγκάζονται να ταξιδεύουν μοναχικοί, γιατί η μνήμη συγκρατεί ευκολότερα τρία πρόσωπα μαζί την ίδια χρονική στιγμή από ένα μόνο του, σιτίζονται αποκλειστικά από τα προϊόντα των περιπτέρων των σταθμών κι αλλάζουν στις τουαλέτες, ενώ τις τρεις ώρες που ο υπόγειος ακινητοποιείται παραμένουν σε κάποιο βαγόνι που σταθμεύει σε μια νεκρή γραμμή  ή ανακατεύονται σποραδικά με το νυχτερινό προσωπικό καθαριότητας.

Προτίμησα το σενάριο εκείνου του διηγήματος παρά το ενδεχόμενο να την έχασα μέσα από τα ίδια μου τα μάτια. Αλλά στην δική μου εκδοχή η Ηλέκτρα δεν έγινε καθαρίστρια, παρόλο που κοίταξα προσεκτικά την μοναδική κυρία με γαλάζια στολή. Η διαφυγούσα με τα πέδιλα πέρασε φευγαλέα ως παραβολή της ή απορρόφησε στο πρόσωπό της όλες τις γυναίκες που πάντα έτρεχα να προλάβω στο δρόμο για να τις παρατηρήσω από πάνω έως κάτω κι εκείνες στο μετρό, το μόνο μέρος όπου μπορώ απρόσκοπτα να κοιτάζω κάτω, κι ύστερα συντετριμμένος να τις χάνω, καθώς χάνονται μαζί με τα βαγόνια μέσα στις σήραγγες.

Στο δρομολόγιο της επιστροφής, έβλεπα τις επιβάτισσες της υπόγειας Κωνσταντινούπολης να κρύβουν όλο τους το σώμα υποτίθεται για να μην προκαλέσουν αλλά να αφήνουν ακάλυπτα τα κάτω πόδια, ακριβώς δηλαδή τα μέγιστα αναστατωτικά. Ας μείνουν έτσι λοιπόν, στο σκοτάδι της άγνοιας, να θεωρούν πως είναι οι κώμες τους που διεγείρουν ή οι αγκώνες κι όχι τα δάχτυλα, μικρομεσαία και μεγάλα. Ήταν η ελάχιστη εφικτή προσευχή που μπορούσα να κάνω, στον επόμενο και τελευταίο ευλαβικό σταθμό της ημέρας.

{συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Το κείμενο του Χούλιο Κορτάσαρ βρίσκεται στο βιβλίο Αξολότλ και άλλα διηγήματα, εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή.

Οι φωτογραφίες είναι του Πανδοχέα. Για την αναδημοσίευση κειμένου και φωτογραφιών, ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Απρίλιος 2019
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαρ.   Μάι. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Blog Stats

  • 987.630 hits

Αρχείο

Advertisements