Αρχείο για Ιανουαρίου 2020

11
Ιαν.
20

Φώτης Τερζάκης – Θρησκειολογικά ελάσσονα. Δοκίμια συγκριτικής θεολογίας

Είναι συνηθισμένο να μιλάμε σήμερα για επιστροφή των θρησκειών ή εκ νέου αφύπνιση του θρησκευτικού αισθήματος, η οποία ακολούθησε την παρακμή των ιδεολογιών· αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικότερα θα διαπιστώσουμε ότι αυτή η σαφώς υπαρκτή «αναβίωση» των θρησκευτικών ανησυχιών δεν είναι άσχετη με το γεγονός ότι η θρησκεία έχει χάσει το πνευματικό της περιεχόμενο και συρρικνώνεται σε εμβληματικούς τύπους που σχετίζονται πολύ με εθνικές ή κοινωνικοκοικονομικές διεκδικήσεις, προβλήματα ταυτότητας κ.ά., γράφει ο συγγραφέας στο πρώτο κείμενο (Η κατάσταση των θρησκειών στα τέλη τού εικοστού αιώνα) της πρώτης ενότητας με τίτλο «Στην μετάβαση του αιώνα». Πράγματι, οι θρησκείες έχουν χάσει την δύναμη να προσφέρουν μεταφυσική παρηγοριά στους ανθρώπους και ανθεκτικές αξίες ζωής κι έχουν μετατραπεί σε όργανα πολιτικών ή άλλων σκοπιμοτήτων.

Όπως γράφεται στο κεφάλαιο Κρίση νοήματος και θρησκευτική πίστη στην καμπή τής χιλιετίας, απ’ όλες τις κοσμογονικές αλλαγές του προηγούμενου αιώνα οι δυο εντυπωσιακότερες ήταν αφενός η ανάδυση απερίγραπτων μορφών βαρβαρότητας και αφετέρου η επιστροφή σε ανορθολογικές πίστεις· όχι μόνο σε θρησκείες αλλά και σε εκλαϊκευμένα μεταφυσικά συστήματα όπως ο εσωτερισμός, ο αποκρυφισμός, ο νεοπαγανισμός, η «Νέα Εποχή» κλπ. Το φαινόμενο αυτό σημάδεψε ιδιαίτερα την κουλτούρα της δεκαετίας του 1960, όπου, κατά έναν παράδοξο τρόπο, η αμφισβήτηση της κοινωνίας και τον παραδομένων αξιών, ο πολιτικός ριζοσπαστισμός, η οικολογική ευαισθησία και ο πειραματισμός με εναλλακτικές μορφές ζωής συνδυάστηκαν με μια ιδιότυπη αναζήτηση πνευματικού νοήματος κι ένα μεγάλο μέρος αυτής της αναζήτησης, δυσαρεστημένο από τον δογματισμό και τον αυταρχισμό των κυρίαρχων εκκλησιαστικών ορθοδοξιών της Δύσης, στράφηκε προς τον κόσμο των ανατολικών θρησκειών (αλλά και του δυτικού «ανορθόδοξου» μυστικισμού).

Κάπως έτσι γεννήθηκε η «Νέα Εποχή» [New Age], μια ιδιαίτερα διαδεδομένη πλέον ιδεολογία, ιδίως στις ΗΠΑ, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρητισμό, εκλαΐκευση και μια μορφή απλοϊκής εσχατολογίας που βασίζεται στην αναμονή της έλευσης μιας νέας εποχής πνευματικής αφύπνισης, αυτοσυνειδησίας και αυτοπραγμάτωσης (της λεγόμενης «Εποχής του Υδροχόου»). Την ίδια στιγμή, όμως, παρατηρούμε την αναβίωση των παραδοσιακών θρησκειών σε όλες τις παραλλαγές τους και ιδίως στις πιο αυστηρές, επιθετικές και μισαλλόδοξες μορφές. Αυτό το φαινόμενο, που στις μέρες μας ονομάστηκε θρησκευτικός φονταμενταλισμός συνδέεται με την αναβίωση εθνικιστικών κινημάτων και εθνοφυλετικών επιδιώξεων. Για ποιο λόγο οι σύγχρονες πολιτικές και εθνοτικές συγκρούσεις επιλέγουν να εκφραστούν σε θρησκευτική γλώσσα; Γιατί η θρησκεία μετά από τόσους αιώνες διαφωτισμού και ορθολογισμού αποκτάει και πάλι δύναμη; Ο διαφωτισμός δεν μπόρεσε να εκπληρώσει όλα όσα υποσχέθηκε και η παραπάνω κατάσταση προκαλεί μια τρομακτική κρίση νοήματος. Έχει αποδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να αντέξουν οποιαδήποτε στέρηση, κακουχία ή πόνο, όταν έχουν μπροστά στα μάτια τους ένα όραμα λύτρωσης, μια ελπίδα ότι τους περιμένει μια καλύτερη μοίρα. Η κατά Φρόυντ δραστική ψευδαίσθηση βρίσκεται πάλι εδώ.

Κληρονόμος του Διαφωτισμού αλλά και της μεγάλης κρίσης των ειδώλων που σφράγισε το τέλος του δέκατου ενάτου αιώνα, έχοντας αφομοιώσει το μάθημα των «δασκάλων της υποψίας» (Μαρξ, Φρόυντ, Νίτσε), ο αιώνας μας δεν έχει πλέον την πολυτέλεια μιας μεταφυσικής πίστης. Αυτό το κενό επιχείρησαν να καλύψουν ιδεολογίες όπως αυτή της Νέας Εποχής. Στο κεφάλαιο Το λυκόφως των θρησκειών και το ιδεολόγημα του «νεοπαγανισμού» ο συγγραφέας διαπιστώνει πως ιδεολογίες σαν κι αυτή της Νέας Εποχής, θεμελιωμένες σε έννοιες μυθικές οι οποίες δεν αντέχουν έναν κριτικό αναστοχασμό, πόσο μάλλον όταν επιτάσσουν την τυφλή προσήλωση σε κάποιο «φωτισμένο διδάσκαλο», τραυματίζουν στην καρδιά κάθε βούληση να κατανοήσουν οι άνθρωποι τις υλικές όψεις της δυστυχίας τους και να δράσουν πάνω στις ίδιες τις συνθήκες της ζωής τους. Στο πλαίσιο αυτής της ψευδούς πνευματικότητας το μόνον που μετρά είναι η «αυτοπραγμάτωση» και η «εσωτερικη τελείωση», αδιάφορη και τυφλή απέναντι στην ιστορική φύση της ανθρώπινης αθλιότητας, της καταδυνάστευσης, της ανέχειας και της εγκατάλειψης στους ανελέητους μηχανισμούς της αγοράς.

Αν ο «παγανισμός» δεν υπήρξε ομολογία πίστεως, ούτε συγκεκριμένη μορφή θρησκείας ή κοσμοαντίληψης (κανένας δεν όρισε ποτέ τον εαυτό του ως παγανιστή), ο «νεοπαγανισμός» και ειδικότερα το κίνημα της νέας μαγείας (Wicca), o κελτικός ή νέο-δρυϊδικός μυστικισμός, ο αμερικανικός νεο-σαμανισμός, οι αφρικανικού ή αφροαμερικανικού τύπου λατρείες (βουντού, κ.ά.), η ανανεωμένη ηλιολατρεία των Υπερβορείων κ.ά. έχουν στο επίκεντρο των σχετικών αντιλήψεων την ιδέα μιας λατρευτικής επαναμάγευσης της φύσης, τον δοξασμό των δυνάμεων της γης και της σεξουαλικότητας, το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους λαϊκούς πολιτισμούς και τις παραδοσιακές κοινότητες κ.ά. Ένα μέρος αυτού του κινήματος έχει τις ρίζες του στην αμερικανική «αντικουλτούρα» της δεκαετίας του 60 και σε αμφισβητησιακά κινήματα, όπως των χίπις, ένα άλλο μέρος του όμως συνδέεται με τον εξτρεμισμό της δεξιάς, με νεοφασιστικές ή ρατσιστικές πολιτικές τάσεις μέσα από αναβιώσεις της αρειανής φυλετικής μυθολογίας.

Στο κεφάλαιο Στοιχεία για μια κριτική τού μονοθεϊσμού ο συγγραφέας, εστιάζοντας στις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, τονίζει μεταξύ άλλων πως η επινόηση ενός προσωπικού, αρσενικού και κυρίαρχου Θεού δεν είναι κατανοητή έξω από την ιστορική συγκυρία που οδήγησε στην εδραίωση των πατριαρχικών θεσμών και στην υποτέλεια της γυναίκας μέσα στους θεσμούς της συγγένειας και του γάμου, ενώ, εστιάζοντας στην χριστιανική διδασκαλία του Παύλου, παρατηρεί ότι ο Χριστιανισμός έκανε εκείνο που καμία θρησκεία ως τότε δεν είχε τολμήσει να κάνει: επιτέθηκε να διαρρήξει με βία την ίδια την φύση του ανθρώπου, αποκόβοντάς τον ριζικά από το ίδιο του το σώμα και από τον ζωτικό του κόσμο. Διαμορφώθηκε έτσι ένας μαζοχιστικός ανθρώπινος χαρακτήρας, επιθετικός απέναντι στις ίδιες του τις παρορμήσεις και ακατάπαυστα αυτοτιμωρητικός.

Το πρόβλημα του Νόμου εμφανίζεται με οξύτερο τρόπο στον Ιουδαϊσμό και στο Ισλάμ. Στην κλασική ελληνική πόλη ο νόμος ήταν προϊόν της συλλογικής βούλησης των πολιτών που αναλαμβάνουν με προσωπική τους ευθύνη και αποφασίζουν για λογαριασμό τους και με κοινή διακινδύνευση. Για τον Ιουδαϊσμό, αντίθετα, ο Νόμος είναι ένα ιερό και ανέγγιχτο ταμπού: είναι απαραβίαστος επειδή αποτελεί το ίδιο το θέλημα του Θεού. Από τους κατακτητικούς πολέμους του Ισλάμ στο όνομα της πίστης, την ωμή διαπλοκή του Χριστιανισμού με την αποικιοκρατία μέχρι τις σύγχρονες εθνικιστικές και πολιτικές αναμετρήσεις με θρησκευτικό μανδύα (Βοσνία, Κροατία, Λίβανος, Παλαιστίνη, Τσετσενία, Ιρλανδία και αλλού) και τον ενεργό ρόλο των θρησκειών στην σύγχρονη επικαιρότητα, είναι εμφανές ότι η θρησκεία επιστρατεύεται ως ένα στρατηγικό όπλο, συχνά ισχυρότερο από οποιοδήποτε άλλο, δεδομένης και της υπνωτικής δύναμης που εξακολουθεί να έχει στο ασυνείδητο των μαζών.

Όσοι σήμερα κατηγορούν τον αραβικό κόσμο για οπισθοδρόμηση και εχθρότητα προς την ανοιχτή κοινωνία του πλουραλισμού και των δημοκρατικών αξιών,  καλύτερα θα ήταν να αναμετρήσουν την δική τους βαρβαρότητα, που δείκτης της είναι ακριβώς οι τρόποι με τους οποίους κατασκευάζουμε την εικόνα του διαφορετικού από εμάς. Κάθε πολιτισμός έχει τον «άλλον» που του αξίζει, γράφει ο Τερζάκης στο κεφάλαιο Το πρόβλημα του Ισλάμ: πίσω από το πέπλο τής μισαλλοδοξίας [σ. 62], ένα από τα κείμενα που αγγίζουν το ευρύτερο θέμα του ισλαμισμού αλλά και του ισλαμικού φονταμενταλισμού, με τα οποία ο συγγραφέας έχει ασχοληθεί και με το βιβλίο του Ανορθολογισμός, φονταμενταλισμός και θρησκευτική αναβίωση. Τα χρώματα της σκακιέρας (βλ. παρουσίαση εδώ).

Η πολιτική εμπλέκεται και σε λιγότερο «επίκαιρες» θρησκείες και ευρύτερες λαϊκές εκφράσεις, όπως, για παράδειγμα, διαπιστώνεται στα Προλεγόμενα σε μια «Ιστορία των Οργίων». Η έννοια του οργίου, συνδεδεμένη με την τελετουργική παραβίαση των θεσπισμένων κοινωνικών κανόνων και των ρυθμίσεων της καθημερινής ζωής, επαναφέρει την κοινωνία σε μια ζωτική επικοινωνία με το πρωταρχικό χάος της φύσης και της ζωής πριν από τον πολιτισμό. Αντίστοιχα, η ίδια η τάξη του ιερού, δηλαδή το θρησκευτικό φαινόμενο, γεννιέται ως ανάπτυξη και διαχείριση της οργιαστικής λειτουργίας. Όμως και εδώ αναπτύσσονται πρακτικές απέναντι στην σκλήρυνση της χριστιανικής/φεουδαρχικής και μετέπειτα αστικής κοινωνίας, η οποία νόμιζε ότι μπορεί να απαλλοτριώσει χωρίς συνέπειες το στοιχείο της ελευθεριότητας. Έτσι εμφανίζονται οι διάφορες γνωστικιστικές αιρέσεις, τα αιρετικά κινήματα της Μεταρρύθμισης, οι Αναβαπτιστές του Thomas Munzer, η Νέα Ιερουσαλήμ, η αυτόνομη κοινότητα του Ιωάννη του Leyden, ο αντινομιανισμός του Johannes Agricola, οι Diggers, οι Levellers. Κοινό στοιχείο και αυτών των κινημάτων ήταν η έμφαση στην κοινοκτημοσύνη και στην σεξουαλική ελευθεριότητα, η απόρριψη της αυθεντίας των γραφών και των ιερατείων, η απεριόριστη πίστη στην οσιότητα της ατομικής συνείδησης.

Η ρίζα κάθε αυθεντικής θρησκευτικής εμπειρίας που είναι η εκστατική έξοδος από τον κοινωνικά υποβεβλημένο εαυτό, παράλληλα με την ανάπτυξη νέων μορφών συλλογικότητας που επιθύμησαν να συνέχονται από μια ιερή μέθεξη, ήταν μια ζωτική πλευρά του κοινωνικού πειραματισμού στις ΗΠΑ και στην Δύση γενικότερα. Και δεν εκπλήσσει που μια τέτοιας μορφής αναζήτηση μετέθεσε το ενδιαφέρον από τις μεγάλες πατριαρχικές θρησκείες του Λόγου (τον Ιουδαϊσμό και τους Χριστιανισμούς) προς τις αρχέγονες κοσμολογικές μορφές του ιερού, από τις αρχαϊκότερες (όπως οι ποικίλες μορφές Σαμανισμού) μέχρι τις πιο εξελιγμένες (όπως ο Ινδουισμός, ο Ταοϊσμός, ο Βουδισμός και το Ζεν).

Αν αυτή η μετάθεση εκτιμηθεί σωστά, γράφει ο συγγραφέας, σημαίνει ακριβώς μια επιδιωκόμενη αναμάγευση, μια επανιεροποίηση της φύσης ως Κόσμου, ως ανοιχτού και ελεύθερου παιχνιδιού ανάμεσα σε όλες τις αντίρροπες δυνάμεις και σημασίες –  και δεν είναι αυτό μια οξύτατη απεικόνιση της γενικευμένης εξέγερσης ενάντια στον θεσμικό καταναγκασμό; Κι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σύνδεση αυτής της εμπειρίας του Κόσμου όπως τον θεωρεί ο κινέζικος ταοϊσμός, το βουδιστικό κενό (σουνυάτα) ή εκείνο που στο Ζεν ονομάζεται σατόρι, με την εγελιανή Φαινομενολογία του Πνεύματος, την χαϊντεγκεριανή αυθεντικότητα και την μοντέρνα φιλοσοφία της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Ενδιαφέρουσες είναι και οι επισημάνσεις του συγγραφέα στο κείμενο Βουντού: καταληψία και έκσταση στη μαύρη Αμερική. Η τεράστια εθνοπολιτική ανάμειξη που σφράγισε αποφασιστικά την Νέα Ήπειρο γέννησε αναπάντεχες πολιτισμικές συνθέσεις, ιδίως στην θρησκεία και στην μουσική. Από λατρείες όπως η Καντομπλέ και η Μακούμπα στη Βραζιλία, η Σαντερία στην Κούβα και η Μαρία Λιόνζα στην Βενεζουέλα, με απηχήσεις που φτάνουν μέχρι τον αφρικανικό μεσσιανισμό (Ρασταφαριανισμός) της Τζαμάικα, χαρακτηριστικότερη όλων ήταν η λατρεία που στην Αϊτή και στη Νέα Ορλεάνη έλαβε το όνομα βουντού ή βοντούν. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει η ομοιότητά του με τις εκστατικού – πνευματοληπτικού τύπου θρησκείες, οι οποίες αρθρώνονται κυρίως ως λατρείες περιθωριοποιημένων και καταπιεσμένων κοινωνικών στρωμάτων (κατεξοχήν, ως εκ τούτου, των γυναικών) αλλά και με την βακχική λατρεία στον ελληνικό χώρο. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι «εξαιτίας του κεντρικού ρόλου που έπαιζε πάντα στις τελετουργίες βουντού η μουσική και ειδικά η μουσική των τυμπάνων, στάθηκαν αυτές η μεγάλη πολιτισμική κιβωτός για τη μεταφορά των πολύπλοκων δυτικοαφιρκανικών ρυθμών στον Νέο Κόσμο – και, μέσω της διάδοσής τους στους μαύρους της Νέας Ορλεάνης, για τη γέννηση του μουσικου θαύματος που αποκαλούμε τζαζ.

Οι τίτλοι των άλλων κεφαλαίων είναι ενδεικτικοί: «Πολυθεϊσμός» και «μαγεία» ως μοντέρνες αλληγορίες, Φονταμενταλισμός και ετερότητα, Η διαλεκτική θέση τού T.W. Adorno, Τί είναι εκκοσμίκευση;, Η θρησκεία ως πολιτική απειλή, Για την αινιγματική σχέση μύθου-τελετουργίας, Παράδοση θρησκευτικής ανταρσίας και πολιτισμική αντίσταση στη νεώτερη Ευρώπη, Για τη δομή και την ιστορία των δερβίσικων ταγμάτων, Σκέψεις για την προϊστορία τού μεσσιανισμού, Η γενεαλογία των αγγέλων, Είναι η Ανάσταση μια οικουμενική θρησκευτική ιδέα;, Ταοϊστικές επιδιώξεις και η ιδέα τής αθανασίας, Τα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, Ουπανισάδες, η καρδιά τού ινδικού στοχασμού, Η χημεία τής έκστασης, Τo πεγυότ και η «Αυτόχθονη Αμερικανική Εκκλησία» κ.ά.

Μια ολόκληρη ενότητα, τέλος, αφιερώνεται και στην παρουσίαση σχετικών βιβλίων, με την μορφή εισαγωγής, επιμέτρου ή κριτικής, προσφέροντάς μας μια ενδιαφέρουσα επισκόπηση της μεταφρασμένης βιβλιογραφίας που συχνά περνά απαρατήρητη. Μεταξύ των σχετικών τίτλων σημειώνουμε: Ο William James και η ψυχολογία τής θρησκείας, H κριτική τής θρησκείας στην ψυχανάλυση, (με αφορμή τρία βιβλία του Mircea Eliade), ο Georges Dumézil και η συγκριτική μυθολογία, Η αρχαιογνωστική οπτική και η αρχαία ελληνική θρησκεία, Η θρησκεία στον φακό τής κοινωνικής ανθρωπολογίας, Η ανθρωπολογία τής θρησκείας τού Marcel Mauss, και η αποσαφήνιση των σχέσεων μαγείας/θρησκείας και πολλά άλλα, ενώ το βιβλίο κλείνει με Μερικές σκέψεις για το ανθρωπολογικό νόημα της γιορτής

Ευνόητα πρόκειται για ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα βιβλία των τελευταίων χρόνων που δεν περιορίζεται στην θρησκεία (που ο συγγραφέας προτιμά να αποκαλεί ανθρωπολογία του ιερού) αλλά και στις φανερές ή λιγότερο φανερές σχέσεις της με την πολιτική και την οικονομία, καθώς και σε άλλες όψεις που συχνά αγνοούμε. Η γραφή του είναι πάντα γοητευτική, εύληπτη, με μεγάλο βάθος σκέψης και μια συνεχή διαλεκτική με τις άλλες επιστήμες, από τις οποίες δεν μπορούμε πια να ξεχωρίζουμε οποιοδήποτε θρησκευτικό φαινόμενο.

Εκδ. Futura, 2018, [Σειρά Ιανός – Πολιτισμικές διασταυρώσεις, 3], σελ. 319.

Στις εικόνες: Τελετή δρυΐδων στο Stonehedge (από την ταινία The Wicker Man, 1973), Osho, Ναός Βουντού, Croix des Mission, Αϊτή (1980), Εκκλησίες στη Μακρόνησο (1949). Εκκλησία-τανκ (απροκάλυπτος συμβολισμός;), Clare Melinsky – Levellers, Τελετή Βουντού στο Μπενίν, Albert Artwell – The Birth of Jesus (στα έργα του ο Ιησούς απεικονίζεται με χαρακτηριστικά ρασταφαριανών), Charles Zingaro – Your bible and you, Robert Redbird – Jesus [Native American Church] με εμφανή την συναπεικόνιση Ιησού και πεγιότ.

05
Ιαν.
20

Δελτιοθήκη νέων εκδόσεων. Χρήστος Χρυσόπουλος – ΑΛΜΑ, εκδ. Νεφέλη, 2019

Γράψτε μας για το βιβλίο σας.

Στο κέντρο ενός μαιευτηρίου μια υγειονομική μονάδα φιλοξενεί έξι τρόφιμους. Ο καθένας ζει εκεί κλεισμένος στην προσωπική του μνήμη, βιώνοντας ξανά και ξανά, σε ατέρμονο κύκλο, την ιστορία που έχει καθορίσει τον βίο του. Στη Μονάδα θα εισέλθουν -υπό διαφορετικές περιστάσεις- τρία πρόσωπα: ένας νέος φιλοξενούμενος, μια μητέρα και η νεογέννητη κόρη της, η Άλμα. Ο κύκλος θα κλείσει με τα νέα αυτά πρόσωπα. Η «Άλμα» είναι ένα κείμενο πολλαπλού εγκιβωτισμού. Η ζωή που απέρχεται κυοφορεί τη νέα ζωή. Η επικράτεια της αγάπης εγκιβωτίζει τη λύπη. Κάτω από τη λεπτή επιφάνεια της συνείδησης του ενήλικα κυλά η αυθορμησία του παιδιού.Στο κέντρο όλων υπάρχει ο λόγος της Άλμα – δάνειος λόγος – λυτρωτικός. Το παιδί καθίσταται η φωνή όλων εκείνων που χάθηκαν.

Μοιραστείτε μια ιδέα, έμπνευση και επιθυμία που σας έκαναν να το γράψετε.

Η «Άλμα» γράφτηκε τα τελευταία δυο χρόνια με τρόπο αποσπασματικό, κομματιαστό, ως ένα κείμενο που αναπτυσσόταν ασύμμετρα προς διαφορετικές κατευθύνσεις, για να λάβει την οριστική του μορφή κατά τη διάρκεια μιας ασφυκτικής εβδομάδας πραγματικού εγκλεισμού,σε ένα σπίτι του 17ου αιώνα στην Ελβετία. Το πρώτο βράδυ της παραμονής μου σε εκείνο το διαμέρισμα όπου θα αποφάσιζα αν τελικά είχα ένα βιβλίο στα χέρια ή όχι, τράβηξα τυχαία από τη βιβλιοθήκη έναν τόμο με τα τελευταία κείμενα του Γιόζεφ Ροτ, δημοσιευμένα τα χρόνια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι όπου και πέθανε το 1939. Εκείνο το πρώτο βράδυ διάβασα αυτό το σύντομο σημείωμα του Ροτ, το οποίο με έπεισε ότι η «Άλμα» ήταν όντως ένα ολοκληρωμένο έργο. Το βιβλίο θα τέλειωνε με αυτά τα λόγια του συγγραφέα.

Τα παιδιά που γνωρίζουν
Υπάρχει τίποτα πιο επώδυνο από την κατανόηση στα μάτια των παιδιών; Από τα παιδιά που καταλαβαίνουν; Γνωρίζουν περισσότερα από τους γονείς τους. Αντιλαμβάνονται με τόση σαφήνεια και ευθύτητα, ώστε είναι οι γονείς εκείνοι που μοιάζει να έχουν μια ανάρμοστη παιδική αθωότητα στο βλέμμα τους. Τα παιδιά γνωρίζουν – και οι ενήλικες δίπλα τους φαίνεται να μην έχουν ιδέα… Δεν κατάλαβαν πώς έπεσαν στην παγίδα του τρομερού πεπρωμένου τους. Δίπλα τους στέκονται τα παιδιά τους που γνωρίζουν, των οποίων τα ανέκφραστα μάτια έχουν ξεπεράσει την απορία και προσφέρουν ήδη συγχώρεση.
Γιόζεφ Ροτ

Συστήστε μας σε έναν χαρακτήρα του.

Θα αφήσω την Άλμα να συστηθεί η ίδια με τα δικά της λόγια:

Άλμα (με τη δική της φωνή)
Αναχρονισμός

Από τη στιγμή που ήρθα εδώ σταμάτησα να μεγαλώνω. Βγήκαν όλοι από τα δωμάτιά τους και στάθηκαν γύρω μου. Αυθόρμητα, δίχως να τους φωνάξει κανείς. Εκείνος με άφησε κάτω απαλά. Αισθάνθηκα για πρώτη και μοναδική φορά τη γη στα πέλματά μου. Ήμουν ολόγυμνη, μα δεν ντρεπόμουν. Έφεραν ένα λευκό σεντόνι και με κάλυψαν, όπως τα αγάλματα. Είμαι ό,τι πιο πολύτιμο για εκείνους. Είμαι εύθραυστη, όπως ένα νεογέννητο μωρό. Από τότε που μπήκα εδώ, αυτό που με κρατά ζωντανή δεν είναι η υλική τροφή, είναι η περίσσια αγάπη. Η επαφή, το άγγιγμα, το χάδι. Κάθε φορά που με αγκαλιάζουν, η τρυφερότητά τους με θρέφει. Δεν γνωρίζω τίποτα περισσότερο από αυτό που μου δείχνουν τα αισθητήρια όργανά μου. Μιλούν μεταξύ τους, αλλά ποτέ δεν απευθύνονται σε εμένα. Ζω με την όραση, με την αφή. Με τις θερμοκρασίες, τους ήχους… Τους περιεργάζομαι φέρνοντας τα ακροδάχτυλά τους να ακουμπήσουν στα χείλη μου.

Ο χρόνος για μένα έχει σταματήσει στο διαρκές παρόν. Οι μέρες μου περνάνε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου. Δεν πατώ στο έδαφος, ζω από αγκαλιά σε αγκαλιά. Με θωπείες, σιγοψιθυριστούς φθόγγους και ασπασμούς. Έχω σταματήσει να μεγαλώνω. Αυτό τους καθησυχάζει. Δεν θα με χάσουν. Δεν θα γίνω ποτέ κάτι διαφορετικό από αυτό που γνώρισαν όταν βρέθηκα πρώτη φορά ανάμεσά τους. Δεν θα αλλάξει η αγκαλιά στο στήθος τους. Τους αγαπώ όλους μονομιάς. Αξεχώριστα. Λες και είναι ένας άνθρωπος. Με μια αγάπη μητρική. Αποφάσισα σιωπηλά με τον νου μου να τους δώσω ονόματα δικά μου. Ονόματα θηλυκά. Διάλεξα από τις λέξεις που άκουσα γύρω μου εκείνες που ήχησαν ομορφότερες στα αυτιά μου. Τα ονόματά τους είναι: Ωλένη, Παλάμη, Χολή, Οδύνη, Τομή, Λαγόνα, Ουλή.

Έχω σταματήσει να μεγαλώνω και μένω κλεισμένη εδώ, ανάμεσά τους. Τρέφομαι με φροντίδα και τρυφερότητα. Η τροφή μου είναι το αγκάλιασμά τους. Δέρμα με δέρμα. Ζω κουλουριασμένη στα χέρια τους.

Έδωσα στον εαυτό μου το όνομα Άλμα.

Δώστε μας μια φωτογραφία, δική σας ή άλλων, αναλογική, ψηφιακή ή διαδικτυακή, που θα ταίριαζε στο βιβλίο σας και γράψτε μας γιατί.

Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε στη Νάντη της Γαλλίας τον Οκτώβριο του 2016 και αποτελεί το εξώφυλλο του βιβλίου. Η επιλογή αφορά το αίσθημα της στιγμής που λήφθηκε η συγκεκριμένη φωτογραφία, ενώ περπατούσα -συννεφιασμένο απομεσήμερο- στο μικρό νησί που στέκει στο κέντρο του Λίγηρα καθώς διασχίζει τη Νάντη. Ήταν αυτή ή αίσθηση εγκατάλειψης και ελευθερίας που νομίζω υπάρχει και στην «Άλμα».Είχα γράψει τότε ένα κείμενο για αυτή τη φωτογραφία, δεν βρήκε θέση στην «Άλμα», συνοψίζει όμως το αίσθημα που έδωσε αυτό το συγκεκριμένο πρόσωπο στο βιβλίο.

Οι φράχτες, οι όχθες, τα πεζοδρόμια και οι γέφυρες, οι γερανοί, οι λογιών διαγραμμίσεις και οι επιγραφές, οι πέτρες, τα χόρτα και οι πάσσαλοι, όλα μοιάζουν να τεμαχίζουν τον χώρο σε ξεχωριστές επικράτειες. Ακόμα και ο ορίζοντας μοιάζει με φυλαγμένο σύνορο. Οι περιφράξεις συντάσσονται παρατακτικά η μια μετά την άλλη, όπως οι λέξεις σε μια σχοινοτενή πρόταση δίχως σημεία στίξης. Η Νάντη περιγράφει το τελείωμα: «Κάπου εδώ το πριν σταματά». Μόνο που ό,τι εκτείνεται στο μέλλον από εδώ και πέρα, δεν είναι αντιστοίχως μια έναρξη – αλλά μια αναβολή. Αυτό το καταλαβαίνεις καλά. Εδώ δεν είναι πλέον ούτε πόλη, ούτε μη. Εδώ βρίσκεσαι εκτεθειμένος στα ενδεχόμενα. Γι’ αυτό τα βήματά μου είναι προσεκτικά και διστακτικά. Σαν να περπατώ διαρκώς στο χείλος του ποταμού. Χαμηλώνω το βλέμμα. Εδώ πρέπει να μετράς καθεμιά κίνηση με επιμέλεια ακροβάτη. Κάθε γλίστρημα, ή ακόμα και μια αστόχαστη κλίση του κορμού, μπορεί από στιγμή σε στιγμή να σε ρίξει στο σκοτεινό νερό του Λίγηρα που κυλά αδιάφορος δίπλα σου.  Έχει χειμωνιάσει και περπατώ εκεί που η Νάντη τελειώνει. Ή μάλλον εκεί που σταματά προσωρινά. Η διαρκής αναβολή με κάνει ανήσυχο και επιφυλακτικό. Διέβην σιωπηλά το όριο. Δεν γνωρίζω ακόμη τι με περιμένει στην άλλη πλευρά.

[Φωτογραφία του συγγραφέα: Γιάννης Μισουρίδης]

01
Ιαν.
20

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 2: Οι ερωτοτροπικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 13 (Ιανουάριος 2020), εδώ

XΙI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 2: Οι ερωτοτροπικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στις κινηματογραφικές ταινίες και μυείται στα μυστικά τους.

Βυθισμένος όλο και πιο βαθιά στις σκοτεινές αίθουσες ήταν θέμα χρόνου να συναντηθώ με τον Ντερκ Μπόγκαρντ. Τον είδα να υποφέρει τον δικό του Θάνατο στην Βενετία για έναν απαγορευμένο πόθο, και, γοητευμένος από τον ατέλειωτο, εξομολογητικό του λόγο αλλά και την απελπισμένη πλην αξιοπρεπή μορφή του, αποφάσισα να τον ακολουθήσω. Μήπως και εγώ δεν ζούσα εν κρυπτώ ένα ανέκφραστο, κατακριμένο πάθος;  Μοιραζόμασταν ακριβώς την ίδια ανέχεια: είχαμε ανακαλύψει την ενσάρκωση της τέλειας ομορφιάς, εκείνο που θεωρούσαμε ως απόλυτο κάλλος και δεν μπορούσαμε να το αποκτήσουμε· με την διαφορά ότι εκείνος το είχε βρει σ’ έναν άνθρωπο ενώ εγώ στα πόδια αμέτρητων απροσπέλαστων κοριτσιών. Μπορεί οι χαρακτήρες του να μου έδιναν κάποια ιδέα, μια στωική οδό αντοχής· και μου άρεσαν ιδιαίτερα οι εκφράσεις του προσώπου του, ιδίως εκείνη η αδιόρατη ευγένεια που επανέφερε μια χαμένη αρσενική ωραιότητα χωρίς να κρύβει το θλιμμένο της βλέμμα.

Συνδεθήκαμε με ιδιαίτερο τρόπο όταν πήρα την θέση του στο ΑτύχημαΔυστύχημα;) του Joseph Losey· ήταν 1967 κι ήμουν ένας φτασμένος καθηγητής της Οξφόρδης, περιτριγυρισμένος από βιβλιοθήκες, γεμάτες με βιβλία τακτοποιημένα όπως κι η ζωή μου. Με έλεγαν Στήβεν κι ήμουν ένας αγαπητός σύζυγος και δάσκαλος. Αλλά ύστερα από τόση μελέτη έπρεπε να γνωρίζω πως τα ανθρώπινα ένστικτα κοχλάζουν κάτω από τις ήρεμες επιφάνειες και γίνονται δηλητήριο που κυλάει στις φλέβες, έτοιμο να βγει ως λέξεις ή σιωπή, ακριβώς όπως συνήθιζε να τα καταγράφει ο Χάρολντ Πίντερ σε ανελέητα σενάρια – τώρα και σ’ εμένα.

Είχα, λοιπόν, καταγοητευτεί από μια φοιτήτριά μου, την Άννα. Δεν ήξερα αν ήταν η αυστριακή, όπως και η καταγωγή της, ψυχρή ομορφιά ή το άλεκτο που μας απορροφά στον έναν και όχι στον άλλο άνθρωπο. Σημασία έχει ότι όταν το αυτοκίνητό της συνετρίβη έξω από το απομονωμένο μου σπίτι αφήνοντας νεκρό τον φίλο της και φοιτητή μου Ουίλλιαμ, αποφάσισα να την προστατεύσω, για να μην θεωρηθεί υπεύθυνη για τον θάνατό του. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοιτούσα τα πόδια της μέσα στο λευκό καλσόν· φορούσε μόνο το ένα παπούτσι, που νωρίτερα είχε πατήσει πάνω στο κεφάλι του οδηγού, για να βγει έξω από τα συντρίμμια. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα παρατηρούσα. Σε μια βαρκάδα των τριών μας είχα εστιάσει στα γόνατα και τις μασχάλες της, με υπόκρουση τον ήχο του νερού, ενώ στην απέναντι όχθη ένα ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτά του· το κορίτσι φυσικά ήταν ξυπόλητο. Κανονικά εμείς έπρεπε να βρισκόμαστε εκεί, στην άλλη πλευρά, που το χορτάρι πάντα είναι πιο πράσινο.

Ξεκίνησα την ιστορία από το τέλος, εφόσον έτσι διάλεξε ο σκηνοθέτης για να σπάει τις μονότονες γραμμικές ζωές μας. Φαίνεται πως για την Άννα αποτελούσα μόνο το ένα τρίτο της προσοχής της: εκτός από μένα και τον Ουίλλιαμ, την επιθυμούσε και ο δημοφιλέστερος από εμένα συνάδελφός μου Τσάρλι. Κι εκείνη βρισκόταν απλώς εκεί, γοητευτική κι αινιγματική, χωρίς να εκδηλώνει κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Ήταν μια γυναίκα σε αναμονή, που αλλάζει τους άλλους χωρίς να μεταβάλλεται η ίδια.

Ένα βράδυ πήγα και βρήκα μια παλιά μου ομόκλινη, αναζητώντας κάποια πρόσκαιρη λήθη. Όταν επέστρεψα σπίτι, κάθισα σε μια καρέκλα στο χολ, εξαντλημένος, γνωρίζοντας πως θα ξαναβρώ την ταραχή που άφησα πίσω. Εκείνο που δεν περίμενα ήταν το τρίξιμο στα σκαλιά που οδηγούσαν στην κρεβατοκάμαρα, μαρτυρώντας κάποια παρουσία. Είδα τον Τσάρλι και προς στιγμήν ανακουφίστηκα· είχε τα κλειδιά και δεν έμοιαζε να στενοχωριέται από τον αιφνίδιο ερχομό μου. Αλλά μια άλλη μορφή κατέβαινε αργά τα σκαλοπάτια. Στο μισοσκόταδο δεν φαίνονταν παρά τα γυμνά της πόδια κι ύστερα το στενό παντελόνι της. Ήταν εκείνη. Και τα πόδια της περίτρανα μαρτυρούσαν την ερωτική πράξη. Έδειξα την συντριβή μου αλλά δεν είχα κανένα δικαίωμα να κάνω σκηνή. Η Άννα είχε κάνει την επιλογή της. Ψέλλισα πως είμαι θυμωμένος και πήγα στην κουζίνα.

Με ακολούθησαν· η Άννα στάθηκε στην πόρτα, πάντα ξυπόλητη. Ο Τσάρλι με ενημέρωσε ότι με είχε προειδοποιήσει με γράμμα και πήγε να το φέρει. Το ταχυδρομείο είχε αφήσει κι ένα άλλο γράμμα: της γυναίκας του Λώρα προς εμένα. Με ανάγκασε να το ανοίξω, τον αγνόησα και άρχισε να διαβάζει την εμπιστευτική παράκλησή της να τον απομακρύνω από την Άννα. Τώρα βρισκόμουν εγώ σε άμυνα. Φαινόταν πως συμμαχούσα με την γυναίκα του, έμπιστος σε αυτήν αντί για τον φίλο μου. Για να ολοκληρώσει τον εξευτελισμό μου άρχισε να τρώει από την ομελέτα μου. Δεν ξέρω ποιος μαζοχισμός μ’ έκανε να ανέβω διαλυμένος στο δωμάτιο για να δω τα πειστήρια του έρωτα. Μύριζε αναβοσβησμένα σώματα. Αργότερα πληροφορήθηκα ότι ήταν ζευγάρι εδώ και βδομάδες κι ότι ο Ουίλλιαμ ήταν απλός φίλος της. Δεν ηττήθηκα από έναν νεότερο φοιτητή αλλά έναν συνομήλικο συνάδελφο. Ένοιωσα να συντρίβομαι από ζήλεια.

Τους προσκάλεσα όλους σ’ ένα κοινό Σαββατοκύριακο στο σπίτι μας. Πόσες φορές δεν έχουμε επιθυμήσει μια συνάντηση ελπίζοντας κάτι να συμβεί και να ξεκαθαριστεί μια κατάσταση! Αλλά τίποτα… το τέλος του δείπνου μας βρήκε όλους μεθυσμένους και δυστυχείς. Κάθε διάλογος αποτελούσε αφορμή για διαμάχη· το ίδιο και η σιωπή, το σύνηθες όπλο των γυναικών απέναντι στους άντρες, όπως συνέχιζε να μου θυμίζει ο Πίντερ. Η Κυριακή μας βρήκε χαμογελαστούς και υποκριτές, να ξαπλώνουμε στα γρασίδια. Εκεί η Άννα με ενημέρωσε ότι θα παντρευτεί, και βρήκα την ευκαιρία να την ειρωνευτώ: «ποιον;». «Με τον Ουίλλιαμ», μου απάντησε. «Το γνωρίζει;», την ξαναχτύπησα. Για να μου το ανταποδώσει, μου ζήτησε να το ανακοινώσω στον Τσάρλι και να της μεταφέρω την αντίδρασή του. Μου πρόσφερε έναν ρόλο μεσάζοντα, για τον οποίο με προετοίμαζαν σκηνοθέτης και σεναριογράφος για μια κορυφαία ταινία τέσσερα χρόνια μετά.

Το κλείσιμο κάθε κύκλου βρίσκεται στην αρχή του. Όταν την πήρα χτυπημένη από το αυτοκίνητο και βρισκόταν στο κρεβάτι αδύναμη κι εξαρτημένη, της ψιθύρισα στο αυτί ότι ο Ουίλλιαμ ήταν νεκρός και πλησίασα τα χείλη μου στο μάγουλό της, χωρίς να την φιλήσω. Μόνο αργότερα, την αγκάλιασα και την φίλησα ενώ την κρατούσα όρθια, με τα χέρια της κρεμάμενα, μια άψυχη κούκλα. Θα μπορούσα να της κάνω ό,τι θέλω. Το μόνο που έκανα ήταν να της πω σιγανά: Είχες ένα ατύχημα. Λάθος: εγώ είχα το ατύχημα και ο Ουίλλιαμ το δυστύχημα. Εκείνη απλά θα μάζευε τα πράγματά της και θα έφευγε, αφήνοντας με ν’ ανταλλάζω δηλητηριώδεις διαλόγους με τον Τσάρλι. Δεν την ξαναείδα ποτέ ως Άννα.

Ήμουν πλέον βέβαιος πως σε ανάλογες περιστάσεις τα γυμνά πόδια αποδεικνύουν σιωπηλά την ερωτική πράξη. Η γυναίκα ενός διηγήματος σ’ ένα από τα «εικονοστάσια ανωνύμων αγίων» του Γιάννη Ρίτσου είχε βγάλει τα παπούτσια της στο δωμάτιο ενός άντρα και όταν άκουσε κάποιον να έρχεται, έσπευσε να τα βάλει, με την αλησμόνητη έκφραση: Μη με δει η γυναίκα σου ξυπόλητη και βάλει με το νου της. Δεν χρειαζόμουν τρίτη απόδειξη όταν, στην ρεαλιστική μου πια ζωή, είδα την Ηλέκτρα να βγαίνει ξυπόλητη στην αυλή της για να με αντικρίσει έκπληκτη και αμήχανη. Είχα φτάσει δυο μέρες νωρίτερα στην Θεσσαλονίκη και ανηφόρισα με ανυπομονησία προς το σπίτι της στην Άνω Πόλη για να της κάνω έκπληξη. Το ποδήλατό της ήταν έξω, δεμένο όχι στον καθιερωμένο στύλο αλλά σε μια μοτοσικλέτα, σαν δυο σφιχταγκαλιασμένοι οργανισμοί.

Τι είδους αγκάλιασμα συνέβαινε μέσα; Αρχικά το σπίτι σιωπούσε αλλά, με το επίμονο χτύπημα στην αλυσίδα της αυλόπορτας, άνοιξε η μέσα πόρτα και βγήκε όμορφη, με μια άσπρη κοντομάνικη μπλούζα κι ένα λεπτό σπιτικό παντελόνι, με τα μαλλιά της ελαφρώς ανταριασμένα – κάποιος της έχωνε τα δάχτυλα ως τις ρίζες τους, μέχρι να βγάλουν την κρυμμένη τους μυρωδιά ή της τα τραβούσε πάνω σ’ ένα πάθος που δεν τολμούσα να διανοηθώ. Τα πόδια της, χωρίς αμφιβολία, δεν θα έβγαιναν ποτέ ξυπόλητα στην αυλή, Δεκέμβρη μήνα, ούτε και θα περπατούσαν στο κρύο εκείνο σπίτι, παρά μόνο αν άφηναν στη μέση –ή στην αρχή ή στο τέλος–  εκείνο για το οποίο είχαν γυμνωθεί. Κι όπως τα είδα, ροδισμένα από την ψύχρα ή τις θερμές τριβές των σωμάτων, και το πρόσωπό της κόκκινο από την έξαψη ή τον αιφνιδιασμό, δεν χρειάστηκε να ρωτήσω οτιδήποτε. Απέδωσα την έκφραση της κατάρρευσής μου στο πολύωρο ταξίδι και της είπα πως απλά πέρασα να της αφήσω ένα βιβλίο. Θα θυσίαζα όποιο βρισκόταν στην τσάντα μου κι έτυχε να είναι το Old Times, το θεατρικό έργο που έγραψε ο Πίντερ κι είχε παίξει και ο Μπόγκαρντ – αμφότεροι θα χαμογελούσαν για την ειρωνική σύμπτωση. (Στο παραλληλεπίπεδο ερωτικό τρίγωνο του έργου είχα σημειώσει μια εξίσου εύγλωττη ξυπόλητη σκηνή.) Στο δικό της ευγενές σίγουρα δεν θέλεις να μπεις μέσα; απάντησα πως θα το κάνω αύριο και κατηφόρισα, ξέχειλος για άλλη μια φορά από ίμερο και ζήλεια.

Κι εκείνη η Ζακλίν των Ατυχημάτων πώς έμαθε να προσελκύει τους άντρες και πώς ήταν την εποχή που αφυπνιζόταν η θηλυκότητά της; Αναζήτησα τα σχετικά στοιχεία στο μεγάλο ληξιαρχείο του κινηματογράφου και την βρήκα στην ηλικία των δεκαεπτά, με το σχεδόν τραγουδιστό όνομα Γκουενταλίνα και την φερώνυμη ταινία όλη δική της. Υποκρινόταν μια συνομήλική της, ένα κακομαθημένο κορίτσι μιας πλούσιας μιλανέζικης οικογένειας που παρατείνει τις διακοπές της στο Βιαρέτζο επειδή η μητέρα της ετοιμάζεται για διαζύγιο. Πήρα την θέση του μοναδικού νεαρού που έμεινε από την θερινή της παρέα, του κατώτερης τάξης Oμπερντάν. Όλο το καλοκαίρι δεν μου έδινε καμία σημασία αλλά τώρα αποτελούσα την μόνη της διέξοδο. Υπέμενα όλα της τα καπρίτσια γιατί ήμουν ερωτευμένος και τα μάτια μου δεν χόρταιναν να την βλέπουν.

Μια φορά που ήταν άρρωστη, την επισκέφτηκα στο σπίτι της. Με δέχτηκε στο μεγάλο της δωμάτιο, καλυμμένη κάτω από τις κουβέρτες. Σύντομα τις πέταξε, αναδύθηκε από το κρεβάτι μ’ ένα ολόσωμο μαύρο εφαρμοστό ρούχο που άφηνε γυμνά μόνο τα χέρια και τα πόδια, από τους αστραγάλους και κάτω, και άρχισε να χορεύει υπό τους ήχους μιας παράξενης, σχεδόν δαιμονικής ηλεκτρονικής μουσικής. Αυτή η υπέροχη εμφάνισή της εκτυπώθηκε στις αφίσες της ταινίας και στο μνημονικό κάποιων θεατών, είμαι βέβαιος, κι έγινε ένα ακόμα εικόνισμα στο μουσείο των κινηματογραφικών γυναικών. Όσο αμήχανες κι αν έμοιαζαν οι μετεφηβικές της κινήσεις, εκείνος ο χορός ήταν η αντίδρασή της σ’ ένα καταθλιπτικό σπίτι. Κι όταν λίγο μετά, τα δάχτυλα των ποδιών της, εστιασμένα από την κάμερα, έσπευδαν να πατήσουν το στοπ του μαγνητοφώνου, ήταν σα να δήλωναν πως εκείνη θα αποφάσιζε πότε θα ξεκινήσει η δική της «μουσική».

Η τρίτη λήψη των ποδιών της έγινε σε μια άδεια παραλία, όπου έφτασε τρέχοντας, με τον ενθουσιασμό μιας επερχόμενης τρέλας, αφήνοντάς με πολλά μέτρα πίσω. Βούτηξε στην θάλασσα ντυμένη, με την καμπαρντίνα της – είχε αρχίσει πια να φθινοπωριάζει – και μόνο όταν βγήκε μουσκεμένη έβγαλε τα μοκασίνια και βύθισε τα πόδια της στην άμμο. Ήταν λες και το μπάνιο της ήταν ένα βάπτισμα στο μέλλον και τώρα μπορούσε με άλλα πόδια να αρχίσει τη νέα της ζωή.

Όλες εκείνες τις μέρες πλησιάζαμε σιγά σιγά ο ένας τον άλλον και δεν ήμουν πια ο αδιάφορος νέος που μάταια την πολιορκούσε. Αλλά σύντομα ο πατέρας της επέστρεψε αποφασισμένος να διασώσει την εικόνα της οικογενειακής αρμονίας και πήρε μαζί του τις γυναίκες πίσω στο Λονδίνο. Ήμασταν πολύ νέοι για να ορίσουμε τις ζωές μας, πόσο μάλλον να προχωρήσουμε μαζί.

Τι άλλα είχε να εκφράσει η ωραία Ζακλίν της Νίκαιας; Μια από τις ύστατες επιλογές της θηλυκότητας: δώδεκα χρόνια μετά και προτού καν κλείσει τα τριάντα, αποχώρησε από την βιομηχανία του θεάματος για να αφοσιωθεί στον γάμο και στα δυο αρσενικά που τον ανοίγουν και τον ολοκληρώνουν, σε σύζυγο και γιο. Έζησαν για κάποια χρόνια στην Βραζιλία και εγκαταστάθηκαν οριστικά στα νοτιοανατολικά ορεινά της Γαλλίας. Την φαντάζομαι σήμερα, στα 79 της, να φορά μεγάλα γυαλιά ηλίου και να χαίρεται τα μεσογειακά ηλιοστάσια, έχοντας ήδη χορτάσει τα τροπικά. Κάποτε μπορεί και να αναρωτιέται αν έκανε τις σωστές επιλογές ή, το πιθανότερο, αν η ζωή είναι τόσο απόλυτη, ώστε να πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στις δυο αντίρροπες τάσεις του φύλου της, την ρομαντική, σχεδόν πιστή «αποστολή» του ή την καλλιτεχνική του αποθέωση. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Οι ταινίες: The accident (Joseph Losey, 1967), Guendalina (Alberto Lattuada, 1957).




Ιανουαρίου 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Δεκ.   Φεβ. »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  

Blog Stats

  • 1.013.506 hits

Αρχείο