Αρχείο για Δεκέμβριος 2020

23
Δεκ.
20

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας – Nota Bene. Συνομιλώντας με τα βιβλία και την ιστορία

Τα γραπτά του Δημήτρη Κυρτάτα προσφέρουν πάντα ιδιαίτερη αναγνωστική τέρψη. Ο συγγραφέας καταπιάνεται με θέματα ερεθιστικά, από περιόδους σχετικά αφώτιστες στον ευρύτερο ερευνητικό τομέα. Αλλά είναι και ο τρόπος του: αποφεύγει την δυσνόητη και ενίοτε σκοπίμως επιτηδευμένη έκφραση των πανεπιστημιακών και μας παραδίδει γραπτά ευφραντικά όχι μόνο ως προς την θεματολογία τους αλλά και ως προς την «εκφραστικότητα». Τα περισσότερα από τα παρουσιαζόμενα βιβλία αποκαλύπτουν μια Ιστορία άγνωστη ή πολύ διαφορετική από εκείνη που «γνωρίζουμε».

Ας σταθούμε πρώτα σε τρία βιβλία από την ενότητα «Η αρχαιότητα ήταν ακόμα εκεί». Στο κείμενο με τίτλο «Αλλότριος ελληνισμός» και με αφορμή το βιβλίο του Glenn W. Bowersock, Ο ελληνισμός στην ύστερη αρχαιότητα (1996), ο συγγραφέας προβαίνει στην γενικότερη διαπίστωση πως στην Ελλάδα το ενδιαφέρον για την συγκεκριμένη περίοδο ιστορίας ήταν ανέκαθεν περιορισμένο. Ο ελληνικός κόσμος της ρωμαιοκρατίας ήταν κατακτημένος και, κατά συνέπεια, υποβαθμισμένος, ενώ ακόμα η γέννηση και εξάπλωση του χριστιανισμού δεν θεωρήθηκε ιστορικό φαινόμενο αλλά μόνο θρησκευτικό. Στην ύστερη αρχαιότητα τα μεγάλα κέντρα του ελληνισμού βρίσκονταν όλα μακριά από την κοιτίδα του κλασικού πολιτισμού. Στο εσωτερικό του διασταυρώθηκαν δυνάμεις ετερόκλητες και με το εννοιολογικό του οπλοστάσιο εκφράστηκαν κοσμοθεωρίες συγκρουόμενες. Έλληνες δεν ήταν πια όσοι μιλούσαν ελληνικά ή μετείχαν της ελληνικής παιδεύσεως αλλά όσοι πίστευαν στους παλαιούς θεούς. Ο ελληνισμός ως φορέας θρησκευτικών αντιλήψεων δείχνει να έχει εκπληρώσει τον ρόλο του κι έτσι πολλοί βιάζονται να εξαγγείλουν τον θάνατό του, πιστεύοντας πως ο χριστιανισμός δείχνει ικανός να διασώσει από μόνος του την σοφία των κλασικών συγγραφέων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Μπάουερσοκ αυτή η άποψη είναι λανθασμένη. Η παιδεία και η γλώσσα των Ελλήνων προσέφεραν στον χριστιανισμό πολλά, αλλά πήραν και πολλά. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η ελληνική παιδεία άρχισε να προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας θρησκείας (είχε ανέκαθεν ορισμένες θεολογικές αρχές, όπως τον ανθρωπομορφισμό των θεών, ορισμένες ηθικές αξίες και ορισμένες αντιλήψεις για τον κόσμο, οι μεγάλοι της φιλόσοφοι ονομάζονταν συχνά «θεουργοί»), αλλά ποτέ δεν είχε θωρήσει πως όλα αυτά αποτελούν μέρος ενός ενιαίου και κλειστού συστήματος, ούτε σκέφτηκε να συγκροτήσει μια Εκκλησία για να προστατέψει τα δόγματα και το ιερατείο της.

Το τέλος του ελληνισμού των ανατολικών λαών δεν ήρθε με τον χριστιανισμό, παρά την βία που άσκησαν οι αρχές, αλλά με το Ισλάμ και την διάδοση της αραβικής γλώσσας. Η πρωτότυπη και τολμηρή πρόταση του Μπάουερσοκ εδώ είναι πως ο ίδιος ο αραβικός εθνικισμός, δηλαδή η αίσθηση της κοινής ταυτότητας των Αράβων, αποτελεί συμβολή του ελληνισμού, καθώς χάρη σ’ αυτόν οι Άραβες απέκτησαν κοινή θρησκευτική διάλεκτο. Με την ευκαιρία αυτή ο Κυρτάτας θέτει το ζήτημα ατυχών όρων όπως το ειδωλολάτρης (που, μεταξύ άλλων δείχνει ότι αποδεχόμαστε την χριστιανική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο ελληνισμός ήταν πρωτίστως θρησκεία, που ασφαλώς δεν ήταν) και προβληματίζεται ως προς την αντικατάστασή τους με τους λιγότερο προβληματικούς όρους πολυθεϊστής ή εθνικός.

Στην ίδια σκοτεινή εποχή ζει και «ο τελευταίος έλληνας φιλόσοφος» Δαμάσκιος (Damascius, The Philosophical History, επιμ. Πολύμνια Αθανασιάδη, 1999), η ζωή του οποίου αποτελεί μια από τις καλύτερες μαρτυρίες για την εποχή του περάσματος από τον πολυθεϊστικό κόσμο των Ελλήνων στο χριστιανικό Βυζάντιο. Ο Δαμάσκιος έμεινε στην ιστορία ως ο τελευταίος διάδοχος της μεγάλης Ακαδημίας που είχε ιδρύσει ο Πλάτων και με την Φιλόσοφον ιστορία του αναδεικνύεται ως μεγάλος στοχαστής. Είναι ενδιαφέρον ότι τον χριστιανισμό τον βλέπει σαν κάτι παροδικό που επιφέρει ζημία και οδύνη, όπως μια φυσική καταστροφή. Ο κόσμος στον οποίο ζει ο Δαμάσκιος είναι ο κόσμος των Ελλήνων που συνεχίζει την δύσκολη πορεία του, ενώ η φιλοσοφική παράδοση είναι ακόμα υπόθεση ζωντανή. Αν εξαιρέσουμε τους διωγμούς, το μεγάλο  πρόβλημα που αντιμετώπιζε η αρχαία φιλοσοφία βρισκόταν αλλού. Είχε γεννηθεί και είχε επιζήσει σε μια συνθήκες πνευματικής ελευθερίας που δεν υπήρχαν πια. Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας διέθετε μεγάλη πνευματική ενεργητικότητα αλλά πολύ μικρή ανοχή. Μαζί με τον πολυθεϊσμό αργοπέθαινε και ο φιλοσοφικός πλουραλισμός. Τα σχίσματα και οι αιρέσεις αποδεικνύουν πόσο μικρά περιθώρια υπήρχαν για συμβίωση διαφορετικών αντιλήψεων. 

Σ’ ένα κείμενο για «Το άδοξο τέλος των ολυμπιακών αγώνων» και με αφορμή το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, Εν τω σταδίω (2004) αντιλαμβανόμαστε την μέχρι τώρα περίεργη σιωπή όσον αφορά το τέλος του μεγάλου αθλητικού γεγονότος, για το οποίο τελικά, παρά τα όσα μαθαίναμε, δεν υπήρξε επίσημη απαγόρευση ή τελετή λήξης, παρά μια παραγνωρισμένη σκοτεινή κατάληξη μιας μακράς πορείας προς την λήθη. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες επισημάνσεις της συγγραφέως έχει να κάνει με τους χριστιανούς, ο οποίοι, παρά το μένος τους εναντίον κάθε είδους παγανιστικής επιβίωσης ήταν, και ιδίως οι ασκητές και οι μοναχοί, μεγάλοι θαυμαστές του αγωνιστικού ιδεώδους – ο μάρτυρας άλλωστε, όπως άλλωστε και κάθε ενσυνείδητος χριστιανός, έβλεπε τον εαυτό του ως αθλητή που στο τέλος του δρόμου τον περίμενε το στεφάνι της δόξας. Στην ίδια ενότητα παρουσιάζονται και τα βιβλία των Πέρυ Άντερσον, Από την αρχαιότητα στον φεουδαρχισμό, 1981, Πολύμνιας Αθανασιάδη, Ιουλιανός: Μια βιογραφία, 2001 και Giusto Traina, 428 μ.Χ.: Ιστορία μιας χρονιάς, 2011.

Στην ενότητα που αφορά τον τομέα «Θρησκεία και θρησκευτική συνείδηση» τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ενδιαφέροντα. Αν διαβάσουμε, για παράδειγμα, το βιβλίο του Richard Seaford, Διόνυσος (2015), όπου μας περιμένει «Ο θεός που δεν πέθανε ποτέ», θα δούμε πως ο θεός που μελετά ο Σίφορντ ήταν τόσο πολύμορφος και πολυδιάστατος ώστε θα ήταν δύσκολο να γίνει πλήρως αντιληπτός με έναν και μοναδικό τρόπο. Στην δική του ανάγνωσή κεντρική θέση κατέχει η βασική ιδέα ότι ο Διόνυσος ήταν πρωτίστως ένας θεός της μεταμόρφωσης, που μεταμόρφωνε την ταυτότητα του ατόμου, καταλύοντας τα όριά της. Αυτό εξηγεί, μεταξύ άλλων, την σημασία της οινοποσίας, του προσωπείου και του κατόπτρου. Η απώλεια της ατομικής συνείδησης προκαλούσε αίσθηση έντονου κινδύνου, ταραχής, ακόμα και τρέλας. Αλλά τελικώς η θεϊκή παρουσία επέφερε την γαλήνη και την καταλλαγή και έδινε την εντύπωση απελευθέρωσης από τον φόβο και κάθε είδους δεσμά.

Ο Διόνυσος ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Ιησού την εποχή της εξάπλωσης του χριστιανισμού. Για να πολεμήσει τον Διόνυσο, ο χριστιανισμός κατέφυγε αγώνες μακροχρόνιους και αντιφατικούς. Χρησιμοποίησε τα σύμβολά του αλλά απαρνήθηκε την μέθη και το γλέντι. Προσπαθώντας να διαχωριστεί από την διονυσιακή ευωχία, ο χριστιανισμός ξέκοψε από μια τελετουργία που χαρακτηρίζει σχεδόν κάθε θρησκεία: τον χορό.  Αλλά παρά τον θρίαμβο της νέας θρησκείας, ο Διόνυσος επέζησε με διάφορους τρόπους, μέσα στην οινοποσία, την ομαδική διασκέδαση, τα δρώμενα και την θεατρική αναπαράσταση· ενώ τα ονόματα των άλλων παλαιών θεών ηχούν παρωχημένα, το δικό του παραμένει πάντα ζωντανό και ζωογόνο. Στην κορύφωση της πραγμάτευσής του Σίφορντ βρίσκεται η συμβολή της διονυσιακής λατρείας στο θέατρο και την φιλοσοφία και εδώ είναι που πρωτοτυπεί ο ερευνητής. Η εμπειρία της διονυσιακής μύησης είχε κάτι σημαντικό να προσθέσει στην φιλοσοφική αντίληψη για την ψυχή και τα εγγενή της χαρακτηριστικά.

«Μια θρησκεία δίχως θεϊκό φόβο» –  ιδού ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον ζήτημα, και το κείμενο για το βιβλίο του A.J. Festugiere, Ο Επίκουρος και οι θεοί του (1999) ρίχνει φως σε μια τέτοια περίπτωση, την περίπτωση του Επίκουρου. Η συνηθέστερη εκδοχή τον ήθελε ηδονιστή και άθεο, ενώ άλλοι τον παρουσίαζαν ως υπόδειγμα εγκράτειας και δάσκαλο χρηστών ηθών. Με δεδομένη την ανυπαρξία πηγών και την ελλιπή τεκμηρίωση, ο διάλογος διεξάγεται στη βάση ερμηνειών και υποθέσεων. Ο Φεστυζιέρ δεν απορρίπτει απλώς τις κατηγορίες περί αθεΐας αλλά τον εμφανίζει εισηγητή θρησκείας, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι η θρησκεία του Πλάτωνα και του Επίκουρου συνδέονται. Αλλά το σημαντικό βρίσκεται αλλού: ο Επίκουρος απέρριψε την ιδέα των εκδικητικών θεών που τιμωρούν όσους δεν τους τιμούν. Οι θεοί του ζούσαν χωρίς πάθη, σε κατάσταση τέλειας γαλήνης και μακαριότητας· αν ο σοφός άνθρωπος επεδίωκε να κατακτήσει την αταραξία, τότε αυτή ήταν μια κατεξοχήν θεϊκή ιδιότητα. Οι θρησκευτικές εορτές έδιναν κατά τη γνώμη του, τη δυνατότητα στους θνητούς να συμμετάσχουν στην θεϊκή ευτυχία. Επιδίωξη του Επίκουρου δεν ήταν η κατάργηση της θρησκείας αλλά ο εξαγνισμός της. Δεν ζητούσε από τους ανθρώπους να αδιαφορήσουν για τους θεούς· τους ζητούσε να προσπαθήσουν να ενωθούν μαζί τους και να πάρουν μια γεύση της αιώνιας ευτυχίας.

Το κύριο πρόβλημα της θρησκευτικής αυτής σύλληψης ήταν ότι προσπαθούσε να απαλλάξει τον άνθρωπο από τον θεϊκό φόβο. Αλλά για τους πολλούς μια θρησκεία χωρίς φόβο ήταν αδιανόητη και επικίνδυνη. Ο Πλάτων και οι χριστιανοί υποστήριξαν ακριβώς το αντίθετο: χωρίς φόβο, κάθε ηθική επιταγή παραμένει μετέωρη. Γι’ αυτό και η διδαχή του Επίκουρου θεωρήθηκε πρόσκληση προς την ακολασία. Αυτός είναι ο εντυπωσιακός ισχυρισμός του Φεστυζιέρ: ο Επίκουρος ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος φιλόσοφος και η εικόνα που έχουμε σήμερα γι’ αυτόν οφείλεται πρωτίστως στις αιτιάσεις των χριστιανών. Αυτές οι αιτιάσεις εκκινούν από έναν ιδιαίτερο λόγο, την συγγένεια των δυο συστημάτων, και κυρίως ένα βασικό κοινό χαρακτηριστικό: ο Επίκουρος βάσισε την ηθική του στην αξία της αδελφικής φιλίας· η επικούρεια φιλία δεν είναι απλώς ένα ενδιάμεσο στο μονοπάτι της σοφίας αλλά αποτελεί από μόνη της σοφία. Η ομοιότητα με την οργάνωση σε αδελφότητες και με την ανάπτυξη ισχυρών δεσμών αλληλεγγύης ανάμεσα στους πρώτους χριστιανούς είναι εμφανής.

«Οι θρησκευτικές ανησυχίες της ύστερης αρχαιότητας» απασχολούν τον E.R. Dodds στο βιβλίο του Εθνικοί και χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας (1995). H ελληνική παιδεία δεν υπήρξε ποτέ γενναιόδωρη προς τον ρωμαϊκό κόσμο, πράγμα παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι ακριβώς η μέγιστη συμβολή του ελληνικού πολιτισμού στην Δύση έγινε με την μεσολάβηση της Ρώμης. Εξοβελίζοντας τους Ρωμαίους οι Έλληνες εξοβελίζουν πολλούς αιώνες της δικής τους ιστορίας, ξαναπιάνοντάς την όπως μπορούν από την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η μελέτη του Ντοντς εκθέτει στοχασμούς δευτέρου βαθμού γύρω από τις ιδεολογικές ψυχικές αναζητήσεις των ανθρώπων της εποχής, ο τρόπος με τον οποίον τις αντιμετώπισαν οι άνθρωποι της ύστερης αρχαιότητας παρουσιάζει μια καινοτομία σε σχέση με τον τρόπο των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων. Για πρώτη φορά αναδεικνύεται αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε διακριτό θρησκευτικό φαινόμενο. Δοξασίες, πρακτικές και παραδόσεις, που για αιώνες διαχέονταν στην κοινωνία με ποικιλομορφία και χαλαρή εσωτερική συνοχή, άρχισαν να συγκροτούνται σε οργανικό σύνολο. Η λέξη θρησκεία όπως την εννοούμε σήμερα αποκτά πλήρες νόημα μόνο μετά την επιβολή των Ρωμαίων.

Επιφανείς εθνικοί και επιφανείς χριστιανοί αναμετρήθηκαν με τα ίδια προβλήματα και οδηγήθηκαν σε συγγενικές και κάποτε όμοιες απαντήσεις. Το πολεμικό τους ύφος, βέβαια, αποκρύπτει τους κοινούς προβληματισμούς. Στην διάρκεια όμως των περίπου τριών αιώνων που κράτησε η αντιπαράθεση, μετασχηματίστηκαν και οι δυο πλευρές, δεχόμενες επιρροές από το εχθρικό στρατόπεδο, που δεν ήταν διατεθειμένες να παραδεχτούν. Έτσι ο Ντοντς ισχυρίζεται ότι ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ακολουθούσε μια κοινή πνευματική πορεία, την οποία, τελικώς, ο χριστιανισμός ήταν σε θέση να εκφράσει αποτελεσματικότερα.

Μπροστά στο βιβλίο του Πωλ Βέυν, Όταν ο κόσμος μας έγινε χριστιανικός: 312-394 μ.Χ. (2012) ο Κυρτάτας επανέρχεται στην διαπίστωση πως οι πρώτοι χριστιανικοί αιώνες δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλείς στην ελληνική παιδεία, παρά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που συντελέστηκαν στην διάρκειά τους. Γνωστοί συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος ή ο Λουκιανός διαβάζονται αποκομμένοι από το ιστορικό πλαίσιο που έζησαν. Ακόμα και η διάδοση του πρώιμου χριστιανισμού, που άλλαξε τον ελληνικό και τον ευρωπαϊκό κόσμο συνολικότερα, διδάσκεται ως αντικείμενο των θρησκευτικών και όχι τις ιστορίες. Τα χρόνια που μεσολαβούν από τον Αύγουστο ως τον Μεγάλο Κωνσταντίνο εκλαμβάνονται αποκλειστικά ως ρωμαϊκή και διόλου ελληνική ιστορία Το αρνητικό αυτό κλίμα δεν άλλαξε ούτε με την μεγάλη άνθηση που γνωρίζουν διεθνώς οι σπουδές της λεγόμενης ύστερης αρχαιότητας, ακόμα κι όταν μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από τα πολιτικά στα πολιτισμικά γεγονότα.

Ο Βέυν υποστηρίζει ότι η μεταστροφή του Κωνσταντίνου ήταν απολύτως ειλικρινής και ανιδιοτελής· άλλωστε ο χριστιανισμός εκπροσωπούσε ένα πολύ μικρό τμήμα του πληθυσμού και δεν είχε τίποτα σημαντικό να προσφέρει στις νίκες του αυτοκράτορα. Εξηγεί δε πολύ πειστικά ότι την εποχή εκείνη οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των αυτοκρατόρων αποτελούσαν προσωπική τους υπόθεση. Όταν ο Κωνσταντίνος επέλεξε να δηλώσει δημοσίως την ευμένειά του προς τον χριστιανισμό ήταν δεδομένο ότι αποτελεί προσωπικό στοιχείο. Κανένας επίδοξος ηγεμόνας δεν εδραιώθηκε ή κλονίστηκε από τις θρησκευτικές του συμπεριφορές. Παρομοίως η Κωνσταντινούπολη δεν ιδρύθηκε ως νέα θρησκευτική πρωτεύουσα για να υποσκάψει την παγανιστική Ρώμη, αλλά επιλέχθηκε ως τόπος κατοικίας και έδρα του αυτοκράτορα. Ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να ευνοήσει τον χριστιανισμό επειδή πίστεψε σ’ αυτόν.

Στο βιβλίο του Δοκίμιο για το μυστήριο της ιστορίας (2014) ο Jean Danielou παρατηρεί ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’50 ο δυτικός κόσμος ήταν απαράσκευος να αντιμετωπίσει το θέμα των μεγάλων μεταναστεύσεων και παρουσίαζε εντυπωσιακή ένδεια στο αίσθημα της φιλοξενίας – μια ένδεια που ασφαλώς επιδεινώθηκε με τα χρόνια. O εκπατρισμός και ο ξεριζωμός τέτοιου πλήθους για ποικίλες αιτίες είναι σαφώς μια συμφορά με ανυπολόγιστη οδύνη – κι ωστόσο υπήρξε ταυτοχρόνως μια εξαίρετη ευκαιρία για επαφή, γνωριμία και συνεννόηση διαφορετικών πολιτισμών. H ανθρωπότητα, όπως πιστεύει ο Ντανιελού, δεν έχει ελπίδες να υπερβεί τις γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές που την χωρίζουν, χαρακτηρίζοντας την προσδοκία αυτή «προσδοκία του παραδείσου». Μπορεί ωστόσο να γεφυρώσει κάπως τα χάσματα – και στην προσπάθεια αυτή εντοπίζει ένα από τα ιεραποστολικά καθήκοντα της Εκκλησίας.

Ο συγγραφέας επιζητούσε από τους πανεπιστημιακούς της εποχής του να μυήσουν την Εκκλησία του στις μεγάλες κουλτούρες της Ανατολής, τις σημιτικές, τις αφρικανικές, τις ινδικές, τις κινεζικές. Η Εκκλησία στην οποία προσέβλεπε όφειλε να αγαπήσει την ίδια της την ποικιλότητα. Ο Ντανιελού δεν φοβάται τους νεωτερισμούς στην πρόσληψη του χριστιανισμού, ούτε την πολιτισμική ποικιλομορφία, ούτε την γλωσσική πολυφωνία. Αποδεχόμενος τη Βαβέλ ως αναπόδραστη και αναπόφευκτη, προσβλέπει στον εμπλουτισμό των θρησκευτικών παραδόσεων.Η Ορθοδοξία ιδίως τους δυο τελευταίους αιώνες διαμορφώθηκε καθοριστικά από τν ανάδυση των εθνικισμών και τις εθνικές επαναστάσεις. Διαμοιράστηκε έτσι η ίδια στα νέα κράτη και ταυτίστηκε με τα έθνη που την συγκροτούν. Η οικουμενική διάσταση, που αποτελούσε βασικό στοιχείο του πρώιμου χριστιανισμού, υποβαθμίστηκε και ενδεχομένως εγκαταλείφθηκε. Το ίδιο και το καθήκον κάθε ιεραποστολής. Αντίθετα, κάθε ορθόδοξη εκκλησία αισθάνεται σήμερα υπεύθυνη μόνο για το έθνος που υπηρετεί και δη στη γλώσσα και τον πολιτισμό του. Ο Ντανιελού ακριβώς εκπροσωπούσε μια Εκκλησία που αγωνιζόταν να κρατήσει ζωντανή την οικουμενική διάσταση της θρησκείας της.

Εδώ παρουσιάζονται και τα εξής βιβλία: Peter Kingsley, Αρχαία φιλοσοφία, μυστήρια και μαγεία: Ο Εμπεδοκλής και η πυθαγόρεια παράδοση, 2001, Stephen Greenblatt, Παρέγκλισις: Ο Λουκρήτιος και οι απαρχές της νεωτερικότητας, 2017, Ιωάννης Καραβιδόπουλος, Απόκρυφα χριστιανικά κείμενα: Α΄ Απόκρυφα Ευαγγέλια, 1999, Το ευαγγέλιο του Ιούδα, 2006, Αγίου Δημητρίου θαύματα, επιμ. Χαράλαμπος Μπακιρτζής, 1997, G.E.M. de Ste. Groix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, 2005, Despina Iosif, Early Christian Attitudes to War, Violence and Military Service, 2013, Jack Goody, The Development of the Family and Marriage in Europe, 1983, Παντελής Καλαϊτζίδης, Ορθοδοξία και ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα: Περιπέτειες και διαδρομές μιας αμφιλεγόμενης σχέσης, 2012.

Οι ενότητες ακολουθούν με προσωπική ματιά την ιδιαίτερη θεματογραφία των βιβλίων, όπως για παράδειγμα «Τα τραύματα της ψυχής» περιλαμβάνουν τα βιβλία Αίλιος Αριστείδης, Ιεροί λόγοι: Σώμα και γλώσσα στα όνειρα ενός ρήτορα, 2012, Δημήτρης Λυπουρλής, Πήγε να εγκοιμηθεί στο ασκληπιείο της Επιδαύρου, 1992, Χάουαρντ Μπάρκερ, Το ύστατο σήμερα, 2009 (θεατρικό έργο παιγμένο στη νέα Σκηνή), Θανάσης Τζαβάρας, «Μνήμη που θυμάται, μνήμη που ξεχνάει», 2011, ενώ στα «Ζητήματα λόγου και τέχνης» βρίσκουν επάξια θέση βιβλία του Πλίνιου τον Πρεσβύτερου, του Τυμφρηστού, της Γιώτας Ατζακά για το επάγγελμα του ψηφοθέτη, του Διονύση Καψάλη, του Παντελή Μπουκάλα και άλλων.

Εδώ περιλαμβάνεται και ένα κείμενο για το βιβλίο του Αλέξη Πολίτη, Το μυθολογικό κενό: Δοκίμια και σχόλια για την ιστορία, την ανθρωπολογία και άλλα (2000). Κάθε μύθος, ισχυρίζεται ο Πολίτης, δημιουργεί ένα κενό· όσο μεγαλύτερος ο μύθος, τόσο μεγαλύτερο το κενό. Από την στιγμή που αποδεχόμαστε την γενική αυτή διαπίστωση αρχίζει ο αγώνας να εντοπίσουμε τους μύθους και να τους πολεμήσουμε. Όμως ο συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά να τους αντιμετωπίσει κατά μέτωπο. Γύρω από την ουσία του προβλήματος δηλώνει συνήθως αναρμόδιος. Το ζήτημα, αποφαίνεται, δεν είναι να απαντήσουμε στα ερωτήματα που θέτει ο μυθικός λόγος. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να τον τραυματίσουμε αλλά δεν θα τον σκοτώσουμε. Η απομυθοποίηση, όσο πειστική κι αν είναι, σπανίως καταστρέφει ένα μύθο. Ο Πολίτης προσπαθεί να καταστήσει τον ίδιο τον μύθο αντικείμενο έρευνας. Επιλέγει να τον εντάξει στην ιστορία, μελετά την δημιουργία του, την πρόσληψη και την διάδοσή του. Αυτό είναι το όπλο του και με αυτό προσδοκά να επιφέρει καίρια πλήγματα.

Από την πρώτη ενότητα, με τίτλο «Αναζητώντας την αρχαιότητα» (όπου παρουσιάζονται τα βιβλία: Κωστής Παπαγιώργης, Η ομηρική μάχη, 1993, Μ. Β. Σακελλαρίου, Η αθηναϊκή δημοκρατία, 1999, Claude Mosse, Η δίκη του Σωκράτη, 1996, Paul Cartledge, Οι Έλληνες: Εικόνες του εαυτού και των άλλων, 2002, Yvon Garlan, Η δουλεία στην αρχαία Ελλάδα, 1988, Claude Mosse, Η γυναίκα στην αρχαία Ελλάδα, 1991, Κ.J. Dover, Η ομοφυλοφιλία στην αρχαία Ελλάδα, 1990, Arnaldo Biscardi, Αρχαίο ελληνικό δίκαιο, 1991, Geza Alfoldy, Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας, 1988) μέχρι την τελευταία («Από τον νεότερο κόσμο»), που ανοίγει σε βιβλία των Ιάκωβου Ραγκαβή, Έφης Γαζή, Perry Anderson, μια ιστορική ανάγνωση του Μακρυγιάννη από τον Κυριάκο Σιμόπουλο και άλλα, το βιβλίο του Κυρτάτα που προσφέρει πενήντα πέντε κλειδιά εισόδου σε ισάριθμους γραπτούς κόσμους που δεν αφορούν μόνο ένα συνήθως άγνωστο παρελθόν αλλά και πολύτιμους φακούς για το εξίσου άγνωστο μέλλον.

Τα περισσότερα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά (Τα Ιστορικά, Ελευθεροτυπία – «Βιβλιοθήκη», Η Αυγή, Κυριακάτικη Αυγή – «Ενθέματα», Ο Πολίτης, Δεκαπενθήμερος Πολίτης, Σύγχρονα Θέματα, Η Καθημερινή, The Book’s Journal, Ποιητική, Νήσος Άνδρος, Συνάψεις), σε επιστημονικές επετηρίδες και αλλού, ενώ δέκα είναι αδημοσίευτα, εκφωνημένα σε παρουσιάσεις βιβλίων, διαλέξεις κ.λπ.

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου [21ος παράλληλος], 2019, σελ. 440.  

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 64 (χειμώνας 2020).

Στις εικόνες: Glenn Bowersock, τοιχογραφία ύστερης αρχαιότητας (Δούρα – Ευρωπός, από έναν από τους αρχαιότερους χριστιανικούς ναούς – ευκτήριους οίκους), νεότερη απόδοση Διονύσου, αρχαίο αιγυπτιακό ύφασμα με απεικόνιση διονυσιακής λατρείας, γλυπτοί Επίκουρος και Μεγάλος Κωνσταντίνος, Paul Veyne, Harold Barker, Jean Danielou, σπάραγμα από Δούρα – Ευρωπό.

01
Δεκ.
20

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 12: Οι άνομες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 24 (Δεκέμβριος 2020), εδώ

ΧΧΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 12: Οι άνομες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Η ειρωνεία που αρέσκεται να διανθίζει τις ζωές όσων θεωρούν πως οι τόποι και οι χρόνοι είναι που ευθύνονται για την αδυναμία των ανθρώπων να ζήσουν έναν ολόκληρο έρωτα, μου έφερε την Ηλέκτρα στην Θεσσαλονίκη, παντρεμένη με τον καθιερωμένο της σύντροφο, όχι μακριά από εκεί που ζούσα περιπλεγμένος σε σχέσεις με διάφορα δεσμά. Κι έτσι συνεχίσαμε να υποβαλλόμαστε στην αμοιβαιότητα ενός έρωτα που δεν είχε άλλη έξοδο από την περιπλάνηση, στο «έξω» και στο αλλού, μακριά από τους περιορισμούς των δωματίων που με όσα περιέχουν σχεδόν προστάζουν συγκεκριμένες πράξεις. Έξω δεν υπήρχε αυτό το αναλλοίωτο περιβάλλον· τα πάντα ήταν ρευστά, ελεύθερα να δώσουν στην συνύπαρξή μας αμέτρητα σχήματα· ή έτσι λέγαμε γελώντας, για ν’ αντέξουμε εκείνη την ορθοστατική, παγωμένη εξορία.

Γαλουχημένοι στην μυσταγωγική τελετουργία της μεγάλης οθόνης, γνωρίζαμε πως οι σκοτεινές της αίθουσες μπορούσαν να μας υποδεχτούν στην ζεστή τους κρυψώνα. Κάθε χειμερινός κινηματογράφος μάς περίμενε στην πρώτη απογευματινή παράσταση, που πάντα είχε ελάχιστο, κάποτε και μηδαμινό κόσμο. Το τράβηγμα της βαριάς κουρτίνας, η μυρωδιά της κλεισούρας, οι μεγαφωνικοί ήχοι, ήταν όλα αμετάκλητα δεμένα με την αδημονία άλλων αγγιγμάτων. Τώρα μπορούσα να ακούω τα βήματά της στις πολυκαιρισμένες μοκέτες και το σύρσιμο των ρούχων της στις φθαρμένες μπορντώ καρέκλες με το κοτλέ βελούδο, στα δικά μας στασίδια, που μας περίμεναν για δυο ιερές λειτουργίες, την δημόσια των θεατών και την ιδιωτική μας. Διαλέγαμε το σκοτεινότερο ακριανό σημείο, στην εσωτερική πλευρά, κι εκεί, ασφαλείς από τυχόν περαστικούς του διαδρόμου, σπεύδαμε να χωριστούμε σε πομπό και δέκτη, σε μια συνεννόηση χωρίς βλέμματα, λόγια ή χειρονομίες (περιττά χάρη στην κινηματογραφική αίθουσα που μας είχε βυζάξει τόσα χρόνια). […]

Συχνά επεδίωκα να κρυφτούμε κοντά στην υποφωτισμένη επιγραφή της εξόδου κινδύνου για να μην χάνω τις εκφράσεις του προσώπου της, κι εκείνη αστειευόταν πως μπορεί να μας φαινόταν χρήσιμη αν εμφανιζόταν κάποιο ανεπιθύμητο πρόσωπο· και μια μέρα δοκιμάσαμε να δούμε αν όντως υπάρχει κάποια δίοδος διαφυγής αλλά δεν βρήκαμε παρά έναν παρατημένο χώρο με ριγμένες προθήκες παλιών ταινιών κι ένα εκτός λειτουργίας μηχάνημα ποπ κορν, ενώ σε μια γωνία παρέμεναν σαν ορφανά δυο τρίδυμα ανακλινόμενα καθίσματα που δεν χώρεσαν στην πλατεία. Η έξοδος φυσικά ήταν κλειδωμένη, αλλά στην κατάστασή μας κάθε αγνοημένος χώρος ήταν ευπρόσδεκτος. Ήμασταν άραγε τόσο αναίσχυντοι, ήμασταν τόσο αναίσθητοι απέναντι στους συντρόφους μας; Ίσως αυτός ήταν ο τρόπος μας να διασκεδάζουμε αμφιβολίες και διλήμματα, που δεν γράφονται, ούτε καν περιγράφονται. Υπήρξε όμως μια φορά που δεν χαμογελάσαμε με την σωτήρια πινακίδα. Ήταν από εκείνα τα δύσθυμα χειμωνιάτικα απογεύματα που το μόνο που αναζητούσαμε ήταν η χοάνη μιας ταινίας ικανής να σε απορροφήσει βαθιά μέσα της. Διαλέξαμε την Αυτοκρατορία του Πάθους, βέβαιοι πώς εκτός από την δικαιωματική μας συμμετοχή στην κρατική οντότητα του τίτλου, θα χανόμασταν καλά στον αλλόκοσμο, ημιφωτισμένο ιαπωνικό κόσμο.

Βρεθήκαμε στα τέλη 19ου αιώνα, μπροστά στην ιστορία δυο «παράνομων» εραστών και άμεσα γίναμε εγώ ο Toyoji κι εκείνη η μεγαλύτερή μου, παντρεμένη Seki. Την επιθυμούσα τόσο έντονα, ώστε την επισκέφτηκα όταν κοιμόταν και την βίασα, ενώ εκείνη φαινόταν να απολαμβάνει την επιβολή μου. Γίναμε εραστές αλλά ζήλευα σφοδρά τον σύζυγό της, Gisaburo, και αποφασίσαμε να τον σκοτώσουμε. Ένα βράδυ τον μέθυσε, όπως είχαμε σχεδιάσει, και αφού τον στραγγαλίσαμε, τον ρίξαμε σ’ ένα πηγάδι. Από την επόμενη μέρα διέδιδε πως ο άντρας της έφυγε για να εργαστεί στο Τόκυο. Συναντιόμασταν κρυφά για τρία ολόκληρα χρόνια αλλά το φάντασμά του άρχισε να την στοιχειώνει και να εμφανίζεται ακόμα και στους χωρικούς, που μας υποψιάζονταν όλο και περισσότερο. Μετά ήρθαν οι άνθρωποι του νόμου για να ερευνήσουν την εξαφάνιση, μας συνέλαβαν και μας τιμώρησαν μ’ έναν τρόπο οι νομικοί κώδικες αρέσκονται να καταδικάζουν τους αποδράστες των γενετήσιων φραγμών. Μας κρέμασαν σε δυο δέντρα δίπλα δίπλα (εκείνη ήταν τόσο όμορφη με τον λευκό της φόρεμα και τα λυτά της μαλλιά) και μας χτυπούσαν ανελέητα. Τα γυμνά, κρεμαστά της πόδια σύντομα θα έχαναν την λευκότητά τους, καθώς το κορμί της γέμιζε με αυλακιές αίματος. Μέσα στους εφιαλτικούς μας πόνους, αναρωτιέμαι αν υποφέραμε από την αίσθηση του άδικου βασανισμού ενός έρωτα ή αισθανόμασταν μια εξιλέωση απέναντι στον φαντασματικό νεκρό.

Ήταν αδύνατο να βιώσουμε εκείνο το κοινό μαρτύριο και καταφύγαμε πίσω στην κρυψώνα του σινεμά Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά, σιωπηλά, ενώ μέσα μας συμφωνούσαμε πως οι απατημένοι μας σύντροφοι έμοιαζαν με τον άταφο σύζυγο: δεν θα ζητούσαν εκδίκηση αλλά θα υπέφεραν με μια σιωπηλή αξιοπρέπεια, όπως το φάντασμα του Gisaburo, που επέστρεφε στον τόπο του και ζητούσε ένα ζεστό ποτό και λίγη ξεκούραση, εκπροσωπώντας, πιθανώς, την ένοχη συνείδηση όλων εμάς των μοιχών.

Παραμείναμε μουδιασμένοι στα καθίσματα για να ξαναδούμε την αρχή του έρωτα, σαν ένα κύκλο που δεν έχει τέλος. Κάτω από τα χαμηλά φώτα που η αίθουσα του Έσπερου συνήθιζε στα ενδιάμεσα των δυο πρώτων παραστάσεων, της ζήτησα να μου διαλέξει μια εικόνα και μια σκέψη από την ταινία, για να βγούμε από την πηχτή, αναθυμιαστική ομίχλη της ιστορίας. Επέλεξε τις ερωτικές τους συνευρέσεις, όπου οι γωνίες λήψης έμοιαζαν κρυμμένες, σα να ήθελε η κάμερα να νιώσουμε ηδονοβλεψίες, κάτι που της δημιούργησε την επιθυμία να καταγράψουμε έναν ολόκληρο κατάλογο φίλων και γνωστών που θα θέλαμε να κινηματογραφούσαμε (όπως πάντα ονομάζαμε τα βλέμματά μας) με τον ίδιο τρόπο, ομολογώντας μια αισθητική επιθυμία που αναμφίβολα σε μια επί κλίνης διαλεκτική θα μετατρεπόταν σε διεγερτική. Όσο για την σκέψη της: κάποια στιγμή της ασύδοτης τριετίας ο Toyoji αρχίζει και χάνει την αφιέρωσή του στην Seki που έπαιρνε πλέον την δική της σειρά στην αγωνιώδη ανασφάλεια. Όταν αρχίσεις να χάνεις το ενδιαφέρον σου για μένα, να μου το πεις – θα βρούμε και για το τέλος μας μια τελετή, όπως βρήκαμε για όλα τ’ άλλα, μου ψιθύρισε, κοιτάζοντας την λευκή οθόνη.

Οι δικές μου αποτυπώσεις έμειναν όπως πάντα κρυφές. Πρώτα ήτανη αξέχαστη εικόνα των δυο εραστών, ξαπλωμένων στο πάτωμα «ανάποδα», κεφάλι με πόδια. Τα πόδια της μόλις προεξείχαν από το σκέπασμα, δίπλα στο πρόσωπό μου. Όσο κι αν μοιάζαμε εξουθενωμένοι, η οριζόντια αντιστροφή των σωμάτων δεν ήταν μόνο αποκαλυπτική των ολικών χαδιών αλλά και συμβόλιζε ολόκληρο τον έρωτα που δεν αφήνει καμία γωνιά σώματος και ψυχής απλησίαστη. Θα έπρεπε να αποτελεί καθιερωμένη συνήθεια όλων των εραστών, να κοιμούνται κάθε τόσο ο ένας αγκαλιά με τα πόδια του άλλου. Ίσως πάλι η ασυνήθιστη στάση απλά να συμβόλιζε τον ανορθόδοξο, άτιμο, αντίθετο σε νόμους και συνήθειες έρωτα.

Ύστερα ήταν η γλώσσα των γυμνών της ποδιών της Σέκι στις στιγμές της ύστατης οικειότητάς μας. Όταν ενωθήκαμε στο δάσος αιωρήθηκαν ψηλά, σα να διέφευγαν πρώτα αυτά στα ύψη που αργότερα θα μας έφτανε ο οργασμός. Στο ημιφωτισμένο δωμάτιο, απλωμένα στο ξύλινο δάπεδο, έγραφαν την απόγνωση του έρωτα, την εξάντληση από το πάθος, το αχόρταγο και το μοιραίο. Κι ύστερα, διπλωμένα  ή μαζεμένα κατά τις γονατιστές μας ώρες (τότε που στεγνωμένοι από τον έρωτα, με την μυρωδιά των σπερμάτων άοσμη ως εσάς αλλά τόσο εμφανή στο χώρο, αναζητούσαμε έναν τρόπο να μη βασανιζόμαστε), έμοιαζαν κι αυτά το ίδιο απελπισμένα, αδικημένα.

Σ’ εκείνη την δυαδική αυτοκρατορία του διαλυμένου πάθους, οι εραστές βυθίζονταν σταδιακά σ’ ένα τρέλλαμα, μια παραζάλη τύψεων και φόβου που μετέτρεπε τον ανθόκηπό τους σε εφιαλτικό βάλτο. Πότε αρχίζει ο πιεσμένος, ένοχος έρωτας να γίνεται ανυπόφορος; Μας περίμενε λοιπόν κι εμάς μια τέτοια παραφροσύνη; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Ai No Borei [Η αυτοκρατορία του πάθους] (Nagisa Oshima, 1978)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Δεκέμβριος 2020
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031  

Blog Stats

  • 1.078.460 hits

Αρχείο