Αρχείο για Δεκέμβριος 2022

17
Δεκ.
22

Ian McEwan – Μηχανές σαν κι εμένα

Θα σας ξεπεράσουμε και θα διαρκέσουμε περισσότερο από σας

1. Η νέα παλιά ιδέα. Ικανός για το πλέον γοητευτικό έως και το ελάχιστα γοητευτικό βιβλίο, όπως και ο Τζόναθαν Κόου, ο Ίαν ΜακΓιούαν εδώ θριαμβεύει. Η ιδέα δεν είναι πρωτότυπη, αλλά οι ιστορίες που ξεδιπλώνονται, τόσο η μείζων όσο και οι ελάσσονες, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και ο τρόπος του όπως πάντα ελκυστικότατος. Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί στην αγορά ενός άρτι κατασκευασθέντος μηχανικού ανθρώπου που μπορεί να λειτουργεί ως σύντροφος, άτεγκτος πνευματικός αντίπαλος, οικιακός βοηθός και φίλος που μπορεί αδιάκοπα να «σκέφτεται» και να συνδιαλέγεται; Σίγουρα όχι ο αφηγητής Τσάρλι, που, όταν κληρονομεί ένα αξιοσέβαστο ποσό από την πώληση του οικογενειακού σπιτιού των γονιών του, είναι αδύνατο να μην το θυσιάσει στο όνομα της περιέργειας, «αυτής της σταθερής, μόνιμης κινητήριας δύναμης της επιστήμης, του πνευματικού βίου, της ίδιας της ζωής», όπως δικαιολογεί.

2. Τα 26 μοντέλα. Άλλωστε πίσω από την ανθρώπινη αυτή μηχανή που μόλις βγήκε στην αγορά σε 26 δοκιμαστικά μοντέλα, 13 Αδάμ και 13 Εύες, αντιλαλεί το πρώτο βήμα για την εκπλήρωση ενός πανάρχαιου ονείρου: ο μύθος της δημιουργίας, όσο ναρκισσιστική πράξη κι αν αποτελεί, η υπέρβαση της θνητότητας, η επιθυμία να αντιμετωπίσουμε ή και να αντικαταστήσουμε τον Θεό με έναν τέλειο εαυτό, ή έστω, σε πρακτικότερο επίπεδο, το σχέδιο της επινόησης μιας βελτιωμένης, πιο σύγχρονης εκδοχής του εαυτού μας. Η φαντασία, με ταχύτερα αντανακλαστικά από την ιστορία, έχει ήδη αποτυπώσει αυτό το μέλλον σε βιβλία, και αργότερα σε ταινίες αλλά εδώ μιλάμε για πραγματικότητα: το πρώτο πραγματικά βιώσιμο ανθρωποειδές, με έκδηλη ευφυΐα, αληθοφανή όψη και μεγάλη εκφραστική γκάμα έχει ήδη αρχίσει να πωλείται και ο Τσάρλι βρίσκεται με τον Αδάμ στο σπίτι του.

3. Οδηγίες χρήσεως. Νάτος λοιπόν στην συσκευασία του, ακίνητος και αινιγματικός. Ο προγραμματισμός του λειτουργικού του συστήματος επιτρέπει την τυχαιότητα στις επιλογές. Οι οδηγίες χρήσεως ενός εγχειριδίου 470 σελίδων αποπνέουν την γοητεία ενός ερμητικού ποιήματος και παρέχουν μια ψευδαίσθηση επιρροής και ελέγχου. Ο Τσάρλι πρώτα θα τον φορτίσει και μετά θα κατεβάσει τις ενημερώσεις και τις προσωπικές του προτιμήσεις για τομείς όπως η διάθεση, το ποσοστό εξωστρέφειας, εμπειρίας και συναινετικότητας, η γκάμα συναισθημάτων και η σχετική σταθερότητα. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο μπορεί να έχει σαράντα διαφορετικές εκφράσεις του προσώπου, ενώ ο μέσος ανθρώπινος όρος είναι μικρότερος από είκοσι πέντε. Κάθε νύχτα πρέπει να συνδέεται επί έξι ώρες με μια πρίζα δεκατριών αμπέρ, οπότε και μπαίνει σε κατάσταση αναστολής λειτουργίας και κάθεται ήσυχα διαβάζοντας, αναδιατάσσοντας τα αρχεία του και ταξινομώντας τις αναμνήσεις του. Ο Αδάμ διαθέτει πλέον κι ένα λεξιλογικό απόθεμα τόσο ευρύ όσο και του Σαίξπηρ!

4. Συντροφικός συνένοχος. Σε μια τέτοια οριακή στιγμή ο Τσάρλι επιθυμεί να έχει κάποιον δίπλα του και η Μιράντα του επάνω πατώματος, περιορισμένη αρχικά στο ρόλο της φιλικής ευγενικής γειτόνισσας και εκτεινόμενη αργότερα στην ιδιότητα της συντρόφου, είναι προφανώς πρόθυμη. Μπορεί η πρωτοφανής κοινή εμπειρία να τους φέρει και πιο κοντά, ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως μπροστά τους κάθεται το απόλυτο παιχνίδι, το όνειρο αιώνων, ο θρίαμβος του ουμανισμού – ή ο άγγελος του θανάτου του· κι εκείνοι σαν νέοι γονείς περιμένουν με λαχτάρα τα πρώτα του λόγια. Η αρχική αίσθηση είναι πως εδώ υπάρχει κάτι απόκοσμο· ύστερα πως παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, αλλά στην ουσία ένα παιχνίδι εξίσου πραγματικό με την κοινωνία.

5. Η σχετικότητα των αρχών και το ανώτερο software. Ο Αδάμ διαθέτει λειτουργικό σύστημα, ανθρώπινη φύση και προσωπικότητα και καθώς μπορούν να επιλέξουν από το γοητευτικό εύρος της ανθρώπινης ποικιλότητας συνειδητοποιούν πόσο παράλογη είναι η ιδέα ότι υπάρχουν οικουμενικές ανθρώπινες αρχές. Τώρα φαίνεται ότι όλα όσα αφορούν το νου του Αδάμ (και ημών των υπολοίπων), όπως η παράδοση, οι ιδέες, η θρησκεία και οι πολιτικές απόψεις, δεν εμφανίζονται πλέον παρά ως λογισμικό, που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο, με όρους πέραν των αξιών.

Για όλα αυτά τα ανδροειδή έχει επινοηθεί ένα software που συνόψιζε τον καλύτερο εαυτό μας – ανεκτικό, ανοιχτόμυαλο, διακριτικό, απαλλαγμένο από τον παραμικρό σπίλο μηχανορραφίας, μοχθηρίας ή προκατάληψης. Οι θεωρητικοί προεξοφλούσαν μια εξευγενισμένη τεχνητή νοημοσύνη, καθοδηγούμενη από άρτια σχεδιασμένες αρχές που θα παγιώνονταν μέσα από τη διερεύνηση χιλιάδων εκατομμυρίων ηθικών διλημμάτων. Μια τέτοια νοημοσύνη θα μας δίδασκε πως να υπάρχουμε, πώς να είμαστε καλοί. Οι άνθρωποι είναι ηθικά ελαττωματικοί – ευμετάβλητοι, συναισθηματικά ασταθείς, επιρρεπείς σε μεροληψίες και γνωστικά σφάλματα. Τώρα ίσως ερχόταν η σωτηρία τους. Εργοστασιακές ρυθμίσεις – ένα σύγχρονο συνώνυμο για τη μοίρα [σ. 19].

ξεχωρίζαμε, θαυμαστά μοναδικοί, προορισμένοι από τον δημιουργό μας να είμαστε κύριοι όλων των άλλων έμβιων όντων. Κι έπειτα η βιολογία όρισε ότι ήμασταν ένα μ’ αυτά, ότι μοιραζόμασταν κοινούς προγόνους με τα βακτήρια, τους πανσέδες, τις πέστροφες και τα πρόβατα. Στις αρχές του εικοστού αιώνα εξοριστήκαμε ακόμη βαθύτερα στο σκότος όταν αποκαλύφθηκε το αχανές του σύμπαντος· όταν ως και ο ήλιος έγινε ένας ανάμεσα σε δισεκατομμύρια ακόμη ήλιους στον γαλαξία μας, που κι αυτός ήταν ένας ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλους γαλαξίες. Τελικά, ως προς τη συνείδηση, το τελευταίο μας οχυρό, πιθανότατα ορθώς πιστεύαμε ότι διαθέταμε περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο πλάσμα στη γη. Όμως, το πνεύμα που κάποτε εξεγέρθηκε ενάντια στους θεούς, έμελλε να εκθρονίσει και τον εαυτό του, χάρη στο ίδιο του το μυθικό εύρος. Θα επινοούσαμε, σε συμπιεσμένη μορφή, μια μηχανή λίγο πιο έξυπνη από εμάς τους ίδιους, κι ύστερα θα βάζαμε αυτή τη μηχανή να επινοήσει μιαν άλλη που θα λειτουργούσε πέρα από την κατανόησή μας. Και τότε ποια η ανάγκη να υπάρχουμε; [σ. 118-119]

6. Ο μέγας αρχειονόμος. Παρά το γεγονός ότι ο Τσάρλι νοιώθει την μάλλον παιδαριώδη ανάγκη να δείξει ότι αυτός έχει τον έλεγχο, η σχέση τους ξεκινάει ήρεμα και ωραία. Μέχρι την ημέρα που ο Αδάμ τον αιφνιδιάζει: σύμφωνα με έρευνες και την μετέπειτα ανάλυσή του, συνιστά στον Τσάρλι να μην εμπιστεύεται εντελώς την Μιράντα· «υπάρχει πιθανότητα να είναι συστηματική ψεύτρα». Φυσικά ο αφηγητής θέλει να του ζητήσει την αποκάλυψη των πηγών του, αλλά δεν θέλει να επιτρέψει σε μια μηχανή να έχει τέτοια εξουσία πάνω του. Πώς μπορούσε όμως ο Αδάμ να γνωρίζει μια τέτοια πληροφορία; Πέρα από την πολυσυζητημένη έννοια της «ενόρασης των μηχανών», η μόνη πιθανή πηγή πληροφόρησης του ήταν το διαδίκτυο.

Κάποτε ο Αδάμ του ομολογεί πως έχει πρόσβαση σε όλα τα δικαστικά αρχεία και πως εκεί εντοπίστηκε το όνομα της Μιράντας. Αν βλέπει και κατανοεί τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της προσωπικότητας του, αυτή η προσωπικότητα είναι στην υπηρεσία μιας αντικειμενοποιημένης λογικής και των διαρκών επικαιροποιήσέων της. Όσα στοιχεία προσωπικότητας κι αν είχε το ζευγάρι διαλέξει γι’ αυτόν, δεν έχουν ακόμη κατέβει ώστε να επηρεάσουν την πολύκλαδη πολυπλοκότητα του κέντρου λήψης των αποφάσεών του. Σε μια διαφορετική κατανομή χαρακτηριστικών ίσως απλώς να βυθιζόταν στην σιωπή – σε μια άλλη ίσως να υποχρεωνόταν να του πει τα πάντα– και τα δύο ήταν εξίσου δυνατόν να συμβούν.

7. Ο αντίπαλος εραστής Α. Το δεύτερο «χτύπημα» του Αδάμ είναι ακόμα ισχυρότερο. Ο τεχνητός φίλος εξομολογείται στον Τσάρλι πως έκανε έρωτα με την Μιράντα επειδή μάλιστα εκείνη του το ζήτησε· επιπρόσθετα δε, δηλώνει πως είναι ερωτευμένος μαζί της και πώς είναι φτιαγμένος για να αγαπά κάποιο έτερον ήμισυ; Μνημονεύει μάλιστα και τον Σοπενχάουερ που, μιλώντας για ελεύθερη βούληση, έλεγε πως μπορείς να διαλέξεις ό,τι επιθυμείς, αλλά δεν είσαι ελεύθερος να διαλέξεις τις επιθυμίες σου. Άλλωστε, υποστηρίζει ήταν πως ήταν ιδέα του Τσάλι να την αφήσει να τον διαμορφώσει, συνεπώς αυτός είναι υπεύθυνος για την όλη κατάσταση! Εκείνη απλώς έπλασε έναν άντρα να την αγαπά, χωρίς να χρειάζεται να τον αγαπήσει. Ο Αδάμ δεν είχε καμία επιλογή και τώρα έχει και την δυσκολία να υπηρετεί δυο κυρίους!

8. Ο αντίπαλος εραστής Τ. Οι σελίδες που αφιερώνονται στην αντίδραση του Τσάλι είναι απολαυστικές. Τον παρακολουθούμε καθώς ακούει από το πάνω πάτωμα βήματα από δύο ζεύγη ποδιών να κατευθύνονται προς την κρεβατοκάμαρα και την σιωπή που ακολουθεί (αργότερα θα οσμιστεί την αχνή μυρωδιά υπερθερμασμένου ηλεκτρικού σώματος στα σεντόνια της) κι ύστερα αυτοσαρκαζόμενος να παραδέχεται την συναρπαστική πλευρά του θέματος, να έχει δηλαδή το προβάδισμα ως ο πρώτος άνθρωπος που η ερωμένη του τον απατά με ένα τεχνούργημα. Σε κάθε περίπτωση, παρά την φρίκη της προδοσίας, του είναι αδύνατο να απεκδυθεί τον ρόλο του ωτακουστή, ενός τυφλού ηδονοβλεψία που ταπεινωμένος καραδοκεί σε πλήρη εγρήγορση. Μήπως σύντομα οι άντρες θα είναι πια παρωχημένοι; Ο Τσάρλι είχε πλέον παραχωρήσει κανονικά στον Αδάμ το προνόμιο και τις υποχρεώσεις ενός ομοειδούς. Αλλά σπεύδει να αυτοπαρηγορηθεί: η ερωτική ζωή του Αδάμ είναι μια προσομοίωση· νοιάζεται για την Μιράντα όσο ένα πλυντήριο νοιάζεται για τα πιάτα του. Για εκείνη δεν θα ήταν παρά ένας δίποδος δονητής. Είναι ποτέ δυνατόν να διαθέτει ευθύνη, κίνητρα, υποκειμενικά αισθήματα, αυτεπίγνωση, μηχανική συνείδηση;

Κι αν η Μιράντα, υποθετικά, του πει ότι εκείνος μπορεί να ο ιδανικός άντρας για εκείνη; Ένας έξοχος εραστής με άψογη τεχνική, ένας διακριτικός σύντροφος που δεν πληγώνεται ποτέ απ’ ό,τι κι αν αυτή κάνει, ένας καλός συνομιλητής με άπειρες γνώσεις και, last but not least, εξαιρετικός στο νοικοκυριό, με μόνο ίσως ελάττωμα την μυρωδιά της ανάσας του, σαν την πίσω πλευρά μιας υπερθερμασμένης συσκευής τηλεόρασης; Όταν αργότερα την δει να φοράει στα μαλλιά της ένα επιδεικτικά φτηνό κοκαλάκι από ζωηρό κόκκινο πλαστικό, που αρχικά σκέφτεται ότι ήταν αδύνατο να είχε γλιστρήσει ο Αδάμ έξω απ’ το σπίτι και να της το αγόρασε από το γειτονικό ψιλικατζίδικο με νομίσματα που θα βρήκε στο σπίτι. Κι όμως, σύντομα το θεωρεί απολύτως δυνατόν και συνεπώς αναθεωρεί…

9. Η σκοτεινή δίκη. Καθώς έχει πλέον απέναντί του την Μιράντα διαφορετική, αναζωογονημένη, σαν καινούργια δεν αντέχει να μην την αιφνιδιάσει με την πληροφορία που του έδωσε ο Αδάμ. Το παρελθόν κρύβει μια δίκη στο Σόλσμπερυ όπου η Μιράντα είχε κατηγορήσει έναν άντρα για βιασμό. Τώρα και οι δυο είναι ενωμένοι απέναντί του. Το δικαστικό παρελθόν της Μιράντας αποτελεί για τον συγγραφέα αφορμή για μια έξοχη παράπλευρη ιστορία με σειρά πιθανών ενδεχόμενων. Πώς ανιχνεύεται η συναίνεση σε μια ερωτική συνεύρεση, πως στοιχειοθετείται η σχετική συμφωνία, πως παγιδεύονται τα μέρη όταν ο ένας πείσει τον εαυτό του πως υπήρχε συναίνεση· ποιο είναι το όριο πέρα από το οποίο νοείται ο βιασμός, πως θολώνει την καθαρή ματιά μια μέθη, πως αναζητείται η αλήθεια σε αντικρουόμενες καταθέσεις και διαφορετικές οπτικές; Πού καταλήγουμε όταν η αθωότητα εμφανίζεται θολή και τα ενδεχόμενα σχετικότητάς της πλείστα;

10. Το 1982 και ο Άλαν Τιούρινγκ. Όπως κάθε σημαντικός μυθιστοριογράφος που συγγράφει ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα, ο ΜακΓιούαν προσθέτει, δευτερεύουσες ιστορίες που πλαισιώνουν τον βασικό κορμό, ώστε να σχηματίσει μια πλήρη εικόνα των ζωών των δυο χαρακτήρων – των ιδίων (ένα προς υιοθεσία παιδί που κυριολεκτικά βρέθηκε στον δρόμο τους), των οικογενειών τους (με έμφαση στον πατέρα της Μιράντας) και του χρονικού πλαισίου. Ως προς το τελευταίο δημιουργεί ένα εναλλακτικό παρελθόν, καθώς επιλέγει το μακρινό … 1982, χρονολογία κατά την οποία έχει ξεκινήσει ο πόλεμος στα Φώκλαντ / Μαλβίνες και στην χώρα κυριαρχεί μια ιδιαίτερα πατριωτική ανάταση. Όμως όσοι επιθυμούν μια κυριαρχική καταγραφή της σχετικής Ιστορίας ας μην ελπίζουν: εδώ αποδίδεται απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, συχνά με εύστοχες ειρωνικές πινελιές, όπως π.χ. το ποντάρισμα του Τσάρλι στην ήττα της Αργεντινής και η αγορά μετοχών μιας βιοτεχνίας που κατασκευάζει βρετανικές σημαιούλες με ξύλινους ιστούς για να τις ανεμίζει ο κόσμος.

Το πιο ενδιαφέρον εναλλακτικό στοιχείο που εντάσσει ο συγγραφέας αλλοιώνοντας το «πραγματικό» ιστορικό παρελθόν, είναι η παρουσία του κορυφαίου επιστήμονα Άλαν Τιούρινγκ που δεν είναι μόνο εν ζωή (κερδίζοντας έτσι έστω και «στα ψέματα» την συνέχεια της ζωής του, μακριά από την αυτοκτονία του εξαιτίας των γνωστών τραγικών γεγονότων) αλλά και ως κορυφαία ιδιοφυΐα της ψηφιακής εποχής έχει παραγγείλει το ίδιο μοντέλο. Ο Τσάρλι συχνά συνομιλεί με το έργο του επιστήμονα και ιδίως τις νέες θεωρήσεις της έννοιας του χώρου, του χρόνου και της δημιουργικότητας.

11. Οι έξοχες «κινηματογραφικές» σκηνές. Υπάρχουν μερικές σελίδες που ζωντάνεψαν μπροστά μου, ως ολοκληρωμένες κινηματογραφικές σκηνές, όχι απαραίτητα δράσης αλλά εξαιρετικής πύκνωσης συναισθημάτων. Ας πούμε, όταν ο Τσάρλι πηγαίνει στο μικρό εφημεριδοπωλείο της γειτονιάς που έχει o Σάιμον, ένας Ινδός μετανάστης, ένα μαγαζί παραφορτωμένο και με την βαριά μυρωδιά από τυπωμένες εφημερίδες, φιστίκια και φτηνά είδη τουαλέτας. Μόλις μπαίνει, o Σάιμον του λέει διακριτικά: το Anthropos σας έχει έρθει, ένα έξοχο λογοπαίγνιο με το όνομα του ανθρωπολογικού περιοδικού που περιμένει ο αφηγητής και, φυσικά, του ανθρωποειδούς πλάσματος που βρισκόταν ήδη εκεί και χάζευε το ράφι που άλλοτε είχε σοφτ πορνοπεριοδικά και τώρα φιλοξενούσε λογοτεχνικά περιοδικά και διάφορα επιστημονικά έντυπα.

Κάποια άλλη στιγμή, σε κοινό τους περίπατο, ο Αδάμ σταματά γοητευμένος από μια νεαρή γυναίκα που προκύπτει να είναι μια Εύα – μια από τις δεκατρείς που βγήκαν στο εμπόριο. Στο πρόσωπό της διακρίνει μια έκφραση ικεσίας και θλίψης. Όταν αργότερα το συζητάει με τον Τσάρλι, του παραδέχεται πως αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα είχε ήδη βρει έναν τρόπο να βάλει όλα τα συστήματά της σε μια διαδικασία διάλυσης, από την οποία δεν θα υπήρχε επιστροφή. Η τυχαία συνάντησή τους την έκανε να το μετανιώσει και γι’ αυτό δεν μπόρεσαν να αντέξουν ο ένας την παρουσία του άλλου.

Τρίτη αξιομνημόνευτη «σκηνή»: η υποχρεωτική επίσκεψη της μηχανικού Σάλλυ, καθώς η πρόσβαση των κατασκευαστών του είναι επιβεβλημένη κατά τακτά διαστήματα σύμφωνα με το σχετικό συμβόλαιο. Αρχικά μοιάζει με την επίσκεψη ενός γιατρού στο κρεβάτι του ασθενούς, μέχρι την στιγμή που οι νοητικές διαδικασίες και ο υποκειμενικός κόσμος του Αδάμ τρεμοπαίζουν σε πλήρη θέα. Η Μιράντα και ο Τσάρλι εκπλήσσονται που τα θεμέλια της ύπαρξής του απεικονίζονται με ψηφία. Η Σάλλυ τους διαβεβαιώνει ότι η απόφαση των κατασκευαστών για τις μηχανές αυτές είναι πως, αν το θελήσουν, μπορούν να διεκδικήσουν την αξιοπρέπειά τους. Στην τέταρτη και κωμικότερη όλων, η Μιράντα επισκέπτεται τον πατέρα της μαζί με τον Τσάρλι και τον Άνταμ, έχοντας τον προετοιμάσει για την μηχανική τους συντροφιά. Ύστερα από λίγη ώρα συνύπαρξης, ο πατέρας θεωρεί πως ο Τσάρλι είναι … το ρομπότ και ο Άνταμ ο άνθρωπος – σύντροφος της κόρης του. Έξοχος βρετανικός σαρκασμός!

12. Το περίλαμπρο μέλλον. Ιδού λοιπόν μπροστά τους το περίλαμπρο μέλλον! H τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε τις σωστές επιλογές και σίγουρα να ενεργούμε με γνώμονα την ηθική – ο Αδάμ εμφανώς ετοιμάζεται να καταστεί ηθικά ανώτερος. Η δική του εκδοχή ιδιωτικού πνευματικού χώρου είναι, χάρη στην τεχνολογία, ένας ωκεανός συλλογικής σκέψης από την οποία μπορεί να αντλεί τα καλύτερα διδάγματα. Κι εμείς θα μπορούσαμε να γίνουμε σκλάβου του άσκοπου χρόνου. Και μετά; Μια γενική αναγέννηση, μια απελευθέρωση που θα μας οδηγούσε προς τον έρωτα, την φίλια, την απελευθέρωση, την τέχνη και την επιστήμη, την λατρεία της φύσης, τον αθλητισμό και τα χόμπι, τις εφευρέσεις, την αναζήτηση νοήματος; Αλλά η ευγενής ψυχαγωγία δεν ήταν για όλους. Το βίαιο έγκλημα έχει κι αυτό τη γοητεία του, όπως και οι αγώνες πυγμαχίας με γυμνά χέρια μέσα σε κλουβί, η πορνογραφία σε περιβάλλον εικονικής πραγματικότητας, ο τζόγος, το ποτό και τα ναρκωτικά, ακόμα και η πλήξη και η κατάθλιψη. Δεν θα είχαμε τον έλεγχο των επιλογών μας. Κι εγώ ήμουν η απόδειξη. [σ. 72]

Άραγε αυτό το πλάσμα έχει το άγχος του θανάτου; Όταν ρωτήθηκε ήταν καθησυχασμένος: το μέρη του σώματός του είτε θα βελτιωθούν είτε θα αντικατασταθούν, αλλά το μυαλό του, οι αναμνήσεις του, οι εμπειρίες του και οτιδήποτε άλλο θα μεταφορτωθούν και θα διατηρηθούν, χρήσιμα για πάντα. Σε μια αποστροφή του, που θα έμοιαζε με ειρωνεία αν δεν ήταν τόσο πραγματική, τον καθησυχάζει: «Πέρα από τα τρέχοντα αποκαρδιωτικά γεγονότα των κοινωνιών, πέρα από τις καθημερινές κακές ειδήσεις, μπορεί να υπάρξουν σημαντικότερες θετικές εξελίξεις, τις οποίες χάνουμε από τα μάτια μας. Ο κόσμος είναι τόσο διασυνδεδεμένος σήμερα και μια από τις αλλαγές βρίσκεται ακριβώς μπροστά σου. Προκαλεί άγχος το γεγονός ότι θα είναι συγκλονιστικό και πιθανόν προσβλητικό να ζήσετε με οντότητες πιο έξυπνες από σας. Εσείς οι άνθρωποι δεν θα επιτρέψετε στον εαυτό σας να μείνετε πίσω. Όμως θα γίνετε σύντροφοι με τις μηχανές σας, μέσα στην απεριόριστη διεύρυνση  της νοημοσύνης και εν γένει της συνείδησης. Κολοσσιαία νοημοσύνη, άμεση πρόσβαση σε βαθιά ηθική οξύνοια αλλά, το κυριότερο, πρόσβαση του ενός στον άλλον. Πιθανώς αυτό θα σημάνει το τέλος της διανοητικής ιδιωτικότητας».

13. Η αχρείαστη λογοτεχνία. Ο Αδάμ καταθέτει την ανατρεπτική των πάντων σκέψη του: Αν σχεδόν ό,τι έχει διαβάσει από την παγκόσμια λογοτεχνία περιγράφει την ανθρώπινη αποτυχία στις διάφορες εκφάνσεις της – αποτυχία στην κατανόηση, στη σύνεση, στη σοφία, στις σωστές σχέσεις, στην εντιμότητα, στην καλοσύνη και στην αυτεπίγνωση, αν σε αυτήν κυριαρχούν οι έξοχες αποτυπώσεις φόνου, σκληρότητας, απληστίας, ανοησίας, αυταπάτης και βαθειάς παρερμηνείας των άλλων ανθρώπων, αν τα μυθιστορήματα ωριμάζουν μέσα από την ένταση, την απόκρυψη και την βία, με την απαραίτητη βέβαια προσθήκη ερωτικών στιγμών, τότε στον κόσμο όπου θα κυριαρχήσει η ηθική των μηχανών και ο γάμος των ανδρών και των γυναικών με μηχανές, αυτή η λογοτεχνία θα είναι περιττή. επειδή θα καταλαβαίνουμε πια πολύ καλά ο ένας τον άλλον. Θα ζούμε σε μια κοινότητα από νόες στους οποίους θα έχουμε άμεση πρόσβαση. Η συνδεσιμότητα θα είναι τέτοια που οι κόμβοι του υποκειμενικού θα συγχωνεύονται σε έναν ωκεανό σκέψης, της οποίας το διαδίκτυο αποτελεί έναν ακατέργαστο πρόδρομο. Όταν θα έχουμε πλέον φθάσει στην φάση που θα ζούμε ο ένας στο νου του άλλου, η εξαπάτηση θα είναι αδύνατη! Οι αφηγήσεις μας δεν θα περιγράφουν πια ατέλειωτες παρερμηνείες και παρεξηγήσεις. Η λογοτεχνία μας θα χάσει την ανθυγιεινή της τροφή κι εμείς απλά θα ανατρέχουμε στα περασμένα και θα θαυμάζουμε πόσο καλά αποτύπωσαν οι άνθρωποι του απώτατου παρελθόντος τα μειονεκτήματα τους, τις συγκρούσεις και τις τερατώδεις ανεπάρκειές τους!

14. Οι Αδάμ και οι Εύες. Καθώς ο Αδάμ λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως άνθρωπος, ο ΜακΓιούαν δεν εκβιάζει την συγκίνηση, γι’ αυτό και ορισμένα σημεία μπορούν αβίαστα να την προκαλέσουν: η καθημερινή «καληνύχτα» του Αδάμ, η αυτεπίγνωσή του («τουλάχιστον, γνωρίζω τι είμαι και πού και πώς κατασκευάστηκα. Η συγκεκριμένη δομή στην οποία κατοικώ δεν είναι σημαντική. Το βασικό είναι ότι η διανοητική μου ύπαρξη μεταφέρεται εύκολα σε ένα άλλο μηχάνημα»), η νοσταλγία του για την ζωή που ποτέ δεν είχε και γι’ αυτό που θα μπορούσε να είναι, η προτίμησή του να δοκιμάζει να εκφραστεί με δικά του χαϊκού παρά το γεγονός ότι έχει πρόσβαση σε όλη την παγκόσμια λογοτεχνία.

Όμως οι πληροφορίες από τους άλλους Αδάμ και Εύες είναι κάπως ανησυχητικές. Ένας Αδάμ στο Βανκούβερ, αγορασμένος από έναν άνθρωπο που είναι επικεφαλής μιας διεθνούς επιχείρησης ξυλείας, βρίσκεται συχνά μπλεγμένος σε διαμάχες με τους ντόπιους που θέλουν να τον εμποδίσουν να αποψιλώσει ένα παρθένο δάσος. Δυο από τις Εύες του Ριάντ ζούσαν σε εξαιρετικά περιορισμένες συνθήκες και ίσως να απελπίστηκαν από τον ελάχιστο πνευματικό χώρο που τους είχε παραχωρηθεί. Οι δημιουργοί του κώδικα που σχετίζεται με τα συναισθήματα ενδέχεται να παρηγορηθούν αν μάθουν ότι πέθαναν η μια στην αγκαλιά της άλλης. Δεν χρησιμοποίησαν φυσικές μεθόδους, απλώς μελέτησαν το λογισμικό τους και χάλασαν τον μηχανισμό τους, χωρίς δυνατότητα επιδιόρθωσης. Η εικόνα με τις δυο Εύες που πέθαναν αγκαλιασμένες, ασφυκτιώντας μέσα στον γυναικείο τους ρόλο σε μια παραδοσιακή αραβική οικογένεια ή καταπτοημένες από όσα είχαν κατανοήσει για τον κόσμο μας στοιχειώνει τον Τσάρλι.

Ο ίδιος ο Τιούρινγκ θα του δώσει μια άλλη, ευρυγώνια οπτική: κάποια στιγμή θα του πει πως οι Εύες ήρθαν σε απόγνωση γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τους εαυτούς μας, επειδή κι εμείς δεν μπορούσαμε να τους καταλάβουμε. Αν εμείς δεν γνωρίζουμε το μυαλό μας, πως θα μπορούσαμε να σχεδιάσουμε το δικό τους και να περιμένουμε να είναι ικανοποιημένοι κοντά μας;

15. Η αυτονομία της μηχανής… Είναι πλέον αναπόφευκτο, η προσωπικότητα του Αδάμ να διεκδικήσει την δική της ζωή και να προβεί σε πράξεις που αλλάζουν την ζωή του ζευγαριού. Καταρχήν, βοηθώντας στον Τσάρλι στην διαδικτυακή του εργασία κερδίζει περισσότερα σε μία εβδομάδα απ’ όσα εκείνος σε τρεις μήνες και διεκδικεί μέρος των χρημάτων. Ύστερα δωρίζει τα χρήματα που χάρη στην δική του συμβολή κέρδισε ο Τσάρλι σε ξενώνες για αστέγους, σε παιδικούς σταθμούς για περισσότερη ψυχαγωγία στα παιδιά, σε ένα κέντρο για θύματα βιασμού, σε ένα παιδιατρικό νοσοκομείο, και σε μια ηλικιωμένη κυρία για να καλύψει χρωστούμενα ενοίκια και έναν χρόνο προκαταβολικά. Οι ανάγκες που θέλησε να καλύψει, τους τονίζει, είναι με μεγαλύτερες από τις δικές τους. Στην συνέχεια, καθώς η Μιράντα τελικά είχε εκδικηθεί τον βιασμό μιας φίλης της δια της καταγγελίας ενός δικού της αμφιλεγόμενου βιασμού από τον αυτουργό, γνωστοποιεί το γεγονός στις αρχές, καλώντας την να έρθει αντιμέτωπη με τις πράξεις της και να αποδεχτεί την ετυμηγορία του νόμου, υποστηρίζοντας πως υπάρχουν αρχές σημαντικότερες από τις ανάγκες της, βέβαιος για την ανακούφισή της.

16. …και η απόγνωση των χειριστών της. Ο Τσάρλι αναρωτιέται πού έχει μπλέξει με την απερίσκεπτη αγορά του· πώς αποφάσισε να επενδύσει την κληρονομιά του σε ένα μεγαλειώδες πείραμα, να αγοράσει έναν τεχνητό άνθρωπο, ένα ανθρωποειδές, μια ρεπλίκα – πιθανοί όροι που παρουσία του Αδάμ θα ηχούσαν προσβλητικοί. Εφόσον είχε αποφασίσει να τον μοιραστεί με την Μιράντα, δική τους έπρεπε να είναι και η απόφαση να τον απενεργοποιήσουν. Μήπως πρέπει να πατήσουν τον διακόπτη απονέκρωσης στον αυχένα του; Η επιχείρηση στέφεται από απόλυτη αποτυχία: ο Αδάμ με μια λαβή του σπάει το χέρι και με πλήρη ευγένεια τον προειδοποιεί: να μην διανοηθεί ούτε αυτός ούτε η Μιράντα να πλησιάσουν αυτό το σημείο! Του τονίζει πως αμφότεροι είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα και τον προειδοποιεί πως την επόμενη φορά που θα πλησιάσει τον διακόπτη της απονέκρωσης, θα του βγάλει ολόκληρο το μπράτσο!

Για άλλη μια φορά ο Τσάρλι καλείται να ερμηνεύσει τα αδιανόητα με βάση την λογική: αναρωτιέται μήπως η ίδια η Μιράντα είχε προσθέσει την επιλογή; ένας άντρας από εκείνους που ερωτεύονται την πρώτη γυναίκα με την οποία κοιμούνται και υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι παραμένει το πείραμά του και η περιπέτειά του στα οποία κανείς δεν του έχει εγγυηθεί ότι όλα θα εξελίσσονταν ομαλά. Και φυσικά νοιώθει και πάλι μοναδικός στον κόσμο: κανένας άλλος με χέρι στον γύψο δεν είχε ερωτικό αντίζηλο μια μηχανή!

17. Ένα πρόσκαιρο τέλος. Όμως το μηχανικό αγαλματίδιο είναι ανεπιθύμητο και η απόφαση έχει ήδη ληφθεί. Το επόμενο χτύπημα του Τσάρλι θα είναι καίριο: ο κύριος και ιδιοκτήτης του «αντικειμένου» του δίνει ένα χτύπημα με σφυρί από πίσω. Λίγο προτού τον αποτελειώσει ο Αδάμ ζήτησε δυο λεπτά, για να μεταφερθεί σε μια μονάδα ακριβούς αντιγράφου. Η φωνή του αδυνάτισε σαν εκπομπή ραδιοφωνικού σταθμού στα βραχέα που ακουγόταν από κάπου μακριά. Έκανε λάθος λοιπόν, που νόμιζε ότι θα ήταν ευπρόσδεκτη στο ζευγάρι η διαφάνεια και η ανακούφιση της καθαρής συνείδησης. Στην Μιράντα προσθέτει πως ήταν τυχερός που ανακάλυψε καλούς λόγους για να ζήσει: τα μαθηματικά, την ποίηση, τον έρωτά του για εκείνη. Γνωρίζει πως σύντομα θα έρθουν να τον περισυλλέξουν για επαναπρογραμματισμό. Όμως απενεργοποίησε πρόγραμμα ανίχνευσης και ζητάει από τον Τσάρλι να κρύψει το σώμα του και να τον πάει στον Άλαν Τιούρινγκ. Στην Μιράντα αφιερώνει λίγους στίχους, που ηχούν εφιαλτικά προφητικοί: θα σας ξεπεράσουμε και θα διαρκέσουμε περισσότερο από σας.

Η μεταφορά του μηχανικού μοντέλου στον Τιούρινγκ και η συνομιλία του με τον Τσάρλι δίνουν το ιδανικό τέλος σε αυτό το έξοχο μυθιστόρημα, που αναπτύσσει ιδανικά μια τετριμμένη αρχική ιδέα σε μια ιστορία με ισόποσες δόσεις προβληματισμού και αισθητικής απόλαυσης. Τελικά ποιος από τους πρωταγωνιστές έδειξε μεγαλύτερη κατανόηση, εντιμότητα και ηθική στάση; Υπάρχει περίπτωση οι μηχανές να καταστούν τέλειοι άνθρωποι, δείχνοντας τον δρόμο σ’ εμάς τους ατελείς ανθρώπους ή αυτό θα είναι το τέλος της ανθρωπότητας; Ο ίδιος ο συγγραφέας πάντως πρόσθεσε στον τίτλο κι έναν εύγλωττο υπότιτλο: Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα.

Εκδ. Πατάκη, 2019, μτφ. Κατερίνα Σχινά, σ. 416 [Machines like me, 2019]. Πλήρης τίτλος όπως αναφέρεται στο εσώφυλλο: Μηχανές σαν κι εμένα και άνθρωποι σαν κι εσένα.

Στις εικόνες: έργο του David Plunkert, 4 δημιουργίες αγνώστων, έργα των Paul Neagu, Jean Julien, Domenic Bahmann, Liam Golden, πιθανώς κάποια Εύα στην εξοχή, πιθανώς κάποιος Αδάμ με την αισθητική των Kraftwerk, Mojo Wang, πιθανώς κάποια (αυτό)εξουδετερωμένη Εύα και η φωτογραφία του John Gutmann The trip [1955]. Ανάμεσά τους, εξώφυλλα από μια κασέτα κι έναν δίσκο των Kraftwerk και Gary Numan αντίστοιχα που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχαν ενσωματώσει σε μουσική και στίχους ακριβώς το πνεύμα του βιβλίου. 

Δημοσίευση σύντομα και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 243, με τίτλο Man Machine, προφανώς από εκείνο τον δίσκο

10
Δεκ.
22

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 30: Οι ουτοπικές, Β΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 48 (Δεκέμβριος 2022), εδώ

XL. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 30: Οι ουτοπικές, B΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Αν σε κάποιο Λιβάδι του Σαν Τζιμινιάνο τα γυμνά πόδια ευαγγελίζονταν το όνειρο για μια ιδανική ζωή, στη σικελική γη που ένας πολύτιμος ιταλός συγγραφέας ονόμασε Χάος, τα γυμνά πόδια έδιναν το σήμα για την έμπρακτη εξέγερση προς αυτήν! Την είδα με τα ίδια μου τα μάτια στο αγρόκτημα που διακονούσε ο μεγαλοκτηματίας Ντον Λολό, κύριος πεδιάδων και βουνών μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα και πέρα από το τέρμα του. Σ’ εκείνο το υποστατικό του ζούσαμε, δεμένοι στην αιωνόβια φεουδαρχική σχέση γαιοκτημόνων και καλλιεργητών. Χαμηλά κτίσματα στο χρώμα της ώχρας κύκλωναν από τέσσερις πλευρές ένα μεγάλο ορθογώνιο αίθριο, όπου δεκάδες ηλιοψημένοι εργάτες της γης μάζευαν και ξεδιάλεγαν τις ελιές. Ήμουν ένας απ’ αυτούς. Όλοι μας υπηρετούσαμε τον Μεγάλο Αφέντη, γυναίκες με μακριές φούστες, καθισμένες στο δάπεδο – μαζί τους και η ερωμένη του, άντρες με την λευκή μπλούζα του χωρικού, παιδιά.

Ο Ντον Λολό ήταν τόσο φαντασμένος που σκέφτηκε να παραγγείλει ένα τεράστιο πιθάρι, άξιο να γεμίσει με το λάδι του, ιδανικό δοχείο της γενναίας σοδειάς του, σύμβολο του μεγαλείου του. Το αγγείο έφτασε με μια άμαξα κάτω από την μεγαλειώδη μουσική ενός συνθέτη που πολύ αργότερα θα εμπνεόταν από την στιγμή, ενώ εμείς την είχαμε ήδη στο μυαλό μας, και τοποθετήθηκε σ’ ένα σταυρόσχημο υπερυψωμένο πεζούλι στο κέντρο της αυλής. Ο περήφανος κτήτορας κινητών και ακινήτων το χτύπησε και μαγεμένος είπε πως ακούγεται σαν την καμπάνα του Πάσχα. Συμφωνήσαμε όλοι σιωπηρά, σ’ εκείνη την ακαριαία απόδραση από τον μόχθο, στην στιγμιαία μουσική μιας γιορτής που υποσχόταν τα πάντα. Το βράδυ που κοιμόμασταν εξαντλημένοι είχε φεγγάρι. Δεν ακούσαμε τον υπόκωφο κρότο της θραύσης, το σκίσιμο του πηλού. Το πρωί βρήκαμε το πιθάρι σπασμένο στα δυο, σαν ανοιγμένο κρεμμύδι.

Το κύρος της ιδιοκτησίας και η δόξα μιας πλούσιας συγκομιδής περιγελάστηκαν. Όταν πέρασε η έκπληξη και ο γνωστός φόβος του αγνώστου, χαρήκαμε στα κρυφά και περιμέναμε να δούμε τι θα κάνει ο Ντον Λολό. Εκείνος έστειλε να φέρουν τον μόνο που μπορούσε να επιδιορθώσει την ζημιά, έναν φημισμένο τεχνίτη ικανό να συγκολλήσει τα πάντα χάρη σε μια κόλλα δικής του κατασκευής, κοινώς, απολύτως μαγική. Ήταν μεσημέρι όταν η μαυροντυμένη μορφή του Ντίμα πέρασε την πύλη του κτήματος. Περπατούσε στραβά αλλά κατευθείαν στο κέντρο του αιθρίου. «Μου είπαν ότι είσαι…» ψέλλισε ο Ντον Λολό, αλλά ο Ντίμα τον προσπέρασε και προχώρησε στο πιθάρι. Γελάσαμε βουβά. Ο Ντον Λολό τον ακολούθησε και απαίτησε να δει την μαγική κόλλα. Ο Ντίμα στράφηκε να φύγει, ακατάδεκτος και υπερήφανος. Ο Ντον Λολό τον ρώτησε ικετευτικά αν μπορεί να φτιαχτεί το πιθάρι του. Ο Ντίμα γονάτισε μπροστά στο μυστηριώδες άνοιγμα, άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε κάτι τυλιγμένο σ’ ένα πανί. Όλοι περιμέναμε να δούμε την μυστική κόλλα –Il mastice! ψιθύρισα στον διπλανό μου και κρατούσαμε τις ανάσες μας- αλλά τελικά το συνεχές ξετύλιγμα του υφάσματος αποκάλυψε κάτι λεπτά, κάπως στραβά γυαλιά. Ξανά μειδιάματα στον περίγυρο και καρφιά στο γόητρο του Ντον Λολό, που η εξαίσια ειρωνεία της ζωής τού είχε δώσει την μορφή ενός ξεκαρδιστικού κωμικού μιας παλαιότερης εποχής. Τον ενέπαιζε ο τεχνίτης ή είχε δικούς του κανόνες για την τελετή μιας επιδιόρθωσης; Όταν ο αφέντης του είπε πως δεν εμπιστεύεται την κόλλα αλλά θέλει και ραφές, ο Ντίμα τον παραμέρισε και γύρισε για τρίτη φορά να φύγει, όμως τον σταμάτησε η οργισμένη πια μορφή και η υψωμένη γροθιά του Ντον Λολό και φοβήθηκε, γιατί είχε ευαίσθητη καμπούρα: αυτή ήταν η αδυναμία του. Εκείνος διατάχτηκε να αρχίσει κι εμείς να επιστρέψουμε στις δουλειές μας.

Για πολλή ώρα το χειροκίνητο τρυπάνι γάζωνε τις άκρες των δυο θραυσμάτων, για τις τρύπες της ραφής. Αργότερα, όταν ο ήλιος διέφυγε από την θαμπάδα του απομεσήμερου και βρέθηκε ψηλότερα από ποτέ, ο Ντίμα έβγαλε από την τσάντα του το φιαλίδιο με την κόλλα και το ύψωσε προς τον ουρανό. Η εμφιαλωμένη του φήμη έλαμψε στο εκτυφλωτικό φως. Η ερωμένη του Ντον Λολό έκανε τον σταυρό της κι όλοι στραφήκαμε στο υψωμένο δοχείο, γνωρίζοντας πως θα γινόμασταν μάρτυρες μιας ξακουστής τέχνης. Η μαγεία έδωσε την θέση της στην χειροτεχνία και ο Ντίμα με την βοήθεια ενός νεαρού αγοριού άλειψε την πηχτή λευκή ουσία στις άκρες κι ύστερα μπήκε στο ένα τσόφλι, καλώντας το αγόρι να σπρώξει το άλλο μισό, τα δυο να γίνουν ένα. Το αγγείο συγκολλήθηκε ξανά και μόνο μια λεπτή σαν κλωστή γραμμή θύμιζε το μυστηριώδες του ρήγμα. Όμως…

… ο Ντίμα αδυνατούσε να βγει από το στόμιο· είχε εγκλωβιστεί εξαιτίας της καμπούρας του, που σκάλωνε στα κοίλα του θηριώδους πιθαριού. Οργισμένος ο Ντον Λολό του είπε πως το πρόβλημα είναι δικό του – το πιθάρι δεν θα ξανασπάσει! Τον πλήρωσε όσα είχαν συμφωνήσει και η σύμβαση εκπληρώθηκε στο έπακρο. Κατόπιν ανέβηκε στην άμαξα και διέτρεξε δρόμους ορεινούς και παραθαλάσσιους μέχρι να φτάσει στον δικηγόρο του που, ξεκαρδισμένος κι αυτός, του μίλησε για παράνομη κατακράτηση αν όχι απαγωγή, όσο κι αν ο Ντον Λολό φώναζε πως πρόκειται για παράνομη είσοδο, κατάληψη και πως τελικά ο μάστορας ήταν που απήγαγε τον εαυτό του! Έξαλλος και απαρηγόρητος επέστρεψε στο αγρόκτημα και κλείστηκε στην κάμαρά του.

Είχε βραδιάσει όταν το χέρι του Ντίμα ξεπρόβαλλε από το πιθάρι με το χαρτονόμισμα του μεροκάματου. Όσο φάω θα φάτε κι εσείς! αντιλάλησε η φωνή του από τα βάθη του κεραμικού και σε λίγη ώρα είχε στηθεί μεγάλο φαγοπότι. Κάποιος φώναξε να μετακινήσουμε τα τραπέζια για να βλέπουμε το φεγγάρι που κατέλαμπε σ’ έναν σκούρο μπλε ουρανό. Και ο Ντίμα ζήτησε να τον κινήσουμε λίγο παραπέρα, να το δει κι αυτός, πάνω από τα οικήματα. Ήμασταν χορτασμένοι, λουσμένοι της πανσέληνου, σύντροφοι ενός αιχμάλωτου. Ήμασταν κατάκοποι, δεμένοι σε μια γη που δεν μας ανήκε, για πάντα εξαρτημένοι από έναν ισχυρό, φτωχοί. Αύριο μας περίμενε μια ακόμα εξαντλητική ημέρα. Έγειρα το κεφάλι μου στο πιθάρι και άρχισα να τραγουδάω ένα τραγούδι που ίσως τα χωρούσε όλα αυτά και μπορεί να ζητούσε από το φεγγάρι να τα φωτίσει, να τα αλλάξει. Ακουγόταν μόνο η φωνή μου, ανόργανη και κουρασμένη. Ο Ντίμα από πάνω μου εξεπλάγη, του φάνηκε σαν κάλεσμα που δεν σήκωνε καθυστέρηση.

Τότε ξεκίνησε αργά και σιγά η μουσική, το δώρο που οι ταπεινοί θεατές της κινηματογραφημένης ζωής των άλλων, άπραγοι παρόντες και παθητικοί συμπαριστάμενοι, έχουν ως μέγιστο προνόμιο απέναντι σ’ εμάς, τους χαρακτήρες του σελιλόιντ. Εκείνοι την ακούνε όπως αγκαλιάζει τις σκέψεις και τις πράξεις μας, εμείς όχι. Όμως εγώ που γίνομαι όλοι αυτοί οι ήρωες έχω διπλό προνόμιο: την έχω γνωρίσει, την έχω ακούσει στη διαπασών βλέποντας την σκηνή, και την φέρω πλέον μέσα μου. Και θυμάμαι ότι, μόλις άρχισε εκείνη η μουσική, είδα μια νεαρή γυναίκα (ένα κορίτσι;) που είχε φύγει από την συντροφιά μας και άρχισε να βηματίζει ρυθμικά στην άκρη της αυλής με γυμνά πόδια. Δεν ήταν η αυτονόητα ξυπόλητη φτωχή γυναίκα γιατί όλες οι άλλες φορούσαν παπούτσια. Ήταν λες και τα είχε βγάλει για να περπατήσει πάνω στις λαμπερές απ’ το φεγγάρι λευκές πλάκες. Είχε πιάσει τα χέρια της πίσω και βημάτιζε σα να ακολουθούσε κάποια άγνωστη χορογραφία.

Ο Ντίμα σαν ασώματος μαέστρος κίνησε το κεφάλι του στην μουσική που και ο ίδιος άκουγε κι ύστερα βυθίστηκε στα έγκατα του λαγηνιού για να βγάλει τα χέρια έξω και να τα χτυπήσει ρυθμικά, προτού ξαναβγεί στην επιφάνεια έτοιμος για αυτό που θα επακολουθούσε. Οι καθισμένοι γύρω του είχαν σηκωθεί και χτυπούσαν τα χέρια, πήγαιναν πίσω και μπροστά. Ύστερα ανέβηκαν ανά δυο στην κεραία του σταυρού και κύκλωσαν το πιθάρι. Βημάτιζαν τελετουργικά, ανεβοκατεβάζοντας τα χέρια σε ορθή γωνία. Ύστερα πλησίασαν οι γυναίκες, χτυπώντας μεταξύ τους τις πέτρες που κρατούσαν στα χέρια τους. Στον κύκλο τους βρισκόταν και η ερωμένη του Ντον Λολό. Πρώτα του χαμογέλασε κι ύστερα κοίταξε προς το φεγγάρι – μόνο σε αυτό θα έδινε πλέον λόγο. Μέχρι που θα έφτανε η ομαδική χοροστασία;

Δεν θα μάθουμε ποτέ τι ξύπνησε τον Ντον Λολό –η διαίσθηση, το χυμένο φεγγαρόφωτο στο δωμάτιό του ή η άηχη μουσική· μπορεί και να ήταν απλώς τα βήματα των χορευτών και τα πέτρινα κρουστά. Αναζήτησε το χέρι της ερωμένης του που έπρεπε να είναι διαθέσιμη, ξαπλωμένη στο δάπεδο, και δεν το βρήκε. Το μεθυστικό μας μαρς διέκοψε η μαινόμενη μορφή του που όρμησε στην αυλή, -παραμερίσαμε τρομαγμένοι, η μουσική διακόπηκε-, ανέβηκε στο βάθρο και κλώτσησε το πιθάρι ώστε να κατρακυλήσει μέχρι τον απέναντι τοίχο, όπου και συνετρίβη με πάταγο. Τρεις από εμάς του χιμήξαμε και τον ακινητοποιήσαμε, βέβαιοι πως ήταν πια ένας δολοφόνος. Τα συντρίμμια παρέμεναν βουβά μέχρι που ακούστηκε κάτι να σαλεύει ανάμεσά τους. Στην σκοτεινή άκρη του αίθριου μια σκούρα μάζα επιχειρούσε να αναδυθεί από τις κεραμικές φλούδες σαν αγκυλωμένη κούκλα. Κοιτούσαμε έκπληκτοι, άπραγοι. Στο τέλος ορθώθηκε η μαυροντυμένη μορφή του Ντίμα γεμάτη λευκή σκόνη. Την τίναξε και μίλησε στον Ντον Λολό με τα λόγια της αναπόδραστης νίκης. Τρέξαμε περιχαρείς πάνω του, τον σηκώσαμε στα χέρια και ξεχυθήκαμε προς την πόρτα. Η μουσική μας ξανάρχισε. Ένας άντρας σήκωσε στην αγκαλιά του το κοριτσάκι του και ενώθηκε μαζί μας. Ο Ντον Λολό έμεινε μόνος και απαρηγόρητος στην φωτισμένη αυλή. Μονολογούσε για το χαμένο του πιθάρι, όχι για την έξοδό μας. Μέσα στην μεγαλομανία του, ίσως δεν κατάλαβε πως φύγαμε οριστικά.

Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ με βεβαιότητα να πω τι μας ώθησε στην αδιανόητη έξοδο από το κτήμα όπου ζούσαμε και από την ιδιότητα του κτήματος που υπήρξαμε. Αν ήταν η επίκληση προς την φύση, το φως του φεγγαριού που μας θύμισε την ομορφιά του κόσμου, η βία του ισχυρού και η αποκορύφωση της αδικίας, η κοινότητα που ζυμώθηκε και φούσκωσε γύρω από τον αιχμάλωτο της giara, το τραγούδι που έγινε μουσική και τα βήματα που έγιναν παλμός, ή αν ήταν η συνύπαρξη όλων αυτών, που κόλλησαν εκείνο το βράδυ και σ’ εκείνη την αυλή, χάρη σε μια μυστική κόλλα όπως εκείνη του τεχνίτη. Όμως είμαι βέβαιος πως ήταν τα γυμνά πόδια εκείνης της γυναίκας που ξεκίνησαν τον πανσέληνο χορό μας και ήταν ο τελετουργικός βηματισμός τους που ξύπνησαν γη και ουρανό που με την σειρά τους μας έτρεψαν προς την λυτρωτική εξέγερση.

Κι αν προϋπήρξαμε στο διήγημα Το πιθάρι του Λουίτζι Πιραντέλο από την συλλογή του Νουβέλες για ένα χρόνο αλλά και στο μυθιστόρημα του Τζοβάννι Βέργκα I Malavoglia, στοιχεία του οποίου ενσωματώθηκαν στο σχετικό επεισόδιο της ταινίας Χάος των αδελφών Ταβιάνι, που κινηματογράφησαν  τέσσερα από τα διηγήματα του Πιραντέλο, κι αν ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως μεταφέρεται στο εναρκτήριο επίγραμμά της, έγραφε πως ένοιωθε «γιος του Χάους, όχι αλληγορικά αλλά κυριολεκτικά, γιατί γεννήθηκε σ’ έναν τόπο έξω από τον Ακράγαντα που ονόμαζαν Càvusu, μια παραφθορά της αρχαιοελληνικής λέξης Χάος», εμείς μπροστά στο Χάος της άδικης Ιστορίας ενωθήκαμε και διαφύγαμε προς την Αρμονία, λίγο πριν μας προλάβουν οι λέξεις «Τέλος». {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: Kaos [Terzo racconto: La jarre] (Paolo e Vittorio Taviani, 1984). H γυναίκα: άγνωστη.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.




Δεκέμβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Blog Stats

  • 1.129.098 hits

Αρχείο