Οι ξυπόλητες των ταινιών, 48. Επιστολή στη Νάταλι Γουντ, Β΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 72 (Δεκέμβριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 48. Επιστολή στη Νάταλι Γουντ, Β΄

Αγαπητή μου Νάταλι. Η εποχή που σε θυμάμαι με την μεγαλύτερη θέρμη ήταν ένα από τα θερμά καλοκαίρια του ’30, τότε που ζούσες με την μητέρα σου και την μικρή σου αδελφή σε μια διώροφη πανσιόν δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές του Dodson, στο Μισισίπι. Ήταν ένας τόπος καθημερινής διασκέδασης για πελάτες και θαμώνες και το επίκεντρο ήσουν πάντα εσύ, η δημοφιλής και περιπόθητη Άλβα. Όλοι οι άντρες διεκδικούσαν την προσοχή σου και τρεις την εκδήλωναν απροκάλυπτα: ο μεσήλικας πλούσιος επιχειρηματίας κύριος Τζόνσον, ο φίλος της μητέρας σου, J.J., ο οποίος εμφανώς την χρησιμοποιούσε για να σε πλησιάσει, κι ένας δυστυχής, παλαβωμένος μ’ εσένα νεαρός. Φυσικά εσύ, τυπική ηρωίδα του Τενεσί Ουίλλιαμς, στο μονόπρακτο του οποίου τώρα ζούσες, ονειρευόσουν να φύγεις μακριά απ’ όλους και να πας «στις ωραίες πόλεις», στο Μέμφις, στη Νέα Ορλεάνη, ακόμα και στη Νέα Υόρκη. Όμως ο μόνος τρόπος για να το καταφέρεις, σύμφωνα με την δεσποτική «Μάμα», ήταν ο κύριος Τζόνσον, που φρόντιζε πάντα να κλείνει το ακριβότερο, βορινό δωμάτιο της πανσιόν και έπρεπε να του δανείζεις την συντροφιά σου ώστε να συνεχίζει να το κλείνει.

Διασκεδάζατε σε μια ακόμα γιορτή όταν έφτασε στην πόλη ο Owen Legate, ένας σκεφτικός, μυστηριώδης επισκέπτης, που μετέφερε την ανακοίνωση της απόλυσης μιας σειράς υπαλλήλων του σιδηροδρόμου, εξαιτίας της ασύμφορης πλέον παράκαμψης του Ντόντσον. Δεν έμοιαζε συντετριμμένος – είχε ήδη, όχι χωρίς κάποια αόριστη λύπη, αποδεχτεί την οικονομική συγκυρία της «Μεγάλης Ύφεσης»· άλλωστε άλλοι λάμβαναν τις σκληρές αποφάσεις που ο ίδιος κοινοποιούσε. Τον βρήκες στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας και άρχισες να του διηγείσαι για κάποιον εργάτη που σε πήγε για χορό σ’ ένα περίφημο ξενοδοχείο του Μέμφις. Ήσουν συνεπαρμένη από την ίδια σου την διήγηση, όχι όμως κι ο Όουεν, που δεν πίστεψε λέξη.

Η βραδιά βρισκόταν προς το τέλος της: ριγμένα πιάτα και χυμένα ποτά στις ξύλινες σανίδες της σάλας, οι πάντες βυθισμένοι στα ποτήρια τους ή σε μια γωνιά, αναζητώντας το σωσίβιο κάποιου σώματος. Καθόσουν στην κούνια της βεράντας με τον ερωτευμένο νεαρό όταν άκουσες το Hummingbird Express. Σηκώθηκες, αγκάλιασες με λαχτάρα έναν κίονα και εξομολογήθηκες πως αυτό το τραίνο ονειρευόσουν να σε πάρει μακριά από εκείνο το καταθλιπτικό και ετοιμόρροπο σπίτι. Αλλά το μόνο που είχες ως παρηγοριά ήταν το φιλί εκείνου του άντρα. Τότε είδες πως ο Όουεν σας έβλεπε από το παράθυρο και ανέβηκες για να εισβάλεις στο δωμάτιό του, δήθεν κατά λάθος. Επέμεινες ότι σε γνωρίζουν όλοι στην πόλη, έχεις και πάει στο Μπιλόξι, πολλοί άντρες σε θεωρούν όμορφη. Τότε σου έκοψε την ευθυμία: αν συμπεριλαμβάνεσαι στο δωμάτιο με τα δυο γεύματα, ας μην χάνετε χρόνο, μπορείτε να ξαπλώσετε. Ποια νομίζεις ότι είμαι; του φώναξες προσβεβλημένη. Εσύ ποια νομίζεις εσύ ότι είσαι; σου απάντησε με την αδιατάρακτη ηρεμία του. Επιχείρησες να τον χτυπήσεις, σε σταμάτησε προτού τον αγγίξεις. Τα μάτια σας έβγαζαν σπίθες.

Λίγο μετά σύρθηκες στο κρεβάτι σου, ανάμεσα σ’ εκείνα της αδελφής σου και της μητέρας σου, και έπρεπε για μία ακόμα φορά να απαντήσεις στις ταπεινωτικές ερωτήσεις της. Ήσουν καλή με τον κ. Τ.; Μπράβο, γιατί το πλάνο οικογενειακής επιβίωσης βασίζεται πάνω του. Της μίλησες για το όνειρό σου να βρεθείς στην Νέα Ορλεάνη την εποχή του Mardi Gras, να έχεις η ίδια σχεδιάσει το κουστούμι σου και να είναι τόσο χρωματιστό ώστε το λευκό σου δέρμα να λάμπει καθώς περπατάς ή χορεύεις ανάμεσα στους άντρες που δεν θα ξέρουν ποια είσαι. Τα όνειρα μπορούν να περιμένουν, σου είπε εκείνη, τώρα προέχει η πρακτική πλευρά: η γλυκύτητα προς τον κ. Τ. δεν πληγώνει, μόνο ωφελεί.

Να ’σαι, λοιπόν, ξυπόλητη, με το γαλάζιο σου φόρεμα, να κατεβαίνεις στο ραντεβού με τον κ. Τ., που σε περίμενε στην βεράντα για να βγείτε στην πόλη. Γιατί δεν φορούσες τα παπούτσια σου; Ήταν κάποιο είδος άρνησης, μια καθυστέρηση στην υποταγή; Όταν είδες τον Όουεν πιο πέρα, έδιωξες τον κύριο Τ. να σου φέρει ένα ποτό, κατέβηκες ενθουσιασμένη τα δυο σκαλοπάτια προς το χώμα και τον προσκάλεσες να του δείξεις ένα σκιάχτρο με κόκκινα μαλλιά. Αυτή τη φορά έλεγες αλήθεια: τον οδήγησες σε μια ξύλινη κοκκινομάλλα με μπλε ρούχα. Ύστερα δυσκολευόσουν να αναπνεύσεις και του εξήγησες ότι σου συμβαίνει συχνά, ίσως επειδή όταν ο Θεός εμφυσούσε αναπνοές, σ’ εσένα μπήκαν λιγότερες. Ίσως πάλι να φταίει, είπε εκείνος, αιωνίως πραγματιστής, που κυκλοφορείς χωρίς παπούτσια μέσα στο βράδυ. Το έδαφος είναι ζεστό, του απάντησες, δεν γνωρίζεις για την φωτιά που καίει στο κέντρο της γης; Κι εγώ ήμουν βέβαιος πως τα πόδια σου έκαιγαν από μια άλλη φωτιά, από το δικό σου κέντρο.

Το σκιάχτρο στο έφτιαξε ο μπαμπάς σου στον μικρό του κήπο προτού σας εγκαταλείψει αλλά εσύ ήσουν βέβαιη πως, αν σας αγαπάει, θα επιστρέψει – και μπορεί να είναι σε κάποιο από τα τραίνα που περνάνε από τα μέρη σας. Όταν ακούστηκε η φωνή του κ. Τ., πήρες τον Όουεν και κρυφτήκατε πίσω από τις φυλλωσιές. Σε ρώτησε γιατί τον ανέχεσαι και του μίλησες για καλοσύνη προς ένα λυπημένο άνθρωπο – η για καλές μπίζνες, σε διέκοψε εκείνος. Είναι ένας τζέντλεμαν που με εκτιμά και μου έφερε κι ένα κόσμημα, επέμεινες. Με τι αντάλλαγμα; σε ρώτησε. Την ευγένεια και την συντροφιά μου, που τον κάνουν ευτυχισμένο. Κι εσένα τι σε κάνει ευτυχισμένη; Τότε εξοργίστηκες: Το ότι είμαι όμορφη δεν με κάνει περιουσία τους! Αλλά η τελευταία φράση ήταν δική του: Αν πραγματικά πίστευες ότι ήσουν όμορφη, θα ήσουν το κορίτσι του εαυτού σου.

Πώς θα μπορούσες τώρα να βγεις με τον κ. Τ.; Αντέστρεψες το βράδυ και ενθουσιασμένη, στα αλήθεια ή στα ψέματα, εισέβαλες στην κουζίνα και φώναξες την διάθεσή σου να κολυμπήσεις. Οι πάντες παράτησαν το τραπέζι και σε ακολούθησαν στη μεγάλη δεξαμενή του σταθμού. Αλλά ακόμα και μέσα στο σκοτεινό νερό κάποιος θέλησε να σε ξεμοναχιάσει κι αυτή τη φορά ήταν ο J.J., που σου ανακοίνωσε για ποιο λόγο είχε έρθει ο εκλεκτός σου. Άλλος ένας επιχειρούσε να σε κλέψει όμως εσύ ήσουν ήδη αλλού.

Τον επισκέφτηκες στα τραίνα και όταν τόνισε ότι δεν έπρεπε να βρίσκεσαι εκεί, του απάντησες ότι αυτό ακριβώς διαρκώς λες στον εαυτό σου. Τον οδήγησες σε ένα παρατημένο καφέ βαγόνι, με ζωγραφισμένα κόκκινα σχέδια στο εξωτερικό και μια περίτεχνη επιγραφή με το όνομά σου, δια χειρός του πατέρα σου: Miss Alva. Του έδειξες την αρωματική πούδρα που λευκαίνει τα καθίσματα και του ζήτησες να χαμογελάει αλλιώς οι τροχοί του Honeydew Express δεν θα κινηθούν. Καθόσασταν ο ένας απέναντι στον άλλον με μια έλξη τόσο δυνατή που κινδύνευε να γίνει απώθηση. Αυτός για άλλη μια φορά ανελέητος ρεαλιστής θέλησε να σε προσγειώσει. Τα καθίσματα δεν έχουν πούδρα αλλά σκόνη, οι ράγες δεν κινούνται γιατί είναι σκουριασμένες. To βράδυ όμως πήγατε στην άλλη πλευρά της πραγματικότητας, στο σινεμά, και βγαίνοντας του είπες πως σε κάθε λυπημένη ταινία θέλεις να ξαναδείς το τέλος μήπως γίνει καλύτερο. Σύντομα θα έβλεπες κι εσύ μια ακόμα σκληρότερη όψη της ζωής, καθώς οι εργάτες των τραίνων παραμόνευαν και τον χτύπησαν. Και πάλι έμεινες μαζί του: τον περιέθαλψες, τον αγκάλιασες, εκείνη η μέρα οδήγησε στη δική σας νύχτα.

Ξέρω καλά, Άλβα, πως οι έρωτες πάνε μαζί με τα δράματα, αν όχι στην αρχή, σίγουρα στο μέσον και φυσικά στο τέλος. Στην πανσιόν ο Όουεν άκουσε ότι η μάνα σου είχε ήδη κανονίσει την βεβιασμένη σας αναχώρηση για το Μέμφις, υπό την προστασία του γνωστού κυρίου. Ίσως δεν θέλεις να θυμάσαι την μεγάλη σας σύγκρουση, τα λόγια του (πως τα ενθουσιώδη σου όνειρα αποτελούν παραμύθια αφού δεν θέλεις να αφήσεις τον τρόπο που ζεις), την συντριβή σου, την μέθη και τον απελπισμένο γάμο με τον J.J. ώστε να εκδικηθείς την μάνα σου, τον Όουεν και τον ίδιο σου τον εαυτό. Όμως μέσα στην νύχτα ξύπνησες από την πλάνη και σηκώθηκες να κάνεις εκείνο που πραγματικά ήθελες. Έκλεψες τα χρήματα του J.J. και βγήκες στο σκοτάδι να βρεις τρόπο να πας στη Νέα Ορλεάνη να τον αναζητήσεις. Το πρωί σε βρήκε στο τραίνο, να φεύγεις οριστικά – η πανσιόν στο παράθυρό του βαγονιού, κάδρο απόμακρο. Τελικά έγινες μια γυναίκα του εαυτού σου, έστω και παράνομη. Σ’ ένα μικρό δωμάτιο της ωραίας πόλης ξεκίνησε η «ευτυχισμένη» σας ζωή, και έβγαινες κάθε βράδυ να τον συναντήσεις καθώς επέστρεφε από την δουλειά του. Δεν ήθελες τίποτε άλλο και δεν φαντάστηκες πως η μητέρα σου δεν θα αποδεχόταν την ματαίωση των σχεδίων της και θα ερχόταν να τον βρει, με την αποκάλυψη ότι είσαι ήδη παντρεμένη, κοινώς, μια απατεώνισσα.

Στην αρχή της ταινίας η μικρή σου αδελφή περιπλανιόταν έξω από το εγκαταλειμμένο πλέον σπίτι σας, φορώντας τα ρούχα και τα κοσμήματά σου, ίσως για να σε θυμάται ή με την ελπίδα να γίνει δημοφιλής σαν κι εσένα. Αυτή ήταν που διηγήθηκε την ιστορία σας σε κάποιο νεαρό αγόρι και στον επίλογο του φιλμ την ολοκλήρωσε: η μητέρα έφυγε με κάποιον άντρα, ο Όουεν είναι άγνωστο που βρίσκεται κι εσύ πέθανες από πνευμονία. Σκέφτηκα πως η ίδια βροχή που έμοιαζε να σας προστατεύει τα βράδια που επιστρέφατε στην αγάπη σας, αυτή τη φορά σε μούσκεψε τόσο πολύ που ήταν αδύνατο να ζήσεις. Η πινακίδα στην πανσιόν τώρα έγραφε: «This Property is Condemned».

Νάταλι, μερικές φορές σκέφτομαι πως μια άλλη ματιά θα διέκρινε σε μισόλογα και υπαινιγμούς πως σου είχαν ήδη πιστώσει, ή πιθανώς είχες και η ίδια αποδεχτεί, κάποια άλλη, απολύτως ανταλλάξιμη ιδιότητα· πως η πανσιόν εκ των πραγμάτων μετατρεπόταν σε ένα «σπίτι» για μια και μοναδική ακαταμάχητη γυναίκα, κάποιους διαβαθμισμένους πελάτες και μερικούς τυχάρπαστους ή ονειροπόλους που ήθελαν να σε κάνουν για πάντα δική τους. Για ποιο λόγο η προστάτρια μάνα σου σε κατηγορούσε για τις περιπέτειές σου με διάφορους νεαρούς ή για τον ασυγκράτητο ερωτισμό σου και την ίδια στιγμή σου ζητούσε να τον χρησιμοποιήσεις ως εμπόρευμα για τον πλουσιότερο λάτρη σου; Ή μήπως η ίδια αργότερα κατάλαβες πως σε έπεισαν ότι μόνο αυτό σου ταιριάζει, εξ ου και στο μονόπρακτο κατέληγες να αναζητάς άντρες στους νυχτερινούς δρόμους της Νέας Ορλεάνης, ως μια πόρνη;

Δεν με ενδιαφέρει τίποτε από αυτά, παρά μόνο το γεγονός πως τελικά έφυγες προς την γυναίκα που πάντα υπήρξες ή ανακάλυψες, με πρώτο όχημα τον ίδιο τον έρωτα· και ότι η ιδρυτική του στιγμή συνέβη μπροστά στο σκιάχτρο σου, στην δροσιά του χώματος, σε μια μικροσκοπική όαση από την κάψα του καλοκαιριού, τότε που βρέθηκες κοντά στον Όουεν και παρατήρησες πως σε αποκάλεσε για πρώτη φορά με το όνομά σου, τότε που ξυπόλητη του μίλησες για ζεστά χώματα στα πόδια σου και φωτιές που καίνε στα έγκατα της γης. Γνώριζα πως μιλούσες για την δική σου φωτιά!

Πώς μπορεί, λοιπόν, μια αγάπη να χάνεται έτσι; Είχες απαντήσει λίγα χρόνια νωρίτερα σε μια άλλη ταινία, στο όχι μακρινό Κάνσας του 1928, όταν κι εκεί ένας μεγάλος σου έρωτας με έναν συμφοιτητή σου πέρασε από μύρια κύματα αλλά συνθλίφτηκε από τις επιθυμίες των γονέων σας, κλονίζοντας την ψυχική σου ισορροπία. Στην τελευταία σας συνάντηση, μετά το τέλος της νοσηλείας σου, κι ενώ εκείνος είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια, συμφωνήσατε στις ξεχωριστές πια ζωές σας να μην πολυσκέφτεστε την ευτυχία. Και καθώς έφευγες θυμήθηκες για άλλη μια φορά κάποιους στίχους του William Wordsworth, που είχες μάθει στο σχολείο και μνημονεύατε συχνά: Though nothing can bring back the hour / Of splendor in the grass, glory in the flower / We will grieve not; rather find / Strength in what remains behind. Αυτό, λοιπόν, είναι το μόνο που μας μένει: ακόμα κι αν το παρόν είναι ανυπόφορο, να παίρνουμε δύναμη από όσα εξαίσια ζήσαμε. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}.

Η ταινία: This Property Is Condemned (Sydney Pollack, 1966). Αναφορά και στην ταινία: Splendor in the grass (Elia Kazan, 1961). Η γυναίκα: Natalie Wood. Το ποίημα: Ode: Intimations of Immortality from Recollections of Early Childhood (William Wordsworth, 1807). [Oι τρεις τελευταίες λήψεις από την ταινία Splendor in the grass]

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Μαρία Λοϊζίδου – Κρατάμε μυστικό;

Επείγον: Τα μυστικά που πρέπει να λέγονται!

Πρόκειται για ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα στην σχέση γονέα-παιδιού, ένα θέμα ζωτικής σημασίας και για την ίδια την ψυχική υγεία των παιδιών. Μιλάμε για την περίφημη, παιχνιδιάρικη αλλά και, πλέον, τόσο επικίνδυνη ιδέα περί «μυστικού». Αυτό που κάποτε αποτελούσε σκανδαλιά και σήμαινε κάποια κρυφή συνενοχή είναι πλέον πρακτική επικίνδυνη όταν δίνει χώρο σε οποιονδήποτε μπορεί να το επικαλεστεί ώστε να κρατήσει το στόμα ενός παιδιού κλειστό. Κάποια μυστικά είναι χαρούμενα και διασκεδαστικά, άλλα όμως είναι επίπονα, τραυματικά. Συνεπώς αποτελεί πλέον απόλυτη αναγκαιότητα το μοίρασμα ενός οποιουδήποτε «μυστικού» με τουλάχιστον ένα γονέα ή, στην έσχατη περίπτωση, με κάποιο άτομο της εμπιστοσύνης – συγγενή, δάσκαλο, φίλο κ.λπ.

Ένας νεαρός αναγνώστης όμως σίγουρα χρειάζεται να δει μια εικόνα για το τρόπο με τον οποίο ένα μυστικό τον βαραίνει και του αλλάζει την ζωή και ποιες λύσεις είναι πάντα διαθέσιμες. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν την μικρή μας αφηγήτρια στις μυστικές της εμπειρίες. Όταν η φίλη της η Άννα της εμπιστεύτηκε ένα μυστικό της, ένοιωσε την γλυκιά ζαλάδα ενός καρουζέλ γεμάτου φώτα και μουσική. Ήταν ένα μυστικό που της δημιουργούσε χαμόγελο και χαρά και όταν αποκαλύφθηκε σε κοινό τους φίλο με την μορφή μιας γιορτής για τα γενέθλιά του πραγματικά άξιζε τον κόπο όλη εκείνη η μυστικότητα. Το ίδιο και το μυστικό της Λίτσας, η κρυφή της αγάπη προς τον Νίκο, το ίδιο και η ρίγα του Μιχάλη, όπου είχε κρυφά γραμμένες μερικές αριθμητικές πράξεις προς όφελος όλων των συμμαθητών! Όλα αυτά ήταν μυστικά που έμοιαζαν με μεγάλες μπουρμπουλήθρες που δεν έπρεπε να σπάσουν πριν την ώρα τους.

Όμως κάποια ημέρα η φίλη της η Τερέζα έμοιαζε διαφορετική: δεν θέλησε να μοιραστεί με την παρέα τους τα συνήθη παιχνίδια της Γυμναστικής, μόνο έμεινε άπραγη στις κερκίδες· στα Μαθηματικά δεν σήκωσε το χέρι της· στο διάλειμμα προτίμησε να καθίσει στο παγκάκι. Η αφηγήτριά μας γίνεται δέκτης του μυστικού της, ενός μυστικού άχρωμου, άσχημου και βασανιστικού. Και ποια απεικόνισή του μπορεί να είναι πιο ταιριαστή από έναν μεγάλο μαύρο αγκαθωτό τέρας που πιάνει όλο τον χώρο μέσα μας και μας τρυπάει με τα αγκάθια του;

Η αφηγήτρια δεσμεύεται από το άγραφο βιβλίο της συμφωνίας των μυστικών και την ρητή υπόσχεσή της να μην πει τίποτα και σε κανέναν, διαφορετικά θα χάσει την εμπιστοσύνη της φίλης της. Κάποτε όμως ξεσπάει και αναρωτιέται δυνατά γιατί είναι τόσο απόλυτο το βιβλίο των μυστικών και επιτρέπει ούτε μια εξαίρεση; Η μητέρα της βρίσκεται δίπλα, για να της απαντήσει με μια ιδανική εικόνα: ας φανταστούμε τα μυστικά ως σύννεφα στον ουρανό μέσα μας – αν είναι όμορφα λάμπουν και φωτίζουν, αν όχι, τρομάζουν και σκοτεινιάζουν. Αξίζουμε λοιπόν έναν τέτοιο ουρανό; Δεν είναι καλύτερα να τα βγάλουμε έξω και να τα διώξουμε μακριά;

Εκτός από τις δυο προαναφερθείσες βασικές παραστατικές εικόνες, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος με τον οποίο υπονοείται το περιεχόμενο του μυστικού και η αποκάλυψή του. Η μητέρα της αφηγήτριας ενημερώνει τον διευθυντή του σχολείου και εκείνος θα κάνει εκείνο που πρέπει. Εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι έχει συμβεί με κάποιον δάσκαλο, όμως οι μικροί αναγνώστες δεν χρειάζεται να το διαβάσουν – και σωστά, καθώς πρόκειται για σχέσεις εμπιστοσύνης που δεν πρέπει να διαρρηχθούν με τέτοιο τρόπο. Προς το παρόν αρκεί η σωστή στάση απέναντι σ’ ένα σκοτεινό μυστικό: πρέπει άμεσα να κοινωνείται, χωρίς καθυστέρηση, χωρίς αμφιβολία. Τα δυο κορίτσια ελευθερώνονται, έτοιμες να υποδεχτούν πολλά άλλα σοκολατένια, πολύχρωμα μυστικά. Για την ωραία τέχνη του εικονογράφου, ισχύει ακριβώς ό,τι γράψαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση, εδώ.

Εικονογράφηση: Γιάννης Σκουλούδης

Εκδ. Ψυχογιός, 2024, σελ. 43 [μαλακό εξώφυλλο].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.