Βέρα Πρατικάκη – Κι όμως με πειράζει!

Το δικαίωμα του «όχι»

Θυμάμαι σαν τώρα μια από τις μέγιστες ραδιοφωνικές εκπλήξεις της εφηβείας μου. Απόγευμα, Πρώτο Πρόγραμμα, και μια ήρεμη ενήλικη φωνή συζητούσε με συνομήλικούς μου για διάφορα θέματα που τους απασχολούσαν. Κάποια στιγμή τα παιδιά ομολόγησαν την αδυναμία τους να αρνηθούν οτιδήποτε τους ζητείται. Και τότε ο ψυχολόγος, όπως αποδείχτηκε, συντονιστής των διαλόγων, Κώστας Πιντέρης, που ήταν ήδη γνωστός χάρη σε μια σειρά εκλαϊκευτικών πλην περίφημων βιβλίων στις εκδόσεις με το ωραίο όνομα Θυμάρι, τους μίλησε για το «όχι» ως απόλυτο δικαίωμά τους. Εννοείται πως επρόκειτο για μεγάλο σοκ, ακόμα και για εμάς, που αντιλαμβανόμασταν ότι σαφώς μπορούμε να πούμε όχι αλλά δεν γνωρίζαμε τον τρόπο.

Τέσσερις δεκαετίες μετά, και η έκφραση του «όχι» και το δικαίωμα της άρνησης συνεχίζουν να θεωρούνται σχεδόν άγνωστα, για να μην απαγορευμένα σε οποιαδήποτε ηλικία, πόσο μάλλον στην τρυφερότερη. Όμως είναι ακριβώς αυτή η ηλικία στην οποία πρέπει κανείς να μαθαίνει τα όρια της συμφωνίας, της αποδοχής και της υποχώρησης και, στον αντίποδα, την δυνατότητα της διαφωνίας, της άρνησης και της ειλικρίνειας. Και τι ιδανικότερο από μια ιστορία με ζώα και, επιτέλους, από τα σπανίως εμφανιζόμενα σε βιβλία: έναν νεροβούβαλο, έναν κούκο και μια πυγολαμπίδα!

Τι βλέπουμε λοιπόν εδώ; Έναν συμπαθέστατο νεροβούβαλο, ονόματι Βλαδίμηρο, να σέρνει το εξαντλημένο σαρκίο του από τον υδροβιότοπο ως το σπίτι του, με μόνη επιθυμία να βουλιάξει στην μπανιέρα και να χαλαρώσει, γνωστή σε όλους μας συνθήκη. Μέχρι την στιγμή που ένας κούκος, παλιός συμμαθητής του, τον αναγνωρίζει ενθουσιασμένος μετά από τόσα χρόνια. Ο κούκος Μήτσος έχει κάνει οικογένεια στην οποία, ως φαίνεται, λατρεύουν το γράμμα Μι αφού τα έξι κουκάκια του έχουν ονόματα που ξεκινάνε από αυτό το γράμμα. Όμως η οικογένεια έχει πάει εκδρομή και ο Μήτσος αρχίζει να εκφράζει στον Βλαδίμηρο μια σειρά επιθυμιών η πρώτη εκ των οποίων φαίνεται αυτονόητη, με κάθε επόμενη όμως σταδιακά γίνεται όχι απλώς απαιτητικός αλλά και πιεστικός.

Να έρθουμε λίγο σπίτι να στεγνώσουμε πριν συνεχίσουμε το ταξίδι; Μπορείς να κουβαλήσεις τα παιδιά στην ράχη σου γιατί κουράστηκαν; Τώρα που φτάσαμε σπίτι σου, είναι εύκολο να μας φτιάξεις λίγο χυμό; Μήπως σου βρίσκεται τίποτε φαγώσιμο; Σκοτείνιασε και είναι επικίνδυνο να είμαστε στο δρόμο – θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε εδώ; Γίνεται να ξαπλώσουμε στο κρεβάτι σου; Μπορείς να πας λίγο πιο κει; Ξέρεις κανένα νανούρισμα; Θα μας δώσεις και το αρκουδάκι σου; Ο γλυκός και ευγενικός Βλαδίμηρος αδυνατεί να αρνηθεί. Αρχικά σκέφτεται ότι είναι ωραίο να κάνει τους άλλους χαρούμενους – μην τον περάσουν και για εγωιστή. Μετά ανησυχεί με το ενδεχόμενο μη φανεί αγενής και στριμμένος. Κι αν τον πούνε αφιλόξενο; Αν τον κατηγορήσουν πως τους διώχνει μέσα την άγρια νύχτα; 

Ο νεροβούβαλος φτάνει στα όριά του, και φεύγει από το σπίτι για να ηρεμήσει. Είναι ακριβώς η στιγμή που χρειάζεται έναν φίλο και ευτυχώς η πυγολαμπίδα λάμπει δια της παρουσίας της. Με μια φράση φωτίζει τον φίλο της – «Είναι εντάξει να μην κάνουμε τα χατίρια των άλλων!» και με μια πράξη του προτείνει τον τρόπο. Όχι πολύ υποχωρητικά, ούτε πολύ απότομα. Η χρυσή τομή βρέθηκε και ο Βλαδίμηρος όχι χωρίς αγωνία επιστρέφει σπίτι όταν έχει ήδη ξημερώσει και οι κούκοι ζητούν πρωινό. Η απλή άρνησή του και η έκφραση της ανάγκης του να ξεκουραστεί γίνονται δια μαγείας κατανοητές, ο Μήτσος ζητάει συγνώμη και η οικογένεια φεύγει χαρούμενη. Ήταν όλα τόσο απλά· κι αν δεν ήταν, έγιναν.

Ένα απολαυστικό βιβλίο, συνεργασία μιας ιστορικού και ψυχοθεραπεύτριας με δεκάδες άλλα παιδικά βιβλία στο ενεργητικό της και ενός εικονογράφου που εισήχθη στην Σχολή Καλών από τα δεκαπέντε στην ειδική κατηγορία της ιδιαίτερης καλλιτεχνικής προδιάθεσης. Οι ζωγραφιές του εκρήγνυνται σε χρώματα και η μεταξύ μεγάλων και μικρών μεγεθών ταιριάζει πλήρως στην ιστορία. Θα επανέλθουμε στον εικονογράφο στην επόμενη ανάρτηση.

Εικονογράφηση: Γιάννης Σκουλούδης

Εκδ. Ψυχογιός, 2024, σελ. 42 [μαλακό εξώφυλλο].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Τομ Πέρσιβαλ – Το τερατάκι του Μίλο

Αποχαιρετισμός στη ζήλεια!

Έχουμε ήδη γνωρίσει τον εν λόγω συγγραφέα και εικονογράφο, που έχει βαλθεί σε μια σειρά βιβλίων να δώσει χώρο και χρώμα σε μια σειρά συναισθημάτων. Με τα Φτερά του Νόρμαν, που παρουσιάσαμε εδώ και εκεί, έγραψε και ζωγράφισε για την ιδιαιτερότητα του κάθε παιδιού, και την αναγκαιότητα να μην κρύβεται αλλά να ελευθερώνεται. Αυτή τη φορά ένας άλλος μικρός του ήρωας, ο Μίλο, καλείται να διαχειριστεί ένα πρωτόγνωρο, βασανιστικό συναίσθημα, την ζήλεια – κάτι απολύτως φυσιολογικό μα ταυτόχρονα και τόσο διαβρωτικό.

Ας μπούμε λοιπόν στον μικρόκοσμο του Μίλο, να δούμε πώς είναι εκεί και τι συμβαίνει. Η ζωή του απλώνεται σε ένα ωραίο μικρό σπιτάκι με αυλή, σε ένα ωραίο μικρό δρομάκι με ησυχία, δίπλα στον γείτονα Τζέι που είναι και ο καλύτερός του φίλος και σύντροφος στις καλές στις κακές και σε όλες τις ενδιάμεσες στιγμές. Μέχρι που μια νέα οικογένεια με ένα κοριτσάκι, την Σούζι, μετακομίζει στο απέναντι σπίτι με τον μεγάλο κήπο. Ο Τζέι φαίνεται να ταιριάζει πολύ μαζί της και ο Μίλο χάνει την καθημερινή τους τελετουργία. Ένα περίεργο συναίσθημα έχει μόλις τρυπώσει στην κοιλίτσα του.

Οι νέοι φίλοι δεν τον αρνούνται – το αντίθετο. Όμως ο Μίλο διαλύεται και μόνο με την σκέψη ότι ο Τζέι περνάει πολύ καλά χωρίς αυτόν. Τους βλέπει να παίζουν στον κήπο, να διαβάζουν κόμικς, και γενικά να διασκεδάζουν τόσο πολύ, σε σημείο να αναρωτιέται μήπως ο Τζέι δεν θέλει πια να είναι ο καλύτερός του φίλος. Τότε είναι που αποκαλύπτεται η ζήλεια αυτοπροσώπως, ως ένα πράσινο τερατάκι που τον κυκλώνει και τον κατακλύζει. Κι όχι μόνο: έχει την δική του φωνή και δεν τον αφήνει σε ησυχία: «Αυτοί δεν σε χρειάζονται, περνάνε καλύτερα χωρίς εσένα, σε κοροϊδεύουν». Κι έτσι ο Μίλο απορρίπτει τις προτάσεις τους και κλείνεται σπίτι και στον εαυτό του, με μόνο φίλο την Ζήλεια.

Όμως μια μέρα η Σούζι έρχεται από μόνη της να τον ενημερώσει πως όχι μόνο τον χρειάζονται στα παιχνίδια αλλά και πως λείπει πολύ του Τζέι. Ο Μίλο «ξυπνάει», παρά την επιμονή του τέρατος, και το διώχνει από κοντά του, διαπιστώνοντας πως όσο εκείνο δεν ακούγεται, τόσο μικραίνει, μέχρι που εξαφανίζεται. Η παρέα των φίλων είναι ξανά ενωμένη και μεγαλωμένη κατά ένα ακόμα μέλος.

Πρόκειται για την ιδανική εικονογράφηση του συναισθήματος της ζήλειας: είναι μουτρωμένο και σε μουτρώνει, μουρμουράει και σε επηρεάζει, σε συντροφεύει παντού στερώντας σου κάθε χαρά. Και οι νεαροί αναγνώστες θα διαπιστώσουν πως είναι στο χέρι τους να σκεφτούν και να αντιληφθούν πως η ζήλεια είναι φυσιολογική ως ένα βαθμό, μετά από τον οποίο της αξίζει να την απομακρύνουμε, ώστε και να χαρούμε όσα έχουμε, όπως τα έχουμε και όσον τα έχουμε. Θα επανέλθουμε στην παλέτα των συναισθημάτων που καλύπτει ο συγγραφέας, το ένα μετά το άλλο.

Εκδ. Ψυχογιός, 2022, σελ. 32, μτφ. Πετρούλα Γαβριηλίδου [Tom Percival – Milo’s monster, 2022]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.