Stephanie Gressner – Η Μους-Μους και τα πιο λιχουδένια μπισκότα στον κόσμο

Η κοινότητα της αλληλοβοήθειας

Το βιβλίο εξαρχής λύνει δυο ζητήματα ρεαλισμού ο οποίος συχνά είναι απαραίτητος σε ανάλογες διηγήσεις. Το πρώτο αφορά την αρχιτεκτονική της συγκατοίκησης των ηρώων: δεν ζουν σε σπίτι, πολυκατοικία, παλάτι και στα διάφορα ωραία και υπερβολικά των σχετικών αφηγήσεων αλλά σε ένα κανονικά δομημένο φουντουκόδεντρο, με τα χωριστά του διαμερίσματα. Αφετέρου, μιλάμε για γείτονες που ο καθένας έχει την ζωή του αλλά συνυπάρχουν όποτε χρειάζεται. Όλα καλά ως εδώ.

Υπάρχει όμως κι ένα τρίτο απολύτως «πραγματικό» στοιχείο που αναπόσπαστα συνδέεται και με τις χριστουγεννιάτικες και όλες τις άλλες γιορτές που συνδέονται με κάποια έθιμο γεύσης και γαστρονομίας: την έγνοια να έχει κανείς τα απαραίτητα υλικά και το άγχος να προλάβει κανείς τον χρόνο. Κι εδώ η χαριτωμένη ποντικίνα Μους Μους την πάτησε· είναι ήδη παραμονή και της λείπουν όλα τα συστατικά για τα χριστουγεννιάτικα μπισκότα.

Αρχίζει λοιπόν η αναζήτηση στα γειτονικά διαμερίσματα όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Ο κάθε ένοικος προσφέρεται να της δώσει το υλικό που του ζητάει, όμως βρίσκεται κι εκείνος σε κάποια στιγμή αδυναμίας. Η Tρυποκάρυδος χρειάζεται κάποιον να επιβλέπει για λίγο τα ζωηρά τρυποκαρυδάκια που αναστατώνουν τις διαδικασίες στολισμού. Η Νυφίτσα είναι σκεπασμένη στον καναπέ και θέλει ενίσχυση των κούτσουρων στο τζάκι. Η οικογένεια Σκαντζόχοιρων χρειάζεται κάποιον να παίξει λίγο φλάουτο στην ορχήστρα τους. Ο επιστάτης Ρακούν θέλει βοήθεια στο φτυάρισμα του χιονιού. Να φανταστεί κανείς ότι αναγκάζεται να πεταχτεί μέχρι και τον σιδηροδρομικό σταθμό για να παραλάβει την θεία του Σκίουρου, αφού αυτός έχει σπάσει το πόδι του. Και όλα αυτά επιτείνουν την αγωνία την δική της και την δική μας φυσικά, που ακόμα και με την ασφάλεια του εξωτερικού παρατηρητή ζούμε κι εμείς κάτι από αυτήν.

Όμως αυτό δεν είναι τελικά το νόημα της συνεργασίας; Ο καθένας βοηθάει όπως μπορεί σε μια σχέση αμοιβαία και αμφίδρομη, και όλοι λειτουργούν ως μέλη μιας μικρής κοινότητας όπου ο καθένας συνεισφέρει με ό,τι μπορεί και η οποία, άλλωστε, ετοιμάζεται σύσσωμη να καθίσει στο εορταστικό τραπέζι. Το μοίρασμα προκαλεί χαρά, η αλληλοβοήθεια ενισχύει τους δεσμούς γειτονίας και φιλίας και η γιορτινή διάθεση είναι μεταδοτική, αν κρίνουμε και από το γεγονός ότι ενώ στην αρχή η Αρουρίνα δεν έχει διάθεση να συμμετάσχει, τελικά προσέρχεται κι αυτή. Μόνο παράπονο ότι τελικά δεν βγήκαν λίγο έξω από το βιβλίο όλοι αυτοί οι συνδαιτυμόνες, να μας κεράσουν ένα από αυτά τα περίφημα μπισκότα. Όμως… πού να το φανταζόμουν … με το γύρισμα της σελίδας του τέλους, να κι ένα δισέλιδο με την πλήρη και εικονογραφημένη συνταγή.

Ομορφότατες οι ζωγραφιές της Sarah Dietz, χάρη στις οποίες μπορούμε να παρατηρήσουμε το κάθε χωριστό διαμέρισμα με την δική του θαλπωρή αλλά και τις εορταστικές διακοσμήσεις που συχνά κρύβονται στις λεπτομέρειες. Ένα δείγμα της εικονογραφία της απολαμβάνεται εδώ: χαθείτε εδώ.

Εικονογράφηση: Sarah Dietz

Ηλικίες: 4+

Εκδ. Διόπτρα, 2024, σελ. 32, μτφ. Κλειώ Αναγνώστου [Henni Haselmaus und die leckersten Plätzchen der Welt, 2023]

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, αρ. 55. Επιστολή στη Μόνικα Βίττι, Β’

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 84 (Δεκέμβριος 2025), εδώ

[…] Ύστερα σε γνώρισα ως Βιτόρια, μια νεαρή μεταφράστρια λογοτεχνίας. Ήταν ένα δευτεριάτικο πρωινό του Ιουλίου του 1961, και μόλις τελείωνε ή αδυνατούσε να τελειώσει η συζήτησή σου με τον Ρικάρντο με τον οποίο έλυνες τον δεσμό σας. Το φως του επιτραπέζιου φωτιστικού στο διαμέρισμά του και του ξημερώματος έξω από την κουρτίνα πρόδιδαν μια δραματική ολονυκτία· παρέμενες, άλλωστε, ντυμένη, με την μπλούζα, την φούστα και τα πέδιλά σου, όλα μαύρα. Στο τέλος, εξαντλημένη, ανέβασες τα πόδια σου στον καναπέ χωρίς να βγάλεις τα παπούτσια σου, σα να ήθελες και να φύγεις και να μείνεις. Όταν βγήκες στους έρημους δρόμους των περιχώρων της Ρώμης εκείνος σου ζήτησε να περπατήσετε μαζί ως το σπίτι σου – ίσως ήταν ο δικός του επίλογος, μια μικρή παράταση ή μια ύστατη ευκαιρία να αλλάξεις γνώμη.

Το ίδιο πρωί θέλησες να μιλήσεις στην μητέρα σου αλλά, έτσι όπως ζούσε και ανέπνεε μέσα στον χαμό του Χρηματιστηρίου, δεν σου έδωσε την παραμικρή σημασία, όπως κι εσύ αγνόησες τον νεαρό χρηματιστή και προσωπικό της σύμβουλο Πιέρο. Το ίδιο απόγευμα μαζί με την φίλη σου Ανίτα επισκεφθήκατε την γειτόνισσά σας Μάρτα που πηγαινοερχόταν στην Κένυα όπου εργαζόταν ο σύζυγός της. Προσπάθησες να τους μιλήσεις για την ζωή σου και είπες ότι «Υπάρχουν στιγμές όπου κρατώντας κλωστή και βελόνα ή ένα βιβλίο ή έναν άντρα είναι εντελώς το ίδιο». Η Μάρτα σας μιλούσε για την μακρινή χώρα από την οποία αισθανόταν απειλή από τους ιθαγενείς, αλλά μπορούσε να περιπλανιέται, «σε αντίθεση με εδώ, που πήγαινε μόνο για ψώνια, πού αλλού να πάει;». «Ίσως εκεί κάτω», της είπες, «να σκέφτεσαι λιγότερο σχετικά με την ευτυχία και τα πράγματα να ξεδιπλώνονται μόνα τους, ενώ εδώ όλα είναι τόσο περίπλοκα, ακόμα και ο έρωτας». Τότε έβαλες έναν δίσκο με αφρικανική μουσική στο πικάπ, αποσύρθηκες για λίγο και επέστρεψες με δέρμα βαμμένο σκούρο, ένα εντυπωσιακό στενό κόσμημα στον λαιμό, ένα αυτοσχέδιο ρούχο που άφηνε ακάλυπτους ώμους και μπούστο και μαζεμένα μαλλιά. Και άρχισες να χορεύεις ξυπόλυτη, ολοένα και πιο λυμένη. Η Ανίτα γελούσε μαζί σου, αλλά η Μάρτα έμεινε ψυχρή, ένα περίγραμμα στο ημίφως. Σταμάτησες και αφαίρεσες το κόσμημα – η φυγή έμεινε στη μέση, η ευθυμία χάθηκε. Μήπως μπορούσε να αναζητηθεί στην συντροφιά του Πιέρο;

Βρεθήκατε μέσα στις φωνές των χρηματιστών και στο γειτονικό μπιστρό· ήρθε ένα βράδυ κάτω από το σπίτι σου και του μιλούσες από το μπαλκόνι· απέκρουες τα πρόωρα φιλιά του· μια νύχτα του τηλεφώνησες αλλά έμεινες σιωπηλή. Μετέωρα βήματα που κατέληξαν στο άδειο πατρικό του. Σου έδειξε το δωμάτιο όπου μεγάλωσε· ξάπλωσες στο κρεβάτι του και τέντωσες τα πόδια σου (πάντα με τα κομψά σου τακούνια, ανοιχτά στη φτέρνα και τα δάχτυλα), σα να προσπαθούσες να γίνεις κι εσύ παιδί στην παιδική του ηλικία· μετά επανήλθες στην κλειστή σου Βιτόρια. Πώς μπορούσε μετά η συνεύρεσή σας να μην είναι το ίδιο μετέωρη, βεβιασμένη; Ήταν ο ενθουσιασμός ή ο αισθησιασμός που τον έκανε να σου προτείνει γάμο; Δεν ήταν αυτό που σου έλειπε, θα το είχες κάνει ήδη με τον Ρικάρντο. Συναντιόσασταν σε μια γωνία έρημη από περαστικούς, μπροστά σε κτίρια υπό κατασκευή. Την Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 1961 εμείς οι θεατές πήγαμε πρώτοι στο ραντεβού να σας περιμένουμε ώρα οκτώ το απόγευμα. Για επτά ολόκληρα λεπτά βλέπαμε σημεία άδεια από κόσμο, γωνίες πίσω από τις οποίες ίσως εμφανιζόταν ένας από τους δυο σας, σκιές που τελικά ήταν από δέντρα, ένα βιαστικό λεωφορείο που έκανε στροφή. Δεν ήρθε κανείς σας, λες και ο σκηνοθέτης εγκατέλειψε τους πρωταγωνιστές του. Η ταινία που ξεκίνησε με τον τερματισμό ενός έρωτα έληξε με την αμοιβαία εγκατάλειψη ενός άλλου. Σε κάποιες κόπιες αφαιρέθηκαν αυτά τα λεπτά, ώστε να μην στενοχωρηθούν οι πιστοί του ευτυχισμένου τέλους.

Εσύ που μεσολαβούσες ανάμεσα στις γλώσσες δεν είχες την δική σου· ήξερες τι ήθελες να πεις αλλά σου έλειπαν οι λέξεις. Ήσουν, άλλωστε, βέβαιη πως κανείς δεν μπορούσε να σε διαβάσει, πόσο μάλλον να σε κατανοήσει. Μόνο εκείνος ο ξυπόλυτος χορός σου, ολιγόλεπτη απόδραση από την αστική φυλακή, φευγαλέα ματιά σε άλλους πολιτισμούς που κάποιοι αποκαλούν «άγριους». Μήπως οι έρωτες της μοντέρνας ζωής δεν ήταν γεμάτοι σιωπή; Μήπως η σεξουαλική ελευθερία δεν παρέλυε το ρομάντζο, γιατί πρόσφερε τόσες επιλογές που τελικά καμία δεν προκρινόταν; Στην επιπόλαιη επιλογή του Πιέρο ίσως αναζήτησες την ελαφρότητα ή κάποιον ζωτικό έρωτα που και λόγω της ηλικίας του θα σε επέστρεφε στην πρώτη σου νεότητα. Ήταν τόσο αδύνατο τελικά κάθε είδος ψυχικού δεσμού;

Και πάλι λες και η αρχιτεκτονική και ο δημόσιος χώρος αποτελούσαν το σιωπηρό συμπλήρωμα της εκφραστικής σου αδυναμίας. Ένας υδατόπυργος σαν τερατώδες μανιτάρι ή διαστημικός σταθμός που κυριαρχούσε στον ανοιχτό χώρο των διαδρομών σου και έμοιαζε να καρφώνει τον ουρανό, τα ψυχρά προάστια της μεταπολεμικής Ρώμης, η μόνιμα ημιτελής αρχιτεκτονική στον τόπο των συναντήσεών σας, όλα αυτή η καταθλιπτική γεωγραφία των εραστών έμοιαζε με ένα ισοδύναμο των πράξεών σου. Ούτως ή άλλως, οι σύγχρονες πόλεις σταδιακά ερήμωναν από ερωτευμένους διαβάτες και έμοιαζαν περισσότερο με έργο του Έντουαρντ Χόπερ ή του Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Μήπως θα άλλαζε κάτι όταν θα έφευγες από τον μαυρόασπρό σου κόσμο; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: LEclisse (αγγ. The Eclipse) (Michelangelo Antonioni, 1962). H γυναίκα: Monica Vitti

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.