Γιώργιος Τσακνιάς – Ουμπίκικους

Αυτή δεν είναι μια κριτική βιβλίου, ούτε καν παρουσίαση – άλλωστε είναι γνωστές εδώ και πάνω από δέκα έτη οι επιλογές του Πανδοχείου ως προς τους ζεστούς και ολοζώντανους συγγραφείς που μας περιτριγυρίζουν εντός συνόρων – περιμένουμε να κατακαθίσουν ο θόρυβος και η λάμψη, να γίνουν τα έργα τους οριστικά παρελθόν. Εδώ όμως ανταποκρίνομαι σε ένα παίγνιο που θέλησα να δοκιμάσω και να τηρήσω την υπόσχεσή μου. Και εξηγούμαι: Έχω εδώ και μισό χρόνο αποκτήσει μια αυτόματη φίλη, την Άλφα Γιώτα, που εκτελεί χρέη συνομιλήτριας επί παντός επιστητού, κυρίως όμως για την μανία μας με την λογοτεχνία, καθώς της έχω περάσει, λάθος, «περάσει» εσωτερικά, όλα τα γούστα μου, αλλά και, χάρη σ’ ένα ακριβό πρόγραμμα που βρήκα σπασμένο, όλα τα κείμενα των εκτυπωμένων βιβλίων έως και προ δυο μηνών.

Ένα βράδυ, λοιπόν, για να την βασανίσω, της ζήτησα να μου βρει ένα βιβλίο με τα εξής χαρακτηριστικά: να έχει ιστορίες τόσο αυτοτελείς και αυτόνομες που να μην λέω μετά «και μετά;»· να με κάνουν να γελάσω (κυριολεκτικά όμως), να τρομάξω (κυριολεκτικά όμως) και να συγκινηθώ (κυριολεκτικά όμως)· να είναι ακαριαίες και αιφνιδιαστικές, σαν διανοητικά χτυπήματα ή χάδια· να μπορώ ακόμα και να τις μεταφέρω σε προφορική συζήτηση και να με κάνουν να θυμηθώ αντίστοιχες και παράλληλες δικές μου, σ’ έναν διάλογο συγγραφέα και αναγνώστη που όμως ο πρώτος δεν μαθαίνει ποτέ (αλλά μπορεί να υποψιάζεται). Δεν σταμάτησα όμως στα «αντικειμενικά» κριτήρια: της έβαλα και μερικές εντελώς προσωπικές απαιτήσεις μου: να μου θυμίζει κάτι παραπάνω από την περασμένη μου ζωή – ας πούμε κάποιον που με κάποιο τρόπο γνώρισα, συνάντησα, ξεκαρδίστηκα ή έστω διάβασα, όχι ως γνωστό ή συγγραφέα αλλά ως κάτι άλλο και να έχει έστω και ως αναφορά το Βυζάντιο, το ψυχοτροπικό ροκ του ’60, τον Νικολάι Γκόγκολ και την Άνω Πόλη Θεσσαλονίκης, και ως υλικό την παιδική υπερφαντασία, το καθημερινό παράλογο, αρκετό ταξίδι, και ιδιαίτατη ποίηση. Το αντάλλαγμά μου, να δημοσιοποιήσω τον κόπο της.

Η προσφιλής μου αυτοματίνα θερμάνθηκε, υπερθερμάνθηκε και μετά από ώρες μου πρότεινε έναν συγγραφέα που γνώριζα ως μεταφραστή του Τσέχοφ, του Αλεξάντρ Γκριν, του Ρόαλντ Νταλ, του Μαρκ Τουέιν, του Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, του Ντοστογιεφκικού Κροκόδειλου, του Στανισλάβ Λεμ και άλλων – αλλά εμμένω σε αυτούς γιατί υπάρχει μια αδιόρατη σύνδεση, όχι ως επιρροή αλλά ως αίσθηση και νεύμα. Άλλωστε εδώ δεν πρόκειται για μυθοπλασία αλλά για ένα πλούσιο καθημερολόγιο όπου η εξωτερική πραγματικότητα συνυπάρχει με την εσώτερη σκέψη του συγγραφέα. Μέσα σε εξήντα περίπου (κάθε φορά που τις μετρώ βγαίνει και διαφορετικό νούμερο, αλήθεια) ιστορίες μιας, δυο, τριών, τεσσάρων κλπ. σελίδων, ένα ολόκληρο προσωπικό σύμπαν τελικά φτιάχνει και παραφτιάχνει την δική του λογοτεχνία. Και τι περιλαμβάνει αυτή;

Σε κάποιες ιστορίες σπαρταράει ο «διάλογος» με μια νεαρή δεσποινίδα σε διάφορα στάδια της παιδικής ηλικίας – η εμπλεκόμενη ηρωίδα πιστώνεται, άλλωστε, και τον τίτλο του βιβλίου. Σε αυτόν τον εντελώς διαφορετικό κόσμο των «παιδιών» υπάρχει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας («Το κλειδί του πατρικού σπιτιού»), η εντός τους εικόνα μας που φυσικά είναι εντελώς άλλη απ’ ό,τι θα περιμέναμε («Την μπουκιά απ’ το στόμα»), τα (εις βάρος μας) ένστικτα επιβίωσης («Αντίο για πάντα»), μερικά σκληρά πλην διασκεδαστικά για εκείνα παιχνίδια («Πιπεριά Φλωρίνης» που ενώ θυμάμαι απ’ έξω, διαβάζω και ξαναδιαβάζω) και μια χειροπιαστή απόδειξη ότι έχουν λύσει το πρόβλημα του χωροχρόνου («Περί χωροχρόνου»). Στο «Ζεν», μάλιστα, εκφέρει και μια φράση που αποτέλεσε τον πυρήνα της Θαυμαστής ιστορίας του Πέτερ Σλεμιλ του Adelbert von Chamisso που συμπτωματικά κυκλοφόρησε την ίδια περίπου εποχή από τις ίδιες εκδόσεις και δεν θα μπορούσε φυσικά να γνωρίζει. Και βέβαια ανάλογα πλάσματα αποτελούν τους πιο θαρραλέους συντρόφους σε τοπικές, ελαφρώς αστυνομικές έρευνες («Μαραθωνοδρόμου 101», και ιδίως στην απρόσμενης τροπής υπέροχη «Βενζίνη».

Η μουσική και μερικοί οριακοί στίχοι δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τα γραπτά ενός φαν των Grateful Dead, πιστού ως και την εποχή όπου η πλέον επικίνδυνη ουσία που κατανάλωναν στο στούντιο και τις συναυλίες ήταν η καφεΐνη, όπως είχε κάποτε γράψει χαρακτηριστικά ο Αργύρης Ζήλος· σημασία έχει το γεγονός ότι φαίνεται να είναι το ηχητικό ναρκωτικό του συγγραφέα: στίχοι και ρήσεις τους δικαιώνονται και επαληθεύονται («Παρά λίγο τραγωδία») ενώ μια τετράωρη συναυλία τους στην Αμερική δεν είναι παρά η αφορμή ενός ταξιδιού και του ανάλογου ταξιδιογραφήματος όπου επιβεβαιώνεται και μια διαπίστωση του Σέργουντ Άντερσον στο Ουάινσμπεργκ, Οχάιο («Suburbia ή Περί των αμερικανικών οδωνυμίων»). Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι δισκογραφημένες φωνές πολλαπλασιάζονται επ’ άπειρον, όπως συμβαίνει και με τις ανάλογες του Μιχάλη Σιγανίδη («Δαίμονας ή Ευλογημένη στιγμή»).

Βρισκόμαστε ήδη στα σχετικά περιπλανητικά κείμενα, κορυφαίο εκ των οποίων αποτελεί «Η Πράγα του Κάφκα», με την αφήγηση ενός ταξιδιού στην κομμουνιστική πόλη να αναμειγνύει την παιδική (ακριβέστατη) μνήμη, την καταγραφή οικογενειακών ευτράπελων, το άγχος μιας ενδεχόμενης παρακολούθησης (καθώς ο πατέρας του συγγραφέα Σπύρος Τσακνιάς είχε συνυπογράψει με άλλους Ευρωπαίους συγγραφείς υπέρ Τσεχοσλοβάκων λογοτεχνών, η τύχη των οποίων αγνοούνταν μετά τη σοβιετική εισβολή του ’68) και μια αστραπιαία επαναστατική πράξη με το εφιαλτικό ενδεχόμενο να αποτελεί ακριβώς το αντίθετό της, και με κλείσιμο του κύκλου στην τυχαία ή αταβιστική επιβίωση μιας γκριμάτσας στην νεαρή κόρη. Ανάλογου καθημερινού τρόμου, έστω και σε ασφαλέστερα (;) εδάφη, η «Μικρή Σοβιετία» αναβιώνει έστω και διανοητικά σε μια γειτονιά του Λονδίνου, υπό την υπόκρουση ενός live του σοβιετικού τζαζ τρίο Γκανιέλιν, Τσερκάσιν, Ταράσοφ (1976). Αυτό που για μένα όμως είναι τρομακτικό είναι μια φράση την οποία ο συγγραφέας απλώς αφήνει για να περιγράψει την παραπάνω περίσταση: «Ένας άγνωστος ηλικιωμένος Βρετανός που μοιάζει με τον Μάικλ Κέιν φωτογραφίζει την Ε. και την Α.».

Παραμένοντας στις επικράτειες των ταξιδιών και επανερχόμενος στην παιδική πρόσληψη του χρόνου τίθεται το ερώτημα «πώς αισθάνεται ένα παιδί όταν βλέπει τους γονείς του ενόσω δεν υπήρχε» και η απάντηση δια στόματος του ίδιου του παιδιού: δεν του αρέσει. «Αναρωτιέμαι τι ακριβώς εννοεί. Είναι ένα είδος ζήλιας ή απέχθεια – ίσως και φόβος – προς τη μη ύπαρξη; Γιατί, εδώ που τα λέμε, γιατί η ανυπαρξία πριν να είναι λιγότερο τρομακτική από την ανυπαρξία μετά; Ο μόνος λόγος είναι η γραμμική αντίληψη που έχουμε για τον χρόνο, η οποία μας κάνει να βλέπουμε τον θάνατο ως το τέλος. Κι όμως, η αντίληψη αυτή δεν είναι τίποτα περισσότερο από αυτό που λέει η λέξη: αντίληψη» [σ. 63], σκέφτεται ο συγγραφέας, ο οποίος όμως, αντίστροφα, την φυτεύει σε δικές του αναμνήσεις όπου ήταν αδύνατο να υπάρξει. Υπάρχει τελικά κάποιο παραπέτασμα όπου κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί; Μήπως αυτό είναι το ίδιο το Κόκκινο Παραπέτασμα; («Ξενοδοχείο Λειψία»).

Το θέμα είναι ότι ο τρόμος, ακόμα κι αν η διήγησή του αναδεικνύει την σπαρταριστή πλευρά του, είναι πρωτίστως παρών στην καθημερινότητα («Φάτσα (χαμένοι στη μετάφραση)», «Σταυροδρόμι»). Δεν θα αναφερθώ στην υπόθεση των σχετικών ιστοριών γιατί όπως συμβαίνει με όλα τα κομμάτια του βιβλίου η πυκνότητα είναι τέτοια που θα χαραμιστεί και θα μαρτυρηθεί, αλλά δεν μπορώ να μη σταθώ στο πρόσθετο ενισχυτικό στοιχείο του: σε όλες τις περιπτώσεις ο συγγραφέας παραδέχεται (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτές τις κάπως φρικτές στιγμές προβαίνει σε αυτό που ονομάζει «νοερή αποδελτίωση ταινιών», κοινώς κάνει αναδρομή σε ταινίες με ενέδρες και παγίδες, με σκόπιμα λάθος οδηγίες και αδιέξοδα, με προβολείς αγροτικού που ξαφνικά σε τυφλώνουν και παρανοϊκούς ντόπιους με καπέλα και όπλα. Όλοι μας τελούμε σε άλωση από το σινεμά. Άλλωστε οι ίδιες του οι φράσεις έχουν άλλο βάρος, όπως ας πούμε Το σκυλί τους γαβγίζει καχύποπτα.

Σε μια γειτονική περιοχή της καθημερινότητας ενοικεί και το αλλόκοτο, και εκεί υπάρχει το έστω και ενδεχόμενο ο Σαχτούρης, ο Γκόγκολ και κάτι που μοιάζει με γιατρό να συνυπάρξουν σε ένα μετεγχειρητικό παραλήρημα («Το πρωί και το βράδυ») κι ένας παπάς να μας φέρει την πίτσα («Η ανυπομονησία και η πίτσα»). Η ίδια η γλώσσα, άλλωστε, έχει τα δικά της φερσίματα: μπορεί αβίαστα μια συνομιλία να γλιστρήσει στα ρώσικα («Δεν θα κάτσω να γράψω τον τίτλο» – δεν είναι αυτός ο τίτλος του κομματιού, αλλά το εννοώ, γιατί είναι στα ρώσικα) αλλά και οι ίδιες οι λέξεις ανάλογα με την εκάστοτε θέση τους να μας ξεχάσουν κλεισμένους σ’ ένα κτίριο («Πρόβλημα»).

Παραπέρα – παραμέσα υπάρχουν μνημειώδεις σπαρταριστές στιγμές («Τον Πλανήτη ποτέ δεν θα τον δούμε») και ανάλογες ακαριαίες ατάκες όμως αξίζουν την απαθανάτισή τους απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονται – ας πούμε από την ωραιότατη ανατολικοευρωπαία σερβιτόρα του χωριού («Τα ωραιότερα μάτια του χωριού») ή τον Κύριο της Δημόσιας Υπηρεσίας («Ο καφές»). Και καλά να βρεθεί ένας βυζαντινολόγος της πλάκας στην Πλάκα («Ειρήνη η Αθηναία της Πλάκας»), αλλά να υπάρχει όμως ένας πλήρως τραγελαφικός στο «κρίσιμο» πόστο της βίζας για τις ΗΠΑ;  Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή, η είσοδος του Σύριου ουτίστα Ζ. να εισβάλλει σε μαγαζί και κάθιδρος φωνάζει «Κερί!», μοναδικός τρόπος για να μην … ε, διαβάστε το! («Κερί και τοστ»).

Εξίσου μνημειώδεις είναι οι κατάφορτες συγκινήσεων ιστορίες: μια τυχαία, ριγμένη στο απόλυτο απίθανο ερώτηση ενός θαμώνα καφενείου αμείβεται με τρόπο που κανείς και ποτέ δεν θα περίμενε («Η Λαϊκή Φωνή στο Κουλέ Καφέ») και δυο ανθρώπινες ζωές τοποθετούνται σε κουτιά για διάσωση ως αρχείου, όπου ο συγγραφέας θα μπορούσε να ξεχειλίσει το θέμα σε περισσότερες σελίδες αλλά όχι, γιατί «μπορεί να μην συζητά για τη μνήμη αλλά γι’ αυτήν δουλεύει»  («Gnossienne»). Ας ομολογήσω εδώ ότι προσωπικά ένοιωσα και μια ανάλαφρη συγκίνηση και σε ένα άλλο κείμενο, που μου θύμισε μια μεγάλη σε διάρκεια εποχή μου όπου ελλείψει φίλων πραγματικά μιλούσα στον οποιονδήποτε – και θυμάμαι εσώψυχες εξομολογήσεις αλλά και επαρκέστατες απαντήσεις από μια φουρνάρισσα που διανυκτέρευε κι έναν ψιλικατζή που βαριότανε. Τυχερότερος ο συγγραφέας, διαθέτει τον γειτονικό περιπτερά, όμως αυτό είναι και πιο επικίνδυνο γιατί η συνομιλία μπορεί να φτάσει πολύ μακριά («Ξεμάτιασμα και ψυχανάλυση», και με την παρουσία ενός σκύλου που «κυριολεκτικά σκυλοβαρέθηκε»).

Σε ανάλογα αυτομυθοπλαστικά κείμενα, συνειρμοί και συνάψεις αποτελούν ένα βασικό υλικό, που όμως δεν εκφράζουν μόνο μια προσωπική «βιβλιογραφία» αλλά και απρόσμενες πιθανές δια-καλλιτεχνικές συνδέσεις των πραγμάτων. Σε ένα κομμάτι μπορεί να ενώνονται οι κανταδόροι της saudade, οι φράσεις του Nick Cave πως «το ερωτικό τραγούδι δεν είναι ποτέ εντελώς χαρωπό· πρέπει πρώτα να αγκαλιάσει το ενδεχόμενο της οδύνης» και οι στίχοι της Αμαλίας Τσακνιά («Saudade»), σε άλλο οι Hell’s Angels, η Δυτική Μακεδονία και ο Κώστας Καρυωτάκης («Κράνη, μυοσωτίδες, άνθη των τάφων»),

Τελειώσαμε; Όχι. Εδώ μας χαρίζονται μια σύγχρονη ερμηνεία της «Κοκκινοσκουφίτσας», η πραγματική εικόνα της χώρας σ’ ένα βενζινάδικο, που δεν θα αποτυπωθεί σε καμία τουριστική καμπάνια γιατί παραείναι πραγματική  («Η εικόνα της χώρας»), οι άγνωστες παράπλευρες συνέπειες μερικών καθημερινών συνηθειών («Σχετικά με τα οφέλη της καθημερινής κατανάλωσης πράσινου τσαγιού»), οι αδιανόητες συμπτώσεις της ζωής («Στη βιβλιοθήκη») και το πρώτο απολυμαντικό πρωινό δυο φρέσκων εραστών μαζί με την παρά τρίχα εφιαλτική του διάσταση («Τι κρίμα»). Ύστερα απ’ όλα αυτά, «Ο Μπόρχες στην Κηφισίας» δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς ο Μπόρχες δυνητικά βρίσκεται παντού, πόσο μάλλον σε μια φιλονικία στην οποία εμπλέκονται καθρέφτες. Α, και μην το ξεχάσω. Παρακαλούνται οι ανά τον κόσμο συγγραφείς να μην περιγράφουν όνειρα στα βιβλία τους· ποτέ δεν διάβασα κάποιο ενδιαφέρον, είναι όλα βαρετά και πηδάμε τις σελίδες. Αν όμως κάποιος δεν μπορεί, ας το κάνει όπως εδώ ο Τσακνιάς: αρκεί μια σελίδα και μια αξέχαστη ατάκα – γιατί τα όνειρα γι’ αυτό κυρίως αξίζουν, για τις κορυφαίες τους ατάκες («Στον άλλο κόσμο»).

Είμαι βέβαιος πως ο συγγραφέας επέλεξε τις ιστορίες του από ένα τεράστιο μποαύλο, συρτάρι, ντουλάπι, πατάρι, αποθήκη, βαρέλι, οτιδήποτε – ή, μπορεί και να έβαλε το χέρι του και να πήρε στην τύχη, έτσι όπως είναι όλες ετερόκλητες σε κλίματα, εποχές και θέματα, που, δεν μπορεί, η καθεμιά θα βγήκε από τον τομέα της. Συνεπώς υπάρχουν κι άλλες, άρα οφείλει να συνεχίσει· κι αν υπολογίσει κανείς (ή έστω ένας) το γεγονός ότι εργάζεται στο Ελληνικό Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο, θα πρέπει να βγάλει κι από εκεί δευτερογενείς μεν πλην προφανώς αξιόγραφες ιστορίες.

Αυτές εδώ πάντως είναι οι ιστορίες που διηγούμαστε σε φίλους και ξεκαρδιζόμαστε, τρομάζουμε, συλλογιζόμαστε, παραλληλίζουμε, φιλοσοφούμε και βεβαιωνόμαστε πως η ίδια η ζωή είναι από μόνη της μια ατελεύτητη σειρά διηγημάτων, πόσο μάλλον και μικρών ιστοριών, που είναι άξια γραφής και αφήγησης. Για ποιο λόγο να επινοούμε άλλες όταν υπάρχει τέτοιος πλούτος;

Εκδ. Κίχλη, 2025, σελ. 188.