Οι ξυπόλητες των ταινιών, αρ. 56. Επιστολή στη Μόνικα Βίττι, Γ’

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 85 (Ιανουάριος 2025), εδώ

H πρώτη σου έγχρωμη σκηνοθετημένη ζωή είχε ελάχιστα χρώματα: το ατέλειωτο γκρίζο του ουρανού πάνω από το πετροχημικό εργοστάσιο του συζύγου σου Ούγκο, το κίτρινο του καπνού από τα φουγάρα, το ασημένιο των παράξενων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, το καφέ της στολής των εργατών. Μοναδική παραφωνία ήσουν εσύ, Τζουλιάνα, με τα ξανθά μαλλιά και το πράσινο παλτό. Σ’ εκείνη την περιοχή της Ραβέννα που έμοιαζε με περιβάλλον επιστημονικής φαντασίας δεν υπήρχε σιωπή, μόνο οι εκκωφαντικοί ήχοι των μηχανών. Αυτός ήταν ο κόσμος σου, μακριά από κάθε ιδέα ομορφιάς, κι εσύ κρατώντας ένα μικρό αγόρι απ’ το χέρι έμπαινες για άλλη μια φορά μέσα του.

Εκεί γνώρισες τον Κοράντο, που έχει έρθει να προσλάβει εργάτες για ένα ορυχείο στην Παταγονία. Είχε κι αυτός το βλέμμα μιας αδιόρατης θλίψης, αλλά είχε αποδεχτεί τον κόσμο όπως ήταν· ο δικός του τρόπος να προσαρμόζεται σε κάθε άσχημο περιβάλλον ήταν να βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση. Τον πήγες στο κατάστημα κεραμικών που σκόπευες να ανοίξεις, κι ας μην γνώριζες την τέχνη τους. Ο υπόγειος χώρος ήταν ακόμα άδειος και μισοβαμμένος. Τον ρώτησες τι θα πάρει μαζί του στην Νότια Αμερική και σου απάντησε «τίποτα, μόνο μια δυο τσάντες», ενώ εσύ θα έπαιρνες τα πάντα. Του μίλησες και για μια γυναίκα που νοσηλεύτηκε για καιρό και όταν βγήκε δεν έπαψε να αναρωτιέται ποια είναι. Εμφανής η έλξη σας, αποτυπώθηκε στην φράση σου «μακάρι ο Ούγκο να με κοιτούσε όπως εσύ». Στον δρόμο η κάμερα στάθηκε στις μαύρες σου γόβες καθώς πατούσαν μια παλιά εφημερίδα. Ένα σύμβολο κομψότητας ήθελε να καταργήσει τον λόγο ή η εσωτερική σου αγωνία ήταν πολλή για να σε αφορά ο δημόσιος κόσμος; Κάποτε ο Ούγκο σε είχε μαλώσει που «απ’ όλα τα παπούτσια που είχες έβαλες κάποια πολυφορεμένα». Για εκείνον η κοινωνική επίδειξη όφειλε να σβήνει δυσάρεστη κάθε ψυχική κατάσταση. Δεν σε έβλεπε ως πρόσωπο αλλά ως εικόνα-προέκτασή του ίδιου. Τον ενδιέφερε να είσαι αψεγάδιαστη, ακόμα κι αν έδειχνες αδύναμη και χαμένη. Εσύ αντιλαμβανόσουν πως τα ζευγάρια που σου είχε πάρει δεν σου έδιναν ποτέ κάποια λύση.

Μαζευτήκατε μια συντροφιά σε μια παραποτάμια καλύβα ενώ έξω γλιστρούσαν τιτάνια πλοία μέσα στην ομίχλη. Σε μια από τις γνώριμες πια αναλαμπές χόρεψες σε στίχους που έλεγαν «θέλω να κάνω έρωτα» – το ίδιο ψιθύρισες και στον σύζυγό σου. Φυσικά σε επανέφερε στην τάξη. Το σπίτι σου ήταν εξίσου άχρωμο και ψυχρό, οι νύχτες σου δύσκολες. Κάποια στιγμή άνοιξες έναν χάρτη και σκέφτηκες φωναχτά «κάπου σε αυτό τον κόσμο θα υπάρχει ένα καλύτερο μέρος». Το μοναδικό λαμπρό, ηλιακό φως της ταινίας το έφτιαξες μόνη σου σε μια διήγηση προς το παιδί σου: μια παραλία, μια ξαπλωμένη γυναίκα (τα γεμάτα άμμο πέλματά της εμφανή), η ελεύθερη νεότητα που αγγίζει και αγγίζεται από την φύση, τα καθαρά γαλάζια νερά, ένα καΐκι με κόκκινο πανί στη μέση μιας μπλε θάλασσας, κάποιος που έρχεται, μια μουσική άγνωστης προέλευσης.

Έσπευσες να αναζητήσεις τον Κοράντο, την μόνη διαθέσιμη διαφυγή. Στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο του εξομολογήθηκες «Δεν γνωρίζω ούτε τον εαυτό μου. Γιατί πάντα χρειάζομαι άλλους ανθρώπους; Πρέπει να είμαι ηλίθια. Θα ήθελα όλοι όσοι ποτέ νοιάστηκαν για μένα, να είναι γύρω μου τώρα, σαν ένας τοίχος». Είχε κατάφερε για λίγο να σε αποσπάσει από τον εφιάλτη αλλά αδυνατούσε να σε κατανοήσει. Σε υπέβαλλε στον περιπαθή ερωτικό εναγκαλισμό του χωρίς να γνωρίζω αν δυνάστευσε την ελάχιστη απομείνασα επικράτειά σου ή απλώς ακύρωσε για λίγο τις αναστολές σου. Θυμάμαι το κοντινό πλάνο των ποδιών σου όπως πέταξαν τα παπούτσια και πάλευαν πάνω στο κρεβάτι χωρίς να γυμνωθούν άλλο. Κι ύστερα, αντί να σε φροντίσει αυτός, εσύ προσπαθούσες να τον καθησυχάσεις, να μην ανησυχεί για σένα εφόσον ήδη το κάνουν οι γιατροί. Σου είχαν συστήσει να προσαρμοστείς στην πραγματικότητα αλλά δεν το κατάφερες, του είπες, ακόμα και με το να γίνεις μια άπιστη σύζυγος. Κι εγώ θα θυμάμαι για πάντα την φράση που ψέλλισες εκείνες τις στιγμές: «Υπάρχει κάτι τρομερό σχετικά με την πραγματικότητα αλλά δεν ξέρω τι είναι και κανείς δεν θα μου πει».

Τελικά επέλεξες να μείνεις με την οικογένειά σου, σε μια οριστική αποδοχή των πάντων. Ίσως θεώρησες αδιανόητο να ξεφύγεις από τους διαθέσιμους ρόλους του φύλου σου, της συζύγου και της ερωμένης. Παρέμεινες εκεί, αποπροσανατολισμένη του χρόνου και του χώρου, η μόνη με φωτεινά χρώματα σε αποχρωματισμένα τοπία, να διατηρείς πεισματικά μια αίσθηση ατομικότητας, να αναζητάς απαντήσεις στον φυσικό κόσμο αλλά αυτός να μην βρίσκεται πουθενά, χωρίς να γνωρίζεις πώς να κινηθείς μέσα στους μοντέρνους καιρούς, επιλέγοντας όμως πάντα κομψά ρούχα ακριβώς για να δείχνεις πως ανήκεις σε αυτούς, αδυνατώντας να βρεις ανθρώπους που να σε καταλαβαίνουν, να τους μιλήσεις για τον εαυτό σου και τον κόσμο τους, απορώντας πώς και οι άλλοι δεν συνειδητοποιούν πόσο μόνοι είναι.

Κι εγώ κάθε φορά παραμόνευα και στις τρεις αυτές ταινίες σου για εκείνη την στιγμιαία ευφορία σου, την στιγμή που έβρισκες κάτι να σε ευχαριστήσει σαν παιδί και ξεγλιστρούσες από την απογοήτευση στην χαρά· κι έβλεπα πως ήταν τα ωραία σου πόδια που σε οδηγούσαν σε αυτή, μέσα του έρωτα, του χορού ή της φύσης, και προσπαθούσα να σε κρατήσω σ’ εκείνη την άλλη πλευρά, προτού γλιστρήσεις και πάλι στην απελπισία. Αλλά δεν το κατάφερνα, Μόνικα, δεν το κατάφερνα· όμως το έκανες εσύ, στην πλέον απρόσμενη απόδραση: από τον κόσμο του ίδιου του κινηματογραφικού δημιουργού σου.

Η ταινία: Deserto Rosso (αγγλ. Red Desert) (Michelangelo Antonioni, 1964). Η γυναίκα: Monica Vitti.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Σχολιάστε