Ντίνος Σιώτης – Τετράδια Αμερικής: Περιπλάνηση στην Αμερική του πολιτισμού και της πολιτικής.

Σύνοψη ενός αχανούς πολιτικού και πολιτιστικού σύμπαντος

Κείμενο δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Συντακτών (Σάββατο, 14 Ιουνίου 2025)

Υπάρχουν, λοιπόν, συγγραφείς η προσωπικότητα και το έργο των οποίων είναι άρρηκτα δεμένα με έναν ευρύτερο τόπο, όχι μόνο με την γεωγραφική αλλά και την πολιτισμική σημασία. Για τον Ντίνο Σιώτη, που εξαρχής δεν αρκέστηκε στην ιδιότητα του λογοτέχνη, αλλά έγινε και δοκιμιογράφος, κριτικός, εκδότης βιβλίων, δημιουργός λογοτεχνικών περιοδικών και δημοσιογράφος, αυτός ο τόπος είναι η Αμερική και ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες της· εκεί έζησε, δημιούργησε, έγραψε και κατέγραψε για είκοσι οκτώ χρόνια. Και για όλους εμάς που τον διαβάζαμε στις εφημερίδες και τα περιοδικά, φροντίζοντας να κρατάμε τα αποκόμματα σε φακέλους και ντοσιέ, για να μη χαθεί με τα φύλλα της επικαιρότητας η ιδιαίτερη, αξιανάγνωστη γραφή του, μοιάζει σχεδόν αδιανόητο το γεγονός ότι στον παρόντα τόμο περιλαμβάνονται εκατοντάδες από εκείνα τα κείμενά του που έχουν σχέση ακριβώς με τον συγκεκριμένο τόπο. Εισερχόμαστε λοιπόν με τεταμένο ενδιαφέρον σε τούτο το χάρτινο αρχιτεκτόνημα και διαπιστώνουμε την τρίκλιτη μορφή του, σαν κτίσμα πολύτιμης γνώσης και εμπειρίας· σε αντίθεση, όμως, με τις καθιερωμένες βασιλικές, τα τρία μέρη δεν είναι ανεπτυγμένα κάθετα αλλά οριζόντια, με τρόπο που το ένα να αποτελεί είσοδο στο άλλο. Οι αντίστοιχες επιγραφές είναι εύγλωττες και ο παραλληλισμός απολύτως κατάλληλος: Inferno, Purgatorio, Paradiso.

Τα κείμενα του «Ηφαιστείου» αποτελούν το βάπτισμα του πυρός στην διακεκαυμένη ζώνη μιας χώρας όπου σε μεγάλο βαθμό κυριαρχούν η πολιτική παρακμή, οι κοινωνικές ανισότητες και η εξαθλίωση της καθημερινής ζωής. Πώς κατασκευάζεται ο ρόλος που έχει προσδιορίσει για τον εαυτό της η υπερδύναμη του πλανήτη, ποιες είναι πλείστες μορφές του φασισμού της χριστιανικής Δεξιάς, πώς καταφέρνουν οι  τηλευαγγελιστές και διεκδικούν ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι, πως προσωποποιούν οι εκάστοτε Πρόεδροι και ανώτατοι αξιωματούχοι την εξουσία της γοητείας και την γοητεία της εξουσίας, ποιο είδος λαγνείας κυριαρχεί στο συλλογικό φαντασιακό των αμερικανών πολιτών; Καθώς ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αφορά κριτικά σημειώματα για εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκιμιακά βιβλία, τα περισσότερα από τα οποία είναι αμετάφραστα στη γλώσσα μας, αντιλαμβάνεται κανείς την πρόσκλησή μας σε έναν κόσμο πλούσιας πολιτικής σκέψης και στοχασμού. Για παράδειγμα, πως να προσπεράσει κανείς βιβλία όπως το Νοτιοαμερικανικά Μπλουζ – Ένα ταξίδι μέσω της φτώχειας προς τη δημοκρατία του Ερλ Σόρις, όπου ο συγγραφέας του συναντά εκείνους που ζουν σε τρέιλερ και χαμόσπιτα, ασκούν ή υφίστανται βία, υποφέρουν από ψυχικές ασθένειες και πλείστες εξαρτήσεις και ζουν σε οικογένειες χαραγμένες από σεξουαλική κακοποίηση; Η προτεινόμενη λύση, να αποκτήσουν «πολιτική», με την συμμετοχή τους στα κοινά και την επανασύνδεση με την δημόσια ζωή, δεν αμφισβήτησε μόνο τις πατροπαράδοτες ερμηνείες της φτώχειας αλλά είχε και ως πείραμα απρόσμενα αποτελέσματα, καθώς πλείστοι εξ αυτών κατέληξαν να σπουδάζουν και εν γένει να έχουν αλλάξει ριζικά την ζωή τους.

Ο διαχρονικός χαρακτήρας των κειμένων είναι άξιος αναφοράς, καθώς μπορεί μεν να γράφτηκαν σε μια συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, αλλά μοιάζουν να αφορούν το σήμερα σχεδόν περισσότερο από το χθες. Ενδεικτική περίπτωση αποτελεί η «Τελευταία ευκαιρία για μια λευκή, Χριστιανική Αμερική» και το συγκαλυμμένο πρόταγμα του τότε για πρώτη φορά υποψηφίου Ντόναλντ Τραμπ αλλά και της μεγάλης στρατιάς των νεοσυντηρητικών, που μιλούσαν και μιλάνε για την μεγάλη πλειοψηφία της λευκής εθνικής ταυτότητας και τον παραμερισμό των μαύρων, των μουσουλμάνων, των ασιατών και των απιστοποίητων μεταναστών, με δυο λόγια των μειονοτήτων που αν συναθροιστούν, εκείνες είναι που αποτελούν την νέα αμερικανική πλειονότητα· εκείνων που ξεχνούν πως στις Ηνωμένες Πολιτείες κανείς δεν είναι ξένος, επειδή όλοι είναι ξένοι. Μπορεί κανείς, αναρωτιέται ο Σιώτης, να αρνηθεί ότι η Αμερική θριαμβεύει ακριβώς χάρη στη μεγάλη ώθηση που της δίνουν οι μετανάστες με τις διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες τους; Μπορεί κανείς να την φανταστεί χωρίς Ιταλούς, Ιρλανδούς, Εβραίους, Έλληνες, Ασιάτες ή Λατινοαμερικανούς;

Το πέρασμα στο «Καθαρτήριο» σημαίνει την αποδοχή της ελπίδας μέσα στον ζοφερό της κόσμο και την ικανότητα «ακροβασίας ανάμεσα στο καλό και στο κακό». Ποια είναι τα όπλα του ανυπεράσπιστου πολίτη αν όχι ο ίδιος ο πολιτισμός και η πνευματική ζωή που θα τον ωθήσει σε σκέψη και δράση; Αναμφίβολα η κοινή γλώσσα της ποίησης μπορεί να αποτελέσει έναν σχετικό πυλώνα, όταν διαχυθεί μέχρι τον τελευταίο πολίτη και ως τον ύστατο δημόσιο τόπο – πρόκειται, άλλωστε, για ένα πεδίο που ο συγγραφέας γνωρίζει καλά, καθώς αποτελεί ένα μανιώδη συντελεστή αυτής ακριβώς της δράσης και στα καθ’ ημάς. Η επικράτηση του «φυσικού» βιβλίου σε σύγκριση με το ηλεκτρονικό αλλά και η εξαφάνιση των μικρών βιβλιοπωλείων από τις διαδικτυακές υπεραγορές, η επίδραση των παλαιότερων λογοτεχνικών περιοδικών και η ευκαιρία των σύγχρονων, καθώς και τα νέα εκδοτικά ήθη γενικότερα που διασταυρώνονται με τα αντίστοιχα τεχνολογικά, αποτελούν όλα δρόμους όπου περισσότερο ή λιγότερο καλούμαστε να επιλέξουμε ή, έστω, να αντισταθούμε.

Τελικά ακόμα και στην κόλαση της σύγχρονης ζωής, που προφανώς δεν περιορίζεται στα αμερικανικά χωρικά ύδατα, υπάρχει ο «Παράδεισος»· κι αυτός δεν βρίσκεται σε κάποιο αόριστο επέκεινα αλλά στον ίδιο τον πολιτισμό, από την λογοτεχνία και την φιλοσοφία ως την μουσική και τις τέχνες και φυσικά στα πρόσωπα που τα διακονούν. Από τον ενενήντα ετών αγωνιστή Λόρενς Φερλινγκέτι που ως δημόσιο πρόσωπο ήταν παρών σε οτιδήποτε προοδευτικό, τοπικό ή παγκόσμιο, είτε αφορούσε την έξωση ηλικιωμένων Κινέζων από ερειπωμένο ξενοδοχείο της Τσάιναταουν για να γίνει ουρανοξύστης, είτε Μεξικανούς εργάτες γης που προσπαθούσαν να φτιάξουν συνδικάτο, είτε τους αγώνες εξόριστων από χώρες της Λατινικής Αμερικής που μάχονταν τη χούντα στην πατρίδα τους, μέχρι τους σύγχρονους εκδότες, διανοητές και συγγραφείς, με τους οποίους ο Σιώτης συνομιλεί απευθείας μαζί τους ή με το έργο τους, ο πνευματικός κόσμος μπορεί πράγματι να αντισταθεί απέναντι στην βαρβαρότητα των καιρών.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παραβολή του συγγραφέα όσον αφορά την δύναμη της λογοτεχνίας, με αφορμή το βιβλίο του Ντον Ντελίλο Underworld. Καθώς το μυθιστόρημα αφορά ό,τι θάβουμε ή προσπαθούμε να θάψουμε και όσα σπρώχνουμε στο υποσυνείδητο και στην αθέατη πλευρά της ζωής μας, η σύνδεση είναι αναπόφευκτη: μπορεί ο κόσμος της επιφάνειας να μην παύει να δημιουργεί έναν άλλο κόσμο, κάτω από το έδαφος, τον κάτω κόσμο με ό,τι αποβάλλει, απορρίπτει και θεωρεί άχρηστο, όμως, όπως η μνήμη, έτσι και αυτά τα απόβλητα δεν παραμένουν ακίνητα και στατικά, αλλά εξακολουθούν να έχουν την δική τους υπόσταση· και όπως η ιστορία, έτσι και το παρελθόν ποτέ δεν θάβεται μια και καλή, αλλά επανέρχεται συνήθως για να μας ενοχλεί. Η σύγχρονη γραφή οφείλει να είναι πάντα ανασκαφική και ενοχλητική.

Σε αυτόν τον σπάνιο σύλλαβο άρθρων, ανταποκρίσεων, επιστολών, ταξιδιογραφημάτων, κριτικών, σημειώσεων, συνομιλιών, σύντομων δοκιμίων και εξομολογήσεων, διεσπαρμένων σε πλήθος εντύπων και ενθέτων από το 1973 μέχρι το 2022, ο άλλοτε χίπης των αρχών της δεκαετίας του ’70 και αργότερα Σύμβουλος Τύπου στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Οτάβα και στα προξενεία της Ελλάδας στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη και στη Βοστόνη, διατηρώντας το αναλλοίωτο, ασυμβίβαστο βλέμμα του και την ιδιότητα ενός ακτιβιστή του πολιτισμού, έχει τον δικό του τρόπο γραφής: οι λέξεις δεν περισσεύουν, μόνο εστιάζουν στον πυρήνα του θέματος· τα κείμενα, ακαριαία και πυκνά, μοιάζουν με διηγήματα που αποστάζουν το καίριο και ανοίγουν ένα μικρό παράθυρο σε μια μεγάλη εικόνα. Είναι, άλλωστε, ένας ποιητής που γνωρίζει καλά την τέχνη της αφαίρεσης, ακριβώς το στοιχείο που καθιστά και τις κριτικές του ευσύνοπτες και πλήρεις. Είναι δυνατόν ο στοχασμός και ο σκεπτικισμός να συνυπάρχουν με την αισιοδοξία και τις εναλλακτικές προτάσεις; Σε ετούτο το ολοκληρωμένο σύμπαν, είναι.

Εκδ. Καστανιώτη, 2023, σελ. 573. Πρόλογος Νάνου Βαλαωρίτη, εισαγωγή Αγγελικής Κορρέ. Περιλαμβάνονται φωτογραφικό ένθετο και ευρετήριο.

Στις φωτογραφίες, ο Ντίνος Σιώτης: 1. Στην Σάντα Μόνικα, 2. Με τον Κώστα Ταχτσή, 3. Με τον Νικόλαο Κάλλας [1978], 5.  Στο γραφείο Τύπου στη Νέα Υόρκη [1988]. Ευχαριστώ και από εδώ τον συγγραφέα για το μοίρασμα προσωπικών φωτογραφιών από το αρχείο του. Στη τέταρτη φωτογραφία ένα προσωπικό γράμμα του Λώρενς Φερλινγκέτι.

Ο σύνδεσμος προς το κείμενο της εφημερίδας εδώ.

Roberto Bolaño – To πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας

Άραγε είναι η συντριπτική πλειονότητά μας το δικό μας όπλο;

Για ποιο λόγο με ελκύουν τόσο πολύ τα πρώτα ή ορισμένων εκ των πρώτων βιβλίων των αγαπημένων συγγραφέων; Νομίζω πως ανάμεσα στους λόγους σίγουρα είναι η έντονη περιέργεια να δω πώς ξεκίνησαν και τι διαφορά ποιότητας είχε η αρχική τους απόπειρα αλλά κυρίως και το παιχνίδι της ανίχνευσης των εμμονών που κυριάρχησαν στα μετέπειτα καθιερωμένα τους βιβλία. Ίσως και για εμάς που κάποτε θέλουμε να γράψουμε ένα άξιο βιβλίο να υπάρχει και ένας ακόμα: ένα είδος ενθάρρυνσης, η ιδέα πως μέσα από τις πρώιμες ατέλειες σμιλεύτηκε στην συνέχεια η σπουδαία τους πρόζα.  Έτσι, πρωτόλειο ή ανολοκλήρωτο, έτοιμο αλλά παραχωμένο στο συρτάρι ή προσχέδιο, και ολοκληρωμένο το 1984 ως νεανικό μυθιστόρημα, γραμμένο στα τριάντα του, Το πνεύμα της επιστημονικής φαντασίας βγαίνει από το σεντούκι του αποθανόντος Μπολάνιο μαζί με πολλά άλλα (όπως και στην περίπτωση του Πεσσόα δηλαδή, με τον οποίο ο Christopher Dominquez Michael στην εισαγωγή του τον συγκρίνει ως προς το εν λόγω στοιχείο) και, με αφορμή την ιστορία δυο φίλων, περιλαμβάνει ήδη μερικές από τις βασικότερες εμμονής της μετέπειτα γραφής του.

Η πρώτη από αυτές τις εμμονές είναι η πολύπαθη σύγχρονη πολιτική ιστορία των κρατών της Λατινικής Αμερικής, αιματοβαμμένη και μαυρισμένη από φασιστικά δικτατορικά καθεστώτα. Εδώ οι δύο νέοι πρωταγωνιστές Γιαν Σκρέγια και Ρέμο Μοράν είναι Χιλιανοί που δραπέτευσαν από την θλιβερή πραγματικότητα της πατρίδας τους και βρέθηκαν στη Πόλη του Μεξικού. Ο γνωστός τρόμος είναι πλέον μακριά αλλά δεν παύει να υπάρχει, επενδύοντας με τον ζόφο του κάθε ιδέα μέλλοντος. Όπως και στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του, παραμένει στο υπόβαθρο, κάπου μακρύτερα και οπωσδήποτε κρυμμένος, επιζεί όμως σε ιδέες και φράσεις, όπως, για παράδειγμα, «όλα τα σπίτια που ξοδεύουν πάρα πολύ ή πολύ λίγο φως και όλα τα σπίτια που ξοδεύουν πάρα πολύ ή πολύ λίγο νερό είναι ύποπτα».

Οι δυο φίλοι συγκατοικούν στο δώμα μιας ταράτσας και είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι: αντικοινωνικός και ονειροπόλος στον έρωτα ο πρώτος, εξωστρεφής και αεικίνητος ο δεύτερος. Σύμφωνα με τον Γιαν, που ανταλλάσσει ερωταποκρίσεις με μια δημοσιογράφο, με αφορμή ένα βιβλίο του: η επικράτεια του μυθιστορήματός του είναι ένα χωριό των Άνδεων στο Νότο της Χιλής, όπου σε κάποιον χωματόδρομο, στο τριώροφο κτίσμα της Ακαδημίας της Πατάτας λειτουργεί το Άγνωστο Πανεπιστήμιο, στον τελευταίο όροφο του οποίου λειτουργεί και ραδιοφωνικός σταθμός, εν γένει «τοπίο ειδυλλιακό ή τρομακτικό, όπως το βλέπει κανείς…». Ο Ρέμο δουλεύει στο πολιτιστικό ένθετο της Λα Νασιόν, γράφει άρθρα σε ένα περιοδικό «ψευτοϊστορίας» και κριτικές, είναι κοσμικός και νυκτόβιος και συχνάζει σε λογοτεχνικά εργαστήρια.

Κι εδώ είναι εμφανής η δεύτερη εμμονή του συγγραφέα: η ίδια η λογοτεχνία και τα ζωντανά παρακλάδια της, τα λογοτεχνικά εργαστήρια της χώρας, που κατά την δεκαετία του ’70, οπότε και διαδραματίζεται η ιστορία, ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένα, και στα οποία συνηθιζόταν η ομαδική ανάγνωση πρωτόλειων κειμένων, οι ομάδες ποίησης και φυσικά τα λογοτεχνικά περιοδικά. Αναφέρω ενδεικτικά: α) μια φράση περί του αυτονόητου της ανάγνωσης – Ο Χερεμίας που είχε πάντα ένα βιβλίο σφηνωμένο στην κωλοτσέπη του παντελονιού σαν τουρμπίνα ενός σκάφους, β) μια ιδέα που δυστυχώς δεν αναπτύσσεται – μια επιτροπή συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας της Βόρειας Αμερικής έχει ως έργο την υποστήριξη των χωρών του Τρίτου Κόσμου και της Λατινικής Αμερικής, γ) μια συνομιλία περί του αριθμού των λογοτεχνικών περιοδικών στην πόλη του Μεξικού όπου υπάρχουν περισσότερα από εξακόσια λογοτεχνικά περιοδικά, εκτός εάν αποκλείσουμε τις φωτοτυπημένες σελίδες που πιασμένες με συρραπτικό, μ΄ ένα τιράζ που δεν ξεπερνάει τα είκοσι αντίτυπα, οπότε δεν ξεπερνάνε τα διακόσια. Όμως ο Μπολάνιο ακριβώς συναρπάζεται από την ιδέα μιας λογοτεχνίας που βρίσκεται παντού κρυμμένη, μέχρι … να σώσει ποιον;

Σίγουρα ο έγκλειστος Γιαν περιμένει κάποιο είδος σωτηρίας ή έστω συμβουλές από τους λογοτέχνες αυτοπροσώπως και δη της επιστημονικής φαντασίας, στους οποίους στέλνει επιστολές έχοντας πάρει τις διευθύνσεις τους από φανζίν επιστημονικής φαντασίας, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα. Έτσι οι Φριτς Λάιμπερ, Φόρρεστ Τζ. Άκερμαν, Τζέημς Τίπτρη Τζούνιορ και Ρόμπερτ Σίλβερμπεργκ (του οποίου κάποτε απόλαυσα το Sailing to Byzantium) γίνονται ερήμην τους συνομιλητές, ενώ στο δεύτερο γράμμα του προς την Ούρσουλα Λε Γκεν αναφέρει τους συγγραφείς που του αρέσουν, μεταξύ των οποίων οι Ρέυ Μπράντμπερυ, Θήοντορ Στέρτζον και Άλφρεντ Μπέστερ (του οποίου επίσης κάποτε απόλαυσα το The stars my destination – με τον ελληνικό τίτλο Το πεπρωμένο μου είναι τ’ άστρα). Όσο για την σεξουαλική του αμηχανία, αν όχι αγωνία, ποιος καλύτερος από τον Φίλιπ Χοσέ Φάρμερ, που έγραψε επαρκώς για τις όψεις του σεξ στο μακρινό μέλλον; Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει και ο Philip K. Dick, που έδωσε μια ηθική διάσταση στο μέλλον και το είδε σαν ένα γκρεμό προς τον απόλυτο φασισμό.

Αντιλαμβάνεται κανείς τις διακλαδώσεις που κατά τον Μπολάνιο δημιουργεί η λογοτεχνία ως προς τον ιδιωτικό ψυχισμό των ηρώων αλλά και ως προς μια ιστορική συνέχεια· ίσως εκεί βρίσκονται ορισμένες απαντήσεις σε άλυτα ερωτήματα. Γιατί όμως ειδικά η επιστημονική φαντασία; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στις αποστροφές των ηρώων: Αν εσείς πιστεύετε ότι δεν μπορούμε να γράφουμε για διαπλανητικά ταξίδια, λόγου χάρη, τότε κατά κάποιον τρόπο θα παραμένουμε εξαρτημένοι στους αιώνες των αιώνων από τα όνειρα – και τις ηδονές – των άλλων. Ή στην ερώτηση: Άραγε είναι η συντριπτική πλειονότητά μας το δικό μας όπλο; Ίσως πάλι η επιστημονική φαντασία ήταν για τον Μπολάνιο η αντίστροφη αναζήτηση ενός χαμένου χρόνου, όπως γράφει στην εισαγωγή ο Christopher Dominquez Michael.

Και οπωσδήποτε μια πηγή ιδεών που δεν πρέπει να ξεχαστούν, όπως το προαναφερθέν Άγνωστο Πανεπιστήμιο που αναφέρεται σε διήγημα του Άλφρεντ Μπέστερ. Κι εδώ εμφανίζεται μια ακόμα εμμονή του συγγραφέα: η ύπαρξη μυστικών κέντρων, εταιρειών και σεχτών· οι κρυμμένες όψεις πόλης ως «στρατηγεία πνευματικών περιπλανήσεων», η «Παράδοξη Ιστορία της Λατινικής Αμερικής ως κωδικοποιημένα μηνύματα», μερικές σελίδες που έγραψε κάποιος για ένα πλάσμα που κρύβεται στη σκιά ενός άντρα και μιμείται της κινήσεις του, η σημασία των παιγνίων, όλα στοιχεία που αποτέλεσαν βασικό κορμό μυθιστορημάτων του όπως Το τρίτο Ράιχ και 2666.

Έχοντας διαφύγει από την πολιτική αθλιότητα που μαίνεται κάπου μακριά, οι δυο ήρωες επιχειρούν να ζήσουν νεότητα και ενηλικίωση στην πόλη του Μεξικού με έναν ήλιο που έμοιαζε να επιτηρεί τον πλανήτη από τις ταράτσες, στο τεράστιο χωνευτήρι της πόλης όπου συνυπάρχουν και συμμειγνύονται αυτόχθονες και μετανάστες και γνωρίζουν μια σειρά χαρακτήρων, όπως ο Χοσέ Άρκο, μυθοπλασμένος συγγραφέας του Έρως και Θάνατος και μοτοσικλετιστής, που μιλούσε λες και η απελπισία και η ευτυχία ήταν ένα και το αυτό, ένα και μοναδικό πεδίο· που, καθώς είχε εξαφανιστεί για καιρό, οι συμφοιτητές του πίστευαν ότι ο ίδιος ήταν στα βουνά, με το αντάρτικο του Κόμματος των Φτωχών και που χάρη σε αυτόν γνωρίζει τα κρησφύγετα του Σαν Χουάν δε Λετράν, τα περίχωρα της Γκαριμπλαλντι όπου πουλούσαν με πίστωση λάμπες με την εικόνα της Παναγίας της Γουαδελούπης, τα κατασκονισμένα σπίτια της Ρομέρο Ρούμπιο, τα παράνομα φωτογραφικά στούντιο της λεωφόρου Μιστέριος, τα κουτούκια πίσω από το Τεπεγιάκ όπου πήγαιναν όταν άρχιζε να βγαίνει ο ήλιος σ’ εκείνη την μεριά της πρωτεύουσας, κεφάτος και λεπρός… Οι άλλες πλευρές της πόλης, ένα μόνιμο φόντο στο Μπολανιακό Σύμπαν.

Κι έτσι όπως διανυκτερεύουν στο «Σινέ Μπουκαρέλι» τον έκφυλο οικοδεσπότη όσων δεν είχαν πού να κοιμηθούν, την «μαύρη Ντίσνεϋλαντ», τον μοναδικό ναό για τον οποίο «νιώθουν, ορισμένες στιγμές, ότι ήταν προορισμένοι από το πεπρωμένο μας», γράφουν, περιπλανιούνται και συζητούν ατελείωτα, χωρίς πλοκή γιατί αυτή είναι η πλοκή τους, σε ιστορίες ολιγοσέλιδες, παράλληλες και επάλληλες, με όλα αυτά τα στοιχεία – εμμονές που μπορεί να μην σημαίνουν τίποτε απολύτως αλλά μπορεί να σημαίνουν και τα πάντα, αν δεν δημιουργούν μόνο αναμνήσεις –  Πόσο θλιβερά και πόσο διάφανα είναι τώρα στη μνήμη μου εκείνα τα πρώτα μεξικάνικα χαμόγελα! – ορμάνε προς το μέλλον  – ιδίως στις λεωφόρους της Πόλης του Μεξικού, όπου μια θλίψη όχι μελαγχολική, αλλά συντριπτική, παράδοξη σε καλούσε προς μιας λαμπρή ζωή, όπου κι αν αυτή βρισκόταν

Εκδ. Άγρα, 2019, σελ. 296, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος [El espiritu de la ciencia ficcion, 2016]. Περιλαμβάνεται επίμετρο με τρεις χειρόγραφες σημειώσεις του συγγραφέα για την συγγραφή του εν λόγω μυθιστορήματος.

Άλλα βιβλία του Ρομπέρτο Μπολάνιο στο Πανδοχείο: Μακρινό αστέριΤηλεφωνήματα, Οι άγριοι ντέτεκτιβ2666Το τρίτο Ράιχ.

Στις εικόνες: 1. Έργο τοιυ Olivier Massebeuf, 2. Μαυρόασπρο Μεξικό, 3. Ένα βιβλίο του Φριτς Λάιμπερ από την βιβλιοθήκη μου, 4. Η ερωτική επιστημονική φαντασία του Φίλιπ Χοσέ Φάρμερ, 5. Έργο της Sabrina Ratte, 6. Δεν θα μπορούσε να είναι ο συγγραφέας ως αστροναύτης; 7. Εδώ σίγουρα είναι αυτός.