Κώστας Χατζηαντωνίου – Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης. Ένα υπόδειγμα μεταξύ Ιστορίας και Λογοτεχνίας: Από τις «Μακεδονικές Ημέρες» στις ημέρες μας.

Η Ιστορία ήταν πάντα η μεγάλη πηγή της λογοτεχνίας αλλά το ερώτημα που παραμένει ζεστό αφορά την δομική σχέση που ενώνει σε ένα σχήμα μία τέχνη όπως η λογοτεχνία και μία επιστήμη όπως η ιστορία. Οριστικές απαντήσεις είναι δύσκολο να δοθούν αλλά ο συγγραφέας στην εισαγωγή του προβαίνει σε μια τυπολογία προσλήψεων της ιστορίας στην λογοτεχνία ενώ τονίζει την ειδικότερη σχέση της ελληνικής πεζογραφίας με όλο το πανόραμα των ιστορικών γεγονότων της ελληνικής διαχρονίας. Έγκαιρα όμως ξεκαθαρίζει πως οι μηχανές του χρόνου είναι γοητευτικές, πλην όμως ύποπτες συσκευές· το είχαν, άλλωστε φωνάξει και οι αξέχαστοι χαρακτήρες του Πάνου Θεοδωρίδη, στο άριστο Τι εφύλαγε εκείνος ο Χαμαιδράκων;

Δεν έχουμε λοιπόν παρά να διασχίσουμε το ομιχλώδες κλίμα του παράκτιου βορά, τις απηχήσεις της προσφυγικής Ανατολής και του βυζαντινού βάθους μιας πόλης που υπήρξε πολυφυλετική, κοσμοπολίτικη αλλά και πανορθόδοξη, για να ψάξουμε για άλλη μια φορά τις ιδιότυπες προσλαμβάνουσες του χώρου που επέτρεψε την δημιουργία μιας διακριτής τάσης που ονομάστηκε «Σχολή της Θεσσαλονίκης». Πλοηγός μας θα είναι ο συγγραφέας μ’ ετούτο το μικρό σκάφος – δοκιμιακή μεταγραφή μιας ομιλίας, και το ταξίδι θα είναι σύντομο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον, καθώς στο τέλος θα κατεβούμε με εντελώς διαφορετική ματιά χάρη στην φιλολογική ερμηνευτική του πρόταση.

Ήταν βέβαια ο κύκλος του περιοδικού «Μακεδονικές Ημέρες», κατά την δεκαετία του 1930, που ανέδειξε ένα νέο ύφος, με θεμελιώδη στοιχεία τον εσωτερικό μονόλογο, την χαλαρή δομή (με περιορισμό ή και ανατροπή της πλοκής) και την αποσπασματική αφήγηση, ορίζοντας ένα τετράγωνο που χαράζουν η Εσωτερικότητα, η Λύπη, η Μεταφυσική και το Ημίφως. Η αντιρεαλιστική γραφή, η διάκριση φυσικού και ψυχολογικού χρόνου, το ονειρικό στοιχείο, η υπαρξιακή αγωνία και η συγκινησιακή φόρτιση διαπερνούν το ύφος αυτής της λογοτεχνίας. Και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εκλογή αυτού του ύφος προερχόταν από ένα αίσθημα φυγής, γεννιόταν από το εξωτερικό περιβάλλον ή επρόκειτο για έναν προγραμματικό καρπό μύησης στη νεωτερική γραφή.

Φαίνεται πως οι συγγραφείς επιθυμούσαν να απελευθερωθούν από τη συμβατικότητα και δεν αποστρέφονταν την Ιστορία, αλλά ήθελαν να ανακαλύψουν τα μυστικά της πέρα από τις προφάνειες· ακόμα και να νιώσουν την πιο μεγάλη επίδρασή της, πάνω στην ίδια τους την ψυχή. Τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού του Στέλιου Ξεφλούδα (1930) με την δίχως πρόσωπα και γεγονότα υπόθεση δεν μαρτυρούν παρά την καταθλιπτική μοναξιά του ανθρώπου σ’ έναν κατατεμαχισμένο κόσμο. Ταυτόχρονα εμφανίζονται εξαιρετικές μορφές όπως ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης.

Είναι καιρός να μεταστούμε από τον αστερισμό της παγανιστικής μορφολατρίας και του αρμονικού κάλλους όπου μας έχει εντάξει η γεωγραφική μεσογειακή μας μοίρα, στον αστερισμό της δύναμης και της τόλμης μπροστά στο ανεξερεύνητο, το προ-αρμονικό, το ουσιαστικό ή και το γυμνά εκφραστικό…έγραφε σε δοκίμιό του ο Πέτρος Σπανδωνίδης, μια άλλη μορφή του περιοδικού και κριτικός του νους. Εδώ πρέπει να τονιστεί μια ουσιώδης επισήμανση του συγγραφέα: οι ιδέες του Σπανδωνίδη αποκαλύπτουν τις προθέσεις εκείνων των πεζογράφων της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης που δεν ήταν απλώς πιο κοντά σε νεωτερικές επιρροές απ’ ότι οι ποιητές της πόλης αλλά πιο μπροστά και από την περίφημη γενιά του Τριάντα, από μορφική άποψη και ως προς την εξέλιξη της πεζογραφίας τις επόμενες δεκαετίες. Δεν είναι λοιπόν επίτευγμα των μεταπολεμικών χρόνων ο μοντερνισμός και η γνωριμία με τα πιο πρωτοποριακά ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Από την Θεσσαλονίκη ξεκίνησε η σύνδεση της λογοτεχνίας μας με μορφές όπως ο Προυστ, ο Κάφκα, ο Μαλρώ, ο Τόμας Μαν, η Γουλφ, ο Τρακλ. Γι’ αυτό, γράφει, και ο όρος «σχολή» έπρεπε να περιποιεί τιμή και όχι να προκαλεί την υποψία της περιφερειακότητας.

Ο προσανατολισμός των «Μακεδονικών Ημερών» συνεπώς υπήρξε ευρύτατος και διόλου τοπικιστικός. Δεν επρόκειτο όμως για μια «κοσμοπολίτικη» εκλογή ή απόπειρα επικοινωνίας μ’ έναν μοντέρνο ή εκλεκτικό κόσμο. Ο βαθύτερος λόγος αφορούσε κάτι περισσότερο οργανικό και περιπαθές. Οι Θεσσαλονικείς πεζογράφοι αναζητούσαν το αληθινό τους πρόσωπο, ενώ η ενδοσκόπηση, η εξομολόγηση και οι μονόλογοι αντικαθιστούσαν την έλλειψη συνομιλίας με το παρόν. Αυτή η πεζογραφία που αφηγείται την ιστορία μέσα από την εσωτερική περιπέτεια του «εγώ» βρήκε στον εσωτερικό μονόλογο το ιδανικό σχήμα που διαδραματίζεται στην περιοχή της υποκειμενικής μας ζωής.

Ο μοντερνισμός της σχολής της Θεσσαλονίκης έρχεται από τον γερμανικό ρομαντισμό που με το κοινοτικό του πνεύμα θα οδηγούσε τους διανοούμενους σε φυγές στον εσωτερικό κόσμο, μέσα από την σύνδεση δυο τέμνων του ρομαντισμού, το γερμανικού εξπρεσιονισμού και του γαλλικού συμβολισμού, υπό το φως του υποστασιακού δράματος του Νίτσε, του Χάιντεγκερ, του Τρακλ, χωρίς να υποβαθμίζεται η καταλυτική επιρροή των Κάφκα, Προυστ και Σβέβο. Ιδού γιατί, συνεπώς, ήταν επόμενο η ιδιαίτερη σχέση της Θεσσαλονίκης με τη βυζαντινή μυστική παράδοση, με την Ιουδαϊκή εσωτερικότητα αλλά και με την Κεντρική Ευρώπη, να φέρουν πρώτα σε αυτή την πόλη τον εσωτερικό μονόλογο. Στην Θεσσαλονίκη με τις έντονες μεταφυσικές και αναχωρητικές διαθέσεις, ο εσωτερικός μονόλογος είναι η μόνη διέξοδος από την απομόνωση και την ερμητισμό.

Οι πεζογράφοι του ύφους των «Μακεδονικών Ημερών» δεν ενδιαφέρθηκαν για το ρεαλιστικό αντίκρισμα της ζωής, την λογική κατασκευή ή την αντικειμενικότητα. Αντιλαμβάνονταν τους ανθρώπους ως συνθέσεις πολλών προσώπων και την ανυπαρξία αρχής και τέλους σε οτιδήποτε και τα πάντα. Η μόνη αλήθεια έγκειτο στην μυθική αντιμετώπιση του παρελθόντος, σε μια ονειρική ή εφιαλτική προβολή του εσωτερικού μας κόσμου. Δεν επρόκειτο για κατάσταση απελπισίας αλλά για μια ακραία αυτοσυνειδησία, ένα υπερευαίσθητο παραμορφωτικό κοίταγμα του εγώ ενός αποτραβηγμένου ατόμου, μια προβολή του υπόγειου ανθρώπου, μια ζωγραφική της φαντασίας που έδινε «πίσω στην πεζογραφία ό,τι η ποίηση της υπέκλεψε»! Κάπως έτσι ο Κλείτος Κύρου έγραψε για την κρύπτη που θα διασώζει τα όνειρα, ο Κωστής Μοσκώφ αναζήτησε την πνευματική του οδό στην σύμπλευση του κομμουνισμού με την κοινοβιακή ορθοδοξία.

Μετά τον πόλεμο η εσωστρέφεια, η φιλοσοφική διάθεση και η υποβλητική ποιητικότητα του πεζού λόγου φαίνεται να υποχωρούν, χωρίς να χαθεί οριστικά ο κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών», που συμπλέει τώρα με τον ρεαλισμό της πρωτεύουσας, σε μια ώσμωση εμφανή στους Τριαντάφυλλο Πίττα, Γιώργο Κιτσόπουλο, Τηλέμαχο Αλαβέρα, Γιώργο Καφταντζή. Ακόμα και ο ισχυρός ρεαλισμός του Γιώργου Ιωάννου και του Νίκου Μπακόλα είναι ιδιαίτερος· δε είναι πια η πιστή αναπαράσταση μα η οδυνηρή αναπόληση της ενδόμυχης πραγματικότητας. Η εικαστική ματιά του Κώστα Λαχά, η εικονοκλαστική δράση του Γιώργου Χειμωνά, το εγώ που αυτοσχεδιάζει στον Σάκη Παπαδημητρίου, η παθιασμένη περιγραφή των ξεγραμμένων στον Γιώργο Κάτο, ο βιωματικός και ειρωνικός λόγος του Τόλη Καζαντζή, η παρωδία κάθε νοσταλγίας στον Αντώνη Σουρούνη, όλα τονίζουν πως είτε επικρατεί είτε υποχωρεί ο ρεαλισμός, ο μοντερνισμός και η εσωτερική αφήγηση δεν εγκαταλείπουν τη Θεσσαλονίκη και στοιχεία πρωτοποριακά κάνουν συνεχώς την εμφάνισή τους…

Η μεταπολιτευτική περίοδος βρίσκει την πεζογραφία σε μια ανεξάντλητη περιδίνηση σε όλο το σώμα της γλώσσας (Δημήτρης Δημητριάδης), στην αναζήτηση της ενότητας του διασπασμένου προσώπου στην πατερική αποταγή της φαντασίας (Αλέξανδρος Κοσματόπουλος), στον βιωματικό υπερρεαλισμό (Μανόλης Ξεξάκης), στην γλωσσική μυθοπλασία της ιστορίας (Πάνος Θεοδωρίδης), στην διαφυγή προς το παράλογο (Νίκος Βασιλειάδης) ή προς το ονειρικό στοιχείο και τις ετερόκλητες φωνές (Τάσος Χατζητάτσης). Με τον τελευταίο βρισκόμαστε ήδη στην δεκαετία του 1980 και στην εντυπωσιακή ανανέωση της πεζογραφίας της Θεσσαλονίκης (Γιάννης Πάνου, Στέλλα Βογιατζόγλου, Ηλίας Κουτσούκος, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Θωμάς Κοροβίνης, Σοφία Νικολαΐδου κ.ά). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος των προαναφερθέντων πεζογράφων έχει σηματικό ποιητικό έργο. Για άλλη μια φορά εκείνο το εσωτερικό κλίμα των «Μακεδονικών Ημερών» απαντά σε κάθε ορθολογιστική προσέγγιση για δήθεν ασύμπτωτα είδη γραφής.

Εκδ. Κουκούτσι, [Έρημος Βάρκα – 1], 2016, σελ. 50.

Λουίς Σεπούλβεδα – Η ιστορία ενός σαλίγκαρου που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας

Ο αντάρτης και η μνήμη

Μπορεί ο Σεπούλβεδα να είναι ένας ανεξάντλητος στην έμπνευση μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, αλλά αυτή τη φορά το εύρημα της «παιδικής» τους ιστορίας το πρόσφερε αφειδώς ο εγγονός του στον κήπο του σπιτιού τους, ούτως ή άλλως γνωστό τόπο θαυμάτων ανεξάρτητα από τόπους κι εποχές. Υποθέτω έχετε ήδη αντιληφθεί ποια ήταν η ερώτηση: Γιατί είναι τόσο αργό το σαλιγκάρι;

Το θέμα είναι ότι σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι μας ζει πράγματι μια αποικία σαλιγκαριών τα μέλη της οποίας δεν έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο· ούτε τα σαλιγκάρια της που κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους είναι ο καλύτερος. Δεν έχει σημασία που κανέναν απ’ αυτά δεν έχει ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού· τους αρκεί που ήταν σκεπασμένο με χόρτα και αγριολούλουδα, στεγάζονται σε πυκνόφυλλο χειμωνανθό και τρώνε το νοστιμότατο λιονταρόδοντο. Είναι σημαντικό να χαίρεσαι όσα έχεις αλλά πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις που βασανίζουν κάποιον ανικανοποίητο νέο. Γιατί τα σαλιγκάρια δεν αποκτούν ονόματα και το ένα αποκαλεί το άλλο σαλιγκάρι; Και το κυριότερο: γιατί πάνε τόσο αργά;

Το σαλιγκάρι γνωρίζει πως μόνο με την συνδρομή των άλλων μπορεί κάπως να διαφωτιστεί. Τα σαλιγκάρια του περίγυρου όχι μόνο δεν έχουν τι να απαντήσουν αλλά και το σαρκάζουν. Μόνο η κουκουβάγια (που ανοίγει τα μάτια της τη νύχτα και βλέπει ό,τι γίνεται και τα κλείνει τη μέρα και βλέπει ό,τι έγινε) έχει απλά να του πει πως όλα όσα έχει δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα πάνε μαζί του και τον βαραίνουν, εξ ου και η βραδύτητα. Μόνη λύση είναι η φυγή προς αναζήτηση της αλήθειας.

Η αναζήτηση είναι περιπετειώδης και οι συναντήσεις με άλλα ζώα πολλές. Η εξίσου αργοκίνητη χελώνα τον ενημερώνει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις λέγεται Αντάρτης. Κι εκείνη που δεν σταμάτησε να θυμάται τον δρόμο απ’ όπου ήρθε και το δικό της παρελθόν την είπαν Μνήμη. Αμφότεροι διαθέτουν πια ονόματα και καταλαβαίνουν πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν. Φαίνεται πως αντάρτης και μνήμη πάντα πάνε μαζί και αντιστρόφως.

Περιπλάνηση χωρίς περιπέτεια δεν νοείται. Στην άκρη του λιβαδιού το σαλιγκάρι εντοπίζει ένα τεράστιο ανθρώπινο εργοτάξιο όπου πελώρια ζώα με κυκλικά πόδια και μεταλλικές καρδιές στρώνουν μια μαύρη λωρίδα γης που ονομάζεται δρόμος. Οι απαντήσεις μπορούν να περιμένουν· τώρα προέχει η επιστροφή για να προειδοποιήσει την κοινωνία του. Τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ειδήσεις που φέρνει ο Αντάρτης· οι μεγάλοι πάντα ανησυχούν μη χάσουν το κύρος και την εξουσία τους.  Στο μαύρο πέπλο όμως τίποτα δεν φυτρώνει, τα χόρτα τις άκρες του έχουν γεύση περίεργη και δυσάρεστη, οι ακτίνες του ήλιου δεν αντανακλώνται κι η εγκλωβισμένη θέρμη παραπλανά τους σκαντζόχοιρους. Η κατάσταση επείγει και σύντομα αλλάζει.

Αργά, πολύ αργά, ο Αντάρτης συνέχισε το δρόμο του και, στρέφοντας το κεφάλι, είδε πως όλα τα σαλιγκάρια τον ακολουθούσαν. Ούτε καμάρωσε γι’ αυτό, ούτε ένιωσε καμιά ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να μην τον είχαν ακολουθήσει, αφού τότε θα είχε την ευθύνη μόνο για τη δική του τύχη. Τα σαλιγκάρια τον ακολούθησαν, κι αυτό του προκάλεσε πολύ φόβο, αλλά τότε θυμήθηκε αυτό που του ’χε πει η Μνήμη, ότι οι πραγματικοί αντάρτες νιώθουν φόβο αλλά τον ξεπερνάνε, κι αργά, πολύ αργά, συνέχισε το δρόμο του πάνω στο χορτάρι.

Ο Σεπούλβεδα γνωρίζει καλά και την τέχνη της αφήγησης μιας παιδικής ιστορίας που αφορά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Περιγράφει την φύση (με εκφράσεις που εστιάζουν σε λεπτομέρειες που δεν παρατηρούμε), αγγίζει περιφερειακά θέματα (η εγκατάλειψη ζώου) και προκαλεί ερωτήματα που έρχονται αβίαστα, χωρίς αναφορά – να αρκείσαι στα καλά που σου δίνει η ζωή ή να συνεχίζεις να ψάχνεις μια γνώση που μπορεί να σου τα στερήσει; Την δε ιστορία του δεν βιάζεται καθόλου να την ολοκληρώσει· φαίνεται πως ακολουθεί κι ο ίδιος την βραδύτητα του σαλιγκαριού. Είναι η ίδια βραδύτητα που επέτρεψε στο σαλιγκάρι να γνωρίσει τόσα ζώα και αναζητώντας απαντήσεις να εντοπίσει κινδύνους και να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία του. Κι όχι μόνο! Χάρη στις αργές του κινήσεις προειδοποίησε και άλλα ζώα, όπως τις μέλισσες και τους σκαραβαίους, ενώ αν ήταν ταχύς δεν θα τους είχε καν δει. Μένει εμείς οι σοφοί δίποδοι μεγάλοι να εμπνευστούμε το γρηγορότερο δυνατό (εδώ θέλει ταχύτητα!) από την εμπειρία του σαλιγκαριού και να διαπιστώσουμε πως η δική μας ζωή, ακόμα και στα λιβάδια που προτιμήσαμε, δεν απολαμβάνεται με υπερταχείες.

Εκδ. Opera, 2013, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση Ειρήνη Ελευθεριάδη, σελ. 88 [Luis Sepúlveda, Historia de un caracol que descubrió la importancia de la lentitud, 2013]

ΥΓ. Το νου σας, ο Σεπούλβεδα έχει συνεταιρικά γράψει και τα χειρότερα των αδελφών Γκριμ, όχι των γνωστών, αλλά κάτι άλλων.

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.