Οι ξυπόλητες των ταινιών, 50. Οι αφροδισιάζουσες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 76 (Απρίλιος 2025), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 50. Οι αφροδισιάζουσες

Α. Πως συμπεριφέρονται τα πόδια των γυναικών όταν τελούν τον οργασμό ή οδεύουν προς αυτόν; Η παλαιότερη κινηματογραφική ένδειξη κρύβεται στο τρίπλευρο μαυρόασπρης τηλεόρασης, ελληνικής ταινίας και κυριακάτικου μεσημεριού ως μια αποκάλυψη που τότε με είχε αναστατώσει με την σπανιότητα της σκηνής αλλά και το ίδιο της το νόημα. Ένας άντρας με στρατιωτική στολή έτρεχε σ’ έναν δρόμο ανάμεσα σε ψηλά δέντρα και μόλις είδε ένα ποτάμι έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε για να ξεπλύνει τον πόλεμο και στις δυο όχθες της κυριολεξίας και της μεταφοράς – αναμφίβολα ο Λιποτάκτης του τίτλου. Καθώς ντυνόταν, άκουσε τα αργά, ξυπόλητα βήματα μιας νεαρής γυναίκας, που το είχε ήδη δει, εμφανώς αναστατωμένη από την θέα του γυμνού σώματος. Στάθηκε πίσω του, δέχτηκε το γέρμα του κεφαλιού του στα μπούτια της και σήκωσε για λίγο το τραχύ φόρεμα, προτού τρέξει μακριά.

Ο άντρας βρήκε καταφύγιο σ’ ένα απομονωμένο αγροτικό σπίτι, όπου ζούσε η ωραία Ερμίνα με τον σύζυγό της και η οποία όταν τον ανακάλυψε πρόθυμα δέχτηκε να τον έκρυψε στο ανώγειο του στάβλου. Η γυναίκα διέθετε την απλούστερη δυνατή ομορφιά, ενδυόταν μια μπλούζα και μια φούστα και ήταν ξυπόλητη, κοινώς πλήρως σαγηνευτική για όλους εμάς τους βλαστούς μιας εποχής όπου το ντύσιμο των γυναικών ντύνονταν όλο και πιο περίπλοκο. Τον καλημέριζε κάθε πρωί με χαμόγελο και ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του. Σύντομα έγινε εμφανές ότι υπέφερε από τον αγροίκο σύζυγό της, που ερχόταν από τα κτήματα και χιμούσε στο φαγητό, ενώ αμέσως μετά έσπευδε να κοιμηθεί, αφήνοντάς την ανέγγιχτη και μόνη. Κάθε προσπάθειά της έπεφτε στο κενό ενώ το σώμα της κόχλαζε από επιθυμία. Ο μουσαφίρης του ανωγείου άκουσε και μια σχετική, απελπισμένη παράκληση προς τον άντρα της κι αυτό πιθανώς του έδωσε τα απαιτούμενα ηθικά ελαφρυντικά.

Ένα βράδυ υποδέχτηκε τον σύζυγό της ξαπλωμένη· είχε τα πόδια της γυμνά ως πάνω κι ένα βλέμμα συνώνυμο της αναμονής. Εκείνος ρίχτηκε πάνω της για να εκτονωθεί και μετά έγειρε να κοιμηθεί. Τότε η κάμερα κατέβηκε στα πόδια του κρεβατιού και πλησίασε κατά μέτωπο τα ένα της πέλμα, που πρώτα αργοσάλευε κι ύστερα τεντώθηκε ελαφρά προς τα πάνω, για να ζητήσει από τα κάγκελα του κρεβατιού ένα χάδι, όσο ψυχρό κι αν ήταν, μαρτυρώντας την ανεξέλεγκτη πια επιθυμία που αναζητούσε διέξοδο. Ήταν μια σκηνή πρωτοφανής στην κινηματογραφία και θα παρέμενε σπάνια ως σήμερα: μια ωραιότατη πατούσα ως καιόμενη βάτος της λαγνείας σ’ ένα κατάδικό της κάδρο.

Η νεαρότερη και ελεύθερη ξαδέλφη της Ερμίνας, εκείνη που είχε πρώτη γοητευτεί από τον λιποτάκτη, σύντομα τον αγκάλιασε κι αυτή στα ζεστά άχυρα του υπερώου και αποκάλυψε και αυτή τα πέλματά της αλλά σε ακριβώς αντίθετα συμφραζόμενα: μπλεγμένα με τα δικά του, είχαν μόλις ολοκληρώσει τον έρωτα, ενώ, λίγο παραπάνω, οι νεόκοποι εραστές αντάλλαζαν τις κλασικές φρούδες υποσχέσεις. Ο δίπολος εραστής δεν αρκέστηκε στον λιμένα της Ερμίνας αλλά ήταν εμφανές ότι η απόλαυση της εν ειρήνη ελευθερίας δεν μπορούσε να υπολογίζει σε οιοδήποτε είδος δεσμού. Η δεύτερη αυτή γυναίκα δεν ήταν γυμνόποδη μόνο στους αγρούς και τα παράσπιτα, αλλά και όταν πήγε  στο μεγάλο «αστικό» σπίτι της τοπικής μάγισσας, ώστε να δέσει τον έρωτά της με τα μέσα που η θεολογία αρνείται. Όμως τα πόδια των δυο γυναικών δεν είχαν γυμνωθεί αυτονόητα, σύμφωνα με τα δεδομένα συγκεκριμένων τόπων και εποχών, αλλά και εμφανίζονταν ως φωνήεντα εκφραστικότατα της πάντα ετοιμοπόλεμου έρωτα, ή έστω της προτεινόμενης τριγωνομετρίας του. Μακριά από την φρίκη του πολέμου, οι τρεις εραστές γιόρταζαν την ένωσή τους σε μια άκρη του κόσμου, ευτυχείς με τα ελάχιστα. Μόνο ο έρωτας και η αγάπη που πάντα αυτός υπόσχεται μπορούσαν να ακυρώσουν μίση και αντιπαλότητες, ως μια έμπρακτη εφαρμογή του συνθήματος κάντε έρωτα, όχι πόλεμο, που την εποχή της ταινίας βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Βέβαια υπήρχε πολύς δρόμος ακόμα μέχρι την εξίσου προβαλλόμενη τότε ερωτική ελευθερία, εφόσον ο μόνος που συναινούσε στο μοίρασμα ήταν ο φυγάς· όταν οι δυο ξαδέρφες ανακάλυψαν την απατηλή αποκλειστικότητά τους, κυλίστηκαν σε πάλη στα λασπόνερα, προς επαλήθευση των στερεότυπων.

Φυσικά η ιστορία δεν ήταν δυνατόν να λήξει με τους πανηγυρικούς του έρωτα και την καταδίκη του πολέμου, ούτε θα επιτρεπόταν ένας λιποτάκτης να συνεχίσει να ζει, πόσο μάλλον όταν βεβήλωσε και την ιερή συζυγική σχέση. Η δεύτερη γυναίκα ενημέρωσε τον σύζυγο ο οποίος ξυλοφόρτωσε την άπιστή του και ειδοποίησε κάποιους στρατιώτες πως εκεί τριγύρω βρίσκεται ο δραπέτης τους. Ο αποχαιρετισμός των εραστών έγινε βεβιασμένα, πάνω στο κρεβάτι όπου κανείς τους δεν χάρηκε τον έρωτα. Το τελευταίο που είδε ο λιποτάκτης ήταν τα ψηλά δέντρα από πάνω του, στον δρόμο που τον είχε οδηγήσει προς την ελευθερία.

Στους τίτλους αρχής, υπό μια έξοχη μουσική, τα πρόσωπα της ταινίας εμφανίζονται και με το αρνητικό του φιλμ, αλλά και ως κομμάτια ενός παζλ που συμπεριλαμβάνει κομμάτια και από τα δυο είδη. Με τον τρόπο αυτό οι γυναίκες φαίνονται αφενός όμορφες και ταυτόχρονα τρομακτικές, και αφετέρου ως θραύσματα ενός σπασμένου καθρέφτη, όπως η ζωή που ραγίζει όταν τολμήσει να φύγει από τον δοτό δρόμο, επιβεβαιώνοντας τα υλικά από τα οποία είμαστε κατασκευασμένοι – γυαλί και φιλμ δυο όψεων.

Β. Η αντίστοιχη ένδειξη στην κινηματογραφία της «πραγματικής» ζωής καταγράφηκε σε κάμπινγκ όπου είχα την σπάνια τύχη να βρεθώ μπροστά σε μια από τις προσφιλέστερες κατασκηνωτικές σκηνές: τα πόδια που προεξέχουν από την σκηνή. Ήταν προχωρημένο μεσημέρι όταν εντόπισα ένα ζευγάρι ποδιών με λευκοβαμμένα νύχια να προεξέχουν από ένα μικρό πορτοκαλί αντίσκηνο. Ιδανική η περίσταση: μπορούσα να τα μελετήσω χωρίς να με καταλάβει κανείς (ελπίζω ούτε εκείνα) αλλά κυρίως επειδή έτσι «σκέτα» τα πόδια δεν κυριαρχούσαν μόνο στο κάδρο του ματιού αλλά και σε μια «σκηνή» που έμοιαζε θεατρική, με τις κουρτίνες να κρύβουν το υπόλοιπο σώμα.

Εκείνη την φορά όμως τα πόδια δεν έμεναν ακίνητα, όπως συνέβαινε συνήθως όταν η εσώκλειστη ένοικος ξεκουραζόταν, αλλά κινούνταν κάπως ανήσυχα. Σύντομα κατάλαβα πως υπήρχε κι άλλος στην σκηνή, και κάτι δίφυλοι ψίθυροι μαζί με υπόκωφα χαχανητά μαρτυρούσαν τι επρόκειτο να συμβεί. Εκείνος βρισκόταν ολόκληρος πίσω από τις κουίντες και μάλλον ετοιμαζόταν να αναλάβει εργολαβικά την μονομερή ικανοποίηση της γυναίκας με τα ωραία πόδια τα οποία μάλιστα είχαν πάρει θέση, δηλαδή ακινησία. Ακολούθησε μια περίοδος σιωπής – προφανώς οι εν αγνοία τους ηθοποιοί προετοιμάζονταν για ρόλους δράσης και αντίδρασης, κι εγώ κρατούσα την αναπνοή μου, προσεκτικός, μην τρίξει ούτε πευκοβελόνα.

Κι ύστερα μου χαρίστηκε ένα σπάνιο ιδιωτικό θέαμα. Η περιποιούμενη κινούσε ελαφρά τα δάχτυλά της, που προφανώς συμμετείχαν στην απόλαυση με τον δικό τους τρόπο. Αλλά η κορύφωση του έργου που διέπραττε ο ενορχηστρωτής και κατ’ ευχή απορροφητήρας των εκκρίσεών της και εκείνου που παρακολουθούσα εγώ αλλάζοντας κάθε τόσο θέσεις, παίρνοντας τελικά εκείνη που κοιτούσε ευθεία μπροστά, πίσω από ένα πεύκο, ήρθε ένα τέταρτο αργότερα: τα πόδια της άρχισαν να σαλεύουν όλο και περισσότερο, καταλήγοντας σ’ ένα πλήρες τέντωμα των δαχτύλων, που κράτησε μισό ολόκληρο λεπτό. Άραγε συμμετείχαν στο ξέσπασμα ή απλώς ακολουθούσαν μια αυτόματη ανάδραση του σώματος;

Επιτέλους γνώριζα από πρώτο μάτι τι συμβαίνει στα πόδια της γυναίκας όταν περιχύνει το γλυκύρευστο σιρόπι της· ή έστω σε κάποιες φορές της· ή έστω σε κάποιες γυναίκες· ή έστω σε μια και μοναδική: ανοίγουν σαν βεντάλια, ανοίγονται σαν υποδοχείς. Μετά την δωδεκάδελτη επιγραφή της Γόρτυνας, που είχα την προηγούμενη ημέρα δει στον εκεί αρχαιολογικό χώρο, ένα από τα παλαιότερα αρχαιοελληνικά νομοθετήματα αλλά και ένα πραγματικά πρωτοφανές κείμενο του πέμπτου π.Χ. αιώνα, όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, οι δέκα ανοιχτοί δέλτοι των ποδιών μιας άγνωστης γυναίκας – που ακριβώς έτσι ανείδωτη, εκπροσωπούσε όλες τις γυναίκες του κόσμου, έγραφαν την δική τους πρόσκαιρη μα τόσο αιώνια επιγραφή του οργασμού τους. Πολύ αργότερα θα διάβαζα σε κάποιο περιοδικό ότι πράγματι κατά την στιγμή του οργασμού τα δάχτυλα μπορεί για διάφορους ενδιαφέροντες λόγους να τεντώνονται. Με αυτό τον τρόπο η βίωσή του είναι εντονότερη – ή έτσι απλώς μαρτυρείται η έντονη βίωσή του. Θα μπορούσαν βέβαια εκείνες οι ανοιχτές πατούσες να με μούντζωναν που είχα σταθεί μάρτυρας εν μέρει αυτόπτης και αυτήκοος, πάντως παρών σε μια ιδιαζόντως προσωπική στιγμή. Αλλά δεν υπήρχε κανένα ηθικό θέμα: ως τυχαίος περαστικός δεν είδα παρά δυο ξέχειλα πόδια στην χωμάτινη δημοσιά ενός κάμπινγκ. Τι θέα όμως που χάνουν οι εραστές! {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Ο λιποτάκτης (Χρήστος Κεφαλάς, 1970). Οι γυναίκες: Φράνκα Παρίζι, (μετονομασμένη στους τίτλους ως Ρένα Βάλλη, μεταγλωττισμένη στην φωνή), Αλεξάνδρα Κυριακάκη. Η γυναίκα του κάμπινγκ: Άγνωστη.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Joshua Cohen – Οι μεταφορείς του βασιλιά

Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά

1. Βασιλικές αποθήκες. Πώς ξεχωρίζει ένας σωστός Βασιλιάς, έστω κι αν η βασιλική ιδιότητα προκύπτει από το επίθετό του – King; Κυκλοφορεί σε γαλάζια φορτηγά με γιγάντιους αριθμούς τηλεφώνου, διαφημίζεται σε ώρες αιχμής και προτείνει δωρεάν τηλεφωνικές εκτιμήσεις, προσφέρει άμεση διάθεση για μετακόμιση των πολύτιμων υπαρχόντων μας στις σε εικοσιτετράωρη βάση φυλασσόμενες και κλιματιζόμενες αποθηκευτικές εγκαταστάσεις. Και εκτός από Πρόεδρος της Εταιρείας αυτοαποκαλείται και Διαχειριστής Κρίσεων, Άγχους και Κατασχέσεων. Μπορεί να περισυλλέγει, να συσκευάζει, να σταθμεύει και να διαφυλάττει αντικείμενα, τα πράγματα που ως γνωστόν δεν μπορούμε να αποχωριστούμε για πάντα αλλά συχνά αναγκαζόμαστε, όταν, για παράδειγμα, μας κάνουν έξωση ή πρέπει να μετακομίσουμε σε μικρότερο διαμέρισμα ή και να αλλάξουμε πόλη ή χώρα για να επιβιώσουμε. Αν, βέβαια, αλλάξεις διεύθυνση, χρεοκοπήσεις, ξεχάσεις, πεθάνεις ή δεν μπορείς να πληρώσεις το μίσθιο λόγω οφειλών, διατροφής, ιατρικών εξόδων και άλλων τέτοιων δακρύβρεχτων, τότε η αλλαγή κυριότητας είναι δεδομένη και τα κατασχεμένα υπάρχοντά σου, λάφυρα πλέον του κυρ King, σφραγίζονται σε τσιμεντένια κιβώτια και πλέουν μέσα στα λύματα και την αρμύρα.

Κάθε αποθήκη έκρυβε το δικό της δράμα. Η καθεμία ήταν ο κατάλογος της ζωής ενός απόντος, όλα όσα δεν είχαν χωρέσει μέσα στη ζωή του αλλά δεν μπόρεσε και ποτέ να αποχωριστεί: μια αποθήκη γεμάτη φωτογραφικά άλμπουμ των οποίων οι φωτογραφίες είχαν σκορπιστεί στο πάτωμα, μια άλλη που ήταν εντελώς άδεια εκτός από ένα κουκλόσπιτο χωρίς οροφή. [σ. 44]

2. Οδός Ενσωμάτωσης. Τουλάχιστον ο δρόμος της ένταξης στην Αμερικανική Ζωή είναι γνωστός: ο ήρωας αλλάζει το όνομά του προς το εύηχο, εντόπιο και οπωσδήποτε κυριαρχικό, πιάνει δουλειά ως οδηγός σε μεταφορική, μαθαίνει μερικά μυστικά, αγοράζει δικό του φορτηγό, δουλεύει αγρίως, αγοράζει κάτι βαλτοτόπια, ανοίγει εκεί ένα συνεργείο, κι άλλα φορτηγά, έρχεται και η εταιρεία μετακομίσεων. Η οικονομική επιτυχία είναι δεδομένη – τι γίνεται όμως με την κοινωνική και δη με την ανέλιξη στο θριαμβευτικό στάτους για το οποίο λυσσάνε γηγενείς και μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες της Επιτυχίας; Εκεί τα πράγματα μοιάζουν σχεδόν αδύνατα, όσες απεγνωσμένες προσπάθειες κι αν κάνει για να βρεθεί στα κατάλληλα μέρη την κατάλληλη στιγμή ή έστω στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα – αυτά είναι μόνο για τις ταινίες. Αντίθετα, η καθολική κοινοτοπία της διαλυμένης οικογένειας του προσφέρεται αφειδώς: μια σύζυγος που μετά το διαζύγιο επιχειρεί να τον αφαιμάξει οικονομικά, και μια κόρη που τον θεωρεί μεταξύ άλλων βασικό χορηγό για τις ουσίες της. Όμως το πρώτο μέρος του βιβλίου μοιάζει παραπλανητικό, το μυθιστόρημα δεν θα αναλωθεί σε κλασικές α λα Φίλιπ Ροθ οικογενειακές ιστορίες.

3.  Ιερή πόλη, χώρα κλπ. Ο Κινγκ καλείται να επισκεφτεί τα πάτρια εβραϊκά νυν ισραηλινά εδάφη για να πάρει τον ανιψιό του που μόλις τελείωσε την τριετή του στρατιωτική θητεία και να τον φέρει στην πραγματική Γη της Επαγγελίας. Έτσι ο Γιόαβ που τον περιμένει στην άλλη άκρη του ωκεανού, της καταγωγής και της οικογένειας καλείται να του ανυψώσει το ηθικό, ενώ αυτός με την σειρά του σκοπεύει να του προσφέρει μια Νέα Υόρκη στην οποία μπορείς να αγοράσεις οτιδήποτε ξέχασες να φέρεις μαζί σου αλλά και όσα δεν μπορούσες ως τώρα να αγοράσεις στην πατρίδα. Η Ιερουσαλήμ είναι απογοητευτική: μπορεί να είναι η κατοικία του Θεού, αλλά χρεώνει ακριβά το πάρκινγκ. Σε γενικές γραμμές δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνει κανείς πέρα από προσευχή και ψώνια. Η πόλη με όλες τις πύλες και τους ελέγχους ασφαλείας μοιάζει πιο πολύ με αεροδρόμιο. Η Παλιά Πόλη είναι ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο με πλακόστρωτους δρόμους και λαμαρινένια στέγαστρα. Οι ξεναγοί τσιρίζουν απ’ τα μεγάφωνα, παραμορφώνοντας την ιστορία. Αν δεν είσαι στρατιώτης ή πιστός, σίγουρα είσαι τουρίστας παστωμένος με αντηλιακό. Σε αυτή τη χώρα κάθε πινακίδα σου λέει πόσο απέχεις από το αεροδρόμιο, λες και είναι απαραίτητο ανά πάσα στιγμή να γνωρίζεις την ακριβή χιλιομετρική απόσταση που σε χωρίζει από την έξοδο κινδύνου. Ένα κόκκινο αστέρι που αναβοσβήνει στην κορυφή κάποιων κτιρίων δεν σημαίνει συναγωγή αλλά μονάδα τραυματιοφορέων. Αυτή είναι η θρυλική χώρα της καταγωγής; Μια σκονισμένη έρημος και μερικοί αμόρφωτοι μικροαστοί συγγενείς; Πάλι καλά που παραμένει ένας φορολογικός παράδεισος.

4. Κάποτε στη Γάζα. Ο Γιόαβ δεν είναι ένας άπειρος νέος που μόλις βγαίνει από το αυγό της οικογένειας· υπήρξε επί τριετία στρατιώτης που στάλθηκε στην Γάζα, σε αυτό που τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης ονόμαζαν Πόλεμο της Γάζας ή Δεύτερο Πόλεμο της Γάζας ή Τρίτο Πόλεμο της Γάζας, για τον οποίο το Ισραήλ επέμενε για μία ακόμα φορά ότι ήταν μια απλή σύγκρουση – Επιχείρηση ΣταθερόςΑποφασισμένος) Γκρεμός ήταν η κυριολεκτική μετάφραση από τα εβραϊκά, κάτι που προσέδιδε στις βιαιοπραγίες ένα βιβλικό μένος. Μαζί με τον «συμπολεμιστή» του Ούρι, που θα τον φέρει μαζί του στην Αμερική, έζησαν μέσα στην (παρα)λογική του ισραηλινού στρατεύματος: πίστευαν πως τίποτε δεν συνέβαινε από τύχη ή ιδιοτροπία· όλα ήταν συστηματικά, λογιστικά, κάθε αποστολή διακρινόταν από μια ιερή και απαραβίαστη σοφία της οποίας ο μέσος στρατιώτης δεν θα γινόταν ποτέ κοινωνός. Ο στρατός ήταν η μεγάλη οικογένεια, οι αξιωματικοί ήταν οι γονείς που έδιναν εντολές, όχι εξηγήσεις και ο μόνος τρόπος για να επιζήσεις σε αυτήν ήταν να σταματήσεις να αναζητάς το νόημα και απλά να υποταχθείς. Αν ποτέ λαμβάνονταν υπόψη οι δικές τους επιθυμίες, όλο το οικοδόμημα θα κατέρρεε. Η θεολογία του συστήματος ευσταθούσε μόνο αν αδιαφορούσε για τις προτιμήσεις των εμπλεκόμενων και προφανώς και των υιών- στρατιωτών.

5. Άχρηστοι μέχρι να μας χρειαστούν. Το να υπηρετείς σε μια μονάδα που έχει πάρει το όνομά της από τις προβατίνες του βασκού βασιλιά θα έπρεπε να τον κάνει περήφανο, το ανεπίσημο εμβατήριο είναι το Dimona Party του DJ Skazka αλλά το μότο τους είναι αυτό που πρόσφατα διαπίστωσαν πως είναι: «Άχρηστοι μέχρι να τους χρειαστούν». Σε μια χώρα όπου τα σύνορα συρρικνώνονταν ή επεκτείνονταν και άλλαζαν ξανά ξανά και ξανά, μέχρι που βρισκόσουν παγιδευμένος ανάμεσα στα χτεσινά και τα αυριανά, – μέχρι που εσύ ο ίδιος γινόσουν τα σύνορα, ταμπουρωμένος μέσα στην άμμο δίπλα σε δρόμους αυλακωμένους με σιδερόβεργες και σπαρμένους με αγκαθωτό συρματόπλεγμα, o «πρώην» στρατιώτης έζησε ατέλειωτες μέρες σε ένα μεθοριακό φυλάκιο που δεν έκανε άλλο από το «να σηματοδοτεί ένα σημείο στη μέση», απ’ όπου πηγαινοέρχονταν Παλαιστίνοι εργάτες από τις βιομηχανικές ζώνες του Ιρσαήλ, Παλαιστίνοι βοσκοί που πηγαινοέρχονταν για να βοσκήσουν το κοπάδι τους, καθαρίστριες από την Βηθλεέμ που πήγαιναν να καθαρίσουν τα εργοστάσια ενώ αυτό που έπρεπε να καθαρίσουν ήταν η ίδια η Βηθλεέμ. Το βαρετό του καθήκον ήταν να τσεκάρει από το πρωί ως το βράδυ ταυτότητες, έγγραφα, άδειες αυτοκινήτων και προβάτων. Ακόμα κι αν δεν είχε εντολές, όφειλε να επινοήσει μερικές, γιατί πρώτα απ’ όλα έπρεπε να πείσει τον εαυτό του ότι η παρουσία του εδώ ήταν κάτι μόνιμο, με μια εξουσία ταυτόσημη της ίδιας της ερήμου.

6. Χρήσιμοι στην δυστυχία των άλλων. Όταν όμως τελικά τους χρειάζονται, καλούνται για κατεδάφιση χαμόσπιτων στη Δυτική Όχθη και το γεγονός ότι μπορεί να μη γυρίσουν πίσω ζωντανοί επιτέλους παρέχει την απαραίτητη δικαίωση της ιδιότητάς τους. Μία στις τόσες πηγαίνουν και σ’ ένα χωριό στη μέση της νύχτας αναζητώντας κάποιον ή και χωρίς λόγο. Σπάνε τις πόρτες, τρομοκρατούν τους ενοίκους ή τους γείτονες, χτυπούν την γυναίκα που ουρλιάζει στην κουζίνα, κλείνουν τα μάτια στον επιλεγμένο για ανάκριση, κάθονται στο σαλόνι να δουν λίγο Al Jazeera και φεύγοντας παίρνουν κανένα κηροπήγιο ή κύπελλο για ενθύμιο. Προσοχή: ο συγγραφέας περιορίζεται στην καταλογογραφική αναφορά των πράξεων, χωρίς να αφιερώνει σελίδες σε συγκεκριμένο συμβάν. Η αναμονή της απόλυσης κάπως χρυσώνεται με την σκέψη πως έξω θα τους πιάσουν σίγουρα κορόιδο σε κάποια δουλειά ενώ θα πληρώνουν οι ίδιοι για ενοίκιο, φαγητό και ρούχα. Κάποτε φτάνει και αυτή η στιγμή και ο Ούρι που απέκτησε ειδικότητα στην απόκρυψη τώρα πρέπει να μάθει πώς να τον ακούν και να τον βλέπουν.

7. Νέα παλαιά ζωή. Όμως οι δυο άντρες (το μυθιστόρημα πλέον εστιάζει σε αυτούς) δεν μπορούν να σταματήσουν να είναι ούτε Εβραίοι, ούτε στρατιώτες – αυτές είναι ιδιότητες που δεν αποβάλλονται ποτέ. Στο νέο του σπίτι ο Γιόαβ βάζει για καλό και για κακό τον καναπέ στο κέντρο του δωματίου, βασική αμυντική θέση που «σήμαινε δυο πράγματα: και ότι ήταν εκτεθειμένος αλλά και ότι είχε καλή εποπτεία. Είχε κατανοήσει και αποδεχτεί τους κινδύνους: έπρεπε να είσαι εκτεθειμένος για να ορίσεις την περίμετρό σου, για να καλύψεις όλες τις πλευρές σου, και τις 360 μοίρες». Ευτυχώς που από το απόθεμα του Κινγκ υπάρχουν αρκετά πιάτα και μαχαιροπίρουνα, τρεις καφετιέρες, δυο τσαγιέρες, κάτι αδιευκρίνιστα σκεύη. Όσον αφορά την δουλειά στο βασίλειό του, μεταξύ άλλων παίρνουν αποφοίτους και τους πηγαίνουν πίσω στους γονείς τους ή «σε γκαρσονιέρες με μέγεθος δοκιμαστηρίου, διαμερίσματα με εμβαδό πτυχίου, διαμερίσματα που κόστιζαν όσο ένα πτυχίο». Σύντομα όμως καλούνται να εργαστούν στα συνεργεία των εξώσεων – ιδού η μέγιστη χρησιμότητα της εμπειρίας της Γάζας. Τουλάχιστον, σε σχέση με πριν, δεν υπάρχουν πυροβολισμοί ή τουλάχιστον κανείς δεν πυροβολεί αυτούς τους δύο συγκεκριμένα. Δεν υπάρχουν πολλά έκτροπα, με μερικές μόνο εξαιρέσεις: κάποια γυναίκα στο παράθυρο που απειλεί να πέσει με το μωρό τους, μια άλλη που τους έλουσε με μια κατσαρόλα… μέχρι τη στιγμή που θα κληθούν να διώξουν έναν βετεράνο του Βιετνάμ, νυν Μουσουλμάνο, ο οποίος θρυμματίζει την ρουτίνα της ισχύος τους απέναντι σε ανυπεράσπιστα θύματα – εδώ για πρώτη φορά το συμβάν γράφεται εκτενώς.

8. Ανεστραμμένες ταυτότητες. Στην εισαγωγή του ο μεταφραστής εντάσσει το μυθιστόρημα στην μειονοτική λογοτεχνία των Εβραίων της Αμερικής και στα συνδεόμενα με αυτήν χαρακτηριστικά τους: την στροφή σε περιουσίες φυσικές ή άυλες και όχι σε γη, ώστε να μπορούν να τις μετακινήσουν σε μια ενδεχόμενη δύσκολη στιγμή, την κατόπιν απορρίψεων στροφή προς τα μέσα, προς τον γραπτό λόγο και το βιβλίο, την υπό καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας ευημερία, την βαθιά ενοχική και βαθιά υπαρξιακή λογοτεχνία τους. Από τον Σολ Μπέλοου και τον Φίλιπ Ροθ ως τον Μπέρναρντ Μπάλαμουντ και τον ΜόρντεκαΪ Ρίχλερ, τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ και την Σούζαν Σόνταγκ εκείνη η συγγραφική γενιά εντάχθηκε σε τέτοιο βαθμό που η σημερινή αντίστοιχη γενιά των Εβραίων συγγραφέων του 21ου αιώνα (Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, Νικόλ Κράους, Τζόναθαν Λέθεμ, Μπεν Μάρκους κ.ά.) περιγράφει την εβραϊκότητα στην Αμερική με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Αναζητούμε, λοιπόν, αυτούς τους όρους στο βιβλίο και διαπιστώνουμε πως μια άλλη, νεότερη γενιά Εβραίων έχουν βαρεθεί να είναι Εβραίοι και γενικώς μπερδεύονται με την ούτως ή άλλως πολύπλοκη γεωπολιτική κατάσταση (είναι χαρακτηριστική η αίσθηση της συγκεχυμένης ταυτότητας όταν βλέπουν στις παλαιστινιακές διαδηλώσεις να συμμετέχουν και Ισραηλινοί). Σε κάθε περίπτωση είναι δεδομένο πως ο Εβραίος δεν είναι πλέον ο κατατρεγμένος, υπό μόνιμη αίρεση πολίτης αλλά ένα απόλυτα ενταγμένο μέλος της αμερικανικής κοινωνίας. Φυσικά υπάρχει πάντα το μεγάλο κομμάτι που από καταπιεσμένοι και διωκόμενοι, όπως συνέβαινε με τους Εβραίους της Ευρώπης του 20ού αιώνα που έφταναν στην Αμερική για να σωθούν, έχουν γίνει πλέον καταπιεστές και δυνάστες ενός άλλου λαού.

Ο Κοέν (γεν. 1980) έχει ένα ιδιαίτερο στιλ αμερικανικής γραφής: ακροβατεί ανάμεσα στις φρικώδεις πράξεις της Γάζας και του αμερικανικού παράλληλού της με τις σκωπτικές διηγήσεις της καθημερινότητας των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της ιστορίας, ενίοτε με εξαντλητικές λεπτομέρειες, σα να θέλει να δώσει εικόνα σε μια σειρά στοιχείων, από το φυσικό και οικιστικό περιβάλλον μέχρι τις τροφές και τις χειρονομίες τους. Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα είναι πλήρης.

9. Το ύστατο όπλο. Όμως το πεδίο όπου η σκληρότητα της εξουσίας συναντάται με την πολιτική ή οικονομική της εκδοχή είναι η ίδια η στέγη, που από δικαίωμα έχει καταστεί το απόλυτο όπλο της εκμηδένισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ζωής. Στον νεότερο καπιταλισμό προσφέρονται ιδανικά επαγγέλματα προς τη νέα αυτή κατάσταση: συνεργεία εξώσεων, άοπλοι στρατοί με έγγραφα και φορτηγά, μεσίτες απάνθρωπων χώρων διαβίωσης, αποθηκάριοι πραγμάτων που δεν έχει κανείς πού να αφήσει ή του κατασχέθηκαν. Άλλο ένα αυτονόητο και θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα χάνεται – ποιο ακολουθεί;

Εκδ. Gutenberg, 2022, [Σειρά Aldina, αρ. 57], μτφ. και εισαγωγή Παναγιώτης Κεχαγιάς, σελ. 352 [Moving Kings, 2017].

Στις εικόνες, έργα τέχνης των: Malak Mattar και Sliman Mansour.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 259, εδώ.