Οι ξυπόλητες των ταινιών, 47. Επιστολή στη Νάταλι Γουντ, Α΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 70 (Οκτώβριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 47. Επιστολή στη Νάταλι Γουντ, Α΄

Αγαπημένη μου Νάταλι. Δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω έτσι όπως με τα γυμνά σου πόδια είπες πολλά και υπονόησες ακόμα περισσότερα· τελικά διαλέγω να σε ξαναδώ πρώτα στην προκυμαία του Angel Beach στην Καλιφόρνια, ίσως επειδή την περπατούσες ξυπόλητη από την αρχή της ταινίας, ίσως επειδή τότε ξανάγινες δεκαπέντε, άρα μπορώ να σε πιάσω από κάποια αρχή. Έμοιαζες σωστό χαμίνι, δεσποινίς Daisy Clover, με τα κοντά, άτακτα μαλλιά, την λερωμένη μπλούζα, το τσιγάρο στα χείλη και τις βρώμικες λέξεις. Ζούσες σ’ ένα ξύλινο τροχόσπιτο δίπλα στα ψαρομάγαζα της προκυμαίας κι έβγαινες με στραβωμένη έκφραση στον ήλιο, ενώ η μάνα σου είχε ήδη στρώσει την τράπουλα έξω. Διατηρούσε την εκκεντρικότητά της ακόμα και όταν ένας αστυνομικός την ρώτησε πού βρίσκεται ο σύζυγός της· του απάντησε πως λείπει για επτά χρόνια αλλά μόλις σήμερα αναρωτήθηκε για την απουσία του. Μετά άνοιγες ένα παράπηγμα όπου πουλούσες αυτόγραφα των σταρ της εποχής -έπαιρνες τις παραγγελίες των θαυμαστών, τους άφηνες να περιμένουν λίγο καιρό κι έβαζες η ίδια την υπογραφή σου στο πίσω δωμάτιο- και διαολόστελνες το αγόρι που κάθε μέρα εκλιπαρούσε για ένα φιλί σου. Ήμασταν στο 1936.

Σίγουρα θα είχες κι εσύ κάποιο κόλλημα και δεν χρειάστηκε να αναρωτηθώ για πολύ. Με ταχύρρυθμο ξυπόλητο περπάτημα πήγες σ’ ένα ειδικό περίπτερο για να ηχογραφήσεις ένα τραγούδι σε μικρό δισκάκι και το ταχυδρόμησες στο Χόλιγουντ, με το όνειρο να λουστείς σε άλλου είδους φώτα, σκηνικά και εκθαμβωτικά, μακριά από την μυρωδιά των παραθαλάσσιων μαγειρείων. Και ήσουν τόσο βέβαιη πως τα όνειρα γίνονται αληθινά, ώστε όταν ένα μαύρο γυαλιστερό αυτοκίνητο σταμάτησε στα σαπισμένα σανίδια της παραλιακής, μπήκες μέσα, ανέκαθεν πανέτοιμη. Ο ωραίος κύριος Swan σε πήγε κατευθείαν στα Στούντιο με το Όνομά του και σε ρώτησε γιατί τραγουδάς. «Η μάνα μου λέει πως ο κόσμος είναι ένας σκουπιδοτενεκές κι όλοι εμείς οι μύγες που προσελκύει. Αλλά όταν τραγουδάω δεν μυρίζει τόσο άσχημα». Σε έχωσαν αμέσως στον θάλαμο απ’ όπου η φωνή σου έβγαινε πλούσια και θριαμβευτική, προμήνυμα ενός θριάμβου που είχε ήδη στρωθεί. Τα παραδείγματα της Σίρλεϊ Τεμπλ και της Τζούντι Γκάρλαντ ήδη αποτελούσαν υποδείγματα επιτυχίας. Ο κόσμος χρειαζόταν ένα νέο, περίλαμπρο κορίτσι να τραγουδάει και να παίζει την αθωότητα και την χάρη. Ό,τι άλλο χρειαζόταν, θα φτιαχνόταν πάνω σου.

Ζεις σ’ έναν εντελώς δικό σου κόσμο, σου είπε η μάνα σου όταν γύρισες να της τα πεις. Καθόσασταν στην παραλία, κοντά στην μαύρη αποβάθρα, κάτω από την εγκαταλειμμένη καμπίνα του ναυαγοσώστη, με τις ξεφτισμένες επιγραφές για σωτηρίες ζωής. Εσύ, πάντα ξυπόλητη, ίσως είχες βρει την δική σου. Μια μείξη ορφανού και κλόουν πάντα συγκινεί, σου είχε πει ο κύριος Σουάν, και μπορείς να γίνεις η Μικρή Βαλεντίνα της Αμερικής, αρκεί να μην τρως τα νύχια σου και να μην καπνίζεις. Θα ρίξουν, όμως, φως σε κάθε σκοτεινή σου γωνία, συνέχισε η σύζυγός του Μελόρα, άρα η μητέρα σου πρέπει κάπως να κρυφτεί. Κάποιο ίδρυμα, ή ίσως, μια επίσημη αναγγελία θανάτου; Χαμήλωσες το κεφάλι, δεν φαντάστηκες πως το πρώτο τίμημα θα ήταν τόσο σκληρό. Μετά γνώρισες τον νεαρότατο Ρόμπερτ Ρέντφορντ ως Γουέιντ Λιούις, νεόκοπο είδωλο της εποχής, που ύψωνε το ποτήρι σ’ εσένα, «Miss Huckleberry Finn», ισχυριζόταν πως βλέπει την λύπη στα μάτια σου, σου γνώρισε την διακριτική συντροφιά του ποτού και έφτασε στο σημείο να στρώσει για πικνίκ για τέσσερις στο δωμάτιο του ιδρύματος, μαζί με την μαμά σου και μια συγκάτοικό της. Πώς να μην ξελογιαστείς; Νομίζω δεν ξέχασες ποτέ το βράδυ που ήρθε να σε πάρει με το ανοιχτό του αμάξι. Στάθηκες μπροστά στον τοίχο του στούντιο για να γράψεις Raymond Swine, μεταμορφώνοντας τον αρχηγό σου από κύκνο σε γουρούνι. Έβγαλες τα γαλάζια γοβάκια και πήδηξες ξεκαρδισμένη στη θέση του συνοδηγού, για μια ολόδική σας νύχτα. Καταλήξατε σ’ ένα σκάφος, με μια κουβέρτα κι’ ένα κασετόφωνο. Αυτό δεν είναι ο έρωτας;

Το πρωί σε περίμενε στο γραφείο του ο κύριος Σουάν που ποτέ δεν μάλωνε, μόνο μιλούσε κοφτερά. Σου είπε για την κορυφή όπου ο αέρας είναι καθαρός κι η μοναξιά κάποιες φορές αβάσταχτη, αλλά εκείνοι θα βρίσκονται πάντα εκεί να σε βοηθούν. Όμως το κοινό που αρχίζει να την λατρεύει δεν την θέλει να τριγυρνάει τις νύχτες και μάλιστα χωρίς παπούτσια. Το βλέμμα του, το βλέμμα σου, το βλέμμα μου έπεσαν στα γυμνά σου πόδια καθώς μαζεύτηκαν, στράφηκαν προς τα μέσα και κρύφτηκαν κάτω από το γαλανό φόρεμα. Δεν σου επέτρεψαν την ανέμελη ξυπολησιά, Νταίζη, όσο ερωτευμένη κι αν ήσουν. Βγαίνοντας είδες αφημένη σ’ ένα γραφείο μια δακτυλογραφημένη εντολή για το αρμόδιο τμήμα: Ενισχύστε άμεσα την δημοσιότητα της Daisy Clover, χρησιμοποιείστε κάθε διαθέσιμο τρόπο για την κατασκευή μιας σταρ, με κάθε πρόσφορο μέσο ενημέρωσης. Έγινες διαφήμιση στους τοίχους, μεγάλη αφίσα στα κτίρια, κούκλα στις βιτρίνες, φωνή σ’ έναν δίσκο.

Παντρευτήκατε με τον Γουέιντ και σε πήγε σ’ ένα μοτέλ στην ερημιά της Αριζόνα. Εξαντλημένη από τον δρόμο, είχες γείρει πάνω του και ξύπνησες ενθουσιασμένη. Το ξύπνημά σου το επόμενο πρωί ήταν εντελώς διαφορετικό: ο Γουέιντ ήταν άφαντος. Έφτασες βράδυ στα στούντιο και προτού ξεσπάσεις σε πρόλαβε η Μελόρα. Τον είχε κι εκείνη ερωτευτεί και τώρα αναρωτιόταν πού να βρίσκεται. «Τόσες πολλές πόλεις, τόσα πολλά κρεβάτια». Το ύστατο παράπονό της βγήκε ως λογοπαίγνιο: της χρεώνουν συνεχή πονοκέφαλο (headache) χωρίς να διανοούνται πως ο πόνος της είναι στην καρδιά (heartache). Το πρωί δίπλα στην πισίνα ήταν η σειρά του άντρα της να σε συνεφέρει: τόσα κορίτσια στις σκοτεινές αίθουσες τον φυλάνε για τα όνειρά τους, τόσες γυναίκες εύχονται να είχαν έναν τέτοιο σύζυγο. Ο Γουέιντ ανήκει σε όλους και κυρίως σε εκείνους που πηγαίνει να δει, άντρες και γυναίκες. Η εικόνα του γόη των γυναικών τον διατηρεί στην κορυφή, τα άλλα ας παραμείνουν άγνωστα. Στο μεταξύ, ο ίδιος ο κύριος Σουάν ανέλαβε να σε παρηγορήσει, με τον πλέον πρόσφορο τρόπο της αποπλάνησης. Καλώς ήρθες πίσω από τον κόσμο του θεάματος, Κυρία Daisy Clover.

Μπροστά τους η μητέρα σου φάνταζε ως το αθωότερο πλάσμα. Ένα παραθαλάσσιο σπίτι μαζί της, ένα γέρμα πάνω στα πόδια της στην αμμουδιά, η επιστροφή στην χαμένη ανεμελιά. Όμως για πόσο; Και τι ακολουθούσε; Το χρέος της ηχογράφησης, το κόλλημα της γλώσσας σου στον ίδιο στίχο, το ουρλιαχτό στο μικρόφωνο, o νευρικός κλονισμός στα ηχεία, η νοσηλεία κατ’ οίκον. Αν είναι παροδικό, θεραπεύστε την άμεσα· αν όχι πιστοποιείστε την, ώστε να εισπράξω την ασφάλεια, πρόσταξε ο αρχηγός. Η κυρία Clover δεν πιστοποιείται, απάντησε ο γιατρός. Εκείνο το διάστημα παρέλασαν όλοι από το δωμάτιό σου για να σε πείσουν για τα πρέποντα, εκτός από την μητέρα σου που είχε ήδη «φύγει». Ο κύριος Σουάν σε διέταξε να σταματήσεις να προσποιείσαι την άρρωστη και έφτασε στο σημείο να σε χαστουκίσει. Έμεινες μόνη και το μυαλό σου άρχισε να τρέχει. Άνοιξες το γκάζι για να δώσεις ένα οριστικό τέλος σε όλα αυτά, αλλά δεν μπορούσες να συγκεντρωθείς από τα συνεχή χτυπήματα του τηλεφώνου. Αντιλήφθηκες την γελοιότητα της κατάστασης, θυμήθηκες την δική σου ανωτερότητα: Φτάνω τα δεκαεφτά και είμαι η Μικρή Βαλεντίνα της Αμερικής. Παντρεμένη για μία ημέρα, ταπεινωμένη για πολλές. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, κοιμήθηκα με τον παραγωγό μου. Όμως δεν έχω αλλάξει – είμαι η ίδια χαρούμενη νεαρή γυναίκα και στοιχηματίζω τα απλά υγιή ένστικτά μου ενάντια στα δικά τους. Πήρες στο χέρι τα λευκά σου παπούτσια και βγήκες έξω. Όσο περπατούσες στην παραλία, το σπίτι πίσω σου γινόταν κομμάτια από την έκρηξη. Ένας ψαράς σε ρώτησε τι συμβαίνει εκεί πίσω και του απάντησες: Κάποιος κήρυξε έναν πόλεμο.

Έκτοτε έμεινα να σκέφτομαι τι συνέβη σ’ εκείνο τον διπλό πόλεμο, αν νίκησε έστω η μία από τις δυο σας, η Νταίζη ή η Νάταλι. Για την πρώτη δεν γνωρίζω τίποτα, για την δεύτερη ακόμα αναρωτιέμαι. Στα εννιά σου έψαξες το Θαύμα στην 34η οδό, στην εφηβεία σου ενηλικιώθηκες βίαια στον Επαναστάτη χωρίς αιτία. Ήσουν κι εσύ ένα παιδί στην βιομηχανία του θεάματος, ένα νέο προϊόν στα εργοστάσια των  ειδώλων. Έζησες δύσκολους γονείς, μοιχείες, διαζύγια, απόπειρα αυτοκτονίας, συνεπώς ως Daisy Clover έπαιξες σε μεγάλο βαθμό το ίδιο σου το παρελθόν, εκτός από ένα στοιχείο, που εξομολογήθηκες χρόνια αργότερα, και ήταν το πλέον σκληρό: έναν βιασμό στην πρώτη σου νεότητα σε κάποιο απόμερο δωμάτιο των στούντιο. Έφτανες όλο και ψηλότερα αλλά λίγα χρόνια μετά επέλεξες τον πλέον απαιτητικό ρόλο της μητέρας και της φύλαρχου μιας μεγάλης οικογένειας και έστρεψες με τον τρόπο αυτό την ωραία σου πλάτη στα φώτα των κινηματογραφικών αστεριών. Δεν πήγες την ευτυχία ως το τέλος γιατί και οι ερωτικοί δεσμοί μπορούν να αποβούν θανατηφόροι ή τόσο δραματικοί ώστε το χαμόγελο να χάνεται σε υποκατάστατα που πίνονται και καταπίνονται. Χάθηκες με μυστηριώδη τρόπο μέσα στη θάλασσα, αλλά νωρίτερα είχες ξαναμιλήσει με το σώμα σου σε μερικές ταινίες, σε μία εκ των οποίων σε ερωτεύτηκα. {Συνεχίζεσαι, πάντα συνεχίζεσαι}

 Η ταινία: Inside Daisy Clover (Robert Mulligan, 1965). Η γυναίκα: Natalie Wood.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Oguz Atay – Αποσυνάγωγοι

Η εγκυκλοπαίδεια των αταίριαστων

1. Η εθιστική λογοτεχνία. Αυτό το βιβλίο είναι μια χοάνη που σε απορροφάει στη δίνη του, προκαλώντας τις πλέον αντιφατικές αισθήσεις: σε ανεβάζει σε ύψη και σε ρίχνει στο έδαφος, σε εξαντλεί με τα χαοτικά του παραληρήματα και αμέσως μετά σε ηδονίζει με δεκάδες δεκάδων σελίδες όπου αισθάνεσαι ότι αυτό είναι Λογοτεχνία. Μπορεί να θέλεις να το αφήσεις για λίγο στην άκρη, για να διαβάσεις μια κανονική ιστορία αλλά σύντομα οι κανονικές ιστορίες σου φαίνονται ανούσιες και στενές και σπεύδεις με βουλιμία στη σελίδα που έμεινες. Κι αν από την μία οι πληροφορίες και οι λεπτομέρειες συχνά γίνονται εξουθενωτικές, είναι επειδή την ίδια στιγμή βρίσκεσαι κυριολεκτικά μπροστά στο αφηγούμενο και σύντομα η σκόπευση σηκώνεται τόσο ψηλά ώστε να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι μπροστά σε ένα πανόραμα μιας πόλης, μιας χώρας και μιας εποχής.

Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Θα μπορούσαμε να αρκεστούμε στην μείζονα αίγλη του εν λόγω μυθιστορήματος (την ιδιότητά του ως εκ των σημαντικότερων λογοτεχνικών έργων όχι μόνο της τουρκικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, την πορεία του από την αδιαφορία των εκδοτών ως την πλήρη, μετά θάνατον αποδοχή του), που θα ήταν από μόνη της λόγος να βυθιστούμε εντός του· όμως εμείς οι Πανδοχείς επιλέγουμε κάθε φορά να μπαίνουμε γυμνοί στην ανάγνωση, κι έτσι κι εδώ κατ’ αρχήν αρκούμαστε στις λέξεις, τον μύθο και την γραφή. Πρόκειται, άλλωστε, και για ένα στοίχημα: να μιλήσεις για ένα πολυσύνθετο βιβλίο με τον πλέον απλό τρόπο.

2. Το τέλος ενός ανθρώπου ως αρχή για την συνάντησή του. Πώς ξεκινάνε όλα; Ένας άντρας ονόματι Τουργκούτ πληροφορείται την αυτοκτονία του παλιού του φίλου Σελίμ, με τον οποίο κάποτε μοιράστηκαν μια φιλία, πολλά όνειρα και πληθώρα σχεδίων κοινωνικής δράσης αλλά οι δρόμοι τους χώρισαν όταν ο πρώτος ακολούθησε τον τρόπο ζωής που ακριβώς ήθελαν να αποφύγουν ως ένδειξη υποταγής στον κανόνα των πολλών: εργασία, γάμος, παιδιά. Συντετριμμένος παίρνει τους δρόμους για να βρει την απάντηση στην αυτοχειρία του φίλου, αναζητώντας κάθε είδους τεκμήριο, επιθυμώντας κατά βάθος να ανασυνθέσει τον βίο μιας σπάνιας προσωπικότητας.

3. Πώς γράφεται η ιστορία ενός ανθρώπου; [Α΄] Τι πρέπει να περιλαμβάνει η βιογραφική του ανασκόπηση ώστε να αναζητηθεί όχι πια ο ίδιος αλλά εκείνη η στιγμή της απόφασης του χαμού, η αιτία της αντι-ζωής; Ο Τουργκούτ αναζητά τους κοινούς φίλους με τους οποίους κάποτε είχαν σχηματίσει μια ιδιόμορφη πολιτική ομάδα, κάποιους φίλους του Σελίμ των οποίων την ύπαρξη δεν γνώριζε ποτέ, συγγενείς, μια γυναίκα με την οποία σχετίστηκε, συναδέλφους στο γραφείο. Μπαίνει στο δωμάτιο του εκλιπόντος και διαβάζει τις πολυσέλιδες σημειώσεις του, βγαίνει στους λασπωμένους δρόμους και παίρνει λεωφορεία για να βρει τα μέρη που περιπλανήθηκε και τις δημόσιες υπηρεσίες στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των οποίων εργάστηκε ή επισκέφτηκε, μπαίνει σε νυχτερινά κέντρα και πορνεία όπου βασιλεύει ο παραλογισμός. Το θησαυροφυλάκιο της μνήμης πρέπει, επίσης, σαφώς να ανοιχτεί: από εκεί θα ανασυρθούν οι μεταξύ τους συζητήσεις, ένα αχανές παρελθόν γεμάτο λέξεις και σιωπές.

4. Πώς γράφεται η ιστορία ενός ανθρώπου; [Β΄] Αυτή ακριβώς η αναζήτηση κάθε δυνατού τρόπου καταγραφής ενός προσώπου και της εποχής του, αντικατοπτρίζεται και στις χρησιμοποιούμενες πηγές που αποτελούν και τα αφηγηματικά είδη του συγγραφέα: το χειμαρρώδες κείμενο περιλαμβάνει ιστορίες, θέατρο, επική ποίηση με τα σχόλιά της, επιστολές, ημερολόγια, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, λαϊκές προφορικές αφηγήσεις, μανιφέστα, ηρωικές και μυθικές διηγήσεις, αστυνομικά έγγραφα και πολλά άλλα τεκμήρια, αντικαθρεφτίζοντας και τους προβληματισμούς του Σελίμ αλλά προφανώς και του ίδιου του συγγραφέα, καθώς συμπεριλαμβάνονται σκέψεις περί λογοτεχνίας και περί της κατασκευής αυτής. Σε έναν από τους προσφιλέστερους τρόπους τους, ο ήρωας συνομιλεί με πρόσωπα υπαρκτά και ανύπαρκτα, και φυσικά με τον ίδιο τον Σελίμ, με μια σειρά από διαλόγους φανταστικούς ή «αληθινούς», ενώ οι ιστορίες ανοίγονται σε άλλες ιστορίες και μύθους, σε ένα διαρκές παιχνίδι εγκιβωτισμού, θυμίζοντας έντονα τον Μπόρχες και τον Πάβιτς.

5. Το δίλημμα των διαφορετικών. Τι άνθρωπος υπήρξε ο Σελίμ; Ένας άντρας καιγόμενος από την ανάγκη για δράση αλλά και για καταβύθιση στον εαυτό του, ασύμβατος με τους υπόλοιπους και τις γυναίκες, με τις οποίες συνδέεται μόνο με ιδιόρρυθμες σχέσεις, βασανισμένος από ερωτήματα: Να μείνει όπως είναι και να αποδεχτεί μια σιωπηλή ενσωμάτωση στον ομοιογενή περίγυρο ή να υπάρξει ως ο εαυτός που είναι; Να αρκεστώ στην άχρωμη και άοσμη ύπαρξή μου, υιοθετώντας με ξενοιασιά τους τρόπους και τις συμπεριφορές των ανθρώπων γύρω του ή να αλλάξει ριζοσπαστικά την ύπαρξή του σαν ένας αληθινός άνθρωπος που είναι διαφορετικός από τους άλλους και επιθυμεί μια ουσιαστική δράση πολύ διαφορετική από αυτά που θέλουν οι άλλοι; Ο Τουργκούτ μονολογεί: Θα μπορούσες να φτιάξεις μια διαφορετική ζωή, Σελίμ. Θα μπορούσες να είχες φτιάξει μια κατάσταση που θα άφηνε απ’ έξω εκείνους που δεν σε ήθελαν.

6. Η εντός και εκτός δράση. Ιδού μια περικοπή από την Βίβλο τους: Αν ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του τίμιο δεν έχει καταβάλει καμία προσπάθεια από κοινού με ανθρώπους τίμιους σαν τον ίδιο για να οδηγήσουν την κοινωνία προς το καλό και το όμορφο, αν δεν έχει εξεγερθεί ενάντια στην ανάρμοστη κατάσταση που βλέπει γύρω του, τότε είναι ανέντιμος. Η ανάπτυξη και προώθηση της κοινωνικής δράσης αποτελούν αρχές αναπόφευκτες για κάθε είδους δράση. Όμως τέτοιες δράσεις προϋποθέτουν εσωτερική ηρεμία. Ο άνθρωπος που δεν καταφέρνει να λύσει το πρόβλημα του εαυτού του δεν μπορεί να λύσει κανένα άλλο πρόβλημα. Συνεπώς η δημιουργία μιας κοινωνικής ομάδας δράσης είναι παραπάνω από επιτακτική, ενώ στους κόλπους της το άτομο θα αναπτύσσει τον εαυτό του ταυτόχρονα με την ανάπτυξη της ομάδας.

7. Το φιλόδοξο διάγραμμα της αμόλυντης ζωής. Οι δυο φίλοι είχαν διάφορες παράπλευρες φιλοδοξίες μεταξύ των οποίων και την πλέον αδιανόητη: να συντάξουν τις «Συντεταγμένες της ζωής», ένα πρόγραμμα σύμφωνα με το οποίο εάν γνωρίζουμε τι έκανε ένας άνθρωπος μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σε ένα συγκεκριμένος μέρος και υπό ποιες συγκεκριμένες συνθήκες, οι σταθερές παράμετροι που βασίζονται στα παραπάνω και οι εξισώσεις που καθορίζονται από τις διαπιστωμένες ιδιότητες του ανθρώπου, μπορούν να μας δείξουν, με καμπύλες που θα ακολουθούν τη μεταβλητή του χρόνου, τι πρόκειται να κάνει αυτός ο άνθρωπος μελλοντικές και υπό ποιες συνθήκες. Θα μπορεί να γραφεί η εξίσωση ολόκληρης της ζωής του και όταν τελειοποιηθεί το σύστημα θα γίνει δυνατή στο πεδίο των πιθανοτήτων η δυνατότητα λύσης των προβλημάτων της ζωής του ανθρώπου εκ των προτέρων, δηλαδή χωρίς να τα ζήσει.

8. Η νέα παλαιά χώρα. Όμως όλοι αυτοί οι χαρακτήρες ζουν στη νέα Τουρκία της αγροτικής και σχεδόν μεσαιωνικής ενδοχώρας, της εμφυτευμένης δημοκρατίας πάνω σε προαιώνιες ιεροκρατικές και απαρχαιωμένες αντιλήψεις, της μέγιστης φαντασίωσης να μετατραπεί σε δυτικό κράτος, ακόμα και με την θυσία της γλώσσας, με τους πολίτες να σπεύδουν στις πόλεις για να αλλάξουν οριστικά την καταγωγή και τις παραδόσεις τους. Ένας νομαδικός λαός του οποίου η κοινωνική οργάνωση ακολουθούσε τις επιταγές του τσαντιριού βρέθηκε να κατοικεί σε ασφυκτικά διαμερίσματα γκρίζων πόλεων. Σε αυτή την χώρα επιθυμούσε να ξεχυθεί ο Σελίμ, για να συναντήσει εκείνους που υποφέρουν από αυτούς τους δυο περιπλεγμένους και ασύμβατους τρόπους ζωής. Να μη φοβάμαι να ταξιδέψω σε τούτη τη χώρα που δεν γνωρίζω. Πρέπει να μπω στον κόσμο αυτών των απρόσωπων ανθρώπων για τους οποίους δεν ενδιαφέρεται κανείς. Ίσως η ευρύτερη συντροφιά των Σελίμ και Τουργκούτ μαζί με όλους αυτούς να αποτελούν τους Αποσυνάγωγους αυτής της χώρας, που προφανώς δεν αποτελούν «προνόμιο» μόνο της Τουρκίας.

9. «Γνωρίζει πάρα πολύ καλά το πώς δεν θα γίνει μια δουλειά παρά το πώς θα γίνει». Οι δυο ήρωες ασκούν το επάγγελμα του μηχανολόγου/μηχανικού και οι τεχνικές υπηρεσίες με τις οποίες συναλλάσσονται αποτελούν έναν εφιαλτικό Πύργο γραφειοκρατίας και αδιαφορίας. Οι σελίδες από την σελ. 379 έως 390 αποτελούν υπόδειγμα κωμικοτραγικής πρόζας άξιας ανθολογίας. Σταχυολογώ ελάχιστες από τις ζεματιστές φράσεις: Δεν θα απλώσεις χέρι σε κανέναν απολύτως έγγραφο: είναι η πρώτη από τι δέκα εντολές. Δεν θα ξεκινήσεις να μιλάς νωρίς, δεν θα εκφέρεις καμία γνώμη, θα δείχνεις σαν κάποιος που δεν ξέρει τίποτα, δεν θα είσαι ντυμένος περίεργα, δεν θα ακουμπάς τα χέρια πάνω στο γραφείο, θα τους κάνεις να σε λυπηθούν υπό τον όρο να μην τους προκαλέσεις να σε ξεφορτωθούν, θα χαμογελάς, θα περιμένεις… και ποτέ, ποτέ δεν θα ελπίζεις. […] Εννοεί, δεν άκουσα τίποτα από όσα μου είπες, διότι δεν περίμενες να πιω το τσάι μου, για τον λόγο αυτό πρέπει να μου τα πεις όλα από την αρχή. […] Εξετάζει επί μακρόν την ημερομηνία και τον αριθμό. Λες και βλέπει για πρώτη φορά στη ζωή του μια ημερομηνία και έναν αριθμό. […] Γνωρίζει πάρα πολύ καλά το πώς δεν θα γίνει μια δουλειά παρά το πώς θα γίνει. Σίγουρα θα αντιμετωπίσει τα νιάτα μου με κρυμμένη οργή. Δεν του άρεσε ούτε ο βήχας μου.

10. Η αλλαγή του κόσμου από επτά μέλη. Η μυστική οργάνωση των Σελίμ και Τουργκούτ ονομάζεται Επιτροπή συνολικής αλλαγής του κοινωνικού συστήματος και αποτελείται από επτά μέλη, τα οποία φιλοδοξούν ότι υπάρχει μια μέση οδός όπου μπορούν να έρθουν σε συμβιβασμό όλες οι ιδέες αλλαγής του κόσμου. Όμως εξαρχής η πράξη αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη: οι συνελεύσεις καταλήγουν σε ατομικά παραληρήματα, μεθύσια ή τσακωμούς. [Όσοι έχουν συμμετάσχει σε ανάλογες καταστάσεις μειδιούν.] Οι ονειροπόλοι φίλοι συχνά έχουν την αφέλεια να μην αντιλαμβάνονται πως τους παρακολουθούν: Η Μυστική Ασφάλεια προσποιείται πως δεν γνωρίζει τους επτά νέους που θα περάσουν τα σύνορα και θα τους παράσχει κάθε ευκολία, αλλά αυτό δεν πρέπει να μη γίνει αντιληπτό από τους ίδιους. Κι αν, αφού διαβούν τα σύνορα, επιχειρήσουν να γυρίσουν πίσω, να μην τους επιτραπεί η είσοδος!

11. Υπέρ αδυνάτων, κατά δυναστών. Θα μπορούσε ο Ιησούς να αποτελέσει έμπνευση για την κοινωνική αλλαγή, όταν μάλιστα είναι γνωστός και αγαπημένος από εκατομμύρια πιστούς ανά τον κόσμο; Πώς να χωνέψει όμως κανείς το γεγονός ότι η Χριστιανοσύνη, με όλα τα ειρηνιστικά χαρακτηριστικά της, δεν είχε καταφέρει σε καμία εποχή να αποστρέψει την φωτιά και την αιματοχυσία; Και η Δευτέρα Παρουσία ολοένα και αργεί. Ποιος θα τιμωρήσει το άμορφο πλήθος που επιτίθεται εναντίον κάθε διαφορετικής συμπεριφοράς και ικανοποιεί την αίσθηση ισχύος τους συνθλίβοντας τους αδύνατους; Ποιος θα δικάσει εκείνους εκείνοι που χωρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους και τους κάνουν να εχθρεύονται οι μεν τους δε, τα πλήθη που τους ακολουθούν τυφλά και άκριτα; Οι φιλόδοξοι επαναστάτες παίρνουν τον ρόλο των δικαστών και οραματίζονται ένα τεράστιο δικαστήριο απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Θα τους πούμε: μέχρι τώρα δικαζόσασταν μόνο μέσα στα θρησκευτικά βιβλία, όμως και αυτά ίσως γράφτηκαν για να μας ναρκώσουν, ενώ εμείς δεν ξέραμε ότι μπορούσαμε να ζήσουμε χωρίς εσάς.

12. Οι λέξεις ως οδοδείκτες. Η κινηματογραφική (μάλλον Βεντερική) φιγούρα του Σουλεϊμάν Καργκού, ενός υπαλλήλου τεχνικής υπηρεσίας αποκαλύπτει με τα ερμηνευτικά της σχόλια πάνω σε μια Ωδή του φευγαλέου φίλου μια πλήρη Ιστορία ενός έθνους, η οποία όμως έχει κρύψει όλα τα ντοκουμέντα που δεν την συνέφεραν. Η εναγώνια προσπάθεια για την ύπαρξη μιας συνεκτικής ιστορίας είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν συνειδητά στο περιθώριο μια σειρά από αλήθειες. Αλλού ο Καργκού μονολογεί: Τις λέξεις τις χρησιμοποιούμε πολλές φορές τόσο κακά που φοβόμαστε να τις πούμε μήπως και αγγίζοντας τα αισθήματά μας τα λερώσουν. Οι ήχοι από την άλλη πλευρά έχουν ένα είδος ασυλίας. Αυτές ακριβώς οι λέξεις είναι το μόνο όπλο που απέμεινε στον Σελίμ, ο οδοδείκτης της ύπαρξής του, ίσως η μόνη αυτής απόδειξη.

13. Η εγκυκλοπαίδεια των αταίριαστων. Ο Σελίμ φιλοδοξούσε να συντάξει μια εγκυκλοπαίδεια των Τούρκων Αποσυνάγωγων, όπου θα συμπεριλαμβάνονται οι ιστορίες των πολύπλευρων και διαφορετικών προσωπικοτήτων που προκαλούν αντιπάθεια στην κοινωνία και συνηθισμένων ανθρώπων που χαρακτηρίζονται ή αισθάνονται ως οι αποτυχημένοι, οι ηττημένοι και οι αταίριαστοι. Οι φίλοι φιλοδοξούσαν να μεταπλάσουν μια συνοικία, μια πόλη ή μια χώρα από τα χέρια των επιστημόνων, καλλιτεχνών και τεχνιτών. Και όλοι τους αναρωτιούνταν αν μπορούμε να απελευθερωθούμε από την παραπλανητικότητα της ιστορίας, να στρέψουμε την ίδια την ροή της.

14. Το πλέον μακρινό ταξίδι. Αποκλείεται να εξαφανίζεται ένας άνθρωπος, να χάνονται όσα έκανε και όσα μοιράστηκε. Με το αίσθημα της ενοχής πως ο ίδιος τελικά έγινε ο βολεμένος μικροαστός οικογενειάρχης επαγγελματίας, ο Τουργκούτ κάνει εκείνο που ο Σελίμ επιθυμούσε και μάλλον δεν τόλμησε: να ταξιδέψει ως τα βάθη της Τουρκίας για να βρει ο ίδιος τι απέγινε από τις φιλοδοξίες και τις ιδέες του φίλου και της νεότητάς τους. Το αναπόφευκτο είναι αυτονόητο: το ταξίδι οδηγεί στα βάθη της χώρας όπου κανείς περιπλανιέται και της χώρας που φέρει εντός του. Κανείς δεν γνωρίζει αν στο τέλος του συναντήσει αυτό που εκείνη ή ο ίδιος είναι. Έχει, βέβαια, μαζί του τον Σελίμ, με το όνομα Όλρικ, και μπορεί πλέον να μιλά μαζί του ανοιχτά και για τα πάντα, έστω και στην φαντασία του. Εκτός αν αυτός ο Όλρικ, με τον οποίο ουκ ολίγες φορές έρχεται σε δραματική διαμάχη, είναι ο ίδιος ο Τουργκούτ, όπως όφειλε να είναι και όπως θα τον επιθυμούσε ο φίλος του.

15. Αυτός που ήθελε να ζήσει εκατοντάδες χιλιάδες πράγματα ταυτόχρονα. Σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν εκπλήσσεται ποτέ αφού τελικά οι άνθρωποι εκπλήσσονται μόνο μέσα στα βιβλία: τους εκπλήσσουν οι μυθιστοριογράφοι, όπου η ζωή είναι μια φυλακή που εγκλωβίζει τις σκέψεις, όπου η Μοναξιά συνεχίζει να υπάρχει μετά τον Λόγο, όπου οι λέξεις, οι φράσεις, οι σκέψεις αποτελούν ανέκαθεν μια αφόρητη καταπίεση που πέφτει πάνω στον άνθρωπο σαν ακόντιο, ο Σελίμ, όπως και τόσοι άλλοι «αποσυνάγωγοι», ντρεπόταν μάλλον να ζήσει. Μια ντροπή για την ίδια την ζωή. Ήθελε να ζήσει εκατοντάδες χιλιάδες πράγματα ταυτόχρονα. Το να δοθεί σε ένα από όλα αυτά, ήταν ταυτόχρονα ντροπή για κάποιο άλλο. Αλλά πόσα κομμάτια μπορούσε να γίνει; Γιατί να μην κάνει πέρα όλες αυτές τις ντροπές και να κοιτάξει να ζήσει; [σ. 596-597]

… και εκείνος που ήταν πολλά και διαφορετικά πρόσωπα. Και τι γίνεται αν η κάθε διήγηση για τον Σελίμ παρουσιάζει και ένα εντελώς διαφορετικό πρόσωπό του σε σχέση με την κάθε προηγούμενη; Πόσο γνωρίζουμε τελικά τους ανθρώπους που θεωρούμε δικούς μας; Πόσο μόνοι μας ζούμε; Ποιος θα μάθει ποτέ τα πραγματικά μας όνειρα; Δεν θυμάμαι ποιος από τους χαρακτήρες το είπε, μα η φράση με στοίχειωσε: Κρίμα που οι άνθρωποι δεν αλλάζουν μορφή καταπώς είναι οι σκέψεις τους.

16. Το μυαλό, αυτός ο τρομερός δικτάτορας του σώματος. Οι φίλοι αναζητούσαν απαντήσεις στον Σαίξπηρ, στην Βίβλο, στον Κάφκα και στον Ντοστογιέφσκι, όπως, προφανώς και ο συγγραφέας, κατά την κατασκευή αυτού του πληθωρικού οικοδομήματος, ενώ είναι παραπάνω από εμφανές πως ο Ατάι επηρέασε σημαντικά τον αγαπημένο μας Ορχάν Παμούκ. Από τον Λώρενς Στερν μέχρι τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και τους μοντερνιστές των εσωτερικών μονολόγων, ο συγγραφέας δεν σταμάτησε να αναζητά έναν διάλογο στον οποίο στάθηκε ως ίσος προς ίσον. Το μυαλό, αυτός ο τρομερός δικτάτορας του σώματος, ένας συντηρητικός σατράπης, όπως γράφεται κάπου στο βιβλίο, τον πρόδωσε στα σαράντα τρία του, το 1977. Αναρωτιέμαι πόσο μακρύτερα στα βάθη της χώρας και της γραφής θα πήγαινε αν συνέχιζε να γράφει.

Φοβόμαστε να σκεφτούμε και να αγαπήσουμε. Φοβόμαστε να είμαστε άνθρωποι. Αντί για ανθρώπους δημιουργούμε ένα κάρο μαριονέτες που, αν τις κάνουμε να μοιάσουν με ανθρώπους, φοβόμαστε πως θα τις λυπηθούμε [σ. 605]

Εκδ. Gutenberg, 2022, σελ. 998, μτφ. Νίκη Σταυρίδη, απόδοση ποιητικών τμημάτων: Δημήτρης Μαύρος, επίμετρο: Βασίλης Φ. Δρόλιας [Oğuz Atay, Tutunamayanlar, 1970]

Oι φωτογραφίες υπ’ αρ. 2-6, 8-9, 11-13 προέρχονται από εδώ.

Δημοσίευση και στο: Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 256, εδώ.