Οι ξυπόλητες των ταινιών, 46. Οι μαγεύτριες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 69 (Σεπτέμβριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 46. Οι μαγεύτριες

Χαίρετε. Με λένε Σέφερντ Χέντερσον και είμαι εκδότης στο Μανχάταν. Διαθέτω την ευθετενή κορμοστασιά και το κυανό βλέμμα του Τζέιμς Στιούαρτ. Σε λίγες μέρες παντρεύομαι την εκλεκτή μου Μερλ και γενικά όλα βαίνουν καλώς. Έχει πολύ κρύο και χιόνι αυτό το χειμώνα στην πόλη μας. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας όπου ζω υπάρχει ένα παράξενο κατάστημα με διάφορα αντικείμενα από «εξωτικές», μάλλον, χώρες – μάσκες, τοτέμ, μπιμπελό, φτερά, τέτοια. Μου κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση αλλά φροντίζω πάντα να χαιρετάω τον γλυπτό κύριο που με κοιτάζει μέσα από το παράθυρο. Εκείνο το βράδυ έπρεπε να κάνω ένα επείγον τηλεφώνημα· ανέβηκα στο διαμέρισμά μου (βιβλία στα ράφια, ποτά σε διάφορα μπουκάλια, πορτατίφ εδώ κι εκεί) και σήκωσα το ακουστικό αλλά το τηλέφωνό μου δεν λειτουργούσε κι έτσι κατέβηκα σε αυτό το κατάστημα. Μου άνοιξε μια ψηλή γυναίκα με κοντά ξανθά μαλλιά. Της ζήτησα συγνώμη για την ενόχληση, συστήθηκα, μένω από πάνω… «Το ξέρω», μου απάντησε, «είμαι η Τζίλιαν Χόλροιντ», και με εξυπηρέτησε.

Η Τζίλιαν φορούσε μαύρο πουλόβερ και μαύρο παντελόνι. Τα πόδια της ήταν γυμνά, η βαφή των νυχιών της κόκκινη. Κάθισε στον καναπέ, ανέβασε τα πόδια της στα μαύρα μαξιλάρια με μια στάση Χ και όσο παρατηρούσε εμφανώς γοητευμένη τον επισκέπτη της να μιλάει στο τηλέφωνο ίσως σκέφτηκε για λίγο μια ζωή με περισσότερη αυθεντική Χαρά.  Λίγο αργότερα κατέβηκε η θεία της και παραδέχτηκε πως ήταν υπεύθυνη για την διακοπή της τηλεφωνικής γραμμής του κυρίου Χέντερσον, ώστε να γνωριστεί με την Τζίλιαν. Εκείνη είναι απερίφραστη – δεν παίρνει τους άντρες άλλων γυναικών, και παρακαλεί την θεία της να μην εξασκήσει άλλη φορά μάγια σ’ εκείνο το σπίτι. Το πρόσωπό της παίρνει την έκφραση των πικρών σκέψεων: Οι μη όμοιοί μας δεν πιστεύουν στην ύπαρξή μας. Δεν ευχήθηκες ποτέ να μην ήσουν αυτό που είμαστε; Δεν σκέφτηκες ότι θα μπορούσες να περάσεις την παραμονή των Χριστουγέννων σε μια μικρή εκκλησία, ακούγοντας κάλαντα αντί για τύμπανα μπόνγκο; Εύχομαι να μπορούσα να περάσω λίγο χρόνο με κανονικούς ανθρώπους, να γνωρίσω κάποιον διαφορετικό.

Βγήκα στο χιονισμένο δρόμο με την μνηστή μου και σε κάποιο σημείο το πεζοδρόμιο ήταν φωτισμένο από μικρά κίτρινα τετραγωνάκια. Έσκυψα και κάτω από το θαμπό γυαλί είδα κινήσεις και άκουσα μακρινή μουσική. Ένα υπόγειο νάιτ κλαμπ, προφανώς, και ίσως ήταν το Zodiac, όπου πηγαίναμε για πρώτη φορά. Εκεί βρισκόταν και η μυστηριώδης γυναίκα του μαγαζιού με τις μάσκες. Καθίσαμε και προέκυψε ότι στο σχολείο κοιμούνταν στον ίδιο κοιτώνα με την μνηστή μου. Η Μερλ την θυμήθηκε: «Εσύ δεν που ερχόσουν στην τάξη ξυπόλητη; Σε έβαλαν υπό επιτήρηση γι’ αυτό, έτσι δεν είναι;». Ένοιωσα κάπως άβολα αλλά η Τζίλιαν είπε πως κάποιος είχε στείλει ένα σημείωμα στον διευθυντή. Ύστερα έγειρε χαμογελαστή στον τούβλινο τοίχο και διαβεβαίωσε την παρέα πώς τώρα πλέον φοράει παπούτσια έξω – οι κόκκινες γόβες της ήταν εμφανείς. H τζαζ ορχήστρα ανέβαζε ρυθμό (δεν γνώριζα πως στα κρουστά ήταν ο αδελφός της) και η Τζίλιαν πέρασε χαμογελαστή στην αντεπίθεση. «Και η Μερλ είχε μια ιδιοτροπία. Τότε είχαμε απίστευτα πολλές καταιγίδες…» – η φράση κόπηκε και η μνηστή μου σκοτείνιασε. Η Τζίλιαν μόλις είχε ψιθυρίσει στον αδελφό της να παίξουν το Stormy Weather. Η ορχήστρα την πλησίασε από πίσω και τα πνευστά γέμισαν τα αυτιά της, υπενθυμίζοντας, ίσως, τους φρικτούς πονοκεφάλους που συνόδευαν εκείνες τις καταιγίδες, την αδιόρατη τιμωρία της.

Ήταν ψεύτρα και καρφί, διαβεβαίωνε η Τζίλιαν την θεία της και τον αδελφό της κατά την επιστροφή τους από τους άδειους χιονισμένους δρόμους. Για ποιο λόγο υποθέτετε είχαμε τόσες καταιγίδες εκείνη την άνοιξη; Είχε μια τρομερή φήμη ως κλέφτρα μνηστήρων. Άρα δεν πρέπει να έχεις τον παραμικρό ενδοιασμό να της τον κλέψεις, επέμεινε η θεία της… Όχι, δεν ήθελε να τον κλέψει, μόνο αναρωτιόταν αν θα μπορούσε να τον γοητεύσει χωρίς τα τρικ της. Ο αδελφός της μ’ ένα μαγικό τρόπο αναβόσβησε τις λάμπες των δρόμων κι εκείνη είπε: Άλλωστε μπορούμε να αναβοσβήνουμε τα φώτα των δρόμων αλλά δεν μπορούμε να μετατρέπουμε τροφές σε χρυσάφι.

Δεν θυμάμαι με ποια αφορμή χτύπησα την πόρτα της και μπήκα στον υποβλητικό της χώρο. «Είναι ωραίο να σας έχω από πάνω», μου είπε, και στη συνήθη μου έκπληξη διευκρίνισε πως μιλά για την αίσθηση της ασφάλειας ενός άντρα γείτονα. Μιλήσαμε, μιλήσαμε, και δεν κατάλαβα πότε μισόκλεισε τα μάτια της, έτοιμη να φιληθεί. Ήμουν σαγηνευμένος από εκείνη την γυναίκα και όφειλα να ξεκαθαριστώ με την Μερλ. Την συνάντησα και της είπα ότι αισθάνομαι ως ένα διαφορετικό πρόσωπο, κάποιος άλλος. Χωρίζουμε; με ρώτησε. Ας πούμε ότι ξεζευγαρώνουμε, της απάντησα.

Την επόμενη μέρα μας επισκέφτηκε στον εκδοτικό οίκο κάποιος κύριος Ρέντλιτς, ένας μάλλον αλλοπαρμένος συγγραφέας που μας πρότεινε να εκδώσουμε το έργο του Magic in Manhattan and withcraft around us. O δεύτερος όρος αναφέρεται στην μαγεία και για καλό σκοπό, που αποτελεί συνήθως έμφυτο χάρισμα. Όταν είδε την επιφυλακτικότητά μου αναρωτήθηκε αν νομίζω πως όλα αυτά έχουν να κάνουν μόνο με την ζούγκλα και τους τροπικούς και επέμεινε να τον πιστέψω πως όλοι αυτοί ζουν και στην πόλη μας κι έχουν μια ολόκληρη κοινότητα. Έχουν και δικό τους στέκι, το Zodiac. Μάλιστα μου χάρισε και την λεπτομέρεια πως δεν μπορούν ούτε να κλάψουν, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο συνήθιζαν να τους εξορκίζουν: «Χτύπα το κουδούνι, κλείσε το βιβλίο, σβήσε το κερί».

Το ίδιο βράδυ πήγα να την πάρω να βγούμε για χορό και της μίλησα για τον Ρέντλιτς, βέβαιος πως θα ενδιαφερόταν να τον συναντήσει. Δεν κατάλαβα γιατί μελαγχόλησε, φεύγοντας όμως της θύμισα να βάλει τα παπούτσια της.  Επέμεινα να της διηγούμαι γι’ αυτόν τον τύπο: άκου, θεωρεί ότι υπάρχουν ακόμα μάγισσες! Στον χορό μας χύθηκε πάνω μου, σα να ήθελε να ξεφύγει από τα πάντα, έτοιμη να διαλυθεί. Επιστρέψαμε σπίτι και καθίσαμε στον καναπέ, κοιτάζοντας την σκούρο μπλε ουρανό πίσω από τις κουρτίνες. Τα γυμνά μας πόδια σταυρωμένα πάνω στο τραπέζι, τα κόκκινα νύχια της πορφυρά άστρα στη σκοτεινή νύχτα. Όταν σηκώθηκε να φτιάξει τσάι την ακολούθησα στην κουζίνα. Ξέρετε, είμαι ένας ντόμπρος άνδρας, ξέρω τι μου γίνεται, και θέλω να τακτοποιώ τα πάντα. Έτσι όπως μας είδα συντροφιά στο κατεξοχήν οικοκυρικό δωμάτιο, πριν ή μετά την ερωτική πράξη, δεν έχει σημασία, σκέφτηκα πως με αυτή την γυναίκα θα ήθελα να ζω. Και υπήρξα για άλλη μια φορά ευθύς, χρησιμοποιώντας, μάλιστα, το επιχείρημα πως ένα σωρό χειρόγραφα με περιμένουν στο γραφείο αλλά αδυνατώ να παραμείνω στο γραφείο γιατί τρέχω προς εκείνη, συνεπώς… μήπως θα έπρεπε να ζούμε μαζί ως σύζυγοι, άρα να γίνουμε τέτοιοι; Η Τζίλιαν αναρωτήθηκε αν έχασε κάποιο κεφάλαιο και είπε ότι αδυνατεί να σκεφτεί τον γάμο, γιατί θα έπρεπε να εγκαταλείψει έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης, συμπεριφοράς, ακόμα και ύπαρξης. Κι ύστερα, σα να ήθελε να με διώξει, είπε πως είναι κυνική, ζηλιάρα και εκδικητική, ότι ζούσε για το ιδιαίτερο και όχι για το συνηθισμένο. Μείναμε αμήχανοι και σιωπηλοί, το ρομάντζο της βραδιάς εξαϋλώθηκε.

Ίσως ήταν την επομένη, που ήρθε στο γραφείο μου μ’ ένα μαύρο μαντήλι που συμπλήρωνε την αντίστοιχη μονοχρωμία των υπόλοιπων ρούχων. Είχε, μου είπε, να μου κάνει μια μεγάλη εξομολόγηση. Μήπως ήταν μπλεγμένη σε αντιμαερικανικές δράσεις; Όχι, σε γηγενείς Αμερικανικές. Μου ανέφερε για δυνάμεις που έχουν ορισμένοι άνθρωποι, ότι μπορούν, για παράδειγμα, να αναβοσβήνουν τα φώτα της 57ης Οδού. Υπάρχει πάντα μια λογική εξήγηση σε όλα αυτά, της αντέτεινα. Επέμενε και επέμενα. Φεύγοντας προς το σπίτι παρέμενα δύσπιστος, αποκλείεται να ισχύουν αυτά, αν και, βέβαια, δεν την είχα δει ποτέ να κοκκινίζει… Ύστερα συνάντησα την θεία της στις σκάλες και εκδήλωσε την χαρά της που επιτέλους η Τζιλ μου εξομολογήθηκε το οικογενειακό τους χάρισμα. Την προκάλεσα να μου αναφέρει έστω μια μαγική πράξη της Τζίλιαν και της ξέφυγε η ιστορία με τις καταιγίδες. Οργισμένος αντιλήφθηκα πως η Τζίλιαν με εξαπάτησε εις βάρος της Μερλ. Έσπευσα να την συναντήσω και της μίλησα άγρια, όσο κι αν με διαβεβαίωνε πως δεν έχει ερωτευτεί κανέναν τόσο πολύ. Ήμουν βέβαιος πως όλα έγιναν για να τιμωρήσει την καταδότρια της ξυπόλητης παρουσίας της στο πανεπιστήμιο. Και της είπα να μην προσποιηθεί πως κλαίει, γιατί ούτε αυτό δεν μπορεί, αγνοώντας τα γυαλισμένα της μάτια.

Η Τζίλιαν στέκεται ξυπόλητη μπροστά από τις μάσκες που κρέμονται στον τοίχο. Αυτές είναιατάραχες και αινιγματικές, εκείνη αγέλαστη και μελαγχολική. Στο τέλος, μονολογεί, καταλήγουμε στον μικρόκοσμό μας, χωρισμένοι απ’ όλους. Τότε έρχεται ο Σέφερντ για να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους και την μετακόμισή του σε άλλο διαμέρισμα. Φιλονικία, λογομαχία, απειλές, η κλίμακα των εραστών που βλέπουν το τέλος τους. Λίγο αργότερα ο μαγικός της γάτος ξεφεύγει στον δρόμο και αυτή, πάντα ξυπόλητη, τον αναζητά στο χιόνι που έχει γίνει πάγος και λάσπη. Στα μάτια της εμφανώς κυλάνε δάκρυα. Τα μάγια αρχίζουν να λύνονται.

Ο γάτος εμφανίστηκε στο παράθυρο πίσω από το γραφείο μου. Τον αναγνώρισα, φυσικά, πάντα με κοιτούσε περίεργα στο σπίτι της. Τον έκλεισα σε ένα καλάθι αχρήστων και πήγα να της τον παραδώσω. Με υποδέχτηκε με λευκά και κίτρινα ρούχα και κίτρινες γόβες. Έμεναν λίγες λέξεις ακόμα για να τσακωθούμε και ύστερα κοιταχτήκαμε με θλίψη, χαμόγελο, θρίαμβο και ανακούφιση. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε στο αιώνιο εικόνισμα του ευτυχισμένου τέλους. Η τελευταία μου φράση, σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη και τα μάτια της: «Ποιος μπορεί τελικά να πει τι είναι μαγεία;». Εδώ σας αφήνω, να ζήσετε εσείς καλά κι εμείς καλύτερα. Χαίρετε.

Άφησα τον εαυτό μου ως Σέφερντ Χέντερσον να αγαλλιάζεται αγκαλιαζόμενος με την Τζίλιαν στην μόνη χειροπιαστή μαγεία του μοντέρνου κόσμου, τον ανεξαρτήτου διάρκειας έρωτα, αφού ο έρωτας μπορεί να μαγεύει τα πάντα, αντικαθιστώντας κάθε παλιά μαγεία, και επέστρεψα στην ιδιότητα του Εγκυκλοπαιδιστή. Στο σχετικό λήμμα περιλαμβάνω την αδιάσειστη απόδειξη της Μαγεύτριας Τζίλιαν, τα γυμνά πόδια της οποίας υπήρξαν απαραίτητο στοιχείο των δυνάμεών της, από το πανεπιστήμιο έως το κατάστημά της και, φυσικά, το σπίτι. Τα ίδια αυτά πόδια έτσι όπως διασταυρώθηκαν στην σκηνή του τραπεζιού με εκείνα του εκλεκτού της, εμφανώς τον έδεσαν με τα αυτοφυή μάγια της ξυπόλητης γυναίκας. Αντίστροφα, η υπόδυσή της σηματοδότησε την επιστροφή της στον απομαγευμένο κόσμο και τους «κανονικούς» ανθρώπους.

Αν, λοιπόν, τα παπούτσια κάποτε θεωρήθηκαν σαν όριο και φραγή στην επαφή με χοϊκά ή θεϊκά στοιχεία και στην αίσθηση του μεταφυσικού ή υπερφυσικού, έπρεπε να βρω δυο πρόσθετες αποδείξεις από μια γραπτή και μια εικονιστική τέχνη, ώστε να θεμελιωθεί πλήρως η αρχή μιας σχετικής θεωρίας. Η πρώτη βρέθηκε σε στίχους μιας Σάτιρας του Οράτιου, όπου ο Πρίαπος, άγαλμα στους Κήπους του Γάιου Μαικήνα  στον Εσκουιλίνο Λόφο της Ρώμης, διηγείται: […] είδα ντυμένη με μαύρο μανδύα να περιπλανιέται / την Κανιδία με γυμνά πόδια και λυμένα μαλλιά / και μαζί με τη γηραιότερη Σαγάνα να ουρλιάζει. Η χλωμάδα και των δύο τις καθιστούσε φριχτές στην όψη […] [1]. Για το πρόσωπο της Κανιδίας υπάρχει διχογνωμία στην έρευνα, αν πρόκειται για την Γκρατιδία [Gratidia], μια αρωματοποιό και φαρμακίδα από την Νάπολη, που απέρριψε τον Οράτιο ή αν πρόκειται για καθαρά επινοημένη μορφή, αλλά δεν έχει σημασία: την βλέπω ολοκάθαρα απέναντί μου να προβαίνει σε αδιανόητες πράξεις στους επόμενους στίχους.

Η δεύτερη εμφανίστηκε πανέμορφη μπροστά μου δυο φορές με σάρκα και οστά λευκών ποδιών, πλασμένη από τον ζωγράφο John William Waterhouse, της ομοταξίας των προραφαηλιτών. Ήταν μια από τις σπάνιες γυναίκες της Οδύσσειας, η Κίρκη αυτοπροσώπως, και επιτέλους είδα το πρόσωπό της ή μια εκδοχή του. Στον πίνακα Circe Offering the Cup to Ulysses κάθεται στον θρόνο της με έκφραση που προδίδει την έντασή της και ετοιμάζεται να προσφέρει στον Οδυσσέα το μαγικό φίλτρο της μεταμόρφωσής του. Μέσα από το διάφανο γαλαζωπό ένδυμα διακρίνονται τα στήθη, τα γόνατα και οι γάμπες της, ενώ στο κάτω μέρος του αποκαλύπτονται τα γυμνά της πόδια. Στον πίνακα Circe Invidiosa, με πρόσωπο πολύ πιο σκοτεινό, ετοιμάζεται να δηλητηριάσει την νύμφη Σκύλλα ώστε να την μεταμορφώσει σε τέρας, επειδή προτιμήθηκε από τον Γλαύκο αντί αυτής. Υπάρχει, τέλος, και μια τρίτη, ανώνυμη γυναίκα από τον ίδιο ζωγράφο, μια μάγισσα ή ιέρεια που χαράσσει γύρω της έναν προστατευτικό κύκλο εντός του οποίου υπάρχουν μόνο άνθη και η τελετουργική μορφή της, ενώ έξω από αυτόν βρίσκονται διάφορα σύμβολα μαγικών δυνάμεων (The Magic Circle, 1886). Αν μπορούσα να της μιλήσω, θα της έλεγα πως ακριβώς η ξυπόλυτη μορφή της μαζί με τα λουλούδια καθιστούν οποιοδήποτε άλλο «μαγικό» στοιχείο περιττό.

Κι αν κάποτε οι αναρίθμητες μάγισσες της ιστορίας, της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου απορροφούσαν στα πέλματά τους δυνάμεις ικανές να πραγματοποιήσουν οποιαδήποτε επιθυμία τους, ο σύγχρονος απομαγευμένος κόσμος έχει οριστικά εξορίσει τις γυναίκες του άλογου και του θαυματουργού· όμως γνωρίζω καλά πως αμέτρητες ξυπόλητες γυναίκες με μάγεψαν για πάντα κι έκτοτε τις αναζητώ για να μη βγω ποτέ από τον μαγικό τους κύκλο. (Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται…)

Υποσημειώσεις:

[1] […] vidi egomet nigra succinctam vadere palla / Canidiam pedibus nudis passoque capillo, / cum Sagana maiore ululantem: pallor utrasque / fecerat horrendas adspectu. […], βλ. Σάτιρα 1.8 του Ορατίου, από το πρώτο βιβλίο του έργου Sermones ή Saturae [Quintus Horatius Flaccus, Sermo I, 8: Canidia], στ. 23-26 (περ. 35 π.Χ.).

[2] Βλ. ενδεικτικά εδώ και εδώ. Ο Οράτιος εσκεμμένα σατιρίζει την Κανιδία ως διεφθαρμένη ιέρεια ώστε να σατιρίσει τη λαϊκή πίστη στη μαγεία και να αποτρέψει τους ρωμαίους από το να πληρώνουν μάγισσες για τις υπηρεσίες τους.

Η ταινία: Bell, Book and Candle (Richard Quine, 1958). Η γυναίκα: Kim Novak. Το ποίημα: Quintus Horatius Flaccus, Sermo I, 8: Canidia (περ. 35 π.Χ.). Τα έργα: John William Waterhouse, The Magic Circle (1886), Circe Offering the Cup to Ulysses (1891), Circe Invidiosa (1892).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Η ζωγραφική σύνθεση της Τζίλιαν είναι του Brandon Campbell.

Iris Murdoch -Θάλασσα, θάλασσα

1. Η απόσυρση ενός μελλοντικού ερημίτη. Ένας επιτυχημένος εξηντάρης διάσημος ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας αποφασίζει να αποσυρθεί σ’ ένα σπίτι στην ερημιά των βράχων και της θάλασσας. Τώρα που τα σημαντικά συμβάντα στην ζωή του έχουν τελειώσει, το μόνο που απομένει είναι οι «στοχασμοί εν ηρεμία». Ως τώρα, άλλωστε, έδινε ζωή σε άλλους χαρακτήρες, ας δώσει τώρα ζωή στον δικό του, γράφοντας ένα μυθιστόρημα ή ημερολόγιο ή απομνημονεύματα, δεν ξέρει τι θα προκύψει. Ποιος το ξέρει αν θα βρω ενδιαφέρον στη ζωή που έχω αφήσει πίσω μου όταν θα αρχίσω να την αφηγούμαι; Ο κύριος Τσαρλς Άρροουμπαϋ μοιάζει να απολαμβάνει την αιφνίδια φυγή του και την έκπληξη των φίλων του και των αγαπημένων του γυναικών, που όλοι τους όμως αμφιβάλλουν αν θα καταφέρει να αντέξει την απομόνωση. Προς το παρόν οι αφηγήσεις του προκαλούν μόνον τέρψη, καθώς φιλοσοφεί περί φαγητού, θάλασσας, μοναξιάς αλλά και της πρότερης ζωής του, μιας ζωής γεμάτης αν μη τι άλλο ενδιαφέροντες ανθρώπους και οπωσδήποτε έρωτες.

2. Το σπίτι των σαρκασμών. Αποκομμένο από την κοινότητα και εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης, χωρίς ηλεκτρισμό ή κανενός είδους θέρμανση, το σπίτι τον υποβάλλει με επιθυμητό τρόπο. Το χωριό Νάροουντιν μ’ ένα ξενοδοχείο και μια παμπ, βρίσκεται σε ικανή απόσταση με τα πόδια. Οι «γείτονες» χαιρέκακα τον προειδοποιούν για τις θύελλες που θα το δέρνουν τον χειμώνα αλλά δεν τους περνάει από το μυαλό πως τις περιμένει πως και πως. Αυτός χαίρεται και τους θορύβους μέσα κι έξω από το σπίτι – την σιωπή την θέλει μόνο στο θέατρο. Το ίδιο το κτίσμα προκαλεί μια αίσθηση αθόρυβης ύπαρξης· κάποια μέρη τα έχει αποικίσει, κάποια άλλα ανθίστανται πεισματικά. Ευτυχώς η βραχώδης ακτή δεν προσελκύει εκδρομείς με πιτσιρίκια και εύχεται να συνεχίζουν όλοι να λένε πως δεν είναι καλή παραλία, ώστε να μην κατακλυστεί ο τόπος από «διανοούμενους». Στο χωριό αγοράζει όλες τις έστω και παλιές καρτποστάλ με το γεφύρι και την ρουφήχτρα κοντά στο σπίτι του μην του κουβαληθούν εκδρομείς για να δουν «την ομορφιά του τόπου». Η σαρκαστική, αυτοσαρκαστική και ειρωνική διάθεση του Τσαρλς απογειώνει κάθε σκέψη.

3. Το βασίλειο του θεάτρου. O Τσαρλς μπήκε στο θέατρο λόγω Σαίξπηρ («εννοείται») και «μπήκε δρομαίος για την κατεργαριά και την μαγεία της τέχνης». Εκεί μπορούσε να ουρλιάζει την οργή του στον κόσμο, γιατί το θέατρο είναι μια επίθεση στην ανθρωπότητα που γίνεται με μάγια: να θυματοποιείς ένα κοινό κάθε βράδυ, να το κάνεις να γελάει και να κλαίει και να υποφέρει και να χάνει το τρένο. Κι ύστερα, η συγκίνηση μπροστά σ’ ένα καινούργιο έργο, η αίσθηση του ξεσπιτώματος όταν τελειώνει, το σκόρπισμα της οικογενειακής ομάδας, ο νομαδισμός, είναι αδύνατο να ξεχαστούν, όπως δεν ξεχνάει και την άλλη, και πλέον κυρίαρχη πλευρά του: τι φιλικός και ζεστός χώρος μπορεί να φαίνεται και τι ερημιά μπορεί να κρύβει μέσα του.

Η αλήθεια είναι πως τα ειλικρινή συναισθήματα ενυπάρχουν είτε στο βάθος της προσωπικότητας είτε στο ύψος της. Ενδιάμεσα είναι απλώς θέατρο. Γι’ αυτό όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή και γι’ αυτό το θέατρο παραμένει εσαεί δημοφιλές, στην ουσία συνεχίζει να υπάρχει: γιατί είναι σαν τη ζωή, και είναι σαν τη ζωή παρότι είναι η πιο χυδαία και εξωφρενικά προσποιητή απ’ όλες τις τέχνες. Μέχρι κι ένας μέτριος συγγραφέας μπορεί να βγάλει κάμποση αλήθεια. Το ταπεινό του μέσο κλείνει προς την πλευρά της αλήθειας. [σ. 91]

Ως κατά βάση θεατρικός σκηνοθέτης ο Τσαρλς υπήρξε δικτάτορας: οι ηθοποιοί «προετοιμάζονταν οικειοθελώς για δάκρυα, καθώς, εκτός από νάρκισσοι είναι και μαζοχιστές». Παραδέχεται όμως πως σαν όλους έχει γερό μερίδιο από απογοητεύσεις, χαμένο χρόνο, αποτυχίες και αδιέξοδα και πως, όπως όλοι οι σκηνοθέτες, ζήλευε πάντα τους ηθοποιούς και υποπτεύεται πως και οι μεγαλύτεροι εξ αυτών θα προτιμούσαν κατά βάθος να είναι μεγάλοι ηθοποιοί.

4. Το παρόν του παρελθόντος. Καθώς ο Τσαρλς αρχίζει να σκέφτεται τα θεμελιώδη πρόσωπα της ζωής του, από τον πρώτο του δεσμό με την Κλεμέντ, όταν εκείνη ήταν σαράντα κι αυτός είκοσι, μέχρι και τους τελευταίους, είναι αδύνατο να μη σταθεί στην πρώτη του αγάπη, την Χάρτλι, που τον άφησε στα κρύα του λουτρού και έφυγε χωρίς εξηγήσεις. Οι παραδοχές είναι αλλεπάλληλες: η φυγή της προκάλεσε μια μόνιμη μεταφυσική κρίση στη ζωή του και πιθανώς τον ώθησε να υιοθετήσει την μάσκα του αμοραλισμού· ίσως οι ερωτικές του ιστορίες δεν ήταν παρά εμπαθείς προσπάθειες να δείξει στην Χάρτλι ότι είχε δίκιο που τον άφησε. Όταν πέταξε από κοντά του πέταξε και την ευκαιρία της να γίνει βασίλισσα του κόσμου. Από την άλλη, δεν θέλει να ξέρει πού σέρνει την ζοφερή της ύπαρξη και τον γεμίζει ικανοποίηση που η ζωή της θα είναι σκέτη πλήξη. Μέχρι που κόντρα σε κάθε πιθανότητα, την βρίσκει στο γειτονικό χωριό, γερασμένη και κουρασμένη, αλλά και πάλι συγκλονίζεται. Ήρθαμε εδώ για να ξανασυναντηθούμε, χωρίς να το ξέρουμε, σα να ήταν γραφτό.

5. Το παρελθόν μπορεί να αποκατασταθεί! … αποφαίνεται ο Τσαρλς και αρχίζει το μεγαλεπήβολο έργο της επανέξαρξης του «δεσμού» τους. Μπορεί η Χάρτλι να είναι άχρωμη και απεριποίητη αλλά τον ξετρελαίνει η απουσία κάθε προσπάθειας να αρέσει· μπορεί να μοιάζει με μια ζωντανή νεκρή αλλά αυτός θα της δώσει μια δεύτερη ζωή· μπορεί να είναι παντρεμένη και με έναν υιοθετημένο γιο, τον Τίτο, αλλά δεν παύει να είναι και φυλακισμένη. Πώς να προσπεράσει την αναμφισβήτητη δυστυχία της; Θα της δώσει την δυνατότητα να αποφασίζει για λογαριασμό της, θα την βοηθήσει να κάνει αυτό που στο βάθος θέλει η ίδια να κάνει. Εδώ βρίσκεται η πλέον απολαυστική όψη του βιβλίου: σελίδα με τη σελίδα διαπιστώνουμε ότι οι «καλές» προθέσεις του Τσαρλς, το ζωντάνεμα της πρώτης αγάπης, η σωτηρία μιας «βασανισμένης» γυναίκας, η επιστροφή του στην καλοσύνη που μόνο εκείνη του ενέπνεε, αφενός βασίζονται σε αποκλειστικές δικές του εικασίες και σενάρια, και αφετέρου δεν υπολογίζουν την γνώμη της ίδιας της Χάρτλι που είναι ευχαριστημένη από την ζωή της και δεν βρίσκει κανένα λόγο να την ανατρέψει. Και στο αποκορύφωμα: αρχίζει να σκέφτεται ο ίδιος για λογαριασμό της.

6. Η εμμονή της εμμονής. Ο Τσαρλς επιμένει σε βαθμό ακατάλυτης εμμονής. Επιδιώκει συναντήσεις μαζί της, στήνει αυτί στο σπίτι της, τους επισκέπτεται για τσάι και αδιαφορεί για την απαίτηση του συζύγου της Μπεν να μην ξαναπατήσει εκεί. Όσο κι αν η Χάρτλι του επισημαίνει ότι εισβάλλει την ζωή της σαν τουρίστας με εμφανές αίσθημα ανωτερότητας, όσο κι αν χαρακτηρίζει την παλιά τους αγάπη παιδιάστικη και αδελφική και του επισημαίνει πως «κάθε άνθρωπος έχει την δική του γωνιά, με τον Μπεν θέλουν να ζουν ήσυχα χωρίς να ανακατεύονται άλλοι στην ζωή τους», αυτός είναι αμετακίνητος: την νιώθει σαν τον μυστικό του γάμο και δεν σκέφτεται παρά την απελευθέρωσή της.

7. O πλήρης θίασος. Μπορεί ο Τσαρλς να έφτασε ως εδώ για να ζήσει ολομόναχος είναι μόνος, οι γυναίκες της ζωής του και οι φίλοι δεν τον αφήνουν να «ησυχάσει». Στέλνουν επιστολές και σύντομα αρχίζουν να τον επισκέπτονται, προσφέροντας μας γνωριμία με εξαιρετικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως ο άσπονδος φίλος του Πέρεγκριν Άρμπελόου, ένας Καθολικός Ιρλανδός που νωρίς παράτησε τη θρησκεία εν ονόματι του μαρξισμού, ένας μανιώδης πότης και, κυρίως, ο πρώην σύζυγος της Ροζίνα Βάλμπουργκ, την οποία ο Τσαρλς έκλεψε, αλλά παρ’ όλα αυτά παραμένουν φίλοι. Η Ροζίνα, που αποτελεί και αυτή πλέον έναν παρελθοντικό θυελλώδη έρωτά του, δεν μπορεί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Τσαρλς, να φανταστεί έρωτα χωρίς καβγά («ένας γερός καβγάς καθαρίζει την ατμόσφαιρα») και φέρεται σα να βρίσκεται πάντοτε επί σκηνής, στο θέατρο ή στη ζωή. Ο ίδιος φρόντιζε να της δίνει ρόλους που δεν της πήγαιναν αλλά εκείνη εξακολουθούσε να μαγνητίζει τους πάντες. Η Ροζίνα είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων χαρακτήρας και οι μεταξύ τους στιχομυθίες είναι μνημειώδεις. Μπορεί να της χάλασε τον γάμο και δεν παύει να του το πιστώνει, αλλά αδυνατεί να μην τον επιθυμεί, ενώ παράλληλα φροντίζει να του υπενθυμίζει πως στο Λονδίνο τον έχουν ήδη ξεχάσει, ανήκει στην αρχαία ιστορία, δεν άφησε ούτε μύθο πίσω του· πως η γοητεία του τελικά ήταν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δύναμη. Η συνήθης κατηγορία κατά του Τσαρλς είναι πως καταστρέφει την ψυχική ηρεμία των ανθρώπων, κατηγορία που, όλως τυχαίως, του απευθύνουν και οι περισσότεροι.

Η έτερη προσκολλημένη με τον Τσαρλ, η Λίζι Σίρερ, μια Σεφαραδείτισσα Εβραία της οποίας το παρακλητικό, άτολμο ύφος της είναι όλη της η γοητεία, μαζί με την δυσκολία εστίασης, λόγω μυωπίας, του στέλνει ερωτικά γράμματα αλλά και του ανακοινώνει πως προτίμησε μια ήρεμη συμβίωση με τον φίλο του Γκίλμπερτ, προτιμώντας «έναν έρωτα που θα συμβιώνει και με την απελπισία και με την συνήθεια και την κούραση», παρά την παθιασμένη κόλαση που έζησε μαζί του. Πεπεισμένη πως ο Τσαρλς έχει αγαπήσει μόνο στην σκηνή, δύσπιστη ως προς την απόσυρσή του («δεν σε πιστεύω ότι αποσύρθηκες, σα να λέμε ότι αποσύρεται ο Θεός»), μακριά και αυτή από το θέατρο που ήταν πάντα μαρτύριο γι’ αυτήν, καθώς την λάμψη της την φύλαγε μόνο για εκείνον, τον θερμοπαρακαλεί να μην χρησιμοποιήσει την δύναμή του για να τους πληγώσει και του προτείνει «μια ελεύθερη αγάπη, χωρίς την φρικτή κτητικότητα, να αγαπιούνται χωρίς αλλά όχι με τρόπο που θα την καταστρέψει». Η αντίδραση του Τσαρλς; Αν θέλουν να πίνουν το κακάο τους φορώντας τις ρόμπες τους ας το κάνουν! Αν αποφασίσει να μην επιστρέψει σ’ αυτόν, τότε δεν αξίζει να είναι δίπλα του! Υπάρχει, τέλος, και ο προαναφερθείς Γκίλμπερτ, ένας πολυερωτικός ηθοποιός, πάντα δουλικά υπάκουος στον Τσαρλς, που χρησιμοποιεί έναν περιπαικτικό κυνισμό ως έσχατη άμυνα και σπεύδει να τον επισκεφτεί για να τον … υπηρετήσει.

8. Ανάμειξη ψυχικών υλικών. Αντιλαμβάνεται κανείς τα συσσωρευμένα εκρηκτικά υλικά του σπιτιού όταν, αφενός, ο Τσαρλς επιμένει στο σχέδιό του και, αφετέρου, όταν οι παραπάνω φίλοι και οι νυν και πρώην εραστές σπεύδουν ο ένας μετά τον άλλον ακάλεστοι στο σπίτι, με κυρίαρχη μορφή και τον εξάδελφό του Τζέιμς, μια μυστηριώδη μορφή που συνδυάζει ένα στρατιωτικό παρελθόν με μια ανατολικής προέλευσης φιλοσοφική ενατένιση της ζωής. Ο περίγυρος γνωρίζει καλά τον Τσαρλς και θέλει να τον αποτρέψει από χειρότερες καταστάσεις. Η Ροζίνα του λέει πως είναι συνηθισμένος σε γυναίκες ευφυείς και αντισυμβατικές και είναι αδύνατο να συνυπάρξει με αυτή την «μουσάτη κυρία», πως δεν υπάρχει ρόλος πια γι’ αυτόν σε εκείνα τα μέρη. Ο Τζέημς του επισημαίνει την αυταπάτη αυτής της αγάπης, τον χειρισμό της Χάρτλι ως κινητής περιουσίας, την εξιδανίκευσή της ως υπέρτατης αξίας και κυρίως την μεγάλη παγίδα: την επιμονή της σωτηρίας της, βάσει και μιας προσωπικής ηθικής, ακόμη κι αν η συγκατάθεσή της είναι εμφανώς απούσα. Να ξέρεις ότι οι άνθρωποι τελικά κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουνε πολύ πιο συχνά απ’ όσο νομίζεις. [σ. 623]

9. Κωμωδιόδραμα. Το δράμα (που ενισχύεται με μια περίεργη απόπειρα, μια απώλεια, φιλονικίες και προστριβές) συνδυάζεται με την κωμωδία που σε σημεία αποδεικνύεται σπαρταριστή: ο Τίτος με τον Γκίλμπερτ ξοδεύουν τα χρήματά του σε τρόφιμα με ποτά, άλλοι πίνουν με ύφος μακάριας απόλαυσης και ξαπλάρουν στο γρασίδι ενώ ο Τσαρλς τσουρουφλίζεται από τα πάθη του, κάποτε μεταξύ τους επικρατεί ατμόσφαιρα διακοπών και φυσικά όλοι απολαμβάνουν τα τεκταινόμενα και πάνε μαζί του να την διεκδικήσουν, ενώ στην εκεί επίσκεψη ο Τζέιμς με τον Μπεν αποδεικνύονται παλαιοί συστρατιώτες και είναι έτοιμοι να πιάσουν τις αναμνήσεις. Ο Τσαρλς δημιουργεί μια γονεϊκή σχέση με τον Τίτο και αποφασίζει να φέρει σχεδόν δια της βίας την Χάρτλι στο σπίτι για μια «θεραπευτική αγωγή», παρόλο που «δεν θέλει να εξαναγκαστεί να την εξαναγκάσει»!

10. Τα αμέτρητα ενδεχόμενα και οι ανοιχτοί λογαριασμοί. Κι αν η Χάρτλι προτιμά, όπως του λέει, να βιώνει την μακρά διάρκεια στην ζωή της και όχι την ξαφνική φευγαλέα στιγμή και το κυνήγι του άπιαστου που πάντα προτιμούσε ο Τσαρλς; Κι αν η επιθυμία του να υιοθετήσει τον Tίτο, στην ουσία η ύπαρξη ενός γιου, είναι φαντασίωση που όπως όλες, μια χαρά την φέρνει βόλτα, όπως του λέει η Ροζίνα; Κι αν η Χάρτλι θέλει κατά βάθος και η ίδια να πιεστεί για την μεγάλη της απόδραση, όπως επιμένει ο Τσαρλς; Κι αν Χάρτλι με τον Μπεν έχουν βρει τον δικό τους τρόπο να μισούν και να πληγώνουν ο ένας τον άλλον, και το απολαμβάνουν, όπως του τονίζει ο Τζέημς; Το απρόσμενο, συγκινησιακότατο δια εμέ «Υστερόγραφο» (το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος), επιχειρεί να δώσει ένα τέλος ιστορίας, προτού αντιληφθεί ότι έχουν ήδη ανοίξει άλλες.

… σκέφτηκα να επωφεληθώ για να κλείσω μερικούς ανοιχτούς λογαριασμούς, αν και οι ανοιχτοί λογαριασμοί κλείνουν εντελώς, γιατί στο μεταξύ ανοίγεις καινούργιους. Ο χρόνος, όπως και η θάλασσα, λύνει όλους τους κόμπους. Οι κρίσεις μας για τους άλλους δεν είναι ποτέ οριστικές, αναδύονται από ανακεφαλαιώσεις οι οποίες αυτομάτως υποδηλώνουν την ανάγκη αναθεώρησης. Οι διακανονισμοί που κάνουν οι άνθρωποι δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανοιχτούς λογαριασμούς και αόριστες εκκαθαρίσεις, όσο κι αν η τέχνη προσποιείται το αντίθετο για να μας παρηγορεί. (σ. 872-873)

11. Εν κατακλείδι; Ποιος μπορεί να γνωρίζει τι συμβαίνει στην «πραγματικότητα» του κάθε ανθρώπου; Οι προσωπικές ερμηνείες, οι ιστορίες που πλάθει ο εγκέφαλος, οι πολλαπλές εκδοχές μιας συμπεριφοράς, τι παραπάνω μπορεί να αποτελούν πέρα από μια καθαρά προσωπική δημιουργία; Και πώς μπορεί κανείς να κατηγορήσει αυτόν τον σπάνιο λογοτεχνικό (αντι)ήρωα, αυτόν τον νάρκισσο και ευφυή εξουσιαστή φίλων και γυναικών, για την εμμονή του μαζί της όταν οι άλλοι έχουν εμμονή μαζί του; Η μόνη που μοιάζει να τον καταλαβαίνει είναι η Θάλασσα (μέχρι να τον προδώσει, φυσικά και αυτή), γίνεται ο καθρέφτης του, οι εναλλαγές της αντιστοιχούν σε εκείνες του ψυχικού του κόσμου, και οι έξοχες σχετικές φράσεις της Μέρντοχ δεν κουράζουν ούτε λεπτό, ακόμα κι εμάς που φρίττουμε μπροστά σε περιγραφές της φύσης.

915 σελίδες απόλαυσης και δεν περίσσεψε ούτε μία. Όσο για την μετάφραση, έχουμε πολλές φορές τονίσει εδώ στο Πανδοχείο ότι δεν έχουμε την απαιτούμενη σκευή να φιλοφρονούμε μεταφράσεις και να μοιράζουμε εδώ κι εκεί τα συνήθη επίθετα· πως, και μόνο η παρουσίαση εδώ των εκάστοτε βιβλίων σημαίνει πως η ανάγνωσή τους υπήρξε απολαυστική και λόγω της μεταφρασμένης γλώσσας τους. Όμως δεν μπορούμε να μην τονίσουμε πως αυτή τη φορά η γλώσσα κυμάτιζε, στραφτάλιζε, έλαμπε και αποκτούσε όλα σχεδόν τα χρώματα κι έτσι κολυμπήσαμε στην υπέροχη θάλασσά της.

Εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2023, 915 σελ., μτφ. Αθηνά Δημητριάδου. Περιλαμβάνεται εικοσασέλιδη «Εισαγωγή» του συγγραφέα Τζον Μπερνσάιντ (John Burnside).

Στις εικόνες, έργα των: 1. Duh22_Art, 2. Jacob Streilein, 3. Αγνώστου, 4. Rosie McGuines [κάπως έτσι φαντάζομαι την Χάρτλι], 5. Ann Zhuleva [Κάπως έτσι φαντάζομαι την Ροζίνα], 6. Natalia Zanchevskaia [κάπως έτσι φαντάζομαι την Λίζι], 7. Jess Allen [κάπως έτσι φαντάζομαι τον Τσαρλς να φαντάζεται την Χάρτλι], 9. Leanne Spanza.

Δημοσίευση και στο mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 255, εδώ, υπό τον τίτλο Teenage Theatre, από το αξέχαστο τραγούδι του Blaine Reininger (Byzantium, 1987) που ταιριάζει εφιαλτικά με τον ήρωα του μυθιστορήματος. [Εδώ]