Πασκάλ Μπρυκνέρ – Ένας χρόνος και μια μέρα

Ένα χρονικό του Χρόνου

O Μπρυκνέρ είναι πάντα ένας εξαιρετικός συγγραφέας, τόσο στα μυθιστορήματά του (τα αγαπημένα μου παραμένουν Ο Άγιος Ζιγκολό, όπως μεταφράστηκε στα καθ’ ημάς το L’ amour du prochain και Οι κλέφτες της ομορφιάς) όσο και στα πνευματώδη, ενίοτε έκκεντρα δοκίμιά του. Το εξαρχής ενδιαφέρον στο παρόν βιβλίο είναι η μικρότερή του έκταση σε σχέση με τα προηγούμενα και το ερώτημα αν ο ζωτικός χώρος μιας κατά κάποιο τρόπο «νουβέλας» αρκεί για μια ολοκληρωμένη πρόζα σαν κι εκείνες που αρέσκεται να σπέρνει.

Η 26χρονη Ιεζάβελ, καθηγήτρια φυσικών επιστημών και μαθηματικών σε ένα τεχνικό λύκειο στην Γαλλία, βρίσκεται στο αεροδρόμιο για να πετάξει ως το Κεμπέκ για να εκπληρώσει μια υπόσχεση που έδωσε στον πατέρα της στο κρεβάτι του θανάτου του. Να παρουσιάσει στην εκεί έκθεση ωρολογοποιίας το μοναδικό ρολόι που είχε ο ίδιος κατασκευάσει: ένα ρολόι που αντί να μετρά τον χρόνο τον καταστρέφει. Η Ιεζάβελ έχει συνηθίσει στα αεροπλάνα, να διαβάζει στο πρόσωπο των άλλων τα σημάδια ανακούφισης ή τρόμου, υποπτευόμενη ωστόσο ότι εκείνοι που δείχνουν χαλαροί έχουν χρηματιστεί από την αεροπορική εταιρίας για να παραπλανούν τους πελάτες. Τουλάχιστον υπάρχουν ειδικά σεμινάρια ενάντια στον φόβο για το αεροπλάνο. Και μπορεί οι στατιστικές να το ορίζουν ως το ασφαλέστερο μέσο μεταφοράς αλλά η Ιεζάβελ γνωρίζει ότι η προσφυγή στους αριθμούς προκειμένου να γαληνέψει ο ψυχισμός μας δεν λαμβάνει υπόψη της πως ατύχημα είναι ό,τι αψηφά τις προβλέψεις και πως οι στατιστικές είναι αλάνθαστες ως την στιγμή που εκτροχιάζονται. Έτσι τώρα στο αεροπλάνο όπου μια κραυγή μπορεί να προκαλέσει εξέγερση και δυο κραυγές επανάσταση αφήνεται στις εφιαλτικές αναταράξεις, στις μάσκες οξυγόνου που πέφτουν σαν διαστημικά χταπόδια και στις εκρήξεις των επιβατών και απλά κλείνει τα μάτια της, μη θέλοντας να γνωρίζει τίποτα.

«Ο Θεός εφηύρε τα ρολόγια για να αιχμαλωτίσει τον χρόνο και εφηύρε τον χρόνο για να τιμωρήσει τους ανθρώπους», της έλεγε ο πρώην πάστορας πατέρας της Ναθαναήλ, και πως στον ίδιο, ανέθεσε την αποστολή να εφεύρει το ρολό που θα σβήσει τον χρόνο και να απαλείψει το προπατορικό αμάρτημα. Το ρολόι λοιπόν θα λειτουργούσε ως μαύρη τρύπα που θα καταβρόχθιζε την διαδοχή των αιώνων και θα έβαζε τέλος στην ανθρώπινη αγωνία. Παλαιότερα δούλευε και την ιδέα ενός σαρκικού ρολογιού, που θα γερνούσε ταυτόχρονα με τον ιδιοκτήτη του και θα αποσυντίθετο μαζί του, ενώ εκείνη πιο μικρή του ζητούσε ένα ρολόι που δεν θα λέει τι ώρα είναι αλλά θα την ρωτάει τι ώρα εκείνη θέλει να είναι. Και κάποτε να του ζητάει να κολλάει στην ώρα των λιγοστών ευτυχισμένων στιγμών.

Το αεροσκάφος βρίσκει την σωτηρία σ’ έναν αεροδιάδρομο σε κάποιο αεροδρόμιο του Νιου Χαμσάιρ. H Ιεζάβελ μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες οδηγούνται σε μια άδεια αίθουσα αεροδρομίου και εγκαταλείπονται από την αεροπορική εταιρεία αφού τους δοθεί ένα ταπεινό χρηματικό ποσό για διανυκτέρευση σε κάποιο ξενοδοχείο. Ένας βαριεστημένος υπάλληλος ελέγχει τα μισά διαβατήρια και κλείνει το γκισέ, και η εκπρόσωπος της εταιρείας μέσα στη βιασύνη της να σχολάσει ξεχνάει να της δώσει το αεροπορικό της εισιτήριο ενώ οι αποσκευές της έχουν χαθεί. Δεν προλαβαίνει να τελειώσει την μάταιη αναζήτηση των φευγάτων αυτών προσώπων και οι συνταξιδιώτες έχουν φύγει. Και βγαίνει έξω, σε έναν τόπο εντελώς άγνωστο.

Ένα ξεχαρβαλωμένο ταξί, σβηστοί σηματοδότες, ένα νεογοτθικό ξενοδοχείο σε μορφή πυραμίδας, κακοφωτισμένοι διάδρομοι – η κινηματογραφική αίσθηση είναι εμφανής, όμως ο Μπρυκνέρ ελέγχει προσεκτικά τις φράσεις του και δεν παρασύρεται στους ρυθμούς των εμπορικών φιλμ. Η Ιεζάβελ είναι  πολύ κουρασμένη για να διαβάσει τι υπογράφει και οδηγείται στο δωμάτιο 3333, στον τοίχο του οποίου δεσπόζει ένα τεράστιο πανό τοίχου με υπογραφές και φωτογραφίες ταυτότητας όλων των πελατών που κοιμήθηκαν εκεί – κάτι ανάμεσα σε επιτύμβια στήλη και πίνακα υποδειγματικών υπαλλήλων κάποιας εταιρείας. Εξάντληση, η κούραση εξαιτίας της οποίας υπογράφει τα πάντα, τοποθέτηση του «Μην ενοχλείτε έξω» από την πόρτα, κενό.

Ξυπνώντας από έναν βαθύ ύπνο η Ιεζάβελ κατεβαίνει στην ρεσεψιόν να πληρώσει και τότε συμβαίνει το αδιανόητο. Ο λογαριασμός είναι ένα χοντρό πακέτο τυπωμένα χαρτιά με ευρετήριο και πίνακα περιεχομένων. Η διαμονή στο ξενοδοχείο μετράει ένα χρόνο και μια μέρα. Αδυνατεί χωρίς χαρτιά να αποδείξει οτιδήποτε και η ίδια αντιλαμβάνεται ότι οι εξηγήσεις της μοιάζουν απίθανες. Απεναντίας οι δικές τους είναι εφιαλτικές: υπάκουσαν στην εντολή της να μην την ξυπνήσουν, της παρείχαν ορό και καθετήρα. Η Ιεζάβελ υποχρεώνεται να καταβάλλει το αντίτιμο της διαμονής με εργασία στο ξενοδοχείο, διαφορετικά θα συλληφθεί και θα δικαστεί και θα καταδικαστεί σε φυλάκιση. Σύντομα θα αντιληφθεί ότι οι κανόνες των φυλακών εφαρμόζονται και στη νέα της εργασία: ομοιόμορφη στολή καθαρίστριας, διαμονή σε δωμάτιο – αποθήκη χωρίς παράθυρα, μια ιδιωτική φυλακή κατόπιν ιδιωτικής συμφωνίας και με τον κατώτατο μισθό. Ονομάζεται πλέον Τζαζ και είναι υποτελής όλων των άλλων, ακόμα και των άλλων «υπαλλήλων» που συχνά είναι δανεισμένες από τις κρατικές φυλακές, μια σκλάβα των σκλάβων.

Σε αντίθεση με τα μυθιστορήματα που θα ξεχείλωναν την ιστορία σε εκατοντάδες σελίδες, εδώ ο Μπρυκνέρ θαυματουργεί, καθώς του αρκούν πολύ λιγότερες για να ανοίξει έναν πολυπλόκαμο κόσμο όπου συνυπάρχουν ένα καφκικό κτίσμα με ανάλογες αισθήσεις, η σκοτεινή πλευρά μιας πραγματικότητας που είναι σχεδόν δίπλα μας και είναι έτοιμη να μας απορροφήσει, η κυριαρχία του παραλόγου στον μοντέρνο κόσμο, η αμφισβήτηση του ίδιου του εαυτού (και αν όντως κοιμήθηκα ένα χρόνο;) και η ισχυρότερη από ποτέ παρουσία του παρελθόντος, μέσω μιας σειράς οικογενειακών μνημών αλλά με προεξάρχουσα μορφή του εκείνη του πατέρα της – μήπως ο ίδιος δεν την έφερε ως εδώ; Άλλωστε, οι νεκροί δεν πεθαίνουν αμέσως, θέλουν χρόνια για να φύγουν, συνεχίζουν να μας καταδιώκουν και μερικές φορές μάλιστα ζουν περισσότερο από εμάς.

Διεισδύουν εδώ και κλασικές θεματικές του Μπυκνέρ, όπως τα όρια του εξευτελισμού για την επιβίωση και ο πανταχού παρών ερωτισμός που μπορεί να ξεσπάσει σε ακραίες καταστάσεις ή και ακριβώς εξαιτίας τους. Δεν λείπει, φυσικά, και η αίσθηση της γλωσσικής ερημιάς που βιώνει η Τζαζ – αρχικά λόγω της αδυναμίας της να μιλήσει αγγλικά (προφανές σχόλιο του συγγραφέα για τους ομοεθνείς του) και αργότερα λόγω της ισχνής διαλέκτου της μικρής κοινωνίας στην οποία εντάχθηκε.

Η Τζαζ αντιλαμβάνεται πως ζει σε ένα οχυρό είκοσι πέντε ορόφων μιας αντίστροφης δαντικής κατατομής (οι εκλεκτοί μένουν στους χαμηλούς ορόφους, οι κατώτεροι στους ψηλότερους), ενώ παντού τριγύρω χάσκουν ημιτελείς κολοσσοί από τσιμέντο κι εμείς με την σειρά μας αντιλαμβανόμαστε πως η αποστολή της για το ρολόι δεν μπορεί να χαθεί και πώς η Τζαζ θα πρέπει να βγει από τον Παράλογο Κόσμο στον οποίο ρίχτηκε, με οποιοδήποτε τρόπο – φανταστικό, ηρωικό, επιστημονικό, μεταφυσικό, εξερχόμενο από μέσα της.

Κάθε ρολόι είναι σαν ένα τοπίο που ο χρόνος ψάλλει με αγαλλίαση τον αιώνιο κύκλο του, είναι τα μάτια που ο χρόνος δίνει στον εαυτό του για να παρακολουθεί το ίδιο του το πέρασμα. Οι δείκτες καλπάζουν, ευτυχείς με την αέναη κίνησή τους. [σ. 109]

Εκδ. Πατάκη, 2020, σελ. 234, μτφ. Γιάννης Στρίγκος [Pascal Bruckner – Un an et un jour, 2018]

Στις εικόνες, έργα των : 1. Santiago Caruso, 4. Hiroki Nishiyama, 5. Vlad & Liubov.

Δημοσίευση και σε: Mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο αρ. 254, με τίτλο Out of time, φυσικά από το άχρονο και διαχρονικό τραγούδι των Rollling Stones [1966] (μνήμη).

Αλεσσάντρο Μπαρίκκο – Ωκεανός

Εκεί όπου η πραγματικότητα ξεθωριάζει και όλα γίνονται μνήμη

Ο Αλεσσάντρο Μπαρίκο είναι ένας σπάνιος συγγραφέας και από τους πλέον αγαπημένους μου. Μου αρέσει ο τρόπος που γράφει, εκείνη η ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα που σε κάνει να σταματάς στη φράση και να μη βιάζεσαι να προχωρήσεις, ποτέ όμως εις βάρος των ιστοριών που επινοεί, και χωρίς να την αφήνει να παραμείνει μια ποιητική που αρέσκεται (και εξαντλείται) στην περίτεχνη συρραφή των λέξεων. Ο Ωκεανός αποτελεί ένα από τα κορυφώματα της πορείας του. Η Θάλασσα και ένα Πανδοχείο σε μια άκρη της αποτελούν το ενιαίο περιβάλλον όπου συνυπάρχουν μερικοί από τους πλέον αξιομνημόνευτους λογοτεχνικούς ήρωες.

Για παράδειγμα: Ο ζωγράφος Πλασσόν, πρώην επιτυχημένος πορτρετίστας,  εδώ και μέρες στέκει μπροστά στη θάλασσα έτοιμος να κάνει την απόλυτη προσωπογραφία της αλλά ο καμβάς παραμένει λευκός. Κάθε βράδυ έρχεται να τον πάρει μια βάρκα, λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα, την ώρα που το νερό έχει φτάσει ήδη στην καρδιά του. Ή: η μικρή κόρη του βαρόνου του Κέργουολ που ονομάζεται Ελίσγουιν λέγεται ότι θα πεθάνει· την κατέχει η ευαισθησία μιας ανεξέλεγκτης ψυχής που εξερράγη για πάντα σε ποιος ξέρει ποια στιγμή της μυστικής ζωής της, ανέβηκε στην καρδιά από αόρατους δρόμους και στα χέρια και παντού, σαν ασθένεια. Όταν περπατάει μοιάζει να γλιστράει στον αέρα, ενώ κάθε τόσο, της άρεσε να τρέχει κατά μήκος των διαδρόμων για να συναντήσει ποιος ξέρει τι. Επίσης: η Αν Ντεβεριά που κατέλυσε στο Πανδοχείο για να θεραπευτεί από την παράξενη ασθένεια της μοιχείας καθώς ο σύζυγός της πιστεύει πως το κλίμα ης θάλασσας ναρκώνει τα πάθει, διεγείρει την ηθική και η μοναξιά της θάλασσας θα την οδηγήσει να ξεχάσει.

Στο Πανδοχείο Αλμάγιερ, λοιπόν, όπου το χοντρό βιβλίο με τις υπογραφές των φιλοξενούμενων παραμένει ανοιχτό πάνω σ’ ένα ξύλινο αναλόγιο, σαν ένα χάρτινο κρεβάτι που περιμένει τα όνειρα άλλων ονομάτων, καταφτάνει και ο καθηγητής Μπάρτλμπουμ, και τα μόνα πρόσωπα που συναντά κατά την άφιξή του είναι η περιφερόμενη στο Πανδοχείο δεκάχρονη Ντίρα, που του απευθύνει ερωτήσεις καίριες και ευθύβολες κι ένα παιδί που κάθεται στο παράθυρο με τα πόδια στο κενό και ισχυρίζεται ότι είναι μέρος της επίπλωσης. Ο Μπάρτλμπουμ γράφει γράμμα σε μια γυναίκα. Το γράμμα πέφτει σε ένα μαονένιο κουτί, όπου υπάρχουν εκατοντάδες ίδια γράμματα, ανοιχτά, χωρίς διεύθυνση.

Ο Μπάρτλμπουμ πιστεύει ότι σε κάποιο μέρος του κόσμου θα συναντήσει κάποτε την γυναίκα που θα διαβάσει τα γράμματά του. Σε αυτήν γράφει κάθε μέρα σχεδόν, χρόνια τώρα, επειδή έχει μια ζωή να διηγηθεί – σε ποιον άλλον αν όχι σ’ αυτήν; Θα ακουμπήσει στην ποδιά της το κουτί, θα της πει ότι την περίμενε κι εκείνη θα διαβάσει τα γράμματα ένα προς ένα, ανεβαίνοντας ένα χιλιομετρικό νήμα από μπλε μελάνι …που αυτός ο άντρας, πριν ακόμα την γνωρίσει, της είχε χαρίσει. Σε μια επιστολή της γράφει: Τα λέμε όλα με μια μονάχα λέξη ή σε μια μονάχα λέξη τα κρύβουμε όλα; Βρίσκομαι εδώ, ένα βήμα από τη θάλασσα, και ούτε που καταφέρνω να καταλάβω πού είναι η θάλασσα.

Αύριο, της γράφει, θα αρχίσει τις μελέτες του, να ολοκληρώσει το έργο που άρχισε πριν δώδεκα χρόνια. Ο καθηγητής σκοπεύει ή ονειρεύεται να συντάξει. μια εγκυκλοπαίδεια των ορίων που συναντώνται στη φύση, με παράρτημα αφιερωμένο στα όρια των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Υποστηρίζει πως η φύση έχει την δική της εκπληκτική τελειότητα, κάτι που είναι αποτέλεσμα ενός συνόλου ορίων και θέλει να ανακαλύψει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η φύση, πού αποφασίζει να σταματήσει, πού τελειώνει η θάλασσα· να ανακεφαλαιώσει χιλιόμετρα ολόκληρα από απόκρημνες ακτές, παραλίες σε μια μοναδική εικόνα, σε μια έννοια που να είναι το τέλος της θάλασσας.

Η Ελίσγουιν αύριο θα γίνει δεκαπέντε χρονών και ο βαρόνος καλεί τον δόκτορα Ατερνέλ γιατί όταν ο Θεός αποτύχει, είναι η σειρά του γιατρού. Το κορίτσι περιγράφει τι νοιώθει: ένας κολασμένος πυρετός, μια ανυπόφορη μυρωδιά μούχλας, η αίσθηση πως εξαφανίζεται σιγά σιγά αλλά γλυκά. Μπροστά στην άπιαστη ασθένειας μιας παιδούλας πολύ εύθραυστης για να ζήσει και πολύ ζωντανής για να πεθάνει ο γιατρός χαμηλώνει τη φωνή και λέει την μόνη λέξη που μπορεί να την σώσει: θάλασσα. Η μεγάλη θαλάσσια αγκαλιά μπορεί να σπάσει το περίβλημα ης αρρώστιας, να ενεργοποιήσει τα κανάλια της ζωής. «Αυτό είναι το καλό των ανθρώπων της επιστήμης: είναι βέβαιοι». «Η αλήθεια είναι πάντοτε απάνθρωπη, σαν κι εσάς». Ο πάτερ Πλους αναλαμβάνει να την οδηγήσει ως τη θάλασσα που ο βαρόνος δεν είχε ποτέ δει, ως το Πανδοχείο Αλμάγιερ.

Ο ναύαρχος Λανγλαί συλλέγει τα αξιοπερίεργα των θαλασσών – την ανάδυση κάθε εξήντα έξι μέρες ενός νησιού σε σχήμα σταυρού, την εξαφάνιση ενός πλοίου, τα υπολείμματα ενός βατσέλου που είχε αποπλεύσει από την άλλη άκρη του κόσμου και τόσα άλλα. Στο ημερολόγιό του συνυπάρχουν η επιγραφική ψυχρότητα των επίσημων ανακοινώσεων και η αλκοολική σιγουριά των ονειροπόλων ναυτικών. Από τις θάλασσες ολόκληρης της υδρογείου, εκατοντάδες ιστορίες φτάνουν στο γραφείο του για να τις καταπιεί μια λεπτή ετυμηγορία σαν νήμα μαύρου μελανιού κι αυτός βρίσκεται καθημερινά ανάμεσα στο διαυγές βλέμμα του εξερευνητή και το γεμάτο παραισθήσεις του ναυαγού και, σε κάθε περίπτωση, ζει μέσα στο θαύμα.

Μια μέρα φέρνουν μπροστά του έναν άντρα ονόματι Άνταμς που υπήρξε αγαπημένο ζώο ενός αρχηγού φυλής (γιατί υπήρχαν πολλοί όμηροι του τυχαίου και θηράματα ανθρώπων για τους οποίους οι λευκοί ήταν κάτι παραπάνω από ένα παράξενο είδος ζώου) και έζησε όμως στην σκληρότητα εκείνου του βασιλείου των σκλάβων. Το μόνο πράγμα που υπονοεί κάποιο απομεινάρι συνείδησης είναι το βλέμμα του και ο ίδιος συνοδεύεται από μια μεγάλη φήμη: έχει δει το Τιμπουκτού, την πόλη που κανείς λευκός δεν είχε δει, εκεί όπου οι γυναίκες έχουν ακάλυπτο μόνο το ένα μάτι, γιατί κανείς άντρας δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει το βλέμμα τους χωρίς να τρελαθεί. Ο Άνταμς έμοιαζε εξόριστος σ’ έναν άλλο κόσμο αλλά ο Λανγλαί τον έκλεψε από την δυστυχία και τον οδήγησε στο μέγαρό του, αποφασισμένος «σε όποιον κόσμο κι αν είχε πάει να καταφύγει το μυαλό του, θα πήγαινε εκεί για να το πάρει». Κυρίως γιατί ήθελε να σώσει τις ιστορίες που είχαν κρυφτεί μέσα του. Άλλωστε κάποια μέρα ο Άνταμς θα ψελλίσει: Δεν έχει τείχη το Τιμπουκτού, γιατί πιστεύουν ότι η ομορφιά του από μόνη της είναι ικανή να σταματήσει

Σ’ ένα ανελέητο εμβόλιμο κεφάλαιο σκληρότητας, μια φρεγάτα που εξόκειλε σε μια αμμούδα ανοιχτά από τις ακτές της Σενεγάλης κατεβάζει στη θάλασσα μια σχεδία και τέσσερις λέμβους που θα ρυμουλκήσουν τους ναυαγούς στη στεριά αλλά κόβουν τα σκοινιά και αφήνουν εκατόν σαράντα επτά ανθρώπους στη θάλασσα. Οι ναυαγοί σκοπεύουν να σωθούν χάρη στο μίσος που κουβαλούν εναντίον εκείνων που τους εγκατέλειψαν αλλά ζουν και πεθαίνουν πάνω στο ξύλο που τρίζει, ενώ τα πνευμόνια τους αναπνέουν αλμυρό νερό που καίει τα σωθικά. Άντρες σε κατάσταση αμόκ ή εν πλήρη ψυχραιμία σπάνε εξοντώνουν αλλήλους για να μειωθεί το βάρος και να αυξηθούν οι μερίδες, αποτρελαμένοι ζωντανοί έχουν παραισθήσεις στεριάς ή αγαπημένων πρόσωπων που φέρνουν νερό και χάδια, κάποιος γράφει μια επιστολή διαμαρτυρίας, και δυο αφηγητές ο γιατρός Σαβινύ και ο Τόμας έρχονται αντιμέτωποι στην άκρη της σάπιας σχεδίας, με τον τελευταίο να έχει μαζί του την αγαπημένη του Τερέζ που είχε καταφέρει να πάρει μαζί του ως καντινιέρισσα στο πλοίο και τώρα να αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα γίνονται αληθινά μόνο μέσα στον κλοιό της απόγνωσης, όταν αναγκάζεσαι να τσακιστείς από τον πόνο και να γίνεις άγριο θηρίο.

Όλες αυτές οι ιδιαίτερες προσωπικότητες συνυπάρχουν με κάποιο τρόπο στο Πανδοχείο που μοιάζει με πλοίο που πλέει στη θάλασσα, ενώ εκείνη συνεχίζει ατάραχη τους ψαλμούς της. Η Ελίσγουν γνωρίζει τον έρωτα και αντιλαμβάνεται πως το πεπρωμένο δεν είναι αλυσίδα αλλά πτήση, ο πάτερ Πλους την συνοδεύει στον επιθυμητό της προορισμό αλλά πάντα φροντίζει να ξεχνάει μια βαλίτσα όπου πηγαίνει ώστε να έχει πρόφαση να επιστρέφει, ο εραστής της Ανν Ντεβεριά ανακαλύπτει που εξορίστηκε και της ταξιδεύει προς εκείνη, ενώ εκείνη του γράφει πως η θάλασσα είναι ένα μέρος όπου παίρνεις άδεια από τον εαυτό σου, όπου η πραγματικότητα ξεθωριάζει και όλα γίνονται μνήμη, οι πάντες αλλάζουν και αλλάζονται, και, παραφράζοντας ή, μάλλον, απλώνοντας την σκέψη της Ελίσγουιν, τα πεπρωμένα τους δεν γίνονται μόνο πτήσεις αλλά και κορυφώσεις και πτώσεις κυμάτων της ασταμάτητης μηχανής που λέγεται θάλασσα, της ζωής που τόσο της μοιάζει. Ένα έξοχο βιβλίο.

Εκδ. Πατάκη, 1999 [9η ανατύπωση, 2022], μτφρ. Λένα Ταχματζίδου, σελ. 156 [Oceano mare, 1993).

Δημοσίευση και στο mic.gr/Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 253