Οι ξυπόλητες των ταινιών, 42. Οι φαντασιώδεις. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ, ΙΙ

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 62 (Φεβρουάριος 2024), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 42. Οι φαντασιώδεις. Επιστολή στην Κατρίν Ντενέβ,  ΙΙ

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Πολυαγαπημένη μου Κατρίν

Όταν σε θυμάμαι ως Σεβερίν, με κατακλύζει η μυρωδιά της παλιάς παρισινής πολυκατοικίας, των ξύλινων δαπέδων, των σεντονιών που τσαλακώθηκαν κάτω από την λευκή σου σάρκα, του μυρωμένου σου σώματος που άλλαξε οσμή από τα ύδατα των αντρών. Δεν υπήρξα εραστής σου αλλά ένας ηδονοβλεψίας όσων εσύ μου επέτρεψες να παρακολουθήσω από το κατεξοχήν παράθυρο των ηδονών, που μένει πάντα ανοιχτό στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες, γιατί άλλα τόσα κράτησες απόκρυφα, δικά σου και μόνο δικά σου.

Ήσουν τόσο βαριεστημένη, τόσο κρυωμένη από την ανιαρή σου ζωή. Ο σύζυγός σου ο Πιερ ήταν ένας νεαρός χειρούργος, αφοσιωμένος στην δουλειά του κι εσύ όφειλες να συμβιβαστείς με την ιδιότητα της νεόκοπης συζύγου που υπομονετικά τον περιμένει τα βράδια. Όμως σ’ εμάς που σε βλέπαμε από την φαντασιακή όψη της ζωής σου, η πρώτη σου εικόνα ήταν άλλη. Βρισκόσουν αγκαλιασμένη με τον Πιερ πάνω σε μια άμαξα που έτρεχε σε έναν ερημικό επαρχιακό δρόμο. Τους διέταξε να σταματήσουν, σε κατέβασαν βίαια, σε έσυραν στο δάσος, σε έδεσαν σε ένα κλαδί, γύμνωσαν την πλάτη σου και σε μαστίγωσαν ενώ παρακαλούσες τον άντρα σου να σε σώσει. Εκείνος τους είχε προστάξει να αρχίσουν, εκείνος και τους σταμάτησε και απομακρύνθηκε, προτρέποντάς τους «να σου κάνουν οτιδήποτε θέλουν». Θυμάμαι την εικόνα των ποδιών σου όπως σέρνονταν στα φύλλα (οι κάλτσες σου κατεβασμένες ως τις γόβες λέρωναν την ευπρέπειά σου), τα βουλιμικά φιλήματα των αμαξάδων, τα αξύριστα πρόσωπά τους όπως έγδερναν τα ρόδινά σου μάγουλα. Η έκφρασή σου ήταν παράξενη, δεν πρόδιδε περισσότερο πόνο από ευχαρίστηση. Μετά επανήλθες στην πραγματικότητα. Είχες και μια δεύτερη, φαντασιακή ζωή, λοιπόν, Σεβερίν;

Στην «κανονική» σου ζωή, ήσουν η πανέμορφη και «αξιοσέβαστη» νέα με το λευκό δέρμα και τα ξανθά μαλλιά, που με διάφορες προφάσεις δεν προσφερόταν στον Πιερ, εντείνοντας περισσότερο τον θαυμασμό της αρετής σου. Του ζητούσες συγχώρεση, του έλεγες πόσο τον αγαπάς και μετά ξάπλωνες σε χωριστό κρεβάτι. Άλλωστε σου ήταν ιδιαιτέρως αδιάφορος, σε αντίθεση με τον διονυσιακό φίλο του Ανρί, που σε απωθούσε έτσι όπως σε ξεγύμνωνε με το διεστραμμένο του βλέμμα. Εκείνος δεν ήταν που, όταν σε βρήκε μόνη, σου ανέφερε τυχαία ένα ειδικό πορνείο όπου νοικοκυρές εργάζονται τα απογεύματα ενώ οι σύζυγοι βρίσκονται στα γραφεία τους; Σου είπε πόσο τον συναρπάζει η ατμόσφαιρα των παραδομένων γυναικών και μπροστά στην έκπληξή σου πρόσθεσε με φυσικότητα πως πρόκειται για την αρχαιότερη εργασία στον κόσμο. Ίσως σκέφτηκες: ποιος μπορεί να αρνηθεί την Ιστορία, το ανθρώπινο παρελθόν, την ανάγκη της επιβίωσης;

Σεβερίν, όσο ψυχρή κι αν έδειχνες μέσα στην κομψότητά σου, εγώ κατάλαβα τι σου συνέβαινε καθώς έβγαινες από το μαύρο ταξί Σιτροέν μοντέλο «Βάτραχος» και έμπαινες στην σκοτεινή αψιδωτή είσοδο του κτίσματος όπου βρισκόταν το διαμέρισμά σας. Είδα από κάτω τα ψηλά παράθυρα με τα περίτεχνα κάγκελα της φυλακής σου και αντιλήφθηκα ότι η ζωή σου είχε αλλάξει· ήταν αδύνατο να μη σκεφτείς εκείνο το «σπίτι»· σχεδόν μύριζα την κρυφή σου αναστάτωση. Μετά από πόση ώρα εμφανίστηκες στην είσοδό του, φορώντας το σκούρο καφέ μαντώ με δυο σειρές κουμπιών, σα να ήθελες να καθυστερήσει η αφαίρεσή του, και γυαλιά ηλίου, παρά την συννεφιά, λες και μπορούσε να κρυφτεί η ομορφιά σου; Ίσως ένοιωσες αναγούλα γιατί είδα την ριπή της μνήμης σου, την θεία κοινωνία που σε αηδίαζε όταν ήσουν μικρό κορίτσι ή δεν ένοιωθες άξιά της. Η κάμερα με κατέβασε στα πόδια σου όπως ανέβαιναν στο κλιμακοστάσιο· είδα το σκούρο καλσόν, τις μαύρες γόβες με την μεγάλη αγκράφα, το καφέ χαλί με την μπορντό γραμμή, την αίσθηση ενός σπιτιού στο οποίο δεν έπρεπε να βρίσκεσαι αλλά πάντα σε περίμενε. Είδαμε μαζί τις κλειστές πόρτες του ορόφου, την πλαστική μαύρη πινακίδα Madame Anais, MODES. Χτύπησες την πόρτα και μετά έτρεξες μακριά αλλά επέστρεψες.

Η κομψότατη Μαντάμ σε κατανόησε αμέσως με ένα άγγιγμα στο πηγούνι, ένα δυνατό ποτό κι ένα αέρινο φιλί στα χείλη. Αφέθηκες στο γδύσιμο του πρώτου άντρα, ενός ευτραφή βιομήχανου γλυκών από το Μπορντώ και μόλις άλλαξες γνώμη αυτός σε ρώτησε ποια νομίζεις ότι είσαι και σε χαστούκισε. Τότε τον αγκάλιασες, ελεύθερη πλέον, εφόσον είχες τουλάχιστον επιδείξει την επιβαλλόμενη άρνηση. Αρχικά, όπως κάθε άπειρη του είδους, θέλησες να διαλέγεις εσύ τους άντρες αλλά αυτά έπρεπε να τα ξεχάσεις. Όταν διανοήθηκες να ζητήσεις συγνώμη και να φύγεις, η Μαντάμ σε μάλωσε και μόνο μετά το σπρώξιμο προς τα ενδοτερα απάντησες ευγενικά: Μάλιστα Κυρία. Ήταν, βλέπεις, η επισφράγιση της υποταγής που είχες ανάγκη. Στο σαλόνι οι άλλες δυο γυναίκες μοιράζονταν μαζί της την θαλπωρή της οικογενειακής ατμόσφαιρας: άκουγαν ραδιόφωνο ή τηλεόραση, έπαιζαν χαρτιά, έπλεκαν, κάπνιζαν, έπιναν, διάβαζαν. Βγήκες στο δρόμο ανέκφραστη και στο σπίτι μπήκες στο μπάνιο και έτριψες το δέρμα σου να βγει η μυρωδιά ενός άλλου και μετά έριξες τα εσώρουχα στο τζάκι.

Ένα ερημικό ξύλινο παράπηγμα σε κάποιο βαλτότοπο. Ντυμένη στα λευκά, δεμένη σε ένα δοκάρι κι ένα πάγκο. Ήρθαν ο άντρας σου και ο γνωστός φίλος του και σε έβρισαν με τις χειρότερες λέξεις – spermentress, sodomite! Σου έριχναν λάσπες στα ρούχα, στα μαλλιά, στο πρόσωπο. //// Ένα μεγάλο αναψυκτήριο στη μέση ενός πάρκου, ένας άντρας που κάθεται στο διπλανό τραπέζι και σε ρωτά αν έρχεσαι συχνά εκεί, η απάντησή σου πως με την σκέψη σου πηγαίνεις καθημερινά. Σε προσκάλεσε στο σπίτι του για μια καλά αμειβόμενη εξυπηρέτηση, στάθηκε πάνω από το … φέρετρό σου και όταν θέλησε σε έδιωξε κακήν κακώς, ντυμένη μόνο με διάφανο μαύρο ένδυμα. //// Μεταλλικά δεσμά που μοιάζουν με κορσέ σε κρατούν δεμένη σ’ ένα δέντρο. Φοράς σκούρο κόκκινο αμάνικο φόρεμα και η ματωμένη πληγή στο πρόσωπό σου δέχεται το φίλημα του Πιερ. Σε όλες τις φαντασίες σου το πρόσωπό σου, αν και ταπεινωμένο, εξέπεμπε μια σχεδόν περίλευκη ευχαρίστηση.

Πήγαινες πλέον στο «σπίτι» 2 με 5 το απόγευμα, γι’ αυτό και σε ονόμασαν Belle De JourΗ ωραία της ημέρας. Εκεί γνώρισες και ικανοποίησες όλη την ποικιλία των σεξουαλικών φαντασιώσεων. Όταν στις αρχές αρνήθηκες κάποιον πελάτη, η Αναΐς του έστειλε μια άλλη γυναίκα και σε πήρε στο διπλανό δωμάτιο για να δεις μέσα από μια τρύπα που κρυβόταν πίσω από κάποιο κάδρο. Είναι αηδιαστικό, είπες, αλλά αμέσως μετά γύρισες και ξανακοίταξες. Ο ερωτισμός σου διεγειρόταν όχι από το πρόσωπο που σε επέλεγε αλλά από το γεγονός ότι έμπαινες στο δωμάτιο όπου σε περίμενε. Το σεξ ήταν δικό σου – αφορούσε εσένα την ίδια και μόνο. Ήσουν ταυτόχρονα το υποκείμενο και το αντικείμενο του πάθους. Θα μου πεις ποτέ τι είχε το μικρό κουτί εκείνου του τερατώδους Ασιάτη που μόλις το άνοιγε μπροστά στις άλλες γυναίκες εκείνες αρνούνταν να πάνε μαζί του στο δωμάτιο; Δεν το αποκάλυψες γιατί για σένα το μείζον δεν ήταν το περιεχόμενο αλλά εκείνο που συμβόλιζε – η μέγιστη ερωτική σημασία του για κάποιον. Ούτε, πιστεύω, θα μάθω τι σκεφτόσουν όταν στάθηκες απέναντι στο παλιό έργο τέχνης με το ζωγραφισμένο γυμνό – σα να θέλησες να σκεφτείς και το ίδιο σου το σώμα σαν ανάλογο έργο.

Ήταν θέμα χρόνου να έρθει στο «σπίτι» ο Ανρί. Έκανε πως δεν σε γνωρίζει και, φυσικά, σε επέλεξε. Μπήκατε στο δωμάτιο και τον παρακάλεσες να μην μιλήσει στον σύζυγό σου. Του είπες πως αυτός ευθυνόταν, καθώς σου έδωσε την διεύθυνση, πως όλα αυτά συμβαίνουν παρά την θέλησή σου και δεν μπορείς να αντισταθείς, πως κάποτε θα πληρώσεις τις αμαρτίες σου αλλά πλέον δεν μπορείς να ζήσεις. Τον προέτρεψες να κάνει ό,τι θέλει μαζί σου. Και εκεί που περίμενα ότι αυτός ο αχρείος θα σε τρυγούσε με τον πλέον βάναυσο τρόπο, σου γύρισε την πλάτη. Γιατί εκείνο, είπε, που τον τραβούσε σ’ εσένα ήταν η αρετή σου – τώρα χωρίς αυτήν ήσουν σαν όλες τις άλλες. Σε ταπείνωσε με το να μη σε ταπεινώσει.

Κάποτε ήρθε ένας νεαρός άσχημος κακοποιός ονόματι Μαρσέλ που σύντομα θα νόμιζε πως βρήκε την ιδανική γυναίκα. Ήταν εκείνος που κοιτώντας στα στήθη σου είπε «κρίμα που έχεις μόνο δυο». Άρχισε να γίνεται εμμονικός μαζί σου· απορούσε που εργαζόσουν μόνο τα μεσημέρια και όταν δεν σε έβρισκε στο «σπίτι» έβγαινε εκτός εαυτού. Σου πρότεινε ακόμα και να φύγετε μακριά. Δεν το περίμενες ότι κάποτε θα συνέβαινε και αυτό; Προθυμοποιήθηκες να μην του χρεώνεις τις υπηρεσίες σου, πιθανώς επειδή σου άρεσε τρόπος με τον οποίο η άξεστη συμπεριφορά του θρυμμάτιζε την ευγένειά σου. Δεν θα μπορούσατε να γίνετε εραστές γιατί σε ενδιέφερε μόνο εκείνο που εκπροσωπούσε – και άλλωστε πως θα μπορούσες με αυτόν να ικανοποιείς τους άλλους άντρες; Σε ακολούθησε και είδε πού μένεις. Εισέβαλε στο σπίτι σου και σε εξεβίασε να τον ακολουθήσεις, διαφορετικά… Επέστρεψε με ένα περίστροφο, παραφύλαξε τον Πιερ και τον πυροβόλησε, ενώ ο ίδιος σκοτώθηκε κατά την καταδίωξη από την αστυνομία.

Ο Πιερ έμεινε παράλυτος, χωρίς όραση και φωνή, καθηλωμένος σε αμαξίδιο, κρυμμένος πίσω από μαύρα γυαλιά. Ο Ανρί υποστήριξε ότι, για να ξαλαφρώσει από την δυστυχία πως αιχμαλωτίζει μια ενάρετη σύζυγο, όφειλε να μάθει τα πάντα για την «άλλη» της ζωή. Χαμήλωσες το κεφάλι. παραμένοντας γεμάτη ενοχές ως το τέλος, καθώς τους είχες όλους προδώσει: ήσουν υπεύθυνη για την αναπηρία του Πιερ και τον θάνατο του Μαρσέλ, είχες παρατήσει την Μαντάμ Αναΐς, τώρα ο Πιερ θα πληγωνόταν βαθιά. Λίγο ανάψουν τα φώτα και χαθείς, αυτός σηκώθηκε, έβγαλε τα μαύρα γυαλιά και σου πρότεινε ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή. Τον κάλεσες προς το παράθυρο κι εκείνος σε πλησίασε υγιέστατος και χαμογελαστός. Έξω στο δρόμο άκουσες τα καμπανάκια μιας άμαξας – τον ήχο εκείνων των αμαξάδων. Η άμαξα έφευγε άδεια.

Τι ήταν φαντασία και τι πραγματικότητα σε όλα αυτά, Σεβερίν; Ποιος θα μπορούσε να καταλάβει αν φαντάστηκες τον Πιερ καθηλωμένο, ώστε να ζεις ελεύθερα, μέχρι που σε επανέφερε στο παρόν, ή, αν ήταν πράγματι ανήμπορος και ονειρεύτηκες πως επέστρεψε στην πρότερη ζωή σας; Η αναχώρηση της άμαξας σήμανε την «θεραπεία» σου ή το γεγονός ότι οι ανομολόγητες επιθυμίες σου θα εγείρονταν κάθε φορά που θα άκουγες το «σήμα» τους; Μήπως και η ίδια η παρουσία σου στο «σπίτι» υπήρξε μια κατασκευή της φαντασίας σου; Συνέβησαν όλα όπως τα είδα και με το τέλος της ταινίας επέστρεφες στην ζωή που άρμοζε στο φύλο, την κοινωνική τάξη και την κοινωνία σου; Εσύ που έβλεπες τις ενοχές σου ως ευτυχία και τις υποταγές σου ως εξιλέωση, υποτάχτηκες τώρα στην άγραφη εντολή που διατάζει τα σώματα να σκέφτονται στα κρυφά οτιδήποτε επιθυμούν αλλά ποτέ να μην διανοηθούν να το πράξουν;

Υποταγή στην κοινωνία, Σεβερίν! Υπάρχουν νόμοι κοινωνικοί, ερωτικοί, σεξουαλικοί: οιοσδήποτε κύριος επισκέπτεται τα «σπίτια» σας, γίνεται δεκτός με τιμές και θέρμες, χωρίς να χρειάζεται να κρύβεται, και χάρη στο βαλάντιό του καλείστε να τον ικανοποιήσετε. Εσείς οι γυναίκες όμως μην διανοηθείτε να εκφράσετε οποιαδήποτε ερωτική επιθυμία. Αρκεστείτε στην αγάπη, κατά προτίμηση την συζυγική, και ξεριζώστε τον αισθησιασμό σας! Επιθυμία και συμπεριφορά δεν πάνε μαζί: κρατείστε την δεύτερη και διώξτε την πρώτη!

Τα γνώριζες όλα αυτά γι’ αυτό και κράτησες τα πάντα κρυφά, περιορισμένα στο πνεύμα. Ομολόγησες τον μαζοχισμό σου αλλά κράτησες για σένα τις πολλαπλές μορφές του γιατί είναι απολύτως δικές σου. Είχες επίγνωση πως οι φαντασιώσεις και τα φετίχ δεν έχουν καμία σημασία εκτός από την ίδια την φύση τους ως φαντασιώσεων και φετίχ. Περιορίστηκες στις πράξεις, χωρίς ερμηνείες, με μόνο ημιφωτισμό κάποιες θολές παιδικές μνήμες, γιατί ο ανδαλουσιανός θεός της ύπαρξής σου πίστευε ότι αναρίθμητοι άνθρωποι είναι πιστοί ή πιστωμένοι σε συγκεκριμένες σεξουαλικές επιθυμίες και συμπεριφορές εγγεγραμμένες εντός τους από πρώιμες ηλικίες και ήταν συνεπαρμένος από την ιδέα ότι ακριβώς αυτός ο βαθύς προγραμματισμός της λιβιδούς είναι ισχυρότερος από οποιαδήποτε εκδήλωση ελεύθερης επιλογής.

Ο ίδιος αυτός σκηνοθέτης ήταν σεσημασμένος φετιχιστής των παπουτσιών και των (κυρίως καλυμμένων) ποδιών, τα οποία και σου κάδραρε σε πλείστα πλάνα, να περπατούν με αποφασιστικότητα, να σταματούν με δισταγμό, να κείνται μόνα ή με άλλα ζεύγη, αλλά δεν επιφύλαξε λήψεις για την γύμνια τους εκτός από μία: στεκόταν πίσω σου και σε συνέλαβε την στιγμή που έβγαζες τις κάλτσες σου, συνταιριάζοντας στην ίδια εικόνα την πλάτη και τα δάχτυλά σου. Δεν θυμάμαι άλλη τέτοια σκηνοθετική λήψη,  να ξεκλέβει το ξέντυμα των ποδιών από πίσω.

Σεβερίν, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι τελικά αποφάσισες να υποτάξεις τον υποκτακτικό σου ερωτισμό, μην ανησυχείς: ήσουν τυχερή γιατί σε περίμεναν και άλλες ζωές από άλλους θεούς, και σε μια από αυτές, ως Μανόν στην ταινία Manon 70, απόλαυσες τις ερωτικές σου επιθυμίες φανερά και απροκάλυπτα, αδιαφορώντας για τους πάντες. Δεν τελειώσαμε λοιπόν, Κατρίν· συνεχίζεσαι.

Η ταινία: Belle du Jour (Luis Bunuel, 1967). Η γυναίκα: Catherine Deneuve.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Ρίτσαρντ Φορντ – Η χώρα όπως είναι

Συναρπαστικό οδοιπορικό σε μια χώρα και έναν εαυτό

1. Προς την κοινότητα της μίας ημέρας. Ο Ρίτσαρντ Φορντ είναι ένας εθιστικός συγγραφέας και Η χώρα όπως είναι [πρωτ. τίτλος The lay of the land] δεν μπορεί παρά να εθίζει τον αναγνώστη, σε σημείο οι επτακόσιες τριάντα τέσσερις σελίδες να δημιουργούν την εντύπωση ότι θα μπορούσαν να συνεχίζονται επ’ άπειρον, χωρίς να τον εξαντλούν. Και να πεις ότι υπάρχει εδώ καμιά πλοκή που «σου κρατάει την ανάσα» και επιζητεί λύσεις μυστηρίων, ενόχους και τα λοιπά, όχι, εδώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: Ο 55χρονος αφηγητής Φρανκ Μπάσκομπ (στο εξής Φ.Μ.), είναι ένας μεσίτης στο [επινοημένο] παραθαλάσσιο θέρετρο Σι-Κλιφτ της πολιτείας του Νιού Τζέρσει, «στο τέρμα της ηπείρου», επιλογή νέου βίου ύστερα από μια γεμάτη ζωή στο Χάνταμ της ίδιας πολιτείας και ενόψει της μιας μεγάλης  οικογενειακής αλλά και ευρύτερης συγκέντρωσης την Ημέρα των Ευχαριστιών, ταξιδεύει για να μαζέψει ορισμένους τους επίλεκτους συνδαιτυμόνες. Κι όμως ακριβώς αυτό το οδοιπορικό δεν αποδεικνύεται μόνο μια απολαυστική ταξιδιωτική και περιπλανητική αφήγηση στα εσώτερα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής αλλά και μια εκτενής ψυχογραφία προσώπων και καταστάσεων, παράλληλα με ένα εσωτερικό ταξίδι του οδηγού.

2. Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης. Τι περιλαμβάνεται λοιπόν στο πραγματικό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Φ.Μ.; Ένας πρώτος γάμος με την Ανν, ένας γιος, ο Ραλφ,  που χάθηκε στα εννιά του από σύνδρομο Ράυ, μια κόρη, η εικοσιπεντάχρονη Κλαρίσσα, και ένας γιος, ο εικοσιεπτάχρονος Πολ, δυο παιδιά με τα οποία τον χωρίζουν μερικές άβυσσοι. Ένας δεύτερος, ταχύρρυθμος γάμος με την Σάλλυ Κάλντγουελ, πραγματοποιημένος στο Ατλάντικ Σίτυ σε μια κωμική τελετή στο Παρεκκλήσι του Καλύτερου Μικρού Γάμου, έχει να αντιμετωπίσει την επανεμφάνιση του εδώ και τριάντα χρόνια αγνοούμενου συζύγου της. Ο ιδιόρρυθμος Πολ θα έρθει με την νέα του σύντροφο, ενώ η  Κλαρίσσα θα έρθει επειδή…

3. Δελτίο Υγείας και «Μόνιμη Περίοδος». … εδώ και λίγο καιρό ο Φ.Μ. έχει διαγνωστεί με καρκίνο του προστάτη, η κάπως άβολη θεραπεία του οποίου δεν του στερεί την αισιοδοξία και του εμπνέει διάφορες φιλοσοφικές σκέψεις με διάχυτη ειρωνεία. Έτσι η Κλαρίσσα σπεύδει να μείνει μαζί του, βρίσκοντας και αφορμή να εγκαταλείψει την σύντροφό της και να δοκιμάσει μια πρόσκαιρη ετεροφυλοφιλική σχέση. Είναι η φάση της ζωής που ο ίδιος ονομάζει «Μόνιμη Περίοδο» και η οποία είναι «το τέλος της αδιάκοπης πορείας να γίνεις κάτι, της σκέψης ότι η ζωή μηχανεύεται θαυμάσιες αλλαγές για τον ίδιο, ακόμη κι αν αυτό δεν ισχύει». Και είναι η περίοδος όπου τα περισσότερα πράγματα συμβαίνουν μόνο στο μυαλό του.

4. Έξοδος (: είσοδος).  Βγαίνει λοιπόν στον δρόμο με το ξεθωριασμένο κόκκινο οκταβάλβιδο στέισον βάγκον που ενίοτε θυμίζει τα σαραβαλάκια των κινουμένων σχεδίων, με αυτοκόλλητο κατά του Μπους (είναι η μεταιχμιακή εποχή του 2000) για να μαζέψει τους προσκεκλημένους, μεταξύ των οποίων και ένας φίλος από τα παλιά και πατέρας μιας παλιάς του αγάπης και δυο συνομήλικοι φίλοι, ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου Διαζευγμένων Ανδρών, ενώ με διάφορες ευκαιρίες συναντά πελάτες που ενδιαφέρονται να αγοράσουν σπίτι. Και καθώς ήδη διαφαίνονται οι τρεις βασικοί άξονες του μυθιστορήματος, πραγματικά δεν μπορώ να διαλέξω ποιος είναι συναρπαστικότερος, οι ατέλειωτες διαδρομές στην Αμερική των προαστίων, των εναλλασσόμενων αστικών και περιαστικών τοπίων, οι συναντήσεις του Φ.Μ. με όλους αυτούς τους ανθρώπους (και αρκετούς άλλους), ή οι σκέψεις του πάνω σε αυτά που έχει ζήσει και σε αυτά που τώρα βλέπει να αλλάζουν οριστικά το φυσικό πρόσωπο της Αμερικής.

5. Τοπία σε χρήση. Σε ένα κατακόρυφα διαδεδομένο επάγγελμα, με την γη να μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει διαθέσιμη σε οποιονδήποτε, κτηματομεσίτες μπορούν να γίνουν οι πάντες: πρώην πιλότοι σε Κονκόρντ, πρώην μελετητές του Τζακ Κέρουακ, πρώην σύζυγοι που οι άντρες τους το έσκασαν με Βιετναμέζες οικιακές βοηθούς, πρώην οτιδήποτε, επιβεβαιώνοντας πως όποιος έχει ένα κεφάλαιο, μια μπουλντόζα κι ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να πλουτίσει χωρίς καν να ξυπνάει το πρωί. «Αρκεί ένας στεγαστικός οργανισμός να σε ορίσει πρόεδρο και αυτόματα αποκτάς δικαίωμα σε μεγάλες ομοσπονδιακές επιδοτήσεις, συμπληρώνεις μερικά έγγραφα και μια χούφτα Μεξικανοί κάνουν όλη την δουλειά». Έτσι από την μία ημέρα στην άλλη χωράφια καλαμποκιού μετατρέπονται σε γιγάντια μέγαρα. Ο Φ.Μ. θυμάται πως εκεί κάποτε οι οικογένειες περιπλανιούνταν για να δουν την άφθαρτη ύπαιθρο, τώρα είναι θέμα χρόνου όλες αυτές οι περιοχές να θεωρηθούν φιλέτα, αν δεν έχει συμβεί ήδη, και σύντομα να καταφτάσουν κατασκευαστές και μηχανήματα.

6. Το τέλος της μεσιτείας μιας ηπείρου. Ο Φ.Μ. έχει διαβλέψει ότι όλη αυτή η έκρηξη θα κάψει τα ίδια της το λάφυρα. Η περίφημη «φούσκα των ακινήτων» ήταν θέμα χρόνου και τώρα από την μία βλέπει κατάφυτες ρεματιές και αναρωτιέται πως δεν βρέθηκε ακόμα κανείς να τις ισοπεδώσει και από την άλλη νεόκτιστα σπίτια που δεν κατοικήθηκαν ποτέ και εγκαταλείπονται στην τύχη τους, αρχοντικά σφραγισμένα με σανίδες ή βυθισμένα στα ξερόχορτα και την υγρασία, εμπορικά κέντρα όπου μόνο ένα μαγαζί λειτουργεί. Σε κάποια περιοχή ένα διάταγμα απαγορεύει να τοποθετούνται πινακίδες με πωλητήρια στις πρασιές, διότι σπέρνουν την ανησυχία της προσωρινότητας, ενώ οι άδειες προθήκες των καταστημάτων κηρύσσονται και αυτές παράνομες, οπότε όσοι ιδιοκτήτες είναι αναγκασμένοι να πουλήσουν οφείλουν να δείχνουν πως διατηρούν την επιχείρηση.

7. Στον δρόμο.  Οι περιπλανητικές σελίδες του μυθιστορήματος είναι από τις πλέον απολαυστικές. Τι βλέπει κανείς όταν βρίσκεται διαρκώς στο δρόμο σε όλες εκείνες τις περιφέρειες; Τσιμεντένια εργοστάσια καλλιέργειας ανθρώπινων κυττάρων, εργοστάσια προφυλακτικών σαουδαραβικής ιδιοκτησίας, ένα κέλυφος παλιού πυρηνικού εργοστασίου, «Διαλύσεις επίπλων» (Αν δεν το βρείτε σ’ εμάς, τότε δεν το θέλετε), σεξομάγαζα κρυμμένα πίσω από τα δέντρα ή σε περίοπτη θέση, ατσάλινους τροχούς εγκαταλειμμένων λούνα παρκ, κεραίες κινητής τηλεφωνίας καμουφλαρισμένες σε έλατα, συγκροτήματα κτιρίων με σελφ σέρβις καθαριστήρια, φοροτεχνικά γραφεία και πιτσαρίες, οικουμενικά κέντρα για τα δικαιώματα κάθε είδους θυμάτων, αίθουσες σουηδικού μασάζ, συνεργεία για προπέλες πλοίων, τουριστικά καλυβάκια για τα αφεντικά και τις γραμματείς τους και φυσικά εκκλησίες διαφόρων θρησκειών και δογμάτων. Οι διαφημιστικές πινακίδες μπορεί να αφορούν οτιδήποτε: λαχειοφόρο αγορά με βραβεία μια Κάντιλακ και μια βραδιά στο Λας Βέγκας, διαγωνισμό μίμων του Φρανκ Σινάτρα, αγώνες παζλ και κατ’ οίκον καθετηριασμούς. Σε μια γειτονιά δυο λάμπες φωτοβολταϊκού τόξου φωτίζουν τον δρόμο σα να γίνεται επιδρομή από το διάστημα.

8. Χορηγοί. Ο «Χορηγοί», στους οποίους ανήκει ο αφηγητής, αποτελούν ένα απολαυστικό εύρημα του μυθιστορήματος (που θα άξιζε να χρησιμοποιηθεί πολύ περισσότερο). Πρόκειται για ένα δίκτυο πολιτών με σκοπό την παροχή σε κάθε ενδιαφερόμενο πάσης φύσεως συνδρομή, κυρίως να ακουστεί, να συνομιλήσει, να τον συμβουλεύσουν. Οι Χορηγοί μπορούν να προσφέρουν μερικές λογικές συμβουλές για κάτι που κάποιος αδυνατεί μόνος του να κατανοήσει απόλυτα, ή απλώς θέλει να συζητήσει και να νοιώσει πολύ καλύτερα. Συνηθέστερα αντικείμενα συζήτησης είναι οι συνέπειες αστόχαστων παρορμητικών αγορών ή αποφάσεων για προσωπικά ή περιουσιακά ζητήματα. Το πλήθος των ανθρώπων που δεν έχουν φίλους για τους ζητήσουν μια σωστή συμβουλή ούτε την ικανότητα να εμπιστευτούν τον εαυτό τους είναι εκπληκτικό, σκέφτεται ο Φ.Μ., αλλά δεν αντέχει να μην κάνει και την διαπίστωση πως εκατό χρόνια πριν, στο περιβάλλον ενός χωριού τέτοιους είδους καλές πράξεις συνέβαιναν καθημερινά. Από την σκοπιά αυτή, η Ημέρα των Ευχαριστιών «δεν είναι ακριβώς μπάχαλο, μα πάνω απ’ όλα υπόμνηση μιας εποχής που δεν θα ξαναδούμε ποτέ».

9. … και χορηγούμενοι. Ήταν η Κοινωνική Υπηρεσία της Κομητείας, η οποία, καθώς πληροφορήθηκε την αυξανόμενη «επιδημία» έλλειψης φίλων μεταξύ των πολιτών, κατάφερε την έγκριση ακριβώς μιας «γραμμής χορηγίας» χωρίς χρέωση, μέσω της οποίας κάποιος μπορεί να δεχτεί την επίσκεψη ενός υπομονετικού, ανεκτικού προσώπου και να νοιώσει ανθρώπινα με την γνωριμία τους. Μετά από μερικές απαραίτητες εξακριβώσεις νομικής φύσεως (και ενώ το σύστημα διασφαλίζει ότι ο ίδιος Χορηγός δεν θα επισκεφτεί το ίδιος πρόσωπο πάνω από μια φορά, για ευνόητους λόγους), ο Χορηγός βρίσκεται εντός είκοσι τεσσάρων ωρών στο σπίτι τους. Ο αφηγητής διαπιστώνει ότι τελικά αποδεικνύεται πως το πιο δυσεύρετο πράγμα στο σύγχρονο κόσμο είναι οι λογικές, γενικές, αμερόληπτες συμβουλές. Σε μερικές από τις καλύτερες σελίδες του μυθιστορήματος επισκέπτεται μια μεσήλικα γυναίκα ονόματι Μαργκερίτ Περσέλ η οποία σταδιακά του μοιάζει με μια παλιά ερωτική περιπέτεια και η οποία τελικά αυτό που θέλει να εξομολογηθεί είναι πως δεν έχει τίποτα να εξομολογηθεί, ενώ ο ίδιος διαισθάνεται πως βλέπει το βλέμμα μιας γυναίκας που πέρασε είκοσι πέντε χρόνια δουλεύοντας στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών ενός καταστήματος και τώρα συνειδητοποιεί πως μπορούσε να ανταποκριθεί σε μεγαλύτερες προκλήσεις.

10. Η αναπάντεχη επιστροφή ενός αγνοούμενου. Φυσικά, το επίκεντρο του μυθιστορήματος παραμένει η πολύπλοκη οικογενειακή κατάσταση του Φ.Μ. και ιδίως μετά από δυο καθοριστικές περιστάσεις. Καταρχήν πρόκειται για την επανεμφάνιση του εδώ και τριάντα χρόνια αγνοούμενου, άρα θεωρούμενου νεκρού συζύγου της Σάλλυ, που είχε χτυπηθεί από οβίδα στο Βιετνάμ. Το τραύμα, ο φόβος και η επιλεκτική αμνησία τον οδήγησαν ως την Σκοτία, όπου «μπλέχτηκε με την υποκουλτούρα και τους ανθρώπους της που ζούσαν κοινοβιακά και αντιμετώπιζαν με θετικό αίσθημα τα πάντα, πειραματίζονταν με την κάνναβη και άλλα ψυχότροπα ναρκωτικά, πηδιόντουσαν σαν κουνέλια … και προσέβλεπαν ως κοινότητα σε μια πνευματική μα όχι συμβατικά θρησκευτική αποκάλυψη. Με άλλα λόγια, η οικογένεια Μάνσον με αρχηγούς τον Όζι και την Χάρριετ της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς». Κάποια στιγμή βολεύτηκε ως επιστάτης σε ένα κτήμα, μέχρι που ήρθε το Διαδίκτυο και ο κτηματίας, κάπως περίεργος για τον Αμερικανό του, διαπίστωσε ότι υπάρχει ολόκληρη ιστοσελίδα προς τιμήν και αναζήτησή του κυρίως από τους γέροντες γονείς του.

11. Η φυγή μιας γυναίκας, η αναμονή μιας άλλης γυναίκας. Έτσι ο Γουόλλυ, «οιονεί σύζυγος της γυναίκας του Φρανκ, πράος δενδροκόμος, παλαίμαχος του Βιετνάμ, επιλεκτικά αμνησιακός, άκλαυτος πρώην πεθαμένος και σπουδαίος πράκτορας του χάους» μπαίνει στο σπίτι τους. Οι σελίδες της συνάντησης των τριών τους αν και γλυκόπικρες είναι απολαυστικές. Δώσαμε τα χέρια χλιαρά, σαν να ανταλλάσσαμε κρατουμένους στη γέφυρα του Πότσνταμ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Ο Φ.Μ. αναρωτιέται τι να τον ρωτήσει. Πώς τα περνούσε σαν πεθαμένος; Από την μία σκέφτεται ότι δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από έναν πρώην πεθαμένο, από την άλλη έχει πολλές φορές δει ότι ακόμα και τα πιο αλλόκοτα πράγματα μπορούν να φανούν λογικά αν επιμένεις πως είναι. Σε κάθε περίπτωση, σύντομα έρχεται αντιμέτωπος με το «μεγάλο απρόοπτο»: η Σάλλυ φεύγει με τον Γουόλλυ, για να ζήσει μαζί του όσο χρειάζεται, για να κλείσει τις εκκρεμότητες του παρελθόντος. Φυσικά ο Φ.Μ. σκέφτεται ότι μπορεί και να μην επιστρέψει ποτέ.

Από την άλλη πλευρά, και ξέχωρα από την αναπάντεχη επιλογή της Σάλλυ, συναντά την Ανν, με την οποία ακόμα τον συνδέει μια περίεργη αγάπη και το γεγονός πως ποτέ δεν βγήκαν ολότελα ο ένας από την τροχιά του άλλου. Εκείνο  που τον ελκύει, πλέον, ίσως σημάδι κι αυτό της Μόνιμης Περιόδου, είναι ότι εκείνη είναι και παραμένει ο εαυτός της. Η Ανν επιθυμεί να προσκληθεί στο τραπέζι, ο Φ. αμφιταλαντεύεται και η συνάντησή τους σε ένα έρημο αθλητικό κέντρο στη μέση του πουθενά, δίνει κι αυτή μερικές εξαιρετικές σελίδες.

12. Ευχαριστούμε, ευχαριστιόμαστε; Όλοι λοιπόν κινούνται στην πορεία του επερχόμενου δείπνου αλλά τι σηματοδοτεί η Ημέρα των Ευχαριστιών για τις συγκεντρωμένες οικογένειες; O Φρανκ ελπίζει σε ένα οικογενειακό δείπνο όπου «η γιορτή δεν θα καταντήσει ημέρα φόβου και οργής και ο κόσμος δεν θα την κοπανήσει πριν το ηλιοβασίλεμα». Φυσικά αυτή την μέρα δεν τιμάται από κανέναν η Μεγάλη Μητέρα Γη αλλά οι εκποιήσεις των καταστημάτων, ενώ ορίζεται και η αρχή της ζοφερής χριστουγεννιάτικης περιόδου, «αυτής της κοιλάδας των πονεμένων καρδιών και ανυπόστατων ελπίδων», κατά την οποία σημειώνονται οι περισσότεροι συζυγικοί ξυλοδαρμοί, αυτοκτονίες, και πλείστα ποινικά αδικήματα. Πολλοί αγοράζουν εισιτήρια για τυχαίους μακρινούς προορισμούς, απλά για να βρίσκονται σε κίνηση και λήθη. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι Αμερικανοί επιθυμούν σταθερά να έχουν κάτι στο οποίο να απευθύνουν τις ευχαριστίες τους καθώς το εθνικό τους πνεύμα ευδοκιμεί στο έδαφος της επινοημένης ευγνωμοσύνης.

13. Ο παλαιός των ημερών. Ο Φ.Μ. παραμένει ένας μεσίτης παλαιάς σχολής: η πινακίδα του έχει απλώς ένα ονοματεπώνυμο και ένα τηλεφωνικό νούμερο – ούτε δικτυακοί τόποι ούτε εικονικές περιηγήσεις, μόνο έμπιστοι άνθρωποι που καθοδηγούν άλλους ανθρώπους. Αντιλαμβάνεται ότι καλείται να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε επιθυμία ή τουλάχιστον να δείξει τον κατάλογό του. Οι σελίδες που αφορούν την συνάντησή του με κάποιον υποψήφιο αγοραστή, τον Κλαιρ Σάντραθ, είναι ενδεικτικές του τρόπου σκέψης των δυο: ο πελάτης θέλει να αγοράσει ένα ακριβό παραθαλάσσιο σπίτι αλλά μάλλον απλά νομίζει πως το θέλει, ενώ η ηθική του Φ.Μ. υπερτερεί της επαγγελματικής λύσσας. Το κλασικό «εμείς το φτιάχνουμε, εκείνοι έρχονται» συνεχίζει να ισχύει αλλά ο ήρωας δεν μπορεί να μην αντιδράσει όταν βλέπει πως κάποιοι που πληρώνουν αρκετά για να νοιώθουν όπως πρέπει μα για κάποιο λόγο δε νιώθουν έτσι.

14. Αμερικανική πινακοθήκη. Όμως ζει σε μια Αμερική όπου όλοι κινούνται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ανάμεσα στις ενδιαφέρουσες προσωπογραφίες του μυθιστορήματος που με τον τρόπο τους τυλίγονται στην ιστορία, ξεχωρίζει ο Θιβετιανός συνεταίρος του Μάικ Καχόνυ, ένας ψηφοφόρος του Μπους που ποντάρει τα επιτεύγματά του στην πλουτοκρατική αρχή πως ό,τι είναι καλό για εκείνον είναι πιθανότατα καλό και για όλους τους άλλους. Ο Μ.Μ. γνωρίζει καλά ότι το βασικό του προσόν δεν είναι τόσο η πλούσια εμπειρία στις τηλεφωνικές πωλήσεις ψηφιακών θερμομίξερ όσο το γεγονός ότι είναι εκπρόσωπος μιας αξιόπιστης και εκτιμητέας μειονότητας, και, από πνευματική άποψη, ότι είναι ένας πιστός του Δαλάι Λάμα. Φυσικά έχει και αυτός υποθηκεύσει ό,τι έχει και δεν έχει, ενώ ο Φ.Μ. στην πορεία βλέπει ότι ο συνέταιρός του δεν είναι πια ο αλλοτινός αυστηρός Θιβετιανός αλλά «ο κλασικός Αμερικανός ανθρωπάκος που στενάζει από το βάρος των δύσκολων επιλογών», συμμέτοχος και αυτός «στο πιο δυσνόητο εθνικό αίνιγμα: καλυτερεύουν τα πράγματα ή γίνονται ακόμα χειρότερα;».

15. Ηνωμένες Πολιτείες Αντιφάσεων. Σε αυτό τον πολύπλοκο, αντιφατικό και πάντα συντηρητικό μικρόκοσμο/μεγάκοσμο όπου οι Αμερικανοί μετακινούνται και αλλάζουν στέγη διαρκώς «απλά επειδή μπορούν», όπου συνυπάρχουν Συμμαχίες Δράσης Λευκών Πολιτών και αναρίθμητοι εργάτες πολλών εθνοτήτων, όπου σε διάφορες εκκλησίες και ιεροδιδασκαλεία ασκούνται ρητορικές δεξιότητες απέναντι σε πιστούς «που δεν είναι πραγματικά πιστοί και δεν νοιάζονται για όσα λες, φτάνει να καταφέρεις να απομακρύνεις την σκέψη τους από τα βάσανά τους», όπου σε κάποιο μέρος ένα διάταγμα απαιτεί την μετατροπή του Χαλογουίν σε «θετική» γιορτή, χωρίς φαντάσματα και διαβόλους, ενώ τα παιδιά πρέπει να βγαίνουν ντυμένα σαν οδηγοί του Κέντρου Άμεσης Βοήθειας παπάδες και βιβλιοθηκάριοι και όπου σε αναρίθμητα σπίτια ο σύζυγος επιστρέφει σπίτι το βράδυ και τον περιμένει το δείπνο με την μπίρα ήδη ανοιγμένη στο τραπέζι και την τηλεόραση να παίζει κάποιον αγώνα….

16. Ένας αισιόδοξος ασθενής. … ο Φ.Μ. παραμένει ένας ψύχραιμος παρατηρητής, ακόμα κι όταν θλίβεται από τις μεταλλαγές των τοπίων, τις επιδρομές της μπουλντόζας και του εκσκαφέα, τον άκρατο καταναλωτισμό των Αμερικανών, ακόμα κι όταν βλέπει τους τόπους που κάποτε ζούσε και σηματοδοτούσαν αυτό που κάποτε ο ίδιος ήταν, να αλλάζουν αναπότρεπτα, ακόμα κι αν λόγω της ασθένειας πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να αναζητά τουαλέτα, ακόμα κι όταν σκέφτεται για τον χαμένο του γιο. Σκέφτεται ότι μια μέρα που περνάει χωρίς απώλειες δεν είναι κάτι δεδομένο, βλέπει ότι «η ζωή ποτέ δεν σου πετάει την μπάλα ίσια και γρήγορα», διαπιστώνει ότι πάντα υπάρχουν μερικοί σκοτεινότεροι λόγοι που εμπλέκονται σε ό,τι κι αν κάνουμε. Αρκείται στα μοναχικά του γεύματα στο Νοσοκομείο των Γιατρών του Χαντάμ και συνεχίζει να εκπλήσσεται μπροστά στις επιλογές των άλλων – και τις δικές του. Σε κάθε περίπτωση διατηρεί το χιούμορ του, εμποτισμένο με ειρωνεία και αυτοσαρκασμό και παραμένει περίεργος για την επόμενη ημέρα. Όπως άλλωστε ακούει σε ένα από τα πολλά τηλεφωνικά μηνύματα της Ανν: «Το πιο παράξενο πράγμα που μαθαίνουμε ποτέ είναι η ίδια η ζωή, έτσι δεν είναι;».

Εκδ. Πατάκη, [Α΄ έκδ. 2010], 2η εκτύπωση: 2018 σελ. 734, μτφ. Σπ. Τσούγκος [Richard Ford – The lay of the land, 2006].

Στις εικόνες, φωτογραφίες των: 2. Brendon Burton, 3. Jonathan Cole [Abandoned America Series], 6. Brendon Burton, 8.  Ben Marcin [Camden, NJ, Series Last House Standing], 13.  Amanda Ulrich [Deserted Center]. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες και οι αφίσες είναι αγνώστου πατρός ή μητρός. Οι με αρ. 5 και 10 είναι από το Camden, New Jersey.

Δημοσίευση σύντομα και σε: Μic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 251.