Ελεγεία για ένα βλέμμα που δεν χάνεται ποτέ
Η γνώριμη, εξαίσια γραφή του Ντε Λούκα είναι ξανά εδώ: με τον δικό της αργό ρυθμό αλλά τόσο γεμάτη γεγονότα και συλλογισμούς· με την χαμηλότονη εξομολόγηση αλλά με φόρτιση υψηλής έντασης. Στις τρυφερές του διηγήσεις βίων χωρίς στολίδια και ηρωισμούς, με την ματιά κάποιου που έμαθε έστω και αργά να φιλοσοφεί όσα έζησε και δεν έζησε, τώρα ήρθε και η σειρά αυτού του σπάνιου συγγραφέα να μιλήσει για τον δικό του, με ιδανική αφορμή, σημείο εκκίνησης και εταίρο μιας διαλεκτικής την ίδια του την μητέρα.
Μ’ ένα ιδιαίτερα συγκινησιακό μυθοπλαστικό εύρημα, αισθάνεται πως την βλέπει στον δρόμο, μέσα από το τζάμι ενός λεωφορείου, εκείνη που ως τώρα έβλεπε προστατευμένη μέσα από ένα διάφραγμα – μια φωτογραφία, ένα παράθυρο, μια καγκελόπορτα ή δάκρυα στα μάτια. Είναι νέα και δεν την θυμάται πια σε αυτή την ηλικία αλλά ούτως ή άλλως λένε πως οι μανάδες δεν έχουν ηλικία και σε εκείνη όλες οι ηλικίες εμφανίζονταν στο πρόσωπό της στην διάρκεια μιας μέρας. Είναι στα τριάντα της, έχοντας τα μισά απ’ τα τωρινά δικά του χρόνια. Η νιότη της είχε αναστατωθεί από τον πόλεμο και μετά την απώλεια σπιτιού και αγαθών, ακολούθησε μια νέα, μεταπολεμική φτώχεια, σ’ ένα σπίτι με τα έπιπλα που περίσσεψαν από την μετακόμιση κάποιου άλλου, δίπλα σ’ έναν άντρα πνιγμένο στην μπριγιαντίνη και στα βιβλία· τότε κατάλαβε ότι αυτή θα είναι η ζωή της. Έκοψε τα μαλλιά της όταν αποφάσισε πως δεν ήταν πια νέα αν και πάντα φαινόταν μεγαλύτερη απ’ τις συνομήλικές της, όμως γερνώντας ανέκτησε το πλεονέκτημα, σε αντίθεση με τις γυναίκες που έπεσαν στην επόμενη ηλικία όπως πέφτει κανείς από ένα σκαλοπάτι που δεν υπολόγισε σωστά, γιατί παρέτειναν υπερβολικά μια προηγούμενη ηλικία.
Η οικογένεια θα ζούσε σ’ ένα σκοτεινό σημείο της πόλης, σε μια απόκρημνη πλαγιά με φαγωμένα σκαλοπάτια αλλά οι γονείς αρνούνταν να μιλούν ναπολιτάνικα, που αποτελούσαν ένδειξη φτώχειας και δεν έπαψαν να κουβαλούν την πίκρα ότι δεν μπορούσαν να προσφέρουν ένα ποτό στο γάμο τους. Στο σοκάκι οι γυναίκες στρίγγλιζαν με μια οργή που έφτανε ως τα μάτια και το κρύο πάγωνε την φωνή στο λαιμό των περαστικών. Ξεχώριζε την προέλευση της κάθε φωνής, τους θορύβους που όλοι έριχναν εκεί μέσα, μια χορωδία που δεν μπορούσε να τη διώξει ούτε ο αέρας. Τα σεντόνια της μπουγάδας της από πάνω έκρυβαν τον αέρα και την θέα κι έφερναν την αψιά μυρωδιά της αλισίβας. Στην πόλη σου χιμούσαν χωρίς καμία προφύλαξη και αποκτούσες επιδεξιότητες για να μην σε κλέψουν ή σε χτυπήσουν κι εκείνες λαχταρούσε τις Κυριακές να είναι κάπου αλλού, σε οποιοδήποτε χωριό, όση κούραση κι αν απαιτούσε. Στον φοβερό θόρυβο του στενού εκείνη αντέτεινε την βαριά σιωπή του σπιτιού.
Βραδύγλωσσος από την φούρια να τελειώσει την λέξη ή την φράση αλλά βέβαιος πως υπάρχει μια σχέση αμοιβαιότητας ανάμεσα στις ικανότητες και τις αδεξιότητες, ισορροπούσε αντικείμενα σε όρθια στάση ως αποζημίωση για τις λέξεις που έβγαιναν κουτρουβαλώντας από το στόμα του. Κάποτε αγανακτισμένη με το κουσούρι του τραυλίσματός του, η μητέρα του τον κατηγόρησε ότι το έκανε επίτηδες αλλά εκείνος μέσα του ένοιωσε ένα κρυφό καμάρι, καθώς του είχε χαρίσει μια ικανότητα, αποδίδοντάς του την δυνατότητα να ελέγχει εκείνη την ατυχία. Η μητέρα στενοχωριόταν που του έβαζε τις φωνές αλλά ακόμα περισσότερο την πίκραινε η σιωπή του, την οποία απέδιδε στο ελάττωμα που τον εμπόδιζε να αμυνθεί. Στις σκανδαλιές ή τα λάθη του εκείνος προτιμούσε την σωματική τιμωρία παρά τις λέξεις, γιατί μ’ εκείνες δεν μπορούσε να κλάψει ούτε να απαντήσει, μετέωρος ανάμεσα στη βουβαμάρα και το τραύλισμα – «αργεί ο άνθρωπος να μάθει πώς να αμύνεται απέναντι στα λόγια». Του άρεσε ακόμα και το πείραγμα των γονέων του, πως δεν τους έμοιασε επειδή ήταν υιοθετημένος· το έβρισκε ως μια σπάνια ευκαιρία για οικειότητα κι έσκαγε ένα λοξό χαμόγελο, που ανακαλύπτει πως και σήμερα επαναλαμβάνει μηχανικά.
Η μητέρα τού ιστορούσε τα άσχημα του κόσμου, με μια αγανάκτηση για το κακό που έκαναν και που υπέμεναν οι άνθρωποι. Όσα του έλεγε σταδιακά αποκτούσαν υπόσταση μέσα του, σε σημείο σωματικής ταύτισης και με τον τρόπο αυτό του μεταδιδόταν ένας κύκλος οδύνης. Τον έκανε κοινωνό θλιβερών ειδήσεων κι εκείνος νόμιζε πως περίμενε να της δώσει μια απάντηση για τον πόνο του κόσμου. Ίσως και να τον προγύμναζε για τον κόσμο, όπως έκαναν και τα όνειρα. Ένα είδος παρηγοριάς τον περίμενε στα παιχνίδια, αν και η επιταγή «μην το σπάσεις» έθετε σε αμφισβήτηση τα πλήρη δικαιώματά του επάνω τους. Κι ύστερα ερχόταν η στιγμή που τα πράγματα ξαφνικά γίνονται κάτι άλλο, σαν ένα μυστικό πρόσωπο, γνωστό μόνο σε όποιον είναι μάρτυρας της αιφνίδιας αλλαγής τους, ένα πρόσωπο που ένα παιδάκι μπορεί να ψάξει να βρει. Στο τέλος τα έσπαγε μόνο και μόνο για την στιγμή που διαλύονταν, και η οποία άξιζε όσο όλη η προηγούμενη ζωή του. Κάπως έτσι και το παμπάλαιο δώρο της μάνας του ήταν η ίδια η ζωή που του έδωσε και κάποια στιγμή έγινε κατάδική του.
Από τις προσωπογραφίες της παιδικής ηλικίας, πώς μπορεί να λείπει μια θεία όπως η όπως η κουφή άρα και φωνακλού εξηντάρα Φιλομένα, που ξεσπούσε σε γέλια βλέποντας τηλεόραση, ακόμα και στα δράματα, γιατί θεωρούσε πως τα θεάματα είναι για να διασκεδάζουμε και την υπερβολική συγκίνηση γελοία; Χρησιμοποιώντας λάθος λέξεις, βασισμένες πάντα σε μια παρήχηση, όπως «σήμερα μου είπαν κάτι στο παζάρι κι απολύθηκα στα γέλια», τους έκανε πάντα να γελάνε χωρίς να της κακοφαίνεται. Εκείνος αναρωτιόταν από ποιο θαυμαστό μηχανισμό του μυαλού κάποια πλάσματα δεν πικραίνονται με τα γέλια που προκαλούν τα στραβοπατήματά τους, όμως διέκρινε ότι δεν είχε την δική της χάρη γιατί έφερε βαρέως το τραύλισμά του, γνωρίζοντας πως το ελάττωμα τραβάει την προσοχή τόσο πολύ ώστε αρκεί από μόνο του να δώσει τον ορισμό ενός ολόκληρου ανθρώπου. «Με την ομιλία διατρέχεις ένα νήμα, όμως με τη γραφή το κατακτάς, το ξεμπερδεύεις». Και τώρα μιλάει στην μητέρα του και για την Φιλομένα, γιατί δεν το έκαναν νωρίτερα και θέλει να της πει «ζήσαμε με πρόσωπα αγαπημένα χωρίς να το ξέρουμε, που τα κακομεταχειριστήκαμε χωρίς να το πάρουμε είδηση – μπορεί να είναι πρόσωπα που τραγούδησαν με μια χαρά που οι ίδιοι δεν ένοιωσαν, που μαθαίνουμε τώρα την δική τους αδάμαστη ζωή μόνο επειδή την χάσαμε» – και κυρίως της μιλάει γιατί το ίδιο θα συμβεί και μεταξύ τους.
Σε αυτό τον διάλογο με την μητέρα (και πώς να ξεχάσει κανείς το αντίστοιχο Colloquio con la madre, του Λουίτζι Πιραντέλλο, και το βασισμένο σε αυτό πέμπτο επεισόδιο της ταινίας Χάος των αδελφών Ταβιάνι;) δεν παύει να αναρωτιέται ποιος την προστατεύει από το να αναγνωρίσει το βουβό παιδί της στο πρόσωπο του ηλικιωμένου κυρίου τον οποίο βλέπει πίσω από ένα τζάμι λεωφορείου. Ίσως «μια μεγάλη δύναμη μάς παρέχει την κατάλληλη στιγμή τη μυωπία που χρειαζόμαστε για να ζήσουμε». Ο απόηχος της αιώνιας επίπληξής της προς τα παιδιά της «όχι τώρα, όχι εδώ» παραμένει, όμως δεν προλαβαίνει πια να την υπακούσει, γιατί αυτό που συμβαίνει, συμβαίνει τώρα και εδώ: η συνάντηση μιας νεαρής μαμάς με έναν ηλικιωμένο γιο. Σύντομα θα περπατήσει ξανά μαζί της να της δείξει το παγκάκι όπου καθόταν, στην λιακάδα της ακρογιαλιάς, όπως οι μανάδες που χαζεύουν τον χρόνο που κυλάει ορμητικός πάνω στα παιδιά τους – ώσπου εκείνα σταματούν κι αρχίζουν οι μανάδες να τρέχουν προς τα γεράματα. Μετά στέκονταν μαζί στον αέρα προτού αυτός αιχμαλωτιστεί μέσα στο στενάκι, αφήνοντας τη θέση του σ’ ένα σφουγγάρι μυρωδιές. Στην προκυμαία ανάσαιναν από τα μάτια γιατί πρώτα εκεί περνούσε ο αέρας προτού μπει στα τρομαγμένα πνευμόνια κι εκείνη καθυστερούσε την επιστροφή – ακόμα και μια καταιγίδα ήταν προτιμότερη.
Αν παρέμεινε καθολικός, ήταν γιατί κι εκεί υπάρχει μια σχέση πονεμένης και εκδικητικής μάνας και ενός γιου που πίστεψε ότι τον είχε στείλει ο πατέρας του σύμπαντος στη γη κι έπειτα τον είχε ξεχάσει. Δεν αγάπησε όμως τη θρησκεία και στις μερικές οδυνηρές του στιγμές μπήκε σε μια εκκλησία όχι για να ζητήσει αλλά για να είναι μακριά. Ενώ εκείνη του έλεγε πως, όταν προσευχόταν, δεν ήταν πια μάνα, σύζυγος ή κόρη αλλά σα να ήταν ανέκαθεν μόνη κι ευτυχισμένη· κι αυτός καθόταν στον πάγκο και περίμενε να του την ξαναδώσει πίσω ο Θεός.
Ανάμεσα στα ελάχιστα πρόσωπα που συμμετέχουν στην επιστροφή, ο φίλος του Μάσιμο που χάθηκε σ’ ένα μακροβούτι στο Τυρρηνικό που τους είχε κάνει άτρωτους, καθαγιασμένους από τα νερά του, μεταδίδοντάς του μια αποστροφή για την φύση, το άζωτο, και για την ίδια του την σκιά που αποτελούσε απόδειξη της δικής του επιβίωσης. Έκτοτε η θάλασσα δεν κατάφερε να τον ξεπλύνει, γιατί είναι γεμάτη στάχτες και δεν ανθίζει, μόνο ασθενεί βρώμικη και κουρασμένη από τα απομεινάρια των ανθρώπων. Ακόμα, ένας δάσκαλος που απαγόρευε κάθε γέλιο για το τραύλισμα αλλά του πρόδωσε την εμπιστοσύνη, επειδή θέλησε να διαβάσει σε όλους την ωραία του έκθεση, ενώ ο μαθητής θεωρούσε πως επρόκειτο για καθαρά προσωπική, μεταξύ τους άσκηση· κι ένα κορίτσι από την κοινότητα των Αμερικανών, που στο πρόσωπό της μπορούσε να δει τον ουρανό κι ίσως εκείνη στο δικό του μπορούσε να δει την γη.
Στο καινούργιο σπίτι ο ήλιος έλαμπε παντού αλλά το σκοτάδι σκέπασε προοδευτικά τα μάτια του πατέρα του, χωρίς να έχει προλάβει να δημιουργήσει ένα νοερό τοπίο γύρω του· επεξεργαζόταν όμως την ήττα του, μετατρέποντάς την σε αστείο, υποτασσόμενος στη μοίρα του ανάπηρου ανθρώπου να εκτίθεται σε κωμικοτραγικές καταστάσεις. Στη νέα τους γειτονιά δεν ξαναείπαν λέξη για το σοκάκι, όμως για τον αφηγητή εκεί βρίσκονταν όλα του τα όνειρα, η ζωή που του δόθηκε, η μοναδική συνθήκη που αγάπησε. Το παλιό παράθυρο έβλεπε έναν τοίχο από πωρόλιθο, το καινούργιο τον ουρανό κι εκεί κόντρα στο φως επιχειρούσε να ξαναγνωρίσει τον εαυτό του. Στο συγκρότημα νεόκτιστων σπιτιών κανείς δεν έλεγε από πού ερχόταν και όλοι συμπεριφέρονταν σα να ζούσαν πάντα εκεί.
Όταν έφτασε ο έρωτας που «σε αναγκάζει να διαφοροποιηθείς από τον εαυτό σου για να πετύχεις τη σωστή εικόνα», δεν είχε γνωρίσει άλλη γυναίκα. Για εκείνη, που παραξενευόταν που οι πολλές εμπειρίες δεν φτιάχνουν πάντα ενδιαφέροντες ανθρώπους, ο αφηγητής δεν ήταν τα απόνερα ενός ονείρου που πήγε στραβά αλλά πιο πολύ οι αργές κινήσεις ενός ξυπνήματος, κάποιος που «αντιπροσώπευε την πραγματικότητα, που μερικές φορές είναι η παρατήρηση της κοινοτοπίας κάτω από καλύτερο φωτισμό». Κάθε συζήτηση μαζί της έμοιαζε με πολιτική συνεδρίαση, μετά από την οποία έπρεπε να καταρτιστεί μια κοινή ανακοίνωση. Την παντρεύτηκε στα τριάντα και την έχασε από μια ασθένεια, που περιγράφεται με σύντομο αλλά σπαρακτικό τρόπο. Έμεινε για λίγο κοντά του, σύντομη παρένθεση στη ζωή του, ωστόσο ήρθε. Δεν αισθάνεται οδύνη βλέποντας πως μερικές φορές ο ουρανός κάποιου Αυγούστου είναι ίδιος μ’ εκείνον κάποιου άλλου Αυγούστου που πέρασαν μαζί, όμως κοκκινίζει που έχει μείνει εδώ και μπορεί να τον κοιτάζει.
Μεγαλώνοντας χωρίς πρότυπα, αδιάφορος ως προς την βελτίωση της θέσης του απέναντι στους άλλους, έχοντας κατακτήσει το καταφύγιο της γαλήνης, παρέμενε πάντα ήρεμος και αφηρημένος, και πάλι προς δυσαρέστηση της μητέρας του. Δεν αγάπησε «τις ευκαιρίες, τα ξαφνικά ενδεχόμενα που ενισχύουν τις προσδοκίες όσων πιστεύουν στο πεπρωμένο, στην τύχη ή στο πνεύμα της πρωτοβουλίας». Με αφορμή την απαλλαγή από κάποια θεραπευτικά παπούτσια διαπίστωσε ότι την αποφάσισε σε μια ξαφνική πράξη θέλησης και αναρωτιέται γιατί δεν την έκανε νωρίτερα, για να καταλήξει τελικά πως η θέληση είναι πιο ανεξιχνίαστη από τη μοίρα και ο άνθρωπος την εκδηλώνει σε στιγμές τόσο ξαφνικές όσο κωμικές.
Ως βραδύγλωσσος απέκτησε οριστικά μια μανία με το νόημα των λέξεων, αφού δεν μπορούσε να είναι με το γράμμα τους. Οι αγαπημένες του μέρες ήταν εκείνες όπου το αδύνατο παρέμεινε φυλαγμένο στην καρδιά και όχι εκείνες που το έκαναν πραγματικότητα. Τα πράγματα έκλειναν μέσα τους ανεπανόρθωτους αποχωρισμούς κι εκείνος δεν τους καταλάβαινε αμέσως παρά πολύ αργότερα. Κάποτε μπροστά στον καθρέφτη του θέλησε να μάθει γιατί, όταν τα γεγονότα αργούν, ο άνθρωπος βρίσκεται σε αναμονή, για να αντιληφθεί πως αν καταφέρει κανείς να αποφύγει την αναμονή, θα δει πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Τώρα ξαναβλέπει την μητέρα του να τον κοιτάζει αλλά δεν αναγνωρίζει τον γιό της στον ηλικιωμένο κύριο του λεωφορείου. Οι χρόνοι τους δεν συνέπεσαν ποτέ παρά μόνο μια φορά: όταν γεννήθηκε και βγήκε από τον σάκο της. Τότε εκείνη τον έβλεπε ενώ αυτός ήταν τυφλός· τώρα είναι αυτός που την βλέπει αλλά εκείνη όχι. Υπάρχει ένα τζάμι που τους προστατεύει· το τζάμι που υπάρχει στον θάνατο του καθενός. Τελικά μαζί φύλαξαν την ασυνεννοησία τους, από διακριτικότητα και συστολή, και τώρα ξέρει ότι ακριβώς αυτή συντηρεί πάντα την αγάπη και την στοργή.
Εκδ. Κέλευθος, 2024, σελ. 368, μτφ. Άννα Παπασταύρου [Non ora, non qui, 1989].
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 82 (καλοκαίρι 2025)
Στις εικόνες: H πόλη της πλοκής. Η 3η φωτογραφία είναι του Ferdinando Scianna και το έργο ζωγραφικής του Massimiliano Stanco με τίτλο Napoli.
Τα ψάρια που δεν κλείνουν τα μάτια, του ίδιου συγγραφέα, εδώ.






















































