Μαρία Γιαγιάννου – Έχω έναν καλό Παππούα

«Ο χορός και τα χρώματα σημαίνουν ελευθερία!»

Η μνήμη μου εδώ δεν με απατά: ανάμεσα στις σελίδες των Εγκυκλοπαιδειών που ξεφύλλιζα εκατοντάδες φορές στο παιδικό μου σπίτι, εκείνες που δεν χόρταινα ποτέ ήταν όσες γέμιζαν με τις παραδοσιακές φυλές των ιθαγενών του πλανήτη μας, και ιδίως της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής, της Ασίας, της Ωκεανίας. Χορταρένιες καλύβες, ελάχιστα αλλά πολύχρωμα ρούχα, άμεση γειτνίαση με την φύση, γυμνά πόδια στο χώμα, ατελείωτοι χοροί και τραγούδια, εκείνη η αίσθηση της κοινότητας και της αρμονίας. Αργότερα θα αναρωτιόμουν: γιατί ένας τέτοιος αισθητικός πλούτος, η σοφία αυτών των φυλών και το αυτονόητο πραγματολογικό ενδιαφέρον τους δεν αποτέλεσε το θέμα κάποιου βιβλίου για παιδιά;

Κι όμως, κάπου ανάμεσα στα ράφια των βιβλιοπωλείων έχει φτιάξει την καλύβα του ένας εκλεκτός εκπρόσωπος, ή, καλύτερα, πρέσβης μιας τέτοιας φυλής. Και είναι ο παππούς της μικρής Ελευθερίας, ο οποίος δεν μπορούσε βέβαια να μάθει ότι υπάρχει μια φυλή ονόματι Παπούα και να μην διακρίνει την διαφορά ενός και μόνο γράμματος από την δική του ιδιότητα, εμφανές σημάδι ότι κάποια σχέση κρύβεται εν δυνάμει μεταξύ τους! Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η Ελευθερία εμφανώς αγαπάει τα χρώματα και τις χρήσεις τους, γιατί όταν πηγαίνει στον παππού και την γιαγιά με τα «απολύτως απαραίτητα», αυτά συμπεριλαμβάνουν: μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, νερομπογιές, κιμωλίες, πινέλα, παλέτα, μπλοκ ζωγραφικής, τελάρα, καβαλέτο. Όταν φτάνει σπίτι τους, βλέπει την γιαγιά να πλέκει μια ζακέτα για να την γεμίσει φτερά και κοχύλια, καθότι ο παππούς, λέει, έγινε Παπούα! Και επειδή η βιβλιοθήκη είναι πάντα πολύτιμη πηγή γνώσης, ένα βιβλίο από το ράφι τής προσφέρει τις απαραίτητες πληροφορίες για τους Παπούα της Νέας Γουινέας που ενέπνευσαν τον παππού να γίνει σαν κι αυτούς. Ωραίοι ακούγονται: ζουν όλοι μαζί σαν οικογένεια, ζωγραφίζουν το σώμα τους με μπογιές, πίνουν το νερό της βροχής, ζωγραφίζουν σε φύλλα και ξύλα, κάνουν παρέα με τα ζώα, χορεύουν!

Μια πρώτη αυτοψία είναι απολύτως απαραίτητη: ο παππούς βρίσκεται στην ταράτσα, όπου υπάρχουν ήδη δυο φοινικόδεντρα, μια τεχνητή λίμνη, μια καλύβα, ένα εξωτικό πουλί, μια συλλογή από τύμπανα και φλογέρες και πλουμιστός πια ο Παπούα παππούς. Της εξηγεί ότι ο χορός και τα χρώματα τον κάνουν να αισθάνεται ελεύθερος και την προσκαλεί να κατεβούν στην πόλη και να «ελευθερώσουν» τους ανθρώπους, παίρνοντας μαζί τους κάτι πολύχρωμες μπάλες. Ένας Παπούα κι ένα Παπουάκι βγαίνουν στους δρόμους της πόλης σε μια καλλιτεχνική αποστολή. Αγωνία στο κατακόρυφο! (Σε αυτό το σημείο εφαρμόζω την τακτική της επιβράδυνσης και σηκώνομαι δήθεν για να πάρω κάτι, ενώ οι νεαρές διαμαρτύρονται έντονα).

Η συνεννόηση με τον φούρναρη, τον μανάβη και την φαρμακοποιό αποδεικνύεται δύσκολη καθώς τα μέλη της εν λόγω φυλής δεν συναλλάσσονται με χρήματα και ο παππούς προτείνει… μπανανόφυλλα. Αλλά η αποστολή συνεχίζεται κι ένας βρώμικος και γκρίζος τοίχος αποτελεί ιδανικό πεδίο παιχνιδιού και χρωματισμού. Αρχίζουν να ρίχνουν πάνω του τις πολύχρωμες μπάλες και η όψη του αλλάζει. Μια κυρία αντιδράει αλλά ο παππού(α)ς της εξηγεί ότι ο τοίχος ήταν μοναχικός και παρατημένος ενώ τώρα ζωντανεύει και χρωματίζει τον χώρο. Ένας νεαρός χαίρεται με την απρόσμενη δράση και προτείνει χρωματισμό σπιτιών και αγαλμάτων αλλά ο παππούς του τονίζει ότι την διαφορά: πρέπει να διακρίνουμε πότε αυτά είναι ευτυχισμένα και πότε όχι – μόνο στην τελευταία περίπτωση τα ζωγραφίζουμε και ποτέ δεν τα λερώνουμε, αλλιώς τα σκλαβώνουμε. Ένα μικρό αγόρι σχολιάζει αρνητικά τον παππού στην Ελευθερία και εκείνη με ψυχραιμία και ευγένεια του δίνει την εξήγησή της και του κάνει μια τρυφερή πάσα για συμμετοχή. Στο τέλος όλοι μπαίνουν στο παιχνίδι, οι χρωμομπάλες ομορφαίνουν τον τοίχο και η χαρά τα πρόσωπά τους!

Κάτι είχε πει όμως ο ωραίος Παππούα παππούς και για χορό. Και όντως, με την έναρξη της βροχής, όλοι οι συμμέτοχοι της πολεοδομικής ζωγραφικής σε μια έντονη κοινοτική αίσθηση την υποδέχονται χορεύοντας, ενώ τα χρώματα κυλούν από τον τοίχο και κυλούν στους δρόμους, πορτοκαλί, μπλε, κόκκινα, κίτρινα ποτάμια. Πού να ήξερε η δασκάλα της Ελευθερίας, όταν της ανέθετε να ζωγραφίσει την πόλη, ότι αυτό θα γινόταν κυριολεκτικότερα της κυριολεξίας!

Μπορούμε, λοιπόν, να ομορφαίνουμε τον δημόσιο χώρο που αφορά όλους; Είναι δυνατόν κάποιες φορές να ανταλλάζουμε προϊόντα αντί να περιοριζόμαστε στην ισοπεδωτική ισχύ του χρήματος; Πόσο ψυχωφελής είναι η ελεύθερη δημιουργική έκφραση; Υπάρχουν όρια τόσο σε αυτήν όσο και σε μια δημόσια καλλιτεχνία; Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κάποιον που εκφράζεται αρνητικά για κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο; Σε αυτή την μικρή τελετή περάσματος από το σπίτι στην πόλη, η μικρή Ελευθερία μοιράζεται με ένα αγαπημένο της πρόσωπο πολύτιμες εμπειρίες και συμπεράσματα. Και ακόμα κι αν δεν μπορούμε να φτιάξουμε εναέριες ζούγκλες ή δασικά μπαλκόνια, μπορούμε πάντα να προσκαλούμε τα χρώματα, να δημιουργούμε τέχνη και κάνουμε την πόλη μας πολύχρωμη και καλλιτεχνημένη.

Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη

Εκδ. Σμίλη, 2022, σελ. 36.

Ηλικίες: 4+ αλλά η δυομισάχρονη αναγνώστρια του σπιτιού το φέρνει πάντα από τα πρώτα με την φράση «Διαβάσομε!».

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Κωνσταντίνα Τασσοπούλου – Ένα φτερό

Ο αληθινός πλούτος

Θυμάμαι από τα βαθιά παιδικά μου χρόνια τις βόλτες με τον παππού μου στον Βασιλικό, όπως τον λέγαμε τότε, νυν Εθνικό Κήπο. Τις πάπιες με τα πορτοκαλί ράμφη σε αθόρυβες πλεύσεις, την ηχητική πανδαισία των αόρατων πουλιών στα δέντρα, μια σουσουράδα που είδαμε κάποτε να σουλατσάρει ακριβώς μπροστά μας – αλλά τίποτα δεν με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο από ένα παγώνι που βγήκε από τα φυλλώματα, μας κοίταξε και άνοιξε θριαμβευτικά τα πολύχρωμα φτερά του. Μετά δεν είδα ποτέ, παρόλο που, ζώντας στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης άκουγα συχνά τα παγώνια της Μονής Βλαττάδων, αλλά μιλάμε για άλλη αίσθηση. Έκτοτε αναζητούσα την παρουσία του εκεί όπου συνέβαιναν όλα, μέσα στα βιβλία, αλλά δεν υπήρχε πουθενά. Έπρεπε να περάσουν δεκαετίες μέχρι να το βρω επιτέλους πρωταγωνιστή σε ιστορία χρωματιστή και περιπετειώδη. Προφανώς προϋπήρξε ως ήρωας σε πολλά άλλα βιβλία, αλλά αυτό εδώ είναι το πρώτο που γνωρίζω στον δικό μου μικρόκοσμο.

Πρόκειται για τον κύριο Παγώνη, που ωραίος, πλουμιστός και αγέρωχος καμαρώνει για την εμφάνισή του, ένας αδιαμφισβήτητος άρχων της ομορφιάς στο βασίλειο των πουλιών. Η βεντάλια των φτερών του φτάνει μέχρι τον ουρανό και κρύβει μέχρι και λίγο ήλιο. Έρχεται, λοιπόν, μια μέρα που ο κύριος Κόκορας του ζητά ένα και μοναδικό φτερό, επειδή έχει ραντεβού με μια δεσποινίδα κότα και θέλει να την εντυπωσιάσει. Κι όμως, ο κύριος Παγώνης, παρόλο που τα φτερά τού φτάνουν και του περισσεύουν, αρνείται, και δη εμφατικά λέγοντας: Δηλαδή επειδή εσύ θέλεις να εντυπωσιάσεις μια κότα θα χαλάσω εγώ το φτέρωμά μου; Η απάντηση αυτή δίνεται με τον ίδιο και απαράλλαχτο τρόπο σε όλα τα άλλα πτηνά που με την σειρά τους του ζητούν ένα φτερό: στον κύριο Μπάουερ που το θέλει για μια συνέντευξη, στον κύριο Στρουθοκάμηλο για να φτιάξει ένα κοστούμι, στην Πάπια για να ομορφύνει το καπέλο της, στην Χήνα για να περιποιηθεί την κούνια του μωρού της, στην Καρακάξα για να ξεσκονίσει το σπίτι, στο Περιστέρι για να κάνει αέρα, στον Κόρακα γιατί έτσι, κ.ο.κ. Φυσικά όλα αυτά τα πουλιά μια χαρά κατάφεραν να κάνουν αυτό που ήθελαν και χωρίς το φτερό του παγωνιού, όμως φρόντισαν να εκφράσουν στο Παγώνι την αρνητική του πράξη.

Ο δυνατός αέρας που φύσηξε λίγο αργότερα τα έστειλε σε κρυψώνες και φωλιές, όμως έτσι όπως είχε ανοίξει τα φτερά του ο κύριος Παγώνης δεν έβλεπε τι γινόταν γύρω του και ξεπουπουλιάστηκε ολόκληρος, χωρίς καν να το πάρει χαμπάρι. Πρέπει να φτάσει στα αυτιά του από την Κίσσα, την Γαλιάντρα, την Κάργια, την Κουρούνα για να αντιληφθεί το πάθημά του. Όμως χωρίς δεύτερη σκέψη τα πουλιά έρχονται να του προσφέρουν από ένα φτερό, πριν καν το ζητήσει: το Καναρίνι, το Αηδόνι, ο Αετός, το Γεράκι, η Νερόκοτα, η Κουκουβάγια, ο Γλάρος και άλλα και άλλα. Και γίνεται ξανά πολύφτερος και πλουμιστός αλλά και διαφορετικός, καθώς κατάλαβε πως δεν πήρε πίσω μόνο την μορφή του αλλά και την ζέστη, την ασφάλεια και πάνω απ’ όλα την φιλία και την αγάπη. Και το πολύτιμο μάθημα «Άμα δεν ξέρεις να δίνεις είσαι φτωχός κι ας έχεις να δώσεις. Άμα ξέρεις να δίνεις είσαι πλούσιος κι ας μην σου περισσεύουν». Α, και επειδή δεν χρειάζεται να κρύψεις κάποιον προκειμένου να φανείς εσύ περισσότερο εντυπωσιακός, όσο κι αν ξανάνοιξε τα φτερά του, δεν έκρυψε ποτέ τον ήλιο.

Όσο για μας, αντιλαμβανόμαστε ότι περιχαρακωμένοι στον κόσμο μας και στο ωραίο μας φτέρωμα δεν παίρνουμε είδηση τι γίνεται έξω από αυτόν και πως πολλά από τα προβλήματά του θα φτάσουν και σ’ εμάς· πως η δοτικότητα, η αλληλεγγύη, η υποστήριξη και η βοήθεια κάποιου που μας έχει ανάγκη αποτελούν την μεγαλύτερη περιουσία μας. Η εικονογράφος επιλέγει να δώσει έμφαση στις ζωγραφιές των πουλιών, που αποδίδονται με πρωτότυπο και διασκεδαστικό τρόπο και τονισμένα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Καθώς, μάλιστα, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε πληροφορίες για όλα αυτά τα καλοζωγραφισμένα πτηνά, στις τελευταίες σελίδες μας περιμένουν μικρά λήμματα για το καθένα, γραμμένα με τον απολαυστικό χιουμοριστικό τρόπο της συγγραφέα, σαν μια μικρή εννιασέλιδη εγκυκλοπαίδεια 27 λημμάτων!

Και επειδή σε κάθε κλείσιμο του βιβλίου οι νεαρές μου αναγνώστριες απορούν, «δηλαδή δεν θα δούμε κάτι άλλο από αυτό το βασίλειο των πουλιών;», χάρη στην μαγεία που πάντα συμβαίνει στον κόσμο της παιδικής λογοτεχνίας, όχι μόνο υπάρχει συνέχεια, αλλά αυτή είχε ήδη γραφτεί προτού εκδηλωθεί η παραπάνω επιθυμία: Ετοιμαστείτε για το βιβλίο «Δυο φτερά», από την ίδια συγγραφέα και τις ίδιες εκδόσεις, σύντομα και στα δυο Πανδοχεία!

Εκδ. Υδροπλάνο, 2021, σελ. 42

Εικονογράφηση: Νικολέττα Φιλιππίδη

Ιστοσελίδα της συγγραφέα: www.tassopoulou.gr

Ιστοσελίδα της εικονογράφου: www.nikolettafilippidi.gr

Η Κωνσταντίνα Τασσοπούλου κάποτε στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Μια αφήγηση του παραμυθιού, εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.