Ολιβιέ Ρολέν – Πορτ-Σουδάν

Ήμουν στο Πορτ-Σουδάν όταν πληροφορήθηκα τον θάνατο του Α. κάμποσο καιρό μετά γράφει ο αφηγητής πάνω στο τραχύ χαρτί ενός τετραδίου αγορασμένου στο Χαρτούμ, γράφει για να επιβιώσει, καθώς φαντάζεται πως δεν υπάρχει άλλος λόγος για να γράφουμε. Είχαν γνωριστεί καμιά εικοσιπενταριά χρόνια νωρίτερα, μοιραζόμενοι τις μεγάλες και αόριστες προσδοκίες της αλλαγής του κόσμου και την προσμονή της περιπετειώδους ζωής. Αργότερα εκείνος διάλεξε τη λογοτεχνία κι ο αφηγητής τη θάλασσα, περιφερειακές και αβέβαιες δραστηριότητες που δεν πρόδιδαν εντελώς την ατέλειωτη ονειροπόληση. Έπεσαν μέσα: από τις κακές αυτές επιλογές χωρίς μέλλον, δεν θα συνέρχονταν ποτέ.

Μετά από χρόνια μεταφοράς φορτίων που σάπιζαν στις ακτές της Αφρικής, εξόκειλε εδώ στη στεριά, harbour manager σε ναυαγισμένο λιμάνι, όπου σιχαμερά υβρίδια σκύλου και ύαινας αναζητούν εντόσθια ψαριών κατά μήκος της όχθης, όπου συμμορίες λεηλατούν τα ριγμένα στον πορθμό πλοία. Όλη κι όλη η μετεωρολογία του είναι ο κλίβανος των σύννεφων, οι στρόβιλοι της τριζάτης άμμου από την έρημο της Νουβίας, η πόλη με τις αφυδατωμένες σάρκες σαν της μούμιας. Στο μοναδικό σουδανέζικο λιμάνι που μπορεί να δεχτεί μεγάλα πλοία, τα οποία όμως όλο και σπανιότερα κάνουν σκάλα εδώ, σ’ ένα τόπο με αναθυμιάσεις νεοαποικιοκρατίας, σαν μια τεράστια μαλθακή μηχανή που πασχίζει για την εξόντωση της σκέψης, μετράει τα ναυάγια γύρω του, αυτά τα καταφαγωμένα απ’ τη σκουριά μνημεία που μοιάζουν να σχηματίζουν μια γραμμή παμπάλαιων οχυρών που προστατεύουν μια νεκρόπολη. Σ’ αυτά τα ερείπια όμως βρίσκει γαλήνη, μόνος ή με συντροφιά με κάποια γυναίκα.

Πάντα αγαπούσα τα ναυάγια, είναι οι ματαιοδοξίες μου. Σύχναζα όσο πιο τακτικά μπορούσα σ’ εκείνα που φύλαγαν φρουρά μπροστά από τις στέγες, τις αποθήκες, τους γερανούς, τους τηλεγραφικούς πυλώνες του Πορτ – Σουδάν… Η παλίρροια, γεμίζοντας κι έπειτα αδειάζοντας αυτά τα κάστρα από λαμαρίνα, δημιουργούσε μια παράξενη και βάρβαρη μουσική, μια σύνθεση ρόγχων, σφυριγμάτων, θορύβων πιτσιλίσματος, που εναλλάσσονταν με υπόκωφους κρότους. Σμέρνες κολυμπούσαν …ξετυλίγοντας σαν μακριά πιτσιλωτά μαστίγια τους γλοιώδεις δακτυλίους τους που σύντομα τους τύλιγαν στην κοιλότητα κάποιας μηχανής…

Η καθαρίστρια του φίλου του Α. έμοιαζε σαν να περίμενε από καιρό την άφιξή του. Κι αρχίζει να του μιλάει για μια γυναίκα με κλίση περισσότερο στον ρεμβασμό παρά στο λόγο, μια γυναίκα «ημιπενθή», μια ensimistada (κλεισμένη στον εαυτό της). Έρμαιο των φόβων που δεν θα μπορούσε να τους προσδιορίσει, αλλά που ίσως είχε μάθει να τους χειρίζεται, ακόμη και να τους καλλιεργεί ως το πιο αναμφισβήτητο κομμάτι του εαυτού της. Τα πράγματά της έμοιαζαν ανά πάσα στιγμή έτοιμα για αναχώρηση ή ήταν τακτοποιημένα σαν να είχε μόλις επιστρέψει από ταξίδι. Λες και ήταν η εγκατάστασή της στο σπίτι του Α. σε μόνιμη αμφισβήτηση, σα να είχε στήσει έναν καταυλισμό όπως ένας νομάδας δίπλα σε πηγή που αμέσως μόλις εξαντληθεί θα την εγκαταλείψει ανεπιστρεπτί. Όσο για τον Α., θυμάται η καθαρίστρια, απομονωνόταν συχνά για να γράψει, και τότε έμοιαζε πως σαν να κατοικούσε με φόβο και δέος στην κατοικία ενός νεκρού. Τι τον συνέδεε άραγε με τον Α. και την προ εικοσαετίας Γαλλία;

Τότε δεν υπήρχε «κοινή γνώμη», είχαμε κρίσεις – δηκτικές συχνά, αποτελούσαν όμως έτσι, μου φαίνεται τουλάχιστον, πράξεις που δέσμευαν το πνεύμα, συχνά μάλιστα και το σώμα. Δεν πλέαμε μέσα σ’ αυτόν τον πλειοψηφικό πλακούντα που έβλεπα να τρέφει ένα μαλθακό πλήθος, ένα τεράστιο ζελέ διανοούμενων εμβρύων. Αντλούσαμε δύναμη και περηφάνια ανήκοντας στη μειοψηφία, προχωρώντας πίσω από σημαίες που τις κρατούσαν οι μεγάλοι παρίες. Η μοναξιά δεν ήταν ντροπή Λέξεις όπως τόλμη και θάρρος μας φαίνονταν ωραίες, υιοθετούσαμε, με φόβο, το σύνθημα σύμφωνα με το οποίο δεν είναι αναγκαίο να ελπίζεις για να επιχειρήσεις, ούτε να πετύχεις για να επιμένεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν αποφεύγαμε πάντοτε την γελοιότητα, αλλά τουλάχιστον γλιτώναμε από τον κομφορμισμό.

Στο σπίτι του Α. βλέπει παντού τριγύρω τα σβησμένα τσιγάρα, ελάχιστα καπνισμένα, λεπτές φολίδες στάχτης, καρτέλες από φάρμακα, με τις άδειες πλαστικές κυψέλες τους, μπουκάλια παραταγμένα σε πυκνές γραμμές και φύλλα χαρτιού ζαρωμένα, σχεδιάσματα επιστολών που απηύθυνε σ’ εκείνη, εξορκίζοντάς την να συλλογιστεί καλύτερα το ανεπανόρθωτο που ετοιμαζόταν να διαπράξει, κι ένα ανεπίδοτο γράμμα του προς την παλιά τους φιλία, που τον έφερε ως εδώ. Ποτέ δεν αντικαθιστούσε τους λαμπτήρες όταν καίγονταν κι έτσι από βδομάδα σε βδομάδα το σκοτάδι κατακτούσε καινούργια εδάφη μες στο σπίτι.

Στο κρεβάτι απ’ το οποίο είχε λιποτακτήσει εκείνη, ο Α., όσο καιρό έζησε – και ήταν περίπου έξι μήνες – δεν άλλαξε ποτέ σεντόνια. Κανείς δεν ήξερε αν έπρεπε να αποδοθεί ετούτη η αμέλεια σε κάποιου είδους παράξενο φετιχισμό που θέλησε να συγκρατήσει και να αγαπήσει πέρα απ’ την απουσία, πάνω σ’ αυτό που είχε γίνει το καταγέλαστο μνημείο του νεκρού του έρωτα, το αποτύπωμα ενός σώματος που για καιρό είχε λατρέψει ή απλώς στην ξαφνική αδιαφορία του για το καθετί…

Στο νοσοκομείο όπου έφτασε ο Α., ρημαγμένος από την ανάμειξη αλκοόλ και αντικαταθλιπτικών χαπιών, ο αφηγητής γνωρίζει την νεαρή του νοσοκόμα, την Ούρια. Πρέπει να την βεβαιώσει πως δεν θα σοκαριστεί από τίποτα, πως γνωρίζει ότι «ο πόνος δεν είναι επίσημο δείπνο, ούτε ελεγειακή ποίηση, πως είναι αίμα και ιδρώτας και σκατά». Εκείνη που φρόντιζε τον Α. λέει τώρα στον αφηγητή πως «κάθε άνθρωπος φέρει μέσα του από τη γέννησή του, τοποθετημένες φύρδην μίγδην σαν ανακατεμένα τραπουλόχαρτα, τις αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν είτε το χαμό του είτε την ευτυχία του». Πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια διπλή κλίση: σε κάποιους όμως είναι τόσο αμυδρή, ώστε τα νερά, απ’ όποια πλευρά κι αν κυλούν, ακολουθούν έναν γαλήνιο ρου, ενώ σε άλλους η παραμικρή βροχή γεννάει χείμαρρους που παρασύρουν τα πάντα στο πέρασμά τους.

Πριν έρθουν να τον μπουκώσουν με υπνωτικά, ο Α. πάσχιζε να ξαναβρεί την παλιά του οικειότητα με τις λέξεις. Όμως, έλεγε στην Ούρια, αυτές τον είχαν εγκαταλείψει, γιατί είναι κι οι ίδιες μια σωματική υπόθεση. Είχε συνηθίσει από την εφηβεία να ζει μαζί τους, να πολεμάει μαζί τους, να τις υποτάσσει και να υποτάσσεται, να τις νιώθει με όλο τον μηχανισμό του σώματός του. Όμως αυτές δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα καλέσματά του, δεν έσπευδαν στη μάχη, δεν απαντούσαν πια στην πρόκληση. Τον άφηναν αποκλεισμένο από το σημείο απ’ όπου άλλοτε περνούσε το ρεύμα του λόγου.  Αλλά έχει κι ο αφηγητής τη δική του τραγική ιστορία με μια γυναίκα, με «μια προδοσία που δεν αφήνει τίποτα ακέραιο, ακόμα και το παρελθόν του οποίου αντιστρέφει και δηλητηριάζει εντελώς τη σημασία».

Όσο για τη λογοτεχνία…Είχα κάποιες φορές την εντύπωση ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μεγάλα κούφια αγάλματα και ότι στο εσωτερικό τους βούιζε ένας μανιασμένος θόρυβος, κατακερματισμένος απ’ τον άτακτο πολλαπλασιασμός των αντηχήσεων: και η γραφή ήταν μια προσπάθεια να ενορχηστρωθεί αυτή η καθαρή βουή του χάους…Η γραφή θα πρέπει να ήταν η σύνθεση μιας μουσικής ανάμεσα στο πανδαιμόνιο και την αιώνια σιωπή.

Αν αυτό είναι λογοτεχνία, τότε ο Ολιβιέ Ρολέν πράγματι την συγγράφει. Είναι ο μόνος μέχρι συγγραφέας που έχει προσκληθεί τρεις φορές στο ταπεινό μας πανδοχείο (με την Μερόη και τα Τοπία Καταγωγής, ενώ έπεται και μια τέταρτη, για την Χάρτινη Τίγρη, βιβλία που μάς τα γνώρισε η Άγρα). Αν γινόμουν ποτέ συγγραφέας, θα ήθελα να γράφω σαν κι αυτόν. / Εκδ. Άγρα, 2001, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 131 (Olivier Rolin, Port-Soudan, 1994)

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr

Lykke Li – Wounded rhymes (LL Recordings, 2011)

Λύκκε Λύκκε είσαι εδώ;

Girl, you’ll be a woman, soon… Τι; Έγινε κιόλας; Μα βέβαια: όταν η Σουηδή Li Lykke Timotej Zachrissonhas άρχισε να ηχογραφεί το παρθενικό της Youth Novels (κυκλοφ. 2008) ήταν 20 χρονών, τώρα έφτασε στα 25. Κι όχι ότι έκοψε τα θηλυκά θρηνάκια, αλλά αυτή τη φορά οι (στιχουργημένες) «εμπειρίες» είναι περισσότερες και τραυματικότερες, εμπνέοντας συνθέσεις περισσότερο οξείες. Ζώντας πλέον στο Los Angeles και κινούμενη ως την άλλη άκρη της Νέας Υόρκης μέσω ερήμων, έγραψε τα τραγούδια μαζί με τον παραγωγό της Bjorn Yttling (τον μεσαίο των Peter Bjorn and John), ο οποίος, γνώστης της πλούσιας ποπ παραγωγής, δεν τσιγκουνεύτηκε σε προϋπολογισμό πιατινιών, ξυλόφωνων, κρουστών, κρυστάλλινων κιθαρών και άλλων καμπανιστών.

Η Lykke ακούγεται ευχάριστα, αλλά μοιάζει πολύ μπλεγμένη. Σχεδόν πηδάει απ’ το ένα είδος στο άλλο κι από μια προσπάθεια προσωπικού ήχου στον εμπορικό πολτό. Το εναρκτήριο Youth Knows No Pain αμέσως χαιρετάει τα girl group των 60s αλλά γλιστράει στο χειρότερη μετεξέλιξή τους στο 70s (Runaways) και τα 80s (Bangles). Ξέρω πόσο ξενερωτικό και απομυθοποιητικό είναι να θυμίζει κανείς δυσάρεστες συνδέσεις σε υποτιθέμενα φρέσκα ονόματα αλλά οφείλουμε να είμαστε δίκαιοι. Ομοίως και το δεύτερο. Το Love Out Of Lust μας προσφέρει το πρώτο όμορφο αξιάκουστο πεντάλεπτο. Απηχεί ωραία την θηλυκή απόκοσμη ποπ των 50/60s (June June είσαι εδώ;) αλλά και [σ’ εμάς τους γαλουχημένους στα 80s την ποπ που παίχτηκε κατά κόρον από] τις Tallulah Gosh και τα δεκάδες άλλα ποπ γυναικεία σχήματα από τις ανεξάρτητες εταιρείες της εποχής.

Το Unrequited Love πάει προς τη μεριά που στοιχημάτιζα και στοιχηματίζω (με λιγότερα αυτή τη φορά) πως θα κινηθεί η LL.: μια δική της εκδοχή altamericanas, με «σκονισμένη» ακουστική κιθάρα και ‘shoo wop’ backing vocals. Πάνω που λες πως εδώ θα βολοδέρνει ψάχνοντας τον εαυτό της, έρχεται το Get Some, η επιλογή του οποίου ως σινγκλ επιβεβαιώνει τον αιώνιο κανόνα (: στο μεγαλύτερο ποσοστό επιλέγεται το εμπορικότερο κομμάτι του δίσκου, δηλαδή το χειρότερο). Μου φάνηκε πως ακούω Belle Stars, για να μην πω Bananarama…

Μιας και περιδιαβαίνονται όλα τα είδη που περπάτησαν γυναικείες φωνές, κρίμα είναι να μείνει απ’ έξω το garage. Ή τουλάχιστο έτσι μας μοιάζει με τις πρώτες νότες απ’ το οργανάκι του Rich Kids Blues. Στην συνέχεια το πράγμα κάπως λειαίνεται και παραμένει οριακά μόνο πίσω από την γκαραζόπορτα. Το Sadness Is A Blessing αποτελεί την δεύτερη αδιαφιλονίκητη συνθεσάρα, που σε ωθεί να βεβαιωθείς πως δεν πρόκειται για Σπεκτορική διασκευή των Ronettes, των Shangri-Las, των Shirelles (των οποίων άλλωστε συχνά διασκευάζει το Will You Still Love Me Tomorrow?). To συμπαθητικούλι Jerome καλύπτει το είδος της female σουηδοπόπ (που ελλείψει άλλων φάρων, συνηθίσαμε να παραπέμπουμε στις … Camera Obscura).

Το Wounded Rhymes αποτελείται σχεδόν ολοκληρωτικά από ιστορίες χαμένου ή καμένου έρωτα. Στο Sadness Is A Blessing η Λυκκία υποτάσσεται εθελοντικά, φιλοσοφικά και αναγεννητικά στην Θλίψη, γενόμενη το boyfriend και το girl της, ενώ στο Silent My Song τραγουδά πως δεν μπορεί να πει αν ζει ή αν απλά συνεχίζει (θυμίζοντάς μου μια σοφή κουβέντα που κάποτε μου δίδαξαν, μερικές φορές δεν χρειάζεται να χτυπιέσαι διαρκώς, αρκεί απλώς να επιβιώνεις). Αλλά οι φιλοδοξίες της φιλόδοξης δεσποσύνης μοιάζουν πολύ περισσότερες απ’ το να φτιάξει έναν απλό λυπημένο δίσκο ποπ αισθητικής ή έναν πλήρη ποπ δίσκο της αισθητικής της λύπης. Τη μία λάμπει στο βόρειο σέλας στις περιοχές των Royksopp (των οποίων τραγούδησε το Miss It So Much), την άλλη θέλει να ταιριάξει σε νεανικά ταινιάκια σαν το Twilight (στο οποίο περιλαμβανόταν κομμάτι της). Αν έμενε στην Σουηδία θα ήταν ένα μικρό αστράκι στον αχανή γαλαξία της σουηδικής indie-pop. Τώρα στην Δυτική Ακτή μέχρι και ποπ ειδωλάκι μπορεί να γίνει, με λίγη βοήθεια απ’ το μοντελάτο λουκ. Που με τη σειρά της προκαταλαμβάνει (αρνητικά) άλλους. Εύκολοι και δύσκολοι καιροί για δεσποινάρια σαν την Λ.Λ. [6.5/10]

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.