Deborah Marcero – Σ’ ένα βάζο μέσα

Η ωραιότερη συλλογή του κόσμου

Ο Λουέλιν είναι ένας ιδιαίτερος κούνελος που έχει μια ωραία και σπάνια συνήθεια. Κουβαλάει παντού μαζί του ένα γυάλινο βάζο και τοποθετεί εκεί οτιδήποτε κρίνει πως αξίζει να βλέπει και να διατηρεί. Ένα φύλλο, ένα φτερό, ένα μανιτάρι. Καρποί, κοχύλια, λουλούδια, πετρούλες, όλα έχουν το βάζο τους. Τι γίνεται όμως με τα ζωάκια που θαυμάσαμε σε μια βόλτα μας; Δικαιούμαστε να αιχμαλωτίσουμε ένα έντομο, ένα σαλιγκάρι, μια κουκουβάγια; Ο Λουέλιν δεν θα το έκανε ποτέ, άρα πώς γίνεται να εμφανίζονται και αυτά στα βάζα του; Και, ακόμα, πώς είναι δυνατόν να αποθηκεύει στα δοχεία του το ίδιο το ουράνιο τόξο, τον ήχο της θάλασσας ή την μαγεία του χειμώνα; Πώς χωράει μέσα τους ένα  ολόκληρο ανοιξιάτικο λιβάδι με παπαρούνες;

Τότε διαπιστώνουμε ότι ο Λουέλιν δεν «αιχμαλωτίζει» αντικείμενα που άγγιξε αλλά οτιδήποτε είδε και θαύμασε και τώρα θέλει να κρατήσει ζωντανό στο μυαλό του. Φυλάσσει έναν κατακλυσμό φθινοπωρινών φύλλων κι όταν ανοίξει το καπάκι, αυτά γεμίζουν τον χώρο του· το σμήνος των πουλιών που γέμισαν τον ουρανό θα πετάξει και στο δωμάτιο. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να συλλέγονται οι αναμνήσεις, να μπαίνουν σε κουτάκια ή βαζάκια και να είναι πρόσφορες σε κάθε ζήτηση; Φυσικά και είναι, το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας!

Και είναι δυνατόν, μετά από όλα αυτά, να δει το βυσσινί χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος και όχι μόνο να μην το αποθηκεύσει αλλά και να μη δώσει ένα από τα πρόσθετα βαζάκια του σε μια λαγουδίνα, την Έβελιν, που το θαυμάζει κι εκείνη; Μια φιλία γεννιέται αλλά και κοινές εξορμήσεις για περισυλλογή όλων των αξιοθαύμαστων που συμβαίνουν παντού. «Μάζευαν πράγματα που δεν θα φανταζόταν κανείς ότι χωράνε καν σε βάζο. Με κάποιον τρόπο όμως χωρούσαν». Χοροί στο χιόνι και κούπες με ζεστό ρόφημα, μισοφέγγαρα και έναστροι ουρανοί. Μια από τις εκδηλώσεις της φιλίας, το μοίρασμα μιας ιδέας και η μετάδοση μιας συνήθειας έχει ήδη συμβεί.

Η ιστορία προχωράει ένα βήμα παραπέρα: τι γίνεται όταν η καθημερινή επαφή των φίλων διακόπτεται για λόγους ανωτέρας βίας; Οι οικογένειες μετακομίζουν, μετοικούν, μεταναστεύουν και οι μικροί αποχωρίζονται. Η οικογένεια της Έβελιν αναχωρεί από την γειτονιά, Ένα βάζο του Λουέλιν θα μείνει άδειο γιατί μέσα του λάμπει δια της απουσίας της η χαρά. Τώρα, λοιπόν, η φιλία των δυο κουνελιών θα χαθεί; Όχι, θα συμβεί το ακριβώς αντίθετο γιατί όχι μόνο θα συνεχιστεί η συνήθεια αλλά θα αποτελέσει το ομορφότερο μέσο επικοινωνίας: με την … ταχυδρομική ανταλλαγή βάζων οι εμπειρίες γίνονται αντικείμενο μοιράσματος και επικοινωνίας όσο μακρινή κι αν είναι η μεταξύ τους απόσταση.

Με τον τρόπο αυτό ο ένας «βλέπει» και «αισθάνεται» την καθημερινότητα του άλλου. Αυτά που δεν μπορούν να διηγηθούν ζωντανά, μπορούν να τα ανταλλάξουν με τον τρόπο που ξέρουν, καθώς τα πάντα χωράνε στα βαζάκια, και όχι μόνο τα στοιχεία της φύσης αλλά και της πόλης: τα πολύχρωμα φώτα της, οι ήχοι της, οι αμέτρητοι άνθρωποί της. Και η ιστορία θα παραμείνει ανοιχτή: ένας νέος ανυποψίαστος κούνελος, ο Μάξ, βρίσκεται στο δάσος φίλος, ο Λουέλιν έχει πάντα ένα περίσσιο βάζο μαζί του και η αλυσίδα της φιλίας και των συλλογών συνεχίζεται.

Ακόμα κι αν γνωρίζαμε ή υποψιαζόμασταν τα πολύτιμα δώρα του Λουέλιν, τώρα που τα μοιράζεται με τους αναγνώστες του τα βλέπουμε καθαρά και ανάγλυφα: μας προτρέπει να ζούμε στο παρόν, να μην προσπερνάμε στις ωραίες μας στιγμές, αλλά να επιστρέφουμε σε αυτές, να τις ξαναχαζεύουμε και να τις συλλογιζόμαστε. Να μην αγνοούμε τα «αυτονόητα» του φυσικού κόσμου, όποια κι αν είναι αυτά, από το χρώμα ενός ηλιοβασιλέματος ή ενός λουλουδιού, τον ήχο ενός πουλιού, την λάμψη ενός αστεριού. Να γινόμαστε κι εμείς συλλέκτες αγαθών, όχι των υλικών αλλά όλων όσων φιλοξενούνται στη μνήμη μας. Και να κρατάμε τους δεσμούς της φιλίας με ανάλογα μοιράσματα, ακόμα κι αν η ζωή μας χωρίζει σε διαφορετικούς τόπους.

Από την βορειότερη άκρη των Ηνωμένων Πολιτειών η Μαρσέρο, με ανήσυχες σπουδές στην Ζωγραφική, την Χαρακτική, την Φωτογραφία και την Ποίηση, και με επαγγελματική δοκιμασία ως Δασκάλα, δεν γράφει μόνο όλα τα παραπάνω αλλά και τα εικονογραφεί με χρώματα που τους προσδίδουν μια εντύπωση ονειρική, σα να ζωγραφίζονται συναισθήματα και μνήμες. Είναι, τέλος, ενδιαφέρον το γεγονός ότι σε πολλά κάδρα επιλέγει να φτιάξει τους αξιαγάπητους κούνελους σε μικρό μέγεθος μέσα σε μεγάλο φόντο, ακριβώς, υποθέτω, για να αποδώσει όλο το θαύμα που βρίσκεται γύρω μας αλλά δεν το βλέπουμε.

Ηλικίες: 3+

Εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ. 40, μτφ. Μάρω Ταυρή [In a jar, 2020].

Ιστοσελίδα της συγγραφέως και εικονογράφου εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Σημείωση: Εννοείται ότι οι δυο εικόνες με το κείμενο στα αγγλικά είναι από την αντίστοιχη έκδοση.

Μαρία Γιαγιάννου – Οικογένεια δωματίου

Τα δωμάτια που μοιραζόμαστε 

Άδειο σπίτι, σκοτεινό, άρα μαύρο – η πόρτα ανοίγει και εισβάλλουν του κόσμου τα χρώματα. Μια οικογένεια μπαίνει με αμηχανία αλλά και αδημονία. Δυο γονείς κι ένα κορίτσι, δυο αγόρια και μια γιαγιά με ένα καλαθάκι, από το οποίο σύντομα θα ξεμυτίσει μια μαύρη γάτα, η Σουμάδα. Αμέσως μπαίνουμε στη θέση τους, ειδικά όλοι εμείς που έχουμε ζήσει μετακομίσεις και μετακομίσεις και ξέρουμε καλά ότι η είσοδος σε κάθε νέο σπίτι σβήνει κάθε εξάντληση και αρχίζει η χαρά της τακτοποίησης. Πώς όμως αυτή η οικογένεια να απολαύσει την διαδικασία όταν οι βαλίτσες και οι κούτες θα φτάσουν την επόμενη ημέρα; Μπορεί κανείς να τη βγάλει σ’ ένα δωμάτιο άδειο, χωρίς αντικείμενα – και ειδικά μπορούν τα παιδιά να περάσουν την ώρα τους χωρίς βιβλία, παιχνίδια και οθόνες; Η πρώτη αμηχανία θα γεμίσει με μερικούς ήχους που ακούγονται μέχρι εδώ: το άναμμα του τζακιού (πάλι καλά που υπάρχει, μ’ ένα χαλί μπροστά του), το βράσιμο του χαμομηλιού, το ψήσιμο του ποπ κορν. Η μικρή τριάδα θα επιδοθεί στις γνωστές σωματικές ασκήσεις: τούμπες και κωλοτούμπες, κατακόρυφα και χορευτικά. Για πόσο όμως, και μάλιστα χωρίς μουσική; Δεν υπάρχει κανένα υλικό αγαθό, κι όταν δεν έχουμε πράγματα δεν έχουμε τίποτα!

Τίποτα; Μα έχουμε πάντα τον λόγο και το νου, τις λέξεις και τις σκέψεις. Και όταν αυτά αναμειχθούν με την φαντασία, που εμείς οι μεγάλοι μπορούμε να ενεργοποιήσουμε στο μέγιστο βαθμό, τα δε παιδιά στον υπερμέγιστο, τότε συμβαίνει το αδιανόητο, το θεαματικό, το φαντασμαγορικό: το σπίτι γεμίζει, αλλά όχι με τον συνήθη τρόπο παρά με τον δικό μας, τον εντελώς προσωπικό του καθενός. Αρχίζει λοιπόν το παιχνίδι από την μητέρα: με ποιο τρόπο θα γεμίζατε τα δωμάτια; Η μικρή Λήδα προτείνει μπαλόνια αλλά όχι όποια κι όποια: θα είναι μπαλόνια που θα σε παίρνουν ψηλά, θα σε βολτάρουν σε όλες τις γωνιές, κάποτε θα μεταμορφώνονται σε ιπτάμενα ζωάκια. Ο μικρός Ιάσωνας προκρίνει το υγρό στοιχείο και τι στοιχείο! Μια θάλασσα ρευστής σοκολάτας όπου μέσα της κυκλοφορούν γευστικά φρούτα, συνεπώς πρόσφορη σε πειρατές που θα την ρουφούν με το καλαμάκι και θα ψαρεύουν μάνγκο, φράουλες και μπανάνες.

Η κάπως αναποφάσιστη μαμά προτείνει ένα κατακλυσμό από καναρίνια, για μέγιστη μουσική χορωδία, αλλά σκεφτόμενη πάντα και τους άλλους υπαναχωρεί, καθώς μάλλον οι υπόλοιποι θα αναζητήσουν στα άλλα δωμάτια λίγη ησυχία. Ο μπαμπάς μού θυμίζει ένα προσωπικό παιδικό φαντασίωμα διαρκείας δεκαετιών: το ταβάνι ως δάπεδο, το δάπεδο ως ταβάνι, κοινώς όλα ανάποδα κι εμείς φυσικά ελεύθερα ανεβοκατεβαίνουμε τους τοίχους. Ο πρώτος μικρός κύριος, ο Κίμωνας, συλλαμβάνει ένα δωμάτιο γεμάτο μακαρόνια, αλλά δεν μένει στην γαστριμαργική του ιδιότητα παρά επεκτείνεται και στην πολεοδομική: εκλεκτές γεύσεις σχεδιάζουν μια ολόκληρη πόλη, όπου οι πλατείες θα είναι πίτσες, οι λεωφόροι ταλιατέλες και οι ουρανοξύστες μπουκάλια με βυσσινάδα. Και πώς μπορεί να λείπουν τα πανταχού παρόντα στην παιδική ιστοριογραφία τερατάκια;

Ο δεύτερος μικρός κύριος, ο Ιάσωνας δεν επιλέγει απλώς πολλούς ανάλογους συγκατοίκους αλλά και μια ιδιαίτερη συνομοταξία, την οποία και υπόσχεται να ζωγραφίσει σε εύθετο χρόνο. Η γιαγιά θα αρκούνταν σ’ ένα άδειο δωμάτιο εντελώς γεμάτο. Μπορείτε να φανταστείτε πως θα το κατάφερνε; Κι αν νομίζει κανείς πως η γάτα η Σουμάδα (και οποιαδήποτε γάτα, το υπογράφω) δεν αντιλαμβάνεται τις δικές μας συνομιλίες κάνει λάθος· τα επακόλουθα νιαουρίσματά της εκφράζουν τις δικές της επιθυμίες και μεταφράζονται εδώ στα ανθρώπινα.

Το βιβλίο θα μπορούσε να τελειώσει εδώ, οι αποσκευές να καταφτάσουν και όλοι να έχουν χαρεί που τελικά η ώρα πέρασε ξέχειλη με ιδέες και φαντασία. Αμ δε! Το παιχνίδι των ιδεών είναι ατελεύτητο: ας πούμε, λοιπόν, ότι τα φτιάχνουμε όλα αυτά τα δωμάτια – πού θα τα βάζουμε; Βροχή οι νέες προτάσεις και η επαρκής αιτιολόγησή τους: σε πλοίο που ταξιδεύει, σε ουρανοξύστη που ξύνει το φεγγάρι, στο μουσείο της ανθρώπινης φαντασίας, στις τσέπες ενός γίγαντα, στα ξενοδοχεία που δέχονται φίλους και ορθώς θα μετονομάζονται σε φιλοδοχεία, στο ράφι μιας βιβλιοθήκης;

Και, τελικά, η μαμά τι έχει να προτείνει; Αρχικά την διακόπτουν, μετά η ίδια διακόπτει τον εαυτό της χωρίς όμως να παύει να ονειρεύεται ένα δικό της δωμάτιο (κι εδώ όποιος αντιλαμβάνεται την πάσα, μπορεί να τολμήσει μια πρώτη αναφορά σε μια σημαντική συγγραφέα που κατοχύρωσε οριστικά τη φράση) και στο τέλος προτείνει το πλέον αναπάντεχο μα τελικά τόσο αυτονόητο: κάτι που τα περιλαμβάνει όλα με τον πιο απλό και αγαπησιάρικο τρόπο. Ποιος μπορεί να μαντέψει;

Τι να πει κανείς για τις πτυχές ενός τέτοιου βιβλίου; Καταρχήν το ίδιο το θέμα της προσωπικής κατασκευής ενός κατά πλήρη προσωπική βούληση δωματίου προκαλεί ερεθιστική συζήτηση για μεγάλους, μεσαίους και μικρούς και δεν εξαντλείται ποτέ. Η σύλληψη, έπειτα, των διαφόρων προτάσεων ανοίγει τόσο πολύ την βεντάλια της φαντασίας και των χρωμάτων που αισθάνεται κανείς πως η ποικιλία των απαντήσεων θα ήταν ατελείωτη. Ύστερα η ζεστή και ισότιμη συνομιλία μέσα στην οικογένεια κάνει θαύματα κι ένα από αυτά είναι η πλούσια γέμιση του κοινού χρόνου. Αλλά σκέφτομαι και κάτι άλλο: πόσο σπάνια βάζουμε την δική μας προσωπικότητα σ’ ένα δωμάτιο και πόσο συχνά υπερτερούν άλλοι κανόνες; Κι αν ορισμένες ιδέες μοιάζουν απραγματοποίητες, υπάρχουν πολλαπλάσιες που μπορούν πράγματι να καταστήσουν έναν χώρο εμφανέστατα δικό μας!

Η εικονογράφηση της Ίριδος Σαμαρτζή είναι γεμάτη χρώματα, φιγούρες ιδιαίτερης πένας και ζωγραφισμένες φωταψίες, και σχεδόν δεν αντιλαμβάνεται κανείς ότι κάθε δισέλιδο δείχνει ακριβώς το ίδιο σημείο από την ίδια οπτική γωνία, μα και τόσο διαφορετικό, έτσι όπως έχει διπλά βουτηχτεί στην παλέτα της και στην παιδική φαντασία.

Κατά τα άλλα, οι προτάσεις για την πλήρωση των δωματίων του δικού μας σπιτιού από τις δεσποινίδες μου, που θεωρούν εαυτές επίλεκτες συγγενείς της Οικογένειας  Δωματίου, περιλαμβάνουν: κούνιες που κρέμονται από το ταβάνι, τσουλήθρες στη γωνία, ένα δέντρο για σκαρφάλωμα, μια μικρή λίμνη με νούφαρα, ένα τούνελ προς τα άλλα δωμάτια, κουκέτες για μονόκερους, μια ξύλινη σκάλα που θα οδηγεί σε κρυψώνα στο ταβάνι, ειδική βρύση για σοκολατένιο γάλα αμυγδάλου, ντουλάπι ελεύθερης πρόσβασης με λιχουδιές αλλά και μια πρόταση αλλαγής: να φύγουν τα βιβλία των «μεγάλων» και να μείνουν μόνο τα δικά τους! Αυτό το τελευταίο, μετά τις διαρκώς συνεχιζόμενες αναγνώσεις, έρχεται διαρκώς στο προσκήνιο και πλέον το απαιτούν επιτακτικά. Μας κάψατε κυρία Γιαγιάννου!

Εκδ. Ψυχογιός, 2023, σ. 47. Εικονογράφηση: Ίρις Σαμαρτζή

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Η συγγραφέας κάποτε στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.