Carson McCullers – Η παράνυφος

Μια γλυκιά, πρώιμη αναζήτηση του «εμείς»

Διάβασα για πρώτη φορά την εν λόγω νουβέλα της εξαιρετικής συγγραφέως από τις εκδόσεις Γράμματα [1981, σειρά Λογοτεχνία, αρ. 33], με τίτλο Πρόσκληση για γάμο και μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη. Νέος τότε και ακραιφνώς βουλιμικός της ανάγνωσης που τρέχει μαζί σου, αγάπησα τις περιγραφές της αλλά ανυπομονούσα για την δράση και δοκίμασα ανάγνωση διπλάσιας ταχύτητας, που στο τέλος μου άφησε αίσθηση ανάμικτη, μιας γραφής που όσο υπολείπεται σε καταιγιστικά συμβάντα άλλο τόσο αξίζει να σκαλώνει κανείς μέσα της. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, το The member of the wedding επανεκδίδεται με νέα μετάφραση και ωραιότατο εξώφυλλο.

Λίγα βιβλία έχουν κατορθώσει να μας «εισβάλουν» τόσο βαθιά στο άδυτο των σκέψεων και των συναισθημάτων μιας δωδεκάχρονης δεσποινίδας. Στην προκείμενη περίπτωση η ηρωίδα Φράνκι Άνταμς, ζει σε ένα «ήσυχο» σημείο μιας βαρετής αμερικανικής πόλης ενώ στην άλλη άκρη του κόσμου μαίνεται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Η «οικογένειά» της στην πράξη περιορίζεται σε έναν πατέρα που ασχολείται μόνο με το μαγαζί του, την έγχρωμη οικιακή βοηθό Μπερενίς κι έναν μικρότερο πρώτο ξάδελφο, τον Τζον Χένρι, που ξημεροβραδιάζεται μαζί του. Δεν έχει φίλες και δεν ανήκει σε καμιά λέσχη νέων –στην αντίστοιχη λέσχη των δεκατετράχρονων κοριτσιών υπήρξε ανεπιθύμητη ως μικρή και στριμμένη- ούτε πουθενά αλλού στον κόσμο. Και είναι και καλοκαίρι, που η αντηλιά είναι δολοφονική και το τσιμέντο καυτό, μια εποχή όπου «ο κόσμος φαίνεται να πεθαίνει κάθε απομεσήμερο και όλα βαλτώνουν».

Όμως η απόλυτη ακινησία του δρόμου, του σπιτιού, και του ίδιου της του σώματος, πρόσφατα συνταράχτηκε από μια είδηση. Ο αγαπημένος της αδελφός Τζάρβις παντρεύεται και φεύγει για την Αλάσκα. Θα έρθει με την μέλλουσα γυναίκα του Τζάνις για μια μέρα στο σπίτι στα τέλη της βδομάδας και την επόμενη βδομάδα θα γίνει ο γάμος και η αναχώρηση για τον Βορρά. Το συναίσθημα της Φράνκι δεν έχει όνομα, η καρδιά της χτυπάει κόντρα, ο κόσμος την αιφνιδίασε. Το «σκηνικό» όπου καλείται να χωνέψει και να αντιδράσει στην είδηση είναι κατά βάση η κουζίνα του σπιτιού όπου μοιράζεται τις μακρόσυρτες ώρες με τους άλλους δυο, μέχρι και το βράδιασμα. Το ραδιόφωνο παίζει τζαζ μπάντες εναλλάξ με διαφημιστικές φωνές· ο ήχος του είναι τόσο δεδομένος που ξεχνούν πως υπάρχει, όπως και ο χτύπος του ρολογιού και το στάξιμο της βρύσης του νεροχύτη. Έξω από το σπίτι οι θόρυβοι είναι το ίδιο δεδομένοι: οι φωνές των παιδιών που παίζουν έξω μέχρι αργά, κάποιος που διαλαλεί λαχανικά μ’ έναν μεθυσμένο τόνο, ένα σφυρί από κάποιο στενό, μια κλίμακα πιάνου που πέφτει λοξά.

Αλλά μέσα σε όλα κυριαρχεί κι ένας άγνωρος φόβος: είναι η αίσθηση του σώματος που μεγαλώνει και υψώνεται και σύμφωνα με τους υπολογισμούς της θα φτάσει ως τα δυο και εβδομήντα. Το πόδι της φοράει πια τριάντα επτά και μισό νούμερο παπούτσι κι αυτή νοιώθει σα μια θεόρατη χασομέρισσα. Και είναι ακριβώς αυτό το καλοκαίρι που η Φράνκι έχει σιχαθεί να είναι η Φράνκι, αυτό το βρόμικο και αργόσχολο κορίτσι που ό,τι κι αν έκανε ήταν πάντα λάθος κι όχι αυτό που ήθελε, που στο τέλος μόνο έτρωγε, έγραφε θεατρικά σκετς και πετούσε μαχαίρια στον πλαϊνό τοίχο του γκαράζ. Η κληματαριά στην πίσω αυλή κάποτε αποτελούσε σκηνή για τα έργα της τώρα δεν την χωράει, όπως δεν την χωράνε και τα αυτοσχέδια κοστούμια της. Μόνο το φάντασμα στην καρβουναποθήκη είναι ήρεμο και οι νυχτοπεταλούδες στις σίτες των παραθύρων τακτικές κάθε βράδυ.

Φαίνεται πως οι άλλοι περνάνε καλύτερα αν κρίνει από τα φώτα των σπιτιών που έβλεπε από τα νυχτερινά πεζοδρόμια, κάποιες φωνές στον παράδρομο και ο χαρούμενος ήχος μιας τζαζ τρομπέτας. Για όλα αυτά εύχεται να φύγει σύντομα για κάπου αλλού, κι ακόμα καλύτερα αν ήταν και κάποια άλλη. Έχει μάλιστα ετοιμάσει την βαλίτσα της από την άνοιξη για Χόλιγουντ, Νέα Υόρκη ή Νότια Αμερική αλλά δεν ξέρει πώς να φτάσει ως εκεί. Ο κόσμος της φαίνεται ξέχωρος από εκείνη, σα να γυρνάει με ασύλληπτη ταχύτητα. Οι μέχρι τώρα έντονες εμπειρίες της είναι ελάχιστες: μερικές παρανομίες, μια κλοπή ενός ελβετικού σουγιά, ένα αλλόκοτο αμάρτημα που την ανάγκασε κάποιο αγόρι να δει στο γκαράζ του σπιτιού του, που την έκανε να τρέμει τα βλέμματα των άλλων.

Για δώδεκα χρόνια ήταν μόνο η Φράνκι, που έκανε τα πάντα ολομόναχη. ενώ όλοι είχαν το δικό τους «εμείς»: η Μπερενίς τον σύντροφό της, την μάνα της και την εκκλησία, ο πατέρας της το μαγαζί και τους πελάτες του, οι στρατιώτες τον στρατό, ακόμα και οι φυλακισμένοι την κοινότητα της φυλακής. Τώρα που ο αδελφός της με την γυναίκα του είναι δυάδα ενώ εκείνη μονάδα, αναφύεται το δικό της «εμείς». Αισθάνεται κομμάτι τους, μέλος του γάμου τους, προορισμένη να είναι μαζί τους. Τότε ήρθε και έδεσε η απόφασή της, επιχρυσωμένη με όρκο: αμέσως μετά τον γάμο θα πάει να ζήσει μαζί με τον αδελφό της και δεν θα ξαναγυρίσει πίσω ποτέ. Η σύντομη επίσκεψη του ζεύγους μια βδομάδα πριν τον γάμο χαλυβδώνει την απόφασή της. Και, επιτέλους, μετά από μια τρομαγμένη άνοιξη κι ένα τρελό καλοκαίρι, η Φράνκι δεν φοβάται πια.

Δίπλα στην ακίνητη ζωή της κινούνται ελάσσονες βίοι: ο αφανής και αδιάφορος πατέρας και ο αποθανών θείος Τσάρλς – εκπρόσωπος της ιδέας του θανάτου αλλά η μορφή που ξεχωρίζει είναι κυρίως της Μπερενίς, που φροντίζει πάντα να ακούει αλλά και να προσγειώνει (χωρίς επιτυχία) την «Δεσποινίδα Περιέργεια». Καθώς η Μπερενίς καλείται από την ίδια την Φράνκι να εξιστορήσει την δική της συναισθηματική ζωή, η διήγησή της είναι απερίφραστη: από τέσσερις γάμους μόνο ο πρώτος, ο Λούντι, ήταν ο μόνος που άξιζε να θυμάται αλλά χάθηκε από πνευμονία και εκείνη αναγκάστηκε να πουλήσει και τα δυο παλτά τους για την κηδεία του· ύστερα το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να παντρεύεται μικρά κομμάτια του αγαπημένου της στους άλλους άντρες αλλά επρόκειτο για λάθος κομμάτια και γενικά λάθος σκέψη – ήθελε απλώς να επαναλάβει την ίδια και τον Λούντι. Τελικά πάντα κατέληγε να χαραμίζει την ζωή της με «άχρηστους» – κι αυτό είναι ένα από τα πρώτα μαθήματα που επιχειρεί να εκφράσει στην Φράνκι: να αποφεύγει να μπλέκει με την συνομοταξία των «αχρήστων».

Κι έτσι η Φράνκι, με την ειλημμένη απόφαση να της βράζει τα σωθικά, και με την αίσθηση ότι το ζευγάρι κοιμάται στο κάτω μέρος της καρδιάς της, βγαίνει στον κόσμο. Αισθάνεται ελεύθερη σαν ταξιδιώτισσα που βλέπει για πρώτη φορά την πόλη και περιδιαβαίνει τους δρόμους σα να της ανήκουν. Δεν περιορίζεται μόνο στον κεντρικό δρόμο με τα τούβλινα μαγαζιά, την μεγάλη άσπρη τράπεζα και το βαμβακοκλωστήριο με τα πολλά παράθυρα αλλά και ξεμακραίνει στους παράδρομους, στα στενά κοντά στο ποτάμι και στην λεωφόρο Φορντ με τα πιο άθλια και μικρά μαγαζιά της πόλης που ανέκαθεν την τραβούσε. Όλα της φαίνονται πρωτόγνωρα: οι αποθήκες, ένας Σταθμός Υλικού Αφροδισίας Προφύλαξης, τα βρομερά ιχθυοπωλεία, ένα κατάστημα μεταχειρισμένων ειδών ένδυσης, το ενεχυροδανειστήριο, η δεξαμενή του βαφείου.

Αλλά εκεί που σκαλώνει για άλλη μια φορά είναι το περίφημο μπαρ Γαλάζιο Φεγγάρι, όπου τα βράδια έβλεπε να γεμίζει με στρατιώτες του γειτονικού στρατοπέδου που τριγυρνούσαν σε παρέες ή ζευγαρωμένοι με νεαρές κοπέλες. Κάποτε τους παρακολουθούσε με ζήλεια γιατί έρχονταν από διάφορα μέρη της χώρας και σύντομα θα έφευγαν για διάφορα μέρη του κόσμου – «λες και πάνω από  τα κεφάλια τους αιωρούνταν θόρυβοι και κλίματα μακρινών τόπων». Τώρα χωρίς δεύτερη σκέψη μπαίνει μέσα στα γαλάζια νέον φώτα και στην οσμή ξεθυμασμένης μπύρας. Το αφήγημα του γάμου έχει θεριέψει μέσα της, έχει αρχή, τέλος και σχήμα σαν τραγούδι και επιθυμεί να το μοιραστεί. Γιατί αυτή είναι η ισχυρή επίδραση του συναισθήματός της: μια ανεξήγητη διασύνδεση με εντελώς άγνωστους ανθρώπους και μια μανιασμένη επιθυμία να διηγηθεί σε οποιονδήποτε την νέα της ζωή.

Ξεκινάει με τον πορτογάλο μπάρμαν, συνεχίζεται με τον χειριστή οδοστρωτήρα σε κάτι έργα οδοποιΐας και καταλήγει στη γνωριμία μ’ έναν φαντάρο στον δρόμο με αφορμή έναν πλανόδιο με το μαϊμουδάκι του. Τότε συνειδητοποιεί ότι κοιτάζει τον στρατιώτη με καινούργιο τρόπο και  ανταλλάζουν εκείνο το ιδιαίτερο, φιλικό βλέμμα που ανταλλάσσουν δυο ελεύθεροι ταξιδιώτες όταν οι δρόμοι τους διασταυρώνονται για λίγο. Κατεβαίνουν μαζί την Λεωφόρο Φορντ που πλέον έχει την ατμόσφαιρα των Σαββατιάτικων απομεσήμερων, γυναίκες ακούγονται από τα παράθυρα να στεγνώνουν τα μαλλιά τους, η προσμονή της ελεύθερης νύχτας – η Φράνκι αισθάνεται μια νεόφυτη ελαφράδα του δικαιώματος στην ζωή. Δεν νομίζεις πως είναι αφάνταστα συναρπαστικό;, απευθύνεται στη νέα της γνωριμία, Να είμαστε τώρα εδώ, σε αυτό το τραπέζι, και σε ένα μήνα από σήμερα, ένας Θεός μόνο ξέρει σε ποιο μέρος της Γης θα βρισκόμαστε. «Ποτέ ο κόσμος δεν ήταν κοντά της όσο ετούτη τη μέρα». Ο άντρας που δεν έχει καταλάβει την ηλικία της, της δίνει ραντεβού το ίδιο βράδυ. Η Φράνκι περιμένει να την πάει για χορό.

Επιστρέφοντας στο σπίτι αδυνατεί να κατονομάσει τα συναισθήματά της. Ρωτάει την Μπερενίς αν έχει δει ποτέ της ανθρώπους που μετά να τους θυμάσαι περισσότερο σαν αίσθηση παρά σαν εικόνα, ενώ αργότερα η Μπερενίς θα της θυμίσει την επικίνδυνη συνήθεια κάποιος να της λέει μια κουβέντα κι εκείνη να την πλάθει στο μυαλό της και την αλλάζει έτσι που στο τέλος γίνεται αγνώριστη. Όμως μια άλλη συζήτηση έρχεται να χαρακτηρίσει τους τρεις συνδαιτυμόνες λίγο προτού τα κοινά τους γεύματα γίνουν παρελθόν. Καθισμένοι με τα κόκκινα τραπουλόχαρτα στο τραπέζι, κρίνουν τη δουλειά του Θεού και κάνουν τις δικές τους προτάσεις για τη βελτίωση του κόσμου. Ο Τζον Χένρι επιθυμούσε το μακρύ Του χέρι να απλώνεται από εκεί ως την Καλιφόρνια, λερό από σοκολάτα και βροχές λεμονάδας, ενώ η αρθρωτή Του ουρά να χρησιμοποιείται σαν κάθισμα με ζαχαρωτά λουλούδια. Στον κόσμο της Φράνκι ο καθένας έχει ένα αεροπλάνο και μια μοτοσυκλέτα, το καλοκαίρι καταργείται και οι άνθρωποι μπορούν ακαριαία να αλλάζουν από αγόρια σε κορίτσια και τανάπαλιν ή, έστω όλοι οι άνθρωποι θα είναι μισοί αγόρια και μισοί κορίτσια. Είναι πραγματικά απρόσμενη η σκέψη της δεσποινίδας αλλά και της ίδιας της συγγραφέως, εν έτει 1946!

Αλλά είναι και ο ποθητός κόσμος της Μπερενίς που εκφράζει την ευρύτερη σκέψη της ΜακΚάλερς: είναι δίκαιος και ορθολογικός, χωρίς λευκούς να κάνουν τους έγχρωμους να νιώθουν φτωχοί και αξιολύπητοι, ενώ όλοι οι άνθρωποι συμβιώνουν σαν μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια, Θα υπήρχε δωρεάν τροφή για κάθε ανθρώπινο στόμα και όλοι θα δούλευαν για ό,τι παραπάνω επιθυμούσαν να φάνε και να αποκτήσουν. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η συγγραφέας έβαζε συχνά μέσα στα βιβλία της έγχρωμους ήρωες, προς μεγάλη δυσαρέσκεια ενός μεγάλου μέρους αναγνωστών. Πολύ περισσότερο, η ΜακΚάλερς διατρανώνει το δικαίωμα κάθε γυναίκας στην απόλαυση της ζωής, καθώς η Μπερενίς τονίζει πως έχει το ίδιο δικαίωμα όπως και όλοι οι άλλοι να περνάει καλά για όσο περισσότερο μπορεί.

Στο σιωπηλό δωμάτιο του ξενοδοχείου ο στρατιώτης της φαίνεται ξέμπαρκος και άσχημος· και, το χειρότερο, αδυνατεί να τον φανταστεί στην Μπούρμα, στην Αφρική ή στην Ισλανδία, ούτε καν στο Άρκανσο. Μια αλλόκοτη δυσφορία τρυπώνει λαθραία μέσα της, και προάγγελός της είναι μια γνώριμη σιωπή. H απάντησή της στο πλησίασμά του είναι μια γερή κανατιά στο κεφάλι, μια άτακτη φυγή και η αγωνία όλων των επόμενων ημερών για την τύχη του.

Στο τελευταίο λοιπόν απομεσήμερο όλων των απομεσήμερων και στην τελευταία βραδιά όλων των βραδιών, όλες οι συνήθειες φαίνονται γλυκές: Τούτο το τελευταίο βράδυ, την τελευταία φορά που οι τρεις τους ήταν μαζί στην κουζίνα, είχε την αίσθηση ότι υπήρχε κάτι οριστικό που έπρεπε να πει ή να κάνει προτού φύγει. Εδώ και πολλούς μήνες ήταν έτοιμη να αφήσει τούτη την κουζίνα, να φύγει και να μη ξαναγυρίσει ποτέ· τώρα όμως που είχε έρθει η ώρα εκείνη καθόταν εκεί, ακουμπώντας το κεφάλι και τον ώμο της στο κούφωμα της πόρτας, κάπως ανέτοιμη. Ήταν η ώρα του σκοτεινιάσματος, όταν τα σχόλιά τους είχαν έναν θλιμμένο και όμορφο, τόνο, παρότι δεν υπήρχε τίποτα θλιμμένο ή όμορφο στο νόημα των λέξεων. [σ. 187]

Ο γάμος ήρθε και έφυγε σαν ένα όνειρο, γιατί τα συμβάντα διαδραματίστηκαν σε έναν κόσμο πέραν των δυνάμεών της, ξέχασε να επιδώσει το γράμμα της, δεν πρόλαβε καν να πει «είστε το δικό μου εμείς» και της έμεινε η δυσβάσταχτη αίσθηση ότι το ζευγάρι δεν ξέρει τίποτα. Όλοι της φέρθηκαν σα να είναι μωρό, το ξέσπασμά της αποτέλεσε την «τελευταία εφιαλτική παράσταση ενός απρογραμμάτιστου ρόλου» και στο τέλος το αυτοκίνητο των νεόνυμφων χάθηκε στην καυτή σκόνη του δρόμου.

Ο σκοπός της όμως να φύγει παραμένει ισχυρός, γιατί πάντα την περιμένει ένα Σικάγο ή μια Νέα Υόρκη. Σε μερικές έξοχες σελίδες, η Φράνκι περιπλανιέται στους νυχτερινούς δρόμους με τους ελάχιστους ανθρώπους πλέον να της φαίνονται απειλητικοί, με εξαίρεση μια έσχατη, απατηλή λάμψη πως το ζευγάρι ήρθε να την πάρει, κι ενώ κυριαρχεί πεποίθηση ότι πρέπει να βρει οποιονδήποτε για να φύγει μαζί του. Ακόμα και στο μοναδικό μέρος που μπορεί να την δεχτεί, το αγαπημένο της μπαρ, τα πάντα είναι διαφορετικά: το τζουκ μποξ παίζει ένα ελεεινό μπλουζ, στα βλέμματα των θαμώνων δεν υπάρχει ίχνος σύνδεσης και ανάμεσα στον εαυτό της και σε όλα τα μέρη της γης υπάρχει ένα χάσμα μεγάλο σαν φαράγγι. Ο κόσμος που εχθές την συμπεριέλαβε τώρα ξανά απομακρύνεται. Ευτυχώς η νεότητα εξ ορισμού μπορεί για κάθε ακυρωμένο σχέδιο να φτιάξει διπλάσια και περισσότερο ρεαλιστικά κι έτσι ο γύρος του κόσμου με μια νέα φίλη σ’ ένα κάπως λιγότερο άμεσο μέλλον θα παραμερίσει όλα τα άλλα.

Φιλάσθενη από μικρή, με πολλές ταλαιπωρίες στην ζωή της, με έναν γάμο ταραχώδη, γεμάτο αλκοόλ και εξωσυζυγικές σχέσεις, με σειρά εγκεφαλικών που άφησαν παράλυτη την αριστερή της πλευρά, η Κάρσον ΜακΚάλλερς εις πείσμα όλων, δεν σταμάτησε να γράφει και μας μένουν τα λίγα αλλά αξιανάγνωστα βιβλία της.

Εκδ. Διόπτρα, 2022, σελ. 272, μτφ. Έφη Τσιρώνη [Carson McCullers – The member of the wedding, 1946]. Περιλαμβάνεται τετρασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας και τρισέλιδο βιογραφικό της συγγραφέως.

Στις εικόνες έργα των: Pierre Mornet, Veikko Vionoja, Marion Greenwood και Emiliano Ponzi. H τελευταία εικόνα της McCullers από τον Lyndon Hayes.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 39. Οι τραυματισμένες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 59 (Νοέμβριος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 39. Οι τραυματισμένες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Ύστερα απ’ όλα αυτά, προφανώς αναρωτιέστε αν έζησα ποτέ κάποια ερωτική ιστορία στην οποία τα πόδια ή έστω το ένα πόδι της γυναίκας έπαιξε καθοριστικό ρόλο με κάποια ιδιότητά του, όχι μόνο από την αρχή της αλλά και σε όλη την συνέχεια. Λοιπόν, αυτό συνέβη όταν ήμουν ο Ζυλιέν, απατεώνας και κλέφτης μικρού βεληνεκούς σε ανάλογες γαλλικές πόλεις στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα, και εκείνη η γυναίκα, η Ανν, έγραψε την πραγματική μας ιστορία σε ένα μυθιστόρημα που ενέπνευσε δυο ταινίες, μια έγχρωμη και μια μαυρόασπρη. Και ήταν ο σπασμένος της αστράγαλος που μας καθόρισε ως εραστές οριστικά και αμετάκλητα.

Ήταν Απρίλιος του 1957 όταν ένα κορίτσι με γκρίζο φόρεμα και γυμνά πόδια απέδρασε από την φυλακή αλλά πηδώντας από τον ψηλό τοίχο χτύπησε άσχημα το αριστερό της πόδι και είδε στο ύψος του αστραγάλου ένα περίεργο εξόγκωμα «που φούσκωνε και παλλόταν κάτω από τα δάχτυλά της». Πέταξε, λοιπόν από την φυλακή (όπου εκείνες τις μέρες έβαφαν την κορνίζα του παραθύρου πορτοκαλιά για να φαντάζονται τον ήλιο) αλλά τώρα σερνόταν στις πέτρες, γδερνόταν στους θάμνους, τα πόδια της ήταν οι αγκώνες και τα γόνατα. Ήθελε να κοιμηθεί αλλά γνώριζε ότι αν την μάζευαν κοιμισμένη θα πλήρωνε την ανάπαυση με ταπεινώσεις και καινούργιους πόνους. Η Ρολάντ, αγαπημένη της εκτός φυλακής και έτερο ήμισυ στις μικρές της κλοπές, είχε ελευθερωθεί νωρίτερα, όμως το βράδυ που θα την συναντούσε ήταν ακόμα μακριά.

Βγήκε κουτσαίνοντας στον βρεγμένο δρόμο και τόλμησε απεγνωσμένα νεύματα στα διερχόμενα αυτοκίνητα. Επιτέλους, ο θόρυβος μιας μηχανής, η δέσμη ενός φακού και μια αγκαλιά που την σήκωσε μεταξύ ουρανού και γης, εγώ. Την άφησα σ’ έναν χορταριασμένο παράδρομο και της είπα να περιμένει. Ο αστράγαλος σε κάθε χτύπο της καρδιάς της έλιωνε σε πυρωμένα ρυάκια, σα να είχε μια καινούργια καρδιά στο πόδι, άρρυθμη ακόμα, που απαντούσε ακατάστατα στην άλλη. Επέστρεψα και μοιραστήκαμε ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα μπουκάλι και δεν την ένοιαζε παρά να τα αδειάσει· μετά δεν είχε σημασία, της αρκούσε που ήμασταν οι δυο τους, δυο ονόματα που θα αφήναμε τα μαύρα δέντρα και το πρωί ας μάθαινε τα υπόλοιπα. Την ανέβασα στη μοτοσικλέτα μου ενώ σχεδόν αναίσθητη από τον πόνο άφηνε δάκρυα ανακούφισης. Οι λήψεις του λαβωμένου της ποδιού: πρώτα λασπωμένο και γρατζουνισμένο, να σέρνεται προς την σωτηρία· λίγο αργότερα, να αιωρείται στην πρωινή πάχνη, αφημένο στα χέρια μου. Όπως θα έγραφε στο βιβλίο της, «η λάσπη έχει ξεραθεί γύρω από τα μαύρα νύχια κα ανεβαίνει σχηματίζοντας μεγάλα βραχιόλια μέχρι το γόνατό μου, αυλακωμένη με σχισμές απ’ όπου αναβλύζουν αργά πέρλες αίματος». Ήθελε μόνο να κόψει αυτό το πόδι και να κοιμηθεί μέχρι να ξαναφυτρώσει και να ξυπνήσει γελώντας. Το άφησα να κρέμεται πλάι στη μηχανή και τρέχαμε στο γκρίζο ξημέρωμα, το πρόσωπό της χαμογελούσε αχνά μπροστά στο άγνωστο.

Την πήγα στο σπίτι όπου ζούσε η αδελφή μου με τον άντρα της. Την βάλαμε στο παιδικό δωμάτιο – το πόδι της στην άκρη του κρεβατιού «έμοιαζε με μεγάλη συμπαγή κούκλα». Καπνίζαμε, μου χαμογελούσε, πλαγιάζαμε μαζί όποτε πήγαινα. Μου έλεγε ιστορίες από την φυλακή: οι έξι από τις δέκα ήταν μέσα για μητροκτονία, τα κορίτσια χωρίζονταν σε ομάδες μεταξύ των οποίων απαγορευόταν η επικοινωνία, κι έμενε το βραδινό παράθυρο να φωνάζουν η μία το όνομα της άλλης και να ανταλλάζουν ραβασάκια. Τις νύχτες που δεν πήγαινα, τσακισμένη από την αϋπνία περίμενε την αυγή. Έγραφε πως η νέα της ελευθερία την φυλάκιζε και την παρέλυε· πως η λαχτάρα της για μένα γινόταν καινούργια ποινή φυλάκισης. Ανυπότακτη στα δεσμά της τραυματισμένης, έβγαζε τον επίδεσμο και βύθιζε το πόδι της σε μια λεκάνη με ζεστό νερό. Έφευγα και ερχόμουν λίγες νύχτες αργότερα και ξαναγινόμουν άφαντος. Απαγορευόταν η παραμονή μου στην περιοχή και αν η αστυνομία έφτανε στο σπίτι θα τσιμπούσε κι εκείνη. Γι’ αυτό πήγαινα νύχτα, που οι αστυνόμοι δεν χτυπούν τις ήσυχες πόρτες.

Τι να πρωτοκρατήσω απ’ όσα έγραφε η Ανν με μανία για τον έρωτά μας; Ας πούμε: Η κλωστή που άρχισε να υφαίνεται μεταξύ μας από τη νύχτα των μαύρων δέντρων θα γινόταν ολοένα πιο γερή και θα μας τύλιγε. Δεν ήθελε να μάθει το τέλος, ούτε καν τη συνέχεια αυτής της περιπέτειας. Της αρκούσε που ήμουν δίπλα της και δεν χρειαζόταν να κάνει χειρονομίες ή να λέει λέξεις που συνήθως μας προδίδουν. Τέντωνε τα λεπτά μας για να γίνουν αιωνιότητα. Αναρωτιόταν γιατί κατέστρεφα τόση τρυφερότητα· πως ανησυχούσε μήπως πίστευα ότι κάνοντας έρωτα μαζί μου, μου πρόσφερε κάποιο αντάλλαγμα για την σωτηρία της. Ήθελε να γνωρίσει τους δρόμους μου, να μάθει πού με οδηγούν. Ένοιωθε πως δεν υπάρχει θέση για μας πάνω στη γη: πάντα η περιπλάνηση ή η φυλακή.

Την πήγα σ’ ένα άλλο μέρος όπου θα την φιλοξενούσαν γιατί μου είχαν υποχρέωση και ενίοτε τους κατέθετα μερικές απολαβές από τις διαρρήξεις μου. Ήταν ένα πανδοχείο εκτός λειτουργίας, μέσα στη σκόνη της παρατημένης διακόσμησης, αλλά και για τους νέους «οικοδεσπότες» η Ανν αποτελούσε κίνδυνο: εκείνοι ήταν το κρησφύγετο κι αυτή το λαθραίο εμπόρευμα. Σιωπούσε και άφηνε στο πόδι της το προνόμιο των ουρλιαχτών. Σκεφτόταν ότι απλώς άλλαξε φυλακή, αλλά τουλάχιστο κλείδωνε η ίδια την πόρτα της. O άντρας του πανδοχείου, που μάλλον δεν φιλοξενούσε μόνο τουρίστες άλλοτε, της πρότεινε να της βρει πελατεία στον πάγκο κάποιου μπαρ.

Σύντομα πήρε την απόφαση να βρίσκει μόνη της τους άντρες και έπιασε ένα δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Παρίσι. Επέστρεψε στην πόλη νικημένη, σπασμένη αλλά ήταν εκεί, άλλωστε στη φυλακή έλεγαν πως νικητής είναι εκείνος που σπάει. Αναγνώριζε κάθε βιτρίνα και κάθε επιγραφή, ήξερε αυτές που λαμποκοπούν μέσα στη μοναξιά των χειμωνιάτικων δρόμων, επέστρεφε στα δεκάξι της, τότε που έσερνε τα σχοινένια της παπούτσια στο λιθόστρωτα, με τα μαλλιά λυτά και το στήθος γυμνό μέσα από το πουλόβερ, όπως η τσιγγάνα στις αφίσες των τσιγάρων, με σύννεφα κάτω από τα πόδια της. Τότε που το Παρίσι την χάιδευε με χίλια βλέμματα και της προσφερόταν, όπως του προσφερόταν κι εκείνη.

Ο φόβος της αναγνώρισης την έντυσε με ξανθιά περούκα. Οι ώριμοι άντρες που κοιμούνταν μαζί της την ρωτούσαν αν της άρεσε και απαντούσε πως δεν είναι δική τους δουλειά. Ήταν απούσα, υπάκουη, δεν σκεφτόταν τίποτα. Ύστερα έβγαινε να καθίσει σε κάποιο ηλιόλουστο πεζούλι κι έκλεινε τα μάτια. Μια φορά ένας πλανόδιος φωτογράφος επέμεινε να την φωτογραφίσει, μια μοναχική φωτογενή της δικής της στιγμής. Πίσω στο νοικιασμένο κρεβάτι, με το σκόπευτρο στα αχάιδευτα πόδια της, φορούσε τα γυαλιά της, διάβαζε βιβλία και έγραφε στο τετράδιό της. «Σήμερα αγάπησα όλους τους άντρες στο όνομά σου. Ο φόβος του αρσενικού, εκείνη η αρνητική απώθηση, όλα έλιωσαν σε χαρά. […] Επηρεασμένη από τα λόγια και τα χάδια των αντρών, ξεχνάω πού και που ότι δεν είμαι ούτε τόσο όμορφη ούτε τόσο καλή· αν με είχατε δει πριν, βλάκες, όταν ήμουν ακέραιη και χωρίς έρωτα, αν με βλέπατε αύριο, όταν οι πληγές μου θα έχουν επουλωθεί, όταν θα έχω γιατρευτεί από όλα, εκτός από τον έρωτα…».

Ανησυχούσα, πως όσα καταφέραμε μέχρι εκείνη τη στιγμή θα χαθούν αν την τσακώσουν. Με καθησύχαζε πως περπατάει και πως αυτή ήταν η ωραιότερη νίκη μου. Ήταν προετοιμασμένη για την έφοδο της αστυνομίας – κρατούσε τις αποδείξεις για κάθε πράγμα που θα φαινόταν κλεμμένο, το ραδιόφωνο, το ρολόι, το ηλεκτρικό σίδερο ταξιδιού. Οι νύχτες της δραπέτισσας θα έπρεπε να αξίζουν περισσότερο αλλά όλες οι ώρες είχαν το ίδιο χρώμα, το χλωμό χρώμα του κινδύνου. Προσπαθούσε να κοιτάξει κατάματα την σκέψη της σύλληψης, να την δαμάσει. Η φράση των πελατών «δεν μοιάζεις με τις άλλες» της χρησίμευαν ως προμαχώνας και δόλωμα. Η αδιάκοπη σκέψη της για μένα την έκανε αόρατη και την προστάτευε. Ένας από τους πελάτες της είπε ότι έχει ωραία πόδια και άρχισε να της αφοσιώνεται. Επέμενε ότι το πεζοδρόμιο δεν της ταιριάζει και ότι ήταν έτοιμος να την βγάλει από τον δρόμο αλλά του είπε πως δεν μπορούσε να της δώσει αυτό που ήθελε. Άφηνε μόνο ένα κομμάτι του εαυτού της να κοιμάται μαζί του και δεν θέλησε να είναι για άλλη μια φορά το «δέμα». Της έμεινε μέχρι τέλος διαθέσιμος, ένα βολικό κρεβάτι για να την ξεκουράζει, ένα σπίτι για να αφήνει τα πράγματά της. Η ευτυχία του ήταν να ξέρει πως ήταν ευτυχισμένη.

Η Ανν έντυνε με λογοτεχνία και το ίδιο το τραυματισμένο της πόδι. Αρχικά, στην φτέρνα της χτυπούσαν ρυθμοί και κυκλώματα· λάμψεις κατέληγαν σε εκρήξεις και άστρα που έσβηναν στην άκρη των δαχτύλων. Αργότερα, έπινε για να διατηρεί τον πόνο της σε χαμηλή φωτιά και τα βράδια έσπρωχνε με τα δάχτυλά του το σεντόνι για να κάνει πως περπατάει δίπλα μου. Στο τέλος ανυπομονούσε να το τραβήξει από την θήκη του «όπως βγάζουμε από τον φούρνο το γλυκό…». Ήθελε να περπατάει χωρίς να μοιάζει με κουρδιστή κούκλα, ανησυχούσε πως ποτέ δεν θα σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών, αποχαιρετούσε τα ψηλά τακούνια, φοβόταν ότι θα κούτσαινε κι ότι θα καταντούσα το δεκανίκι μιας ανάπηρης. Κι έτσι όπως τρέκλιζε το μέλλον, πώς να γινόταν ξανά τολμηρή και αυθάδης; Έβαλε ένα πόδι πληγωμένο στη ζωή ενός αλήτη, όμως αναγνώριζε πως το γιάτρευε με τη δύναμη του χρήματος που μάζευα τη νύχτα σε επικίνδυνα τείχη· ότι τελικά της έφτιαξα ένα πόδι από χρυσάφι. Στις πιο αισιόδοξες στιγμές της πίστευε πως θα θεραπευτεί απ’ όλα αλλά ποτέ από την αγάπη.

Έτσι όπως είχε βρει άλλους τρόπους να χαίρεται και να κλαίει, η Ρολάντ ξεθώριαζε μέσα της και κάθε δευτερόλεπτο ο χρόνος ύψωνε τον τοίχο του κι ας διέκοψε το υπόλοιπο της ποινής της για εκείνη. Η βεβαιότητα ότι θα συναντηθούμε, ότι πρέπει να συναντηθούμε με κάθε κόστος την διέλυε. «Έπρεπε να προσέχω όταν μου έκανες έρωτα», έγραφε, «έπρεπε να σ’ αγκάλιαζα λιγότερο». Όταν έμαθε ότι φυλακίστηκα έκανε για άλλη μια φορά υπομονή· όταν έμαθε ότι υπήρχε κάποια άλλη γυναίκα, θέλησε να μάθει το όνομά της γιατί έτσι ίσως θα πονούσε λιγότερο. Πάντα ερχόταν προς εμένα, προσανατολισμένη και μαγνητισμένη από μια σταθερή ανατολή.

Κάποια στιγμή μοίρασε τα λεφτά, τα ρούχα της και τον εαυτό της σε τρεις κρυψώνες κι έφυγε μόνη της για διακοπές, όπου δεν θα σκεφτόταν τίποτα. Πήρε το γαλάζιο τραίνο για την Κυανή Ακτή κι έμεινε σε ένα δωμάτιο ακριβώς όπως το θέλησε, χωρίς θέα στο δρόμο αλλά σε μια εσωτερική αυλή, να ανασαίνει την υπόκωφη αναπνοή της θάλασσας. Εκεί είδε πως δεν μπορεί πια να περπατήσει ξυπόλυτη: το πέλμα της ήταν σκληρό και τραχύ αλλά είχε γίνει ευαίσθητο σαν βλεννογόνος και το παραμικρό βότσαλο την πονούσε. «Κάθε βήμα ήταν εικονικό, μια διορθωμένη πτώση». Εκεί ερωτοτρόπησε και αποθήκευσε την θέρμη του ήλιου μέσα της,

Έμαθε ότι βγαίνω στις 21 Ιουνίου 1958 και μετέφερε πως θα με περιμένει στις επτά το απόγευμα, στο μπαρ απέναντι από τον σταθμό μιας μακρινής παραθαλάσσιας κωμόπολης. Έφτασε νωρίτερα και ροκάνιζε μπροστά σε κάθε καινούργιο ποτήρι άλλο ένα κομμάτι υπομονής. Πήγα για πρώτη φορά στην ώρα μου για να δω το πρόσωπο που έλαμπε, τα μάτια που άστραφταν. Κοιταχτήκαμε, χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλον όπως παλιά. Μου είπε πως ήρθε όπως συνήθως, χωρίς όνομα, χωρίς τίποτα, γυμνή όπως το πρώτο βράδυ. Πως το τρίμηνο της φυλακής μου ήταν μια πληγή που η ουλή της μας σημάδευε και μας ένωνε· για να πλαστεί αυτή η στιγμή η ποινή των τριών μηνών ήταν η μακρύτερή μας νύχτα. Η πείνα μας για λέξεις δεν χόρταινε. Βγήκαμε έξω, πλησιάσαμε το αυτοκίνητο όσο γινόταν περισσότερο στην παραλία, ίσα ίσα να μην κολλήσει στην άμμο και βγάλαμε τα παπούτσια μας. «Η πατούσα της μυρμήγκιαζε σε κάθε πετραδάκι». Ζαλισμένοι από ιώδιο και άνεμο, περιμέναμε την έκρηξη ή την θλίψη.

Υποπτευόταν την παραδοχή μου, αλλά δεν ήξερε ότι η πραγματικότητα των λέξεων ήταν τόσο οδυνηρή. Της ήταν αδύνατο να διανοηθεί ότι στην πύλη της φυλακής αντί για εκείνη βρισκόταν μια άλλη γυναίκα, που της αφιερώθηκαν οι πρώτες ώρες της ελευθερίας μου και τα πρώτα μου χάδια. Της είπα ότι ήταν μια βολική σχέση, ότι η οικογένειά μου με πίεζε να την παντρευτώ σε αντίθεση μ’ εκείνη, την κυνηγημένη. Με το βλέμμα της θολό από τα δάκρυα με διαβεβαίωνε ότι θα προσαρμόσει το βλέμμα της να βλέπει στο σκοτάδι. Αλλά «είναι πιο εύκολο είναι να σκοτώσεις ένα σώμα, παρά μια ανάμνηση». Ο πόνος στην καρδιά ή στα πόδια μπορεί να παραμεριστεί αλλά στον άλλο πόνο δεν υπήρχε ούτε φάρμακο ούτε διαφυγή. Με ευχαρίστησε που την πλήγωσα τόσο βαθιά και μού χάρισε τις σελίδες που έγραφε τους τελευταίους μήνες.

Τις διάβασα μέσα στο παραθαλάσσιο αυτοκίνητο και οι φράσεις της με χτύπησαν, με συγκλόνισαν. Ήταν σα να ξυπνούσα από έναν λήθαργο μιας μακρινής πια ζωής. Της υποσχέθηκα ότι όταν γυρίσουμε στο Παρίσι θα τελειώσω μια και καλή εκείνη την ιστορία και μετά θα την μάθω να οδηγεί έστω και με δύσκαμπτο πόδι και θα ταξιδεύουμε μαζί οπουδήποτε. Την πήγα σ’ ένα ξενοδοχείο, με παρακάλεσε να μείνω μαζί της αλλά έφυγα να αφιερώσω τη νύχτα στην υπόσχεσή μου. Της ζήτησα να με περιμένει ακόμα μια φορά, την τελευταία, και θα ήμουν στη γωνία στις οκτώ το πρωί. Στο κρεβάτι της σκόρπισε κι άλλα χαρτιά, έγραφε πως θα ταξιδεύει πάντα δίπλα μου σα σκιά και στολίδι, το χνάρι μου πάνω της θα σβήσει όλες τις παλιές της βρομιές, όπως εκείνη η πτήση του ενός δευτερολέπτου που μαζί με το πόδι της έσπασε και τις τελευταίες κλωστές των ευτελών πραγμάτων. Θα είμαστε επιτέλους μαζί, ακόμα κι αν χρειάζεται να παραμονεύουμε ο ένας τον άλλον, να αντιδρούμε και να κλαίμε όπως όλος ο κόσμος. Το πρωί καθώς έβγαινε είδα έναν άντρα να την πλησιάζει και να της ζητάει να τον ακολουθήσει. Δεν έχει σημασία αν την βρήκαν από την ηλιόλουστη φωτογραφία της ή από τις επισταμένες έρευνες στα ξενοδοχεία. Χαμογέλασε για να την δω χαμογελαστή, καθώς σκεφτόταν «έλα, μη μου στενοχωριέσαι, θα ξαναβρεθούμε στο φωτεινό υψίπεδο». Δεν υπάρχει γη για το ταξίδι μας; 

Εκείνη την ημέρα η Αλμπερτίν Σαρραζέν είχε επτά χρόνια να εκτίσει και εννιά έτη έρωτα να ζήσει με τον Ζυλιέν, τον οποίο παντρεύτηκε στη φυλακή, προτού μάθει για την εκδοτική επιτυχία του Αστραγάλου της. Το καλοκαίρι του 1967 πέθανε στα είκοσι εννιά της, εξαιτίας ενός ιατρικού λάθους. Η γεννημένη στο Αλγέρι συγγραφέας είχε ζήσει δραματικά παιδικά και εφηβικά χρόνια: υιοθετήθηκε από ηλικιωμένο ζευγάρι, κακοποιήθηκε από έναν θείο της και κλείστηκε για έξι χρόνια σε αναμορφωτήριο γιατί αν και καλή μαθήτρια ήταν απείθαρχη. Εκτός από τον Αστράγαλο έγραψε δυο σύντομα μυθιστορήματα, ένα ημερολόγιο φυλακής, επιστολές και ποιήματα.

Οι ταινίες: L’ astragale (Guy Casaril, 1968), L’ astragale (Brigitte Sy, 2015). Οι γυναίκες: Marlene Jobert και Leila Bakthi αντίστοιχα. Το βιβλίο: L’ Astragale (Albertine Sarrazin, 1965). Ελληνική έκδοση: Ο αστράγαλος, μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη, 2015 [Πρόλογος: Patti Smith, Εισαγωγή: Jean-Jacques Pauvert] («εξαντλημένο στον εκδότη»).

Σημείωση: Η έγχρωμη ταινία του 1968 ανερεύθη σε βιντεοκασέτα, με αποτέλεσμα οι λήψεις να είναι κακής ποιότητας. Η εν λόγω κινηματογραφική μεταφορά χαρακτηρίζεται από περισσότερη έμφαση στο ημίφως και στις ιδιωτικές στιγμές του ζεύγους, ενώ σε μια ιδιαίτερη σκηνή. που δεν ανευρίσκεται στο μυθιστόρημα, η Ανν φαίνεται να αντλεί ηδονή κατά την ηλιοθεραπεία της, όπως προδίδει η κάμερα που την ακολουθεί από τα κάτω δάχτυλα ως την έκφραση του προσώπου. Στην μαυρόασπρη ταινία του 2015 διαχέεται περισσότερο φως στα πρόσωπα ενώ η ερωτική σχέση εκφράζεται κυρίως με βλέμματα και κινήσεις. Αμφότερες έχουν διάφορες παρεκκλίσεις από το μυθιστόρημα.

{Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.