Suzanne Lang – Τέλεια μέρα για νεύρα

Συναισθήματα ελεύθερα, θυμός αποδεκτός!

Ο έξοχα σχεδιασμένος νευριασμένος χιμπατζής του εξωφύλλου αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας. Στις εύθυμες στιγμές μας γίνεται μάσκα, μασκότ και μασκαράς αλλά σε όλες τις υπόλοιπες αποτελεί ένα απολύτως κατανοητό ζωάκι που το λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη γιατί έχει διάφορα να μας μάθει. Γιατί εδώ ο Τζιμ με το όνομα, δεν έρχεται μόνο να μας προτείνει τι γίνεται όταν είμαστε εμείς εκνευρισμένοι και πώς να διαχειριστούμε τον θυμό μας αλλά και τι να κάνουμε όταν οι άλλοι βρίσκονται σε ανάλογη κατάσταση.

Ας πούμε, λοιπόν, πως ξυπνάμε ένα πρωί και ο καιρός είναι μια χαρά αλλά εμείς όχι. Δεν γνωρίζουμε το πώς και το γιατί, το μόνο για το οποίο είμαστε σίγουροι είναι ότι έχουμε νεύρα και τίποτα δεν μας αρέσει. Οι μπανάνες είναι πολύ γλυκές, ο ήλιος πολύ φωτεινός, η θάλασσα περισσότερο μπλε απ’ όσο πρέπει. Ο γορίλλας Νόρμαν, καλός του φίλος και γείτονας στο από πάνω κλαδί, αναλαμβάνει να τον ηρεμήσει ή έστω να συζητήσουν να δει τι γίνεται. Αδυνατεί να καταλάβει πώς είναι δυνατόν μια τόσο έκτακτη μέρα να μην κάνει κάποιον χαρούμενο. To ίδιο επιχειρούν με την σειρά τους όλοι οι σύμβιοι της ζούγκλας: το μαραμπού, ο λεμούριος, το φίδι, τα πουλιά. Το καθένα έχει και την δική του πρόταση – προτροπή: μη σουφρώνεις τα φρύδια, μην είσαι κατσούφης, ίσιωσε την πλάτη σου, δοκίμασε να τραγουδήσεις, έλα να κάνουμε κούνια.

Οι προθέσεις τους είναι καλές, οι προτάσεις τους ποικίλες: οι ζέβρες του προτείνουν να κυλιστούν μαζί στο χώμα, το λιοντάρι να ξαπλώσει, τα παγώνια να βολτάρουν όλοι μαζί καμαρωτά, ο ελέφαντας να χτυπήσει τα πόδια του δυνατά στο έδαφος, ο ιπποπόταμος να κάνει ένα μπάνιο, η βίδρα να πλατσουρίσουν, η ύαινα να γελάσουν δυνατά, ο κροκόδειλος να πάρει ένα υπνάκο, η αρκούδα να δοκιμάσει λίγο μέλι, ο βάτραχος να χοροπηδήσουν, ο σκαντζόχοιρος να χορέψουν. Και όλοι επιμένουν πως έχει νεύρα, άρα πρέπει να τα ηρεμήσει. Ο Τζιμ τους κοιτάζει έκπληκτος, απορημένος – τι κάνει λάθος;

Μήπως όμως άθελά τους γίνονται πιεστικοί; Πόσες προτάσεις μπορεί να αντέξει κανείς; Γίνεται τα νεύρα να φύγουν από την μια στιγμή στην άλλη; Γιατί συνεχίζουν να του υποδεικνύουν πώς να νοιώσει και πώς να φερθεί; Είμαστε όλοι υποχρεωμένοι όταν έχει καλό καιρό να χαμογελάμε; Ο Τζιμ δεν αντέχει άλλο την επιμονή των φίλων του και αρχίζει να βράζει. Καπνοί βγαίνουν από το κεφαλάκι του, η έκφρασή του τα λέει όλα, το κόκκινο χρώμα του θυμού γίνεται το απόλυτο φόντο του, το ξέσπασμά του είναι εκρηκτικό. Φτάνει στο απροχώρητο και … προχωρά να φύγει, να μείνει μόνος του, αφήνοντας τα ζώα έκπληκτα. Θα αναζητήσει μόνος του την εκτόνωση των νεύρων και την ηρεμία, αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να αποδεχτεί ότι πράγματι έχει νεύρα.

Όμως, μήπως αυτό έπρεπε να έχει γίνει από την αρχή; Αυτό είναι που έχει σημασία, η αναγνώριση και η αποδοχή ενός συναισθήματός και όχι η κατάπνιξή του. Κάθε συναίσθημα πρέπει να κάνει τον κύκλο του και να ολοκληρωθεί, όχι να διακοπεί. Οι φίλοι του ήταν όλοι καλοπροαίρετοι και η έγνοιά τους ήταν πραγματική συγκινητική. Δεν τον αγνόησαν, μόνο θέλησαν να τον «βοηθήσουν» και μάλιστα με πολλές ιδεών γεμάτες με διασκέδαση, χαλάρωση, συμμετοχή. Αλλά δεν γνώριζαν ότι δεν μπορείς να εκβιάσεις ένα χαμόγελο, να επιβάλεις ένα παιχνίδι, να ορίσεις μια χαρούμενη έκφραση. Όλα αυτά είναι πολύτιμα, αλλά πάνω απ’ όλα τα νεύρα και όλα τα συναισθήματα δεν πρέπει να καταπιεστούν και να θαφτούν, μόνο να γίνουν δεκτά και να ξεθυμάνουν.

Όπως, λοιπόν, υπάρχουν ημέρες γεμάτες χαρά, ευφορία ή υπερηφάνεια, θα υπάρχουν και μέρες με λύπη, φόβο ή … νεύρα! Και τότε, θα έχουμε κάθε δικαίωμα να τα καλωσορίζουμε, να τα γνωρίζουμε, να τα αφήνουμε να ξεσπάσουν, προστατεύοντας φυσικά πάντα τον εαυτό μας και τους άλλους, να ζητάμε να αποσυρθούμε και να μείνουμε λίγο μόνοι μας και να μην υποχρεωνόμαστε να τα ξεχάσουμε και να τα διώξουμε άμεσα. Τότε τα νεύρα θα πάρουν τον χρόνο τους και αργά ή γρήγορα θα καταλαγιάσουν. Όσο για τους φίλους μας, θα τους εξηγήσουμε και θα μας καταλάβουν, όπως εδώ ο Νόρμαν, ο καλός φίλος του Τζιμ, που τελικά έχει κι αυτός ένα δυσάρεστο συναίσθημα εξαιτίας ενός ατυχήματος, όταν χόρεψε με τον σκαντζόχοιρο. Οι δυο φίλοι τώρα μπορούν να καθίσουν δίπλα δίπλα, να καταλάβουν ο ένας τον άλλο, να σιωπήσουν. Γιατί, τελικά, η εκτόνωση ενός «αρνητικού» συναισθήματος, μπορεί να γίνει με παρέα, εφόσον συμφωνούν και οι δυο!

Ο εικονογράφος Max Lang σχεδιάζει κωμικές ζωικές μορφές, επιλέγοντας γήινα χρώματα, και καταφέρνει να δώσει πολύτιμη ελαφρότητα σε μια ιστορία που δεν έχει χαμόγελα αλλά, χάρη και στην πένα του, οδηγεί σε αυτά.

Εικονογράφηση Max Lang. Εκδ. Παπαδόπουλος, 2020, σελ. 40, μτφ. Μαρία Αγγελίδου, Άγγελος Αγγελίδης [Grumpy Monkey, 2018]

Ηλικίες: 3+ αλλά και πάλι η δίχρονη αναγνώστρια του Πανδοχείου λατρεύει (και μιμείται) τον Τζιμ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Φλάβια Ζ. Ντράγκο – Γκουστάβο, το ντροπαλό φαντασματάκι

Από αόρατος, αξιοθέατος!

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε, αλλά οι δυο οικοδέσποινες του Πανδοχείου των Παιδιών σκεπάζονται με σεντόνια, πετσέτες και πάσης φύσεως υφάσματα και μετατρέπονται σε φαντασματάκια, βγάζοντας μάλιστα και διαπεραστικότατες φωνές. Απορώ μάλιστα πώς μπορούν και περπατάνε χωρίς να σωριάζονται την στιγμή που ορισμένα σκεπάσματα είναι ιδιαιτέρως αδιαπέραστα. Και αναρωτιέμαι από πού να έμαθαν να ασκούν την επιστήμη της Φαντασματικής, καθώς δεν συμπεριλαμβανόταν στους θεατρικούς μας ρόλους, δεν την είδαν σε κανένα βιβλίο, ούτε την θυμάμαι σε κάποιο κινούμενο σχέδιο. Αλήθεια! Ποιος ξέρει λοιπόν, ίσως τελικά κάποιο φαντασματάκι να έρχεται κάθε τόσο να μας επισκέπτεται ή να επικοινώνησε μαζί τους με κάποια από τις γλώσσες που μόνο τα παιδιά καταλαβαίνουν.

Έτσι όταν ένα άλλο μικρό φάντασμα εμφανίστηκε ως υποψήφιο μουσαφιράκι για την βιβλιοθήκη και τους υπόλοιπους χώρους του Πανδοχείου επιλέχτηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τις οικοδέσποινές του. Και το όνομα αυτού: Γκουστάβο! Αξιαγάπητος συνδυασμός: η λευκότητα της ιδιότητάς του, η μικρότητα της μορφής του, η κοκκινάδα της αμηχανίας του. Μοναχοπαίδι ενός ευτραφούς πατρικού φαντάσματος και μιας μαμάς με ωραιότατο κρανίο και φούξια φουστάνια. Η πρώτη εικόνα της οικογένειας είναι αντιπροσωπευτική: ο Γκουστάβο περνάει ανάμεσα από τοίχους και σηκώνει διάφορα αντικείμενα στον αέρα, αιφνιδιάζοντας για άλλη μια φορά την μητέρα που βλέπει τον καφέ της να αιωρείται στο δωμάτιο.

Αλλά ο χαριτωμένος πρωταγωνιστής έχει ένα βασικό πρόβλημα: αδυνατεί ακριβώς να γίνει … πρωταγωνιστής ή έστω συμπαίκτης μιας μεγάλης συντροφιάς. Είναι υπέρ του δέοντος ντροπαλός και δεν μπορεί να συμμετάσχει στα παιχνίδια με τα άλλα τερατάκια, τα ονόματα των οποίων παραθέτω όπως ο ίδιος τα βάφτισα: χαριτωμένες νεκροκεφαλίτσες (μια με καπέλο καρυδότσουφλο, μια με γυμνό καύκαλο, μια με σγουρή περμανάντ) γατοκέφαλους και γατοκέφαλες, μια μικρή μάγισσα, μια γελαστή μορφή βατραχί αποχρώσεων, ένας μικρός γίγαντας εξίσου εύθυμος, ένας κολοκυθοκέφαλος αυτονόητα πορτοκαλής, ένα αδιευκρίνιστο ζωάκι και η κρυφή αγάπη του Γκουστάβο, η Άλμα, ένα κορίτσι χωρίς εμφανές πρόσωπο, μόνο με δυο γυαλάκια κι ένα στόμα.

Πώς συνέλαβε η Φλάβια Ντράγκο την ιδέα της δημιουργίας ενός τέτοιου χαρακτήρα; Όπως διαβάζω σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξή της (από εδώ), σε μια παλαιότερη διαδικτυακή συνομιλία είχε γράψει χαριτολογώντας ότι ο λόγος που τα φαντάσματα φοράνε σεντόνια είναι ότι είναι ντροπαλά. Φυσικά σύντομα αντιλήφθηκε την σοβαρότητα και την ισχύ της δήλωσής της. Ύστερα θυμήθηκε τον εαυτό της ως παιδί και την ύστερη βεβαιότητά της ότι το να είναι κανείς ντροπαλός δεν σημαίνει πως δεν επιθυμεί και δεν απολαμβάνει την παρέα των άλλων, αλλά ότι του φαίνεται δύσκολο να τους πλησιάσει.

Έτσι και ο Γκουστάβο: ντρέπεται που ντρέπεται να τους μιλήσει, αλλά και όταν τολμά να τους πλησιάσει δεν τον βλέπουν, όσες ευφυείς ιδέες κι αν έχει: τι κι αν γίνει λευκό μπαλόνι δίπλα στα μπαλόνια της Άλμας, ιστιοσανίδα στη θάλασσα, σεντόνι σε απλωμένη μπουγάδα, τίποτα! Αόρατος… Σε μία από τις ωραιότερες εικόνες του βιβλίου στέκεται πίσω από κάτι κάγκελα και χαζεύει την παρέα να χαίρεται το παιχνίδι τους. Τότε συλλαμβάνει την ιδέα να μοιραστεί μαζί τους αυτό που του αρέσει να κάνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: να τους παίξει βιολί. Έτσι τους στέλνει μια πρόκληση για ένα κονσέρτο στο νεκροταφείο, το βράδυ της ημέρας των νεκρών. Οι μέρες περνούν με αγωνία, οι γονείς του ετοιμάζονται να τον φωτογραφήσουν λίγο πριν την αναχώρησή του, η μεγάλη στιγμή φτάνει.

Αλλά προς μεγάλη του απογοήτευση, εκεί δεν βρίσκεται κανείς. Δεν μένει παρά να παίξει μόνος του το αγαπημένο όργανο. Και τότε γίνεται το φυσιολογικό θαύμα: καθώς μπορεί να λάμπει όποτε είναι χαρούμενος, αμέσως διακρίνεται από πολύ μακριά, ενώ την ίδια στιγμή η μουσική του φτάνει παντού. Έτσι καταφτάνουν όλα τα «τερατάκια», που τον έψαχναν εδώ κι εκεί και η συναυλία πραγματοποιείται με μεγάλη επιτυχία. Έκτοτε ο Γκουστάβο αποτελεί μέλος της παρέας, παρά τις όποιες κατά καιρούς δυσκολίες προκαλεί το γεγονός ότι παραμένει άφαντος και αφανής. Δεν πειράζει, και πάλι θα μετατραπεί σε ομπρέλα όταν βρέχει και σε χιονάνθρωπο όταν χιονίζει, και το χαμόγελό του θα αποδεικνύει πως έκανε το καλύτερο που μπορούσε και όλα πήγαν καλά.

Η Μεξικανή συγγραφέας και εικονογράφος, εξειδικευμένη πλέον σε ιστορίες και ζωγραφιές πλασμάτων από όλη την ιδιαίτερη μυθολογία των φαντασμάτων, των τεράτων και των αλλόκοτων πλασμάτων, μας εισάγει σε έναν κόσμο συγκεκριμένων έντονων χρωμάτων (κυρίως πορτοκαλί, φούξια, καφέ και γκρίζο) που αποδίδουν πλήρως αυτόν τον «μεταιχμιακό» κόσμο των αξιαγάπητων χαρακτήρων, οι οποίοι θα πρωταγωνιστήσουν με την σειρά τους σε άλλα βιβλία – ορισμένοι το έκαναν ήδη. Και ο Γκουστάβο της γίνεται ο ιδανικός ήρωας για μια ιστορία που εξιστορεί και ζωγραφίζει την μοναξιά, την αμηχανία, την ντροπή, την επιθυμία για φίλους, την τόλμη, την κοινωνικότητα, την συντροφιά, το θάρρος και το να είσαι πάντα ο εαυτός σου.

Ηλικίες: 4+, αλλά και εδώ η δίχρονη του κάστρου μας βρίσκεται στο στοιχείο της.

Εκδ. Ψυχογιός, 2023, σ. 40, μτφ. Πετρούλα Γαβριηλίδου [Flavia Z. Drago – Gustavo, the shy ghost, 2020]

Στην τελευταία εικόνα, αυτοπροσωπογραφία της συγγραφέως.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.