Οι ξυπόλητες των ταινιών, 37: Οι μαθητευόμενες, Α΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 57 (Σεπτέμβριος 2023), εδώ

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 37: Οι μαθητευόμενες, Α΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Αν, λοιπόν, κάθε γυναίκα έχει ζήσει τουλάχιστον μια στιγμή στην οποία τα πόδια της συμμετείχαν σε κάποιο οριακό σημείο της ζωής της, με έναν ολότελα δικό τους τρόπο, ακόμα και αν αγνοία της κτητόρισσάς τους, τότε έπρεπε να συλλέξω όλες αυτές τις στιγμές, διατρέχοντας τους βίους των γυναικών έτσι όπως περιέχονταν στο εκατοντάδες τόμους των κινηματογραφικών έργων, προκρίνοντας για ευνόητους ή δυσνόητους λόγους εκείνα που είχαν ως τίτλο ένα γυναικείο όνομα τους. Αναζητούσα, ξανά λοιπόν, τις πιο αναπάντεχες ως προς την συνάντηση γυναίκες, σε κάθε πιθανή χώρα και ημερομηνία και με οιαδήποτε ιδιότητα. Έτσι βρέθηκα στα βάθη της Πολωνίας του 1962, που ήταν βυθισμένα σε όλες τις αποχρώσεις του ασπρόμαυρου, χωρίς να μπορώ να διακρίνω με βεβαιότητα αν ήταν ο τόπος, ο χρόνος ή απλά ο καταγραφέας της γυναίκας εκείνης που δεν μπορούσαν να την χρωματίσουν διαφορετικά.

Την έλεγαν Άννα και ήταν μια δεκαοχτάχρονη δόκιμη μοναχός σ’ ένα μοναστήρι γκρίζο και απομακρυσμένο, εγγεγραμμένη στο σχήμα του από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, εγκαταλειμμένη από αγνώστους το 1945, μια αναπότρεπτη πρόσδεση στις ερημιές λόγω της απώλειας των γονέων της, ασφαλές κάλυμμα σ’ έναν κόσμο που δεν γνώριζε ούτε στο ελάχιστο. Η ολοκλήρωση της μαθητείας που σιωπηρά συμπεριελάμβανε και την τριβή στις αθόρυβες καθημερινές διακονίες της μονής, στα χαμηλά βλέμματα και στην μοναχική συνύπαρξη με τις άλλες κοπέλες, οδηγούσε στους τελικούς όρκους και την αμετάκλητη αφιέρωση της ζωής της στα ανώτερα των ανωτέρων. Τότε την κάλεσε η Ηγουμένη και της πρότεινε εκείνο που έπρεπε να προηγηθεί: μια συνάντηση με την μοναδική της συγγενή. Δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν πρωί ή μεσημέρι όταν η Άννα χτύπησε την πόρτα του διαμερίσματος της θείας της. Της άνοιξε μια γοητευτική γυναίκα με κουρασμένο πρόσωπο, που μόλις σκέπαζε το μεσοφόρι της με μια ρόμπα και αποχαιρετούσε αδιάφορα μια αντρική φωνή στο βάθος του διαδρόμου. Λεγόταν Wanda και αντιλήφθηκε ότι η διεύθυνσή της ήταν η μοναδική πληροφορία που είχαν δώσει στο νεαρό κορίτσι. Σταδιακά θα γινόταν εμφανές πως ήταν μια ανώτερη δικαστίνα με υψηλή θέση στο Κόμμα, μια ζηλωτής του Κράτους, που νότιζε ποιος ξέρει τι ενοχές στο αλκοόλ. Αν όμως κάτι δεν έκρυψε, αυτό είναι η απόλυτη αλήθεια για την ανιψιά της: το πραγματικό της όνομα είναι Ida Lebenstein, είναι Εβραία και οι γονείς της σκοτώθηκαν στον Πόλεμο.

Οι λέξεις της Βάντα ή το βλέμμα της Ίντα πρότειναν την έξοδο στον δρόμο για να βρουν τα ίχνη των χαμένων γονέων. Από τα βάθη της χώρας κατέληξαν στην καρδιά της, όπου κυριαρχούσε το ζεύγος του Καθολικισμού και του Αντισημιτισμού. Χτύπησαν πόρτες σε έρημα σπίτια, αντίκρισαν πρόσωπα καχυποψίας και έφτασαν στην οικογένεια που έκρυψε τους γονείς για να τους προστατεύσει. Τι ειρωνεία: η επιβλητική αξιωματούχος ενέπνεε λιγότερο σεβασμό από την ταπεινή, χαμηλοβλεπούσα νεαρή με το ένδυμα της μοναχής. Όχι όμως και λιγότερο τρόμο, καθώς απαιτήθηκε η απροκάλυπτη ευθύτητα της Βάντα ώστε να υποχρεωθούν εκείνοι που γνώριζαν, να μιλήσουν έστω και σιωπηλά. Κάποιοι τότε είχαν βοηθήσει, κάποιοι πρόδωσαν, άλλοι παρέμειναν στην σιωπή ή στην δική μας άγνοια. Τελικά κάποιος υποσχέθηκε να τους δείξει το μέρος όπου βρίσκονταν θαμμένοι, αρκεί οι γυναίκες να παραιτούνταν από κάθε δικαίωμα για το σπίτι που είχε καταλάβει. Η αθωότητα της Ίντα θρυμματίστηκε, η ασχήμια των ανθρώπων κατέκλυσε το παρελθόν της, ένας αμαρτωλός κόσμος σπίλωσε την εσώτερη λευκότητα.

Τα πάντα έμοιαζαν να βρίσκονται σε ένα τέλμα, όπως και οι επαρχιακοί δρόμοι που περιπλανιούνταν με το άσπρο σαράβαλο της Βάντα, αλλά κάπου στην άκρη τους ένας νεαρός μουσικός διανοήθηκε να σταθεί στην άκρη του δρόμου τους κάνοντας ωτοστόπ, σαν μια ακτίνα νέας ζωής που αναδυόταν κάπου αλλού στον κόσμο. Πήγαινε σε μια κωμόπολη που είχε την επέτειό της, για να παίξει στο ισόγειο ενός ξενοδοχείου. Η δική του γλώσσα ήταν άλλου είδους: εκφερόταν με το τενόρο σαξόφωνο της τζαζ και μιλούσε με φράσεις του John Coltrane και άλλων ρεκτών. Το πρώτο βλέμμα της Ίντα τον άγγιξε μέσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου. Τα επόμενα συμπλέχτηκαν με λιγότερο κρυφές αχτίδες.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ξεδιπλώθηκε πλήρως ο δεσμός και η απόσταση των δυο γυναικών. Για την Ίντα η Γουάντα θα μπορούσε είναι η μητέρα που δεν είχε ποτέ αλλά εκείνη παρέμενε η θεία που δεν ήθελε να είναι μητέρα, γιατί επέλεξε μια διαμετρικά αντίθετη ζωή. Μετά την άσκηση εξουσίας, ή μαζί της, ήρθαν τα αναρίθμητα τσιγάρα και μια ελευθέρια ερωτική ζωή με τους άντρες που την συντρόφευαν στο ποτό αλλά έφευγαν όταν ξημέρωνε. Καθολικισμός και Κομμουνισμός, αθωότητα και δύναμη, έρωτας στο μηδέν και έρωτας με τους πάντες. Η κυνική μέχρι μηδενισμού, η επαναπαυμένη στην σκέπη του Θεού της.  Δυο γυναίκες, δρόμοι χωρίς διασταύρωση, χάσμα χωρίς γέφυρα. Αμφότερες όμως ήταν ομώνυμες στην μοναξιά τους, ζούσαν με τις συνέπειες των επιλογών τους κι ένας απαράβατος δεσμός εξακολουθούσε να τις ενώνει: η μητέρα της Ίντα ήταν η αγαπημένη αδελφή της Βάντα. Έτσι κάποιες στιγμές μοιράζονταν ένα χαμόγελο, ακόμα και μια υποψία γέλιου. Σε μια τέτοια, η Γουάντα της είπε πως το λακκάκι της είναι ιδιαίτερα γοητευτικό. Σε άλλες συνέχιζε να προκαλεί την άκαμπτη σιωπή της νεαρής, όπως όταν της είπε πως ο Ιησούς της δεν κρυβόταν σε μια σπηλιά με βιβλία αλλά βγήκε έξω στον κόσμο, όταν την ρώτησε αν έχει ποτέ αμαρτωλές σκέψεις για την σάρκα ή τι θα κάνει αν ύστερα από όλα αυτά ανακαλύψει πως δεν υπάρχει Θεός… Και όταν μια νύχτα που η Βάντα επέστρεψε στο δωμάτιο μεθυσμένη, έχοντας ερωτοτροπήσει με κάποιον πελάτη του ξενοδοχείου, φρόντισε να θυμίσει στην Ίντα πως ο Ιησούς λάτρευε γυναίκες σαν και την ίδια.

Όμως μετά την ενώπιόν τους ομολογία του δολοφόνου και μια αξιοπρεπή ταφή των οστών σε κάποιο δασικό κοιμητήριο, δεν έμενε παρά η επιστροφή στην πρότερη ζωή. Για την Ίντα σήμαινε αποχαιρετισμός με την Βάντα μπροστά στην πύλη της μονής και όρκοι ισόβιας πίστης την επόμενη ημέρα. Για την Βάντα όμως μια τέτοια επιστροφή ήταν αδύνατη. Έβαλε στο πικάπ την συμφωνία αρ. 41 του Μότσαρτ όχι ως υπόκρουση μιας ακόμα μοναχικής ημέρας αλλά ως ύστατο αποχαιρετισμό στην ίδια της την ζωή. Πέταξε από το παράθυρο ξυπόλητη, με την ρόμπα σε χρώμα που δεν θα μάθουμε ποτέ. 

 

Η Ίντα επέστρεψε στο διαμέρισμα για να τακτοποιήσει τα πράγματά της Βάντα, και, από μια ανεξέλεγκτη παρόρμηση ή ως πραγμάτωση μιας αλυσίδας σκέψεων που ποιός ξέρει πόσο καιρό ένωνε, έκανε κάτι πρωτόγνωρο: μόλις είδε τις γόβες της θείας της, γύμνωσε τα πόδια της, τις φόρεσε και βημάτισε αργά, με μια υποτυπώδη ισορροπία. Φόρεσε ένα φουστάνι, άναψε τσιγάρο, ήπιε από το μπουκάλι ένα ποτό που την έκανε να αναρριγήσει, τυλίχτηκε γύρω από μια διάφανη κουρτίνα και στροβιλίστηκε λες και η δίνη αποτελούσε είσοδο στην νέα ιδιότητα της γυναίκας του κόσμου. Ίσως γι’ αυτό οι ρώγες της ήταν τόσο τεντωμένες. Ως τέτοια γυναίκα πήγε στο μοναδικό μέρος στον κόσμο που ήθελε να πάει, στο ισόγειο του ξενοδοχείου, με την καμάρα και την τζαζ μπάντα στο βάθος. Τώρα το βλέμμα της προς τον σαξοφωνίστα ήταν διαφορετικό, σαν μια πρόσκληση. Όταν έφυγαν και οι τελευταίοι θαμώνες, εκείνος έβαλε έναν δίσκο στο πικάπ και την αγκάλιασε για έναν ήρεμο χορό. Τότε αντίστροφα με πριν, η Ίντα έβγαλε τις γόβες και στροβιλίστηκε αυτή τη φορά στην αγκαλιά του, ενώ η κάμερα εστίασε στα πόδια της, όπως σηκώνονταν στις μύτες τους. Τα ασπρόμαυρα πλακάκια στο δάπεδο έμοιαζαν με σκακιέρα, αλλά δεν παιζόταν καμία παρτίδα γιατί ξυπόλητη πια η Ίντα είχε παραδοθεί στις πρωτόγνωρες κινήσεις του έρωτα.

Όταν αργότερα ηρεμούσε ξαπλωμένη στο κρεβάτι (τα ελαφρώς ιδρωμένα μαλλιά της μαρτυρούσαν ό,τι προηγήθηκε), τα μάτια της δεν είχαν πια εκείνο το άνοιγμα της περιέργειας και της απορρόφησης των πάντων αλλά ήταν μισάνοιχτα, ίσως με την γαλήνια αίσθηση μιας αποδοχής. Τι σκέφτεσαι; την ρώτησε ο άντρας – Δεν σκέφτομαι, απάντησε η γυναίκα. Θα πάμε στο Γκντάνσκ για μερικές εμφανίσεις, θέλεις να έρθεις; Έχεις πάει ποτέ κάπου παραθαλάσσια; Δεν έχω πάει ποτέ πουθενά. Έλα τότε μαζί μας, θα ακούσεις την μουσική μας, θα περπατάμε στην παραλία. Και μετά; Μετά θα πάρουμε έναν σκύλο, θα παντρευτούμε, θα κάνουμε παιδιά. Και μετά; Τα συνηθισμένα. Ζωή. Τα συνηθισμένα και η ζωή δεν ήταν αρκετά για στην Ίντα. Το επόμενο πρωί ανακάθισε στο κρεβάτι, κι ενώ οι γόβες παρέμειναν ριγμένες στο πάτωμα, ενδύθηκε τα ρούχα της μοναχής και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Ήταν κι αυτός ένας τρόπος αφήγησης ακόμα και μιας ολόκληρης ζωής: ένας κατάλογος στιγμών και τόπων, στατικά πλάνα μακράς διάρκειας, η πρόκριση της σιωπής και η κυριαρχία του πορτραίτου που μιλούσε από μόνο του. Η κάμερα μπορεί να ήταν ακίνητη, αλλά τα συναισθήματα ποτέ, τα πρόσωπα υποφωτίζονταν σα να μας έλεγαν πως δεν θα μάθουμε ποτέ τα πάντα γι’ αυτά και συχνά τοποθετούνταν κάτω από την μέση του κάδρου, γιατί πάνω τους βρίσκονταν τα ταβάνια των σκοτεινών δωματίων και, ακόμα συχνότερα, ο ατέλειωτος γκρίζος ουρανός, που είχαν δει τα πάντα και σκέπαζαν το ακρωτηριασμένο πνεύμα ενός έθνους που επιβίωσε από τον πόλεμο έχοντας χάσει εκατομμύρια ψυχές και τώρα βρισκόταν στο σκότος ενός άλλου καθεστώτος όπου δοκιμάζονταν αναρίθμητες άλλες. Γιατί όσο ιδιωτική ζωή και αν ζει κανείς, από πάνω του είναι πάντα χάσκει ορθάνοιχτη η Ιστορία του τόπου του.

Και η Άννα που λεγόταν Ίντα, κάπου ανάμεσα στην συλλογική και στην ιδιωτική ζωή της, γύμνωσε τα πόδια της τρεις καίριες φορές: μια για να φορέσει γόβες και να γίνει γυναίκα του κόσμου, δεύτερη όταν τις έβγαλε για να χορέψει με τον μοναδικό άντρα που θα την αγκάλιαζε, και τρίτη για να κοιμηθεί μαζί του. Ίσως μετά την μεγάλη πνευματική της μαθητεία, θέλησε να ακολουθήσει μια πολύ συντομότερη σαρκική, απολύτως απαραίτητη για την οριστική της επιλογή. Ίσως θέλησε να γνωρίσει καλύτερα τον άνθρωπο, τον άντρα, την γυναίκα, ή και μόνο τον ίδιο τον έρωτα που, στα κείμενα του μοναστικού βίου, θα αποτελούσε μόνιμη επωδό κορύφωσης και πτώσης.

Η ταινία: (Paweł Pawlikowski, 2013). Η γυναίκα:  Agata Trzebuchowska.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Don DeLillo – Η σιωπή

 Η διακοπή ρεύματος του κόσμου

1. Off. Το έχουμε όλοι σκεφτεί, και είμαι βέβαιος πως λογοτέχνες και κινηματογραφιστές έχουν επιχειρήσει και θα επιχειρούν ολοένα και συχνότερα να το μεταπλάσουν σε δημιουργία: αυτό που θα συμβεί όταν ο ηλεκτρισμός σιγάσει και όλες οι συσκευές που τροφοδοτούνται με ρεύμα αδρανήσουν. Πώς θα είναι ένας κόσμος χωρίς υπολογιστές, κινητά και ενσύρματα τηλέφωνα, τηλεοράσεις, τηλεπικοινωνίες, ασύρματα δίκτυα; Όταν δε πρόκειται για λογοτεχνία, μέγιστο θα είναι το ενδιαφέρον σχετικά με την γραφή διαφορετικών μεταξύ τους συγγραφέων, δηλαδή με τι είδους ιστορία, με ποια φόρμα και με ποιες μορφές θα επέλεγε ο καθένας να αφηγηθεί μια τέτοια πρωτόγνωρη κατάσταση.

2. Πυκνωτής. O ΝτεΛίλλο στο τελευταίο του βιβλίο δοκιμάζει να γράψει για μια πτυχή της παραπάνω κατάστασης επιλέγοντας καταρχήν την μικρή φόρμα της νουβέλας. Θα μπορούσε να γράψει ένα εκτενές μυθιστόρημα, όπως ο διαγωνίως συγγενικός Λευκός Θόρυβος, άλλωστε είναι ακριβώς μέσα στο στοιχείο του, τα ερωτήματα πώς μπορεί δηλαδή η καθημερινότητα σε έναν καπιταλιστικό, αντι-οικολογικό κόσμο εγωτικών μονάδων να ανατραπεί· τι είδους εαυτοί εμφανίζονται, ποια άγχη αναδύονται, ποιες στάσεις επιλέγονται. Θα διέσπειρε την ιστορία σε πολλά πλοκάμια, θα προσκαλούσε πλείστους χαρακτήρες, θα διάνοιγε την γκάμα επιμέρους των θεμάτων. Φαίνεται, όμως, πως τον απασχόλησε ένα αντίστροφο στοίχημα: να πυκνώσει την ιστορία σε όσο γίνεται μικρότερη έκταση, να περιοριστεί σε λίγα πρόσωπα και να αφήσει ακόμα περισσότερο χώρο στην φαντασία μιας δημιουργικής ανάγνωσης.

3. Δυο Τόποι. Ό,τι συμβεί το παρακολουθούμε σε δυο τόπους. Ο πρώτος είναι το αεροπλάνο, τυπικό ντελιλλικό τοπόσημο, εκεί όπου οι άνθρωποι αιωρούνται σε εναέριους διαδρόμους, πολύ μακριά από οτιδήποτε τους ορίζει ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τον περίγυρο. Ο δεύτερος είναι το καθιστικό με την τηλεόραση, τυπικό ντελιλλικό αντικείμενο, εκεί όπου οι άνθρωποι απανταχού της υφηλίου πληροφορούνται περί της «πραγματικότητας». Κοινή σύνδεση των δυο, ο πολυεπίπεδος ηλεκτρονικός τους οργανισμός, η εξάρτησή τους από μηχανισμούς και ηλεκτρισμό.

4. Επιβάτες – Αριθμοί. Ο Τζιμ Κριπς επιστρέφει στη Νέα Υόρκη με την σύζυγό του Τέσα Μπέρενς. Τα στοιχεία τους μέσα στο αεροσκάφος δεν έχουν καμία σημασία –το όνομά τους είναι ο αριθμός της θέσης τους και η χώρα τους ο αριθμός της πτήσης. Ο Τζιμ παρακολουθεί την οθόνη πάνω από το κάθισμα, που δεν παύει να δίνει το στίγμα του στον ουρανό, τεχνολογική οθόνη που αντικαθιστά την υπολειτουργία του κινητού τηλεφώνου ανάμεσα στα σύννεφα. Η Τέσα εργάζεται ως συντάκτρια σε ομάδα συμβουλευτικής που απαντά στις ερωτήσεις συνδρομητών για ειδικά θέματα υγείας. Ένα από τα επαγγέλματα του μέλλοντος: συνδρομή, τηλεφωνική υποστήριξη, ψυχολογική καθοδήγηση, παροχή πληροφοριών. Η συνομιλία της με τον Τζιμ περιορίζεται σε κουβέντες που αποτελούν συνάρτηση μιας αυτοματοποιημένης διαδικασίας, παρατηρήσεις που προκύπτουν από την ίδια την φύση των αεροπορικών ταξιδιών. Ο Τζιμ ποτέ δεν θέλει να ταξιδεύει καλοντυμένος «γιατί φαίνεται το φτιασίδωμα ενός πλαστού δεύτερου εαυτού». Όταν ανακαλούν κάποια πληροφορία χωρίς ψηφιακή βοήθεια η αίσθηση είναι διαφορετική και το βλέμμα πιο απλανές. Στις πρώτες έντονες αναταράξεις εκείνη ρωτάει: Φοβόμαστε;

5. Τηλεθεατές. Ο Μαξ και η Νταϊάν τους περιμένουν στο καθιστικό του σπιτιού τους με τον φίλο τους Μάρτιν, για να παρακολουθήσουν όλοι μαζί τον τελικό του Super Bowl, τον κορυφαίο αγώνα του αμερικάνικου πρωταθλήματος ράγκμπι, αυτό το χρυσό τηλεοπτικό προϊόν που αποτελεί και την ολοζώντανη, σε απευθείας μετάδοση θεία λειτουργία του παντοδύναμου Τζόγου. Μπορεί οι θρησκείες να έχουν ατονήσει αλλά η κοινή θρησκεία του αθλητισμού ζει και βασιλεύει, προσελκύοντας κι έναν χείμαρρο διαφημίσεων. Σύντομα, άλλωστε, μια τυπική ονομασία σταδίου θα είναι «Στάδιο Ρινικό Αποσυμφορητικό Benzedrex».

6. Κενή οθόνη. Η οθόνη σβήνει και η πρώτη ανησυχία κάποιου είναι τι θα γίνει με το στοίχημά του. Το ίδιο συμβαίνει και με τις οθόνες των γειτόνων, με τους οποίους συναντιούνται στον διάδρομο και νιώθουν γείτονες για πρώτη φορά. Βέβαια είδαν και άκουσαν ό,τι είδαν και άκουσαν και εκείνοι. Έτσι δεν γίνεται και με την πληροφόρηση; Όλοι τα ίδια κανάλια επικοινωνίας διαθέτουν. Το ίδιο γίνεται και με την μη πληροφόρηση. Κάποια φήμη ότι οι ειδικοί θα κάνουν ρυθμίσεις τους καθησυχάζει (;). Βέβαια: ο κόσμος χρειάζεται πλέον συνεχείς ρυθμίσεις, όπως οι υπολογιστές, και οι ειδικοί θα είναι παντού απαραίτητοι. Είναι δυνατόν το ίδιο να συνέβη και με τις τηλεοράσεις που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε σπίτι του κόσμου; Εκατομμύρια σβηστές οθόνες: μια φράση που δεν θα αποδώσει κανένα κινηματογραφικό πλάνο, όσο και αν (μη) θεαματικό μας φαντάζει. Οι τρεις εδώ κοιτάζουν την δική τους αμήχανα. Και τα τηλέφωνα είναι εκτός λειτουργίας. Τι συμβαίνει με τους ανθρώπους που ζουν μέσα στα τηλέφωνά τους;

7. Υπερ-συνομιλίες και υποσημειώσεις. Οι συζητήσεις των φίλων μπροστά στον βουβό δέκτη: θεωρίες συνωμοσίας, κρυμμένα δίκτυα, ηλεκτρονική κινέζικη εισβολή. Είμαστε υποκείμενοι σε ψηφιακές εισβολές, κυβερνοεπιθέσεις, βιολογικές επιθέσεις, κατάρρευση ηλεκτρικών δικτύων, λογισμικά μαζικής παρακολούθησης, ντρόουνς με αυτόνομη ύπαρξη και την δική τους γλώσσα. Αν ένα αθλητικό παιχνίδι μπορεί να μεταδίδεται σε όλα τα δωμάτια σε όλες τις πόλεις της Αμερικής – τι άλλο μπορεί να μπει σε αυτά το ίδιο εύκολα; Ο Μάρτιν θυμάται μια υποσημείωση από το χειρόγραφο του Αϊνστάιν, για τις «όμορφες και αιθέριες έννοιες του χώρου και του χρόνου». Μπορούν να καταργηθούν; Μπορεί κάποια αλήθεια να βρίσκεται σε λέξεις και φράσεις που διέγραψε ο κορυφαίος επιστήμονας; Οι δυο άδειες καρέκλες περιμένουν το ιπτάμενο ζεύγος. Πού βρίσκεται;

8. Πτώση. Το αεροπλάνο προφανώς έχασε την ηλεκτρονική επαφή του με την γη και αιωρήθηκε στα σβησμένα πεδία, προτού οι επιβάτες (ή κάποιοι επιβάτες) βρεθούν μέσα σ’ ένα βαν που κυλάει στους ήσυχους δρόμους. Ο Τζιμ και η Τέσα προσπαθούν να θυμηθούν το ατύχημα, το όνομά τους, το σώμα τους. Ευτυχώς ένας άντρας που εργάζεται ως εμπειρογνώμων για μια ασφαλιστική εταιρεία τους καθησυχάζει. Το μόνο που λείπει είναι η βροχή, λέει ο Τζιμ, και θα καταλαβαίναμε ότι είμαστε χαρακτήρες σε ταινία.

9. Πρώην τηλεθεατές. Σε κανονικές συνθήκες, οι οικοδεσπότες θα ανακοίνωναν με υπερηφάνεια το κρασί του δείπνου – τώρα κάτι τέτοια μοιάζει άνευ σημασίας. Κάποιος γέρνει προς τα εμπρός, σα να προσπαθεί να προκαλέσει την εμφάνιση κάποιας εικόνας στην οθόνη με την δύναμη της θέλησης. O Μαξ επιχειρεί να περιγράψει ο ίδιος τον αγώνα που κάπου συμβαίνει χωρίς να μεταδίδεται σε κανέναν δέκτη. Φυσικά επειδή τηλεοπτική μετάδοση δεν νοείται χωρίς διαφημίσεις, θα εκφωνήσει και αυτές, σε μια σύζευξη «ποδοσφαιρικού λεξιλογίου και διαφημιστικής ασυναρτησίας». Βέβαια μιλάμε για προχωρημένες διαφημίσεις, για προϊόντα και υπηρεσίες που αλλάζουν την ίδια την ζωή ή τον θάνατό μας, όπως η Ατελείωτη Μεταθανάτια Χρηματοδότηση, θυμίζοντάς μας ένα εξαιρετικό βιβλίο του συγγραφέα, το Zero K (που θα παρουσιάσουμε σύντομα στο Πανδοχείο).

10. Νοσηλεία. Οι διασωθέντες του αεροσκάφους μπροστά στην αμηχανία της κλινικής, τα σιωπηλά συμφραζόμενα των γιατρών, τα σκληρά βλέμματα καχυποψίας προς τους επιζώντες. Μετά από την Καταστροφή, ο κάθε άνθρωπος θα ονομάζεται με βάση την ειδικότερη συνθήκη απώλειας. Όπως τους λέει κάποια γιατρός, Εσείς οι δυο είστε η συντριβή του αεροσκάφους. Άλλοι είναι το εγκαταλειμμένο μετρό, οι σταματημένοι ανελκυστήρες, τα κενά κτήρια γραφείων, οι μπλοκαρισμένες βιτρίνες. Σε λίγο τα αναπληρωματικά φώτα του νοσοκομείου σβήνουν και αυτά.

11. Η πρώτη ώρα μετά. Το ψυγείο νεκρό, η θερμοκρασία στους τοίχους αρχίζει να πέφτει. «Το μισοσκόταδο αναδύεται από τον συλλογικό νου». Σιγά σιγά αναδύονται τα πρώτα ερωτήματα: Τι κάνουμε; Ποιον κατηγορούμε; Ύστερα οι φράσεις μιας φιλοσοφημένης λογικής: Όσο πιο εξελιγμένοι, τόσο πιο ευάλωτοι. Το δέος του αγνώστου: Λειτουργεί κάτι εκεί έξω; Τι θα συμβεί σε λίγο; Θα κατακλυστούν οι πλατείες ανά τον κόσμο από χιλιάδες ανθρώπους; Μπορεί η τεχνολογία να προκαλέσει έναν τέτοιο υπόγειο τρόμο; Ο καθησυχασμός της προσαρμογής: Θα διασχίζουμε πάλι τις γέφυρες πεζοί. Ζούμε σε μια προσωρινή πραγματικότητα. Η αλλαγή των γνώσεων: Ο πόλεμος ήταν πάντα κάτι άλλο και συνέβαινε κάπου αλλού. Οι ερμηνείες με βάση το υπόβαθρο του καθενός: Θαυματολογία, οντολογία, εσχατολογία, επιστημολογία, μεταφυσική, φαινομενολογία, υπερβατισμός. Σε ποιον τομέα ανήκουμε; Και μια φράση που ακούγεται τρομακτική: Ζωές σε αναστολή.

12. Χάος χωρίς μετάδοση. Τελικά το ζευγάρι φτάνει στο σπίτι και αποκαλύπτει αυτό που οι άλλοι δεν γνωρίζουν γιατί δεν διαθέτουν τις συσκευές της πληροφόρησης: ο κόσμος έχει βγει στους δρόμους, επικρατεί κυκλοφοριακό χάος, η ψυχραιμία των ανθρώπων μπορεί εύκολα να μεταβληθεί σε πανικό. Τώρα για να μάθεις τι γίνεται στον κόσμο πρέπει να πας να το δεις ή να στο πει κάποιος που το είδε. Τέρμα η δεδομένη σε απευθείας μετάδοση παρακολούθηση των γεγονότων ανά τον κόσμο. Είμαστε κάποιο πείραμα που τυχαίνει να καταρρέει; Κι αν ο κόσμος που γνωρίζουμε αναδιοργανώνεται εντελώς καθώς στεκόμαστε και κοιτάμε ή καθόμαστε και μιλάμε;

13. Η σιωπή. Οι αντιδράσεις των πέντε φίλων σύντομα θα δώσουν την θέση τους στις εσωτερικές σκέψεις του καθενός. Το σώμα έχει το δικό του μυαλό και θα επιστρέψει στα απλούστερα φυσικά πράγματα. Θα αγγίξει, θα αισθανθεί, θα δαγκώσει, θα μασήσει. Η Τέσα φαντάζεται ότι βγάζει τα ρούχα της όχι ερωτικά αλλά για να τους δείξει ποια είναι. Από την στιγμή που η οθόνη σβήνει μέχρι την στιγμή που ίσως βρεθείς στον δρόμο για να δεις πώς θα εξελιχθεί η νέα ζωή, μεσολαβεί η σιωπή: σιωπή της τεχνολογίας, σιωπή των ηλεκτρονικών εγκεφάλων, σιωπή του ηλεκτρισμού, σιωπή που ανάγεται στα βάθη της ανθρώπινης ζωής.

14. Οι τελευταίες λέξεις. Χωρισμένο σε έξι μέρη με μεγάλους τίτλους, ορισμένοι εκ των οποίων μοιάζουν με ακαριαία ποιήματα, όπως το Πώς άγιοι και άγγελοι στοιχειώνουν τις άδειες εκκλησίες τα μεσάνυχτα, λησμονημένα από τα άφωνα σμήνη των τουριστών της ημέρας και εμφανώς επηρεασμένο – και κατά έμμεση παραδοχή του συγγραφέα- από το κύμα και τα επακόλουθα της πανδημίας, το βιβλίο θα μπορούσε να αποτελεί την έναρξη ή το τέλος ενός σπουδαίου μυθιστορήματος ή το περιεχόμενο ενός ελεγειακού ποιήματος για το ενδεχόμενο τέλος του κόσμου ή ένα εξαιρετικά δυνατό θεατρικό μονόπρακτο – και ειδικά με το τελευταίο είδος υπάρχουν πολλές ομοιότητες εδώ. Ο ΝτεΛίλλο των τελευταίων σύντομων, αφαιρετικών και πυκνών μυθιστορημάτων με πλείστες προεκτάσεις και εκδοχές, επέλεξε να γράψει λίγο περισσότερες από εκατό σελίδες για να διηγηθεί μια ιστορία για τον τρόμο της ηλεκτρονικής και της υπαρξιακής σιωπής ή, ακριβέστερα, όχι πώς αυτή συμβαίνει αλλά τι αισθάνονται οι ήρωές του και σε ποια ατμόσφαιρα την βιώνουν. Θα μου φαινόταν πραγματικά ενδιαφέρον αν ο ΝτεΛίλλο σε επόμενο βιβλίο περιέγραφε την ζωή ενός μοναχικού ανθρώπου κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Το πρώτο λεπτό, την πρώτη ώρα, τις επόμενες ώρες. Ίσως πάλι δίνει την σκυτάλη στους επόμενους.

Εκδ. Gutenberg, 2020 [σειρά Aldina, αρ. 34], μτφ. Ζωή Μπέλλα-Αρμάου,   σελ. 115, με πεντασέλιδo εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας [The Silence. A Novel, 2020). 

Στις εικόνες, έργα των: 2. Geoffrey Golson, 4. Christian Dodd, 5. Kazyua Akimoto, 6. Rene Magritte, 7. Βασίλης Σολιδάκης. Οι υπόλοιπες είναι αγνώστου μητρός/πατρός.

Δημοσίευση και στο Mic.gr, Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 249, σύντομα.