Οι ξυπόλητες των ταινιών, 27. Οι επίτομες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 45 (Σεπτέμβριος 2022), εδώ

XXΧVΙΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 27: Οι επίτομες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Δεν θυμάμαι αν αυτό που έβλεπα ήταν η ζωή μας που έμοιαζε ταινία ή αν επρόκειτο όντως για μια ταινία που ήταν σα να την ζω. Αυτόνομες ή ταυτόσημες, οι δυο αυτές ζωές συμπύκνωναν τις ζωές όλων των εραστών που τρελαίνονται να ζουν μαζί, πιστεύοντας πως η συνέχεια θα είναι πάντα ένα ατέλειωτο ερωτικό ταξίδι. Υπήρξαμε κι εμείς, λοιπόν, αισιόδοξοι του αίσιου έρωτα και τώρα που επιχειρώ να τον αποστάξω σε επίτομο δίωρο, ίσως μπορέσω να διακρίνω αλήθειες που ως τότε μου ήταν αδιόρατες.

Πώς να συντάξει όμως κανείς μια περίληψη ενός έρωτα που δεν τελείωσε οριστικά αλλά ορίζει και το παρόν; Αν ένας τρόπος είναι η επιλογή μιας ειδικής περίστασης που εξαρχής τον χαρακτήρισε, σκέφτηκα να επιλέξω κάθε στιγμή που βρεθήκαμε «στον δρόμο»: σε δρόμους που διέσχιζαν εξοχές και κωμοπόλεις, σε αυτοκίνητα όλων των ειδών, σε αεροπλάνα, σε δωμάτια ξενοδοχείων, εστιατόρια και καφέ. Στον δρόμο, άλλωστε, γνωριστήκαμε, εκείνη ως μέλος μιας χορωδίας, κι εγώ ως εκκολαπτόμενος αρχιτέκτονας που περιπλανιόταν προς αναζήτηση έμπνευσης.

Τώρα στο παρόν την βλέπω ωραία όπως πάντα: κώμη γλυπτή από κάποιο ευαγές κομμωτήριο ίδρυμα, μάτια ζωγραφισμένα με μολύβι εικαστικής διάθεσης, ενδύματα περίκομψα, που αν δεν είναι στην μόδα, την δημιουργούν. Ταξιδεύουμε μαζί στο αεροπλάνο προς έναν ακόμα προορισμό, ανταλλάζουμε αιχμηρές ματιές κι ακόμα πιο καυστικές κουβέντες, κάπου μακριά ζει η μεγάλη πια κόρη μας και θα αναρωτιόταν κανείς γιατί μένουμε ακόμα μαζί, ενώ εμφανώς ο καθένας μας θέλει να έχει την τελευταία λέξη, την πιο αποστομωτική φράση ή ένα από τα λεκτικά παίγνια που πάντα συνηθίζαμε, όπως, για παράδειγμα, είμαστε μαζί για να μην είμαστε μόνοι αλλά τελικά είμαστε πάντα μόνοι επειδή είμαστε μαζί. Ίσως δικαιώνουμε την περίφημη αποστροφή των εραστών του τελευταίου φιλμ του Τρυφώ: «Ούτε μ’ εσένα, ούτε χωρίς εσένα».

Κι όμως, υπήρχε κάποτε η αρχή, και η αρχή είναι πάντα ένα έδαφος παρθένο, μια γνωριμία όπου κανείς δεν φαντάζεται τι ακολουθεί. Είχε την μορφή της Όντρεϊ Χέπμπορν, ελκυστικότερης από ποτέ, και ήταν θαρραλέα στην έκφραση της ερωτικής της προτίμησης. Κι είχα την μορφή του Άλμπερτ Φίνεϊ, με το πλούσιο λεξιλόγιο στο βλέμμα. Στο ταξίδι όπου συναντηθήκαμε κάναμε ωτοστόπ στις ερημιές και καταλήξαμε σε κωμοπόλεις όπου φωτογράφιζα τα μνημεία, θαυμάζοντας τα κτίσματα ανθρώπων που κάποτε «έκαναν πράγματα ενώ σήμερα κάνουν ονόματα», ενώ εκείνη περιχαρής δοκίμαζε να μπει στο κάδρο, υπενθυμίζοντάς μου την «τρισδιάστατη μορφή» της. Ήταν εμφανές πως όσο διαφωνούσαμε για τα πάντα, άλλο τόσο μας άρεσε να ανταλλάσσουμε ευφυή σχόλια με ακαριαία ταχύτητα. Επιζητούσαμε όμως κι οι δυο απαντήσεις σε οτιδήποτε δεν κατανοούσαμε· δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο ρώτησε «Τι είδους ζευγάρια κάθονται αμίλητα στις ταβέρνες» και ποιος απάντησε «Τα παντρεμένα ζευγάρια». Εμείς σίγουρα δεν θα καταλήγαμε έτσι.

Έτσι όπως καθρεφτίζαμε την ευφορία μας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου, ήταν αδύνατο να μην ταξιδεύουμε αεικίνητοι και ανυπόμονοι για τα τοπία που διασχίζουν και τους τόπους όπου καταλήγουν οι εξοχικοί δρόμοι. Μας έλουζε ο ήλιος και μας νότιζαν οι συννεφιές της ατέλειωτης γαλλικής επαρχίας. Κοντράραμε στα ίσια τον αέρα με ανοιχτά αυτοκίνητα, αλλάζαμε θέσεις οδηγού και συνοδηγού χωρίς να ελαττώνουμε ταχύτητα, στρώναμε οπουδήποτε για να φάμε, ξαπλώναμε σε ψημένες από τον ήλιο παραλίες και δεν σταματούσαμε να γελάμε.

Πάνω απ’ όλα γελούσαμε με τα παθήματα που συνταξιδεύουν με τους πλάνητες: όταν διαπιστώσαμε πως ένα μας δωμάτιο τρανταζόταν ολόκληρο από το πέρασμα του τραίνου, όταν μια νύχτα καλυφθήκαμε ολόκληροι κάτω από το σεντόνι για να αποφύγουμε τα κουνούπια, ενώ την επόμενη ημέρα η καμαριέρα έκπληκτη μας ρώτησε γιατί δεν ανοίξαμε την κουνουπιέρα, όταν κάποτε καήκαμε τόσο πολύ απ’ τον ήλιο που δεν μπορούσαμε ούτε να αγκαλιαστούμε, όταν εκεί που περιπλανιόμασταν με τα πόδια άρχισε μια καταρρακτώδης βροχή, βρήκαμε καταφύγιο σε κυλινδρικούς τσιμεντένιους σωλήνες, αποκοιμηθήκαμε και ξυπνήσαμε τρανταγμένοι, καθώς είχαμε φορτωθεί μαζί τους σε φορτηγό και τρέχαμε στην εθνική οδό προς άγνωστη κατεύθυνση. Και στο αποκορύφωμα, όταν αναγκασμένοι να καταλύσουμε στο μοναδικό διαθέσιμο πλην πανάκριβο ξενοδοχείο βγήκα για να ψωνίσω κρυφά ό,τι τρόφιμα μπορούσα να βρω για να αποφύγουμε το δείπνο και το πρωινό, μέχρι να διαπιστώσουμε πως αυτά συμπεριλαμβάνονταν στην τιμή που είχαμε ήδη πληρώσει χωρίς να τα χαρούμε!

Υποστήκαμε εφιαλτικούς συνταξιδιώτες με ανάγωγα παιδιά, ενώ κάποτε το αμάξι μας έγινε παρανάλωμα του πυρός και κατέληξε μαύρο τετράτροχο που οφείλαμε, σα να μην έφταναν τα παραπάνω, και μόνοι μας να απομακρύνουμε. Το αφήσαμε να κυλίσει στον δρόμο, μέχρι να εξοκείλει σε κάποια άκρη, κι ήμασταν ξανά με τα πόδια. Και τι κάναμε απέναντι σ’ όλα αυτά; Σαρκάζαμε, φιλοσοφούσαμε, και γελούσαμε, πόσο γελούσαμε! Τι σημασία είχαν όλες αυτές οι αναποδιές όταν εμείς κυλούσαμε στους δρόμους αχόρταγοι και ερωτευμένοι; Μας αρκούσε να δίνουμε ραντεβού στην ίδια παραλία ή στην ίδια εξοχή δέκα χρόνια μετά, βέβαιοι πως θα είμαστε το ίδιο γελαστοί. Τι άλλαξε μετά και τα βλέμματά μας από ενθουσιώδη έγιναν σαρκαστικά; Γιατί τώρα οι διαφωνίες μας ήταν τόσο βαθιές και δεν εκτονώνονταν σε αγώνες επιχειρημάτων αλλά αντιπαραθέσεων – κόσμιων πάντα, αλλά τόσο πικρών; Ήταν η άφιξη ενός παιδιού που τα ανατρέπει όλα; Ήταν η πίεση της ζωής; Ήμουν ένας περιώνυμος αρχιτέκτονας με αυξημένες υποχρεώσεις – θυμάμαι το πλάνο όπου διασκεδάζουμε στην παραλία με φίλους, ενώ μια μπουλντόζα λίγα μέτρα παραπέρα περιμένει τις εντολές μου και όταν την ξεχάσω, παραλίγο και να μας πάρει από κάτω της.

Αν, πάλι, είναι η ίδια η φύση του έρωτα που τρέχει προς την αναπότρεπτη φθορά, μπορεί κανείς να βρει την κατάλληλη έξοδο προς την αγάπη, προτού χαθεί σε κανένα σκοτεινό τούνελ; Τότε δεν γνωρίζαμε πως μια συνήθης παρακαμπτήριος σε ανάλογες κούρσες καταλήγει σε τρίτες αγκάλες. Έτυχε (έτυχε;) να ήταν εκείνη που εκτροχιάστηκε, γοητευμένη από την προσφορά κατανόησης και το φιλοσοφικό, επιμελώς κουρασμένο ύφος ενός άντρα από τον ευρύτερο κύκλο που είχαμε πλέον δημιουργήσει. Πάντα ειλικρινής ήρθε και μου το είπε και ύστερα με άφησε με την αίσθηση πως όλοι οι δρόμοι τώρα θα ήταν διαφορετικοί χωρίς αυτήν, στερημένοι κάθε ενδιαφέροντος, με ασήμαντο τέρμα. Όταν μου το ανακοίνωσε, ήθελα να την χτυπήσω με το μέσο που πάντα διαθέταμε, τις λέξεις, αλλά το μόνο που μπόρεσε να τις αντικαταστήσει ήταν το βλέμμα μου. Κι όταν σύντομα επέστρεψε θα μπορούσα να ξεσπάσω, να την διώξω ή να την πληρώσω τίμια με το ίδιο νόμισμα, έστω να την ειρωνευτώ. Όμως δεν μπορούσα παρά να φιλοσοφήσω κάτι γλυκόπικρο, να την κοιτάξω μισός με ένα τεράστιο ερωτηματικό κι άλλος μισός μ’ ένα θαυμαστικό, και να την αρπάξω πάνω μου. Ίσως στο βάθος ξέραμε πως στο ταξίδι μας ένας τέτοιος σταθμός ήταν αναπόφευκτος. Είχαμε, άλλωστε, νωρίτερα συμφωνήσει, πως «το σεξ μας έπαψε να αποτελεί διασκέδαση κι έγινε περισσότερο επίσημο» και «πως το απολαμβάναμε περισσότερο όταν αυτό σήμαινε λιγότερο». Σίγουρα τότε επιβεβαιώθηκε κάποια παλιά μας ρητορική ερώτηση: «γιατί το να κάνεις έρωτα είναι πάντα καλύτερο όταν δεν σημαίνει τίποτα;».

Κάπως έτσι η κινηματογραφημένη ζωή μας ήταν ταυτόχρονα χολιγουντιανό ρομάντζο, απροκάλυπτη ιστορία δυο εραστών που αναπόφευκτα έχασαν τον ενθουσιασμό τους, ταξιδιωτική αφήγηση μιας μοιρασμένης ζωής «στον δρόμο» και η στο διηνεκές άλυτη εξίσωση «Ένας Άντρας και μια Γυναίκα». Οι άλλοι σίγουρα θα πουν πως ο έρωτας στο σινεμά είναι διαφορετικός από την πραγματικότητα, πώς εκεί οι εραστές δικαιούνται έξοχη σκηνογραφία και φόντο με τις πιο πορτοκαλιές δύσεις, εικαστικές εστιάσεις στα μαγεμένα πρόσωπα και παραθαλάσσιες στιγμές σε αργή κίνηση. Και πάνω απ’ όλα, ο έρωτας στο πανί υποκρούεται από εξαίσια μουσικά θέματα που κάνουν την κάθε στιγμή, ευχάριστη ή δυσάρεστη, να αξίζει τον κόπο και την θέαση, όπως το συγκεκριμένο, δια χειρός Henry Mancini. Όμως όλες αυτές οι επικαλύψεις αποκαλύπτουν μια φύση του κινηματογράφου: τα πράγματα όπως θα μπορούσαν να είναι ή όπως είναι απλώς δεν τα βλέπουμε. Και αν οι ερωτικές ιστορίες όλων μας διέθεταν ανάλογη μουσική και γωνίες λήψης που μπορούσαμε να δούμε ως θεατές, θα αντιλαμβανόμασταν πως είμαστε κι εμείς ήρωες μιας κινηματογραφικής ιστορίας!

Περίμενα ο πυκνωτής της ιστορίας μας, κοινώς ο σκηνοθέτης των εξωτερικών μας διαδρομών, να περιελάμβανε στις ερωτικές μας τρυφερότητες και κάποια για τα πόδια της, αλλά το τρίψιμο το είχε ήδη στην κατά τέσσερα χρόνια προγενέστερη ταινία Charade, όπου η ίδια ηθοποιός μετά από σειρά αδιανόητων περιπετειών με τον φύλακά άγγελό της, κι αφού αντάλλαξαν κι εκεί μπόλικες ευφυείς φράσεις και διένυσαν όλα τα σκαλοπάτια έλξης και απώθησης, βρίσκονταν, έτοιμοι πια να γίνουν ζεύγος, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί – κι εκεί της επεφύλαξε το μασάζ που αξίζει κάθε γυναίκα, ενώ εκείνη ανακουφισμένη προσπαθούσε να συνέλθει από τις συγκινήσεις των τελευταίων ημερών.

Τώρα τα πόδια της αποκαλύφθηκαν σε περιστάσεις απολύτως οικουμενικές. Στο πρώτο δείγμα ήταν δημόσια, κατάφωτα, προσφερόμενα σε όλους. Ήταν τα πέλματα της γυναίκας που ξαπλώνει στην παραλία ή την σεζλόνγκ: λευκά από τον ήλιο, αμμώδη, ανέμελα και ανυποψίαστα πως κάποιος μπορεί να μαγεύεται από το θέαμά τους. Στο δεύτερο δείγμα βρίσκονταν σε περιβάλλον ιδιωτικό, σκοτεινό, προσπελάσιμα μόνο στον εκλεκτό τους. Ετοιμαζόμασταν να κοιμηθούμε σ’ ένα ακόμα ξενοδοχείο και υποφέραμε από τα κουνούπια σε σημείο να σκεπαστούμε ολόκληροι από τα σεντόνια. Η λήψη επικεντρώθηκε στα πόδια της έτσι όπως γειτνίαζαν με τα δικά μου και ίσως αυτή να είναι η τελική εικόνα ενός έρωτα, όσα χρόνια κι αν περάσουν: δυο ζευγάρια πόδια που, ο κόσμος να χαλάσει, συνυπάρχουν, αγγίζονται και περιπλέκονται στο κάτω μέρος ενός κοινού κρεβατιού.

Το τέλος της ταινίας μας βρήκε στην αρχή της μετέπειτα ζωής μας, να ξεκινάμε ένα ακόμα ταξίδι σε κάποιον τόπο, γνωρίζοντας πια πως θα κάναμε κι ένα δεύτερο παράλληλο ταξίδι στον Τόπο που αποτελούσε ο άλλος. Και ίσως τώρα, αδέσμευτοι και ελεύθεροι, να σαρκώναμε τους στίχους που αξίζουν όλοι οι εραστές σαν κι εμάς: If you’re feeling fancy free, Come wander through the world with me, And any place we chance to be, Will be a rendez-vous – Two for the road, We’ll travel down the years, Collecting precious memories, Selecting souvenirs, And living life the way we please – In summertime the sun will shine, In winter we’ll drink summer wine, And everyday that you are mine, Will be a lovely day – As long as love still wears a smile, I know that we’ll be two for the road, And that’s a long, long while…

Είδα την ταινία στον κινηματογράφο Γαλαξίας στο Λουτράκι, στις 11 Αυγούστου 1979, μία ημέρα μετά τα γενέθλιά μου, μετρώντας ήδη έντεκα ημέρες που δεν είχε εμφανιστεί η Ηλέκτρα στο ραντεβού που δώσαμε ένα χρόνο πριν. Τώρα ένοιωθα ακόμα πιο έμπειρος, έτοιμος να διασχίσουμε όλα τα στάδια της αγάπης, αρκεί να περιπλανιόμαστε μαζί. Δεν χρειαζόμουν τα αυτοκίνητα του ήρωα – είχα ήδη εντοπίσει διάσπαρτα στην κωμόπολη, αφημένα σε αλάνες, χωράφια ή στην άκρη επαρχιακών δρόμων, μια φρέζα, μια μηχανή με καλάθι, ένα τρίκυκλο, μια μπουλντόζα, ένα παρατημένο πορτοκαλί φορτηγό Σκάνια με ανοιχτές πόρτες κι ένα παλιό πετρόλ λεωφορείο του ΚΤΕΥΛ χωρίς πόρτες. Είχα μαζί μου έναν γεωγραφικό Άτλαντα, με σημειωμένες όλες τις διαδρομές και πρώτη πρώτη την «Ελληνική Ριβιέρα – Γαλλική Ριβιέρα». Θα ανεβαίναμε πάνω και θα κάναμε πως πηγαίναμε. Μήπως κι αυτοί οι δυο δεν έκαναν πως πήγαιναν; Ίσως τελικά αυτό να είναι το σινεμά: η αίσθηση πως τα πάντα είναι δυνατά. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Two for the road (Stanley Donen, 1967). Αναφορά και στην ταινία: Charade (Stanley Donen, 1963). H γυναίκα: Audrey Hepburn. Το μουσικό θέμα: εδώ. Το τραγούδι: εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Η Αύρα της Αιδηψού

Επέστρεψα στην Αιδηψό σαράντα χρόνια μετά το καλοκαίρι που μοιράστηκα με την Αίγλη (βλ. Η Αίγλη της Αιδηψού, (δε)κατα, τεύχος 67, φθινόπωρο 2021, σ. 51-57), χωρίς να την έχω ξαναδεί από τότε. Περπάτησα στον παραλιακό δρόμο την ίδια απογευματινή ώρα που συνηθίζαμε οικογενειακά τα καλοκαίρια της δεκαετίας του εβδομήντα. Οι θερινοί κινηματογράφοι Τιτάνια, Νινόν και Ρεξ δεν υπήρχαν, ούτε καν ως μάντρες· μόνο ο Απόλλων έχασκε αδειανός, ορατός από την μισογκρεμισμένη πλαϊνή πλευρά του. Προχώρησα ως το τέρμα του δρόμου, για να δω στο βάθος πάνω από την θάλασσα τα περίφημα δυο ξενοδοχεία. Βρίσκονταν πάντα εκεί, το ένα μπροστά πάνω από το άλλο, ένα βυσσινί κι ένα λευκό, τα σήματα κατατεθέντα των Λουτρών Αιδηψού στα καρτ ποστάλ και στις φωτογραφίες των φυλλαδίων, ακόμα και στο σχολικό βιβλίο της Πατριδογνωσίας: το Ηράκλειον και το Στάδιον. Μου φαινόταν παράξενο που αποτελούσαν τα δίδυμα εμβλήματα μιας λουτρόπολης, ενώ βρίσκονταν στην άκρη της, δεν κυκλώνονταν από κανέναν περίπατο, δεν αποτελούσαν την θέα κανενός σπιτιού. Φαίνονταν μόνο όταν η παράλια οδός έπαιρνε αριστερή στροφή, ελαφρά ανηφορική προς μια έξοδο της κωμόπολης. Φυτεμένα στην χαμηλή πλαγιά, δεσποτικά μπροστά από διάσπαρτα αγενή νεόκτιστα, ήταν σα να αναδύονταν από την θάλασσα που λαδωνόταν πάντα ήρεμη από κάτω τους, σαν φυσική τους βάση.

Τα παλιά καλοκαίρια δεν φτάναμε ποτέ μέχρι εκεί. Σταματούσαμε στο «τουριστικό περίπτερο», στα δεξιά του δρόμου, πάνω από τα βράχια, ένα εσπερινό αναψυκτήριο δίπλα στα δημόσια θαλάσσια λουτρά όπου ακόμα και ως πολύ αργά το απόγευμα ταλαιπωρημένα σώματα θερμαίνονταν στους αφρίζοντες κολπίσκους· ήταν το μόνο κτίσμα που έβλεπε επαρκώς όλο το κάδρο με τα δυο ξενοδοχεία από την μια και την ανοιχτή θάλασσα από την άλλη. Έμενα με το παράπονο κι όταν κάποτε ζήτησα να πάμε μου είπαν, «δεν υπάρχει κάτι άλλο εκεί, μόνο δυο ξενοδοχεία και πάνε μόνο οι πελάτες». Επιθυμούσα διακαώς να γυροφέρω τα κτίρια όπου διέμεναν όσοι διάλεξαν να μένουν στην άκρη και να βλέπουν την ακριβώς αντίστροφη θέα απ’ ότι εμείς. Κι ακόμα περισσότερο, να εισχωρήσω στο εσωτερικό εκείνων των θερινών φιλοξενείων της λουτρόπολης, που κατάφερναν να κάνουν την απλότητα μεγαλοπρέπεια και φρόντιζαν να θυμίζουν πως κάθε στιγμή του παραθερισμού, ακόμα του ιατρικού, έχει την σημασία της, όπως υπογράμμιζαν οι ευρύχωρες τραπεζαρίες, οι σκιερές βεράντες, τα ιδιαίτερα πλέγματα στα κάγκελα των μπαλκονιών. Έκτοτε δεν σταμάτησα να επιζητώ μανιωδώς την είσοδο στου κόσμου τα ξενοδοχεία και να φαντάζομαι πως μου επιτρέπεται να ζήσω στο κάθε δωμάτιο χωριστά, ενώ στο κομοδίνο θα με περίμενε ένας πλήρης κατάλογος όλων όσοι διέμειναν εκεί, μαζί με τα ιδιόχειρα σημειώματα των περαστικών τους.

«Μεγάλος» τώρα πια επιτέλους προχώρησα, όχι χωρίς δέος επειδή πλησίαζα όλο και περισσότερο εκείνα που μέχρι σήμερα ήταν ακίνητα εικονογραφημένα: τα δεκάδες μικρά μπαλκόνια με τις στενές μπαλκονόπορτες, τα ξύλινα πατζούρια και τις παμπάλαιες καρέκλες, την ταπεινή δήλωση της «Βήτα Κατηγορίας», τις αποχρωματισμένες πινακίδες. Είχα πια μπροστά μου το Ηράκλειον, σε μια στιγμή που ο απογευματινός ήλιος χυνόταν στην κεραμιδί του βαφή. Τότε θυμήθηκα τα αρχαία μου βλέμματα: η αρχιτεκτονική του, προορισμένη για το πρόσκαιρο των διακοπών και το παροδικό του θέρους, τα σημάδια του χρόνου στην ανεπιδιόρθωτη επιδερμίδα του, κάτι ξεπερασμένο που το έκανε από τότε να μοιάζει ήδη παλιό, σα να ενσωμάτωνε την μελλοντική του ερήμωση, όλα αυτά του προσέδιναν μια έντονη μελαγχολία. Εκτός αν αυτή βρισκόταν ήδη μέσα μου κι εκείνο ήταν ικανό να την αντλήσει.

Οι γύρω χώροι φαίνονταν παρατημένοι, λασπωμένοι με τις ανεξίτηλες καφέ αποχρώσεις των ιαματικών νερών που έβραζαν σε μικρούς χωμάτινους κρατήρες στο κοκκινόχωμα. Περιτριγύρισα το κτίριο πέφτοντας πάνω σε κλειδωμένες ισόγειες πόρτες, ενώ μέσα από τα αλατισμένα τζάμια φαίνονταν τα αλλοτινά εντευκτήρια των ενοίκων: πλαστικές καρέκλες κατά μήκος των τοίχων, κάδρα με κεντημένα τοπία, κιτρινισμένες αφίσες του ΕΟΤ. Προς μεγάλη μου έκπληξη οι πόρτες και των δυο ξενοδοχείων δεν βρίσκονταν στην περίφημη ορατή πλευρά αλλά πίσω: του Στάδιον στριμωγμένη σε ανήλιαγη στενωπό ανάμεσά τους, του Ηράκλειον στον δρόμο που βρισκόταν στην πλαγιά και άγγιζε σχεδόν το ύψος της στέγης του. Πόσο παράδοξο: τα περίφημα στολίδια των Λουτρών εικονίζονταν περήφανα από το πίσω τους μέρος!

Η πόρτα του Ηράκλειον ήταν ανοιχτή και μπήκα· η ρεσεψιόν ήταν άδεια, πίσω από κάθε φως, όπως και οι ξύλινες προθήκες των κλειδιών. Ήταν μια απρόσμενη ευκαιρία να περιηγηθώ ανενόχλητος  αλλά οι γύρω πόρτες ήταν κλειστές. Βγήκα έξω και διέσχισα μια στενόμακρη βεράντα. Στο βάθος είδα μια γυναίκα να κάθεται στον μπροστινό εξώστη σε μια πλαστική πορτοκαλιά καρέκλα, από εκείνες με τις μικρές τετράγωνες τρύπες, ένα ακόμα υπόλειμμα προπερασμένων δεκαετιών. Φορούσε μια καφεκόκκινη ρόμπα, σα να ήθελε να ταιριάξει με τα χρώματα των τοίχων.  Όσο την πλησίαζα τόσο άνοιγε μπροστά της η προοπτική της θάλασσας, ενώ τα πόδια της πάνω στα χαμηλά κάγκελα έμοιαζαν με ακρόπρωρα στραμμένα σε προορισμούς υπό διαρκή αναβολή, οικειοθελώς περιορισμένα σ’ ένα ακίνητο πέτρινο πλοίο. Στο βάθος ένα φέρι μποτ έπλεε αθόρυβα προς το λιμάνι, κι ίσως κάποιος επιβάτης μ’ ένα τηλεσκόπιο μέγιστης ακρίβειας να εστίαζε στην γυναίκα που έκλεινε τα μάτια και άνοιγε τα πέλματα στο πέλαγος, περιβαλλόμενη από αμέτρητα κλειστά παράθυρα. Κι έναν άντρα πίσω της, που έγινε σύντομα αντιληπτός, κι έτσι κατέβασε αμέσως τα πόδια της, με την βεβιασμένη κίνηση των γυναικών όταν συλληφθούν σε τέτοια στάση, λες και κάνουν κάτι ανεπίτρεπτο. Το πρόσωπό της, γαλήνιο και απόμακρο, ήταν κατάστικτο με πινελιές από έναν ήλιο πέντε δεκαετιών.

Δεν είχα παρά να υποκριθώ τον ενδιαφερόμενο πελάτη. Το ξενοδοχείο ήταν και δεν ήταν ανοιχτό. Βρισκόταν σε μια συνεχή ενδιάμεση κατάσταση, ίσως επειδή έμενε ίδιο κι απαράλλαχτο απ’ την εποχή του, απόμακρο από εστιατόρια κι αναψυκτήρια, ανήμπορο ν’ ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των νέων παραθεριστών. Αν δε με πείραζαν οι ανύπαρκτες καθιερωμένες ανέσεις, όπως ο κλιματισμός, το ψυγείο, ένα τραπεζάκι στο μπαλκόνι, κουρτίνες και τα συναφή, μπορούσα, μου είπε, να καταλύσω σ’ ένα από τα μπροστινά δωμάτια. Την έλεγαν Αύρα ήταν η τελευταία διαχειρίστρια του ξενοδοχείου που γέρασε μαζί με τους εκλεκτούς του και ξεπεράστηκε από τα εξοπλισμένα ενοικιαζόμενα και τις νέες μονάδες με τα ενσωματωμένα λουτρά. Ακολούθησαν τα μεγάλα πλήγματα στα ξενοδοχεία του ιαματικού τουρισμού, οι κρατικές καθυστερήσεις στην καταβολή των οφειλόμενων, η αφαίρεση των θεραπειών από τις λίστες των ταμείων, η παρακμή ενός τόπου που ταυτίστηκε με τα γηρατειά.

Εκείνη το κρατούσε ανοιχτό για να μην κατακτηθεί από ανελέητους διεκδικητές: τον χρόνο που ερχόταν πάντα στην ώρα του, την υγρασία που ταπείνωνε την αγέρωχη τέχνη του, την ερήμωση που είχε εξ αρχής αποδεχτεί το κτίριο και μόνο με την ιδιότητά του, εφόσον γνώριζε ότι ακόμα και οι παραθεριστές δεν είναι παρά ένας πεπερασμένος αριθμός, τους άσπιτους που κατέληξαν εδώ για να επιβιώσουν στις οικοδομικές εργασίες των τουριστικών καταλυμάτων. Κοίταξα τα παλιομοδίτικα λευκά της τσόκαρα. Θύμιζαν τα πάντα και τίποτα, σαν μια διαχρονική ωραιότητα, που κάθε φορά έμοιαζε να έρχεται για πρώτη φορά. Ζήτησα ένα δωμάτιο στην πλαϊνή πλευρά – η θέα του οικισμού μού ήταν πάντα προσφιλέστερη και λιγότερο μελαγχολική από την ολική θάλασσα.

Πέρασα μέρες στο πνιγηρό δωμάτιο, βγαίνοντας συχνά στο κρεμαστό, υποτυπώδες μπαλκόνι για να εισπνεύσω τα πολλαπλά σωματίδια αναμνήσεων που συνήθως αιωρούνται σε τόπους επιστροφής, ακόμα και τόσο καθυστερημένης. Το απέναντι αρχοντικό με την πυργοειδή απόληξη μού θύμισε πως μπροστά του είχα επιχειρήσει τις πρώτες απόπειρες ποδηλασίας που είχαν παταγώδη αποτυχία, λόγω αδιαφορίας της επιβλέπουσας οικογενειακής επιτροπής. Στερήθηκα την μαγεία της δίκυκλης ισορροπίας αλλά «ακόμα κι αυτό έχει πια μετατραπεί σε θετική μνήμη», επιβεβαιώνοντας την αποστροφή του Οράτιου. Πιο πέρα υψωνόταν θεόρατο το άλλοτε καινούργιο θεραπευτήριο, που έμοιαζε με εργοστάσιο. Μπροστά τους σιγούσε το παλιό «Υδροθεραπευτικό Κατάστημα»· την άκουγα τη σιωπή του, κι ας μην φαινόταν από εδώ εκείνο το κτίσμα που με προσέλκυε κατά τις απογευματινές επισκέψεις εκείνων των καλοκαιριών στο παρακείμενο μικρό πάρκο της Αιδηψού. Η μορφή του ήταν αναπάντεχη: ναόσχημη πρόσοψη με αέτωμα και τέσσερις τετράπλευρους κίονες, μπορντό τοίχοι, ένα σχεδόν εκκλησιαστικό σώμα που κατέληγε σε αψίδα· και παράταιρα μέσα στο ήδη παράταιρο, λευκά πλακάκια να μισοφαίνονται στις καμπίνες και παράθυρα με ξύλινα πατζούρια.

Συναντούσα την Αύρα τα απογεύματα στο έρημο καθιστικό, γοητευμένος όλο και περισσότερο από την παρουσία της. Δεν είχα μάθε ποτέ πώς προσεγγίζει κανείς μια γυναίκα που τον ενδιαφέρει και τώρα, με τόσα ερεθίσματα να βουίζουν σαν μελίσσι γύρω μου, ήμουν περισσότερο ανήμπορος από ποτέ. Αφιερωνόταν σ’ ένα πλήθος εγγράφων που αφορούσαν το ξενοδοχείο και δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητική. Συνυπήρχαμε σα να ήμασταν μόνιμοι ένοικοι· σίγουρα ήμασταν οι μοναδικοί, καθώς δεν έβλεπα κανέναν άλλον. Η σιωπή μας ήταν σαν εύπλαστο σώμα που γεφύρωνε κάθε απόσταση. Όταν αισθανόμασταν κάποιο σημείο ακάλυπτο το συμπληρώναμε με ελλειπτικές διηγήσεις. Συνήθως ψέλλιζα ιστορίες ανήλικων διακοπών σε σύντομη πρόζα με αρχή, μέση και τέλος, διανθισμένη με κάποιο ευτράπελο ή συγκινητικό συμβάν, για να καθυστερήσω την επιστροφή της στα σκληρόδετα τετράδια. Όταν κατάφερνα να χαμογελάσει και να σηκώσει το βλέμμα της από τις τροχιές του μολυβιού, ολόκληρο το απόγευμα γινόταν περίλαμπρο και το μοναχικό μου δείπνο στα παραλιακά εστιατόρια γέμιζε ανυπομονησία.

Ένα απόγευμα της ζήτησα να ξεφυλλίσω ένα από εκείνα τα αρχαία αρχεία κι έπεσα σ’ ένα βιβλίο πελατών του 1974. Την στιγμή που ονοματεπώνυμα και ημερομηνίες έπαιρναν μια καλλιγραφημένη θέση, κάπου όχι πολύ μακριά από εκεί, ως ανήλικος παραθεριστής δοκίμαζα την περίφημη ευτυχία που δεν συστήνεται όταν έρχεται παρά μόνο αργότερα, όταν τα επισκεπτήριά της έχουν την μορφή απλών αναμνηστικών. Σε ξεχωριστή στήλη υπήρχε ένδειξη για τις λουτροθεραπείες των ενοίκων και το σχετικό θεραπευτήριο. Σ’ έναν ιδανικό κόσμο (ή ένα μυθιστόρημα) ο καθένας θα είχε παραδώσει και μια φωτογραφία, μια φράση και μια μνήμη, να μην τα κάνει όλα μόνος του ο αφηγητής. Της εκμυστηρεύτηκα πως γράφω ένα βιβλίο μοιρασμένο σε λογοτεχνία και μελέτη για τα λουτρά των θέρετρων. Φυσικά απέκρυψα πως επρόκειτο για ένα απλό κεφάλαιο στο βιβλίο των γυμνών ποδιών. Έδειξε ενδιαφέρον επειδή οι διαδρομές της ζωής της ήταν από λουτρό σε λουτρό. Εκείνο που για τους παραθεριστές υπήρξε πρώτος και τελευταίος λόγος για την μικρής διάρκειας παρουσία τους, για την ίδια υπήρξε καθημερινότητα. Γνώριζε όλους τους φύλακες, την άφηναν να μπει εκτός ωραρίου και ακόμα περισσότερο εκτός τουριστικής περιόδου. Δεν έφυγε ποτέ απ’ την ιαματική νερόπολη της Αιδηψού.

Την ρώτησα για το παλιό λουτρό. Το Δημοτικό Κέντρο Λουτροθεραπείας, όπως το ανέφερε, ήταν για δεκαετίες κλειστό αλλά θέλησε να του ξαναδώσει ζωή. Μπήκε μέσα και άρχισε να το καθαρίζει, να επιδιορθώνει τις ζημιές, να αλλάζει τους σωλήνες, να φτιάχνει τα παράθυρα, να πλένει ευλαβικά τις μπανιέρες και τους λουτήρες. Οι «αρμόδιοι φορείς» ευχαρίστως της άφησαν ανενόχλητη, αρκεί να  απαγορευόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε άλλο και ειδικά επειδή ευελπιστούσαν σε κάποια μελλοντική αποκατάσταση, με την μισή δουλειά να έχει ήδη γίνει από εκείνη. Μπορεί και να την θεωρούσαν μια ιδιόμορφη αν όχι «γραφική» περίπτωση. Μου εξομολογήθηκε πως πηγαίνει και χρησιμοποιεί την μοναδική μπανιέρα που είχε ήδη φτιάξει, την πιο φωτεινή. Μου πρότεινε να δοκιμάσω την σπάνια εμπειρία, ως αντίδωρο για την προτίμησή μου στο ξενοδοχείο.

Θα ήταν η πρώτη φορά που θα βγαίναμε μαζί έξω από το Ηράκλειον και όπως πάντα κατακλύστηκα από ερωτήματα συχνά αντιφατικά. Θα μπορούσα να θεωρήσω την μικρή διαδρομή ως ρομαντική απογευματινή βόλτα; Με ποιες ερωτήσεις θα κατέβρεχε τις σελίδες μου με τις μνήμες των λουτρών της; Ακολουθούσε μια σειρά επιθυμητών ενδεχόμενων που συνέτασσα σε κατάλογο εξίσου καλλιγραφημένο στο δικό μου λογιστικό τετράδιο: θα σμίγαμε ανεπαίσθητα, χωρίς υπεκφυγές και προφάσεις· θα μέναμε σ’ όλα τα δωμάτια του ξενοδοχείου, κάθε βράδυ και σε άλλο, για την ψευδαίσθηση πως ταξιδέψαμε σε διαφορετικά μέρη ή σε πολλά καλοκαίρια· τα παλιά τους κρεβάτια θα έτριζαν σε κάθε μας μετακίνηση, ώστε να μας ξυπνούν, για να επιβραδύνουν τον χρόνο διάρκειας ενός έρωτα που έχει πάψει να διαποτίζει τέτοια ξενοδοχεία· στις επίμονες αϋπνίες θα έπιανα ξανά την σκυτάλη στην μακριά σειρά των φιλημάτων στα πόδια, που σίγουρα θα δέχονταν κάποιες παραθερίστριες στις ένδοξες και άδοξες εποχές της Αιδηψού, ίσως με την πρόσθετη τόλμη των διακοπών.

Έτσι έκανα πάντα. Δεν αφηνόμουν ποτέ στις παροντικές στιγμές, που έφευγαν αλλεπάλληλες η μια μετά την άλλη, παρά μόνο σχεδίαζα διαρκώς τις επόμενες κινήσεις για πράξεις που δεν πραγματοποιούσα ποτέ αλλά έδιναν τροφή σε νέες διακλαδώσεις σεναρίων και φαντασιώσεων. Ήμουν ένας άνθρωπος που αδυνατούσε να απολαύσει όλα τα τώρα, επειδή έσπευδε πρώτα να τα καταχωρήσει στα αρχεία του ώστε να αποστάζει τα ιδανικότερες ιστορίες. Αποφάσισα να μην σκεφτώ τίποτα παραπάνω· μόνο να βρεθώ εκεί μέσα χωρίς σχέδιο, φωτογραφική μηχανή ή σημειωματάριο, μήπως κι έτσι φτάσουν απρόσκλητες αυθεντικές, ακατέργαστες αισθήσεις.

Έξω από το κτίσμα, οι γαλάζιες κυκλικές γούρνες των σιντριβανιών άδειες κι η μυρωδιά πάντα γνωστή. Μέσα το νερό σιγούσε, παγιδευμένο στην φυσική του πηγή που κρυβόταν στα έγκατα, όπως πάντα λεγόταν για τον συγκεκριμένο χώρο. Προτού της το ζητήσω προσφέρθηκε να με αφήσει μόνο. Μπορούσα να τα υποδεχτώ στην αναπαλαιωμένη μπανιέρα της Αύρας. Το λουτρό ήταν έτοιμο να λειτουργήσει για μένα. Θα με κλείδωνε για το ενδεχόμενο τυχαίων επισκεπτών και θα ερχόταν σε μια ώρα.

Περπάτησα στον διάδρομο με τις καμπίνες δεξιά κι αριστερά· κάποιες πόρτες ήταν ξεχαρβαλωμένες, άλλες ήταν μισάνοιχτες, αποκαλύπτοντας στεγνά, έρημα δωμάτια. Αναρωτήθηκα πόσα σώματα να αφέθηκαν στο πλημμύρισμα των ιαμάτων· πόσα να έκλεισαν τα μάτια για να ξεπλυθεί κάθε κρούστα από τις σκέψεις τους· κι όμως, όλες εκείνες οι αποχρώσεις του λευκού, του υπόλευκου και του κιτρινισμένου στις φθαρμένες επιφάνειες μου φαίνονταν σαν διαδοχικά στρώματα που τις συγκράτησαν και τις επικάλυψαν, λείες και ασφαλείς. Κι ύστερα οι λεκέδες που υποκρίνονταν σκιές οι οποίες ξέμειναν από κάποιο λάθος του φωτός και η οριστικά πετρωμένη μυρωδιά της υγρασίας, όλα είχαν κάτι από το πέρασμα των θεραπευμένων που άφησαν εδώ όσα πόθησαν κρυφά ή ευχήθηκαν ταπεινά, ώστε να δικαιωθεί έστω ένα μέρος της παρουσίας τους. Άραγε, έτσι όπως εγκολπώνονταν στους λουτήρες, εφαρμόζοντας το σχήμα τους στην αγκάλη τους, στην αρχή αμήχανα, ίσως και κλειστοφοβικά, αργότερα ανυπόμονα για τις επιδράσεις των ζεόντων νερών, άλλαξαν όλα αυτά τα ελπιδοφόρα ρεύματα κάτι μέσα τους;

Αναγνώρισα αμέσως την επισκευασμένη καμπίνα. Ένα τρίγωνο ήλιου στα λευκά της πλακάκια άλλαζε σαν φωτογραφικό φίλτρο το χρώμα της μπανιέρας. Ήταν η στιγμή του αγαπημένου μου φωτός που κιτρινίζει τα πάντα τέτοια εποχή από τις εφτά ως τις οχτώ. Έβγαλα τα ρούχα μου, μπήκα και αφέθηκα στην τριπλή διαβάθμιση της θερμότητας των υδάτων, μέχρι να καλυφθούν τα πάντα από ατμούς. Όταν έκλεισα τα μάτια άρχισαν να έρχονται μία μια οι λουόμενες που θαύμασα κατά την δεκαετία οικογενειακών παραθερισμών, εκείνες που κρυφοκοίταζα από τα παράθυρα κι οι άλλες που φανταζόμουν να παραδίδονται στα χάδια του νερού. Πρώτα άκουσα τα βήματά τους, ύστερα τις είδα να περνούν θαμπές έξω από την μισάνοιχτη πόρτα μου αλλά δεν ανησύχησα: ήταν πιθανόν όσες την συγκεκριμένη στιγμή σκέφτονταν μια ανάλογη ανάμνηση ή τους επισκεπτόταν εκείνη. Μπορεί ο ίδιος ο χώρος να κράτησε την ανάμνηση του περάσματός τους ή κάθε φορά που κάποιος τις έφερνε στο μυαλό του, εκείνες να έρχονταν εδώ, στην υγρή πλευρά της μνήμης.

Κι ύστερα από ανυπολόγιστο χρόνο, σερνάμενα βήματα από τις πλαστικές παντόφλες στο δάπεδο, πόρτες που κλείνουν, εσπερινοί χαιρετισμοί. Τελευταίες νότες σ’ όλη αυτή την συμφωνία ήταν πάντα κάποιες σταλαγματιές, μια βρύση που έμεινε να στάζει, σωληνώσεις που δεν άδειασαν ολοκληρωτικά. Κάποια στιγμή όλα σιώπησαν κι ένιωσα μόνος· ήταν σαν την ώρα που τα λουτρά άδειαζαν και τα ύστατα ύδατα γίνονταν ατμοί που διέφευγαν από τα μικρά παράθυρα, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για τους τελευταίους αναστεναγμούς μετά τον ευχάριστο δαρμό. Ένα τελευταίο γουργούρισμα του νερού έμενε στους σωλήνες κι ο αχός από τα ηχηρά πλημμυρίσματα εξανεμιζόταν μαζί με το αεράκι προς το βουνό.

Αλλά λίγο μετά την σιωπή, άκουσα αργά βήματα γυμνών ποδιών από τον διάδρομο – αυτά σίγουρα μπορούσα να τα αναγνωρίσω. Εξοικειωμένος με την μνήμη που απαιτεί να γίνεται αισθητή, φώναξα εδώ είμαι. Μπορεί να ήταν κι ένας τρόπος να μην δείξω αιφνιδιασμένος ή ανήσυχος. Αν το νερό ούτε χρόνο έχει ούτε ηλικία, όπως έγραψε ο Πασκάλ Κινιάρ, τότε εδώ δίπλα του, μπορούσα να ξεγελάσω και τα δυο, ή, έστω να τα αφήσω έξω από το κτίσμα. Καθώς άνοιγε η μισόκλειστη πόρτα (τότε διαπίστωσα την περίεργη αιδώ της πράξης μου να την σπρώξω ελαφρά όταν μπήκα) το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω από τους ατμούς ήταν το σχήμα μιας γυναίκας. Εδώ είμαι, ψέλλισα αυτή τη φορά σαν αντίφωνο υπενθύμισης, για να μη κάνει πίσω. Η δική της αποδοχή ήταν να μου κλείσει τα μάτια απαλά αλλά, όπως συχνά γράφουν τα βιβλία, «αποφασιστικά». Ακόμα κι η συμφωνία να αφήσουμε μόνο νέα νερά να σπάσουν την σιωπή του λουτρού ήταν σιωπηρή. Θα μπορούσε να είμαστε απολύτως άγνωστοι ή παλιοί γνωστοί ή μόλις γνωστοί· θα μπορούσε να είναι η Αύρα, κι αυτός να ήταν ο τρόπος της να καίει την μοναχική δροσιά του μεγάλου μπαλκονιού: να προσκαλεί τους φιλοξενούμενους στο παλιό λουτρό κι εκεί, ανώνυμοι από κάθε πλευρά, να χάνονται στην αχρονία του νερού.

Εκεί χαθήκαμε κι εμείς, πλαγιάζοντας στην κοίλη πορσελάνη, δυο σώματα σε ημικύκλιο, περικυκλωμένα από λευκότητα. Υποδεχτήκαμε το κρύο νερό με την θέρμη της σφιχτής αγκαλιάς, μουσκέψαμε ο ένας τον άλλον για να ξεπλύνουμε τα νερά που έρχονταν με την σειρά τους να μας ξεπλύνουν από τα κολλώδη μας ρευστά. Χωρίς ομιλήματα ή κοιτάγματα οι πόροι μας άνοιξαν ολοκληρωτικά – σχεδόν νιώθαμε τις μικρές τρυπούλες να διαστέλλονται. Τώρα απολύτως άγλωσσοι, σε μια επικράτεια αναρίθμητων καθαρμών, τα άκρα του ενός καθοδηγούσαν τα άκρα του άλλου. Στο τέλος σειστήκαμε ό ένας μετά τον άλλον, σαν κρουνοί που ξέχυναν όλο τους το φορτίο στις στεγνές μας στέρνες.

Ήταν η Αύρα; Δεν άκουσα την φωνή της και δεν γνώριζα την μυρωδιά της. Τα μαλλιά της ήταν μουσκεμένα, τα χέρια της αταυτοποίητα. Ψηλαφούσα τα δάχτυλα των ποδιών της που είχα ήδη αποτυπώσει σε φευγαλέες στιγμές μα δεν είχαν κάποια κυριολεκτικά χειροπιαστή ιδιαιτερότητα· η διάταξή τους ήταν «αρμονική», η κλίμακά τους ελαφριά κι ανεπαίσθητη. Μα ακόμα κι αν διέθετε ένα πιο σμιλευτό χαρακτηριστικό, για παράδειγμα ένα μακρύ δεύτερο δάχτυλο, θα αποτελούσε αυτό ικανό πειστήριο ή θα την κατέτασσε στην εξίσου αχανή κατηγορία ομοδάκτυλων γυναικών;

Για μια στιγμή αθέτησα την συμφωνία. Με το ελαφρυντικό των θολών ματιών, ίσως και μιας θολωτικής παραφοράς, μισάνοιξα τα μάτια μου για να δω τα πέλματα που φιλούσα. Στην άχνη των ζεστών νερών είδα τις δυο ελιές στο αριστερό, στην καμάρα και κάτω απ’ το προτελευταίο δαχτυλάκι. Στην αποπνικτική οσμή του νόστου αναγνώρισα τις δυο τελείες που ζωγράφιζα σ’ ένα καλοκαιρινό τετράδιο πασχίζοντας να αποδώσω τα πόδια της Αίγλης, όταν δεν τις στιχουργούσα στα πρώτα μου ποιήματα. Πηγαινοερχόμουν από την άγνωστη των λουτρών στην αύρα του κόκκινου ξενοδοχείου κι ύστερα στην αίγλη του πρώτου έρωτα, από την Αύρα στην Αίγλη. Σε μια στιγμή που είναι αδύνατον να ξεχάσω, κατακλύστηκα από την αίσθηση πως εκείνη ήταν μια από τις δυο, με λαμπρό ενδεχόμενο και οι δυο να είναι εκείνη. Θα μπορούσαν πάλι και τα ίδια τα σημάδια να με εμπαίζουν, με τον τρόπο που η ίδια η ζωή αρέσκεται να μαστορεύει ομοιότητες και συμπτώσεις για την αγωγή των συγκινήσεων. Το χέρι της άνοιξε ξανά την μεγάλη βρύση και τότε μακρινό παρελθόν και πρόσφατο παρόν χύθηκαν στην ίδια γούρνα, αφήνοντας μόνους μας στην επιφάνεια της στιγμής.

Προτού οι ατμοί φύγουν και αφήσουν το πρόσωπό της έκθετο και καθαρό, άπλωσε το χέρι της στο στέρνο μου, σε μια απτή συνεννόηση πως πρέπει να φύγουμε χωριστά. Την άκουγα να ντύνεται και να κλείνει την πόρτα. Βρήκα τα κλειδιά πάνω της και βγήκα. Στα γύρω σπίτια ένοικοι και κάτοικοι έβγαζαν τις καρέκλες στο δρόμο για να χαζεύουν τον περίπατο των περαστικών, το σταθερό και απαράλλακτο θέαμα της λουτρόπολης. Κάποιο περίεργο ή τυχαίο μάτι μπορεί να είχε διακρίνει δυο μορφές να βγαίνουν αργά το σούρουπο από τα έρημα λουτρά. Επέστρεψα στο άδειο ξενοδοχείο αλλά η Αύρα δεν βρισκόταν εκεί. Να φοβήθηκε μην την βρω μουσκεμένη, με την αξέχαστη προδοτική οσμή του ιαματικού νερού; Όσο περνούσε η ώρα, δυνατότητες και αδυνατότητες παρέμεναν ισόβαθμες. Αργότερα βγήκε από ένα δωμάτιο του ισογείου και με καλησπέρισε με τον συνηθισμένο γλυκό κι ευγενικό τρόπο. Μου είπε πως είχε ανάγκη από τον απογευματινό ύπνο και μύριζε το χαρακτηριστικό της σαπούνι.

Ο κινηματογράφος μού είχε μάθει να μην ρωτώ όσους εμφανώς έχουν διαλέξει την σιωπή. Η αναχώρησή μου είχε προγραμματιστεί για το επόμενο πρωινό αλλά με μια ασυγχώρητη, εξίσου κινηματογραφική μελοδραματικότητα μάζεψα τα πράγματά μου και έφυγα άμεσα, παίρνοντας μαζί μου την πολύτιμη αποσκευή εκείνης της στιγμής μέσα στο λουτρό, την δυαδική επανένωση των τριών μας. Προτίμησα την πιθανότητα παρά την απάντηση μεταξύ βεβαιότητας ή της ακύρωσής της. Ίσως διαισθανόμουν πως όσα απογεύματα και να μοιραζόμασταν, εκείνη δεν θα άφηνε τα αρχεία της για να μου αφεθεί. Της έγραψα τον αριθμό του τηλεφώνου μου και για χρόνια σε κάθε χτύπημα σκεφτόμουν πως μπορεί να ήταν εκείνη. Μέχρι σήμερα το πενταψήφιο νούμερο του ξενοδοχείου δεν απαντά ποτέ. Προτού φύγω διέπραξα κάτι που και για τους δυο μας αποτελούσε ιεροσυλία αλλά ήλπιζα πως θα με καταλάβαινε: σε μια στιγμή που έφυγε από το καθιστικό έσκισα για ενθύμιο μια σελίδα από εκείνο το μεγάλο τετράδιο των επισκεπτών.

Παραμένω αβέβαιος και για το θεραπευτήριο, αν τελικά επρόκειτο να αναστηλωθεί ή θα παρέμενε εγκαταλειμμένο, κι εκείνη με κάποιο τρόπο να είχε κρατήσει μια και μοναδική καμπίνα, και να την χρησιμοποιεί για να σβήνει την δική της φόρτιση με το προσωπικό της λουτρό. Τότε, ως πρώτη λουόμενη μιας νέας εποχής των λουτρών, αν ποτέ αυτή έφτανε, ή ως τελευταία λουόμενη της Ιστορίας τους, θα ισορροπούσε κι η ίδια πάνω στους χρόνους, ενώ το κτίσμα θα αποτελούσε μνημείο μιας αρχαιολογίας ιδιωτικής, που περιλαμβάνει ό,τι υπήρξε ως τέχνη στο «παρελθόν» του καθενός, με την παλαιότητα να υπολογίζεται ως προς τα βάθη ενός προσωπικού βίου. Στη νέα αυτή επιστήμη το θεραπευτήριο και το ξενοδοχείο θα βρίσκονταν πάντα υπό αναπαλαίωση όχι της κατασκευής αλλά της μνήμης που τα διαπότισε.

Άνοιξα να την σκισμένη σελίδα όταν ήμουν πια στο φέρι μποτ «Διάνα» και άρχισαν να φαίνονται τα δυο ξενοδοχεία. Στο περιθώριο της τελευταίας στήλης είδα μια ιδιόχειρη σημείωση: «Ο Χάιντεγκερ άφηνε την καλύβα του στον Μέλανα Δρυμό και επισκεπτόταν την Αιδηψό αρκετές φορές λόγω αρθριτικών. Σε συνέντευξή του στο Stern, είχε πει για το μέρος: “Εδώ, δεν ξαποσταίνει μόνο το Είναι, αλλά και ο Χρόνος”».

Οι φωτογραφίες του ξενοδοχείου Ηράκλειον, του παλιού Δημοτικού Κέντρου Λουτροθεραπείας και της πινακίδας των λουτρών Αύρα είναι του Πανδοχέα. Παρακαλείται θερμά όποιος έζησε τα δύο αυτά κτίσματα να επικοινωνήσει με το Πανδοχείο.

Δημοσίευση στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 70, καλοκαίρι 2022 με θέμα: Ελληνικό καλοκαίρι.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.