Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 42 (Ιούνιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 25: Οι σιωπηλές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Κάποτε συνυπήρξα με μια γυναίκα χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη. Δεν χρειάστηκε να μου μιλήσει με το στόμα της· αρκούσε το πρόσωπο, τα χέρια της, ακόμα και τα πόδια της. Εκείνη την περίοδο έμενα σε όποιο σπίτι μπορούσα να μπω κρυφά από τους απόντες ενοίκους. Περιπλανιόμουν στους άδειους δρόμους με την μηχανή και άφηνα στις πόρτες φυλλάδια για μενού. Επέστρεφα κάποια επόμενη μέρα κι αν βρίσκονταν ακόμα εκεί, το πεδίο ήταν ελεύθερο. Τα μηνύματα του αυτόματου τηλεφωνητή μου επιβεβαίωναν το ταξίδι τους. Αγαπούσα όλα αυτά τα σπίτια, και νοιαζόμουν για τα αντικείμενά τους. Πότιζα και κλάδευα τα φυτά, έπλενα τα ρούχα με το χέρι, επιδιόρθωνα οτιδήποτε χαλασμένο – ένα ραδιόφωνο, ένα ρολόι, ένα παιδικό παιχνίδι. Φωτογραφιζόμουν μπροστά από χαρακτηριστικά σημεία και δημιουργούσα μια μεγάλη σέλφι συλλογή. Δεν έκλεβα ποτέ και τίποτα, εκτός αν θεωρηθούν κλοπιμαία τα φαγητά που έτρωγα από τις κονσέρβες και τα ψυγεία τους. Στο τέλος άφηνα το σπίτι στην ίδια ή σε καλύτερη κατάσταση. Φυσικά οι ένοικοι αντιλαμβάνονταν το πέρασμά μου και έμεναν με μια περίεργη αίσθηση απορίας αλλά ήμουν πλέον μακριά.

Προφανώς το σύστημά μου δεν ήταν αλάνθαστο και κάποτε μπήκα σε σπίτι που δεν ήταν άδειο. Από της άκρη της σκάλας με παρατηρούσε μια γυναίκα· μόλις ξεχώριζε το δαρμένο της πρόσωπο και το γυμνό της πόδι. Αρχικά φοβήθηκε, μετά κάτι πάνω μου την ηρέμησε και άρχισε να με παρατηρεί. Αργότερα μου έδειξε την παρουσία της αλλά με κάποιο τρόπο μου ζητούσε να μη φύγω. Όταν ανέβηκε στην ζυγαριά διέκρινα πρώτα την αγωνία στα μάτια της και στα πόδια της, με τα βαμμένα στο ελαφρότερο δυνατό ασημί νύχια, κι ύστερα ίσως μια καθησύχαση όταν ο δείκτης σταμάτησε στο 47. Στο κρεβάτι της αυνανίστηκα με τις φωτογραφίες που είχε ως μοντέλο σ’ ένα λεύκωμα. Μετά είδα τον τρόμο της στην αναμονή της επιστροφής του συζύγου της και ήταν αδύνατο να την αφήσω μόνη.

Πρώτα βρήκε ένα ροζ φόρεμά της ριγμένο στο ξύλινο πάτωμα ενώ ένα μπαλάκι του γκολφ κύλισε μπροστά στα γυμνά της πόδια. Τότε εμφανίστηκε το  πρόσωπο της προσταγής και της απειλής και χαστούκισε το γυμνό της μάγουλο για άλλη μια φορά. Στάθηκα στον κήπο μέχρι να με δει κι όταν ήρθε να με αντιμετωπίσει τον σημάδεψα με μερικές μπάλες του γκολφ, μ’ ένα από τα μπαστούνια τύπου 3-Ιron που είχε σπίτι του. Μετά βγήκα και την περίμενα πάνω στη μοτοσυκλέτα μου. Εκείνη πλησίασε τον άντρα της που ριγμένος στο δάπεδο, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τα πόδια της ζητώντας βοήθεια. Εκείνη μέσα στα λευκά της τσόκαρα τα τράβηξε μακριά· ήταν τα φτερά της απόδρασης. Ήρθε, όπως ήλπιζα, και φύγαμε, γκαζωμένοι μέσα κι έξω.  Έχω κάπου κρατημένη την εικόνα τους, καθώς κρέμονταν πίσω μου, στη σέλα της μηχανής. Τώρα διαμέναμε μαζί στα ξένα σπίτια χωρίς να πάψουμε να σιωπούμε. Ετοίμαζα και το δικό της γεύμα και μοιραζόμασταν το κρεβάτι όπου απλά την αγκάλιαζα. Η ζωή της είχε αντιστραφεί: εκείνο που για άλλους θα αποτελούσε τον απόλυτα αγωνιώδη τρόπο ζωής, να γνωρίζεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να σε δουν, εισβολέα στον πύργο τους, για την Sun-hwa ήταν απόλυτα χαλαρωτικό. Οπουδήποτε αλλού ήταν ηρεμότερα από το σπίτι της. Όταν κάποια στιγμή είδε στον τοίχο ενός καθιστικού μια γυμνή φωτογραφία της την τεμάχισε σε μικρά ισόπλευρα τετράγωνα, άλλαξε την διάταξή τους και ξανακρέμασε την μορφή της, κατακερματισμένη. Ήταν σαν δήλωση για το σώμα της: αρνιόταν οριστικά το αντικείμενο που του ζήτησαν να είναι και την σεξουαλικότητα που της επιβλήθηκε χωρίς να είναι δική της. Απεικονιζόταν πια ως ένα μωσαϊκό που είναι αυτό που είναι, ένα ανακατεμένο παζλ που περιμένει τον άξιο ερευνητή του.

Ενοικούσαμε σε όλα τα είδη των σπιτιών όπου έμεναν πάσης φύσεως ένοικοι: ασύμβατοι εραστές, επιθετικοί σύζυγοι, ασυνεννόητες οικογένειες. Τα δωμάτια φαίνονταν να ηρεμούν από τις φωνές τους. Κάποια στιγμή βρήκαμε κι εκείνο που μας ταίριαζε απόλυτα. Ήταν ένα γαλήνιο παραδοσιακό σπίτι, ένα «χανόκ». Ακούσαμε τον ήχο του νερού από ένα σιντριβάνι, εισπνεύσαμε τον ίδιο αέρα με τα φυτά της αυλής. Ο ύπνος μας στον καναπέ ήταν ήρεμος, σχεδόν ονειρικός. Σ’ ένα άλλο σπίτι μου έτεινε το ψαλίδι να της κόψω τα μαλλιά. Οι τρίχες της έπεφταν πάνω στα πόδια της κι η κάμερα φώτισε πάνω τους μια δεύτερη πράξη απελευθέρωσης. Τα ίδια αυτά πόδια μου είπαν πως είμαι ευπρόσδεκτος στην αγκαλιά της: καθόμασταν δίπλα δίπλα σ’ έναν καναπέ και το δικό της άγγιζε όλο και περισσότερο το δικό μου. Η θέρμη του, η θέρμη της, η θέρμη μας.

Όμως ακόμα κι η διάχυτη διαβίωση είχε ημερομηνία λήξεως. Την πρώτη φορά μας ανακάλυψε ένα ζευγάρι και τώρα η σειρά της να φροντίσει τα χτυπήματά μου από τον σύζυγο. Την δεύτερη τα πράγματα εξελίχθηκαν τραγικά: βρήκαμε έναν μεγάλο άντρα νεκρό και κρίναμε πως του άξιζε μια αξιοπρεπής ταφή. Τον πλύναμε, τον σαβανώσαμε με σεβασμό και τον θάψαμε κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Όμως πέσαμε πάνω στον γιό του, για τον οποίον φυσικά ήμασταν οι δολοφόνοι που επιχειρούσαν να εξαφανίσουν τη σωρό. Μας συνέλαβε η αστυνομία και κατηγορήθηκα για φόνο, απαγωγή και καταπάτηση οικιών που τις πρόδωσαν οι φωτογραφίες στο κινητό μου. Η Sun-hwa «παραδόθηκε» στον άντρα της. Θα την ξανάβλεπα ποτέ;

Ακόμα και μπροστά στους ανακριτές δεν διέκοψα την σιωπή μου. Η ηρεμία μου μπροστά στο καταδικασμένο μου μέλλον, η αδιαφορία μου στις απειλές τους, η αδυναμία τους να κατανοήσουν γιατί έμπαινα σε ξένα σπίτια «άνευ λόγου» καθώς οι ένοικοι μαρτυρούσαν πως δεν τους έκλεψα τίποτα και ο άντρας αποδείχτηκε πως πέθανε με φυσικό θάνατο, όλα μεγάλωναν το μίσος τους. Με έκλεισαν σε κελί με άλλους επιθετικούς κρατούμενους και στο τέλος έμεινα ολομόναχος. Στην φυλακή έπρεπε να βρω έναν νέο τρόπο ύπαρξης και άρχισα να εξασκώ μερικές πολύ ιδιαίτερες ιδιότητες. Μπορούσα να κινούμαι αθόρυβα στο μικρό κελί, να κρύβομαι πίσω από την πλάτη του έκπληκτου φρουρού μου χωρίς τον παραμικρό ήχο, να σκαρφαλώνω πολύ ψηλά στους τοίχους σαν αράχνη – τα γυμνά μου πόδια κολλούσαν όσο χρειαζόταν πάνω τους. Έφτασα στο σημείο να κινούμαι σαν φάντασμα έξω από το κάδρο, να εξαφανίζομαι από την ματιά των άλλων και να αποκτώ κατά βούληση μια μορφή ανάλαφρη, σχεδόν αόρατη. Στο τέλος μπορούσα πια να φεύγω.

Η Sun-hwa ξαναπήγε σ’ εκείνο το ήσυχο σπίτι, μπήκε χωρίς να μιλήσει στο ζευγάρι των ενοίκων που φρόντιζαν τον κήπο, πέρασε από μια ανοιχτή πόρτα στο εσωτερικό κι έγειρε σ’ έναν καναπέ να κοιμηθεί. Η έκπληκτη γυναίκα πήγε να την ξυπνήσει αλλά ο άντρας την σταμάτησε. Το ήρεμο πρόσωπό της τους ησύχασε. Ξέρω καλά πως πήγε εκεί να αναζητήσει κάτι από την παρουσία μου. Πίσω στο σπίτι της, τα πόδια της πάνω στην ζυγαριά που έδειχνε 57 ήταν το ίδιο χαμογελαστά με το πρόσωπό της. Την «επισκέφτηκα» και η ερωτική μας ιστορία συνεχίστηκε από εκεί που σταμάτησε. Κρυβόμουν στις σκιές και στις αντανακλάσεις του φωτός ενώ ο σύζυγός της ήταν σε συνεχή επιφυλακή, ένας δυστυχής που έβλεπε παντού κάτι ύποπτο. Έγινα ο αιθέριος εραστής της, κυριολεκτικά και μεταφορικά πίσω από την πλάτη του ανασφαλούς συζύγου, ο οποίος δεν θα ξανατολμήσει μετά την φυγή της να την αγγίξει με βία, διαφορετικά θα εφαρμόσω πάνω του νέες τεχνικές με το 3-Iron και αυτή τη φορά δεν θα ξέρει από πού του ήρθαν.

Σ’ έναν κόσμο συνεχούς θορύβου και επαναλαμβανόμενου βουητού, εμείς ανταλλάξαμε τα δώρα της σιωπής. Αποδείξαμε πως η ανυπαρξία της γλώσσας είναι ευθέως ανάλογη με την σωματική έκφραση των συναισθημάτων.  Επικοινωνούσαμε ιδανικά, χωρίς την ανάγκη των λέξεων και σαρκώσαμε τους στίχους ενός σπάνιου τραγουδιού που χρόνια πριν έγραψε και τραγούδησε ο Winston Tong με τους Tuxedomoon: In a manner of speaking / I just want to say / That I can never forget the way / You told me everything by saying nothing.

Οι λέξεις που εμείς δεν χρειαστήκαμε, επιστρατεύτηκαν για να μας ερμηνεύσουν. Μίλησαν για την παγίδευση των ανθρώπων στα σπίτια, την προσκόλληση σε πράγματα, την βουδιστική θεώρηση της απελευθέρωσης απ’ όλα αυτά, μια φωτισμένη σχέση με τον κόσμο χωρίς δεσμεύσεις. Θα μπορούσα κι εγώ να γράψω φράσεις που επιθυμούν να σημάνουν πολλά: η φιλοξενία των άδειων σπιτιών, το βλέμμα και η τυφλότητα, οι επιφάνειες των σωμάτων και τα επιφάνεια των συναισθημάτων, η υπέρβαση του φυσικού κόσμου, η μαγική δύναμη του έρωτα, η μεταφυσική της αγάπης. Κάποιοι επιχείρησαν να αντικαταστήσουν τον σκηνοθέτη, που δεν ενδιαφέρθηκε να εξηγήσει τα γεγονότα πάρα μόνο να τα αφήσει να μιλήσουν μόνα τους· είχε, άλλωστε, δηλώσει ότι αυτός ήταν ο τρόπος να στρέψει την ματιά του κοινού στους χαρακτήρες, αμφιβάλλοντας «ότι οι λέξεις κάνουν τα πάντα κατανοητά».

Ακόμα και οι ίδιοι οι τίτλοι της ταινίας αδυνατούν να την περιγράψουν. Ο νοτιοκορεατικός τίτλος Empty House εστιάζει στα άδεια σπίτια ή στους άδειους ανθρώπους; Για τον σκηνοθέτη «είμαστε όλοι άδεια σπίτια, περιμένοντας κάποιον να ανοίξει την κλειδαριά». Ο μεταφρασμένος τίτλος 3-Iron αναφέρεται σ’ ένα σύμβολο πολυτελείας του σύγχρονου άδειου ανθρώπου ή σ’ ένα εξάρτημα παραμελημένο σήμερα στο άθλημα, όπως παραμελημένοι υπήρξαμε οι δυο μας; Με άλλες λέξεις αναζήτησαν τις ενδεχόμενες μορφές της ύπαρξης μου. Είχα κατακτήσει ένα υψηλότερο επίπεδο ύπαρξης, μια μυστική ζωή όπου δεν μπορούν να με δουν όσοι δεν θέλω να με δουν; Έγινα κι εγώ ένας από τους ανθρώπους που αλαφροπατούν στη γη και δεν αφήνουν ορατά ίχνη της παρουσίας τους, κανένα υλικό σημάδι, κανέναν απόηχο φήμης; Μπορεί να μετέδωσα στην Sun-hwa κάτι από τις νέες μου ικανότητες, ώστε να μπορεί να με συναντά στα προάστια της φαντασίας και των φαντασμάτων; ήμουν ένα όνειρό της, όπως μπορούσαν να συνηγορήσουν οι άδειοι δρόμοι, οι περίεργες συμπτώσεις και η διάχυτη ησυχία;

Αλλά εμείς, δυο διαλυμένοι μοναχικοί που περιπλανηθήκαμε σε μια πόλη που ταίριαξε την μοναξιά της στην δική μας και μπήκαμε στα ξένα σπίτια για να τα γεμίσουμε ζωή, εμείς που ήταν μοιραίο να ερωτευτούμε ίσως από εκείνη την πρώτη στιγμή που κοιταχτήκαμε στο σπίτι της και πέσαμε τόσο αναπάντεχα ο ένας πάνω στον άλλον, γίναμε ο ένας το σπίτι του άλλου και παραμείναμε στην γαλήνη της σιωπής ακόμα κι όταν θόρυβος της ζωής και του κόσμου συνέχιζε εκκωφαντικός τριγύρω μας. Μόνο στην τελευταία σκηνή μου πρόσφερε κάποιες λέξεις: μου είπε πως με αγαπά. Ο άντρας της νόμιζε πως απευθυνόταν στον ίδιο· αδυνατούσε να διανοηθεί ότι ακριβώς από πίσω του θα ήμουν πάντα εγώ· πως κάθε της ματιά και αγκάλιασμα ήταν για μένα. Όταν αυτός έφυγε για επαγγελματικό ταξίδι ανεβήκαμε μαζί στην ζυγαριά που είχα νωρίτερα επισκευάσει. Τα γυμνά μας πόδια στάθηκαν το ένα δίπλα στο άλλο και ο μετρητής έδειξε 0. Δεν ζυγίζαμε τίποτα πια, είχαμε αποβάλει κι οι δυο το βάρος της ζωής μας, ήμασταν άλλοι. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: 3-Iron (Kim Ki-duk, 2004). Νοτιοκορεατικός τίτλος: Empty House. Ελληνικός τίτλος: Ολομόναχοι μαζί. Η γυναίκα: Lee Seung-yeon. Το τραγούδι των Tuxedomoon εδώ.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήσης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 41 (Μάιος 2022), εδώ

XXΧΙV. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 24: Οι «άπιστες». Επιστολή στην Στεφάν Οντράν, μέρος Δ΄

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους

Ωραία μου Στεφάν.

Μετά από όλες αυτές τις απιστίες, τα γυρίσματα της ίδιας της ζωής ή της κινηματογραφικής μηχανής του σκηνοθέτη συζύγου σου φρόντισαν να σου δείξουν την άλλη πλευρά του νομίσματος. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά, άλλωστε, η αναπότρεπτη φθορά του χρόνου θα συνεργούσε ώστε η αειθαλής γοητεία σου να υπολείπεται της εύπλαστης θελκτικότητας μιας γυναίκας νεότερης (στην ηλικία ή στην άφιξη). Ο Σαμπρόλ σίγουρα θα σου διηγήθηκε την ιστορία: ο Ζορζ Σιμενόν τον ρώτησε για ποιο λόγο οι σκηνοθέτες δεν φτιάχνουν περισσότερες ταινίες χωρίς πλοκή (σήμερα ίσως θα ρωτούσε το αντίθετο). Ο συγγραφέας, συνέχισε, απαιτεί την πλοκή για να κινήσει τα γεγονότα πάνω στις λευκές σελίδες, ενώ ο σκηνοθέτης έχει εξαρχής το σπάνιο δώρο του ανθρώπινου προσώπου, που από μόνο του μπορεί να εκφράσει τα πάντα αλλά και να μας κάνει να αναρωτιόμαστε για το ποιον και τις πράξεις του φορέα του. Η απάντηση του Σαμπρόλ ήταν έμπρακτη: θα έφτιαχνε λοιπόν μια τέτοια ταινία και θα διάλεγε το μυθιστόρημα Betty που εμπνεύστηκε κι έγραψε ο Σιμενόν χάρη σ’ εκείνη την κουβέντα.

Μια γυναίκα μπαίνει μούσκεμα από την βροχή σ’ ένα μπαρ. Είναι μεθυσμένη και μοιάζει δυστυχής· έχει έκφραση απελπισμένη και μάτια βυθισμένα στον πόνο. Καπνίζει αλλεπάλληλα τσιγάρα και ψωνίζεται από έναν άντρα που της προτείνει να φύγουν. Πηγαίνουν μέσω ενός σκοτεινού περιφερειακού σ’ ένα απομακρυσμένο εστιατόριο. Ο άντρας που ισχυρίζεται πως είναι γιατρός βρίσκεται ήδη υπό την επήρεια ναρκωτικών. Μόλις αρχίσει να της ψελλίζει αδιανόητες φράσεις και λίγο προτού γίνει απειλητικός, εμφανίζεσαι εσύ: σπεύδεις από το μπαρ όπου καθόσουν και την παίρνεις δίπλα σου. Είσαι η Λωρ, ετών 49, είναι η Μπέττυ, ετών 28. Γνωρίζεις ήδη αυτόν τον διαταραγμένο πελάτη γιατί το εστιατόριο, «η Τρύπα» όπως ονομάζεται, ανήκει στον σύντροφό σου Μάριο και αποτελεί καταφύγιο βασανισμένων ψυχών. Είσαι μια πρώην νοσοκόμα και νυν πλούσια χήρα που φροντίζει τους πελάτες, ενώ το διπλανό ξενοδοχείο είναι κτήμα και κατοικία σου. Προθυμοποιείσαι να την φιλοξενήσεις εκεί σ’ ένα δωμάτιο, πρώτα για μια νύχτα, μετά για πολλές ακόμα.

Είσαι και πάλι, λοιπόν, ευκατάστατη και βαριεστημένη, αυτή τη φορά όμως ενδεδυμένη με την ευγένεια μιας νοσοκομειακής φροντίδας. Κάθε βράδυ βρίσκεσαι ανάμεσα στους δυστυχείς της «Τρύπας» που δεν έχει την μορφή του τυπικού κινηματογραφικού χαμαιτυπείου όπου διάφοροι μεθυσμένοι τρεκλίζουν στο ημίφως με ένα μπουκάλι στο χέρι. Εδώ όλοι είναι καλοντυμένοι και προσπαθούν να δείχνουν αξιοπρεπείς κάτω από ένα σχετικά δυνατό φως, ελαφρώς γαλάζιο λόγω ενός ενυδρείου που τέμνει σχεδόν εγκάρσια την αίθουσα, σα να είμαστε σ’ ένα «συνηθισμένο» στέκι, πόσο μάλλον όταν ακούγεται το θεσπέσιο μελοδραματικό τραγούδι του Michel Jonasz Je voudrais te dire que je tattends, μια φράση που πιθανώς θα ήθελαν να ψελλίσουν οι περισσότεροι: θα ήθελα να σου πω πως σε περιμένω. Αν κατά τύχη έρθουν κάποιοι ανυποψίαστοι πελάτες, ο Μάριο σπεύδει για παραγγελία λέγοντας «Υποθέτω θέλετε όλοι μανιτάρια», κι όταν εκείνοι μάλλον έκπληκτοι τον ρωτούν τι άλλο υπάρχει, αυτός απαντά μ’ ένα ψυχρό, δήθεν αθώο χαμόγελο, «μόνο μανιτάρια». Η ανύπαρκτη στο παρόν πλοκή, όπως την συζήτησαν οι δυο Γάλλοι μαιτρ, περιορίζεται στο ρεστοράν όπου πίνετε και συζητάτε και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου την περιποιείσαι και την φροντίζεις μέχρι να συνέλθει απ’ την κατάρρευσή της.

Στους δυο αυτούς χώρους σου διηγείται με αλλεπάλληλα, θραυσματικά φλας μπακ την ζωή της σε τρεις διαφορετικούς, εναλλασσόμενους κύκλους. Στον πρώτο στενάζουν ο έρωτας και ο πρώιμος γάμος της μ’ έναν πλούσιο γόνο και η ασφυκτική διαβίωση μέσα στον αυστηρό οικογενειακό του κλοιό· στον δεύτερο, οι συνεχείς απιστίες της και η σχέση με έναν νεαρό φοιτητή· στον τρίτο, η παιδική ηλικία με την τραυματική μνήμη της κρυφής ερωτοτροπίας του πατέρα της με μια γυναίκα. Ενώ οι τελευταίες δυο ιστορίες είναι περισσότερο στατικές και απλώς καθαρίζουν σταδιακά την εικόνα, η πρώτη οδηγείται σε δραματική κορύφωση καθώς η ερωτική της ιστορία κάποτε αποκαλύπτεται στην οικογένειά της με τραγικές συνέπειες. Η άγνωστη ψυχογραφία / ψυχορραγία της Μπέττυ ξεδιπλώνεται ως παζλ καθώς η πλοκή τελικά φτάνει από το παρελθόν.

Μ’ έναν ψυχρό και άβουλο σύζυγο, υποταγμένο σε μια μητριαρχική μητέρα που κυριαρχεί στο σπίτι, θα σκέφτηκες πως η μοιχεία δεν αποτελεί παρά την πρώτη διαθέσιμη διαφυγή. Όμως η ίδια παραδεχόταν την ερωτομανία της, την διακαή κι ακαταμάχητη επιθυμία να συνευρεθεί με άντρες, που την έφερε στο σημείο να προσκαλέσει τον εραστή της στο ίδιο της το σπίτι ένα βράδυ που οι άλλοι έλειπαν σε μια θεατρική παράσταση. Τον υποδέχτηκε ξυπόλητη με χορευτικές κινήσεις κι έσπευσαν στα καθιερωμένα τους πάνω στον οικογενειακό καναπέ. Η αναβολή της παράστασης είχε ως αποτέλεσμα την βίαιη διακοπή της δικού τους ερωτικού μονόπρακτου: σύσσωμος ο οίκος βρέθηκε μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα και προτού πεταχτεί στο δρόμο υποχρεώθηκε να επιλέξει: ή θα έφευγε χωρίς τίποτα, γνωρίζοντας πως αναμφισβήτητα θα έχανε την δικαστική διαμάχη για τις μικρές της κόρες ή θα υπέγραφε την παραχώρηση της επιμέλειάς τους στην οικογένεια έναντι ενός μεγάλου χρηματικού ποσού. Ήταν εμφανές πως τους ήταν πλέον άχρηστη· η δουλειά της ως οργάνου αναπαραγωγής κληρονόμων είχε τελειώσει. Εξαρχής, άλλωστε, την αποκαλούσαν μητέρα, προτού καν γεννήσει, συνεπώς οποιαδήποτε γυναίκα θα μπορούσε να έχει παίξει αυτό τον ρόλο. Η απελπισία κι ο πανικός την οδήγησαν στην δεύτερη επιλογή και, εξαναγκασμένη στο μέγιστο ταπείνωμα, βρέθηκε στους δρόμους να τρεκλίζει και ν’ αναζητά την αλκοολική λήθη.

Σας θυμάμαι και τις δυο πολύ καλά να γεμίζετε την οθόνη με κοντινά πλάνα και προσπαθούσα να διακρίνω πάνω στα πρόσωπά σας κάτι από το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Πρώτα εσένα: μια σχεδόν μητρική παρουσία διαρκώς δίπλα της. Εμφανώς την περιέβαλλες με στοργή αλλά συχνά κάλυπτες τα λόγια της με τα λόγια σου, σα να ήθελες να διατηρείς τον έλεγχο και να ορίζεις πλήρως τους όρους της επικοινωνίας σας, ίσως κι επειδή ήταν σα να τα γνώριζες όλα: είχες κι εσύ το δικό σου ταραχώδες, κάποτε και κοινό παρελθόν. Πες μου, για ποιο λόγο την περιμάζεψες; Την επιθυμούσες ως γυναίκα; Δεν έδειξες κάτι τέτοιο, αν και υπήρξε μια κάπως ιδιαίτερη στιγμή. Όταν βγήκε από το πρώτο της μπάνιο στο δωμάτιο, την είδες ξυπόλητη και γονάτισες μπροστά της για να της φορέσεις κάποιες παντόφλες. Η κάμερα εστίασε στα πόδια της καθώς τα άγγιξες για να τα ντύσεις – μια στιγμή ακινησίας κι η είσοδος κάποιας μουσικής φράσης ίσως τόνισαν κάτι ανομολόγητο. Μήπως ήθελες απλή συντροφιά; Κάποια να έχει περάσει χειρότερα από τα δικά σου; Είχες το σύνδρομο της Μητέρας Τερέζας; Ήθελες να αποτελέσεις το ζωντανό παράδειγμα της «καλοσύνης των ξένων»;

Αν εσύ ήσουν η συγκρατημένη ακροάτρια, εκείνη ήταν μια γυναίκα συναισθηματικά παράλυτη και ανεπανόρθωτα ταπεινωμένη. Στο έγγραφο που την έβαλαν να υπογράψει δήλωνε: Εγώ η Ελίζαμπεθ Ετάμπλ, ετών 28, χωρίς επάγγελμα, δηλώνω πως υπήρξα πόρνη, πως είχα εραστές πριν και μετά τον γάμο μου και κοιμήθηκα μαζί μ’ έναν από αυτούς δίπλα στο παιδικό δωμάτιο. Η υπογραφή κοστολογήθηκε στα 200.000 φράγκα. Ταυτόχρονα όμως ήταν ένα σώμα εύφλεκτο, που αισθανόταν ή χρησιμοποιούσε την αχαλίνωτη σεξουαλική επιθυμία ως την μοναδική αίσθηση ελευθερίας ή για κάποιον σκοτεινό λόγο. Κάποτε σου μίλησε περισσότερο για την «ερωτική» σκηνή που είδε ολοζώντανη μπροστά της όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας της πάνω σε μια γυναίκα ορειβατούσεδεν υπήρχε καταλληλότερη λέξη. Το πρόσωπο της γυναίκας έγραφε πόνο ή ευχαρίστηση. Νόμιζα, σου είπε, πως οι γυναίκες πρέπει να υποφέρουν για έναν άντρα, να είναι θύματα. Ελκύστηκα τόσο πολύ και φοβήθηκα το ίδιο, ταυτόχρονα. Ήθελα να δω τα πάντα ως το τέλος, το πρόσωπό της «μετά», ν’ ακούσω την φωνή της. Κυνηγούσα όλους τους άντρες για να πληγώσω τον εαυτό μου. H αλλόκοτη ομορφιά της ίσως τελικά έκρυβε μια ψυχολογική διαταραχή ή απλώς μια κυνική προσωπικότητα που επιθυμούσε να καταστρέφει κάθε της σχέση για χάρη μιας άλλης. Η Μπέττυ εμφανιζόταν ως θύμα αλλά τελικά της άρεσε να πληγώνει όσους την αγαπούσαν κι εσύ, καλόκαρδή μου Λωρ, υποτίμησες αυτή την αμετανόητη, ανεξέλεγκτη πλευρά της, μια απόλυτα εγωιστική φύση που αναζητούσε κάθε ευχαρίστηση στην δική της ηδονή και στον πόνο των άλλων.

Τότε κατάλαβα πως η πλοκή ζητούσε ώθηση. Οι ιστορίες σας είχαν πια ειπωθεί και δεν θα παραμένατε έτσι. Όταν ο Μάριο κάποια στιγμή της χαμογέλασε πίσω από μια μισάνοιχτη πόρτα (και θυμάμαι πως από μισάνοιχτη πόρτα σάς είχε δει κι αυτή να κάνετε έρωτα μια από τις πρώτες της νύχτες εκεί), υποψιάστηκα το αναπόδραστο. Χωρίς να το πάρει κανείς μας είδηση, κρυφά κι από τις κάμερες, το νέο ζευγάρι είχε ήδη συνεννοηθεί. Αυτή η γυναίκα που νυχοπατούσε ξυπόλητη από πόρτα σε πόρτα φαίνεται πως είχε ανταλλάξει τις απαραίτητες ματιές με τον Μάριο. Σε άφησε, Λωρ, η Μπέττυ «σου», κι έφυγαν μαζί. Αυτή ήταν το νέο, το άγνωστο και το ατελείωτα διαθέσιμο, ενώ εσύ το παλιό, το γνωστό και το πεπερασμένο. Έγιναν όλα κάτω απ’ τη μύτη μας ενώ έπρεπε να το υποψιαστούμε απ’ την αρχή. Ο αξεπέραστος ηδονισμός της θα αναζητούσε νέο πεδίο, η αμαρτωλή που εμφανίστηκε ως αγία επέστρεφε στην αμαρτία της. Οι θέσεις αντιστράφηκαν: τώρα γινόσουν εσύ το θύμα που θα χρειαζόταν βοήθεια αλλά ποιος θα σου την έδινε; Το βλέμμα σου όταν έμπαινες σ’ ένα ταξί για να φύγεις οριστικά από εκεί, τα έλεγε όλα. Τίτλοι τέλους.

Η κινηματογραφική σου ζωή ακολουθούσε την βιολογική ή και αντίστροφα. Μεγάλωνες, ωρίμαζες και παρέμεινες, όπως κάθε ωραία γυναίκα, εσαεί ωραία. Τελείωσε κι η ζωή σου με τον Κλωντ Σαμπρόλ, που κάποτε σάρκασε τον ίδιο τον έρωτα όταν δήλωσε πως χωρίσατε επειδή, από την δική του πλευρά, αντιλήφθηκε πως ενδιαφερόταν περισσότερο για την ηθοποιό παρά για την γυναίκα Στεφάν Οντράν. Ποιος ξέρει τι μπορεί να τον ώθησε σ’ αυτή την άκομψη ομολογία! Η ταινία της ζωής σου διάρκεσε 85 χρόνια, καθόλου άσχημα δηλαδή· της Μαρί Τρεντινιάν που έπραξε την Μπέττυ κράτησε λιγότερο από τα μισά, και, σκέψου, θα μπορούσε να είναι κόρη σου, αφού με τον πατέρα της Ζαν-Λουί Τρεντινιάν είχατε ένα σύντομο γάμο, προτού συνταιριάξεις με τον Σαμπρόλ που, πάντα δαιμόνιος, σας έβαλε στην ταινία Les biches (βλ. προηγούμενο τεύχος) να αγκαλιαστείτε έστω και «στα ψέματα». Τα ίδια αυτά ψέματα, άλλωστε, του σινεμά μας κρατούν αληθινούς τόσα χρόνια, έτσι δεν είναι; {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Η ταινία: Betty (Claude Chabrol, 1992). Οι γυναίκες: Stéphane Audran, Marie Trintignant. Το τραγούδι: Michel Jonasz Je voudrais te dire que je t’ attends (1976)

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.