Archive for the 'Αμερικανική Λογοτεχνία' Category

03
Μάι.
19

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν – Η έκτρωση

Ένας μετα-beat συγγραφέας σε αμφίθυμο «ρομάντσο» του ’66

Ήταν δύσκολο για μια στιγμή μα έπειτα χαμογελάσαμε και οι δυο στο σκοτάδι μ’ αυτό που κάναμε. Αν και δεν μπορούσαμε να δούμε τα χαμόγελά μας, ξέραμε ότι υπήρχαν κι αυτό μας παρηγόρησε, όπως τα σκοτεινά χαμόγελα της νύχτας παρηγορούν χιλιάδες χρόνια τώρα τους ανθρώπους της γης που έχουν προβλήματα. [σ. 114]

«Καθυστερημένος ρομαντικός; Καθόλου. Αν μεταφέρει την ανώνυμη μοναξιά που επικρατεί στις αμερικανικές μητροπόλεις και στα ορεινά τοπία της ενδοχώρας, αυτό γίνεται με την ολοκληρωτική απουσία κάθε δραματικού τόνου. Ούτε μια λυρική περιγραφή ούτε μια έκρηξη συγκίνησης ούτε κάποιο ίχνος οργής. Αντίθετα, ό,τι αφθονεί είναι η συνολικά ανελέητη μα απελπισμένη, αν την δούμε πιο προσεκτικά, διακωμώδηση του αμερικανικού τρόπου ζωής: των ηθών του και της ηθικής του» έγραφε ο Αλέξης Ζήρας στην εισαγωγή του με τίτλο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, Η ανατρεπτική σημασία της διακωμώδησης στο βιβλίο του Μπρότιγκαν Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική, εκδ. Πλέθρον 1982 (αναδημοσίευση: Αλέξης Ζήρας, «Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Η Ανατρεπτική Σημασία της Διακωμώδησης», Ένας γραικός στα ξένα. Αναγνώσεις άλλων λογοτεχνιών, εκδ. Γαβριηλίδη, 2003, σ. 277-280)..

Εμείς γνωρίζουμε βέβαια τον συγγραφέα ως συνέχεια των μπητ, ο τρόπος ζωής των οποίων στις ακτές της Καλιφόρνια περιγράφηκε στο βιβλίο του Ένας ομοσπονδιακός στρατηγός από το Big Sur. Και μπορεί ο Μπρότιγκαν να ήταν μια γενιά νεότερος και το κίνημα να πλησίαζε στην δύση του, όμως εκείνος κράτησε τα θεμελιώδη στοιχεία της στάσης των μπητ απέναντι στην μαζική απάθεια της Αμερικής και, ακόμα περισσότερο από αυτούς, εξώθησε τα όρια της αφήγησης, στρέφοντας την σε μια έντονη ρήξη προς τις απαιτήσεις του μεγάλου αναγνωστικού κοινού.

Τα γραπτά του δεν παραπέμπουν σε καμία αρχή, σε καμία θεότητα και σε κανένα σύστημα ηθικών κανόνων, παρά μόνο στα όρια της φυσικής, μέσα στην απόλυτη γυμνότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Αποτελούν, αντίθετα, όπως ορθά επισημαίνει ο Ζήρας, μια σύνθεση αυτοαναφορικών εμπειριών. Παντού εμφανίζεται αδιάκοπα η προβολή του μοναχικού εγώ του συγγραφέα, που διακωμωδείται συνεχώς, που αρνείται να ενταχθεί ή να ταξινομηθεί. Στις λιγοσέλιδες ιστορίες του όλα είναι ρευστά και αβέβαια.

Και αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι που κυριαρχούν και εδώ. Χωρισμένη σε έξι μέρη και δεκάδες ολιγοσέλιδα κεφάλαια με τίτλους παιγνιώδεις ή χιουμοριστικούς η ιστορία της Έκτρωσης που δεν είναι τίποτα παραπάνω από αυτό που λέει ο τίτλος αλλά και την ίδια στιγμή είναι πολλά εκτός αυτής, επειδή ο συγγραφέας δεν βιάζεται καθόλου να φτάσει σε αυτήν. Ο κεντρικός χαρακτήρας δεν εργάζεται απλώς αλλά και ζει σε μια βιβλιοθήκη του Σακραμέντο, Σαν Φρανσίσκο, που δέχεται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας επισκέπτες αλλά και καταθέτες ανέκδοτων χειρογράφων με εξωφρενικούς τίτλους. Οι προηγούμενοι βιβλιοθηκάριοι έφυγαν για διάφορους εξίσου εξωφρενικούς λόγους. Οι σχετικοί τίτλοι θα ακούγονταν σαν χοντροκομμένο αστείο αν δεν άγγιζαν την πραγματικότητα: ο Μπρότιγκαν πράγματι συνέλλεγε τέτοια βιβλία και η αχανής του βιβλιοθήκη συνεχίζει σήμερα χάρη στην έγνοια της κόρης του και δέχεται αδημοσίευτα χειρόγραφα.

Σε αντίθεση με το ενίοτε ευτράπελο περιεχόμενο, η περιγραφή του κτίσματος δημιουργεί πλήρως υποβλητική ατμόσφαιρα. Πνιγμένη στη βλάστηση με πόρτα σαν εκκλησίας και ψηλά αψιδωτά παράθυρα η βιβλιοθήκη έχει από καιρό ξεχειλίσει από βιβλία κι έτσι ένα μεγάλο μέρος μεταφέρθηκε σε …σπηλιές έξω από την πόλη. Η περιγραφή, πάλι, της Βάιντα, της επισκέπτριας που έγινε η σύντροφός του είναι συνεχής και αποθεωτική. Τροπικό πρόσωπο, μποτιτσελική ομορφιά, «το κορμί της πύργος και μέσα του μια πριγκίπισσα». Είχε έρθει κι εκείνη για να καταθέσει το δικό της χειρόγραφο, ένα βιβλίο για τον τρόμο που της προκαλούσε η φυσική της ομορφιά. Είναι η ιδιότητα που χαρακτηρίζει κάθε εμφάνιση της Βάιντα στο βιβλίο, όπως διαρκώς αρέσκεται να επαναλαμβάνει ο αφηγητής: η ίδια αισθάνεται αμηχανία ή αδιαφορεί αλλά όλοι οι υπόλοιποι αναστατώνονται. Όπως γράφει αργότερα, «Η ομορφιά της, σαν αυτόνομο πλάσμα, ήταν εντελώς αμείλικτη με τον δικό της τρόπο».

Η εγκυμοσύνη αιφνιδιάζει το ζεύγος και αποφασίζουν με την βοήθεια ενός φίλου που καταφτάνει από τις σπηλιές να επισκεφτούν έναν ειδικό γιατρό στην Τιχουάνα, στο Μεξικό. Στον δρόμο προς το αεροδρόμιο ενώνονται με το ρεύμα της αμερικανικής οδηγικής σκέψης, στο αεροπλάνο γίνονται μέλη της ίδιας νευρικής αδελφότητας, στο δρόμο για την Τιχουάνα βλέπουν πράγματα που δεν μπορούν να περιγράψουν ούτε καν στην ψυχρή, τσιμεντένια γλώσσα του αυτοκινητοδρόμου και επιστρέφουν στους ανεπιθύμητους και στοιχειωμένους τόμους των αμερικανικών γραμμάτων.

Αυτή είναι η ιστορία μιας έκτρωσης. Απογυμνωμένες συναισθηματικά, η απόφαση και η πράξη της φαίνεται να χαρακτηρίζονται από αφέλεια ή και απάθεια, κάποτε και κυνισμό. Εκτός εάν… Νομίζω πως έχουμε τη δύναμη να μετατρέπουμε τις ζωές μας σε ολοκαίνουργιες στιγμιαίες ιεροτελεστίες που τελούμε ήρεμα, όταν παρουσιάζεται κάτι δύσκολο το οποίο πρέπει να κάνουμε. Γινόμαστε σαν θέατρα. [σ. 116]. Σε κάθε περίπτωση χρησιμοποιούνται ως αφορμή για την έξοδο από την περίκλειστη κυριολεκτική βιβλιοθήκη στην ανοιχτή βιβλιοθήκη του κόσμου και της περιπλάνησης. Οι παρατηρήσεις του αφηγητή έχουν τον χαρακτήρα μιας παιδικής ματιάς, μιας ευφυΐας που μόνο ένα παρθένο βλέμμα στον κόσμο θα μπορούσε να έχει. Διαβάζουμε τις σκέψεις του για τους ήχους των κουδουνιών και για τις πόλεις κοντά στα σύνορα, τις παρατηρήσεις των λεκέδων στα φτερά στου αεροσκάφους και της συμπεριφοράς των σερβιτόρων, τις καθημερινές τετριμμένες συνομιλίες των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων από πίσω. Το χιούμορ του, σποραδικό στο πρώτο μέρος, απογειώνεται στο δεύτερο.

Η απλή, επαναληπτική γραφή του Μπρότιγκαν συχνά σπάει από αιφνίδιες ποιητικές φράσεις. Αν για τους μπητ υπήρχαν εναλλακτικές διέξοδοι στη «παραδεισένια» ακόμα δεκαετία του ’50, στα βιβλία του Μπρότιγκαν κυριαρχεί μια μηδενιστική στάση, χωρίς υπακοή σε αρχές, χωρίς ελπίδα. Ο κόσμος του μοιάζει με μια τεράστια φάρσα αλλά ο ίδιος μοιάζει να το διασκεδάζει όσο μπορεί. Εκτός αν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Εκδ. Ενύπνιο, Δεκέμβριος 2018, μτφ. Στάθης Ιντζές, 231 σελ. [Richard Brautigan, The abortion: an historical romance, 1966]. Πρώτη ελληνική έκδοση: Η έκτρωση, ένα ιστορικό ρομάντσο, εκδ. Γράμματα, 1982]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 229, υπό τον τίτλο Steppin’ out, από το μελαγχολικό γλύκισμα του Joe Jackson.

16
Μαρ.
18

Ντενί Τεριώ – Η παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου

Η αέναη σπείρα ενός επιστολικού έρωτα

Ο μοναχικός κύριος Μπιλοντό είναι ένας γαλλοκαναδός ταχυδρόμος που εργάζεται στο Μόντρεαλ και ξεγελάει κάθε ιδέα ρουτίνας χάρη σε μια συνήθεια: ανοίγει τους φακέλους στον ατμό για να διαβάσει την αλληλογραφία των άλλων. Τον συγκινεί, άλλωστε, η χρήση προσωπικών επιστολών στην εποχή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου· η αισθησιακότητα της γραφής με το χέρι, η λαχτάρα της προσμονής, μια κούρσα ενάντια στον χρόνο. Κρατά μάλιστα φωτοτυπίες για το αρχείο του, που ταξινομεί με ιδιαίτερη οργάνωση. Η άχρωμη εξωτερική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στον μικρόκοσμο των γραμμάτων.

Έτσι ανακαλύπτει τα γράμματα της Σεγκολέν, που ζει στη Γουαδελούπη και αλληλογραφεί με τον Γκαστόν Γκραντιρέ που μένει στην περιοχή. To δι’ επιστολών εκκολαπτόμενο ζεύγος δεν ανταλλάσει κάθε φορά παρά μια και μόνο σελίδα με το ίδιο περιεχόμενο: ένα χαϊκού. Τα παράξενα μικρά ποιήματα των τριών στίχων και των περιορισμένων συλλαβών τού προκαλούν συναισθήματα και τον κάνουν να βλέπει εικόνες. Κι έτσι αρχίζει να παρακολουθεί τον Γκραντιρέ και φυσικά να φαντάζεται την Σεγκολέν. Όταν ο ευγενής αλληλογράφος χάσει την ζωή του σ’ ένα ατύχημα, ο Μπιλοντό συντρίβεται, καθώς διαρρηγνύεται ο μόνος σύνδεσμός του με την Σεγκολέν. Το τέλος της αμοιβαίας επιστολογραφίας θα τον στείλει πίσω στην ανάλατη ζωή του.

Σε μια ύστατη προσπάθεια να βρει μια λύση, αρχικά εισβάλλει στο σπίτι του νεκρού και σύντομα το νοικιάζει ακριβώς όπως είχε. Μια σειρά ποιημάτων που δεν πρόλαβαν να σταλούν τον μυεί ακόμα βαθύτερα στην τέχνη των χαϊκού αλλά και σε ολόκληρο το πολιτιστικό του υπόβαθρο, εφόσον ο Γκραντιρέ ήταν ένας έμπρακτος πιστός της ιαπωνικής τέχνης του ζην. Ο Μπιλοντό αποφασίζει να πάρει την θέση του και αφιερώνεται σε μια μοναχική μαθητεία στο νέο αυτό κόσμο. Άλλωστε τα δημιουργήματά του δεν πρέπει μόνο να φανούν αυθεντικά στα μάτια της Σεγκολέν αλλά και να μην κινήσουν την παραμικρή υποψία πως προέρχονται από άλλο χέρι.

Ο Μπιλοντό βρίσκεται πλέον μέσα στον κόσμο των ιδεογραμμάτων, της τέχνης του στιγμιαίου και του εφήμερου, της αποτύπωσης εικόνων που κρύβουν ολόκληρες φιλοσοφικές αλήθειες, των βασανιστικών κανόνων μιας ολιγαρκούς ποιητικής γραφής. Κι όλα αυτά χωρίς να πάψει να βασανίζεται από ενοχές για την υποκρισία του αλλά και από νέα διλήμματα, ιδίως μπροστά σ’ ένα υπό έκδοση βιβλίο του εκλιπόντος. Η Σεγκολέν πάντως ανταποκρίνεται στην φλογερή του γραφή και τα ανταλλασσόμενα χαϊκού γίνονται όλο και πιο ερωτικά. Σκοτεινά κι ωστόσο φωτοφόρα, τα χαϊκού διαδέχονταν το ένα το άλλο, σαν πομπή από ψάρια του αρχιπελάγους που διαχέουν το φωσφορισμό τους [σ. 81].

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας συλλαμβάνει μια ωραία ερωτική ιστορία, που μοιάζει με παραμύθι όλων των ηλικιών και των διαθέσεων ενώ την ίδια στιγμή θέτει ηθικά ζητήματα που θα έβαζαν σε δίλημμα οποιονδήποτε – εδώ ίσως θα μπορούσε να μην βομβαρδίζει τον αναγνώστη με δεκάδες ερωτήσεις ανά σελίδα αλλά να επινοεί και άλλους τρόπους να μας μεταδώσει τις συνεχείς παλινδρομήσεις του ήρωα. Η ιδέα του όμως αναπτύσσεται ακριβώς στην έκταση που της αρμόζει. Σε μια εποχή που πλείστοι συγγραφείς επιλέγουν να ξεχειλώσουν το εύρημά τους σε εκατοντάδες σελίδες, ο Τεριώ επιλέγει την καθ’ ημάς λεγόμενη νουβέλα που φτάνει χωρίς να περισσεύει.

Η υπεξαίρεση και η ανάγνωση της αλληλογραφίας των άλλων προφανώς δεν αποτελεί κάτι καινούργιο στην λογοτεχνία. Ακόμα θυμάμαι το πρώτο μέρος στο εξαιρετικό Μεγάλο Μυστικό Θέαμα του Κλάιβ Μπάρκερ, στην επικράτεια της φανταστικής λογοτεχνίας, ενώ το μοτίβο επανέρχεται διαρκώς στις αφηγήσεις από την πρώην Ανατολική Γερμανία. Η συμβολή του Τεριώ δεν αφορά μόνο την πλήρη μετάλλαξη του ήρωα αλλά και την περικύκλωσή του από τον κύκλο Ένσο, που συμβολίζει την περιστροφή και την κυκλοτερή φύση του σύμπαντος, την αέναη επανάληψη, την αδιάκοπη επάνοδο στο σημείο εκκίνησης. Εκεί εντοπίζεται και το ευφυές τέλος.

Η ίδια η ζωή πάντως σπεύδει ακόμα και εν αγνοία της να αντιγράψει την μυθοπλασία. Μόλις πριν από δυο μήνες εντοπίστηκαν στο γκαράζ ενός ταχυδρόμου, κοντά στην Βιτσέντσα, στη βόρεια Ιταλία, περισσότερα από εξακόσια κιλά αλληλογραφίας. Πρόκειται για φακέλους, δέματα, διαφημιστικό και προεκλογικό υλικό, λογαριασμούς και τέλη που ο ταχυδρόμος δεν παρέδωσε στο διάστημα των τελευταίων οκτώ ετών. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν γίνει γνωστά τα κίνητρα της συμπεριφοράς του. Για άλλη μια φορά η λογοτεχνία καλείται να ρίξει το δικό της φως.

Εκδ. Χαραμάδα, 2015, σελ. 128 [Dennis Thériault – Le Facteur émotif, 2005]

Δημοσίευση και σε mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 224, εδώ.

Στις εικόνες: Karl Spitzweg – The Postman (Der Briefbote im Rosenthal), Ma Liang – Postman, No. 1, Basil Blackshaw Hrha Rua – Postman on a bike.

23
Φεβ.
18

Διονύσης Καψάλης – Η ταραχή των ανθρωπίνων

Μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έζησε σε μια μικρή κωμόπολη της Μασαχουσέτης, στην καρδιά της πουριτανικής Νέας Αγγλίας, μετέτρεψε τα μέτρα της αγγλικής εκκλησιαστικής υμνογραφίας σε υψηλή ποίηση, γεμάτη γόο και μαγεία, οδύνη και ειρωνεία, φωτεινή ευσέβεια και υπόρρητη βλασφημία. Η Έμιλυ Ντίνκισον υπήρξε μια από τις σπαραχτικότερες γυναικείες φωνές, πλάι πλάι με την Σαπφώ και την Ήριννα, την Αχμάτοβα και την Τσβετάγειαβα, την Μαριάν Μουρ και την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ. Εσωστρεφής και εκκεντρική για τους συντοπίτες της, έζησε βίο μοναχικό, αποτραβημένη στο πατρικό της σπίτι. Το εκδομένο της έργο όσο ζούσε, συμποσούται σε έντεκα ποιήματα, ενώ μετά τον θάνατό της βρέθηκαν στοίβες και αυτοσχέδια τεύχη με περίπου χίλια οκτακόσια ποιήματα. Η μοναχική περίπτωση της Έμιλυ Ντίκινσον, καθρεφτίζεται με την δόξα και την παθογένεια της ποίησης, για να αντιστρέψω τον τίτλο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα σε τούτη την πλούσια δοκιμιακή συλλογή.

Πολλά από τα «επιταφικά» ποιήματά της μαρτυρούν ότι, παρά την εθελούσια απομόνωση και τον ισόβιο αναχωρητισμό της, παρέμεινε για πολλά χρόνια ευαίσθητος δέκτης των εξωτερικών γεγονότων και του συλλογικού σπαραγμού του Αμερικανικού Εμφυλίου. Έστηνε σύνθετους, αινιγματικούς και συχνά παράδοξους συλλογισμούς σ’ έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τον στοχαστικό εαυτό της, προικίζοντας τα ποιήματά της με πυρετώδη διανοήματα και ελλειπτικούς συλλογισμούς. Η Ντίκινσον ανήκει στην λαμπρή εκείνη χορεία των ποιητών που πρέπει να σκεφτούν τον κόσμο εξαρχής μόνοι τους, με τα δικά τους μέσα· που έχουν πραγματικά δική τους σκέψη ή προτιμούν, όπως έγραφε ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, «να επινοήσουν δικό τους σύστημα παρά να υποδουλωθούν στο σύστημα κάποιου άλλου». Ο Καψάλης εμβαθύνει στην γραφή της, εξετάζει ποιήματά της και παρουσιάζει τις αντικρουόμενες απόψεις της κριτικής.

Τα τριαντάχρονα ενός ποιήματος («Η επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου») αναφέρονται σ’ ένα από τα σημαντικότερα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, το Aubade του Φίλιπ Λάρκιν, που δημοσίευσε στο εορταστικό χριστουγεννιάτικο τεύχος του Times Literary Supplement το 1977 σε ηλικία πενήντα πέντε ετών. Για τον συγγραφέα ο Φίλιπ Λάρκιν είναι η σημαντικότερη ποιητική φωνή της Αγγλίας των τελευταίων σαράντα ετών (και όχι π.χ. πενήντα ή η σημαντικότερη μεταπολεμική φωνή, ώστε να μην αφήσει έξω τον ώριμο Ώντεν και τον Ντύλαν Τόμας, «κορυφαίους και συχνά ασύλληπτης εκφραστικής ομορφιάς ποιητές»). Σχετικά ολιγογράφος, κατέλιπε τέσσερις όλες κι όλες ποιητικές συλλογές, ενώ η σιωπηλή του δεκαετία πριν τον θάνατό του καλύπτεται επαρκώς από το συγκεκριμένο ποίημα και τα μη μυθοπλαστικά του βιβλία ενώ τα ημερολόγιά του, με δική του εντολή, κάηκαν μετά τον θάνατό του.

Ελάχιστα ποιήματα της αγγλικής γλώσσας μπορούν να σταθούν όρθια απέναντι σ’ αυτό το εκτυφλωτικό μάθημα θανάτου, σ’ αυτή την ήρεμη παραδοχή του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Για άλλη μια φορά ο θρίαμβος της τέχνης του Λάρκιν είναι ο θρίαμβος του κατορθωμένου λόγου και της ανθρώπινης επινόησης πάνω στο χάος της εμπειρικής ύλης. Πάντα είρων, το χαρακτήρισε σε επιστολή του θανατοφοβικό και μίλησε για την επιθανάτια αγωνία ενός ταλέντου. Η δεύτερη στροφή απογυμνώνει το θέμα, «τον βέβαιο αφανισμό προς τον οποίο ταξιδεύουμε», στην τρίτη στροφή αφού ξεμπερδέψει με την θρησκεία «αυτό το τεράστιο, σκοροφαγωμένο μουσικό εργόχειρο που φτιάχτηκε για να υποκρινόμαστε ότι δεν πεθαίνουμε ποτέ», ο Λάρκιν θα απορρίψει κάθε προτεινόμενο αντίδοτο αταραξίας ή ηθικής αδιαφορίας προς τον θάνατο, στην τέταρτη θα δώσει την χαριστική βολή μ’ έναν στίχο που διαγράφει μονοκονδυλιά χιλιάδες σελίδες περί ηθικής αντοχής απέναντι στον θάνατο, στην πέμπτη και τελευταία στροφή η συνείδηση της θνητότητας μοιάζει να αραιώνει λίγο, όχι γιατί εξευμενίστηκε ή ηττήθηκε αλλά γιατί η ζωή συνεχίζεται.

Το κείμενο Η ταραχή των ανθρωπίνων αφορά σχόλια σ’ ένα ποίημα του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, το 6ο μέρος από το σπονδυλωτό επταμερές Meditations in Time of Civil War. Οι «Στοχασμοί σε καιρό εμφυλίου πολέμου», που αφορούν τον ιρλανδικό εμφύλιο πόλεμο [1922 – 1923], ανάμεσα στις κυρίαρχες παρατάξεις Ιρλανδών αυτονομιστών, προέρχονται από την κορυφαία συλλογή The tower, που εγκαινίαζε την τελευταία, εξωφρενικά εύγλωττη ωριμότητα του Ιρλανδού ποιητή. Σε αντίθεση με την αμετακίνητη τοπικότητα, τον Πύργο, πύργο χειροπιαστής βεβαιότητας σε αβέβαιους καιρούς, σταθμό, λιμάνι, «εδώ και τώρα» της ποίησης, το κυρίαρχο αίσθημα του ξεριζωμού αποκτά μια δριμύτερη διάσταση: την αγωνία του εκτοπισμένου και του κατακτημένου ανθρώπου, τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη  του αιχμαλώτου τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια, τη σκέψη του αυτόχθονα που νιώθει ξένος στο σπίτι του. Το ποίημα, μεταξύ άλλων, έχει απεκδυθεί τον συνήθη μεγαλοϊδεατισμό του Γέητς, την πορφύρα του ιεροφάντη και τον μανδύα του προφήτη και ανασαίνει κανονικά σ’ έναν κόσμο πιο τρυφερό και εξανθρωπισμένο. Μοιάζει μάλιστα να πάει να συναντήσει ανοχύρωτο τον φυσικό κύκλο της ζωής που γεννάει, αναγεννιέται και χτίζει μέσα στις ρωγμές του πύργου, όπως το αέναο πηγαινέλα των φιλόπονων μελισσών που διδάσκει τις αρετές της υπομονής σ’ έναν εξανθρωπισμένο κόσμο. Η ιστορία δεν εξορίζεται από το ποίημα· εξορκίζεται όμως ο πόνος και η βία της.

Το κείμενο για τον Τέλλο Άγρα επιχειρεί μια ολική επανανάγνωση του ποιητή των σχολικών αναγνωστικών και των καθιερωμένων ποιητικών ανθολογιών. Στο ερώτημα που θέτει ο Καψάλης, τι παραμένει ζωντανό για μας σήμερα στην ποίηση του Άγρα, αν απαντούσε μονολεκτικά θα έλεγε την μορφοδοξία, λέξη και έννοια που καθιέρωσε ο ίδιος ο Άγρας και που ίσως ερμηνεύεται με άλλη δική του φράση: «Η μορφή είναι η εφαρμοσμένη ηθική του καλλιτέχνου». Ποια είναι η στρεβλή εικόνα της ποίησης του Άγρα; Μικροαστική μοναξιά και λόγος ενδιάθετος, ένα είδος ψυχαναγκαστικής μόνωσης σε τόνους χαμηλόφωνης εκμυστήρευσης: αυτός είναι ο κόσμος του στην κρατούσα εικόνα της κριτικής, που διανθίζεται και με όρους όπως «νεοσυμβολισμός» και «νεορομαντισμός». Ο κανόνας στην υποδοχή του Τέλλου Άγρα είναι η συγκατάβαση κι ένα εξελικτικό και ανιστόρημα ιδεολόγημα που μετράει την αξία (και την αναγνωσιμότητα) ενός ποιητή με το μέτρο της συνεισφοράς του σε αυτό που ο εκάστοτε τιμητής θεωρεί ως νομοτελειακή εξέλιξη της ποίησης. Κάπως έτσι καλή ποίηση θεωρήθηκε εκείνη που προοιωνίζεται την έλευση του ελεύθερου στίχου.

Ο Άγρας προσαρτά ολόκληρες περιοχές εμπειρίας στην ποίηση, περιοχές ως τότε απροσπέλαστες στον λυρικό λόγο· προσαρτά κυρίως μια μεγάλη περιοχή, που δηλώνεται με τον τίτλο Καθημερινές και σχεδιάζεται προαναγγελτικά με μόττο έναν στίχο του Λαφόργκ: «Α, πόσο καθημερινή είναι η ζωή!». Την καλύτερη υπεράσπιση της ποιητικής του περιοχής  την διατυπώνει ο ίδιος ο Άγρας σ’ ένα μοναδικό κείμενο ποιητικής και κριτικής αυτογνωσίας που τιτλοφορείται Nihil…minor in litteris, στην κατακλείδα του οποίου γράφει: Δεν ξέρω μήπως το βάθος του βόρβορου μέσα στον οποίον ο πολιτισμός έχει εκπέσει – ο φυσικός, ο ηθικός, ο πνευματικός; Δεν ξέρω πως μια αναγέννηση, αν πρόκειται να γίνει, θα προέλθει από σφαίρες άλλες, παρά από την Τέχνη; Δεν ξέρω τάχα, και για σήμερα, και για αύριο, και για πάντα, πως η Τέχνη δεν έκλεισε και δε θα κλείσει παρά κάτι ελάχιστο και πάρα κάτι άλλο, από τον τερατώδη ρευστόν όγκο της ζωής; Όλα αυτά δεν τ’ αγνοώ καθόλου. Κι αν, ωστόσο, ασχολούμαι ακόμη με τα παλιά και τα λεπταίσθητα, γιατί το κάνω;

Δεν θα αποκαλύψω την απάντησή του ποιητή, οι αρετές του οποίου εντοπίζονται στο ποιητικό του σύμπαν. Η σκανδαλωδώς παρεξηγημένη «παιδικότητά» του είναι ένα μοναδικό κατόρθωμα, καθώς ποτέ άλλοτε η παιδική ηλικία δεν μίλησε τόσο καθαρά στην ποίησή μας, όχι με την γλώσσα μιας αφελώς προσδιορισμένης παιδικότητας αλλά ως καθολική συνθήκη του ανθρώπινου υποκειμένου. Και μιλώντας για την ανθρώπινη εμπειρία, οι «Μικρές αγωνίες» αποτελούν ένα από τα αρτιότερα ποιήματα στην γλώσσα μας, ποίημα ανατριχιαστικής ψυχολογικής ακρίβειας και της πιο βαθιάς αλληλεγγύης με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ο Οδυσσέας Ελύτης απέναντι στον Σεφέρη και τον Καβάφη, ο Ελύτης του Δημήτρη Μαρωνίτη, ο Καβάφης, οι λέξεις και το πράγματα, μερικές σκέψεις για το δημοτικό τραγούδι του Αλέξη Πολίτη και μια υπόθεση για την ποίηση της παιδικής ηλικίας αποτελούν ορισμένα από τα θέματα των άλλων δοκιμίων ορισμένα από τα οποία έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Νέα Εστία, Τείχη), ειδικές εκδόσεις και τόμους ή εκφωνηθεί ως ανακοινώσεις σε εργαστήρια, ομιλίες σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις εκδόσεων κ.ά., ενώ τα υπόλοιπα είναι ως τώρα αδημοσίευτα. Ο δοκιμιακός λόγος του Καψάλη περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που καθιστούν ένα σχετικό βιβλίο άξιο ανάγνωσης από ειδικούς και ανειδίκευτους: πλούσια και απολαυστική γλώσσα, πρωτότυπες και συζητήσιμες προτάσεις, κάθετες ερμηνευτικές ανασκαφές, κείμενα που σε στέλνουν κατευθείαν στα ίδια τα ερευνώμενα κείμενα.

Το τελευταίο κείμενο, η Ντροπή και η Συγχώρηση (από τον βασιλιά Ληρ στον Πρίμο Λέβι), αρχίζει με μια από τις πιο σπαρακτικές σκηνές αναγνώρισης στο θέατρο και ίσως σε όλη την λογοτεχνία: είναι η στιγμή που ο σαιξπηρικός Βασιλιάς Ληρ συνέρχεται και αναγνωρίζει την Κορδέλια. Τώρα γνωρίζει ότι αδίκησε την κόρη του, ότι η βάναυση πράξη του να την εξορίσει από το βασίλειό του και από την καρδιά του ήταν μια πράξη βίας· πρέπει να τον συγχωρήσει η Κορδέλια αλλά πρέπει εκείνος πρώτα να συγχωρήσει τον εαυτό του. Μπορεί κανείς πραγματικά να «συγχωρήσει τον εαυτό του»; Εδώ ο Καψάλης εκκινεί από μια ολόκληρη περιοχή της σαιξπηρικής δραματουργίας που κυριαρχείται από την θεματική της συγχώρησης και φτάνει ως την Χάνα Άρεντ και τον Πρίμο Λέβι, για να φωτίσει την συγγνωμοσύνη, το ήθος δηλαδή μιας πραγματικής κατανόησης του άλλου.

Εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 304.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Philip Larkin [2], William Butler Yates, Τέλλος Άγρας [2], Geoffrey Rush ως Βασιλιάς Ληρ.

13
Νοέ.
17

Tobias Wolff – Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Η ζωή ως διαδοχή στιγμών

Όλα παίζουν ρόλο σ’ ένα διήγημα και γι’ αυτό πρέπει πραγματικά να είναι πρώτης τάξεως. Κάτι που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Εκεί χρειάζεται να υπάρχουν παρεκβάσεις και μια χαλάρωση της προσοχής γιατί ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή ένταση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. / Λογικά θα έπρεπε να είναι η αντιπροσωπευτική λογοτεχνική μορφή του πολιτισμού. Νομίζω ότι ο λόγος που δεν διαβάζεται το διήγημα είναι ο ίδιος με τον λόγο που δεν διαβάζεται η ποίηση. Τα διηγήματα με τον τρόπο τους είναι πολύ απαιτητικά. Πρέπει να εισχωρήσεις μέσα τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες απογοητεύονται γιατί τα διηγήματα δεν έχουν τη δομή του μυθιστορήματος. Δεν έχουν ξεκάθαρο τέλος· δεν σε πληροφορούν για τα πάντα· λειτουργούν περισσότερο με υπαινιγμούς…

… λέει ο Τομπάιας Γουλφ σε συνομιλία που αναδημοσιεύεται από μια ιστοσελίδα και η οποία περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, στο τεύχος 44 (Ιούνιος 2008). Χάρη σ’ εκείνο τον πλήρη φάκελο πρωτογνώρισα τον Αμερικανό συγγραφέα, τόσο μέσα από μια σειρά μεταφρασμένων διηγημάτων όσο και χάρη σε μια αναδημοσιευμένη από το διαδίκτυο συνέντευξη αλλά και στην κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του από τον Τάσο Αναστασίου, που είχε επιμεληθεί το αφιέρωμα και είναι ένας εκ των μεταφραστών εδώ.

Ο Wolff ανήκει στην ευρύτατη γενιά των σύγχρονων διηγηματογράφων που συνεχίζουν μια ρεαλιστική παράδοση διηγούμενοι ιστορίες με τον πιο απλό κι εύληπτο τρόπο. Με θεματολογία παρμένη από την καθημερινότητα, χαρακτήρες που δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ευθύγραμμη ροή του αφηγηματικού χρόνου, στοιχειώδη πλοκή, γλώσσα με στοιχεία προφορικότητας και εστίαση που πλησιάζει την εσωτερική, η πρόζα του έχει σαφώς διαλέξει πλευρά στον αντίποδα του μοντερνισμού, αν και το συνήθως ανοιχτό τέλος των ιστοριών του και η συχνή χρήση των υπαινιγμών διατηρεί μια επαφή με τον τελευταίο.

Ο συγγραφέας αποτελεί πλέον κομμάτι μιας παράδοσης από τον Hemingway μέχρι τους Αμερικανούς διηγηματογράφους της δεκαετίας του ’50 και του ’60 [John Cheever, Flannery O’ Connor, Grace Paley, Katherine Anne Porter, κ.ά.] που πρότειναν νέες παραλλαγές στην καθιερωμένη τεχνοτροπία και την κληροδότησαν στους συνεχιστές τους στην δεκαετία του ’70 και του ’80, ιδίως στην τριάδα των αποκαλούμενων βρώμικων ρεαλιστών Raymond Carver, Richard Ford και Tobias Wolff. Και μπορεί ο Γουλφ να έγραψε και μυθιστορήματα, αλλά τα διηγήματα μοιάζουν να αποτελούν τον φυσικό του χώρο.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τα δέκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η γλώσσα του αφηγητή συχνά δεν ξεχωρίζει από την καθημερινή γλώσσα των χαρακτήρων και η ψυχολογική ανάλυση έχει περιοριστεί χωρίς πάντως να έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες κινούνται σ’ ένα διαρκές δίπολο αλήθειας και ψεύδους – τόσο απέναντι στους άλλους όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαρά του πολεμιστή παρουσιάζει τους πολεμιστές του Βιετνάμ έξω από τα στερεότυπα. Ο συγκεκριμένος πόλεμος υπήρξε μια καθοριστική εμπειρία για τον ίδιο τον συγγραφέα. Νέοι και βετεράνοι είναι έτοιμοι να εκραγούν ανά πάσα στιγμή, εφευρίσκοντας, αν χρειαστεί, νέους εχθρούς. Στην άλλη άκρη του κόσμου, στα πολυτελή σπίτια των νεόπλουτων ο Λεβιάθαν παρουσιάζει δυο ζευγάρια που εθισμένα στην κοκαΐνη είναι εξίσου έτοιμα να εκραγούν και να κατασπαράξουν τις σάρκες τους.

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ αρκεί για να εκφράσει μια άλλη, ελαφρώς χιουμοριστική πλευρά της πρόζας του. Ο ανιαρός κόσμος των συνεδρίων, η ευτελής ανταγωνιστικότητα, ο ανέκφραστος ερωτισμός, όλα βρίσκονται εδώ. Ο καθηγητής αναγκάζεται να υποστεί τον ενθουσιασμό μιας γυναίκας για έναν ποιητή – το είδος των ποιητών που συναντάς σε χριστουγεννιάτικα άλμπουμ και που οι στίχοι τους συνοδεύουν αφίσες για πνευματιστικές αναζητήσεις. Η ματιά του Γουλφ δεν είναι ειρωνική αλλά επιεικής, γεμάτη κατανόηση. Άγρυπνος ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παρατηρεί την σύντροφό του καθώς κοιμάται και διχάζεται ανάμεσα σε συναισθήματα τρυφερότητας και αποστροφής, έλξης και απώθησης. Μέχρι να αποκοιμηθεί, προφανώς μετά την τελευταία σελίδα, έχει πάρει δραστικές αποφάσεις που ανακαλεί με την ίδια ευκολία.

Στιγμιότυπα λοιπόν, για να θυμηθούμε έναν τίτλο του αγαπημένου μας Ρέϊμοντ Κάρβερ, η συγγένεια με τον οποίο είναι εμφανής· όμως ακριβώς η ανάδειξη επιλεγμένων φορτισμένων συνήθως στιγμών των χαρακτήρων του, τον βίο των οποίων καλούμαστε να φανταστούμε συμπληρώνοντας τα κενά, που ανάγεται ευθέως στον Τσέχωφ. Στην προαναφερθείσα συνομιλία ο Γουλφ εξηγεί την συγκίνησή του όταν διαβάζει τον Ρώσο συγγραφέα, όπου «η ανθρωπιά συνυπάρχει μ’ ένα είδος σκληρότητας». Ο Γουλφ αναφέρει ως παράδειγμα μια συγκεκριμένη ιστορία όπου ο συγγραφέας εστιάζει με φοβερή παραστατικότητα σ’ ένα τραγικό περιστατικό. Και ξαφνικά, ανοίγει το πλάνο του τόσο πολύ ώστε καταλαβαίνουμε πόσο ασήμαντο είναι το περιστατικό. Δεν σου ακυρώνει η συμπάθεια για τον ήρωα αλλά σου μεταδίδει την ιδέα του για το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και των προβλημάτων μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη διάκριση του συγγραφέα. Καθώς όλοι τείνουμε να σκεφτόμαστε την ζωή μας σαν μια διαδοχή επεισοδίων και όχι σαν ένα μυθιστορηματικό όλον, ο Γουλφ διαπιστώνει πως η ζωή στον δικό του κόσμο, όντας τόσο αποσπασματική, δεν προσφέρεται για μυθιστορηματική εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για μια αδιάσπαστη αψίδα εμπειριών, μια κοινότητα με συνέχεια, όπως την παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα· υπάρχουν μόνο στιγμές. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα άκμασε στην Αγγλία, όπου υπήρχαν παντού κοινότητες με κατοίκους που βλέπονταν διαρκώς κι επηρέαζαν ο ένας τον άλλον. Το διήγημα από την άλλη πλευρά, είναι η κατεξοχήν αμερικάνικη φόρμα. Οι Αμερικανοί είναι ένας κατά βάση νομαδικός λαός, καθώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό μετακινούνται μια φορά κάθε πέντε χρόνια. Στην αμερικανική κουλτούρα υπάρχει έντονη κοινωνική κινητικότητα και για τον λόγο αυτό έντονο συλλογικό άγχος. Οι περισσότεροι αλλάζουν κοινωνική θέση κατά την διάρκεια της ζωής τους. Νομίζω είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, που σαφώς προκαλεί και αντίλογο αλλά και διαθέτει πλήθος επαληθεύσεων.

Εκδ. Ίκαρος, μτφ. Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, 2017, σελ. 188 [1981, 1985, 1996, 2008]

Το εικαστικό πορτρέτο είναι της Michelle L. Morby. Η τελευταία φωτογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο από την πρόζα του συγγραφέα.

03
Ιον.
17

Τόμας Πύντσον – Υπεραιχμή

Ηλεκτρονικές Πολιτείες (και Βίοι) της Αμερικής

Σε μια χαρακτηριστική «σκηνή» της καταιγιστικής Υπεραιχμηρής μυθοπλασίας δυο παιδιά παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εξόντωσης ανθρώπων: εξαφανίζουν τους πεζούς που φωνάζουν στα κινητά τους, τις μανάδες που σπρώχνουν διπλά καροτσάκια με μεγάλα παιδιά, εκείνους που προσπερνούν στην ουρά. Σε αυτό το «παιχνίδι εντολών πρώτης βολής» έχουν απενεργοποιήσει κάθε εμφάνιση αίματος, φωνάζουν «Να σέβεσαι περισσότερο τους συνανθρώπους σου» και εξασκούνται στην καταπολέμηση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Οι σελίδες είναι χαρακτηριστικές ως προς την αναπαράσταση ενός αναδυόμενου κόσμου όπου οι ενοχλητικοί βρίσκονται παντού αλλά πάντα υπάρχει ένας πλήκτρο να τους αντιμετωπίσεις.

Αυτή η αμφιλεγόμενη απονομή δικαιοσύνης αποτελεί μία από τις εκατοντάδες ίνες που πλέκουν το μυθιστόρημα αλλά δεν χαρακτηρίζει όλους τους χαρακτήρες, ο αριθμός των οποίων άλλωστε είναι τριψήφιος, ενώ οι περιφερειακοί ήρωες είναι δεκάδες. Η βασική πρωταγωνίστρια πάντως, η Μαξίν Τάρνοου, διακονεί Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Οικονομικής Απάτης, τις οποίες βέβαια γνωρίζει καλά και ως πρώην σεσημασμένη. Το πολυώροφο κτίριο όπου βρίσκεται η έδρα της είναι γεμάτο από υποψήφιους πελάτες – υπηρεσίες ραντεβού, χειροπράκτες και βελονιστές, πράκτορες ταξιδιωτικών αποδράσεων, ατζέντηδες που υπόσχονται δημοσιότητα, προμηθευτές ημινόμιμης «μαμαχουάνα», σχολικές αίθουσες με δασκάλους ή ψυχαναλυτές ή και τα δυο μαζί – το ίδιο και οι γειτονικοί ουρανοξύστες, ολόκληρη η γειτονιά, η πόλη, η πολιτεία. Η μισή Αμερική βαριανασαίνει σε τέτοιους χώρους.

Όμως το νέο, αχανές πεδίο της άγρας πελατών, της επαγγελματικής καταξίωσης και της νέας οικονομίας δεν είναι παρά ο κυβερνοχώρος, αυτός ο υπερμοντέρνος παράλληλος κόσμος όπου τα πάντα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται. Και δεν υπάρχει μόνο αυτός: από κάτω χάσκει ένα δεύτερο διαδίκτυο, ο Βαθύς Ιστός, που βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό στάδιο· οι επιφανειακές μηχανές αναζήτησης δεν φτάνουν ως εκεί, συνεπώς οι ανεπιθύμητοι θα μείνουν απ’ έξω. Όποιος κερδίσει ένα μερίδιο σ’ αυτή την πολιτεία των κρυπτογραφήσεων και των ανακατευθύνσεων μπορεί να λογίζεται άρχων του επερχόμενου.

Φυσικά ο κόσμος έχει γεμίσει νεαρά παιδιά που προσπερνούν το ένα μετά το άλλο τείχος προστασίας και χακάρουν κάθε υπολογιστή αλλά ακριβώς την στιγμή που είναι έτοιμα να μπουν στον πυρήνα του συστήματος, έρχεται το κράτος και τα τσακώνει με νομικές διαδικασίες, ώστε να επιλέξουν να εργαστούν μαζί του αντί να φυλακιστούν. Την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθεί να συνέλθει από την χρηματιστηριακή κατάπτωση, ολόκληροι όροφοι εταιρειών πληροφορικής χάσκουν εγκαταλειμμένοι αλλά οι καλωδιώσεις υπάρχουν ακόμα και πολλοί νέοι επιχειρούν να στήσουν μέσα από το λάπτοπ την εταιρεία της ζωής τους. Οι εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται ξανά σαν τα μανιτάρια κι ας είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από τις «φασιστικές» μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να αναγκάσουν ιδιοκτήτες και νοικάρηδες να φύγουν.

Άλλοι εφευρίσκουν ευφυείς τρόπους να βγάζουν λεφτά, όπως εκείνος που εισάγει εκατοντάδες λούτρινα κουκλάκια από την Κίνα και τα προωθεί στα μαγαζιά την κατάλληλη στιγμή στις φορτοεκφορτώσεις. Πρόκειται για παιχνίδια που γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά φθείρονται πολύ εύκολα κι έτσι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, εμφανίζει ως σπάνια συλλεκτικά κομμάτια όσα έχει για καιρό αποθηκεύσει σε ειδικές πλαστικές σακούλες με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Υπάρχουν κι εκείνοι που προτείνουν ανιχνευτές τσέπης που σκανάρουν τις ουρές στα ταμεία και υπολογίζουν ποια είναι η μικρότερη ή ηχητικούς συναγερμούς που κολλάνε πάνω στο τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης ώστε να μην το χάνεις ποτέ.

Όλα αυτά δεν είναι παρά η καθημερινότητα του βιοπορισμού της Μαξίν, η οποία καλείται να μπει στα άυλα άδυτα μιας εταιρείας με όνομα – γλωσσοδέτη που αφήνει πίσω της χαλάσματα και επιχειρεί πρωτοκαθεδρία της κοσμικής πληροφορικής, με την απαραίτητη βοήθεια από την μεσανατολική άλλη άκρη του κόσμου. Εδώ η ψευδοαστυνομική ιστορία αναζητά την γεωπολιτική της συζυγία. Αλλά όταν λίγο αργότερα έρχεται το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε η ημερήσια διάταξη γεμίζει με καταλόγους υστεριών, συνομωσιών και επικερδών εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή «το διαδίκτυο έχει μετατραπεί ξαφνικά σε αποκριάτικο καρναβάλι για παρανοϊκούς και τρολ, ένα πανδαιμόνιο σχολίων που για να τα διαβάσεις όλα ίσως να μη φτάνει ο χρόνος που απομένει στο πιθανολογούμενο υπόλοιπο ζωής του σύμπαντος…» [σ. 454]

Η Υπεραιχμή είναι ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα δια χειρός Πύντσον, κοινώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του: ενιαίο κορμό που διακλαδώνεται σε εκατοντάδες υποϊστορίες, κατάργηση των ορίων μεταξύ σοβαρότητας και χιούμορ, χρήση και κατάχρηση όλων των πολιτιστικών προϊόντων της Νέας Γης, από το ροκ και την ποπ, μέχρι την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια. Στα ράφια του δίπλα από τις μάρκες των προϊόντων τοποθετούνται οι ήρωες των καρτούν και όλα τα πρόσωπα της λαϊκής κουλτούρας, ζωντανά ή επίπλαστα. Είναι άλλωστε ο κορυφαίος εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης ο ίδιος αλλά ταξιδιώτης διαρκείας στην Δυτική Όχθη ακριβώς την εποχή όπου θα άλλαζε ο κόσμος, κατόπιν αμετακίνητος κάτοικος του Άνω Δυτικού Μανχάταν, ο Πύντσον γνωρίζει κάθε εκατοστό του εξιστορούμενου τόπου και χρόνου· πόσο μάλλον όταν εδώ υπήρξε αυτόπτης και επιτόπιος μάρτυρας της μεγάλης ιστορικής καμπής στην Μητρόπολη του Νέου Κόσμου.

Η γλώσσα του είναι γλυπτή και εφευρετική. Μπορεί ταυτόχρονα να δοκιμάζει μια ποιητικότατη περιγραφή ενός κτιρίου, ενός δρόμου ή μιας στιγμής της ημέρας και κατόπιν να παρασύρεται σε περιπλεγμένες προτάσεις που εναλλάσσονται με άμεσους διαλόγους, βασικότατο στοιχείο για την έκφραση των αμέτρητων χαρακτήρων που αποτελούν το βασικό όχημα της ιστορίας. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να απεχθάνεται κάθε φωτογράφηση και συνέντευξη (έχει παρέμβει όμως όταν επιχειρείται με διάφορους τρόπους η εικονοποίησή του)· αυτό δεν τον εμποδίζει να παραμένει ένας ανελέητος σφυροκόπος σε κάθε μορφής εξουσία, με λόγο πάντα υπέρ των αδυνάτων. Τα μυθιστορήματά του, φορτισμένα ούτως ή άλλως με την αίγλη ενός εξαρχής εξαφανισμένου λογοτέχνη, αρκούν.

Κι εδώ επιχειρεί για άλλη μια φορά να σκάψει το σάπιο υπέδαφος. Δεν αρκείται σε μια φαντασμαγορική μυθοπλασία αλλά γράφει ένα μυθιστόρημα για όλες τις τραγικότητες της εποχής του 2000: την άλωση του ψηφιακού κόσμου από την οικονομία, την οριστική κατάργηση κάθε ιδιωτικής ζωής, τις επακόλουθες καταστροφές ανθρώπινων ζωών. Ο υπόκοσμος γίνεται και διαδικτυακός, η πορεία των μετοχών αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ιστορικό παράγοντα, εκείνοι που θησαυρίζουν από την οικονομική κατάρρευση των άλλων βγαίνουν πάντα καθαροί.

Μένουν οι απλοί άνθρωποι, που ζουν στη χώρα της ελευθερίας και νομίζουν πως ελέγχουν την βούλησή τους, ενώ την ίδια στιγμή ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης ραδιουργίας πολιτικής, μιντιακής, ηλεκτρονικής, ηθικής. Κάποτε μοιάζουν με μαριονέτες, όπως η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης που κινείται ελαφρά από τον αέρα πάνω από το γραφείο του περίφημου απατεώνα δικηγόρου Saul Goodman στην σειρά Breaking Bad. Πόσες από τις δεκάδες μικροζωές θα διατηρήσει ένα έστω ελάχιστο όριο ιδιωτικότητας και αυτενέργειας;

Τέλος, εδώ μου φαίνεται πως λάμπει ένα ευφυές παράδοξο: καθώς ο Πύντσον γράφει το απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ηλεκτρονική και ιντερνετική εποχή γύρω από το 2000, πολλά από τα αναφερόμενα στοιχεία μοιάζουν, με τα δεδομένα του 2017, ξεπερασμένα. Έτσι, δεν συντάσσει μόνο ένα λογοτεχνικό εγχειρίδιο μια πρώιμης Ιστορίας του καλωδιωμένου κόσμου ή, αν η πρόζα καθαριστεί από την μυθοπλασία, μια συγχρονική Ιστορία της Σύγχρονης Αμερικής, αλλά και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται και υποκύπτει ακριβώς στην ταχύτατη ρευστότητα της εποχής και στην απόλυτη παροδικότητα των ανθρώπινων έργων – και του δικού του.

Εκδ. Ψυγοχιός, 2014, μτφ. Γιάννης Κυριαζής, σελ. 559 [Bleeding Edge, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Ο μεταφραστής των βιβλίων του Τόμας Πύντσον Γιάννης Κυριαζής στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στις εικόνες: διαφημίσεις από την εποχή της ελπίδας, ένα εξώφυλλο της Pat Benatar (που τιτλοφόρησε ένα δίσκο της ως Gravity Rainbow, από το μείζον έργο του Πύντσον – ομολογώ ότι κάπως έτσι φαντάστηκα την Μαξίν), η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης και οι αιώνιοι κερδοσκόποι.

 

29
Μαρ.
17

Κέιτ Σοπέν – Η ιστορία μιας ώρας και άλλα διηγήματα

Η αυτοδιάθεση μιας γυναίκας: η ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης

Η Σοπέν αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέως: έγραψε σε μια εποχή όπου η ίδια η συγγραφή έμοιαζε απαγορευμένη για τις γυναίκες, σμίλευσε το δικό της ιδιαίτερο ύφος και, το κυριότερο, τόλμησε ιστορίες που αποκαλύπτουν σκέψεις και πράξεις γυναικών που ελάχιστοι και ελάχιστες θα διανοούνταν να παραδεχτούν.

Από περιέργεια ξεκίνησα με Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες. Η κοντούλα κυρία Σόμμερς διαπιστώνει πως της περισσεύουν λίγα παραπάνω χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό και βρίσκεται σε ένα κατάστημα ενθουσιασμένη μπροστά στις προσφερόμενες επιλογές. Δεν υπάρχει τίποτα παρά ένα περίλαμπρο παρόν: Δεν της περίσσευε ούτε μια στιγμή να την αφιερώσει στο παρελθόν. Οι ανάγκες του παρόντος απορροφούσαν όλη την ικμάδα της. Ακόμα κι η οποιαδήποτε αίσθηση ενοχής εξαφανίζεται: έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της σε κάποια μηχανική παρόρμηση που κατεύθυνε τις πράξεις της και την απελευθέρωνε από οποιαδήποτε ευθύνη. Κάλτσες, μποτίνια, γάντια … η κυρία Σόμμερς απολαμβάνει τόσο την δοκιμή όσο και την αγορά τους· στην συνέχεια προσφέρει στον εαυτό της ένα γεύμα σε εστιατόριο και την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης. Το όνειρο τελειώνει μόλις αδειάζει το θέατρο και καθώς επιστρέφει με το τραμ εύχεται «να μην σταματήσει ποτέ, παρά να πηγαίνει, να πηγαίνει ολοένα, παίρνοντάς την μαζί του για πάντα».

Αναρωτιέμαι πόσες αναγνώσεις μπορεί να έχει αυτή η απόδραση. Η επιθυμία φυγής από τα οικογενειακά και μητρικά καθήκοντά της και στην ουσία από τον ίδιο τον ρόλο της είναι εμφανής. Είναι μια φυγή που αναζητά τόσο το σώμα της, με όλες αυτές τις πρόσκαιρες χαρές όσο και το πνεύμα της, με την παράσταση. Από την άλλη, κάποια ειρωνική φωνή μοιάζει να προεικονίζει τις επιτρεπόμενες «αποδράσεις» του γυναικείου φύλου, ασφαλείς εντός του ρόλου του και με εγγυημένη επιστροφή.

Σε μια περίοδο απέραντης μοναξιάς, το 1888, η συγγραφέας διάβασε Μωπασσάν και έμεινε έκθαμβη. Εδώ υπήρχε ζωή, όχι μυθοπλασία, έγραψε αργότερα στις Εκμυστηρεύσεις της. Η ίδια αυτή ζωή που μοιάζει να ντύνεται ως μυθοπλασία και πηγάζει από τις δικές της ιστορίες είναι ακριβώς το ίδιο στοιχείο που μας καθιστά μάρτυρες κάθε φορά μιας μικρής αποκάλυψης μέσα στα καθημερινά και τα τετριμμένα. Η πρόζα της είναι σύντομη, άρα «οικονομημένη» με τον δικό της τρόπο. Σημασία δεν έχει η πλοκή, αλλά ο ίδιος ο χειριστής της, που δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε χαρακτήρα. Κι είναι αυτός που σαν σκανδαλιά ανατρέπει την πλοκή και της κλέβει την παράσταση την τελευταία στιγμή. Συχνά μάλιστα πρόκειται για διπλή κλοπή, καθώς αναποδογυρίζει την ήδη αιφνίδια τροπή.

Η πρώτη αίσθηση από τα κείμενα είναι μια τρυφερή περιγραφή απλών στιγμών, μια αναφορά των σιωπηλών σκέψεων της ηρωίδας. Διάβασε άραγε τον Τσέχωφ το ίδιο με τον Μωπασσάν; Αναρωτιέμαι, γιατί ως δεύτερη εντύπωση άκουγα έναν ανεπαίσθητο θόρυβο ξυσίματος κάτω από τις επιφάνειες, εκεί που κρύβονται οι υπαινιγμοί. Αυτό που μας επιβεβαιώνει το επίμετρο είναι εμφανές: η συγγραφέας υπήρξε μια ασυνήθιστη γυναίκα που μπορεί μεν να ακολούθησε την «αναπότρεπτη» πορεία των γυναικών της τάξης της και της εποχής της (μόρφωση, γάμος, παιδιά) αλλά κοίταξε προς την άλλη πλευρά, προς τα μη αποδεκτά και αναμενόμενα για τα ήθη και το φύλο της. Η αυτονομία που κατέκτησε (ή απαίτησε) με τον γάμο της την ώθησε σε περιπλανήσεις στην κοσμοπολίτικη Νέα Ορλεάνη και στο Νάκιτος, όπου συναναστράφηκε με Νέγρους και Κρεολούς. Αλλά σε αντίθεση με τους συγγραφείς του αμερικανικού Νότου, δεν ενδιαφέρθηκε για το παρελθόν ή τα εξωτικά στοιχεία.

Την ίδια εποχή αναδύονταν το φεμινιστικό, το φυλετικό και το εργατικό κίνημα αλλά εκείνη εστίασε στην ψυχολογία των ανθρώπων παρά στο κοινωνικό πρόβλημα ή στην ιδεολογική αντιπαράθεση – ούτε όμως και σε κάποιο ηθογραφικό πλαίσιο. Της αρκούσε η αναπαράσταση της πραγματικότητας όπως ήταν, όπως την έβλεπε η ίδια. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η ματιά της μέσα στις ζωές των γυναικών που ανιχνεύει την δική τους επιθυμία για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη της απόπειρα στην μικρή φόρμα, πριν καν γίνει είκοσι χρονών, είχε τον τίτλο Χειραφέτηση: ένας μύθος για τη ζωή. Τώρα ως συγγραφέας εστίασε στην πνευματική πλευρά της γυναικείας συνειδητοποίησης, χωρίς ίχνος μισανδρίας ή σύγκρισης των φύλων με αξιολογικούς όρους. Την ίδια στιγμή καραδοκεί μια δεύτερη όψη, μια διαφορετική πλευρά της ιστορίας.

Η ιστορία μιας ώρας περικλείει ακριβώς σε μια ώρα και λίγες υπέροχες σελίδες όλη αυτή την διπλή φύση: την φυλάκιση των γυναικών και την φαντασίωση της φυγής. Οι οικείοι της νεότατης κυρίας Μάλλαρντ ετοιμάζονται να της ανακοινώσουν προσεκτικά την είδηση για τον θάνατο του συζύγου της σε σιδηροδρομικό ατύχημα. Η σύζυγος αναλύεται σε λυγμούς και επιθυμεί την απομόνωση στο δωμάτιό της. Αλλά έξω από τα παράθυρο σκιρτά η ανοιξιάτικη ζωή· και σύντομα η έλλογη σκέψη δίνει την θέση της σε μια ιδιαίτερη ταραχή που προκαλεί μια και μόνο λέξη: «ελεύθερη».

Δεν θα υπήρχε κανένας να ζει γι’ αυτήν στα χρόνια που έρχονταν· θα ζούσε εκείνη για τον εαυτό της. Δε θα υπήρχε καμία ισχυρή βούληση να κάμπτει τη δική της με την τυφλή εκείνη επιμονή με την οποία άντρες και γυναίκες θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη δική τους θέληση στο πλάσμα που τους συντροφεύει. Η πρόθεση, είτε ευγενής είτε βάναυση, δεν καθιστούσε λιγότερο εγκληματική μια τέτοια πράξη, όπως το στοχαζόταν τώρα σε τούτη τη σύντομη στιγμή της έκλαμψης. [σ. 13]

Ακόμα κι αν τον είχε αγαπήσει, «τι αξία έχει η αγάπη μπροστά σ’ αυτή την κατάκτηση της αυτοδιάθεσης που αίφνης την αναγνώριζε ως την ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης»; Το ελιξίριο της ζωής μπαίνει από εκείνο το παράθυρο, η φαντασία της καλπάζει αχαλίνωτη, ένας πυρετός θριάμβου την κατακλύζει. Θα μπορούσε το διήγημα να σταματά εδώ, σοκάροντας με βεβαιότητα όλους τους αναγνώστες της εποχής. Κι όμως, ένα αδιανόητο περιστατικό ανατρέπει την ήδη πρότερη αναπάντεχη τροπή.

Ένα δεύτερο ευφυέστατο διήγημα, «Το φιλί» δικαιώνει τόσο την ιδανικότερη ερωτική απιστία όσο και την ίδια την γυναικεία ευφυΐα. Ένας νέος κάθεται στην σκιά, απέναντι από μια νέα που αγαπά σφοδρά. Η νέα δεν είναι ιδιαίτερα γοητευμένη αλλά σκοπεύει να τον παντρευτεί για να απολαύσει τον πλούτο που θα της προσφέρει. Αλλά ένας άλλος νέος μπαίνει απρόσκλητος στο δωμάτιο και την φιλά, χωρίς να διακρίνει την σκιερή παρουσία του μνηστήρα. Ο γάμος κινδυνεύει άμεσα αλλά η γυναίκα «σαν τον σκακιστή χειρίστηκε έξυπνα τα πιόνια της» και με ορισμένες ιδιαίτερες εξηγήσεις όχι απλώς λύνει την παρεξήγηση αλλά εξασφαλίζει τον δεύτερο νεαρό ως μόνιμο οικογενειακό φίλο και εξασφαλίζει το δικαίωμα να την φιλάει όποτε θέλει. Κι όμως, ενώ η τροπή μοιάζει επιθυμητή για δυο από τους τρεις, το τέλος είναι και πάλι απρόσμενο!

Φανταστείτε λοιπόν στις υπόλοιπες ιστορίες πόσα έχουν ακόμα να συμβούν σε «Μια ευυπόληπτη γυναίκα» ή σε «Μια επονείδιστη σχέση», πώς έρχεται Το «διαζύγιο της μαντάμ Σελεστέν», και πως εννοεί η συγγραφέας το «Μετάνιωμα» και την «Καταιγίδα». Η έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα, σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας, καθώς και εργοβιογραφία της συγγραφέως, τα τέσσερα εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων, πηγές και βιβλιογραφία. Εκτός από τα κείμενα το σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα μας αποκαλύπτει πως η Σοπέν [1850 – 1904] υπήρξε πράγματι μια πρωτοπόρος γυναίκα συγγραφέας· άλλωστε το μυθιστόρημά της Η αφύπνιση, η ηρωίδα του οποίου ανάμεσα στην επιθυμία της για ελευθερία και στην ευθύνη της απέναντι στα παιδιά της επιλέγει την αυτοκτονία, είχε διχάσει τους κριτικούς, που την εγκωμίασαν για το απαράμιλλο ύφος της αλλά την κατηγόρησαν για ανηθικότητα. Σήμερα βέβαια το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως Κρεολή Μποβαρύ και τα διηγήματά της θεωρούνται σπουδαία.

Εκδ. Ροές, μετάφραση – επίμετρο: Δέσποινα Σαραφίδου, σελ. 141.

Στις εικόνες: η συγγραφέας σε δυο ηλικίες και εικονογραφήσεις από τα αναφερόμενα έργα της.

29
Ιαν.
17

Patricia Highsmith – Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών

p-h-0

Οι ένοχοι που πάντα την γλιτώνουν

Αναρωτιέμαι από πού πρέπει κανείς να ξεκινήσει για να μυηθεί στον συναρπαστικό κόσμο της Χάισμιθ. Θα μπορούσε να δοκιμάσει μια φιλία με τον πρωτοφανή, αδιανόητο μέχρι τότε Τομ Ρίπλεϋ, που μας έμαθε όχι απλώς να αποδεχόμαστε το ατιμώρητο του παραβάτη αλλά και να συμπάσχουμε μαζί του, αν όχι να τον συμπαθούμε. Ταλαντούχος, κάτω απ’ το χώμα, σε βαθιά νερά ή όπως αλλιώς και να έπαιζε, για να συμπυκνώσω τις τέσσερις ιδιότητες που τιτλοφορούν τα ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις, ο Ρίπλεϋ είναι σίγουρα το πρόπλασμα για τους χαρακτήρες και αυτής της συλλογής.

Θα μπορούσε βέβαια ο υποψήφιος χαϊσμιθικός ακόλουθος να ξεκινήσει από παλαιότερες έξοχες ιστορίες εκδίκησης, όπως Το εγχειρίδιο κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους ή οι Ιστορίες για μισογύνηδες. Και παρά το ανορθόδοξο για ανάλογες μυήσεις θα πρότεινα ακόμα και την συναρπαστική της βιογραφία (βλ. εδώ). Αν πάλι, χωρίς να αποκλείονται και τα υπόλοιπα αστυνομικά της μυθιστορήματα, στα οποία έδωσε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στο είδος, επιθυμεί κανείς για δει πώς χειρίζεται η υποχθόνια πένα της μια απόλυτα σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεματολογία δεν έχει παρά να ξεκινήσει μ’ αυτή την συλλογή: τραγικά επίκαιρη (ενώ μετρά ήδη τριάντα χρόνια), σκληρά πολιτική και απολύτως αληθινή – ούτε αληθοφανής, ούτε πειστική, μα αληθινή, διαρκώς επιβεβαιωμένη από όσους ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

p-h-1-1930

Το μυστηριώδες νεκροταφείο που βρίσκεται στα περίχωρα μιας μικρής αυστριακής πόλης φιλοξενεί τα λείψανα απόρων γίνεται διάσημο εξαιτίας παράξενων εξαμβλωμάτων που ξεπροβάλλουν απόκοσμα από την επιφάνεια του εδάφους, φτάνοντας μέχρι και τα δύο μέτρα. Το νεκροταφείο βρίσκεται δίπλα στο Κρατικό Νοσοκομείο αρ. 36, ένα ούτως ή άλλως θλιβερό μέρος, στον τελευταίο όροφο του οποίου γίνονται πειράματα σε ασθενείς με καταληκτικό καρκίνο. Καθώς οι γιατροί επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δείκτες και τις αιτίες της εξάπλωσης της ασθένειας, τα πειράματα δεν διεξάγονται πάντα σε ζωντανούς ανθρώπους αλλά σε όργανα ή μάζα ιστού που τροφοδοτούνται από μια μικρή αντλία με αίμα.

Βλέπετε, η συγγραφέας δεν αγωνιά να κρατήσει το μυστήριο για αργότερα: από μόνη της η εφιαλτική πραγματικότητα έρχεται και θρονιάζεται μόλις στην τρίτη σελίδα του διηγήματος. Άλλωστε η άλλη όψη του μυστηρίου είναι ο ίδιος ο εφιάλτης. Η αποκομιδή των τελικά ανεπιθύμητων υπολειμμάτων γίνεται στο υπόγειο φούρνο του νοσοκομείου ενώ τα σώματα μεταφέρονται μέσω ενός μεγάλου παλιού ανελκυστήρα στο γειτονικό νεκροταφείο. Ο νεαρός φοιτητής Οκτάβιαν ανακαλύπτει έκπληκτος τους όγκους και πηγαίνει στο μέρος την σύντροφό του Μαριάνε η οποία παρατηρεί πως μεγαλώνουν ακόμα κι εκείνη την στιγμή· μαζί αποφασίζουν να δράσουν.

p-h-4

Ο θάνατος των ασθενών δεν σήμαινε και το τέλος του καρκίνου. Η σιωπή των Αρχών, ο πανικός των ασθενών, ο θάνατος του επιστάτη του νεκροταφείου, η μεταφορά των εκβλαστημάτων σε άλλο χώρο, η ανησυχία των περίοικων, τα εφιαλτικά σκίτσα των καλλιτεχνών, το μοίρασμα άρα η συρρίκνωση των ευθυνών, η τουριστική αξιοποίηση του νεκροταφείου, συναπαρτίζουν όλα μια ακριβή παράλογη όψη της σημερινής πραγματικότητας.

Το θέμα της παρένθετης μητρότητας αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης δυο κόσμων στο διήγημα «Νοίκιασε μια Μήτρα» εναντίον Κραταιάς Δεξιάς. Η Αλίσια Νιούτον και ο σύντροφός της γιατρός κρίνουν απολύτως φυσιολογική την σύγχρονη εξέλιξη ενώ οι συντηρητικές εκκλησίες του Μηντσβιλ που είναι περισσότερες από τα σχολεία συμβαδίζουν με την τηλεοπτική και ραδιοφωνική προπαγάνδα της Κραταιάς Δεξιάς. Ο Αιδεσιμότατος Μπέρντσχωλ διαθέτει δικούς τους σταθμούς και εκδοτικοί οίκο ενώ τυπώνει φονταμενταλιστικά περιοδικά. Ο μεσίτης πατέρας της πρέπει να τα έχει καλά με όλους, το ίδιο και η μητέρα της που δραστηριοποιείται στις τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

p-h-2

Όταν εκείνη λαμβάνει ένα γράμμα από μια παλιά της φίλη που της γράφει πως απολύθηκε από την δουλειά της όταν ανακάλυψαν πως υπήρξε κάποτε παρένθετη μητέρα. Στο ίδιο γράμμα απορεί «γιατί δεν επιτίθεται η Κραταιά Δεξιά στην πορνεία που διαδίδει το AIDS αντί να τα βάζει με τις υγιέστερες νεαρές γυναίκες της χώρας». Της γνωστοποιεί ότι οι κρατούντες προσπαθούν να τους μειώσουν την αμοιβή ενώ τις στιγματίζουν σαν «φιλοχρήματες τσούλες» ή σαν «πληρωμένες σκλάβες πλουσίων γυναικών που βαριούνται να κυοφορήσουν τα παιδιά τους». Κάπως έτσι δημιουργείται η ένωση «Νοίκιασε μια μήτρα» που αποτελεί την έσχατη αφορμή για την σύγκρουση δυο κόσμων· από την μία εκείνοι που τονίζουν ότι τα γυναικεία σώματα δεν είναι εργοστάσια που παράγουν παιδιά και ότι η επέμβαση στον τρόπο του Θεού στην σύλληψη αποτελεί ιεροσυλία και από την άλλη ένας μεγάλος αριθμός ευτυχισμένων οικογενειών και μια αυτονόητη, ορθολογική και επιστημονική λύση ενός προαιώνιου προβλήματος. Το κείμενο μοιάζει περισσότερο με συμπυκνωμένη μορφή της διαμάχης που ήδη προκαλεί τριγμούς σε όλες τις κοινωνίες

p-h-3

Στο κείμενο Γλυκιά ελευθερία! Και ένα πικ – νικ στο γρασίδι του Λευκού Οίκου είναι η σειρά των αστέγων να τεθούν στη μέση δυο παρατάξεων. Είναι πλέον τόσοι πολλοί, όπως αναφέρει ένας τυχαίος, και όλοι επιμένουν να έρχονται στη Νέα Υόρκη! Πράγματι, οι άστεγοι συρρέουν προς τις μεγάλες πόλεις για να είναι ανώνυμοι, να κοιμούνται σε εισόδους κτιρίων και να βρίσκουν στο πεζοδρόμιο μια σχάρα με ζεστό αέρα, ακόμα και κάποια υπνωτήρια. Από πού ξεφυτρώνουν; Πολλοί έχουν αποδράσει από ψυχιατρικά ιδρύματα ή απλώς βγήκαν για φάρμακα και χάθηκαν· άλλοι είναι απόκληροι κανονικών οικογενειών.

Όταν κάποια τυπικά κρατικά και ημικρατικά ιδρύματα της χώρας αδυνατούν να τους κρατήσουν, η πολιτεία δίνει μια ντιρεκτίβα για την απόλυση όσων τροφίμων δεν θεωρούνταν βίαιοι. Ελευθερώνονται μάλιστα σταδιακά, ώστε μην δημιουργηθεί η εντύπωση πως είναι ξαφνικά ανεπιθύμητοι και ένας ένας, ώστε να μην γίνει έντονα αντιληπτό. Οι φυλακές ακολουθούν το ίδιο παράδειγμα: οι γερασμένοι βιαστές, οι παραστρατημένοι ληστές της μιας φοράς, οι δολοφόνοι με χαμηλό δείκτη ευφυΐας που όμως καλλιέργησαν κάποιες δεξιότητες, όλοι αφήνονται ελεύθεροι. Τα περιστατικά που ακολουθούν είναι σπαρταριστά μέσα στην τραγικότητά τους: άλλοι επιστρέφουν και απαιτούν την παλιά τους δουλειά τους, άλλοι υποτροπιάζουν,

by Francis Goodman, 2 1/4 inch square film negative, June 1957

Τα εμπορικά κέντρα και τα πάρκινγκ γεμίζουν από κοιμισμένους σε διάφορες στάσεις  και από παρέες που παίζουν χαρτιά υπό το φως των φακών. Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνωρίζει την επιθυμία μερικών ανθρώπων να κοιμούνται έξω οργισμένοι κάτοικοι σκέφτονται να του δώσουν ένα μάθημα: να τους στείλουν όλους στο γρασίδι του Λευκού Οίκου. Αμέσως πολλοί οργανισμοί λεωφορείων προθυμοποιούνται να τους μεταφέρουν δωρεάν. Οι πράσινες εκτάσεις πέριξ του προεδρικού μεγάρου φιλοξενούν πλέον άλλη μια θεαματική σύγκρουση ιδεών, θεσμών και φυσικά κεφαλιών.

Η Επιχείρηση Βάλσαμο ή Μη-μου-άπτου συνίσταται στην ιδέα να ταφούν πυρηνικά απόβλητα μέσα σε μολύβδινα κοντέινερ κάτω από ένα ποδοσφαιρικό στάδιο σε ένα πανεπιστήμιο μιας μεσοδυτικής πολιτείας. Η ίδια η κατασκευή του σταδίου βέβαια θα ρίξει στάχτη στα μάτια της τοπικής κοινωνίας μέχρι την αποκάλυψη μιας ρωγμής στους τσιμεντένιους θαλάμους. Το απολαυστικό Ναμπουτί: Θερμή υποδοχή σε μια επιτροπή του ΟΗΕ μοιάζει πειστικότερο από κάθε σχετικό πολιτικό άρθρο αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η στυγνή δικτατορία μιας αφρικανικής χώρας αντιμετωπίζει την μεταποικιακή δυτική αποστολή. Το Πρόβλημα στους Σμαραγδένιους Πύργους είναι η εμφάνιση αμέτρητων κατσαρίδων σε υπερμοντέρνα καλοπληρωμένα διαμερίσματα σε πύργους ογδονταοκτώ ορόφων.

December 1976, Moncourt, France --- American writer Patricia Highsmith at home in the village of Moncourt, near Fontainebleau. --- Image by © Jacques Pavlovsky/Sygma/Corbis SLOWA KLUCZOWE: novelist Patricia Highsmith writer typing domestic scene literary arts senior woman head and shoulders portrait candid prominent persons Caucasian ethnicity cigarette typewriter smoking American Moncourt everyday scene women female adult senior adult North American Moselle Lorraine France Western Europe Europe one person people one

Και στις δέκα συνολικά ιστορίες η εξουσία με οποιαδήποτε μορφή εμφανίζεται ως αναίσθητη, βίαιη και συντριπτική για οποιονδήποτε ανθρώπινο παράγοντα. Όσοι βρίσκονται απέναντί της είτε εκμηδενίζονται είτε δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να να την αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο. Η συγγραφέας δεν βιάζεται να ολοκληρώσει τις ιστορίες της. Τις απλώνει σε έκταση, τις αφήνει να αναδείξουν όλες τις πτυχές τους. Όσοι περιμένουν κορυφώσεις και ανατροπές στο τέλος, θα απογοητευτούν. Δεν υπάρχει φυσικά ούτε λύτρωση των ανθρώπων ούτε λύση των προβλημάτων. Οι τραγικές κορυφώσεις και οι συνακόλουθες πτώσεις υπάρχουν μέσα στην ίδια την ιστορία και η τελευταία λέξη βρίσκει τους πάντες πολύ μακριά από εκεί που τους βρήκε η πρώτη.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 357 [Tales of Natural and Unnatural Catatrophes, 1987].

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 212, υπό τον τίτλο No sleep till Highsmith, παρμένο φυσικά το αξέχαστο live των Motorhead με εκείνο τον τίτλο.

13
Νοέ.
16

Σαμ Σέπαρντ – Χρονικά των μοτέλ

cover

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα είκοσι δυο δύσκολα μερόνυχτα που έμεινε δίπλα της στο νοσοκομείο φέτος από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου ήταν το πρώτο που άρπαξα από την βιβλιοθήκη προτού φύγω· ελαφρύ για να το έχω παντού μαζί μου, ταξιδευτικό για να με παίρνει παντού μαζί του. Δεν με πρόδωσε, το μετέφερα και με μετέφερε και του οφείλω περιπλανήσεις ακριβώς σε στιγμές που τις χρειαζόμουν όσο ποτέ. Το είχα πρωτοδιαβάσει στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοσή του (1982, 1988), στο λεωφορείο για τα Χίλια Δέντρα, αλλά σύντομα το δάνεισα σε μη αναγνώστρια γνωστή μου, άρα ήταν θέμα χρόνου να το χάσει. Το ξαναβρήκα φέτος σε μεταχειρισμένα και, καθότι εδώ και καιρό εξαντλημένο, θα ήθελα να σφίξω τα χέρια που το έφεραν ως τα δικά μου.

Πρόκειται για την απόλυτη συλλογή μικρών κειμένων μεγάλων περιπλάνησεων. Αυτό ίσως είναι το θρυμματισμένο On the Road μιας άλλης γενιάς, που δεν περίμενε να βρει θαύματα στον δρόμο, παρά να μετακινείται επειδή πάντα έφευγε από κάπου και αναζητούσε να βρεθεί κάπου αλλού. Εδώ είναι λες και ο θεατρικός συγγραφέας, κινηματογραφικός σεναριογράφος και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ δοκίμασε να γίνει λογοτέχνης, εκτός αν ήταν εξαρχής λογοτέχνης και επιχειρούσε όλα τα υπόλοιπα προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα στο αναβράζον πνεύμα του.

sam-sephard-3

Τα αφηγήματά του είναι (συνήθως) πεζά αλλά και ποιήματα, κρατούν μισή, μια, δυο, τρεις ή σπανιότερα περισσότερες σελίδες και δεν έχουν τίτλο παρά μόνο με αναφορά στο τέλος του τόπου και της ημερομηνίας της γραφής (π.χ. 3/79, Σάινερ, Τέξας). Το τέλος τους είναι ανύπαρκτο (ή κάποτε ξαφνικό), ανοιχτό, κι έτσι μοιάζουν με ψήγματα μιας διαρκούς ροής όπου η μετακίνηση και η στασιμότητα μοιάζουν συνεχή εναλλασσόμενα ρεύματα. Ευνόητα οι γραμμές του αντιστοιχούν σε απόλυτες κινηματογραφικές σκηνές, το γράψιμο είναι απλό και τραχύ, ο απόλυτος πεζός και ενίοτε βρώμικος ρεαλισμός. Σεπαρντίνες χωρίς κομφετί. Οι φωτογραφίες του αιώνιου φίλου και συνταξιδευτή Johnny Dark βρίσκουν την πιο ταιριαστή τους θέση ανάμεσα στις σελίδες.

Κάποτε στο Σαν Μπερναντίνο εγώ κι ο Τιμ Φορντ κλέψαμε ένα αμάξι. Μια από κείνες τις παλιές Ώστιν Χήλευ με την κόκκινη πέτσινη κουκούλα. Την βρήκαμε παρκαρισμένη πίσω από μια καντίνα… Η αφετηρία της δρομίσιας λογοτεχνίας προκαλεί πάντα την ίδια ανυπομονησία για την συνέχεια. Όπως εδώ, όπου η αρχική επιθυμία των δυο φίλων να κάνουν μια απλή βόλτα και να την παρατήσουν στην άλλη άκρη της πόλης αντικαταστάθηκε με την ιδέα της φυγής στο Μεξικό. Κι εκείνη την κούρσα την πάρκαραν έξω από το τζάμι των εστιατορίων στις εθνικές οδούς γιατί δεν χόρταιναν να την βλέπουν και την αγάπησαν σαν να ήταν πραγματικοί της ιδιοκτήτες.

sam-sephard

Αλλού ακολουθούμε έναν άντρα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή από το μοτέλ του μέχρι την αίθουσα αναμονής για να δει αν ήρθε κάποιο γράμμα, να διασχίζει σπίτια που μοιάζουν να χτίστηκαν σε λάθος μέρος, να συναντά ανθρώπους που φλυαρούν σα να προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τον εαυτό τους παρά τον συνομιλητή τους και να φτάνει σε μια περιοχή γεμάτη τροχόσπιτα, όπου γυρίζεται μια ταινία όπου συμμετέχει ο ίδιος. Η στολή του, «μια ευτελής παραλλαγή του εαυτού του, ίσως καθαρότερη»· ο φόβος του, μήπως ο ρόλος του είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάποιος άλλος επιχειρεί να κλέψει μια εντελώς ασήμαντη αφίσα με μια μοναχική πεσμένη λεύκα έξω από το ξενοδοχείο στην οδό Σάνσετ αλλά συλλαμβάνεται και ομολογεί πως του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα, πως έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εικόνα, ξαπλωμένο ανάσκελα κάτω από την λεύκα, πως αναγνώρισε ένα πραγματικό δέντρο της παιδικής του ηλικίας, πως είχε την ελπίδα ότι η φωτογραφία θα τα ξαναζωντάνευε όλα.

motel-1

Σ’ ένα πραγματικά αξιομνημόνευτο κείμενο που αποτελεί ύμνο στα τραίνα (ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει ότι ευχαρίστως θα ζούσε μέσα σε ένα τραίνο αν κάποιος του έδινε ένα) αλλά και στους σιδηροδρομικούς έρωτες – έστω και εκείνους που δεν προλαβαίνουν να κινηθούν, ο αφηγητής γοητεύεται από ένα κορίτσι που μοιάζει με την Tuesday Weld την οποία κάποτε είχε ερωτευτεί σ’ ένα τηλεοπτικό σώου. Στο Σωλτ Λαίηκ το κορίτσι κατεβαίνει κι εκείνος έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να την κρατήσει. Μπορεί να ακούει ακόμα τα βήματά της στο αμμοχάλικο αλλά εκείνη έχει ήδη φύγει και δεν του μένει παρά να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το Μιζούρι, για να πάρει λεωφορείο ως το Σικάγο κι ύστερα ωτοστόπ μέχρι το επαρχιακό αγρόκτημα του παππού του, που ζει μπροστά σε μια τηλεόραση.

Άλλοι ήρωες του Σέπαρντ: ένας υπνοβάτης, ένας κιθαρίστας που αισθάνεται συγγένεια όχι τόσο με την μουσική όσο με την φωνή του ραδιοφώνου και την μετάδοση της ψευδαίσθησης της ανθρώπινης παρουσίας, ένας πατέρας που ζει μονάχος μες στην έρημο επειδή δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους αλλά με έναν δίσκο με τις πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον και την φωτογραφία μιας Σπανιόλας πάνω από τον νεροχύτη, ένας μεθυσμένος έτοιμος για άσκηση οικιακής βίας στην γυναίκα του, άλλοι περιπλανώμενοι γύρω από την έρημο Μοχάβε (ο μεταφραστής επιμένει να την γράφει Μοζάβε), αναζητώντας έναν λυτρωτικό τερματισμό.

tumblr_mxpovtq4ic1spdabbo1_1280_

Στα δυο μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα ο Σέπαρντ θαυματουργεί, όπως άλλωστε το έχουμε διαπιστώσει σε άλλες, πιο «ορθόδοξες» συλλογές διηγημάτων. Στο πρώτο, γραμμένο σε τέσσερις μέρες του 1982, δυο άντρες και δυο γυναίκες βρίσκονται πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 40 και μέσα στην χαύνωση της οδήγησης αρχίζουν «σαν υπνωτισμένοι να διηγούνται ιστορίες, μπλέκοντας παρελθόν στην τύχη». Καταληκτήρια αφορμή του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στον πατέρα του ενός άντρα.

Κάποτε φτάνουν και βλέπουν τον γέρο μ’ ένα ψάθινο καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια να χτυπάει τα πλήκτρα ενός πιάνο μ’ έναν μαύρο ανεμιστήρα πάνω. Βλέπετε, δεν είναι όλοι οι Σεπαρντίνοι χαρακτήρες διαρκώς κινούμενοι. Οι μισοί έχουν παγιδευτεί σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια στιγμή που κάποιοι από τους άλλους μισούς αναζητούν κάτι αντίστοιχο να καταλήξουν ή να επιστρέψουν.

sam-sephard-2

Αυτό το βράδυ αποδιώχνω τους πάντες. Όλη τη μέρα αυτό έκανα αλλά τώρα που νυχτώνει είμαι ιδιαίτερα εμπαθής. Έχω στρατοπεδεύσει δίπλα στο αγαπημένο μου παράθυρο και καμία ποσότητα ήχων φυσαρμόνικας, πιάτων, γέλιου ή φωνών από τα άλλα δωμάτια βαθειά μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορεί να με πείσει να βγω από το καβούκι μου. Ό,τι πραγματικά λαχταράω είναι το φως που λιγοστεύει. Να περνούν αυτοκίνητα με αναμμένους προβολείς. Κουκουβάγιες που ερευνούν τα χωράφια. Αμελητέες αχτίνες φωτός που χάνονται αργά καθώς καταφθάνει η πραγματική μαύρη νύχτα. [σ. 96]

Στο δεύτερο και συγκλονιστικότερο κείμενο ο αφηγητής με άλλα δύο πρόσωπα διασταυρώνεται με ένα ασθενοφόρο για να διαπιστώσει σύντομα ότι μέσα του βρίσκεται εκείνη – μητέρα; συγγενής; Το Σίτυ Χόσπιταλ αποκάλυπτε το πρόσωπο της πόλης με τον πιο άμεσο τρόπο. Εκεί, «μια μέρα δεν είναι παρά ακόμα μια μέρα που πρέπει κανείς να υπομείνει ως την επόμενη μέρα». Σε όσους βρίσκονται μέσα, φαίνεται εξωπραγματικό ότι στους γύρω δρόμους η ζωή κυλούσε με τον συνηθισμένο ρυθμό. Οι γιατροί: ύστερα από τόσες σπουδές και εγχειρήσεις, δεν τους μένει παρά μονάχα η διαίσθησή τους. Οι ανάσες των ασθενών ακούγονται σαν επιθανάτιοι ρόγχοι. Το νυχτερινό αεράκι που χαϊδεύει τις κουρτίνες μοιάζει με μια παράδοξη ελεύθερη είσοδο του έξω κόσμου σ’ αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο. Η ασθένεια, το νοσοκομείο, οι γιατροί, ο ασθενής, ο φόβος. Όλοι όσοι έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις εδώ ταυτιζόμαστε με έναν τρόπο που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει.

Εκδ. Επιλογή, 1986, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης, 122 σελ. [Sam Shepard, Motel Chronicles, 1982].

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 210, εδώ, με τίτλο Α house is a motel, μια αντιστροφή εκείνου του τραγουδιού.

20
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Οι αλήτες του Ντάρμα

Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is like locating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

12
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Μπιγκ Σερ

Big Sur

Έξω από τον δρόμο

Κι όμως μερικές φορές υπάρχει κάποιο απαίσιο παρανοϊκό στοιχείο στον οργασμό που απελευθερώνει έξαφνα όχι γλυκιά τρυφερή συμπόνια μα κάποιο συμβολικό φαρμάκι που σκίζει το κορμί στα δυο – ….[σ. 227]

Θυμόμαστε τον Κέρουακ Στον Δρόμο, πάντα πιστοί στην εικόνα που θέλουμε να διατηρούμε για τον εκάστοτε μυθοποιημένο συγγραφέα. Αλλά τι συνέβη όταν κάποτε οι λογαριασμοί του με τις αχανείς διαδρομές έκλεισαν; Το καλοκαίρι του 1961 επέστρεψε στην Φλόριντα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του και αδιάφορος για την χώρα του και τις όποιες νέες εξερευνήσεις κατέφυγε για άλλη μια φορά στο ποτό. Ούτε το γράψιμο δεν λειτουργούσε, παρά μόνο λίγους μήνες μετά, όταν πήρε μια ποσότητα μπενζεντρίνης και χύμηξε στην γραφομηχανή του· μετά από δέκα μέρες είχε γράψει το Big Sur.

jack kerouac 1

Μετά το On the Road ο συγγραφέας βρέθηκε σε μια δίνη φήμης, προσοχής και φυσικά νέων απαιτήσεων. Επί τρία χρόνια ανεχόταν ατέλειωτα τηλεφωνήματα, αλληλογραφία, επισκέπτες, δημοσιογράφους, εφήβους που πηδούσαν τον φράχτη και πάσης φύσεως αδιάκριτους και αισθανόταν «περικυκλωμένος κι εκμηδενισμένος» – έπρεπε να φύγω να βρεθώ ξανά στη μοναξιά μου ή να πεθάνω. Αυτά γράφει ο Jack Duluoz αφηγητής και προφανές alter ego του, ένας δημοφιλής, «επιτυχημένος» συγγραφέας. Κι έρχεται ο φίλος του Λορένζο Μονσάντο (που δεν είναι άλλος από τον Λώρενς Φερλινγκέτι) που διατηρούσε μια καλύβα στα δάση του Μπιγκ Σερ, να του δώσει μια έσχατη δυνατότητα διαφυγής: να φύγει κρυφά με το αυτοκίνητο και να μείνει εκεί μόνος και ανενόχλητος για έξι βδομάδας.

Προς στιγμή το σχέδιο σκαλώνει: καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας παίζουν ένα θλιμμένο ανεμόδαρτο «Καθλίν» στις φτωχογειτονιές ο συγγραφέας εμφανίζεται στο βιβλιοπωλείο του φίλου του στο City Lights όπου τον αναγνώρισαν οι πάντες και τελικά άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα διάσημα μπαρ και να κερνάει ποτά όλον τον κόσμο. Προτού χαραμιστεί οριστικά η μυστική επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο κάποτε καταφέρει να φύγει με το τρένο Καλιφόρνια Ζέφυρος. Και τα τρία μερόνυχτα στο κουπέ είναι ευτυχή: όλα μοιάζουν όλα τόσο εύκολα μετά τα παλιά σκληρά οτοστόπ. Ο ήρωας έχει μεγαλώσει.

jack_kerouac_

Όταν πια μόνος συνεχίζει την πορεία του προς το δάσος του Φρίσκο οι περιγραφές της φύσης και όλων όσων εμπνέει κατακλύζει πολλές από τις επόμενες σελίδες. Κι εδώ υπήρξε η πρώτη επιφύλαξη όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το αν όλες αυτές οι γραμμένες εικόνες είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία, όπως η πρόσφατη απόπειρα του Michael Polish. Οι ενδελεχείς αυτές περιγραφές της φύσης μαρτυρούν την αρχική του ευδαιμονία. Στέκεται έκθαμβος στις εικόνες, καταγράφει τα λόγια της θάλασσας, περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες, τις χαρές και τα προβλήματα του ερημίτη, τις ξεχασμένες τους διαβολικούς θορύβους, το μουσκεμένο σλίπινγκ μπαγκ (συχνά είναι σα να διαβάζεις περιπέτειες κατασκηνωτών), ξαναθυμάται την παιδική ηλικία της απλότητας του να είσαι ευτυχισμένος μες στα δάση «και να μην υποτάσσεσαι στις ιδέες κανενός».

big-sur-film

Χάθηκα όπως τα τελευταία τρία χρόνια απελπισίας όλο μεθύσια, μιας απελπισίας σωματικής πνευματικής και μεταφυσικής που δε σου τη μαθαίνουν στο σχολείο άσχετα με πόσα βιβλία έχεις διαβάσει για τον υπαρξισμό ή τον πεσιμισμό ή πόσες κανάτες Αγιαχουάσκα έχεις πιει που σου δημιουργούν οράματα ή πόσο Μεσκαλίνη έχεις πάρει ή με πόσα Πεγιότ έχεις ζαβλακωθεί. [σ. 19]. Στα νηφάλιά του καθαρίζει το μυαλό του με αρκετή τέτοια ειρωνεία. Αλλά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κέρουακ κι εκείνος δεν ενδιαφερόταν παρά να συνεχίσει να αναλώνεται σε όλα όσα περιείχε ο beat τρόπος ζωής: αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική, σεξ, γράψιμο, με ανακατεμένη την σειρά. Η ζωή του σκοτείνιαζε, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Είναι το ίδιο αλκοόλ που τον ενεργοποιούσε να γράφει πάντα στα όρια μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης, είναι το ίδιο που θα τον σκοτώσει προτού περάσει μια δεκαετία και πριν καν φτάσει στα πενήντα του.

Κάθε πότης ξέρει τη διαδικασία: την πρώτη μέρα που μεθάς δεν τρέχει τίποτα, το επόμενο πρωί ισούται με βαρύ κεφάλι αλλά αυτό το ξεπερνάς εύκολα με μερικά ποτά ακόμα κι ένα γεύμα, αν όμως παραλείψεις το γεύμα και συνεχίζεις με άλλη μια βραδιά μεθύσι και ξαναξυπνήσεις για να συνεχίσεις το φτιάξιμο και να το πας σερί ως την τέταρτη μέρα, θα’ ρθει μια μέρα που τα πιοτά δε θα σε πιάνουν γιατί θα έχεις παραγίνει απ’ τα χημικά και θα πρέπει να κοιμηθείς για να σου περάσει αλλά είναι αδύνατο να κοιμηθείς πια γιατί το αλκοόλ ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοιμηθείς τις τελευταίες πέντε νύχτες, οπότε αρχίζει το παραλήρημα – [σ. 98]

lenore-kandel-in-san-francisco_1967_photograph-by-joe-melena

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραμείνει μόνος. Η φύση μαζί με όσα σε προικίζει σε γεμίζει με μια ατέλειωτη μοναξιά. Η εναλλαγή με την πόλη είναι ένας συνεχής δίδρομος, όπως και η εμπλοκή με μια σειρά χαρακτήρων με τους οποίους προσπαθεί να συνυπάρξει για χάρη όλων όσων προσφέρει η κοινοβιακή ή έστω η κοινοτική ζωή. Πλέκεται με την ερωτικότατη Billie, ερωμένη του Cody Pomeray που δεν είναι άλλος από τον Neal Cassady, συνυπάρχει με τον Irwin Garden που δεν είναι άλλος από τον Alen Ginsberg, τον Jarry Wagner [Gary Snyder], την Eveln [Carolyn Cassady] και την διαισθαντική Româna Swartz, που είναι η beat ποιήτρια Lenore Kandel.

Το γράψιμο συνεχίζει από τον δρόμο του Δρόμου: ελεύθερη φόρμα, ντελιριώδης γραφή, περιγραφή ονείρων και πάσης φύσεως σκέψεων, αυτόματοι μονόλογοι, φιλοσοφίες της στιγμής, φιλοσοφίες μιας ζωής. Είναι μια γραφή εξαντλητική και παραληρηματική, με σελίδες σπινθηροβόλες και σελίδες άχρηστες, με σελίδες αξιοδιάβαστες και σελίδες φλύαρες και βαρετές – τα δυο τελευταία επίθετα αναφέρει ο Γιάννης Τζώρτζης στον πρόλογό του, μιλώντας για έναν συγγραφέα που άλλαξε το πρόσωπο της λογοτεχνίας έστω και μ’ αυτές τις σελίδες, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατόρθωσε να δουλέψει σε βάθος την Τέχνη του, μόνο βυθίστηκε σε μια εγωιστική, μονομανή ανακύκλωση του μύθου του και κατέληξε να γράφει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό, ανίκανος να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία.

portrait_of_jack_kerouac_by_bentjoelker-

Αλλά εκείνο που αναπνέει εδώ είναι μια κυριολεξία του όρου beat, που ως κίνημα σαφώς κατακλύζεται από την παρουσία του Κέρουακ. Είναι η ίδια η ήττα, αναπόσπαστα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη. Αλλά στην άλλη όψη της βρίσκεται απλώς η ίδια η φυσική αποδοχή των πραγμάτων και όχι η αντιδραστικότητα όπως όπως σωστά γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς, το 2008, τότε που συστεγαζόμασταν στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας· ο Κέρουακ δεν υπήρξε ποτέ άγριο τέκνο της αντίδρασης και του περιθωρίου, όσο κι αν θέλουν να τον παρουσιάζουν οι σύγχρονοι θεατές – θαυμαστές – «αναγνώστες» του από τα γυάλινα γραφειάκια τους. Παρομοίως – συνεχίζει ο Λειβαδάς, τα γραπτά του δεν ήταν (ή δεν ήταν κυρίως και αποκλειστικά) λογοτεχνία της «διαφυγής» ή της «περιπλάνησης»· αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία.

Τώρα ο συγγραφέας / αφηγητής βρίσκεται στην χαμηλότερη υποστάθμη, έχοντας πια ξεπεράσει το όριο που τον χώριζε ανάμεσα σ’ εκείνο που ονειρευόταν να γίνει και σ’ αυτό που πλέον αναπόδραστα είναι. Τώρα είναι γυμνός και το παραδέχεται την στιγμή που το αποδέχεται, καθώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με εκείνα που του έδιναν ζωή και έμπνευση – όχι, πρώτα έμπνευση και μετά ζωή – μερικά χρόνια πριν. Τελικά και οι ήρωες μεγαλώνουν, απογοητεύονται, καταρρακώνονται. Όσο βρίσκονται σε κίνηση, όσο υπάρχει ένας έστω και απατηλός προορισμός, πάντα κάτι τους ωθεί για ένα βήμα παραπέρα. Αλλά κάποτε το παραπέρα δεν οδηγεί παρά στα εσώτερα κι εκεί το τέρμα της διαδρομής είναι πιο επίμονο από ποτέ.

old big sur

Αλλά η πιο θαυμάσια μέρα απ’ όλες ήταν τότε που ξέχασα τελείως ποιος ήμουνα που ήμουνα ή ποια ώρα της μέρας ήτανε… [σ. 45]

Εκδ. Αίολος, 2010 [Α΄ έκδ. 1988], μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, πρόλογος Γιάννης Τζώρτζης [Jack Kerouac, Big Sur, 1962]

Στις πρόσθετες εικόνες, η Lenore Kandel και μια στιγμή από την αναφερόμενη ταινία. Ένας άλλος γυρισμός του ταξιδευτή Κέρουακ εδώ.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 208, με τον τίτλο Off the Road.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.

24
Ιαν.
16

Philip Roth – Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους

film

Περί αισχρολογίας, σάτιρας, ερωτικής λογοτεχνίας και άλλων πολλών

Όταν ανατρέχω στην προηγούμενη δουλειά μου, διαπιστώνω ότι έχω γράψει συχνά για «συμπεριφορά σε ακραίες καταστάσεις»… Ίσως πριν από το Βυζί να με είχε απασχολήσει η ακραία συμπεριφορά σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ούτως ή άλλως, με ενδιέφεραν οι άνδρες και οι γυναίκες οι οποίοι, καθώς έχει κοπεί ό,τι τους έδενε με το αγκυροβόλι τους, παρασύρονται από τα κύματα μακριά από τις γενέθλιες ακτές, στο ανοιχτό πέλαγος, έρμαια της παλίρροιας που φουσκώνει από τη δυσαρέσκεια και την εύλογη οργή τους. [….] Η Λούσι Νέλσον στο Όταν ήταν φρόνιμη, ο Γκέημπ Ουάλλακ και ο Πωλ Χερτς στο Κι ό,τι θέλει ας γίνει, ο Άλεξ Πόρτνοϊ στο Σύνδρομο Πόρτνοϊ – όλοι ζουν πέρα από τα όρια των ψυχολογικών και ηθικών δυνατοτήτων τους. Το θέμα δεν είναι αν θα βουλιάξουν ή θα κολυμπήσουν – αλλά ότι πρέπει να επανεφεύρουν το κρόουλ. [84 – 85]

Αυτή ήταν μια από τις πολλές όψεις του συγγραφικού έργου του Ροθ· κι έπρεπε να δει όλα αυτά τα κείμενά του συγκεντρωμένα σε έναν τόμο για να αντιληφθεί ότι αν κάτι τον απασχολούσε συνεχώς κατά την συγγραφή του ήταν η σχέση ανάμεσα στον γραπτό και τον άγραφο κόσμο. Αυτή η δανεισμένη από τον Πωλ Γκούντμαν διάκριση είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει την συνεχή παλινδρόμηση του συγγραφέα ανάμεσα σε εκείνα που μπορούν και στα άλλα, τα απερίγραπτα. Και είναι πραγματικά συναρπαστικό να διαβάζει κανείς τον Ροθ να γράφει για τον Ροθ, για τα βιβλία του, για όλα όσα ήθελε να γράψει και τα κατάφερε με τον τρόπο του και για όσα προέκυψαν άγραφα και ανέκφραστα.

philip-roth 2_

Εδώ συνυπάρχουν η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος δύναμη του ροθικού σύμπαντος. Στο πρώτο μέρος παίρνει τον λόγο ως αναγνώστης και αναγνωσμένος και ανοίγει τα αρχεία των έργων του. Βγάζει από τα συρτάρια σχέδια, ομιλίες, δοκίμια, συνεντεύξεις, απόπειρες απογραφής τους δουλειάς του. Το δεύτερο μέρος συναπαρτίζεται από επιλεγμένα άρθρα και δοκίμιά του πάνω σε μια σειρά θεμάτων, λογοτεχνικών και μη. Το εξώφυλλο είναι το πλέον κατάλληλο, καθώς απεικονίζει την τελευταία δακτυλογραφημένη σελίδα του βιβλίου του Πατρική κληρονομιά, με χειρόγραφες διορθώσεις του συγγραφέα, με κόκκινο και μαύρο μελάνι.

Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση γίνεται για το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, ο συγγραφέας με αφορμή τις αντιδράσεις για την άσεμνη γλώσσα του βιβλίου, μας θυμίζει ότι η αισχρολογία ως χρησιμοποιήσιμο και χρήσιμο λεξιλόγιο και η σεξουαλικότητα ως θέμα απασχολούσαν την λογοτεχνία ήδη από τον καιρό του Τζόυς, του Χένρι Μίλερ και του Ντ. Χ. Λώρενς. Τα μέσα βέβαια πάντοτε μυρίζονται σκανδαλάκι και εστιάζουν σε αυτό το στοιχείο. Για τον ίδιο όμως η χρήση της δεν επηρεάζεται από τα ήθη του κοινού· είναι άλλο να γράφεις για να διαβαστείς και άλλο να γράφεις για ένα «κοινό». Όταν δουλεύει δεν έχει στο νου του κάποια ομάδα ανθρώπων με την οποία θέλει να επικοινωνήσει· αυτό που επιθυμεί είναι τα έργο να κοινωνήσει τον εαυτό του όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται· να διαβαστεί με τους δικούς του όρους. Αυτοί είναι οι αναγνώστες που τον ενδιαφέρουν: εκείνοι των οποίων οι ευαισθησίες παραδίδονται ολοκληρωτικά στον συγγραφέα, με αντάλλαγμα την σοβαρότητά του.

Philip Roth 2

Ο Πόρτνοϊ μιλάει έτσι εξαιτίας μιας ακατανίκητης εμμονής: είναι άσεμνος, επειδή θέλει να σωθεί. Είναι ένας αλλόκοτος, ίσως και τρελός τρόπος αναζήτησης της προσωπικής του σωτηρίας· ωστόσο, στον πυρήνα του μυθιστορήματος, βρίσκεται η διερεύνηση αυτού του πάθους και της σύγκρουσης με τη συνείδησή του την οποία αυτό το πάθος επισπεύδει. Σε σχέση με τον περίφημο εβραϊσμό του ο Ροθ απορρίπτει τις απόψεις ότι είναι αντισημίτης και πάσχει από «αυτοαπέχθεια». Θεωρεί μάλιστα καλοτυχία το γεγονός ότι γεννήθηκε Εβραίος, καθώς πρόκειται για μια περίπλοκη, ενδιαφέρουσα, ηθικά απαιτητική και πολύ ιδιαίτερη εμπειρία. Μοιράζεται κι αυτός λοιπόν το ιστορικό πεπρωμένο των Εβραίων με όλες του τις συνέπειες. Ποιος θα ζητούσε περισσότερα;

Στην επιμονή του συνομιλητή ότι έχει επηρεαστεί από τις παραστάσεις του Λένι Μπρους στα νάιτ κλαμπ ή άλλους της stand up comedy, ο Ροθ απαντάει ότι την μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε ένας sit down κωμικός που επινόησε το αστείο νούμερο Η μεταμόρφωση· ο Κάφκα. Παραδέχεται βέβαια αργότερα ότι διάβασε και την συλλογή με τα δημοφιλέστερα νούμερα του Bruce. Στο περίφημο Σύνδρομο Πόρτνοϊ  αφιερώνει και άλλα κείμενα, ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται με την συνήθη ερώτηση: Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο, τέλος πάντων;

 Philip Roth 3 [1960]

Αλλαγή θέματος με το βιβλίο του Η συμμορία μας, που αποτελούσε μια υπερβολική μίμηση, μια παρωδία του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται και μιλάει ο Νίξον. Ο Μένκεν [Η.Ι. Mencken, Αμερικανός δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, σατιρικός και κριτικός αποτιμητής της αμερικανικής ζωής και κουλτούρας, ένας από τους σημαντικούς στυλίστες των αρχών του 20ού αιώνα], που θαυμάζει ιδιαίτερα ο Ροθ, θεωρούσε αναπόφευκτο για την αμερικανική δημοκρατία να παράγει κλόουν και τσαρλατάνους ηγέτες οι οποίοi, πέρα από τις άλλες ανεπάρκειές τους, είχαν κάκιστη σχέση με την αγγλική γλώσσα. Θεωρούσε όσα έλεγαν και τον τρόπο που τα έλεγαν ψυχαγωγία. Χρειάστηκε ένας Όργουελ και ένας Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και βίαιες ολοκληρωτικές δικτατορίες στη Γερμανία και τη Ρωσία για να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η φαινομενικά κωμική ρητορική μπορούσε να αποδειχθεί εργαλείο πολιτικής τυραννίας.

Philip Roth 4

Εδώ ο Ροθ είναι ανένδοτος: η πολιτική σάτιρα δεν έχει διάρκεια και δεν προτίθεται να είναι ευπρεπής. Άλλωστε η σάτιρα ακριβώς στην ευπρέπεια επιτίθεται και σε ό,τι κρύβεται πίσω της. Το να ζητήσεις από έναν σατιρικό να σεβαστεί την καλαισθησία και την λεπτότητα είναι σα να ζητάς από έναν ερωτικό ποιητή να είναι λιγότερο προσωπικός. Υπάρχει λεπτότητα στο Σατυρικόν ή στη Σεμνή πρόταση; Μάλιστα αν δει κανείς πόσο γελοιοποιούνταν και χλευάζονταν οι Αμερικανοί πρόεδροι στις καθημερινές εφημερίδες του 19ου αιώνα, αναμφίβολα θα συμπεράνει ότι εκδότες και αναγνώστες ήταν εκείνο τον καιρό πολύ πιο θαρραλέοι και δεν εκφοβίζονταν από τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Ο Ροθ φτάνει στο σημείο να πει, αρκεί μια λέξη για να γελάσουμε: Νίξον. Ο ανεκδιήγητος Πρόεδρος ενέπνευσε για ένα ακόμα κείμενο που δημοσιεύεται εδώ, Ο Πρόεδρος απευθύνεται στο Έθνος, μια παρωδία γραμμένη στο αποκορύφωμα της ακροαματικής διαδικασίας για το σκάνδαλο Γουώτεργκεϊτ στη Γερουσία [1973].

Philip Roth 5

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εφημερίδες, που εμφανώς αποκαλύπτουν την μέγιστη εμπλοκή του συγγραφέα με ιδέες και συζητήσεις πάνω στην λογοτεχνία και τα θέματά της: The American Poetry Review, The New York Times Book Review, The Atlantic Monthly, Paris Review, Partisan Review, The Literary Guild, American Review, The Ontario Review, Le Nouvel Observateur, London Sunday Times, Commentary, American Judaism, The New York Times, Look, The Village Voice, Esquire. Και, όπως είναι ευνόητο, η ποικιλία τους είναι μεγάλη: Ο Ροθ παίρνει συνέντευξη από τον …εαυτό του για το Μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, δέχεται ερωτήσεις από μια κυρία για το Η ζωή μου ως άντρα, κάνει μαζί με την συγγραφέα Joyce Carol Oates ένα απολογισμό των οκτώ μέχρι τότε βιβλίων του, αφιερώνει μια συνέντευξή του στην περίφημη περσόνα του Ζούκερμαν….

… κι ακόμα, συντάσσει ένα εκτενές εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο Γράφοντας για Εβραίους και Απεικονίζοντας Εβραίους, εκτείνει την θεματολογία του από το μπέιζμπολ μέχρι την Καμπότζη (που επισκέφτηκε ο ίδιος το 1970 δύο μήνες πριν ο Νίξον διατάξει την επιδρομή των στρατευμάτων του και προκαλέσει τον πόλεμο), αναλύει με τον απολαυστικό κριτικό του λόγο τρία αγαπημένα του ερωτικά μυθιστορήματα των Άλαν Λέτσλακ, Μίλαν Κούντερα και Φρεντερίκα Γουάγκμαν, αφιερώνει μια προσωπική ματιά στον Κάφκα και δεν παύει να θυμάται συγγραφείς, βιβλία και φράσεις που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Όπως τα λόγια ενός ήρωα του Γουίλιαμ Στάιρον: Είναι η εποχή των αχρείων · αν δεν προσέξουμε θα μας τραβήξουν κι εμάς προς τα κάτω…

Philip Roth 6 [1968]

Εκδ. Πόλις, 2014, μετάφραση – σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά, με πολυσέλιδες σημειώσεις της μετάφρασης, 419 σελ. [Reading my life and others]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 200, υπό τον τίτλο Roth around the clock.

17
Οκτ.
15

Eudora Welty – Από πού έρχεται η φωνή;

Welty Cover Small

Προστατευμένες αλλά τολμηρές ζωές

Γράφω για την ευχαρίστηση της γραφής, ούτε για τους φίλους, ούτε για μένα. Τα διηγήματά μου αντικατοπτρίζουν την εποχή τους, ξεκινώντας από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Η αρετή τους έγκειται στο γεγονός ότι είναι γραμμένα εκ των έστω. Προέρχονται από τη ζωή μου εδώ, είναι κομμάτι της. / Είμαι συγγραφέας που προήλθε από προστατευμένη ζωή. Μια προστατευμένη ζωή μπορεί να είναι επίσης μια τολμηρή ζωή. Γιατί η σοβαρή τόλμη ξεκινά από μέσα σου…

… έγραφε η Γιουντόρα Άλις Γουέλτυ [1909 – 2001], μια ιδιαίτερα ξεχωριστή συγγραφέας αλλά και φωτογράφος και τα λόγια της καταφέρνουν να αποδώσουν ένα μέρος από την προσωπική της διηγηματογραφία. Η τέχνη της ταυτίστηκε με το Τζάκσον του Μισσισσιπή όπου γεννήθηκε και επέστρεψε μετά τις σπουδές της. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδες, περιπλανήθηκε στα αγροτικά περίχωρα της πολιτείας της φωτογραφίζοντας και γράφοντας ανταποκρίσεις, ταξίδεψε στην Αμερική και την Ευρώπη, αλλά πάντα επέστρεφε. Οι παραστάσεις, οι φωτογραφίες και οι ιστορίες που αφουγκραζόταν όπου και να βρισκόταν αποτελούσαν πλούσια μαγιά συγγραφής.

Eudora Welty 1

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ειδικά οι φωτογραφίες της, αν και με περιορισμένα εργαλεία και τεχνικές, παραμένουν εξαιρετικές, πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι πρωτοτραβήχτηκαν το 1930. Τα πρόσωπα τους δεν απαθανατίζονται ως σύμβολα ούτε ως αφηρημένα πολιτικά σημεία, όπως τονίζει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της· στην ουσία δεν είναι παρά αποδέκτες στοργής. Ίσως με τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις άλλες καθημερινές της ασχολίες, όπως την κηπουρική: να εξασφαλίσει εύθραυστες στιγμές ως αντικείμενα τέχνης.

Eudora Welty, Child on Porch, Mississippi, 1935

Οι κριτικές βιβλίων που έκανε στους New York Times από το 1944 και έπειτα φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό και τις προτιμήσεις της: Τσέχωφ, Φώκνερ, Όστιν, Πρίτσετ. Οι επιρροές και των τεσσάρων είναι εμφανείς, ιδίως του πρώτου. Ως προς τους επίγονους, νομίζω αρκεί και μόνο η αναφορά της Άλις Μονρό, για το πόσο αγαπούσε το έργο της και πόσο της άλλαξε την τεχνική της στο γράψιμο. Τα διηγήματα επιλέγονται από διάφορες συλλογές της· συστηματοποιώ από τα περιεχόμενα: πέντε από το A Curtain of Green, δυο από το The Wide Net and Other Stories, δυο από το The Bride of Innisfallen και ένα από το The Golden Apples και το Uncollected Stories.

eudora-welty

Ένα από τα πιο αξανάγνωστα διηγήματα εδώ είναι η Λίβι. Όταν ο Σολομών μετέφερε την Λίβι στο αγροτόσπιτό του, βαθιά στην εξοχή, εκείνη ήταν δεκαέξι χρονών κοριτσάκι. Ηλικιωμένος έγχρωμος με κτηματική περιουσία, υπήρξε καλός μαζί της αλλά την κρατούσε πάντα στο σπίτι, πόσο μάλλον όταν μετά από μια δεκαετία εξασθένησε και έμενε όλη μέρα στο κρεβάτι. Η συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι όπου έχει καταδικαστεί να ζει κλεισμένη η νεαρή γυναίκα. Ένα μέρος όπου μπορεί να περνούσαν οι μέρες χωρίς να το καταλάβεις. Ψυχή δεν περνούσε, ούτε καν ένας λευκός· αλλά κι αν εμφανιζόταν κάποιος, ο Σολομών δεν θα την άφηνε να τον κοιτάξει. Οι ώρες της ξοδεύονται δίπλα στο κρεβάτι του, ακίνητοι και οι δυο στην σιωπή. Κάποτε μια λευκή γυναίκα, πλανόδια πωλήτρια καλλυντικών, επισκέπτεται το σπίτι· η Λίβι δελεάζεται αλλά δεν έχει χρήματα. Και ύστερα εμφανίζεται ο Κας, μ’ ένα ινδικό χοιρίδιο στην τσέπη του. Μπορεί, αν δεν εμφανιζόταν εκείνη τη μέρα, να μην τον είχε κοιτάξει έτσι, αλλά ο χρόνος που έρχονται οι άνθρωποι κάνει τη διαφορά. Και ο Σολομών, που είχε χτίσει ένα μοναχικό σπίτι, όπως θα έχτιζε ένα κλουβί, βρίσκεται παγιδευμένος μέσα του, γιατί το σπίτι αναπτύχθηκε έτσι για τον ίδιο, σαν μια μεγάλη πυραμίδα.

Eudora Welty photo

Η σφυρίχτρα έχει τους ως χαρακτήρες δυο απόλυτους αντι – ήρωες, η ιδιότητα των οποίων σπάνια τυγχάνει λογοτεχνικής προσοχής. Δυο ηλικιωμένοι βρίσκονται στο κρεβάτι τους μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα υποφέροντας από το κρύο. Έξω το σκοτάδι είναι αραιό, όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και η φωτιά βγάζει νυσταγμένο ήχο, με το φως της να ανεβοκατεβαίνει εξαντλημένο στον τοίχο. Κάθε βράδυ το ζευγάρι ξαπλώνει τρέμοντας από το κρύο, επικοινωνώντας όπως τα παντζούρια που χτυπάνε στην καταιγίδα. Ίσως η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή πάθος – ποιος ξέρει; Όταν υπάρχει απειλή για μεγαλύτερη παγωνιά, στο Ντέξτερ ακούγεται η μεγάλη σφυρίχτρα. Τότε στις φάρμες ανάβουν τα φώτα από τα παράθυρα και βγαίνουν όλοι τρέχοντας να σκεπάσουν τα φυτά τους με ό,τι διαθέτουν. Ο άντρας τα καλύπτει με το παλτό του, η γυναίκα με το φόρεμα που ζέσταινε το κεφάλι της. Πίσω στο σπίτι, παγωμένοι καίνε τα λιγοστά τους έπιπλα κοιτάζοντας με λαιμαργία τις φλόγες.

welty chopping cotton

Η καταλυτική επίδραση της φύσης, η απλή καθημερινότητα, από τις αυτονόητες χάρες της μέχρι την απελπιστική της μονοτονία, η ζωή του Νότου, το μεγαλείο και η ποταπότητα των ανθρώπων έρχονται και παρέρχονται στις ιστορίες της Γουέλτυ. Άλλοτε τα διηγήματα επικεντρώνουν σε ένα αντικείμενο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια υποτυπώδης πλοκή με πλήθος λεπτομερειών, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της. Για παράδειγμα, Το μωβ καπέλο μιας γυναίκας πυροδοτεί συζητήσεις και ερμηνείες σε ένα μπαρ στην Νέα Ορλεάνη. Το ακουμπά κάτω, κάτω από το επίπεδο του τραπεζιού, στη λέτσικη γερο – αγκαλιά της και αυτός το χαϊδεύει… Φαντάζομαι ότι σ’ αυτή την πόλη υπάρχουν περίεργες μορφές αγάπης, και ποιοι είμαστε εμείς να πούμε με ποιους τρόπους οι άνθρωποι θα μπορούν να βρουν την αγάπη; [σ. 81]

Madonna with coca cola

Όταν η γραφή της γίνεται ποιητική, τότε το διήγημα μετατρέπεται σε κομψοτέχνημα, όπως στο Δεν υπάρχει χώρος για σένα, αγάπη μου [The Bride of Innisfallen]. Μια γυναίκα συναντά έναν παντρεμένο «Ανατολικό επιχειρηματία» και συμφωνούν να περιπλανηθούν με το αυτοκίνητο, νότια της Νέας Ορλεάνης. Η συνύπαρξή των δυο άγνωστων ψυχών κινείται σε συνοικίες που αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά και άλλες που διαιωνίζουν τις τραγικές κοινωνικές ανισότητες. Ο ξένος στη Νέα Ορλεάνη πάντα ξεκινά να φύγει σαν να ακολουθεί οδηγίες σε λαβύρινθο. Περνούσαν μέσα από τους στενούς μονόδρομους, μέσα από το ξέθωρο μωβ από τις κουρασμένες πλατείες, τα καφετιά καμπαναριά και αγάλματα, το μπαλκόνι με τη ζωντανή και πιθανόν φημισμένη μαύρη μαϊμού που κινούνταν πάνω από τα κάγκελα σαν να ήταν πάτωμα αίθουσας χορού, μέσα από δαντελωτά κάγκελα και σιδερένιους κύκνους φρεσκοβαμμένους στα μπροστινά σκαλοπάτια των εξοχικών σπιτιών. [σ. 104]

 Eudora Welty 3

Το διήγημα που κλείνει της συλλογή και της δίνει το όνομά του αφορά την δολοφονία του έγχρωμου ακτιβιστή Μένγκαρ Έβερς τον Ιούνιο του 1963 από έναν λευκό. Η ιστορία έγινε τραγούδι από την Nina Simone [Mississippi Goddam], τον Phil Ochs [Too many martyrs] και τον Bob Dylan [Only a pawn in their game], αλλά εδώ υπάρχει ένα σπάνιο στοιχείο: η Ουέλτυ έγραψε το διήγημα απνευστί, σε μια νύχτα, αμέσως μετά την δολοφονία και πριν την σύλληψη του δράστη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The New Yorker έναν μήνα αργότερα. Η συγγραφέας μετατρέπει τον δολοφόνο σε αφηγητή, που δεν παραληρεί αλλά εκφράζει με τρομακτικά ψύχραιμο τρόπο το μίσος του για τον άλλον. Οι λίγες σελίδες είναι συγκλονιστικές: μοιάζουν με την παράλογη, ωμή ομολογία οποιουδήποτε δολοφόνου ρατσιστή των ημερών μας. Τώρα εγώ είμαι ζωντανός κι εσύ δεν είσαι. Ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δεν θα γίνουμε ίσοι, και ξέρεις γιατί; Ένας από εμάς είναι νεκρός. Τι λες γι’ αυτό; Φρόντισες γι’ αυτό, έτσι;

Εκδ. Ένεκεν, 2015, μτφ. Τούλα Παπαπάντου, σελ. 165, με πεντασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας.

29
Σεπτ.
15

Άννυ Πρου – Μια χαρά είναι κι έτσι

Annie Proux Cover

Η σαγήνη της άγριας ερημιάς

Τι κάνει την πρόζα της Πρου τόσο σαγηνευτική; Ίσως είναι η λογοτεχνικότατη απόδοση της φύσης σε όλες τις εκφάνσεις της· ίσως οι καλλιγραφημένη ιστορίες των έμψυχων και των άψυχων που βρέθηκαν ή φυτεύτηκαν στις εσχατιές ενός κόσμου που πάσχιζε να συνεχίζει να υπάρχει, παρά τις αντιξοότητες μιας ζωής δύσκολης, κάποτε σκληρής και άγριας. Μιλάμε για διηγήματα μεγάλης έκτασης, που συχνά χωρίζονται σε ενότητες· και δεν είναι μόνο αυτή η μορφική διαίρεση που τα απλώνει σε έκταση αλλά και η ίδια η αφήγηση που διακλαδώνεται σε άλλες αφηγήσεις, με δευτερεύοντες ήρωες της αρχικής, σε ιστορίες που στέκουν και ως αυτόνομες αλλά κυρίως συγκολλούνται μετά όλες μαζί, για μια πλήρη απεικόνιση ενός σύμπαντος τόσο μακρινού μας στον χώρο αλλά τόσο κοινού στην ψυχή.

Η συγγραφέας (Νόργουιτς του Κονέκτικατ, 1935, γνωστή στους περισσότερους από Το μυστικό του Brokeback Mountain) γράφει για τους τόπους που φέρει μέσα της, που έζησε και περιτριγύρισε. Και επιχειρεί το δυσκολότερο: να μας τους «δείξει», χωρίς εικόνα αλλά με λέξεις που επάξια την αντικαθιστούν. Στο τέλος οι ιστορίες μοιάζουν ατέλειωτες, πάντα άγριες και μαγικές μαζί, όπως τα αυθεντικά παραμύθια: σκοτεινά και σκληρά. Τέσσερις από τις εννιά ιστορίες μου έμειναν αξέχαστες.

aproulx

Εκείνα τα παλιά τραγούδια, τα καουμπόικα είναι από αυτές: η  ιστορία του Άρτσι και της Ρόουζ ΜακΛάβερτι, ενός νεότατου ζεύγους που χτίζει την καλύβα του στην ερημιά. Ο Άρτσι έχει ως μητρική κληρονομιά δεκάδες παλιά τραγούδια, που πολλαπλασίασε χάρη στην καλόκαρδη Μεθοδίστρια που τον μεγάλωσε, καθώς από τον στάβλο της περνούσαν αμέτρητοι καουμπόηδες κι εκείνος έπιανε με το πρώτο τις μελωδίες τους. Σύντομα ασκεί και ο ίδιος την μονόχορδη φωνή του, θλιμμένη και ξερή, «για να εκφράζει πράγματα αισθητά μα ανείπωτα». Ακόμα και την χάραξη των ορίων του κτήματός του, την επισημοποιεί με τραγούδι. Δεν υπάρχει ευτυχία σαν αυτή του νεαρού ζευγαριού που ζει σ’ ένα σπιτάκι χτισμένο με τα χέρια τους σ’ έναν τόπο πανέμορφο και ερημικό γράφει η συγγραφέας μα ήδη διαισθανόμαστε ότι μπορεί και να μην είναι έτσι. Όταν ο Άρτσι χάνει την δουλειά του ως αγελαδάρης αρνείται να πάει στα ορυχεία και αναγκάζεται να φύγει, περνώντας από ερημιές κίτρινες και ολόισιες σαν παλιά εφημερίδα, για να πιάσει δουλειά σε ράντσο που δεν προσλαμβάνει παντρεμένους.

Τις ξάστερες νύχτες δίχως βροχή το αλύχτισμα των κογιότ λες και ξεπήδαγε από’ να μοναδικό σημείο σαν ίσια γραμμή, οι κραυγές να διασταυρώνονται σαν σύρματα τεντωμένα. Όταν τον ουρανό σκέπαζαν σύννεφα, οι κραυγές απλώνονταν με αλλιώτικη γεωμετρία, αλληλεπικαλυπτόμενες σαν ομόκεντροι κύκλοι από μια χούφτα βότσαλα σε νερόλακκο. Μα πιο συχνά ο αέρας που ξεχείλιζε τον κάμπο μπούκωνε με άμμο τις φωνές, φτιάχνοντας ένα σαν αμμουδερό κλάμα, σπασμένο σε μικρά μόρια ήχου. [σ. 77]

Tennessee Valley Authority, 1942

Η ζωή εκεί δύσκολη και μονότονη, υποκριτική καθώς κρύβει την ιδιότητά του και κοιτάζει τον ορίζοντα απαθής, μα κάθε άνθρωπος έχει κάτι ακριβό στο βάθος αυτού του ορίζοντα· αλλά είναι η επόμενη ενότητα που η μαγεία της γλώσσας υποχρεωτικά ακολουθεί την σκληρότητα της ζωής, που ψυχανεμίζεσαι από τον υπότιτλο – Η Ρόουζ και τα κογιότ. Μαύρα σύννεφα, απόμακρα μπουμπουνητά και η ετοιμόγεννη γυναίκα μόνη και αβοήθητη βυθίζεται στις παραισθήσεις, με ολολύζουσες ικεσίες προς όλους όσους γνωρίζει, και προς τον θεό, τον όποιο θεό, κατόπιν προς όλες τις ποταμίσιες πέτρες και τη νυφίτσα που έκανε φωλιά κάτω από την στέγη, κι ύστερα μόνο ο βυθός μιας μαυροκόκκινης ομίχλης. Αργότερα το παιδί ασάλευτο και γκρίζο, κι εκείνη ματωμένη να μπουσουλάει ως το ποτάμι να το θάψει κι ύστερα στην επιστροφή να ξαπλώνει στο πάτωμα γιατί το κρεβάτι μοιάζει χιλιόμετρα μακριά, «βράχος απόκρημνος που μονάχα τα πουλιά τον φτάνουν». Κι έξω να ακούγονται τα κογιότ στην ερημιά, και να ξέρει ακριβώς τι κάνουν…

Το κλίμα αποδεκατίζει τους γελαδάρηδες, κάποιος γυρνάει κοκαλωμένος, ένα με τη σέλα, σε σημείο μόνο δυο πυρωμένες πέτρες απ’ τον φούρνο να μπορούν να τον ξεπαγώσουν. Αγελάδες καρφωμένες στα αγκαθωτά σύρματα, αντιλόπες παγωμένες σαν αγάλματα, τρένα κολλημένα για βδομάδες στις ράγες – η ζωή στο ράντσο γίνεται ακόμα πιο σκληρή, καθώς η νύχτα βαστά μόνο δυο ώρες κι ο Έρτσι στέλνεται μονάχος του να μαζεύει ό,τι περιπλανώμενο βοοειδές έβρισκε στις ερημιές. Κάποτε έρχεται η σειρά του στην πνευμονία και τότε αρχίζει μια ατέρμονη πορεία επιστροφής, μια αγωνιώδης προσπάθεια να βγει σε αυτή την άγρια φύση για να θεραπευτεί και να βρει την Ρόουζ…

Earp Farm (1) N

Το φασκομηλόπαιδο μας στέλνει στο δρομολόγιο που διέρχεται την Κόκκινη Έρημο αλλά και στις παρακάμψεις που τολμούσαν οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου σε μια εποχή που το Γουαϊόμινγκ ήταν μια αχαρτογράφητη περιοχή. Στο σταθμαρχείο ζει ένα ζευγάρι επιστατών κι ένας ιδιόρρυθμος ασυρματιστής. Μέσα στη μοναξιά της η Μίζπα εστιάζει την στοργή της σ’ ένα σύθαμνο φασκομηλιάς που στο ημίφως του δειλινού παίρνει όψη παιδιού με τα χέρια υψωμένα ικετευτικά, σα να θέλει να σηκωθεί από το χώμα. Το χαϊδεμένο μυριστικό ντύνεται με μια κόκκινη κορδέλα και μοιάζει οριστικά με παιδί, προτού μεγαλώσει τόσο ώστε να μοιάζει πια με άντρα.

Οι στρατιώτες που κοιμήθηκαν ένα βράδυ δίπλα στον θάμνο χάθηκαν, οι υπνόσακοι άδειοι και τα χαλινάρια κρεμασμένα στην φασκομηλιά· περαστικοί, ταξιδιώτες και ζώα εξαφανίζονται. Το ζεύγος μετακομίζει στην Μοντάνα, για να διευθύνει ένα πανδοχείο για ορφανεμένους γελαδάρηδες, αφήνοντας το παλιό αμαξοστάσιο στην άμμο και τα ζιζάνια. Κάποτε μια πολυεθνική εκμετάλλευσης μεθανίου ανοίγει ορυχείο στην περιοχή και χτίζει ένα κοιτώνα για τους εργάτες κοντά στη φασκομηλιά. Οι εργάτες λιποτακτούν μαζικά, ένα φορτηγό μένει με αναμμένη την μηχανή και άφαντο τον οδηγό. Πού καταλήγουν όλα αυτά;

western women

Σε παραπέρα απέραντα σύμπαντα ένα άλλο ζευγάρι, η Έλεν και ο Χάι, αναζητά το δικό του μερίδιο ευτυχίας και αγοράζει μια έκταση στην Αποικία Χάσμα στο Φαράγγι υποκύπτοντας στην πίεση ενός επιχειρηματία που διαλαλεί την μετατροπή έρημων βοσκοτόπων σε χαρούμενα νοικοκυριά. Αλλά εκείνος τους έδειξε το μέρος την άνοιξη, καταπράσινο και γεμάτο αγριολούλουδα, ενώ τώρα μοιάζει με χωματερή γεμάτη μαύρους βάλτους. Η παρασκευή ουίσκυ από πατάτα δεν πιάνει και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν ο Χάι αναγκάζεται να εργαστεί με τον αντιπαθή και βίαιο γαμπρό του εξημερώνοντας άλογα και αργότερα σε ανθρακωρυχείο. Ο Χάι υποφέρει από την απώλεια της φύσης· του λείπουν οι αμμόλοφοι, οι κίσσες που «κεντούν τον μπαλωμένο ουρανό σαν βιαστική βελόνα», η κρυφή ηδονή των σπάνιων οάσεων. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την σαγήνη της άγριας ερημιάς και με την πρώτη ευκαιρία επιστρέφει στα άλογα. Η ίδια αυτή ερημιά θα φανεί σκληρή μαζί του. (Το χάσμα).

Το «κατηγορώ» ενός γαϊδάρου ίσως πλησιάζει πιο γνώριμους κόσμους μας αυτή τη φορά με τον Μαρκ και την Κέιτλιν, που ζουν σ’ ένα τροχόσπιτο που νοικιάζουν στις εκτάσεις ενός ιδιότροπου γερο – καουμπόη. Το  ζευγάρι μοιράζεται την ευφορία των συνεχών περιπλανήσεων στην φύση· απολαμβάνει να ανακαλύπτει νέους τόπους, να πεζοπορεί σε άβατες περιοχές, να ορειβατεί όλο και πιο ψηλά, να πηγαίνει όλο και πιο μακριά. Τα ταξίδια στις ερημιές είναι η ολοκλήρωση του παθιασμένου τους έρωτα. «Η κακοτράχαλη ύπαιθρος, ο συναισθηματικός τους πυρήνας». Κάποτε αισθάνονταν πως αντικρίζανε το τέλος του παλιού κόσμου.

like annie proulx

Ένας έντονος καυγάς αναβάλλει την κοινή τους αναχώρηση για νέες απάτητες εκτάσεις κι εκείνη ξεκινάει μόνη της, διασχίζοντας στοιχειωμένες πολίχνεις ανθρακωρύχων, υπήνεμα και πλατώματα, κατακόρυφους βράχους και κατάφυτες πλαγιές. Ακολουθούν σελίδες μοναδικής περιγραφής κάθε περιβάλλοντος και άλλες τόσες αγωνίας και παραίσθησης, καθώς παγιδεύεται τραυματισμένη στην μέση του πουθενά. Είναι η ίδια φύση που σαγηνεύει και παγιδεύει και είναι η ίδια φύση που τιμωρεί δίκαια, όπως κάνει αλλού σ’ έναν αυγοσυλλέκτη που επιχειρεί να κλέψει το αυγό ενός ερωδιού – το ράμφος του πουλιού του τρύπησε μάτι και μυαλό.

Είμαι βέβαιος ότι η συγγραφέας έχει χαθεί στις σελίδες των Γουίλιαμ Φώκνερ και Κόρμακ ΜακΚάρθυ, Μαρκ Τουέιν και Σαμ Σέπαρντ και ότι έχει συνεπαρθεί από λαϊκές διηγήσεις, γουέστερν ιστορίες, μαύρα παραμύθια και ραψωδίες της ερήμου· αλλά και το ίδιο βέβαιος πως έχει φτιάξει χρόνια τώρα την δική της ιδιαίτερη γραφή. Και καμία ταινία δεν θα μπορούσε να αποδώσει την πρόζα της Πρου.

annie_proulx1_

Εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Αύγουστος Κορτώ, 2014, 247 σελ. [Annie Proulx, Fine just the way it is, 2008]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 191, με τίτλο True West, για να ξαναθυμηθούμε κι εκείνο το τραγούδι.

27
Οκτ.
14

Philip Roth – Το θέατρο του Σάμπαθ

Roth 1Ο έρωτας ως κουκλοθέατρο, οι εραστές ως μαριονέτες

Τα πρώτα δεδομένα: ακόλαστος δεσμός δεκατριών χρόνων. Οι κρυφοί εξωσυζυγικοί σύντροφοι: η Κροάτισσα Ντρένκα Μπάλιτς, δημοφιλής σύντροφος του πανδοχέα Ματίγια στη δουλειά και στο γάμο και ο ξεχασμένος μαριονετίστας Μίκι Σάμπαθ· Δραπέτης από το «χαμογελαστό τέρας» του τιτοϊκού καθεστώτος, με τις ενοχές δυστυχισμένου θανάτου των γονέων της η πρώτη, βεβαρημένος με την απώλεια του στρατιωτικού αδελφού του Μόρτι ο δεύτερος. Ο εξηντατετράχρονος άντρας έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τους ζωντανούς – του αρκεί άλλωστε η διαρκής παρουσία της φασματικής μορφής της μητέρας του· η συνομιλία με την νεκρή είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Η πενηνταδυάχρονη γυναίκα, από την άλλη, επιμένει στην συμφωνία περί μονογαμίας στην θυελλώδη τους σχέση, ιδεολογική διαφωνία που καλύπτουν οι αναμενόμενες ροθικές σελίδες περί πίστης. Έξω από τον γάμο σου θες μονογαμία και μέσα πολυγαμία

Sailor-and-Girl_-1923-Otto-DixΕκείνη μοιάζει με τα πήλινα εδώλια της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας, γεμάτη και πλουσιόστηθη, εκείνος κοντός βαρύς γενειοφόρος με τεράστια μύτη προκαλεί και απολαμβάνει τα αρνητικά βλέμματα παντού. Όμως οι φυσικές καρικατούρες του ζεύγους ωχριούν μπροστά στον πραγματικό διονυσιασμό της σχέσης τους. Η απόλαυση της σωματικής τους δέσμευσης δεν έχει όρια. Μπορούν να προσδώσουν ερωτική υπόσταση στα πάντα, εκτός από τους συζύγους τους. Ο Σάμπαθ επιθυμεί να γνωρίζει κάθε σπιθαμή της πρότερης ερωτικής ζωής της, εκείνη γίνεται πόρνη του, ικανοποιώντας όλες του τις επιθυμίες με το αζημίωτο. Σε μια από αυτές, η πρόσκληση μιας νεαρότερης γυναίκας τους οδηγεί σε μια σχεδόν … μόνιμη σχέση με μια τρίτη σύντροφο, την νεαρή γερμανίδα Κρίστα. Ίσως όχι τυχαία, η γνωριμία τους έχει ως υπόκρουση Body and Soul από το τρίο του Μπένι Γκούντμαν.

Αυτός ο αυτάρκης οργιασRoth 2τής, αυτός ο δάσκαλος της απόκλισης από την κανονικότητα» χάνει τον κόσμο κάτω (και μέσα) από τα πόδια του με τον θάνατο της Ντρένκα. Ακόμα και νεκρή εκείνη η γυναίκα συνεχίζει να του αιχμαλωτίζει το μυαλό και να του ορίζει την λίμπιντο· φτάνει στο σημείο να πηγαίνει και να … ξεσπάει ερωτικά πάνω στον τάφο της, κάνοντας μάλιστα μια παγωμένη διαδρομή έξω απ’ την πόλη. Ο έρωτας ως θρίαμβος επί του θανάτου; Ο σεξουαλισμός ως απόλυτη δύναμη ζωής; Η ζωώδης ενστικτότητα ως απόλυτη κυρία του εαυτού μας; Ή, αντίστροφα, η αποδοχή εκείνου που πάντα επικρατεί στο τέλος; Γιατί η σύμπλεξη έρωτα και θανάτου, μόνιμη έγνοια της λογοτεχνίας και ακατανόητος δεσμός στην καθημερινότητα, απασχολεί τον Ροθ μέχρι εμμονής.

Otto-Dix-Old-loversΌπως πάντα, η πρόζα του συγγραφέα περιέχει καλά μοιρασμένες δόσεις πλοκής και σκέψης, ιστορίας και προβληματισμού, εκείνου που εκχέεται από έναν άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να ζήσει όπως επιθυμεί. Σε κάθε σελίδα η ανάγνωση μας αφήνει αμφίθυμους, καθώς τη μια στιγμή μας δοκιμάζει με κοινότοπες ερωτικές περιγραφές, χρησιμοποιώντας ενίοτε ροζ μελάνι, και την επόμενη αφήνει τον χαρακτήρα του να δοκιμάζεται πάνω στους οριακούς συλλογισμούς της ζωής. Κι εμείς κάθε φορά μένουμε γυμνοί, όπως και οι χαρακτήρες του Ροθ στις επί κλίνης πάλεις τους, μένουμε να κρίνουμε τι θα διαλέξουμε και τι θα αφήσουμε (από τη γραφή του δημιουργού του; από τη ζωή του χαρακτήρα του;). Ακόμα κι όταν τα όρια ξεχειλίσουν, ο Ροθ μας έχει ήδη δείξει ότι δεν υπάρχουν όρια – σίγουρα όχι στις πειστικότατες ιστορίες των βιβλίων του.

kokoschka1Το τρομερό με τον Σάμπαθ είναι ο τρόπος που περιγελά οτιδήποτε τον βασανίζει, μέχρι να το κάνει δικό του και να το αντιμετωπίσει εκ των έσω. Αλλά είναι τόσα πολλά εκείνα που τον διαολίζουν: οι ματαιωμένες οικογένειες, οι ματωμένες οικογένειες, τα όρια και «η παραβίαση του ιερού μυστηρίου της ερωτικής απιστίας», το θέατρο στη ζωή αλλά και η ζωή ως θέατρο, η αυτοχειρία, πρώτα ως παράδειγμα ενός φίλου και ύστερα ως λογικό ενδεχόμενο μπροστά στην αποδοχή του τέλους της ηδονής.

lovers-openΚι όσο κι αν αυτός μοιάζει ο απόλυτος πρωταγωνιστής στη σκηνή της ζωής του, είναι οι γυναίκες εκείνες που την στοιχειώνουν, είτε ως μαριονέτες του είτε ως παίκτριες σ’ ένα θέατρο όπου δεν επιλέγουμε όλους τους ρόλους μας. Η πρώτη του γυναίκα, Νίκη, δοκιμάστηκε στο θεατρικό σανίδι αφού πρώτα υπήρξε μαθητευόμενή του στα μυστήρια και τους ρόλους τη ζωής, αλλά την κατάπιε όπως καταπίνει το σκοτάδι τον ηθοποιό που φεύγει από τη σκηνή. Η δεύτερη γυναίκα του, Ροζάνα, επέλεξε άλλου είδους χάσιμο, εκείνο της αλκοολικής καταβύθισης και ανέλιξης προς μια νέα ζωή. Μια τρίτη γυναίκα θα αποτελέσει την τελευταία ζωοφόρο πρόκληση ή μια ύστατη φάρσα στη συναυλία του Πανός.

Καθώς ο Σάμπαθ πραRoth 3γματοποιεί πλέον την τελευταία του κάθοδο, όχι μόνο στις αβύσσους της ηδονής, που βλέπει σιγά σιγά να χάνονται από το άσπλαχνο πέρασμα του χρόνου, αλλά και στην ίδια την απώλεια και στα μεγάλα ερωτήματα που χάσκουν κάθε φορά που χάνουμε τα πάντα. Μένει η οριστική συνειδητοποίηση (κάποτε και μέχρι απόλυτης βίωσης) ότι οι πιο μανιασμένοι για ζωή μπορεί είμαστε ενορχηστρωτές στο δικό μας κουκλοθέατρο, αλλά πάντα θα υπάρχουν οι μαριονέτες εραστές που θα παίζουν μόνοι τους. Και πάντα τα κυριότερα νήματα θα τα κινεί άλλος. Ποιος άλλος συγγραφέας μας έχει προετοιμάσει τόσο πολύ στα ανομολόγητα και τα ανεπιθύμητα;

Εκδ. Πόλις 2013, μτφ. Α. Βαχλιώτης, θεώρηση μετάφρασης Κατερίνα Σχινά, με 202 σημειώσεις της επιμελήτριας, 614 σελ. [Sabbath’s Theater, 1995]

Δημοσίευση και σε: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 167 / Love will tear us apart.

19
Αυγ.
14

Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].

22
Ιον.
14

Nancy Huston – Ίχνη ρήγματος

Τέσσ1ερις εξάχρονοι αφηγητές με μοιρασμένα φύλα και διαφορά είκοσι ετών ο ένας από τον άλλον, με ευθεία κληρονομική διαδοχή μεταξύ τους και αντίστροφη χρονική πορεία [2004, 1982, 1962, 1944 – 1945]: ιδού ο ευρηματικός καμβάς όπου η εξαιρετική καναδή συγγραφέας πλέκει το αριστουργηματικό της μυθιστόρημα και εμπλέκει την Ιστορία μέσα στα πόδια και τις [α]συνειδήσεις τους. Ο λόγος τους διαφέρει αλλά έχουν ένα κοινό σημείο: είναι ανελέητοι παρατηρητές, με την κυνικότητα των παιδιών που γνωρίζουμε και την ειρωνεία με την οποία μας ακτινογραφούν και την οποία καθόλου δεν γνωρίζουμε.

 Σολ, 2004: Ο εξάχρονος αφηγητής είναι ευτυχής που ο Θεός τον ευνόησε: γεννήθηκε στην πλουσιότερη πολιτεία της πλουσιότερης χώρας του κόσμου, που είναι εξοπλισμένη με το τελειότερο οπλικό σύστημα, ο Μπους είναι φίλος αυτού του Θεού και μάλλον κυκλοφορούν μαζί με καουμπόικες μπότες σε κανένα παραδείσιο ράντσο. Οι τριαντάρηδες γονείς του μικρού έχουν, όπως παρατηρεί ο ίδιος, περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ό,τι παιδιά, και συμβίβασαν τις θρησκευτικές τους διαφορές με κοινή επιλογή τον προτεσταντισμό, που δέχεται και το χάπι που τον κράτησε μοναχογιό. Εφόσον ο μπαμπάς βρίζει τους Ιρακινούς στην τηλεόραση, ο μικρός ανακάλυψε το anafilito.net, που είναι γεμάτο βιασμούς κοριτσιών και αγοριών από το Ιράκ. Για να μην είναι μόνος του οι γονείς του αγόρασαν ωραία ηλεκτρονικά παιχνίδια, αλλά ο ίδιος όταν κλείνεται στο δωμάτιό του καταβροχθίζει το Google για μια ιδέα του κόσμου. Όλα τα έχει εκεί: καρτούν, σεξ, τρόπους να κάνουμε τους Ιρακινούς να πιστέψουν στον Ιησού, εικόνες της βασιλείας του Μπους και του Σβαρτζενέγκερ. Όταν βαρεθεί παίρνει τα Playmobil, τα στοιβάζει σε πυραμίδες όπως στο Αμπού Γκράιμπ, τα κρεμά από το ρεύμα και τα υποχρεώνει να συνουσιάζονται.

Author Nancy Huston at the Melbourne Writers' Festival.Friday 31 August 2007.Ο μικρός, βέβαιος για την ανωτερότητά του ανάμεσα σε ανήλικους και ενήλικους, δέχεται διαρκώς τις διαβεβαιώσεις του πατέρα του πως ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας περιλαμβάνει θανάτωση όλων των κατοίκων εκείνης της μακρινής χώρας. Ευτυχώς ο ίδιος δεν χρειάζεται να πολεμήσει: η εταιρεία του έχει επαρκή συμμετοχή στην εξολόθρευσή τους. Ήδη από το πρώτο αυτό μέρος ανοίγει ένα πρώτο βαθύ ρήγμα που δεν βρίσκεται μόνο κάτω από την ήρεμη επιφάνεια αμέτρητων οικογενειακών ζωών αλλά και μαυρίζει ένα μεγάλο κομμάτι συλλογικής ιστορίας: η εκ μέρους της γιαγιάς Σέιντι αναφορά στην Πηγή Ζωής, το ναζιστικό πρόγραμμα «γερμανοποίησης» παιδιών από Πολωνία, Ουκρανία και τις βαλτικές χώρες και ανατροφής τους από γερμανικές οικογένειας προς αναπλήρωση των νεκρών της νέας γενιάς. Η οικογένεια πηγαίνει να την συναντήσει στην Νέα Υόρκη – άλλη μια ευκαιρία για τον νεαρό μεγαλομανή να παρατηρήσει νέους τόπους και την αινιγματική φυσιογνωμία της Σέιντι.

2491287902_e6ef4d15c9Ράνταλ, 1982: Όπως κάθε ενήλικος, έτσι και ο πολεμοχαρής πατέρας του Σολ υπήρξε κάποτε παιδί, και είναι τώρα η σειρά της δικής του αφήγησης, ως εξάχρονου βλαστού των αρχών της δεκαετίας του ’80. Η μητέρα του Σέιντι δίνει διαλέξεις ανά τον κόσμο με θέμα το Κακό, έχει ασπαστεί τον εβραϊσμό και έχει αφιερωθεί σε σημείο εμμονής στην έρευνα της σχέσης της μητέρας της με την Πηγή Ζωής. Στα εσωτερικά της, αγωνίζεται να είναι όμορφη κάθε ώρα και στιγμή, είναι σκληρή με τον εαυτό της και είναι διαρκώς φευγάτη από το σπίτι. Ο πατέρας του είναι άνεργος συγγραφέας και αντίθετος με την σύγχρονη εβραϊκή πολιτική. Δεν μπορούμε να χτίσουμε το μέλλον μας αν δεν γνωρίζουμε την αλήθεια για το παρελθόν μας λέει εκείνη, φτάνουν τα δάκρυα και οι στεναγμοί, δυο χιλιάδες χρόνια, φτάνει! Θα γράψω ένα έργο με τίτλο Το Τείχος των Τρελών Γέλιων, ένα ιερό μέρος όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να παρηγορούνται λέγοντας αστεία και γελώντας. Η Εκκλησία της ιλαρότητας και της ευθυμίας, λέει εκείνος.

nancy-hustonΗ οικογένεια μετακομίζει στην Χάιφα – ακολουθούν εξαιρετικές σελίδες περιγραφής της πόλης και του ευρύτερου κλίματος. Είναι η εποχή της ισραηλινής επέμβασης στο Λίβανο, μπροστά στην οποία ο πατέρας του συγκλονίζεται ενώ η μητέρα του εθελοτυφλεί. Ο μικρός Ράνταλ ερωτεύεται μια μικρή Παλαιστίνια που τον απορρίπτει ακριβώς λόγω της καταγωγής του και εκείνος στο πρόσωπό της πλέον εχθρεύεται ολόκληρο τον αραβικό κόσμο. Τα λόγια της: Εβραίοι τέλος. Και εσύ τέλος. Η μητέρα σου τέλος, ο πατέρας σου τέλος, όλοι είσαστε ένοχοι και θα είστε για πάντα εχθροί μου. Δεκαεννιά μέλη της οικογένειάς μου ζούσαν στη Σατίλα.

tumblr_lak21rvsF01qalq4so1_400Σέιντυ, 1962: άλλο ένα εξάχρονο παιδί που είναι εκ γενετής καταδικασμένο να ζει στη σκιά των γονέων του, αυτή τη φορά υπό την ακτινοβόλο παρουσία της τραγουδίστριας Έρρα που ακολουθεί το ελευθέριο ρεύμα της εποχής, προτιμάει τους τους μπίντικς από την εκκλησία και φεύγει την Κυριακή του Πάσχα για πρόβα. Η μικρή αναρωτιέται αν το όνομα Sadie αναφέρεται στον σαδισμό ή στη λύπη και καταλήγει στο δεύτερο, καθώς «κάθε μέρα έχει το δικό της άρωμα θλίψης»· αγωνίζεται να μην γίνει βάρος στην μητέρα της, την ακολουθεί στο διαμέρισμά της όπου έξι άγνωστοι καπνίζουν, φλυαρούν και γελούν, υποφέρει μέσα στον ασφυκτικό κόσμο του πιάνου και του χορού, ζει κι αυτή μια οριακή μετακόμιση, από το Τορόντο στη Νέα Υόρκη, καλείται να αποδεχτεί ένα νέο πατέρα και ακόμα περισσότερους φίλους του ζεύγους των καλλιτεχνών, πιέζεται να ενηλικιωθεί. Έξω η Μαίριλυν αυτοκτονεί, ο Ψυχρός Πόλεμος θερμαίνεται και το σκοτεινό παρελθόν της γιαγιάς της Έρρα βρίσκεται όλο και πιο κοντά στο φως αι ξεχύνεται στο ολόδικό της τέταρτο κεφάλαιο, Κριστίνα, 1944 – 1945 και στην ανατροφή της από την Πηγή Ζωής.

nancy_huston_2Είναι απίστευτα καθαρός ο τρόπος με τον οποίο οι «μικροί» αφηγητές βλέπουν τις αθλιότητες των γονέων τους, τις οποίες φυσικά ως ενήλικοι αναπαράγουν ή τροποποιούν. Ο λόγος αυτών των παιδιών της εποχής τους είναι εκτός από απολαυστικός και σοκαριστικός, με μια δηλητηριώδη ευφυΐα που βασίζεται στην απόλυτη λογική σκέψη που διδάχτηκαν – και που βλέπουν βήμα βήμα να διαλύεται από τους «μεγάλους». Βέβαια, για να λέμε και του στραβού το δίκαιον, δεν μπορούμε τους μισούς συγγραφείς να τους κατηγορούμε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούν για τους χαρακτήρες τους – ιδίως όταν πρόκειται για παιδιά – δεν ταιριάζει με την ηλικία τους, και σε άλλους να το αποδεχόμαστε. Όπως και στο υπέροχο Paradiso του Χοσέ Λεσάμα Λίμα, έτσι κι εδώ, ο διεισδυτικός αυτός λόγος αποδεκτός ως εξαιρετικό συγγραφικό εύρημα και όχι ως μια αληθοφανής συνθήκη.

nancy_huston_5Οι άγνωστες παρενέργειας της Ιστορίας και των «συμβάντων» εκείνων που δεν καθόρισαν μόνο τις ζωές των λαών που ενεπλάκησαν άμεσα αλλά και των απογόνων τους, που ζουν γεμάτοι από τα θραύσματά τους, τα φέρουν στο σώμα τους, κάποτε δεν διακρίνονται με γυμνό μάτι, αλλά βρίσκονται πάντα εκεί – ιδού τα ίχνη του ρήγματος. Οι όψεις της οικογενειακής ζωής, οι αυταπάτες της παιδικής ηλικίας, η μαθητεία στον σκληρό κόσμο, η προτίμηση του ψέματος από την αλήθεια, ο διχασμός ανάμεσα στην εθελοτυφλία και τον κυνισμό, η ευκολία στην κατασκευή των πάσης φύσεως ταυτοτήτων μας, το δίλημμα αν προχωρούμε μπροστά στη ζωή που συνεχίζεται ή οφείλουμε να ανακαλύπτουμε το παρελθόν, όλα τίθενται στο έξοχο αυτό μυθιστόρημα.

Εκδ. Άγρα, 2008, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, σελ. 365 με δισέλιδο σημείωμα της συγγραφέως [Nancy Houston – Lignes de faille, 2006].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, σε: Βιβλιοπανδοχείο, 158 / Suffer little children.

29
Μαρ.
14

David Sedaris – Ας συζητήσουμε για το διαβήτη με κουκουβάγιες

Γύμνωμα ΑΣ ΣΥΖΗΤΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΙΑΒΗΤΗ_2μέχρι ξεκαρδίσματος

Παρ’ όλα αυτά αισθάνθηκα αυτό το κάτι μεταξύ μας, όχι απλώς πόθο, αλλά ένα είδος στιγμιαίου έρωτα, κάτι που μπορεί, σαν τα στιγμιαία δημητριακά, να φτιαχτεί σε μερικά λεπτά και είναι εξίσου θρεπτικό με το πρωτότυπο. Θα φιληθούμε….τώρα, σκεφτόμουν διαρκώς. Και μετά, Εντάξει…τώρα. Και η κατάσταση συνεχιζόταν έτσι… [σ. 152]

To απραγματοποίητο ειδύλλιο που δεν λαμβάνει χώρα αφορά τον αιωνίως αυτοσαρκαζόμενο αφηγητή και τον Μπασίρ, σιδηροδρομική γνωριμία στο ταξίδι Ρώμη Μπρίντιζι κάποτε στα 80’ς – αλλά προφανώς κάτι θυμίζει σε όλους μας. Τώρα το ξαναφέρνει στο νου του αφηγούμενος μια άλλη αποτυχημένη μικροσχέση στο τρένο από το Ράλεϊ για το Σικάγο. «Ένας άντρας μπαίνει στο μπαρ ενός τρένου», όπως αναφέρεται και στον τίτλο του σπαρταριστού διηγήματος, λοιπόν· στο μπαρ όπου αρχικά οι φωνές φαίνονται εύθυμες, με τον ζεστό τόνο μεταξύ των ξένων που γίνονται φίλοι. Προοδευτικά βέβαια οι πότες χάνουν τις λέξεις τους για να καταλήξουν τελικά με αλλήθωρα μάτια στον ακατάληπτο μονόλογο που περνιέται για μεθυσμένη ειλικρίνεια.

Αλλά ο εξομολόγος μας πάντοτε David_Sedaris 2ένιωθε μια έλξη για ανθρώπους που μοιάζουν κατεστραμμένοι ακόμα κι αν τα πράγματα που έχουν κοινά είναι όλα καταθλιπτικά.  Έτσι η γνωριμία με τον Τζόνι: συζητούν αν η μητέρα του τού κάνει έκπτωση στα ναρκωτικά, στριφογυρίζουν το πλαστικό ποτήρι με τη βότκα σαν να είναι κάποιο εκλεκτό κονιάκ και αναζητούν μια αξιοπρεπή τουαλέτα να τα πιουν και να τα πουν με την ησυχία τους, ενώ στα ενδιάμεσα ένας μαύρος θαμώνας εκτοξεύει στην ομήγυρη μερικά θανατηφόρα ανέκδοτα. Κι όταν οι ευκαιρίες χάνονται, δεν μένει παρά να φιλοσοφήσεις τα γλυκόπικρα και τα ελεεινά:

Όταν είσαι νέος, εύκολα πιστεύεις ότι μια τέτοια ευκαιρία θα εμφανιστεί ανά. Αντί για ένα Λιβανέζο στην Ιταλία, ίσως συναντήσεις έναν Νιγηριανό στο Βέλγιο ή έναν Πολωνό στην Τουρκία. Πείθεις τον εαυτό σου ότι αφού ταξίδεψες μόνος στην Ευρώπη φέτος το καλοκαίρι, θα μπορούσες σίγουρα να το κάνεις πάλι του χρόνου και του παραχρόνου. Φυσικά δεν γίνεται έτσι και, προτού το καταλάβεις, είσαι πλέον ένα όχι και τόσο νεαρό, άνεργο ξωτικό, τόσο απελπισμένος για αγάπη, που περνάς την βραδιά σου ποθώντας έναν στρέιτ αλκοολικό. [σ. 153]

ds3Ο Σεντάρις είναι ένας ανεξάντλητος χιουμορίστας· θαρρείς και ο σάκος με τις ιστορίες του δεν τελειώνει ποτέ. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για ιστορίες που αν δεν είναι, σε πείθουν πως είναι προσωπικές οικογενειακές, επαγγελματικές, ερωτικές, κοινωνικές, και που όπως σωστά μαντεύετε καταλήγουν σε ματαιώσεις, αποτυχίες, ήττες μεγαλειώδεις – ή έτσι ισχυρίζεται. Μόνο που στα ενδιάμεσα ο αυτοσαρκασμός φτάνει σε θεαματικά υψίπεδα, προκαλώντας το γέλιο – ομολογώ πως τα τελευταία χρόνια είναι ο μόνος που με κάνει σταθερά να γελάω σχεδόν σε κάθε του διήγημα – ενώ οι περιγραφές καταστάσεων και συμπεριφορών μετατρέπονται σε ευφυή ανέκδοτα.

David_SedarisΕίναι, άραγε, όντως αυτοβιογραφικές οι σπαρταριστές διηγήσεις του; Αν είναι έτσι, τότε είναι απορίας άξιον πώς επιβίωσε στον κωμικοτραγελαφικό κόσμο που περιγράφει. Ο πατέρας του αποτελεί μια ιδιαίτερη μορφή αυτού του κόσμου. Στους «Τόπους ευτυχίας» επιμένει μέχρι εμμονής στην κολονοσκόπηση που οφείλει να κάνει ο γιος του, κατορθώνοντας να την εντάξει σε κάθε είδους συζήτηση, αλλά είναι στους «Κύκλους της μνήμης» που τα παιδικά τραύματα μπορούν σήμερα να γράφονται και διαβάζονται απολαυστικά, χωρίς ίχνος θλίψης. Εδώ ο συγγραφέας επιστρέφει στην ηλικία των έντεκα, στο μίζερο κάντρι κλαμπ του Σαββατοκύριακου, με την πισίνα («λάκκοι με χλώριο, χημικά μπάνια»), τα γελοία μετάλλια, τους μισομεθυσμένους γονείς που φωνάζουν ενθαρρυντικά και τον τυπικό πατέρα που εκθειάζει τον καλύτερο αθλητή εις βάρος του γιου του. Η συμπεριφορά του δεν αλλάζει ούτε τα επόμενα χρόνια: όταν ο συγγραφέας τον ενημερώνει για την πρωτιά του βιβλίου του στους Times, ο πατέρας του αντιτείνει πως δεν είναι πρώτο στη λίστα του Wall Street Journal. Αιώνιοι ανθρωποφάγοι και τεκνοφάγοι γονείς! Μέχρι και ήρωες ωραίων διηγημάτων γίνεστε! Κι ας περιπλέκονται τα πράγματα όταν μεγάλο μέρος του βιβλίου εκείνου έχει να κάνει μ’ εσένα και με το πόσο γελοίος μπορείς να είσαι.

dsΣτο διήγημα «Μια φιλενάδα από το γκέτο» ο ήρωας είναι τηλεφωνητής σε γραμμή αλληλοβοήθειας, που όπως σωστά ίσως μαντέψατε, επιχειρεί να χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την δική του βοήθεια, και κυρίως για να ακούσει όσο πιο μίζερες καταστάσεις γίνεται ώστε να αισθανθεί καλύτερα. Η ίδια νοοτροπία των ωθεί να συνάψει σχέση με την Ντελίσια, την ευτραφή μαυρούλα της γειτονιάς του, με μερικές ενδιαφέρουσες συνέπειες. Το Καναδικό Σύστημα υγείας μοιάζει με γενοκτονία, αλλά τα ευρωπαϊκά συστήματα είναι ακόμα χειρότερα, μας προετοιμάζει ο αφηγητής στους «Οδοντίατρους χωρίς σύνορα». Ας τον φέρουμε και κατά δω, θα γράψει ολόκληρη συλλογή μόνο στα νοσοκομεία μας. Εδώ ο ασθενής, εθισμένος στην ελεεινή ιατρική συμπεριφορά, ανησυχεί όταν του φέρονται ευγενικά και όλα πάνε καλά. Αναζητά κάποιο πτυχίο κρεμασμένο στον τοίχο, απορεί μήπως το Γιατρός είναι απλά το μικρό τους όνομα και επιθυμεί τις γνωστές ακατανόητες και εντυπωσιακές λέξεις που χρησιμοποιούν οι γιατροί ώστε να νοιώσει σημαντικός και τραγικός.

David-S__5«Ο συγγραφέας» περιγράφει τις περιοδείες προώθησης ενός βιβλίου, όπου ο καθένας πλέον χρησιμοποιεί την φωτογραφική μηχανή του κινητού – εφόσον υπάρχει, κάπου πρέπει να την στρέψουν. Πρώτη έκπληξη για τον τιμώμενο αποτελούν οι παρόντες έφηβοι, που αντί να καπνίζουν μπάφους μέσα σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο ή να μένουν έγκυες στο παράσπιτο του γείτονα, προτιμούν να ακούσουν έναν μεσήλικα άντρα να διαβάζει δυνατά. Μπροστά δε στην αναγνώστρια που τον ενημερώνει πως εργάζεται με παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, εκείνος ρωτάει: Δεν είναι όμως πολλοί από τους μαθητές σου απλώς μαλάκες; Είναι εμφανές πως ο Σεντάρις έχει γράψει τις θεωρίες περί πολιτικής σωστότητας στα παλιά του τα μολύβια.

David_Sedaris_2_2014Μαρκ Τουέιν, Μπορίς Βιαν, Γούντι Άλλεν, Ντόροθι Πάρκερ, αλλά και ολόκληρη η σειρά των φλεγματικών βρετανών κωμικογράφων, όπως και η εκλεκτή ομήγυρη των αμερικανών κωμικών της σκηνής, όλοι έχουν επηρεάσει τον Σεντάρις που έχει όμως εξαρχής κατασκευάσει μια δική του χιουμοριστική γραφή που σε εκπλήσσει σε κάθε γύρισμα της παραγράφου. Ο ελληνοαμερικανός κάτοικος της Αγγλίας χειρίζεται περίτεχνα την ειρωνεία, βγάζει διαρκώς ατάκες από την τσέπη του και τις πετάει σαν σαΐτες, καυτηριάζει καλόπιστα και τρυφερά, απομυθοποιεί ολοκληρωτικά, ξεγυμνώνεται ελεύθερα – Γυμνός άλλωστε είναι και ο τίτλος παλαιότερης συλλογής του.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 151 υπό τον τίτλο Laughing clowns.

Εκδ. Μελάνι, 2014, μτφ. Μυρσίνη Γκανά, σελ. 209 [Let’s explore diabetes with owls, 2013]

14
Φεβ.
14

Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ – Ένας φίλος του Κάφκα και άλλες ιστορίες

1Στα βάθη των ανθρώπινων αντιφάσεων

Αν υπήρχε όντως ένα επέκεινα, αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη σκαιότητα. Γιατί να θυμάται μια ψυχή όλη την αθλιότητα της ύπαρξής της; Γιατί είναι τόσο υπέροχο η ψυχή του πατέρα μου να συνεχίσει να ζει και να θυμάται πώς ακριβώς σούφρωσε τα λεφτά ο συνεργάτης του, πώς καταστράφηκε το σπίτι του από πυρκαγιά, πώς η αδερφή μου η Μίρελε πέθανε στη γέννα, και ύστερα τα γκέτο, τα στρατόπεδα και τους φούρνους των Ναζί. Αν στη φύση υπάρχει έστω και η παραμικρή δικαιοσύνη, βρίσκεται στην εξάλειψη του πνεύματος όταν το σώμα σαπίζει. Δεν μπορώ να κατανοήσω πώς γίνεται κανείς να σκέφτεται διαφορετικά [σ. 128].

Τα λόγια της Φρέιντλ, πρώην μαθήτριας και κρυφού έρωτα του αφηγητή, που επιστρέφει στο Τελ Αβίβ το 1955 ως καταξιωμένος γίντις συγγραφέας και επιχειρεί να ξανασυνδεθεί με την παλαιά του ζωή, είναι ενδεικτικά της εσωτερικής μεταστροφής της σύγχρονης εβραϊκής ψυχής. Κατά την μεσονύκτια περιπλάνηση στην πόλη με το αυτοκίνητό της, ο χρόνιος ανεκπλήρωτος έρωτάς τους τ2ίθεται σε δεύτερη μοίρα και αμφότεροι αναζητούν απαντήσεις απέναντι στην πεζή, απογοητευμένη τους ζωή. Απογοητευμένη από τα κιμπούτς «που έχουν όλα τα λάθη του κομμουνισμού και του καπιταλισμού μαζί», τον γάμο της, καθώς «δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος απ’ το να αγαπιέσαι από ένα βλάκα» και την κόρη της, που ακολουθεί τυφλά έναν μέντορα, η Φρέιντλ υποστηρίζει ότι, μετά από όλα όσα συνέβησαν στους Εβραίους, «πρέπει να είναι κανείς εντελώς ηλίθιος για να πιστεύει στο Θεό και σ’ όλα αυτά τα φληναφήματα. Άλλωστε, η πίστη σε έναν ελεήμονα Θεό αποτελεί τη χειρότερη προδοσία προς τα θύματα. Δεν χρειάζεται να’ σαι ψυχολόγος για να καταλάβεις τι ακριβώς αναπληρώνει μια τέτοια πίστη». Η παράλληλη οδική και ψυχική περιπλάνηση καταλήγει στο μονόδρομο τέρμα των κιμπούτς όπου βιώνεται η έσχατη οικογενειακή απογοήτευση («Ο μέντορας»).

3Αυτή είναι μία από τις γοητείες του Σίνγκερ: την ίδια στιγμή που αποθεώνει μια ακλόνητη βεβαιότητα (θρησκευτική, πολιτισμική, προσωπική) την επόμενη την αποκαθηλώνει, γυμνώνοντας με κυνισμό τις έκθετες πλευρές της. Τόσο στα μυθιστορήματα (ιδίως στα «Σκιές στον ποταμό Χάντσον» και «Σκλάβοι. Μια ερωτική ιστορία») όσο και στα διηγήματα, κυρίως τα εκτενή, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η εβραϊκότητα συνυπάρχει με την αμφισβήτησή της, η θρησκευτικότητα με τον σαρκασμό της, ο ερωτισμός με την ενοχική απομόνωση, η αδηφαγία του πνεύματος με την δίψα του σώματος. Οι χαρακτήρες του την μία στιγμή ανταλλάσουν ερεθιστικότατους διαλόγους για τα πιο βαθειά θέματα και την επόμενη διολισθαίνουν σε ποταπές συμπεριφορές ή αναλώνονται σε χαμερπείς σκέψεις. Ακόμα κι όταν ο εκφραστής των αντιφάσεων δεν είναι ο ίδιος ο αφηγητής αλλά κάποιος συνομιλητής του, ο πρώτος παραδέχεται πως μοιράζεται τις ίδιες βασανιστικές αβεβαιότητες.

4Ένας μέρος των ιστοριών του συγγραφέα αντλεί από το ανεξάντλητο απόθεμα του προγονικού πολιτισμού, επιστρέφοντας σε βάθος χρόνου και σε περίκλειστες επαρχίες. Αλλά τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματά του είναι εκείνα που αφορούν τους σύγχρονούς του εβραίους, κατά την νέα τους ζωή στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Μια απολαυστική ενδεικτική ιστορία είναι «η καφετερία», ένα στέκι στο άνω Μπρόντγουεϊ όπου συχνάζει ένας γίντις συγγραφέας, μια τυπική αφηγηματική περσόνα του Σίνγκερ. Σε αυτό τον τόπο, που συχνά παρομοιάζει με το γειτονικό γραφείο τελετών, «είδος καφετερίας και αυτό, όπου παίρνει κανείς μια ευλογία στα γρήγορα ή ένα καντίς στο δρόμο του προς την αιωνιότητα», γνωρίζει την Εσθήρ, μια γυναίκα που έχει επιστρέψει από την καταστροφή, «εύθυμη και πάλι». Ανάμεσα στις εξομολογήσεις της για τους χαμένους της άντρες, θύματα των χιτλερικών και των σταλινικών ετών, η ισχυριζόμενη αναγνώστριά του, αποκαλύπτει την τρομερή της εμπειρία: μια νύχτα είδε στην κλειστή καφετερία τον Χίτλερ με τους στρατηγούς του.

6Ο ακροατής της δεν εκπλήσσεται: για εκείνον πρόκειται για μια επιστροφή στο χρόνο. Το παρελθόν δεν έχει χαθεί. Μια εικόνα απ’ τα παλιά παραμένει παρούσα κάπου μέσα στην τέταρτη διάσταση και έφτασε σ’ εσένα ακριβώς εκείνη τη στιγμή, την καθησυχάζει. Πράγματι, σε γραφές ανάμεσα στο όνειρο και το γκροτέσκο αλλά και την απατηλότητα του πνευματισμού και των σύγχρονων ψυχολογικών ρευμάτων, μπορεί όντως ο Χίτλερ να βρεθεί στο Μπρόντγουεϊ. Διόλου τυχαία, άλλωστε, η καφετερία την επόμενη ημέρα βρίσκεται καμένη. Αν ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι παρά μορφές αντίληψης, όπως θεωρεί ο Καντ, και η ποιότητα, η ποσότητα, η αιτιότητα είναι απλώς κατηγορίες της σκέψης, γιατί να μη συσκέπτεται ο Χίτλερ με τους Ναζί του σε μια καφετέρια στο Μπρόντγουεϊ; Η Εσθήρ δεν ακουγόταν τρελή. Είχε δει ένα κομμάτι πραγματικότητας, που η ουράνια λογοκρισία απαγορεύει κατά κανόνα. Είχε προλάβει να δει φευγαλέα πίσω από το παραπέτασμα των φαινομένων. [σ. 119 – 120]

7Με τις σχετικά σύντομες, κοφτές αλλά ταυτόχρονα περιεκτικές φράσεις του ο Σίνγκερ εισάγει τον αναγνώστη όχι μόνο στην ευρύτερη επιφάνεια του κόσμου των χαρακτήρων αλλά και στα βάθη της εκάστοτε ιστορίας του. Με τον ίδιο απολαυστικό τρόπο χειρίζεται την ταπεινότητά τους και τις ασήμαντες ανθρώπινες εμμονές.«Η κοκέτα» αφορά την ιστορία μιας γυναίκας που ενδιαφέρεται σε τέτοιο βαθμό για την εμφάνισή της ώστε να γίνει χριστιανή, για να ταφεί με τα ρούχα που επιθυμεί και όχι με το απλό εβραϊκό σάβανο. Ο «Σλόιμελε» αποτελεί μια τυπική περίπτωση αποτυχημένου (θεατρικός επιχειρηματίας χωρίς θέατρο, κατακτητής γυναικών που τον εγκαταλείπουν άμεσα, οραματιστής σχεδίων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ) που συναντιέται σε διάφορα μέρη με τον αφηγητή, που είναι ένας εξίσου αποτυχημένος συγγραφέας – με την διαφορά ότι το γνωρίζει.

8Κωμικοτραγικοί ή σοφοί, διαβολικοί ή αγνοί, αφελείς ή κυνικοί, οι χαρακτήρες των είκοσι ενός διηγημάτων αφορίζουν τους ηλίθιους που διαθέτουν «μια μυστηριώδη δύναμη, βαθιά ριζωμένη στο αρχέγονο χάος», τα παιδιά που δεν είναι παρά τυχαία γονιμοποιημένα ωάρια, την γονεϊκή αγάπη που δεν είναι παρά ένα τυφλό ένστικτο, τον σύγχρονο Εβραίο «που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον αντισημιτισμό, που υποστηρίζει την επανάσταση και ταυτόχρονα θέλει δικό του κάθε προνόμιο του καπιταλισμού, που προσπαθεί να καταστρέψει τον εθνικισμό στους άλλους, αλλά ο ίδιος καυχιέται ότι ανήκει στον Περιούσιο Λαό». Χαρακτήρες που αδυνατούν ακόμα και να κοιμηθούν στον τόπο όπου βαραίνει η Ιστορία, που δεν γνωρίζουν σε τι μπορούν πια να ορκιστούν και που θέλουν να γράψουν αλλά αναρωτιούνται ποιος χρειάζεται τις ιστορίες τους. Αναμφισβήτητα εμείς, που τις διαβάζουμε μέχρι σήμερα.

Εκδ. Καστανιώτη, 2013, μτφ. από τα αγ5γλικά: Βασίλης Αμανατίδης, σελ. 371, με τρισέλιδο χρονολόγιο του συγγραφέα.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 102 – 103 [Ιούλιος – Δεκέμβριος 2013, κυκλοφ. 4 Μαρτίου 2014].

04
Δεκ.
13

Τζόναθαν Σάφραν Φόερ – Τρώγοντας ζώα

Ο β1ασανισμός των ζώων, η τροφή των ανθρώπων

Αυτή τη στιγμή, η τροφή μας αποτελεί προϊόν δυστυχίας. Ξέρουμε ότι, αν κάποιος προσφερθεί να μας δείξει μια ταινία γύρω από το πώς παράγεται το κρέας που τρώμε, η ταινία αυτή θα είναι τρόμου. Ίσως να ξέρουμε πιο πολλά απ’ όσα θέλουμε να παραδεχτούμε, κρατώντας τα υπόλοιπα κλειδωμένα στα πιο σκοτεινά δωμάτια της μνήμης μας. Όταν τρώμε κρέας που έχει παραχθεί σε φάρμες – εργοστάσια συντηρούμαστε, κυριολεκτικά, από βασανισμένη σάρκα. Και, όσο περνάει ο καιρός, αυτή η βασανισμένη σάρκα γίνεται δική μας. [σ. 163]

H πρώτη μου επαφή με το αποσιωπημένο θέμα της σφαγής και των πειραμάτων σε ζώα έγινε, για άλλη μια φορά, μέσω της μουσικής. Από τη μία η εξαιρετική πολιτική – ακτιβιστική πανκ ανεξάρτητη εταιρεία Crass Records και τα σχήματά της [Crass, Poison Girls, Annie Anxiety, Mob κ.ά.] έβαλαν το θέμα σε στίχους, φυλλάδια, σημειώσεις – η Gee Vaucher, μέλος των Crass και συνιδρύτρια της εταιρείας αργότερα εξέδωσε και το βιβλίο Animal Rites. Από την άλλη κυκλοφορούσαν συλλογές αφιερωμένες ή φτιαγμένες από το Animal Liberation Front, την ακτιβιστική οργάνωση που, μεταξύ άλλων, απελευθέρωνε τα σκλαβωμένα ζώα. Θυμάμαι σ’ ένα εξώφυλλο την γνωστή φωτογραφία με το τρομαγμένο, κεφαλοκλειδωμένο πιθηκάκι. Αλλά ήταν αρχές της δεκαετίας του ’ 80: η πληροφόρηση περιορισμένη, το διαδίκτυο ανύπαρκτο. Από τότε έχουν κυκλοφορήσει στο εξωτερικό κάποια σχετικά δοκιμιακά και πληροφοριακά βιβλία και λιγότερα μυθοπλαστικά – εδώ τίποτα. Ούτως ή άλλως το θέμα είναι δυσάρεστο στον οποιονδήποτε και η ευκολότερη λύση είναι ο γνωστός συνδυασμός άγνοιας, αδιαφορίας και σωτήριας λήθης. Ποιος θέλει να σκέφτεται πως τρώει ένα ον που κάποτε ήταν ζωντανό;

Jonathan Safran FoyerΟ Φοέρ καλύπτει το κενό και αναλαμβάνει ο ίδιος την συγγραφή ενός βιβλίου που θα αποτελεί μεν μυθοπλασία αλλά μη  μυθοπλαστική συγκέντρωση όλων των σύγχρονων δεδομένων. Η απόφασή του εκκίνησε από την επιθυμία να γνωρίζει την διατροφή του γιού του. Πώς διαχειρίζεται λοιπόν όλο αυτό το υλικό ένας λογοτέχνης; Με τον πιο ενδιαφέροντα, σφαιρικό αλλά και πολυσυλλεκτικό τρόπο. Χρησιμοποιεί αυτόνομα κείμενα, προσωπικές διηγήσεις, αυτοβιογραφικές μνήμες, πληθώρα συνομιλιών με διάφορους εμπλεκόμενους, περιγραφές των δικών του επιτόπιων ερευνών, προσομοιωτικά διηγήματα που αφορούν εισβολές σε βιομηχανικές φάρμες και σφαγεία, μέχρι και μερικές τυπογραφικές – πειραματικές δοκιμές. Αλλά, ακόμα σημαντικότερο, η ποικιλότητα των κειμένων ακολουθεί την σφαιρικότητα των απόψεων. Ο Φοέρ δίνει χώρο για τις γνώμες της άλλης πλευράς, των «μικρών» κτηνοτρόφων και γενικά όσων διατυπώνουν τα δικά τους επιχειρήματα υπέρ της «αναπόφευκτης σφαγής των ζώων».

3 - animal liberation frontΤα Φωτισμένα Σφαγεία

Κάπου στη μέση του βιβλίου, ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει την εισβολή του σε μια σχετική φάρμα, όπου ο τεράστιος σιτοβολώνας περισσότερο μοιάζει να έχει βγει από το Blade Runner παρά από το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και αναρωτιέται: Γιατί μια αποθήκη γεμάτη ζώα είναι τόσο έντονα φωτισμένη στη μέση της νύχτας; Οι περιγραφές του είναι συγκλονιστικές αλλά γνωστές πια σε όλους και δεν χρειάζεται όμως να βασιστεί κανείς στις κρυφές κάμερες των ακτιβιστών για να μάθει γι’ αυτές τις ωμότητες, καθώς τα σχετικά βίντεο αφθονούν και θα μπορούσαν να γεμίσουν μια ολόκληρη Εγκυκλοπαίδεια της Απάνθρωπης Σκληρότητας.

3bΗ Γκέιλ Άισνιτζ δημιούργησε μια τέτοια εγκυκλοπαίδεια με το βιβλίο της Σφαγείο. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνομιλίες με εργάτες των σφαγείων που παραδέχονται πόσο δύσκολο είναι να μιλήσεις για τις ηλεκτρικές ράβδους που χώνουν στα μάτια των ζώων, για τα ατέλειωτα χτυπήματα στις γελάδες που σφαδάζουν με τη γλώσσα κρεμασμένη έξω, για το πόσο επιθετικούς έκανε τους ίδιους η μυρωδιά των λάκκων με τα αίμα, πόσο η ίδια τους η ένταση τους έκανε να θέλουν να κάνουν το ζώο να υποφέρει. Οι εργαζόμενοι στις φάρμες αφήνουν την δυσαρέσκειά τους να ξεσπάσει επάνω στα ζώα. Αν δουλέψεις έστω και για λίγο στην αλυσίδα σφαγής – που πρέπει να κινείται αδιάκοπα – αναπτύσσεις μια στάση που επιτρέπει να σκοτώνεις αλλά όχι να νοιάζεσαι. Και αναρωτιέται ο Φόερ: πόσο πρέπει να διαδοθούν αυτές οι αγριότητες για να μας είναι πλέον αδύνατο να τις αγνοήσουμε;

3Γιατί η γεύση, η πιο ακατέργαστη από τις αισθήσεις μας, εξαιρείται από τους ηθικούς κανόνες που κυβερνούν τις υπόλοιπες; Γιατί ένας καυλωμένος άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να βιάσει ένα ζώο, με τον ίδιο τρόπο που ένας πεινασμένος έχει δικαίωμα να το σκοτώσει και να το φάει; Είναι εύκολο να αγνοήσει αυτή την ερώτηση, αλλά δύσκολο να την απαντήσει. Και πώς θα έκρινες έναν καλλιτέχνη που ακρωτηριάζει ζώα σε μια γκαλερί; Πόσο σπαραχτική πρέπει να είναι η κραυγή ενός ζώου που υποφέρει για να την ακούσεις εξίσου δυνατά; […] Ζούμε σε έναν κόσμο όπου είναι αποδεκτό να μεταχειριζόμαστε τα ζώα σαν να είναι κούτσουρα, αλλά ακραίο να τα μεταχειριζόμαστε σαν να είναι ζώα. […] Όταν πιστεύουμε ότι το δικαίωμά μας να φάμε ένα ζώο είναι πιο ισχυρό από το δικαίωμα του ζώου να ζήσει χωρίς να υποφέρει, επιτρέπουμε στον εαυτό μας να διαφθαρεί. [σ. 109 – 100]

Αναμνήσεις υπεράνω ηθικής

7Το ζήτημα της κρεοφαγίας αγγίζει χορδές που συνδέονται στενά με την αίσθηση της ταυτότητάς μας – με αναμνήσεις, επιθυμίες, αξίες. Γι’ αυτό και οι αποφάσεις σχετικά με το φαγητό μας περιπλέκονται από το γεγονός ότι δεν τρώμε μόνοι. Η συντροφικότητα του τραπεζιού σφυρηλατεί κοινωνικές σχέσεις και δημιουργεί μερικές από τις πιο ευχάριστες αναμνήσεις. Τίποτα δε θεμελιώνει μια φιλία τόσο γερά όσο ένα κοινό γεύμα. Η παραίτηση από ένα πλήθος γεύσεων σηματοδοτεί μια απώλεια απολαυστικών εμπειριών και ακόμα περισσότερο: προκαλεί ένα είδος πολιτισμικής απώλειας. Ίσως εδώ υπάρχει ο απόηχος από τα πρωτόγονα ομαδικά γλέντια των προγόνων μας και ταυτόχρονα μια μεγάλη παγίδα. Κι αυτή όμως η λήθη μπορεί να καλλιεργηθεί, γράφει ο Φοέρ, πόσο μάλλον όταν σε τόσες άλλες περιπτώσεις, προσθέτω, την καλλιεργούμε μια χαρά για να ξεχάσουμε όσα θέλουμε να ξεχνάμε. Κανένας σκοπός εδώ δεν αγιάζει τα μέσα και η λήθη αυτή γίνεται πολύ εύκολη όταν ο ίδιος ο συγγραφέας βλέπει μπροστά του ως σκοπό μερικές λεπτές ροζ φέτες μπέικον που υπόσχονται να αγιάσουν όλα τα αιματοβαμμένα μέσα του σφαγείου.

Μυρωδιά από σκατά

Οι πιο επιτυχημένες νομικές μά6χες ενάντια σε βιομηχανικά χοιροτροφεία στις ΗΠΑ έχουν εστιάσει στην μόλυνση του περιβάλλοντος από τεράστιες ποσότητες περιττωμάτων. Αυτά είναι τόσα πολλά και η διαχείριση τους είναι τόσο κακή ώστε διαποτίζουν ολόκληρη την τροφική και περιβαλλοντική αλυσίδα. Η Σμίθφιλντ, για παράδειγμα, η μεγαλύτερη παραγωγός χοιρινού κρέατος στην Αμερική, από μόνη της σφαγιάζει κάθε χρόνο περίπου 31 εκατομμύρια χοίρους. Το κάθε ζώο παράγει δυο με τέσσερις φορές περισσότερα κόπρανα απ’ όσο ένας άνθρωπος. Τα περιττώματα των χοίρων περιλαμβάνουν μια σειρά βλαβερές ουσίες αμμωνία, μεθάνιο, υδρόθειο, μονοξείδιο του άνθρακα, βαρέα μέταλλα κ.ά., για να μην αναφέρουμε τα εκατό περίπου παθογόνα μικρόβια που προκαλούν ασθένειες, ούτε τις άλλες ουσίες που βρίσκονται στα εκτροφεία – πλακούντες, αίμα, ούρα, αντιβιοτικά, εντομοκτόνα, κ.ά. Πού πηγαίνει αυτή η τεράστια ποσότητα επικίνδυνων περιττωμάτων και λοιπών ουσιών; Οι επόμενες σελίδες μας ενημερώνουν με πόση προθυμία τα αποδεχόμαστε στην τροφή μας, στο φυσικό περιβάλλον άλλων ζώων και στην ατμόσφαιρα. Δεν χρειάζεται να γράψω πόσο σφιγμένο στομάχι χρειάζεται για την ανάγνωση.

Ορνιθοτροφεία και ασθενειοτροφεία

3dΜιλώντας περί ακαθαρσιών, πώς έχει αλήθεια προκύψει ένα εντελώς νέο τοπίο ασθενειών και σε ποιο βαθμό ευθύνεται η σύγχρονη κτηνοτροφία; Τα οικολογικά επιχειρήματα εναντίον της κατανάλωσης χοιρινού βιομηχανικής εκτροφής είναι ακλόνητα και καταδικαστικά.  Πρωταρχική πηγή των μοντέρνων ιών (από τον Η1 και τον φρέσκο Η16 και από τον Ν1 ως τον Ν9) είναι τα οικόσιτα πουλιά που τους κουβαλάνε σε ολόκληρο τον πλανήτη κι ύστερα τους πετάνε μέσα από τα κόπρανά τους σε λίμνες, ποτάμια και χάρη στις σύγχρονες τεχνικές επεξεργασίας ζώων, απευθείας στο φαγητό που τρώμε.

10Το σύστημα περιλαμβάνει το πείραγμα των γονιδίων των ζώων, το τάισμα με αυξητικές ορμόνες και ένα σωρό φάρμακα και κάποιους πειραματισμούς προτού καταλήξουν στο στόμα μας. Μιλάμε για πουλιά που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν πέρα από την εφηβεία τους, που τα μισά εξ αυτών πεθαίνουν εξαιτίας του στρες κατά τις μεταφορές τους. Μερικοί πιθανώς αδιάφοροι αριθμοί: Σχεδόν το 1/3 της επιφάνειας του πλανήτη καταλαμβάνεται από εκτρεφόμενα ζώα. Λιγότερο από το 1% του κρέατος που παράγεται στην Αμερική προέρχεται από οικογενειακές φάρμες. 76 εκατομμύρια Αμερικανοί αρρωσταίνουν από την τροφή τους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΠώς να είναι άραγε το εσωτερικό ενός βιομηχανικού ορνιθοτροφείου; Οι σχετικές φωτογραφίες στο διαδίκτυο βοηθούν όσους έχουν έλλειψη φαντασίας. Όσοι προτιμούν να αποφύγουν τις φρικιαστικές εικόνες μπορούν απλά να φανταστούν ένα χαρτί Α4 και ένα πουλί σε πλήρη ανάπτυξη, σαν μπάλα ποδοσφαίρου με πόδια, να στέκεται πάνω του. Δεκάδες χιλιάδες τέτοια υποθετικά παραλληλόγραμμα καλύπτουν έναν χώρο χωρίς παράθυρα και γεμάτο ακαθαρσίες, όπου τα πουλιά ζουν με τα φώτα ανοιχτά 20 ώρες το 24ωρο ώστε να τρώνε περισσότερο. Εκεί μεγαλώνουν αναπτύσσοντας δυσκολία στο περπάτημα, παραμορφωμένα, ντοπαρισμένα, άρρωστα, παραφουσκωμένα με ενισχυτικά γεύσης και νερό και βέβαια μολυσμένα (μεταξύ άλλων και με λουτρά χλωρίνης για την απομάκρυνση της γλίτσας και των οσμών τους).

ALF LogoΑκολουθεί η μεταφορά τους, η ακινητοποίηση με διατήρηση όλων των αισθήσεών τους, το κρέμασμα σε ιμάντες και η δεξαμενή του ζεματίσματος – στην οποία επίσης καταλήγουν τα φοβισμένα τους κόπρανα, αλλά και οι αμέτρητοι παθογόνοι τους οργανισμοί, καθώς το νερό βοηθάει τους πόρους να ανοίξουν. Ας σημειωθεί πως στις σχετικές εκθέσεις των ελεγκτών τα κόπρανα αναφέρονται ως αισθητικές ατέλειες. Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αναβάθμιση δηλαδή και οπωσδήποτε μια ωραία φράση. Τέλος, η ψύξη που ακολουθεί τα κάνει να απορροφούν νερό πάνω από 11%, μια νόμιμη διαδικασία που γράφεται με όσο γίνεται μικρότερα γράμματα στη συσκευασία κι έτσι οι μεγαλοπαραγωγοί μπορούν να κερδίζουν μερικά εκατομμύρια δολάρια παραπάνω.

Συνεπώς 8δεν «αρπάξαμε» πάντα κάποιον ιό, ούτε μας τον κόλλησε κανείς, αλλά μπορεί και να τον φάγαμε. Κι αν απορούμε γιατί τα αντιβιοτικά αδυνατούν να τον καταπολεμήσουν, ίσως η απάντηση να βρίσκεται στο γεγονός ότι οι ίδιες οι φάρμες χρησιμοποιούν τόσα πολλά. Το σίγουρο είναι ότι η βιομηχανία της κτηνοτροφίας είναι (μαζί με την βιομηχανία φαρμάκων) η κορυφαία δύναμη στον χώρο της δημόσιας υγείας κι εμείς έχουμε επιλέξει ασυναίσθητα ή συνειδητά να την χρηματοδοτούμε μαζικά. Αυτό που δεν μπορεί πια να κρατηθεί μυστικό είναι η ευρύτατα αναγνωρισμένη σύνδεση ανάμεσα στην κατανάλωση κρέατος και στις κυριότερες θανατηφόρες ασθένειες (1. καρδιοπάθειες, 2. καρκίνος, 3. εγκεφαλικά), ενώ λιγότερο γνωστή παραμένει η διαστρεβλωτική επίδραση της βιομηχανίας στις διατροφικές πληροφορίες από τους επαγγελματίες της υγείας και τις κυβερνητικές πηγές. Σύμφωνα με τα πραγματικά στοιχεία όμως και μόνο η ατομική υγεία αποτελεί απαραίτητο λόγο χορτοφαγίας.

Κρυφές ιστορίες, μικρές εξομολογήσεις

1305375841359Μήπως η αναφορά μερικών γεγονότων αρκεί να μιλήσει από μόνη της; Ακόμα σκέφτομαι την ιστορία της αγελάδας που έφυγε από την Paradise Locker Meats (πάλι η θρησκευτική απατεωνίστικη επίκληση) και διέσχισε αμέτρητους δρόμους, προσπάθησε ακόμα και να κολυμπήσει, προκειμένου να βρεθεί όσο πιο μακριά γίνεται από τους κτηνοτρόφους της. Φυσικά τιμωρήθηκε με μια σφαίρα και η ζωή μας συνεχίστηκε. Τέτοιες ιστορίες ζώων, σκέφτομαι, δεν θα γυριστούν ποτέ από το Χόλυγουντ. Οι τετράποδοι πρωταγωνιστές θα παίζουν αρμονικά μαζί με την οικογένεια, προτού κάτσει στο τραπέζι να απολαύσει μπριζόλες και γαλοπούλα. Θα πρέπει να αισθάνονται τυχεροί που δεν ανήκουν στα φαγώσιμα ζώα, όπως στην άλλη άκρη του κόσμου – κάπου είδα στις τελευταίες σελίδες συνταγές για κοκκινιστό σκύλο που κάνει θραύση στην πέρα Ασία.

3aΜήπως σε κάποιο «ανεξάρτητο» σφαγείο γίνεται καλύτερη δουλειά; Ο συγγραφέας επισκέπτεται λοιπόν την PLM, ένα από τα τελευταία του είδους στις Μεσοδυτικές Πολιτείες και έχει την δυνατότητα να δει τον χώρο εκ των έσω. Ο επί της υποδοχής υπάλληλος τον ενημερώνει πως τις ημέρες σφαγής έχει ζόρια γιατί του φέρνουν 500 με 800 ελάφια, του μιλάει για την ελαφρά αμηχανία κατά το άνοιγμα του κεφαλιού του γουρουνιού σαν βιβλίο και παραδέχεται πως το άγχος των ζώων επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα και την γεύση του κρέατός τους. Είναι άλλωστε γνωστό πως όταν ο οργανισμός τους βρίσκεται υπό πίεση παράγει περισσότερα οξέα, τα οποία διαβρώνουν τους μυς. Η δική του συγκινητική ιστορία αφορά μια ετοιμόσφαγη αγελάδα που τον έγλειψε στο πρόσωπο και λίγο αργότερα τον στρίμωξε στον τοίχο και έκατσε πάνω του για κανένα εικοσάλεπτο – το τελευταίο της ζωής της.

EBAAFreeRangePoultsΚάποιος εργάτης στις αλυσίδες σφαγής του περιγράφει με ποιον τρόπο χρησιμοποιούν ραβδιά για να χτυπήσουν μικρά γαλοπουλάκια. Ένας άλλος ανεξάρτητος ορνιθοπαραγωγός παραδέχεται: «αυτό που ανακάλυψε η βιομηχανία μας – κι αυτή ήταν η πραγματική επανάσταση – είναι ότι δε χρειάζεσαι υγιή ζώα για να βγάλεις κέρδος. Τα άρρωστα ζώα είναι πιο προσοδοφόρα. Τα ζώα πληρώνουν την επιθυμία μας να έχουμε συνεχώς διαθέσιμα τα πάντα, σε πολύ χαμηλή τιμή. […] Πάντα λέω στον κόσμο να πάει να δει μια βιομηχανική φάρμα με γαλοπούλες. Η μυρωδιά θα σε χτυπήσει πριν φτάσεις ως εκεί. Όμως ο κόσμος δεν θέλει να τα ακούει αυτά» [σ. 129]. Η δική του σκληρή στιγμή είναι που οι γαλοπούλες τον έχουν συνηθίσει κι έρχονται τρέχοντας να τον υποδεχτούν ή τον ακολουθούν. Ο ίδιος αργότερα τις βάζει κατά χιλιάδες στα φορτηγά για σφαγή.

«Ο υποβρύχιος σαδισμός μας»

Τα ψ9 - Michael Sowaάρια δεν αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όμως η εντατική ιχθυοκαλλιέργεια σε συνθήκες εγκλεισμού είναι στην ουσία ένα είδος υποβρύχιας βιομηχανικής κτηνοτροφίας. Το Εγχειρίδιο Εκτροφής Σολομού αναφέρει βασικούς παράγοντες στρες στο σχετικό περιβάλλον: νερό τόσο μολυσμένο που δυσκολεύονται τα ψάρια στην αναπνοή, συνωστισμός τόσο έντονος που αρχίζουν τους αλληλο-κανιβαλισμούς, χειρισμός τόσο «προσβλητικός» που τα επίπεδα στρες είναι άμεσα μετρήσιμα, διατροφικές ελλείψεις κ.ά. Όσα επιβιώνουν – το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ 10 και 30% θεωρείται ικανοποιητικό – υποβάλλονται σε ασιτία για εφτά με δέκα ημέρες προκειμένου να μειωθούν τα περιττώματά τους κατά τη διάρκεια μεταφοράς τους προς τα σφαγεία. Εκεί τους τεμαχίζουν τα βράγχια και στη συνέχεια τα ρίχνουν μέσα σε μια δεξαμενή με νερό για να πεθάνουν από αιμορραγία. Και εδώ λοιπόν κανένας νόμος δεν επιβάλλει την θανάτωση των ψαριών με «σπλαχνικούς» όρους. Πιθανώς το μόνο που χρειάζεται είναι μια ειλικρινής σήμανση στις συσκευασίες, ώστε να γνωρίζουμε ότι οι σολομοί ιχθυοκαλλιέργειας περνάνε τη ζωή τους σε μια μπανιέρα ή ότι τα μάτια τους αιμορραγούν εξαιτίας της έντονης μόλυνσης.

Είναι πολλά τα λεφτά, παρακαλούμε συνεχίστε να τρώτε

26m-art-14Οι μεγαλοπαράγοντες της εντατικής κτηνοτροφίας γνωρίζουν πως το επιχειρηματικό τους μοντέλο στηρίζεται στην άγνοια των καταναλωτών γύρω από το όσα κάνουν. Εκατομμύρια δολάρια διαφημιστικών ξοδεύονται κάθε χρόνο για να εξασφαλίσουν οι εταιρείες ότι ο κόσμος θα εξακολουθήσει να πίνει γάλα ή να τρώει μοσχάρι στις ταινίες του σινεμά. Η σύνδεση της κρεοφαγίας με την θρησκεία είναι ένας αποτελεσματικότερος τρόπος: η Ημέρα των Ευχαριστιών ταυτίζεται με την καταβρόχθιση της γαλοπούλας, καθώς η γιορτή αδυνατεί να υπάρξει χωρίς το 18% της ετήσιας κατανάλωσης του πουλιού στην Αμερική. Πώς θα διατηρήσουν τα κέρδη τους οι σχετικές βιομηχανίες αν αποσυνδεθεί το γαλοκαταβρόχθισμα από την ιερότητα; «Ο μεγαλύτερος εφιάλτης μου θα ήταν να έρθουν μια μέρα τα παιδιά μου και να μου πουν “Μπαμπά, είμαι χορτοφάγος”. Θα τα κάθιζα στο φράχτη και θα τα σκότωνα με ηλεκτροπληξία» είπε κάποτε ο Gordon Ramsay, φοβούμενος πιθανώς το στέρεμα των συνταγών του. Αν θυμάμαι καλά ο ίδιος διαφημίζει τις περίφημες συνταγές του με φουα γκρα, ξέρετε, αυτό το χηνήσιο παρασκεύασμα που για να βγει από το άτυχο ζώο, το ταΐζουν με το ζόρι με κάτι χωνιά μέρα νύχτα μέχρι να σκάσει, ώστε να βγει μια καλή ποσότητα. Από την άλλη, το αλλοτινός πλανητάρχης Bill Clinton προφανώς είδε τα στοιχεία των βόθρων που κατάπινε τόσα χρόνια και κατέστη vegan – αφότου βέβαια «συνταξιοδοτήθηκε».

«Είμαστε ανήμποροι να αλλάξουμε το σύστημα»;

5Αν θέλουμε να δώσουμε τέλος στη βιομηχανική κτηνοτροφία πρέπει να σταματήσουμε να στέλνουμε γενναίες επιταγές στους χειρότερους παραβάτες του συστήματος, γράφει ο Φοέρ. Μια από τις σημαντικότερες ευκαιρίες που έχουμε για να ζήσουμε με βάση τις αξίες μας (ή να τις προδώσουμε) βρίσκεται στην τροφή που βάζουμε στα πιάτα μας. Όταν αλλάζουμε την διατροφή μας αλλάζει και όλος ο κόσμος. Ο καθένας από εμάς έχει τη δυνατότητα να κάνει τη διαφορά – και μόνο το γεγονός ότι το 1/3 των διευθυντών εστιατορίων στην Αμερική έχει παρατηρήσει αύξηση στη ζήτηση για χορτοφαγικά γεύματα είναι ενδεικτικό. Το να συνεχίζει να τρώει κανείς «όπως όλοι» είναι η πιο εύκολη και ελαφρόκαρδη απόφαση. Αρκεί μόνο να θυμηθούμε πόσα πράγματα σταματήσαμε να κάνουμε «όπως όλοι», ή αν συνεχίζαμε να ζούμε «όπως όλοι» τίποτα δεν θα διεκδικούσε κανείς, τίποτα δεν θα άλλαζε ποτέ. Αμέτρητοι αγώνες κερδήθηκαν έχοντας ξεκινήσει από έναν αριθμό ατόμων, αμέτρητες κατακτήσεις επιτεύχθηκαν αποδεικνύοντας περίτρανα ότι οι καθημερινές μας επιλογές μπορούν να διαμορφώνουν τον κόσμο.

4Το βιβλίο περιλαμβάνει και 60 σελίδες σημειώσεων με πλούσια βιβλιογραφία, στατιστικά στοιχεία, επιστημονικά άρθρα, απόρρητες εκθέσεις αλλά και ιστοσελίδες και πάσης φύσεως διαδικτυακές δημοσιεύσεις που συνήθως χάνονται στον ωκεανό του κυβερνοχώρου, με την αναφορά των σχετικών συνδέσμων και της ακριβούς ημερομηνίας λήψης τους.

Εκδ. Μελάνι, 2010, μτφ. Στέλλα Κάσδαγλη, σελ. 363 [Jonathan Safran Foer, Eating animals, 2009]

Υ.Γ. Κανονικά η ανάρτηση θα έπρεπε να συνοδεύεται από τις πραγματικές φωτογραφίες όσων γράφονται στο βιβλίο. Αλλά είναι τόσο φρικιαστικές που όλοι θα φεύγαμε τρέχοντας και θα φροντίζαμε να τις ξεχάσουμε στο επόμενο λεπτό. Όσοι προτιμούν την αλήθεια από τα παραμύθια, μπορούν ενδεικτικά να κοιτάξουν εδώ, εδώ, εδώ, εδώ, εδώ.

Δημοσίευση και στο mic.gr, σε συντομότερη μορφή. Αναδημοσίευση στο Vegan in Athens.

06
Σεπτ.
13

Lorrie Moore – Η πόρτα στη σκάλα

ex_LORI MOORE_EKDOSEIS_POLIS

Ο μοντέρνος υπόγειος ρατσισμός

Δεν είχα ιδέα πως κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί σ’ αυτή την πόλη. Στο Ντέλακρος, ναι, ίσως – αν και ούτε εκεί άκουσα ποτέ να συνέβη – αλλά εδώ; Το εδώ ήταν τόσο περήφανο για τον εαυτό του. Το εδώ ήταν τόσο προοδευτικό, παράδειγμα προς μίμηση. Το εδώ ήταν τόσο απαρέγκλιτα αριστερίζον. Το εδώ ήταν τόσο – τόσο λευκό. Το μόνο χρώμα που ήξεραν εδώ πέρα ήταν το τοπικό χρώμα, που το χρησιμοποιούσαν για λόγος καμουφλάζ και βολής. Αν εδώ ήταν Σολτ Λέικ Σίτι, ήξερα πως οι μισοί κάτοικοι  ευχαρίστως θα γίνονταν μορμόνοι. Αντ’ αυτού όμως, πνιγμένοι μέσα στο περί δικαίου αίσθημα και στην αυταρέσκεια και στην απόλυτη ομοιομορφία, ήταν όλοι τους μέλη της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών. [σ. 202]

Μια από τις βαθύτερες εκπλήξεις που μπορεί να νιώσει κανείς είναι η εμφάνιση του ρατσισμού ακριβώς στο περιβάλλον που όχι απλώς δείχνει να τον έχει ξεπεράσει αλλά και να διατείνεται το αυτονόητο της ελευθερίας και του δικαίου. Αλλά μέχρι να φτάσει στην πρώτη στη σειρά πολλών έκπληξή της η ηρωίδα, έχει διανύσει ήδη διπλό δρόμο. Πρώτα παρατηρώντας τον μοντέρνο αμερικανικό κόσμο έξω από το «παράθυρό» της – αρχικά με τρυφερές παρατηρήσεις, στην πορεία με έκπληκτες διαπιστώσεις και στο τέλος με τραγικές συνειδητοποιήσεις – και ύστερα βγαίνοντας στον κόσμο, μέσω της αναγκαστικής αναζήτησης εργασίας, και σύντομα ως αναπόδραστα εμπλεκόμενη με μια δίχρονη αφροαμερικανή.

LON119932Όλα αυτά τα στάδια της πορείας της μας τα διηγείται αυτό(πρωτο)προσώπως η εικοσάχρονη φοιτήτρια Τάσι, καθώς αναλαμβάνει μπέιμπι σίτερ της μικρής μιγάδας που υιοθετεί ένα ζεύγος λευκών μεσοαστών. Αλλά εδώ είναι η πρώτη ενδιαφέρουσα επιλογή της συγγραφέως: μέχρι το πρώτο τρίτο του βιβλίου η ηρωίδα πλέκει με εξαιρετικά ενδιαφέροντα τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της (και το νέο αγροτικό – βιολογικό – οικολογικό της τοπίο), των σπουδών της (σε ένα κολέγιο που προσφέρει μαθήματα μιας τεράστιας και γελοίας επιδερμικότητας και εξειδίκευσης μαζί), των μοναχικών περιπλανήσεών της, της επιθυμίας της να ζήσει την αναμενόμενη ζωή στην πόλη, με όλες τις κοινωνικές και πολιτιστικές ηδονές, του αμήχανου έρωτά της με τον Βραζιλιάνο συμφοιτητή της και πίσω πάλι στο περιβάλλον όπου μεγάλωσε, όπου…

Στην αρχή υπήρχε η προσδοκία πως θα έρχονταν άνθρωποι από όλη τη χώρα και θα κατασκήνωναν στην ύπαιθρο και θα έμεναν εδώ ελπίζοντας να δουν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους που μπορεί να εμφανίζονταν στους σταθμούς αναψυχής των αυτοκινητοδρόμων ή στα χωράφια έξω από την πόλη. Η εμπορική έκρηξη και η δημοσιότητα δεν κράτησε ούτε ένα χρ0d2de4f3c3720bfae4cdaf9fd844571cόνο και μετά χάθηκε, σαν τα διαστημόπλοια και τους εξωγήινους. Έλεγαν πως το δημοτικό συμβούλιο μάζεψε τα πάντα, τα φόρτωσε σ’ έναν πύραυλο και τα ξανάστειλε πίσω στον πλανήτη τους, αφήνοντας μόνο κάποια αδέσποτα υπολείμματα. / Είχα την αίσθηση πως αυτά τα αδέσποτα υπολείμματα ήταν οι φίλοι μου, που τώρα τους ένοιωθα σαν αρειανούς. [σ. 95]

Σε ευρύτερη πλαίσιο, στο ίδιο «πρώτο» μέρος εκτίθεται η σχεδόν υπερρεαλιστική κατάσταση του συστήματος των υιοθεσιών, μιας κοινή συναινέσει μυστικοπαθούς διαδικασίας όπου εμπλέκονται προσωρινές ανάδοχες οικογένειες, μεσολαβητικά πρακτορεία, υπηρεσίες «προστασίας» φυσικών μητέρων και κέντρα αυθαίρετων αποφάσεων. Σε μια παράπλευρη περίπτωση εκ παραδρομής αναφέρεται παιδί από βιασμό. Παραδόξως, ακριβώς μέσα στο εργοστάσιο των υιοθεσιών, φυλές και τάξεις ξεχνούν τις διακρίσεις τους και αναμειγνύονται με όλους τους τρόπους. Το γεωγραφικό – και εν τέλει γεωπολιτικό – παρατηρητήριο και πεδίο του μύθου είναι εκείνο των Μεσοδυτικών Πολιτειών, άγνωστο στους περισσότερους και παρανοημένο, ανά τομείς παραδοσιακό και μοντέρνο μαζί, τυπικό δείγμα μιας ευρείας πλην σιωπηλής πλειοψηφίας.

Μια ολόκληρη σημειολογία διακρίσεων

il_570xN.249695989Οι φυλετικές προκαταλήψεις βαθιά ριζωμένες στο σώμα και την καρδιά του «Ελεύθερου Κόσμου» αναβλύζουν πλέον ελεύθερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το ίδιο ιστορικό Σημείο Μηδέν εξαπολύει τα θραύσματά του στους υποκριτικούς πολέμους σε Αφγανιστάν και Ιράκ που απορρόφησαν ένα άλλο κομμάτι του νεανικού πληθυσμού αλλά και στην εκ νέου δημιουργία φανατικών από τις δυο πλευρές, που επιλέγουν την τρομοκρατία για να αφανίσουν ζωές – των άλλων και της δικής τους. Οι δυο αρσενικές παρουσίες στη ζωή της, ο αδελφός της και ο σύντροφος της, θα αλωθούν ακριβώς από τις παράπλευρες χοάνες του πολιτικού και του θρησκευτικού φανατισμού. Η Τάσι θα βιώσει με τον χειρότερο τρόπο τις επιλογές του πρώτου για συμμετοχή στο εκστρατευτικό σώμα και του δεύτερου για τρομοκρατούμενη αυτοθυσία.

Αν οι ενήλικες είναι έκθετοι στο επίκεντρο των φυλετικών προκαταλήψεων και της ξενοφοβικής συμπεριφοράς, τότε τι τύχη έχει η μικρή Μαίρη – Έμμα; Να αποτελέσει το θύμα όχι μόνο κάθε απροκάλυπτης τέτοιας στάσης αλλά και της πλέον διαδεδομένης μορφής του νέου ρατσισμού: εκείνου που δρα υπόγεια και έχει εμποτιστεί στις συνειδήσεις· εκείνου που λανθάνει ακόμα και στους πιο «καλλιεργημένους» πολίτες ή ζει και στην πιο απλή καθημερινότητα. Πόσο μάλλον στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο αμερικάνικο κόσμο, όπου ο πληθυσμός τελικά για να εκτονώσει τις πλείστες νευρώσεις του αναζητά νέους εχθρούς και κάποτε τους βρίσκει και στους παλαιούς. lorrie_moore_wideweb__470x324,0Είναι χαρακτηριστική η «μαθητεία» της Τάσι στις πραγματικές απόψεις του εργασιακού της περιβάλλοντος: καθώς απασχολεί τα παιδιά των φίλων και επισκεπτών του ζεύγους, καταγράφει τις συζητήσεις των γονέων τους δυο πατώματα πιο κάτω και αυτός είναι ένας ενδεικτικός παλμογράφος της «κοινής γνώμης». Είναι εξίσου χαρακτηριστική η πρόταση μιας άλλης μητέρας να παίζει το παιδί της με την Μαίρη – Έμμα, ώστε να αποκτήσει «ποικιλία» στις παρέες της.

Αν λοιπόν η νεαρή κοπέλα σε πρώτη φάση δεσμεύεται σταδιακά στον νέο της ρόλο (όπου κι εκεί, σε προσωπικό – ψυχολογικό επίπεδο, διαρκώς λογοδοτεί απέναντι στην μητέρα, που δείχνει κι αυτή περισσότερο από ποτέ πνιγμένη στον νέο της ρόλο), στη συνέχεια αντιλαμβάνεται πως οφείλει διαρκώς να προστατεύει την μικρή από τον συνήθως αόρατο και σιωπηλό εχθρικό περίγυρο. Τελικά η άβγαλτη Τάσι μοιάζει να είναι η ωριμότερη όλων ή πιθανώς να ήταdeja-vu-jessica-grundyν εξαρχής ώριμη. Αν οι οικογένειες είναι τόσο επίπλαστες, οι ψευτοπατριωτικές αποστολές τόσο μάταιες, οι κοινωνίες μισούν τόσο πολύ οποιονδήποτε διαφορετικό και ο καθένας κρύβει το δικό του βρώμικο ένοχο μυστικό και, τότε η ενηλικίωσή της έχει ήδη συμβεί, μακριά της.

Η συγγραφέας [Νέα Υόρκη, 1957] διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Wisconsin κι έχει δημοσιεύσει τέσσερις συλλογές διηγημάτων και άλλα δυο μυθιστορήματα. Η γλώσσα της είναι ευφάνταστη και λογοπαιγνιώδης· αλατίζει τον ρεαλιστικό και κάποτε ποιητικό της λόγο με πανέξυπνους παραλληλισμούς και απρόσμενες λεκτικές ακροβασίες και συνολικά συντάσσει μια προσωπική και μια ευρύτερη έκθεση της αθώας και ταυτόχρονα ενήλικης ματιάς στη σύγχρονη αμερικανική ζωή.

moore_lorrie-19981022015RΟι ιστορίες ήττας του ανθρώπινου πνεύματος πάντα εξέφραζαν και υπογράμμιζαν μια πλησμονή κοινωνικού προβληματισμού. Η εξασθένηση της ψυχής, οι ιστορίες πτώσεων και ανεπιτυχών επανακάμψεων – τρένα που χάθηκαν, γράμματα που δεν παρελήφθησαν, η έξαρση της αλαζονείας, η καταστροφή παιδιών κάποιου και η κατάληξή τους στην κατσαρόλα – όλα αυτά είναι ένα είδος ψυχαγωγίας του δέους και του τραύματος, χωρίς χρησιμότητα, που παρουσιάζεται εκ του ασφαλούς σε τραπέζια όπου δεν λείπει η αγάπη και το χρήμα. Όποτε όμως η ζωή είναι πιο στερημένη, όποτε τα τραπέζια είναι μόνο μισογεμάτα, ο κωμικός θρίαμβος των φτωχών αποτελεί ένα χρήσιμο ημι-ψεύδος. Εκεί χρειάζονται τα καλαμπούρια. Και τότε το μωρό έπεσε από τις σκάλες. Μπορεί να είναι και αστείο! Ειδικά σ’ έναν τόπο και χρόνο όπου συμβαίνουν και χειρότερα. Όχι πως τα βάσανα είναι διαγωνισμός, αλλά σίγουρα είναι κάτι παραπλήσιο. Η κατανόηση και η ορθή προοπτική απαιτεί μια πιο μπακάλικη, πιο χασάπικη αντιμετώπιση. Και για να ανακουφιστούν τα βάσανα του ακροατή, τα πράγματα πρέπει να είναι αστεία. Έστω κι αν δεν ήταν αστεία εξ αρχής. Κάπως έτσι μας απογοητεύουν καμιά φορά οι ιστορίες: Δεν είναι και τόσο αστείες. Ή, ακόμα χειρότερα, δεν είναι αστείες ούτε κατά διάνοια. [σ. 323]

Εκδ. Πόλις, 2013, μτφ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, σελ. 414, με τετρασέλιδες σημειώσεις της μεταφράστριας [A gate at the stairs, 2009].

01
Νοέ.
12

Τεννεσσή Ουίλλιαμς – Αναμνήσεις

Είχαμε έρθει στο Κέιπ υπερβολικά νωρίς για μπάνια στον ωκεανό, που ήτανε ακόμα παγωμένος. Συνέχισα όμως να εργάζομαι πάνω στο Λεωφορείο και μέσα σ’ εκείνη την καμπάνα σκέφτηκα την ατάκα εξόδου από τη σκηνή της Μπλανς, που αργότερα έγινε κατά κάποιο τρόπο ιστορική: «Πάντα στηριζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων». / Στην πραγματικότητα αυτό ήταν αλήθεια, κι εγώ πάντα έκανα το ίδιο, και δίχως να απογοητεύομαι συχνά. Και μάλιστα, φανταζόμουνα πως οι συμπτωματικές γνωριμίες, ή οι ξένοι, υπήρξαν συνήθως απέναντί μου πιο καλόκαρδοι απ’ όσο ο φίλοι μου  -πράγμα που δεν μαρτυράει και τόσο καλά πράγματα για λογαριασμό μου. Το να με ξέρεις ισοδυναμεί με το να μ’ αγαπάς. Στην καλύτερη περίπτωση, ισοδυναμεί με το να με ανέχεσαι… [σ. 197 – 198]

Σε ολόκληρο το σώμα των Αναμνήσεών του, ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς [1911 – 1983] ανοίγει τον προσωπικό του κόσμο χωρίς φόβο αλλά με όλο το πάθος που φλόγιζε τον χαρακτήρα του. Ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξομολογείται ο ίδιος, είναι γραμμένο «σαν σε ελεύθερο συνειρμό», που έμαθε να εφαρμόζει στην διάρκεια κάμποσων χρονικών περιόδων ψυχανάλυσης. Είναι πραγματικά άξιο απορίας το γεγονός πως σε τούτες τις αβίαστες, εξομολογητικές διηγήσεις προσπερνά τις θεατρικές του κορυφώσεις για να εστιάσει γύρω κι έξω από αυτές: στον έρωτα και τις ματαιώσεις του, στην οικογένεια και τις τραγωδίες της, στην δημιουργία και τα σκαμπανεβάσματά της. Η «καταγραφή των πρακτικών» της ζωής του περιλαμβάνει εξίσου «σημαντικά» και «ασήμαντα» στοιχεία: Πόσα ασήμαντα πράγματα υπάρχουνε που πρέπει να καταγραφούν στα πρακτικά της ζωής ενός ανθρώπου: Πρέπει να υπάρχουνε πολλά έμμεσα στοιχεία που είναι περισσότερο αντάξια ενθύμησης αλλά με κάποιον τρόπο όλα αυτά παραμένουν σε μια νεφελώδη κατάσταση ενώ η απλή επιφανειακή ιστορία επανέρχεται με καθαρότητα στο μυαλό μας. Εννοώ με σχετική καθαρότητα…[σ. 174]

Ο συγγραφέας άλλαξε πολλά επαγγέλματα αλλά ήταν η τριετής εργασία του ως υπάλληλος σε υποκατάστημα της Διεθνούς Εταιρείας Υποδημάτων [1931 – 1934] που του άνοιξε με παράδοξο τρόπο τα φύλλα της δημιουργικότητας. Πρώτα άρχισε να γράφει τις νύχτες, ολοκληρώνοντας μια ιστορία την εβδομάδα και ταχυδρομώντας την στο διακεκριμένο περιοδικό ιστοριών Στόρυ. Ύστερα, τα Σαββατιάτικα απογεύματα πήγαινε στην Εμπορική Βιβλιοθήκη του Σαιν Λούις και διάβαζε άπληστα. Και τέλος, η εξαντλητική δουλειά (ατέλειωτα κουβαλήματα των βαριών κασονιών και αμέτρητες ώρες δακτυλογράφησης παραγγελιών) επιβάρυνε την υγεία του και αποχώρησε, ελεύθερος πλέον να προσεγγίσει την «σκυθρωπή του τέχνη, το μελαγχολικό του επάγγελμα» όπως περιέγραψε ο Ντύλαν Τόμας την κλίση της συγγραφής.

Ένα βράδυ δούλευα ένα διήγημα που είχε τον τίτλο Ο Τόνος του Επερχόμενου Ποδός, ίσως το πιο ώριμο διήγημα που συνέθετα εκείνη την περίοδο. Είχα φτάσει σε μια προοδευτικά κλιμακούμενη σκηνή όταν ξαφνικά συνειδητοποίησα πως η καρδιά μου χτυπούσε άρρυθμα και γρήγορα…τινάχτηκα μ ένα πήδημα από τη γραφομηχανή και χίμηξα έξω στους δρόμους…. Βάδιζα όλο και πιο γρήγορα σαν να μπορούσα μ’ αυτόν τον τρόπο ν’ αφήσω πίσω μου την κρίση…[σ. 68 -69]

Ο συγγραφέας σταχυολογεί μνήμες από την παιδική του ηλικία, όπου ήδη αποτελούσε «ένα ξεκάθαρο υβρίδιο διαφορετικό από την οικογενειακή γενεαλογία των ακριτών ηρώων του ανατολικού Τεννεσσή» και την ταραγμένη του εφηβεία κι από τις πνευματικές του ανησυχίες μέχρι τις βιοπαλαιστικές του περιπέτειες (ταξιθέτης στο Μπρόντγουεϊ, ξεπουπουλιαστής σε ράντσο με κοτόπουλα, χειριστής ανελκυστήρων στο Μανχάταν). Η περιγραφή της πρώτης, τελευταίες και μοναδικής ολοκληρωμένης του σχέσης με γυναίκα, την Σάλλυ με την ετρουσκική κατατομή και τα σαρκώδη χείλη, είναι κινηματογραφική: το ζεύγος συνευρισκόταν επί … τρεις μήνες στο σαλόνι της πανσιόν όπου εκείνη έμενε, αδιαφορώντας για τους επίσης αδιάφορους περαστικούς του ούτως ή άλλως ανυπόληπτου οικήματος. Στον αντίποδα, την ίδια θέση στην αφήγηση έχει και η οριακή εσωτερική του εμπειρία μέσα σ’ έναν καθεδρικό ναό:

αυτή η αναγνώριση πως είσαι μέλος της πολυειδούς ανθρωπότητας με τις πολλαπλές,  ανάγκες, προβλήματα και συναισθήματα, όχι ένα μοναδικό πλάσμα, αλλά ένας, μονάχα ένας ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων σου, ναι, υποπτεύομαι πως αποτελεί την σπουδαιότερη παραδοχή για όλους εμάς απ’ αυτές που θα μπορούσαμε να κατορθώσουμε ατή τη στιγμή, κάτω απ’ όλες τις περιστάσεις, αλλά ιδιαίτερα τις περιστάσεις του παρόντος. Η στιγμή της ομολογίας τού ότι η ύπαρξή μου και η μοίρα μου θα μπορούσε να διαλυθεί τόσο ανεμπόδιστα όσο η στάχτη που πέφτει κάτω μέσα σ’ έναν δυνατό χιονιά αποκατέστησε μέσα μου, μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, την εμπειρία του καθεδρικού ναού της Κολωνίας. Και αναρωτιέμαι αν δεν αποτελούσε μια συνέχεια εκείνης της εμπειρίας, μια προαγωγή της: στην αρχή, το άγγιγμα του μυστηριώδους χεριού πάνω στο έρημο, γεμάτο αγωνίες κεφάλι, και μετά το ήπιο μάθημα ή η απόδειξη πως το κεφάλι, παρά την προοδευτικά κλιμακούμενη κρίση που εμπεριέχει, ήταν ακόμα ένα και μοναδικό κεφάλι που συνωστιζόταν μέσα σ’ έναν δρόμο μαζί με πολλά άλλα. [σ. 47]

Η επιτυχία στο θέατρο ήρθε πολύ αργά για τα τότε δεδομένα κριτήρια, αλλά και πάλι, ο ίδιος λέει είτε η καλή τύχη έρθει σε σένα νωρίς είτε αργά, αν έρθει και ποτέ, πρέπει να καταλάβεις πως υπήρξες τυχερός. Από την Νύχτα της Ιγκουάνα και μετά οι περιστάσεις της ζωής του ενέπνεαν  – απαιτούσαν γράφει ο ίδιος – από μέρους του ένα λιγότερο παραδοσιακό στυλ θεατρικής γραφής, κι έτσι ρίχτηκε με όλο και μεγαλύτερη απόλαυση «στην καινούργια φόρμα της απροκάλυπτης αυτό-αποκάλυψης».

Ίσως είμαι μια μηχανή, ένας δακτυλογράφος. Ένας καταναγκαστικός δακτυλογράφος κι ένας καταπιεστικός συγγραφέας. Αλλά αυτή είναι η ζωή μου, και αυτό που υπάρχει μέσα σε τούτα τα απομνημονεύματα είναι κυρίως η ελαχιστότατη περιφέρεια εκείνου που συνιστά την έντονη ζωή μου, διότι η έντονη ζωή μου είναι η δουλειά μου. / Έχω τη γνώμη πως το γράψιμο είναι μια διαρκής αναζήτηση ενός πολύ και σκόπιμα διφορούμενου θηράματος, και ποτέ δεν καταφέρνεις να το παγιδέψεις εντελώς. [σ. 134]

Ο Ουίλλιαμς δεν διστάζει να μοιραστεί ακόμα και τις καταστάσεις η ονομασία των οποίων «προέρχεται από το «Παν», χωρίς το μικρό της όνομα να είναι Πήτερ», θυμάται τις στιγμές όπου το γέλιο του υπήρξε το υποκατάστατο της θρηνωδίας και καταδύεται στις ψυχολογικές αβύσσους της εξάρτησης και της απόγνωσης, των γνωστών οικογενειακών του τραγωδιών και της προσωπικής ψυχοπνευματικής του κατάπτωσης, διατηρώντας καθαρή ματιά και διαυγή σκέψη ως το τέλος.

Δουλεύω ενάντια στον χρόνο, και δεν υπάρχει λόγος να αποφύγω αυτό το θέμα, εννοώ το να αγνοήσω το πρόβλημα του χρόνου που εκπνέει τόσο γρήγορα. Θα μπορούσα σ’ αυτό το σημείο, να προσποιηθεί κάποιου είδους ηρωική στάση, αλλά αυτό θα κατέληγε μονάχα σ’ ενός είδους αυταρέσκεια που απεχθάνομαι, η οποία θα έπρεπε να αποδοθεί στην αυτολύπηση, μια ιδιότητα που βρίσκω ιδιαίτερα αποτροπιαστική. Η στάση μου απέναντι στον εαυτό μου ποτέ δεν εκπήγαζε από τον οίκτο, δόξα τω Θεώ. Διαθέτω,  για να μνημονεύσω την Λεόνα Ντώσον στις Μικρές Εμπειρικές Συμβουλές, αυτή την τρομερή περηφάνια στον χαρακτήρα μου: εάν ένα άτομο, είτε είναι μια ερωτοχτυπημένη αισθητικός σαν την λεόνα είτε όχι, έχει περηφάνια στη φύση του, δεν είναι έτοιμο να παραδοθεί στην εξευτελιστική άσκηση της αυτολύπησης. [σ. 147 – 148]

Εκδ. Ίνδικτος, 200, μτφ. Εύη Γεωργούλη, 379 σελ., με τρισέλιδο κατάλογο ονομάτων και τοπωνυμίων και 56 πρόσθετες σελίδες με 144 ασπρόμαυρες φωτογραφίες [Tennessee Williams, Memoirs, 2003].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Down in Tennessee.

27
Οκτ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 125

Χένρυ Μίλλερ – Ένα χαμόγελο στην άκρη της σκάλας, εκδ. Οδυσσέας, [με 13 τετραχρωμίες του Χουάν Μιρό], μτφ. Αγγελική Στραγητοπούλου, [Henry Miller, The smile at the foot of the ladder, 1948], σ. 8 -11.

Βουτηγμένα σε ομόκεντρους κύκλους σκιάς, αποκαλύπτονταν σειρές σειρές πρόσωπα που κάπου κάπου τα σκίαζαν κενά που ο προβολέας έγλειφε με την απληστία μιας γλώσσας, ψάχνοντας για κανένα δόντι που να λείπει. Οι μουσικοί κολυμπώντας στην αχλή και στις ακτίνες μαγνησίου, κολλημένοι στα όργανά τους σε μια κατάσταση παραίσθησης, με τα κορμιά τους να ταλαντεύονται σαν καλάμια στο αβέβαιο παιχνίδι της σκιάς με το φως. Ο ακροβάτης να στροβιλίζεται στον υπόκωφο χτύπο του ντραμ και ο καβαλάρης πάνω στο ασέλωτο άλογο να εμφανίζεται πάντα μέσα σε μια φανφάρα από σάλπιγγες. Όσο για τον Αύγουστο ήταν ποτέ το αδύναμο στρίγγλισμα ενός βιολιού και πότε ο σαρκαστικός ήχος του κλαρινέτου που τον ακολουθούσαν παντού καθώς χοροπηδούσε κάνοντας τα καλαμπούρια του. Όταν όμως έφτανε η ώρα της έκστασης, οι μουσικοί αλλόκοτα εμπνευσμένοι, παρασύρονταν σ’ αυτή την ελικοειδή αποκορύφωση της ευδαιμονίας, όμοιοι με βεγγαλικά καρφωμένα στην πλατεία ενός ξέφρενου πανηγυριού.

28
Ιον.
12

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).

09
Ιον.
12

Συλλογικό – Συζητήσεις με τον Τομ Ρόμπινς

Επιμ. Λίαμ Ο. Πέρντον – Μπιφ Τόρεϊ

Ο Robbins των Δασών και της Ψυχεδέλειας

H αναζήτηση του πόνου θεωρείται όχι μόνο αξιέπαινη αλλά και ηρωική, ενώ η αναζήτηση της χαράς θεωρείται άνευ σημασίας. Αυτή η στάση μού φαίνεται σχεδόν παράφρων. Γιατί υπάρχει μεγαλύτερη αξία στον πόνο από ό,τι στη χαρά; Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πόνος, ο θυμός και η ματαίωση δεν μπορούν να μας διαμορφώσουν ή ότι δεν πρέπει να τα αναζητούμε· απλώς θέλω να ρωτήσω γιατί αυτά τα συναισθήματα πρέπει να αναζητιούνται ενώ η χαρά αποκλείεται. Αυτό εν μέρει οφείλεται σε μια επικρατούσα αίσθηση, ιδιαίτερα στους ακαδημαϊκούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, ότι απλούστατα δεν είναι της μόδας να είσαι θετικός απέναντι στη ζωή. Μερικοί κριτικοί προτιμούν βιβλία που αντικατοπτρίζουν τις δικές τους νευρώσεις, τη δική τους δυστυχισμένη ζωή. [σ. 99]

Τα παραπάνω λόγια του Τομ Ρόμπινς δεν εκφέρονται μόνο ως απάντηση στις συνήθεις αρνητικές αιτιάσεις των βιβλίων του από τους «κριτικούς» αλλά και αντανακλούν την προσωπική του φιλοσοφία ζωής, μιας φιλοσοφία που ο συγγραφέας ευχαρίστως μοιράζεται εδώ. Πρόκειται για έκδοση που συγκεντρώνει 21 συνεντεύξεις – συνομιλίες μαζί του, με πρώτη εκείνη στο περιοδικό Rolling Stone (Νοέμβριος 1977) και τελευταία μια ανέκδοτη του 2009, ενώ στο τέλος κάθε συνομιλίας περιλαμβάνονται πλούσιες κατατοπιστικές σημειώσεις, εφόσον οι αναφορές του σε ονόματα, τίτλους, φιλοσοφικές έννοιες, κινήματα και γενικότερα κάθε στοιχείο της αμερικανικής κουλτούρας είναι καταιγιστικές.

Magical Mystery Hour

Η πρώτη επαφή του Ρόμπινς με την μαγεία ήταν ένα περιοδεύον τσίρκο που εμφανίστηκε ξαφνικά από τη μια μέρα στην άλλη, στις αρχές της δεκαετίας του ’40, στην άδεια αυλή ενός γειτονικού σχολείου στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν ήταν τόσο η εμπειρία της συμμετοχής του ούτε ο έρωτάς του για την ημίγυμνη «Άτρωτη Γυναίκα» όσο η αίσθηση πως ένα βαρετό μέρος μπορεί ξαφνικά να μεταμορφωθεί σε κάτι μαγικό, άρα πώς το συνηθισμένο να γίνει ασυνήθιστο, με μια άλλη ενδεχόμενη ζωή.

Έκτοτε βασική μαγεία στη ζωή του υπήρξε το παιχνίδι των διασυνδέσεων ανάμεσα σε αντικείμενα και γεγονότα με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους, προς επαλήθευση της συναρπαστικότητας του σύμπαντος. Κι αυτό το στοιχείο υπήρξε πρωταρχικό στην θεματολογία των βιβλίων του, μαζί με την φύση της σεξουαλικότητας και την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα συστήματα που καταπιέζουν τα φυσικά του πάθη και τη διάθεση για παιχνίδι. Ο συγγραφέας εμπνέεται αφήνοντας «τις εικόνες και ιδέες να μαρινάρονται μέσα στα απρόβλεπτα αλλά ζωτικά νερά της υποσυνείδητης φαντασίας». Οι τρόποι του πλέον γνωστοί: εξωφρενικά λογοπαίγνια, πλούσια, σχεδόν ηδονιστική χρήση της γλώσσας, φλύαρες μεταφορές, ελευθεριάζουσες αναλογίες, ακατάπαυστα λεκτικά πυροτεχνήματα, παράξενες πληροφορίες, ζωογόνα αισθητικότητα.

Mushroom Fields Forever

Το 1952 τον βρίσκει να ταξιδεύει με οτοστόπ στην Ανατολική Ακτή και να διαμένει στο Γκρίνουιτς Βίλλατζ, το 1960 να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες και μποέμ στο θρυλικό Βίλλατζ Ινν του Ρίτσμοντ, το 1963 να δοκιμάζει LSD και να αλλάζει εφεξής τον τρόπο με τον οποίο θα βλέπει τα πράγματα – λιγότερο άκαμπτα διανοητικά και συναισθηματικά. Την ίδια εποχή γράφει στο περιοδικό Holiday το άρθρο του για τις παράξενες ιδιότητες ενός μανιταριού, του Psilocybe, που υποτίθεται πως προκαλούσε διεύρυνση της συνειδητότητας, ενώ το 1964 στη Νέα Υόρκη γνωρίζει τον Τίμοθι Λίρι και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ. Ο Ρόμπινς έβγαζε τα προς το ζην γράφοντας για την τέχνη και το θέατρο και έχασε τη δουλειά του αγνοώντας τις προειδοποιήσεις να μην επιλέγει φωτογραφίες μαύρων καλλιτεχνών στη στήλη του.

Το 1966 γοητεύεται από τα τεκταινόμενα στο Χέιτ Άσμπουρι, τη χίπικη περιοχή του Σαν Φρανσίσκο και για αρκετά χρόνια θα αποτελεί μέρος της ψυχεδελικής αντικουλτούρας της Δυτικής Ακτής. Το 1967 η αντεργκράουντ εφημερίδα Helix του αναθέτει να γράψει για μια συναυλία των Doors και βιώνει μια «λογοτεχνική επιφοίτηση». Εγκαταλείπει τα πάντα, μετακομίζει σε μια αγροτική περιοχή της πολιτείας Ουάσινγκτον και αρχίσει να γράφει την Αμάντα, Το Κορίτσι της Γης [Another Roadside Attraction]. Την εποχή εκείνη είναι τόσο φτωχός που το φαΐ του κυρίως προέρχεται από νυχτερινές επιδρομές σε περιβόλια της περιοχής.

They’re like a rainbow

Η Αμάντα εκδίδεται το 1971 και επαινείται από τους Λόρενς Φερλινγκέτι και Γκράχαμ Γκριν, ενώ το Rolling Stone την χαρακτηρίζει ως την πεμπτουσία των μυθιστορημάτων των Σίξτις· ίσως – πιθανολογεί ο Ρόμπινς – επειδή το βιβλίο έβλεπε τα Σίξτις από μέσα προς τα έξω. Ο ίδιος λέει ότι δεν ήθελε να γράψει για τα Σίξτις, αλλά να τα κάνει να συμβαίνουν στη σελίδα και να μεταδώσει κάτι από την εμπειρία τους. Οι Καουμπόισσες [Even Cowgirls Get The Blues]  [1976] εκθειάζονται από τον Τόμας Πίντσον και η συνέχεια είναι εξίσου γνωστή: Τρυποκάρυδος [1980], Το Άρωμα του Ονείρου [1984], Ο Χορός των Εφτά Πέπλων [1990], Μισοκοιμισμένοι μες στις βατραχοπιτζάμες μας [1994], Αγριεμένοι ανάπηροι επιστρέφουν από καυτά κλίματα [2000] (που εμπνέει ένα …τριήμερο φεστιβάλ στο Μεξικό), Villa Incognito [2003], Αγριόπαπιες πετούν ανάστροφα: τα Μικρά Κείμενα του Τομ Ρόμπινς [2005] και το [υποτίθεται παιδικό] Μπι όπως Μπίρα, εμπνευσμένο από μια γελοιογραφία του New Yorker. Το 1995 ο Λέοναρντ Κοέν το θεωρεί ιδιαίτερη τιμή του να περιλαμβάνει ο δίσκος του Tower of Love κείμενο του Ρόμπινς, του συγγραφέα που η περιώνυμη Ιταλίδα κριτικός Φερνάντα Πιβάνο χαρακτήρισε ως τον πιο επικίνδυνο συγγραφέα του κόσμου.

If you go to Seattle Francisco

Οι κραδασμοί της Αμάντας βέβαια ήταν γνωστοί: γυναίκες – μητέρες – γαίες του έγραψαν για να του πουν πως αυτές είναι η Αμάντα, πέντε έξι άτομα ονόμασαν έτσι την κόρη τους προς τιμή της ηρωίδας, και γενικά αποτέλεσε το αντεργκράουντ μυθιστόρημα μιας γενιάς που δεν είχε ιδιαίτερη συμπάθεια στα μυθιστορήματα. Από το 1967 συγγραφείς κάθε ηλικίας και επιπέδου προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να συλλάβουν εκείνη την ιδιαίτερη φευγαλέα αίσθηση των Σίξτις, λέει ο Ρόμπινς, ξεχνώντας πως η ουσία της αντικουλτούρας δεν ήταν τα ήθη της αλλά η φαντασία.

Στο έργο Aquarius Revisited: Seven Who Created the Sixties Counterculture That Changed America (1987) των Πίτερ Ο. Χουίτμερ και Μπρους Βαν Γουινγκάρντεν χαρακτηρίζεται ως μια από τις επτά φυσιογνωμίες που καθόρισαν τη σκέψη και το κίνημα της αντικουλτούρας των Σίξτις μαζί με τους Χάντερ Σ. Τόμσον, Γουίλιαμ Μπάροους,  Άλεν Γκίνσμπεργκ, Κεν Κέσεϊ, Τίμοθι Λίρι και Νόρμαν Μέιλερ. Κύρια βάση της ζωής του υπήρξε το Σιάτλ, που το διάλεξε ως το πιο μακρινό σημείο από την νοτιοανατολική καταγωγή του αλλά και από περιέργεια να δει τι είδους τοπίο μπορούσε να κάνει μια σχολή μυστικιστών ζωγράφων. Στα γύρω δάση αναζήτησε για πρώτη φορά άγρια βρώσιμα μανιτάρια κι εκεί έζησε σε κοινότητες που τα καλοκαίρια (όπως παραπονούνταν οι κάτοικοι) έμοιαζαν με το Γούντστοκ. Από εκεί άλλωστε έχει ανακαλύψει κοντινά μέρη ιδανικά για να απλώνει το σλίπινγκ μπαγκ του και να βρίσκεται στη φύση.

The World Metaphysical Circus

Για τον Ρόμπινς η εμπειρία της ανάγνωσης οποιουδήποτε μυθιστορήματος πρέπει πάντα να οδηγεί τους αναγνώστες στη στιγμή της αφύπνισης και της απελευθέρωσης από τον αλόγιστο εφησυχασμό της συναινετικής πραγματικότητας, από το να βλέπουμε την προσομοίωση ως πραγματικότητα. Να συνειδητοποιούμε ότι με το χιούμορ μπαίνουμε πιο πολύ στην πραγματικότητα και ότι το παιχνίδι είναι ένα είδος διάσωσης της ψυχής και να αναζητούμε τις αντικανονικότητες που ξεχωρίζουμε στην καθημερινή ζωή, γιατί στρέφουν την προσοχή μας σ’ αυτό που διαρρηγνύει την συνέχεια της συναινετικής πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα είναι η μαγεία που ανανεώνει την έρημο του νου. Με όλη αυτή τη συνειδητοποίηση οι αναγνώστες βρίσκουν τρόπους να ξεγελάσουν τη μοίρα, να αντιστρέψουν την απόγνωση και να βρουν χαρά και νόημα σ’ ένα φαύλο κόσμο. Όπως λέει και η νεράιδα της Μπύρας [στο Μπι όπως Μπίρα], ο συνηθισμένος κόσμος δεν είναι παρά ο αφρός στην κορυφή του πραγματικού κόσμου, του βαθύτερου κόσμου – άλλωστε εκείνοι που παίρνουν την μπίρα στα σοβαρά ξέρουν ότι η πικρόγλυκη γεύση της είναι εκείνη που στην πραγματικότητα σβήνει τη δίψα, κάνοντας εύγεστα τα στοιχεία της μέρας ή ακόμα και της ζωής μας που συχνά δεν είναι. Ο αναγνώστης θα πρέπει πότε πότε να θυμάται τον θαυμαστό πλανήτη στον οποίο ζει  και να φτάνει σε σημεία πλήρους ενεργοποίησης της συνείδησής του.

I had too much to write last night

Πώς αντιμετωπίζει ο Ρόμπινς την συνήθη κατηγορία των κριτικών ότι δεν γράφει λογοτεχνία; Με ευχαρίστηση: τον βολεύει, αφού έτσι αποφεύγει και το βάρος του λογοτεχνικού παρελθόντος, συνεπώς είναι ελεύθερος να κάνει ό, τι θέλει! Κι ακόμα, αν το μυθιστόρημα έχει, όπως λένε, πεθάνει, νοιώθει διπλά απελευθερωμένος (και νεκρόφιλος). Προσωπικά ζητώ τέσσερα πράγματα από ένα μυθιστόρημα: να με κάνει να σκέφτομαι, να με κάνει να γελώ, να με κάνει να ανάβω, να με κάνει να νιώθω το θαύμα της ζωής. Αν οι άλλοι συγγραφείς δεν γράφουν αρκετά βιβλία που να θέλεις να τα διαβάσεις, τότε πρέπει να τα γράψεις μόνος σου. Ίσως αυτό να είναι ο  μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα μυθιστόρημα. Οι τελευταίες δυο φράσεις βέβαια αποτελούν και τις αρχές των απανταχού φανζίν!

Αλλά εδώ έχουμε κι έναν πιστό εραστή της γλώσσας, που τονίζει πως δεν είναι αρκετό να περιγράφουμε τις εμπειρίες, αλλά πρέπει επίσης να βιώνουμε την περιγραφή. Η γλώσσα δεν είναι η σαντιγί, είναι η τούρτα. Οι λέξεις έχουν σημασία, έχουν την ίδια ή και μεγαλύτερη σημασία από τα πράγματα που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν. Όποτε δοκίμασε να γράφει γρηγορότερα, η γλώσσα του έπασχε. Έτσι μέχρι σήμερα προσπαθεί να κοσκινίζει το νοερό του λεξικό για να βρει την πιο απροσδόκητη λέξη, όπως οι παλιοί χρυσοθήρες κοσκίνιζαν την άμμο για να βρουν το πιο πολύτιμο ψήγμα χρυσού. Κάπως έτσι η πλοκή αποκτά πάντα δευτερεύουσα θέση σε σχέση με την όλη εμπειρία του βιβλίου, την βιβλιότητα, και την μετατροπή σε αναγνωστική εμπειρία εκείνου που μπορεί να προέλθει μόνο από λέξεις γραμμένες πάνω σε μια σελίδα.

Are you experienced?

Άραγε αυτή η λογοτεχνία έχει ανάλογες πηγές; Χένρι Μίλερ, Νόρμαν Μέιλερ, Φρανσουά Ραμπελέ, Μπλεζ Σαντράρ, Τζέιμς Τζόις, Αναΐς Νιν (στις πρώτες σελίδες της Αποπλάνησης του Μινώταυρου), Ίσμαελ Ριντ, Αλφρέντ Ζαρί, Γκίντερ Γκρας, και Ναθάνιελ Γουέστ είναι κάποιοι από τους συγγραφείς στους οποίους ο Ρόμπινς συχνά στρέφεται για να αναθερμανθεί και «ν’ αρχίσουν να ρέουν οι χυμοί». Ακόμη, το On the Road του Τζακ Κέρουακ, το A Walk on the Wild Side του Νέλσον Όλγκριν και «το πιο πρωτότυπο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, πιο ριζικά καινοτόμο ακόμη και από το Τρίστραμ Σάντι», Το ψάρεμα της πέστροφας στην Αμερική του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Σε κάποια συνομιλία εκφράζει τον ενθουσιασμό του για το μόλις διαβασμένο Μέισον και Ντίξον του Τόμας Πίντσον, όπου ένα βαρετό θέμα μετατρέπεται σε κάτι συναρπαστικό χάρη στη γλώσσα του και τις αμέτρητες στιλιστικές αποκοτιές – εδώ ο Ρόμπινς θυμάται τη φράση του Μαρκ Τουέιν, ότι η διαφορά ανάμεσα στην τέλεια λέξη και μια λέξη που είναι απλώς κατάλληλη είναι σαν τη διαφορά ανάμεσα στην αστραπή και στην πυγολαμπίδα.

Feels like I’m fixing to scream

Οι άγριοι φιλιππικοί κατά της κοινωνίας και της θρησκείας αποτελούν βασικό κορμό της ρομπινσιακής γραφής, όπως και η παγίδευση σε μια ταυτότητα και το πόσο εύκολα μπορούμε να εγκλωβιστούμε σε λανθασμένες αντιλήψεις για το ποιοι πραγματικά είμαστε, αντιλήψεις που συχνά μας τις επιβάλλουν οι διάφοροι θεσμοί. Ποιος είναι τόσο μπουμπούνας ανάμεσά μας που δεν έχει λαχταρήσει ποτέ μέσα του να εξαφανιστεί και να ξαναεμφανιστεί αργότερα σ’ ένα άλλο μέρος με διαφορετική ταυτότητα, ελεύθερος; Ελπίζω οι αναγνώστες να μεγαλώσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους, να την προεκτείνουν προς απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Ο Ρόμπινς επιμένει πως οι πιο ανόητοι αλλά και οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι πάνω στη γη είναι οι σούπερ-εθνικιστές και οι θρησκευτικοί εξτρεμιστές, οι άνθρωποι που ταυτίζονται ολοκληρωτικά, μέχρι θανάτου, με μία και μόνη πολιτική υποδιαίρεση ή αμφιβόλου αξίας αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης. Το σύμπαν είναι γεμάτο αρμονίες και πάθη που ο δυτικός ορθολογισμός – με την έμφασή του στη συνέπεια και τη λογική – ευτελίζει και παραμορφώνει. «Όλοι έχουμε τον ίδιο εχθρό», λέει ένας χαρακτήρας στις Καουμπόισσες: «Ο εχθρός είναι η τυραννία της στενομυαλιάς».

Με μοναδική εξαίρεση τον ταντρικό Ινδουισμό,όλα τα άλλα θρησκευτικά συστήματα του σύγχρονου κόσμου αρνούνται τον αισθησιασμό και τον καταπιέζουν. Όμως η αισθησιακή ενέργεια είναι η ισχυρότερη που διαθέτουμε ως άτομα. Οι ταντρικοί άγιοι είχαν την ιδιοφυΐα και τα κότσια να εκμεταλλευτούν αυτή την ενέργεια για πνευματικούς σκοπούς. Η τροφή, το πιοτό, τα ναρκωτικά, η μουσική, η τέχνη, η ποίηση και ιδιαίτερα το σεξ χρησιμοποιούνται από την Τάντρα με θρησκευτικό τρόπο. […] Η ποπ κουλτούρα, με κάπως παρόμοιο τρόπο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για σοβαρούς σκοπούς. Η ποπ πραγματικότητα έχει την μεγάλη ενέργεια, χιούμορ, ζωντάνια και γοητεία. Σε ό,τι αφορά την απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, την ευαισθητοποίηση στην εμπειρία και τη διεύρυνση της ψυχής, η ποπ πραγματικότητα έχει πολύ μεγαλύτερες λογοτεχνικές δυνατότητες από τις σοβαρές αποπνικτικές και σκυθρωπές ηθικολογίες του Σωλ Μπέλοου. [σ. 70]

Dazed but not confused

Η φιλοσοφία ζωής που θαυμάζει εμπεριέχει το αντίτιμο του να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου, την ιλιγγιώδη αγαλλίαση του να κινείσαι ενάντια στο ρεύμα, την τόλμη του να τραβάς σκόπιμα τον κλήρο της ατυχίας, την τρελή σοφία που χρειάζεται για αν ακολουθήσεις τη συμβουλή του ισπανού ποιητή Χιμένεθ που είπε: «Αν σου δώσουν να γράψεις σε χαρτί με ρίγες, εσύ γράψε κόντρα στις ρίγες». Πετυχαίνουμε στη ζωή,  μόνο όταν την απολαμβάνουμε. Οποιοσδήποτε μπορεί να απολαύσει τη ζωή όταν είναι εύκολη, εκτός ίσως από ορισμένους υπαρξιστές και ενοχοποιημένους προοδευτικούς. Το θέμα είναι να την απολαμβάνεις όταν είναι δύσκολη. Όπως η καουμπόισσα Σίσι Χάνκσοου, που δεν υπέκυψε στην παραμόρφωση των δαχτύλων της αλλά αντέστρεψε την κατάσταση και την έκανε να λειτουργεί στη ζωή της. Ή όπως ο Τρυποκάρυδος, που αρνήθηκε να υποφέρει ή που υπέφερε όπως όλοι μας αναγκαστικά αλλά αρνήθηκε να αφήσει αυτό το γεγονός να τον βάλει κάτω ή να τον ευτελίσει κάνοντάς τον αδιάλλακτο ή επιφυλακτικό.

Στις ανατολικές φιλοσοφίες της «τρελής σοφίας» συνηθίζεται να απολαμβάνει κανείς τη ζωή σαν να είναι ένα παράξενο κοσμικό θέατρο, μια μεγαλόπρεπη παράσταση γεμάτη παράδοξα και υπέροχους παραλογισμούς. Όμως, στις στενόμυαλες ιεραρχικές δυτικές κουλτούρες που βασίζονται κυρίως στον φόβο, αυτή η σοφία συνήθως εκλαμβάνεται ως επιπολαιότητα, τονίζει σε πολλές συνομιλίες ο συγγραφέας, επιμένοντας να μην ξεχνάει να αναλογίζεται ο αναγνώστης την σπουδαιότητα της ανάμνησης αυτής καθεαυτήν και τη σπουδαιότητα του να θυμόμαστε να θυμηθούμε.

Paint it white

Με τα χρόνια η φράση Δεν χάνουμε με τίποτα το κέφι μας έχει γίνει περίπου το σύνθημά μου. Ουσιαστικά, η φράση αυτή περιγράφει μια ανυπότακτη στάση, μια άρνηση να πάθουμε κατάθλιψη από γεγονότα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Αντικατοπτρίζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να τη σπαταλάμε με τον θυμό ή την πικρία που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ως αντίδραση στην εποχή ή την περιοχή στην οποία έχουμε βρεθεί εντελώς τυχαία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε την αδικία και τα δεινά που αφθονούν στον κόσμο και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να τα ανακουφίσουμε, όμως ταυτόχρονα να επιμένουμε να περνάμε καλά. [σ. 265]

Εκδ. Αίολος, 2011, μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, σελ. 388 (Conversations with Tom Robbins – Liam O. Purdon & Beef Torrey (ed.), 2011), με εισαγωγή και χρονολόγιο.

ΥΓ. Και βέβαια οι παραφρασμένοι ή μη τίτλοι ψυχεδελισμάτων των Beatles, Rolling Stones, Scott McKenzie, United States of America, Electric Prunes, Jimi Hendrix Experience, Country Joe and the Fish και Led Zeppelin, ουδεμία σχέση έχουν με την (συναινετική) πραγματικότητα.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

31
Μαρ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

15
Φεβ.
12

Λογοτεχνείο, αρ. 106

Τομ Ρόμπινς, Τρυποκάρυδος. Μια απίθανη ιστορία αγάπης, εκδ. Αίολος, 1998, μτφ. Ντίνος Γαρουφαλιάς, σ. 96 – 97 [Tom Robbins, Still Life with Woodpecker, 1980].

Όσο πιο καλή είναι μια ιδέα τόσο πιο ευμετάβλητη είναι. Αυτό συμβαίνει επειδή μόνο οι καλύτερες ιδέες γίνονται δόγματα και το κακό της όλης υπόθεσης είναι ότι ακριβώς μια φρέσκια, ζωντανή, ανθρώπινη, χρήσιμη ιδέα μετατρέπεται σε δογματικό ρομπότ. Από την άποψη της απελευθέρωσης επικίνδυνων ενδιάμεσων ξενιστών, η μετατροπή των ιδεών σε δόγματα ισοφαρίζει τη μετατροπή του υδρογόνου σε ήλιον, του ουρανίου σε μολύβι και της αθωότητας σε διαφθορά. Κι είναι σχεδόν εξίσου ευμετάβλητη. […] Οι ιδέες γίνονται απ’ τους δασκάλους, τα δόγματα απ’ τους μαθητές και ο Βούδας πάντα σκοτώνεται στο δρόμο.

Υπάρχει μια ιδιαίτερα απεχθής και απελπιστικά κοινή ασθένεια που λέγεται παρωπιδισμός και που προκαλεί τόσα κακά που θα ’πρεπε να βρίσκεται πάνω πάνω στον κατάλογο ασθενειών του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας. Ο παρωπιδισμός είναι μια ασθένεια όπου η αντίληψη περιορίζεται από την άγνοια και διαστρεβλώνεται από τα συμφέροντα. Προκαλείται από ένα μύκητα του οπτικού, που πολλαπλασιάζεται όταν ο εγκέφαλος είναι λιγότερο δραστήριος απ’ τον εγωισμό. Παρουσιάζει επιπλοκές όταν εκτίθεται στην πολιτική. Όταν μια καλή ιδέα υποχρεώνεται να περάσει μες απ’ τα φίλτρα και τα κομπρεσέρ ενός κοινού παρωπιδισμού, όχι μόνο βγαίνει σε μειωμένη κλίμακα και αξία, αλλά η καινούργια δογματική της υπόσταση φέρνει το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε.

Γι’ αυτό ακριβώς οι ιδέες αγάπης του Ιησού Χριστού γίναν τα απαίσια κλισέ του Χριστιανισμού. Γι’ αυτό ακριβώς ουσιαστικά όλες οι επαναστάσεις της Ιστορίας έχουν αποτύχει: οι καταπιεσμένοι, μόλις πάρουν στα χέρια τους την εξουσία, γίνονται καταπιεστές και καταφεύγουν σε ολοκληρωτικές μεθόδους για να προστατέψουν την επανάσταση. Γι’ αυτό ακριβώς οι μειονότητες που ζητούν την κατάργηση των προκαταλήψεων πέφτουν στην αδιαλλαξία, οι μειονότητες που ζητούν την ειρήνη πέφτουν στην ένοπλη στράτευση…

10
Φεβ.
12

Κόρμακ ΜακΚάρθυ – Πεδινές πολιτείες

Στην κόψη όλων των συνόρων

Σε πρόσφατη συλλογή διηγημάτων  ο Κάρλος Φουέντες τροχιοδρομεί τις τραγικές του ιστορίες γύρω από την συνοριακή γραμμή ΗΠΑ– Μεξικό. Όπως στα «Κρυστάλλινα Σύνορα» (εκδ. Καστανιώτη, 2010) έτσι κι εδώ, η ίδια μεθόριος δεν αποτελεί απλώς ένα εύθραυστο συμβολικό και κοινωνικό όριο αλλά κι έναν καθοριστικό παράγοντα του ψυχισμού των χαρακτήρων. Στο τελευταίο μέρος της Τριλογίας των Συνόρων, οι Τζων Γκρέηντυ Κόουλ και Μπίλλυ Πάρχαμ, πρωταγωνιστές αντίστοιχα των δυο προηγούμενων μερών της (Όλα τα Όμορφα Άλογα, Το Πέρασμα), βρίσκονται ενωμένοι με δεσμούς φιλίας. Έχουν επιστρέψει μόνοι τους, σωματικά και ψυχικά ράκη: ο πρώτος έχοντας περάσει δια πυρός και σιδήρου (και κυριολεκτικά) για την αγάπη μιας γυναίκας, ο δεύτερος κουβαλώντας τη σωρό του αδελφού του ύστερα από πολλαπλά λουτρά αίματος.

Οι δυο νέοι αρχίζουν να ξαναζούν συμφιλιωμένοι με την απώλεια αλλά και απολύτως βέβαιοι για την ζωή που θέλουν να ζήσουν: επιλέγοντας την ευφρόσυνη συμμαχία και την τίμια αντιμαχία με την φύση και τα ζώα. Ο εκτροχιασμός της μοίρας μοιάζει αναπότρεπτος, λες και όλα οδηγούν προς αυτόν: είναι θέμα χρόνου ο Κόουλ να συναντηθεί με την επιληπτική πόρνη Μαγδαληνή, να θέλει να την εντάξει στη Νέα του Ζωή και να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο, μακριά από τον δυνάστη της. Η μετωπική σύγκρουση των δυο διαμετρικά αντίθετων κόσμων στην τροχιά του μαχαιριού είναι προδιαγεγραμμένη – σαν «Το όνειρο των ηρώων» του Κασάρες. Εδώ άλλωστε το κίνητρο είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα: πρόκειται για την σωτηρία ενός ανυπεράσπιστου πλάσματος, για μια προσωπική αποστολή ενός μάρτυρα που γνωρίζει το ενδεχόμενο αυτοκαταστροφής. Ο Πάρχαμ αντιλαμβάνεται την ασύμβατη τροπή των πραγμάτων αλλά θα σταθεί δίπλα του, πιστός στην αρχή της φιλίας, μια από τις αρχές που τιμούν ετούτοι οι έφιπποι περιπλανώμενοι.

Παρά την γλωσσική και μυθοπλαστική απογύμνωση ο συγγραφέας αποφεύγει να γλιστρήσει σε μελόδραμα. Διοχετεύει μια απαστράπτουσα λυρικότητα στις περιγραφές του περιβάλλοντος και προκρίνει την εξουθενωτικά λεπτομερή, νατουραλιστική απόδοση του αμεσότερου περίγυρου. Υπάρχει κάτι το αρχέγονο σ’ αυτές τις ιστορίες ζωής και θανάτου που σχεδόν εξαφανίζει την όποια χωροχρονική τους πλαισίωση. Οι εσχατιές της γης απλώς ζωγραφίζουν το φόντο τους και ζωγραφίζονται από τα συναισθήματά των ηρώων. Διόλου τυχαία άλλωστε οι εικόνες του φυσικού τους κόσμου συχνά χάνουν την «υλική» τους υπόσταση και μεταλλάσσονται σε φασματικές αντανακλάσεις της ιδιαίτερης φαντασίας του καθενός.

Οι ακαριαίοι διάλογοι περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, αφήνοντας χώρο σε μια βασιλική σιωπή. Έτσι κι αλλιώς στον κόσμο αυτών των ηρώων είναι οι πράξεις που έχουν σημασία· οι σκέψεις φεύγουν σαν τον αέρα των ερήμων ενώ τα γεγονότα μένουν όταν κατακάτσει η σκόνη. Οι όποιες επιγονικές αναφορές στον Φώκνερ είναι συζητήσιμες – εδώ αναπνέουν περισσότερο τα γουέστερν του Τζον Φορντ, ο μινιμαλισμός του Σαμ Σέπαρντ, τα αχρονικά σύμπαντα του Σαραμάγκο, οι μαγικές περιγραφές του Έσσε και οι ανανεωτές του αμερικανικού μυθιστορήματος (στους οποίους άλλωστε κατά καιρούς καταχωρείται ο Μ.). Αν όμως οι τελευταίοι διατρέχουν τους ερημότοπους του σύγχρονου ανθρώπου, αυτός μοιάζει να βρίσκεται ανέκαθεν εκεί, στα διαχρονικότερα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Οι αληθινοί άνθρωποι βρίσκονται στο δρόμο, έχοντας πάντα ιστορίες να διηγηθούν και ετούτοι οι ερημίτες (ιδιότητα που υπήρξε δεύτερη φύση για τον συγγραφέα) τις κυνηγούν σαν άλλα θηράματα. Στις Πεδινές Πολιτείες (ευαγγελική αναφορά στα Σόδομα και τα Γόμορρα που απλώς επισφραγίζει την διάχυτη βιβλική αίσθηση) το κακό δεν αφανίζεται ποτέ κι έχει εξίσου ανθρώπινη μορφή. Στο τέλος ο γηραιός Μπίλλυ διηγείται την ιστορία του σε κάποιον άγνωστο οδοιπόρο: το βάλσαμο της αφήγησης απλώς γλυκαίνει την ματαιότητά ενός κόσμου που εξ’ ορισμού δεν μπορεί να γίνει καλύτερος.

Εκδ. Καστανιώτη, 2009, μτφ. Αλέκος Μπενρουμπής, σελ. 364 [Cormac McCarthy, Cities of the Plain, 1998].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο: To the valley below…

06
Φεβ.
12

Ρέιμοντ Κάρβερ – Αρχάριοι

Οι ρημαγμένοι μιλούν ακόμα

«Θεέ μου» έλεγε. Όμως ο Θεός δεν είχε τίποτα να κάνει μ’ αυτά. Είχε νίψει τας χείρας του. (σ. 36)

Οι χαρακτήρες του Κάρβερ βρίσκονται στα όρια του πόνου και στις παρυφές της θλίψης αλλά δεν είναι αυτοκαταστρεφόμενοι μοιρολάτρες. Γνωρίζουν καλά πώς βρέθηκαν ως εδώ, κάποτε γνωρίζουν και πώς να βγουν απ’ την απόγνωση. Αλλά μένουν για να δουν το απώτατο όριο μιας ζωής ρευστής «όπου τη μια στιγμή είσαι εδώ κι όλα είναι μέλι γάλα και την άλλη βρίσκεσαι στο χείλος της αβύσσου». Άλλοτε τους λείπει ένα τρυφερό χέρι βοήθειας, άλλοτε συναισθάνονται ότι το φως δεν είναι καλύτερο απ’ το σκοτάδι τους.

Σε κάθε περίπτωση ξέρουν καλά τι υπήρξαν κάποτε και τι έχασαν τώρα. Το συντετριμμένο ζεύγος που ετοιμάζεται «άδειο από λέξεις» να χωρίσει μοιράζεται μνήμες της εποχής που εγκατέλειψαν τα πάντα για να αναλάβουν ένα μοτέλ: οι καλύτερες αναμνήσεις λειτουργούν ως αντίβαρο στη απωλεσθείσα αξιοπρέπεια («Κιόσκι»). Στην παραμυθητική ανασκόπηση ζωής (και στη σκέψη της παράφορης αγάπης του) προβαίνει κι ένα άλλο ζεύγος, με άπιστη αυτή τη φορά την γυναίκα («Πού έχουν πάει όλοι;»). Εδώ όμως ο μεθυσμένος σύζυγος εκφράζει μια ρέουσα, λανθάνουσα καλοσύνη, όπως και πολλοί καρβερικοί χαρακτήρες: αδυνατεί να μην εκφράσει, έστω και μονολογώντας, την συμπόνιά του στον εξίσου αλκοολικό εραστή της, άνεργο της βιομηχανίας διαστημοπλοίων, που περνάει την ώρα του επισκευάζοντας «κάθε λογής παλιοσυσκευές και εξαρτήματα που δεν επρόκειτο να πλύνουν, να μαγειρέψουν ή να παίξουν ξανά».

Κάποιοι επιδίδονται σε αυθόρμητες πράξεις γενναιοδωρίας όπως εκείνος που έχει αποθέσει όλα του τα υπάρχοντα στην αυλή και τα πουλάει φτηνά ή τα χαρίζει σ’ ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι, μεταγγίζοντας τα έσχατα αποθέματα ηδονής του σ’ έναν τελευταίο προαύλιο χορό («Γιατί δεν χορεύετε;»). Άλλοι επιθυμούν να μοιραστούν το αλγεινό τους βάρος, όπως η γυναίκα που μοιράζεται την αϋπνία της με τον μονομανιακό γείτονα που θρηνεί οριακές απώλειες. «Στεκόμενη στη μέση της αυλής και κοιτώντας ολόγυρα την ήσυχη γειτονιά νοιώθει πολύ μακριά από οποιονδήποτε γνώριζε και αγαπούσε όταν ήταν μικρή» και επιστρέφει για να συνεχίσει την μεγάλη συζήτηση με τον κοιμώμενο άντρα της («Θέλεις να δεις κάτι;»). Την ίδια διάθεση αντιμετωπίζει ο φωτογράφος σπιτιών που πουλάει τις φωτογραφίες στους ιδιοκτήτες, που σπεύδουν να βεβαιωθούν πως συμπεριλαμβάνονται στο κάδρο ή εκφράζουν τα οικιακά τους συναισθήματα («Σκόπευτρο»).

Μέσα στα ρημαγμένα οικογενειακά ναυάγια οι νεαρότεροι ήρωες αναδύονται αναπνέοντες: είτε ξεκαρδίζονται βεβιασμένα με τους φίλους τους για την τρέλα και τους καυγάδες των γονέων τους («Πού έχουν πάει όλοι;») ή υιοθετούν πιο θαρραλέα οπτική, όπως η 15χρονη κόρη που φωνάζει στον επιθετικό απελπισμένο πατέρα: «Όλα είναι μέσα στο κεφάλι μας. Αν πεις στον εαυτό σου να σταματήσει, θα σταματήσει. Το μυαλό μπορεί να κάνει τα πάντα. …Είναι το πιο δυνατό όργανο του σώματος. Μπορεί να κάνει ό,τι του ζητήσεις» («Κάτι ακόμα»). Ακόμα και η συντετριμμένη πενθούσα μητέρα γνωρίζει πως «θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να πάει πιο πέρα απ’ αυτό το απέραντο κενό που ήξερε πως απλωνόταν μπροστά της» (στο συνταρακτικό «Μια μικρή παρηγοριά»).

Η παρούσα έκδοση της αρχικής εκδοχής των διηγημάτων της συλλογής What we talk about when we talk about love (1981) χωρίς τις εκτεταμένες επεμβάσεις και αφαιρέσεις του επιμελητή Gordon Lish (που αποδεικνύει πως το περίφημο αφαιρετικό καρβερικό ύφος υπήρξε δικό του δημιούργημα) αποτελεί το αντικείμενο μεγάλης συζήτησης. Ανεξάρτητα από τις πλείστες παραμέτρους του θέματος (αποκαθήλωση ενός μύθου, λάμψη της αλήθειας, φιλολογικό ενδιαφέρον, απαύγασμα συγκριτικής λογοτεχνίας, θέση του επιμελητή [editor] ως εταίρου του λογοτεχνικής συγγραφής) η κατάληξη είναι ίδια: η ευκαιρία προσωπικής ανάγνωσης ενός νέου, αυθεντικότερου Κάρβερ. Που δεν έπαψε να αναρωτιέται «πώς γίνεται και κάποιες αγάπες χάνονται, σβήνονται απ’ τον χάρτη» και να είναι βέβαιος πως «είμαστε όλοι αρχάριοι στην αγάπη». Τελικά για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη;

Παράξενο που ’ναι το ποτό. Τώρα που το σκέφτομαι, βλέπω πως όλες μας τις σημαντικές αποφάσεις τις πήραμε πίνοντας. Ακόμα κι όταν κουβεντιάζαμε πως έπρεπε να βάλουμε λίγο φρένο στο ποτό, καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας ή στο τραπέζι του πικνίκ στο πάρκο με ένα πάκο μπύρες ή ένα μπουκάλι ουίσκι μπροστά μας. (…) Κι αυτό το πρωινό που η Χόλι ισχυρίζεται ότι πρέπει να κάνουμε μια σοβαρή κουβέντα για τη ζωή μας, το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να τρέξω στην κάβα για ένα μπουκάλι…(σ. 49, 50)

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. – επίμετρο: Γιάννης Τζώρτζης σ. 328, με σημειώσεις των επιμελητών Γουίλιαμ Λ. Σταλ και Μορίν Π. Κάρολ, και επίμετρο του μεταφραστή (Raymond Carver, Beginners, 2008 –William L. Stull – Maureen P. Carroll).

Σημ.: Η συλλογή «Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για αγάπη» εκδόθηκε εδώ πριν από μια εικοσαετία (εκδ. Απόπειρα, 1993, ίδιος μεταφραστής). Πρώτη δημοσίευση σε mic.gr. (δηλαδή εδώ).

06
Ιαν.
12

Περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 50 (Ιούνιος 2011)

Αμερικανικό Μπονζάι [Flash fiction]. 43 Μικρά Διηγήματα Αμερικανών Συγγραφέων. Μια ανθολογία.

Μια φορά με είχε ληστέψει ένας στιβαρός λευκός άντρας με καφέ σακάκι. Μου είχε δείξει τα δυο δόντια που του είχαν μείνει στο στόμα και η σκανδάλη ενός μικρού αυτόματου τυλιγμένου με ταινία στόχευε την καρδιά μου. Του έδωσα όλα τα χρήματα, αλλά δεν φοβήθηκα καθόλου. Καταλάβαινα κοιτάζοντάς τον πως ήταν ακριβώς σαν εμένα. Θα μπορούσα να πεθάνω πίσω από αυτό τον πάγκο και αυτός απλά θα έφευγε κρυμμένος στο ίδιο του το δέρμα, με μερικά δολάρια για ξόδεμα. Είμασταν όλοι ένα πράγμα. Έτσι του έδωσα τα λεφτά, νιώθοντας πλουσιότερος αμέσως… [Tom Hawkins, The wedding night]

Εδώ λοιπόν ξεκινάει η ανθολογιακή πανδαισία του μικρού διηγήματος, του μπονζάι, τα βασικά στοιχεία των οποίου αναφέραμε στην προηγούμενη ανάρτηση, αλλά αναπτύσσονται και στον μυθοπλασμένο πρόλογο του επιμελητή Βασίλη Μανουσάκη: αυτά τα διηγήματα μινιατούρες προτρέπουν τον αναγνώστη να διαβάσει λίγο και να σκεφτεί πολύ, τον παρακινούν να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από την ιστορία, τι προηγήθηκε και τι έπεται εκείνου του στιγμιότυπου, έχοντας γεννηθεί από μια ανάγκη να γίνονται όλα πολύ γρήγορα, να επιθυμούν οι αναγνώστες να διαβάσουν λίγα αλλά να προσλαμβάνουν πολλά. Προφανώς αυτές οι κειμενικές αστραπές έχουν πάρει κάτι από τον Ρέιμοντ Κάρβερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Ο επιμελητής διάβασε κι αξιολόγησε πάνω από 1000 διηγήματα – μινιατούρες κι επέλεξε τα καλύτερα με βάση το ενδιαφέρον της ιστορίας και του τρόπου γραφής, την έκταση (από μια παράγραφος ως τρεις σελίδες) και τον απόηχο που αφήνει η κάθε ιστορία και τα νοήματα που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει μετά το τέλος της ανάγνωσης.

Πλέον, δε νιώθει ανώτερος από τις χρυσές ακτές. Αναρωτιέται πόσες από τις συντρόφους του που κοιμούνταν μαζί, ξαγρυπνούν όπως αυτός και ήσυχα προσπαθούν να κοιτάζουν μέσα από δωμάτια πολυώροφων κτιρίων όπου οι κουρτίνες των πελώριων παραθύρων είναι ανοιχτές. Παράθυρα για γίγαντες, ταξινομημένα για να ανοίγουν προς τον ορίζοντα της πόλης που αναβοσβήνει. Φθονεί εκείνους που ακόμη κοιμούνται γαλήνια αλλά και τους λυπάται που χάνουν εκείνες τις μικρές στιγμές που δεν κατονομάζονται…. [Stuart Dybek, Gold coast]. Εδώ, «μουδιασμένοι απ’ τη σιωπή που μεγάλωνε ανάμεσά τους», δυο άνθρωποι ξυπνούν ταυτόχρονα σε ξενοδοχειακό δωμάτιο, «τη στιγμή που επικρατεί η μεταλλαγή της νύχτας, με το αύριο ήδη φωτεινό πίσω της» και βλέπουν μαζί «τις αντανακλάσεις τόπων που στην πραγματικότητα δεν είναι τόποι», καθώς επιπλέουν σαν φωτεινό στρώμα αφρού, πάνω στην επιφάνεια κάποιου ποταμού. Τώρα πλέον θα έχουν δει αυτό τον ουρανό μόνο επειδή ήταν μαζί, σαν κάτι περισσότερο που θα έχουν να θυμούνται.

Ο Ray Bradbury [I see you never] καταθέτει λιτή πλην διαπεραστική ιστορία απέλασης όπως κατοπτρίζεται στα μάτια ενός παιδιού, ο Langston Hughes την απολαυστική ιστορία μιας γηραιάς κυρίας που επιλέγει ως επίπληξη στον επίδοξο ληστή της την τρυφερότερη πλην αυστηρή της φροντίδα [Thank you, M’ am] και ο Chuck Palahniuk προσφέρει την πιο φορτισμένη ιστορία του τόμου [Escort]: ο αφηγητής αναλαμβάνει στην εκκλησία του ως «υποχρέωση καλής πράξης» την υποχρέωση να είναι συνοδός σ’ ένα άσυλο όπου νέοι άνθρωποι χωρίς ασφάλεια ζωής πήγαιναν για να πεθάνουν. Σου ζητούσαν να είσαι διακριτικός στο πήγαινε-έλα σου γιατί οι γείτονες δεν ήξεραν τι συνέβαινε στο τεράστιο παλιό σπίτι του δρόμου…Τουλάχιστον οι μισοί από αυτούς τους ανθρώπους είχαν AIDS, αλλά το σπίτι δεν έκανε διακρίσεις. Μπορούσες να έρθεις εδώ και να πεθάνεις από οτιδήποτε.

Το πρώτο ραντεβού του έχει μόνο ένα πόδι και λίγους μήνες ζωής. Ο αφηγητής συνοδεύει αυτόν και τη μητέρα του σε τόπους με θέα και σε μουσεία. Επιστρέφοντας σπίτι του, δηλαδή κάτω από φορτηγά, τα προβλήματά του δεν έμοιαζαν και πολύ χάλια: ολόκληρη η ζωή του έμοιαζε με θαύμα αντί για σφάλμα. Συνεχίζει ως συνοδός, κρατώντας τα χέρια των ραντεβού του με τις ώρες «μέχρι που ένας άλλος συνοδός ερχόταν για να τον σώσει ή μέχρι που δεν είχε πια καμία σημασία». Οι μητέρες τους του δωρίζουν κάποιες φορές κουβέρτες με παλιομοδίτικα τετράγωνα και ζιγκ ζαγκ σχέδια κι εκείνος τις στοιβάζει στην άκρη του καναπέ κι αργότερα στη σοφίτα, αρνούμενος να τις χρησιμοποιήσει ή να τις αποχωριστεί, χωρίς να ξέρει τι τον φοβίζει περισσότερο, «να πετάξει όλα αυτά τα νεκρά παιδιά ή να κοιμηθεί μαζί τους».

Max Apple, Aimee Mender, Ray Bradbury, Rob Carney, Amy L. Clark, Lydia Davis (πρώην σύζυγος του Paul Auster, αν έχει σημασία η πληροφορία), Carol Edelstein, Zdravka Evtimova, Robert Fox (με ένα Παραμύθι εντός μετρό, γιατί εκεί πλέον εξυφαίνονται και τα παραμύθια), Jack Handey, Lee Harrington, Tom Hazuka, Amy Hempel, Robert Kelly, Michael Knight, Marilyn Krysl, Mary Morris, Joyce Carol Oates, David Ordan, Lon Otto, Pamela Painter, Francine Prose, Mat Rittenhouse, Bruce Holland Rogers, Chuck Rosenthal, Samantha Schoech, Steven Schutzman, Don Shea, Sam Shepard, James Still, Peter Taylor, Alison Townsend, John Updike, Tom Whalen, Tennessee Williams, Tobias Wolff και Allen Woodman συμπληρώνουν τους μικρογράφους του τεύχους.

Δεν είναι γούστο εφηβικό να πετάς μέρα μεσημέρι τις ηλιόλουστες μέρες, ούτε καν στην Καλιφόρνια. Αυτό που ήθελε το αγόρι ήταν κάτι άλλο: να πετάει αργά τη νύχτα, χαμηλά, ξυστά στο έδαφος, μέσα στις πόλεις, να γεφυρώνει γοργά με κομψά τόξα τα κτίρια. Πολύ αργά τη νύχτα· την ώρα που τα κορίτσια κρεμάνε τα ρούχα τους και αναστενάζουν στα παράθυρά τους ρουφώντας τον πηχτό αέρα… [Charles Baxter, The cliff]

Η καθιερωμένη ύλη βρίσκεται παρούσα, με ποίηση από τους Τασούλα Καραγεωργίου, Αναστ. Α. Αντύπα, Άννα Αφεντουλίδου, Βαγγέλη Πεταλά, Αντώνη Περαντωνάκης και Ελένη Σιγαλού, δυο πεζά από τον Χρίστο Ρουμελιωτάκη, κριτικές και δοκίμια. Και είναι αδύνατο να μην επιστρέψει κανείς στις πρώτες σελίδες, που κοσμούνται από δώδεκα ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη, όλα με θέμα την υπέργηρη μητέρα του. Ο ποιητής δεν πρόλαβε να τα δει δημοσιευμένα· ακολούθησε τη γηραιά μούσα του ένα μήνα περίπου μετά την δική της εκδημία. Ιδού ένα Αντίδωρο: Μπορεί/ήδη από έφηβος/να μη σε ακολουθώ στις εκκλησίες/να μη νηστεύω/να μην κοινωνώ· όμως όταν γυρίζεις κάθε Κυριακή/από της θείας λειτουργίας/την ζηλευτή ηρεμία/πάντοτε παίρνω από τα χέρια σου/το λευκό αντίδωρο-/είδος αρχαίου μαστού γαλακτοφόρου/που έχει από τόσα χρόνια κοιμηθεί.

[287 σελ.] Επιμέλεια: Βασίλης Μανουσάκης. Με σύντομα βιογραφικά σημειώματα των συγγραφέων και των μεταφραστών. Προηγούμενα τεύχη και τόμοι του Πλανοδίου, planodion@otenet.gr και 210-2284403. Όπως πάντα η ιστοσελίδα τροφοδοτείται συνεχώς με ιστορίες μπονζάι.

Σημ. Πανδοχείου: Ο επιμελητής ορθότατα αναγράφει και τα ονόματα των συγγραφέων και τους τίτλους τόσο σε λατινικό όσο και σε ελληνικό αλφάβητο. Εδώ χάριν συντομίας επιλέγουμε το πρωτότυπο.

Στις φωτογραφίες: και πάλι αναγνώστες πιθανότατα μικρών διηγημάτων, που όπως αναφέρθηκε [ξανά εδώ], διαβάζονται σε οποιαδήποτε περίσταση και παντού, σε μια καθισιά και σε κάθε στάση.  Η εικονογράφηση του εξώφυλλου και πάλι από την Ηρώ Νικοπούλου.

09
Μάι.
11

Άλις Μονρό – Πάρα πολλή ευτυχία

…ποτέ χωρίς πόνο

Όταν είσαι παιδί, κάθε χρόνο γίνεσαι άλλος άνθρωπος. Αυτό σε γενικές γραμμές συμβαίνει το φθινόπωρο, όταν γυρίζεις στο σχολείο, παίρνεις τη θέση σου στη μεγαλύτερη τάξη, αφήνεις πίσω την παραζάλη και τον λήθαργο των καλοκαιρινών διακοπών. Τότε φαίνεται πιο έντονα η αλλαγή. Αργότερα ξεχνάς τον μήνα ή το έτος, όμως οι αλλαγές συνεχίζονται έτσι κι αλλιώς. Για πολύ καιρό το παρελθόν σου γλιστράει και φεύγει από τη μνήμη σου εύκολα, αυτόματα θα ’λεγες, όπως πρέπει. Δεν είναι τόσο πως σβήνουν οι σκηνές του όσο ότι παύουν να συνδέονται η μία με την άλλη. Κι έπειτα γυρνάς πάλι στην αρχή, έχεις τελειώσει μια για πάντα με την ανάπτυξη και με το να γυρεύεις την προσοχή, και μάλιστα να γυρεύεις να κάνεις εσύ κάτι για να την κινήσεις, μολονότι είναι ολοφάνερο πως τίποτα σ’ αυτό τον κόσμο δεν μπορείς να κάνεις. (σ. 245-246)

Δυο παιδικές φίλες βιώνουν τα παραπάνω σ’ ένα αξιομνημόνευτο διήγημα της συλλογής της δεινής και καταξιωμένης τεχνίτριας του είδους. Η θυελλώδης επικοινωνία τους χαρακώνεται από μια ενοχλητική παρουσία που εισχωρεί σταδιακά στην ανέφελη ζωή τους: η «ειδική» Βέρνα τις ακολουθεί παντού «με αλλήθωρη έκφραση μιας ανώτερης απορίας», προκαλώντας ανεξήγητα αισθήματα μίσους και απειλής. Η μελαγχολική αίσθηση του επερχόμενου τέλους της κατασκήνωσης ξεσκεπάζει την θεατρική υπόσταση των διακοπών και ξεσπά στην ανυπεράσπιστη ύπαρξη με τραγικές συνέπειες. Αργότερα ως ενήλικες αναζητούν συμφιλίωση με το βαθύ τραύμα, η πρώτη στη μελέτη των «επικίνδυνων ή πολύτιμων» ικανοτήτων πολιτισμών που δεν τολμά να χαρακτηρίσει «πρωτόγονους», η δεύτερη στην θρησκεία· αμφότερες όμως έχουν συγκλίνει προς το αρχικό παράθεμα («Για παιχνίδι»).

Στο εξίσου εξαιρετικό «Πρόσωπο», ένα αγόρι με εκ γενετής σημαδεμένο μάγουλο μεγαλώνει μεταξύ μητρικής προστασίας και πατρικής απόρριψης, αποτελώντας ένα τερατώδες ρήγμα ανάμεσα στους γονείς του. Παρά την τραγική καθημερινότητα (όπου η μητέρα τρώει το μισό της γεύμα μαζί του και το άλλο μισό με τον σύζυγό της) το παιδί φιλοσοφεί τον αποκλεισμό του, μεταστρέφοντάς τον συχνά σε κάτι θετικό («αυτό το κλίμα της αμφιθυμίας, της βιαιότητας και της αποστροφής μπορεί να είχε κάνει κάθε άλλο μέρος να μοιάζει λογικό, ακόμα και φιλόξενο…») και κατακτά μια ενδιαφέρουσα, ψυχολογικά ισορροπημένη ενήλικη ζωή. Όμως το παρελθόν κρύβει δεύτερο τραύμα: τον άδικο χωρισμό από μια παιδική φίλη που έβαψε με μπογιά το πρόσωπό της για να μοιραστεί την ιδιαιτερότητά του (πράξη που εκείνος εξέλαβε ως μοχθηρό αστείο). Χρόνια αργότερα εκείνη επιστρέφει, ακροάτριά του στις εκφωνήσεις ραδιοφωνικών θεατρικών έργων και αναγνώστρια στη νοσοκομειακή του κλίνη, έχοντας αυτοτιμωρηθεί με χαράκωμα του προσώπου της. Τα μάγουλά τους εφάπτονται τρυφερά όμως «ακόμα και τα όνειρά δεν κάνουν τις εξυπηρετήσεις που επιθυμούμε».

Η αθώα και σαρκαστική παιδική ματιά εκφράζεται και από το μικρό κορίτσι που βοηθά περιστασιακά έναν άρρωστο άντρα – αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ τριών αινιγματικών γυναικών: μητέρα, σύζυγο και μασέζ που «διασκεδάζει με περίεργο τρόπο» («Κάποιες γυναίκες»). Σ’ ένα παιχνίδι αναμέτρησης με έπαθλο τον ίδιο και με την «σαρκικότητα στο κατώφλι του θανάτου», ο περιθωριακός της ρόλος αλλάζει όταν ο εκείνος ζητά τη βοήθειά της για να καταφύγει σε στιγμές απομόνωσης. Παρά τις συνήθως συγκροτημένες προσωπικότητές τους, οι χαρακτήρες αδυνατούν να επιβληθούν στην απώτερη τροπή των πραγμάτων. Ακόμα και μέσα στην ασφαλή απλότητα της ζωής τους ή την ήρεμη συνειδητοποίηση της ηλικίας τους, μια ιδιότυπη νέμεση καραδοκεί στην γωνία, όπως συμβαίνει στον Ρόι, που παρά την ολόψυχη σχέση του με το δάσος, εκτίθεται σε προσωπική αναμέτρηση μαζί του, καθώς του διέφυγε «πόσο κλεισμένο στον εαυτό του, πυκνό και μυστικό είναι…»(«Ξύλο»).

Στο ίδιο λιτό ύφος κινούνται και τα υπόλοιπα εκτενή διηγήματα, με ομόκεντρους κύκλους γύρω από το βασικό θέμα και διαρκείς χρονικές παλινδρομήσεις. Τα πρόσωπα περνούν σταδιακά ή απότομα στη θλίψη, το πένθος ή την απόγνωση, άρα πού βρίσκεται «η πάρα πολλή ευτυχία»; Στο φερώνυμο διήγημα η Σοφία Κοβαλέφσκι (υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών, η πρώτη καθηγήτρια πανεπιστημίου), «απόλυτη καινοτομία και απολαυστικό έκτρωμα», τολμά μια ζωή συνύπαρξης προσωπικών ελευθεριών, ερωτικών επιλογών και επιστημονικής καταξίωσης, οδεύοντας προς την αναπότρεπτη σωματική κατάρρευση. Πιθανώς η ίδια η ευτυχία περικλείει πολύ πόνο εντός της.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2010, μτφ. Σοφία Σκουλικάρη, σελ. 393 (Alice Munro, Too much happiness, 2009).

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 7.5.2010 (και εδώ), με μόνη διαφορά την παράθεση εδώ ολόκληρου του αρχικού αποσπάσματος.

24
Νοέ.
10

Φίλιπ Ροθ – Η ταπείνωση

… όταν πια έφτανε στο θέατρο, ένιωθε εξαντλημένος, έντρομος που θα έβγαινε στη σκηνή. / Όλα όσα είχαν συντελέσει στο να γίνει αυτό που ήταν, τώρα δούλευαν εναντίον του, κάνοντάς τον να δείχνει σχεδόν ανισόρροπος./ Τώρα σκεφτόταν το κάθε τι, και κάθε τι αυθόρμητο και ζωντανό είχε πεθάνει: προσπαθώντας να το ελέγξει με τη σκέψη το κατέστρεφε.

Αρκούν αυτές οι τρεις προτάσεις, αλιευμένες από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για να εκφράσουν την κατάσταση του Σάιμον Άξλερ. Ο φτασμένος θεατρικός ηθοποιός αρχίζει να κατηφορίζει με ταχύτητα από τις κορυφές της ζωής του: την υποκριτική, την δημιουργία, την καθημερινότητα. Η ικανότητα να απευθύνεται και να του απευθύνονται πάνω στη σκηνή είχε χαθεί, η μια λανθασμένη ερμηνεία διαδέχεται την άλλη. Παρατηρεί την προσωπική του κατάρρευσή, όπως άλλοτε την ηθοποιία του: παίζοντας τον ρόλο της ίδιας του της διάλυσης. Τώρα μοιάζει αυτός να βρίσκεται στο επίκεντρο εκείνου του παλιού ανέκδοτου με τον ηθοποιό που του υποδείκνυαν να μην πίνει κι εκείνος απαντούσε: Τι, και να βγω εκεί έξω μόνος μου; Ή στην παράκληση του Ολίβιε προς τους άλλους ηθοποιούς: Μη μ’ αφήνετε μόνο μου εκεί έξω.

Ακόμα και η ικανότητα επικοινωνίας με τις γυναίκες ξεθωριάζει, χάνεται. Εκείνος που κάποτε τις μάγευε εντός κι εκτός σκηνής, αποκαλύπτοντάς τους ότι είχαν τη δική τους ιστορία, τη δική τους φωνή κι ένα στυλ που δεν ανήκε σε καμία άλλη έχει μπλοκάρει οριστικά. Τώρα ο μόνος ρόλος που νοιώθει πως του ταιριάζει είναι ο ρόλος ενός ανθρώπου που παίζει έναν ρόλο. Ή ενός ανθρώπου που δεν συνοψίζει παρά τα μειονεκτήματά του, ενός υποψήφιου αυτόχειρα. Ο Άξλερ δεν αντέχει να περάσει άλλη μια μέρα απογυμνωμένος από τα χαρίσματά του.

Η «ανοικοδόμηση» της ζωής του θα προέλθει μέσα από τον έρωτα. Η σχέση του με την Πεγκίην όμως φέρει εξαρχής τα σπέρματα της τριβής. Εκείνη είναι κόρη οικογενειακών φίλων, κατά εικοσαετία νεαρότερη, με τις δικές της παρελθοντικές απορρίψεις και με δεκαεπτά χρόνια λεσβιακής ερωτικής ζωής. Ο Άξλερ επιδίδεται στην μεταμόρφωσή της ως εμφανίσιμης, ελκυστικής γυναίκας – τίποτα δεν του δίνει μεγαλύτερη χαρά. Στην ουσία όμως την κάνει την γυναίκα που θα ήθελε ο ίδιος, σαν να υποδυέται κάποια εντελώς διαφορετική απ’ ότι πραγματικά ήταν, ξένη προς την δική της αυτοαίσθηση. Το ζεύγος πειραματίζεται ερωτικά (αν και κάπως βεβιασμένα) σαν μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανα-ζωής και προσπαθεί να αγνοήσει την αντίθεση των γονέων της Πεγκίην αλλά και το φάσμα της φθοράς που τους υπενθυμίζεται διαρκώς.

Έχουμε τυπικό Ροθ εδώ; Και ναι και όχι. Από τη μία η έκταση είναι σύντομη, ο λόγος ξεγυμνωτικά απλός, εβραϊκότητες και αυτοσαρκασμοί ξεχνιούνται για λίγο. Από την άλλη ο Ροθ συνεχίζει επίμονα να γράφει για την σωματική και πνευματική φθορά, τα γηρατειά και τον θάνατο, σ’ έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των τελευταίων του βιβλίων. Υπήρξε τόσο αυτοαναφορικός συγγραφέας που πιθανώς τώρα που βρίσκεται μπροστά τους δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ίσως ψάχνει κι αυτός τις απαντήσεις του. Είτε διακρίνει πόσο σχετικά είναι τα πράγματα (στο Ζώο που Ξεψυχά τελικά δεν πέθαινε ο μεγαλύτερος σε ηλικία ήρωας αλλά η νεαρότερη ερωμένη του), είτε καταλήγει πως μόνο ο έρωτας σώζει, είτε απλώς συνεχίζει ως γερόλυκος που δεν εγκαταλείπει τον αγώνα, είτε αυτοκτονεί. Τελικά η μαγεία της υποκριτικής χάνεται χωρίς να υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος. Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για οτιδήποτε συμβαίνει – όλα είναι ένα καπρίτσιο της τύχης, η πιθανότητα της ανατροπής. Συνεπώς ως συγγραφέας θριαμβεύει στα αυτονόητα. To θέμα είναι κατά πόσο αυτή η ιστορία θα διαβαζόταν (και θα εκθειαζόταν) εξίσου αν προερχόταν από άλλον συγγραφέα, εφόσον το θέμα έχει ήδη χιλιογραφτεί.

Οι καλύτερες στιγμές βρίσκονται σε δυο σημεία. Στους διαλόγους μεταξύ του ζεύγους (όπου η σκληρότητα του να μαθαίνει κανείς τα πάντα υπερτερεί της συναινετικής σιωπής) και μεταξύ του Σάιμον και της πρώην φίλης της Πεγκίην. Κυρίως όμως στις περί αυτοχειρίας σελίδες, κατά την περιγραφή της συνύπαρξής του στο ψυχιατρικό νοσοκομειακό εντευκτήριο με μια παρέα παραλίγο αυτοχείρων ασθενών, βυθισμένων ακόμα στο μεγαλείο της αυτοκτονίας, μαγεμένων από την εξουσίαση του ίδιου του θανάτου. Όλοι χρησιμοποιούν το λεξιλόγιο της λαϊκής ψυχολογίας ή της περιθωριακής αισχρολογίας, της χριστιανικής οδύνης, της παρανοϊκής παθολογίας. Εκεί ανακαλεί όλους τους αυτόχειρες ήρωες των δραμάτων όπου η αυτοκτονία εισβάλλει συχνά, λες και αποτελεί την καταστατική συνθήκη του θεάτρου: Έντα Γκάμπλερ, Δεσποινίς Τζούλια, Φαίδρα, Ιοκάστη, Λόμαν στον Εμποράκο, Σάιμον στη Μικρή μας Πόλη, Οφηλία, Οθέλλος, Ιβάνοφ, Κονσταντίν στο Γλάρο, Έντβιγκ στην Αγριόπαπια, Κρίστιν στο πένθος της Ηλέκτρας, Αίας και τόσοι άλλοι. Να είσαι σε θέση να πάρεις την απόφαση να φέρεις σε πέρας την πιο δύσκολη πράξη που υπάρχει. / Η αυτοκτονία είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις. Κάτι έχει στο μυαλό του – προς το παρόν όχι ο Ροθ, αλλά ο χαρακτήρας του.

Εκδ. Πόλις, 2010, σ. 170, μτφ. – σημ: Κατερίνα Σχινά (Philip Roth, The Humbling, 2009)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ, υπό τον τίτλο: Μπολάνιο ή Ροθ; Μπόθ!.

15
Νοέ.
10

Ντον Ντελίλλο – Άνθρωπος σε πτώση

Ο λευκός θόρυβος της 11/9

«Σε τι παλιούς νεκρούς πολέμους μαχόμαστε. Νομίζω ότι τούτες τις μέρες χάσαμε χιλιάδες χρόνια» (σ. 60).

Η προοικονομημένη ματιά του σπουδαίου αμερικανού μυθοπλάστη στην καταστροφή της 11/9 εξετάζει όπως πάντα την εμπλοκή και διείσδυση του δημόσιου στο ιδιωτικό αλλά εστιάζει περισσότερο στο δεύτερο: στην μετατραυματική ψυχογράφηση μιας σειράς προσώπων που καλούνται να επιβιώσουν κυρίως ψυχοσυναισθηματικά μετά το εκκωφαντικό ξέσπασμα του πολιτικού τρόμου. Με ποιο τρόπο μπορεί κανείς να συνεχίσει να ζει και να δικαιολογήσει την ύπαρξή του αρχικά σ’ ένα κόσμο βουής, σκόνης και αιθάλης κι έπειτα κατάρρευσης, δέους και διάχυτου φόβου;

Οι χαρακτήρες (η παραμορφωτική οπτική των οποίων διασπείρεται με άτακτη σειρά σε προ-σχηματικά κεφάλαια) αναζητούν ο καθένας τον δικό του τρόπο σωτηρίας ή «διαφυγής». Ο Κηθ επιστρέφει στην συζυγική εστία, αδυνατώντας να ζήσει στα στενά όρια της ζωής που είχε επιλέξει και επικεντρώνεται στο πόκερ, στην μόνη βεβαιότητα των περιστάσεων που βίωσε δραματικά: την τύχη. Πολύ περισσότερο αναζητά την ανάσα μέσα στις «διασταυρούμενες αναμνήσεις» με μια επιζώσα γυναίκα. Η «ζαλιστική πραγματικότητα» που μοιράστηκαν στο κλιμακοστάσιο του πύργου δημιουργεί έναν αόρατο δεσμό που καθορίζει κάθε συναισθηματική τους επιλογή. Η σύζυγός του Λιάν επαληθεύει την φράση του Κίρκεγκωρ «Ολόκληρη η ύπαρξη με φοβίζει» και αναζητά την θεραπεία στον λόγο, μελετώντας την δική του διαχείριση της επίθεσης και καθοδηγώντας ανθρώπους με αλτσχάιμερ (τους μελλοντικούς αμνήμονες της Ιστορίας;) σε συνεδρίες αφήγησης ιστοριών, «στο σημείο συνάντησης ενόρασης και μνήμης που επιτρέπει η πράξη της συγγραφής», αλλά και η αποσιώπηση.

Ο Ντέιβιντ Τζάνιακ υποδύεται τον Άνθρωπο σε Πτώση (τον ανώνυμο υπάλληλο που, όπως δεκάδες άλλοι, βούτηξε στο χάος από το παράθυρο του γραφείου του), σε μια αμφιλεγόμενη καλλιτεχνική παράσταση αιώρησης στο κενό, υποδεικνύοντας την μοναδική δυνατότητα ξορκισμού ή κατανόησης του ακατανόητου: μέσω της τέχνης. Τα παιδιά αφομοιώνουν τον τρόμο με μυστικοπάθεια και αγωνιώδη επιφυλακή για το κακό. Η εκδοχή της άλλης πλευράς, πέρα από την υπενθύμιση της ματαιότητας της εθελοτυφλίας ως προς τα αίτια της τρομοκρατίας, εκφράζεται από τον Μάρτιν, πρώην «δυτικό» τρομοκράτη, τους Αμίρ και Χαμάντ, μουσουλμάνους που φέρουν την εσαεί πληγωμένη αξιοπρέπεια της θρησκευτικής τους κοινότητας και τους εκκολαπτόμενους τρομοκράτες που «απηχούν την κραυγή της ιστορίας, την εξιστόρηση της ήττας και χιλιάδες χρόνια δρώμενων, που αιωρούνται πάντα στην ατμόσφαιρα». Όλοι αναζητούν μια υπαρξιακή επιβεβαίωση, όπως η παράδοσή του χαρτοφύλακα των ερειπίων από τον Κηθ στην κάτοχο, που ψελλίζει: «Αναρωτιέσαι ποια ιστορία πηγαίνει μαζί με τον χαρτοφύλακα. Εγώ είμαι η ιστορία».

Αν δεν συνέβαινε όμως εκείνο θα ζούσαν όλοι κανονικά κι ευτυχισμένα; Ή το γεγονός απλώς ανατίναξε τους ψυχισμούς προς ένα συλλογικότερο (έστω και ψευδαισθητικά) τοπίο; Άραγε ο Πίπτων Άνθρωπος εφάρμοσε την τελευταία εναπομείνασα πράξη ελευθερίας, την επιλογή του τρόπου ενός δεδομένου θανάτου; Η φαντασίωση της καταστροφής αντικαθρεφτίζει εκείνη του πλούτου και της δύναμης; Μήπως η στάσιμη καταβαράθρωση του καλλιτέχνη υποδεικνύει την προσωπική τους πτώση από κάθε αξία και νόημα ζωής, γι’ αυτό και είναι τόσο ανεπιθύμητη; Ιδού ο μοντέρνος Υπέργειος και Υπέργηρος Κόσμος κατά ΝτεΛίλλο: η πόλη σε οιονεί πολιορκία, τα κτίσματα ως νεκρή φύση, ο Θεός σε αποθέωση ή απόρριψη, άδεια πουκάμισα και κόλλες χαρτί σε αιώρηση στον ουρανό, και άνθρωποι που αδυνατούν να αφομοιώσουν την Ιστορία τους, που έχει όμως πλέον εισχωρήσει στον οργανισμό τους. Ακριβώς όπως τα «οργανικά θραύσματα», τα μικρά καρούμπαλα που αναπτύσσονται ύστερα από καιρό στους επιζώντες εξαιτίας μικροσκοπικών κομματιών σάρκας και οστών που εκτοξεύονται με τέτοια δύναμη και ταχύτητα, που παγιδεύονται στο πλησιέστερο σώμα.

Εκδ. Εστία, 2010, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ. 313 (Don DeLillo, Falling Man, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 629, 13.11.2020 (και εδώ).

14
Νοέ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 76

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή, εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, σ. 165 (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Ένα πλήθος Αμερικανοί αρρωστημένοι ξαφνικά σε ξένες χώρες πρέπει να νοιώθουν την ίδια κάψα για την παιδική τους ηλικία, όπως ο Γουλφ θυμάται εξαιρετικά βασανισμένος σε κάποιο δωμάτιο της Οξφόρδης το μοναχικό ήχο του μπουκαλιού του γαλατά το ξημέρωμα στη Βόρεια Καρολίνα, η ο Χέμινγουεϋ βλέπει ξαφνικά τα φθινοπωρινά φύλλα του Ανν Άρμπορ σ’ ένα μπουρδέλο στο Βερολίνο. Ο Σκοτ Φιτζ με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του στην Ισπανία σαν σκέφτεται τα παλιά παπούτσια του πατέρα του στην πόρτα του αγροτικού σπιτιού. Ο Τζώννυ Σμιθ ο Τουρίστας ξυπνάει μεθυσμένος σ’ ένα δωμάτιο με ρωγμές στην Κωνσταντινούπολη κλαίγοντας για παγωτό με σόδα την Κυριακή το Απόγευμα στο Ρίτσμοντ Χιλλ Σέντερ.

Στην Δήμητρα Κολλιάκου

03
Οκτ.
10

Λογοτεχνείο, αρ. 70

 Τζων Ίρβινγκ, Ξενοδοχείο Νέο Χαμσαϊρ, εκδ. Μέδουσα, 1989, μτφ. Τάσος Δαρβέρης, σ. 91 (John Irving, The Hotel New Hampshire, 1981).

Μολονότι το Σχολείο του Γαλατάδικου μετά βίας συντηρούσε τους επιστάτες τους, ο πατέρας πίστευε ότι μπορούσε να στηρίξει ένα ολόκληρο ξενοδοχείο μέσα στην πόλη – και το γεγονός ότι η πόλη αυτή ήταν τόσο ψωραλέα, ώστε κανείς δεν είχε, μέχρι τότε, σκεφτεί να στήσει ένα κατάλυμα, δεν τον απασχολούσε διόλου. Οι θερινοί επισκέπτες του Νέου Χάμσαϊρ έμεναν στις παραλίες που απείχαν μόλις μισή ώρα. Τα βουνά (…) απείχαν μια ώρα. Η πόλη όμως του Γαλατάδικου ήταν χτισμένη σε κάμπο. Βρισκόταν μεν στα μεσόγεια, αλλά όχι σε ύψωμα. Ήταν αρκετά κοντά στην θάλασσα, ώστε να είναι υγρή, και αρκετά μακριά, ώστε να μην απολαμβάνει κανένα πλεονέκτημα δροσιάς και φρεσκάδας. Ο ζωογόνος αέρας του ωκεανού και του βουνού δεν μπορούσε να σκορπίσει την καταχνιά που ανέβαινε από τον ποταμό Σκοάμσκοτ – και το Γαλατάδικο ήταν πόλη αυτής της κοιλάδας, με διαπεραστικό από την υγρασία και το κρύο χειμώνα και με νοτερό ζεστό καλοκαίρι. Δεν ήταν ένα γραφικό χωριό της Νέας Αγγλίας, αλλά μια κωμόπολη (…) μ’ ένα νερόμυλο που έχασκε τώρα παρατημένος κι άσκημος…
«Πάντως αν υπήρχε ξενοδοχείο», είπε ο πατέρας, «θα υπήρχαν άνθρωποι για να μείνουν».

Στον Φαίδωνα Ταμβακάκη

31
Ιολ.
10

Διάφοροι (επιμ. Τζόσουα Νέλμαν – Ρόζαλιντ Πόρτερ) – Αγάπης γράμματα

Ο λόγος της απουσίας

«Ο συντάκτης της ερωτικής επιστολής δεν μπορεί να ανακαλέσει τίποτα. Οι λέξεις – σε αντίθεση με τα πραγματικά συναισθήματα που υποδηλώνουν – δεν δανείζονται», γράφει στην εισαγωγή η επιμελήτρια, τονίζοντας το οριστικό και αμετάκλητό μιας γραπτής ερωτικής εξομολόγησης. Η αυθύπαρκτη οντότητά της ως έκφρασης μιας συγκεκριμένης, ενίοτε οριακής, συναισθηματικής κατάστασης ενέπνευσε την ιδέα μιας συλλογικής «αναβίωσης του υπό εξαφάνιση εθίμου». Η επιλογή των συγγραφέων δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο κριτήριο πέραν της προσωπικής προτίμησης των επιμελητών και του χαρακτηρισμού τους ως «κορυφαίων σήμερα» (συνεπώς προκαλεί απορία η συμμετοχή μιας συγγραφέως που, σύμφωνα με το βιογραφικό της, είναι τεταρτοετής φοιτήτρια και δεν έχει παρά δημοσιεύσεις σε περιοδικά).

Η ερωτική εξομολόγηση του Νιλ Γκάιμαν εκπορεύεται από κάποιον που «υποδύεται» το μεσαιωνικό άγαλμα σε πλατείες και φεστιβάλ. Έχει ανταλλάξει βλέμματα με το αντικείμενο του πόθου του αλλά για εκείνη παραμένει αόρατος και ασήμαντος. Ο μονόπλευρος έρωτας εκφράστηκε με ανεπαίσθητες κινήσεις – τον μόνο προσφερόμενο τρόπο προσέλκυσης ενός βλέμματος. Η σταδιακή αποκάλυψη της εισβολής του στα προσωπικά της δεδομένα και τέλος στο δωμάτιό της κατά την ανάγνωση της επιστολής του μετατρέπει το ρομάντζο σε εφιάλτη: είναι πλέον αδύνατο να τον προσπεράσει. Η χαμηλότονη πλην βαθιά ερωτική ιστορία της Γερμανίδας Γιούλι Τσε αποβαίνει ματαιωμένη, εφόσον δε άρχισε ποτέ· όσα γράφονται θα συνέβαιναν μόνο «εάν» η γνωριμία είχε συντελεστεί.

Η απωλεσθείσα συντροφικότητα στην περιπλάνηση μονοπωλεί τα γράμματα των Τζάνετ Γουίντερσον και Α.Λ. Κένεντι. Ο χαρακτήρας της πρώτης σχολιάζει δεκαπέντε φωτογραφίες όπου οι ποιητικές αποδόσεις του περίγυρου αναδεικνύουν τον ρόλο της πόλης ως φόντου ενός έρωτα αλλά και την μεταφορά της σχέσης ως μιας εστίας εντός της: «Τα δάχτυλά μας ενωμένα σχηματίζουν μια κινητή σιδερένια πύλη που οδηγεί στο εσωτερικό ενός κάστρου, το φρούριο που μοιραζόμαστε μερικές φορές, όταν ο κόσμος βρίσκεται απέξω. Για μας όμως είναι το δεύτερο σπίτι μας». Οι εραστές της δεύτερης, ταξιδευτές με ιδιαίτερη έφεση στα δωμάτια των ξενοδοχείων («για να ξεφύγουμε από τη μοναξιά που μας κυνηγάει, ορμάμε να κρυφτούμε σε μιαν άλλη – η δική μας μέθοδος διαφυγής»), τώρα συνεχίζουν να «διαφεύγουν» μόνοι αλλά τίποτα δεν είναι πια ίδιο: η απώλεια των αποσκευών, άλλοτε ευχάριστη μεταξύ τους διήγηση του, τώρα είναι αβάσταχτη.

Ο Μισέλ Φέιμπερ εστιάζει στην διηπειρωτική σχέση ενός Αμερικανού και μιας Ουκρανής που ετοιμάζεται να μετακομίσει στην χώρα του και η συναισθηματική έκφραση της οποίας υπονομεύεται από το ισχυρότατο ένστικτο αυτοσυντήρησης και την έντονη εξάρτηση από το αποδέκτη – «σωτήρα» της. Το μοτίβο του διαπολιτισμικού έρωτα απασχολεί και τον Χάρι Κούνζρο αλλά πόσο πειστική μπορεί να είναι μια δευτεροπρόσωπη γραφή όπου αναφέρονται αναρίθμητα περιστατικά και λεπτομέρειες γνωστές σε αμφότερα τα μέρη; Στην διαφορετικότητα αποδίδει την ερωτική της έλξη και η Νιγηριανή Τζιμαμάντα Νγκόζι Αντίτσι: «Μου φαίνεται σημαντικό να μη μοιάζουμε πολύ. Ήμουν ανέκαθεν δύσπιστη σε οτιδήποτε πλησίαζε πολύ την τελειότητα. Πάντα ψάχνω να βρω ανωμαλίες σε λείες επιφάνειες…».

Ευνόητα οι μορφολογικές και θεματικές επιλογές των συμμετεχόντων είναι ποικίλες. Ο επιστολογράφος του Τζεφ Ντάιερ δεν εκπροσωπεί μόνο αρκετές εκδοχές ενός εαυτού αλλά και απευθύνεται σε πολλές πιθανές παραλήπτριες. Το δημόσιο γράμμα μιας καθηγήτριας του σχολικού μαθήματος «Αγωγή για την Αγάπη» όπου διαλαλεί τα τεράστια αποθέματα αγάπης ενός μαθητή της αποτελεί μια καλοπροαίρετη αλλά μάλλον εφιαλτική μετάλλαξη του είδους (Κρις Μπάτσελντερ). Στις ημερολογιακές αναρτήσεις μιας ηλεκτρονικής στήλης αγνοουμένων (του τυφώνα Κατρίνα) τα τυπικά στοιχεία της αγνοούμενης εμπλουτίζονται σταδιακά από τρυφερές φράσεις του συζύγου (Τζόζεφ Μπόιντεν) – ενδιαφέρουσα ιδέα αν και με περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης. Το κείμενο του Ντάγκλας Κόπλαντ, περισσότερο αυτοαναφορικό δοκίμιο παρά επιστολή, αντικρούει την ιδέα του παράλληλου κόσμου των ερωτευμένων υποστηρίζοντας πως το πραγματικό άλλο σύμπαν είναι αυτό που απομένει όταν φύγει η αγάπη και μείνεις μετέωρος. Τις υπόλοιπες 35 συμμετοχές συμπληρώνουν οι Μάργκαρετ Άτγουντ, Ένγκαρ Κέρετ, Ούρσουλα Λε Γκεν, Λέοναρντ Κοέν κ.ά.

Τελικά γράφεται και διαβάζεται η αγάπη; Μια γνώμη δίνει η Τζάνετ Γουίντερσον: «Ερμηνεύω τη σκηνή ανάλογα με το αν με αγαπάς ή όχι, σαν να ήταν η αγάπη μετάφραση της ζωής. Πώς αλλιώς να τη διαβάσει κανείς; Πώς αλλιώς να τη γράψει; Διαβάζουμε πάντα αυτό που βλέπουμε και μετά το ξαναγράφουμε· ίσως είναι καλύτερα να αναγνωρίζουμε τις επινοήσεις μας παρά να διαβάζουμε κάτι άλλο».

Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2010, μτφ. Ελισάβετ Μαντζόγλου, Μάνια Μεζίτη, Νεφέλη Μωσαΐδη, Μαριέλλη Τούμπα, Γεωργία Τσιρώνη, σελ. 332, με σύντομα βιογραφικά των συμμετεχόντων (Joshua Knelman & Rosalind Porter – Four Letter Word, 2007)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 31.7.2010 (και εδώ). Στις φωτογραφίες, οι «διακριθέντες» Neil Gaiman, A.L. Kennedy, Juli Zeh, Jeanette Winterson.

20
Μάι.
10

Τζακ Κέρουακ – Ο γυρισμός του ταξιδευτή

Για ποιο λόγο να ταξιδεύεις αν όχι σαν ένα παιδί; (σ. 145)
Οι σπουδαίοι «ταξιδιώτες – πεζογράφοι» (Kerouac, Blaise Cendrars, Henry Miller, Paul Bowles) δε σταματούν ποτέ να ταξιδεύουν και να μας ταξιδεύουν. Όπως ο Κέρουακ, που έζησε την καθημερινότητα σαν περιπέτεια, αρνούμενος την ιδέα της μόνιμης κατοικίας και οιασδήποτε μονιμότητας εν γένει. Όμως η λογοτεχνία του δεν ήταν απλώς λογοτεχνία της διαφυγής ή της περιπλάνησης αλλά και του πειραματισμού και της έρευνας. Μια συνεχής αναζήτηση. Το βιβλίο περιλαμβάνει τα κείμενα της τρίτης και τελευταίας ενότητας του Desolation Angels [Οι άγγελοι της ερημιάς], όπου χρησιμοποίησε για πρώτη φορά αυτούσια (με ελάχιστες παρεμβάσεις) τα σημειωματάριά του από τα ταξίδια της περιόδου 1956-1960. Αυτά τα κείμενα ήταν σύμφωνα με τον ίδιο τα πιο ολοκληρωμένα ως προς το ύφος και τα πιο φιλόδοξα.

Μεξικό: Επιστροφή εκεί όπου είχε ζήσει εμπνευσμένα κι ευχάριστα ένα χρόνο πριν. Με μόνη περιουσία τα φτηνά ταξιδιωτικά τσεκ που εξαργύρωσε δουλεύοντας ως πυροφύλακας στους ορεινούς όγκους της πολιτείας Ουάσινγκτον, καίγεται να αποδράσει από το βάρος της περσόνας του. Όταν ανακάλυψαν πως είχα πάνω μου αρκετά χρήματα για να πάω σε κάποιο ξενοδοχείο ζήτησαν να μάθουν γιατί κοιμόμουν στην έρημο…ήμουν ένας αδάμαστος νέος, ψημένος στον ήλιο…και μπορούσα να περπατήσω χιλιόμετρα με το σακίδιο γεμάτο πάνω στην πλάτη μου… ύστερα απ’ όλο αυτό τον τρόμο της λογοτεχνικής μου φήμης, τις μπανιέρες του αλκοόλ που έχουν περάσει από το λαρύγγι μου… (σ. 15-16)

Σεργιανίζει ανενόχλητος σε δρόμους και βουλεβάρτα, του αρκεί ένα φως κεριού στο μοναχικό του δωμάτιο και η γραφή για τον κόσμο. Αλλά βλέπει πως είχε ξεχάσει το ζοφερό, ακόμα και θλιμμένο σκότος της πόλης του Μεξικού: την όψη ενός Ινδιάνου με κοστούμι στο χρώμα της σκουριάς, το λεωφορείο με το θλιβερό εσωτερικό, που τραντάζεται στις λασπερές λακκούβες των φτωχικών ινδιάνικων συνοικιών όπου η βρωμιά των νεκρών ζώων και του σκατού παραμένει για πάντα – και μετά ένα χαρούμενο κοριτσάκι με φανταχτερά γλυκά στο χέρι: ζωή και θάνατος μαζί. Ανεβαίνει στην ταράτσα και διαλογίζεται αλλά τίποτα δεν είναι όπως πριν. Η νεαρή Ινδιάνα Τριστέσσα που του ενέπνευσε το ομώνυμο βιβλίο βρίσκεται σε άθλια κατάσταση. Ο γέρος τοξικομανής «δάσκαλος» είναι στα τελευταία του. Έχει μια ανάποδη θερμάστρα για βραστήρα, και καθώς μιλάει φτιαγμένος με μορφίνη τον παίρνει ο ύπνος στη μέση μιας πρότασης και συνεχίζει από το σημείο που σταμάτησε όταν ξυπνήσει. Από την καταθλιπτική διάθεση του Μεξικού ο Ginsberg τον τραβά προς τη Νέα Υόρκη, μεταβατικό σταθμό για το Μαρόκο των Burroughs, Corso, Orlovsky.

Νέα Υόρκη: Τρεις χιλιάδες μίλια σ’ ένα συνωστισμένο αυτοκίνητο, με τον ουρανό φορτωμένο αποσκευές και τις σούστες έτοιμες να σπάσουν. Τέξας, Σαν Αντόνιο, ημέρα των Ευχαριστιών, θλιμμένες επιγραφές στις καφετέριες που διαφήμιζαν γεύμα με γαλοπούλα. Οι ακούραστοι Αμερικανοί ταξιδιώτες του δρόμου τρομάζουν με τη σκέψη να ξεκουραστούν ακόμα κι ένα λεπτό. Ρίο Γκράντε, πευκόφυτα χερσοτόπια του Αρκάνσας, Μέμφις, Βιρτζίνια, Νέο Τζέρσεϋ, Νέα Υόρκη. Φιλοξενία στη Ρουθ (ο ένας όργωσε τον άλλον με λύσσα). Μια νύχτα ανοίγει το παράθυρο για καθαρό αέρα από τη χιονοθύελλα και ξυπνάει μες το χιόνι. Σκέφτεται πως έχει προβλέψει την κατήφεια όλης του της λογοτεχνικής επιτυχίας. Ένα βράδυ κοιμάται σ’ ένα λεωφορείο, στη θέση του συνοδηγού και σε μια στάση κάποιος του κλέβει τα πράγματα: τους Αγγέλους, μια συλλογή ποιημάτων, τα τελευταία κεφάλαια της Τριστέσσα, ζωγραφιές, και τον μοναδικό του προσωπικό – ταξιδιωτικό εξοπλισμό. Ράκος, έσχατη απελπισία, άδειος από κάθε τέχνασμά μου να κάνω υποφερτή τη ζωή μου. Οι εφιάλτες ξαναζωντανεύουν αλλά η ζωή συνεχίζεται. Απόφαση για φυγή στην Ταγγέρη, με το Σλοβενία, ένα γιουγκοσλαβικό εμπορικό πλοίο.

Ταγγέρη: Μυείται στον κόσμο του Μπάρροουζ, του δακτυλογραφεί το Γυμνό Γεύμα, μασουλάνε για ώρες το μανζούν που φτιάχνουν οι ίδιοι (γλυκό με μέλι, μπαχαρικά και ακατέργαστη μαριχουάνα (κιφ)). Όλα όσα ξέρουμε για την μυθική πόλη γράφονται εδώ: ένα δώμα στην ταράτσα πάνω απ’ το νέο του βασίλειο, περιπλανήσεις στα μουσουλμανικά τεϊοποτεία, χαοτικές συζητήσεις. Μερικές γραμμές για τους διπλωματικούς υπαλλήλους του αμερικανικού προξενείου που ποτέ δεν ασχολήθηκαν με οποιονδήποτε δεν φορούσε γραβάτα. Όμως εξαιτίας μιας υπερδόσης οπίου βίωσε μια «ολοκληρωτική ανατροπή» όπως την ονόμαζε, την μεταστροφή από την γενναιότητα της περιπέτειας σε μια ναυτιακή, συνολική ανησυχία για τον κόσμο. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αισθάνεται ακόμα και την επιθυμία της επιστροφής στην Αμερική, να βρει μια εστία! Σύντομο πέρασμα από Παρίσι και Λονδίνο. Το Nieuw Amsterdam αναχωρεί από την προβλήτα του Σάουθάμπτον για την Αμερική κι ο Κέρουακ δεν το σκέφτεται ούτε λεπτό.

Επιστροφή στην Αμερική: … έκανα αυτό το μεγάλο ταξίδι στην Ευρώπη ακριβώς τη λάθος εποχή στη ζωή μου, όταν άρχισα να απεχθάνομαι κάθε καινούργια εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Στριμωγμένος στην πάνω κουκέτα διαβάζει μέρα νύχτα μέχρι να φτάσει στην αφετηρία της Ματαιότητας και της δύσκολης τελευταίας δεκαετίας του. Νέοι τόνοι ταξιδιωτικών ωρών, αυτή τη φορά με την 62χρονη μητέρα του: Φλόριδα, τρία μερόνυχτα στην ίδια θέση του λεωφορείου, σταματώντας σε κάθε πόλη κι εκεί που έχεις επιτέλους κοιμηθεί τρεις τα χαράματα, ανάβουν τα φώτα (κι εδώ τα ίδια Τζακ). Νέα Ορλεάνη, «σουίτες» δίπλα στους σταθμούς λεωφορείων. Μεξικό, νέα αμέτρητα μίλια ερημιάς, Λος Άντζελες, Όκλαντ, Μπέρκλεϋ, μερικοί παλιοί φίλοι, μερικές ζωγραφιές με χρώματα για βαφή σπιτιών. Σαν Φρανσίσκο, και ξανά πίσω στη Φλόριδα, ξανά πίσω στο Μεξικό των Νεκρών, ξανά πίσω στη Νέα Υόρκη, ο Κέρουακ δε σταμάτησε ποτέ να ταξιδεύει.

Σύμφωνα με τον ίδιο οι Άγγελοι της ερημιάς ήταν τρία βιβλία σε ένα, με κοινό σημείο αναφοράς την Κενότητα που βίωσε σε τρεις φαινομενικά ανόμοιες εμπειρίες: την απομόνωση στο βουνό, την αδειοσύνη της μεγαλούπολης και την ματαιότητα της απομάκρυνσης. Ίσως πίστευε, πως εναλλάσσοντας ακατάπαυστα κατευθύνσεις, θα κατάφερνε εν τέλει να βρει ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον πόθο του για πρωτοτυπία και συντροφικότητα και στην τάση για ασκητική ζωή, όπως γράφει στην εισαγωγή ο μεταφραστής. Δεν ξέρω αν οι δυο αυτές ενεργειακές ροπές συνεργάστηκαν ποτέ ή χτυπήθηκαν μέχρι θανάτου (του). Το μόνο που βλέπω είναι πως βρήκαν όμως μέσα του ιδανικό πεδίο για μάχη. Πού γυρνάς τώρα Τζακ Κέρουακ;

Εκδ. Απόπειρα, 2007, εισαγ. – μτφ. Γιάννης Λειβαδάς, 253 σελ., με εργοβιογραφία και εκδοτικό χρονολόγιο (Jack Kerouac, Passing through, από το βιβλίο Desolation Angels, 1965).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

12
Μάι.
10

Γκορ Βιντάλ – Μεσσίας

Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει την τυραννία. Περιμένουν από τις κυβερνήσεις να διεκδικήσουν τις ψυχές τους, κι έχουν παραιτηθεί από την ευθύνη της λήψης αποφάσεων σε πλείστα όσα επίπεδα, από αγάπη για την ασφάλεια. (σ. 181)

Βρίσκομαι στον πειρασμό να ομολογήσω πως η ιστορική αλήθεια είναι ανέφικτη – Μόνο η κρίση για την οποία θα κάνω λόγω υπήρξε αληθινή λέει στις πρώτες σελίδες o αφηγητής Ευγένιος Λούθερ, καθώς αντικρίζει την έρημο της άνυδρης Λιβύης απ’ το παράθυρό μιας πανσιόν στην Άνω Αίγυπτο. Οι μέρες του λιγοστεύουν κι εκείνος ετοιμάζεται να επιχειρήσει την σκιαγράφηση κάποιου που ντύθηκε με αληθοφάνεια στην ιερή ιδέα που ακόμα φέρει το ηχηρό και αρχαίο της όνομα: θεός. Έχουν περάσει πενήντα περίπου χρόνια από «τα συμβάντα», από την εποχή του Τζόν Κέιβ (aka J.C.). Η ήττα του φόβου είναι η μοναδική νίκη των γηρατειών του, κι ας συντρίβεται όταν μαθαίνει από κάποιον επισκέπτη πως δεν αναφέρεται καν στην Διαθήκη, που κάποτε είχε ο ίδιος γράψει, πως η ύπαρξή του έχει διαγραφεί κι είναι σαν να μην έχει ζήσει ποτέ.

Δυο πρόσωπα τον εισάγουν στον κόσμο του Κέιβ (πρώην βοηθό εργολάβου κηδειών στην Ουάσινγκτον): η φίλη του Κλαρίσα που ισχυρίζεται πως είναι χιλίων διακοσίων ετών και περιγράφει συναντήσεις με ακρίβεια, χωρίς καμία ικανότητα επινόησης και η συνομίληκή του Άιρις από την οποία ελκύεται σφοδρά. Παρά τις προκαταλήψεις τους για τους χιλιάδες προφήτες και σωτήρες που υπάρχουν σε κάθε χώρα κι εποχή, τους εν Αμερική μανιακούς με τη θρησκεία και τους ρήτορες υπνωτιστές, μπαίνει στο παιχνίδι. Δεν παραδέχεται την αυθεντία κανενός σ’ ένα επίπεδο όπου όλοι ανεξαιρέτως έχουν άγνοια, αν και γνωρίζει πως τα ανθρώπινα όντα μπορεί να πειστούν για το οτιδήποτε. Εκείνη την εποχή γράφει ένα βιβλίο για τον Ιουλιανό (ενδιαφέρον αυτοαναφορικό στοιχείο, εφόσον ο Βιντάλ λίγα χρόνια μετά εξέδωσε το συναρπαστικό ομότιτλο βιβλίο) και το τέλος των θεών, άσχετα αν μερικοί εξ αυτών επέστρεψαν στον Χριστιανισμό με διαφορετικά ονόματα – στοιχείο που θα παίξει τον ρόλο του στην ιστορία.

Όταν ο Κέιβ κηρύσσει, οι λέξεις φορτίζονται με νέα πνοή κι οι ακροατές αισθάνονται ως μέρος ενός όλου αντί για μεμονωμένα λογικά όντα. Ένας τύπος που έρχεται από τα βουνά μ’ ένα μήνυμα: ο θάνατος δεν είναι κάτι κακό. Να συναντήσουμε τον θάνατο με την ίδια γαλήνη που συναντήσαμε τη ζωή. Να πεθάνουμε χωρίς φόβο, να υποδεχτούμε με χαρά τον μακρύ, ανονείρευτο ύπνο. Ο θάνατος και η ανθρώπινη αποδοχή του, ιδού ο πυρήνας της νέας θρησκείας. Αν ο Καντ, οι Γνωστικοί, οι ανατολικές θρησκείες ή άλλοι συγγραφείς το είπαν νωρίτερα, τότε ήταν κατά βάθος πραγματικοί Κεϊβίτες! Επιτέλους, έφτασε το τέλος του φόβου!

Ο Κέιβ αδυνατεί να γράψει οτιδήποτε και αρνείται να μαγνητοφωνούνται τα μηνύματά του. Στις ομιλίες του προσλαμβάνει κάτι απ’ αυτούς που τον ακούνε – σαν δυο λοβοί στον ίδιο εγκέφαλο. Μέσα στον καθένα υπάρχει κάτι που αφυπνίζεται και ξυπνά με το άγγιγμα του Κέιβ. Ο αφηγητής καλείται να συντάξει μια βασική ιστορική και θεωρητική Εισαγωγή κι εφόσον τα πάντα έχουν γραφτεί, απλώς μετασκευάζει τις γνώσεις του. Εφόσον δεν είναι ούτε μαρξιστής, ούτε χριστιανός ούτε φροϋδιστής έχει λιγότερες αποσκευές να ξεφορτωθεί (χε, ειρωνεία). Η εταιρεία ονομάζεται Κέιβιτ Α.Ε. και διευθύνεται από την τριάδα με τον άβουλο και περιορισμένης μόρφωσης Κέιβ στην κορυφή. Η ευρύτερη ομάδα περιλαμβάνει διαφημιστή, επικοινωνιολόγο και ψυχοθεραπευτή. Μια Ομάδα Πίστης αναλαμβάνει την ψυχολογική κατήχηση των μαζών. Ο αφηγητής βέβαιος για το γελοίο του πράγματος και την αποτυχία του εμπλέκεται βαθιά στην ιστορία. Πειραματισμός; Περιέργεια για τα όρια; Κρυφή γοητεία;

Πώς θα διαδοθεί η θρησκεία; Με μια ημίωρη εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή. Με την δημοσίευση της προσωπικής του ιστορίας σ’ ένα από τα περιοδικά του συρμού. Μερικοί δυνατοί σπόνσορες, αλληλογραφία της Ομάδας με τον κόσμο, αποφυγή συνέντευξης με δημοσιογράφο, για να μην στριμωχτεί. Και μια ευφυής ιδέα: όχι ανταγωνισμός με τις άλλες θρησκείες. Ο Κέιβ, μια φυλετική, λαϊκή πατρική φιγούρα θα αποδέχεται τους πάντες και θα γίνεται προϊόν των δικών τους μυστικών φόβων κι αναστολών. Οι μετοχές εξαφανίζονται αμέσως, οι εισφορές εκτοξεύονται στα ύψη. Κεϊβιτικά κέντρα ιδρύονται στις μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ. Φυσικά η πολιορκία των δημοσιογράφων και η αντίδραση των εκκλησιών δεν αργούν, ούτε οι μαζικές αυτοκτονίες, η δημιουργία ιδανικών χώρων αυτοχειρίας, η πολιτική εμπλοκή, η θεοποίηση του ενός δια του θανάτου του. Η προκάτ θρησκεία θα περάσει σαν οδοστρωτήρας πάνω απ’ όλους.

Για άλλη μια φορά ο Βιντάλ θαυματουργεί. Βασισμένος σε μια περίφημη ιδέα, την βγάζει εις πέρας σ’ ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα (γραμμένο στα 29 του!), με αρχή, μέση, τέλος, χαρακτήρες, διαλόγους, εναλλάξ κινήσεις στο παρόν και στο παρελθόν, με φιλοσοφία για τα πάντα και απομυθοποίηση για όλα. Ένα ακόμα βιβλίο με το οποίο εδώ δεν ασχολήθηκε κανείς (αν κρίνω από την βάση δεδομένων του βιβλιονέτ αλλά και την προσωπική μου μνημονέτ) με εξαίρεση το ιστολόγιο του Librofilo.

Ο Βιντάλ εκφράζει από την αρχή την βεβαιότητα πως κάποια στιγμή όλα τα σύγχρονα έθνη θα λατρεύουν έναν αμερικανικό θεό, για το οποίο θα έχουν γραφτεί πολλά στις εφημερίδες, και τα εικονίσματά του δεν θα είναι παρά φωτογραφίες. Όπως λέει κι ένας χαρακτήρας του: Όλα εκείνα τα θλιβερά εκατομμύρια που καίγονται να πιστέψουν κάπου, θα τον βρουν ό,τι πρέπει για την περίπτωσή τους και αλλού: Οι λέξεις δεν αποτελούν ποτέ οικείο έδαφος για τη μεγάλη μάζα, η οποία προτιμά τις εύπεπτες εικόνες ακόμα και από το προσφυέστερο κείμενο.Και ήταν 55 χρόνια πριν….

Εκδ. του Εικοστού Πρώτου, 2006, μτφ. Δημήτρης Ελευθεράκης, επιμ. Κώστας Βλησίδης, 316 σελ. (Gore Vidal, Messiah, 1954).

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr

19
Μαρ.
10

Ράσελ Μπανκς – American Darling

Στην καρδιά του (σύγχρονου αφρικανικού) σκότους

O τρόπος ταξινόμησης των συμμαχιών μας, που από πολύ νωρίς συγκρούονται μεταξύ τους, ο τρόπος που ξεδιαλύνουμε και αξιολογούμε την αφοσίωσή μας σε αυτές σύμφωνα με την προτεραιότητά τους μέσα μας, έχει σχέση με τη δόμηση του ίδιου μας του εαυτού… Ποιους και τι θα υπερασπιστούμε και στο όνομα ποιών συμφερόντων είμαστε πρόθυμοι να θυσιαστούμε αποκαλύπτοντας την πραγματική φύση του εαυτού μας αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Οι φράσεις του Μπανκς από την Περιοδική έκδοση του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων (Αουτονταφέ, 3/4 (2004), εκδ. Άγρα, μτφ. Έφης Φρυδά), αντανακλούν επακριβώς την δίνη των κρίσιμων διλημμάτων στην οποία βρίσκεται συνεχώς η ηρωίδα του.

Η 59χρονη Χάνα Μάσγκρεϊβ, κλείνοντας δεκαετία σε μια βιολογική φάρμα μαζί με μια ομάδα γυναικών αφηγείται στον αναγνώστη μια ζωή όπου πράγματι βρέθηκε πολύ συχνά μπροστά ενώπιον καθοριστικών έως δραματικών επιλογών. Ο ταραχώδης βίος της εκκινεί από την εμπλοκή της σε βομβιστικές επιθέσεις ενός πυρήνα της Weather Underground. Ζώντας έτσι ώστε μέσα σε τριάντα δευτερόλεπτα οποιαδήποτε μαρτυρία για την παροντική της ζωή να μπορεί να σβηστεί, η φυγόδικη Χάνα δεν δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την ερωμένη της και να βρεθεί στην Λιβερία, στα μέσα της δεκαετίας του ’70.

Ως Ντόον Κάρινγκτον πλέον, καλείται να απασχοληθεί σε ένα εργαστήριο πλάσματος, όπου χιμπαντζήδες – πειραματόζωα μολύνονται με ασθένειες που στέλνονται από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για τυπική συμπαιγνία μιας πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας που συλλέγει δεδομένα για υποστήριξη προϊόντων, ενός ιδρύματος που εξασφαλίζει κονδύλια και μιας χώρας που ανταλλάσσει την πρόσβαση στην πανίδα της με αποστολή ιατρικού προσωπικού, εξοπλισμού και προμηθειών. Η ανθηρή βιομηχανία των χιμπαντζήδων με την αιχμαλωσία των μωρών (συνεπώς θανάτωση της μητέρας και της ομάδας ενηλίκων που το προστάτευε), την παράνομη πώληση στις αγορές της δυτικής Αφρικής και την λαθραία αποστολή σε εργαστήρια της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής αποτελεί μια μόνο ενδεικτική μορφή της απομύζησης του εγχώριου πλούτου από την Δύση.

Η θητεία της σε αυτό το λαμαρινένιο παράπηγμα – ψυχιατρείο ετοιμοθάνατων ζώων «που απέπνεαν λύπη με κάθε τους ανάσα» της δίνει ένα νέο προσανατολισμό ζωής. Το εργαστήριο έχει χρεωθεί στον Γούντροου Σουντιάτα, υφυπουργό Δημόσιας Υγείας και μελλοντικό σύζυγο και πατέρα των παιδιών της, ο οποίος διατηρεί την τριπλή ιδιότητα του απόγονου μιας Λιβεριανής φυλής, του διακόνου μιας Χριστιανικής Εκκλησίας και του μέλους της κυβερνητικής ελίτ, ενσαρκώνοντας τις αντιφατικές πολιτισμικές ταυτότητες με τις οποίες καλείται να εναρμονιστεί ο σύγχρονος Αφρικανός. Το ίδιο μετέωρη ανάμεσα σε διαφορετικές, μη αλληλένδετες ταυτότητες – Χάνα, Ντόον, πρώην πολιτική ακτιβίστρια, σύζυγος κυβερνητικού αξιωματούχου, μητέρα, λευκή «κυρά» – είναι και εκείνη (έχοντας δυο ονόματα ένοιωθα ανώνυμη, έχοντας πάνω από ένα παρελθόν ένοιωθα πως δεν είχα παρελθόν), βιώνοντας επιπρόσθετα την αντιστροφή της φυλετικής μυθολογίας, όπου ό,τι ήταν μειονότητα στην πατρίδα της εδώ αποτελούσε πλειονότητα που την καταχώριζε ως λευκή Αμερικανίδα: «το λευκό δέρμα ηχεί σαν κρότος, ηχηρό και πρόδηλο». Η διχασμένη της ύπαρξη χαρακτηρίζεται από βαθιά σύγχυση αναγκών και επιθυμιών, πολύ περισσότερο καθώς βρίσκεται στην ευνοημένη πλευρά της κοινωνικής ανισότητας.

Η Λιβερία υπήρξε το πρώτο ανεξάρτητο κράτος της Αφρικής, με θεσμούς που ακολουθούσαν το πρότυπο των ΗΠΑ, με τις οποίες συνδεόταν με βαθιές σχέσεις, έχοντας αποτελέσει τον ιδανικό εκπρόσωπο των θρησκευτικών, οικονομικών και φυλετικών τους συμφερόντων. Η αποστολή απελεύθερων σκλάβων στην δυτική Αφρική, «στην γη των προγόνων τους» και η εφαρμογή του συστήματος επιτήρησης των φυτειών του Νότου και της Καραϊβικής είχε δημιουργήσει μια ενδιάμεση αστική τάξη, δημιουργώντας πρόσθετο ρήγμα στην κοινωνική συνοχή των γηγενών. Η Ντόον βρίσκεται εκ των πραγμάτων μέσα στον κυκλώνα οριακών πολιτικών καταστάσεων. Ολόκληρη η χώρα αποτελεί κέντρο συναλλαγής, όπου το ξεπούλημα πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας σε ξένες εταιρείες, η παραχώρηση πελώριων δασών και η κλοπή δωρεών, εμβασμάτων και κονδυλίων από τα Ηνωμένα Έθνη, την Παγκόσμια Τράπεζα και ανθρωπιστικούς οργανισμούς έχουν υποχρεώσει τις φυλετικές ομάδες σε εγκατάλειψη του πολιτισμού τους και εγκατάσταση κοντά στις επιχειρήσεις. Γίνεται αυτόπτης μάρτυρας της αλυσίδας του «αφρικανικού συνδρόμου»: η μεταμόρφωση του προέδρου – ανδρείκελου σε τύραννο με ψευδαισθήσεις μεγαλείου, που έχει ξεχάσει ποιος είναι το πραγματικό αφεντικό στη χώρα, οδηγεί στην πείνα και την εξαθλίωση των πολιτών, την πτώση του ηθικού του στρατού, την απροθυμία και αναξιοπιστία του μέχρι την συνομωσία για την ανατροπή του.

Η Ντόον νοιώθει εγκλωβισμένη σε μια δραματική πολιτική συγκυρία που μοιάζει απελπιστικά ανεπανόρθωτη, «μόνιμη και αδιασάλευτη σαν γενετικός κώδικας». Ανήμπορη να προσφέρει οποιαδήποτε ουσιαστική βοήθεια, αποστρέφει το βλέμμα της απ’ ότι δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να αλλάξει. Αναγνωρίζει τον εαυτό της μόνο όταν βρίσκεται με τους δια βίου έγκλειστους χιμπαντζήδες, με τους οποίους δημιουργεί μια μοναδική σχέση εμπιστοσύνης, ονομάζοντάς τους «ονειρευτές» από τον επιστημονικά διαπιστωμένο «ονειρικό χρόνο» της ζωής τους, όπου το καθετί αντιμετωπίζεται σαν να βλέπεται για πρώτη φορά, χωρίς συνείδηση παρελθόντος ή μέλλοντος. Η επιθυμία για παρόμοια εκ μέρους της συνειδησιακή λειτουργία είναι προφανής.

Ο «αφρικανικός τρόπος στρατηγικής επιβίωσης» υποχρεώνει τον σύζυγό της να υποταχθεί στον νέο ηγέτη Σάμουελ Ντόου (που εκτέλεσε τον προηγούμενο πρόεδρο Γουίλιαμ Τόλμπερτ και τους υπουργούς του), προτρέποντας τη σύζυγό του να εγκαταλείψει τη χώρα και την οικογένειά της. Η επιστροφή στην Αμερική σε μια ακόμα νέα ζωή φαντάζει ως το πραγματικό Αμερικανικό Όνειρο: να αλλάζεις σχήμα, να εξαφανίζεσαι και να επανεμφανίζεσαι ως κάποιος άλλος, να μπορείς να επιζήσεις από τον ηθελημένο φόνο του προσωπικού σου παρελθόντος. Η καταφυγή στον πατρικό «ξενώνα» ή στην πρώην σύντροφό της δεν προσφέρουν τη γαλήνη που συνεπάγεται μια οριστική επιλογή. Η επιστροφή στην πολιτική δράση είναι μονόδρομος: η συμμετοχή στην απόδραση του φυλακισμένου Τσαρλς Τέιλορ (μετέπειτα προέδρου της Λιβερίας), που υπόσχεται να ανατρέψει τον Ντόου και να εγκαθιδρύσει μια σοσιαλιστική δημοκρατία «τρίτου δρόμου» βασισμένη στην φυλετική οργάνωση, μοιάζει με εξιλέωση από τα χρόνια πολιτικής παθητικότητας και επάνοδο στις συγκινήσεις και την δράση. Ή πιθανώς ο μόνος τρόπος να μην κατρακυλήσει στον κυνισμό και την απόγνωση; Το ξέσπασμα ενός άγριου εμφύλιου φυλετικού πολέμου με τρεις αντιμαχόμενες δυνάμεις, τo τραγικό τέλους του Γούντροου, η εξαφάνιση των γιών της, η βίαιη εκτέλεση του Ντόου και οι οριακές συνθήκες άλογης καταστροφής και αγριοτήτων χωρίς καμία πολιτική σκοπιμότητα καθιστούν την δεύτερη βεβιασμένη φυγή της αναπόφευκτη. Η κυκλικότητα του μύθου ολοκληρώνεται με μια τελευταία επιστροφή «δέκα χρόνια και μια ζωή αργότερα», ένα παραισθητικό ταξίδι ενοχής, μια επίσκεψη στον τόπο του εγκλήματος, ένα κάλεσμα από τους χιμπαντζήδες και όχι από τη μνήμη του συζύγου, ούτε από τους γιους της, η ανάγκη να δεχτεί την αυστηρή, τελική τους ετυμηγορία και να απαντήσει σε βασανιστικά ερωτήματα και κυρίως αν η φυγή από την αγριότητα και την τρέλα του πολέμου δεν κάλυπτε παρά μια ακόμα απόδραση.

Ο Μπανκς εντάσσει σε μια συναρπαστική αφηγηματική ρυθμική την εναλλαγή παροντικού και παρελθοντικού μυθοπλαστικού χρόνου, την ενσωμάτωση στοιχείων όπως τα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα ή το προσωπικό οικογενειακό παρελθόν, αλλά και πρόσθετες, έκκεντρες του μύθου, συναρπαστικές σελίδες για τα γηρατειά, τα κίνητρα του ακτιβισμού, τον αφρικανικό πολιτισμό. Η εξομολογητική διάθεση της ηρωίδας συχνά διοχετεύεται σε μια υποθετική ή πραγματική επιστολογραφία, ενώ πολλές σκηνές είναι ιδιαίτερα υποβλητικές, όπως εκείνες στο εργαστήριο – ερειπιώνα νεκρών ζώων (που θυμίζουν αντίστοιχες του Τζόναθαν Κόου στο Τι ωραίο πλιάτσικο!).

Ο συγγραφέας με πειστικότατο τρόπο δημιουργεί μια ηρωίδα που σταδιακά βουλιάζει στην παθητικότητα, αδυνατεί να ταξινομηθεί ως σύζυγος και μητέρα και δεν διστάζει να εγκαταλείπει την ζωή της για χάρη μιας άλλης. Ανεξάρτητα από το αν η αφοσίωση σε αφηρημένες έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η ισότητα είχαν ως τίμημα την ψυχρότητα και την απόσταση από αυτούς που την αγαπούσαν ή αν η προδοσία και η λιποταξία όντως αποτελούν το βασικό μοτίβο της ζωής της, οι σχέσεις της πάντα χαρακτηρίζονται από «μια διάζευξη, μια πανίσχυρη, κρυφή σύγκρουση» που μεταφράζεται ως ικανότητα φυγής με αξιοσημείωτη ευκολία. Καθώς η Χάνα – Ντόον διαρκώς φαντασιώνεται εναλλακτικές ζωές ή αισθάνεται πως εκτελεί έναν ρόλο σε θεατρικά έργα επινόησης άλλων, η επίγνωση του τέλους της προσωπικής της ιστορίας μοιάζει με μια μαύρη σκιά που ξεθωριάζει προτού γίνει λευκή (Η ζωή μου έχει γίνει μια σειρά από ατέρμονες στιγμές. Δεν έχει πλέον πλοκή). Τα δύο άκρα του οράματός της δεν ευοδώνονται ποτέ: δεν κατορθώνει να αλλάξει ούτε μια φράση στην ιστορία της Λιβερίας ή του εαυτού της.

Εκδόσεις Πόλις, 2008, σελ. 577, μτφ.: Τάκης Κιρκής (Russell Banks, The Darling, 2004)

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 595, 19.3.2010 (και εδώ).  Oι δυο φωτογραφίες, από Λιβερία.

22
Φεβ.
10

Σαμ Σάβατζ – Φέρμιν. Οι περιπέτειες ενός μητροπολιτικού κατεργάρη

Ο βίος και η πολιτεία ενός βιβλιοπόντικα

Η χρήση του «ευρήματος» του ανθρωπομορφισμού οπωσδήποτε δεν αποτελεί λογοτεχνική καινοτομία, η επιλογή όμως του απεχθέστερου των ζώων ως κεντρικού χαρακτήρα, επιπρόσθετα προικισμένου με τις ευγενέστερες των προθέσεων και τα αγνότερα των συναισθημάτων, σαφώς ακούγεται ως ενδιαφέρουσα «αντιστροφή». Ο αρουραίος Φέρμιν λοιπόν έχει την τύχη να ζει κάτω από ένα παραδοσιακό βιβλιοπωλείο στο ιστορικό κέντρο της Βοστόνης, μια «μήτρα» που θα του αλλάξει τη ζωή. Η αρχική χρήση των βιβλίων ως μόνης διαθέσιμης πηγής επιβίωσης δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανάγνωσή τους και η βιολογική τροφή μετατρέπεται σε πνευματική. Ο Φέρμιν απαρνείται τους ομοίους του και μυείται στον κόσμο των ανθρώπων. Η παρατήρηση οδηγεί στην κατανόηση κι εκείνη με τη σειρά της στην αποδοχή και την επιθυμία για συμμετοχή.

Εισερχόμενος σε αυτό τον ολοκαίνουργιο, φανταστικό κόσμο με οδηγό τα λογοτεχνικά δημιουργήματα της υπέργειας φυλής, αρχίζει μια δεύτερη, «μη πραγματική» ζωή, συνομιλώντας με ήρωες και χαρακτήρες ή και πελάτες του βιβλιοπωλείου. Ανεβαίνει συνεπιβάτης στο ατμόπλοιο της Καρδιάς του Σκότους, αγγίζει την τολστοϊκή Νατάσα, ζεσταίνει τα πληγωμένα χέρια της Τες του Χάρντυ, αφήνει τον Κιτς να παντρευτεί την Φάνι πριν πεθάνει, προσφέροντάς τους μια αλησμόνητη νύχτα σε μια φτηνή πανσιόν στη Ρώμη. Συμπάσχει με την πελάτισσα που αδυνατεί να βρει την Μπαλάντα του Λυπημένου Καφενείου και πληγώνεται όταν βλέπει ιδιόχειρες αφιερώσεις στα μεταχειρισμένα βιβλία («θα έπρεπε να θάβουν τα βιβλία μαζί με τους ιδιοκτήτες τους, όπως οι Αιγύπτιοι»).

Σταδιακά ο Φέρμιν εθίζεται στην ανάγνωση και την βιβλιοφαγία αναπτύσσοντας έναν πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, αλλά η ευγένεια, η ευαισθησία και η ωριμότητά του, «ανθρώπινες», υποτίθεται, ιδιότητες, που εξαρχής φαίνεται να είχε συγγραφική αδεία, δεν είναι δυνατόν να έχουν αποδέκτη. Αντίστοιχα, οι εγκεφαλικές του εμπειρίες μένουν ανολοκλήρωτες. Εδώ κοχλάζει ένα από τα καθοριστικά ερωτήματα της φύσης λογοτεχνίας: τα (κορυφαία) έργα της υπάρχουν τελικά για να μας θυμίζουν όσα δεν θα ζήσουμε ή για να μας εμπνέουν να συνεχίσουμε αλλιώς τη ζωή μας; Μπορούμε να αρκεστούμε στις ζωές που, έστω, ζούμε «λαθραία» κολυμπώντας μες τις λέξεις; Αποτελεί η ανάγνωση μια αποκλειστικά μοναχική διαδικασία που στρέφεται και επιστρέφει μόνο στο υποκείμενό της; Ή δικαιώνει το πλήρες νόημά της όταν μπορεί να μεταπλαστεί σε ζωή, όταν τα ευεργετήματά της καθίστανται άμεσα εκμεταλλεύσιμα;

Ο Φερμίν αδυνατεί εκ φύσεως να έχει έστω και τη στοιχειώδη επικοινωνία με τον βιβλιοπώλη (πρότυπό του) ή τους ομογάλακτους επισκέπτες του – ούτως ή άλλως το είδος του είναι επικηρυγμένο στην ανθρώπινη επικράτεια. Όμως αντίστοιχη μοναξιά βιώνει και κάθε όμοιός του μανιώδης αναγνώστης. Η αποκλειστική πνευματική ζωή, η μονόδρομη συνομιλία με τους λογοτεχνικούς ήρωες κρύβει κι αυτή κινδύνους: εθισμό στις λέξεις, εξάρτηση απ’ το διάβασμα, κοινωνική απομόνωση. Εδώ και το «οξύμωρο» της ανάγνωσης: η γνώση του κόσμου συνοδεύεται με ιδιότυπη εξορία, με καταφυγή από τον πραγματικό προς τον χάρτινο κόσμο της. Αυτός ο βιβλιοπόντικας θα υποφέρει από την μοναξιά, χωρίς να μάθει ποτέ αν θα ήταν περισσότερο ευτυχισμένος στην προδιαγεγραμμένη, αφοσιωμένη στην επιβίωση ζωή του.

Ο Σαμ Σάβατζ σπούδασε Φιλοσοφία στη Χαϊδελβέργη και το Γέιλ (όπου και δίδαξε αργότερα), προτού αφοσιωθεί στην συγγραφή. Το Φερμίν κυκλοφόρησε από ελάσσονα εκδοτικό οίκο κι έγινε γνωστό μέσω ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων και ιστολογίων. Ο μύθος και τα «περιφερειακά» του ευρήματα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα έργο με πλούσιο υπέδαφος. Πολλές ιδέες θα άξιζαν μεγαλύτερη λογοτεχνική ανάπτυξη, ενώ η γραφή δίνει περισσότερο βάρος στον ταχύ ρυθμό, θυμίζοντας ανάλογα κινηματογραφικά σενάρια ή κόμικς, παρά στην εξεύρεση της κατάλληλης λέξης. Όμως η έγερση ερεθιστικών ζητημάτων έχει συντελεστεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ιστορικά και τοπογραφικά συμφραζόμενα του μύθου, που αναφέρονται μεν στη Βοστόνη των αρχών της δεκαετίας του ’60 αλλά παρουσιάζουν δραματικές ομοιότητες με το σήμερα. Το ιστορικό κέντρο της πόλης και η Πλατεία Σκόλλεϋ οδηγούνται σε σταδιακή παρακμή. Ο Δήμος λαμβάνει σκληρά μέτρα ενάντια στους απόκληρους και έχει σταματήσει να συλλέγει τα σκουπίδια από τους δρόμους, οι επιχειρήσεις σταδιακά κλείνουν, οι βιοτεχνίες μένουν με σπασμένα παράθυρα, τα σινεμά γίνονται λαϊκά υπνωτήρια για αστέγους. Η ισοπέδωση της πλατείας και η ταχύτατη εκποίηση του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου υπήρξαν πραγματικά γεγονότα και, προφανώς, κινητήρια έμπνευση για τον Φερμίν. Που μας έπεισε για άλλη μια φορά πως ο Άλλος μάς χρειάζεται και χρειαζόμαστε τον Άλλον ακόμα και στους κόσμους που μας ανοίγει η λογοτεχνία.

Εκδ. Λιβάνης, 2006, μτφ. Χριστιάννα Ελ. Σακελλαροπούλου, σελ. 222 (Sam Savage, Firmin: Adventures, of a Metropolitan Lowlife, 2006).

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 20 (χειμώνας 2010). Η φωτογραφία από το http://www.boston.com/…/gallery/influential_streets/ – πιθανώς μέσα από τα μάτια ενός ποντικού.

08
Νοέ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 39

Τζο Κόνελι, Σταυροδρόμια της ψυχής, εκδ. Οδυσσέας, 1999, μτφ. Βασίλης Μανουσάκης, σ. 19 (Joe Connelly, Bringing out the dead, 1998).

Είχα κάνει ανανήψεις σε μεγάλες αίθουσες χορού στη Λεωφόρο Παρκ και σε λέσχες χορού στο βόρειο τμήμα της πόλης. Στην Παρκ είχαν μεγάλα μαύρα χωρίσματα γύρω γύρω για να προστατεύουν τους χορευτές από κάποιο ανεπιθύμητο θέαμα, την ίδια ώρα που η μπάντα τους κρατάει ψηλά το ηθικό με τραγούδια όπως το Put on a Happy Face. Στο βόρειο τμήμα της πόλης, η μουσική ποτέ δε σταματά και τα πόδια των χορευτών στριφογυρίζουν γύρω σου σαν την πομπή ενός καρναβαλιού. Έχω δουλέψει στα πατώματα μερικών από τα πιο καλά εστιατόρια της Ανατολικής Πλευράς, με τη συνοδεία βιολιών, ενώ ο άνδρας στο διπλανό τραπέζι έκοβε το εκλεκτό του κρέας και έχω προσφέρει επίσης τις υπηρεσίες μου κάτω από φρικτές λάμπες φθορίου σε υπόγεια εστιατόρια, όπου οι οδηγοί ταξί παραγγέλνουν, τρώνε και βρίσκονται πίσω στο δρόμο σε δέκα λεπτά. Έχω παρακολουθήσει σόου του Μπρόντγουαιη από την πρώτη σειρά και κουνγκ-φου πορνοταινίες από τα θεωρεία της Τάιμς Σκουέαρ. Κάποτε επανέφερα στη ζωή έναν μπάρμαν πάνω στο μπαρ, ενώ παιζόταν ιρλανδέζικη χορευτική μουσική. Οι θαμώνες μας έκαναν χώρο για να δουλέψουμε, αλλά δε σταμάτησαν να πίνουν.

Στον Γιώργο Αριστηνό

 

09
Οκτ.
09

Μπάρρυ Μάιλς – Ουίλιαμ Μπάρροουζ. El hombre invisible

Μόνο για ένα πράμα μπορεί να γράψει ο συγγραφέας: για εκείνο που στέκει μπροστά απ’ τις αισθήσεις του τη στιγμή που γράφει…Είμαι ένα όργανο καταγραφής…Δεν θεωρώ ως δεδομένο πως πρέπει να πλασάρω «υπόθεση» «πλοκή» «ροή σεναρίου» και δεν το αποτολμώ…Εφόσον καταφέρνω να καταγράψω Απευθείας τις διεργασίες ορισμένων περιοχών του ψυχισμού τότε μάλλον επιτελώ συγκεκριμένη λειτουργία…Δεν ήρθα για να σας διασκεδάσω (σ. 124).

Μορφή της αβανγκάρντ και της underground λογοτεχνίας, ριζοσπαστικότατος καλλιτέχνης, μέγιστος επι/δράστης στην λαϊκή κουλτούρα, το ροκ εντ ρολλ και τον κινηματογράφο, καλτ φιγούρα στον περιθωριακό τύπο αλλά διάσημος σε πανεθνικό επίπεδο στη δεκαετία του ’70, ένας ακραίος των ιδεών και των διανοητικών, ερωτικών και κοινωνικών συμπεριφορών, κυρίες και κύριοι el hombre invisible!

Πετυχημένος ο χαρακτηρισμός, κι όχι μόνο επειδή έτσι τον αποκαλούσαν τα Ισπανάκια καθώς γλιστρούσε αθόρυβα στα σοκάκια της Ταγγέρης. Στην ουσία ο Μπάροουζ πάντα προτιμούσε να είναι μακριά από την πλειονότητα των ανθρώπων κι από μικρός ήταν πάντοτε ο παρείσακτος και ο μοναχικός που προτιμούσε να τον αφήνουν στην ησυχία του. Ενδεικτικό παράδειγμα εδώ το ροκ εντ ρoλ: ίσως κανένας άλλος συγγραφέας δεν επηρέασε τόσο πολύ την διανοητική όψη του, κανενός τα βιβλία δεν υπήρξαν τέτοιο χρυσωρυχείο λέξεων και φράσεων για το είδος, όμως ο ίδιος παρέμενε εκτός! Απορούσε για τον αυθαίρετο έως αστείο όρο «Νονός του πανκ» και παραδεχόταν: έχω ελάχιστη επαφή με την ποπ κουλτούρα. Όταν κάποτε του συστήθηκαν οι Police έντρομος πήγε να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους του πάρτι πως έχει έρθει η αστυνομία.

Ίσως γι’ αυτό τελικά ο πιο ταιριαστός στη γραφή του ήχος ήταν ακριβώς η fusion του Bill Laswell, που έφτιαξε τον δίσκο Seven Souls (1989) με τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει αποσπάσματα από το The Western Lands και να επανέρχεται στο Hallucination Engine (1994). Άλλο βέβαια αν έχει χωθεί στο εξώφυλλο του Sergeant Pepper’s, αν ο όρος heavy metal (ο απόλυτος εθισμός στα ναρκωτικά απ’ όπου τον πήραν οι Steppenwolf) και το όνομα του δονητή Steely Dan είναι δικά του, αν ο Bowie στο Diamond Dogs είπε πως χρησιμοποίησε τη μέθοδο των cut-ups για τους στίχους, αν οι Matching Mole και οι The Soft Machine του Robert Wyatt ή οι The Naked Lunch βαφτίστηκαν από την γραφή του, που οι Patty Smith, ο David Bowie, ο Lou Reed θεωρούσαν πνευματικό τους γκουρού, που Sonic Youth και John Cale έτρεξαν για τον δίσκο του Dead City Radio. Αυτό θα πει respect…

Γεννημένος το 1914 στο Σαιντ Λούις του Μιζούρι, μέσα στις μυρωδιές του φωταερίου από το μολυσμένο ποτάμι και του σκουπιδόλακκου στο τέρμα του δρόμου, σε μια ατμόσφαιρα θολή από τα εργοστάσια, ο Μπάροουζ μέσω ενός βιβλίου άνοιξε τα μάτια σ’ ένα κόσμο οπιοποτείων, στοιχηματζίδικων και άθλιων πανδοχείων (Jack Black, You can’t win – αυτοβιογραφία ενός απατεώνα). Έκτοτε ο κόσμος των εξαιρέσεων θα τον θέλγει μονοδρομικώς.

Νέα Υόρκη, Βίλλατζ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Τζάκ Κέρουακ, είσοδος στον ημι-υπόκοσμο, η τριάδα της Μπητ Γενιάς συμβιώνει, κάνει πειράματα τηλεπάθειας, ποθεί να διευρύνει «το πεδίο συνειδητότητας», περισσότερο ως μια αδελφότητας πνεύματος παρά ενός λογοτεχνικού κινήματος. Ασύνειδη συγκέντρωση υλικού των μελλοντικών του βιβλίων, θεατρικές αναπαραστάσεις, Νιλ Κάσσαντυ (ο ήρωας του On the road), οργανοσυσσωρευτής (συσκευή συλλογής της ζωικής ενέργειας της φύσης), καταδίκες στις ΗΠΑ, φυγή στο Μεξικό, Εκουαδόρ προς αναζήτηση του παραισθησιογόνου γιαχέ στην … ζούγκλα, η γνωστή εξ αμελείας ανθρωποκτονία της γυναίκας του: Ωθούμαι να καταλήξω στο φριχτό συμπέρασμα πως ουδέποτε θα είχα γίνει συγγραφέας χωρίς το θάνατο της Τζόαν…που με έφερε σε επαφή με τον εισβολέα, το Απαίσιο Πνεύμα, και με έριξε σε έναν ισόβιο, δύσκολο, κοπιαστικό αγώνα, όπου δεν είχα άλλη επιλογή από το ξεφύγω γράφοντας.

Παρίσι, The Beat Hotel, το σπίτι του για τα επόμενα χρόνια, παράθυρο στο φωταγωγό, Κόρσο και σία υπό την θαλπωρή της Μαντάμ Ρασού που ξεπλήρωναν με χειρόγραφα (τα οποία πετούσε χωρίς ποτέ να διανοηθεί την αξία τους). Ατέρμονες συζητήσεις πάνω στην επέκταση της «Ερωτικής Ευδαιμονίας», οι Μπητ καλλιεργούν το έδαφος για το χίπικο κίνημα, ο περιβόητος ζωγράφος Μπράιον Γκάιζιν (Brion Gysin), ο σπουδαιότερος φίλος του κι η μεγαλύτερη καλλιτεχνική του επιρροή, ανακαλύπτει τυχαία τα cut ups όταν τεμαχισμένα με κοπίδι κομμάτια εφημερίδας σχημάτισαν λέξεις, χωρίς να γνωρίζει πως έτσι έγραφαν και οι Ντανταϊστές. Τι πιο ταιριαστό για έναν συγγραφέα που το έργο του ήταν εκ φύσεως αποδιοργανωμένο και αποσπασματικό. Τώρα η ποίηση μπορούσε να παραχθεί πλέον από τον καθένα που κρατούσε ένα ψαλίδι!

Ο Μ. είχε μιλήσει ανοιχτά για τον εθισμό του στην ηρωίνη και τους πειραματισμούς με τα παραισθησιογόνα ήδη από την δεκαετία του ’50 και σύντομα έγινε ο διασημότερος εν ζωή ναρκομανής συγγραφέας. Δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τη λογοτεχνική εκμετάλλευση της ναρκοχρησίας του: Εάν ο συνειδησιακός μου κόσμος ήταν απλώς απόλυτα συμβατικός, κανείς δε θα ’χε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να με διαβάσει, έτσι δεν είναι; Ανεπιθύμητος στις ΗΠΑ, έγινε δεκτός σε μια Ευρώπη που είχε σε μεγαλύτερη υπόληψη την πειραματική γραφή, συνεπώς είδαν τα cut up και την τρίστηλη γραφή ως συνέχεια της παράδοσης του Αρτώ, του Ζενέ και του Σελίν, του ντανταϊσμού, του λεττρισμού.

Συνεχείς μετακινήσεις, επαναληπτικός κύκλος τοξικομανίας και αποτοξιώσεων, Junkie, πάντα φίλος με τον Γκίνσμπεργκ που δεν σταμάτησε ποτέ να τον ενθαρρύνει να γράφει (τα μυθιστορήματά του εκδίδονταν χάρη στις επίμονες προσπάθειές του). Ταγγέρη, 1954 – 1958. Η λαβυρινθώδης πόλη υπό την κοινή διοίκηση εννιά χωρών που γνώριζε από τα μυθιστορήματα του Πολ Μπόουλς, η Διαζώνη / Interzone των μυθιστορημάτων του, φτηνά πορνεία και ναρκωτικά, όνειρά για την Φρηλανδία, οι εκπατρισμένοι ξημεροβραδιάζονται στο Parade Bar, πίστη σε ένα μαγικό σύμπαν γεμάτο πνεύματα των ζώων, εκστάσεις και υποβολές. Σαϊεντολογία (όχι το θρησκευτικό της μέρος αλλά τα περί κάθαρσης του νου), θεωρίες του Ράιχ, αιγυπτιακή ιστορία, ηλεκτρο(ψυχο)μετρο, πυροβολική τέχνη (πυροβολισμοί σπρέι μπογιάς), αρχαιολογία των Μάγια.

Το Γυμνό Γεύμα αποτελούσε μια εκκωφαντική αντίδραση στην Αμερική της δεκαετίας του 50, σε σε μια προ – ροκεντρόλ εποχή! Πέρα από την νεωτερική γραφή, τις πραγματικότητες του ονειρικού χρόνου και την μυστηριώδη προφητεία για τον ιό του AIDS, θα επαναπροσδιόριζε τα όρια του άσεμνου για την Αμερική και για τις επόμενες δεκαετίες. Η συνέχεια γνωστή: The Exterminator, Nova Express, The ticket that exploded, Τhe wild boys. Παραδόξως έφτασε στο κοινό κυρίως από εξωλογοτεχνικές οδούς (ταινίες, βίντεο, δίσκοι, κασέτες, έργα τέχνης). Oι επιδράσεις του στη λογοτεχνία φάνηκαν ιδιαίτερα στα 80ς, με την ανάπτυξη του κυβερνοπάνκ, για το οποίο ο Glenn Branca στο Mondo 2000 είχε δηλώσει πως εκείνος κρατούσε το κλειδί αυτής της γραφής: Το να πας πέρα από τον Μπάροουζ – αυτό ούτε που θα μπορούσα να το διανοηθώ.

Φανατικά αντίθετος στη θανατική ποινή (εξού και η σκληρή ρεαλιστική απεικόνισή της στα βιβλία του που σόκαρε υποκριτές και μη), συχνά έμενε απένταρος και πουλούσε τη γραφομηχανή του, αναγκασμένος μετά να γράφει με το χέρι ή να δακτυλογραφεί σε καταστήματα που νοίκιαζαν γραφομηχανές με την ώρα. Ανήσυχος πειραματιστής με κάθε διαθέσιμο μέσο (γραφομηχανή, χαρτί και μολύβι, ψαλίδια και κόλλες, μαγνητόφωνο, φωτογραφία, κινηματογράφος, ζωγραφική), κατάμαυρος χιουμορίστας, διακωμωδητής των συστημάτων, ο Μπάρρουζ ωθούσε τα πράγματα να συμβαίνουν και ενέπνεε κάθε απελευθέρωση στους ανθρώπους.

Επιστροφή στις Μεσοδυτικές Πολιτείες, στις Πόλεις της Κόκκινης Νύχτας και στον Τόπο των Νεκρών Δρόμων. Ο Μπίλ πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο Απαίσιο Πνεύμα. Ξόδεψε 40 χρόνια ερευνώντας τις μεταμφιέσεις του, αποκαλύπτοντας τα ονόματα και τις μεθόδους του. Στο έργο του κυριαρχούσε η αναγνώριση των συστημάτων ελέγχου και η επινόηση τρόπων καταστροφής του. Αγωνιζόταν πάντα για την απόλυτη ελευθερία από κάθε μορφής έλεγχο: θρησκεία, σεξουαλική καταπίεση, Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής, Παραδοσιακές Οικογενειακές Αξίες, προγραμματισμό μέσω ΜΜΕ και τηλεόρασης, κρυμμένα μηνύματα της γλώσσας, κάθε μορφής –ισμός. Το Απαίσιο Πνεύμα συχνά τον φοβήθηκε. Τα τελευταία του λόγια μέσα στο ασθενοφόρο προτού χάσει οριστικά τις αισθήσεις του ήταν: Επιστρέφω αμέσως. Λες και δεν το ξέραμε, Μπιλ.

Δεν υπήρχε καταλληλότερος βιογράφος από τον Άγγλο δοκιμιογράφο Μπάρρυ Μάιλς (1943): εκτός από επιστήθιος φίλος του Μπάρροουζ από το 1964 (στοιχείο που δεν φαίνεται καθόλου στο βιβλίο – πώς το κατάφερε;) υπήρξε στα 60ς συνιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου-γκαλερί Ιndica στο Μέιφερ του Λονδίνου, έχει βιογραφήσει Κέρουακ και Γκίνσμπεργκ, έχει γράψει για underground κουλτούρες, για Frank Zappa και Beat Hotel. Η βιογραφία του διατηρεί ίσες δόσεις ψύχραιμης προσωπογραφίας και ερεθιστικότατου μυθιστορήματος.

Εκδόσεις Απόπειρα, 2008, μτφρ. Γιώργος Γούτας, σελ. 334 με βιβλιογραφία, επιλογή δισκογραφίας, ευρετήριο και 13 μαυρόασπρες φωτογραφίες (Barry Miles, William Burroughs, El Hombre Invisible, 1992). Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.
27
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 33

Tζον Φάντε, Ρώτα τον άνεμο, εκδ. Απόπειρα, 1989/1994, μτφ. Τέος Ρόμβος, σ. 127-128 (John Fante, Ask the dust, 1939)

Τι πρέπει να κάνω λοιπόν; Πρέπει μήπως να τεντώσω τα χείλη μου στον ουρανό με μια γλώσσα που θα κεκεδίζει και θα τραυλίζει από φόβο; Πρέπει μήπως να γυμνώσω το στήθος μου και να το βαράω σαν κανένα τύμπανο για να τραβήξω την προσοχή του Χριστού μου; Ή θα ’ταν καλύτερα και πιο λογικό να κάνω το κορόιδο και να προχωρήσω παρά πέρα; Όμως θα έρθουνε ταραχές και πείνες, θα έρθουνε μοναξιές και μόνο τα δάκρυά μου θα έχω να με παρηγορήσουνε, σαν μικρά μουσκεμένα πουλάκια θα φτερουγίζουνε για να δροσίσουνε τα ξεραμένα μου χείλη. Όμως θα βρεθεί παρηγοριά και θα υπάρξει ομορφιά σαν τον έρωτα ενός πεθαμένου κοριτσιού. Και πότε πότε θα ακούγεται κάποιο γέλιο, ένα συγκρατημένο γέλιο και θα ’ναι ήσυχη η αναμονή μες στη νύχτα και ένας απαλός φόβος για τη νύχτα θα απλώνεται σαν το κοροϊδευτικό φιλί του θανάτου. Και η μεγάλη νύχτα θα έρθει και όλοι οι οδηγοί μου, που τους παράτησα μες στην ονειρική βιαιότητα της εφηβείας μου, θα χύνουν απ’ τη στεριά γλυκά λάδια για να εξευμενίσουν την τρικυμία του μυαλού μου. Θα συγχωρεθώ γι’ αυτό όπως και για άλλα μου σφάλματα, ακόμα και τη Βέρα Ρίβκεν, ακόμη και για το αδιάκοπο φτερούγισμα του Βολταίρου στη σκέψη μου, γιατί σταμάτησα, κάποια στιγμή, για ν’ ακούσω αυτό το γοητευτικό πουλί να κελαηδάει. Όλα αυτά θα μου συγχωρεθούν αν ξαναγυρίσω εκεί που ανήκω, στη θάλασσα.

Στον Κοσμά Χαρπαντίδη

20
Σεπτ.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 32

Τζέιν Μπόουλς, Απλές απολαύσεις, εκδ. Απόπειρα, 1991, μτφ. Χριστίνα Μπάμπου – Παγκουρέλη, σ. 98-99 (Jane Bowles, Simple pleasures, 1946).

Μια βαθιά ψύχρα είχε σταθεί στα κόκαλά της, και ένιωθε σαν ναρκωμένη. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε αυτή η αίσθηση είχε διαδεχθεί την προηγούμενη, ούτε της πέρασε από το μυαλό να το ερευνήσει, αλλά τώρα ένιωθε μία ανησυχία που βάραινε το στήθος της σαν πέτρα εκεί που πριν υπήρχε έντονο το συναίσθημα του ενθουσιασμού και της αναμονής. «Αισθάνομαι τόσο πεσμένη» είπε από μέσα της. «Σαν να παρακολουθώ την ίδια την κηδεία μου». Και δεν το είπε αυτό με πνεύμα υπερβολικής μελαγχολίας, όπως μερικοί άνθρωποι έχουν μάθει να κάνουν όταν δεν βρίσκονται σε καλή διάθεση, αλλά με απόλυτη σοβαρότητα και με τη συνηθισμένη της παθητικότητα. Στην πραγματικότητα είχε αυτή την ταπεινή έκφραση που καθρεφτίζεται πολύ συχνά στα πρόσωπα των αρρώστων. (…)
«Αυτή η νύχτα δεν είναι ούτε γι’ ανθρώπους ούτε για ζώα» φώναξε προς την Σάντη, με τρόπο που φαινόταν ότι ηχούσε ταυτόχρονα εγκάρδιος και επιτηδευμένος. Δεν το έκανε για να την εντυπωσιάσει, αλλά για να την κρατήσει σε κάποια ασφαλή απόσταση.

Στην Έλενα Χουζούρη

21
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 24

 

Κάρσον ΜακΚάλερς, Ανταύγειες σε χρυσό μάτι, εκδ. Γράμματα, 1982, μτφ. Έφη Φρυδά, σελ.80 – 81 (Carson McCullers, Reflections in a golden eye, 1941).

Και τότε έχοντας πια παραιτηθεί από τη ζωή άρχισε ξαφνικά να ζει. Μια μεγάλη τρελή χαρά τον πλημμύρισε. Ήταν κάτι που ήρθε το ίδιο απροσδόκητα όσο και το αφήνιασμα του αλόγου, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει. Τα μισάνοιχτα μάτια του έμοιαζαν γυάλινα, λες και βρισκόταν σε παραλήρημα, κι όμως τώρα έβλεπε καθαρότερα από ποτέ. Ο κόσμος ήταν έναν καλειδοσκόπιο, και καθεμιά από τις πολλές εικόνες που έβλεπε αποτυπωνόταν στο νου του με μια πυρωμένη ένταση. Κάτω στη γη, μισοθαμμένο μέσα στα φύλλα ξεπρόβαλε ένα μικρό λουλούδι, ένα εκθαμβωτικά λευκό κι εξαίσια δουλεμένο λουλούδι. Ο αγκαθένιος κώνος ενός πεύκου, το πέταγμα ενός πουλιού στο γαλανό ανεμοδαρμένο ουρανό, μια φλογισμένη ηλιαχτίδα μες στην πράσινη σκοτεινιά – ήταν σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά όλα αυτά. Ένιωθε τον καθαρό, τσουχτερό αέρα, το θαύμα του ίδιου του γεμάτου ένταση κορμιού του, την καρδιά του που πάσχιζε, το αίμα, τους μυς, τα νεύρα, τα κόκαλά του.

Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη

14
Ιον.
09

Λογοτεχνείο, αρ. 23

Τζούνα Μπαρνς, Το δάσος της νύχτας, Εκδ. Αλεξάνδρεια, 1992, μτφ. Παναγιώτης Ι. Χατζηδάκης, σ. 113 (Djuna Barnes, Nightwood, 1936).

Η γυναίκα που παρουσιάζεται στο θεατή σαν μια «εικόνα» τακτοποιημένη μια για πάντα είναι ο υπέρτατος κίνδυνος για το στοχαστικό νου. Κάποτε συναντά κανείς μια γυναίκα που είναι θηρίο μεταμορφωνόμενο σε άνθρωπο. Κάθε κίνηση μιας τέτοιας ύπαρξης θα αναχθεί στην εικόνα μιας λησμονημένης εμπειρίας∙ στην οφθαλμαπάτη ενός αιώνιου γάμου, τη χαραγμένη στη φυλετική μνήμη∙ μια χαρά τόσο αβάσταχτη όσο θα ήταν και τ’ όραμα της αντιλόπης που κατεβαίνει μια αλέα, στεφανωμένη με άνθη πορτοκα