Archive for the 'Αμερικανική Λογοτεχνία' Category

29
Μαρ.
17

Κέιτ Σοπέν – Η ιστορία μιας ώρας και άλλα διηγήματα

Η αυτοδιάθεση μιας γυναίκας: η ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης

Η Σοπέν αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέως: έγραψε σε μια εποχή όπου η ίδια η συγγραφή έμοιαζε απαγορευμένη για τις γυναίκες, σμίλευσε το δικό της ιδιαίτερο ύφος και, το κυριότερο, τόλμησε ιστορίες που αποκαλύπτουν σκέψεις και πράξεις γυναικών που ελάχιστοι και ελάχιστες θα διανοούνταν να παραδεχτούν.

Από περιέργεια ξεκίνησα με Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες. Η κοντούλα κυρία Σόμμερς διαπιστώνει πως της περισσεύουν λίγα παραπάνω χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό και βρίσκεται σε ένα κατάστημα ενθουσιασμένη μπροστά στις προσφερόμενες επιλογές. Δεν υπάρχει τίποτα παρά ένα περίλαμπρο παρόν: Δεν της περίσσευε ούτε μια στιγμή να την αφιερώσει στο παρελθόν. Οι ανάγκες του παρόντος απορροφούσαν όλη την ικμάδα της. Ακόμα κι η οποιαδήποτε αίσθηση ενοχής εξαφανίζεται: έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της σε κάποια μηχανική παρόρμηση που κατεύθυνε τις πράξεις της και την απελευθέρωνε από οποιαδήποτε ευθύνη. Κάλτσες, μποτίνια, γάντια … η κυρία Σόμμερς απολαμβάνει τόσο την δοκιμή όσο και την αγορά τους· στην συνέχεια προσφέρει στον εαυτό της ένα γεύμα σε εστιατόριο και την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης. Το όνειρο τελειώνει μόλις αδειάζει το θέατρο και καθώς επιστρέφει με το τραμ εύχεται «να μην σταματήσει ποτέ, παρά να πηγαίνει, να πηγαίνει ολοένα, παίρνοντάς την μαζί του για πάντα».

Αναρωτιέμαι πόσες αναγνώσεις μπορεί να έχει αυτή η απόδραση. Η επιθυμία φυγής από τα οικογενειακά και μητρικά καθήκοντά της και στην ουσία από τον ίδιο τον ρόλο της είναι εμφανής. Είναι μια φυγή που αναζητά τόσο το σώμα της, με όλες αυτές τις πρόσκαιρες χαρές όσο και το πνεύμα της, με την παράσταση. Από την άλλη, κάποια ειρωνική φωνή μοιάζει να προεικονίζει τις επιτρεπόμενες «αποδράσεις» του γυναικείου φύλου, ασφαλείς εντός του ρόλου του και με εγγυημένη επιστροφή.

Σε μια περίοδο απέραντης μοναξιάς, το 1888, η συγγραφέας διάβασε Μωπασσάν και έμεινε έκθαμβη. Εδώ υπήρχε ζωή, όχι μυθοπλασία, έγραψε αργότερα στις Εκμυστηρεύσεις της. Η ίδια αυτή ζωή που μοιάζει να ντύνεται ως μυθοπλασία και πηγάζει από τις δικές της ιστορίες είναι ακριβώς το ίδιο στοιχείο που μας καθιστά μάρτυρες κάθε φορά μιας μικρής αποκάλυψης μέσα στα καθημερινά και τα τετριμμένα. Η πρόζα της είναι σύντομη, άρα «οικονομημένη» με τον δικό της τρόπο. Σημασία δεν έχει η πλοκή, αλλά ο ίδιος ο χειριστής της, που δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε χαρακτήρα. Κι είναι αυτός που σαν σκανδαλιά ανατρέπει την πλοκή και της κλέβει την παράσταση την τελευταία στιγμή. Συχνά μάλιστα πρόκειται για διπλή κλοπή, καθώς αναποδογυρίζει την ήδη αιφνίδια τροπή.

Η πρώτη αίσθηση από τα κείμενα είναι μια τρυφερή περιγραφή απλών στιγμών, μια αναφορά των σιωπηλών σκέψεων της ηρωίδας. Διάβασε άραγε τον Τσέχωφ το ίδιο με τον Μωπασσάν; Αναρωτιέμαι, γιατί ως δεύτερη εντύπωση άκουγα έναν ανεπαίσθητο θόρυβο ξυσίματος κάτω από τις επιφάνειες, εκεί που κρύβονται οι υπαινιγμοί. Αυτό που μας επιβεβαιώνει το επίμετρο είναι εμφανές: η συγγραφέας υπήρξε μια ασυνήθιστη γυναίκα που μπορεί μεν να ακολούθησε την «αναπότρεπτη» πορεία των γυναικών της τάξης της και της εποχής της (μόρφωση, γάμος, παιδιά) αλλά κοίταξε προς την άλλη πλευρά, προς τα μη αποδεκτά και αναμενόμενα για τα ήθη και το φύλο της. Η αυτονομία που κατέκτησε (ή απαίτησε) με τον γάμο της την ώθησε σε περιπλανήσεις στην κοσμοπολίτικη Νέα Ορλεάνη και στο Νάκιτος, όπου συναναστράφηκε με Νέγρους και Κρεολούς. Αλλά σε αντίθεση με τους συγγραφείς του αμερικανικού Νότου, δεν ενδιαφέρθηκε για το παρελθόν ή τα εξωτικά στοιχεία.

Την ίδια εποχή αναδύονταν το φεμινιστικό, το φυλετικό και το εργατικό κίνημα αλλά εκείνη εστίασε στην ψυχολογία των ανθρώπων παρά στο κοινωνικό πρόβλημα ή στην ιδεολογική αντιπαράθεση – ούτε όμως και σε κάποιο ηθογραφικό πλαίσιο. Της αρκούσε η αναπαράσταση της πραγματικότητας όπως ήταν, όπως την έβλεπε η ίδια. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η ματιά της μέσα στις ζωές των γυναικών που ανιχνεύει την δική τους επιθυμία για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη της απόπειρα στην μικρή φόρμα, πριν καν γίνει είκοσι χρονών, είχε τον τίτλο Χειραφέτηση: ένας μύθος για τη ζωή. Τώρα ως συγγραφέας εστίασε στην πνευματική πλευρά της γυναικείας συνειδητοποίησης, χωρίς ίχνος μισανδρίας ή σύγκρισης των φύλων με αξιολογικούς όρους. Την ίδια στιγμή καραδοκεί μια δεύτερη όψη, μια διαφορετική πλευρά της ιστορίας.

Η ιστορία μιας ώρας περικλείει ακριβώς σε μια ώρα και λίγες υπέροχες σελίδες όλη αυτή την διπλή φύση: την φυλάκιση των γυναικών και την φαντασίωση της φυγής. Οι οικείοι της νεότατης κυρίας Μάλλαρντ ετοιμάζονται να της ανακοινώσουν προσεκτικά την είδηση για τον θάνατο του συζύγου της σε σιδηροδρομικό ατύχημα. Η σύζυγος αναλύεται σε λυγμούς και επιθυμεί την απομόνωση στο δωμάτιό της. Αλλά έξω από τα παράθυρο σκιρτά η ανοιξιάτικη ζωή· και σύντομα η έλλογη σκέψη δίνει την θέση της σε μια ιδιαίτερη ταραχή που προκαλεί μια και μόνο λέξη: «ελεύθερη».

Δεν θα υπήρχε κανένας να ζει γι’ αυτήν στα χρόνια που έρχονταν· θα ζούσε εκείνη για τον εαυτό της. Δε θα υπήρχε καμία ισχυρή βούληση να κάμπτει τη δική της με την τυφλή εκείνη επιμονή με την οποία άντρες και γυναίκες θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη δική τους θέληση στο πλάσμα που τους συντροφεύει. Η πρόθεση, είτε ευγενής είτε βάναυση, δεν καθιστούσε λιγότερο εγκληματική μια τέτοια πράξη, όπως το στοχαζόταν τώρα σε τούτη τη σύντομη στιγμή της έκλαμψης. [σ. 13]

Ακόμα κι αν τον είχε αγαπήσει, «τι αξία έχει η αγάπη μπροστά σ’ αυτή την κατάκτηση της αυτοδιάθεσης που αίφνης την αναγνώριζε ως την ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης»; Το ελιξίριο της ζωής μπαίνει από εκείνο το παράθυρο, η φαντασία της καλπάζει αχαλίνωτη, ένας πυρετός θριάμβου την κατακλύζει. Θα μπορούσε το διήγημα να σταματά εδώ, σοκάροντας με βεβαιότητα όλους τους αναγνώστες της εποχής. Κι όμως, ένα αδιανόητο περιστατικό ανατρέπει την ήδη πρότερη αναπάντεχη τροπή.

Ένα δεύτερο ευφυέστατο διήγημα, «Το φιλί» δικαιώνει τόσο την ιδανικότερη ερωτική απιστία όσο και την ίδια την γυναικεία ευφυΐα. Ένας νέος κάθεται στην σκιά, απέναντι από μια νέα που αγαπά σφοδρά. Η νέα δεν είναι ιδιαίτερα γοητευμένη αλλά σκοπεύει να τον παντρευτεί για να απολαύσει τον πλούτο που θα της προσφέρει. Αλλά ένας άλλος νέος μπαίνει απρόσκλητος στο δωμάτιο και την φιλά, χωρίς να διακρίνει την σκιερή παρουσία του μνηστήρα. Ο γάμος κινδυνεύει άμεσα αλλά η γυναίκα «σαν τον σκακιστή χειρίστηκε έξυπνα τα πιόνια της» και με ορισμένες ιδιαίτερες εξηγήσεις όχι απλώς λύνει την παρεξήγηση αλλά εξασφαλίζει τον δεύτερο νεαρό ως μόνιμο οικογενειακό φίλο και εξασφαλίζει το δικαίωμα να την φιλάει όποτε θέλει. Κι όμως, ενώ η τροπή μοιάζει επιθυμητή για δυο από τους τρεις, το τέλος είναι και πάλι απρόσμενο!

Φανταστείτε λοιπόν στις υπόλοιπες ιστορίες πόσα έχουν ακόμα να συμβούν σε «Μια ευυπόληπτη γυναίκα» ή σε «Μια επονείδιστη σχέση», πώς έρχεται Το «διαζύγιο της μαντάμ Σελεστέν», και πως εννοεί η συγγραφέας το «Μετάνιωμα» και την «Καταιγίδα». Η έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα, σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας, καθώς και εργοβιογραφία της συγγραφέως, τα τέσσερα εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων, πηγές και βιβλιογραφία. Εκτός από τα κείμενα το σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα μας αποκαλύπτει πως η Σοπέν [1850 – 1904] υπήρξε πράγματι μια πρωτοπόρος γυναίκα συγγραφέας· άλλωστε το μυθιστόρημά της Η αφύπνιση, η ηρωίδα του οποίου ανάμεσα στην επιθυμία της για ελευθερία και στην ευθύνη της απέναντι στα παιδιά της επιλέγει την αυτοκτονία, είχε διχάσει τους κριτικούς, που την εγκωμίασαν για το απαράμιλλο ύφος της αλλά την κατηγόρησαν για ανηθικότητα. Σήμερα βέβαια το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως Κρεολή Μποβαρύ και τα διηγήματά της θεωρούνται σπουδαία.

Εκδ. Ροές, μετάφραση – επίμετρο: Δέσποινα Σαραφίδου, σελ. 141.

Στις εικόνες: η συγγραφέας σε δυο ηλικίες και εικονογραφήσεις από τα αναφερόμενα έργα της.

29
Ιαν.
17

Patricia Highsmith – Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών

p-h-0

Οι ένοχοι που πάντα την γλιτώνουν

Αναρωτιέμαι από πού πρέπει κανείς να ξεκινήσει για να μυηθεί στον συναρπαστικό κόσμο της Χάισμιθ. Θα μπορούσε να δοκιμάσει μια φιλία με τον πρωτοφανή, αδιανόητο μέχρι τότε Τομ Ρίπλεϋ, που μας έμαθε όχι απλώς να αποδεχόμαστε το ατιμώρητο του παραβάτη αλλά και να συμπάσχουμε μαζί του, αν όχι να τον συμπαθούμε. Ταλαντούχος, κάτω απ’ το χώμα, σε βαθιά νερά ή όπως αλλιώς και να έπαιζε, για να συμπυκνώσω τις τέσσερις ιδιότητες που τιτλοφορούν τα ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις, ο Ρίπλεϋ είναι σίγουρα το πρόπλασμα για τους χαρακτήρες και αυτής της συλλογής.

Θα μπορούσε βέβαια ο υποψήφιος χαϊσμιθικός ακόλουθος να ξεκινήσει από παλαιότερες έξοχες ιστορίες εκδίκησης, όπως Το εγχειρίδιο κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους ή οι Ιστορίες για μισογύνηδες. Και παρά το ανορθόδοξο για ανάλογες μυήσεις θα πρότεινα ακόμα και την συναρπαστική της βιογραφία (βλ. εδώ). Αν πάλι, χωρίς να αποκλείονται και τα υπόλοιπα αστυνομικά της μυθιστορήματα, στα οποία έδωσε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στο είδος, επιθυμεί κανείς για δει πώς χειρίζεται η υποχθόνια πένα της μια απόλυτα σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεματολογία δεν έχει παρά να ξεκινήσει μ’ αυτή την συλλογή: τραγικά επίκαιρη (ενώ μετρά ήδη τριάντα χρόνια), σκληρά πολιτική και απολύτως αληθινή – ούτε αληθοφανής, ούτε πειστική, μα αληθινή, διαρκώς επιβεβαιωμένη από όσους ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

p-h-1-1930

Το μυστηριώδες νεκροταφείο που βρίσκεται στα περίχωρα μιας μικρής αυστριακής πόλης φιλοξενεί τα λείψανα απόρων γίνεται διάσημο εξαιτίας παράξενων εξαμβλωμάτων που ξεπροβάλλουν απόκοσμα από την επιφάνεια του εδάφους, φτάνοντας μέχρι και τα δύο μέτρα. Το νεκροταφείο βρίσκεται δίπλα στο Κρατικό Νοσοκομείο αρ. 36, ένα ούτως ή άλλως θλιβερό μέρος, στον τελευταίο όροφο του οποίου γίνονται πειράματα σε ασθενείς με καταληκτικό καρκίνο. Καθώς οι γιατροί επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δείκτες και τις αιτίες της εξάπλωσης της ασθένειας, τα πειράματα δεν διεξάγονται πάντα σε ζωντανούς ανθρώπους αλλά σε όργανα ή μάζα ιστού που τροφοδοτούνται από μια μικρή αντλία με αίμα.

Βλέπετε, η συγγραφέας δεν αγωνιά να κρατήσει το μυστήριο για αργότερα: από μόνη της η εφιαλτική πραγματικότητα έρχεται και θρονιάζεται μόλις στην τρίτη σελίδα του διηγήματος. Άλλωστε η άλλη όψη του μυστηρίου είναι ο ίδιος ο εφιάλτης. Η αποκομιδή των τελικά ανεπιθύμητων υπολειμμάτων γίνεται στο υπόγειο φούρνο του νοσοκομείου ενώ τα σώματα μεταφέρονται μέσω ενός μεγάλου παλιού ανελκυστήρα στο γειτονικό νεκροταφείο. Ο νεαρός φοιτητής Οκτάβιαν ανακαλύπτει έκπληκτος τους όγκους και πηγαίνει στο μέρος την σύντροφό του Μαριάνε η οποία παρατηρεί πως μεγαλώνουν ακόμα κι εκείνη την στιγμή· μαζί αποφασίζουν να δράσουν.

p-h-4

Ο θάνατος των ασθενών δεν σήμαινε και το τέλος του καρκίνου. Η σιωπή των Αρχών, ο πανικός των ασθενών, ο θάνατος του επιστάτη του νεκροταφείου, η μεταφορά των εκβλαστημάτων σε άλλο χώρο, η ανησυχία των περίοικων, τα εφιαλτικά σκίτσα των καλλιτεχνών, το μοίρασμα άρα η συρρίκνωση των ευθυνών, η τουριστική αξιοποίηση του νεκροταφείου, συναπαρτίζουν όλα μια ακριβή παράλογη όψη της σημερινής πραγματικότητας.

Το θέμα της παρένθετης μητρότητας αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης δυο κόσμων στο διήγημα «Νοίκιασε μια Μήτρα» εναντίον Κραταιάς Δεξιάς. Η Αλίσια Νιούτον και ο σύντροφός της γιατρός κρίνουν απολύτως φυσιολογική την σύγχρονη εξέλιξη ενώ οι συντηρητικές εκκλησίες του Μηντσβιλ που είναι περισσότερες από τα σχολεία συμβαδίζουν με την τηλεοπτική και ραδιοφωνική προπαγάνδα της Κραταιάς Δεξιάς. Ο Αιδεσιμότατος Μπέρντσχωλ διαθέτει δικούς τους σταθμούς και εκδοτικοί οίκο ενώ τυπώνει φονταμενταλιστικά περιοδικά. Ο μεσίτης πατέρας της πρέπει να τα έχει καλά με όλους, το ίδιο και η μητέρα της που δραστηριοποιείται στις τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

p-h-2

Όταν εκείνη λαμβάνει ένα γράμμα από μια παλιά της φίλη που της γράφει πως απολύθηκε από την δουλειά της όταν ανακάλυψαν πως υπήρξε κάποτε παρένθετη μητέρα. Στο ίδιο γράμμα απορεί «γιατί δεν επιτίθεται η Κραταιά Δεξιά στην πορνεία που διαδίδει το AIDS αντί να τα βάζει με τις υγιέστερες νεαρές γυναίκες της χώρας». Της γνωστοποιεί ότι οι κρατούντες προσπαθούν να τους μειώσουν την αμοιβή ενώ τις στιγματίζουν σαν «φιλοχρήματες τσούλες» ή σαν «πληρωμένες σκλάβες πλουσίων γυναικών που βαριούνται να κυοφορήσουν τα παιδιά τους». Κάπως έτσι δημιουργείται η ένωση «Νοίκιασε μια μήτρα» που αποτελεί την έσχατη αφορμή για την σύγκρουση δυο κόσμων· από την μία εκείνοι που τονίζουν ότι τα γυναικεία σώματα δεν είναι εργοστάσια που παράγουν παιδιά και ότι η επέμβαση στον τρόπο του Θεού στην σύλληψη αποτελεί ιεροσυλία και από την άλλη ένας μεγάλος αριθμός ευτυχισμένων οικογενειών και μια αυτονόητη, ορθολογική και επιστημονική λύση ενός προαιώνιου προβλήματος. Το κείμενο μοιάζει περισσότερο με συμπυκνωμένη μορφή της διαμάχης που ήδη προκαλεί τριγμούς σε όλες τις κοινωνίες

p-h-3

Στο κείμενο Γλυκιά ελευθερία! Και ένα πικ – νικ στο γρασίδι του Λευκού Οίκου είναι η σειρά των αστέγων να τεθούν στη μέση δυο παρατάξεων. Είναι πλέον τόσοι πολλοί, όπως αναφέρει ένας τυχαίος, και όλοι επιμένουν να έρχονται στη Νέα Υόρκη! Πράγματι, οι άστεγοι συρρέουν προς τις μεγάλες πόλεις για να είναι ανώνυμοι, να κοιμούνται σε εισόδους κτιρίων και να βρίσκουν στο πεζοδρόμιο μια σχάρα με ζεστό αέρα, ακόμα και κάποια υπνωτήρια. Από πού ξεφυτρώνουν; Πολλοί έχουν αποδράσει από ψυχιατρικά ιδρύματα ή απλώς βγήκαν για φάρμακα και χάθηκαν· άλλοι είναι απόκληροι κανονικών οικογενειών.

Όταν κάποια τυπικά κρατικά και ημικρατικά ιδρύματα της χώρας αδυνατούν να τους κρατήσουν, η πολιτεία δίνει μια ντιρεκτίβα για την απόλυση όσων τροφίμων δεν θεωρούνταν βίαιοι. Ελευθερώνονται μάλιστα σταδιακά, ώστε μην δημιουργηθεί η εντύπωση πως είναι ξαφνικά ανεπιθύμητοι και ένας ένας, ώστε να μην γίνει έντονα αντιληπτό. Οι φυλακές ακολουθούν το ίδιο παράδειγμα: οι γερασμένοι βιαστές, οι παραστρατημένοι ληστές της μιας φοράς, οι δολοφόνοι με χαμηλό δείκτη ευφυΐας που όμως καλλιέργησαν κάποιες δεξιότητες, όλοι αφήνονται ελεύθεροι. Τα περιστατικά που ακολουθούν είναι σπαρταριστά μέσα στην τραγικότητά τους: άλλοι επιστρέφουν και απαιτούν την παλιά τους δουλειά τους, άλλοι υποτροπιάζουν,

by Francis Goodman, 2 1/4 inch square film negative, June 1957

Τα εμπορικά κέντρα και τα πάρκινγκ γεμίζουν από κοιμισμένους σε διάφορες στάσεις  και από παρέες που παίζουν χαρτιά υπό το φως των φακών. Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνωρίζει την επιθυμία μερικών ανθρώπων να κοιμούνται έξω οργισμένοι κάτοικοι σκέφτονται να του δώσουν ένα μάθημα: να τους στείλουν όλους στο γρασίδι του Λευκού Οίκου. Αμέσως πολλοί οργανισμοί λεωφορείων προθυμοποιούνται να τους μεταφέρουν δωρεάν. Οι πράσινες εκτάσεις πέριξ του προεδρικού μεγάρου φιλοξενούν πλέον άλλη μια θεαματική σύγκρουση ιδεών, θεσμών και φυσικά κεφαλιών.

Η Επιχείρηση Βάλσαμο ή Μη-μου-άπτου συνίσταται στην ιδέα να ταφούν πυρηνικά απόβλητα μέσα σε μολύβδινα κοντέινερ κάτω από ένα ποδοσφαιρικό στάδιο σε ένα πανεπιστήμιο μιας μεσοδυτικής πολιτείας. Η ίδια η κατασκευή του σταδίου βέβαια θα ρίξει στάχτη στα μάτια της τοπικής κοινωνίας μέχρι την αποκάλυψη μιας ρωγμής στους τσιμεντένιους θαλάμους. Το απολαυστικό Ναμπουτί: Θερμή υποδοχή σε μια επιτροπή του ΟΗΕ μοιάζει πειστικότερο από κάθε σχετικό πολιτικό άρθρο αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η στυγνή δικτατορία μιας αφρικανικής χώρας αντιμετωπίζει την μεταποικιακή δυτική αποστολή. Το Πρόβλημα στους Σμαραγδένιους Πύργους είναι η εμφάνιση αμέτρητων κατσαρίδων σε υπερμοντέρνα καλοπληρωμένα διαμερίσματα σε πύργους ογδονταοκτώ ορόφων.

December 1976, Moncourt, France --- American writer Patricia Highsmith at home in the village of Moncourt, near Fontainebleau. --- Image by © Jacques Pavlovsky/Sygma/Corbis SLOWA KLUCZOWE: novelist Patricia Highsmith writer typing domestic scene literary arts senior woman head and shoulders portrait candid prominent persons Caucasian ethnicity cigarette typewriter smoking American Moncourt everyday scene women female adult senior adult North American Moselle Lorraine France Western Europe Europe one person people one

Και στις δέκα συνολικά ιστορίες η εξουσία με οποιαδήποτε μορφή εμφανίζεται ως αναίσθητη, βίαιη και συντριπτική για οποιονδήποτε ανθρώπινο παράγοντα. Όσοι βρίσκονται απέναντί της είτε εκμηδενίζονται είτε δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να να την αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο. Η συγγραφέας δεν βιάζεται να ολοκληρώσει τις ιστορίες της. Τις απλώνει σε έκταση, τις αφήνει να αναδείξουν όλες τις πτυχές τους. Όσοι περιμένουν κορυφώσεις και ανατροπές στο τέλος, θα απογοητευτούν. Δεν υπάρχει φυσικά ούτε λύτρωση των ανθρώπων ούτε λύση των προβλημάτων. Οι τραγικές κορυφώσεις και οι συνακόλουθες πτώσεις υπάρχουν μέσα στην ίδια την ιστορία και η τελευταία λέξη βρίσκει τους πάντες πολύ μακριά από εκεί που τους βρήκε η πρώτη.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 357 [Tales of Natural and Unnatural Catatrophes, 1987].

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 212, υπό τον τίτλο No sleep till Highsmith, παρμένο φυσικά το αξέχαστο live των Motorhead με εκείνο τον τίτλο.

13
Νοέ.
16

Σαμ Σέπαρντ – Χρονικά των μοτέλ

cover

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα είκοσι δυο δύσκολα μερόνυχτα που έμεινε δίπλα της στο νοσοκομείο φέτος από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου ήταν το πρώτο που άρπαξα από την βιβλιοθήκη προτού φύγω· ελαφρύ για να το έχω παντού μαζί μου, ταξιδευτικό για να με παίρνει παντού μαζί του. Δεν με πρόδωσε, το μετέφερα και με μετέφερε και του οφείλω περιπλανήσεις ακριβώς σε στιγμές που τις χρειαζόμουν όσο ποτέ. Το είχα πρωτοδιαβάσει στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοσή του (1982, 1988), στο λεωφορείο για τα Χίλια Δέντρα, αλλά σύντομα το δάνεισα σε μη αναγνώστρια γνωστή μου, άρα ήταν θέμα χρόνου να το χάσει. Το ξαναβρήκα φέτος σε μεταχειρισμένα και, καθότι εδώ και καιρό εξαντλημένο, θα ήθελα να σφίξω τα χέρια που το έφεραν ως τα δικά μου.

Πρόκειται για την απόλυτη συλλογή μικρών κειμένων μεγάλων περιπλάνησεων. Αυτό ίσως είναι το θρυμματισμένο On the Road μιας άλλης γενιάς, που δεν περίμενε να βρει θαύματα στον δρόμο, παρά να μετακινείται επειδή πάντα έφευγε από κάπου και αναζητούσε να βρεθεί κάπου αλλού. Εδώ είναι λες και ο θεατρικός συγγραφέας, κινηματογραφικός σεναριογράφος και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ δοκίμασε να γίνει λογοτέχνης, εκτός αν ήταν εξαρχής λογοτέχνης και επιχειρούσε όλα τα υπόλοιπα προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα στο αναβράζον πνεύμα του.

sam-sephard-3

Τα αφηγήματά του είναι (συνήθως) πεζά αλλά και ποιήματα, κρατούν μισή, μια, δυο, τρεις ή σπανιότερα περισσότερες σελίδες και δεν έχουν τίτλο παρά μόνο με αναφορά στο τέλος του τόπου και της ημερομηνίας της γραφής (π.χ. 3/79, Σάινερ, Τέξας). Το τέλος τους είναι ανύπαρκτο (ή κάποτε ξαφνικό), ανοιχτό, κι έτσι μοιάζουν με ψήγματα μιας διαρκούς ροής όπου η μετακίνηση και η στασιμότητα μοιάζουν συνεχή εναλλασσόμενα ρεύματα. Ευνόητα οι γραμμές του αντιστοιχούν σε απόλυτες κινηματογραφικές σκηνές, το γράψιμο είναι απλό και τραχύ, ο απόλυτος πεζός και ενίοτε βρώμικος ρεαλισμός. Σεπαρντίνες χωρίς κομφετί. Οι φωτογραφίες του αιώνιου φίλου και συνταξιδευτή Johnny Dark βρίσκουν την πιο ταιριαστή τους θέση ανάμεσα στις σελίδες.

Κάποτε στο Σαν Μπερναντίνο εγώ κι ο Τιμ Φορντ κλέψαμε ένα αμάξι. Μια από κείνες τις παλιές Ώστιν Χήλευ με την κόκκινη πέτσινη κουκούλα. Την βρήκαμε παρκαρισμένη πίσω από μια καντίνα… Η αφετηρία της δρομίσιας λογοτεχνίας προκαλεί πάντα την ίδια ανυπομονησία για την συνέχεια. Όπως εδώ, όπου η αρχική επιθυμία των δυο φίλων να κάνουν μια απλή βόλτα και να την παρατήσουν στην άλλη άκρη της πόλης αντικαταστάθηκε με την ιδέα της φυγής στο Μεξικό. Κι εκείνη την κούρσα την πάρκαραν έξω από το τζάμι των εστιατορίων στις εθνικές οδούς γιατί δεν χόρταιναν να την βλέπουν και την αγάπησαν σαν να ήταν πραγματικοί της ιδιοκτήτες.

sam-sephard

Αλλού ακολουθούμε έναν άντρα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή από το μοτέλ του μέχρι την αίθουσα αναμονής για να δει αν ήρθε κάποιο γράμμα, να διασχίζει σπίτια που μοιάζουν να χτίστηκαν σε λάθος μέρος, να συναντά ανθρώπους που φλυαρούν σα να προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τον εαυτό τους παρά τον συνομιλητή τους και να φτάνει σε μια περιοχή γεμάτη τροχόσπιτα, όπου γυρίζεται μια ταινία όπου συμμετέχει ο ίδιος. Η στολή του, «μια ευτελής παραλλαγή του εαυτού του, ίσως καθαρότερη»· ο φόβος του, μήπως ο ρόλος του είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάποιος άλλος επιχειρεί να κλέψει μια εντελώς ασήμαντη αφίσα με μια μοναχική πεσμένη λεύκα έξω από το ξενοδοχείο στην οδό Σάνσετ αλλά συλλαμβάνεται και ομολογεί πως του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα, πως έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εικόνα, ξαπλωμένο ανάσκελα κάτω από την λεύκα, πως αναγνώρισε ένα πραγματικό δέντρο της παιδικής του ηλικίας, πως είχε την ελπίδα ότι η φωτογραφία θα τα ξαναζωντάνευε όλα.

motel-1

Σ’ ένα πραγματικά αξιομνημόνευτο κείμενο που αποτελεί ύμνο στα τραίνα (ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει ότι ευχαρίστως θα ζούσε μέσα σε ένα τραίνο αν κάποιος του έδινε ένα) αλλά και στους σιδηροδρομικούς έρωτες – έστω και εκείνους που δεν προλαβαίνουν να κινηθούν, ο αφηγητής γοητεύεται από ένα κορίτσι που μοιάζει με την Tuesday Weld την οποία κάποτε είχε ερωτευτεί σ’ ένα τηλεοπτικό σώου. Στο Σωλτ Λαίηκ το κορίτσι κατεβαίνει κι εκείνος έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να την κρατήσει. Μπορεί να ακούει ακόμα τα βήματά της στο αμμοχάλικο αλλά εκείνη έχει ήδη φύγει και δεν του μένει παρά να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το Μιζούρι, για να πάρει λεωφορείο ως το Σικάγο κι ύστερα ωτοστόπ μέχρι το επαρχιακό αγρόκτημα του παππού του, που ζει μπροστά σε μια τηλεόραση.

Άλλοι ήρωες του Σέπαρντ: ένας υπνοβάτης, ένας κιθαρίστας που αισθάνεται συγγένεια όχι τόσο με την μουσική όσο με την φωνή του ραδιοφώνου και την μετάδοση της ψευδαίσθησης της ανθρώπινης παρουσίας, ένας πατέρας που ζει μονάχος μες στην έρημο επειδή δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους αλλά με έναν δίσκο με τις πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον και την φωτογραφία μιας Σπανιόλας πάνω από τον νεροχύτη, ένας μεθυσμένος έτοιμος για άσκηση οικιακής βίας στην γυναίκα του, άλλοι περιπλανώμενοι γύρω από την έρημο Μοχάβε (ο μεταφραστής επιμένει να την γράφει Μοζάβε), αναζητώντας έναν λυτρωτικό τερματισμό.

tumblr_mxpovtq4ic1spdabbo1_1280_

Στα δυο μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα ο Σέπαρντ θαυματουργεί, όπως άλλωστε το έχουμε διαπιστώσει σε άλλες, πιο «ορθόδοξες» συλλογές διηγημάτων. Στο πρώτο, γραμμένο σε τέσσερις μέρες του 1982, δυο άντρες και δυο γυναίκες βρίσκονται πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 40 και μέσα στην χαύνωση της οδήγησης αρχίζουν «σαν υπνωτισμένοι να διηγούνται ιστορίες, μπλέκοντας παρελθόν στην τύχη». Καταληκτήρια αφορμή του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στον πατέρα του ενός άντρα.

Κάποτε φτάνουν και βλέπουν τον γέρο μ’ ένα ψάθινο καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια να χτυπάει τα πλήκτρα ενός πιάνο μ’ έναν μαύρο ανεμιστήρα πάνω. Βλέπετε, δεν είναι όλοι οι Σεπαρντίνοι χαρακτήρες διαρκώς κινούμενοι. Οι μισοί έχουν παγιδευτεί σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια στιγμή που κάποιοι από τους άλλους μισούς αναζητούν κάτι αντίστοιχο να καταλήξουν ή να επιστρέψουν.

sam-sephard-2

Αυτό το βράδυ αποδιώχνω τους πάντες. Όλη τη μέρα αυτό έκανα αλλά τώρα που νυχτώνει είμαι ιδιαίτερα εμπαθής. Έχω στρατοπεδεύσει δίπλα στο αγαπημένο μου παράθυρο και καμία ποσότητα ήχων φυσαρμόνικας, πιάτων, γέλιου ή φωνών από τα άλλα δωμάτια βαθειά μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορεί να με πείσει να βγω από το καβούκι μου. Ό,τι πραγματικά λαχταράω είναι το φως που λιγοστεύει. Να περνούν αυτοκίνητα με αναμμένους προβολείς. Κουκουβάγιες που ερευνούν τα χωράφια. Αμελητέες αχτίνες φωτός που χάνονται αργά καθώς καταφθάνει η πραγματική μαύρη νύχτα. [σ. 96]

Στο δεύτερο και συγκλονιστικότερο κείμενο ο αφηγητής με άλλα δύο πρόσωπα διασταυρώνεται με ένα ασθενοφόρο για να διαπιστώσει σύντομα ότι μέσα του βρίσκεται εκείνη – μητέρα; συγγενής; Το Σίτυ Χόσπιταλ αποκάλυπτε το πρόσωπο της πόλης με τον πιο άμεσο τρόπο. Εκεί, «μια μέρα δεν είναι παρά ακόμα μια μέρα που πρέπει κανείς να υπομείνει ως την επόμενη μέρα». Σε όσους βρίσκονται μέσα, φαίνεται εξωπραγματικό ότι στους γύρω δρόμους η ζωή κυλούσε με τον συνηθισμένο ρυθμό. Οι γιατροί: ύστερα από τόσες σπουδές και εγχειρήσεις, δεν τους μένει παρά μονάχα η διαίσθησή τους. Οι ανάσες των ασθενών ακούγονται σαν επιθανάτιοι ρόγχοι. Το νυχτερινό αεράκι που χαϊδεύει τις κουρτίνες μοιάζει με μια παράδοξη ελεύθερη είσοδο του έξω κόσμου σ’ αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο. Η ασθένεια, το νοσοκομείο, οι γιατροί, ο ασθενής, ο φόβος. Όλοι όσοι έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις εδώ ταυτιζόμαστε με έναν τρόπο που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει.

Εκδ. Επιλογή, 1986, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης, 122 σελ. [Sam Shepard, Motel Chronicles, 1982].

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 210, εδώ, με τίτλο Α house is a motel, μια αντιστροφή εκείνου του τραγουδιού.

20
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Οι αλήτες του Ντάρμα

Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is like locating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

12
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Μπιγκ Σερ

Big Sur

Έξω από τον δρόμο

Κι όμως μερικές φορές υπάρχει κάποιο απαίσιο παρανοϊκό στοιχείο στον οργασμό που απελευθερώνει έξαφνα όχι γλυκιά τρυφερή συμπόνια μα κάποιο συμβολικό φαρμάκι που σκίζει το κορμί στα δυο – ….[σ. 227]

Θυμόμαστε τον Κέρουακ Στον Δρόμο, πάντα πιστοί στην εικόνα που θέλουμε να διατηρούμε για τον εκάστοτε μυθοποιημένο συγγραφέα. Αλλά τι συνέβη όταν κάποτε οι λογαριασμοί του με τις αχανείς διαδρομές έκλεισαν; Το καλοκαίρι του 1961 επέστρεψε στην Φλόριντα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του και αδιάφορος για την χώρα του και τις όποιες νέες εξερευνήσεις κατέφυγε για άλλη μια φορά στο ποτό. Ούτε το γράψιμο δεν λειτουργούσε, παρά μόνο λίγους μήνες μετά, όταν πήρε μια ποσότητα μπενζεντρίνης και χύμηξε στην γραφομηχανή του· μετά από δέκα μέρες είχε γράψει το Big Sur.

jack kerouac 1

Μετά το On the Road ο συγγραφέας βρέθηκε σε μια δίνη φήμης, προσοχής και φυσικά νέων απαιτήσεων. Επί τρία χρόνια ανεχόταν ατέλειωτα τηλεφωνήματα, αλληλογραφία, επισκέπτες, δημοσιογράφους, εφήβους που πηδούσαν τον φράχτη και πάσης φύσεως αδιάκριτους και αισθανόταν «περικυκλωμένος κι εκμηδενισμένος» – έπρεπε να φύγω να βρεθώ ξανά στη μοναξιά μου ή να πεθάνω. Αυτά γράφει ο Jack Duluoz αφηγητής και προφανές alter ego του, ένας δημοφιλής, «επιτυχημένος» συγγραφέας. Κι έρχεται ο φίλος του Λορένζο Μονσάντο (που δεν είναι άλλος από τον Λώρενς Φερλινγκέτι) που διατηρούσε μια καλύβα στα δάση του Μπιγκ Σερ, να του δώσει μια έσχατη δυνατότητα διαφυγής: να φύγει κρυφά με το αυτοκίνητο και να μείνει εκεί μόνος και ανενόχλητος για έξι βδομάδας.

Προς στιγμή το σχέδιο σκαλώνει: καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας παίζουν ένα θλιμμένο ανεμόδαρτο «Καθλίν» στις φτωχογειτονιές ο συγγραφέας εμφανίζεται στο βιβλιοπωλείο του φίλου του στο City Lights όπου τον αναγνώρισαν οι πάντες και τελικά άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα διάσημα μπαρ και να κερνάει ποτά όλον τον κόσμο. Προτού χαραμιστεί οριστικά η μυστική επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο κάποτε καταφέρει να φύγει με το τρένο Καλιφόρνια Ζέφυρος. Και τα τρία μερόνυχτα στο κουπέ είναι ευτυχή: όλα μοιάζουν όλα τόσο εύκολα μετά τα παλιά σκληρά οτοστόπ. Ο ήρωας έχει μεγαλώσει.

jack_kerouac_

Όταν πια μόνος συνεχίζει την πορεία του προς το δάσος του Φρίσκο οι περιγραφές της φύσης και όλων όσων εμπνέει κατακλύζει πολλές από τις επόμενες σελίδες. Κι εδώ υπήρξε η πρώτη επιφύλαξη όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το αν όλες αυτές οι γραμμένες εικόνες είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία, όπως η πρόσφατη απόπειρα του Michael Polish. Οι ενδελεχείς αυτές περιγραφές της φύσης μαρτυρούν την αρχική του ευδαιμονία. Στέκεται έκθαμβος στις εικόνες, καταγράφει τα λόγια της θάλασσας, περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες, τις χαρές και τα προβλήματα του ερημίτη, τις ξεχασμένες τους διαβολικούς θορύβους, το μουσκεμένο σλίπινγκ μπαγκ (συχνά είναι σα να διαβάζεις περιπέτειες κατασκηνωτών), ξαναθυμάται την παιδική ηλικία της απλότητας του να είσαι ευτυχισμένος μες στα δάση «και να μην υποτάσσεσαι στις ιδέες κανενός».

big-sur-film

Χάθηκα όπως τα τελευταία τρία χρόνια απελπισίας όλο μεθύσια, μιας απελπισίας σωματικής πνευματικής και μεταφυσικής που δε σου τη μαθαίνουν στο σχολείο άσχετα με πόσα βιβλία έχεις διαβάσει για τον υπαρξισμό ή τον πεσιμισμό ή πόσες κανάτες Αγιαχουάσκα έχεις πιει που σου δημιουργούν οράματα ή πόσο Μεσκαλίνη έχεις πάρει ή με πόσα Πεγιότ έχεις ζαβλακωθεί. [σ. 19]. Στα νηφάλιά του καθαρίζει το μυαλό του με αρκετή τέτοια ειρωνεία. Αλλά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κέρουακ κι εκείνος δεν ενδιαφερόταν παρά να συνεχίσει να αναλώνεται σε όλα όσα περιείχε ο beat τρόπος ζωής: αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική, σεξ, γράψιμο, με ανακατεμένη την σειρά. Η ζωή του σκοτείνιαζε, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Είναι το ίδιο αλκοόλ που τον ενεργοποιούσε να γράφει πάντα στα όρια μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης, είναι το ίδιο που θα τον σκοτώσει προτού περάσει μια δεκαετία και πριν καν φτάσει στα πενήντα του.

Κάθε πότης ξέρει τη διαδικασία: την πρώτη μέρα που μεθάς δεν τρέχει τίποτα, το επόμενο πρωί ισούται με βαρύ κεφάλι αλλά αυτό το ξεπερνάς εύκολα με μερικά ποτά ακόμα κι ένα γεύμα, αν όμως παραλείψεις το γεύμα και συνεχίζεις με άλλη μια βραδιά μεθύσι και ξαναξυπνήσεις για να συνεχίσεις το φτιάξιμο και να το πας σερί ως την τέταρτη μέρα, θα’ ρθει μια μέρα που τα πιοτά δε θα σε πιάνουν γιατί θα έχεις παραγίνει απ’ τα χημικά και θα πρέπει να κοιμηθείς για να σου περάσει αλλά είναι αδύνατο να κοιμηθείς πια γιατί το αλκοόλ ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοιμηθείς τις τελευταίες πέντε νύχτες, οπότε αρχίζει το παραλήρημα – [σ. 98]

lenore-kandel-in-san-francisco_1967_photograph-by-joe-melena

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραμείνει μόνος. Η φύση μαζί με όσα σε προικίζει σε γεμίζει με μια ατέλειωτη μοναξιά. Η εναλλαγή με την πόλη είναι ένας συνεχής δίδρομος, όπως και η εμπλοκή με μια σειρά χαρακτήρων με τους οποίους προσπαθεί να συνυπάρξει για χάρη όλων όσων προσφέρει η κοινοβιακή ή έστω η κοινοτική ζωή. Πλέκεται με την ερωτικότατη Billie, ερωμένη του Cody Pomeray που δεν είναι άλλος από τον Neal Cassady, συνυπάρχει με τον Irwin Garden που δεν είναι άλλος από τον Alen Ginsberg, τον Jarry Wagner [Gary Snyder], την Eveln [Carolyn Cassady] και την διαισθαντική Româna Swartz, που είναι η beat ποιήτρια Lenore Kandel.

Το γράψιμο συνεχίζει από τον δρόμο του Δρόμου: ελεύθερη φόρμα, ντελιριώδης γραφή, περιγραφή ονείρων και πάσης φύσεως σκέψεων, αυτόματοι μονόλογοι, φιλοσοφίες της στιγμής, φιλοσοφίες μιας ζωής. Είναι μια γραφή εξαντλητική και παραληρηματική, με σελίδες σπινθηροβόλες και σελίδες άχρηστες, με σελίδες αξιοδιάβαστες και σελίδες φλύαρες και βαρετές – τα δυο τελευταία επίθετα αναφέρει ο Γιάννης Τζώρτζης στον πρόλογό του, μιλώντας για έναν συγγραφέα που άλλαξε το πρόσωπο της λογοτεχνίας έστω και μ’ αυτές τις σελίδες, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατόρθωσε να δουλέψει σε βάθος την Τέχνη του, μόνο βυθίστηκε σε μια εγωιστική, μονομανή ανακύκλωση του μύθου του και κατέληξε να γράφει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό, ανίκανος να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία.

portrait_of_jack_kerouac_by_bentjoelker-

Αλλά εκείνο που αναπνέει εδώ είναι μια κυριολεξία του όρου beat, που ως κίνημα σαφώς κατακλύζεται από την παρουσία του Κέρουακ. Είναι η ίδια η ήττα, αναπόσπαστα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη. Αλλά στην άλλη όψη της βρίσκεται απλώς η ίδια η φυσική αποδοχή των πραγμάτων και όχι η αντιδραστικότητα όπως όπως σωστά γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς, το 2008, τότε που συστεγαζόμασταν στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας· ο Κέρουακ δεν υπήρξε ποτέ άγριο τέκνο της αντίδρασης και του περιθωρίου, όσο κι αν θέλουν να τον παρουσιάζουν οι σύγχρονοι θεατές – θαυμαστές – «αναγνώστες» του από τα γυάλινα γραφειάκια τους. Παρομοίως – συνεχίζει ο Λειβαδάς, τα γραπτά του δεν ήταν (ή δεν ήταν κυρίως και αποκλειστικά) λογοτεχνία της «διαφυγής» ή της «περιπλάνησης»· αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία.

Τώρα ο συγγραφέας / αφηγητής βρίσκεται στην χαμηλότερη υποστάθμη, έχοντας πια ξεπεράσει το όριο που τον χώριζε ανάμεσα σ’ εκείνο που ονειρευόταν να γίνει και σ’ αυτό που πλέον αναπόδραστα είναι. Τώρα είναι γυμνός και το παραδέχεται την στιγμή που το αποδέχεται, καθώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με εκείνα που του έδιναν ζωή και έμπνευση – όχι, πρώτα έμπνευση και μετά ζωή – μερικά χρόνια πριν. Τελικά και οι ήρωες μεγαλώνουν, απογοητεύονται, καταρρακώνονται. Όσο βρίσκονται σε κίνηση, όσο υπάρχει ένας έστω και απατηλός προορισμός, πάντα κάτι τους ωθεί για ένα βήμα παραπέρα. Αλλά κάποτε το παραπέρα δεν οδηγεί παρά στα εσώτερα κι εκεί το τέρμα της διαδρομής είναι πιο επίμονο από ποτέ.

old big sur

Αλλά η πιο θαυμάσια μέρα απ’ όλες ήταν τότε που ξέχασα τελείως ποιος ήμουνα που ήμουνα ή ποια ώρα της μέρας ήτανε… [σ. 45]

Εκδ. Αίολος, 2010 [Α΄ έκδ. 1988], μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, πρόλογος Γιάννης Τζώρτζης [Jack Kerouac, Big Sur, 1962]

Στις πρόσθετες εικόνες, η Lenore Kandel και μια στιγμή από την αναφερόμενη ταινία. Ένας άλλος γυρισμός του ταξιδευτή Κέρουακ εδώ.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 208, με τον τίτλο Off the Road.

03
Μαρ.
16

Patti Smith – Πάτι και Ρόμπερτ

Patti Smith 0 cover

Some Patti to Love

Είναι ένα βιβλίο αξιανάγνωστο από την αρχή ως το τέλος, γραμμένο με μια απρόσμενη λογοτεχνική διάθεση ίσως αναπάντεχη για τους περισσότερους, όχι όμως για όλους εμάς που γνωρίζουμε καλά ότι η Πάτι Σμιθ πρώτα ξεκίνησε από την ποίηση και την εικαστική δημιουργία, και πολύ αργότερα βρήκε τον δρόμο της στην μουσική. Και αυτές οι τέχνες εισχωρούν στην γραφή της, που κατά τα άλλα ρέει σαν διήγηση ημερολογιακή και εξομολογητική.

Ως προς το περιεχόμενο, η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: δεν πρόκειται για αφήγηση των μουσικών της περιπετειών, το αντίθετο! Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός έρωτα, της ζωής των δυο εραστών στην Νέα Υόρκη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και του τρόπου με τον οποίο αμφότεροι αναζητούσαν τρόπους έκφρασης και δημιουργίας. Η μουσική ήταν μόνο το τελευταίο σκαλοπάτι σε όλες αυτές τις αναζητήσεις της Σμιθ. Αυτή η αφήγηση ενός απόλυτα ρομαντικού έρωτα είναι παράλληλα και μια ιστορία της μαθητείας στο ροκ εν ρολ, στην ουσία όλων όσα προηγήθηκαν. Και βέβαια είναι κι ένα χρονικό ενός τόπου και μιας εποχής, συνεπώς ξεχειλίζει από αμέτρητες αναφορές σε καλλιτέχνες, μπάντες, τραγούδια, κινηματογραφικές ταινίες και σκηνές, ηθοποιούς και υποκριτές, προσωπικότητες και ασημότητες που τριγύριζαν σ’ όλους εκείνους τους χώρους.

Patti Smith 7

Οι πρώτες σελίδες γεμίζουν με υπέροχες περιγραφές των πρώτων της χρόνων. Όταν μάθαινε από την μητέρα της να προσεύχεται στον Κύριο να κρατήσει την ψυχή της άρχισε να αναρωτιέται: πώς είναι αυτή η ψυχή και τι χρώμα έχει; Φοβόταν κιόλας μήπως η δική της ξεγλιστρήσει από μέσα της και δεν ξαναγυρίσει. Σταδιακά άρχισε ένα διαφορετικό είδος προσευχής, σιωπηλής αυτή τη φορά: περισσότερο αφουγκραζόταν, παρά μιλούσε. Σύντομα θα λαχταρούσε να διαβάσει και όλα τα βιβλία του κόσμου, ενώ δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την ενοχή για την κλοπή ενός παιχνιδιού από μια φίλη της. Όλες αυτές τις ιστορίες τις μοιραζόταν με τον Ρόμπερτ, προσπαθώντας να αποδεχτούν την διττή τους φύση. Ήμαστε γεμάτοι αντιφάσεις: φως και σκοτάδι μαζί. Εκείνη ήταν ένα κακό κορίτσι που προσπαθούσε να γίνει καλό και εκείνος ένα καλό αγόρι που προσπαθούσε να γίνει κακό.

patti_smith_by_mad3-d6t1owv

Το κορίτσι μεγάλωνε, μια ξινή δωδεκάχρονη με μακριά, άχαρα άκρα. Μέσα της όμως είχε ήδη συγκλονιστεί με την αποκάλυψη ότι οι άνθρωποι δημιουργούν τέχνη και ότι αν είσαι καλλιτέχνης βλέπεις πράγματα που δεν βλέπουν οι άλλοι. Ψήλωνε ολοένα και περισσότερο, σχεδόν ένα ογδόντα πέντε, αλλά δεν ζύγιζε ούτε πενήντα κιλά. Το 1961 ήταν μια κοκαλιάρα απόβλητη στο χαμηλότερο σκαλί της γυμνασιακής καταξίωσης και αποτελούσε μόνιμο στόχο κοροϊδίας. Έτσι βυθίστηκε στην εφηβική σωτηρία, στα βιβλία και στο ροκ εν ρολ. Στα δέκατα έκτα της γενέθλια έλαβε για δώρο μια μονογραφία για την θαυμαστή ζωή του Ντιέγκο Ριβιέρα κι άρχισε να φαντάζεται τον εαυτό της σαν την Φρίντα – μούσα και δημιουργό μαζί. Ονειρευόταν να γνωρίσει έναν καλλιτέχνη, να τον αγαπήσει, να τον στηρίξει και να δημιουργήσει στο πλάι του.

Αλλά το 1966 έμεινε έγκυος κι έτσι εκείνη που δεν ήθελε ποτέ να μεγαλώσει βρέθηκε στην απέναντι πλευρά, «ταπεινωμένη από την φύση». Αποβλήθηκε από τις διδασκαλικές της σπουδές και έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο σχολικών βιβλίων. Η παρηγοριά της ήταν ο Ρεμπώ και τον υποδέχτηκε ως συγγενή και μυστικό εραστή. Η κοινωνία που δεν σταμάτησε να την κοροϊδεύει για την «μπίτνικ» εμφάνισή της, τώρα αντιδρά και στα «κομμουνιστικά» της διαβάσματα (!). Εκείνη έριξε το αντίτυπο των Εκλάμψεων σε μια βαλίτσα και ετοιμαζόταν να δραπετεύσει.

Patti Smith 8

Άραγε ποιος μπορεί να ξέρει τι κρύβει η καρδιά της νεότητας εκτός από την ίδια τη νεότητα; [σ. 171]

Λίγο πριν την αναχώρηση έριξε ένα κέρμα στο τζουκ μποξ ενός καταστήματος πρόχειρου φαγητού για να ακούσει ένα σαρανταπεντάρι της Nina Simone κι έφυγε για την Νέα Υόρκη με τριάντα δύο δολάρια. Στην διεύθυνση που είχε στα χέρια της οι φίλοι της είχαν μετακομίσει αλλά βρήκε ένα χλωμό και αδύνατο αγόρι που την οδήγησε στο νέο σπίτι. Κι έτσι το Σέντραλ Παρκ την φιλοξένησε στον πρώτο ύπνο της νέας της ζωής. Αλλά βρισκόταν στην ύποπτη και ερωτική πόλη, με τις σειρές των πορνοσινεμά, τα ξεδιάντροπα ντυσίματα, τους ουρανοξύστες, αυτά τα «μνημεία αλαζονικού αλλά ανθρωποκεντρικού πνεύματος της Αμερικής». Ήταν μια ανοιχτή ατμόσφαιρα που δεν είχε αισθανθεί ξανά. Όλη την επόμενη νύχτα ταξίδευε μπρος πίσω με τον υπόγειο, για να ξεκλέψει λίγο ύπνο.

Patti Smith 4 Chelsea

Περπατώντας στην Δεύτερη Λεωφόρο, την επικράτεια του Frank O’ Hara, την ημέρα του θανάτου του John Coltrane, με τα πλήθη να μαζεύονται στην εκκλησία του Αγίου Πέτρου και την κραυγή της αγάπης του Albert Ayler να αντηχεί στην σχεδόν πνευματική ατμόσφαιρα, η Σμιθ λούστηκε το φως της Νέας Υόρκης, που ήταν ίδιο με των ζωγράφων του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το White Rabbit ακουγόταν στην διαπασών από τις ανοιχτές πόρτες του Electric Circus, φέιγ βολάν στους δρόμους ανήγγελλαν συναυλίες των Country Joe and the Fish, μια περιφερόμενη κοινότητα νέων κοιμόταν σε πρόχειρες σκηνές στα πάρκα. Ένοιωσε ελεύθερη να αλητεύει, να εξερευνά την πόλη την μέρα και να κοιμάται όπου έβρισκε τη νύχτα: σε κάποια είσοδο πολυκατοικίας, κάποιο βαγόνι του υπόγειου, ακόμα και κάποιο νεκροταφείο.

Τα βιβλία την είχαν προετοιμάσει για όλα, αλλά όχι για την πείνα. Έπιασε δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Άνω Μανχάταν, όπου και άρχισε να κοιμάται κρυφά, όταν άδειαζε το μαγαζί. Σ’ εκείνα τα μέρη ξαναβρήκε τον αδύνατο νέο που την είχε υποδεχτεί σ’ εκείνο το σπίτι, με τα κρεμαστά του χαϊμαλιά, «μια διασταύρωση χίπι και βοσκόπουλου». Βρήκαν δανεικό μέρος για να μείνουν, άρχισαν να μιλάνε για την τέχνη, παρέδωσαν ο ένας στον άλλον τη μοναξιά του. Αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι κι εκείνη ήξερε πως «από εκείνη την στιγμή ήταν ο ιππότης της». Αυτός ήταν ο Robert Mapplethorpe, που αγαπούσε από μικρός να χρωματίζει τα πάντα.

Patti and Robert

Τώρα μαζί μαζεύουν από τα σκουπίδια όλα όσα χρειάζονται για το μικρό τους διαμέρισμα: στρώμα, βιβλιοθήκη, φωτιστικά, χριστιανικά κάδρα, χαλί. Τα τραγούδια του Tim Hardin έγιναν το πρώτο σάουντρακ του νεανικού τους έρωτα. Λότε Λένια, Ζαν Ζενέ, Ρεμπώ και Ντίλαν κόσμησαν τους τοίχους. Δεν είχαμε πολλά λεφτά αλλά ήμαστε ευτυχισμένοι. Δεν μπορούσαν να αγοράσουν αλλά έλιωναν όσους είχαν: εκείνη έφερε την όπερα Madame Butterfly, Rolling Stones, Joan Baez· εκείνος Vanilla Fudge, Tim Buckley, History of the Motown. Μια μέρα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι σταμάτησε κι άρχισε να τους κοιτάζει επίμονα. Ο Ρόμπερτ τους έσφιξε το χέρι. «Βγάλε τους μια φωτογραφία, νομίζω είναι καλλιτέχνες», είπε η γυναίκα. «Δυο παιδιά είναι μόνο», είπε εκείνος. Just kids – αυτό τον τίτλο διάλεξε για το παρόν βιβλίο η Σμιθ.

Patti Smith 11

Για πολύ καιρό θα αδυνατούσαν να χαίρονται μαζί όσα τους ενδιέφεραν. Στα μουσεία είχαν λεφτά μόνο για ένα εισιτήριο, έμπαινε μόνο ο ένας και περιέγραφε τον άλλον αυτά που είχε δει. Ο Ρόμπερτ έκλεψε ένα βιβλίο του Ουίλιαμ Μπλέικ· εκείνη ξύστρες και ξυλομπογιές. Θεωρούσαν πως τους προστατεύει το πνεύμα του αγίου κλέφτη Ζενέ. Σταδιακά έφτιαχναν λευκώματα με την τέχνη που αγαπούσαν. Επινοούσαν παιχνίδια, έφτιαχναν χειροποίητες κάρτες. Τα βράδια ρύθμιζαν την βελόνα του πικάπ να παίζει χωρίς διακοπή, ακόμα και στον ύπνο τους.

Κάποιες μέρες, βροχερές γκρίζες μέρες, οι δρόμοι του Μπρούκλιν άξιζαν μια φωτογραφία και κάθε παράθυρο άξιζε το φακό μιας Leica για να αποτυπώσει το ακίνητο τοπίο με την κοκκώδη υφή. Μαζεύαμε τα χρωματιστά μολύβια και τα χαρτιά μας και αρχίζαμε να ζωγραφίζουμε σαν άγρια, πρωτόγονα παιδιά μέσα στη νύχτα, ώσπου πέφταμε εξουθενωμένοι στο κρεβάτι. Ξαπλώναμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αμήχανοι ακόμα αλλά ευτυχισμένοι, ανταλλάσσοντας ξέπνοα φιλιά μέσα στον ύπνο μας. [σ. 81]

Patti Smith 9

Ο Ρόμπερτ ζωγράφιζε χωρίς σταματημό αλλά τίποτα δεν θεωρούσε τελειωμένο αν δεν το έβλεπε και εκείνη. Στην πρώιμη φάση του αντλούσε θέματα από τις εμπειρίες του με το LSD, που η Πάτι αρνιόταν να δοκιμάσει – αυτό θα συνέβαινε πολύ αργότερα και σε ειδική περίπτωση. Άλλες πηγές του ήταν ο σουρεαλισμός, η ταντρική τέχνη και αργότερα ο καθολικισμός: ο Χριστός, η Παρθένος, ο αμνός. Έβρισκαν κορνιζαρισμένα πορτρέτα αγίων στα σκουπίδια ή στα παραρτήματα του Στρατού της Σωτηρίας. Η επόμενη έμπνευσή του θα ήταν η σαδομαζοχιστική εικονογραφία, και δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ.

Όσο οι δυο νέοι ωρίμαζαν οι ανάγκες τους διέφεραν. Ο Ρόμπερτ είχε ανάγκη να εξερευνήσει τον κόσμο μέσα του, η Πάτι είχε τον κόσμο πέρα από τον εαυτό της. Τότε είδε πρώτη φορά τον Morrison στην σκηνή και σκέφτηκε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει αυτό που έκανε εκείνος ο «Άγιος Σεβαστιανός της Δυτικής Ακτής». Αλλά αυτό θα αργούσε· προς το παρόν αμφότεροι προβληματίζονταν για την τέχνη τους: Για ποιον το κάνουμε; Δίνουμε ζωή στον Θεό; Μιλάμε με τον εαυτό μας; Ποιος είναι ο τελικός σκοπός; Να φυλακίσουμε το έργο μας στους μεγάλους ζωολογικούς κήπους της τέχνης, τα μουσεία;

Patti Smith - Amsterdam -1976 - kim - wang_

Λένε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να διακρίνουν ανάμεσα στα ζωντανά και στα άψυχα αντικείμενα· πιστεύω πως αυτό είναι αλήθεια. Ένα παιδί χαρίζει σε μια κούκλα ή σε έναν μολυβένιο στρατιώτη την πνοή της ζωής. Έτσι και ο καλλιτέχνης εμφυσά ζωή στο έργο του, όπως κάνει ένα παιδί με τα παιχνίδια του. Ο Ρόμπερτ ενστάλαζε στα αντικείμενα τη δημιουργική του ώθηση, την ιερή σεξουαλική του ορμή, άσχετα αν το έκανε για χάρη της τέχνης ή της ίδιας της ζωής. Μετέτρεπε ένα μπρελόκ με κλειδιά, ένα κουζινομάχαιρο ή μια απλή ξύλινη κορνίζα σε έργο τέχνης. [σ. 172]

Έπιασαν ένα φτηνό ξενοδοχείο στην Όγδοη Λεωφόρο, γεμάτο άστεγους και πρεζάκια. Το μέρος έζεχνε κάτουρα και εντομοκτόνο. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί τόση μαζεμένη δυστυχία, τόσες ρημαγμένες ζωές. Σύντομα κατάλαβαν ότι θα έπρεπε το γρηγορότερο να φύγουν από εκεί. Η μοίρα τους κατέληγε στο περίφημο ξενοδοχείο Chelsea, όπου έπιασαν το μικρότερο δωμάτιο, το 1017. Έξω από το ξενοδοχείο η αναμνηστική πλακέτα για τον Ντίλαν Τόμας τους έδινε δύναμη. Εκεί είχε περάσει τις τελευταίους ώρες, βυθισμένος στην ποίηση και το αλκοόλ. Ο Ευγένιος Ο’ Νιλ, ο Τόμας Γουλφ, ο Τέρι Σάουθερν είχαν όλοι κάνει προπόσεις εκεί μέσα. «Το να μένεις σ’ εκείνο το ξενοδοχείο των εκκεντρικών και των καταραμένων πρόσφερε ένα αίσθημα ασφάλειας, όπως και εκπληκτική παιδεία».

Patti Smith 12

Είναι γνωστό το σύστημα που είχε καθιερώσει ο ιδιοκτήτης: οι ένοικοι μπορούσαν να δώσουν ως ενέχυρο ή αντί χρημάτων έργα τους. Το ξενοδοχείο έγινε το σπίτι τους, το El Quixote το μπαρ τους. Εκεί βρίσκονταν οι καλλιτέχνες για το Γούντστοκ. Ένοιωσε μια παράξενη εγγύτητα με εκείνους τους ανθρώπους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι ακολουθούσε τους ίδιους δρόμους. Η Sandy Daley από το παραδιπλανό δωμάτιο δάνεισε στον Ρόμπερτ την πρώτη του Polaroid. Θα ήταν η τέχνη που θα ασκούσε σε όλη του τη ζωή. Παράλληλα έκανε ασταμάτητα κολάζ με πάσης φύσεως θέματα και υλικά. Η Ντέιλι τους πήγε την πρώτη φορά στο περίφημο Max’s [Kansas City], όπου βρισκόταν το περίφημο στρογγυλό τραπέζι Άντι Γουόρχολ, το στέκι όπου περνούσαν εξοχότητες όπως οι Velvet, η Nico, ο Tim Buckley, ο Bob Dylan, ο Roy Lichtenstein, o Salvador Dali, ο Gerard Malanga. Κανείς όμως δεν μιλούσε για πολιτική στο Max, παρά μόνο για την πολιτική του Factory.

Patti with Bolex-1, 1969_

Το Chelsea ήταν μια ανοιχτή αγορά – όλοι είχαν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους να πουλήσουν. Ήταν ακόμη σαν το Twilight Zone: είχε εκατό δωμάτιο που το καθένα τους αποτελούσε ένα μικρό σύμπαν. Σύντομα θα γνώριζε τον Γκίνσμπεργκ, τον Κόρσο και τον Μπάροουζ, που όλοι περνούσαν το λόμπι του ξενοδοχείου. Στο δωμάτιο μινιατούρα αισθάνονταν ως κρατούμενοι σε φιλόξενη φυλακή. Όταν ασφυκτιούσαν ή όταν ενοχλούνταν από τους συνεχείς επισκέπτες, πήγαιναν στο γειτονικό ντονατσάδικο που έμοιαζε βγαλμένο από τους πίνακες του Έντουαρντ Χόπερ. Ο καφές ήταν άθλιος και τα ντόνατς μπαγιάτικα αλλά έμενε ανοιχτό όλη τη νύχτα.

Όταν είχαν λεφτά απλώς δεν έτρωγαν. Αλλά όταν είχαν, φρόντιζαν να τρέφουν και το πνεύμα τους· χαρακτηριστική είναι η αγορά μιας εικοσιεξάτομης έκδοσης των απάντων του Χένρι Τζέιμς για πενταροδεκάρες. Το γέλιο έγινε το απαραίτητο συστατικό της επιβίωσής τους. Σύντομα ανέβηκαν όροφο, κι έπιασαν το περίφημο δωμάτιο 204. Η δεκαετία του ’60 πλησίαζε στο τέλος της και οι δυο τους ένοιωθαν έτοιμοι για τα σέβεντις. Ήταν βέβαιοι πως θα είναι η δεκαετία τους. Ο ένας είχε γίνει ο καλλιτέχνης της ζωής του άλλου. Τέτοια ελεύθερα πνεύματα αδυνατούσαν να μείνουν αποκλειστικά μαζί. Παρέμειναν συντροφικοί αλλά άλλαξαν συντρόφους. Ο Ρόμπερτ αποδέχτηκε την ομοφυλοφιλία του, η Πάτι γνώρισε τον Σαμ Σέπαρντ, που την έβαλε να γράψουν μαζί ένα θεατρικό έργο, και τον Άλεν Λανίερ των Blue Oyster Cult.

Patti Smith 1

Παρέμενε όμως μια ποιήτρια· αυτό ήθελε να είναι, ακόμα κι όταν άρχισαν να της προτείνουν την μουσική. Είχε διασταυρωθεί με τον Χέντριξ, την Τζόπλιν, τον Γουίντερ, ήταν παρούσα σε σημαντικές στιγμές του ροκ εν ρολ αλλά πολύ νέα και απορροφημένη στις σκέψεις της για να εκτιμήσει την σημασία τους. Δεν έπαψε να αναζητεί τους δρόμους της. Δοκίμασε την ηθοποιία αλλά της ήταν αδύνατο να θυσιάσει ένα τόσο μεγάλο κομμάτι του εαυτού της για την υποκριτική. Άρχισε να γράφει κριτικές και άρθρα για ροκ περιοδικά – Crawdaddy, Circus, Rolling Stone. Ένα άρθρο του Λένι Κέι για την α καπέλα μουσική την συγκίνησε σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναζητήσει. Πού να γνώριζε ότι θα γινόταν ο κομπανιέρο της στην μουσική….

Όλα έτρεχαν ταχύτατα. Το ζευγάρι πήρε χωριστούς δρόμους αλλά δεν έπαψαν να υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον και να βρίσκονται στις ευτυχισμένες και στις δύσκολες στιγμές τους. Η αποχώρηση από το ξενοδοχείο ήταν στο έπακρο φορτισμένη· όπως και το ταξίδι της στο Παρίσι για προσκύνημα στον Μπωντλαίρ, όπως και το όνειρο να ταξιδέψει στην Αιθιοπία του Ρεμπώ.

Patti Smith 3_

Μπορεί η ποίηση να σμίξει με το ροκ εν ρόλ; Η επιρροή του Μόρισον της είχε δώσει μια πρώτη θετική απάντηση. Στις τελευταίες πενήντα σελίδες με μια συγκρατημένη σεμνότητα επιτέλους διηγείται την βουτιά της στην δική της μουσική. Εμφανίσεις με απαγγελίες συνοδεία ηλεκτρικών οργάνων, μπροστά σε συχνά επιθετικό κοινό, κι ύστερα χιονοστιβάδα: CBGB, Horses, η Ιστορία όπως την ξέρουμε αλλά στο βάθος ποτέ δεν θα την μάθουμε. Τότε ήταν που ένοιωθε ευγνωμοσύνη στην μουσική που την βοήθησε να τα βγάλει πέρα με μια δύσκολη εφηβεία, μαζί με μια αίσθηση συνέχειας από όλους τους σπουδαίους προηγούμενους.

Patti Smith 10

Εκείνο που ίσως εκπλήσσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η εμμονή της στην καταγραφή των ρούχων που φορούσαν σε κάθε περίσταση. Είναι πραγματικά εξαντλητικές και συχνά εκνευριστικές οι συνεχείς αναφορές: τι φορούσε στο τάδε μέρος, σ’ εκείνη την έξοδο, στις μετακομίσεις, ακόμα και στην κηδεία του Ρόμπερτ. Κάθε ιστορία και τα ρούχα τους. Υποθέτω ότι δεν πρόκειται για μια κενή ματαιοδοξία· μάλλον το ζευγάρι είχε οξυμένη την εικαστική του αίσθηση, αλλά και την έγνοια για το πώς παρουσιάζουν την περσόνα τους που θεωρούσε τα ενδύματα μείζονα κώδικα έκφρασης, ένα συμπλήρωμα στην τέχνη τους – και φυσικά στην επιθυμία να ορίσουν την ταυτότητά τους σ’ εκείνο τον χαοτικό κόσμο.

Patti Smith Room 204

Μια άλλου είδους έκπληξη αφορά την επιφύλαξή της ως προς τα κοσμογονικά πολιτικά κινήματα του καιρού της. Η Σμιθ συγκλονίζεται από την μουσική αλλά όχι από την επαναστατική διάθεση των νέων της εποχής· στην ουσία συμβαδίζει με τον σκεπτικισμό της Νέας Υόρκης ως προς την χίπικη παλίρροια της Δυτικής Ακτής. Αυτό όμως είναι μια μεγάλη συζήτηση και σε κάθε περίπτωση τα γραπτά της δεν την ανοίγουν. Περισσότερο βάρος πάντως δίνεται στην θρησκευτική της πίστη, σε πολλές περιστάσεις.

Οι τελευταίες σελίδες αποκορυφώνουν ιδανικά την πολύτιμη αφήγησή της. Ο Ρόμπερτ σβήνει σιγά σιγά από το AIDS ενώ εκείνη έχει φτιάξει πια οικογένεια και παιδιά στο Ντιτρόιτ. Πρόλαβε όμως να της χαρίσει για άλλη μια φορά την φωτογραφική του ματιά: την έβγαλε για το εξώφυλλο του Dream of Life, όπως άλλωστε την είχε βγάλει για το εξώφυλλο του Horses – οι σχετικές διηγήσεις είναι από τις πλέον συγκινητικές.

Patti Smith 5

Φανταζόμαστε τους εαυτούς μας σαν τους Γιούς της Ελευθερίας, που είχαν αποστολή να διασώσουν, να προστατεύσουν και να προβάλουν το επαναστατικό πνεύμα του ροκ εν ρολ. Φοβόμαστε ότι η μουσική που μας είχε θρέψει κινδύνευε να πεθάνει από πνευματική ασιτία. Φοβόμαστε ότι έχανε το αίσθημα σκοπού της, ότι έπεφτε σε άπληστα χέρια, ότι παράδερνε βουλιάζοντας στο τέλμα του θεάματος, της οικονομικής διαχείρισης και της ανούσιας τεχνικής περιπλοκότητας. Επαναφέραμε στο μυαλό μας την εικόνα του επαναστάτη Πολ Ριβίαρ ενώ κάλπαζε μέσα στην αμερικανική νύχτα καλώντας το λαό να αφυπνιστεί και να πάρει τα όπλα. Θέλαμε κι εμείς να πάρουμε τα όπλα, τα όπλα της γενιάς μας, την ηλεκτρική κιθάρα και το μικρόφωνο. [σ. 301]

Εκδ. Κέδρος, 2015, μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, σελ. 337 με πολλές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και με παράρτημα με ποιήματα και πρόσθετα σημειώματα [Patti Smith – Just kids, 2010].

Δημοσίευση και στο Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 203.

Ο τίτλος θα μπορούσε να είναι και: Some Patti put something in my drink, Some Patti up there likes me, To Love Some Patti, Everybody needs some Patti. Άλλωστε σίγουρα τριγυρνούσε κάπου δίπλα από τα παραφραζόμενα τραγούδια.

24
Ιαν.
16

Philip Roth – Διαβάζοντας τον εαυτό μου και τους άλλους

film

Περί αισχρολογίας, σάτιρας, ερωτικής λογοτεχνίας και άλλων πολλών

Όταν ανατρέχω στην προηγούμενη δουλειά μου, διαπιστώνω ότι έχω γράψει συχνά για «συμπεριφορά σε ακραίες καταστάσεις»… Ίσως πριν από το Βυζί να με είχε απασχολήσει η ακραία συμπεριφορά σε συνηθισμένες καταστάσεις. Ούτως ή άλλως, με ενδιέφεραν οι άνδρες και οι γυναίκες οι οποίοι, καθώς έχει κοπεί ό,τι τους έδενε με το αγκυροβόλι τους, παρασύρονται από τα κύματα μακριά από τις γενέθλιες ακτές, στο ανοιχτό πέλαγος, έρμαια της παλίρροιας που φουσκώνει από τη δυσαρέσκεια και την εύλογη οργή τους. [….] Η Λούσι Νέλσον στο Όταν ήταν φρόνιμη, ο Γκέημπ Ουάλλακ και ο Πωλ Χερτς στο Κι ό,τι θέλει ας γίνει, ο Άλεξ Πόρτνοϊ στο Σύνδρομο Πόρτνοϊ – όλοι ζουν πέρα από τα όρια των ψυχολογικών και ηθικών δυνατοτήτων τους. Το θέμα δεν είναι αν θα βουλιάξουν ή θα κολυμπήσουν – αλλά ότι πρέπει να επανεφεύρουν το κρόουλ. [84 – 85]

Αυτή ήταν μια από τις πολλές όψεις του συγγραφικού έργου του Ροθ· κι έπρεπε να δει όλα αυτά τα κείμενά του συγκεντρωμένα σε έναν τόμο για να αντιληφθεί ότι αν κάτι τον απασχολούσε συνεχώς κατά την συγγραφή του ήταν η σχέση ανάμεσα στον γραπτό και τον άγραφο κόσμο. Αυτή η δανεισμένη από τον Πωλ Γκούντμαν διάκριση είναι η μόνη που μπορεί να εκφράσει την συνεχή παλινδρόμηση του συγγραφέα ανάμεσα σε εκείνα που μπορούν και στα άλλα, τα απερίγραπτα. Και είναι πραγματικά συναρπαστικό να διαβάζει κανείς τον Ροθ να γράφει για τον Ροθ, για τα βιβλία του, για όλα όσα ήθελε να γράψει και τα κατάφερε με τον τρόπο του και για όσα προέκυψαν άγραφα και ανέκφραστα.

philip-roth 2_

Εδώ συνυπάρχουν η κεντρομόλος και η φυγόκεντρος δύναμη του ροθικού σύμπαντος. Στο πρώτο μέρος παίρνει τον λόγο ως αναγνώστης και αναγνωσμένος και ανοίγει τα αρχεία των έργων του. Βγάζει από τα συρτάρια σχέδια, ομιλίες, δοκίμια, συνεντεύξεις, απόπειρες απογραφής τους δουλειάς του. Το δεύτερο μέρος συναπαρτίζεται από επιλεγμένα άρθρα και δοκίμιά του πάνω σε μια σειρά θεμάτων, λογοτεχνικών και μη. Το εξώφυλλο είναι το πλέον κατάλληλο, καθώς απεικονίζει την τελευταία δακτυλογραφημένη σελίδα του βιβλίου του Πατρική κληρονομιά, με χειρόγραφες διορθώσεις του συγγραφέα, με κόκκινο και μαύρο μελάνι.

Σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση γίνεται για το Σύνδρομο Πόρτνοϊ, ο συγγραφέας με αφορμή τις αντιδράσεις για την άσεμνη γλώσσα του βιβλίου, μας θυμίζει ότι η αισχρολογία ως χρησιμοποιήσιμο και χρήσιμο λεξιλόγιο και η σεξουαλικότητα ως θέμα απασχολούσαν την λογοτεχνία ήδη από τον καιρό του Τζόυς, του Χένρι Μίλερ και του Ντ. Χ. Λώρενς. Τα μέσα βέβαια πάντοτε μυρίζονται σκανδαλάκι και εστιάζουν σε αυτό το στοιχείο. Για τον ίδιο όμως η χρήση της δεν επηρεάζεται από τα ήθη του κοινού· είναι άλλο να γράφεις για να διαβαστείς και άλλο να γράφεις για ένα «κοινό». Όταν δουλεύει δεν έχει στο νου του κάποια ομάδα ανθρώπων με την οποία θέλει να επικοινωνήσει· αυτό που επιθυμεί είναι τα έργο να κοινωνήσει τον εαυτό του όσο πιο ολοκληρωμένα γίνεται· να διαβαστεί με τους δικούς του όρους. Αυτοί είναι οι αναγνώστες που τον ενδιαφέρουν: εκείνοι των οποίων οι ευαισθησίες παραδίδονται ολοκληρωτικά στον συγγραφέα, με αντάλλαγμα την σοβαρότητά του.

Philip Roth 2

Ο Πόρτνοϊ μιλάει έτσι εξαιτίας μιας ακατανίκητης εμμονής: είναι άσεμνος, επειδή θέλει να σωθεί. Είναι ένας αλλόκοτος, ίσως και τρελός τρόπος αναζήτησης της προσωπικής του σωτηρίας· ωστόσο, στον πυρήνα του μυθιστορήματος, βρίσκεται η διερεύνηση αυτού του πάθους και της σύγκρουσης με τη συνείδησή του την οποία αυτό το πάθος επισπεύδει. Σε σχέση με τον περίφημο εβραϊσμό του ο Ροθ απορρίπτει τις απόψεις ότι είναι αντισημίτης και πάσχει από «αυτοαπέχθεια». Θεωρεί μάλιστα καλοτυχία το γεγονός ότι γεννήθηκε Εβραίος, καθώς πρόκειται για μια περίπλοκη, ενδιαφέρουσα, ηθικά απαιτητική και πολύ ιδιαίτερη εμπειρία. Μοιράζεται κι αυτός λοιπόν το ιστορικό πεπρωμένο των Εβραίων με όλες του τις συνέπειες. Ποιος θα ζητούσε περισσότερα;

Στην επιμονή του συνομιλητή ότι έχει επηρεαστεί από τις παραστάσεις του Λένι Μπρους στα νάιτ κλαμπ ή άλλους της stand up comedy, ο Ροθ απαντάει ότι την μεγαλύτερη επίδραση πάνω του είχε ένας sit down κωμικός που επινόησε το αστείο νούμερο Η μεταμόρφωση· ο Κάφκα. Παραδέχεται βέβαια αργότερα ότι διάβασε και την συλλογή με τα δημοφιλέστερα νούμερα του Bruce. Στο περίφημο Σύνδρομο Πόρτνοϊ  αφιερώνει και άλλα κείμενα, ένα εκ των οποίων τιτλοφορείται με την συνήθη ερώτηση: Πώς σου ήρθε να γράψεις αυτό το βιβλίο, τέλος πάντων;

 Philip Roth 3 [1960]

Αλλαγή θέματος με το βιβλίο του Η συμμορία μας, που αποτελούσε μια υπερβολική μίμηση, μια παρωδία του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται και μιλάει ο Νίξον. Ο Μένκεν [Η.Ι. Mencken, Αμερικανός δοκιμιογράφος, εκδότης περιοδικών, σατιρικός και κριτικός αποτιμητής της αμερικανικής ζωής και κουλτούρας, ένας από τους σημαντικούς στυλίστες των αρχών του 20ού αιώνα], που θαυμάζει ιδιαίτερα ο Ροθ, θεωρούσε αναπόφευκτο για την αμερικανική δημοκρατία να παράγει κλόουν και τσαρλατάνους ηγέτες οι οποίοi, πέρα από τις άλλες ανεπάρκειές τους, είχαν κάκιστη σχέση με την αγγλική γλώσσα. Θεωρούσε όσα έλεγαν και τον τρόπο που τα έλεγαν ψυχαγωγία. Χρειάστηκε ένας Όργουελ και ένας Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και βίαιες ολοκληρωτικές δικτατορίες στη Γερμανία και τη Ρωσία για να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η φαινομενικά κωμική ρητορική μπορούσε να αποδειχθεί εργαλείο πολιτικής τυραννίας.

Philip Roth 4

Εδώ ο Ροθ είναι ανένδοτος: η πολιτική σάτιρα δεν έχει διάρκεια και δεν προτίθεται να είναι ευπρεπής. Άλλωστε η σάτιρα ακριβώς στην ευπρέπεια επιτίθεται και σε ό,τι κρύβεται πίσω της. Το να ζητήσεις από έναν σατιρικό να σεβαστεί την καλαισθησία και την λεπτότητα είναι σα να ζητάς από έναν ερωτικό ποιητή να είναι λιγότερο προσωπικός. Υπάρχει λεπτότητα στο Σατυρικόν ή στη Σεμνή πρόταση; Μάλιστα αν δει κανείς πόσο γελοιοποιούνταν και χλευάζονταν οι Αμερικανοί πρόεδροι στις καθημερινές εφημερίδες του 19ου αιώνα, αναμφίβολα θα συμπεράνει ότι εκδότες και αναγνώστες ήταν εκείνο τον καιρό πολύ πιο θαρραλέοι και δεν εκφοβίζονταν από τον μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Ο Ροθ φτάνει στο σημείο να πει, αρκεί μια λέξη για να γελάσουμε: Νίξον. Ο ανεκδιήγητος Πρόεδρος ενέπνευσε για ένα ακόμα κείμενο που δημοσιεύεται εδώ, Ο Πρόεδρος απευθύνεται στο Έθνος, μια παρωδία γραμμένη στο αποκορύφωμα της ακροαματικής διαδικασίας για το σκάνδαλο Γουώτεργκεϊτ στη Γερουσία [1973].

Philip Roth 5

Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά και άλλα περιοδικά και εφημερίδες, που εμφανώς αποκαλύπτουν την μέγιστη εμπλοκή του συγγραφέα με ιδέες και συζητήσεις πάνω στην λογοτεχνία και τα θέματά της: The American Poetry Review, The New York Times Book Review, The Atlantic Monthly, Paris Review, Partisan Review, The Literary Guild, American Review, The Ontario Review, Le Nouvel Observateur, London Sunday Times, Commentary, American Judaism, The New York Times, Look, The Village Voice, Esquire. Και, όπως είναι ευνόητο, η ποικιλία τους είναι μεγάλη: Ο Ροθ παίρνει συνέντευξη από τον …εαυτό του για το Μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα, δέχεται ερωτήσεις από μια κυρία για το Η ζωή μου ως άντρα, κάνει μαζί με την συγγραφέα Joyce Carol Oates ένα απολογισμό των οκτώ μέχρι τότε βιβλίων του, αφιερώνει μια συνέντευξή του στην περίφημη περσόνα του Ζούκερμαν….

… κι ακόμα, συντάσσει ένα εκτενές εξαιρετικά ενδιαφέρον δοκίμιο Γράφοντας για Εβραίους και Απεικονίζοντας Εβραίους, εκτείνει την θεματολογία του από το μπέιζμπολ μέχρι την Καμπότζη (που επισκέφτηκε ο ίδιος το 1970 δύο μήνες πριν ο Νίξον διατάξει την επιδρομή των στρατευμάτων του και προκαλέσει τον πόλεμο), αναλύει με τον απολαυστικό κριτικό του λόγο τρία αγαπημένα του ερωτικά μυθιστορήματα των Άλαν Λέτσλακ, Μίλαν Κούντερα και Φρεντερίκα Γουάγκμαν, αφιερώνει μια προσωπική ματιά στον Κάφκα και δεν παύει να θυμάται συγγραφείς, βιβλία και φράσεις που κράτησε όλα αυτά τα χρόνια. Όπως τα λόγια ενός ήρωα του Γουίλιαμ Στάιρον: Είναι η εποχή των αχρείων · αν δεν προσέξουμε θα μας τραβήξουν κι εμάς προς τα κάτω…

Philip Roth 6 [1968]

Εκδ. Πόλις, 2014, μετάφραση – σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά, με πολυσέλιδες σημειώσεις της μετάφρασης, 419 σελ. [Reading my life and others]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 200, υπό τον τίτλο Roth around the clock.




Μαΐου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Blog Stats

  • 834,816 hits

Αρχείο