Archive for the 'Αμερικανική Λογοτεχνία' Category

13
Νοέ.
17

Tobias Wolff – Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα

Η ζωή ως διαδοχή στιγμών

Όλα παίζουν ρόλο σ’ ένα διήγημα και γι’ αυτό πρέπει πραγματικά να είναι πρώτης τάξεως. Κάτι που δεν συμβαίνει στο μυθιστόρημα. Εκεί χρειάζεται να υπάρχουν παρεκβάσεις και μια χαλάρωση της προσοχής γιατί ο αναγνώστης δεν μπορεί να βρίσκεται σε συνεχή ένταση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. / Λογικά θα έπρεπε να είναι η αντιπροσωπευτική λογοτεχνική μορφή του πολιτισμού. Νομίζω ότι ο λόγος που δεν διαβάζεται το διήγημα είναι ο ίδιος με τον λόγο που δεν διαβάζεται η ποίηση. Τα διηγήματα με τον τρόπο τους είναι πολύ απαιτητικά. Πρέπει να εισχωρήσεις μέσα τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερο κόσμο, αλλά οι περισσότεροι αναγνώστες απογοητεύονται γιατί τα διηγήματα δεν έχουν τη δομή του μυθιστορήματος. Δεν έχουν ξεκάθαρο τέλος· δεν σε πληροφορούν για τα πάντα· λειτουργούν περισσότερο με υπαινιγμούς…

… λέει ο Τομπάιας Γουλφ σε συνομιλία που αναδημοσιεύεται από μια ιστοσελίδα και η οποία περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του περιοδικού Πλανόδιον, στο τεύχος 44 (Ιούνιος 2008). Χάρη σ’ εκείνο τον πλήρη φάκελο πρωτογνώρισα τον Αμερικανό συγγραφέα, τόσο μέσα από μια σειρά μεταφρασμένων διηγημάτων όσο και χάρη σε μια αναδημοσιευμένη από το διαδίκτυο συνέντευξη αλλά και στην κατατοπιστική εισαγωγή στο έργο του από τον Τάσο Αναστασίου, που είχε επιμεληθεί το αφιέρωμα και είναι ένας εκ των μεταφραστών εδώ.

Ο Wolff ανήκει στην ευρύτατη γενιά των σύγχρονων διηγηματογράφων που συνεχίζουν μια ρεαλιστική παράδοση διηγούμενοι ιστορίες με τον πιο απλό κι εύληπτο τρόπο. Με θεματολογία παρμένη από την καθημερινότητα, χαρακτήρες που δεν ξεφεύγουν από τον μέσο όρο, ευθύγραμμη ροή του αφηγηματικού χρόνου, στοιχειώδη πλοκή, γλώσσα με στοιχεία προφορικότητας και εστίαση που πλησιάζει την εσωτερική, η πρόζα του έχει σαφώς διαλέξει πλευρά στον αντίποδα του μοντερνισμού, αν και το συνήθως ανοιχτό τέλος των ιστοριών του και η συχνή χρήση των υπαινιγμών διατηρεί μια επαφή με τον τελευταίο.

Ο συγγραφέας αποτελεί πλέον κομμάτι μιας παράδοσης από τον Hemingway μέχρι τους Αμερικανούς διηγηματογράφους της δεκαετίας του ’50 και του ’60 [John Cheever, Flannery O’ Connor, Grace Paley, Katherine Anne Porter, κ.ά.] που πρότειναν νέες παραλλαγές στην καθιερωμένη τεχνοτροπία και την κληροδότησαν στους συνεχιστές τους στην δεκαετία του ’70 και του ’80, ιδίως στην τριάδα των αποκαλούμενων βρώμικων ρεαλιστών Raymond Carver, Richard Ford και Tobias Wolff. Και μπορεί ο Γουλφ να έγραψε και μυθιστορήματα, αλλά τα διηγήματα μοιάζουν να αποτελούν τον φυσικό του χώρο.

Όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία χαρακτηρίζουν και τα δέκα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο. Η γλώσσα του αφηγητή συχνά δεν ξεχωρίζει από την καθημερινή γλώσσα των χαρακτήρων και η ψυχολογική ανάλυση έχει περιοριστεί χωρίς πάντως να έχει εξαφανιστεί. Οι χαρακτήρες κινούνται σ’ ένα διαρκές δίπολο αλήθειας και ψεύδους – τόσο απέναντι στους άλλους όσο και στον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαρά του πολεμιστή παρουσιάζει τους πολεμιστές του Βιετνάμ έξω από τα στερεότυπα. Ο συγκεκριμένος πόλεμος υπήρξε μια καθοριστική εμπειρία για τον ίδιο τον συγγραφέα. Νέοι και βετεράνοι είναι έτοιμοι να εκραγούν ανά πάσα στιγμή, εφευρίσκοντας, αν χρειαστεί, νέους εχθρούς. Στην άλλη άκρη του κόσμου, στα πολυτελή σπίτια των νεόπλουτων ο Λεβιάθαν παρουσιάζει δυο ζευγάρια που εθισμένα στην κοκαΐνη είναι εξίσου έτοιμα να εκραγούν και να κατασπαράξουν τις σάρκες τους.

Ένα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ αρκεί για να εκφράσει μια άλλη, ελαφρώς χιουμοριστική πλευρά της πρόζας του. Ο ανιαρός κόσμος των συνεδρίων, η ευτελής ανταγωνιστικότητα, ο ανέκφραστος ερωτισμός, όλα βρίσκονται εδώ. Ο καθηγητής αναγκάζεται να υποστεί τον ενθουσιασμό μιας γυναίκας για έναν ποιητή – το είδος των ποιητών που συναντάς σε χριστουγεννιάτικα άλμπουμ και που οι στίχοι τους συνοδεύουν αφίσες για πνευματιστικές αναζητήσεις. Η ματιά του Γουλφ δεν είναι ειρωνική αλλά επιεικής, γεμάτη κατανόηση. Άγρυπνος ο αφηγητής στο τελευταίο διήγημα της συλλογής παρατηρεί την σύντροφό του καθώς κοιμάται και διχάζεται ανάμεσα σε συναισθήματα τρυφερότητας και αποστροφής, έλξης και απώθησης. Μέχρι να αποκοιμηθεί, προφανώς μετά την τελευταία σελίδα, έχει πάρει δραστικές αποφάσεις που ανακαλεί με την ίδια ευκολία.

Στιγμιότυπα λοιπόν, για να θυμηθούμε έναν τίτλο του αγαπημένου μας Ρέϊμοντ Κάρβερ, η συγγένεια με τον οποίο είναι εμφανής· όμως ακριβώς η ανάδειξη επιλεγμένων φορτισμένων συνήθως στιγμών των χαρακτήρων του, τον βίο των οποίων καλούμαστε να φανταστούμε συμπληρώνοντας τα κενά, που ανάγεται ευθέως στον Τσέχωφ. Στην προαναφερθείσα συνομιλία ο Γουλφ εξηγεί την συγκίνησή του όταν διαβάζει τον Ρώσο συγγραφέα, όπου «η ανθρωπιά συνυπάρχει μ’ ένα είδος σκληρότητας». Ο Γουλφ αναφέρει ως παράδειγμα μια συγκεκριμένη ιστορία όπου ο συγγραφέας εστιάζει με φοβερή παραστατικότητα σ’ ένα τραγικό περιστατικό. Και ξαφνικά, ανοίγει το πλάνο του τόσο πολύ ώστε καταλαβαίνουμε πόσο ασήμαντο είναι το περιστατικό. Δεν σου ακυρώνει η συμπάθεια για τον ήρωα αλλά σου μεταδίδει την ιδέα του για το πεπερασμένο της ύπαρξής μας και των προβλημάτων μας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη διάκριση του συγγραφέα. Καθώς όλοι τείνουμε να σκεφτόμαστε την ζωή μας σαν μια διαδοχή επεισοδίων και όχι σαν ένα μυθιστορηματικό όλον, ο Γουλφ διαπιστώνει πως η ζωή στον δικό του κόσμο, όντας τόσο αποσπασματική, δεν προσφέρεται για μυθιστορηματική εκμετάλλευση. Δεν πρόκειται για μια αδιάσπαστη αψίδα εμπειριών, μια κοινότητα με συνέχεια, όπως την παρουσιάζουν τα μυθιστορήματα· υπάρχουν μόνο στιγμές. Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα άκμασε στην Αγγλία, όπου υπήρχαν παντού κοινότητες με κατοίκους που βλέπονταν διαρκώς κι επηρέαζαν ο ένας τον άλλον. Το διήγημα από την άλλη πλευρά, είναι η κατεξοχήν αμερικάνικη φόρμα. Οι Αμερικανοί είναι ένας κατά βάση νομαδικός λαός, καθώς κατά ένα μεγάλο ποσοστό μετακινούνται μια φορά κάθε πέντε χρόνια. Στην αμερικανική κουλτούρα υπάρχει έντονη κοινωνική κινητικότητα και για τον λόγο αυτό έντονο συλλογικό άγχος. Οι περισσότεροι αλλάζουν κοινωνική θέση κατά την διάρκεια της ζωής τους. Νομίζω είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα άποψη, που σαφώς προκαλεί και αντίλογο αλλά και διαθέτει πλήθος επαληθεύσεων.

Εκδ. Ίκαρος, μτφ. Γιάννης Παλαβός και Τάσος Αναστασίου, 2017, σελ. 188 [1981, 1985, 1996, 2008]

Το εικαστικό πορτρέτο είναι της Michelle L. Morby. Η τελευταία φωτογραφία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτυπώνει ένα στιγμιότυπο από την πρόζα του συγγραφέα.

Advertisements
03
Ιον.
17

Τόμας Πύντσον – Υπεραιχμή

Ηλεκτρονικές Πολιτείες (και Βίοι) της Αμερικής

Σε μια χαρακτηριστική «σκηνή» της καταιγιστικής Υπεραιχμηρής μυθοπλασίας δυο παιδιά παίζουν ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι εξόντωσης ανθρώπων: εξαφανίζουν τους πεζούς που φωνάζουν στα κινητά τους, τις μανάδες που σπρώχνουν διπλά καροτσάκια με μεγάλα παιδιά, εκείνους που προσπερνούν στην ουρά. Σε αυτό το «παιχνίδι εντολών πρώτης βολής» έχουν απενεργοποιήσει κάθε εμφάνιση αίματος, φωνάζουν «Να σέβεσαι περισσότερο τους συνανθρώπους σου» και εξασκούνται στην καταπολέμηση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Οι σελίδες είναι χαρακτηριστικές ως προς την αναπαράσταση ενός αναδυόμενου κόσμου όπου οι ενοχλητικοί βρίσκονται παντού αλλά πάντα υπάρχει ένας πλήκτρο να τους αντιμετωπίσεις.

Αυτή η αμφιλεγόμενη απονομή δικαιοσύνης αποτελεί μία από τις εκατοντάδες ίνες που πλέκουν το μυθιστόρημα αλλά δεν χαρακτηρίζει όλους τους χαρακτήρες, ο αριθμός των οποίων άλλωστε είναι τριψήφιος, ενώ οι περιφερειακοί ήρωες είναι δεκάδες. Η βασική πρωταγωνίστρια πάντως, η Μαξίν Τάρνοου, διακονεί Γραφείο Εξιχνίασης Υποθέσεων Οικονομικής Απάτης, τις οποίες βέβαια γνωρίζει καλά και ως πρώην σεσημασμένη. Το πολυώροφο κτίριο όπου βρίσκεται η έδρα της είναι γεμάτο από υποψήφιους πελάτες – υπηρεσίες ραντεβού, χειροπράκτες και βελονιστές, πράκτορες ταξιδιωτικών αποδράσεων, ατζέντηδες που υπόσχονται δημοσιότητα, προμηθευτές ημινόμιμης «μαμαχουάνα», σχολικές αίθουσες με δασκάλους ή ψυχαναλυτές ή και τα δυο μαζί – το ίδιο και οι γειτονικοί ουρανοξύστες, ολόκληρη η γειτονιά, η πόλη, η πολιτεία. Η μισή Αμερική βαριανασαίνει σε τέτοιους χώρους.

Όμως το νέο, αχανές πεδίο της άγρας πελατών, της επαγγελματικής καταξίωσης και της νέας οικονομίας δεν είναι παρά ο κυβερνοχώρος, αυτός ο υπερμοντέρνος παράλληλος κόσμος όπου τα πάντα είναι δυνατά και όλα επιτρέπονται. Και δεν υπάρχει μόνο αυτός: από κάτω χάσκει ένα δεύτερο διαδίκτυο, ο Βαθύς Ιστός, που βρίσκεται ακόμα σε βρεφικό στάδιο· οι επιφανειακές μηχανές αναζήτησης δεν φτάνουν ως εκεί, συνεπώς οι ανεπιθύμητοι θα μείνουν απ’ έξω. Όποιος κερδίσει ένα μερίδιο σ’ αυτή την πολιτεία των κρυπτογραφήσεων και των ανακατευθύνσεων μπορεί να λογίζεται άρχων του επερχόμενου.

Φυσικά ο κόσμος έχει γεμίσει νεαρά παιδιά που προσπερνούν το ένα μετά το άλλο τείχος προστασίας και χακάρουν κάθε υπολογιστή αλλά ακριβώς την στιγμή που είναι έτοιμα να μπουν στον πυρήνα του συστήματος, έρχεται το κράτος και τα τσακώνει με νομικές διαδικασίες, ώστε να επιλέξουν να εργαστούν μαζί του αντί να φυλακιστούν. Την ίδια στιγμή η πόλη προσπαθεί να συνέλθει από την χρηματιστηριακή κατάπτωση, ολόκληροι όροφοι εταιρειών πληροφορικής χάσκουν εγκαταλειμμένοι αλλά οι καλωδιώσεις υπάρχουν ακόμα και πολλοί νέοι επιχειρούν να στήσουν μέσα από το λάπτοπ την εταιρεία της ζωής τους. Οι εταιρείες ακινήτων εμφανίζονται ξανά σαν τα μανιτάρια κι ας είναι ακόμα νωπές οι μνήμες από τις «φασιστικές» μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να αναγκάσουν ιδιοκτήτες και νοικάρηδες να φύγουν.

Άλλοι εφευρίσκουν ευφυείς τρόπους να βγάζουν λεφτά, όπως εκείνος που εισάγει εκατοντάδες λούτρινα κουκλάκια από την Κίνα και τα προωθεί στα μαγαζιά την κατάλληλη στιγμή στις φορτοεκφορτώσεις. Πρόκειται για παιχνίδια που γίνονται ιδιαίτερα δημοφιλή αλλά φθείρονται πολύ εύκολα κι έτσι, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, εμφανίζει ως σπάνια συλλεκτικά κομμάτια όσα έχει για καιρό αποθηκεύσει σε ειδικές πλαστικές σακούλες με ελεγχόμενη θερμοκρασία. Υπάρχουν κι εκείνοι που προτείνουν ανιχνευτές τσέπης που σκανάρουν τις ουρές στα ταμεία και υπολογίζουν ποια είναι η μικρότερη ή ηχητικούς συναγερμούς που κολλάνε πάνω στο τηλεχειριστήριο της τηλεόρασης ώστε να μην το χάνεις ποτέ.

Όλα αυτά δεν είναι παρά η καθημερινότητα του βιοπορισμού της Μαξίν, η οποία καλείται να μπει στα άυλα άδυτα μιας εταιρείας με όνομα – γλωσσοδέτη που αφήνει πίσω της χαλάσματα και επιχειρεί πρωτοκαθεδρία της κοσμικής πληροφορικής, με την απαραίτητη βοήθεια από την μεσανατολική άλλη άκρη του κόσμου. Εδώ η ψευδοαστυνομική ιστορία αναζητά την γεωπολιτική της συζυγία. Αλλά όταν λίγο αργότερα έρχεται το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου, τότε η ημερήσια διάταξη γεμίζει με καταλόγους υστεριών, συνομωσιών και επικερδών εκμεταλλεύσεων. Την ίδια στιγμή «το διαδίκτυο έχει μετατραπεί ξαφνικά σε αποκριάτικο καρναβάλι για παρανοϊκούς και τρολ, ένα πανδαιμόνιο σχολίων που για να τα διαβάσεις όλα ίσως να μη φτάνει ο χρόνος που απομένει στο πιθανολογούμενο υπόλοιπο ζωής του σύμπαντος…» [σ. 454]

Η Υπεραιχμή είναι ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα δια χειρός Πύντσον, κοινώς διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του: ενιαίο κορμό που διακλαδώνεται σε εκατοντάδες υποϊστορίες, κατάργηση των ορίων μεταξύ σοβαρότητας και χιούμορ, χρήση και κατάχρηση όλων των πολιτιστικών προϊόντων της Νέας Γης, από το ροκ και την ποπ, μέχρι την τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια. Στα ράφια του δίπλα από τις μάρκες των προϊόντων τοποθετούνται οι ήρωες των καρτούν και όλα τα πρόσωπα της λαϊκής κουλτούρας, ζωντανά ή επίπλαστα. Είναι άλλωστε ο κορυφαίος εγκυκλοπαιδιστής της εποχής του. Γέννημα θρέμμα της Νέας Υόρκης ο ίδιος αλλά ταξιδιώτης διαρκείας στην Δυτική Όχθη ακριβώς την εποχή όπου θα άλλαζε ο κόσμος, κατόπιν αμετακίνητος κάτοικος του Άνω Δυτικού Μανχάταν, ο Πύντσον γνωρίζει κάθε εκατοστό του εξιστορούμενου τόπου και χρόνου· πόσο μάλλον όταν εδώ υπήρξε αυτόπτης και επιτόπιος μάρτυρας της μεγάλης ιστορικής καμπής στην Μητρόπολη του Νέου Κόσμου.

Η γλώσσα του είναι γλυπτή και εφευρετική. Μπορεί ταυτόχρονα να δοκιμάζει μια ποιητικότατη περιγραφή ενός κτιρίου, ενός δρόμου ή μιας στιγμής της ημέρας και κατόπιν να παρασύρεται σε περιπλεγμένες προτάσεις που εναλλάσσονται με άμεσους διαλόγους, βασικότατο στοιχείο για την έκφραση των αμέτρητων χαρακτήρων που αποτελούν το βασικό όχημα της ιστορίας. Μέχρι σήμερα εξακολουθεί να απεχθάνεται κάθε φωτογράφηση και συνέντευξη (έχει παρέμβει όμως όταν επιχειρείται με διάφορους τρόπους η εικονοποίησή του)· αυτό δεν τον εμποδίζει να παραμένει ένας ανελέητος σφυροκόπος σε κάθε μορφής εξουσία, με λόγο πάντα υπέρ των αδυνάτων. Τα μυθιστορήματά του, φορτισμένα ούτως ή άλλως με την αίγλη ενός εξαρχής εξαφανισμένου λογοτέχνη, αρκούν.

Κι εδώ επιχειρεί για άλλη μια φορά να σκάψει το σάπιο υπέδαφος. Δεν αρκείται σε μια φαντασμαγορική μυθοπλασία αλλά γράφει ένα μυθιστόρημα για όλες τις τραγικότητες της εποχής του 2000: την άλωση του ψηφιακού κόσμου από την οικονομία, την οριστική κατάργηση κάθε ιδιωτικής ζωής, τις επακόλουθες καταστροφές ανθρώπινων ζωών. Ο υπόκοσμος γίνεται και διαδικτυακός, η πορεία των μετοχών αναδεικνύεται σε κυρίαρχο ιστορικό παράγοντα, εκείνοι που θησαυρίζουν από την οικονομική κατάρρευση των άλλων βγαίνουν πάντα καθαροί.

Μένουν οι απλοί άνθρωποι, που ζουν στη χώρα της ελευθερίας και νομίζουν πως ελέγχουν την βούλησή τους, ενώ την ίδια στιγμή ό,τι κάνουν είναι αποτέλεσμα μιας μεγάλης ραδιουργίας πολιτικής, μιντιακής, ηλεκτρονικής, ηθικής. Κάποτε μοιάζουν με μαριονέτες, όπως η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης που κινείται ελαφρά από τον αέρα πάνω από το γραφείο του περίφημου απατεώνα δικηγόρου Saul Goodman στην σειρά Breaking Bad. Πόσες από τις δεκάδες μικροζωές θα διατηρήσει ένα έστω ελάχιστο όριο ιδιωτικότητας και αυτενέργειας;

Τέλος, εδώ μου φαίνεται πως λάμπει ένα ευφυές παράδοξο: καθώς ο Πύντσον γράφει το απόλυτα σύγχρονο μυθιστόρημα για την ηλεκτρονική και ιντερνετική εποχή γύρω από το 2000, πολλά από τα αναφερόμενα στοιχεία μοιάζουν, με τα δεδομένα του 2017, ξεπερασμένα. Έτσι, δεν συντάσσει μόνο ένα λογοτεχνικό εγχειρίδιο μια πρώιμης Ιστορίας του καλωδιωμένου κόσμου ή, αν η πρόζα καθαριστεί από την μυθοπλασία, μια συγχρονική Ιστορία της Σύγχρονης Αμερικής, αλλά και την ίδια στιγμή ειρωνεύεται και υποκύπτει ακριβώς στην ταχύτατη ρευστότητα της εποχής και στην απόλυτη παροδικότητα των ανθρώπινων έργων – και του δικού του.

Εκδ. Ψυγοχιός, 2014, μτφ. Γιάννης Κυριαζής, σελ. 559 [Bleeding Edge, 2013]

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 50 (καλοκαίρι 2017)

Ο μεταφραστής των βιβλίων του Τόμας Πύντσον Γιάννης Κυριαζής στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ.

Στις εικόνες: διαφημίσεις από την εποχή της ελπίδας, ένα εξώφυλλο της Pat Benatar (που τιτλοφόρησε ένα δίσκο της ως Gravity Rainbow, από το μείζον έργο του Πύντσον – ομολογώ ότι κάπως έτσι φαντάστηκα την Μαξίν), η φουσκωτή κούκλα της δικαιοσύνης και οι αιώνιοι κερδοσκόποι.

 

29
Μαρ.
17

Κέιτ Σοπέν – Η ιστορία μιας ώρας και άλλα διηγήματα

Η αυτοδιάθεση μιας γυναίκας: η ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης

Η Σοπέν αποτελεί μια σπάνια περίπτωση συγγραφέως: έγραψε σε μια εποχή όπου η ίδια η συγγραφή έμοιαζε απαγορευμένη για τις γυναίκες, σμίλευσε το δικό της ιδιαίτερο ύφος και, το κυριότερο, τόλμησε ιστορίες που αποκαλύπτουν σκέψεις και πράξεις γυναικών που ελάχιστοι και ελάχιστες θα διανοούνταν να παραδεχτούν.

Από περιέργεια ξεκίνησα με Ένα ζευγάρι μεταξωτές κάλτσες. Η κοντούλα κυρία Σόμμερς διαπιστώνει πως της περισσεύουν λίγα παραπάνω χρήματα από τον οικογενειακό προϋπολογισμό και βρίσκεται σε ένα κατάστημα ενθουσιασμένη μπροστά στις προσφερόμενες επιλογές. Δεν υπάρχει τίποτα παρά ένα περίλαμπρο παρόν: Δεν της περίσσευε ούτε μια στιγμή να την αφιερώσει στο παρελθόν. Οι ανάγκες του παρόντος απορροφούσαν όλη την ικμάδα της. Ακόμα κι η οποιαδήποτε αίσθηση ενοχής εξαφανίζεται: έχει εγκαταλείψει τον εαυτό της σε κάποια μηχανική παρόρμηση που κατεύθυνε τις πράξεις της και την απελευθέρωνε από οποιαδήποτε ευθύνη. Κάλτσες, μποτίνια, γάντια … η κυρία Σόμμερς απολαμβάνει τόσο την δοκιμή όσο και την αγορά τους· στην συνέχεια προσφέρει στον εαυτό της ένα γεύμα σε εστιατόριο και την παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης. Το όνειρο τελειώνει μόλις αδειάζει το θέατρο και καθώς επιστρέφει με το τραμ εύχεται «να μην σταματήσει ποτέ, παρά να πηγαίνει, να πηγαίνει ολοένα, παίρνοντάς την μαζί του για πάντα».

Αναρωτιέμαι πόσες αναγνώσεις μπορεί να έχει αυτή η απόδραση. Η επιθυμία φυγής από τα οικογενειακά και μητρικά καθήκοντά της και στην ουσία από τον ίδιο τον ρόλο της είναι εμφανής. Είναι μια φυγή που αναζητά τόσο το σώμα της, με όλες αυτές τις πρόσκαιρες χαρές όσο και το πνεύμα της, με την παράσταση. Από την άλλη, κάποια ειρωνική φωνή μοιάζει να προεικονίζει τις επιτρεπόμενες «αποδράσεις» του γυναικείου φύλου, ασφαλείς εντός του ρόλου του και με εγγυημένη επιστροφή.

Σε μια περίοδο απέραντης μοναξιάς, το 1888, η συγγραφέας διάβασε Μωπασσάν και έμεινε έκθαμβη. Εδώ υπήρχε ζωή, όχι μυθοπλασία, έγραψε αργότερα στις Εκμυστηρεύσεις της. Η ίδια αυτή ζωή που μοιάζει να ντύνεται ως μυθοπλασία και πηγάζει από τις δικές της ιστορίες είναι ακριβώς το ίδιο στοιχείο που μας καθιστά μάρτυρες κάθε φορά μιας μικρής αποκάλυψης μέσα στα καθημερινά και τα τετριμμένα. Η πρόζα της είναι σύντομη, άρα «οικονομημένη» με τον δικό της τρόπο. Σημασία δεν έχει η πλοκή, αλλά ο ίδιος ο χειριστής της, που δεν είναι άλλος από τον εκάστοτε χαρακτήρα. Κι είναι αυτός που σαν σκανδαλιά ανατρέπει την πλοκή και της κλέβει την παράσταση την τελευταία στιγμή. Συχνά μάλιστα πρόκειται για διπλή κλοπή, καθώς αναποδογυρίζει την ήδη αιφνίδια τροπή.

Η πρώτη αίσθηση από τα κείμενα είναι μια τρυφερή περιγραφή απλών στιγμών, μια αναφορά των σιωπηλών σκέψεων της ηρωίδας. Διάβασε άραγε τον Τσέχωφ το ίδιο με τον Μωπασσάν; Αναρωτιέμαι, γιατί ως δεύτερη εντύπωση άκουγα έναν ανεπαίσθητο θόρυβο ξυσίματος κάτω από τις επιφάνειες, εκεί που κρύβονται οι υπαινιγμοί. Αυτό που μας επιβεβαιώνει το επίμετρο είναι εμφανές: η συγγραφέας υπήρξε μια ασυνήθιστη γυναίκα που μπορεί μεν να ακολούθησε την «αναπότρεπτη» πορεία των γυναικών της τάξης της και της εποχής της (μόρφωση, γάμος, παιδιά) αλλά κοίταξε προς την άλλη πλευρά, προς τα μη αποδεκτά και αναμενόμενα για τα ήθη και το φύλο της. Η αυτονομία που κατέκτησε (ή απαίτησε) με τον γάμο της την ώθησε σε περιπλανήσεις στην κοσμοπολίτικη Νέα Ορλεάνη και στο Νάκιτος, όπου συναναστράφηκε με Νέγρους και Κρεολούς. Αλλά σε αντίθεση με τους συγγραφείς του αμερικανικού Νότου, δεν ενδιαφέρθηκε για το παρελθόν ή τα εξωτικά στοιχεία.

Την ίδια εποχή αναδύονταν το φεμινιστικό, το φυλετικό και το εργατικό κίνημα αλλά εκείνη εστίασε στην ψυχολογία των ανθρώπων παρά στο κοινωνικό πρόβλημα ή στην ιδεολογική αντιπαράθεση – ούτε όμως και σε κάποιο ηθογραφικό πλαίσιο. Της αρκούσε η αναπαράσταση της πραγματικότητας όπως ήταν, όπως την έβλεπε η ίδια. Αλλά είναι ακριβώς αυτή η ματιά της μέσα στις ζωές των γυναικών που ανιχνεύει την δική τους επιθυμία για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πρώτη της απόπειρα στην μικρή φόρμα, πριν καν γίνει είκοσι χρονών, είχε τον τίτλο Χειραφέτηση: ένας μύθος για τη ζωή. Τώρα ως συγγραφέας εστίασε στην πνευματική πλευρά της γυναικείας συνειδητοποίησης, χωρίς ίχνος μισανδρίας ή σύγκρισης των φύλων με αξιολογικούς όρους. Την ίδια στιγμή καραδοκεί μια δεύτερη όψη, μια διαφορετική πλευρά της ιστορίας.

Η ιστορία μιας ώρας περικλείει ακριβώς σε μια ώρα και λίγες υπέροχες σελίδες όλη αυτή την διπλή φύση: την φυλάκιση των γυναικών και την φαντασίωση της φυγής. Οι οικείοι της νεότατης κυρίας Μάλλαρντ ετοιμάζονται να της ανακοινώσουν προσεκτικά την είδηση για τον θάνατο του συζύγου της σε σιδηροδρομικό ατύχημα. Η σύζυγος αναλύεται σε λυγμούς και επιθυμεί την απομόνωση στο δωμάτιό της. Αλλά έξω από τα παράθυρο σκιρτά η ανοιξιάτικη ζωή· και σύντομα η έλλογη σκέψη δίνει την θέση της σε μια ιδιαίτερη ταραχή που προκαλεί μια και μόνο λέξη: «ελεύθερη».

Δεν θα υπήρχε κανένας να ζει γι’ αυτήν στα χρόνια που έρχονταν· θα ζούσε εκείνη για τον εαυτό της. Δε θα υπήρχε καμία ισχυρή βούληση να κάμπτει τη δική της με την τυφλή εκείνη επιμονή με την οποία άντρες και γυναίκες θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη δική τους θέληση στο πλάσμα που τους συντροφεύει. Η πρόθεση, είτε ευγενής είτε βάναυση, δεν καθιστούσε λιγότερο εγκληματική μια τέτοια πράξη, όπως το στοχαζόταν τώρα σε τούτη τη σύντομη στιγμή της έκλαμψης. [σ. 13]

Ακόμα κι αν τον είχε αγαπήσει, «τι αξία έχει η αγάπη μπροστά σ’ αυτή την κατάκτηση της αυτοδιάθεσης που αίφνης την αναγνώριζε ως την ισχυρότερη παρόρμηση της ύπαρξης»; Το ελιξίριο της ζωής μπαίνει από εκείνο το παράθυρο, η φαντασία της καλπάζει αχαλίνωτη, ένας πυρετός θριάμβου την κατακλύζει. Θα μπορούσε το διήγημα να σταματά εδώ, σοκάροντας με βεβαιότητα όλους τους αναγνώστες της εποχής. Κι όμως, ένα αδιανόητο περιστατικό ανατρέπει την ήδη πρότερη αναπάντεχη τροπή.

Ένα δεύτερο ευφυέστατο διήγημα, «Το φιλί» δικαιώνει τόσο την ιδανικότερη ερωτική απιστία όσο και την ίδια την γυναικεία ευφυΐα. Ένας νέος κάθεται στην σκιά, απέναντι από μια νέα που αγαπά σφοδρά. Η νέα δεν είναι ιδιαίτερα γοητευμένη αλλά σκοπεύει να τον παντρευτεί για να απολαύσει τον πλούτο που θα της προσφέρει. Αλλά ένας άλλος νέος μπαίνει απρόσκλητος στο δωμάτιο και την φιλά, χωρίς να διακρίνει την σκιερή παρουσία του μνηστήρα. Ο γάμος κινδυνεύει άμεσα αλλά η γυναίκα «σαν τον σκακιστή χειρίστηκε έξυπνα τα πιόνια της» και με ορισμένες ιδιαίτερες εξηγήσεις όχι απλώς λύνει την παρεξήγηση αλλά εξασφαλίζει τον δεύτερο νεαρό ως μόνιμο οικογενειακό φίλο και εξασφαλίζει το δικαίωμα να την φιλάει όποτε θέλει. Κι όμως, ενώ η τροπή μοιάζει επιθυμητή για δυο από τους τρεις, το τέλος είναι και πάλι απρόσμενο!

Φανταστείτε λοιπόν στις υπόλοιπες ιστορίες πόσα έχουν ακόμα να συμβούν σε «Μια ευυπόληπτη γυναίκα» ή σε «Μια επονείδιστη σχέση», πώς έρχεται Το «διαζύγιο της μαντάμ Σελεστέν», και πως εννοεί η συγγραφέας το «Μετάνιωμα» και την «Καταιγίδα». Η έκδοση περιλαμβάνει εισαγωγικό σημείωμα, σημειώσεις και επίμετρο της μεταφράστριας, καθώς και εργοβιογραφία της συγγραφέως, τα τέσσερα εξώφυλλα των πρώτων εκδόσεων, πηγές και βιβλιογραφία. Εκτός από τα κείμενα το σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα μας αποκαλύπτει πως η Σοπέν [1850 – 1904] υπήρξε πράγματι μια πρωτοπόρος γυναίκα συγγραφέας· άλλωστε το μυθιστόρημά της Η αφύπνιση, η ηρωίδα του οποίου ανάμεσα στην επιθυμία της για ελευθερία και στην ευθύνη της απέναντι στα παιδιά της επιλέγει την αυτοκτονία, είχε διχάσει τους κριτικούς, που την εγκωμίασαν για το απαράμιλλο ύφος της αλλά την κατηγόρησαν για ανηθικότητα. Σήμερα βέβαια το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως Κρεολή Μποβαρύ και τα διηγήματά της θεωρούνται σπουδαία.

Εκδ. Ροές, μετάφραση – επίμετρο: Δέσποινα Σαραφίδου, σελ. 141.

Στις εικόνες: η συγγραφέας σε δυο ηλικίες και εικονογραφήσεις από τα αναφερόμενα έργα της.

29
Ιαν.
17

Patricia Highsmith – Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών

p-h-0

Οι ένοχοι που πάντα την γλιτώνουν

Αναρωτιέμαι από πού πρέπει κανείς να ξεκινήσει για να μυηθεί στον συναρπαστικό κόσμο της Χάισμιθ. Θα μπορούσε να δοκιμάσει μια φιλία με τον πρωτοφανή, αδιανόητο μέχρι τότε Τομ Ρίπλεϋ, που μας έμαθε όχι απλώς να αποδεχόμαστε το ατιμώρητο του παραβάτη αλλά και να συμπάσχουμε μαζί του, αν όχι να τον συμπαθούμε. Ταλαντούχος, κάτω απ’ το χώμα, σε βαθιά νερά ή όπως αλλιώς και να έπαιζε, για να συμπυκνώσω τις τέσσερις ιδιότητες που τιτλοφορούν τα ισάριθμα βιβλία που εκδόθηκαν στα ελληνικά από τις ίδιες εκδόσεις, ο Ρίπλεϋ είναι σίγουρα το πρόπλασμα για τους χαρακτήρες και αυτής της συλλογής.

Θα μπορούσε βέβαια ο υποψήφιος χαϊσμιθικός ακόλουθος να ξεκινήσει από παλαιότερες έξοχες ιστορίες εκδίκησης, όπως Το εγχειρίδιο κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους ή οι Ιστορίες για μισογύνηδες. Και παρά το ανορθόδοξο για ανάλογες μυήσεις θα πρότεινα ακόμα και την συναρπαστική της βιογραφία (βλ. εδώ). Αν πάλι, χωρίς να αποκλείονται και τα υπόλοιπα αστυνομικά της μυθιστορήματα, στα οποία έδωσε εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στο είδος, επιθυμεί κανείς για δει πώς χειρίζεται η υποχθόνια πένα της μια απόλυτα σύγχρονη κοινωνική και πολιτική θεματολογία δεν έχει παρά να ξεκινήσει μ’ αυτή την συλλογή: τραγικά επίκαιρη (ενώ μετρά ήδη τριάντα χρόνια), σκληρά πολιτική και απολύτως αληθινή – ούτε αληθοφανής, ούτε πειστική, μα αληθινή, διαρκώς επιβεβαιωμένη από όσους ενημερώνονται για όσα συμβαίνουν στον κόσμο.

p-h-1-1930

Το μυστηριώδες νεκροταφείο που βρίσκεται στα περίχωρα μιας μικρής αυστριακής πόλης φιλοξενεί τα λείψανα απόρων γίνεται διάσημο εξαιτίας παράξενων εξαμβλωμάτων που ξεπροβάλλουν απόκοσμα από την επιφάνεια του εδάφους, φτάνοντας μέχρι και τα δύο μέτρα. Το νεκροταφείο βρίσκεται δίπλα στο Κρατικό Νοσοκομείο αρ. 36, ένα ούτως ή άλλως θλιβερό μέρος, στον τελευταίο όροφο του οποίου γίνονται πειράματα σε ασθενείς με καταληκτικό καρκίνο. Καθώς οι γιατροί επιθυμούν να μάθουν περισσότερα για τους δείκτες και τις αιτίες της εξάπλωσης της ασθένειας, τα πειράματα δεν διεξάγονται πάντα σε ζωντανούς ανθρώπους αλλά σε όργανα ή μάζα ιστού που τροφοδοτούνται από μια μικρή αντλία με αίμα.

Βλέπετε, η συγγραφέας δεν αγωνιά να κρατήσει το μυστήριο για αργότερα: από μόνη της η εφιαλτική πραγματικότητα έρχεται και θρονιάζεται μόλις στην τρίτη σελίδα του διηγήματος. Άλλωστε η άλλη όψη του μυστηρίου είναι ο ίδιος ο εφιάλτης. Η αποκομιδή των τελικά ανεπιθύμητων υπολειμμάτων γίνεται στο υπόγειο φούρνο του νοσοκομείου ενώ τα σώματα μεταφέρονται μέσω ενός μεγάλου παλιού ανελκυστήρα στο γειτονικό νεκροταφείο. Ο νεαρός φοιτητής Οκτάβιαν ανακαλύπτει έκπληκτος τους όγκους και πηγαίνει στο μέρος την σύντροφό του Μαριάνε η οποία παρατηρεί πως μεγαλώνουν ακόμα κι εκείνη την στιγμή· μαζί αποφασίζουν να δράσουν.

p-h-4

Ο θάνατος των ασθενών δεν σήμαινε και το τέλος του καρκίνου. Η σιωπή των Αρχών, ο πανικός των ασθενών, ο θάνατος του επιστάτη του νεκροταφείου, η μεταφορά των εκβλαστημάτων σε άλλο χώρο, η ανησυχία των περίοικων, τα εφιαλτικά σκίτσα των καλλιτεχνών, το μοίρασμα άρα η συρρίκνωση των ευθυνών, η τουριστική αξιοποίηση του νεκροταφείου, συναπαρτίζουν όλα μια ακριβή παράλογη όψη της σημερινής πραγματικότητας.

Το θέμα της παρένθετης μητρότητας αποτελεί το αντικείμενο της διαμάχης δυο κόσμων στο διήγημα «Νοίκιασε μια Μήτρα» εναντίον Κραταιάς Δεξιάς. Η Αλίσια Νιούτον και ο σύντροφός της γιατρός κρίνουν απολύτως φυσιολογική την σύγχρονη εξέλιξη ενώ οι συντηρητικές εκκλησίες του Μηντσβιλ που είναι περισσότερες από τα σχολεία συμβαδίζουν με την τηλεοπτική και ραδιοφωνική προπαγάνδα της Κραταιάς Δεξιάς. Ο Αιδεσιμότατος Μπέρντσχωλ διαθέτει δικούς τους σταθμούς και εκδοτικοί οίκο ενώ τυπώνει φονταμενταλιστικά περιοδικά. Ο μεσίτης πατέρας της πρέπει να τα έχει καλά με όλους, το ίδιο και η μητέρα της που δραστηριοποιείται στις τοπικές φιλανθρωπικές οργανώσεις.

p-h-2

Όταν εκείνη λαμβάνει ένα γράμμα από μια παλιά της φίλη που της γράφει πως απολύθηκε από την δουλειά της όταν ανακάλυψαν πως υπήρξε κάποτε παρένθετη μητέρα. Στο ίδιο γράμμα απορεί «γιατί δεν επιτίθεται η Κραταιά Δεξιά στην πορνεία που διαδίδει το AIDS αντί να τα βάζει με τις υγιέστερες νεαρές γυναίκες της χώρας». Της γνωστοποιεί ότι οι κρατούντες προσπαθούν να τους μειώσουν την αμοιβή ενώ τις στιγματίζουν σαν «φιλοχρήματες τσούλες» ή σαν «πληρωμένες σκλάβες πλουσίων γυναικών που βαριούνται να κυοφορήσουν τα παιδιά τους». Κάπως έτσι δημιουργείται η ένωση «Νοίκιασε μια μήτρα» που αποτελεί την έσχατη αφορμή για την σύγκρουση δυο κόσμων· από την μία εκείνοι που τονίζουν ότι τα γυναικεία σώματα δεν είναι εργοστάσια που παράγουν παιδιά και ότι η επέμβαση στον τρόπο του Θεού στην σύλληψη αποτελεί ιεροσυλία και από την άλλη ένας μεγάλος αριθμός ευτυχισμένων οικογενειών και μια αυτονόητη, ορθολογική και επιστημονική λύση ενός προαιώνιου προβλήματος. Το κείμενο μοιάζει περισσότερο με συμπυκνωμένη μορφή της διαμάχης που ήδη προκαλεί τριγμούς σε όλες τις κοινωνίες

p-h-3

Στο κείμενο Γλυκιά ελευθερία! Και ένα πικ – νικ στο γρασίδι του Λευκού Οίκου είναι η σειρά των αστέγων να τεθούν στη μέση δυο παρατάξεων. Είναι πλέον τόσοι πολλοί, όπως αναφέρει ένας τυχαίος, και όλοι επιμένουν να έρχονται στη Νέα Υόρκη! Πράγματι, οι άστεγοι συρρέουν προς τις μεγάλες πόλεις για να είναι ανώνυμοι, να κοιμούνται σε εισόδους κτιρίων και να βρίσκουν στο πεζοδρόμιο μια σχάρα με ζεστό αέρα, ακόμα και κάποια υπνωτήρια. Από πού ξεφυτρώνουν; Πολλοί έχουν αποδράσει από ψυχιατρικά ιδρύματα ή απλώς βγήκαν για φάρμακα και χάθηκαν· άλλοι είναι απόκληροι κανονικών οικογενειών.

Όταν κάποια τυπικά κρατικά και ημικρατικά ιδρύματα της χώρας αδυνατούν να τους κρατήσουν, η πολιτεία δίνει μια ντιρεκτίβα για την απόλυση όσων τροφίμων δεν θεωρούνταν βίαιοι. Ελευθερώνονται μάλιστα σταδιακά, ώστε μην δημιουργηθεί η εντύπωση πως είναι ξαφνικά ανεπιθύμητοι και ένας ένας, ώστε να μην γίνει έντονα αντιληπτό. Οι φυλακές ακολουθούν το ίδιο παράδειγμα: οι γερασμένοι βιαστές, οι παραστρατημένοι ληστές της μιας φοράς, οι δολοφόνοι με χαμηλό δείκτη ευφυΐας που όμως καλλιέργησαν κάποιες δεξιότητες, όλοι αφήνονται ελεύθεροι. Τα περιστατικά που ακολουθούν είναι σπαρταριστά μέσα στην τραγικότητά τους: άλλοι επιστρέφουν και απαιτούν την παλιά τους δουλειά τους, άλλοι υποτροπιάζουν,

by Francis Goodman, 2 1/4 inch square film negative, June 1957

Τα εμπορικά κέντρα και τα πάρκινγκ γεμίζουν από κοιμισμένους σε διάφορες στάσεις  και από παρέες που παίζουν χαρτιά υπό το φως των φακών. Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ αναγνωρίζει την επιθυμία μερικών ανθρώπων να κοιμούνται έξω οργισμένοι κάτοικοι σκέφτονται να του δώσουν ένα μάθημα: να τους στείλουν όλους στο γρασίδι του Λευκού Οίκου. Αμέσως πολλοί οργανισμοί λεωφορείων προθυμοποιούνται να τους μεταφέρουν δωρεάν. Οι πράσινες εκτάσεις πέριξ του προεδρικού μεγάρου φιλοξενούν πλέον άλλη μια θεαματική σύγκρουση ιδεών, θεσμών και φυσικά κεφαλιών.

Η Επιχείρηση Βάλσαμο ή Μη-μου-άπτου συνίσταται στην ιδέα να ταφούν πυρηνικά απόβλητα μέσα σε μολύβδινα κοντέινερ κάτω από ένα ποδοσφαιρικό στάδιο σε ένα πανεπιστήμιο μιας μεσοδυτικής πολιτείας. Η ίδια η κατασκευή του σταδίου βέβαια θα ρίξει στάχτη στα μάτια της τοπικής κοινωνίας μέχρι την αποκάλυψη μιας ρωγμής στους τσιμεντένιους θαλάμους. Το απολαυστικό Ναμπουτί: Θερμή υποδοχή σε μια επιτροπή του ΟΗΕ μοιάζει πειστικότερο από κάθε σχετικό πολιτικό άρθρο αποκαλύπτοντας τον τρόπο που η στυγνή δικτατορία μιας αφρικανικής χώρας αντιμετωπίζει την μεταποικιακή δυτική αποστολή. Το Πρόβλημα στους Σμαραγδένιους Πύργους είναι η εμφάνιση αμέτρητων κατσαρίδων σε υπερμοντέρνα καλοπληρωμένα διαμερίσματα σε πύργους ογδονταοκτώ ορόφων.

December 1976, Moncourt, France --- American writer Patricia Highsmith at home in the village of Moncourt, near Fontainebleau. --- Image by © Jacques Pavlovsky/Sygma/Corbis SLOWA KLUCZOWE: novelist Patricia Highsmith writer typing domestic scene literary arts senior woman head and shoulders portrait candid prominent persons Caucasian ethnicity cigarette typewriter smoking American Moncourt everyday scene women female adult senior adult North American Moselle Lorraine France Western Europe Europe one person people one

Και στις δέκα συνολικά ιστορίες η εξουσία με οποιαδήποτε μορφή εμφανίζεται ως αναίσθητη, βίαιη και συντριπτική για οποιονδήποτε ανθρώπινο παράγοντα. Όσοι βρίσκονται απέναντί της είτε εκμηδενίζονται είτε δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να να την αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο. Η συγγραφέας δεν βιάζεται να ολοκληρώσει τις ιστορίες της. Τις απλώνει σε έκταση, τις αφήνει να αναδείξουν όλες τις πτυχές τους. Όσοι περιμένουν κορυφώσεις και ανατροπές στο τέλος, θα απογοητευτούν. Δεν υπάρχει φυσικά ούτε λύτρωση των ανθρώπων ούτε λύση των προβλημάτων. Οι τραγικές κορυφώσεις και οι συνακόλουθες πτώσεις υπάρχουν μέσα στην ίδια την ιστορία και η τελευταία λέξη βρίσκει τους πάντες πολύ μακριά από εκεί που τους βρήκε η πρώτη.

Εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Αποστολίδης, σελ. 357 [Tales of Natural and Unnatural Catatrophes, 1987].

Δημοσίευση και σε Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 212, υπό τον τίτλο No sleep till Highsmith, παρμένο φυσικά το αξέχαστο live των Motorhead με εκείνο τον τίτλο.

13
Νοέ.
16

Σαμ Σέπαρντ – Χρονικά των μοτέλ

cover

Το πρώτο βιβλίο που διάβασα στα είκοσι δυο δύσκολα μερόνυχτα που έμεινε δίπλα της στο νοσοκομείο φέτος από τα τέλη Σεπτεμβρίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου ήταν το πρώτο που άρπαξα από την βιβλιοθήκη προτού φύγω· ελαφρύ για να το έχω παντού μαζί μου, ταξιδευτικό για να με παίρνει παντού μαζί του. Δεν με πρόδωσε, το μετέφερα και με μετέφερε και του οφείλω περιπλανήσεις ακριβώς σε στιγμές που τις χρειαζόμουν όσο ποτέ. Το είχα πρωτοδιαβάσει στην Θεσσαλονίκη, τέσσερα χρόνια μετά την έκδοσή του (1982, 1988), στο λεωφορείο για τα Χίλια Δέντρα, αλλά σύντομα το δάνεισα σε μη αναγνώστρια γνωστή μου, άρα ήταν θέμα χρόνου να το χάσει. Το ξαναβρήκα φέτος σε μεταχειρισμένα και, καθότι εδώ και καιρό εξαντλημένο, θα ήθελα να σφίξω τα χέρια που το έφεραν ως τα δικά μου.

Πρόκειται για την απόλυτη συλλογή μικρών κειμένων μεγάλων περιπλάνησεων. Αυτό ίσως είναι το θρυμματισμένο On the Road μιας άλλης γενιάς, που δεν περίμενε να βρει θαύματα στον δρόμο, παρά να μετακινείται επειδή πάντα έφευγε από κάπου και αναζητούσε να βρεθεί κάπου αλλού. Εδώ είναι λες και ο θεατρικός συγγραφέας, κινηματογραφικός σεναριογράφος και ηθοποιός Σαμ Σέπαρντ δοκίμασε να γίνει λογοτέχνης, εκτός αν ήταν εξαρχής λογοτέχνης και επιχειρούσε όλα τα υπόλοιπα προσπαθώντας να κρατηθεί ζωντανός μέσα στο αναβράζον πνεύμα του.

sam-sephard-3

Τα αφηγήματά του είναι (συνήθως) πεζά αλλά και ποιήματα, κρατούν μισή, μια, δυο, τρεις ή σπανιότερα περισσότερες σελίδες και δεν έχουν τίτλο παρά μόνο με αναφορά στο τέλος του τόπου και της ημερομηνίας της γραφής (π.χ. 3/79, Σάινερ, Τέξας). Το τέλος τους είναι ανύπαρκτο (ή κάποτε ξαφνικό), ανοιχτό, κι έτσι μοιάζουν με ψήγματα μιας διαρκούς ροής όπου η μετακίνηση και η στασιμότητα μοιάζουν συνεχή εναλλασσόμενα ρεύματα. Ευνόητα οι γραμμές του αντιστοιχούν σε απόλυτες κινηματογραφικές σκηνές, το γράψιμο είναι απλό και τραχύ, ο απόλυτος πεζός και ενίοτε βρώμικος ρεαλισμός. Σεπαρντίνες χωρίς κομφετί. Οι φωτογραφίες του αιώνιου φίλου και συνταξιδευτή Johnny Dark βρίσκουν την πιο ταιριαστή τους θέση ανάμεσα στις σελίδες.

Κάποτε στο Σαν Μπερναντίνο εγώ κι ο Τιμ Φορντ κλέψαμε ένα αμάξι. Μια από κείνες τις παλιές Ώστιν Χήλευ με την κόκκινη πέτσινη κουκούλα. Την βρήκαμε παρκαρισμένη πίσω από μια καντίνα… Η αφετηρία της δρομίσιας λογοτεχνίας προκαλεί πάντα την ίδια ανυπομονησία για την συνέχεια. Όπως εδώ, όπου η αρχική επιθυμία των δυο φίλων να κάνουν μια απλή βόλτα και να την παρατήσουν στην άλλη άκρη της πόλης αντικαταστάθηκε με την ιδέα της φυγής στο Μεξικό. Κι εκείνη την κούρσα την πάρκαραν έξω από το τζάμι των εστιατορίων στις εθνικές οδούς γιατί δεν χόρταιναν να την βλέπουν και την αγάπησαν σαν να ήταν πραγματικοί της ιδιοκτήτες.

sam-sephard

Αλλού ακολουθούμε έναν άντρα σε μια επαναλαμβανόμενη διαδρομή από το μοτέλ του μέχρι την αίθουσα αναμονής για να δει αν ήρθε κάποιο γράμμα, να διασχίζει σπίτια που μοιάζουν να χτίστηκαν σε λάθος μέρος, να συναντά ανθρώπους που φλυαρούν σα να προσπαθούν περισσότερο να πείσουν τον εαυτό τους παρά τον συνομιλητή τους και να φτάνει σε μια περιοχή γεμάτη τροχόσπιτα, όπου γυρίζεται μια ταινία όπου συμμετέχει ο ίδιος. Η στολή του, «μια ευτελής παραλλαγή του εαυτού του, ίσως καθαρότερη»· ο φόβος του, μήπως ο ρόλος του είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Κάποιος άλλος επιχειρεί να κλέψει μια εντελώς ασήμαντη αφίσα με μια μοναχική πεσμένη λεύκα έξω από το ξενοδοχείο στην οδό Σάνσετ αλλά συλλαμβάνεται και ομολογεί πως του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα, πως έβλεπε τον εαυτό του μέσα στην εικόνα, ξαπλωμένο ανάσκελα κάτω από την λεύκα, πως αναγνώρισε ένα πραγματικό δέντρο της παιδικής του ηλικίας, πως είχε την ελπίδα ότι η φωτογραφία θα τα ξαναζωντάνευε όλα.

motel-1

Σ’ ένα πραγματικά αξιομνημόνευτο κείμενο που αποτελεί ύμνο στα τραίνα (ο συγγραφέας μας διαβεβαιώνει ότι ευχαρίστως θα ζούσε μέσα σε ένα τραίνο αν κάποιος του έδινε ένα) αλλά και στους σιδηροδρομικούς έρωτες – έστω και εκείνους που δεν προλαβαίνουν να κινηθούν, ο αφηγητής γοητεύεται από ένα κορίτσι που μοιάζει με την Tuesday Weld την οποία κάποτε είχε ερωτευτεί σ’ ένα τηλεοπτικό σώου. Στο Σωλτ Λαίηκ το κορίτσι κατεβαίνει κι εκείνος έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να την κρατήσει. Μπορεί να ακούει ακόμα τα βήματά της στο αμμοχάλικο αλλά εκείνη έχει ήδη φύγει και δεν του μένει παρά να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι το Μιζούρι, για να πάρει λεωφορείο ως το Σικάγο κι ύστερα ωτοστόπ μέχρι το επαρχιακό αγρόκτημα του παππού του, που ζει μπροστά σε μια τηλεόραση.

Άλλοι ήρωες του Σέπαρντ: ένας υπνοβάτης, ένας κιθαρίστας που αισθάνεται συγγένεια όχι τόσο με την μουσική όσο με την φωνή του ραδιοφώνου και την μετάδοση της ψευδαίσθησης της ανθρώπινης παρουσίας, ένας πατέρας που ζει μονάχος μες στην έρημο επειδή δεν τα βρίσκει με τους ανθρώπους αλλά με έναν δίσκο με τις πρώτες εκτελέσεις του Αλ Τζόνσον και την φωτογραφία μιας Σπανιόλας πάνω από τον νεροχύτη, ένας μεθυσμένος έτοιμος για άσκηση οικιακής βίας στην γυναίκα του, άλλοι περιπλανώμενοι γύρω από την έρημο Μοχάβε (ο μεταφραστής επιμένει να την γράφει Μοζάβε), αναζητώντας έναν λυτρωτικό τερματισμό.

tumblr_mxpovtq4ic1spdabbo1_1280_

Στα δυο μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα ο Σέπαρντ θαυματουργεί, όπως άλλωστε το έχουμε διαπιστώσει σε άλλες, πιο «ορθόδοξες» συλλογές διηγημάτων. Στο πρώτο, γραμμένο σε τέσσερις μέρες του 1982, δυο άντρες και δυο γυναίκες βρίσκονται πάνω στον Αυτοκινητόδρομο 40 και μέσα στην χαύνωση της οδήγησης αρχίζουν «σαν υπνωτισμένοι να διηγούνται ιστορίες, μπλέκοντας παρελθόν στην τύχη». Καταληκτήρια αφορμή του ταξιδιού είναι η επίσκεψη στον πατέρα του ενός άντρα.

Κάποτε φτάνουν και βλέπουν τον γέρο μ’ ένα ψάθινο καπέλο κατεβασμένο μέχρι τα μάτια να χτυπάει τα πλήκτρα ενός πιάνο μ’ έναν μαύρο ανεμιστήρα πάνω. Βλέπετε, δεν είναι όλοι οι Σεπαρντίνοι χαρακτήρες διαρκώς κινούμενοι. Οι μισοί έχουν παγιδευτεί σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα δωμάτιο, την ίδια στιγμή που κάποιοι από τους άλλους μισούς αναζητούν κάτι αντίστοιχο να καταλήξουν ή να επιστρέψουν.

sam-sephard-2

Αυτό το βράδυ αποδιώχνω τους πάντες. Όλη τη μέρα αυτό έκανα αλλά τώρα που νυχτώνει είμαι ιδιαίτερα εμπαθής. Έχω στρατοπεδεύσει δίπλα στο αγαπημένο μου παράθυρο και καμία ποσότητα ήχων φυσαρμόνικας, πιάτων, γέλιου ή φωνών από τα άλλα δωμάτια βαθειά μέσα σ’ αυτό το σπίτι δεν μπορεί να με πείσει να βγω από το καβούκι μου. Ό,τι πραγματικά λαχταράω είναι το φως που λιγοστεύει. Να περνούν αυτοκίνητα με αναμμένους προβολείς. Κουκουβάγιες που ερευνούν τα χωράφια. Αμελητέες αχτίνες φωτός που χάνονται αργά καθώς καταφθάνει η πραγματική μαύρη νύχτα. [σ. 96]

Στο δεύτερο και συγκλονιστικότερο κείμενο ο αφηγητής με άλλα δύο πρόσωπα διασταυρώνεται με ένα ασθενοφόρο για να διαπιστώσει σύντομα ότι μέσα του βρίσκεται εκείνη – μητέρα; συγγενής; Το Σίτυ Χόσπιταλ αποκάλυπτε το πρόσωπο της πόλης με τον πιο άμεσο τρόπο. Εκεί, «μια μέρα δεν είναι παρά ακόμα μια μέρα που πρέπει κανείς να υπομείνει ως την επόμενη μέρα». Σε όσους βρίσκονται μέσα, φαίνεται εξωπραγματικό ότι στους γύρω δρόμους η ζωή κυλούσε με τον συνηθισμένο ρυθμό. Οι γιατροί: ύστερα από τόσες σπουδές και εγχειρήσεις, δεν τους μένει παρά μονάχα η διαίσθησή τους. Οι ανάσες των ασθενών ακούγονται σαν επιθανάτιοι ρόγχοι. Το νυχτερινό αεράκι που χαϊδεύει τις κουρτίνες μοιάζει με μια παράδοξη ελεύθερη είσοδο του έξω κόσμου σ’ αυτόν τον αποστειρωμένο χώρο. Η ασθένεια, το νοσοκομείο, οι γιατροί, ο ασθενής, ο φόβος. Όλοι όσοι έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις εδώ ταυτιζόμαστε με έναν τρόπο που μόνο η λογοτεχνία καταφέρνει.

Εκδ. Επιλογή, 1986, μτφ. Γιάννης Αβραμίδης, 122 σελ. [Sam Shepard, Motel Chronicles, 1982].

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 210, εδώ, με τίτλο Α house is a motel, μια αντιστροφή εκείνου του τραγουδιού.

20
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Οι αλήτες του Ντάρμα

Kerouac cover

Ξέρεις, όταν ήμουν μικρό παιδί στο Όρεγκον, δεν ένιωθα καθόλου αμερικάνος με όλα αυτά τα ιδεώδη των προαστίων, τη σεξουαλική καταπίεση, τη γενική πληκτική γκρίζα λογοκρισία όλων των αληθινά ανθρώπινων αξιών δια μέσου του τύπου αλλά και αφού ανακάλυψα το Βουδισμό και όλα τα παρόμοια, ξαφνικά ένιωσα ότι είχα ζήσει μια προηγούμενη ζωή αμέτρητα χρόνια πριν και τώρα εξαιτίας λαθών και παραπτωμάτων εκείνης της ζωής, είχα υποβιβαστεί σε ένα πιο οδυνηρό επίπεδο ύπαρξης και το κάρμα μου ήταν να γεννηθώ στην Αμερική, όπου κανένας δε διασκεδάζει ή δεν πιστεύει σε κάτι, κυρίως στην ελευθερία… [σ. 49]

«Καταμεσήμερο μιας μέρας, στα τέλη Σεπτέμβρη του ’55, πήδηξα σ’ ένα εμπορικό τρένο έξω από το Λος Άντζελες, κατευθύνθηκα στην πλατφόρμα του, ξάπλωσα σταυροπόδι με τον πάνινο σάκο μου προσκεφάλι, παρατηρώντας τα σύννεφα, καθώς τσουλούσαμε βόρεια για τη Σάντα Μπάρμπαρα…», άλλη μια ιδανική αρχή ενός βιβλίου περιπλάνησης, ενός ακόμα βιβλίου του Τζακ Κέρουακ, που δεν σταματούσε να γράφει χιλιόμετρα λέξεων, για να παραβγεί τα μίλια των διαδρομών που διάνυσε πάντα ανήσυχος και αεικίνητος.

Kerouac

Είναι θέμα χρόνου ένας ακόμα λαθρεπιβάτης να πηδήξει κι ένας αλήτης κι ο καθένας να πιάσει την γωνιά του. Ο συγγραφέας του προσφέρει το γεύμα του αλλά ήδη μας εξομολογείται μια μεγάλη του αλλαγή. Κάποτε πίστευε πραγματικά στην σημασία της ελεημοσύνης, της ουδέτερης ηρεμίας και της σοφίας· ήταν ένας «παλιομοδίτης ερημίτης με μοντέρνα ρούχα» που γύριζε τον κόσμο, ή έστω το τρίγωνο Νέα Υόρκη – Σαν Φραντσίσκο – Μέξικο Σίτι, για να βάλει σε κίνηση το Ντάρμα ή ό,τι περιλάμβανε ο βουδιστικός αυτός όρος για την σοφία και την αλήθεια. Μα τώρα είναι κουρασμένος και κυνικός, τώρα αισθάνεται γέρος και ουδέτερος· κι αυτό θα είναι το πρώτο δίπολο του βιβλίου: ένας διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή των αξιών που κίνησαν την ζωή του και στην απομυθοποίησή τους.

– Πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήσουνα σπίτι σου; – Νομίζω πιο πολλά απ’ όσα νοιάζομαι να μετρήσω. Σε μια από τις ελάχιστες στιχομυθίες τους επιβιώνει το πνεύμα της περιπλάνησης κι όταν σύντομα πηδάει από το τραίνο, τον περιμένει η πρώτη του νύχτα στην παραλία, «μια από τις πιο ευχάριστες νύχτες της ζωής του», «ολομόναχος και ελεύθερος στην απαλή άμμο κοντά στον αναστεναγμό της θάλασσας». Είναι ο ίδιος ενθουσιασμός που τον συντροφεύει στο Μπέρκλεϊ, όπου συγκατοικεί σε μια μικρή καλύβα του στην πίσω αυλή ενός μεγαλύτερου σπιτιού  [με τον Άλβα Γκόλντμπουκ, δηλαδή τον Άλεν Γκίνσμπεργκ], κοιμάται ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων, από Κάτουλο μέχρι Πάουντ και χαίρεται τις δροσερές αστροφώτιστες οκτωβριάτικες νύχτες της Καλιφόρνια, τις ασυναγώνιστες σε όλο τον κόσμο.

jack-kerouac-chris-kruse

Οι αλήτες του Ντάρμα είναι ένα ακόμα ημιαυτοβιογραφικό γραπτό, βασισμένο σε γεγονότα που συνέβησαν μετά τα γεγονότα του On the Road, και αυτό με αφηγητή μια πλευρά του συγγραφέα, που βαφτίζεται Ray Smith, ενώ ο έτερος βασικός χαρακτήρας, του Japhy Ryder, είναι βασισμένος στον συγγραφέα Gary Snyder. Και σύμφωνα με τον Σμιθ, ο αυθεντικός αλήτης Ντάρμα είναι ο Ράιντερ, που έχει βούτηξει στα κείμενα της ινδιάνικης μυθολογίας και στις ανατολικές σπουδές, έχει ανακαλύψει τους Παράφρονες Ζεν της Κίνας και της Ιαπωνίας και τώρα πάει να τα κάνει όλα πράξη· αυτός υπήρξε άλλωστε μια βασική επιρροή του Κέρουακ προς μια ζωή απλούστερη, σχεδόν απογυμνωμένη από όλα τα περιττά.

dharma-bums-cover_

Στις ατέλειωτες συζητήσεις τους δυσπιστούν σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή κοινωνικό σύστημα που περιφρονεί το σεξ, συνεπώς είναι θέμα χρόνου να βρεθεί στον δρόμο τους ένα ξανθό κορίτσι με λαστιχένιες μπότες και θιβετιανό πανωφόρι που τους ζητάει να έρθει μαζί τους. Η σύντροφος πριγκίπισσα βιώνει ελεύθερα την λαγνεία της συμβιώνοντας με τον Ράιντερ, για να ψελλίσει ο συγγραφέας το περίφημο τα όμορφα κορίτσια φτιάχνουν τάφους. Αλλά οι φίλοι βιώνουν μια δυαδικότητα εκκωφαντική σε θόρυβο και σιωπή αντίστοιχα: αφενός μοιράζονται μια ξεσαλωμένη αστική ζωή, αναζητώντας την ουσία στις ουσίες και βουδιστικές «ταξιδευτικές» τελετές, την ζωντανή ζωή σε ατέλειωτα μεθυσμένα πάρτι και τζαζ κλαμπ, την περιπλάνηση στα τυχαία ωτοστόπ, την φύση στην ορειβασία· αφετέρου εμμένουν σε μια βαθιά, συχνά απεγνωσμένη αναζήτηση στα εσώτερα, ώστε να δοθεί ένα νόημα στις εμπειρίες, ένα περιεχόμενο σε όλα αυτά.

jack2_

Για άλλη μια φορά ο Κέρουακ, για πολλούς υπερεκτιμημένος, για άλλους τόσους υποτιμημένος, γράφει με την γνώριμη αυθόρμητη και κουβεντιαστή γλώσσα του, που όμως είχε εμπνευστεί από τους συλλαβισμούς και τα λαρυγγίσματα της τζαζ και τους υπόκωφους ρυθμούς της αναπνοής, δημιουργώντας μια γραμμένη μποπ προσωδία. Και γράφει πάντα για την ζωή του, εκφράζοντας το άρρηκτο δέσιμο του συγγραφέα με το έργο του. Περιγράφει σιωπές και συζητήσεις, συντροφιές με πολλούς φίλους και συγγραφείς (στους οποίους δίνει ψευδώνυμα αλλά οι σχετικοί κατάλογοι αντιστοιχιών βρίσκονται παντού στο διαδίκτυο), διαλογισμούς και παραισθήσεις.

Kerouac 2

Το Dharma Bums υπήρξε ένα από τα βιβλία που επηρέασαν ιδιαίτερα το ψυχεδελικό και χίπικο κίνημα, αποτελώντας  ένα από τα γραπτά του σημεία αναφοράς. Ο αφηγητής έχει εξαρχής απορρίψει τις απάτες του Αμερικανικού Ονείρου,  αδυνατεί να γίνει κατανοητός από την οικογένειά του, κρίνεται ως άεργος και ανερμάτιστος, επιστρέφει στην διπλή ζωή της αναζήτησης αλλά κουράζεται κι από τις συνεχείς έξαλλες συνευρέσεις των διασκεδαστών στις ερημιτικές καλύβες. Στο τέλος ορειβατεί στα βουνά της Καλιφόρνια, τάσσεται προστάτης της φύσης, ξεκινάει ένα ακόμα ταξίδι ή απλώς συνεχίζει εκείνο που δεν τελείωσε ποτέ. Το πνεύμα της περιπλάνησης παραμένει ζωντανό ακριβώς σε τέτοιες σελίδες, παρά τις κορυφές που παραμένουν μακρινές, όπως περιέγραψε σε δυο από τις συμπάσχουσες φράσεις του: Finding Nirvana is like locating silence. Κι ακόμα, One day I will find the right words, and they will be simple.

Dharma Bum

Εκδ. Αίολος, Β΄ έκδ. 2002 [Α΄ έκδ: 1986], εισαγωγή – μετάφραση Εύη Παπά, σελ. 286 [Jack Keruac, The Dharma Bums, 1958]

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 209, με τίτλο The house that Jack Kerouac didn’t built κι έμπνευση (όχι) από εδώ.

12
Ιον.
16

Τζακ Κέρουακ – Μπιγκ Σερ

Big Sur

Έξω από τον δρόμο

Κι όμως μερικές φορές υπάρχει κάποιο απαίσιο παρανοϊκό στοιχείο στον οργασμό που απελευθερώνει έξαφνα όχι γλυκιά τρυφερή συμπόνια μα κάποιο συμβολικό φαρμάκι που σκίζει το κορμί στα δυο – ….[σ. 227]

Θυμόμαστε τον Κέρουακ Στον Δρόμο, πάντα πιστοί στην εικόνα που θέλουμε να διατηρούμε για τον εκάστοτε μυθοποιημένο συγγραφέα. Αλλά τι συνέβη όταν κάποτε οι λογαριασμοί του με τις αχανείς διαδρομές έκλεισαν; Το καλοκαίρι του 1961 επέστρεψε στην Φλόριντα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του και αδιάφορος για την χώρα του και τις όποιες νέες εξερευνήσεις κατέφυγε για άλλη μια φορά στο ποτό. Ούτε το γράψιμο δεν λειτουργούσε, παρά μόνο λίγους μήνες μετά, όταν πήρε μια ποσότητα μπενζεντρίνης και χύμηξε στην γραφομηχανή του· μετά από δέκα μέρες είχε γράψει το Big Sur.

jack kerouac 1

Μετά το On the Road ο συγγραφέας βρέθηκε σε μια δίνη φήμης, προσοχής και φυσικά νέων απαιτήσεων. Επί τρία χρόνια ανεχόταν ατέλειωτα τηλεφωνήματα, αλληλογραφία, επισκέπτες, δημοσιογράφους, εφήβους που πηδούσαν τον φράχτη και πάσης φύσεως αδιάκριτους και αισθανόταν «περικυκλωμένος κι εκμηδενισμένος» – έπρεπε να φύγω να βρεθώ ξανά στη μοναξιά μου ή να πεθάνω. Αυτά γράφει ο Jack Duluoz αφηγητής και προφανές alter ego του, ένας δημοφιλής, «επιτυχημένος» συγγραφέας. Κι έρχεται ο φίλος του Λορένζο Μονσάντο (που δεν είναι άλλος από τον Λώρενς Φερλινγκέτι) που διατηρούσε μια καλύβα στα δάση του Μπιγκ Σερ, να του δώσει μια έσχατη δυνατότητα διαφυγής: να φύγει κρυφά με το αυτοκίνητο και να μείνει εκεί μόνος και ανενόχλητος για έξι βδομάδας.

Προς στιγμή το σχέδιο σκαλώνει: καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας παίζουν ένα θλιμμένο ανεμόδαρτο «Καθλίν» στις φτωχογειτονιές ο συγγραφέας εμφανίζεται στο βιβλιοπωλείο του φίλου του στο City Lights όπου τον αναγνώρισαν οι πάντες και τελικά άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα διάσημα μπαρ και να κερνάει ποτά όλον τον κόσμο. Προτού χαραμιστεί οριστικά η μυστική επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο κάποτε καταφέρει να φύγει με το τρένο Καλιφόρνια Ζέφυρος. Και τα τρία μερόνυχτα στο κουπέ είναι ευτυχή: όλα μοιάζουν όλα τόσο εύκολα μετά τα παλιά σκληρά οτοστόπ. Ο ήρωας έχει μεγαλώσει.

jack_kerouac_

Όταν πια μόνος συνεχίζει την πορεία του προς το δάσος του Φρίσκο οι περιγραφές της φύσης και όλων όσων εμπνέει κατακλύζει πολλές από τις επόμενες σελίδες. Κι εδώ υπήρξε η πρώτη επιφύλαξη όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το αν όλες αυτές οι γραμμένες εικόνες είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία, όπως η πρόσφατη απόπειρα του Michael Polish. Οι ενδελεχείς αυτές περιγραφές της φύσης μαρτυρούν την αρχική του ευδαιμονία. Στέκεται έκθαμβος στις εικόνες, καταγράφει τα λόγια της θάλασσας, περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες, τις χαρές και τα προβλήματα του ερημίτη, τις ξεχασμένες τους διαβολικούς θορύβους, το μουσκεμένο σλίπινγκ μπαγκ (συχνά είναι σα να διαβάζεις περιπέτειες κατασκηνωτών), ξαναθυμάται την παιδική ηλικία της απλότητας του να είσαι ευτυχισμένος μες στα δάση «και να μην υποτάσσεσαι στις ιδέες κανενός».

big-sur-film

Χάθηκα όπως τα τελευταία τρία χρόνια απελπισίας όλο μεθύσια, μιας απελπισίας σωματικής πνευματικής και μεταφυσικής που δε σου τη μαθαίνουν στο σχολείο άσχετα με πόσα βιβλία έχεις διαβάσει για τον υπαρξισμό ή τον πεσιμισμό ή πόσες κανάτες Αγιαχουάσκα έχεις πιει που σου δημιουργούν οράματα ή πόσο Μεσκαλίνη έχεις πάρει ή με πόσα Πεγιότ έχεις ζαβλακωθεί. [σ. 19]. Στα νηφάλιά του καθαρίζει το μυαλό του με αρκετή τέτοια ειρωνεία. Αλλά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κέρουακ κι εκείνος δεν ενδιαφερόταν παρά να συνεχίσει να αναλώνεται σε όλα όσα περιείχε ο beat τρόπος ζωής: αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική, σεξ, γράψιμο, με ανακατεμένη την σειρά. Η ζωή του σκοτείνιαζε, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Είναι το ίδιο αλκοόλ που τον ενεργοποιούσε να γράφει πάντα στα όρια μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης, είναι το ίδιο που θα τον σκοτώσει προτού περάσει μια δεκαετία και πριν καν φτάσει στα πενήντα του.

Κάθε πότης ξέρει τη διαδικασία: την πρώτη μέρα που μεθάς δεν τρέχει τίποτα, το επόμενο πρωί ισούται με βαρύ κεφάλι αλλά αυτό το ξεπερνάς εύκολα με μερικά ποτά ακόμα κι ένα γεύμα, αν όμως παραλείψεις το γεύμα και συνεχίζεις με άλλη μια βραδιά μεθύσι και ξαναξυπνήσεις για να συνεχίσεις το φτιάξιμο και να το πας σερί ως την τέταρτη μέρα, θα’ ρθει μια μέρα που τα πιοτά δε θα σε πιάνουν γιατί θα έχεις παραγίνει απ’ τα χημικά και θα πρέπει να κοιμηθείς για να σου περάσει αλλά είναι αδύνατο να κοιμηθείς πια γιατί το αλκοόλ ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοιμηθείς τις τελευταίες πέντε νύχτες, οπότε αρχίζει το παραλήρημα – [σ. 98]

lenore-kandel-in-san-francisco_1967_photograph-by-joe-melena

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραμείνει μόνος. Η φύση μαζί με όσα σε προικίζει σε γεμίζει με μια ατέλειωτη μοναξιά. Η εναλλαγή με την πόλη είναι ένας συνεχής δίδρομος, όπως και η εμπλοκή με μια σειρά χαρακτήρων με τους οποίους προσπαθεί να συνυπάρξει για χάρη όλων όσων προσφέρει η κοινοβιακή ή έστω η κοινοτική ζωή. Πλέκεται με την ερωτικότατη Billie, ερωμένη του Cody Pomeray που δεν είναι άλλος από τον Neal Cassady, συνυπάρχει με τον Irwin Garden που δεν είναι άλλος από τον Alen Ginsberg, τον Jarry Wagner [Gary Snyder], την Eveln [Carolyn Cassady] και την διαισθαντική Româna Swartz, που είναι η beat ποιήτρια Lenore Kandel.

Το γράψιμο συνεχίζει από τον δρόμο του Δρόμου: ελεύθερη φόρμα, ντελιριώδης γραφή, περιγραφή ονείρων και πάσης φύσεως σκέψεων, αυτόματοι μονόλογοι, φιλοσοφίες της στιγμής, φιλοσοφίες μιας ζωής. Είναι μια γραφή εξαντλητική και παραληρηματική, με σελίδες σπινθηροβόλες και σελίδες άχρηστες, με σελίδες αξιοδιάβαστες και σελίδες φλύαρες και βαρετές – τα δυο τελευταία επίθετα αναφέρει ο Γιάννης Τζώρτζης στον πρόλογό του, μιλώντας για έναν συγγραφέα που άλλαξε το πρόσωπο της λογοτεχνίας έστω και μ’ αυτές τις σελίδες, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατόρθωσε να δουλέψει σε βάθος την Τέχνη του, μόνο βυθίστηκε σε μια εγωιστική, μονομανή ανακύκλωση του μύθου του και κατέληξε να γράφει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό, ανίκανος να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία.

portrait_of_jack_kerouac_by_bentjoelker-

Αλλά εκείνο που αναπνέει εδώ είναι μια κυριολεξία του όρου beat, που ως κίνημα σαφώς κατακλύζεται από την παρουσία του Κέρουακ. Είναι η ίδια η ήττα, αναπόσπαστα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη. Αλλά στην άλλη όψη της βρίσκεται απλώς η ίδια η φυσική αποδοχή των πραγμάτων και όχι η αντιδραστικότητα όπως όπως σωστά γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς, το 2008, τότε που συστεγαζόμασταν στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας· ο Κέρουακ δεν υπήρξε ποτέ άγριο τέκνο της αντίδρασης και του περιθωρίου, όσο κι αν θέλουν να τον παρουσιάζουν οι σύγχρονοι θεατές – θαυμαστές – «αναγνώστες» του από τα γυάλινα γραφειάκια τους. Παρομοίως – συνεχίζει ο Λειβαδάς, τα γραπτά του δεν ήταν (ή δεν ήταν κυρίως και αποκλειστικά) λογοτεχνία της «διαφυγής» ή της «περιπλάνησης»· αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία.

Τώρα ο συγγραφέας / αφηγητής βρίσκεται στην χαμηλότερη υποστάθμη, έχοντας πια ξεπεράσει το όριο που τον χώριζε ανάμεσα σ’ εκείνο που ονειρευόταν να γίνει και σ’ αυτό που πλέον αναπόδραστα είναι. Τώρα είναι γυμνός και το παραδέχεται την στιγμή που το αποδέχεται, καθώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με εκείνα που του έδιναν ζωή και έμπνευση – όχι, πρώτα έμπνευση και μετά ζωή – μερικά χρόνια πριν. Τελικά και οι ήρωες μεγαλώνουν, απογοητεύονται, καταρρακώνονται. Όσο βρίσκονται σε κίνηση, όσο υπάρχει ένας έστω και απατηλός προορισμός, πάντα κάτι τους ωθεί για ένα βήμα παραπέρα. Αλλά κάποτε το παραπέρα δεν οδηγεί παρά στα εσώτερα κι εκεί το τέρμα της διαδρομής είναι πιο επίμονο από ποτέ.

old big sur

Αλλά η πιο θαυμάσια μέρα απ’ όλες ήταν τότε που ξέχασα τελείως ποιος ήμουνα που ήμουνα ή ποια ώρα της μέρας ήτανε… [σ. 45]

Εκδ. Αίολος, 2010 [Α΄ έκδ. 1988], μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, πρόλογος Γιάννης Τζώρτζης [Jack Kerouac, Big Sur, 1962]

Στις πρόσθετες εικόνες, η Lenore Kandel και μια στιγμή από την αναφερόμενη ταινία. Ένας άλλος γυρισμός του ταξιδευτή Κέρουακ εδώ.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 208, με τον τίτλο Off the Road.




Νοέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Οκτ.    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Blog Stats

  • 875,664 hits

Αρχείο