Archive for the 'Ταξιδιωτική Λογοτεχνία' Category

29
Αυγ.
17

Μαρία Στεφανοπούλου – Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας

Ιστορία και Βία, Ζωή και Έρωτας: όψεις ιδιαίτερων βιβλίων

Πρόκειται για μια από τις πλέον αξιανάγνωστες συλλογές δοκιμίων που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Είναι τόσο η ίδια η θεματολογία (ο αέναα διαγραφόμενος κύκλος ζωής και θανάτου, ο έρωτας και η πάλη των δυο φύλων, η πολύπαθη σχέση Ανατολής Δύσης,  ή βία και η εκδίκηση σε διαφορετικές ιστορικές καμπές, και όλα κάτω από τον ήλιο και το σκοτάδι της Ιστορίας αλλά την σκέπη της λογοτεχνίας και της μη μυθοπλασίας) όσο και η ενασχόληση με λιγότερο γνωστούς έως άγνωστους στα καθ’ ημάς λογοτέχνες που έχουν καταθέσει περίφημα γραπτά που εδώ πέρασαν απαρατήρητα, όπως άλλωστε και η ίδια αυτή συλλογή.

Πολλά τα ερεθιστικά κεφάλαια, αλλά έσπευσα πρώτα στο κείμενο του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Victor Segalen, από ένα προσωπικό ενδιαφέρον για τον αποκαλούμενο «εξωτισμό» και όλα τα σχετικά συμφραζόμενα. Συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, αρχαιολόγος, γιατρός, ναυτικός, αισθητής, σινολόγος και εθνογράφος, ο Σεγκαλέν ήταν πάνω απ’ όλα ο εμπνευσμένος μοναχικός λογοτέχνης των αρχών του εικοστού αιώνα, ο οποίος έζησε με μοναδικό τρόπο, τόσο μέσα στο έργο του όσο και στην ίδια του τη ζωή, την συγκινησιακή και σταδιακή εσωτερική μεταμόρφωση που προκαλούσε τότε το ταξίδι ενός Ευρωπαίου στις μακρινές χώρες της Ασίας, της Ωκεανίας, της Λατινικής Αμερικής ή της Αφρικής· μια εμπειρία που, από «μακρινό ταξίδι», μετατράπηκε γι’ αυτόν σε «ταξίδι στο βάθος του εαυτού του». Για τον Σεγκαλέν, η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του.

Το εκλεκτικό έργο του για μισό περίπου αιώνα είχε μείνει προσιτό μονάχα στους λίγους και ο «εξωτισμός» και οι πρωτοποριακές του ιδέες άργησαν να εκτιμηθούν, μέχρι που έφτασαν σήμερα να θεωρούνται πρόδρομοι της σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας. Ακόμα και το ίδιο το ημερολόγιο δίνει μιας ψευδή εικόνα του εαυτού μας, γι’ αυτό και κατέστρεψε λίγο πριν πεθάνει εκείνο που κρατούσε επί δεκατέσσερα χρόνια. Σε αντίθεση με το πρότυπό του, τον Πωλ Γκωγκέν, έμεινε ένας παθιασμένος εξερευνητής του αλλού. Είχε το πάθος του στοχαστή που θα εκφραστεί με την δύναμη των λέξεων, μέσα από τις οποίες θα αναζητήσει τα όρια του πραγματικού και του μη πραγματικού. Πίστευε ότι οι λέξεις έχουν μια αξία ανώτερη από τα πράγματα και την αναπαράστασή τους κι ότι χάρη σε αυτές το πλασματικό μεταφέρεται αλάθευτα στον κόσμο του πραγματικού.

Με την διατριβή του στις Νευρώσεις στην σύγχρονη λογοτεχνία ήθελε ακριβώς να επισημάνει πόσο σημαντικό χώρο κάλυπταν οι ψυχικές διαταραχές στην λογοτεχνία του τέλους του 19ου αιώνα και να προσδιορίσει την αξία αυτών των νέων «καλλιτεχνικών υλικών». Ένθερμος υπερασπιστής των συναισθήσεων, αποσαφήνισε ότι πρόκειται για δυναμικά μέσα της τέχνης και επεδίωξε να τις καταχωρίσει στην υγιή όψη του κόσμου, να τις αναδείξει σε θαμαστό μέσο διερεύνησης του αισθητού και του εφήμερου, μέσο επιστροφής στη ζωή και στην απόλαυση.

Ευτυχώς ο Σεγκαλέν δεν έμεινε έγκλειστος των ωραίων ιδεών. Άθεος, εναντίον κάθε μορφής ηθικής, εκλεπτυσμένος αισθητής και ιδανικός νιτσεϊκός επαναστάτης, ήταν έτοιμος να αφιερώσει την ζωή του στην τέχνη και την χαρά της φυσικής απόλαυσης. Έφτασε ως την Ωκεανία όχι για να γράψει «λογοτεχνία των αποικιακών εντυπώσεων»· τον ενδιέφερε όχι η αντίδραση του ταξιδιώτη μπροστά στο ξένο περιβάλλον, αλλά του περιβάλλοντος όταν έρχεται σε επαφή με τον ταξιδιώτη. Κι αν ο εξωτισμός είναι η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης.

Η τριλογία της σιωπής αναφέρεται στην Ingeborg Bachmann, στα έργα της οποίας γινόμαστε μάρτυρες ενός συνειδητού και επώδυνου κατακερματισμού του γυναικείου εγώ, εκείνης της βασανιστικής και ταπεινωτικής απώλειας ταυτότητας, η οποία σηματοδοτεί την ήττα μάλλον παρά την επιβεβαίωση μιας γυναικείας χειραφέτησης. Η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης ήταν και είναι πάντα πολύ πιο σκοτεινή και αδιέξοδη από όσο μας φαινόταν μέσα από τις εξάρσεις του φλογερού φεμινιστικού κινήματος, ενώ τα περίφημα «κατακτημένα» γυναικεία δικαιώματα βιώνονται μάλλον ως τιμωρία και εις βάρος των «χειραφετημένων» γυναικών, παρά σαν ειδυλλιακή επιβράβευση της ισότητας των δυο φύλων.

Το λογοτεχνικό της έργο γεννήθηκε από την οδυνηρή σύγκρουση της λήθης με την μνήμη. Η στιγμή που, σύμφωνα με τα λόγια της κατέστρεψε την παιδική της ηλικία ήταν η εισβολή του χιτλερικού στρατού στην πόλη της. Η προσάρτηση της Αυστρίας στο Τρίτο Ράιχ θα προκαλέσει αργότερα την εξορία της συγγραφέως, που εναντιώνεται στην προδοτική πολιτική της πατρίδας της. Όλη η ντροπή μαζεύεται μέσα μου επειδή κανείς άλλος δεν τη νιώθει, θα πει η ηρωίδα της Φράντσα. Η φράση του Βίτγκενσταϊν πρέπει να αποσιωπήσουμε εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί, σηματοδότησε το τέλος της ποιητικής γραφής και την αρχή μιας δεκάχρονης σιωπής που διέκοπταν σποραδικές δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων. Η σιωπή της δεν ήταν η σιωπή του συγγραφέα αλλά η σιωπή του ποιητή που αδυνατεί να δεχτεί τον εαυτό του έξω από το ιστορικό πλαίσιο που τον προσδιορίζει, γράφει η Στεφανοπούλου.

Η θηλυκότητα των ηρωίδων της, βιωμένη ως έλλειψη, ως απώλεια, ελάττωμα ή  τραύμα μέσα σε έναν προκατασκευασμένο αντρικό κόσμο, άλλοτε ως απόγνωση και συγχρόνως τεράστια ψυχική δύναμη, αποτελεί τη μόνιμη έγνοια της συγγραφέως. Η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας αποτελεί εκείνη τη νέα δυνατότητα η οποία δείχνει, αν όχι τόσο τις λύσεις και τους δρόμους, τουλάχιστον τις σημασίες και μετατρέπει την εμπειρία του κατακερματισμού και της «ήττας» σε αισιόδοξο μήνυμα.

Σαγηνευτική η παρουσίαση του γαλλόφωνου Ελβετού συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν [Denis de Rougemont] με αφορμή τη μελέτη του Οι μύθοι του έρωτα. Ο συγγραφέας υπήρξε διαλλακτικός σύνδεσμος ανάμεσα σε διαφορετικούς πόλους της παρισινής διανόησης και αποτέλεσε επιδραστικό παράδειγμα «στρατευμένου συγγραφέα» με βασική αρχή του να μην ανήκει σε κανένα πολιτικό κόμμα, παράταξη ή ιδεολογία. Καλλιέργησε έναν πνευματικό ρεαλισμό στο πλαίσιο της περσοναλιστικής ανθρωπολογίας, εναντιωνόμενος στον τρόμο της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και ασκώντας εξαρχής κριτική στον ακρωτηριασμένο ρεαλισμό του κομμουνισμού. Με την λήξη του πολέμου ήταν πεπεισμένος για την παταγώδη χρεοκοπία των συγκεντρωτικών κοινωνικών συστημάτων και του κρατικοποιημένου εθνικισμού.

Στο επίκεντρο των γραπτών του βρίσκεται η απόλυτη αξία του προσώπου, είτε πρόκειται για τον έρωτα είτε για την κοινότητα ως μοντέλο κοινωνικού συστήματος, χάρη στο οποίο η κοινότητα των μαζών, που εξουδετερώνει την αξία του ατόμου, χάνει τα αρνητικά της χαρακτηριστικά. Στους μύθους του έρωτα ο Ρουζμόν εξετάζει τον ερωτισμό υπό το φως της θρησκευτικής του καταγωγής και των μεταφυσικών σκοπών του. Ο έρωτας αναδεικνύεται σε πνευματική στάση, σε μια ανώτερου τύπου ζωή, ενώ η σεξουαλικότητα (λέξη που εμφανίζεται στον Κίρκεγκωρ το 1843) παύει να είναι το «ταπεινό ένστικτο» και «στρατεύεται με τους πνευματικούς σκοπούς της ψυχής».

Η Στεφανοπούλου εκκινεί από κάποιο βιβλίο και εμβαθύνει τόσο στην πρόζα όσο και στην ευρύτερη λογοτεχνική φυσιογνωμία του εκάστοτε συγγραφέα. Δυο βιβλία του Adalbert Stifter την οδηγεί στα μονοπάτια μιας συνεχούς επιστροφής μέσα από τον ιδιότυπο μεταρομαντισμό του συγγραφέα· μέσα από τα διηγήματα ανάγνωση του Ίταλο Σβέβο ερευνά τις περιπέτειες της συνείδησης και τον υπαλληλικό βίο στην λογοτεχνία· στα αντίστοιχα του Γκυ ντε Μωπασσάν αναζητά τον αισθησιασμό ενός κλασικού και τον σύγχρονο βίο· σε ολόκληρο το έργο της Ελένης Λαδιά εντοπίζει τον νόστο και την οικουμενικότητα. Το κείμενο για την Claude Pujade-Renault αγγίζει έναν ομηρικό μύθο στον γαλλικό 17ο αιώνα, οι τύχες του Τηλέμαχου ανευρίσκονται στο έργο του Fenelon, μέσα από την  Dacia Maraini μελετάται η γυναικεία συνείδηση και το ιστορικό μυθιστόρημα.

Τα τρία δοκίμια για το θέατρο φέρνουν κοντά δυο τραγωδίες, την ευριπίδεια Άλκηστη και τον σαιξπηρικό Άμλετ,σε μια σπάνια ευκαιρία διαλόγου μεταξύ τους αλλά και με τα έργα Η Μηχανή Άμλετ και Περιγραφή εικόνας του Χάινερ Μύλλερ. Στον αρχαίο μύθο η Άλκηστη δεν έχει πεθάνει αμετάκλητα· ο θάνατος δεν είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο έργο του Μύλλερ, η νεκρή γυναίκα επιστρέφει μοιραία και υποτακτικά στον θύτη της. Η επανάληψη της σεξουαλικής πράξης και του φόνου είναι ένας διαρκής αγώνας, όπου ο θάνατος και η ανάσταση της νεκρής ανακυκλώνονται. Ο μπρεχτικός Μύλλερ αντιλαμβάνεται το θέατρο ως τόπο διαλόγου με την Ιστορία. Άραγε τι συγκρατεί η συνείδηση απ’ όσα βλέπει να συμβαίνουν ξανά και ξανά;

Η βία πάντα παρούσα στην Ιστορία του φασισμού και του πολέμου αναπτύσσεται σε δυο εξίσου σημαντικά κείμενα: «Δεν είμαστε οι τελευταίοι»: Καλάβρυτα 1943, Σρεμπρένιτσα 1995, Μαδρίτη 2004 και Η γενοκτονία των Εβραίων δεν ήταν «γερμανικά αντίποινα». Διάλογος με το βιβλίο της Οντέτ Βαρών-Βασάρ.  Όλα τα κείμενα, που αποτέλεσαν εισαγωγή ή επίμετρο σε βιβλία που επιμελήθηκε η συγγραφέας ή δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Εκκύκλημα, Αντί, Ο Πολίτης, Νέα Εστία, The books’ journal, και στην εφημερίδα Αυγή, συνδέονται με αδιόρατα πλην συνεκτικά νήματα, τα ίδια που κινούν και όλους τους προαναφερθέντες στην εισαγωγή τομείς της ανθρώπινης ζωής, όπως εκτενώς προτείνει  Το φως και η σκιά του, ο εκτενής πρόλογος της συγγραφέως.

Εκδ. Αρμός, 2015, σελ. 456

Στις εικόνες: Victor Segalen [2], Ingeborg Bachmann, Denis de Rougemont, Heiner Mueller, Μαρία Στεφανοπούλου.

Advertisements
17
Νοέ.
16

Γιώργος Βέης – Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις

%ce%b5%ce%be%cf%8e%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bb%ce%bf

Ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται

«Ο τόπος είναι φύσει και θέσει ένα πρόπλασμα δοκιμίου, ένα δικαίωμα περιγραφής και όχι μόνο. Φαντάζεται κι αυτός, περιμένει τον συναξαριστή του», γράφει ο συγγραφέας [σ. 20] δικαιώνοντας ένα μεγάλο μέρος από την πρόζα του, το ιδιαίτερο εκείνο είδος κειμένων που επιχειρεί να ανασυστήσει την εμπειρία των ταξιδιών και των ανά τον κόσμο περιπλανήσεών του μέσα από την τέχνη του λόγου.

Η κινητοποίηση των αισθητηρίων, το καλούπωμα της ιδιαίτερης στιγμής, ο αναλυτικός προσεταιρισμός των ορατών σημάτων, οι μύθοι που ανέκαθεν διαμορφώνουν ήθη και πολιτικές αγαστής συμβίωσης με το παράλογο – για να χρησιμοποιήσω μερικές από τις χαρακτηριστικές του εκφράσεις – αλλά και η απολύτως σύγχρονη πραγματικότητα που περιμένει να αποκωδικοποιηθεί, όλα αναζητούν τις κατάλληλες λέξεις για να αποδώσουν εκείνο που μοιάζει τόσο δύσκολο να εκφραστεί, ποιώντας τελικά λόγο ταξιδιωτικό, ποιητικό και στοχαστικό μαζί. Κι αν, όπως γράφει για την Τζακάρτα, τα τοπία σε περιμένουν για να σου θυμίσουν ότι δεν μπορείς να τα μάθεις όλα, τουλάχιστον, σκέφτομαι, μπορείς να εκφράσεις εκείνο που σου έδειξαν ή να μαντέψεις εκείνο σου έκρυψαν.

Singapore

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτεται από το κεφάλαιο «Εικόνες και πίνακες: το φως της Σινγκαπούρης». Ο συγγραφέας βιώνει μια συνεχή διαδικασία προσαρμογής σε ένα χαμαιλεοντικό τοπίο, μια υποδειγματική μητρόπολη που κολυμπάει διακόσια μέτρα πάνω από την γη, στον αέρα της ματαιοδοξίας, στο ζεστό κενό της σινγκαπουριανής νύχτας. Ζει το θεσπέσιο αίσθημα του αβαρούς, το παμπάλαιο όνειρο της ακίνδυνης πτήσης, σ’ ένα ύψος όπου τα πράγματα φαίνονται κοσμήματα. Διόλου τυχαία την ίδια στιγμή θυμάται τις Ελεγείες του Ντουίνο του Ρίλκε και τις Αόρατες πόλεις του Καλβίνο.

Σε αυτό το οδυσσεϊκό, πολυμήχανο νησί, η ανακύκλωση των ιδεών του βουδισμού συνυπάρχει με την ουσία της φιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς με αποτέλεσμα ένα κλίμα διαρκούς έντασης· σαν να μην κοιμάται τίποτε εδώ. Αυτή η χαρακτηριζόμενη μηχανή της ευτυχίας έχει ως ανοιχτό της κείμενο την ίδια την αρχιτεκτονική. Αυτά για τα οποία προνόησε η θάλασσα τόσους αιώνες καταπατώνται βάσει συστηματικού πολεοδομικού σχεδίου. Η χρήση νομιμοποιεί το όραμα των περαιτέρω επεκτάσεων. Το νησί τεντώνεται για να γίνει ήπειρος. Όλο και περισσότερος ζωτικός χώρος παραδίδεται στους κατοίκους της.

singapore-2

Φυσικά το κράτος – νησί υπήρξε σύμβολο ομαδοποιημένης, σχεδόν κατά τα αρχαία λακωνικά πρότυπα, πειθαρχίας στην τήρηση του απαιτητικότατου εθνικού κανόνα. Το κεκτημένο status quo, γράφει ο Βέης, αποτελεί υλοποίηση ενός υπεσχημένου Παραδείσου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση, ανατροπή ή απλή παραλλαγή κρίνεται εκ των προτέρων αήθης και ασφαλώς παράνομη. Έτσι εξηγείται γιατί ο έλεγχος των κοινωνικών εκδηλώσεων είναι εντατικός, γιατί το εγώ απορροφάται διαδοχικά από τη βουερή κυψέλη.

Στο κεφάλαιο «Επανεκκίνηση: Κίνα» ο συγγραφέας μετρά τέσσερα κινέζικα Χριστούγεννα, που πλέον εορτάζονται ως εμπέδωση μιας ειλικρινούς ανοχής και πρόσληψης του άλλου. Στην Κίνα ανθεί και η παραλλαγή των μικρο – μυθιστορημάτων, των λεγόμενων hint – fiction, κείμενα εκατόν σαράντα λέξεων που μόλις φτάνουν να χωρέσουν σε δυο μηνύματα των κινητών τηλεφώνων, τα οποία, συνοδευόμενα από εύστοχα σχόλια των αναγνωστών, δημιουργούν την αίσθηση ότι γράφεται από κοινού το ένα και μόνο βιβλίο του κόσμου. Άλλωστε ο διακεκριμένος εκδότης Λου Τσιμπό ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο όριο λέξεων αναγκάζει πράγματι τους συγγραφείς να γίνονται όλο και περισσότερο ακριβολόγοι και εξοντωτικά σαφείς, ασκώντας κατά περίπτωση το προσωπικό τους ύφος.

anderledes-hoteller22

Από τις «Μέρες και νύχτες στην Ιαπωνία» αδιαμφισβήτητο ενδιαφέρον παρουσιάζουν «Τα πανδοχεία του Άδη». Στην Ιαπωνία λόγω της γνωστής στενότητας των κατοικήσιμων χώρων σπανίως οι νεκροί συγγενείς χωρούν στο σπίτι με τους ζωντανούς. Η παράταση της φιλοξενίας της σορού ισοδυναμεί με εξόντωση των ορίων αντοχής, συνεπώς οι τεθνεώτες πρέπει να περιμένουν κάπου αλλού τη σειρά τους, ενώ απαιτούν άμεση περιποίηση. Η δημιουργία ταπεινών πανδοχείων για νεκρούς αποτελεί μια πρόσφορη λύση. Αυτά τα πανδοχεία δεν  ξεχωρίζουν από τα συνήθη κτίρια του είδους, η έξοδος του φερέτρου γίνεται από ειδικές διόδους και δεν ενοχλούνται ούτε οι γείτονες ούτε οι εντελώς ανυποψίαστοι περαστικοί. Μάλιστα τα ζευγαράκια του παράνομου έρωτα που συχνά αναζητούν περιστασιακό κατάλυμα απλώς μαθαίνουν ότι όλα ανεξαιρέτως τα δωμάτια είναι πολύ κρύα. Οι νεκροί που συνωστίζονται εδώ, σχολιάζει ο Βέης, θεωρούν τον μικρόκοσμο του πανδοχείου σαν να ήταν η ιδεώδης παράταση του παρόντος.

dubai_

Σε άλλα κείμενα από την ίδια επικράτεια, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στους παλαιστές του σούμο, την αγέραστη Madame Butterfly, το θεμελιώδες Bushido, τις αρχές των Σαμουράι κ.ά. Στις «Διαδρομές στην Κορέα» ο συγγραφέας συναντά την Σου, πιστή φίλη από παλιά, τυπική κορεάτισσα της νέας εποχής που του προτείνει να παραστεί στην τελετή εγκατάστασής της στο νέο της όνομα. Ο σαμάνος ιερέας, εξειδικευμένος στον τομέα των εύστοχων ονοματοθεσιών, υποστηρίζει πως το όνομα οφείλει να δρα ως επιχείρηση, δραστήρια μέρα – νύχτα, ασφαλώς ως προοίμιο ερώτων και ως προσκλητήριο συζύγου. «Αποτελώντας μιαν ολιγοσύλλαβη προσευχή ανανεώσιμων ελπίδων, το όνομα συνιστά ταυτοχρόνως επιτομή Κέρδους». Μετά από δυο συντομότερες «Καθ’ οδόν» στάσεις, στο τσιμεντοχαλύβδινο Ντουμπάι και στον Κόλπο της Γουινέας ο συγγραφέας καταλήγει στον Πύργο της Σάμου, σε μια παιδική ηλικία όπου «τα πράγματα είναι ελαφρώς ή πολύ μεγεθυσμένα».

calvino

«Τα λόγια, όπως συνήθως συμβαίνει στις ανάλογες συνθήκες δράσης, φτάνουν κάπως αργά για να στήσουν, για να γράψουν τις εικόνες. Το πεδίο δράσης των συγκινήσεων είναι επόμενο να διευρύνεται συνεχώς», γράφει ο συγγραφέας, αντιλαμβανόμενος το χάσμα ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες, ένα χάσμα που εκατοντάδες σελίδες επιχειρούν να γεφυρώσουν. Εκείνο που σίγουρα επιβεβαιώνεται με ένα ακόμα βιβλίο του είναι ότι «ο κόσμος υπάρχει για να διανύεται, για να διασχίζεται μ’ ένα κολύμπι διαρκείας».

Για άλλη μια φορά μέσα από την πλούσια βιβλιογραφία παραθεμάτων ο Βέης αποκαλύπτει και μοιράζεται τους συνομιλητές του: Ζέμπαλντ, Καλβίνο, Γιουρσενάρ, Καβαμπάτα, Μισίμα, Μερλώ – Ποντύ, Μοράν, Μπαρτ, Μπατάιγ, Σόνταγκ, Τανιζάκι, Μπένγιαμιν, Κλεε, Σεγκαλέν, Κόνραντ, Βιτγκενστάιν, Πεντζίκη, Παπατσώνη, Ξενάκη, Πολίτη, Καχτίτση, Κιουρτσάκη, και πολλούς άλλους. Τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά Αντί, (δε)κατα, Νέα Ευθύνη, Φρέαρ, στις ηλεκτρονικές σελίδες του Διάστιχου, του Πλανόδιου, του poiein.gr, στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, στην κυριακάτικη Αυγή, στους Τόπους της Λογοτεχνίας και στα Ημερολόγια της Εταιρείας Συγγραφέων. Η έκδοση συμπληρώνεται με 18σέλιδο ένθετο έγχρωμων φωτογραφιών.

%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b2%ce%ad%ce%b7%cf%82

Εκδ. Κέδρος, 2015, σελ. 320.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Εντευκτήριο, τρέχον τεύχος, αρ. 110 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2015).

17
Αυγ.
16

Φώτης Τερζάκης – Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες, τόμος Α΄

Αντίδρομα_1

Από την διαφορά στην κοινότητα: ένα συναρπαστικό ταξίδι στις άκρες του κόσμου

Τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα.

Χρόνια και χρόνια τώρα το καραβάνι διασχίζει την έρημο. Κι ωστόσο κανείς δεν το είδε. Απαντάμε μόνο τα ίχνη του στην άμμο και σιγουρευόμαστε μέσα μας πως υπήρξε εδώ, κάποιαν άλλη στιγμή πριν από μας, όπως τώρα υπάρχει κάπου αλλού, όπου δεν είμαστε ακόμα ούτε φτάνει το μάτι μας. Έτσι, λέγαν’ εδώ κάποτε, είναι ο Θεός· κι εμείς, ο κόσμος, τα ζωντανά και τα άψυχα είμαστε μόνο τα σημάδια του, όμοια με ίχνη καραβανιού στην πλανώμενη άμμο της ερήμου. [σ. 150]

Θυμάμαι τα ταξιδιωτικά κείμενα του Φώτη Τερζάκη στις πίσω σελίδες παλαιών τευχών του περιοδικού Πλανόδιον, να συνδυάζουν την συναρπαστική διήγηση των περιπλανήσεων, με τον στοχασμό, το πολιτικό σχόλιο, την ανοιχτή προοπτική του τόπου και του χρόνου. Τώρα συγκεντρωμένα σε ενιαία σώματα τόμων, μπορεί κανείς να τα απολαύσει και στην φυσική – τοπογραφική τους συνέχεια. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τρεις μεγάλες ενότητες που εκτείνονται ως τις βαθύτερες όψεις της Ανατολής, με μια τέταρτη μικρότερη που αφιερώνεται σε μια πύλη της, την Κωνσταντινούπολη και την τουρκική Εγγύς Ανατολή (Ελληνοτουρκικόν).

Tarlabasi

Πολύ ευρωπαϊκή για Ανατολή, πολύ ανατολική για Ευρώπη, ιδιότυπα ελληνική μες στην τουρκικότητά της και πάντα εξωτική για το ελληνικό αισθητήριο, δέκτης των κραδασμών μιας ανέκαθεν ταραγμένης ασιατικής ακτής, η Πόλη ανήκει σε όλους, επειδή δεν ανήκει σε κανέναν. Με τις φωτογραφίες του Κεμάλ ακόμα και στα αποχωρητήρια (έβγαλα μια σειρά τέτοιων φωτογραφιών στο περσινό μου ταξίδι), η Τουρκία επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η χούντα αποτελεί τον ιδεότυπο και την πολιτική ουσία κάθε σύγχρονου εθνικού κράτους, γι’ αυτό και στο αντιτουρκικό μένος των ελληνοπατριωτών σιγοκαίει πολλή ζήλεια ακριβώς για το συγκεκριμένο στοιχείο. Και αργότερα αλλού στη Σμύρνη, το δηλητήριο του εθνικισμού είναι ακόμα σταλαγμένο στην αγριεμένη από στερήσεις ψυχή της μάζας.

Από την Καππαδοκία ενός άλλου, μυθικού χριστιανισμού, συγκινητικά ανοιχτού στην παραφορά και στο παραλήρημα – εδώ έφτασαν χριστιανοί αναχωρητές που ξεκίνησαν από τις άγριες ερημιές της Αιγύπτου και βρέθηκαν στις ερήμους της Παλαιστίνης και της Συρίας, «άνθρωποι φρενοκρουσμένοι και θεοφόροι, ερημίτες που επέβαλλαν στον εαυτό τους τα πιο ευφάνταστα μαρτύρια, φυσιογνωμίες απροσδιόριστες ανάμεσα στον άγγελο και το θηρία», ο συγγραφέας αναρωτιέται πόσο δύναμη χρειάζεται για να μπορεί να αρνηθεί κάποιος τον κόσμο για να τον ξαναβρεί σαν ατέρμονο όνειρο που εξανεμίζει την διάκριση ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο.

Cappadocia-

Από πού πάνε όμως για την Ανατολή; Τέτοιος τόπος δεν υπάρχει στον χάρτη κι ωστόσο ξέρουμε πώς να ταξιδεύουμε εκεί, κι ακόμα, πως η Ανατολή είναι ένας τόπος της φαντασίας μας. Ό,τι ο παγερός ευρωπαϊκός μας ορθολογισμός κλείδωσε ερμητικά στον εαυτό του, αποδιωγμένο και ορφανό έκτοτε κατοικεί στα εξωτικά του όνειρα. Μα θα μου πείτε, αυτό δεν γινόταν πάντα ανάμεσα στους πολιτισμούς; Κάθε νεογέννητος κόσμος που πάσχιζε να σφυρηλατήσει μια δική του ταυτότητα δεν ήταν υποχρεωμένος να εφευρίσκει ένα φαντασιώδες αρνητικό που θα ήταν ό,τι αυτός δεν είναι; Κάτι που όφειλε ασταμάτητα ν’ αποκηρύσσει – αλλά μαζί με την αποκήρυξη θα έβλεπε μέσα του το φάντασμα της δικής του χαμένης ευτυχίας; [σ. 39 – 40]

Κι εμείς, κληρωμένοι από νωρίς άθελά μας στην Ευρώπη και στη Δύση, μπορούμε να συλλάβουμε άραγε τι αποτρόπαιη φυλακή σήμανε η πενιχρή μας ταυτότητα, πόση βία απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους χρειάστηκε για να κατασκευαστεί το πολιτισμικό μας κελί, με παρηγοριά την φαντασίωση μιας φημολογούμενης «πνευματικής» ανωτερότητας; Η χριστιανική Ευρώπη, γράφει ο συγγραφέας, έγινε δεξιοτέχνης στον πολιτισμικό μανιχαϊσμό: για να λυγίσει την δύναμη του αντιπάλου της μετέφερε το «κακό» στην Ανατολή. Στις ρομαντικές αναπαραστάσεις της κυριαρχεί η λαγνεία· το στερεότυπό της γέννησε έναν κόσμο αφηγήσεων με το στίγμα του εξωτισμού και συνήθη μοτίβα την ατροφία του ορθολογισμού και την υπερτροφία του πάθους και της φαντασίας. Η σεξουαλική ελευθεριότητα και η ακατάσχετη ακολασία, όχι άσχετες με την πολυγαμία των Μουσουλμάνων, υπήρξαν πάγιο στίγμα της Ανατολής.

Jean-Léon_Gérôme.

Μπαίνοντας στην Δαμασκό ο Τερζάκης παγιδεύεται με το παλιό παιχνίδι του με τι μοιάζει – λες και το πνεύμα δεν έχει άλλον τρόπο ν’ αγκυροβολήσει στο άγνωστο παρά σέρνοντάς το στον κύκλο του ήδη γνωστού….Κάποια στιγμή μέσα από την βαθιά, ανεξήγητη οικειότητα αντιλαμβάνεται πως η Συρία είναι η προπαίδεια της Ανατολής που ονομάσαμε Εγγύς. Στον περιφερειακό του Τζέμπελ Κασιούν οι ντόπιες οικογένειες έχουν στήσει καρέκλες και φορητά τραπεζάκια στις πλαγιές, απλώνοντας παντού κασετόφωνα, φαγητά και ναργιλέδες· αλλά, από την άλλη, μικρή σχέση έχει αυτό το ευπρεπές Ισλάμ με την μεθυστική αναρχία και τον υπόκωφο διονυσιασμό του Ισλάμ της Αφρικής και της Νότιας Αραβικής.

Βρισκόμαστε από ώρα στο κεφάλαιο Η σπορά της φοινικιάς και μνήμες από Αίγυπτο ενθυλακώνονται στην αφήγηση. Ο ολιστικός χαρακτήρας της αραβομουσουλμανικής αισθητικής προκαλεί στον συγγραφέα ένα είδος ανεξάντλητης αγαλλίασης· είναι η αισθητική που επισφραγίζει μια ενότητα που μπορεί να βρεθεί από την Κόρδοβα ως την Σαμαρκάνδη και περιλαμβάνει ό,τι ονομάζει η λέξη «αραβούργημα». Όπως τα μελίσματα της αραβικής μουσικής, που είναι αυτοσχεδιασμοί πάνω σε μια ελάχιστη μουσική ενότητα, τούτη η μοναδική εικαστική γλώσσα είναι ο αφαιρετικός αυτοσχεδιασμός πάνω σε λίγα πρώην φυσικά μοτίβα. Η ροπή του Ισλάμ στην ανεικονικότητα σαφώς έδωσε μια ισχυρή ώθηση στην κατεύθυνση της αφαίρεσης, αλλά αυτή η ανεικονικότητα δεν είναι τόσο απόλυτη όσο λέγεται, ενώ η περίφημη ισλαμική καλλιγραφία ίσως είναι η εκδίκηση της αισθησιακότητας που χάθηκε με τη απαγόρευση των εικόνων.

A handout image released by the Syrian opposition's Shaam News Network on July 25, 2013, allegedly shows the Khaled bin Walid mosque whose mausoleum has been partially destroyed in the al-Khalidiyah neighbourhood of the central Syrian city of Homs. Syrian army shelling destroyed the centuries-old mausoleum a monitoring group and activists said on July 22. Reports of the destruction of the Sunni Muslim pilgrimage site emerged as an intense army campaign to reclaim rebel-held areas of Homs, a strategic junction city, entered its fourth week. AFP PHOTO/HO/SHAAM NEWS NETWORK == RESTRICTED TO EDITORIAL USE - MANDATORY CREDIT "AFP PHOTO / HO / SHAAM NEWS NETWORK" - NO MARKETING NO ADVERTISING CAMPAIGNS - DISTRIBUTED AS A SERVICE TO CLIENTS - AFP IS USING PICTURES FROM ALTERNATIVE SOURCES AS IT WAS NOT AUTHORISED TO COVER THIS EVENT, THEREFORE IT IS NOT RESPONSIBLE FOR ANY DIGITAL ALTERATIONS TO THE PICTURE'S EDITORIAL CONTENT, DATE AND LOCATION WHICH CANNOT BE INDEPENDENTLY VERIFIED ==-/AFP/Getty Images

Τι υπάρχει σήμερα στην Αλεξάνδρεια, όπου οι Χριστιανοί κομμάτιασαν με τα χέρια τους το σώμα της Υπατίας, δηλαδή το σώμα της ίδιας της φιλοσοφίας, αντιλαμβανόμενοι μέσα στον πρωτογονισμό τους πως η πίστη έχει ασυμφιλίωτο εχθρό την σκέψη; Ο ρομαντικός ιδεότυπος της Μπελ Επόκ, του Καβάφη, του Φόρστερ, του Ντάρελ, του Τσίρκα, επιτομή του μεσογειακού κοσμοπολιτισμού, φυλλορρόησε εν μια νυκτί, όπως η Βηρυτός, η Ιερουσαλήμ και η Θεσσαλονίκη, στο τοπίο που άφησε πίσω του ο τελευταίος πόλεμος και η εξαπλούμενη μάστιγα των εθνικών κρατών. Αυτή η Αλεξάνδρεια δεν υπάρχει· στη θέση της βρίσκεται η Ισκεντερία, ένα αραβικό μεγαλοχώρι, γραφικό σκηνικό κατοικημένο από θλιμμένες σκιές. Έξω προς την έρημο όμως ο συγγραφέας νιώθει κατάσαρκα τι θα πει βιβλικό τοπίο: αγριάδα που αναπάλλει μυστικοπάθεια κι εμφυσά δέος και φόβο στην ψυχή.

Πίσω στην Συρία, στην καβουρντισμένη γη που αχνίζει σαν λάβα ηφαιστείου ο Τερζάκης σκέφτεται πως μόνο όποιος ταξιδεύει σ’ αυτούς τους τόπους, που είναι η αληθινή κοιτίδα του Χριστιανισμού, συνειδητοποιεί πόσο ρευστά είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτόν και το Ισλάμ. Παρά την αδυναμία της σύγχρονης Δύσης να το κατανοήσει, το Ισλάμ είναι όμαιμος αδελφός του Χριστιανισμού· ενσωμάτωσε μάλιστα παραδόσεις και λατρευτικές συνήθειες του πρωτοχριστιανικού κόσμου που δεν επιβιώνουν πλέον στις δυτικές εκδοχές του, από την αρχιτεκτονική μέχρι τις προσευχές.

Κοπτική Γειτονιά Κάιρο

Η παράδοση του ισλαμικού μυστικισμού έχει τις ρίζες της στους άγιους ασκητές του Βυζαντίου και τους πατέρες της ερήμου που η παρουσία τους στοίχειωνε κάποτε αυτούς τους τόπους. Κομμάτια από την Βίβλο έχουν υφανθεί με αφηγηματική μαεστρία σε όλη την έκταση του Κορανίου. Αν ο Ισαάκ ο Σύρος (θυμήθηκα εδώ το εξαιρετικό βιβλίο του Αλέξανδρου Κοσματόπουλου) ζούσε σήμερα, θα ένιωθε έτη φωτός κοντύτερα στις λατρευτικές συνήθειες ενός μουσουλμάνου δερβίση απ’ ότι ενός αμερικανού Ευαγγελιστή. [σ. 82 – 83]. Και τελικά τέσσερα από τα πέντε ιστορικά Πατριαρχεία έζησαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στο προστατευτικό δίχτυ του Ισλάμ, που εγγυήθηκε τα θρησκευτικά δικαιώματα όσον κανένα χριστιανικό βασίλειο στην ιστορία.

Ό,τι δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν αιώνες ιστορίας και αίματος, απειλεί να το ξεριζώσει τον τελευταίο αιώνα το τέρας του έθνους – κράτους και η μοντέρνα ιμπεριαλιστική μάστιγα. Ο Χριστιανισμός φθίνει στους τόπους που ήταν κάποτε το λίκνο του. Η τυφλή αρπακτικότητα της Δύσης, εκτός των άλλων, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις ισορροπίες που κρατούν σήμερα οι χριστιανοί της Ανατολής, παγιδευμένοι ανάμεσα στους ομόθρησκους της Δύσης και στον κοινό πολιτισμό που μοιράζονται με τους μουσουλμάνους συντοπίτες τους. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος που οι Γάλλοι χρησιμοποίησαν τους χριστιανούς της περιοχής: σαν σφύρα για να τσακίσουν τον αραβικό εθνικισμό που φούντωνε, έσπειρε βαθιά μνησικακία ανάμεσα στις κοινότητες. Η θέση τους επιβαρύνθηκε από την κτηνωδία των χριστιανών Μαρωνιτών του Λιβάνου, που αρνήθηκαν να μοιραστούν την γη τους με τους εκπατρισμένους από το Ισραήλ Παλαιστινίους, ενώ οι φαλαγγίτες του Τζεμαγιέλ με την ενεργητική υπόδειξη των ισραηλινών επιτελών διέπραξαν την σφαγή των χιλιάδων αμάχων Παλαιστινίων στα στρατόπεδα προσφύγων Σάμπρα και Σατίλα (διαβάστε εδώ για το συγκλονιστικό οδοιπορικό του Ζαν Ζενέ).

Haran Μεσοποταμία_

Το ταξίδι ξεμακραίνει προς την λεγόμενη γόνιμη ημισέληνο, στην Μεσοποταμία, στην Βαβυλώνα και στην Νινευή, στα αλλοτινά βασίλεια που σήμερα δεν είναι παρά σκονισμένα και θλιβερά χωριά, στους απομακρυσμένους τόπους των Νεστοριανών που τραβήχτηκαν με την εκκλησία τους βαθύτερα στην Ανατολή, ενώ σήμερα δέκα χιλιάδες διωγμένοι από το Ιράκ ζουν σε στρατόπεδα προσφύγων, στις φοβερές ερημιές της Μεσοποταμίας και στα λασπόχτιστα χωριά των βεδουίνων, ενώ γύρω στην έρημο παντού σπασμένοι βρίσκονται σκελετοί φρουρίων, στην «άφωνη απεραντοσύνη της ημέρας που δεν λέει να γείρει».

Το Χαλέπι είναι μια διεθνής πόλη, ένα είδος εθνολογικής Κιβωτού του Νώε, όπου ο Μεσοπόλεμος μοιάζει να έχει παγιδευτεί στις φθαρμένες ταπετσαρίες και στα σκεβρωμένα πατώματα, ενώ ο τόπος των αλλοτινών κήπων έχει δώσει την θέση της σε μια λιγδιασμένη συνοικία με γκαράζ, κεμπαμπτζίδικα κι ετοιμόρροπους κινηματογράφους. Η συντροφιά φτάνει ως τις βυζαντινές νεκροπολιτείες πέρα από τα μέρη του Συμεών του Στυλίτη· στα περιστύλια ερειπωμένων ναών βλέπουν δεμένα σκοινιά μπουγάδας, ενώ στην Μπόσρα ευφάνταστοι κάτοικοι διασκευάζουν τα αρχαία ερείπια σε βολικές κατοικίες, δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Είναι άραγε, αναρωτιέται ο συγγραφέας, σύμπτωμα της φτώχειας ή μήπως η ξεδιάντροπη αφθονία του αρχαιολογικού παρελθόντος στην Συρία υποβιβάζει αναγκαστικά την αξία εκείνου που σχεδόν οπουδήποτε αλλού στον κόσμο θα ήταν σπάνιο και ζηλότυπα φυλαγμένο κειμήλιο;

κορίτσι στο shibam

Στην μεγάλη Αραβική Χερσόνησο, αυτό το «σκισμένο κομμάτι της Σαχάρας» η διήγηση ανατρέχει στον σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον και στον T.E. Lawrence, στους λαούς που χάθηκαν στο σκοτάδι της Ιστορίας όπως οι Ναβαταίοι, στους λαούς που δεν πίστεψαν ποτέ στην εθνική αποκλειστικότητα και ήταν πάντα ανοιχτοί στις εξωτερικές πολιτισμικές επιδράσεις, αφομοιώνοντάς τις όλες. Και στην Υεμένη ο συγγραφέας αντικρύζει τον αληθινό αραβικό κόσμο. Αν υπήρξε ποτέ ειδικότερα ο κόσμος των αραβικών παραμυθιών, κι αν ελάχιστοι τόποι που έχουν απομείνει στον πλανήτη δικαιώνουν την νησίδα Ιστορίας, τότε ένας βρίσκεται εδώ.

Εδώ μια αρχιτεκτονική ποίηση δίνει φωνή στην ξερή πέτρα και κάνει την βουβή λάσπη να τραγουδάει, ενώ μεταμορφώνει την γη σε περίτεχνο υφαντό που μουρμουρίζει μια γλώσσα αιώνα. Διαβάζω για κτίσματα ιλιγγιώδους ασυμμετρίας, σπίτια με ελάχιστες σχισμές σαν πολεμίστρες, γερμένες ταράτσες, αμέτρητα παράθυρα κάθε σχήματος, μια μεθυστική χωροταξία που εκτός των άλλων προστατεύει τις περιοχές των πάνω ορόφων για την απρόσκοπτη οικειότητα των γυναικών μεταξύ τους. Για άλλη μια φορά όμως η ιστορία ενός τόπου είναι μια ιστορία εμφυλίων· φυλές που εχθρεύονται μεταξύ τους συνήθως χωρίς να θυμούνται γιατί. Οι άντρες φορούν με κελεμπία και δυτικά πανωφόρια, στο φαρδύ ζωνάρι τους συνυπάρχουν το κοντομάχαιρο, η ζαμπίγια και το … κινητό, ενίοτε φέρουν και καλάσνικοφ, κοινώς μια στολή επιθετικής αιδημοσύνης, ενώ πάντα απολαμβάνουν το τσατ, ένα πανάρχαιο ευφορικό, ένα είδος φυσικής αμφεταμίνης.

Υεμένη- Shibam

Τρομαγμένος σχεδόν συνειδητοποίησα πως η έρημος ακυρώνει την ίδια τη γλώσσα. Συνειδητοποίησα ολοκληρωτικά και διαμιάς την τρομερή γοητεία της, τη μυητική κατάσταση που αντιπροσωπεύει για την ψυχή η οποία έχει αγκιστρωθεί στο δίχτυ της, το αδύνατο της επιστροφής στον κατοικημένο κόσμο. Όπως το μεγάλο νερό, ο ωκεανός, όπως και η ίδια η φλόγα που αναλώνει τις μορφές, η έρημος διαλύει το παιχνίδι των αντιθέτων, διαλύει τη γλώσσα και τη σκέψη, μέχρις εκείνο το ολόγιομο τίποτα που συνοψίζεται σ’ ένα ανεκλάλητο θαυμαστικό. Δέσμιος της ερήμου θα πει αιχμάλωτος μιας ελευθερίας χωρίς διαφυγή. [σ. 125]

Στην παραισθητική Σίμπαμ, το Μανχάταν της ερήμου, οι  γαιώδεις ουρανοξύστρες σχεδόν ακουμπούν μεταξύ τους ή χάσκουν πάνω από σκουπιδότοπους. Η παρέα διανυκτευρεύει σ’ ένα φουντούκ, παραδοσιακού τύπου πανδοχεία, κατευθείαν απογόνους των παλαιών χανιών: σε μια μεγάλη αίθουσα σαν εσωτερικό τζαμιού οι επισκέπτες κοιμούνται κατάχαμα ο ένας δίπλα στον άλλον, ενώ το βράδυ του αποχαιρετισμού σ’ εκείνο το κιλίμι παίχτηκε ο δραματικός χορός των μαχαιριών, ένα αλλόφρον θέατρο σκιών με νεαρά αγόρια – «παζολινικές φυσιογνωμίες» «με μάτια αγριεμένων σατύρων».

Ιράν (Dusk, Palangan)_1

Το αντίθετο άκρο είναι ασφαλώς τα Εμιράτα του Περσικού, ένας συνδυασμός παραδοσιακού φυλετισμού και σύγχρονης Ντίσνεϋλαντ, το αηδιαστικό κιτς των πλουσίων Αράβων, διαστημικοί πύργοι και θηριώδη μωλ, ο εξαμερικανισμός αγκαλιά με ανατριχιαστικές οπισθοδρομικότητες. Το νησί του Μπαχρέιν δημιουργεί φαντασιώσεις αραβικού Λας Βέγκας αλλά στην απέναντι πλευρά, στην Άνω Αίγυπτο ένας νούβιος φελουκιέρης κάποτε του αναφώνησε «Κωστής Μοσκώφ!».

Το ταξίδι συνεχίζεται Στη γη των αγίων ποιητών. Το Ιράν δεν είναι χώρα αραβική αλλά αναπάντεχα «δυτική»· Ιρανοί βαθύτατα αξιοπρεπείς και φιλικοί προς τους ξένους, χαμηλότονοι συγκριτικά με την θορυβώδη εξωστρέφεια των Αράβων, διατηρούν μια ταυτότητα σημαδεμένη από έναν βαθύ πολιτικό διχασμό, ανάμεσα στο αρχαίο περσικό παρελθόν και το σύγχρονο ισλαμικό, θυμίζοντας το ανάλογο δίλημμα της ελληνικής ταυτότητας ανάμεσα στην αρχαία κληρονομιά και τον ύστερο χριστιανισμό.

Ζωροαστρικός Ναός Yazd_

Είναι βέβαια και η μεγάλη προστάτιδα των απανταχού Σιιτών, η εξωτική θρησκευτικότητα των οποίων έχει ένα πάθος άγνωστο στον σουνιτικό κόσμο (πέρα από κάποιους ιδιόρρυθμους δερβίσικους κύκλους). Σε αυτά τα μέρη οι μεγάλες εσχατολογίες της μεταθανάτιας κρίσης άρχισαν από τον αρχαίο Ζωροαστρισμό, που εμβολιάστηκε μέσω της Βαβυλωνιακής εξορίας στον Ιουδαϊσμό, και από εκεί, στον Χριστιανισμό και στο Ισλάμ. Εδώ αντίθετα απ’ ότι πιστεύεται υπάρχουν χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες και αναγνωρισμένα δικαιώματα, στο Ισφαχάν λειτουργεί πλήρως ο δημόσιος χώρος, ενώ πέντε ώρες μακριά, στην Γιαζντ, υπάρχει ζωροαστρικός ναός εν λειτουργία! Φυσικά ο ταξιδιώτης επισκέπτεται με ιδιαίτερη φόρτιση το τέμενος όπου ο θεός μοιάζει με τις λαϊκές αποδόσεις του Ιησού σε φτηνές σύγχρονες εικόνες και η φωτιά καίει αδιαλείπτως από το 200 π.Χ.!

Πίσω στην Τεχεράνη, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πολλά αριστερά ρεύματα και ριζοσπάστες διανοητές ένωσαν τις δυνάμεις τους για να πραγματοποιηθεί το πολιτικό θαύμα που ταπείνωσε για δεύτερη φορά την Αμερική μέσα στην δεκαετία του ’70. Αυτές οι δυνάμεις εξουδετερώθηκαν από το αυταρχικό καθεστώς των μουλάδων του Χομεϊνί. Και τελικά πόσοι άραγε θυμούνται ότι ο τυφλωμένος ισλαμικός φονταμενταλισμός δημιουργήθηκε πάνω στην σκακιέρα της ψυχροπολεμικής αναμέτρησης ΗΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης και ξέφυγε από τα χέρια του πραγματικού αρχιτέκτονά του, του αμερικανικού Πενταγώνου;

Το βλέμμα της Ινδίας

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα του μίγματος ρεαλισμού και ηθικολογικής υποκρισίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο ισλαμισμό είναι η «ισλαμική πορνεία», μια αδιανόητη επινόηση του ιρανικού συστήματος. Η νομική αυτή κατασκευή λέγεται «προσωρινός γάμος» κατά τον οποίο φτωχά κορίτσια από την επαρχία παραδίδονται από τους πατεράδες τους σε ευκατάστατους άντρες για να συνάψουν μαζί τους γάμο για έναν γάμο, μια εβδομάδα, μια ήμερα, μία ώρα…

Ασία! Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος το ταξίδι φτάνει μέχρι την Ινδία των εφτά θρησκειών και των δεκαπέντε επίσημων γλωσσών και των δεκάδων φυλών και ανθρώπινων τύπων. Εδώ ο ταξιδιώτης δοκιμάζεται ήδη από τον σιδηροδρομικό σταθμό στο Δελχί, ο οποίος, όπως όλοι οι σιδηροδρομικοί σταθμοί στην Ινδία, είναι ένας τεράστιος απόπατος. Αλλά κυρίως δοκιμάζεται και για τον οίκτο από εκείνο το σμάρι από ανθρώπινες μύγες που πρέπει σε κάθε βήμα να τινάζει από πάνω του, συχνά με βίαιο τρόπο, αν θέλει να συνεχίσει τον δρόμο του. Πιο έξω ακολουθεί ο εφιάλτης των ινδικών δρόμων οι απαρχαιωμένες νταλίκες με το ντουμάνι μαύρου καυσαερίου που τρυπά τους πνεύμονες, τα προϊστορικά αυτοκίνητα που καλύπτουν με μουτζούρα τις ινδικές πόλεις.

Βομβάη Μπορντέλο

Στην ήμερη αυτή γη για εκατοντάδες χρόνια ινδουιστές και μουσουλμάνοι έζησαν συμφιλιωμένοι μέχρι το ξέσπασμα άγριου εθνικιστικού μίσους πάντα με τις ευλογίες της δυτικής αποικιοκρατίας, στην προκείμενη περίπτωση των Άγγλων. Εδώ όμως ο ιερός χαρακτήρας του σεξουαλικού έρωτα και των γενετήσιων συμβόλων που ελλοχεύει στις ρίζες κάθε θρησκείας είναι παντού εμφανής. Ναοί με εικόνες οργιώδους χαράς και ευωχίας και ανεξάντλητες παραλλαγές σεξουαλικών στάσεων σώθηκαν από τον μουσουλμανικό πουριτανισμό χάρη στην πυκνή βλάστηση της ζούγκλας. Στην άλλη, στην πιο ακραία πλευρά, στην φοβερή συνοικία με τα μπορντέλα της Βομβάης, ένα μακάβριο καρναβάλι πληρωμένων ερώτων ζει σε ετοιμόρροπα σπίτια με αδύναμα φώτα κι ένα κομμάτι ύφασμα για πόρτα, ενώ έξω οι τηλεοράσεις παίζουν στη διαπασών τα εμετικά μουσικοχορευτικά του Μπόλινγουντ.

Ο Ινδουισμός στην επόμενη στάση – στο Νεπάλ – είναι γιορτινός και πιο συγκρητιστικός και η καθημερινότητα μοιάζε με ατέρμονο πανηγύρι. Στο Κατμαντού η γιορτή των νεκρών Γκάι Τζάτρα και η περίφημη Freak Street μοιάζουν με ψυχεδελικό λούνα παρκ, θυμίζοντας την εποχή των χίπις που έφτασαν κάποτε μέχρι εδώ, ενώ όταν έφυγαν, άφησαν πίσω τους τα μελαγχολικά σημάδια ενός πανηγυριού που τέλειωσε πρόωρα, ίσως εκτρωματικά. Ο κραδασμός του από το πέρασμά τους ξανάσμιξε με τον προαιώνιο αυτόχθονο ρυθμό. Ίσως γι’ αυτό το βράδια ο ήχος απ’ το σαράνγκι σμίγει με το βαρύ τέμπο του άσιντ ροκ… Η συνύπαρξη και η ανοχή είναι άγραφος νόμος στο Νεπάλ, γράφει ο συγγραφέας, και πουθενά αλλού στον κόσμο δεν ένιωσε την επίδραση της αρχιτεκτονικής, σαν αληθινό ψυχότροπο πάνω του.

Padmasambhava - Guru Rinpoche, the 8th century tantric master_

Ο Τερζάκης συνθέτει ένα σπάνιο ταξιδιωτικό ψηφιδωτό βιβλίο, όπου συνυπάρχουν τα απαραίτητα εξόχως συντομογραφημένα ιστορικά στοιχεία, οι ποιητικότατες εκφράσεις εικόνων και συναισθημάτων, η προσωπική διήγηση του οδοιπορικού μιας συντροφιάς, η πολιτική ανάγνωση της σύγχρονης ιστορίας πολύπαθων τόπων. Είναι ένας ύμνος στην περιπλάνηση, το ταξίδι ενός ακούραστου ταξιδιώτη που αναζητά στις ύστατες γωνιές του κόσμου την ενότητα και την διαφορά, όψεις του ίδιου νομίσματος μια άξιας κοινωνικής – κοινοτικής συνείδησης. Ο δεύτερος τόμος, ακόμα πιο βαθειά στην Ανατολή, έχει ήδη κυκλοφορήσει και σπεύδω να τον διαβάσω.

Το ταξίδι μαζευόταν αργά μέσα μου σαν το σπάγκο ενός κουβαριού που σώθηκε, σαν την αντοχή ενός κόσμου γονατισμένου, νικημένου από τα μέσα κι απ’ τα έξω, καταδικασμένου να κρατιέται από τα θλιμμένα ξεφτίδια μιας πάλαι ποτέ φωταύγειας, έτοιμου να εκραγεί σαν ηφαιστειακή κρούστα πάνω από μια φωλιά λάβας· και ήμουν κι εγώ ηττημένος μαζί του, το δίχως άλλο. Τι έμεινε λοιπόν από το παιχνίδι της δόξας με τον χρόνο, άλλο από τη σπαταλημένη ορμή στην άμμο τη μετρημένη με τη σπορά της φοινικιάς – άλλο από ιδρώτα και σκόνη και σπλάχνα ανοιγμένα στο ράμφισμα μιας ανάγκης που πυορροεί; Εδώ το ταξίδι τελειώνει λοιπόν· όλα τ’ άλλα τα ξαναπαίζει η μνήμη. [σ. 150]

prayer-flags-at-swayambunath,-kathmandu_

Πλήρης τίτλος: Αντίδρομα στον ήλιο, τόμος Α΄: Μακάμ, ντάσγκα, ράγκα. Εκδ. Πανοπτικόν, Δεκέμβριος 2014, σελ. 267, με τρεις σελίδες βιβλιογραφικών αναφορών.

Στις εικόνες: H διαδικτυακή αναζήτηση εικόνων που συνομιλούν με το κείμενο του συγγραφέα ήταν όπως πάντα κοπιώδης. Ελπίζω να αποδίδουν κάτι από τα μέρη όπως τα είδε ή όπως είναι σήμερα: Κωνσταντινούπολη, Ταρλάμπασι / Καππαδοκία / Jean-Léon Gérôme, La grande pischine à Brusa, 1885, ένα τυπικό οριενταλιστικό έργο / Έμεσα, Συρία (μετά την πρόσφατη καταστροφή) / Χριστιανική Κοπτική συνοικία στο Κάιρο / Χαράν, Μεσοποταμία / Μικρό και μεγάλο κορίτσι στο Shibam, Υεμένη / Ιρανικό χωριό (Dusk, Palangan) / Ζωροαστρικός Ναός Yazd /Το βλέμμα της Ινδίας / Βομβάη, Μπορντέλο / Νεπάλ, η αναφερόμενη σύμμειξη του τότε και του τώρα / Νεπάλ, «σημαίες προσευχής», Swayambunath, Κατμαντού.

23
Μάι.
16

Βάνα Χαραλαμπίδου – Μια κουκίδα στον χάρτη

Εξώφυλλο Κουκίδα

Με αποσκευές τα ίδια τα βιβλία

Πετρούπολη, Δαμασκός, Χαλέπι, Πέτρα, Ασουάν, Μαρακές, Πομπηία, Αβάνα. Η ταξιδεύτρια δημοσιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου περιηγείται στις οκτώ ιστορημένες και μυθιστορημένες πόλεις με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Εκεί που η καθιερωμένη ταξιδιογραφία ισορροπεί σε δυο παράλληλους δρόμους, την περιγραφή ενός αναπόφευκτα τουριστικού παρόντος και την αφήγηση της ιστορίας του εκάστοτε τόπου, η συγγραφέας επιλέγει να εμπλουτίσει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) τα δικά της γραπτά με πλήθος πηγών, τόσο ιστορικών όσο και λογοτεχνικών. Επιλέγει μάλιστα την τιμιότητα της αυτούσιας μεταφοράς των αποσπασμάτων, τα οποία και εντάσσει αρμονικά στο κείμενό της. Όταν δε η σχετική ενσωμάτωση ακολουθεί την γραμμικότητα της ιστορικής αφήγησης, τότε ο αναγνώστης έχει την τύχει να διατρέχει ολόκληρη την ιστορία μιας πόλης μέσα από τις λογοτεχνικές αφηγήσεις αλλά και τον διάλογο των πηγών με το σύγχρονο βλέμμα. Είναι προφανές ότι η συγγραφέας εργάστηκε ιδιαίτερα για την αρμολόγηση ενός κειμένου που ρέει αποφεύγοντας τις παγίδες ενός προβλέψιμων ταξιδιωτικού βιβλίων.

damas

Σπεύδω στις σελίδες για την Δαμασκό και το Χαλέπι, να δω τι έχει προλάβει να αποτυπώσει ο «φακός» την εποχή της συγγραφής του βιβλίου. Ήδη μέχρι τον Απρίλιο του 2013 ο αριθμός των νεκρών της εμφύλιας σύρραξης ήταν αδιανόητος και το κύμα των εξαθλιωμένων προσφύγων έφτανε στο ένα εκατομμύριο. Οι ανθρώπινες απώλειες ήταν μόνο η μια πλευρά του δράματος καθώς ακολουθούσαν καταστροφές μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Αρχαιότητες σαρώθηκαν από ερπύστριες, μουσεία λεηλατήθηκαν, έργα τέχνης πουλήθηκαν στις μαύρες αγορές. Και εδώ η συγγραφέας επιλέγει δυο παράλληλες γραφές, αλλά εμφανέστερα διακριτές. Η πρώτη διατρέχει την ιστορία των δυο πόλεων, με οδηγούς, μεταξύ άλλων, τα περιηγητικά ταξίδια του σερ Τζον Μάντβιλ, τα πολύτιμα βιβλία του Tariq Ali, την γεωπολιτικό οδοιπορικό του Regis Debray στις χώρες της Βίβλου, τα παλαιότερα ταξιδιωτικά βιβλία του Γιώργου Θεοτοκά, του Φώτη Κόντογλου, της Μαρίας Καραβία, τα πονήματα του Βασίλη Ραφαηλίδη για τους Άραβες και τους λαούς της Μέσης Ανατολής, τις σύγχρονες περιπλανήσεις του Ουίλιαμ Νταρλίμπλ.

marrakech_

Πολύτιμα παραμένουν τα γραπτά του Τ.Ε.Λώρενς (της Αραβίας), που στους Επτά στύλους της Σοφίας και στον Ανταρτοπόλεμο στην έρημο είχε περιγράψει μια διαχρονική κατάσταση: «Γάλλοι και Άγγλοι είχαν ξεγελάσει τους Άραβες. Ήδη από το 1916 είχαν μοιράσει μεταξύ τους την Ανατολή με τη μυστική συμφωνία Σάικς – Πικό, προτού καν οι Άραβες γευτούν τους καρπούς της επανάστασής τους εναντίον των Οθωμανών. Οι περιοχές είχαν γίνει και πάλι αποικίες». Η δεύτερη αποτελεί μια παραπληρωματική αφήγηση που χρησιμοποιεί τα σύγχρονα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ από τους τόπους της καταστροφής. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και ο τόπος εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διεκδίκησης με κάθε τρόπο και μέσο.

Leningrad_1

Στην άλλη άκρη του βορρά, ψύχεται η Πετρούπολη, η αλλοτινή Ουτοπία του Κόσμου, που βρίσκεται στην χώρα με τις περισσότερες επαναστάσεις και τα μεγαλύτερα αποθέματα χιονιού και πάγου. Η Πετρούπολη δεν είναι μόνο η υδάτινη πόλη που χτίστηκε από το τίποτα, η πόλη με τις λευκές νύχτες που εξαφανίζουν ακόμη και τις σκιές των ανθρώπων, το λίκνο της μεγάλης ρωσικής επανάστασης. Είναι η συννεφιασμένη πόλη του Νικολάι Γκόγκολ, η πόλη φαντασμαγορία της Άννας Αχμάτοβα, η πόλη όπου δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το φανταστικό από το πραγματικό, σύμφωνα με τον Γιόζεφ Μπρόντσκι. Στις λεωφόρους της περπάτησαν απελπισμένοι ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι και ο Αλεξέι Γεσένιν· στις ακαδημίες της δίδαξε ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και μαθήτευσε ο Μαρκ Σαγκάλ. Μόνο για τα συναπαντήματα στη λεωφόρο Νιέφσκι θα μπορούσε κανείς να γράψει βιβλίο ολάκερο, λέει ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο βιβλίο του Μια άνοιξη στην Αγία Πετρούπολη, ενώ στον Σωσία δεν παραλείπει να περιγράψει τις στοές με τα καταστήματα αλλά και τους παγωμένους χειμώνες της πόλης του. Σήμερα στις λαϊκές της αγορές μπορεί να βρει κανείς δίσκους με ντοκουμέντα της επανάστασης, όπως η περίφημη ομιλία του Λένιν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φιλανδίας.

Assouan Cataract Hotel_

Δεν χρειαζόμαστε ένα μαυσωλείο της τέχνης όπου να λατρεύονται νεκρά έργα, αλλά ένα ζωντανό εργοστάσιο ανθρωπίνου πνεύματος – στους δρόμους, τα τραμ, τα εργοστάσια, τα εργαστήρια και τα σπίτια εργατών, διακήρυττε ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφκσι από τα επιταγμένα Χειμερινά Ανάκτορα, το 1918, αλλά δεν μένει πια εδώ, όπως και ο Κάζιμιρ Μάλεβιτς και οι Καντίσκι, Τάτλιν, Ροτσένκο, Μπρόντσκι, Γεσένιν, Σοστακόβιτς, Προκόφιεφ, που γνώρισαν υπήρξαν ανεπιθύμητοι και διωγμένοι από την πόλη, από την χώρα. Τι μένει σήμερα από την Πετρούπολη, εκτός από τα γνωστά θλιβερά τετράγωνα των εργατικών κατοικιών του σοβιετικού καθεστώτος, το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών, την γενίκευση του αλκοολισμού και την άνθηση της πορνείας; Ένας χαμένος αγώνας της ουτοπίας από την απάθεια και το ερώτημα αν υπάρχει η περίφημη ρωσική ψυχή.

Che Mural, Old Havana_

Η τελευταία στάση γίνεται στην Κούβα, στο ύστατο πείραμα ενός πλανεμένου κοινωνικού μετασχηματισμού. Η κουβέντα δεν τελειώνει ποτέ· για τα υπαίθρια σχολεία, την πορνεία για λόγους επιβίωσης, τα παλιά σοβιετικά φορτηγά για τις μετακινήσεις των πολιτών, τον ινδιάνο ήλιο και τις χιλιάδες αιτήσεις βίζας εξόδου, το Καθημερινό Τίποτα όπως ονόμασε και το βιβλίο της η Zoé Valdés. Ο Μεγάλος Αρχηγός πάντως δεν έδωσε το όνομά του σε κανέναν δρόμο και σε καμία πλατεία· δεν έστησε μεγαλειώδη αγάλματά του, ούτε αποτύπωσε την εικόνα του σε γραμματόσημα. Κι έτσι, όπως έγραψε ο Αμίν Μααλούφ στο χρονικό μιας οικογένειας,  όταν οι διάδοχοί του ξεσηκωθούν, δεν θα βρουν καμιά μπρούτζινη γενειάδα να γκρεμίσουν και σχεδόν τίποτε για να μετονομάσουν.

Leningrad_

Η πλούσια βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου αποτελεί και μια πρόταση για μια πλήρη ταξιδιωτική βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει τις αρχαίες πηγές, τα επιστημονικά συγγράμματα για την Ύστερη Αρχαιότητα, τα «ευαγγέλια» του Μπρους Τσάτουιν, τα ταξιδιωτικά γραπτά των Τζακ Κέρουακ, Πωλ Μοράν, Ρίτσαρντ Καπισίνσκι και Αντόνιο Ταμπούκι, αλλά και ειδικότερα έργα, όπως τα «σοβιετικά» σημειωματάρια των Αντρέα Εμπειρίκου, Αντρέ Ζιντ, Τζον Στάινμπεκ και Αντρέ Μαλρώ, τις προσωπικές αφηγήσεις του Ελίας Κανέττι και του Ολιβιέ Ρολέν, τα διηγήματα του Πολ Μπόουλς, τις σύγχρονες μυθιστορίες του Ταχάρ Μπεν Ζελούν και του Ζιλμπέρ Σινουέ και δεκάδες άλλα πονήματα της περιπλάνησης. Αντί προλόγου η συγγραφέας επέλεξε σύντομες φράσεις και αποσπάσματα από τα παραπάνω έργα. Και αντί δικού μου επιλόγου, ιδανικές είναι οι λέξεις του Μισέλ Τουρνιέ από το βιβλίο του Πόλεις – Μάσκες – Κορμιά: «Το νερό ενός βάλτου που μένει ακίνητο, θολώνει. Και μένει διάφανο όταν κυλά. Έτσι κι ο άνθρωπος που ταξιδεύει».

Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2013, σελ. 171, με έγχρωμες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 109 (Μάιος 2016)

18
Μαρ.
15

Jan Morris – Τεργέστη. Η έννοια του πουθενά

1

Μια πόλη για τον τέταρτο κόσμο της Διασποράς

Υπάρχουν ανά την υφήλιο άνθρωποι οι οποίο συγκροτούν έναν Τέταρτο Κόσμο, μια δική τους διασπορά. Αυτοί είναι υπεράνω όλων! Ασχέτως χρώματος. Ασχέτως θρησκείας: μπορεί να είναι χριστιανοί ή ινδουιστές ή μουσουλμάνοι, μπορεί και εβραίοι ή ειδωλολάτρες ή και άθεοι. Μπορεί να είναι νέοι ή γέροι, άντρες ή γυναίκες, στρατιώτες ή ειρηνιστές, πλούσιοι ή φτωχοί. Μπορεί να είναι πατριώτες, ουδέποτε πάντως σωβινιστές. Μοιράζονται μεταξύ τους, ασχέτως εθνικότητας, τις κοινές αξίες του χιούμορ και της κατανόησης. Άμα βρεθείς ανάμεσά τους, δεν πρόκειται ούτε να σε κοροϊδέψουν ούτε να σε πικράνουν, γιατί δεν τους ενδιαφέρει ούτε η φυλή σου ούτε το θρήσκευμά ου, ούτε το φύλο ή η εθνικότητά σου· τους βλάκες τους ανέχονται, αν όχι ευχάριστα, οπωσδήποτε με κατανόηση. Γελάνε εύκολα. Δεν δυσκολεύονται να αισθανθούν ευγνωμοσύνη. […] Είναι εξόριστοι μέσα στην ίδια τους την κοινότητα, γιατί πάντα ανήκουν σε κάποια μειοψηφία, όμως είναι ένα έθνος πανίσχυρο, και κρίμα που δεν το ξέρουν. Είναι το έθνος του πουθενά και έχω καταλήξει να πιστεύω ότι είναι φυσικό να έχει πρωτεύουσά του την Τεργέστη. [σ. 233 – 234]

Trieste_intorno_a_1880._Il_Targesteo

Η Τζαν Μόρις [γεν. 1926] ζούσε και έγραφε ως Τζέιμς Μόρις μέχρι το 1972, οπότε και ολοκλήρωσε την διαδικασία της αλλαγής του φύλου της. Έγραψε έργα ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και δοκιμίου, μυθιστορήματα, διηγήματα και αυτοβιογραφικά κείμενα. Τα ταξιδογραφήματά της είναι γραμμένα με τον τρόπο των αρχετυπικών συγγραφέων – ταξιδευτών – περιπλανώμενων. Συνδυάζουν τα αντικειμενικά στοιχεία με την υποκειμενική ματιά, τα ιστορικά και λογοτεχνικά δεδομένα με την προσωπική περιπλάνηση. Το βιβλίο της για την Τεργέστη θα είναι το τελευταίο της για την πόλη – το υπόσχεται κυρίως στον εαυτό της. Εβδομηντάχρονη πλέον και κοσμογυρισμένη, επιστρέφει αναζητώντας την αλήθεια πάντα στην ίδια προκυμαία.

Στην Τεργέστη περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού, η ιδέα της εθνικότητας φαίνεται ξένη. Η πόλη αυτή διαμόρφωσε τον δικό της χαρακτήρας της προ πολλού από πληθυσμιακές ομάδες προερχόμενες από πολλές χώρες και παραμένει εκ φύσεως μοναχική. Από παραθαλάσσιο χωριό των Ιλλυριών σε ρωμαϊκή επαρχία, ύστερα σπλάχνο της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων της Βιέννης, Ελεύθερο Λιμάνι, κέντρο κοσμοπολιτισμού και αργότερα, όταν το λιμάνι παράκμασε, πόλη βυθισμένη σε νάρκη, στερημένη από την ίδια της την ενδοχώρα, Ελεύθερη Περιοχή και τέλος μοιρασμένη ανάμεσα στην Ιταλία (η πόλη και το λιμάνι) και στην Γιουγκοσλαβία (το μεγαλύτερο μέρος της πέριξ περιοχής), η Τεργέστη μοιάζει να ενσωματώνει κάθε στιγμή του παρελθόντος της. Εκείνο όμως από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει είναι η κληρονομιά της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της. Μπορεί οι οικογένειες να χάθηκαν, όμως τα ονόματά τους είναι ακόμα και σήμερα μέρος του καθημερινού λεξιλογίου· ενίοτε και η ανάμνησή τους. Η διάλεκτος της Τεργέστης άλλωστε σήμερα έχει παρομοιαστεί από τον Ιρλανδοτεργεστίνο λόγιο Τζον Μακ Κορτ «ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πολιτισμών, των εθνών και των γλωσσών που αφομοιώθηκαν από την πόλη».

4

Για την συγγραφέα η Τεργέστη είναι μια αλληγορία του λίμπο στην κοσμική του διάσταση. Εκεί αισθάνεται μόνη ακόμα και όταν είναι με φίλους. Ο Βιεννέζος θεατρικός συγγραφέας Χέρμαν Μπαρ όταν την επισκέφτηκε το 1909 είπε ότι ένιωσε σαν να αιωρούνταν στη ανυπαρξία, σαν να βρέθηκε στο πουθενά. Είναι κι αυτή ένας τόπος που σημαίνει κάτι ιδιαίτερο σε όσους, όπως το έθεσε ο Ρόμπερτ Μιούζιλ, έχουν την εντύπωση ότι το καθετί σημαίνει κάτι περισσότερο από ό,τι έχει την ειλικρινή πρόθεση να σημαίνει. Μέχρι και ο Μαρσέλ Προυστ, που δεν επισκέφτηκε ποτέ του την Τεργέστη, βάζει τον Αφηγητή του να της σκέφτεται ως «το γλυκύτερο μέρος όπου οι άνθρωποι ήταν σκεφτικοί, τα ηλιοβασιλέματα χρυσά και οι καμπάνες των εκκλησιών μελαγχολικές». Ο Ουμπέρτο Σάμπα, ο in excelsis ποιητής της Τεργέστης, δείχνει να είναι διαρκώς μελαγχολικός στη πόλη του.

3 - svevo1

Ακόμα και στην Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, είναι διάχυτη μια βασανιστική αίσθηση του ανικανοποίητου. Ο Ζήνων άλλωστε υποφέρει από κάθε λογής ασθένεια, για να καταλήξει στο τέλος ότι μια maladie imaginaire είναι χειρότερη από την οποιαδήποτε πραγματική γιατί δεν είναι ιάσιμη. Ποτέ πια, ποτέ ξανά είναι η επωδός που στοιχειώνει τις τελευταίες σελίδες της τραγικής νουβέλας του Σβέβο Το γέρασμα. Ιδού η επωδός της ίδιας της Τεργέστης. Ο Σβέβο φαίνεται ότι πέρασε μια πληκτική ζωή στην Τεργέστη, πρώτα ως λογιστής σε ασφαλιστική εταιρεία, κατόπιν ως διευθυντικό στέλεχος στο οικογενειακό εργοστάσιο χρωμάτων και βερνικιών. Αν όμως πιστέψουμε όσα γράφει στα μυθιστορήματά του, πίσω από την αστική πρόσοψη της πόλης κόχλαζε κάθε είδους σεξουαλικό πάθος. Ένα τέτοιο πάθος πάντως χαρακτήρισε την μέγιστη ερωτική ιστορία της πόλης, ανάμεσα στον λογοτέχνη – πορνογράφο Ρίτσαρντ Μπάρτον και την Ίζαμπελ Μπάρτον.

Αυτή η πόλη μοιάζει φτιαγμένη για τους εξόριστους. Έχει προσφέρει άσυλο σε πολλούς που εκπατρίστηκαν, είτε με την θέλησή τους είτε κατ’ ανάγκη, αν και τελικά πολλοί απ’ αυτούς έμειναν εκεί επιθυμώντας κατά βάθος να είναι κάπου αλλού. Γιατί αυτή είναι ειρωνεία με αυτό τον τόπο: να σε έλκει και ταυτόχρονα να σε μελαγχολεί.

5 - giacomo-girolamo-casanova

Ανώνυμοι ξένοι έφτασαν κατά χιλιάδες στην Τεργέστη, άλλοι άντεξαν για λίγο μόνο τον τόπο. Ο Καζανόβα υποχρεώθηκε να μείνει εδώ δυο ολόκληρα χρόνια και πέρασε κατά τα λεγόμενά του ζωή χαρισάμενη, όμως, μόλις οι Επίτροποι της Βενετίας του επέστρεψαν να γυρίσει στον τόπο του, έφυγε μέσα σε μια βδομάδα. ο Έγκον Σίλε έμεινε για μικρό χρονικό διάστημα προσπαθώντας να συνέλθει από τις συνέπιες μιας σύντομης φυλάκισής του. Ο Κόνραντ έγραψε για τους βαστάζους της Τεργέστης, οι Μπούντενμπρουκ του Τόμας Μαν γράφτηκα κατά την παραμονή του στο Οτέλ ντε λα Βιλ, η πιο γνωστή ιστορία του Μπούνιν είχε αρχικά τον τίτλο Ο Κύριος από την Τεργέστη, ο Χάυδν έγραψε την Συμφωνία της Τεργέστης, ο Μάλερ, ο Φρόιντ και ο λόρδος Λούκαν πέρασαν από εδώ.

Η Τεργέστη είναι υπεράνω τουρισμού, οικονομίας, ιστορίας – αν ποτέ υποχρεωνόταν να αυτοδιαφημιστεί, θα της αρκούσε η Sua Triestinita. Η πόλη για την συγγραφέα έχει κάτι το υπαρξιακό, άρα προορισμός της είναι να είναι ο εαυτός της. Την εκμαυλίζει η γοητεία ενός επακόλουθου που χάθηκε, μιας δύναμης που έσβησε, του χρόνου που περνάει, των φίλων που φεύγουν, των μεγάλων πλοίων που πάνε για παλιοσίδερα. Δύσκολα αποφεύγει κανείς το σύνδρομο της Τεργέστης – η ίδια έχει παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια θεραπείας. Εδώ, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, θυμάται τον χαμένο χρόνο, τις χαμένες ευκαιρίες, τους χαμένους φίλους, πάντα μ’ εκείνη την γλυκιά tristesse που ονοματοποιεί την πόλη.

2

Η Tζαν Μόρις γράφει για τους εξόριστους της πόλης όμως σε γενικές γραμμές εξόριστη ένοιωσε κι εκείνη. Το παρελθόν άλλωστε ξένος τόπος είναι, όπως και τα γηρατειά καθώς προχωρείς είναι σαν να μπαίνεις σε άγνωστη περιοχή, σαν να αφήνεις πίσω έναν δικό σου τόπο. Τίποτα δεν μοιάζει με ό,τι γνώριζες πιο πριν. Το σώμα αλλάζει, η εξοχή αλλάζει, ο κόσμος ο ίδιος. Από την άλλη όμως αυτή η ηλικιακή εξορία μπορεί να σημαίνει και μια καινούργια ελευθερία, γιατί τα περισσότερα πράγματα δεν έχουν πια την σημασία που είχαν. Το μόνο που μετράει είναι η καλοσύνη, αυτή «η θεμελιώδης αρχή του πουθενά». Ο Τζόις έλεγε ότι πουθενά αλλού δεν είχε συναντήσει τόση καλοσύνη όσο στην Τεργέστη. Η δική της Τεργέστη παραμένει ο τόπος του εφήμερου, είναι η πόλη των ψευδαισθήσεων· η φαντασία παραγκωνίζει το γεγονός. Μήπως, αναρωτιέται, ακόμα κι όσα μας γράφει αποτελούν προϊόν της ίδιας της φαντασίας που έθρεψε εντός της η πόλη;

7

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, σελ. 245 [Jan Morris, Trieste and the meaning of nowhere, 2001]

Στις εικόνες εκτός από την συγγραφέα: Italo Svevo, Giacomo Casanova, James Joyce σμιλεμένος από και στην Τεργέστη.

07
Ιαν.
14

Λουίς Σεπούλβεδα – Τελευταία νέα από το Νότο

 Το ε1υρετήριο των απωλειών και η παταγωνιώδης μνήμη

 Φωτογραφίες: Ντανιέλ Μορτζίνσκι

Όπως μερικά σπάνια βιβλία γεννιούνται πάνω στην συνύπαρξη των φίλων και στη συνομιλία της στιγμής, έτσι κι ετούτο γεννήθηκε ένα απόγευμα στο Παρίσι του 1996, με τον συγγραφέα και τον αργεντινό φωτογράφο συνεργάτη του Ντανιέλ Μορτζίνσκι (Μπουενος Άιρες, 1960) να μιλούν για την σχέση κειμένου και φωτογραφίας, που μέχρι τότε τους είχε συνταξιδέψει σε όλες τις κοσμικές γωνίες για ρεπορτάζ εφημερίδων και περιοδικών. Μόνο που η περιορισμένη έκταση χώρου στα έντυπα και η τρομαγμένη λογοκρισία ορισμένων εξ’ αυτών άφησε τους δυο κομπανιέρος με ανοιχτούς λογαριασμούς μπροστά στους ανοιχτούς ορίζοντες του Νότου. Έτσι μόνοι τους αυτή τη φορά αποφάσισαν να κυκλώσουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα της νοτιότερης Λατινικής Αμερικής

Luis_SepulvedaΚαι πάλι όμως! Συγκέντρωσαν τις φωτογραφίες σε κόντακτ και όλα όσα έζησαν μετατράπηκαν σε θέμα συζήτησης με τους φίλους αλλά όχι σε βιβλίο – άλλωστε ο φωτογράφος επέμενε ότι τα βιβλία είναι κάτι ζώα παράξενα, απρόβλεπτα, κι ότι υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να τις αφηγείσαι με τη θαλπωρή ενός κρασιού, που τους αρέσει να κουρνιάζουν με χίλιους τρόπους στο στόμα του αφηγητή τους, ώσπου να φτάσει η στιγμή που αυτές και μόνο αυτές θ’ αποφασίσουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί. Άλλωστε ο Σεπούλβεδα διαφοροποιεί τις επιθυμίες του από τις καθιερωμένες των ομότεχνών του: δεν επιθυμεί τα γραπτά του να αποτελούν μνήμη του συγγραφέα  αλλά μέρος της συλλογικής μνήμης, ένα κομμάτι του ελεύθερου αέρα που υπερασπίζονται οι άξιοι άνθρωποι.

Ήρθε τελικά η στιγμή2 να γραφούν και αυτές οι ιστορίες που λειτουργούσαν ως καταφύγιο για τον συγγραφέα, κάθε φορά που δεν αισθανόταν καλά, πόσο μάλλον κατά την τελική γραφή τους. Κάθε μια τους ασχολείται με κάτι οριστικά χαμένο, σαν παρμένο από το «ευρετήριο απωλειών» της εποχής, κατά την έκφραση του εκλεκτού του φίλου και επίσης συγγραφέα Οσβάλντο Σοριάνο, ή σαν ένα βιβλίο μεταθανάτιων ειδήσεων ή ένα μικρό μυθιστόρημα για εξαφανισμένες περιοχές.

Και το ταξίδι, αυτός «ο υπέροχος μηχανισμός ζωής που πάντα φέρνει κοντά τους ομοίους μας», ξεκινάει από την Παταγονία, τον τόπο για τον οποίο ο βρετανικός Τύπος παραληρούσε όχι για την εύθραυστη ομορφιά του αλλά για τις διαφαινόμενες οικονομικές ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση βέβαια τηN2ς «ανάγκης εξόντωσης των βαρβάρων». Γι’ αυτό και γέμισε με καταπατητές, διψασμένους για εδάφη που δεν έμελλε να αγαπήσουν ποτέ. Σήμερα οι επιζώντες τουέλτσε και μαπούτσε επέλεξαν να μη γίνουν άλλη μια τουριστική ατραξιόν και συνεχίζουν να ζουν στις Άνδεις, διατηρώντας την κουλτούρα τους, μια κουλτούρα αντίστασης και μνήμης – κι ας γνωρίζουν πόσο δύσκολο είναι να γραφεί η ιστορία των νικημένων («Καθ’ οδόν»).

Το ευρετήριο των απωλειών παραμερίζεται κάθε φορά που ο συγγραφέας βρίσκεται με τους φίλους του, στις τελετουργικές βόλτες στα ζαχαροπλαστεία ή στο Edelweiss, όπου συναντά τον καυστικό σατιριστή Ενρίκε Πίντι και τον Σοριάνο, που μόλις έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Η ώρα δίχως σκιά. Όποτε διαβάζουμε ή γράφουμε, συμφωνούν οι τρεις ομοτράπεζοι, πραγματώνουμε μια φυγή, την πιο αγνή και νόμιμη δραπέτευση. Όταν η κουβέντα πάει στον πόλεμο στις Μαλβίνες και τους νεκρούς φίλους, αναρωτιούνταιN3 τι να γραφτεί από τις ιστορίες που γεμάτες βρόμα και ατιμία βγαίνουν με βορβορυγμούς από τις διηγήσεις. Είναι όμως εκεί, λουφάζουν, κρύβονται, και περιμένουν τον συγγραφέα, όπως έλεγε και ο Κορτάσαρ – κι οι φίλοι οφείλουν να τις  γράψουν («Η καρδιά της μνήμης μου»).

Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε μ’ αυτό; Ό,τι τολμούν να κάνουν κάποιοι από τους χαρακτήρες μας; Είναι σίγουρο πως αυτοί εκδικούνται για λογαριασμό μας και για λογαριασμό όλων όσοι μέσα τους κρατούν ακόμα την ιερή οργή των νικημένων, των προδομένων, στις φλέβες τους κυλάει μελάνι, κι ακριβώς γι’ αυτό είναι κόσμιοι. [σ. 42]

N1Ακόμα κι όταν το αυτοκίνητο χάνει τον προσανατολισμό του η παρέα δεν σταματάει, καθώς στην Παταγονία λένε πως η οπισθοδρόμηση είναι γρουσουζιά και η μοίρα είναι πάντα μπροστά. Ευτυχώς αγνωστικιστές, όπως τονίζουν οι δυο συνεργάτες, αναζητούν την εσωτερική γαλήνη που μόνο η δράση χαρίζει. Μια τέτοια «χαμένη» πορεία τους οδηγεί στο σπίτι μιας ευτυχισμένης γριούλας που φαίνεται να ζει «μόνη της», αλλά πόσο μόνη, απορεί, όταν έχει σκύλο, πρόβατα, φυτά και λουλούδια. Οι μαγευτικές ιστορίες της δόνια Ντέλια είναι γεμάτες με την απλούστερη ευτυχία, όπως τώρα που μοιράζεται τα γενέθλια των ενενήντα πέντε χρόνων της με δυο ταξιδιώτες, ή, όπως όταν οι καταπατητές ήρθαν και πετσόκοψαν τη γη, έφεραν και τον … Τεντ Τέρνερ με τον Σιλβέστερ Σταλόνε να αγοράσουν σε τιμή ευκαιρίας. Όμως η είδηση διαδόθηκε από πουλπερία σε πουλπερία και οι κινήσεις κάποιων αγωνιστών της ζωής απέτρεψαν την αγορά και ιδού τι συμβαίνει στην Παταγονία: η εύθραυστη «κυρά των θαυμάτων» νίκησε τον Ράμπο!

Patagonia-ExpressΟι ιστορίες είναι άξιες διήγησης, ανάγνωσης και διασποράς, είτε διαβάζουμε για τα παιδιά της Βιολέτα Πάρα και τον Ομάρ Τορίχος, τον παναμέζο στρατιωτικό και επαναστάτη που χρημάτισε Πρόεδρος της χώρας του για δεκατρία χρόνια μέχρι να δολοφονηθεί, είτε για την Ταξιαρχία Ραμόνα Πάρα (το εικαστικό και τοιχογραφικό «κίνημα» των μελών της Κομμουνιστικής Νεολαίας της Χιλής) και το Μέτωπο Μανουέλ Ροδρίγκες (τη χιλιανή αντιστασιακή ομάδα που συγκροτήθηκε το 1983 για να πολεμήσει το καθεστώς Πινοτσέτ), τους ποιητές, ακτιβιστές και αγωνιστές, με όλες τις πολύτιμες πληροφορίες χάρη στο – όπως πάντα – πλήρες ευρετήριο του μεταφραστή, απαραίτητου συνταξιδιώτη μας και πρεσβευτή του καθάριου σεπουλβεδιανού κόσμου. Που όσο πικρός κι αν είναι, όπως στο τελευταίο ταξίδι του Παταγονία Εξπρές, άλλο τόσο γεμίζει φως τους αξιοπρεπείς και τους δίκαιους.

Εκδ. Opera, 2012, μετάφραση – σημειώσεις Αχιλλέας Κυριακίδης, σελ. 175, με ευρετήριο ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων και γλωσσάριο [Luis Sepulveda & Daniel Mordziski – Últimas noticias del Sur, 2011]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr, υπό τον τίτλο Παταγωνιώδεις Ήρωες.

19
Δεκ.
12

Γεώργιος Βέης – Έρωτες τοπίων. Κίνα, Ινδονησία, Ιαπωνία, Ταϊλάνδη. Μαρτυρίες, μεταφορές.

ERVTES TOPIVNΝα τα θυμηθώ όλα αυτά, να τα θυμηθώ

Η μορφολογία των ρευστών τοπίων: ό,τι μόλις πριν από λίγο θεωρήθηκε σταθερό τώρα φαντάζει απόχρωση, κίνηση σκιάς και αμφιβολία ουσίας. Πρόκειται για την αδυναμία της πρόσληψης εκείνου του σταθερού μέτρου που θα με οδηγήσει με τη σειρά του στη βεβαιότητα συμπεράσματος. Εννοώ έναν αμετάβλητο παράγοντα, που θα τον διακρίνει η ασφάλεια, η επάρκεια της γνώριμης αίσθησης ενός φλιτζανιού με τσάι γιασεμιού. Αλλά κι αυτό το συναίσθημα, η ατελεύτητη αιώρηση, η περιδίνηση στο μάλλον φευγαλέο νόημα, μήπως δεν είναι εντέλει η ολοκληρωτική κατάκτηση της ελευθερίας; Η έσχατη ταξιδιωτική εμπειρία. [σ. 186]

Να τα θυμηθεί λοιπόν όλα, αγωνιά ο συγγραφέας, να τα θυμηθεί, όπως μονολογεί εδώ κι εκεί, αγωνιζόμενος πάνω στον κυκεώνα της γραφής σε συνάρτηση και με την απληστία του χρόνου: να σπουδάσει τις πιθανές αντιστοιχίες του τεσσάρων χωρών και των γραπτών του, να απομονώσει, να συμπυκνώσει το οριακό κάτι. Άλλωστε το επίγραμμα του Κάρλος ComfuciusΦουέντες και του Αρτέμιο Κρουζ του υπήρξε επιτακτικό: Η μνήμη είναι η ικανοποιημένη επιθυμία· επιβίωσε με τη μνήμη, πριν να είναι πολύ αργά, πριν το χάος σ’ εμποδίσει να θυμηθείς. Και η διαθήκη του Ελίας Κανέτι πολύτιμη: Στα ταξίδια τα αποδέχεται κανείς όλα, η αγανάκτηση μένει στο σπίτι. Βλέπεις, ακούς και ενθουσιάζεσαι με το πιο φοβερό, γιατί είναι καινούργιο. Οι καλοί ταξιδιώτες δεν έχουν καρδιά.

 Στον τάφο του Κομφούκιου ο συγγραφέας παραδέχεται πως ο παρών – απών ανέκαθεν στοίχειωνε τις μελέτες του γύρω από τον ασιατικό τρόπο σκέψεις και πως σταδιακά η έννοια του ταξιδιού στην Κίνα και το υλικό των Αναλέκτων με όλη τη συναφή κομφουκιανή μυθολογία άρχισαν να θεωρούνται ταυτόσημα μέσα του. Στην ραγισμένη επιγραφή διακρίνονται τα χτυπήματα από τα σφυριά και τους λοστούς των ερυθροφρουρών της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης, τότε που προπαγανδίστηκε με φανατισμό «όχι μόνο η θεωρητική απόρριψη του κομφουκιανισμού ως τρόπου ζωής, αλλά το κυριολεκτικό ξερίζωμά του σε πανεθνικό επίπεδο».

BuddhaΑλλά αυτό ήταν ένα τίποτα του χρόνου μέσα στο πέρασμα των σινικών αιώνων. Ο Κομφούκιος είναι ένας μέτοικος του 21ιου αιώνα, το δίδαγμά του κυκλοφορεί, ενυπάρχει, εννοείται. Η προσφυγή σ’ αυτόν γίνεται χαμηλόφωνα, ενίοτε έμμεσα κι εκείνος μνημειώνει τις συνειδήσεις των νεότερων, την περίσκεψη, την προσαρμογή στις ανάγκες μιας πειθαρχημένης ζωής, πλούσιας όμως σε αποκρυσταλλώσεις του ουσιώδους. Ο Κομφούκιος επιθυμεί να θεμελιώσει τον κώδικα μιας αιτιολογημένης ηθικής στη θέση της δεισιδαιμονίας.

H επίσκεψη στο σωζόμενο μεσαίο δάχτυλο του Βούδα τροφοδοτεί με τη σειρά της άλλες σκέψεις. Το ακροτελεύτιο κομμάτι από τη σορό του διέφυγε της προσοχής των θερμόαιμων κόκκινων φρουρών, που διακατέχονταν και από αντιβουδιστικό μένος. tumblr_m835wt8Cbg1r3ocrzo1_500Ο κομφουκισμός πάντως δεν ήρθε σε κάθετη αντιπαράθεση με τον βουδισμό· αντίθετα συνέπλευσε με τα ιδεώδη του χωρίς να διχάσει την εξέλιξη της σινικής σκέψης. Σε κάθε περίπτωση ο συγγραφέας βλέπει στο βλέμμα των πιστών που κατακλύζουν σήμερα το κέντρο του Χονγκ Κονγκ την αποδοχή ενός βέβαιου επέκεινα χωρίς την μεσολάβηση μιας οποιαδήποτε άνωθεν επιβολής ή προπαγανδιστικής εκστρατείας.

Τελικά η παράλληλη δράση του ταοϊσμού, του κομφουκισμού και του ύστερου βουδισμού προσδιόρισε με ακρίβεια τις κύριες δομές της απαραίτητης διαλεκτικής ωρίμανσης. Όπως ακριβώς η κίνηση και η ακινησία οριοθετούν αντίστοιχα, σε ισότιμη μάλιστα βάση, την ενιαία στάση ζωής, όπως την εισπράττουμε στο σύνολό της, έτσι και η σινική τακτική του πρακτικού λόγου αφομοίωσε το παράταιρο, το εναντιωματικό, το αλλότριο μέσα στο προφανές ή στο αναγκαίο. [σ. 74]

geisha_011-1Η υπεράσπιση του πρακτικού μέσου από τους Κινέζους και η πρωτοκαθεδρία του χειροπιαστού έρχονται σε αντίθεση με τον απολύτως θεωρητικό βίο ή την κατάδυση του εγώ στα βάθη του μεταφυσικού, στα οποία επιδίδονται τα εκατομμύρια των Ινδών και όχι μόνο. Τα αντικείμενα στην Κίνα μεταμορφώνονται σε εκμαγεία αναστοχασμών, ενώ ο Φοίνικας, η αρχαία εμμονή των Κινέζων, υποδηλώνει την προσήλωση στην θεωρία της ανακύκλησης των όντων, σ’ αυτό τον ασίγαστο πόθο διαιώνισης. Ο Ναμπόκοφ στο μυθιστόρημά του Ada μιλάει κάποτε σαν καλός μαθητής του ΤΑΟ.

Οι τάφοι – κήποι, γράφει ο Βέης, δηλώνουν κάτι πέρα από τη συνήθη υπόμνηση της θνητότητας. Τα μνήματα χωρίς τα καθιερωμένα εμβλήματα των θρησκευτικών δογμάτων  είναι σωροί χωμάτων που σιγά σιγά έγιναν φυτώρια στοχασμού και img_XIIIsalon_mangaαυτή ακριβώς η εξάλειψη του ιερατικού δίνει στις αλέες του νεκροταφείου την αύρα μιας «αειθαλούς σχολής σκέψης». Στο Σπήλαιο των Ποιημάτων, πάλι, μια ολόκληρη ανθολογία αποτυπώνεται σχολιαστικά στην αιώνια σελίδα της πέτρας και στο υδάτινο βιβλίο αναπνέει ο πολιτισμός του ρυθμικού φωνήματος.

Το κινητό μυθιστόρημα κατακλύζει την Κίνα. Διάφοροι επώνυμοι συγγραφείς έχουν ήδη αρχίσει να διοχετεύουν τα μυθιστορήματα – ποταμούς τους στις λιλιπούτειες οθόνες των φορητών τηλεφώνων εκατομμυρίων αναγνωστών. Ο κόσμος αναπλάθεται με μινιμαλιστικό τρόπο και ασύλληπτη ταχύτητα με τα τηλεμηνύματα, αυτόν τον κειμενικό κόκκο ρυζιού. Στην περίπτωση των 4.200 ιδεογραμμάτων του έργου Έξω από το Κάστρο, οι συνδρομητές της κινητής λογοτεχνίας καλούν ένα συγκεκριμένο αριθμό δυο φορές την ημέρα, αναζητώντας τον μύθο μέσα από τον αλγόριθμο της προηγμένης τηλεφωνίας. Το στοίχημα των ριζικών πυκνώσεων και των λακωνικών εκφορών έχει κερδηθεί.

mishima2Ινδονησία: σε πλατείες που κρύβουν οι λόχμες, σε προαύλια δημοτικών καταστημάτων, σε περιβόλους αφανών ναών, σε κήπους χορταριασμένων παλατιών αλλά και σε νεκροταφεία ο χορός ως έκφραση του υπερβατικού επιβεβαιώνει μια αδιάσπαστη εθνολογική συνέχεια. Η ευτυχής συγκυρία της πανηγυρικής εκτέλεσης χορών της κατηγορίας Λεγκόνγκ εμπνέει την λεκτική της εκδοχή: Η τόσο έντονη δράση του κορμιού, το στροβίλισμα της κόρης των οφθαλμών, η μανική δόνηση και των τεσσάρων άκρων, που υπαγορεύει το ιερό, καθίσταται έτσι η άλλη Φύση, δηλαδή η κύρια.

Στην Ιαπωνία ο Βέης ενεργεί, κατά παραδοχή του, ως εντομολόγος: επιλέγει το ελάχιστο για να αναχθεί στην ορολογία του γενικού και στην ασφάλεια της ομάδας. Δεν είναι όλα όσα βλέπει γύρω του επίλεκτα προσωπεία του διαφορετικού αλλά υποκείμενα των ίδιων ποιοτήτων. Από την άλλη είναι πεπεισμένος (κι εμείς μαζί του) πως σε αυτή τη χώρα κανένας δεν ήταν απόλυτα προετοιμασμένος για το οριστικό πέρασμα από το λυρισμό της παράδοσης και την ασκητική λατρεία του Αυτοκράτορα – Πατέρα στην ισχυρή δύναμη του Ειρηνικού, στην απρόσωπη υπεραξία, στα ιδιώματα του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Και όλοι γνωρίζουμε πόσο βασανίστηκε από το χάσμα ο Γιούκιο Μισίμα και πώς αντέδρασε.

The Woman in the Dunes, 1964.Η χώρα ακολούθησε επί αιώνες το παράδειγμα του αντίπαλου δέους της, της γειτονικής Κίνας, μαθητεύοντας στην ακριβολογία των μικροσκοπικών μεγεθών σαν να ήταν οι πύλες της καθαρότερης γνώσης. Το ελάχιστο ισούται πάντα με ένα επιβλητικό σύνολο εννοιών. «Στο διανυκτερεύον μουσείο των Χαϊκού» ο συγγραφέας αναρωτιέται τι μπορεί κανείς να πει για ετούτες τις επιγραμματικές αποδόσεις της στιγμιαίας αιωνιότητας· ίσως με τα χαϊκού να μαθαίνουμε ό,τι η άλλη λογοτεχνία θέλει να δείξει και συνήθως δε μπορεί. Και πώς να μη μείνει κανείς έκπληκτος με την αντιστροφή, από την εξωστρεφή χλιδή και την φωτοχυσία των εμπορικών κέντρων να περνάμε στην αναπάντεχη λιτότητα των δεκαεπτά συλλαβών και στην απολυταρχία μιας αυστηρής έκφρασης που χωράει το δεδομένο παν, το δευτερόλεπτο της σημαίνουσας αίσθησης;

Στηνtumblr_mbw6ndqrD21rrdtd3o1_500 Ταϊλάνδη ένας μικρός χώρος αφιερωμένος στη δημόσια λατρεία του φαλλού,  αμνημόνευτος συνήθως στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μοιάζει με μια υποσημείωση στο περιθώριο της ασίγαστης, βουερής Μπανγκόκ. Δεν υπάρχει εδώ καμία βλοσυρή θεότητα παρά ένα προσηνές εφέστιο ον και η συνείδηση των βουδιστών Ταϊλανδών πως η Φύση να ανανεώνει διαρκώς τον εαυτό της· εδώ η σεξουαλικότητα εννοείται κυριολεκτικά ως οιωνός και ως Πράγμα καθεαυτό.

Women-BathingΠαραθέματα από τους Χιούμ, Νίτσε, Μπόρχες, Mπατάιγ, Γουλφ, Κόνραντ, Φώκνερ, Μπένγιαμιν, Τανιζάκι, Μπαρτ, Ρολέν, Χερν, Μισώ, Βαν Γκούλικ και δεκάδες άλλους συμπληρώνουν τις ψηφίδες της αντανάκλασης των τεσσάρων χωρών στα καθ’ ημάς. Και εδώ τα περισσότερα από τα κείμενα δημοσιεύτηκαν με μικρές παραλλαγές στα περιοδικά (δε)κατα, Λέξη, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Passport, Πλανόδιον, Το δέντρο, σε ηλεκτρονικές σελίδες και ένθετα εφημερίδων.

Εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 249, με 16σέλιδο έγχρωμων φωτογραφιών. H μαυρόασπρη εικόνα είναι από την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίο του Κόμπο Αμπέ Η γυναίκα της άμμου (Ηiroshi Teshigahara, 1964). Στην αμέσως προηγούμενη: Πολεμιστής Γιούκιο Μισίμα.




Σεπτεμβρίου 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Αυγ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930  

Blog Stats

  • 861,934 hits

Αρχείο