W.G. Sebald – Άουστερλιτς

teliko austerlitz.qxd

Τα ερείπια της Ευρώπης, το παρελθόν που μας περιβάλλει

… πόσο λίγα μπορούμε να συγκρατήσουμε, πόσων λογιών και πόσο πολλά πράγματα περνάνε διαρκώς στη λήθη, με κάθε ζωή που σβήνει, πώς ο κόσμος αδειάζει, σαν να λέμε, από μόνος του, καθώς κανένας δεν ακούει, δεν ζωγραφίζει και δεν διηγείται τις ιστορίες που μένουν πίσω σε αμέτρητους τόπους και αντικείμενα, που από μόνα τους δεν έχουν τη δυνατότητα της μνήμης, ιστορίες, για παράδειγμα […] όπως αυτή που λένε τα αχυρένια στρώματα, αφημένα σαν φαντάσματα πάνω στα σανιδοκρέβατα… [σ. 28 – 29]

Η μνήμη πρωταγωνιστεί ξανά στο έσχατο βιβλίο του συγγραφέα που πάντα σε παρασύρει σε ατέλειωτες περιπλανήσεις σε πάσης φύσεως τόπους και αναμνήσεις. Αυτή τη φορά κτήτωρ και χρήστης τους είναι ο Ζακ Άουστερλιτς, που πλέκει ένα συνεχές, πυκνό δίκτυο αφηγήσεων που ανασυνθέτει ο αφηγητής – συγγραφέας. Ο αφηγητής γνωρίζει τον Άουστερλιτς μέσα στη σκοτεινή αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού της Αμβέρσας, ανάμεσα σε δυο ιδιαίτερους χώρους, το Νυχτόραμα και στην Αίθουσα των χαμένων βημάτων.

Sebald 3

Ήταν ένας άντρας που έμοιαζε νέος παρά το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους, απασχολημένος να φτιάχνει σχέδια και σκίτσα, κρατώντας κάποια στιγμή μια φωτογραφική μηχανή, μια παλιά Ένσαϊν με φυσούνα. Ο Άουστερλιτς ανταποκρίθηκε στην διάθεση του αφηγητή για συνομιλία, δίχως να παραξενευτεί για την αμεσότητά του – όπως άλλωστε αντιλήφθηκε πολλές φορές έκτοτε, οι μοναχικοί ταξιδιώτες είναι κατά κανόνα ευγνώμονες όταν βρίσκουν συνομιλητή καμιά φορά έπειτα από σιωπή αδιάκοπη για μέρες. Συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις αποδεικνύεται κιόλας ότι είναι έτοιμοι ακόμη και να ανοιχτούν χωρίς αναστολές σε κάποιον ξένο.

Ακολουθεί μια σειρά τυχαίων συναντήσεων των δυο αντρών. Η δεύτερη συνάντηση συμβαίνει σ’ ένα μικρό μπαρ σε μια βιομηχανική περιοχή της Λιέγης, όπου ο Άουστερλιτς κρατούσε σημειώσεις σ’ ένα τραπεζάκι από μελαμίνη, για την νέα πια αρχιτεκτονική, που εξέφραζαν η αναλαμπή από τις υψικαμίνους ενός τεράστιου σιδηροχυτηρίου, τα οράματα της ιδανικής εργατούπολης και η απερίσκεπτη κατασκευή εργατικών πολυκατοικιών, οδηγώντας τον στην σκέψη ότι πάντοτε τα καλύτερά μας σχέδια μετατρέπονται κατά την υλοποίησή τους στο ακριβώς αντίθετό τους. Η τρίτη συνάντηση «έμελλε» να γίνει στα σκαλοπάτια του δικαστικού μεγάρου, όπου ο Άουστερλιτς συλλογίζεται πάνω στους δαιδάλους του κτίσματος: διάδρομοι που δεν οδηγούν πουθενά, αίθουσες και δωμάτια χωρίς πόρτες, εσωτερικές αυλές χωρίς μια αχτίδα φωτός, αδιέξοδα με στοιβαγμένα ντουλάπια, γραφεία και έγγραφα, λες και κάποιος πάσχιζε κι εδώ ν’ αντισταθεί σε μια πολιορκία. 

ensign

Αυτή είναι μία από τις μανίες του Άουστερλιτς: η αρχιτεκτονική και η ιστορία της, στην ουσία ο τρόπος με τον οποίο ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Ο ψηλός θόλος του σταθμού της Λουκέρνης του δίνει την αίσθηση ότι βρίσκεται κανείς, πέρα από κάθε εγκοσμιότητα, σε έναν καθεδρικό ναό αφιερωμένο στις διεθνείς συγκοινωνίες και στο διεθνές εμπόριο, ενώ το ρολόι του γίνεται ο εκφραστής της νέας παντοδυναμίας, καθώς οι επιβάτες οφείλουν να συντονίσουν την ζωή τους με αυτό. Οι μελέτες του Άουστερλιτς για την αρχιτεκτονική των σιδηροδρομικών σταθμών καταλήγουν κι αυτές σε συλλογισμούς σοφίας και θλίψης ή νέων αναζητήσεων καθώς, αναρωτιέται αν οι σχεδιαστές αυτών των τόπων έχουν σκεφτεί το βάσανο του αποχαιρετισμού και τον φόβο του ξένου.

Αλλά είναι η εξέλιξη των οχυρωματικών έργων που τον σαγηνεύει, καθώς με κάθε ευκαιρία διαπιστώνει πως όσο οχυρώνεται κανείς, άλλο τόσο βαθύτερα μπαίνει στην άμυνα. Ένα μικρό άρθρο για το οχυρό του Μπρέεντονκ τον οδηγεί στις πύλες του παράξενου κτίσματος που δεν φαίνεται να ακολουθεί κανένα αρχιτεκτονικό σχέδιο παρά κάποιο καρκινοειδές ον (ο συγγραφέας παραθέτει την κάτοψη για του λόγου το αληθέστατο). Η περιπλάνηση στον στοιχειωτικό χώρο, μεταξύ άλλων και πρώην ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, προκαλεί σειρά ανάλογων σκέψεων, που κάποτε διασταυρώνονται με τις εφιαλτικές μνήμες του Ζαν Αμερύ και κάποια λόγια του Κλωντ Σιμόν όταν κατερχόταν στην αποθήκη των αναμνήσεών του.

auster.

Θα έπρεπε μια φορά, είπε ακόμη, να φτιάξουμε έναν κατάλογο με τα οικοδομήματά μας καταχωρισμένα κατά μέγεθος, και τότε θα αντιλαμβανόμασταν αμέσως ότι τα κτίρια που βρίσκονται κάτω από το σύνηθες μέγεθος των οικιακών αρχιτεκτονημάτων – η καλύβα, το ερημητήριο, το σπιτάκι του φύλακα, το περίπτερο με θέα, το παιδικό σπίτι στον κήπο – μας υπόσχονται τουλάχιστον μια αναλαμπή ειρήνης, ενώ αντίθετα κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι του αρέσει ένα γιγαντιαίο κτίριο… Θα το θαύμαζε στην καλύτερη περίπτωση, και ο θαυμασμός αυτός είναι ακριβώς ο προάγγελος του τρόμου, γιατί γνωρίζουμε βέβαια ότι τα κτίρια τεραστίων διαστάσεων στέκουν εκ των προτέρων στη σκιά της καταστροφής τους και η σύλληψή τους εμπεριέχει εξαρχής τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα μετατραπούν σε ερείπια.

Ο Άουστερλιτς δεν έχει καταγωγή. Όταν ήταν παιδί στερήθηκε πατρίδα, γλώσσα και όνομα και τώρα δεν μπορεί να αισθανθεί οικεία πουθενά και αναζητά απεγνωσμένα την ταυτότητα της καταγωγής του. Ήταν απλά ένας Εβραίος που έφτασε στην Ουαλία και μεγάλωσε σ’ ένα μικρό χωριό στο σπίτι ενός καλβινιστή ιεροκήρυκα και της γυναίκας του, η οποία καμιά φορά τριγύρναγε απλώς μέσα στο σπίτι για να ελέγξει αν ήταν όλα στη θέση τους, αμετακίνητα, όπως κατ’ αυτήν έπρεπε. Εκεί έζησε σιωπηλά και μοναχικά, σκυμμένος πάνω από μεγάλα λεξικά και άτλαντες.

w-g-sebald-3

Ποτέ δεν αισθάνθηκε, όπως ομολογεί, ότι ανήκει σε μια κοινωνική ή επαγγελματική τάξη ή σε ένα δόγμα. Νιώθει εξίσου άβολα ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τους διανοούμενους όσο και στην μικροαστική ζωή και αδυνατεί να συνάψει στενές φιλίες. Με τους ανθρώπους τον συνδέουν μόνο συγκεκριμένοι τύποι ευγένειας, τους οποίους τραβούσε στα άκρα, προτού απομακρυνθεί οριστικά. Στις αέναες ευρωπαϊκές περιπλανήσεις του ο Άουστερλιτς αναζητά την καταγωγή του, κι ας μην έχει συναντήσει ποτέ κανέναν με τέτοιο όνομα στους τηλεφωνικούς καταλόγους πόλεων και χωρών.

Ο χρόνος, είπε ο Άουστερλιτς μέσα στο αστεροσκοπείο του Γκρήνουιτς, είναι μακράν η πιο ψεύτικη απ’ όλες τις εφευρέσεις μας….αλλά κάποτε σ’ έναν σταθμό, θαυμάζοντας μια γυναίκα που λίμαρε απορροφημένη τα νύχια της, είπε φευγαλέα ότι ήταν η θέα του χρόνου που περνάει, όπως αργότερα κι αντίστροφα συνέχιζε να βλέπει μπροστά του την Αντέλα: όμορφη όπως ήταν τότε, έτσι αναλλοίωτη έχει μείνει πάντα για μένα. Σε κάποια άλλη στιγμή εξομολογείται στον συνομιλητή του ότι συνήθιζε να αποκλείει τον εαυτό του από τα λεγόμενα τρέχοντα γεγονότα, με την ελπίδα ότι ο χρόνος δεν θα περάσει, ότι θα μπορούσε να τρέξει πίσω του, ότι εκεί θα ήταν όλα όπως πριν, ότι όλες οι στιγμές του χρόνου υπάρχουν ταυτόχρονα, η μια δίπλα στην άλλη…

278

Όλοι εμείς, ακόμη κι αυτοί που πίστευαν ότι έχουν παρατηρήσει και την πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, αρκούμαστε σε κοινότοπες εκφράσεις, σαν τα έτοιμα σκηνικά που τα βλέπουμε ίδια κι απαράλλαχτα, σ’ ένα σωρό παραστάσεις. Προσπαθούμε να αναπαράγουμε την πραγματικότητα, όσο περισσότερο προσπαθούμε όμως τόσο πιο πολύ μας επιβάλλεται αυτό που ανέκαθεν βλέπαμε στο θέατρο της Ιστορίας: ο πεσών τυμπανιστής στρατιώτης να μαχαιρώνει άλλον στρατιώτη, το μάτι ενός αλόγου να σβήνει, ο άτρωτος αυτοκράτορας περιστοιχισμένος από τους στρατηγούς του, μέσα στην παγωμένη στο χρόνο αντάρα της μάχης. Η ενασχόλησή μας με την Ιστορία, ήταν, κατά την άποψη του Χίλαρυ, ενασχόληση με προκατασκευασμένες πάντοτε εικόνες, χαραγμένες στο βάθος του μυαλού μας, στις οποίες κολλάμε διαρκώς το βλέμμα μας, ενώ η αλήθεια βρίσκεται κάπου αλλού, σ’ ένα «εκτός» που δεν το έχει ανακαλύψει άνθρωπος. [σ. 76 – 77]

theresien_

Το Άουστερλιτς είναι η ιστορία μιας ατέλειωτης περιπλάνησης στα ερείπια της Ευρώπης· σε μνημεία, εγκαταλελειμμένες και ερειπωμένες επαύλεις, νυχτερινά περίχωρα, σταθμούς. Είναι μια διήγηση μέσα στην διήγηση («είπε ο Άουστερλιτς», «έπιασε την αφήγηση ο Άουστερλιτς») για τους ξεριζωμένους και τους απάτριδες, μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη και να μην χαθεί το παρελθόν. Είναι η ατέλειωτη εικονογραφία του συγγραφέα – το σμήνος των γλάρων που έχει μαζευτεί όπως πάντα στο γήπεδο ποδοσφαίρου έξω απ’ το Ίπσουιτς, οι μισοβουλιαγμένες βάρκες στα τενάγη του Κόλτσεστερ, οι μαυρισμένοι από το ντίζελ τοίχοι στα βιομηχανικά προάστια. Είναι, τέλος, η προσπάθεια της γλώσσας να δει με φωτογραφίες και να μιλήσει με λέξεις που πασχίζουν να τα εκφράσουν όλα αυτά.

SONY DSC

Αν θεωρήσουμε τη γλώσσα μια παλιά πόλη, με ένα λαβύρινθο από στενάκια και πλατείες, με συνοικίες που φτάνουν βαθιά πίσω στο χρόνο, με γκρεμισμένες, αναβαθμισμένες και ξαναχτισμένες γειτονιές και πιο απομακρυσμένα προάστια που όλο και εξαπλώνονται στα περίχωρα, τότε εγώ έμοιαζα με άνθρωπο που λόγω μιας μακρόχρονης απουσίας δεν μπορεί πια να βρει το δρόμο του σ’ αυτό το συνονθύλευμα, δεν ξέρει πια σε τι χρησιμεύει μια στάση λεωφορείου, τι είναι ακάλυπτος, διασταύρωση, λεωφόρος ή γέφυρα. Ολόκληρο το οικοδόμημα της γλώσσας, η συντακτική διάταξη των επιμέρους τμημάτων, η στίξη, οι σύνδεσμοι, ακόμα και τα ονόματα συνηθισμένων πραγμάτων, όλα ήταν τυλιγμένα σε μια αδιαπέραστη ομίχλη. […] Πίστευα διαρκώς ότι μια φράση είναι κάτι που υποθετικά μόνο έχει νήμα, στην καλύτερη περίπτωση προσωρινό, κάτι σαν απόφυση της ασχετοσύνης μας, με το οποίο, όπως μερικά φυτά και ζώα της θάλασσας με τα πλοκάμια τους, ψηλαφούμε το σκοτάδι που μας περιβάλλει. [σ. 129 – 130]

Εκδ. Άγρα, 2006, μτφ. από τα Γερμανικά Ιωάννα Μεϊτάνη, σελ. 306 [Austerlitz, 2000].

Oι εικόνες 3, 5 και 6 προέρχονται από το βιβλίο.

Kwame Anthony Appiah – Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων

Appiah_

Μπορεί να γραφτεί ένα ηθικό μανιφέστο για έναν πλανήτη που μοιραζόμαστε με περισσότερους από έξι δισεκατομμύρια ξένους; Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Ποιες είναι οι ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας; Ο συγγραφέας, φιλόσοφος, θεωρητικός του πολιτισμού και μυθιστοριογράφος με ενδιαφέρον για την πολιτική και ηθική φιλοσοφία, την φιλοσοφία της γλώσσας και του νου και την αφρικανική πνευματική ιστορία, εκθέτει προβληματισμούς και προτάσεις, σε μια ενδιαφέρουσα σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας.

Γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, μεγαλωμένος στην Γκάνα και με σπουδές στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Άπια θυμάται ττ τελευταίο μήνυμα που του άφησε ο πατέρας του στον ίδιο και τις αδελφές του: Να θυμάστε ότι είστε πολίτες του κόσμου. Άλλωστε ακόμα και στην πόλη Κουμάσι όπου μεγάλωσε, πρωτεύουσα της περιοχής Ασάντι της Γκάνας, ζούσαν αμέτρητοι «ξένοι»: λιβανέζικες και συριακές οικογένειες, μαρωνιτικές και μουσουλμανικές κοινότητες και πλείστοι Ευρωπαίοι – Έλληνες, Ούγγροι, Ιρλανδοί, Σκωτσέζοι, Άγγλοι επαγγελματίες. Και, όπως θυμάται, ποτέ του δεν αναρωτήθηκε γιατί ήρθαν από τόσο μακριά και γιατί δεν έφυγαν μετά την ανεξαρτησία της χώρας.

family-1969_

Στο διαρκώς περιπλανώμενο είδος μας, ο διαχωρισμός των κοινοτήτων και η απομόνωση συνιστούσαν πάντα παρέκκλιση. Η παρόρμηση να μεταναστεύουμε δεν είναι λιγότερο «φυσική» από την παρόρμηση να εγκατασταθούμε κάπου μόνιμα. Ταυτοχρόνως, οι περισσότεροι άνθρωποι που έμαθαν την γλώσσα και τα έθιμα άλλων τόπων δεν το έκαναν από απλή περιέργεια. Συνεπώς ο κοσμοπολιτισμός δεν πρέπει να θεωρείται υψηλό επίτευγμα. Αρχίζει με την απλή ιδέα ότι στην ανθρώπινη κοινότητα, όπως και στις εθνικές κοινότητες, είναι αναγκαίο να αναπτύξουμε συνθήκες συνύπαρξης: της συνομιλίας με την παλαιότερη σημασία της, της συναναστροφής, της σύμπραξης.

Ο κάθε άνθρωπος για τον οποίο ξέρετε κάτι και τον οποίο μπορείτε να επηρεάσετε, γράφει ο συγγραφέας, είναι κάποιος απέναντι στον οποίο έχετε ευθύνες. Αυτή η άποψη είναι η ουσία της ίδιας της ηθικής. Επομένως η πρόσκληση είναι να πάρουμε το μυαλό και την καρδιά των ανθρώπων όπως διαμορφώθηκαν ζώντας σε τοπικές ομάδες επί πολλές χιλιετίες και να τα εφοδιάσουμε με ιδέες και θεσμούς που θα μας επιτρέπουν να ζούμε μαζί σαν μια παγκόσμια φυλή. Ο κοσμοπολίτης γνωρίζει ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και ότι μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις διαφορές μας. Ούτε προσδοκά ούτε επιθυμεί να συγκλίνουν όλοι οι άνθρωποι ή όλες οι κοινωνίες σε έναν ενιαίο τρόπο ζωής.

Virginia Wolf

Η Βιρτζίνια Γουλφ προέτρεπε σε «ελευθερία από μη πραγματικούς δεσμούς πίστης και αφοσίωσης» – έθνος, φύλο, σχολείο, γειτονιά και ούτε καθεξής. Στο ίδιο πνεύμα, ο Λέων Τολστόι καταφερόταν εναντίον της «ηλιθιότητας» και του πατριωτισμού. Να καταστρέψουμε τον πόλεμο, να καταστρέψουμε τον πατριωτισμό, έγραφε σε ένα δοκίμιο του 1896. Παρομοίως, μερικοί σύγχρονοι φιλόσοφοι υποστηρίζουν ότι τα σύνορα των εθνών δεν είναι παρά ατυχήματα της ιστορίας, χωρίς δίκαιη αξίωση στη συνείδησή μας. Ο συγγραφέας διατρέχει την συναρπαστική ιστορία του ταξιδιώτη σερ Ρίτσαρντ Φράνσις Μπέρτον, που γοητευόταν από το ευρύ φάσμα των ανθρώπινων επινοήσεων και την ποικιλία των τρόπων ζωής και σκέψης.

Sir Richard Burton_

Ο Μπέρτον κατάφερε να βλέπει τον κόσμο μέσα από αντιλήψεις διαφορετικές από εκείνες με τις οποίες είχε ανατραφεί· όμως επανειλημμένα στα γραπτά του προσπερνά ευκαιρίες στις οποίες θα μπορούσε ναπαρέμβει για να μειώσει τα ανθρώπινα δεινά, που απλώς καταγράφει. Επομένως η περίπτωσή του αποκρούει την άποψη εκείνων που φαντάζονται ότι οι προκαταλήψεις οφείλονται μόνο στην άγνοια, ότι η οικειότητα τρέφει την φιλία. Κάποιος μπορεί να γνωρίζει τον τρόπο ζωής άλλων κοινωνιών χωρίς να τον εγκρίνει και να τον υιοθετεί. Όμως το συμπέρασμά του μετά την μακροχρόνια επαφή με φιλοσοφίες και έθιμα πολλών ανθρώπων είναι το εξής: θα βρείτε κομμάτια αλήθειας μαζί με πολλά λάθη παντού και δεν θα βρείτε πουθενά ολόκληρη την αλήθεια. Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύουμε ότι το δικό μας θραύσμα του καθρέφτη μπορεί να αντικατοπτρίζει το όλον.

Ο συγγραφέας εκκινεί από αντίστροφες θέσεις από εκείνες που θα περιμέναμε, καταρρίπτει αξίες, υποδεικνύει πολλά από τα συνήθη μας επιχειρήματα καλών προθέσεων, καταδεικνύει αντιφάσεις, συχνά εντοπίζει το λανθασμένο σκεπτικό στις δίκαιες αντιλήψεις. Η γραφή του είναι απλή και εύληπτη αλλά απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή για να τον ακολουθήσει κανείς στις δαιδαλώδεις, τεθλασμένες συνδέσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες στο κρίσιμο θέμα του σκεπτικισμού σχετικά με την παρέμβαση στις άλλες κοινωνίες, καθώς πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία την οικουμενική ηθική και μας παροτρύνουν να μην παρεμβαίνουμε στη ζωή άλλων κοινωνιών. Αναρωτιέται τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να αισθάνονται πως απειλείται η ταυτότητά τους και ανατέμνει την δυσκολία της Δύσης να δεχτεί ότι πλείστα θέσφατά της είναι απλώς αντιλήψεις και όχι αυταπόδεικτες αλήθειες.

Kwame_Anthony_Appiah_by_David_Shankbone_

Υπάρχουν πάντα και οι σκοτεινές πλευρές του οικουμενισμού. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τους νεοφονταμενταλιστές, βίαιους και μη, είναι ότι εκφράζουν μια οικουμενική ηθική, η οποία αντιστρέφει την εικόνα του κοσμοπολιτισμού. Οικουμενικότητα χωρίς ανεκτικότητα ισοδυναμεί με φόνο και η θλιβερή ιστορία των ευρωπαϊκών χριστιανικών πολέμων το επιβεβαιώνει. Η επιμονή στο όραμα μιας οικουμενικής αλήθειας μπορεί να οδηγήσειτον κόσμο ξανά στην αιματοχυσία. Οι δεξιοί χριστιανοί τρομοκράτες των ΗΠΑ ξεχνούν την βασική τους ομοιότητα με τους τζιχαντιστές: και γι’ αυτούς υπάρχει μόνο ένας σωστός τρόπος ζωής.

Οι οικουμενισμοί στο όνομα της θρησκείας δεν είναι οι μόνοι που αντιστρέφουν το κοσμοπολίτικο πιστεύω. Στο όνομα μιας οικουμενικής ανθρωπότητας μπορεί το ίδιο εύκολα να γίνει κανείς το είδος μαρξιστή, όπως ο Μάο ή ο Πολ Ποτ, που θέλει να ξεριζώσει όλες τις θρησκείες, όσο κι ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ο οποίος επιβλέπει μια θανάτωση στην πυρά. Για τους αντικοσμοπολίτες η οικουμενικότητα καταλήγει στην ομοιομορφία.

~~

Όταν μιλούμε για αξίες, τονίζει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα μιλούμε για ορισμένες από τις επιθυμίες μας· είναι πράγματα που θέλουμε να τα θέλουν οι πάντες. Και μας υπενθυμίζει κάτι αυτονόητο που επιμένουμε να ξεχνάμε: ότι οι αξίες ενός πολιτισμού κληρονομούνται από γενιά σε γενιά και πως αν είχαμε κι εμείς ανατραφεί με ανάλογες πεποιθήσεις και είχαμε ζήσει παρόμοιες εμπειρίες θα τις πιστεύαμε κι εμείς. Εκείνο που δικαιώνεται διαρκώς στις λαμπρές σελίδες της δημόσιας και ιδιωτικής Ιστορίας είναι ακριβώς η αναγνώριση ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί και μπορούμε να μαθαίνουμε από τις διαφορές μας.

Εκδ. Αλεξάνδρεια, 2015, μτφ. Ελένη Αστερίου, [Cosmopolitanism. Ethics in a world of strangers, 2006]. Περιλαμβάνεται εντεκασέλιδο ευρετήριο.

Στις εικόνες, μια διπολιτισμική οικογένεια (η δική του) σε έναν πολυπολιτισμικό τόπο (1969), Virginia Wolf, Sir Richard Francis Burton, ο συγγραφέας και η απαγόρευση με την αντίσταση ταυτόχρονα, σε μια φωτογραφία. Εδώ η ιστοσελίδα του.