Τζακ Κέρουακ – Μπιγκ Σερ

Big Sur

Έξω από τον δρόμο

Κι όμως μερικές φορές υπάρχει κάποιο απαίσιο παρανοϊκό στοιχείο στον οργασμό που απελευθερώνει έξαφνα όχι γλυκιά τρυφερή συμπόνια μα κάποιο συμβολικό φαρμάκι που σκίζει το κορμί στα δυο – ….[σ. 227]

Θυμόμαστε τον Κέρουακ Στον Δρόμο, πάντα πιστοί στην εικόνα που θέλουμε να διατηρούμε για τον εκάστοτε μυθοποιημένο συγγραφέα. Αλλά τι συνέβη όταν κάποτε οι λογαριασμοί του με τις αχανείς διαδρομές έκλεισαν; Το καλοκαίρι του 1961 επέστρεψε στην Φλόριντα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του και αδιάφορος για την χώρα του και τις όποιες νέες εξερευνήσεις κατέφυγε για άλλη μια φορά στο ποτό. Ούτε το γράψιμο δεν λειτουργούσε, παρά μόνο λίγους μήνες μετά, όταν πήρε μια ποσότητα μπενζεντρίνης και χύμηξε στην γραφομηχανή του· μετά από δέκα μέρες είχε γράψει το Big Sur.

jack kerouac 1

Μετά το On the Road ο συγγραφέας βρέθηκε σε μια δίνη φήμης, προσοχής και φυσικά νέων απαιτήσεων. Επί τρία χρόνια ανεχόταν ατέλειωτα τηλεφωνήματα, αλληλογραφία, επισκέπτες, δημοσιογράφους, εφήβους που πηδούσαν τον φράχτη και πάσης φύσεως αδιάκριτους και αισθανόταν «περικυκλωμένος κι εκμηδενισμένος» – έπρεπε να φύγω να βρεθώ ξανά στη μοναξιά μου ή να πεθάνω. Αυτά γράφει ο Jack Duluoz αφηγητής και προφανές alter ego του, ένας δημοφιλής, «επιτυχημένος» συγγραφέας. Κι έρχεται ο φίλος του Λορένζο Μονσάντο (που δεν είναι άλλος από τον Λώρενς Φερλινγκέτι) που διατηρούσε μια καλύβα στα δάση του Μπιγκ Σερ, να του δώσει μια έσχατη δυνατότητα διαφυγής: να φύγει κρυφά με το αυτοκίνητο και να μείνει εκεί μόνος και ανενόχλητος για έξι βδομάδας.

Προς στιγμή το σχέδιο σκαλώνει: καθώς οι καμπάνες της εκκλησίας παίζουν ένα θλιμμένο ανεμόδαρτο «Καθλίν» στις φτωχογειτονιές ο συγγραφέας εμφανίζεται στο βιβλιοπωλείο του φίλου του στο City Lights όπου τον αναγνώρισαν οι πάντες και τελικά άρχισε να περιφέρεται σε όλα τα διάσημα μπαρ και να κερνάει ποτά όλον τον κόσμο. Προτού χαραμιστεί οριστικά η μυστική επιστροφή του στο Σαν Φρανσίσκο κάποτε καταφέρει να φύγει με το τρένο Καλιφόρνια Ζέφυρος. Και τα τρία μερόνυχτα στο κουπέ είναι ευτυχή: όλα μοιάζουν όλα τόσο εύκολα μετά τα παλιά σκληρά οτοστόπ. Ο ήρωας έχει μεγαλώσει.

jack_kerouac_

Όταν πια μόνος συνεχίζει την πορεία του προς το δάσος του Φρίσκο οι περιγραφές της φύσης και όλων όσων εμπνέει κατακλύζει πολλές από τις επόμενες σελίδες. Κι εδώ υπήρξε η πρώτη επιφύλαξη όσων έχουν διαβάσει το βιβλίο, για το αν όλες αυτές οι γραμμένες εικόνες είναι δυνατόν να αναπαρασταθούν σε μια κινηματογραφική ταινία, όπως η πρόσφατη απόπειρα του Michael Polish. Οι ενδελεχείς αυτές περιγραφές της φύσης μαρτυρούν την αρχική του ευδαιμονία. Στέκεται έκθαμβος στις εικόνες, καταγράφει τα λόγια της θάλασσας, περιγράφει τις καθημερινές ασχολίες, τις χαρές και τα προβλήματα του ερημίτη, τις ξεχασμένες τους διαβολικούς θορύβους, το μουσκεμένο σλίπινγκ μπαγκ (συχνά είναι σα να διαβάζεις περιπέτειες κατασκηνωτών), ξαναθυμάται την παιδική ηλικία της απλότητας του να είσαι ευτυχισμένος μες στα δάση «και να μην υποτάσσεσαι στις ιδέες κανενός».

big-sur-film

Χάθηκα όπως τα τελευταία τρία χρόνια απελπισίας όλο μεθύσια, μιας απελπισίας σωματικής πνευματικής και μεταφυσικής που δε σου τη μαθαίνουν στο σχολείο άσχετα με πόσα βιβλία έχεις διαβάσει για τον υπαρξισμό ή τον πεσιμισμό ή πόσες κανάτες Αγιαχουάσκα έχεις πιει που σου δημιουργούν οράματα ή πόσο Μεσκαλίνη έχεις πάρει ή με πόσα Πεγιότ έχεις ζαβλακωθεί. [σ. 19]. Στα νηφάλιά του καθαρίζει το μυαλό του με αρκετή τέτοια ειρωνεία. Αλλά ο αφηγητής είναι ο ίδιος ο Κέρουακ κι εκείνος δεν ενδιαφερόταν παρά να συνεχίσει να αναλώνεται σε όλα όσα περιείχε ο beat τρόπος ζωής: αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική, σεξ, γράψιμο, με ανακατεμένη την σειρά. Η ζωή του σκοτείνιαζε, οι επιπτώσεις ήταν άμεσες. Είναι το ίδιο αλκοόλ που τον ενεργοποιούσε να γράφει πάντα στα όρια μεταξύ νηφαλιότητας και μέθης, είναι το ίδιο που θα τον σκοτώσει προτού περάσει μια δεκαετία και πριν καν φτάσει στα πενήντα του.

Κάθε πότης ξέρει τη διαδικασία: την πρώτη μέρα που μεθάς δεν τρέχει τίποτα, το επόμενο πρωί ισούται με βαρύ κεφάλι αλλά αυτό το ξεπερνάς εύκολα με μερικά ποτά ακόμα κι ένα γεύμα, αν όμως παραλείψεις το γεύμα και συνεχίζεις με άλλη μια βραδιά μεθύσι και ξαναξυπνήσεις για να συνεχίσεις το φτιάξιμο και να το πας σερί ως την τέταρτη μέρα, θα’ ρθει μια μέρα που τα πιοτά δε θα σε πιάνουν γιατί θα έχεις παραγίνει απ’ τα χημικά και θα πρέπει να κοιμηθείς για να σου περάσει αλλά είναι αδύνατο να κοιμηθείς πια γιατί το αλκοόλ ήταν αυτό που σ’ έκανε να κοιμηθείς τις τελευταίες πέντε νύχτες, οπότε αρχίζει το παραλήρημα – [σ. 98]

lenore-kandel-in-san-francisco_1967_photograph-by-joe-melena

Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραμείνει μόνος. Η φύση μαζί με όσα σε προικίζει σε γεμίζει με μια ατέλειωτη μοναξιά. Η εναλλαγή με την πόλη είναι ένας συνεχής δίδρομος, όπως και η εμπλοκή με μια σειρά χαρακτήρων με τους οποίους προσπαθεί να συνυπάρξει για χάρη όλων όσων προσφέρει η κοινοβιακή ή έστω η κοινοτική ζωή. Πλέκεται με την ερωτικότατη Billie, ερωμένη του Cody Pomeray που δεν είναι άλλος από τον Neal Cassady, συνυπάρχει με τον Irwin Garden που δεν είναι άλλος από τον Alen Ginsberg, τον Jarry Wagner [Gary Snyder], την Eveln [Carolyn Cassady] και την διαισθαντική Româna Swartz, που είναι η beat ποιήτρια Lenore Kandel.

Το γράψιμο συνεχίζει από τον δρόμο του Δρόμου: ελεύθερη φόρμα, ντελιριώδης γραφή, περιγραφή ονείρων και πάσης φύσεως σκέψεων, αυτόματοι μονόλογοι, φιλοσοφίες της στιγμής, φιλοσοφίες μιας ζωής. Είναι μια γραφή εξαντλητική και παραληρηματική, με σελίδες σπινθηροβόλες και σελίδες άχρηστες, με σελίδες αξιοδιάβαστες και σελίδες φλύαρες και βαρετές – τα δυο τελευταία επίθετα αναφέρει ο Γιάννης Τζώρτζης στον πρόλογό του, μιλώντας για έναν συγγραφέα που άλλαξε το πρόσωπο της λογοτεχνίας έστω και μ’ αυτές τις σελίδες, αλλά όσο κι αν προσπάθησε δεν κατόρθωσε να δουλέψει σε βάθος την Τέχνη του, μόνο βυθίστηκε σε μια εγωιστική, μονομανή ανακύκλωση του μύθου του και κατέληξε να γράφει ό,τι του κατέβαινε στο μυαλό, ανίκανος να εκτιμήσει την λογοτεχνική του αξία.

portrait_of_jack_kerouac_by_bentjoelker-

Αλλά εκείνο που αναπνέει εδώ είναι μια κυριολεξία του όρου beat, που ως κίνημα σαφώς κατακλύζεται από την παρουσία του Κέρουακ. Είναι η ίδια η ήττα, αναπόσπαστα δεμένη με την ίδια την ύπαρξη. Αλλά στην άλλη όψη της βρίσκεται απλώς η ίδια η φυσική αποδοχή των πραγμάτων και όχι η αντιδραστικότητα όπως όπως σωστά γράφει ο Γιάννης Λειβαδάς, το 2008, τότε που συστεγαζόμασταν στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας· ο Κέρουακ δεν υπήρξε ποτέ άγριο τέκνο της αντίδρασης και του περιθωρίου, όσο κι αν θέλουν να τον παρουσιάζουν οι σύγχρονοι θεατές – θαυμαστές – «αναγνώστες» του από τα γυάλινα γραφειάκια τους. Παρομοίως – συνεχίζει ο Λειβαδάς, τα γραπτά του δεν ήταν (ή δεν ήταν κυρίως και αποκλειστικά) λογοτεχνία της «διαφυγής» ή της «περιπλάνησης»· αποσκοπούσαν ξεκάθαρα στην υπαρξιακή έρευνα και στην ψυχική ευφορία.

Τώρα ο συγγραφέας / αφηγητής βρίσκεται στην χαμηλότερη υποστάθμη, έχοντας πια ξεπεράσει το όριο που τον χώριζε ανάμεσα σ’ εκείνο που ονειρευόταν να γίνει και σ’ αυτό που πλέον αναπόδραστα είναι. Τώρα είναι γυμνός και το παραδέχεται την στιγμή που το αποδέχεται, καθώς επιχειρεί να επανασυνδεθεί με εκείνα που του έδιναν ζωή και έμπνευση – όχι, πρώτα έμπνευση και μετά ζωή – μερικά χρόνια πριν. Τελικά και οι ήρωες μεγαλώνουν, απογοητεύονται, καταρρακώνονται. Όσο βρίσκονται σε κίνηση, όσο υπάρχει ένας έστω και απατηλός προορισμός, πάντα κάτι τους ωθεί για ένα βήμα παραπέρα. Αλλά κάποτε το παραπέρα δεν οδηγεί παρά στα εσώτερα κι εκεί το τέρμα της διαδρομής είναι πιο επίμονο από ποτέ.

old big sur

Αλλά η πιο θαυμάσια μέρα απ’ όλες ήταν τότε που ξέχασα τελείως ποιος ήμουνα που ήμουνα ή ποια ώρα της μέρας ήτανε… [σ. 45]

Εκδ. Αίολος, 2010 [Α΄ έκδ. 1988], μτφ. Ιουλία Ραλλίδη, πρόλογος Γιάννης Τζώρτζης [Jack Kerouac, Big Sur, 1962]

Στις πρόσθετες εικόνες, η Lenore Kandel και μια στιγμή από την αναφερόμενη ταινία. Ένας άλλος γυρισμός του ταξιδευτή Κέρουακ εδώ.

Δημοσίευση και σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 208, με τον τίτλο Off the Road.

Συλλογικό – Ιστορίες Μπονζάι ’15. 61 Μικρά Διηγήματα. Μια Ανθολογία (επιμ. Ηρώ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης)

Μ15

Μικρομυθοπλασία: μια αυθεντική, συναρπαστική λογοτεχνία

Όλοι οι άνθρωποι φτιάχνουν, στιγμή με τη στιγμή, δικές τους περιοχές, δίνοντας στο κάθε αντικείμενο, στις κινήσεις και στα πρόσωπα που τους τριγυρίζουν, έννοιες και μορφές από την ίδια τους τη φαντασία πλασμένες. Γιατί η φαντασία δεν πλάθει μόνον όνειρα και μύθους. Φτιάχνει την πραγματικότητα, λιγότερο ή περισσότερο αληθινή, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του καθένα. Αυτό, φυσικά, είναι ζήτημα που θέλει ξεχωριστήν εξέταση· αλλ’ οπωσδήποτε εξηγιέται. Υπάρχουν όμως άλλα περιστατικά που δεν εξηγούνται με καμιά λογική. Αναπηδάνε απροσδόκητα, απρόσκλητα εντελώς. Πιθανό στη μονοτονία μιας ήσυχης ζωής να φέρνουν ποικιλία, να είναι σαν κυματάκια σε θάλασσα απελπιστικά ατάραχη. Πιθανόν ακόμη να είναι απαραίτητα στη λύση μιας μπερδεμένης θεατρικής υπόθεσης ή στον τόρνευμα μιας αφήγησης, όπως ο από μηχανής θεός στις αρχαίες τραγωδίες και η «σύμπτωση» στα μυθιστορήματα με θέση. [σ. 47]

Γιαννόπουλος

…έγραφε ο Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος στην Ανωμαλία από το βιβλίο του Κεφάλια στη σειρά, Έντεκα διηγήματα, το 1934 και χάρη στην ιστοσελίδα των Μπονζάι το ξαναδιαβάζουμε ως υπόδειγμα του ιδιαίτερου αυτού είδους που γνωρίσαμε πλέον για τα καλά και απολαμβάνουμε χάρη στις έντυπες και ηλεκτρονικές εκδόσεις που διακονούν ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου. Η αντίστοιχη περυσινή συλλογή παρουσιάστηκε εδώ, όπου και οι σύνδεσμοι για τα παλαιότερα αφιερώματα του περιοδικού Πλανόδιον. Αυτή τη φορά δεξαμενή της ανθολογίας αποτελεί η παραπάνω ιστοσελίδα και περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν από τα τέλη του Σεπτεμβρίου 2014 έως τα τέλη του Σεπτεμβρίου 2015. Φυσικά το κριτήριο της περιεκτικότητας – αντιπροσωπευτικότητας σε πηγές, γλώσσες, είδη και έκταση παραμένει υψηλό και μπορούμε πλέον να απολαύσουμε σε εξήντα μία εκδοχές το μικρό διήγημα, είτε υπέρμικρο (έως 200 λέξεις), είτε πολύ σύντομο (200 – 1000 λέξεις) είτε σύντομο (1000 – 2000 λέξεις).

Σε αυτό το κατάφωτο σύμπαν μαγεμένων και απομαγεμένων μικρών ιστοριών συνυπάρχουν οι σύγχρονοι μείζονες, όπως οι Τζον Άπνταϊκ και Μπρις Ντ’ Τζ. Πάνκεϊκ, με παλαιότερους «κλασικούς», όπως οι Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, Λουίτζι Πιραντέλλο, Χάινριχ Μπελ και Πέτερ Άλτενμπεργκ, που Για το γράψιμο γράφει: να γράφεις κατά τέτοιον τρόπο, σαν ο παραλήπτης, ενώ διαβάζει την επιστολή, να ακούει με τρόπο άμεσο τον συντάκτη της καθισμένο δίπλα του να του μιλά δυνατά, αποφασιστικά! Αν είσαι σε θέση μπορείς να εξισορροπείς πλήρως σε μιαν επιστολή αυτή τη διαφορά του εν σιωπή γράφοντος και ηχηρώς ομιλούντος, σημαίνει ότι μπορείς να γράφεις επιστολές!

cubierta_SHUA

Σε μερικά από τα εξαίρετα κείμενα της μιας ανάσας, η Αργεντινή Άνα Μαρία Σούα (θα ασχοληθούμε σύντομα την δική της συλλογή) προλαβαίνει να παρατηρήσει το πλήρωμα ενός πλεούμενου που κινδυνεύει να καταποντιστεί από την θύελλα αν δεν βρεθεί ένα λεξικό να συνεννοηθεί και ο Ουρουγουανός Αρμάντο Κιντέρο συνεχίζει το Παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας σε άλλες γενιές – κι έτσι ο Μεγάλος Λύκος συμβουλεύει τον Μικρό Λύκο να έχει το νου του μη συναντήσει την μικρή με το καλάθι, που έχει μεγάλη σχέση με το θλιβερό τέλος του προπροπάππου του.

Αλλά το μέγιστο ενδιαφέρον εδώ διεκδικούν εξίσου οι σύγχρονοι μάστορες του είδους, όπως ο Καταλανός Σέρζι Πάμιες (με δυο κείμενα από το Στατικό ποδήλατο, που παρουσιάσαμε εδώ), ο Αργεντινός Ορλάντο Βαν Μπρένταμ, ο Βούλγαρος Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, ο Μεξικανός Λάουρο Ζαβάλα, ο Βρετανός Τζιμ Κρέις, ο Βάσκος Πέδρο Ντε Μιγκέλ, ο Καταλανός Κιμ Μουνζό, ο Δομηνικανός Χουάν Μπος (και πολιτικός, που ενέπνευσε και μια ταινία μικρού μήκους), η αξιανάγνωστη Ουρουγουανή Κριστίνα Πέρι Ρόσι και πολλοί άλλοι.

Γονατάς

Από την δική μας επικράτεια το νήμα ξεκινάει από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον  Αθανάσιο Θ. Γκράβαλη (ένα έξοχο Μεγαλοβδομαδιάτικο από το βιβλίο του Σπασμένες κολώνες, του 1936), συνεχίζεται στους Ε.Χ. Γονατά και Τόλη Καζαντζή και μεταδίδεται στους επίγονους Δημήτρη Καλοκύρη, Γιώργο Σκαμπαρδώνης, Μαρία Μήτσορα, Αχιλλέα Κυριακίδη, Τάσος Γουδέλη, Θεόδωρο Γρηγοριάδη, Ηρώ Νικοπούλου, Πρόδρομο Χ. Μάρκογλου, Ηλία Κουτσούκο, Κώστα Ριτσώνη, αλλά και σε μια φουρνιά νεότερων και νεότατων δημιουργών (Βασιλική Πέτσα, Έλενα Πέγκα, Νάνσυ Αγγελή, Κώστας Δεσποινιάδης, Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, Αδαμαντινή Καβαλλιεράτου και πολλοί άλλοι). Κάπου ανάμεσα ο Αντώνης Σουρούνης συναντά κατά την υπογραφή των βιβλίων του μια παλιά δασκάλα του στον έρωτα και στην ζωή [Λόλα], ενώ στον Επαγγελματικό προσανατολισμό του Γιώργου Τριλλίδη, ένας ασθενής διαπιστώνει ότι οι ζωγράφοι ζουν περισσότερα χρόνια απ’ όλους και επιθυμεί να το επιβάλλει στον οικείο συνομιλητή του.

Monzo_

Ήδη από τον προηγούμενο τόμο καθιερώθηκε η προσθήκη ενός επίμετρου επικεντρωμένου αποκλειστικά στονθεωρητικό λόγο γύρω από το μικρό διήγημα και αυτή τη φορά έχουμε τρία τέτοια. Ο Πέδρο ντε Μιγκέλ χαρακτηρίζει ως λιλιπούτεια τέχνη το μικροδιήγημα, αναγνωρίζοντάς του ένα μακρύ παρελθόν, με ρίζες στις προφορικές παραδόσεις, στους μύθους και στις αλληγορίες, αλλά και στην σύγχρονη μορφή του, που φτάνει στην παράξενη ομορφιά των σύντομων διηγημάτων του Κάφκα, το ανεκτίμητο χιούμορ των διηγημάτων του Σλάβομιρ Μρόζεκ ή στον εξαιρετικό καλλιεργητή του είδους Μαξ Άουμπ. Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα το μικροδιήγημα ωριμάζει· δεν πρόκειται για μια άσκηση ύφους, για ένα ευφυολόγημα ή για ένα μυστηριώδες δείγμα πεζοποιήματος. Παρουσιάζεται ως μια αυθεντική λογοτεχνική πρόταση, ως το ιδανικό λογοτεχνικό είδος για να ορίσει, να διακωμωδήσει ή να αντιστρέψει τους γρήγορους ρυθμούς της σύγχρονης εποχής και την μεταμοντέρνα αισθητική.

Οι Τζέιμς Τόμας, Ρόμπερτ Σάπαρντ και Κρίστοφερ Μέριλ (τον έχουμε παρουσιάσει εδώ, σ’ ένα εξαιρετικό στοχαστικό οδοιπορικό στο Άγιο Όρος), στην εισαγωγή τους στο Flash Fiction International – Πολύ μικρές ιστορίες από όλον τον κόσμο, τονίζουν, μεταξύ άλλων, το πειραματικό στοιχείο που πάντα χαρακτήριζε το διήγημα – αστραπή αλλά και το γεγονός ότι το πλούσιο παρελθόν του επιβεβαιώνει ότι δεν αποτελεί γέννημα του διαδικτύου, χωρίς βέβαια να μπορούμε να αρνηθούμε ότι γνωρίζει μια αδιανόητη άνθηση ακριβώς μέσω του διαδικτύου.

Gospodinov

Τέλος, το εκτενέστερο κείμενο της Δήμητρας Ι. Χριστοδούλου και του Λάουρο Ζαβάλα, ασχολείται με τα κύρια χαρακτηριστικά, τις θεωρητικές προσεγγίσεις και τις προοπτικές της μικρομυθοπλασίας. Εδώ τονίζεται ο έντονα υβριδικός χαρακτήρας της, καθώς κινείται στα όρια άλλων λογοτεχνικών ειδών, η εμφάνισή της με δεκάδες υποκατηγορίες και ονόματα σε πολλές εθνικές λογοτεχνίες, τα κύρια ζητούμενα που πάντα είναι η συντομία, η νοηματική συμπύκνωση, ο ορθοέπεια και η αφηγηματική οικονομία.

Αξίζει όμως να σημειωθεί, τονίζουν οι ερευνητές, και η ιδιαίτερα απαιτητική γλωσσική διαδικασία, που αφορά τόσο έναν γλωσσικό διασπαραγμό όσο και την ανασύνθεσή του. Το είδος απαιτεί προσεκτική καταβύθιση στο γλωσσικό σύμπαν, χρονοβόρα προσπάθεια για την επιλογή καταλληλότερων λέξεων (σε αντίθεση με την ποίηση εδώ επιλέγονται οι λέξεις που ενισχύουν την μυθοπλασία και την αφήγηση), επιλεγμένα αφηγηματικά κενά, αλλά και ολοκληρωμένη ιστορία σε ελάχιστο κειμενικό χώρο, ένα κείμενο  – κόσμο (σε αντίθεση με την αποσπασματικότητα του μοντερνισμού).

Cristina Perri Rossi_

Ο τόμος κλείνει με το ιδιαίτερα φορτισμένο κείμενο – υπόδειγμα μπονζάι του Δημήτρη Χριστόπουλου, Sunbeam θα πει ηλιαχτίδα. Ηλιαχτίδα είναι το όνομα ενός κοριτσιού κι ενός αυτοκινήτου που αγοράστηκε την μέρα που γεννήθηκε· και η «τετραμελής» οικογένεια άρχισε ταξιδεύοντας να λούζεται στον ήλιο σε μια ζωή εκτός ορίων. Σήμερα μια άλλη Ηλιαχτίδα κάθεται με ασφάλεια στο πίσω κάθισμα, σε νέα ταξίδια και ήλιους αλλά…

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2015, σελ. 294. Περιλαμβάνονται εισαγωγικό σημείωμα των επιμελητών και ευρετήριο με βιογραφικά των συγγραφέων και των μεταφραστών. Στις εικόνες μερικά από τα βιβλία μικρών ιστοριών από συγγραφείς που ασκούν την τέχνη τους και μια εξ αυτών, η Cristina Peri Rossi.