Romain Slocombe – Κύριε Διοικητά

EX-SLOCOMBE

Κατεχόμενη Γαλλία: Πεθαίνω σαν χώρα ή Μια κοινοτοπία του κακού

Ουδέποτε συμμερίστηκα τη ρομαντική γελοιότητα που θέλει τους συγγραφείς αγίους ή ήρωες, και τον κόσμο να τους κοιτάζει σταυρώνοντας τα χέρια – κάθε άλλο μάλιστα: φρονώ ότι η καλλιέργεια ικανοτήτων τόσο ανατρεπτικών όσο η φαντασία και η ευαισθησία κάθε άλλο πάρα άμοιρη κινδύνων είναι για την ηθική… 

… ξεκαθαρίζει στις πρώτες σελίδες της επιστολής του ο Πωλ – Ζαν Υσσόν, απευθυνόμενος στον Γερμανό διοικητή της μικρής γαλλικής του κωμόπολης. Η επιστολή βρέθηκε σ’ έναν σκουπιδότοπο, κοντά σ’ ένα συγκρότημα κτιρίων υπό κατεδάφιση, κάπου στη Λειψία. Ο εκδότης αλλάζει ονόματα και άλλες ενδείξεις, χωρίζει το χειρόγραφο σε κεφάλαια και μας το προσφέρει προς ανάγνωση. Θεωρεί ότι μας ενδιαφέρει μια ερωτική ιστορία στα χρόνια της γαλλικής κατοχής, η οποία διαθέτει ορισμένες πρόσθετες ιδιαιτερότητες: ο επιστολογράφος διχάζεται δραματικά ανάμεσα στο πάθος για την νύφη του Ίλζε και στην απέχθειά του για την εβραϊκότητα – συνεπώς όταν μαθαίνει ότι είναι εβραία, βρίσκεται μπροστά στην άβυσσο μιας απόφασης.

162083

Ο Υσσόν διαθέτει ισχυρή συστατική επιστολή: συγγραφέας, διανοούμενος, ήρωας πολέμου, μεγαλοαστός, κυριολεκτικά ακαδημαϊκός. Φανατικός των αξιών οικογένειας και της πίστης, φροντίζει να τις ακυρώνει με κάθε ευκαιρία, ιδίως όταν πρόκειται να αποπλανήσει γυναίκες και να διασπείρει εξώγαμα. Πιστός αντισημίτης και εθνικοσοσιαλιστής, πιστεύει ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου αποτελεί μάστιγα, ο κοινοβουλευτισμός δηλητηριάζει την πολιτική ζωή των κρατών, η αντίθεση στον κλήρο είναι τιμωρητέα. Η αντιπάθειά του προς Εβραίους, μπολσεβίκους και δημοκράτες είναι δεδομένη. Η δημοκρατία αποτελεί ασθένεια που οδηγεί τα κράτη στην παρακμή. Η υποστήριξη προς τον Χίτλερ και τον Πεταίν και η συνεργασία με τους κατακτητές είναι πλέον ευνόητες.

Occupied Paris, June 1940

Η αφήγηση του Υσσόν μοιάζει με εκ βαθέων εξομολόγηση σε κάποιον φίλο. Ξεκινάει με μια περιεκτική ανασκόπηση της ζωής του και σύντομα φτάνει στην Ίλζε Βόλφφσον, που μπήκε στη ζωή του το 1932 και την διατάραξε οριστικά. Η γλυκιά παρουσία της προσφέρει στις γέρικες μέρες του «την θέα μιας γοητευτικότατης και ευφυέστατης νύφης». Δεν υπάρχει καμία ηθική αναστολή· τα αντίθετα αποενοχοποιητικά επιχειρήματα είναι έτοιμα: το νεαρό κορίτσι πρέπει να αξιοποιήσει την δίψα του, να γνωρίσει και να αγκαλιάσει όλη την ζωή, συνεπώς πρέπει να βρεθεί ένας άνδρας άξιος να της τα προσφέρει και προφανώς όχι ο γιος του.

Την ίδια στιγμή έχει ξεκινήσει και η αφήγηση μιας ολόκληρης δεκαετίας που εμβαθύνει και σε λιγότερο γνωστές πτυχές της γερμανικής κατοχής, όπως η συνεργασία των ναζί με τους εντόπιους δολοφόνους, βιαστές και πάσης φύσεως εγκληματίες. Η σχετική κατασκευή παρουσιάζεται με τέτοια πυκνότητα που ακόμα κι αν κάποιος αναγνώστης δεν έχει ιδέα από την προγενέστερη και την τότε παρούσα κατάσταση της Ευρώπης, αποκτά μια πλήρη εικόνα, διανθισμένη με τα προσωπικά σχόλια του αφηγητή.

Guerre 1939-1945. Parc ‡ jeux rÈservÈ aux enfants et interdit aux juifs amÈnagÈ dans Paris, novembre 1942.

Το 1936 επεφύλασσε στην παλαιά γαλλο – ρωμαϊκή χώρα μου την ταπείνωση να κυβερνηθεί από έναν Εβραίο: τον Λεόν Μπλουμ….Μόλις μαθεύτηκε η φυλετική νίκη, οι γαμψές μύτες και τα κατσαρά μαλλιά συνέρρευσαν από τα βάθη των γκέτο της Ανατολής και κατέκλυσαν τον τόπο. Στην χώρα μας μπήκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ασκεναζίμ… Ορδές που τα μέλη τους φρόντιζαν να απολέσουν την εθνική τους ταυτότητα ώστε να αποφύγουν την απέλαση…Έτσι κατέφθασαν εδώ κάθε λογής απροσάρμοστοι, άπληστοι, σακάτηδες. Η Γαλλία έγινε η χαβούζα του κόσμου. Από όλους τους δρόμους εισόδου στο έδαφός μας, οι οποίοι μετατράπηκαν σε τεράστιους υπονόμους, έρρεε στα χώματά μας ένας συρφετός όλο και πιο πολυάνθρωπος, όλο και πιο δυσώδης. [σ. 44]

Ο Υσσόν αποτελεί έναν περίτεχνα λογοτεχνημένο αντι – ήρωα· μια αντιπροσωπευτική μορφή ενός συγκεκριμένου είδους ανθρώπου. Αλλά δεν είναι το τέρας – εξαίρεση σ’ έναν αρμονικό κόσμο· είναι μια συλλογική φωνή που εκφράζει ένα ολόκληρο μέρος των ευρωπαϊκών πληθυσμών που είχαν παρόμοια σκέψη και στάση. Όταν, για παράδειγμα, γράφει ότι μπροστά την επέλαση των Γερμανών οι Γάλλοι στρατεύτηκαν χωρίς ενθουσιασμό σε μια υπόθεση που τους φαινόταν αμφίβολη, ίσως δεν εκφράζει μόνο τον εαυτό του. Όταν ισχυρίζεται ότι η τεράστια πλειονότητα των Γάλλων σκεφτόταν χαμηλόφωνα πως οι Εβραίοι άρπαζαν τις δουλειές των συμπολιτών μας, κατέκλυζαν παρανόμως τη χώρα και αποτελούσαν σοβαρό εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο, φαίνεται πως δεν ήταν ο μόνος με την ίδια άποψη.

exposition-regards-sur-les-ghettos-green-hotels-paris

Οι Εβραίοι! Αυτούς βρίσκουμε πίσω απ’ όλες τις διαβρωτικές δυνάμεις, σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους, να ροκανίζουν πόντο πόντο, το δίχτυ των παραδόσεών μας….Οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο. Εθνικό, επειδή ο Εβραίος είναι άπατρις, δηλαδή δεν αφομοιώνει παρά μόνο επιφανειακά τον πολιτισμό της χώρας η οποία του κάνει, εντούτοις, την τιμή να τον δεχτεί. Κοινωνικό, επειδή ο Εβραίος διαθέτει κριτικό και ανατρεπτικό πνεύμα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο: ο ταραχοποιός νους του τον ωθεί να αμφισβητεί τους θεσμούς της χώρας….[σ. 68 – 69]

Και παράλληλα με όλο αυτό το μίσος, να κοχλάζει το πάθος για μια γυναίκα που φέρει το επώνυμό του και που για επτά χρόνια πλαγιάζει μ’ έναν άντρα που είναι γέννημα της σάρκας του. Η συνειδητοποίηση της εβραϊκής της εθνικότητας καταρρακώνει τον μισάνθρωπο ρατσιστή. Η ευθύνη και η ηδονή της προστασίας της ευνόητα δίνουν άλλο περιεχόμενο στον πόθο: Η νύφη μου με ικέτευσε να τη βοηθήσω να φύγει. Οι ναζί τής προκαλούσαν τρόμο, κι εγώ πλέον γνώριζα τον λόγο. Οι δυο ασύμβατοι χαρακτήρες αναγκαστικά θα πορευτούν μαζί μέσα από την τραγική πολεμική συγκυρία μέχρι την «έξοδο» από το δράμα.

A woman walks a Parisian backstreet, in front of an older gentleman with the Star of David

Όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, ορισμένες σελίδες είναι βαθιά αντιπολεμικές – μια προφανής ειρωνεία του ευφυούς συγγραφέα. Κατά την διάρκεια της ατέλειωτης περιπέτειας της φυγής του «ανίερου ζεύγους», ο αφηγητής δεν παραλείπει να εκφράσει την παράξενη χαρά που τον πλημμυρίζει την στιγμή που το αυτοκίνητο διασχίζει το γαλήνιο φυσικό τοπίο, που συνεχίζει να υπάρχει με την αίσθηση πως ο πόλεμος δεν υπήρξε ποτέ. Ο ίδιος όταν πολύ αργότερα βρίσκεται σ’ ένα ξενοδοχείο σκέφτεται πόσο παράλογος είναι αυτός ο κόσμος. Και αλλού ψάχνει τις λέξεις της καταστροφής:

Παντού αντικρίζαμε το φρικτό θέαμα της ήττας. Τα χαντάκια δίπλα στους δρόμους ξεχείλιζαν από εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, κατεστραμμένα αμαξώματα, σπασμένα τζάμια, διαλυμένα οχήματα που τους είχαν αφαιρέσει […] οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ακόμα χρήσιμο. Σε κάποια αυτοκίνητα διακρίνονταν τα ίχνη από τα πυρά της γερμανικής αεροπορίας, μικρές λοξές τρύπες στα καπό τους, καθώς και μεγάλοι καφετιοί λεκέδες από ξεραμένο αίμα επάνω στα καθίσματά τους. Στην άκρη του δρόμου είδαμε πολλές φορές βουναλάκια από φρεσκοσκαμμένο χώμα και καρφωμένο επάνω έναν τραγικό σταυρό σκαρωμένο βιαστικά από κλαριά δέντρων. Διάφορα αντικείμενα – μπιμπελό, παιδικά παιχνίδια, χαρτόκουτα, βαλίτσες, βρεγμένα χαρτιά, κουρέλια και σκισμένα ρούχα – ήταν σκόρπια στο χώμα, ανάμεσα σε κάρα με σπασμένους άξονες ή χειρολαβές, ασθενοφόρα κατακαμένα από τις φλόγες, ψόφια άλογα από τα οποία είχαν κόψει μεγάλα κομμάτια κρέας, παρατημένες αναπηρικές πολυθρόνες…. [σ. 128]

1940 Paris A

Αλλά βέβαια πέρα από το δίπολο των ερωτικών και «ιδεολογικών» παθών του Υσσόν εδώ εκτίθεται ανεπανόρθωτα ένα μεγάλο μέρος του γαλλικού πληθυσμού. Δεν πρόκειται μόνο για τηνγαλλική Δεξιά, που αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τους Γερμανούς δεν θα προδώσει τις βασικές της αρχές, ενώ θα εξουδετερώσει την μισητή Αριστερά. Πρόκειται για έναν ευρύτερο κοινωνικό ιστό που όταν δεν αποδέχτηκε την φασιστική επιβολή, έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο:

Μια συλλογική παράνοια κατακυρίευε τη Γαλλία και τους Γάλλους – όλες μας οι αξίες έμοιαζαν να έχουν βρεθεί στον υπόνομο, επιτρέποντας να επιπλεύσουν και να ανακατευτούν μέσα σ’ έναν αποτρόπαιο στρόβιλο, εγωισμός, ανημπόρια, αταξία, ηττοπάθεια, οργή, ανοησία, παραλογισμός, παραίτηση, απληστία, ανανδρία, μέθη, μνησικακία, μίσος, υποταγή, και όλα αυτά μέσα στην τραγική λαίλαπα ενός γιγάντιου, ακατανόητου και ανεξέλεγκτου «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». [σ. 109]

German officers surrender in Paris, August 1944.

Ο συγγραφέας κατασκευάζει έναν ολόκληρο μυθιστορηματικό κόσμο που αποδίδει ιδανικά έναν ολόκληρο ιστορικό κόσμο. Ίσως η θητεία του στον σχεδιασμό και την κειμενογραφία κόμικς, την φωτογραφία και την σκηνοθεσία, τα graphic novels και τα προγενέστερα μυθιστορήματα να τον έχει προετοιμάσει για ένα τέτοιο μυθιστόρημα, όπου το δημόσιο και το ιδιωτικό συμπλέκονται οριστικά και αξεδιάλυτα. Από την μια η ιστορικότητα, από την άλλη η ψυχολογία· η ιδεολογία απέναντι στον έρωτα, και στο μέσο το ζήτημα μιας οριακής επιλογής σε μια εξίσου οριακή στιγμή του ανθρώπου.

Η βιβλιογραφία απλώς επιβεβαιώνει το μέγεθος της επιστημονικής εργασίας του συγγραφέα, που χρησιμοποίησε μεταξύ άλλων την Αυτοπροσωπογραφία του Man Ray, την Κάθαρση των διανοούμενων του Pierre Assouline, το Ημερολόγιο της Hélène Berr (στα ελληνικά από τις εκδ. Πόλις], τις Αναμνήσεις του Σασά Γκιτρύ, τα Αυτοσχέδια Απομνημονεύματα του Πωλ Κλωντέλ, το Ηλιοστάσιο του Ιουνίου του Henry de Montherlant, την τυπογραφία του Βερντέν του Vercors και τον Ουρανό του Marcel Aymé.

Subject: SLOCOMBE Romain - Copyright: John FOLEY/Opale - Date: 20130400-

Εκδ. Πόλις, 2014, μτφ. Έφη Κορομηλά, σελ. 295, με τρισέλιδη βιβλιογραφία [Monsieur le Commandant, 2011]

Όλες οι εικόνες από το Παρίσι της εποχής: Γερμανικός στρατός [Ιούνιος 1940], παιδική χαρά απαγορευμένη για Εβραίους [Νοέμβριος 1942], νεαρός και γηραιός Εβραίος (η δεύτερη φωτογραφία από τον Andre Zucca], χάρτης της πόλης που χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες, παράδοση Γερμανών [Αύγουστος 1944] και ο συγγραφέας.

Εντευκτήριο, τεύχος 107 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2014) [κυκλοφ. 27 Ιουλίου 2015]

107 COVER

Σκόπευα να γράψω την ποίηση εκείνων των ανθρώπων, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να το κάνουν οι ίδιοι. Και ήταν πολύ περίεργο: όταν οι υπόλοιποι εργάτες μου έλεγαν, ξέρεις, «Τι κάνεις», κι εγώ απαντούσα «Γράφω ποίηση», κανένας δεν με κορόιδευε… 

ανέφερε σε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ο Philip Levine, ο ποιητής έμαθε να διαμορφώνει την ποιητική του μέσα στον κόσμο της ζοφερής εργατικής πραγματικότητας στις βιομηχανουπόλεις της Αμερικής. Ο ποιητής παρουσιάζεται και μεταφράζεται από τον Γιάννη Σκαραγκά. Σε μια άλλη πλευρά της αμερικανικής γραφής ο Τζέιμς Σόλτερ, υπήρξε ένας ένας ιδιαίτερα σημαντικός αλλά όχι ιδιαίτερα γνωστός στην Ελλάδα συγγραφέας, ο οποίος μετά την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου (Οι κυνηγοί, 1957) παραιτήθηκε από την αεροπορία για να ασχοληθεί αποκλειστικά με το γράψιμο, που τίμησε ως τον πρόσφατο θάνατό του. Στο τεύχος δημοσιεύεται ένα διήγημά του.

james salter

Και καθώς αρνείται να με κοιτάξει, παίρνω το δικαίωμα να προβάλω στη σιωπηλή παρουσία του, εκεί, απέναντί μου, τις δικές μου σκέψεις, φόβους, αγωνίες, ελπίδες, σκάλισμα πληγών και αναψηλαφίσεις ιδεών, τις δικές μου εν τέλει ανάγκες. Όση ώρα κι αν μείνω, οι κινήσεις του δεν θ’ αλλάξουν, θα ράβει έτσι ακούραστος για ώρες και για μέρες τα τετράγωνα και θα φυλακίζει το μαλλί μέσα στο μετάξι, λοφίσκο τον λοφίσκο, οι πλαγιές του από ράμμα σε ράμμα, μπακλαβαδωτό το πάπλωμα, ως το κέντρο, ένα «μικρό» θαύμα τέχνης και τεχνικής. Απομακρύνθηκα Τον κράτησα μέσα μου…

Ένας Ράφτης στη Σιδώνα ενεργοποιεί την πένα της Νίκης Τρουλλινού, σ’ ένα καμαρωτό μαγαζάκι με λιγδιασμένους τοίχους από βρώμα και υγρασία μαζί, σ’ ένα μισοσκότεινο σουκ κι εκείνη, καθώς αναρωτιέται, τι να κάνει ο ράφτης εκείνος τώρα που έχει τελειώσει ο εμφύλιος του λιβάνου και μέχρι πού μπορεί να έχουν φτάσει τα παπλώματά του, τον κάνει αφήγηση που φτάνει ως εμάς.

AppleMark

Οι μαστοί σου Ιωάννα τρούλοι εκκλησίας, δέχονται το σώμα μου στην ψαλμωδία των αφανισμών, οι ρώγες σου ράμφη αρπακτικών με ρίχνουν σε άγριους σπασμούς μέχρι να με ξεκάνουν. […] Το σώμα σου Ιωάννα μια λεωφόρος όπου κυκλοφορώ με ταχύτητα φωτός, το σώμα σου ένα πλοίο με ταξιδεύει κι ο ήλιος σου σιγά σιγά μού κλείνει τις πληγές, με δέχεσαι όπως κάποιος που για χρόνια ήταν χαμένος και με αναγνώρισες.

Πόσο παράξενο να ξαναδιαβάσω ένα απόσπασμα που είχα αποθησαυρίσει χρόνια πριν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν είχα πάρει το μικρό πεζό βιβλίο του Πρόδρομου Μάρκογλου Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη [εκδ. Στιγμή, 1985]. Τώρα το απόσπασμα εντάσσεται μεταξύ άλλων σε μια «επίσκεψη» στην ποίηση του συγγραφέα, δια χειρός Δημήτρη Κόκορη, ο οποιος διατρέχει το σύνολο του ποιητικού έργου του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου, «η ποιητική έκφραση» του οποίου, όπως γράφει, «είναι συγκινησιακά λειτουργική και υποβλητική. Εκδιώκει κάθε ίχνος ρητορικής εκζήτησης, απέχει από τους όρους της κομψευόμενης λεκτικής γλαφυρότητας και κινείται στην απογυμνωμένη άλω του ποιητικού ρεαλισμού».

-black-bart by sean lewis

Στον πεζογραφικό κορμό του τεύχους δημοσιεύουν κείμενα οι Τάσος Καλούτσας, Κατερίνα Ζαρόκωστα, Μισέλ Φάις, Γιώργος Γκόζης, Θανάσης Θ. Νιάρχος, Έλενα Τσαγκαράκη, Νίκη Τρουλλινού, Απόστολος Στραγαλινός, Κίμων Καλαμάρας, Δημήτρης Πετσετίδης  και Ειρήνη Καραγιαννίδου. Εδώ γύρω ανακαλύπτουμε δέκα απολαυστικά μικροδιηγήματά της Αργεντινής Άνα Μαρία Σούα (μτφ. Γιάννης Παλαβός). Η ποίηση όπως πάντα παντού παρούσα: Ντον Σκόφιλντ, Φρανκ Ο’Χάρα, Πάτρικ Φίλιπς, Βασίλης Αμανατίδης, Παναγιώτης Ιωαννίδης Σταμάτης Πολενάκης και Γιώργος Βέης. Ο τελευταίος μεταφράζει και δύο σύντομα ποιήματα του Charles Earl Bowls, ποιητή του 19ου αιώνα που άλλαξε πολλά ονόματα, ένα εκ των οποίων,  Μπλακ Μπαρτ ο ποιητής, χρησιμοποιούσε στην αρχή της δράσης του ως … ληστής ταχυδρομικών αμαξών.

Στα μη μυθοπλαστικά αλλά ιδιαζόντως λογοτεχνικά, ένα σύντομο δοκίμιο του Φερνάντο Σορεντίνο εκκινεί από την μετάφραση ενός ποιήματος του 20χρονου Πάμπλο Νερούδα και τιτλοφορείται «Καλύτερα να κοιτάς τ’ αστέρια παρά να βλέπεις αστεράκια ή Γιατί δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τυφλά το ίντερνετ» (μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), ο Θανάσης Θ. Νιάρχος συνεχίζει να ξεφυλλίζει τις σελίδες του ημερολογίου του και η  προσφιλής μας ταξιδιογράφος Βάνα Χαραλαμπίδου γράφει για τα μάτια των βεδουίνων του Wadi Rum της Ιορδανίας, μάτια που μιλάνε όλες τις γλώσσες του κόσμου, των ανθρώπων και των ζώων, χαμογελούν αβίαστα και ανυπόκριτα, δεν φανερώνουν αγωνία για την επιβίωση, αρκούνται στα ελάχιστα που είναι τα πάντα.

Ana Maria Shua

Την ενότητα της λογοτεχνίας στο τεύχος αυτό κοσμεί ζωγραφική της Ελευθερίας Στόικου και η Camera Obscura, το ειδικό τετράχρωμο ένθετο 16 σελίδων για την καλλιτεχνική φωτογραφία, που διευθύνει από το 1988 ο Άρις Γεωργίου, παρουσιάζει έργα της Γαλλίδας φωτογράφου Flora.

[176 σελ.]

Στις εικόνες: James Salter, Philip Levine, Charles Earl Bowles / Black Bart (έργο του Sean Lewis) και Ana Maria Shua.