Ζοζέ Σαραμάγκου – Ο φωταγωγός

Fotagogos

Ζωή: οδηγίες χρήσεως

Όταν μεγαλώσεις, θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος. Προς το παρόν δεν το σκέφτεσαι, και γι’ αυτό ακριβώς είσαι ευτυχισμένος. Όταν θα το σκέφτεσαι, όταν θα θέλεις να είσαι ευτυχισμένος, θα πάψεις να είσαι. Ίσως για πάντα…! Όσο πιο μεγάλη η επιθυμία σου για ευτυχία, τόσο πιο δυστυχισμένος θα είσαι. Η ευτυχία δεν είναι ένα πράγμα που το κατακτάς. Θα σου πουν πως κατακτιέται. Μην τους πιστέψεις. Η ευτυχία ή είναι ή δεν είναι. [σ. 84]

Η ανάγνωση του πρώτου μυθιστορήματος ενός κορυφαίου λογοτέχνη έχει πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον που ξεπερνά τις όποιες φιλολογικές ή φιλοπερίεργες ανησυχίες. Είναι ένα πεδίο όπου μπορεί κανείς να δει πώς ξεκίνησε η γραφή του, ποιες μεταγενέστερες μορφικές ανησυχίες εντυπώνονται ήδη από το αρχικό βιβλίο, ποια θέματα τον απασχολούσαν εκείνη την περίοδο. Η σύγκριση γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα αν πρόκειται για συγγραφέα που άσκησε μοντέρνες και πρωτοποριακές γραφές. Τις καλομελετούσε από τα σπάργανά του ή τις προσκάλεσε αργότερα, υπό την επίδραση άλλων συγγραφέων και χρόνων;

as-obras-e-a-vida-de-jose-saramago-6

Ο προσχηματικός κορμός του Φωταγωγού δεν είναι πρωτότυπος: μια λαϊκή πολυκατοικία της Λισαβόνας ως τόπος, η δεκαετία του ’50 (οπότε και γράφτηκε το βιβλίο) ως εποχή, οι ένοικοί της ως χαρακτήρες, η καθημερινότητά τους ως χρόνος. Ο τρόπος όμως με τον οποίο συνθέτει την τοιχογραφία του, οι ψυχογραφικές και κοινωνικές παρατηρήσεις πάνω στα πρόσωπα της πινακοθήκης του, το αργό πλέξιμο χαρακτήρων και καταστάσεων, και κυρίως η ιδέα ενός αρχιτεκτονικού ομοιώματος της τότε σύγχρονης κοινωνίας, αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη την μεταγενέστερη λογοτεχνία του ευφυούς Πορτογάλου.

Κάθε κεφάλαιο κι ένα διαμέρισμα, κάθε διαμέρισμα και μια κιβωτός ψυχών που αναπνέουν όπως έμαθαν και ζουν όπως μπορούν: η δονκιχωτική μορφή του τσαγκάρη Σιλβέστρε με την ευτραφή Μαριάνα που τώρα αγαπιούνται περισσότερο γιατί δεν τρέφονται από πραγματικές ή φανταστικές τελειότητες· η Κάντιντα με τις κόρες της Ιζάουρα – Αντριάνα και την Θεία Αμέλια που ζουν ανάμεσα σε διαλόγους, σιωπές και ημερολογιακές καταγραφές· ο Ανσέλμο με την Ροζάλια και την κόρη τους Μαρία Κλαουντίνα που λατρεύει τον κινηματογράφο και επισκέπτεται την αισθησιακή δόνα Λίντια στο ερωτικά φορτισμένο διαμέρισμά της· εκείνη, που υποδέχεται έναν άντρα τρεις φορές την βδομάδα υπό την σιωπηλή γνώση των ενοίκων· ο βίαιος και τραχύς Καετάνο Κούνια, λινοτύπης σε ημερήσια εφημερίδα με την διαβητική και η αδύναμη Ζουστίνα που ζουν με την μνήμη της αδικοχαμένης τους κόρης Ματίλντε·, η δόνα Κάρμεν που λατρεύει να κυκλοφορεί στο ασυγύριστο σπίτι όλο το πρωί με τα μαλλιά λυτά, αφρόντιστη και τεμπέλα· ο σύζυγός της Εμίλιο Φονσέκα, πλανόδιος πωλητής και σιωπηλός σύζυγος οκτώ χρόνων αποτυχημένου γάμου· ο μικρός τους γιος Ενρίκε…

jose_saramago

Δίσταζε. Η λέξη που ήθελε να προφέρει βρισκόταν στα χείλη της, αλλά της φαινόταν βεβήλωση να την πει. Υπάρχουν λέξεις που υποχωρούν, που αρνούνται – γιατί σημαίνουν υπερβολικά πολλά για τα κουρασμένα από τις λέξεις αυτιά μας. [σ. 35]

Σε πρώτο επίπεδο ο Σαραμάγκου μοιάζει να μην βιάζεται να φτάσει τις ιστορίες του σε δραματικές κορυφώσεις, αλλά να ενδιαφέρεται αποδώσει με τις απαραίτητες λεπτομέρειες όλες τις όψεις της καθημερινότητάς τους. Κι όμως, στην φαινομενικά βολική από μυθοπλαστική άποψη συνθήκη της «πολυκατοικίας» επιτυγχάνει να κάνει τις ιστορίες του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες: οι στατικές αφηγήσεις αποκτούν συνεχή ροή, ενώ η ατμόσφαιρα του κάθε διαμερίσματος αποδίδεται σχεδόν παραστατικά. Στο σπίτι που δεν βρίσκεται πια η Ματίλντε αναδίνεται μια απόπνοια μούχλας – η Ζουστίνα κινείται με επιδεξιότητα φαντάσματος, ενώ ο ήχος του ρολογιού σπρώχνει επίμονα την σιωπή, σε μια επίμονη προσπάθεια να την εκτοπίσει, αλλά εκείνη επανέρχεται με την πυκνή και βαριά της μάζα. Οι ήχοι από τα διαμερίσματα γράφουν με τον δικό τους τρόπο την ιστορία των μελών αυτού του ιδιόμορφου συγγενικού κόσμου: σ’ ένα ραδιόφωνο απαγγέλλεται ο Χορός των νεκρών του Πολ Κλοντέλ, αλλού ακούγεται ένας δίσκος ράγκταϊμ ή το εύγλωττο σύρσιμο από παντόφλες…

071GloryPortraits

Κατόπιν ήρθε το δείπνο. Γύρω απ’ το τραπέζι τέσσερις γυναίκες. Τα αχνιστά πιάτα, η λευκή πετσέτα, η ιεροτελεστία του γεύματος. Πάνω ή ίσως κάτω απ’ τους αναπόφευκτους ψιθύρους, μια πυκνή σιωπή, σπαρακτική, η ανακριτική σιωπή του παρελθόντος που μας ατενίζει και η ειρωνική σιωπή του μέλλοντος που μας περιμένει. [σ. 69]

Ο Σαραμάγκου καλύπτει με τρυφερότητα τις γυναίκες του οικοδομικού και λογοτεχνικού του αρχιτεκτονήματος. Η Μαρία Κλαουντίνα αισθάνεται ταραχή όποτε μπαίνει στο διαμέρισμά της δόνα Λίντια, υπό την ζεστή και μεθυστική ευωδία του σώματός της, η Λίντια γεμίζει το κενό των άεργων ημερών της με την ανάγνωση μυθιστορημάτων, η Ιζάουρα καθώς κάθεται στην ραπτομηχανή κοιτάζει έξω από το παράθυρο για να φανταστεί το ποτάμι ως ωκεανό και τον ουρανό χωρίς τα εργοστασιακά φουγάρα. Άλλες ονειρεύονται να φύγουν από τους τέσσερις τοίχους, άλλες αδυνατούν να διανοηθούν την ζωή τους έξω από αυτούς.

ZZ0E90499C

Αλλά και ο εσωτερικός κόσμος των αντρών φωτίζεται με ιδιαίτερο βάθος: Ο Καετάνο απολαμβάνει δυο φορές τα ωραία πράγματα: όταν τα δοκιμάζει και όποτε τα θυμάται, ο Εμίλιο προσπαθεί να ψελλίσει τις δικές του αλήθειες μπροστά στον γιό του: Μ’ αγαπάς γιατί με βλέπεις καθημερινά. Δεν μ’ αγαπάς γι’ αυτό που είμαι, μ’ αγαπάς γι’ αυτό που κάνω ή που δεν κάνω. Δεν ξέρεις ποιος είμαι. Αν έβαζαν άλλον στη θέση μου όταν γεννήθηκες, δεν θα καταλάβαινες τη διαφορά και θ’ αγαπούσες εκείνον όπως αγαπάς εμένα. Κι αν μια μέρα επέστρεφα, θα χρειαζόσουν πολύ καιρό για να με συνηθίσεις, ή ίσως, ακόμα κι αν είμαι εγώ ο πατέρας σου, εσύ θα προτιμούσες τον άλλον. [σ. 83]

Ο συγγραφέας δεν εκβιάζει την συγκίνηση, ούτε βιάζεται να διαταράξει την πλοκή. Ο ερχομός νέων ενοίκων και η σύμπλεξη των παλαιών σε ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους θα ενταχθούν αβίαστα στην ψηφιδωτή αυτή ιστορία, σαν τις αναπόφευκτες μεταλλαγές της ζωής μας που τις συνειδητοποιούμε μόνο όταν έχουν ήδη απορροφηθεί εντός της. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα μείνει από αυτά τα ελάσσονα βιογραφήματα των απλών ανθρώπων. Άλλωστε, όπως ψιθυρίζει ο ίδιος κάποια στιγμή που στέκει αυτόπτης στα δωμάτια των ηρώων του, Κανείς δεν ξέρει αν θα ξεχάσει προτού ξεχάσει. [σ. 82]

ktirio

Εκδ. Καστανιώτη, μτφ. από τα Πορτογαλικά Αθηνά Ψυλλιά, 2013, σελ. 294 [Jose Saramago, Claraboia, 1953].

 

Eudora Welty – Από πού έρχεται η φωνή;

Welty Cover Small

Προστατευμένες αλλά τολμηρές ζωές

Γράφω για την ευχαρίστηση της γραφής, ούτε για τους φίλους, ούτε για μένα. Τα διηγήματά μου αντικατοπτρίζουν την εποχή τους, ξεκινώντας από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Η αρετή τους έγκειται στο γεγονός ότι είναι γραμμένα εκ των έστω. Προέρχονται από τη ζωή μου εδώ, είναι κομμάτι της. / Είμαι συγγραφέας που προήλθε από προστατευμένη ζωή. Μια προστατευμένη ζωή μπορεί να είναι επίσης μια τολμηρή ζωή. Γιατί η σοβαρή τόλμη ξεκινά από μέσα σου…

… έγραφε η Γιουντόρα Άλις Γουέλτυ [1909 – 2001], μια ιδιαίτερα ξεχωριστή συγγραφέας αλλά και φωτογράφος και τα λόγια της καταφέρνουν να αποδώσουν ένα μέρος από την προσωπική της διηγηματογραφία. Η τέχνη της ταυτίστηκε με το Τζάκσον του Μισσισσιπή όπου γεννήθηκε και επέστρεψε μετά τις σπουδές της. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδες, περιπλανήθηκε στα αγροτικά περίχωρα της πολιτείας της φωτογραφίζοντας και γράφοντας ανταποκρίσεις, ταξίδεψε στην Αμερική και την Ευρώπη, αλλά πάντα επέστρεφε. Οι παραστάσεις, οι φωτογραφίες και οι ιστορίες που αφουγκραζόταν όπου και να βρισκόταν αποτελούσαν πλούσια μαγιά συγγραφής.

Eudora Welty 1

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ειδικά οι φωτογραφίες της, αν και με περιορισμένα εργαλεία και τεχνικές, παραμένουν εξαιρετικές, πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι πρωτοτραβήχτηκαν το 1930. Τα πρόσωπα τους δεν απαθανατίζονται ως σύμβολα ούτε ως αφηρημένα πολιτικά σημεία, όπως τονίζει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της· στην ουσία δεν είναι παρά αποδέκτες στοργής. Ίσως με τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις άλλες καθημερινές της ασχολίες, όπως την κηπουρική: να εξασφαλίσει εύθραυστες στιγμές ως αντικείμενα τέχνης.

Eudora Welty, Child on Porch, Mississippi, 1935

Οι κριτικές βιβλίων που έκανε στους New York Times από το 1944 και έπειτα φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό και τις προτιμήσεις της: Τσέχωφ, Φώκνερ, Όστιν, Πρίτσετ. Οι επιρροές και των τεσσάρων είναι εμφανείς, ιδίως του πρώτου. Ως προς τους επίγονους, νομίζω αρκεί και μόνο η αναφορά της Άλις Μονρό, για το πόσο αγαπούσε το έργο της και πόσο της άλλαξε την τεχνική της στο γράψιμο. Τα διηγήματα επιλέγονται από διάφορες συλλογές της· συστηματοποιώ από τα περιεχόμενα: πέντε από το A Curtain of Green, δυο από το The Wide Net and Other Stories, δυο από το The Bride of Innisfallen και ένα από το The Golden Apples και το Uncollected Stories.

eudora-welty

Ένα από τα πιο αξανάγνωστα διηγήματα εδώ είναι η Λίβι. Όταν ο Σολομών μετέφερε την Λίβι στο αγροτόσπιτό του, βαθιά στην εξοχή, εκείνη ήταν δεκαέξι χρονών κοριτσάκι. Ηλικιωμένος έγχρωμος με κτηματική περιουσία, υπήρξε καλός μαζί της αλλά την κρατούσε πάντα στο σπίτι, πόσο μάλλον όταν μετά από μια δεκαετία εξασθένησε και έμενε όλη μέρα στο κρεβάτι. Η συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι όπου έχει καταδικαστεί να ζει κλεισμένη η νεαρή γυναίκα. Ένα μέρος όπου μπορεί να περνούσαν οι μέρες χωρίς να το καταλάβεις. Ψυχή δεν περνούσε, ούτε καν ένας λευκός· αλλά κι αν εμφανιζόταν κάποιος, ο Σολομών δεν θα την άφηνε να τον κοιτάξει. Οι ώρες της ξοδεύονται δίπλα στο κρεβάτι του, ακίνητοι και οι δυο στην σιωπή. Κάποτε μια λευκή γυναίκα, πλανόδια πωλήτρια καλλυντικών, επισκέπτεται το σπίτι· η Λίβι δελεάζεται αλλά δεν έχει χρήματα. Και ύστερα εμφανίζεται ο Κας, μ’ ένα ινδικό χοιρίδιο στην τσέπη του. Μπορεί, αν δεν εμφανιζόταν εκείνη τη μέρα, να μην τον είχε κοιτάξει έτσι, αλλά ο χρόνος που έρχονται οι άνθρωποι κάνει τη διαφορά. Και ο Σολομών, που είχε χτίσει ένα μοναχικό σπίτι, όπως θα έχτιζε ένα κλουβί, βρίσκεται παγιδευμένος μέσα του, γιατί το σπίτι αναπτύχθηκε έτσι για τον ίδιο, σαν μια μεγάλη πυραμίδα.

Eudora Welty photo

Η σφυρίχτρα έχει τους ως χαρακτήρες δυο απόλυτους αντι – ήρωες, η ιδιότητα των οποίων σπάνια τυγχάνει λογοτεχνικής προσοχής. Δυο ηλικιωμένοι βρίσκονται στο κρεβάτι τους μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα υποφέροντας από το κρύο. Έξω το σκοτάδι είναι αραιό, όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και η φωτιά βγάζει νυσταγμένο ήχο, με το φως της να ανεβοκατεβαίνει εξαντλημένο στον τοίχο. Κάθε βράδυ το ζευγάρι ξαπλώνει τρέμοντας από το κρύο, επικοινωνώντας όπως τα παντζούρια που χτυπάνε στην καταιγίδα. Ίσως η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή πάθος – ποιος ξέρει; Όταν υπάρχει απειλή για μεγαλύτερη παγωνιά, στο Ντέξτερ ακούγεται η μεγάλη σφυρίχτρα. Τότε στις φάρμες ανάβουν τα φώτα από τα παράθυρα και βγαίνουν όλοι τρέχοντας να σκεπάσουν τα φυτά τους με ό,τι διαθέτουν. Ο άντρας τα καλύπτει με το παλτό του, η γυναίκα με το φόρεμα που ζέσταινε το κεφάλι της. Πίσω στο σπίτι, παγωμένοι καίνε τα λιγοστά τους έπιπλα κοιτάζοντας με λαιμαργία τις φλόγες.

welty chopping cotton

Η καταλυτική επίδραση της φύσης, η απλή καθημερινότητα, από τις αυτονόητες χάρες της μέχρι την απελπιστική της μονοτονία, η ζωή του Νότου, το μεγαλείο και η ποταπότητα των ανθρώπων έρχονται και παρέρχονται στις ιστορίες της Γουέλτυ. Άλλοτε τα διηγήματα επικεντρώνουν σε ένα αντικείμενο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια υποτυπώδης πλοκή με πλήθος λεπτομερειών, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της. Για παράδειγμα, Το μωβ καπέλο μιας γυναίκας πυροδοτεί συζητήσεις και ερμηνείες σε ένα μπαρ στην Νέα Ορλεάνη. Το ακουμπά κάτω, κάτω από το επίπεδο του τραπεζιού, στη λέτσικη γερο – αγκαλιά της και αυτός το χαϊδεύει… Φαντάζομαι ότι σ’ αυτή την πόλη υπάρχουν περίεργες μορφές αγάπης, και ποιοι είμαστε εμείς να πούμε με ποιους τρόπους οι άνθρωποι θα μπορούν να βρουν την αγάπη; [σ. 81]

Madonna with coca cola

Όταν η γραφή της γίνεται ποιητική, τότε το διήγημα μετατρέπεται σε κομψοτέχνημα, όπως στο Δεν υπάρχει χώρος για σένα, αγάπη μου [The Bride of Innisfallen]. Μια γυναίκα συναντά έναν παντρεμένο «Ανατολικό επιχειρηματία» και συμφωνούν να περιπλανηθούν με το αυτοκίνητο, νότια της Νέας Ορλεάνης. Η συνύπαρξή των δυο άγνωστων ψυχών κινείται σε συνοικίες που αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά και άλλες που διαιωνίζουν τις τραγικές κοινωνικές ανισότητες. Ο ξένος στη Νέα Ορλεάνη πάντα ξεκινά να φύγει σαν να ακολουθεί οδηγίες σε λαβύρινθο. Περνούσαν μέσα από τους στενούς μονόδρομους, μέσα από το ξέθωρο μωβ από τις κουρασμένες πλατείες, τα καφετιά καμπαναριά και αγάλματα, το μπαλκόνι με τη ζωντανή και πιθανόν φημισμένη μαύρη μαϊμού που κινούνταν πάνω από τα κάγκελα σαν να ήταν πάτωμα αίθουσας χορού, μέσα από δαντελωτά κάγκελα και σιδερένιους κύκνους φρεσκοβαμμένους στα μπροστινά σκαλοπάτια των εξοχικών σπιτιών. [σ. 104]

 Eudora Welty 3

Το διήγημα που κλείνει της συλλογή και της δίνει το όνομά του αφορά την δολοφονία του έγχρωμου ακτιβιστή Μένγκαρ Έβερς τον Ιούνιο του 1963 από έναν λευκό. Η ιστορία έγινε τραγούδι από την Nina Simone [Mississippi Goddam], τον Phil Ochs [Too many martyrs] και τον Bob Dylan [Only a pawn in their game], αλλά εδώ υπάρχει ένα σπάνιο στοιχείο: η Ουέλτυ έγραψε το διήγημα απνευστί, σε μια νύχτα, αμέσως μετά την δολοφονία και πριν την σύλληψη του δράστη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The New Yorker έναν μήνα αργότερα. Η συγγραφέας μετατρέπει τον δολοφόνο σε αφηγητή, που δεν παραληρεί αλλά εκφράζει με τρομακτικά ψύχραιμο τρόπο το μίσος του για τον άλλον. Οι λίγες σελίδες είναι συγκλονιστικές: μοιάζουν με την παράλογη, ωμή ομολογία οποιουδήποτε δολοφόνου ρατσιστή των ημερών μας. Τώρα εγώ είμαι ζωντανός κι εσύ δεν είσαι. Ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δεν θα γίνουμε ίσοι, και ξέρεις γιατί; Ένας από εμάς είναι νεκρός. Τι λες γι’ αυτό; Φρόντισες γι’ αυτό, έτσι;

Εκδ. Ένεκεν, 2015, μτφ. Τούλα Παπαπάντου, σελ. 165, με πεντασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας.