Συλλογικό – Θεσσαλονίκη 1912 – 2012 (επιμ. Θωμάς Κοροβίνης)

vivlioniki0091_

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως, / Ώρες μικρές, μεταμεσονύκτιες, λάμπες σβηστές,/ (Εωθινά σκηνώματα της Άνω – Νύχτας.)/ Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της. / Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται. / Πιο από μέσα φωτεινή από τα φωτισμένη μέρα. / Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα… [Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη. ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο, Συμπτώσεις, Τα ποιήματα, 1986.]

Επετειακή έκδοση για τα 100 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης που αποτελεί ταυτόχρονα ανθολογία κειμένων που σχετίζονται με την πόλη και λεύκωμα με σπάνιο αρχειακό φωτογραφικό υλικό. Όλα τα είδη του γραπτού λόγου εναλλάσσονται στις σελίδες με αποχρώσεις κίτρινου και μαυρόασπρου: λογοτεχνικά και μη μυθοπλαστικά κείμενα, ποιήματα και τραγούδια, γραπτά περιηγητών και επισκεπτών, δελτία μνημείων και νεότερων κτισμάτων, λαογραφικές πληροφορίες, εγκυκλοπαιδικά λήμματα, συνταγές, χρονολόγιο.

vivlioniki159

Πρώτος απ’ όλους έρχεται να εξομολογηθεί ο ίδιος ο ανθολόγος, που αναρωτιέται αν η πόλη αυτή με την βαριά της υγρασία που χρόνια τον κατατρώει σαν σαράκι αξιωθεί ποτέ μια λεωφόρο στο όνομα ενός πρωτοπόρου τέκνου της όπως ο πρώτος ευρωπαίος σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγια ή όπως ο Παύλος Ζάννας εμπνευστής και του φεστιβάλ της. Οι οδοί και οι πλατείες της στη θέση ανθυπομοιράρχων θα έπρεπε να βαφτιστούν στο όνομα ενός Ρέγκου, ενός Τσίζεκ ή ενός Μοσκώφ κι ύστερα, να γκρεμιστούν τα ακαλαίσθητα αγάλματα ενός συμπλεγματικού τοπικισμού και μιας συφοριασμένης παπαδοκρατίας που υπό την σκέπην ενός παραφουσκωμένου εθνοκεντρισμού βρίσκει πάντοτε στα μέρη της παθιασμένους οπαδούς.

Ο Κοροβίνης υμνεί τους έρωτές της, που ήταν κάποτε πρόσφοροι, ιδίως οι δημόσιοι, όμως ανθούσαν αγκομαχώντας σε καλντερίμια κακοπαθημένα κι αγκαθωμένες εξοχές […], στα οπίσθια ενός βυζαντινού ιερού ή μέσα σε μια μισοσκεπασμένη ρωμαϊκή Σαρκοφάγο, σαν εκείνες του Γιώργου Ιωάννου αλλά και την ίδια στιγμή συντάσσει έναν κατάλογο όλων όσων ζητούν το δίκιο τους: οι επτά χιλιάδες Θεσσαλονικείς σφαγιασθέντες στον Ιππόδρομο, οι τόσες ψυχές που παραδόθηκαν σε οικτρά βασανιστήρια στον «Πύργο του αίματος», νυν Λευκό Πύργο, οι φονεμένοι καπνεργάτες του ’36, οι εξορισμένοι και δολοφονημένοι Εβραίοι, ο Λαμπράκης, ο Τσαρουχάς, κι ύστερα ο Πολκ και ο Δράκος του Σειχ Σου, που περιμένουν την δική τους αλήθεια.

vivlioniki0188

Σε κάποιες άλλες εποχές όμως, όπως γράφει ο Γιώργος Ιωάννου [Η Μόνη Κληρονομιά], όταν την πόλη έσκεπαν σκοτάδια, μπορούσες να ακολουθήσεις κάθε νύχτα το λάλημα των πετεινών που άρχιζε από κάπου και διαδίδονταν από συνοικία σε συνοικία: πρώτα οι πετεινοί της Βάρνας, ύστερα της Νεάπολης, της Σταυρούπολης, της Νέας Μαινεμένης, της Ραμόνας, του Παλιού Σταθμού, του Κουλέ Καφέ, της Κασσάνδρου και της Αγίου Δημητρίου, της Ευαγγελίστριας, της Τούμπας, της Τριανδρίας. Ήταν, γράφει, κάποια παρηγοριά κι αυτό, μια κυκλοφορία που δεν μπορούσε να εμποδίσει ο θηριώδης στρατιωτικός διοικητής.

Θεσσαλονίκη: πόλις μεγάλη με μικρούς ανθρώπους, όπως ξεκινούσε το ποίημά του Πανόραμα ο Τόλης Καζαντζής στο πρώτο τεύχος της Διαγωνίου, συνεχίζοντας για τους σπουδαστές – ανυπολόγιστα πρόσωπα, ζουν ακόμη στα όνειρα, τους αστούς βιοπαλαιστές – λέξη ηρωική μα άχρωμη πια – τους διανοούμενους – που γράφουν πράγματα εξωφρενικά. Κι ύστερα ο χαμένος ποιητής στιχουργεί τα μέρη: το πιο χρήσιμο σημείο της πόλεως/είναι ο τόπος που παν τα ζευγαράκια, και πιο κάτω τις μπόλικες εκκλησίες αρκετά απλόχωρες για μετάνοιες.

vivlioniki223

Το ξεφύλλισμα του βιβλίου ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις. Σχεδόν μυρίζω τα τσαλαπατημένα λουλούδια στις πάνδημες κηδείες των θυμάτων του Μάη του ’36 στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, όπως τα περιγράφει ο Γιώργος Ιωάννου στην Μόνη Κληρονομιά, και ονειρεύομαι τα σκότη στις συναγωγές όπως τα περιγράφει ο Αλμπέρτος Ναρ. Βλέπω μπροστά μου με σάρκα και οστά την Άννα Παλαιολογίνα που βρήκε καταφύγιο στην πόλη που αγάπησε, την Δροσούλα του Τόλη Καζαντζή και τον Φύλακα Ερειπίων του Αλέξη Τραϊανού: Θα σε υποφέρω πάντα / Γι’ αυτό που δεν πρόκειται να ξαναγίνει / Γι’ αυτή τη φωνή που ξαναγυρνάει μακρινή / Δίχως ποτέ της να γυρνά / Γι’ αυτές τις κόκκινες φωτογραφίες του Ιησού / Που πέρασαν αργά κάτω από Παρασκευές βρεμένες // Πάντοτε έβρεχε / Θυμάσαι / Βροχή καυτής απουσίας / Πάντοτε έβρεχε ανάμεσα στις κίτρινες σκιές /…/Είν’ ένα ποίημα που πάει στο πουθενά / Και το αρπάξανε οι στίχοι μου / Σ’ ένα φριχτό κομμάτι παιδικών ονείρων. [Αλέξης Τραϊανός, Εβραίικο σπίτι, Φύλακας Ερειπίων, Τα ποιήματα, 1991]

Ύστερα βηματίζω στα λιμνάζοντα νερά της «μπουρδελοπολιτείας της Αμπάρας» έξω από την Χρυσή Πύλη του Βαρδαρίου, που μάζευε τις πόρνες από τα βυζαντινά ακόμα χρόνια, σ’ αυτή την μέγιστη πορνοσύναξη της νεότερης Ελλάδας, όπως έγραψε ο Ηλίας Πετρόπουλος, και επιστρέφω σε «Όσα θυμάται» ο Λεωνίδας Ζησιάδης: Την είπανε Μπάρα….Ο φτηνός έρωτας σε εξευτελιστικές τιμές, που σήκωνε και παζάρια, εγκατεστημένος μέσα σε παραγκάκια, στα σοκάκια που δικτύωναν τους κεντρικούς δρόμους. Εκεί πουλιόνταν μοναχικές γυναίκες, αυτεξούσιες και ανεξάρτητες, δικαίωμα που τους παραχωρήθηκε όχι από λύπηση αλλά ύστερα από μακρά θητεία στα οργανωμένα «σπίτια». Αφού, ξεζουμισμένες πια, δεν παρουσίαζαν ενεργητικό στην επιχείρηση της μαντάμ, παίρνανε τον ύστατο δρόμο της απελπισίας και της ανέχειας, πιάνανε μια παραγκούλα πληρώνοντας γερό ενοίκιο στον προστάτη της περιοχής…και αράζανε μόνες κι έρημες στις πορτοσιές, εκθέτοντας το φτηνό τους εμπόρευμα, μ’ ελάχιστες όμως ελπίδες. Κι εκεί περίμεναν τα γερατειά.

vivlioniki023

Σε αυτό το πλούσιο ψηφιδωτό συνυπάρχουν σπαράγματα από την Εκλογή του Γιώργου Κιτσόπουλου και τα Διηγήματα του Γιώργου Καφταντζή, τις Σελίδες αυτοβιογραφίας του Γιώργου Βαφόπουλου και τα Πράγματα του Πάνου Θασίτη, την Σαλαμάντρα του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου και τις Αφηγήσεις από τον τάφο των ζωντανών του Γιώργου Ιορδάνου. Εδώ συνυπάρχουν η Αγία Αλητεία και οι Σικελικοί Εσπερινοί των αγαπημένων μας χαμένων Γιώργου Κάτου και Τάσου Χατζητάτση· η Όμορφη Θεσσαλονίκη του Νίκου Τσιφόρου και ο Συνοικισμός Σιδηροδρομιών της Μαρίας Κέντρου – Αγαθοπούλου· τα Νερά του Γιάννη Ζήκα και οι Ηχοδράσεις του Σάκη Παπαδημητρίου· το Ημερολόγιο Φυλακής του Παύλου Ζάννα και αποσπάσματα από τις ανθολογίες Η Θεσσαλονίκη των ξένων και Αλλόγλωσσα ποιήματα για την Θεσσαλονίκη που επιμελήθηκε ο Σάκης Σερέφας.

Στον ίδιο αυτό παράλληλο, χάρτινο κόσμο, συνυπάρχουν τα Ζηλωτικά και οι Μαγεμένες, οι αναρχικοί Βαρκάρηδες της Θεσσαλονίκης και οι Ρομ του Δενδροπόταμου, η νύφη που έπαθε συμφόρηση κάτω από την Καμάρα και η κατά Αλεξάνδρα Δεληγιώργη σκοτεινή ύλη των γυναικών, ενώ ακούγεται πάντα μουσική, μαζί με τις μνήμες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Σταύρου Κουγιουμτζή και τα ζωντανά γραπτά του Μανώλη Ρασούλη. Εδώ κρύβονται Μυστικά Βάλτων και Ατέλειωτες Γραφές Αίματος. Εδώ «Μοναχός του νυχτώνει» ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Βλέπω στον ουρανό μια κατασκήνωση για σένα / οργανοπαίκτης μιας σβησμένης εποχής / που ζωντανεύεις πάνω στην οθόνη / τη μνήμη μου ανάμεσα στα παιδικά σου χρόνια // Μοναχός μου νυχτώνω εδωπέρα / τα ποιήματά μου έγιναν ατροφικά / μικρά στολίδια του βυθού που σε προσμένουν [Ποιήματα για ένα καλοκαίρι, 1963]

katos

Εδώ υπήρξε η μεικτή πόλη κατά τον Κωστή Μοσκώφ και η Μεγάλη Πλατεία του Νίκου Μπακόλα· εδώ σ’ ένα μικρό ορθόδοξο νεκροταφείο έξω από τα τείχη την εκκλησία του την έχτισαν με τα χρήματά τους οι πόρνες, όπως γράφει ο Ίων Δραγούμης στα Φύλλα ημερολογίου, Εδώ ο Γιώργος Χρονάς γράφει πως συνάντησε πρίγκιπες των αργών στροφών που καίγονται χωρίς ήχο και παραδέχεται πως πάντα επιστρέφει αντίστροφα· και είναι απερίφραστος: καμία πόλη δεν θα τον περιέχει όσο αυτή. «Εδώ η γη γυρίζει ανάποδα. Τα είδωλα αντιστρέφονται. Τα ινδάλματά σας εγκαταλείπουν». Εδώ ο ήρωας στο Παρτάλι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη…

Είδε τα εργοστάσια, τις γκρεμισμένες πύλες, ταπεινωμένα ντουβάρια, πέρασε πάνω από τα σφαγεία, τον σιδηροδρομικό σταθμό, είδε επιβάτες στο πλατύ κρηπίδωμα, ένα τρένο έφευγε κάνοντας μανούβρες, κάποιος σφύριζε με τη σφυρίχτρα παλιάς ατμομηχανής, πέρασε απέναντι από τις ράγες, στα σταματημένα βαγόνια και τους συρμούς…..// Είδε μάντρες με αποθηκευμένες σιδερόβεργες, μαγαζιά με ρολά κατεβασμένα και ξεφτισμένες πινακίδες άλλων εποχών, μπαλκόνια με τις κεντητές σιδεριές, θυμωμένα παιδιά που δεν χώραγαν να παίξουν πουθενά, στοές με διαμερίσματα στο βάθος, περβάζια με ξεραμένα φυτά σε σκουριασμένους τενεκέδες… // Είδε τα κάστρα…τη Νεάπολη, τους στρατώνες, απ’ όπου αναχωρεί με φύλο πορείας κάποιος ξεκολλώντας τα κίτρινα σιρίτια, τα νεκροταφεία του Ζέτενλικ…σύδενδρα απ’ όπου δραπετεύουν εραστές, αρχοντόσπιτα που θα γίνουν πενταώροφα (με τι είχε δει τόσο καιρό, ποια αγάπη, ποια απώλεια, ποια μνήμη – γιατί παιδευόταν), μνημεία, αγορές….

por45

Η τοιχογραφία σχηματίζεται σιγά σιγά με κομμάτια απ’ όσα της έγραψαν ο μηχανόβιος ιστορητής της δυτικής πλευράς Σπύρος Λαζαρίδης, οι πολυγράφοι τοπογράφοι της Κώστα Τομανάς και Χρίστος Ζαφείρης, ο «Αποκλεισμένος στη Σαλονίκη» Γιώργος Ζήκας, η Στέλλα Βιογιατζόγου «Περνώντας βιαστικά ανάμεσά τους». Πάντα παρόντες οι ποιητές των Μακεδονικών Ημερών και οι εσωτερικοί μονολογιστές της πόλης και προπάντων οι Πεντζίκης, Καρέλλη, Θέμελης, Βαρβιτσιώτης, Αναγνωστάκης, Βαφόπουλος, Στογιαννίδης, Κύρου, Χριστιανόπουλος, Δέλιος, Ξεφλούδας και οι παλαιότεροι και νεώτεροι συγγραφείς της Ρούλα Αλαβέρα, Σοφία Νικολαϊδου, Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Γιάννης Ζήκας, Δημήτρης Μίγγας, Ζήσης Σαρίκας, Μαρία Κουγιουμτζή, Τάσος Καλούτσας και τόσοι άλλοι.

Θεσσαλονίκη πόλη των Φαντασμάτων, πόλη πολυκίονη και στέρνα χιλιοκίονη όπως την αποκάλεσε ο Γιώργος Ιωάννου, σΤο δικό μας αίμα, και πάντα ανεπανόρθωτα γοητευτικήΊσως εδώ να οφείλεται σημαντικό μέρος από τη δροσιστική ανακούφιση, την ηρεμία σχεδόν, που προσφέρει το διαποτισμένο περιβάλλον στις ψυχές των φρυγμένων, εντόπιων και μη, από τα σύγχρονα καμίνια. / Κι όσο πιο λαϊκός ο χώρος της…τόσο πιο πυκνές οι βυζαντινίζουσες μορφές, στις οποίες σκοντάφτεις κοιτώντας, με κείνο το μεγάλο ανατολίτικο και με βαριά ματόφυλα μάτι…. ενώ στο άλλο ανατολίτικο, το οθωμανικό, φωλιάζει η λάμψη μιας έχθρας και μιας αγριότητας, που ποτέ δεν σβήνει. Είναι η ίδια πόλη όπου όλος ο πληθυσμός, όπως γράφει ο Πεντζίκης σ’ ένα τεύχος της Σύναξης αποδέχεται την μυστική αντίληψη της συνέχειας της ζωής. Και ίσως κάτι είδε ο Jacques Lacarriere, στην εκκλησία των Δώδεκα Αποστόλων:

tram

αυτός ο στρόβιλος από ζωγραφιές, είναι μια ελεγχόμενη τρέλα, σημάδια πληγές από τα χτυπήματα του ζωγράφου – καλόγερου πάνω στον αόρατο κόσμο. Αν υπάρχει τόση αυστηρότητα στη σύνθεση, μια επιτακτική οδός στην εκλογή των χρωμάτων, των αναλογιών, τα διάταξης των θεμάτων απάνω στον τοίχο, αυτό γίνεται γιατί είναι υποχρεωμένος να ελέγξει, να συγκρατήσει, να καταπνίξει την πίστη που κατασπαράζει, τη γλώσσα μιας φωτιάς που υπαγορεύουν ανώτερες δυνάμεις. Ειδεμή δεν θα υπήρχε τέχνη αλλά χάος.

Και τι είδους έρωτας ευδοκιμεί σε αυτή την πόλη; Είναι, όπως έγραψε ο Κωστής Μοσκώφ, ο έρωτας όχι της απλής σαρκός, αλλά ο έρωτας του παντός, ο έρωτας που αναβλύζει από την λειτουργία τα πόλης της Θεσσαλονίκης…ως κέντρου συνάντησης και ανταλλαγής τόσο υλικών αγαθών όσο και αισθήσεων και ιδεών, πραγμάτων και «βλεμμάτων»…Η Θεσσαλονίκη είναι το κατ’ εξοχήν κέντρο συνάντησης με τον Άλλο και το Άλλο, το προϊόν του και το σώμα του, κέντρο έτσι της παραδομένης μας βίωσης της ζωής ως Πράξης ενοποίησης της διασκορπισμένης ύλης του κόσμου. [Ο έρωτας σκέπει την πόλη, σε μια Νέα Εστία του 1985].

vivlioniki018

Η ίδια αυτή πόλη κρύβει πλείστες παγίδες – σταχυολογώ από ένα άλλο πάντα απολαυστικό παραλήρημα του Κοροβίνη, από το κείμενο Ο Μεγαλέξανδρος δε μένει πια εδώ. Ούτε η κυρά Ζωή: Προσοχή, όχι στα μυθεύματα και τα γελαστούρια. Αλλάζει κάθε μέρα αυτή η πόλη. Οι νεότερες αναφορές και τα σημάδια της διαγράφονται. Ωστόσο, παρηγοριά και καμάρι μας οι βυζαντινές εκκλησιές. / Ακόμα κι έναν εντελώς άπιστο τον κάνουν να υποκλίνεται. / Να μην επιδοθείτε τζάμπα εις άγραν της θρυλοποιημένης αμαρτίας. Δε θα βρείτε παρά ψιχία εμπορίου ερωτικού. Η λαγνεία σαν να έχε εξοριστεί απ’ τη χαμηλοτάβανη συμπρωτεύουσα. / Μην ψάξετε για στέκια συγγραφέων ή καλλιτεχνών. Δεν υπάρχουν. Οι τραγουδιστές «την έκαναν» για Αθήνα. Κι όσοι παλιοί ποιητές απομείναν, λουφάζουν στο κονάκι τους.

Πόσο ακόμα όμως αυτή η πόλη θα συντρίβεται από το παρελθόν; Ως πότε θα μας σκέπει/των προγόνων αγίων ο βίος;/δεν πληρώνεται με δικό μας καημό/το χάσμα που η καταστροφή έχει ανοίξει, έγραφε η Ζωή Καρέλλη. Για πόσο ακόμα θα σέρνεται στην «τελευταία άλλωση» όπως στιχουργεί ο Δημήτρης Δημητριάδης στο «πατριωτικό του ποίημα» για τον «τουφεκισμό της Σαλονίκης»; Και μέχρι πότε θα κυριαρχεί «μια σαρκοβόρα διάθεση, ένα έλλειμμα κοινωνικής αποδοχής ανάμεσα στους ανθρώπους της τέχνης και των γραμμάτων», όπως έγραψε ο Κώστας Λαχάς;

8770small

Δεν είναι εύκολη πόλη η Θεσσαλονίκη. Όσο ανοιχτή φαίνεται, άλλο τόσο είναι και κλειστή. Και είναι ένα σύνδρομο από το οποίο πρέπει να βρει τον τρόπο να απελευθερωθεί αυτή η πόλη από τον ίδιο της τον εαυτό. Είναι ένα σύνδρομο το οποίο πρέπει να αποδιώξει η Θεσσαλονίκη από πάνω της, κυρίως από μέσα της. [Κώστας Λαχάς – Πλους ονείρου – Απ’ τον εχέδωρο στον Θερμαϊκό],

Επαναπαύεται η αμηχανία σου σε βολικά άλλοθι ρίχνοντας την ευθύνη της κακοδαιμονίας σου στους άλλους, στον αυτάρεσκο αθηνοκεντρισμό. […] Είσαι κουρασμένη, όμως η ρώμη της ιστορίας σου και άσκησή σου στον πόνο θα σε κρατήσει. Κι εμείς, οι επίγονοι των ξεριζωμένων εκείνων που σε κατοίκησαν και σε αγάπησαν όσο κανείς – γιατί η ατμόσφαιρα σου ταιριάζει με εκείνη των παλαιών πατρίδων μας – θα σε κρατήσουμε……γράφει ο επιμελητής του παλίμψηστου τόμου καθώς δεν παύει να συνομιλεί με την Θεσσαλονίκη, που την περιμένει να ξαναγίνει το παρδαλό χαρμάνι που κάποτε υπήρξε. Κι αναρωτιέμαι: θα συμβεί άραγε ποτέ κάτι τέτοιο;

Πλήρης τίτλος: Θεσσαλονίκη 1912 – 2012. Μέσα στα στενά σου τα σοκάκια… Εκδ. Μεταίχμιο, 2012, σελ. 247.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Αντόνιο ντι Μπενεντέττο – Οι αυτόχειρες

exo_800[4]

Ένας αργεντινός συγγραφέας άγνωστος στις ελληνικές εκδόσεις· ένας λογοτέχνης για τον οποίο εκφράστηκαν ο Μπόρχες και ο Κορτάσαρ εκφράστηκαν με τα καλύτερα λόγια (ο πρώτος μίλησε για σελίδες που τον συγκίνησαν, ο δεύτερος για ένα σπάνιο παράδειγμα μυθιστοριογράφου που δεν χρειάζεται να καταφύγει στην ιδεολογική ανασύνθεση του παρελθόντος, καθώς ζει το παρελθόν και μας φέρνει κοντά σε εμπειρίες και συμπεριφορές που διατηρούν άθικτο τον παραλογισμό τους)· ένας αγωνιστής κατά του φασισμού, καθώς το 1976, λίγες ώρες μετά την επιβολή της δικτατορίας, συνελήφθη, και αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από ένα χρόνο φυλάκισης και βασανιστηρίων, χάρη στην πίεση Αργεντινών και Ευρωπαίων συγγραφέων, όπως ο Ερνέστο Σάμπατο και ο Χάινριχ Μπελ. Ο καθένας από τους παραπάνω λόγους υπήρξε αρκετός για να ενδιαφερθώ άμεσα για αυτό το βιβλίο, μαζί μ’ ένα ακόμα στοιχείο, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το θέμα: η αυτοκτονία ως κεντρικό θέμα όχι ενός δοκιμίου αλλά ενός μυθιστορήματος!

Με ποιο τρόπο όμως μπορεί να αποτελέσει η αυτοχειρία το κέντρο ενός μύθου; Εδώ υπάρχει ως αστυνομικό μυστήριο, ως προσωπική οικογενειακή ιστορία, ως ιδιότυπος κατάλογος περιπτώσεων αυτοχειρίας, ως παράθεση των απόψεων πάνω στο θέμα και ως αντικείμενο στοχασμού. Μέτοχος όλων των παραπάνω πεδίων είναι ο ανώνυμος αφηγητής, που ως δημοσιογράφος αναλαμβάνει να ερευνήσει τις περιπτώσεις τριών ανώνυμων αυτοχείρων: οι φωτογραφίες των αναχωρητών βρίσκονται σ’ ένα διεθνές πρακτορείο τύπου κι εκείνος αναλαμβάνει την σύνταξη μιας σειράς άρθρων που θα πουληθούν σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι μάλλον ο καταλληλότερος: στοιχειώνεται από την ανάλογη πράξη του πατέρα του, στην ηλικία των τριάντα τριών και αναζητά τις δικές του απαντήσεις. Γύρω του κινούνται τρεις γυναίκες, η σύζυγός του (με την οποία βρίσκεται σε έντονη φιλονικία ύστερα από την επιμονή του να μοιραστεί σχετικό ερωτηματολόγιο στους μικρούς της μαθητές), η συνεργάτης του Μαρσέλα (μια ιδιόμορφη σχέση έλξης και απώθησης) και η μεγαλύτερη Μπίμπι ή αλλιώς «Αρχειοθήκη».

absurdos-antonio-di-benedetto-1era-edicion

Ο αφηγητής ισορροπεί σε τέσσερα πεδία. Πρώτα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, καθώς σπεύδει στους τόπους της αυτοκτονίας, συνομιλεί με τους συγγενείς, ερευνά όλα τα σχετικά δεδομένα, μέχρι τα αρχεία των αγνοουμένων και τα πρωτόκολλα των αυτοψιών. Έπειτα καλείται να επιλύσει ένα αστυνομικό μυστήριο: μια μυστική εταιρεία που αφαιρεί το χέρι ενός αυτόχειρα. Από την άλλη, προσπαθεί να ισορροπήσει στην προσωπική του ζωή: εμπλέκεται με την ζωή της οικογένειας του αδελφού του και επισκέπτεται συχνά την μητέρα του, από την οποία ζητάει να συμπληρώσει τις καταχωνιασμένες του στο παρελθόν εικόνες. Στο τέταρτο βρίσκεται μόνος του στον προβληματισμό του για την έσχατη πράξη αλλά και την έλξη του προς την σχετική ιδέα.

Τα στοιχεία σταδιακά απαρτίζουν μια ιστορία της αυτοκτονίας, όπου μελετώνται τα πάντα: η παραλλαγή των τρόπων – οι γυναίκες προτιμούν το γκάζι, το υδροκυάνιο, τα υπνωτικά και μερικές τον απαγχονισμό· η ποικιλία των λόγων – ο έρωτας ή η έλλειψη έρωτα, η ντροπή και η υπερηφάνεια, οι ιδέες και ο μυστικισμός· η διάκριση των ιδιοτήτων – οι μορφωμένοι και οι ευκατάστατοι στα υψηλότερα ποσοστά· οι χώρες με τους περισσότερους αυτόχειρες: πάντα στην κορυφή η Γερμανία, πρώτα η Ανατολική Γερμανία, μετά η Δυτική.

 107288

Κάθε λογικός άνθρωπος έχει κάποτε σκεφτεί την αυτοκτονία έγραψε ο Αλμπέρ Καμύ, άρα και ως προς τα πρόσωπα ο κατάλογος των κατηγοριών δεν έχει τελειωμό: αυτοκτονίες από μίμηση, αυτόχειρες που περιμένουν κάποιον να τους σώσει, εκείνοι που αποχαιρετούν τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι πολιορκημένοι που προτιμούν να πεθάνουν, για τους οποίους ο Μονταίν έγραψε όλα όσα κάνει κανείς για να γλιτώσει από το θάνατο, το έκαναν εκείνοι για να ξεφύγουν απ’ τη ζωή. Και τα μη έλλογα όντα που δεν αυτοκτονούν επειδή τα ίδια αγνοούν ότι θα πεθάνουν και εν πολλοίς δεν γνωρίζουν πως θα μπορούσαν να πεθάνουν ηθελημένα. Ή τελικά κάθε περίπτωση είναι μοναδική, όπως η μπορχεσιανή Αδριάνα Πισάρρο;

Ζούσε με το φόβο ότι δεν ήταν μοναδική, ότι πολλαπλασιάζεται: εκείνη ήταν οι άλλοι. Αν συζητούσε με έναν άνθρωπο, εκείνη γινόταν αυτός ο άνθρωπος. Αν πήγαινε στο θέατρο, η ηθοποιοί και οι θεατές ήταν εκείνη, εκείνη πολλές φορές. Όλους αυτούς τους ανθρώπους στους οποίους πρόβαλλε τον εαυτό της, τους θεωρούσε εχθρούς. Ήταν φορές που εξαφανιζόταν: δεν έβρισκε τον εαυτό της, ούτε στον καθρέφτη, ούτε στο κρεβάτι, ούτε μες στα ρούχα της. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο τρόμος της δούλευε αντίστροφα: δεν ήταν ούτε μια ούτε πολλές. Ήταν λιγότερο από μία, είχε σβηστεί απ’ τον κόσμο. [σ. 75]

 retrato-a-antonio-di-benedetto-azzoni-roberto--(1899-1989)

Στην εξωτερική ζωή του ο αφηγητής τρέχει ως άλλος ντετέκτιβ στους λόφους για δυο φοιτητές που σκοτώθηκαν μαζί, παρατηρεί ότι οι αυτόχειρες έχουν το φόβο στα μάτια τους, εντούτοις στα χείλη τους σχηματίζεται μια έκφραση αιώνιας ευχαρίστησης και μπερδεύεται όταν βρίσκει τα βλέφαρα κλειστά, να του στερούν την έκφραση του βλέμματος. Κι εκείνοι που επιλέγουν το κρεβάτι; Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτούς τους ανθρώπους το κρεβάτι; Είναι ένα σύμβολο της μοναξιάς τους; Τι υπονοεί γι’ αυτούς: κάτι το βαθιά προσωπικό και οικείο, τον έρωτα, την ανάπαυση, τη χώρα των ονείρων, την επιστροφή στη μητρική αγκαλιά; [σ. 122]

Τα ερωτήματα διαρκώς ανοιχτά: Κάποια σημειώματα ζητούν στην ουσία βοήθεια; Η αποσιώπηση του θανάτου από τους γονείς προς τα παιδιά είναι στην ουσία η προβολή του δικού τους φόβου; Και τελικά αποκρυπτογραφείται το αίνιγμα της αυτοκτονίας; Αναπόφευκτα όμως ο αφηγητής θα βρεθεί αντιμέτωπος με πιο φλέγοντα ερωτήματα: γεννιόμαστε με τον θάνατο μέσα μας; Ένας αυτόχειρας στην οικογένεια πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες μίμησης στους επίγονους; Ο Ντυρκέμ έγραψε πως σε οικογένειες στις οποίες σημειώνονται αυτοκτονίες κατ’ επανάληψη, αυτές αναπαράγονται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο.

 antonio_di_benedetto

Παράλληλα συντάσσεται σιγά σιγά μια εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών θέσεων για την αυτοκτονία αλλά και δοκιμάζεται ένα σύντομο ταξίδι πάνω στην σκέψη της ίδιας της λογοτεχνίας: από τον Δημοσθένη στην Σαπφώ, από τον Στέφαν Τσβάιχ στον Κυρίλωφ του Ντοστογιέφσκι, τον Βέρθερο του Γκαίτε και την Άννα Καρένινα· από εκείνους που την απορρίπτουν (Δάντης, Σαίξπηρ, Καντ, Σπινόζα), σ’ εκείνους που την αποδέχονται (Βούδδας, Διογένης, Σενέκας, Μονταίν, Ρουσσώ, Χέγκελ, Νίτσε, Χιούμ, Σοπενχάουερ – που έγραψε ότι «το μεγαλύτερο δικαίωμα του ανθρώπου είναι να μπορεί να δώσει τέλος στη ζωή του»). Ο ερευνητής του οικείου θανάτου καταγράφει με ζήλο τις απόψεις των θρησκειών και τις καταδίκες των εκκλησιών και όλα τα δεδομένα για εκείνη την «δειλία που απαιτεί πολύ θάρρος», όπως έγραψε ο Κίρκεγκαρντ.

Στο τέλος χάσκει πάνω στην οικειοθελή πράξη του πατέρα του: Στο πορτρέτο του έχει μείνει πάντα νέος· δεν θα γεράσει ποτέ. Να περιμένει κανείς τον θάνατο ως συνταξιούχος ή να τον προκαλέσει μόνος του; Κάποιες σκέψεις συνηγορούν υπέρ της φυγής: «Δεν μπορώ να σκοτώσω, τουλάχιστον όχι όλους. Μπορώ όμως να τους κάνω όλους να χαθούν: αν βυθιστώ στην ανυπαρξία, δεν θα υπάρχουν πια οι άλλοι για μένα».

 di benedetto1

Από το μικρό πορτρέτο, ο μπαμπάς, με ένα βλέμμα διαπεραστικό και ανήσυχο, παρατηρεί. / Θα μπορούσε άραγε να φανταστεί μπροστά στον φωτογράφο, πως με αυτή την άγρυπνη ματιά προς το φακό, θα μας κοίταγε για πάντα πίσω απ’ το τζάμι της κορνίζας; / Η μορφή μου αντανακλάται στο τζάμι και μου δημιουργείται η εντύπωση ότι από το σώμα μου έχει εξέλθει η εσωτερική μου εικόνα, που είναι όμοια με την εξωτερική, και επιθυμεί να τρυπώσει μες στη κόγχη. Στέκεται όμως στο γυαλί, δεν διαπερνά την επιφάνειά του, και αυτή είναι η ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο έξω και το μέσα. [σ. 167]

Θα περίμενε κανείς ύστερα από τα σχετικά δεδομένα του πολιτιστικού – λογοτεχνικού κλίματος της Αργεντινής που έζησε, ότι η γραφή του Μπενεντέττο θα ήταν συναρμονισμένη με το μοντέρνο λατινοαμερικανικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60 κι ότι θα βρισκόταν και αυτός σε εκείνον τον καταιγιστικό κύκλο. Όμως όχι: το ύφος του είναι λακωνικότατο, η γραφή ρεαλιστική, η εξέλιξη του μύθου γραμμική – τουλάχιστον σε αυτό το δείγμα που διαβάζουμε τώρα.

Antonio-Di-Benedetto

Ο συγγραφέας απάχθηκε από τον στρατό από τα γραφεία της εφημερίδας του λίγες μόνο ώρες μετά το πραξικόπημα του Βιντέλα παρέμεινε στην φυλακή για δεκαεννέα ολόκληρους μήνες, χωρίς ποτέ να του δοθούν εξηγήσεις για την κράτησή του. Τα βασανιστήρια και οι εικονικές εκτελέσεις έκαμψαν για πάντα τη σωματική και πνευματική του υγεία. Μετά την απελευθέρωσή του από τις φυλακές της αργεντινής δικτατορίας ο συγγραφέας και εξορίστηκε στην Ισπανία, απ’ όπου επέστρεψε στην Αργεντινή λίγο πριν από το θάνατό του. Εκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα ο ντι Μπενεντέττο [1922 – 1986] έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Οι αυτόχειρες αποτελούν το τρίτο μέρος ενός είδους τριλογίας [Trilogía de la espera] και μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο το 2006 από τον Juan Villegas.

Εκδ. Απόπειρα, 2014, μτφ. – σχόλια: Άννα Βερροιοπούλου, 177 σελ. [Antonio di Benedetto, Los suicidas, 1969].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 174 [Suicidal Tendencies].